ψυχαναλυση / ΚΕΙΜΕΝΑ ΟΜΙΛΙΕΣ 2016- / Περιηγησεις στα ονειρα

Περιηγησεις στα ονειρα

Περιληψη

Με βαση ενα σχετικο κειμενο θα συζητηθουν θεωρησεις της ψυχαναλυσης για τα ονειρα, εργα των Elias Canetti, Samuel Beckett, Katsushika Hokusai, Zhuangzi και δικα μου.

Το ονειρο, καθοτι ξενο προς τον κοινο κοσμο, παριστανει μια φιγουρα του Αλλου. Οι ερμηνειες των ονειρων ασκουν βια στην αλλοτριοτητα του ονειρου - το μεταγουν στην συνθηκη του ξυπνου και το παριστανουν ως κατανοησιμο, βατο και κοινοτοπο. Το ονειρο ως ονειρο χανεται.

Η αλλοτριοτητα του ονειρου καθιστα τον ιδιο τον ονειρευομενο εναν Αλλο. Αποπροσωποποιει τον ξυπνητο προς εναν ονειρευομενο. Συναμα, οταν το ονειρο σωζεται ως ονειρο, ο ξυπνος προβαλλει σε αλλο φως.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Τα ονειρα δεν εχουν "Γιατι"

Elias Canetti

Ονειροειδης ξυπνος

Κατευθειαν στο ονειρο. Πλαγια στο ονειρο.

Ανακληση των ονειρων και λησμοσυνη των ονειρων

Ονειρα

Δημος ονειρων

Samuel Beckett, Nacht und Träume

Πεταλουδες και ονειρα



Τα ονειρα δεν εχουν "Γιατι"

Πως φτανει ο Freud να ισχυριζεται οτι τα ονειρα μπορουν να ερμηνευτουν, δηλαδη να εξηγηθουν; Ο Freud δεν θετει ο ιδιος ενα τετοιο ερωτημα. Ισως γιατι η απαντηση μοιαζει περισσοτερο απο αυτονοητη: Τα ονειρα μπορουν να εξηγηθουν, με την προϋποθεση οτι εχουν μια αιτια, ενα "γιατι". Το "γιατι;" απαιτει μια αιτιολογηση. Οταν το ονειρο εχει αιτια, τοτε αυτο δεν ειναι απλως ονειρο, αλλα εμφανιζεται ως επακολουθο της αιτιας του. Το απλο του ονειρου χανεται.

Στην Ερμηνεια των ονειρων επιτελειται η συνδεση ενος ονειρου με την αιτια του, η αιτιολογηση του μεσω της ερμηνειας. Η ερμηνεια "αντικαθιστα" ενα ονειρο με κατι αλλο, ωστε αυτο το ονειρο, το οποιο "αφ' εαυτου του" δεν ειναι "καμια κοινωνικη εκφραση, κανενα μεσο επικοινωνιας", τωρα να παρασταινεται σαν ενα "ψυχικο μορφωμα με νοημα" που "πρεπει να ενταχθει στην ψυχικη λειτουργια του ξυπνου". Η φροϋδικη ερμηνεια των ονειρων συνδεει τα ονειρα με τον ξυπνο και ετσι αποκαθιστα την "διασυνδεση των ψυχικων μας ενεργειων".

Αυτη η καθολικη αιτιολογικη συσχετιση, οπου η καθε "ψυχικη ενεργεια" ειναι συνδεδεμενη με τις αλλες, οπως π.χ. τα ονειρα με τον ξυπνο, συνιστα μια προκαταληψη της Ερμηνειας των ονειρων. Ο Freud την υιοθετει χωρις δισταγμο. Το οτι δεν κανει λογο γι' αυτην δεν σημαινει καθολου και οτι δεν την γνωριζει. Αντιθετα ολη η Ερμηνεια των ονειρων και ολη η φροϋδικη ψυχολογια ειναι με πληρη συνειδηση προκατειλημμενη απο το αιτημα του "γιατι", συμφωνα με το οποιο ολα εννοουνται μεσα απο την αιτιολογηση, δηλαδη την εξηγηση τους.

Στην σκεψη ενος ανθρωπου, ο οποιος ακομα και για κατι το "ασημαντο και τυχαιο" θα αμφισβητουσε την αναγκη μιας εξηγησης, ο Freud αντιδρα βιαια:

Τι εννοει μ' αυτο; Ισχυριζεται οτι υπαρχουν και μικρα συμβαντα που δεν εμπιπτουν στην διασυνδεση του οικουμενικου συμβαντος, που θα μπορουσαν καλλιστα και να μην ειναι οπως ειναι; Οταν κανεις διασπα τον φυσικο ντετερμινισμο σε ενα και μονο σημειο, τοτε εχει πεταξει στα σκουπιδια ολοκληρη την επιστημονικη κοσμοθεωρια.

Ισως ολη η "επιστημονικη θεωρια", σιγουρα ομως η φροϋδικη ψυχολογια στεκεται και πεφτει με το ερωτημα αν καποιο "εστω και ασημαντο συμβαν", π.χ. ενα ονειρο, μπορει να εξηγηθει, δηλαδη να αιτιολογηθει και να ενταχθει στο πλεγμα των αλληλοσυσχετισμων του συτηματος, η - αν δεν χρειαζεται καμια εξηγηση. Ο Freud ειναι σιγουρος:

Ο φιλος μας δεν θα θελησει να αναλαβει τις συνεπειες της πρωτης του απαντησης, θα ενδωσει [...]

Και αν ο φιλος μας δεν "ενδωσει"; Αν, ακουγοντας τον Freud να μιλα για την "διασυνδεση του οικουμενικου συμβαντος", θυμοταν τα λογια ενος παλαιοτερου γιατρου που λενε

Το τριανταφυλλο δεν εχει γιατι. Ανθιζει επειδη ανθιζει.;

Μηπως πραγατι κατι το "ασημαντο και τυχαιο", π.χ. ενα ονειρο, η ενα τριανταφυλλο αρκει για να "πεταξει στα σκουπιδια" ολη την επιστημονικη κοσμοθεωρια; Ολα εξαρτωνται απο το εαν ενα ονειρο θα τεθει κατω απο το "γιατι", αν δηλαδη θα εξηγηθει και θα αντικατασταθει απο κατι αλλο και επομενως θα ξεχαστει ως ονειρο, η εαν ειναι δυνατος και ενας αλλος δρομος: Ενα ονειρο, ως το ονειρο που φανερωνεται αφ' εαυτου, διχως "γιατι". Αυτη η δυνατοτητα, να μας μιλησει ενα ονειρο ως αυτο καθαυτο, διχως "γιατι", αγνοηθηκε απο την κυριαρχη σκεψη. Και αυτο ηταν επομενο, καθως η αναζητηση της γνωσης ακολουθησε τον δρομο του Αριστοτελη:

τότε γὰρ οἰόμεθα γιγνώσκειν ἕκαστον, ὅταν τὰ αἴτια γνωρίσωμεν

Ο ιδιος Αριστοτελης ειναι που ρωταει:

Τί δ΄ ἐστὶ τὸ ἐνύπνιον καὶ πῶς γίνεται

Εδω το "και" πρεπει να ακουστει επεξηγηματικα: Τι ειναι το ονειρο, δηλαδη, πως γινεται. Το ειναι του ονειρου ερμηνευεται εδω για πρωτη φορα ως ζητημα της γεννησης του ονειρου μεσα απο το ζητουμενο αιτιο του.

Σ' αυτο το πνευμα πρεπει να ακουστει και η προηγουμενη αντιδραση του Freud στην παρεμβαση του "φιλου μας": Τα πραγματα, λεει, "ειναι οπως ειναι", δηλαδη τα πραγματα υπαρχουν στο ειναι τους μεσα απο την "διασυνδεση του οικουμενικου συμβαντος". Σ' αυτην την σκεψη το "ειναι" των πραγματων δεν ειναι πλεον κατι το πηγαιο και πρωτογενες, αλλα ενα προϊον αιτιολογικων αλληλοσυσχετισεων. Τα ονειρα "καθ' εαυτα" ειναι κατι το αδιανοητο. Και τουτο δειχνεται προπαντων οπου ο Freud μιλα ο ιδιος για τα ονειρα "καθ' εαυτα": "Το ονειρο δεν ειναι αφ' εαυτου του κανενος ειδους εκφραση, κανενα μεσο επικοινωνιας". Ειναι "ξενο και αγνωριστο". Ξενα ομως δεν ειναι τα ονειρα αφ' εαυτου τους. Εδω υπαρχει ενα ακομα αποφασιστικο λαθος του Freud. Τα ονειρα ειναι ξενα μονο για εκεινη την σκεψη η οποια ειναι προετοιμασμενη να τα εννοησει μεσα απο την εξηγηση τους και την συσχετιση τους με τις "ψυχικες ενεργειες του ξυπνου" - κατι για το οποιο τα ονειρα, ως ονειρα, δεν προσφερονται καθολου.

Η αποψη οτι τα ονειρα εχουν σχεση με τον ξυπνο δεν μπορει να "αποδειχτει σωστη" με την επινοηση μιας τεχνικης για την ερμηνεια των ονειρων. Η κυριαρχια του "γιατι" ειναι που αξιωνει την συσχετιση των ονειρων και του ξυπνου μεταξυ τους. Η Ερμηνεια των ονειρων ειναι η ανταποκριση σε αυτο το αιτημα. Ο Freud νομιζει οτι μιλα για τα ονειρα "αφ' εαυτων", ομως μιλα για τα ονειρα απο την αποψη του ζητουμενου αιτιου τους, το οποιο βεβαια δεν μπορει να προκυψει απο μονο του, μεσα απο τα ιδια τα ονειρα. Μονο για το βλεμμα το προσανατολισμενο στο "γιατι" ειναι τα ονειρα ακατανοητα, ξενα και αγνωριστα. Αυτο το βλεμμα ομως ειναι τυφλο για τα ονειρα ως ονειρα.

Ομως καμια σχεση αναμεσα στα ονειρα και στον ξυπνο, οσο αυτονοητη και αν φαινεται αυτη, δεν μπορει να περιλαβει μεσα της το οτι ο ανθρωπος ονειρευεται. Το "οτι" των ονειρων δεν εξηγειται. Ειναι δεδομενο, οπως δεδομενο ειναι και το "οτι" του ξυπνου. Αυτο που μπορει, υποτιθεται, να "εξηγηθει" ειναι τα δεδομενα των ονειρων, εφοσον αυτα εξαναγκασθουν να υπεισελθουν σε μια συσχετιση με τα δεδομενα του ξυπνου - εαν ξεκινησει κανεις απο τα δεδομενα των ονειρων και οχι απο το δεδομενο τους. Ομως το δεδομενο των ονειρων, το οτι υπαρχουν τα ονειρα ως ονειρα, παραμενει κατι το εσχατο, ανεξηγητο και ανεξηγησιμο, διχως "γιατι".

Elias Canetti

255 Τα ονειρα τα αντεχω μονον αθικτα και ολοκληρα, σαν μυστηριο. Ειναι τοσο ξενα που κανεις τα συλλαμβανει πολυ αργα μονο. ... Αλοιμονο στον τρελο που τα ερμηνευει κατευθειαν, τα χανει και δεν τα συλλαμβανει ποτε πια, μαραινονται προτου πρασινισουν….

Γιατι ειναι "τρελλος" οποιος ερμηνευει τα ονειρα; Γιατι "τα χανει και δεν τα συλλαμβανει"; Συνεχιζει ο Canetti:

Το μοναδικο καθε ονειρου το υποψιαζονται ελαχιστοι, διαφορετικα πως θα το απογυμνωναν καθιστωντας το κοινοτοπια.

Η ψυχολογικη ερμηνεια ενος φαινομενου καταχωνιαζει το "μοναδικο" του. Οπως το μηλο που πεφτει επανω στο κεφαλι του Νευτωνα χανει τη μοναδικοτητα του οταν εξηγειται με τον νομο της βαρυτητας. Εκεινο το μηλο, που τοτε επεσε σ' εκεινο το κεφαλι, εκεινο το ονειρο που ειδα εκεινη τη νυχτα, οταν καθιστανται αντικειμενο της επιστημης, της φυσικης, της ψυχολογιας, καταντουν "κοινοτοπιες". Canetti και παλι:

221 Η μοντερνα ερμηνεια μας των ονειρων κανει τους ανθρωπους μονο πιο συνηθισμενους. Ξεθωριαζει την εικονα της εσωτερικης τους εντασης αντι να την φωτιζει.

Εδω "μοναδικοτητα" δεν σημαινει την ποιοτητα του ξεχωριστου, του αξιολογου, του πολυτιμου. Δεν συγκρινει το ενα με τα πολλα, για να το ξεχωρισει. Η "μοναδικοτητα" χαρακτηριζει το ενα, το καθεκαστο στον ενικο αριθμο του, στην ενικοτητα του. Για την ψυχαναλυση, οπως την καταλαβαινω, το ζητουμενο ειναι ακριβως μια επικοινωνια που θα ζωντανευε, σ' εκεινον που προσφευγει στον ψυχαναλυτη, την αγνοημενη του ενικοτητα, θα μπορουσε να την "φωτισει". Και αυτο, στον βαθμο που θα ευτυχησει να πραγματοποιηθει, ειναι απο μονο του ιαματικο. Θεραπευτικο. Τουτο βεβαια δεν μπορει να γινει με μια μεθοδο, με ενα μοντελο, με μια θεωρια, καθως ολα αυτα ειναι τυφλοσουρτες και γνωριζουν μονο τον πληθυντικο της γενικοτητας. Στην τυφλη οπτικη τους κανεις "ξεθωριαζει", γινεται "συνηθισμενος" και "κοινοτοπος". Γινεται καθενας και - κανενας. Η σαγηνη που ακτινοβολει καθε ανθρωπος στην ενικοτητα του, χανεται.

Ονειροειδης ξυπνος

Ο Medard Boss επισης δεν εχει κανενα αισθητηριο για το "μυστηριο", το "ξενικο" των ονειρων. (Τουτο προπαντων στα σχετικα του κειμενα. Στις αφυλακτες ωρες του, οπου ηταν ελευθερος απο τον καταναγκασμο της πολεμικης και της καταξιωσης, ηταν αλλιως.) Δεν δινει προσοχη στα συχνα επαναλαμβανομενες λογια του Heidegger για το απομακρο του εγγυς, οπου τα γειτονικα "κατοικουν σε χωριστοτατα ορη", π.χ. ξυπνος και ονειρο.

Στο "Ταξιδι ενος ψυχιατρου στην Ινδια" (Indienfahrt eines Psychiaters) ο Boss παραθετει εναν Ινδο σοφο:

Κανενας ανθρωπος δεν ονειρευεται μια δυσκινητη, θωρακισμενη χελωνα, αν ο ιδιος δεν ειναι σε μια διαθεση χελωνισια, στενοχωρη και βαρια.

Εδω το ονειρο ειναι κομμενο και ραμμενο στην διαθεση του ξυπνητου ανθρωπου. Ο "χελωνισια στενοχωρος και βαρυς" ξυπνιος του καθοριζει το ονειρο του. Απο αυτην την αποψη ο Boss ακολουθει τα ιχνη της φροϋδικης θεωρησης των ονειρων. Το ζευγος ξυπνος - υπνος ερμηνευεται αποκλειστικα απο την οπτικη του ανθρωπου, μαλιστα του ξυπνητου ανθρωπου. Ο ινδος σοφος και ο Medard Boss ποτε δεν θα ελεγαν με τον Zuangzi:

Τωρα δεν ξερω αν αυτος ο ανθρωπος ονειρευτηκε πως ειναι χελωνα, η αν η χελωνα ονειρευτηκε πως ειναι αυτος ο ανθρωπος ...

Κατευθειαν στο ονειρο. Πλαγια στο ονειρο.

Ο Freud γραφει στο "Συμβουλες προς τον ιατρο επι της ψυχαναλυτικης αγωγης":

Σε κειμενα για ονειρα που με ενδιαφερουν, καλω τους ασθενεις, μετα την περιγραφη τους, να τα καταγραψουν.

Ο Medard Boss πρεπει να ζητουσε απο τα παιδια του να καταγραφουν το πρωι τα ονειρα τους της προηγουμενης νυχτας. Ηταν περηφανος για την συλλογη του ονειρων η οποια, αν θυμαμαι καλα, περιειχε καπου 25.000 αφηγησεις ονειρων.

Αραγε ξερει κανεις περισσοτερα για τα ονειρα, αν γνωριζει ενα αναριθμητο πληθος απο δαυτα; Δεν ειναι σαν κανεις να ισχυριζονταν οτι γνωριζει περισσοτερα για τον θανατο, αν εχει δει πολλα πτωματα; Μπορει ενα ονειρο να μαρτυρησει τα μυστικα του μεσω μιας μετωπικης επελσης καταπανω του;

Ο ποιητης Γιωργος Σεφερης σ' ενα κειμενο με τον τιτλο "Παντα πληρη θεων" γραφει:

Οσο για τους ναους, αν ενας πολυ στενος μου φιλος γυρευε να τους προσεγγισει με τη συντροφια παλαιων κειμενων, θα τολμουσα να τον συμβουλεψω να εξοικειωθει με κειμενα που τον φερνουν προς αυτους απο δρομους πλαγιους, οχι με αμεσες περιγραφες. [...] Να προτιμησει αυτη την ευρυχωρια. Κι αν ο πολυ στενος μου φιλος επιμενει να ειμαι πιο συγκεκριμενος, θα του ελεγα οτι τουτες τις μερες που εγραφα τις παρουσες σελιδες ειχα στο νου τους στιχους του Ομηρου για τις πενηντα βαγιες στο παλατι του Αλκινοου [...] - τοσο απομακρος ημουν.

Και γιατι πρεπει, για να πλησιασουμε κατι, να γινομαστε κατα εναν τετοιο τροπο απομακροι; O Θρασυβουλος Γεωργιαδης, ιστορικος της μουσικης, γραφει στον προλογο ενος βιβλιου του:

Η διαφορετικοτητα της μεθοδου μου αναγνωριζεται ηδη εκ του οτι η παρουσιαση δειχνει μια προτιμηση στη χρηση αναλογιων (μεταφορες, εικονες). Ομως μια αναλογια δεν ειναι αποδειξη· το μονο που μπορει, ειναι να παραπεμπει στο μη αποδειξιμο και ομως εμφανες ενος πραγματος, ενος φαινομενου, ενος δεδομενου· μπορει απλα να βοηθησει να δουμε το φαινομενο.

Η ευρυχωρια, για την οποια μιλα ο Σεφερης, στην αναλυση δεν διανοιγεται ακριβως απο τον βασικο της κανονα, ο οποιος αφηνει καποιον ελευθερο να λεει ο,τι του ερχεται στον νου χωρις να εχει υποψη του κατι ιδιαιτερο, π.χ. ενα ονειρο; Χωρις να εστιαζεται σ' αυτο; Η οποια εστιαση ακριβως θα ασκουσε βια και στην "ελευθερα μετεωρη προσοχη" του αναλυτη;

Θα το πω αξιωματικα: Τα ουσιαστικα πραγματα, και η δουλεια μας των θεραπευτων με ουσιαστικα πραγματα εχει να κανει, δεν κατανοουνται, δεν εξηγουνται, δεν αποδεικνυονται. Φαινονται, και μαλιστα τοτε οταν ερθουν σ' ενα αλλο φως. Ειναι οπως, κι εδω ανακαλω τον καιρο που ημουν υποβοηθος στο εργαστηριο της Ανατομιας, ειναι οπως οταν κατω απο το μικροσκοπιο στον χρωματικα αδιαφοροποιητο ιστο προστεθει μια χρωστικη ουσια και τοτε διαγραφονται κυτταρα και στοιχεια προηγουμενως αθεατα. Και, στην δικη μας περιπτωση, ηδη μια τετοια "ασυμμετρη" εμφανιση ειναι απο μονη της ιαματικη. Ο ψυχαναλυτικος βασικος κανονας και η ελευθερα μετεωρη προσοχη ειναι ακριβως προϋποθεσεις για την δυνητικη ελευση αυτου του αλλου φωτος.

Ανακληση των ονειρων και λησμοσυνη των ονειρων

Η ανακληση ενος ονειρου διαφερει απο την ανακληση στιγμων του ξυπνου. Ενα ονειρο συνιστα μια ιδιαιτερη ανακληση. Διοτι η μεταθεση που ενυπαρχει στην ανακληση ειναι ριζικη. Μιλαμε για μια μεταθεση σε εναν αλλο και καθε φορα αλλον κοσμο. Οι τρεχουσες ερμηνειες, ομως ηδη και οι αφηγησεις ονειρων που προσβλεπουν σε μια δυνητικη ερμηνεια, θα ηταν περισσοτερο οχυρα εναντιον της μεταθεσης στον ονειρικο κοσμο.

Η λησμοσυνη, π.χ. ενος ονειρου, επισης δεν ειναι πραξη. Ανηκει στην λησμοσυνη οτι η ιδια η λησμοσυνη παραμενει λησμονημενη. Ο λογος για την απωθηση, π.χ. της πρωιμης παιδικης ηλικιας, δεν εχει νοημα. Στην πρωιμη παιδικη ηλικια ημουν απλα ενας αλλος. Σημερα εκεινη η εποχη μενει απροσιτη, οπως π.χ. ενα λογισμικο που χρησιμοποιουσα στον παλιο μου υπολογιστη των Windows, στην οθονη του νεου μου υπολογιστη της Apple απλα δεν εμφανιζεται. Εχει χαθει χωρις ν' αφησει ιχνη.

Παντως εδω δειχνεται μια διαφορα απο την ασυμβατοτητα του λογισμικου. Η πρωιμη παιδικη ηλικια, και συχνα τα ονειρα, και αλλα που λησμονηθηκαν, αν και λησμονημενα, αφηνουν ιχνη. Γι' αυτα μιλαει ο Friedrich Hölderlin στο Αρτος και Οινος:

Αφησε σημαδια, πως αλλοτε ηταν εδω και θα

επανερχονταν, ο ουρανιος χορος καποια δωρα

Και ο Wittgenstein:

Απο τον προηγουμενο πολιτισμο θα μεινει ενας σωρος ερειπιων και στο τελος ενας σωρος σταχτης. Ομως πανω αποτην σταχτη θα αιωρουνται πνευματα.

"Σημαδια" και "πνευματα" θα ηταν ονοματα για τον τροπο με τον οποιο μας αφορουνε τα παρελθοντα.

Ειμαστε απο υλικο σαν αυτο που ειναι καμωμενα τα ονειρα, κι η μικρη μας ζωη κυκλωνεται απο εναν υπνο.

λεει ο Prospero στην "Καταιγιδα" του Schakespeare. Η "μικρη μας ζωη" κινειται κατω απο εναν ουρανο απο σημαδια και πνευματα. Αυτος ο ουρανος θα ηταν ο τοπος των ονειρων - των ανακαλουμενων, οπως και των λησμονημενων.

Ο Heidegger γραφει πως η ουσια της γλωσσας, μας αγγιζει ακριβως σε στιγμες οπου εχουμε την λεξη στην ακρη της γλωσσας και συναμα την χανουμε. Ισως ειναι παρομοιο με τα ονειρα: στιγμες που μου αναβει ενα φωτακι πως ονειρευτηκα, ομως τα ονειρικα συμβαντα δεν ειναι ανακλησιμα, εκτος απο αυτο τουτο το συμβαν του ονειρου - ουτως ειπειν η ευωδια του, η αυρα του. Μ' αυτην την εννοια τα σημαδια που λεγονται "ονειρα" κυκλωνουν την "μικρη μας ζωη".

Το Οτι του ονειρου δεν συμπιπτει με το Τι αυτων που ονειρευτηκα. Το ονειρο ως αυτο τουτο ειναι κατι αλλο. Ανηκει στην φυση του να παραμενει φευγαλεο, να μας αγγιζει στο φευγα του χωρις ποτε να συλλαμβανεται και να κατανοειται. Μας σημαδευει αποσυρομενο το ιδιο στην ληθη.

Ονειρα

"Τα ονειρα ειναι προφητικα." Ειναι η θεση του ονειροκριτη.

"Τα ονειρα ειναι εκπληρωση ασυνειδητων επιθυμιων." Ειναι η θεση της ψυχαναλυσης.

"Τα ονειρα ειναι προϊοντα νευροχημικων διεργασιων." Ειναι η θεση της νευροβιολογιας.

"Τα ονειρα ειναι θεραπευτικο εργαλειο." Ειναι η θεση των περισσοτερων ψυχοθεραπευτικων μεθοδων.

Θεσεις. Ευκολα τις παιρνουμε. Σπανιωτερα θυμομαστε πως μια θεση δεν υπαρχει αυτουσια αλλα απαντα σε μια ερωτηση. Κι ακομη σπανιωτερα θυμομαστε πως η ερωτηση εχει ηδη καθορισει την μορφη της απαντωσας θεσης. Κι ακομη σπανιωτερα θετουμε την ιδια την ερωτηση υπο κριση. Τα βηματα που εκτεθηκαν δειχνουν τον δρομο που θα ακολουθησει η παρουσα συζητηση των ονειρων.

Οι κυριαρχες θεσεις για τα ονειρα, που λενε: "Τα ονειρα ειναι αυτο κι εκεινο ...", απαντουν στη ερωτηση: "Τι ειναι τα ονειρα;"

Τι ειναι τα ονειρα; Αυτην την φορα δεν θα ικανοποιησουμε την ερωτηση και την αξιωση της ν' απαντηθει, δεν θα την υπακουσουμε. Ομως θα την ακουσουμε.

Τι ειναι τα ονειρα; Η υπακουη απαντηση θα δεχθει και θα εκτελεσει την αρρητη επιταγη της ερωτησης που θελει τα ονειρα να παρασταινονται ως ενα "τι", ως κατι. Τι; Εδω ειναι που η απαντηση πλεον θα παρει τον λογο. Θα αναλαβει τα ονειρα, θα τα φερει και θα τα ενταξει στο εκαστοτε νομιζομενο "Τι":

- στην προφητεια που παραβιαζει το αφανερωτο των μελλουμενων, το οριο του "οχι ακομη"

- στην επιθυμια, και την πλεον απιθανη, που πρεπει εξαπαντος να εκπληρωθει, εστω και στα ψεμματα, στην "ψευδαισθηση" του ονειρου

- στην αξιωση της επιστημης για μια βεβαιοτητα, χαριν της οποιας τα ονειρα αναγονται στο μετρησιμο και στο υπολογισιμο τους ως ισχνο καταλοιπο της αλλοτινης τους πληροτητας

- στην ιδιοτελεια μιας "θεραπευτικης διαδικασιας" που τα οριζει υποπροϊοντα του ξυπνου και εξαγει απ' αυτα ο,τι τους εχει προσαψει η ιδια.

Ηδη με την, τωρα μπορουμε να το πουμε, ολεθρια ερωτηση "Τι ειναι τα ονειρα;" εχει ανοιξει ο δρομος για την υπερβαση των μετρων τους, για την διαπραξη μιας υβρης που τα βιαζει στην προκρουστεια κλινη των παραστασεων μιας αχαλινωτης αυθαιρεσιας.

Ποια φυση κανει τα ονειρα τοσο ευαλωτα στην ανθρωπινη υβρη; Ισως το οτι μιλουν την γλωσσα των σηματων: ουτε λεγουν ουτε κρυβουν (Ηρακλειτος). Δεν ανεχονται την απεριοριστη αποκαλυψη, οπως την επιδιωκει ο ονειροκριτης και η κυριαρχη ψυχαναλυτικη θεωρια, δεν ανεχονται την απεριοριστη συγκαλυψη και αφασια, στην οποια τα καταδικαζει η νευροβιολογια και η επιστημη της συμπεριφορας.

Τα ονειρα μιλουν την γλωσσα των σηματων. Ουτε λεγουν ουτε κρυβουν. Η Α., που ονειρευτηκες, ειναι η Α. που γνωριζεις στον ξυπνο, και παλι δεν ειναι. Κι αν εχεις τo ηθος και την καρδια να σεβαστεις την Α. του ονειρου, χρειαζεται να την αφησεις να κατοικησει τον κοσμο με τον τροπο της. Δεν σου επιτρεπεται ουτε να την ταυτισεις με την Α. του ξυπνου ουτε να την πεις ψευδαισθηση.

Αυτο που λεγει, μα λεγοντας κρυβει, αυτο που κρυβει, μα κρυβοντας λεγει, εχει τον χαρακτηρα του σηματος - εκεινου που ποτε δεν σημαινει "κατι", που ποτε δεν απαρνειται τον εαυτο του.

Τα ονειρα σημαινουν - αμεταβατα. Στην ιδια την φυση τους οφειλεται η ευπαθεια τους: Καθε λογος για τα ονειρα θα παραβιασει τα μετρα τους, ειτε λεγοντας κατι παραπανω, ειτε κρυβοντας κατι παραπανω.

Αυτες τις παραβιασεις, και τουτο μπορει να ειναι και δρομος μιας θεραπευτικης συναντησης, ειναι αναγκη να τις διακρινουμε, να τις επισημαινουμε, να τις απαγορευουμε. Ειναι αναγκη να προασπιζομαστε τα μετρα: να μεριμνουμε ωστε τα ονειρα να μενουν ονειρα - και οι ανθρωποι να μενουν ανθρωποι, που θα πει, να βρισκουν κι εδω, στα ονειρα, τον εαυτο τους.

Δημος ονειρων

Κυριες και κυριοι, τον περασμενο Απριλιο ελαβα ενα αρθρο για το ονειρο. Προσπαθησα επανειλημμενα να συνταξω μια απαντηση. Δεν μου 'βγαινε με τιποτα! Παντως μια φραση απο τα σχεδιασματα επεζησε. Σας την μεταφερω: "Ολο και λιγοτερο ξερω τι θα μπορουσε να ειπωθει επανω στο ονειρο και σκεφτομαι με τρομο πως εχω να κανω μια ομιλια στη Βιεννη με τον τιτλο 'Ονειρα'".

Και μια μερα, μαζι με τον τρομο και το δεν ξερω, ψηλαφωντας και γραφοντας βγηκα στο δρομο των ονειρων.

Για οδοσημα ειχα ενα σημειο απο την Οδυσσεια. Εκει περιγραφεται η πορεια των ψυχων των σκοτωμενων μνηστηρων στον Αδη. Οι σχετικοι στιχοι λενε:

ἠδὲ παρ᾽ Ἠελίοιο πύλας καὶ δῆμον Ὀνείρων

ἤισαν, αἶψα δ᾽ ἵκοντο κατ᾽ Ἀσφοδελὸν Λειμῶνα

περασαν απ' τις πυλες του ηλιου, απο τον δημο ονειρων

και κατοπιν εφτασαν γρηγορα στον σκοπο τους, στο λιβαδι των ασφοδελων

O δῆμος Ὀνείρων... Βρισκεται αναμεσα στις πυλες του Ηλιου και τον Αδη - το λιβαδι των ασφοδελων.

Αρχικα το σημειο μου ηταν γνωστο απο στιχους του Γιωργου Σεφερη:

Οι πεθαμενοι ξερουν μοναχα τη γλωσσα των λουλουδιων [των ασφοδελων]· γι' αυτο σωπαινουν

ταξιδευουν και σωπαινουν, υπομενουν και σωπαινουν

και τωρα ακολουθουν οι ομηρικες λεξεις, που επαναλαμβανονται,

παρα δημον ονειρων, παρα δημον ονειρων

Τους στιχους τους διαβασα πρωτη φορα πριν απο καπου σαραντα χρονια. Κανενας λογος για τα ονειρα δεν με συγκινησε ποτε οσο αυτος. Ομως η συγκινηση μου εμεινε βουβη. Ο,τι εχω να σας πω ερχεται μεσα απο την αποπειρα σημερα να τη φερω σε γλωσσα.

Πρωτα θα σας διηγηθω ενα συντομο ονειρο. Ειναι απο την εποχη της διαμονης μου στο γερμανοφωνο χωρο, που μου εγινε και παλι παρουσα με την ευκαιρια αυτης της ομιλιας:

Ειμαι με τον Medard Boss [τον αλλοτινο μου δασκαλο] σ' εναν αγνωστο τοπο, στο υπαιθρο. Μου χαριζει ενα δαχτυλιδι.

Το βραδυ που εβαλα αυτες τις αραδες για πρωτη φορα στο χαρτι εγραψα κι ενα γραμμα στον φιλο μου και συναδελφο Hansjörg Reck.

Μια νυχτα ηταν που ειδα το ονειρο με τον Boss. Μια νυχτα ηταν που εγραψα το γραμμα στον Reck. Ειναι εδω νυχτα και νυχτα το ιδιο; Ειναι δυο νυχτερινα συμβαντα αυτα που μολις σας αφηγηθηκα; Ονειρο με τον Boss και γραμμα στον Reck;

Η νυχτα του γραμματος στον Reck ηταν η νυχτα της 15ης Μαΐου. Ημουν στο ιατρειο μου στην Αθηνα. Ειχε πανσεληνο. Σκεφτομουν τη γυναικα μου στη Θεσσαλονικη, 500 χιλιομετρα μακρια. Καθομουν στο γραφειο μου μ' ενα ποτηρι τσιπουρο. Στις ειδησεις ειχε τα νεοτερα για την πνευμονια στην Κινα κτλ.

Το γραμμα στον Reck δεν ειναι νοητο διχως αυτην τη νυχτα. Ουτε κι οι αλλοι τοποι κι οι ανθρωποι που μνημονευτηκαν δεν νοουνται διχως αυτην, διοτι περισυνελεξαν το χρονο της ζωης μου στο παρον εκεινης της νυχτας.

Τι γινεται τωρα με τη νυχτα του ονειρου Boss; Αυτη, ως η νυχτα του ονειρου Boss, δεν μπορει να περιγραφει οπως η νυχτα του γραμματος στον Reck, αφου το ονειρο Boss μου ηρθε στο νου πρωτα με το ξυπνημα. Δεν υπηρξε καμια στιγμη που να ειπα η να μπορουσα να πω για το ονειρο Boss: "Αυτην τη νυχτα ονειρευομαι…".

Εχει το ρημα "ονειρευομαι" ενεστωτα χρονο; Ρωταει ο Wittgenstein. Ομως ο,τι ποτε δεν ηταν παροντικο, ποτε δεν μπορει να γινει και παρελθον: Το ονειρο μου δεν παρηλθε οπως παρηλθε το γραμμα στον Reck. Καθοσον το ρημα "ονειρευομαι" δεν εχει ενεστωτα χρονο, δεν εχει ουτε και παρελθοντα χρονο. Η φραση "Ονειρευτηκα..." δεν μπορει να ειπωθει οπως η φραση "Εγραψα ενα γραμμα...".

Κανεις θα μπορουσε να αντιτεινει οτι π.χ. σ' ενα εργαστηριο υπνου και βεβαια μπορω να γνωριζω ποτε κανεις ονειρευεται: μπορω να τον ξυπνησω, αυτος μπορει να το επιβεβαιωσει και να διηγηθει τ' ονειρο του. Λοιπον το ρημα "ονειρευομαι" οντως εχει ενεστωτα χρονο! Αυτη η ενσταση μου δινει την ευκαιρια να υποδειξω μια διαφορα: Αλλο γνωριζω, αλλο βλεπω.

Στην ψυχοθεραπεια η διαφορα μεταξυ γνωσης και βλεμματος εχει ιδιαιτερη σημασια. Σ' αυτην κρινεται κατα ποσον η ερμηνεια [στα γερμανικα "Deutung", απο το "δεικνυμι"] σημαινει μια αφεση βλεμματος που ενθαρρυνει καποιον ν' ανοιξει τα ματια του, η μια εξηγηση που οδηγει σε συνδεσεις και σε κατασκευες χωρις νοημα. Τη νυχτα του ονειρου Boss, ως τη νυχτα ενος ονειρικου συμβαντος, μπορω μεν να τη συμπερανω, ομως ποτε δεν μπορω να τη δω.

Η νυχτα που αναφερεται στην προταση "Ονειρευτηκα τη νυχτα. .." δεν εγινε ουτε παρον ουτε παρελθον του χρονου της ζωης μου ποτε. Ποτε δεν με δεχτηκε εντος της. Ποτε δεν μου εγινε οικεια. Και παλι το ανοικειο της με αφορα, αφου ηταν η νυχτα εκεινου του ονειρου. Αυτη η νυχτα ειναι αποκοσμη.

Το εδω εννοουμενο αποκοσμο γινεται ακομα καθαροτερα ορατο οταν προκειται για την νυχτα του ανονειρευτου υπνου. Η διαφορα της φρασης "Εγραψα ενα γραμμα..." απο τη φραση "Κοιμηθηκα" ειναι ακομα πιο οφθαλμοφανης. Εδω η ελλειψη ενεστωτα και παρελθοντος χρονου του ρηματος "κοιμαμαι" στη συνηθισμενη του χρηση χτυπαει στο ματι ιδιαιτερα. Ομως σημερα δεν μπορω να επεκταθω σ' αυτο περισσοτερο.

Το αποκοσμο ονειρων και υπνου, το απομακρο τους ως προς τα μερη της κατοικησης των ανθρωπων, το απ-ανθρωπο τους, εκανε τους αρχαιους να δουν ονειρα και υπνο σε αναφορα με το θειο και με το θανατο - το "λιβαδι των ασφοδελων". Μας απαγορευει τοσο να παραστησουμε το ονειρο με το συγχρονο ψυχολογικο νοημα σαν κατι που εκτυλισσεται σ' ενα φανταστικο "μεσα μου", οσο και να το εγκλωβισουμε στο ανθρωπολογικο, δηλαδη ως καθοριζομενο απο τις ανθρωπινες καταστασεις υπνου και ξυπνου.

Το αποκοσμο της νυχτας τους κανει τα ονειρα να εμφανιζονται σ' ενα αλλο φως. Αναγκαζει τ' απορημενα ματια να συνηθισουν σ' αυτο το αλλο φως.

Σκεφτομαι δυο ακομα ομαδες φαινομενων που διακρινονται απ' αυτο το αλλοκοτο αχρονο, αυτο το αποκοσμο.

Πρωτα, τα παλια παραμυθια. Συχνα ξεκινουν με τη φραση "Μια φορα κι εναν καιρο..."

Αυτη η "μια φορα" διαφερει ριζικα απο τη μια φορα, π.χ., που επισκεφτηκα τη Βιεννη το καλοκαιρι του 1965. Παραπεμπει σ' ενα παναρχαιο που βρισκεται τοσο εξω απο καθε αρχαιοτητα κι απο καθε ημερομηνια οσο η φαινομενικα τοσο χειροπιαστη "προηγουμενη νυχτα" που ονειρευτηκα το 'να και τ' αλλο. Κατοπιν σκεφτομαι τα περασμενα.

Με τη λεξη "περασμενα" δεν εννοω τωρα διολου, π.χ., εναν παιδικο φοβο που ζωντανευει στην ενηλικη ζωη ξανα και ξανα, η εναν πεθαμενο που σε καποιον μπορει για χρονια να παραμενει παρων, η το κακο που εγινε σ' εναν και δεν τον αφηνει σε ησυχια κι αποζηταει εκδικηση. Αυτα τα πραγματα μονο κατ' επιφαση παρηλθαν.

Το κυριολεκτικα παρελθον εχει μετατεθει στο ξενο μιας αποστασης και μιας εγγυτητας οπου η χρονολογια του εχει γινει πλεον ολοτελα αδιαφορη. Μπορει να συμβει μ' ολα τα προηγουμενα παραδειγματα. O δρομος αυτης της μεταμορφωσης αναλαμβανεται, μεταξυ αλλων, εκπεφρασμενα στη θεραπευτικη συναντηση: Το παρελθον ειναι καθοδον στην παρελθοντικοτητα του. Στο τελος αυτου του δρομου το κυριολεκτικα πλεον παρελθον παιρνει ακριβως μορφη ονειρικη, η παραμυθενια. Αυτο το τελος κανεις θα μπορουσε να το ονομασει "μνημη".

Οταν σας διηγηθηκα το ονειρο Boss, ανεφερα επι τουτου πως ηταν ονειρο. Εαν ειχα παραλειψει τη λεξη "ονειρο" κι ειχα πει οτι ο Boss μου χαρισε ενα δαχτυλιδι, σιγουρα θα ειχατε ξεγελαστει. Ομως, εαν σας ειχα πει "Στις 15 Μαΐου, στον ξυπνο, εγραψα ενα γραμμα στον Reck", τοτε η αναφορα μου στον ξυπνο θα ηταν παραταιρη.

Πως χρησιμοποιειται η λεξη "ονειρο" στην διηγηση του ονειρου Boss; Δεν ανηκει μεν στην υποθεση οπου ο Boss μου χαριζει ενα δαχτυλιδι, ομως για τη διηγηση της ειναι απαραιτητη. Γιατι; Διοτι πουθενα στη διηγηση της ιστοριας με τον Boss και το δαχτυλιδι δεν θ' αναγνωρισετε οτι ηταν ονειρο.

Εαν πω "Ο Ροναλντο εβαλε ενα φοβερο γκολ!", δεν χρειαζεται να το αναφερω οτι μιλω για ποδοσφαιρο, γιατι ο Ροναλντο ειναι γενικα γνωστος ως ποδοσφαιριστης και το γκολ ανηκει στο ποδοσφαιρο.

Με το ονειρο τα πραγματα εχουν αλλιως. Δεν υπαρχει τιποτα που ν' ανηκει στο ονειρο ειδικα, ετσι ωστε απο την διηγηση ενος ονειρου ν' αναγνωριζαμε πως ειναι ονειρο. Και τα πιο παλαβα πραγματα θα μπορουσαν το ιδιο καλα ν' αναφερθουν σε μια φαντασιωση, σε μια ψευδαισθηση, σ' ενα παραμυθι, στη μυθοπλασια κτλ.

Κι αλλωστε, αν ηταν αληθινος ο ισχυρισμος πως οι ονειρικες εμπειριες διαφερουν απ' αυτες του ξυπνου, πως δηλαδη υπαρχουν ονειρικες εμπειριες, τοτε ενα ονειρο θα 'πρεπε να 'ναι αναγνωρισιμο σαν τετοιο ηδη και στην πιο ασημαντη περιγραφη, οπως το ποδοσφαιρο που ειναι αναγνωρισιμο στην περιγραφη καθε φασης. Τοτε απο την φραση "Ο Boss μου χαρισε ενα δαχτυλιδι" θα επρεπε να καταλαβετε πως ηταν ονειρο. Εαν δεν μπορειτε να το καταλαβετε, τοτε η λεξη "ονειρικη εμπειρια" δεν εχει κανενα νοημα κι η υποτιθεμενη διαφορα ειναι αχρηστη.

Μ' αυτο δεν εννοω διολου πως ονειρο και ξυπνος ειναι ενα αδιαφοροποιητο μιγμα. Θελω μονο να δω καθαροτερα πως μπαινει στο παιχνιδι η λεξη "ονειρο".

Και τωρα θα δοκιμασω να περιγραψω αυτο το "παιχνιδι": Ξυπνω και ρητα, η αρρητα μου ερχεται η λεξη: "ονειρο". Για την ακριβεια δεν ειναι λεξη αλλα ονομα. Κανεις θα μπορουσε να παρομοιασει το ονομα "ονειρο" με ανω κατω τελεια: διανοιγει μια θεαση οπου ολα φωτιζονται απο ενα ιδιαιτερο φως. Ο αγνωστος τοπος. O Boss. Εγω. Το δαχτυλιδι που μου χαριζει.

Το ξερω αυτο το φως απο αλλες περιστασεις οπου ξυπνησα κι ειπα φωναχτα η αφωνα το ονομα "ονειρο". Καθε φορα με βλεπω εκει, αυτην τη φορα με τον Boss και το δαχτυλιδι. Κανεις θα μπορουσε να πει οτι ο Boss μου χαριζει το δαχτυλιδι στο ονομα του ονειρου, εαν εδω ακουσουμε το "στο..." κυριολεκτικα: Ειναι σ' αυτο το φως που συμβαινει η ιστορια με τον Boss και το δαχτυλιδι.

Το ονειρο ως-ονειρο θα ηταν λοιπον φαινομενο του ξυπνηματος. Και το φαινομενο του ονειρου δεν θα 'πρεπε ν' αναζητηθει στο "ονειρικο υλικο", στα "ονειρικα δεδομενα" -αφου αυτα δεν ειναι ιδιαιτερα του ονειρου- αλλα σ' εκεινο το φως.

Σχετικα θα μπορουσαν να ειπωθουν καποια πραγματα - εφοσον δεν παραστησουμε το ξυπνημα σαν κατι το περιορισμενο στον ανθρωπο που το πρωι ανοιγει τα ματια του. Το ξυπνημα δεν ειναι νοητο διχως την ανατολη του ηλιου. Ξυπνημα και ανατολη ειναι με τον τροπο (Παρμενιδης) του ζευγους νοειν και ειναι: το αυτο. Ονειρα και ανατελλον φως: το αυτο!

Στους ομηρικους στιχους τουτο ηχει στη γειτνιαση δημου ονειρων και πυλων του ηλιου. Ομως για ποιο φως μιλαμε; Μπορει να περιγραφει περισσοτερο; Αυτα που μπορω να πω σχετικα τα εμαθα εμμεσα απο τον Boss - δεν ξερω πια αν τα διαβασα, η τα ακουσα:

Μια γυναικα βλεπει στην κουζινα της ενα ποντικι να τριγυρναει. Βγαζει μια τσιριδα, ανεβαινει επανω στην καρεκλα κτλ. O Boss λεει λοιπον πως η γυναικα δεν βλεπει απλα το ζωακι "ποντικι". Διοτι το ποντικι καθως ξετρυπωνει απ' το σκοταδι της γης φερνει αυτο το σκοταδι μαζι του στην επιφανεια και στο σπιτι. Αυτο ειναι, λεει, που βλεπει η γυναικα και στο οποιο απανταει με πανικο.

Ειναι αναλογο προς τη σκεψη του υστερου Heidegger, ο οποιος συνελαβε την αληθεια ως την α-ληθευουσα ληθη: το αληθες δεν "απαγεται" απο τη ληθη, οπως λεγεται ακομα στο Ειναι και χρονος. Α-ληθευει το ληθιο καθαυτο. Πρωτα το ποντικι μου το εδειξε καθαρα. Τετοιες στιγμες ηταν που εκαναν τον Boss δασκαλο μου.

Στο ανατελλον φως ανατελλει το σκοταδι της νυχτας! Στο απροσωπο της εκφρασης "ξημερωνει" εκ-προσωπειται η νυχτα! Η νυχτα ξημερωνει! Απο εδω θα μπορουσε ν' ακουστει η ρηση του Ηρακλειτου για τη μερα και νυχτα: εν.

Το φως δεν εξαντλειται στον φωτισμο του. Το φως ειναι καθαυτο αφωτο. Ο Σεφερης το προσφωνει: "Αγγελικο και μαυρο, φως".

"Προς τι ποιητες;" θα μπορουσε κανεις να ρωτησει μαζι με τον Hölderlin και τον Heidegger και τον κοινο νου. Απαντηση: Οσο προσεκτικοτερο ειναι το ματι τοσο ποιητικοτερος ειναι ο περιγραφικος του λογος.

Η προσοχη ειναι η φυσικη προσευχη της ψυχης.

Ειναι μια φραση του Malebranche η οποια, μεσα απο τις μελετες του Walter Benjamin για τον Kafka, αναληφθηκε απο τον Paul Celan.

Η προσοχη ειναι υποθεση του λεγοντος βλεμματος, του βλεποντος λογου, που ειναι χρεωμενος το πραγματικο. Αντιθετα η ακριβολογια ειναι υποθεση της παραστατικης σκεψης που ενδιαφερεται για τη δικη της διασφαλιση. Ο μαθητευομενος θεραπευτης πρεπει να οξυνει την προσοχη του και να ξεσυνηθισει να σκεφτεται.

Επιστρεφουμε στο ξυπνημα. Τωρα θα μπορουσαμε να πουμε οτι τα ονειρα ανηκουν σ' εκεινο το σκοταδι του υπνου, δηλαδη της νυχτας, το οποιο, οπως το ποντικι του Boss, φανερωνεται με το ανατελλον φως. Εκει, σ' αυτο το φως, διπλα στις πυλες του Ηλιου τα ονειρα εχουν τον τοπο τους. Εκει ειναι ο δημος τους - μακρια απο τις κατοικιες και τα οικεια πραγματα των μοναχα ζωντων ανθρωπων.

Τωρα στην περιγραφη μου μπορω να προσθεσω τα εξης: O τροπος με τον οποιο, ξυπνωντας, μου ερχεται στο νου ενα ονειρο ειναι καπου διαφορετικος απ' αυτον μιας αναμνησης, π.χ., του γραμματος στον Reck. Το ονειρο δεν ειναι μνημονικο φαινομενο (Wittgenstein).

O τροπος που το ονειρο ερχεται στο νου ειναι περισσοτερο ο τροπος μιας αναδυσης. Κανεις θα μπορουσε να τον αποδωσει με μια λεξη του Ηρακλειτου: "αγχιβασιη", προσεγγιση. Ενδεχομενως ειναι ενα ονομα για το ενουν εν, οταν στο αγγελικο και μαυρο φως συνερχονται μερα και νυχτα, ξυπνος και υπνος, ζωη και θανατος.

Τα ονειρα, ιδωμενα ετσι, δεν ανηκουν ουτε στη μια πλευρα (ημερα-ξυπνος) ουτε στην αλλη (νυχτα-υπνος), οπως το ποντικι δεν ανηκει ουτε στο σκοτεινο της γης ουτε στο ανοιχτο του υπαιθριου. Δειχνονται μεσα απο εκεινο το, για να χρησιμοποιησω μια καιρια λεξη του Freud. που ομως σπανια εννοηθηκε περαν του Freud, ελευθερα μετεωρο μεσον που αναδυεται, στον προσεχοντα.

Οταν τα ονειρα αποσπωνται απ' αυτο το μεσον και συρονται στην πλευρα του ξυπνου, τιθενται στην υπηρεσια μιας "θεραπειας" που εχει θεσει ως στοχο της μια καποια "υγεια", "απαρτιωση", "ανοιχτοτητα" κτλ.

Οταν συρονται στην πλευρα του υπνου, ειτε μεταπιπτουν στο μαγικο, καπου με την εννοια του προφητικου, του συμβολικου, του αρχετυπικου κτλ., η χανονται στα μηχανηματα του εργαστηριου υπνου.

Ομως η υπερβαση του μετρου μπορει να συζητηθει και ως προς την αχρονικοτητα των ονειρων που αναφερθηκε: Οταν το ελευθερα μετεωρο τους κλινει προς την πλευρα του παρελθοντος, τοτε προκυπτει η γενετικη ερμηνεια της ψυχαναλυσης. Οταν κλινει προς την πλευρα του μελλοντος, τοτε ερμηνευονται, π.χ., στην προοπτικη ανολοκληρωτων δυνατοτητων, οπως καπου στη "Daseinsanalyse" του Boss.

Κανεις θα μπορουσε και παλι να αντιτεινει:

- Θελεις λοιπον ν' αρνηθεις το πασιφανες, οτι ενα ονειρο παντα συνδεεται καπως με τη ζωη του ονειρευομενου; Οτι το ονειρο σημαινει κατι γι' αυτον;

Απαντω:

- Το ονειρο φυσικα και συνδεεται με τη ζωη μου. Θα μπορουσε ποτε ο πενταχρονος γιος μου να ονειρευτει τον Medard Boss;

Ομως το μονο που λεει αυτο ειναι: ο,τι αντιλαμβανομαι καθε φορα γινεται αντιληπτο στους ορους της ζωης μου. Μ' αυτο δεν μιλω στο πνευμα καποιου μονισμου. Σκεφτομαι περισσοτερο τον προσωκρατικο Ξενοφανη που πρεπει να ειπε:

ἀλλ᾽ εἰ χεῖρας ἔχον βόες <ἵπποι τ᾽> ἠὲ λέοντες
ἢ γράψαι χείρεσσι καὶ ἔργα τελεῖν ἅπερ ἄνδρες,
ἵπποι μέν θ᾽ ἵπποισι βόες δέ τε βουσὶν ὁμοίας
καί <κε> θεῶν ἰδέας ἔγραφον καὶ σώματ᾽ ἐποίουν
τοιαῦθ᾽ οἷόν περ καὐτοὶ δέμας εἶχον <ἕκαστοι>.

Αν ομως βοδια κι αλογα και λιονταρια ειχαν χερια

και με τα χερια ζωγραφιζαν κι εργαζονταν οπως οι ανθρωποι

τοτε τ' αλογα ομοιες μ' αλογα και τα βοδια ομοιες με βοδια

θα ζωγραφιζαν τις εικονες των θεων και θα 'καναν τα σωματα τους

με μορφη σαν κι αυτην που εχουν τα ιδια.

Καθοσον τα πραγματα του ονειρου πρεπει να εμφανιζονται στα μετρα των ματιων που τα βλεπουν, καθοσον δηλαδη το ασυνδετο μεταξυ ονειρων και ιδωματων του ξυπνου ειναι αδιανοητο, αυτος που αναζητει συνδεσεις παραβιαζει ανοιχτες πορτες.

Και τωρα ενα ονειρο μου απο τα πρωτα μου χρονια στη Ζυριχη: Δινω εξετασεις ειδικοτητας. Εξεταστης ειναι ενας αγνωστος μου επιμελητης. Με ρωτα αν ξερω αρχαια ελληνικα. Απορω τι σχεση μπορει να 'χουν τα Αρχαια με την ψυχιατρικη.

Ειναι γεγονος οτι τα επομενα χρονια ασχοληθηκα ολο και περισσοτερο με αρχαια ελληνικα κειμενα. Μπορω εδω να μιλησω για συνδεση αναμεσα στο ονειρο και στην ξυπνια ζωη μου; Ηταν, π.χ., προφητικο ονειρο; Αρχετυπικο; Ειναι η εξεταση στα Αρχαια η μετατεθειμενη και συμπυκνωμενη μορφη καταστασεων της πρωτης παιδικης μου ηλικιας; Επεστησε το ονειρο την προσοχη μου σε ακομα ανολοκληρωτες δυνατοτητες;

Αυτες οι ερωτησεις... Τις συλλογιζομαι. Παρατηρω πως σε καμια τους δεν θελω να υπεισελθω. Ειναι ενα ψυχανεμισμα πρωτα που με κανει δυσβουλο. Θα χαλαγε αν αφηνομουν σε καποια απο τις προτεινομενες ερμηνειες κι επεδιωκα ν' αποκαταστησω μια συνδεση του ονειρου μου με τη ζωη μου του ξυπνου.

Δεν θελω να του κανω αυτο το κακο. Αφουγκραζομαι. Αυτο που ψαχνω ειναι, λεει, κιολας εδω. Απο μακρια ερχεται η πνοη μιας, κι εδω χρησιμοποιω με πολυ δισταγμο μια λεξη του Pasul Celan, τροπης της ανασας.

Τωρα μου φαινεται πως βλεπω καθαροτερα: Η απασχοληση μου με τα Αρχαια δεν ειναι πια νοητη διχως αυτο το ονειρο. Με αλλα λογια: Τα Αρχαια δεν ειναι πια απλα θεμα της ξυπνιας ζωης μου. Το ευρος τους ξεπερνα αυτο του ξυπνου ατελειωτα: Ειναι πλεον σημαδεμενα απο το ονειρικο οπως ο Εβραιος της εποχης των Ναζι ειναι σημαδεμενος απο το αστρο του -τη μοιρα του.

Ετσι ειναι ακομα και με τον Boss και μ' ολους τους ανθρωπους και τα πραγματα που καποτε συναντησα στο ονειρο. Ολ' αυτα ειναι σημαδεμενα απο το αστρο του ονειρου. Συντροφευονται απο τον τοπο και το δαχτυλιδι, αλλα κι ολους τους ανθρωπους και τα πραγματα που στον ξυπνο μου ειναι αγνωστα.

Αυτα τα οντα περισυλλεγουν ξυπνο και ονειρο. Το ανοιγμα της περισυλλογης τους φτανει απο το Dr.-Karl-Lueger-Ring εως τις "πυλες του Ηλιου".

Στην Καταιγιδα του Shakespeare λεει μια φορα ο Prospero:

Ειμαστε απο υλικο

σαν αυτο που 'ναι φτιαγμενα τα ονειρα κι η μικρη μας ζωη

κυκλωνεται απο εναν υπνο.

"Κυκλωνεται απο εναν υπνο" θα πει: αθικτη απο παραπομπες κι απο αναφορες και συνδεσεις, διχως πριν και μετα, κειμενη στον εαυτο της, αποκοσμη.

Και τι γινεται με την ζευξη η οποια περισυλλεγει ξυπνο και ονειρα; Ειναι οπως με τα δεντρα του δασους. O Heidegger το υπονοει μια φορα με στιχους του Hölderlin:

Και μενουν αγνωστοι μεταξυ τους,

Ενοσω στεκουν, οι γειτονικοι κορμοι.

Προοδευτικα μου γινεται ολο και καθαροτερο που αναφεροταν ο τρομος μου στην προοπτικη μιας ομιλιας με τιτλο "Ονειρα". Ηταν η απορια πως να μπορεσω να μιλησω για τα ονειρα διχως να πρεπει να μιλησω επανω στα ονειρα - και τουτο μεταξυ αλλων και ως θεραπευτης, ως καποιος δηλαδη που ο λογος του τωρα αποτεινεται μεν σ' εσας, ομως βασικα ειναι στραμμενος σ' αυτον που ξαπλωνει στο κρεβατι εμπρος απ' την πολυθρονα μου.

Μ' αυτο δεν εννοω πως οσα ειπωθηκαν θα τα εφερνα ποτε στη θεραπευτικη συνομιλια. Συγκρινονται περισσοτερο με μια παρτιτουρα, που βεβαια γινεται πραγματικοτητα του μουσικου εργου πρωτα στην πραξη της μουσικης. Πως τωρα αυτο συμβαινει στη θεραπευτικη πραξη θα προσπαθησω να το περιγραψω καταρχην με τη διηγηση του ονειρου μιας γυναικας:

Βρισκεται σε μια ωρα αναλυσης. Συναδελφοι απο τη δουλεια της ειναι παροντες. Ενας της φερνει ενα ποτηρι νερο. Το τοποθετει στο μαξιλαρι. Αναποδογυριζει. Σφουγγαριζω το νερο στο πατωμα. Σηκωνεται και περιμενει εξω. Εχει θυμωσει μ' ολο αυτο το χαος. Σκεφτεται πως δεν θελει να πληρωσει την ωρα...

Και τωρα γινεται μεταξυ μας ο εξης διαλογος:

Αυτη:

- Τι λετε για το ονειρο;

Εγω:

- Τι φανταζεστε; Μηπως ηδη εχετε καποια ιδεα; Μηπως ηδη εχω πει κατι γι' αυτο;

Αυτη:

-Οτι δεν ειναι θετικο, οτι ειμαι δυσπιστη...

Εγω:

- Εννοειτε πως το αρνητικο, πως η δυσπιστια δεν πρεπει να υπαρχουν μεταξυ μας;

[Ενα διαστημα γινεται λογος γι' αυτο. Κατοπιν:] Αυτη:

- Και τι γινεται με το ονειρο; Δεν μου το ειπατε...

Εγω:

- Βλεπετε λοιπον ποσα πρεπει να προετοιμαστουν για να φτασουμε στο ονειρο...

Αυτη:

- Και τωρα που τα ξερουμε...;

Εγω:

- Δεν αρκει. Πρωτα πρεπει ν' απελευθερωθειτε απ' ολ' αυτα. Το ονειρο ερχεται μετα. Η ερωτηση που ρωτα πραγματικα για το ονειρο δεν εχει τεθει ακομα!

Τι παρεμβαλλεται εδω; Η γυναικα ηδη εχει ερμηνευσει το ονειρο της, δηλαδη σαν σημαδι μιας δυσπιστιας προς εμενα, την οποια αξιολογει επιπλεον ως "αρνητικη". Κατα τουτο η ερωτηση της "Τι λετε για το ονειρο;" ειναι αστοχη. Εαν ετιθετο σωστα, θα ειχε καπου την μορφη: "Βλεπετε κι εσεις το ονειρο αρνητικα;". Η, ακομα: "Το βλεπετε, κατι δεν παει καλα μεταξυ μας!".

Για την δυσπιστια και για το αρνητικο κανεις μπορει να μιλησει με την γυναικα, πραγμα που εκανα. Κανεις μπορει ακομα να σημειωσει την ταση της ν' ακουει κατευθειαν το "αρνητικο". Αυτα και αλλα θα μπορουσανε να συζητηθουν μαζι της και θεραπευτικα θα ειχαν και νοημα.

Μονο που δεν εχουν τιποτα να κανουν με τ' ονειρο της. Διοτι η ερωτηση της αναφερεται στην δικη της και στην υποτιθεμενη δικη μου ερμηνεια και η ερμηνεια αυτη ειναι προδιαγραμμενη σε τασεις και κλισεις της ξυπνιας ζωης της.

Το ιδιο ισχυει και για τις πιο δουλεμενες επιστημονικες ερμηνειες των ονειρων. Τα ερωτηματα με τα οποια στρεφονται προς ενα ονειρο, π.χ., "Ποια ασυνειδητη επιθυμια εκπληρωνεται στο ονειρο;" (Freud), η "Ποιες ανολοκληρωτες ακομα δυνατοτητες φανερωνονται εδω;" (Boss) κτλ. εχουν ηδη εκφερει την κριση τους για το θεμα των ονειρων: Το ονειρο ειναι εκπληρωση επιθυμιας. Το ονειρο ειναι η αισθητηριακα παροντικα αντιληπτη εκδοχη ανολοκληρωτων δυνατοτητων κτλ.

Κατα τουτο δεν ειναι γνησιες ερωτησεις. Δεν φθανουν εως το ονειρο. Δεν ειναι ερωτησεις που αφηνουν ενα ονειρο ν' αναπνευσει. Μιλουν ξεκινωντας απ' τον ξυπνο και κατευθυνομενες στον ξυπνο, σαν τ' αλογα και τα λιονταρια του Ξενοφανη. Δεν φθανουν εως το

οὔτι δέμας θνητοῖσιν ὁμοίως οὐδέ νόημα.

ουτε στη μορφη ομοιος ουτε στη νοηση

που λεγεται σ' ενα αλλο αποσπασμα και που εδω προσαγορευτηκε ως το αποκοσμο των ονειρων. Τους λειπει η (Heidegger) ευλαβικοτητα της νοησης. Ανηκει στην προετοιμασια που αναφερθηκε, αυτο να δειχτει - χωρις μεγαλα λογια και ιεραποστολικο ζηλο.

Οι ποικιλες θεσεις επανω στο ονειρο συνιστουν απαντησεις σε μια οδηγο ερωτηση που λεει "Τι ειναι το ονειρο;" η, διατυπωμενο ψυχολογικα, "Τι σημαινει το ονειρο;". Εδω εχει γινει σιωπηρα αποδεκτο πως το ονειρο κατι ειναι, κατι σημαινει. Η παμπαλαιη συνηθεια να ρωταει κανεις και να μιλαει σ' αυτο το στιλ εχει το ολεθριο επακολουθο οτι κανεις αποκλινει απο το ονειρο και κλινει προς αυτο το κατι. Τα ονειρα εκδιωκονται απο τον τοπο τους - τον τοπο τους, θυμιζω μισο στα σοβαρα μισο στα αστεια, κοντα στις "πυλες του Ηλιου" και τον "ασφοδελον λειμωνα". Ριχνονται στην αγορα των ψυχολογικων και νευροβιολογικων υπολογισμων.

Μιση ωρα πριν καταγραψω για πρωτη φορα αυτους τους συλλογισμους ακουσα την διηγηση του ονειρου μιας ψυχολογου. Και μετα:

Αυτη:

- Εχετε να πειτε κατι για το ονειρο;

Εγω:

- Ποιο ειναι το θεμα εδω; Σε τι προσβλεποντας με ρωτατε;

Αυτη:

- Ρωτω για μια εξηγηση του ονειρου.

Εγω:

- Και τι περιμενετε απο μια εξηγηση; Τι θα ηταν διαφορετικο μετα την εξηγηση;

Αυτη:

- Μια καλυτερη κατανοηση του εαυτου μου, αυτων των πραγματων.

Εγω:

- Το εχετε ηδη ζησει κατι τετοιο; Οτι μια εξηγηση μ' αυτην την εννοια σας βοηθησε;

Αυτη:

- Μια φορα ενα ονειρο με βοηθησε να παρω μια σημαντικη επαγγελματικη αποφαση. Μια αλλη φορα μετα απο ενα ονειρο μπορεσα να δω ενα λαθος σε μια εργασια μου.

Εγω:

- Σ' αυτες τις περιπτωσεις δεν ηταν λοιπον καποια εξηγηση που σας βοηθησε. Μαλλον αυτα τα πραγματα μετα το ονειρο φανηκαν σ' ενα αλλο φως.

Υπαρχουν παλι περιπτωσεις οπου σε μια ερωτηση του στιλ "Τι σημαινει το ονειρο;" σωπαινω, η απαντω "Δεν ξερω".

Το προκειμενο ειναι, κι αυτο το εμαθα απο τον Παρμενιδη και τους αρχαιους, απο τον Heidegger και τον Wittgenstein, η οξυνση του βλεμματος για την διαφορα αναμεσα σ' αυτο που μπορει να ερωταται και να λεγεται και σ' αυτο για το οποιο ερωτησεις και λογια δεν εχουν νοημα - ειναι ανοητα.

Μια τετοια σταση, η οποια βεβαια δεν περιοριζεται στα ονειρα, φερνει συχνα οργη κι επανειλημμενες εφορμησεις εναντια στην αρνηση μου να συμπραξω εκει που υπερβαινονται μετρα. Αλλα μονο ετσι μαθαινει κανεις: Οχι με ερμηνειες κι εξηγησεις αλλα με την προσκρουση στον τοιχο που του δειχνεται απο τον θεραπευτη των αδυνατων πραγματων - των "ανοησιων" του. Συχνα ο θεραπευτης θα εκληφθει ως αυτος τουτος ο τοιχος.

Δεν ειναι μαθημα απο καθεδρας. Ουτε παθολογικοποιηση. Το θεμα μου ειναι η συναντηση μας, καλυτερα, το ξεκαθαρισμα του πεδιου στο οποιο καποτε μπορουμε να συναντιομαστε, δηλαδη να μιλουμε, δηλαδη (Hölderlin) ν' ακουμε ο ενας για τον αλλο. Ευτυχει οταν πραγματικα ερχομαστε στο προκειμενο. Οταν βρισκομαστε στο ρυθμο του μετρου του. Ο τονισμος βρισκεται στο "ρυθμο", οχι σ' εμας.

Η θεραπευτικη συναντηση, αν κανεις μπορει ακομα να μιλα καν για "θεραπεια", θα ειχε τοτε ακριβως το χαρακτηρα της αντι-παρα-θεσης. Αυτο που παιζεται ειναι τα μετρα, δηλαδη οι διαφορες παντου οπου παραβαινονται. Ομως η αντιπαραθεση δεν γινεται απο τον θεραπευτη με διαθεση εχθρικη αλλα δεκτικη και καλοπροαιρετη. Αφου γνωριζει πως οι δρομοι μας ειναι βατοι μονο με βηματα παραβατικα. Ο συνομιλητης του καλειται να ενστερνισθει προπαντων αυτο.

Οπου η συναντηση σ' ενα βαθμο ευτυχει, οπου, οπως γραφει ο Hölderlin σ' ενα οψιμο ποιημα, "υψηλοτερες δειχνονται οι διαφορες", το οικειο γινεται πιο οικειο και το ανοικειο πιο ανοικειο κι η ζωη γινεται (Hölderlin και παλι) "κατοικουσα ζωη".

Το εξαντλησα το ερωτημα για τα ονειρα; Με τιποτα! Απλα σταματω σαν ενας οδοιπορος που κουρασμενος καθεται κατω και, στην εξαντληση, οι μορφες της αρχης και του δρομου και του σκοπου γινονται συγκεχυμενες κι ο υπνος τις παιρνει μαζι του. Κι ενας θεος ξερει που θα βρεθει σαν ξυπνησει. Κι ο,τι ειπε εδω και σημερα αυριο θα του μοιαζει σαν ονειρο.

Samuel Beckett, Nacht und Träume

Το τηλεοπτικο εργο γραφηκε κατα παραγγελια του Süddeutscher Rundfunk. Προβληθηκε πρωτη φορα τον Μαϊο του 1983. Βασικα προκειται για σκηνοθετικες οδηγιες που δημοσιευτηκαν πρωτη φορα στα αγγλικα:

Στοιχεια.

Βραδινο φως.

Ονειρευομενος (A).

Ο ονειρικος εαυτος του (B).

Ονειρικα χερια R (δεξια) και L (αριστερα).

----------------------------------------

Τελευταια 7 μετρα του τραγουδιου του Schubert, Νυχτα και Ονειρα.

1. Fade up σ' ενα σκοτεινο αδειο δωματιο φωτισμενο μονο απο βραδινο φως απο ενα παραθυρο τοποθετημενο ψηλα στον πισω τοιχο.

Αριστερο προσκηνιο, φωτισμενο αχνα, ενας αντρας καθισμενος σ' ενα τραπεζι. Δεξι προφιλ, κεφαλι σκυμμενο, γκριζα μαλλια, χερια ακουμπισμενα στο τραπεζι.

Καθαρα ορατα μονο κεφαλι και χερια και το τμημα του τραπεζιου που ακουμπανε.

2. Σιγαλο μουρμουρητο, ανδρικη φωνη, τα τελευταια 7 μετρα του τραγουδιου του Schubert, Νυχτα και Ονειρα.

3. Fade out βραδινο φως.

4. Απαλο τραγουδισμα, με λεξεις, τα τελευταια 3 μετρα του τραγουδιου ξεκινωντας με ‘Holde Träume …’

5. Fade down A καθως σκυβει το κεφαλι περισσοτερο για να ακουμπησει στα χερια. Ετσι, φωτισμενος ελαχιστα, παραμενει ορατος καθ' ολο το ονειρο οπως παρουσιαζεται αρχικα.

6. A ονειρευεται. Fade up στον B σε μια αορατη καθεδρα καπου 4 ποδια επανω απο το επιπεδο του πατωματος, στο μεσο της σκηνης, αρκετα δεξια απο το κεντρο. Καθεται σ' ενα τραπεζι στην ιδια σταση με τον Α που ονειρευεται, κεφαλι σκυμμενο που ακουμπαει σε χερια, ομως αριστερο προφιλ, αχνα φωτισμενος απο φως απαλοτερο απ' αυτο του Α.

7 Απο το σκοταδι περα και πισω απο το κεφαλι του B εμφανιζεται L και ακουμπα μαλακα επανω του.

8. B σηκωνει το κεφαλι, L αποσυρεται και χανεται.

9. Απο το ιδιο σκοταδι εμφανιζεται R μ' ενα κυπελλο, το φερνει μαλακα στα χειλη του B. B πινει, R χανεται.

10. R επανεμφανιζεται με ενα πανι, σκουπιζει μαλακα το μετωπο του B, χανεται με το πανι.

11. B σηκωνει το κεφαλι περισσοτερο για να κοιταξει ψηλα προς ενα αορατο προσωπο.

12. B σηκωνει το δεξι χερι, παντα κοιταζοντας προς τα πανω, και κρατα την ανασηκωμενη παλαμη του κατα πανω.

13. R επανεμφανιζεται και ακουμπα μαλακα στο δεξι χερι του B, ενω ο B παντα κοιταζει προα τα πανω.

14. B μετατοπιζει το βλεμμα στα ενωμενα χερια.

15. B σηκωνει το αριστερο χερι και το ακουμπα στα ενωμενα χερια.

16. Μαζι τα χερια χαμηλωνουν στο τραπεζι και πανω τους το κεφαλι του Β.

17. L επανεμφανιζεται και ακουμπα μαλακα στο κεφαλι του Β.

18. Fade out ονειρο.

19. Fade up A και βραδινο φως.

20. A σηκωνει το κεφαλι στην αρχικη του θεση.

21. Τραγουδι οπως πριν (2).

22. Fade out βραδινο φως.

23. Τελος του τραγουδιου οπως πριν (4).

24. Fade down A οπως πριν (5).

25. A ονειρευεται. Fade up στον B οπως πριν (6).

26. Αργη κινηση σε close-up στον B, χανοντας τον A.

27. Ονειρο οπως πριν (7–16) σε close-up και πιο αργη κινηση.

28. Αργη αποσυρση στην αρχικη σκηνη, ανακτωντας τον A.

29. Fade out ονειρο.

30. Fade out A.

Το εργο.

Το τραγουδι του Schubert συντεθηκε το 1825. Ο Beckett πηρε τον τιτλο του για το τηλεοπτικο του εργο. Οι στιχοι γραφηκαν απο τον Matthäus von Collin:

Heil’ge Nacht, du sinkest nieder;

Nieder wallen auch die Träume

Wie dein Mondlicht durch die Räume,

Durch der Menschen stille Brust.

Die belauschen sie mit Lust;

Rufen, wenn der Tag erwacht:

Kehre wieder, heil’ge Nacht!

Holde Träume, kehret wieder!

Πεφτεις, ιερη νυχτα, / Κατεβαινουν σαν κυματα και τα ονειρα / Οπως το φεγγαροφωτο σου διαμεσου των χωρων, / Περνωντας μεσα απο τα σιγαλα των ανθρωπων τα στηθη.

Αυτοι τα κρυφακουνε με αγαλλιαση / Αναφωνουν, οταν η μερα ξυπνα: / Γυρνα παλι, ιερη νυχτα! / Αγαπημενα ονειρα, γυριστε και παλι!

Δεν ειναι τυχαιο οτι ο Beckett διαλεξε για τιτλο του εργου του αυτον του τραγουδιου. Το "Νυχτα και Ονειρα" του ειναι κινηματογραφικη, παραστατικη παρουσιαση του ομωνυμου τραγουδιου που κορυφωνεται στον τελευταιο στιχο "Αγαπημενα ονειρα, γυριστε και παλι!". Ακολουθει αυτο το καλεσμα και αναπαριστα την επανοδο των "αγαπημενων ονειρων".

Πρωτη σκηνη:

Nacht und Träume (1982) - snapshot1.jpg

Τα πραγματα, παραθυρο, αντρας, τραπεζι βυθισμενα σ' εναν ιδιαζοντα αερα. Αυτος ο αερας τα κανει να εμφανιζονται μ' εναν αντιστοιχο τροπο:

Καθαρα ορατα μονο κεφαλι και χερια και το τμημα του τραπεζιου που ακουμπανε.

Δεν υπαρχουν καθαρα περιγραμματα, που θα πει οτι τα πραγματα δεν καθηλωνονται στην εκαστοτε ταυτοτητα τους. Ειναι μια παραξενη ανοιχτοτητα, μια διαθεσιμοτητα που καθιστα δυνατη μια διολισθηση σε αλλους τροπους του Ειναι, δηλαδη αυτους της εγρηγορσης και του ονειρου.

Ο αντρας ειναι καθισμενος. Λοιπον ειναι ενας υπνος που δεν ακολουθει την κατακλιση στο κρεβατι. Το αποκοιμισμα στην θεση του καθισματος ειναι υπνος με ενα εμφατικοτερο νοημα, καθως δεν ακολουθει την συνηθισμενη διαδικασια (Πηγαινω στο κρεβατι, αποκοιμιεμαι. Ερχεται απροσμενα.

Σιγαλο μουρμουρητο, ανδρικη φωνη, τα τελευταια 7 μετρα του τραγουδιου του Schubert, Νυχτα και Ονειρα.

 

Η μελωδια, ενα σιγαλο μουρμουρισμα που μετα απο μικρη παυση μεταβαινει στο ασμα:

Αγαπημενα ονειρα, γυριστε και παλι,

Ειναι μια "ανδρικη φωνη" a capella. Δεν αποδιδεται σε κανεναν, σε καμια ανθρωπινη μορφη, δεν συνοδευεται καν απο το πιανο, οπως στο τραγουδι του Schubert. Μοιαζει σαν η φωνη να φερνει σε γλωσσα αυτο που ειναι στον αερα. Ειναι σαν ο ιδιος ο αερας να ηταν αυτος που μιλα, τραγουδα. Ο κυοφορος αερας γεννα την φωνη η οποια προσκαλει, προσαδει τα ονειρα, τα καλει να ξαναγυρισουν. Κανει τα ονειρα να ελθουν.

Και ερχονται.

Αυτο που ερχεται δεν ειναι απλως ονειρα. Ερχεται ο "ονειρικος εαυτος" του ονειρευομενου, ο εαυτος του ονειρου. Ο εαυτος του ονειρου ειναι ενας αλλος απο τον ονειρευομενο, οπου το στησιμο (σταση, τραπεζι) παραμενει το ιδιο. Ακριβως αυτη η επαναληψη στο ονειρο κανει την διαφορα ιδιαιτερα εξωφθαλμη. Και παλι ο ονειρικος εαυτος, τα ονειρικα πραγματα, τραπεζι, χερια, κυπελλο, πανι δεν εχουν καθιζησει σε μια συμπαγη ταυτοτητα. Εδω ολα δειχνονται και συναμα κρυβονται. Ειναι εκεινος ο τροπος παρουσιας που ο Ηρακλειτος ονομασε ΣΗΜΑ.

Σημα ειμαστε...

Μια απειρη τρυφεροτητα διαποτιζει τα ονειρικα συμβαντα. Στο τελος το καλοπροαιρετο χερι ακουμπα στο κεφαλι του ονειρικου εαυτου.

Nacht und Träume (1982) - snapshot2.jpg

Ονειρο οπως πριν σε close-up και πιο αργη κινηση.

Τωρα σ' αυτην την seconda volta ο ονειρευομενος εχει χαθει:

Close Up.jpg

Η ακολουθια του ονειρου επαναλαμβανεται πιο αργα. Το σηματοειδες ανθρωπων και πραγματων, η ελλειψη εκφραστικοτητας και συναισθηματων κανουν το ιδιο το "αγαπημενο" να εμφανιζεται σε "close-up". Οπως ειπωθηκε, το εργο του Beckett δεν παρεχει καμια ερμηνεια των ονειρων. Μεταφερει, με τον δικο του τροπο βεβαια, το τραγουδι του Schubert στην τηλεοραση.

Προς το τελος του εργου ονειρευομενος και ονειρικος εαυτος, οι τοποι τους, οι χρονοι τους, βυθιζονται στο σκοταδι.

End.jpg

Πεταλουδες και ονειρα

Το "Ονειρο πεταλουδας" του κινεζου σοφου Zhuangzi. Με απασχολησε ιδιαιτερα στη μελετη απο το 1989 Το ονειρο και στην ομιλια απο το 2007 Αποηχοι απο το "Ονειρο πεταλουδας.

Καποτε ο Zhuangzi ονειρευτηκε πως ειναι πεταλουδα, μια πεταλουδα που πεταριζε, που ενοιωθε καλα κι ευτυχισμενη και δεν γνωριζε τιποτα για τον Zhuangzi. Ξαφνικα ξυπνησε: εκει ηταν παλι, πραγματικα κι αληθινα ο Zhuangzi. Τωρα δεν ξερω αν ο Zhuangzi ονειρευτηκε πως ειναι πεταλουδα η αν η πεταλουδα ονειρευτηκε πως ειναι ο Zhuangzi (...).

Φετος την ανοιξη, στον κηπο ξαναφανηκαν πεταλουδες. Το σπαρταριστο πεταρισμα, η ευθραυστοτητα του, οι ατελειωτες και απροβλεπτες τεθλασμενες του, η αξαφνη ησυχια σαν καθισουν για λιγο επανω σ' ενα λουλουδι, και παλι ξανα…

Αρχες του 19ου αιωνα ο ιαπωνας ζωγραφος Hokusai φιλοτεχνησε ενα αλμπουμ με "εικονες απο τη φυση". Μια απ' αυτες τις εικονες παριστανει παιωνιες και μια πεταλουδα:

C:\Users\K\Google Drive\ΕΡΓΑ\Ατελη\Πεταλουδα\Hokusai, peonies-with-butterfly.jpg

Φυσαει αερας, απο δεξια προς τα αριστερα. Φυλλα και πεταλουδα γερνουν στο φυσημα του, ομοιοφορφα και τελεια συγχρονισμενα, σαν χορευτες. Η χθονια οικειοτητα τους.

Ο εντομολογος E. O. Wilson αποκαλει τις πεταλουδες "ανθους του αερα".

Η πεταλουδα ειναι ανθος που πεταει,

Το ανθος, πεταλουδα που εδεσε στο χωμα.

Ειναι η πεταλουδα φυλλο που αποσπαστηκε απο το λουλουδι, η ειναι τα φυλλα του λουλουδιου πεταλουδες που το συνεθεσαν;

Απο τον Hokusai εχει παραδοθει και ο ακολουθος πινακας:

C:\Users\K\Google Drive\ΕΡΓΑ\Ατελη\Πεταλουδα\Hokusai - Philosopher watching a pair of butterflies.jpg

Εχει τον τιτλο "Φιλοσοφος παρατηρωντας ενα ζευγαρι πεταλουδων". Πως παρατηρει ο φιλοσοφος;

Οχι οπως ενας αλλοτινος Μεξικανος, Ινδιανος, Απωασιατης, κατοικος της κεντρικης Ευρωπης και της Ελλαδας, που βλεπει σ' αυτες φιλους κι εχθρους: ψυχες και θεοτητες, καλους και κακους οιωνους, συμβολα της γεννησης και του θανατου και της αιωνιοτητας:

C:\Users\K\Google Drive\ΕΡΓΑ\Ατελη\Πεταλουδα\Psyche & the sleeping Eros, Roman mosaic C3rd A.D., Antakya Museum.jpg  C:\Users\K\Google Drive\ΕΡΓΑ\Ατελη\Πεταλουδα\Symbol.jpg

Οχι οπως ενας βιολογος με το μπλοκακι του, η που τις εχει καταγραψει σε βιντεο και, καθισμενος εμπρος απο το μονιτορ, μελετα σε slow motion π.χ. τον κωδικα της επικοινωνιας τους.

C:\Users\K\Google Drive\ΕΡΓΑ\Ατελη\Πεταλουδα\daniels_jaret.jpg   C:\Users\K\Google Drive\ΕΡΓΑ\Ατελη\Πεταλουδα\research_center_work.jpg

Οχι οπως ενας συλλεκτης που προχωρει καταπανω τους, ετοιμαζεται να τις πιασει στην αποχη του και τις βλεπει ηδη καρφιτσωμενες στα καδρα του.

C:\Users\K\Google Drive\ΕΡΓΑ\Ατελη\Πεταλουδα\download.jpg   C:\Users\K\Google Drive\ΕΡΓΑ\Ατελη\Πεταλουδα\butterfly_eps.jpg

Οχι οπως ενας αισθηματιας που σκιρτα, που δονειται απο συγκινηση και αναφωνει: "Υπεροχο!".

C:\Users\K\Google Drive\ΕΡΓΑ\Ατελη\Πεταλουδα\4873.jpg

Ξαναβλεπουμε την εικονα:

C:\Users\K\Google Drive\ΕΡΓΑ\Ατελη\Πεταλουδα\Hokusai - Philosopher watching a pair of butterflies.jpg

Ο φιλοσοφος προφανως βρισκεται στον χωρο του. Δεν εχει αναζητησει τις πεταλουδες, δεν περιμενει τιποτα απ' αυτες. Οι πεταλουδες εχουν μπει στην καμαρη του τυχαια.

Ο φιλοσοφος αφηνει χαμω το φτερο, με το οποιο εγραφε, την βενταλια, με την οποια δροσιζονταν. Το σωμα του. Τεινει ολοκληρο προς τις πεταλουδες:

Το υφος του:

C:\Users\K\Google Drive\ΕΡΓΑ\Ατελη\Πεταλουδα\Νέα εικόνα.png

Κανενα συναισθημα, καμια προθετικοτητα. Μαζι με φτερο και βενταλια, εχει αποποιηθει καθε τι που τον προσδιοριζει ως ανθρωπινο ον.

Τα χερια του. Ακουμπισμενα στο τραπεζακι, διπλα-διπλα, ομως χωρις να σφιγγονται, λες και αντιγραφουν το ζευγαρι των πεταλουδων.

C:\Users\K\Google Drive\ΕΡΓΑ\Ατελη\Πεταλουδα\Hokusai - Philosopher watching a pair of butterflies - Copy (2).jpg          C:\Users\K\Google Drive\ΕΡΓΑ\Ατελη\Πεταλουδα\Hokusai - Philosopher watching a pair of butterflies - Copy.jpg

Ποιος ειναι αυτος ο φιλοσοφος, τωρα;

Καποτε ο δασκαλος Hui-tang πηγε με τον κοσμικο Huang-schan-gu στα βουνα. Ξαφνου ενας ευωδιαστος αερας φυσηξε καταπανω τους. Ο Hui-tang ρωτησε: "Νιωθεις την ευωδια της ρεσεντας;" Οταν ο Huang-schan απαντησε καταφατικα, ο Hui-tang του ειπε: "Δεν εχω τιποτα να σου κρυψω."

Τι θα πει εδω "Δεν εχω τιποτα να σου κρυψω"; Ο Byung-Chul Han γραφει:

Η ευωδια της ρεσεντας εκ-σωτερικευει τον Hui-tang.

Εσωτερικοτητα ειναι ενα ονομα για τον πατριο τοπο τον οποιο θεσπιζουν το Εγω, το υποκειμενο, η ψυχη, το πνευμα, η σκεψη και το συναισθημα, η συνειδηση και το ασυνειδητο, η ταυτοτητα και ο Κανεις και ο Εαυτος. Αυτες οι λεξεις ακριβως και δεν ειναι εννοιες. Ειναι τοποι, σπιτια που κατοικουμε. Η ευωδια της ρεσεντας δεν αφηνει στον Hui-tang τιποτ' απ' αυτα ορθιο. Ο  Hui-tang αναλυεται στην ευωδια της ρεσεντας. Δεν εχει τιποτα το εσωτερικο και γι' αυτο δεν εχει τιποτα να κρυψει. Ο Hui-tang ειναι "εξω στα πραγματα" με μια ακρως ριζικη εννοια. Δεν ειναι κανενα "Ειναι-μεσα-στον-κοσμο" αλλα, οπως γραφει καπου ο Han, απλα ενα "Ειναι-κοσμος".

Ο φιλοσοφος δεν εχει τιποτα να κρυψει. Ειναι ολοτελα πεταλουδα. Αναλυεται στις πεταλουδες. Ποιος ειναι λοιπον ο φιλοσοφος; Ειναι ο φιλοσοφος που αναλυεται στις πεταλουδες, η ειναι οι πεταλουδες που μορφοποιουνται στον φιλοσοφο;

Αυτη η οικειοτητα, αυτη η φιλοτητα αναμεσα στον φιλοσοφο, στον Zhuangzi και στην πεταλουδα, δεν εχει καμια σχεση με καποια ομοιοτητα μεταξυ τους. Το μαρτυρουν δυο αλλοι παλιοι πινακες. Η διαφορα της μορφης τους, των ογκων τους ειναι τονισμενη:

C:\Users\K\Google Drive\ΕΡΓΑ\Ατελη\Πεταλουδα\213277_230914057_2.jpg


C:\Users\K\Google Drive\ΕΡΓΑ\Ατελη\Πεταλουδα\images.jpg

Ομως τουτο ακριβως κανει την "αφανη αρμονια" τους (Ηρακλειτος) ακομα εμφατικοτερη:

Τωρα δεν ξερω αν ο Zhuangzi ονειρευτηκε πως ειναι πεταλουδα, η αν η πεταλουδα ονειρευτηκε πως ειναι ο Zhuangzi (...).

Και τωρα: Το "ονειρο πεταλουδας" δεν χρειαζεται μονο να ακουστει ως γενικη αντικειμενικη, οτι δηλαδη η πεταλουδα ειναι το αντικειμενο ενος ονειρου. Ουτε μονο ως γενικη υποκειμενικη: οτι η πεταλουδα ονειρευεται.

Γιατι ο Zhuangzi μιλα για "ονειρο πεταλουδας", και οχι π.χ. για ονειρο φιδιου, η ελεφαντα; Ενδεχομενως διοτι ονειρο και πεταλουδα, ως ονειρο και ως πεταλουδα, συνεχονται σε μια "αφανη αρμονια". Ο τιτλος "Ονειρο πεταλουδας" θα μπορουσε να νευει προς μια σχεδον ταυτολογια: Το ονειρο ειναι σαν πεταλουδα. Η πεταλουδα ειναι σαν ονειρο.

μαθηματα / ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΑΘΗΝΩΝ / Ομαδικη εποπτεια / Θεωρητικο σεμιναριο

Τριτη 10.1 κ.ε.
Απο το βιβλιο του Byung-Chul Han Ο εξοβελισμος του Αλλου, το τριτο κεφαλαιο "Τρομοκρατια της αυθεντικοτητας", και συνεχεια με το κεφαλαιο "Αγχος".

μαθηματα / ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΑΘΗΝΩΝ / Ονειρα

εν παροδω / ΤΡΕΧΟΝΤΑ / Σεμιναριο: Περιηγησεις στα ονειρα (Ανοιχτο)

Σεμιναριο: Περιηγησεις στα ονειρα (Ανοιχτο)

Εβδομαδιαιο, Τεταρτη 21.30-22.30

Εναρξη: Τεταρτη 11 Ιανουαριου (Περιπου 12 συναντησεις)

Τοπος: Πλουταρχου 48-50, Αθηνα


Με βαση ενα σπονδυλωτο κειμενο για τα ονειρα, θα συζητηθουν θεωρησεις της ψυχαναλυσης για τα ονειρα, εργα των Elias Canetti, Samuel Beckett, Katsushika Hokusai, Zhuangzi και δικα μου.

Η βασικη θεση ειναι οτι το ονειρο, καθοτι ξενο προς τον κοινο κοσμο, παριστανει μια φιγουρα του Αλλου. Οι ερμηνειες των ονειρων ασκουν βια στην αλλοτριοτητα του ονειρου - το μεταγουν στην συνθηκη του ξυπνου και το παριστανουν ως κατανοησιμο, βατο και κοινοτοπο. Το ονειρο ως ονειρο χανεται.

Πληροφοριες / Αιτησεις συμμετοχης

2107213534

kon.gemenetzis@gmail.com

https://www.facebook.com/konstantin.gemenetzis

 

Η περιγραφη ως κοινος τοπος Ψυχοπαθολογιας και Ψυχοθεραπειας

 

Περιληψη

Η Ψυχοπαθολογια, ανεξαρτητα απο την κατευθυνση που θα ακολουθησει, ξεκινα απο την περιγραφη αυτου το οποιο αιτιαται ο πασχων. Δεν ειναι λοιπον στον αερα αλλα ειναι κοινη υποθεση.  Έτσι η περιγραφη δεν εξαντλειται στην παρατηρηση και στην καταγραφη της συμπεριφορας του απο τον θεραποντα. Τα λεγομενα του, με την πρωτη εννοια της λεξης, "θεωρουνται", δηλαδη η κατασταση που αναφερει ο πασχων ερχεται στο βλεμμα και των δυο, την παρατηρουν μαζι, και η συνομιλια τους, με την ειδημονα καθοδηγηση του θεραποντα, σαν μεγεθυντικος φακος, φερνει την κατασταση ολο και πιο αναγλυφα εμπρος στα ματια τους.

Εννοειται οτι σ' αυτην την περιγραφη υπεισερχονται μορφες και σκηνες του παρελθοντος και του μελλοντος που, αν και οχι αισθητηριακα αντιληπτες, ειναι επισης παρουσες.

Το εκαστοτε συμπτωμα, για το οποιο γινεται λογος, μπορει να ιδωθει σαν ενας ξενος και αγνωστος τοπος οπου μιλιεται μια δυσνοητη γλωσσα και κανεις αναποφευκτα θα περιελθει σε συγχυση  και θα περιπεσει σε παρανοησεις.

Η εδω εννοουμενη περιγραφη εχει τον χαρακτηρα μιας προθυμης και προσεκτικης κοινης περιδιαβασης, εξερευνησης και τελικα εγκλιματισμου στη χωρα του περιγραφομενου, η οποια ετσι μπορει με τον καιρο να μεταμορφωθει σε ενα μερος φιλοξενο.

Ομιλια

Μια γυναικα λεει, ο αντρας της τελευταια τρωει ανεξελεγκτα, εχει παχυνει, κουραζεται, κι αυτη ολο του λεει να μην τρωει, μια αγωνια, αυτος θυμωνει, καταληγουνε να μαλωνουν, δεν ξερει τι να κανει...

Έτσι ξεκινα μια ψυχοθεραπευτικη συνεδρια.

Προσεχω το λαχανιασμενο και το σπασμωδικο της φωνης της, τον τροπο της που, ξαναμμενη, σαν υπνοβατης, λεει στον αντρα της τα ιδια και τα ιδια, πεφτοντας συνεχως πανω στον τοιχο της οργισμενης του αντιδρασης. Όμως στα λογια της δεν βλεπω τοσο τον αντρα, δεν εχω αυτον ζωντανο μπροστα στα ματια μου. Τη σκηνη την καταλαμβανει σχεδον η γυναικα. Τι θα πουν αυτα; Ότι δεν μιλα για μια δικη του υποθεση, οπως διατεινονται τα λογια της, δηλαδη για το παχος του και για την απειλουμενη υγεια του, αλλα για δικη της υποθεση.

Αυτη ηταν μια πρωτη περιγραφη του παραπανω στιγμιοτυπου. Ας δουμε καποια χαρακτηριστικα της.

1. Ακουω τη γυναικα. Όμως το ακουσμα μου δεν ειναι ακουστικο φαινομενο. Εδω "ακουω" θα πει "βλεπω". Η γυναικα με φερνει στο σπιτι της, στον καυγα με τον αντρα της. Με καθιστα αυτοπτη της σκηνης. Βεβαια ακουω και τον τονο και τα ηχοχρωματα της φωνης της, που μιλανε κι αυτα, που λενε κατι, και μαλιστα κατι αλλο απο τις λεξεις της, και ειναι σαν ενας προβολεας να πεφτει επανω της και να την θετει στο επικεντρο της προσοχης. Αυτην τη σκηνη βλεπω και περιγραφω.

2. Η περιγραφη δεν ενδιαφερεται να ταξινομησει και να εξηγησει, που θα πει: να μεταφρασει τα λογια της γυναικας στη γλωσσα ενος διαγνωστικου η ψυχολογικου μοντελου. Η περιγραφη δεν σκεφτεται – δεν συγκρινει, δεν αξιολογει, δεν συνδεει. Ακουει, βλεπει τα ακουομενα, λεγει τα βλεπομενα. Όπου δεν προκειται για χρονικη αλληλουχια μιας διαδικασιας. Άκουσμα, βλεμμα και λογος ειναι το αυτο. Φαινομενο ενιαιο.

3. Αυτο που βλεπω και περιγραφω στη συναντηση μου με τη γυναικα ειναι ενα στιγμιοτυπο. Εντυπωμα μιας στιγμης. Και διαπερναται ολοτελα απο την εκαστοτητα της στιγμης, το φευγαλεο της, την παροδικοτητα της.

Κατοικουμε στιγμες. Και αυτη η κατοικηση εχει τη δικη της ιδιαιτεροτητα. Ίσως θα ετυχε να δειτε καποιο σκουπιδι στον δρομο, ενα φυλλο η μια πλαστικη σακουλα, πως το ανασηκωνει το αυτοκινητο που περνα απο διπλα του, και στροβιλιζεται στον αερα για να ξαναπεσει σε λιγο καπου αλλου. Και αν προσεξετε περισσοτερο, θα δειτε την διολου ακαμπτη σιγουρια, την διολου εμμονη σταθεροτητα, την διολου σπαστικη ακινησια, την διολου χαζοχαρουμενη ελαφροτητα με την οποια διαγραφει την τρελη του τροχια. Αυτο ειναι στα ματια μου και ενα στοιχειο της θεραπευτικης συναντησης, ισως ενα στοιχειο της ιδιας μας της ζωης.

4. Η εμφαση στην περιγραφη που δεν σκεφτεται - δεν συγκρινει, δεν αξιολογει, δεν συνδεει, μιλα για ενα βλεμμα που ειναι εκει εξω, στο σπιτι της γυναικας και του αντρα της. Ειναι ενα βλεμμα χωρις αναστοχασμο, χωρις προθετικοτητα, χωρις αυτοαναφορα, χωρις εσωτερικοτητα, ναι, χωρις ψυχη. Αυτια, ματια και στομα χωρις ψυχη, χωρις μυαλο, χωρις καρδια. Μετεχουν στα γινομενα αμετοχα - οπως ενα ονειρο στη ζωη μας. Η, οπως η μορφη του ζωγραφου σε καποιους πινακες του Πικασσο. (Aquatint and dry point from the 347 Series, 1967, Bloch 1567)

Προσεξτε αυτην την περιθωριακη μορφη, που  ειναι μια ιδεα μονο πιο ζωντανη απο αγαλμα, μια ιδεα μονο εξω απο τον υπνο, μια ιδεα μονο εξω απο τον θανατο, και που ομως ακριβως γι' αυτο αφηνει ανοιχτο το πεδιο για εναν πλουτο απο παρουσιες, ενα πανδαιμονιο μορφων που συνευρισκονται, φιλιες μεταξυ τους.

Η περιγραφη μας δεν εχει τελειωσει. Ήμασταν στο οτι το ζητουμενο στην υποθεση της γυναικας δεν βρισκεται ακομα στον αντρα της και την πολυφαγια του, αλλα στον τροπο με τον οποιο η πολυφαγια του την αφορα. Αυτο ειναι το πρωτο. Και οσο αυτο, δηλαδη η ακομα αγνωστη δικη της υποθεση, την κρατα δεσμια, δεν θα ειναι σε θεση να στραφει στον αντρα της και στο ενδεχομενο προβλημα του πραγματικα.

Και πως μπορουν τα σημαδια, που μου σημαινουν οτι η γυναικα μιλα για δικη της υποθεση, να γινουν θεμα, εκει που τα λογια της εχουν για θεμα τον αντρα της; Απ' οσα ειπε, μου εντυπωνεται η λεξη της "αγωνια". Την ρωταω λοιπον:

- Αυτην την αγωνια, μπορειτε να την περιγραψετε περισσοτερο;

Η γυναικα:

- Έχω την αγωνια οτι θα πεθανει.

Η απαντηση της λεχθηκε καπου βιαστικα και, αν τα λογια της αποδιδονταν σε γραπτη γλωσσα, η τελεια στο τελος θα ηταν εντονη και παχια, σαν να 'λεγε: "Μεχρι εδω ... Φοβαμαι ... Τρομερα πραγματα ... Δε θελω να το σκεφτομαι ..."

Την ρωταω:

- Ας υποθεσουμε οτι οντως πεθαινει. Πως ειναι τοτε;

Η ερωτηση μου την καλει να φερει την εικονα που φοβαται εμπρος στο βλεμμα της, να σταθει απεναντι της και να την αντικρυσει.

Η απαντηση της:

- Θα φταιω.

Τωρα βλεπουμε καθαροτερα πως η πολυφαγια του αντρα της ειναι δικη της υποθεση. Ειναι υπευθυνη γι' αυτον. Κι εδω διακρινουμε ενα πεμπτο χαρακτηριστικο της περιγραφης:

5. Η περιγραφη δεν ειναι δικη μου, του θεραπευτη, αλλα κοινη μας υποθεση. Βρισκομαστε εμπρος στην εικονα και την παρατηρουμε, συμβαλλοντας ο καθενας με το δικο του. Και ειναι σαν να μιλουμε με ενα στομα και μια φωνη. Δεν ειναι δυο εγω που αλληλοσυμπληρωνονται αλλα ματια που εναλλασσονται και στοματα που διαδεχονται το ενα το αλλο. Και η εικονα γινεται ολο και πιο πολυχρωμη, πολυποικιλη, πολυδιαστατη.

Και συνεχιζουμε. Διοτι η γυναικα θα μπορουσε ποτε να πει "Θα φταιω" αν δεν ηταν κατα καποιον τροπο προκατειλημμενη ωστε να αντιδρα ετσι και οχι αλλιως; Μπορει ποτε τετοια λογια να ειπωθουν απο το πουθενα; Μηπως στο "θα φταιω" βλεπουμε να διαγραφονται αχνα στον αερα μορφες μιας ακομη αγνωστης ιστοριας;

Βλεπει κανεις πως τα πραγματα αναπτυσσουν εναν δικο τους ρυθμο και, αν ξερουμε να του ανταποκριθουμε, καθοδηγουνε τα βηματα μας με μια σιγουρια απειρως ανωτερη απο την πιστη σε μια ερμηνεια και στη θεωρια στην οποια στηριζεται. Ειναι η σιγουρια του σκουπιδιου στην ασφαλτο.

"Θα φταιω", λεει η γυναικα. Αντιλαμβανομαι το προκατειλημμενο των λογων της, την ρωτω:

- Αυτο το "θα φταιω", σας λεει κατι; Που το πρωτογνωρισατε; Ποτε το πρωτακουσατε; Ποτε το πρωτοειπατε; Ξερετε;

Η γυναικα ανακαλει μια σκηνη. Μικρη, στο πατρικο της, πηγαινει στην τουαλετα. Εκει ειναι η μητερα και κρατα στα χερια της μια ματωμενη σερβιετα. Το κοριτσι τρομαζει στη θεα του αιματος και ακουει τη μητερα να της λεει: "Βλεπεις, οταν με στεναχωρεις, τι παθαινω;"

6. Εδω δεν γινεται καποιου ειδους συνειρμικη η ερμηνευτικη συνδεση της παρουσας ιστοριας με μια παρελθουσα. Τα παρελθοντα ειναι παροντα εδω και τωρα. Έτσι δεν χρειαζονται συνδεσεις αλλα απλα η περιγραφη αυτου που ειναι, οπως ειναι. Φτανει να θυμομαστε οτι το παρον δεν περιοριζεται στις αισθητηριακα αντιληπτες παρουσιες. Την ωρα που η γυναικα μαλωνει με τον αντρα της και πλημμυριζεται απο αγωνια γιατι "θα φταιει", δεν βρισκεται μονο στο σπιτι της με τον αντρα της. Ειναι παρουσα και η μητερα της, που ερχεται απο αλλον χρονο και απο αλλον τοπο, την μεταφερει και παλι εκει, στον αλλο χρονο και τοπο, και η γυναικα ακουει με τα αυτια του αλλοτινου κοριτσιου στην πορτα της τουαλετας κι επιφορτιζεται με ενα φταιξιμο εφιαλτικο, καθοτι συγκεχυμενο και ακατανοητο.

Η γυναικα, μαλωνοντας με τον αντρα της, βρισκεται εκτος τοπου και χρονου, πεφτει σ' εκεινη την παλια συγχυση, σαν σε παραληρημα. Όντας σαν σε ναρκη, ξεχνα οτι δεν ειναι πια το μικρο κοριτσι στο πατρικο του.

Το "εκτος τοπου και χρονου" δεν ειναι μια κριση δικη μας. Ειναι παρον φαινομενο. Δειχνεται. Το αντιλαμβανονται τα αυτια που ακουν, τα ματια που βλεπουν, το στομα που περιγραφει. Που δειχνεται; Στο "παραληρητικο" του τροπου της, οπου στον σημερινο καυγα η γυναικα δεν αποτεινεται πραγματικα στον αντρα της, ειναι κυριολεκτικα αλλο-παρμενη. Αν την ρωτουσατε, ισως θα σας ελεγε πως εκεινη την ωρα δεν ειναι απλα στο σπιτι της μαζι του αλλα και σ' ενα δικαστηριο στην πορτα της τουαλετας, πως αποτεινεται σε μια μορφη που εχει μαζι στοιχεια του αντρα και της μητερας της, πως δεν ειναι μονο η γυναικα που νοιαζεται για τον αντρα της αλλα συγχρονως και προπαντων η ανηλικη κατηγορουμενη για ανθρωποκτονια απο αμελεια.

Το παρελθον δεν εχει παρελθει αλλα ειναι παρον. Αυτο ειναι που την χαλαει, την αρρωσταινει, την κανει πασχουσα. Έτσι εκφραζεται η παραβιαση των μετρων του χρονου και του τοπου. Και απο εδω θα μπορουσε να εννοηθει μια Ψυχοπαθολογια, μια διακριση φυσιολογικου και παθολογικου που δεν θεσπιζεται απο την ψυχιατρικη επιστημη αλλα υπαγορευεται απο τα ιδια τα πραγματα.

7. Επειδη η συγχυση της γυναικας καταδειχθηκε μεσα απο την κοινη μας περιγραφη, και βεβαια με τον τροπο της ψυχοθεραπευτικης τεχνης, στον οποιο εδω δεν μπορω να επεκταθω, εγινε αντιληπτη απο τη γυναικα αβιαστα. Τουτο ομως θα πει οτι ειδε την κατασταση πλεον με αλλα ματια - και μαλιστα οχι απο πιστη στην αυθεντια μου αλλα μεσα απο ενα καθαροτερο βλεμμα για το πως εχουν τα πραγματα. Όμως ακριβως σε τουτο εγκειται το θεραπευτικο.

Το θεραπευτικο της περιγραφης, οπως την εννοω, βρισκεται λοιπον σε μια μετατοπιση. Ο τοπος του ανθρωπου που ερχεται στον θεραπευτη στοιχειωνεται απο πολλα και ποικιλα φαντασματα, οπως η μορφη της μητερας στο στιγμιοτυπο που ανεφερα. Η ιδια η περιγραφη, στον βαθμο που θα ευτυχησει, θα μας φερει σε εναν τοπο που δεν ειναι αλλος απο τον εδωδιμο κοσμο, απελευθερωμενο απο μορφες παρεισακτες. Έτσι π.χ. η παρελθουσα κατασταση αναγνωριζεται σαν τετοια και καποτε αφηνεται να παρελθει, να χαθει στο παρελθον στο οποιο ανηκει. Τοτε τα παροντικα πραγματα αποκτουν τη ζωντανια τους και ο ανθρωπος τη γαληνη του, ακομα και μεσα σε θυελλες. Τα προβληματα αποκαλυπτονται ως ψευδοπροβληματα, οπως εκεινο  το "φταις-φταιω" που εχει καθηλωσει στη μεγγενη του μητερα και κορη.

Ας θυμηθουμε τωρα τα επτα χαρακτηριστικα της περιγραφης που αναφερθηκαν: Άκουσμα που βλεπει και λεγει, χωρις σκεψη και κριση και ερμηνεια, διαγοντας στην παροδικοτητα της στιγμης, κενο απο εσωτερικοτητα, με μια συμμετοχη αμετοχη, υποθεση κοινη του θεραπευτη και του πασχοντα, οπου διακρινονται τα ορια τοπου και χρονου, οι ποικιλες παραβιασεις τους και συναμα η ιαματικη αναγνωριση και αποδοχη τους.

Η εδω εννοουμενη περιγραφη ειναι κατι σαν τροπος ζωης, εγκλιματισμος στο παρον, στα πραγματα, οπως ειναι. Εξοικειωνει με μια ελευθερια απο την προθετικοτητα, δηλαδη απο στοχους, απο επιθυμια και φοβο, απο βουληση και αμυνα, απο ενεργητικοτητα και παθητικοτητα, οταν αυτα παραβιαζουν τα μετρα και εννοουν να επιβαλουν το δικο τους. Κανεις γνωριζει τον εαυτο του και με μιαν αλλη μορφη, πιο ανιδιοτελη, που θα πει με ενα λιγοτερο εμφατικο, λιγοτερο επιμονο εγω. Όσο αφανεστερο το εγω, δηλαδη οσο περισσοτερο εναρμοσμενο στα ορια τοπου και χρονου, τοσο εναργεστερη η λαμψη του κοσμου στην απλα της στιγμης.

Αυτα που σας ανεφερα δεν συνιστουν προταση για μια θεραπευτικη θεωρια και τεχνικη, δεν επιδιδονται σε συγκρισεις με τρεχουσες σχολες και μεθοδους. Όπως και στη γενικοτερη συγγραφικη και διδακτικη μου δραστηριοτητα, εχουν εναν χαρακτηρα αυτοπαρουσιασης. Παρουσιασης ενος θεραπευτη. Θα μπορουσε να εχει ενα νοημα για εκεινον που, γνωριζοντας ετσι εναν θεραπευτη, και αντιπαρατιθεμενος μ' αυτον, θα προχωρουσε στον δρομο της διαμορφωσης του δικου του θεραπευτικου τροπου. Τιποτα περισσοτερο.

PDF

Το παραμυθι των επιθυμιων

Το παραμυθι που θα σας πω το διαβασα στον Freud. Λεγεται Οι Τρεις Επιθυμιες. Υπαρχει καταγραμμενο, με πολλες παραλλαγες, ηδη απο τον 17ο αιωνα σε χωρες της κεντρικης και βορειας Ευρωπης. Στην συνοπτικη αφηγηση του Freud ειναι το εξης:

Μια καλη νεραιδα υποσχεται σ’ ενα φτωχο ζευγαρι να εκπληρωσει τις τρεις πρωτες επιθυμιες του. Ο αντρας κι η γυναικα ειναι ευτυχισμενοι και θελουν να διαλεξουν αυτες τις τρεις επιθυμιες προσεκτικα. Ομως η γυναικα παρασυρεται απο τη μυρωδια λουκανικων που ψηνονται στην διπλανη καλυβα κι επιθυμει να ‘χει δυο τετοια λουκανικα. Κι αμεσως βρισκονται μπροστα της. Ο αντρας θυμωνει και λεει, τα λουκανικα να κρεμαστουν απ’ τη μυτη της γυναικας του. Γινεται κι αυτο, και τα λουκανικα δεν βγαινουν απ’ τη νεα τους θεση με τιποτα. Μα καθως οι δυο τους ειναι ζευγαρι, αντρας και γυναικα, η τριτη επιθυμια θα ειναι αναγκαστικα, τα λουκανικα να φυγουν απο τη μυτη της.

Το ζευγαρι του παραμυθιου θελει να διαλεξει τις τρεις επιθυμιες προσεκτικα. Θελει να καθισει κατω, να δει τις ελλειψεις του, να τις ιεραρχησει, και μετα να διαλεξει τις τρεις πιο σημαντικες. Μ’ αυτον τον τροπο θελει να φτιαξει μια και καλη τη ζωη του. Που θα ξαναβρεθει τετοια ευκαιρια;

Η στιγμη φερνει την μυρωδια απο λουκανικα που ψηνονται στη γειτονικη καλυβα. Η μυρωδια συνεπαιρνει την γυναικα. Καταμεσις στους υπολογισμους περι εποπτευσης και εξασφαλισης μιας ολοκληρης ζωης, τα πραγματα ερχονται τουμπα κι ο κοσμος γινεται δυο λουκανικα στο τωρα. Σαν σε ονειρο, εχοντας ξεχασει τα παντα, δινεται ολοκληρη στην επιθυμια: "Δυο λουκανικα!".

Ισως μαλιστα θα μπορουσαμε να πουμε οτι η αρχικη προσεγγιση του ζευγαριου, με την προσεκτικη και μελετημενη επιλογη που θελει να κανει, δεν ειναι καθαρη επιθυμια. Η καθαρη επιθυμια δεν αφηνει χωρο για νηφαλιους προγραμματισμους. Οταν η επιθυμια μπαινει σε προγραμμα, γινεται, οπως λενε οι Γερμανοι, "κρυος καφες". Ο καφες θα κρυωνε ηδη αν ελεγε η γυναικα: "Αισθανομαι την επιθυμια να εχω δυο λουκανικα". Μονον εκει που η επιθυμια δεν γνωριζει το ονομα της, μπορει να επιθυμει αληθινα. Την καθαρη επιθυμια, που διαπερνα ενα ζωντανο, παλλομενο σωμα, την αντιλαμβανομαστε περισσοτερο στις λεξεις που εκρηγνυνται απο το στομα της, σχεδον εν αγνοια της: "Δυο λουκανικα!".

Εδω αξιζει να προσεξουμε αυτο που λεει η ιδια η λεξη "επιθυμια": "επι τω θυμω". Η ινδοευρωπαϊκη ριζα του αρχαιου ΘΥΜΟΣ σημαινει "μαινομαι", εχω περιελθει εκτος εαυτου. Η επιθυμια ειναι μανια. Συνταραζει και παρασερνει και φερνει εκτος εαυτου, ακομη κι οταν προκειται για δυο λουκανικα.

Γιατι ομως μια επιθυμια ειναι αναγκαστικα αμετρη; Διοτι ειναι τυφλη. Αγνοει τοπο και χρονο. Η επιθυμια ανηκει στην φαντασια, και η φαντασια ειναι τοπος του ιδιωτικου κοσμου. Ομως η εκπληρωση λαμβανει χωρα στον κοινο κοσμο, σε μια καποια εμπλοκη με ανθρωπους και πραγματα, και ποτε δεν μπορει να μεταφερθει στον κοινο κοσμο αυτουσια. Και ειναι δυσανεκτικη στον χρονο, διοτι η απαιτηση της για ικανοποιηση, και μαλιστα αμεση, θα προσκρουσει και παλι στους ορους του κοινου κοσμου, σ’ ενα "οχι!", η το πολυ σ' ενα "οχι ακομα!".

Μονο στο παραμυθι δεν υπαρχουν θεματα τοπου και χρονου, μονον εκει μπορουμε να μιλουμε πραγματικα για αληθινη εκπληρωση μιας επιθυμιας. Και στο φροϋδικο "υποσυνειδητο" κυριαρχει η αμεσα εκπληρουμενη επιθυμια. Σ' αυτο το γοητευτικο ψυχολογικο παραμυθι επισης, γραφει ο Freud, δεν υπαρχει τοπος διοτι ολα γινονται φαντασιακα, και δεν υπαρχει το "οχι" του χρονου.

Ερχομαστε στον αντρα. Τουτος εχει παραμεινει στην αρχικη προθεση τους να διαλεξουν τις τρεις επιθυμιες με προσοχη. Τα δυο λουκανικα της γυναικας του τα εκλαμβανει ως επιπολαιοτητα και καταστροφη των σχεδιων τους. Ειναι πολυ μακρια απο το να δει τον νομο που θελει τα πραγματα να προχωρουν παλινδρομα, οτι η τρελα της αξιωσης να καλυφθει μια ολοκληρη ζωη θα φερει την αλλη τρελα της καταστροφικης παρορμησης.

Ο αντρας του παραμυθιου μας επιμενει στην δικη του πλευρα. Η οργη του τον συνεπαιρνει και τον τυφλωνει. Φερεται τελικα με τον ιδιο παρορμητικο τροπο, για τον οποιο κατηγορει την γυναικα του. Τι λεει η πραξη του; Τωρα για την γυναικα, με τα λουκανικα τα κρεμασμενα απο την μυτη της, δεν ειναι μονο η μυρωδια απο περα, απο την διπλανη καλυβα, που την παρασερνει και της ξυπνα την επιθυμια. Ειναι δυο αχνιστα λουκανικα τοσο κοντα της που πιο κοντα δεν γινεται και μαζι τοσο μακρια που πιο μακρια δεν γινεται. Η πραξη του αντρα, της φερνει αυτο που εκανε, το οτι επιθυμησε δυο λουκανικα, κυριολεκτικα εμπρος στη μυτη της. Η επιθυμια εχει γινει ανυποφορα και αδιεξοδα επιμονη, καθως δεν μπορει ουτε να αγνοηθει με την λησμοσυνη ουτε να καταλαγιασει με την εκπληρωση. Εχει γινει ΕΠΙΘΥΜΙΑ, με γραμματα κεφαλαια.

Και στο παραμυθι; Που μειναμε; Νατοι οι δυο τους, η γυναικα με δυο λουκανικα στη μυτη της, ο αντρας με την οργη του, συντριμμενοι και συγχυσμενοι. Και ο καθενας τους μονος, απεραντα μονος. Τα πραγματα εχουν φτασει σε αδιεξοδο. Ας επιχειρησουμε να δουμε αυτο το αδιεξοδο καθαροτερα.

Λεχθηκε πως η επιθυμια, στην καθαρη της μορφη, δεν ανηκει στον κοινο κοσμο. Ειναι φανταστικη, ιδιωτικη υποθεση, δικη μου, δικη σου. Και, οπως λεχθηκε, η μεταφορα της στον κοινο κοσμο αυτουσιας, ειναι αδυνατη. Ετσι η καθαρη επιθυμια ειναι ενα καποιο παραμυθιασμα, ενα μικρο, η μεγαλο παραληρημα, δικο μου, δικο σου. Ετσι η επιθυμια απομονωνει και διχαζει. Το ζευγαρι μας, απο την ωρα που εμφανιστηκε η καλη νεραιδα και παραδοθηκε στη δινη των επιθυμιων του, ξεχασε πως ειναι ζευγαρι. Τους βρισκουμε σαν δυο μοναχικους ανθρωπους οπου ο ενας εχει γινει για τον αλλον εχθρος.

Ομως το παραμυθι δεν εχει τελειωσει ακομα. Τωρα, στο αδιεξοδο, στην απομονωση του ενος απο τον αλλο και στη βουβαμαρα τους, εκει που εχουν χασει ο ενας τον αλλο, ερχεται μια τροπη. Υπαρχει ενας στιχος του γερμανου ποιητη Friedrich Hölderlin που λεει:

Εκει ομως που ειναι κινδυνος,

βλασταινει και το σωτηριο.

Εκει που οι επιθυμιες οδηγησαν στο αδιεξοδο, εκει, στο χειλος του γκρεμου, ο αντρας κι η γυναικα ανακαλυπτουν αυτο που ηταν απο παντα: ζευγαρι, αντρας και γυναικα. Η τριτη επιθυμια που τους μενει δεν μπορει να ειναι αλλη απο το να ξεκρεμαστουν τα λουκανικα απ’ την μυτη της, να τεθει ετσι ενα τελος στον πλανο δρομο τους μεσα απο τις επιθυμιες και να ξαναβρουν αυτο που ηταν - ισως μαλιστα να το βρουν, να βρουν ο ενας τον αλλον, αληθινοτερα. Πως αυτο;

Η τελευταια επιθυμια, η τριτη η καλυτερη, ειναι διαφορετικη απο τις προηγουμενες. Αυτη η επιθυμια δεν βαυκαλιζεται με την προσδοκια μιας εκπληρωσης και μιας φτηνης ευτυχιας - γιατι καθε ευτυχια που επιδιωκεται, και δεν ερχεται απροσμενα και τυχαια, οπως το θελει η λεξη ευ-τυχια, ειναι φτηνη. Η τριτη επιθυμια επιθυμει την λυτρωση απο την εμπλοκη στις επιθυμιες. Επιθυμει την αποτοξινωση απο την δικη της την τοξικοτητα. Επιθυμει μια ζωη διχως το κρατος και την εξουσια της επιθυμιας.

Το παραμυθι δεν μας λεει τι εγινε με τα λουκανικα που ξεκρεμαστηκαν απο τη μυτη της γυναικας. Τους φανταζομαι καθισμενους στο τραπεζι να τρωει ο καθενας το δικο του, χωρις να λενε κουβεντα, να πηγαινουν σιωπηλοι για υπνο και το πρωι να ξημερωνει μια μερα σαν ολες τις αλλες κι ο,τι εζησαν την προηγουμενη να τους μοιαζει σαν ονειρο.

Το παραμυθι ουτε λεει ποιος απο τους δυο εξεφρασε την τριτη επιθυμια. Και δεν θα μπορουσε να το πει διοτι αυτη δεν αφορα πλεον τον ενα η τον αλλο αλλα ενα τριτο. Ποιο ειναι αυτο; Ποιο αλλο μπορει να ειναι απο το Μεταξυ τους, εκεινο που δεν ειναι κανενος αλλα τους φερνει κοντα και τους κανει ζευγαρι, αντρα και γυναικα; Ας το ονομασουμε: αγαπη.

Στην περιεργη εποχη μας οι σχεσεις των ανθρωπων βασιζονται στο οτι ο ενας χρειαζεται και χρησιμοποιει τον αλλο για να ικανοποιησει τις αναγκες και τις επιθυμιες του. Ομως ο αμοιβαιος αυνανισμος ποτε δεν θεσπιζει μια κοινοτητα. Το παραμυθι, μας θυμιζει πως υπαρχουν σχεσεις χωρις τελεολογια, οπου η αγαπη ειναι μονο αγαπη, η φιλια μονο φιλια, διχως γιατι και προς τι.

Ισως τελικα η νεραιδα που εμφανιστηκε στο ζευγαρι ειναι καλη διοτι η δυνατοτητα που τους προσεφερε τους εξωθησε σε μια δοκιμασια στην οποια καταδειχθηκε πως οι δυο τους ειναι οντως ζευγαρι. Αυτο ειναι το καλο που τους εκανε. Η νεραιδα δεν μπορει να μην το ηξερε απο τα πριν. Η δοκιμασια βεβαια θα μπορουσε να καταδειξει οτι οι δυο τους δεν ειναι αληθινο ζευγαρι. Κι αυτο για το καλο τους θα ηταν.

Ξερουμε αραγε πραγματι ποιο ειναι το καλο μας; Αλλου λαλουν οι κοκκοροι κι αλλου γεννουν οι κοτες. Εχουμε μια προκατασκευασμενη αντιληψη για το καλο μας. Αυτο, οταν πραγματι ερχεται, ερχεται μεσα απο δρομους αλλοκοτους και απροσμενους.

Χρειαζεται κανεις, κι αυτο εκανε η νεραιδα, κι αυτο μπορει να ειναι οδηγος για εναν θεραπευτη, να δεχτει τους ανθρωπους οπως ειναι και, με την τεχνη του, να τους αφησει να παρουν τον δρομο τους, οπως αυτοι το νομιζουν, π.χ. μεσα απο το παραληρημα της επιθυμιας. Καπου, σε μια στροφη, ισως τους περιμενει το αληθινα καλο τους.

AUDIO

Για μένα ενα οδηγό νήμα στην ψυχανάλυση δίνεται από μια αρχαία ρήση που βρισκόταν γραμμένη στην είσοδο του μαντείου των Δελφών. Η ρήση λέει: ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ.

Ας το δούμε με ένα παράδειγμα: Ένας άρχοντας που πρόκειται να πάει στον πόλεμο, φτάνει στο μαντείο1  και ζητάει να μάθει, προβάλλει το "αίτημα", όπως θα λέγαμε στην ψυχοθεραπεια: -Θα γυρίσω από τον πόλεμο ζωντανός, ή θα πεθάνω;

Η απάντηση του μαντείου είναι: "ἤξεις ἀφήξεις οὐκ ἐν πολέμῳ θνήξεις"2. Τούτο μπορεί να ακουστεί με δύο τρόπους, είτε: "ἤξεις ἀφήξεις[,] οὐκ ἐν πολέμῳ θνήξεις" (θα πας, θα γυρίσεις, δεν θα πεθάνεις στον πόλεμο), είτε: "ἤξεις ἀφήξεις οὐκ[,] ἐν πολέμῳ θνήξεις" (θα πας, δεν θα γυρίσεις, θα πεθάνεις στον πόλεμο).

Με ποιον τρόπο η απάντηση του μαντείου είναι συνεπής με την προτροπή ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ που ο άνθρωπος διάβασε μπαίνοντας στο μαντείο; Με ποιον τρόπο αυτή η απάντηση θα μπορούσε να τον οδηγήσει σε μια γνώση του εαυτού του; Και ποια γνώση;

Ας υποθέσουμε καταρχήν ότι αυτός ο άνθρωπος ζει σήμερα, και σε μια ώρα ψυχάλυσης κάνει αυτήν την ερώτηση στον θεραπευτή του: -Τι λες; Θα γυρίσω; Δεν θα γυρίσω;

Ο ψυχαναλυτής είναι πιθανόν, ανάμεσα σε διάφορα ενδεχόμενα, να μην μείνει στον πόλεμο ως πόλεμο αλλά να τον ερμηνεύσει ως σύμβολο για αυτό που θα ονόμαζε "άγχος ευνουχισμού", να τον κατατάξει σ' αυτό που ο Freud αποκαλεί "Realangst" (άγχος εμπρός σε μια πραγματική απειλή), να κάνει λόγο για άγχος θανάτου κλπ.

Θα έμενα στην ερώτηση. Και όχι μόνο θα έμενα αλλά θα εμβάθυνα σ' αυτήν, θα επιζητούσα να την δούμε μαζί με όσο το δυνατό μεγαλύτερη καθαρότητα. Διότι συνήθως οι ερωτήσεις μας δεν έχουν πραγματικά έναν τόσο ουδέτερο χαρακτήρα. O άνθρωπος αυτός κάπου, κάπως, με κάποιον τρόπο φαντάζεται την πλάστιγγα να βαραίνει προς τη μια πλευρά. Βλέπει τον εαυτό του π.χ. να επιβιώνει και να γυρίζει, ή τον βλέπει να σκοτώνεται, και βλέπει ακόμα ενδεχομένως τη γυναίκα του, τα παιδιά του, τον ένα, τον άλλο να αντιδρούν στον θάνατό του μ' έναν ορισμένο τρόπο κλπ. Η ερώτησή του δεν είναι τόσο ανοιχτή όσο φαίνεται. Αναζητά περισσότερο μια επιβεβαίωση, ή φοβάται μια διάψευση των προσδοκιών του.

Όμως η απάντηση που ο ίδιος υποψιάζεται, και που ζητάει ν' ακούσει από τα χείλη του μάντη ή του θεραπευτή του, έχει δώσει κατά έναν τρόπο στη φαντασία του, είναι μια πλάνη. Καλύτερα, πλάνη είναι το ότι καν κλίνει προς μια απάντηση. Αναφέρεται στον μελλοντικό πόλεμο, σε κάτι που δεν έχει γίνει ακόμα, δεν έχει πάει ακόμα στον πόλεμο, και κάθε έκβαση είναι ανοιχτή, όμως αυτός δεν την αφήνει ανοιχτή. Την έχει κλείσει, και τούτο συνιστά ύβρη, δηλαδή παραβίαση των ορίων του χρόνου, του όχι-ακόμη αυτών που του μέλλονται.

Ο χρησμός του μαντείου, το "ήξεις αφήξεις...", δεν ασκεί καμιά βία επάνω του, δεν νουθετεί, δεν συμβουλεύει. Ο άνθρωπος θα τον διαβάσει όπως του το υπαγορεύει η προσδοκία του, η κλίση της πλάστιγγας. Αν πάλι ποτέ ανοίξουν τα μάτια και τ' αυτιά του, μπορεί και να αντιληφθεί το παιχνίδι που του παίζει ο χρησμός. Σ' αυτο το παιχνίδι μπορεί να τον αγγίξει η άβυσσος του αληθινού μέλλοντος, το οποίο είναι κάθε άλλο από προβολή του παρόντος, των υπολογισμών, των προσδοκιών, των φόβων και των ελπίδων μας, και περιπαίζει την κάθε πρόβλεψη.

Έχει σημασία λοιπόν και στα καθ' ημάς, π.χ. με την τέχνη της ψυχανάλυσης, αυτός ο άνθρωπος με τον καιρό να ανοίξει γι' αυτήν την αλήθεια, να μείνει ανοιχτός για αυτό το οποίο πρέπει να μείνει ανοιχτό - να ανοίξει ειλικρινά και μύχια, και όχι απλώς παπαγαλίζοντας μια κοινοτοπία.



Οι αδαείς επισκέπτες έρχονταν στο μαντείο και ρωτούσαν για τα μελλούμενα. Η αινιγματική απάντηση τους έλεγε άρρητα: "γνώρισε τον εαυτό σου". Τα λόγια του χρησμού, π.χ. το "ήξεις αφήξεις..." μιλούσαν σε μια γλώσσα η οποία, κατά τον Ηράκλειτο, "ούτε λέγει ούτε κρύπτει αλλά σημαίνει". Μιλούσαν μια γλώσσα - σημάτων.

Τα σήματα ούτε λέγουν ούτε κρύβουν.

Δεν μας είναι τόσο ξένο όσο ενδεχομένως νομίζουμε. Σε γλώσσα σημάτων μιλούν τα όνειρα, τα μικρά παιδιά και οι ανοϊκοί γέροι, οι παράφρονες κι οι προφήτες. Την μιλούν οι θρύλοι και τα παραμύθια, οι αλλοτινοί ποιητές και σοφοί. Είναι η λεγόμενη "γλώσσα του σώματος", η γλώσσα την οποία μιλούν η σαγήνη και ο έρωτας και ο θάνατος.

Αν, σύμφωνα με την επιγραφή του μαντείου, σε γλώσσα σημάτων είναι να γνωρίσουμε τον εαυτό μας, τότε πρέπει εμείς οι ίδιοι να είμαστε σήμα. Το λέει σε μια μακρινή συμφωνία με τον Ηράκλειτο ένας στίχος του Χαίλντερλιν: "Σήμα είμαστε [...]"3.

Τα σήματα - ούτε λέγουν ούτε κρύβουν. Εμείς πάλι μένουμε είτε στο "λέγουν" είτε στο "κρύβουν". Παραβλέπουμε το ένα, προσκολλώμαστε στο άλλο.

Στα όνειρα, για παράδειγμα, η ερμηνεία του ονειροκρίτη και της ψυχολογίας παραβλέπει το "κρύβει". Ισχυρίζεται ότι p.x. στη μορφή των συμβόλων και του "λανθάνοντος ονείρου" το όνειρο λέγεται, αποκαλύπτεται. Η βιολογική εξήγηση των ονείρων πάλι παραβλέπει το "λέγει". Ισχυρίζεται ότι το όνειρο οφείλεται σε αποδιοργάνωση των εγκεφαλικών λειτουργιών κι επομένως στερείται νοήματος.

Στο "λέγει" μένει προσκολλημένος αυτός που έχει την απάντηση για τα πάντα - ή θεωρεί πως υπάρχει η απάντηση για τα πάντα. Η θεραπεία που ακολουθεί το "λέγει", έχει τη λύση στο πρόβλημα και τη δίνει στη μορφή της εξήγησης, της συμβουλής, της κατευθυνόμενης συμπεριφοράς. Στο "κρύβει" πάλι μένει προσκολλημένος αυτός για τον οποίο τα προβλήματα δεν έχουν νόημα. Η θεραπεία που ακολουθεί το "κρύβει" θα προσανατολιστεί στο φάρμακο και στην παρηγορική αντιμετώπιση.

Η προσκόλληση στο "λέγει", η οποία φέρνει φράσεις όπως "Το όνειρο σου σημαίνει αυτό...", αποστομώνει. O άλλος δεν έχει να πει τίποτα. Εχει να το δεχτεί ή να το απορρίψει. Εδώ ο λόγος του ενός κλείνει το στόμα του άλλου. Αυτό δεν είναι συνομιλία. Για να το ξεκαθαρίσουμε: Αποτέλεσμα μπορεί να έχει. Όμως δεν είναι συνομιλία.

Η προσκόλληση στο "κρύβει" φέρνει τη βουβαμάρα, το αδιάφορο σήκωμα των ώμων, την απλή διαχείριση της κατάστασης. Αποτέλεσμα μπορεί να έχει. Όμως δεν είναι συνομιλία.

Και αν έχει αποτέλεσμα; Αν, όπως λέμε, "βοηθάει", τι χρειάζεται η συνομιλία; Δεν χρειάζεται. Και τούτο θα μας εφησυχάζει όσο υπνωτισμένοι μένουμε δέσμιοι εκείνης της ολέθριας ιδιοτέλειας που έχει εγκλωβίσει τον άνθρωπο σ' αυτά που "χρειάζεται", στα συμφέροντά του και στις ανάγκες του, και τον κατευθύνει στη διαφύλαξη και την ενίσχυση της ισορροπίας του.

"Αν οι άνθρωποι είχαν έστω και την παραμικρή απροκατάληπτη υπόνοια για το τι ζει και γίνεται μέσα τους, θα τρέμανε τα πολλά λόγια και θα τ' απέφευγαν όπως το δηλητήριο." (Elias Canetti, Die Provinz des Menschen)


1. Αλλού αναφέρεται ότι το περιστατικό έλαβε χώρα στο μαντείο της Δωδώνης.
2. Ο χρησμός φαίνεται πως σώθηκε στη λατινική γλώσσα: "Ibis redibis nunquam per bella peribis" (Brewer's Dictionary of Phrase and Fable). Η ελληνική διατύπωση είναι υστερότερη μετάφραση.
3. Mnemosyne.


02.12.2008 Κοπριτης

Stray Dog.jpg

[Απο συνεντευξη με τον φωτογραφο Daido Moriyama]

-There is a really famous picture of yours, Stray Dog. There’s been a lot of speculation about what that picture means. What did you hope to capture in that photo?

-I didn’t mean anything when I took that photo. I left the hotel and just shot the photo. If there’s meaning, that depends on the dog. [He laughs.]

Ο δημοσιογραφος:

-Υπαρχει μια πραγματικα διασημη εικονα σας, ο Κοπριτης. Υπηρξε πολλη συζητηση για το τι σημαινει η εικονα. Τι ελπιζατε να συλλαβετε σ' αυτην τη φωτογραφια;

-Οταν εβγαλα αυτην τη φωτογραφια, δεν εννοουσα τιποτα. Βγηκα απο το ξενοδοχειο και απλα τραβηξα τη φωτογραφια. Αν υπαρχει νοημα, αυτο εξαρταται απο τον σκυλο. (Γελα.)

....................................

“I’m not always a stray dog. Sometimes I’m a cat,” says Daido Moriyama. “Or an insect.” [Quote: Japan Times]

Και ενα σχολιο απο τον Θαναση Γεωργα

28.12.2008 Ανοησιες

Απο το μεσημεριανο δελτιο της ΝΕΤ:

Ο Γιωργος Παπανδρεου δηλωσε σε συνεντευξη οτι αν ηταν πρωθυπουργος, τα επεισοδια μετα τον φονο του 15χρονου θα ειχαν αποφευχθει.

Αυτη η δηλωση δεν μπορει ουτε να αποδειχθει ουτε να απορριφθει. Αρα δεν εχει νοημα. Κανεις μπορει απλα να την πιστεψει η οχι. (Wittgenstein)

30.12.2008 Γαϊδαροι και θεοι

Συνεντευξη με τον συγγραφεα Παβιτς στην ΕΤ1:

Ο γαιδαρος του Μπουρινταν ψοφησε αναμεσα σε δυο σωρους σανο γιατι δεν μπορουσε ν' αποφασισει απο ποιον να φαει.

Η κατασταση της αμφιθυμιας, του "και ναι και οχι".

Απο τη ιδια συνεντευξη:

Υπαρχουν συγγραφεις που θελουν να τακτοποιησουν το χαος του κοσμου. Δεν ανηκω σ' αυτους. Και το χαος ειναι φτιαγμενο απο τον Θεο.

Ηδη μ' αυτο εχει τακτοποιηθει το χαος!


13.02.2009 ''Παραταξις''

Ακουγοντας το κοντσερτο ενος αγγλου συνθετη απο το πρωτο μισο του προηγουμενου αιωνα:

Η συγχρονη μουσικη σε καλει να ακους ηχους. Αν αναζητας συσχετισεις τους, δηλαδη μελωδια, το εργο μενει απροσιτο και το κρινεις βαρετο, ανοητο κλπ.

Χρειαζεται η απελευθερωση απο τη μελωδια. Προκειται για μιαν αλλη εκφανση του παρατακτικου.

Οπως στην ψυχοθεραπεια, να ακους και να βλεπεις τα λεγομενα χωρις ν' αναζητας συνδεσεις.

14.2.2009 Αχρηστα πραγματα

Απο τη συζητηση με μια φιλη που κανει τη διατριβη της επανω στο βιομηχανικο αντικειμενο ως μουσειακο εκθεμα.

Το χρηστικο αντικειμενο στο μουσειο, π.χ.το κουστουμι του Beuys.

Αλλα και αυτουσια χρηστικα αντικειμενα οπου δεν παρεμβληθηκε το χερι καλλιτεχνη, π.χ. σ' ενα λαογραφικο μουσειο. [Πρβλ. Δασκαλοι, Gerold Späth, Commedia]

Στο μουσειο αυτα τα πραγματα βρισκονται αποκομμενα απο τη χρηστικοτητα τους. Ειναι εκτος τοπου και χρονου. Απογυμνωμενα απο καθε αναφορα.

Κατα ποσον αυτα τα εκθεματα ειναι εργα τεχνης; Κατα το οτι τονιζουν ενα στοιχειο της καθημερινοτητας τους: Σε ανυποπτες στιγμες τα παντα, πραγματα και ανθρωποι, μπορουν να δειχνονται και ετσι. Γυμνα, εκτος τοπου και χρονου. Η παρουσιαση αυτης της οψης τους, στο μουσειο, μας το υπενθυμιζει. Μας το φερνει εμπρος στα ματια μας σαν μεγεθυντικος φακος.

27.02.2009 Striding Man

Στο αεροδρομιο της Αθηνας, στον διαδρομο που οδηγει στο μετρο, αφισσες του Johnny Walker για τα 100 χρονια του Striding Man και του «keep walking»:

Τι με ενοχλει σ' αυτην την εικονα; Το οτι ο ανδρας ειναι στασιμος. Δεν ειναι πορευομενος ο ιδιος.

Οταν με οδηγει ενας σκοπος, τοτε βρισκομαι ηδη εκει που θα φτασω - αν φτασω. Ειμαι στασιμος. Ο Heidegger το διατυπωνει στα Σεμιναρια του Zollikon ως θεσφατο, δηλαδη οτι ισχυει απολυτα. (Zollikoner Seminare, Frankfurt am Main 1987, σ. 92 κ.ε.) Ο ανθρωπος του Heidegger ειναι ο striding man.

Οταν αφηνω τα πραγματα να με πηγαινουν, οταν κατα εναν τροπο ξεχνω το κατα που, τοτε βρισκομαι σ' αυτο στο οποιο εκαστοτε βρισκομαι. Δεν το συγκρινω ουτε με ενα πριν, οπως συμβαινει π.χ. στη νοσταλγια, στο τραυματικο γεγονος, ουτε με ενα μετα, οπως συμβαινει π.χ. στα σεναρια, στον φοβο και στην ελπιδα.

στην πλωρη κανενα γιατι, στην πρυμνη κανενα για που

Paul Celan, Es ist alles anders

Οταν αφηνομαι ετσι στα πραγματα στα οποια βρισκομαι, πραγματωνομαι απο τη στιγμη, κατοικω την ελευθερα μετεωρη παροδικοτητα της.

19.3.2009 Πιστη και απιστια

Σε παρεα, συζητηση για την απιστια.

Οσο περισσοτερο παιζει το «δικος μου / δικη μου», τοσο περισσοτερο εχουν νοημα οι λεξεις «απιστια», «απατη» και οι παρομοιες.

21.3.2009 Μεσα στον τονο

[(Παλαιοτερη εγγραφη:)

«Μεσα στον τονο»

Η αισθηση που ειχα ηταν οπως αυτη του μουσικου παιζει ενα εγχορδο η πνευστο και που, οπως λενε στη γλωσσα τους, βρισκεται "μεσα στον τονο".]

Φαντασου τωρα τον «τονο» ως κοσμο. Τοτε το "μεσα στον τονο" και το «φαλτσαρισμα», αυτη η αντιθεση, δεν θα ηταν θεμα. Παρμενιδης: ΤΟ ΓΑΡ ΑΥΤΟ ΝΟΕΙΝ ΕΣΤΙΝ ΤΕ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ.]

25.3.2009 Επανασταση

Η μαθητικη παρελαση.

Τα παιδακια που με τις στολες, με τα εμβατηρια, με το «Ως ποτε παλληκαρια...» αναπαριστανουν καταστασεις του '21.

Η επανασταση, απογεγονοποιημενη.

29.3.2009 Η χαρη του ανυποστατου

China National Acrobatic Troup

071022chin_acrobats2.jpg

Τα χρωματα, το παιχνιδι, οι κορδελες, οι μπαλες, τα πιατα που ισορροπουν, τα αλματα, ολα αναλαφρα, χωρις υποσταση. Οπως αυτό:

Byung Chul-Han, Abwesen [Απουσια], Berlin 2007, σελ. 40-41: Schwebende Landschaft [Μετεωρο τοπιο]

Κανενα σταριλικι.

Κανενα κριτηριο επιδοσης, αποδοσης.

Ολα χωρις νοημα και σημασια.

Και, ακριβως γι' αυτο, ολο χαρη.

30.3.2009 Απο το μηδεν

"Απο το μηδεν ξεκιναει ο Ολυμπιακος", συμφωνα με τον προπονητη του Γιαννακη, για τα υπολοιπα παχνιδια με τον Παναθηναικο, αφου κερδισε το πρωτο.

Παντα απο το μηδεν ξεκιναμε: Καθε τι που παρεισφρεει απο τα πριν (συνηθειες, παγιωμενες γνωμες, αξιες) η απο τα μετα (φοβοι κι ελπιδες, προοπτικες, στοχοι) θολωνει το βλεμμα για αυτο που βρισκεται εμπρος στα ματια μας και στο οποιο καλουμαστε ν' ανταποκριθουμε.

9.4.2009 Wittgenstein

Συναντηση με Βιρβιδακη / Κιντη για την προετοιμασια της ημεριδας, οπου θα μιλησουν για την "εννοια της θεραπειας στον Wittgenstein".

Εχοντας υποψη λογια του οπως:

Προσπαθησα ν' αλλαξω την οπτικη γωνια. Ολα εχουν τη μορφη "Δες το ετσι!'. 'Μην το συγκρινεις μ' αυτο, αλλα μ' εκεινο!" Το ζητημα (...) χανεται απο την στιγμη που θα παψουμε να συγκρινουμε τα σχετικα φαινομενα με φαινομενα που διαδραματιζονται στο εσωτερικο των πραγματων και ειναι απο εμας κρυμμενα. [Vorlesungen über die Philosophie der Psychologie 1946-47, S. 451]

τους φερνω το παραδειγμα μιας τετοιας "συγκρισης" απο μια προσφατη ωρα ψυχοθεραπειας:

[Ενας μιλα για τη συνηθεια του, οταν του ζητανε κατι, να δινει πολλα περισσοτερα.]

- Ειναι σαν να πηγαινετε στον ψαρα, να σας δινει γαυρο και να τον πληρωνετε για λαυρακι. [Το ψευδοπροβλημα των "εσωτερικων συγκρουσεων" διαλυεται.]

Ακομη, στη συζητηση τονισα δυο σημεια στη σκεψη του Wittgenstein που βλεπω προβληματικα:

1. Δινει την εντυπωση ενος απεραντα μοναχικου ανθρωπου, που βρισκεται σε εναν ατελειωτο διαλογο με τον αντιπαλο, τον οποιο προσπαθει να αποστομωσει.

2. Η εμφαση στη γλωσσα. Παρακαμπτεται το λευκο χαρτι (Σεφερης, Θερινο Ηλιοστασι), επανω στο οποιο η γλωσσα γραφεται. Παρακαμπτεται το οτι κανεις δεν ειναι το συνολο των γλωσσοπαιγνιων του, το οτι ισως η επικοινωνια μας δεν παιζεται στις εκφρασεις μας αλλα στο ασπρο του χαρτιου ως του κατεξοχην τοπου του συνειναι.

11.6.2009 Οι αχρειοι

Αφου αποκαλεσε «αχρειους» οσους δεν ψηφισαν στις ευρωεκλογες, ο Θ. Παγκαλος εριξε και αλλη μια ιδεα: οσοι δεν ψηφιζουν να πληρωνουν προστιμο! «Ενα προστιμο, ένα μικρο ποσοστο επί του φορου που καταβαλλεις, το οποιο θα πηγαινει σε ενα ταμειο κοινωνικης αλληλεγγυης»! Αλλα δεν εμεινε στο προστιμο. Υπεκυψε και παλι στη γοητεια των χαρακτηρισμων: «Ειναι ρεμαλι αυτος που δεν παει να ψηφισει για να κανει την πλακα του -οχι γιατι ηταν αναγκασμενος η γιατι ειχε προβληματα- και κυριως ειναι ρεμαλι αυτος που μας δινει και μαθημα απο πανω και μας λεει ότι σας τιμωρω, σας απορριπτω, εγω ξερω καλυτερα».

Χαρακτηριστικο για τους ανθρωπους που αναπνεουν και τρεφονται απο το να βρισκονται στο επικεντρο του ενδιαφεροντος. Ο αληθινος εχθρος τους ειναι αυτος που τους αγνοει. Ο εφιαλτης τους ειναι να περιπεσουν  αφανεια. Εξ ου η εμπαθεια και το απεραντο μισος.

15.6.2009 Στραβοτιμονια

[Απαντηση στο mail του νυν προεδρου της IFDA (International Federation of Daseinsanalytic Societies), γιου του αλλοτινου μου διευθυντη στο ινστιτουτο που εκπαιδευτηκα, με το οποιο μου προτεινει να αναλαβω την επομενη προεδρια.]

Αγαπητε Gion Fidel,

Καθως διαβαζα το mail σου, μου ηρθαν στον νου λιγοι στιχοι ενος ελληνα ποιητη:

Λέω: κι αυτό θα 'ρθει. Και τ' άλλο θα περάσει. / Πολύ δε θέλει ο κόσμος. Ένα κάτι / Ελάχιστο. Σαν τη στραβοτιμονιά πριν από το δυστύχημα / Όμως / Ακριβώς / Προς / Την αντίθετη κατεύθυνση

Ανεφερα αυτους τους στιχους ως motto για το εργαστηριο σε μια ημεριδα της Εταιρειας μας στην Αθηνα. Ηθελα να υποδηλωσω με ποιον τροπο (η λεξη και με τη μουσικη της σημασια) στην ψυχοθεραπεια, και βεβαια στη ζωη μας γενικα, καποτε παιρνουν εναν αλλο δρομο.

Αντιλαμβανομαι την αποδοχη της προτασης σου σαν ενα ειδος στραβοτιμονια. Αν οδηγησει σε ατυχημα, η "στην  αντίθετη κατεύθυνση", δεν μπορω να το πω. Θα δειξει.

Ολα τα χρονια της διδακτικης μου δραστηριοτητας, που βεβαια περιλαμβανει τη συζητηση κειμενων της Daseinsanalyse και μνημες απο τα χρονια μου στη Ζυριχη, ο πατερας σου μου εμενε παρων. Η προοπτικη της προεδριας της IFDA τον φερνει αιφνιδια σε μια συγκινητικη και εγκαρδια εγγυτητα.

22.6.2009 Στην παραλια

Στην παραλια, ξυπνωντας μετα απο συντομο υπνο επανω σ' ενα στρωμα θαλασσας:

Απολυτα αδειος, αναλαφρος, ρυθμισμενος στα λιγα μετρα της αμμου εμπρος μου και κατοπιν στη θαλασσα κι επανω στα συννεφα και τις δεσμες του φως που παιζανε με τις εναλλασσομενες μορφες τους.

Ο μεγαλος θανατος.

22.7.2009 Στον αερα

Η γυναικα μου με ξυπναει στις 8.00. Ξανακοιμαμαι. Ξαναρχεται στις 8.05 και της λεω, χωρις να ξερω τι λεω: Ξαναπεσα παλι στον αερα.

30.07.2009 Η αχρηστη πληροφορια της εβδομαδας

Στο αεροπλανο για Θεσσαλονικη. Διαβαζω σε μια γερμανικη εφημεριδα:

Ο ανθρωπινος εγκεφαλος, οταν δεν εχει να διεκπεραιωσει επειγουσες εργασιες που απαιτουν την προσοχη του, περιερχεται σε ενα ειδος βασικης θεσης (default mode).

Σ' αυτην την κατασταση ενεργοποιειται ενα χαρακτηριστικο δικτυο που στους ενηλικες περιλαμβανει μεταξυ αλλων τον μεσο προμετωπιαιο φλοιο, μερη του βρεγματικου και του κροταφικου φλοιου και την ελικα του οπισθιου προσαγωγιου.

Οταν λειτουργει αυτο το κυκλωμα, οι ανθρωποι αφοσιωνονται κυριως σε "εσωτερικες" θεωρησεις οπως π.χ. ονειροφαντασιες η επαναληψη επεισοδιων της καθημερινοτητας, οπου μπαινουν στη θεση των προσωπων που συμμετειχαν σ' αυτα.

Μολις χρειαστει να λυθει ενα προβλημα που απαιτει την στροφη της προσοχης προς τα εξω και την επεξεργασια των πληροφοριων των αισθησεων, ενεργοποιουνται αλλα δικτυα στον εγκεφαλο.

Για πολλους θα μπορουσε να ειναι η αχρηστη πληροφορια της εβδομαδας. Το ιδιαιτερο για τους επιστημονες ειναι οτι ανατρεπεται η μεχρι τωρα κυριαρχη αποψη πως τις ωρες της αδρανειας ο εγκεφαλος ηταν σε ενα ειδος standby, σε μια κατασταση εξοικονομησης ενεργειας, οπως η ξεκουραση μετα τη δουλεια.

Η εκτιμηση αυτη αντανακλα περισσοτερο την κυριαρχη νοοτροπια στην κοινωνια μας της εργασιας, οπου η ενεργεια αναλωνεται στη δουλεια και ο υπολοιπος χρονος εξυπηρετει το "γεμισμα της μπαταριας".

Με τα ευρηματα που αναφερονται στο παραπανω αρθρο, αυτη η εκτιμηση ανατρεπεται. Εργασια και σχολη δεν εχουν καμια αξιολογικη διαφορα. Κυκλωματα εδω, κυκλωματα εκει. Καταναλωση λιγο-πολύ της ιδιας ενεργειας παντου.

Στην επιστημονικη θεωρηση οι αξιολογησεις καταλυονται. Και σημερα η επιστημονικη θεωρηση διαμορφωνει τη νοοτροπια των ανθρωπων.

Θα μπορουσε λοιπον, και απο εδω, η vita contemplativa, η ζωη που δεν ειναι προσανατολισμενη στην εργασια και στην πραξη, να στεκει διπλα στην vita activa α-διαφορα;

(Βλ. και δασκαλοι / Byung-Chul Han / Σχόλη)

02.08.2009 Κατανυξη

Ενας γειτονας στο εξοχικο συγκροτημα εφτιαξε ενα καραβακι απο ξυλα, σπαγγους κι ενα κουρελοπανο που μαζεψε στην παραλια. Τοποθετησε πανω του δυο κερακια, με κυπελλα που προστατευαν την φλογα απο τον αερα, και το αφησε στην ησυχη θαλασσα του δειλινου να το παρει το ρευμα προς τα βαθια.

Τα παιδια, ενα σμαρι απο καπου 15 αγορια και κοριτσια, που κατα τα αλλα χαλανε τον κοσμο, το κοιταζαν ν' απομακρυνεται με κατανυξη.

13.08.2009 Ειδωλα

Στην παραλια ενα αγορακι καπου 2 χρονων ειναι πανω σ' ενα φουσκωτο δελφινι, το κραταει σφιχτα και δυο κοριτσια το σερνουν στην αμμο. Μια γειτονισσα γελωντας:

- Κοιτα τον, πως ειναι κολλημενο στο δελφινι, σαν σε γκομενα!

(Αν η εικονα των αλλων για μας ειναι σαν ενα ειδωλο μας εμπρος στον καθρεφτη, το αγορακι θα μπορουσε μεγαλωνοντας, κι ακουγοντας κι αλλα παρομοια, να θεωρησει πως ετσι ειναι, "κολλημενος σε γκομενες". Και να το πραγματωσει.)

23.08.2009 Αναλαμπη

Ενοραση μετα απο τρεις εβδομαδες διπλα και μεσα στη θαλασσα:

Μερα και νυχτα, καθε ωρα, με καθε καιρο - ειναι ακινητη

01.09.2009 Δια-σταση

Στο αεροπλανο, κοιταζοντας απο το παραθυρο κατω. Παλια αυτη η θεα με φοβιζε. Στον φοβο ηταν σαν να κατακρημνιζομουν στο εδαφος - οχι επειδη το αεροπλανο θα επεφτε, αλλα εκεινη τη στιγμη που πετουσαμε κανονικα.

Τωρα τα πραγματα ειναι σταθερα: Βρισκομαι εδω πανω, η γη ειναι εκει κατω.

Τι αλλαξε; Τωρα, στην καθαρη διαφορα 'επανω-κατω', υπαρχει η διασταση, η δια-σταση του χωρου! Η εκταση του! Εκτεινομαι ο ιδιος, δι-ισταμαι, απλωνομαι στη δια-σταση του χωρου.

Στην υψοφοβια αυτο λειπει. Η αισθηση της κατακρημνισης, οπου το επανω ελκεται απο το κατω και χιμα προς αυτο, ειναι το ομολογο μιας συρρικνωσης, μιας καταλυσης της διαστασης του χωρου.

Το αντιστοιχο του χρονου θα ηταν η δυσανεξια του οχι-πια (πενθος, εκδικηση, νοσταλγια) και του οχι-ακομα (δεν περιμενω, ζω εκ των προτερων καλα και κακα σεναρια). Κατακρημνιζομαι στο παρελθον και στο μελλον.

Εχω χρονο οταν ο ιδιος ο χρονος δι-ισταται, εκτεινεται στη δια-σταση του, δι-αρκει.

17.09.2009 Power to choose

''You have the power to choose''

Στο αεροδρομιο των Αθηνων, η νεα διαφημιση του Johnny Walker με τον παραπανω τιτλο.

Ποιο ειναι το τρελο της υποθεσης; Ενας ανθρωπος πληρως αποκομμενος απο το περιβαλλον, που εχει, λεει, τη δυναμη να διαλεξει τον δρομο που θα παρει.

Και γιατι τρελο;

Γιατι αγνοει πως μια τετοια αποκοπη ειναι εξωπραγματικη. Αγνοει πως ειμαστε δεμενοι με τα πραγματα, πως ανα πασα στιγμη μας λενε κατι, πως ανα πασα στιγμη καπου γνωριζουμε κατα που μας παει και απο που μας διωχνει, ακομα και στο διλημμα και στην αμφιβολια.

Ομως για να μπαινει ενας τετοιος λογος στη διαφημιση ενος διεθνους προïοντος θα πει πως ο κοσμος τον ακουει προθυμα.

Το παραληρημα της εποχης.

24.10.2009 Ανοησιες

GMT

GMT

Με την ευκαιρια της αλλαγης στη χειμερινη ωρα, μια γερμανικη εφημεριδα δημοσιευσε ενα αρθρο με τη συνημμενη φωτογραφια. Απεικονιζει το αστεροσκοπειο του Greenwich. Η φωτεινη γραμμη που το κοβει στα δυο ειναι ο πρωτος μεσημβρινος, ο οποιος τελη του 19ου αιωνα καθοριστηκε να περνα απο κει.

Η φωτεινη γραμμη που κοβει το κτιριο θα μπορουσε να οφειλει την εμπνευση της στο αγγλικο χιουμορ.

Η αλλη εκδοχη θα ηταν η εννοηση ενος μοντελου ως πραγματικοτητας. Ειναι το ιδιο λαθος που κανει η ψυχολογια και η νευροφυσιολογια του εγκεφαλου οταν μιλουν για ψυχη, συνειδηση και ασυνειδητο, σκεψη, συναισθηματα κλπ. Τα παριστανουν ακριβως με τον ιδιο τροπο.

20.11.2009 Εαυτος

Σε κοινωνικη συζητηση μια κυρια με ρωταει: "Πως μπορει κανεις να ειναι ο εαυτος του;"

Την ρωτω, τι εννοει. Απαντα, να μιλαει κανεις ειλικρινα και να μην υποκρινεται.

Η ψυχολογιστικη στροφη: Το να μιλω ειλικρινα συσκευαζεται σ' ενα πακετο ονοματι "εαυτος". Ολοτελα περιττο.

18.12.2009 Κενα ματια

Απο την Frankfurter Allgemeine Zeitung, φυλλο της 5.11.2009.

Η λεζαντα:

"Χαμογελο για την πατριδα. Μια κομμουνιστικη προπαγανδιστικη αφισσα"

Τι προσεχω εδω:

Τα ματια των παιδιων ειναι κενα.

 

Hanspeter Padrutt, ''Zärtlichkeit'' [''Τρυφεροτητα''] - Συζητηση

"Το εκπληκτικο των Ελληνων της Αρχαιοτητας παραμενει το οτι ηταν σε θεση να διακρινουν το λεκτεο, ηδη στη συγκαλυψη του, μεσα απο εναν προνοουντα συγκρατημο."

[Martin Heidegger, Zeichen (Martin Heidegger, GA13, S. 211) – βλ. ψυχαναλυση / ΚΕΙΜΕΝΑ ΟΜΙΛΙΕΣ 1984-1990]

 

Στους Αχαρνης του Αριστοφανη, στη δευτερη σκηνη, ο Δικαιοπολις πηγαινει στο σπιτι του απροθυμου Ευριπιδη, χτυπαει την πορτα και του λεει: "υπακουσον, ειπερ πωποτ' ανθρωπων τινι" (στ. 405), "Ακουσε με, αν ποτε σου ακουσες ανθρωπο!"

 

Ο Δικαιοπολις καλει τον Ευριπιδη να τον ακουσει. Σ' αυτο το καλεσμα δεν επικαλειται την παρουσα κατασταση, τις συνθηκες της ωρας, τη δεινη θεση στην οποια βρισκεται. Δεν επικαλειται τη συναινεση του να τον ακουσει, σαν αυτη να επρεπε να αποφασιστει δικην παρθενογενεσης μεσα απο τα κινητρα της στιγμης. Ο Δικαιοπολις επικαλειται ενα προτερο: την ηδη απο παντα στον Ευριπιδη, και στον καθε Ευριπιδη, δεδομενη δυνατοτητα να ακουει καποιον επειδη εχει ηδη ακουσει. Η επικληση δεν ειναι αμεσο αιτημα, δεν προβαλλει την ιδιαιτεροτητα της καταστασης, δεν εξαναγκαζει. Δεν ειναι αναιδης.

 

Διακατεχεται απο μια αιδω την οποια ο Πινδαρος χαρακτηριζει "προμαθη" (Ο 7), δηλαδη γνωριζει απο τα πριν, κι ετσι δεν προσκολλαται στην περισταση, δεν βλεπει μυωπικα τον κοσμο περιορισμενο στη συνθηκη της, να σωζεται και να χανεται απο την εκβαση της. (Και παλι ο Padrutt ηταν που σε γραπτα του επεστησε την προσοχη στην αποστροφη του Πινδαρου.)

 

"Ακουσε με, αν ποτε σου ακουσες ανθρωπο!" Η φραση, η προμαθης αιδημων φραση, προ-νοει εκεινο το "αν ποτε..." και μιλαει απο το φοντο του.

 

Η ιδια αυτη προ-νοια ενεχει τον συγκρατημο: Δεν ειναι το βιαστικο και αμεσο "ακουσε με!". Ουτε επιβαλλει ουτε υποχωρει. Δεν ειναι ο συγκρατημος της αναστολης, της ευγενειας, της ντροπης και παρομοιων, που ειναι η αλλη οψη του εξαναγκασμου και της βιας. "Υπακουσον"! Ο λογος του Δικαιοπολι βρισκεται εξω απο τη διασταση συστολης - αποθρασυνσης.

 

Η φραση του Δικαιοπολι ειναι μια προκληση για τον Ευριπιδη, μια προσκληση στην υπακοη σε μια αναγκαιοτητα που ξεπερνα την ατομικοτητα τους. Αν ακουσες ποτε σου ανθρωπο, ακουσε με... Καλει τον Ευριπιδη να ακουσει χωρις κριτηρια οπως φιλος / εχθρος, αρεσκεια / απαρεσκεια κλπ. Τον καλει σε ενα ξεγυμνωμα και σε μια δεκτικοτητα που απλωνεται απο τον ανθρωπο στον ανθρωπο, ετσι απλα, διχως επικαλυμματα. Μιλα μεσα απο την προ-νοια για τον ανθρωπο ως ανθρωπο. Καλει σε ενα ακουσμα που δεν ειναι καποτε ευηκοο και καποτε οχι. Ειναι το ανοιχτο, εκθετο, ελευθερο ακουσμα το οποιο ηδη απο παντα ειμαστε, πριν απο καθε εκλεκτικοτητα και περιορισμο.

 

Τι κανει το ακουσμα ελευθερο; Καλυτερα: Με ποιον τροπο μπορω να ακουσω καποιον, επειδη εχω ηδη ακουσει;

 

Τα αυτια μας ειναι ανοιχτα, εκθετα στους ηχους και στις φωνες. Καταρχην τεινουν να ειναι εκλεκτικα, να ακουν ορισμενα πραγματα, και αλλα να μην θελουν να τα ακουσουν. Ομως οπως το νερο του ποταμου, περνωντας συνεχως πανω απο τις γωνιες και τις αιχμηροτητες της πετρας, τις αμβλυνει, τις λειαινει, και με τα χρονια η πετρα γινεται φιλικη στα νερα, σ' ολα τα νερα που περνουν απο πανω της, ετσι και τα αυτια, εχοντας ακουσει πολλα και ποικιλα, γινονται κι αυτα δεκτικα για καθε φωνη πλεον.

 

"Ακουσε με, αν ποτε σου ακουσες ανθρωπο!"

 

Αυτο ειναι το λιγοτερο η περισσοτερο αρρητο καλεσμα του καθενα ο οποιος επισκεπτεται τον θεραποντα. Και τουτος, το ακουσμα του, εχει να γινει τοσο δεκτικο οσο η λειασμενη πετρα στην κοιτη του ποταμου. Ειναι ενα ακουσμα πλεον χωρις παθος και αναστατωση, αφου εχει ηδη ακουσει, και τουτο το προτερο το εχει οδηγησει, αναγκασει, να αποβαλει καθε ατομικη παρεμβαση και περιορισμο στο αναριθμητο των φωνων που του μιλησαν.

 

Τουτο το προτερο ειναι το συγκεκαλυμμενο (πρβλ. στην φραση του Heidegger το: ... ηδη στη συγκαλυψη του) φοντο, το οποιο το ανοιχτο αυτι ηδη ακουει στο καθε περιστασιακο. Το νερο λεει στην πετρα: "Ασε με να περασω!". Και στ' αυτια της πετρας συνηχει: "... αν αφησες ποτε νερο να περασει!"

 

Ο "βασικος κανονας" της ψυχαναλυσης (δηλ. να λεει κανεις ελευθερα ο,τι ερχεται στον νου του) και το ακουσμα του θεραποντα μεσα απο μια "ελευθερα μετεωρη προσοχη" κατοικουν το φοντο εκεινου του προτερου, στο οποιο ο επισκεπτης του θεραποντα, αργα και σε αλλοτε αλλον βαθμο εγκλιματιζεται αρμοζομενος στον βασικο κανονα.

Απο το Η καρδια του Heidegger [Heidegger's Herz, 1996], σ. 40

("Θεμελιακη διαθεση")

Η "απαρχη μιας πραγματικης ζωντανης φιλοσοφησης", λεει ο Heidegger, ειναι η "αφυπνιση μιας θεμελιακης διαθεσης". Η "αφυπνιση" οπως η "ληθη", δεν ειναι ψυχολογικη-ψυχαναλυτικη κατηγορια. Η αφυπνιση ως "εγερτηριο για αυτο που κοιμαται" δεν καλυπτεται απο τη συνειδητοποιηση του προηγουμενως ασυνειδητου. Λαμβανει χωρα σε μια πιστα ολοτελα διαφορετικη απο αυτην του υποκειμενου και της συνειδησης: "Η αφυπνιση της διαθεσης και η αποπειρα να προσεγγιστει αυτο το παραξενο πραγμα, τελικα συμπιπτει με το αιτημα μιας ολοκληρωτικης μετατοπισης της αντιληψης μας για τον ανθρωπο"

Περι Των Πραγματων. Heidegger, Nietzsche και το Χαϊκου [Über die Dinge, περιοδικο Merkur, 1998]

Περισσοτερα

Επανω στην φιλοτητα. Για την Ηθικη του Martin Heidegger [Über die Freundlichkeit. Zur Ethik Martin Heideggers, Akzente (1.2002). S. 54–68]

Περισσοτερα

Απο το Ειδη θανατου  [Todesarten, 1998]

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Αυτος ερμηνευει τον θανατο.

Ο θανατος δεν σωπαινει για τιποτα.

Elias Canetti, Fliegenpein


Ευχαριστως - και γιατι οχι - θα εκανα μια εκδρομη με μια παρεα απο ολωσδιολου Κανενες. Στα βουνα φυσικα, που αλλου αλλωστε; Πως συνωθουνται αυτοι οι Κανενες μεταξυ τους, αυτα τα πολλα απλωμενα και κρεμασμενα χερια, αυτα τα πολλα ποδια, χωρισμενα απο απειροελαχιστα βηματα! Εννοειται πως ολοι ειναι με φρακο. Προχωραμε τραλαλα, ο ανεμος φυσα μεσα απο τα κενα που αφηνουμε εμεις και τα μελη μας. Στα βουνα οι λαιμοι ανοιγουν! Ειναι θαυμα το πως δεν τραγουδαμε.

Franz Kafka, Der Ausflug ins Gebirge


ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ ΦΩΛΙΑΣΜΕΝΟΣ με το μαγουλο -

σ' εσενα, ζωη

Paul Celan


Ο θανατος προσελκυει μια ενικη ρητορικη η οποια τον πολλαπλασιαζει, τον κανει να γινεται ενα ζωντανο φαινομενο, εμπειρια. Μια ενικη ευφραδεια φερνει σε γλωσσα το Ειναι προς τον θανατο. Ο θανατος δεν ειναι ενα απλο τελικο σημειο αλλα ενα μηδενικο σημειο της ζωης, οπου αυτη αρχιζει. Εχει ηδη απο παντα αρχισει να μιλα, να μουρμουριζει, να μιλα εγκαστριμυθα διαμεσου της ζωης. Τριγυρω του ανοιγουν κλαδια τα φαινομενα. [8] Κανει να ευδοκιμουν μεταφορες και μετωνυμιες. Πρωτα αυτη η αναγκαια φαινομενικοτητα κανει τη ζωη να ειναι. Ομως το φαινομενικο δεν ειναι το λαθος, δεν ειναι καποιο αντιθετο του αληθους. Το φαινομενικο δεν νοθευει απλα το Ειναι αλλα κατα εναν τροπο τον κανει να φαινεται, κι ετσι να γινεται γλωσσα. Συζηταει τον θανατο. Ο θανατος ως εμφανες φαινομενο γινεται ιστορια. Η φυση ειναι ηδη απο παντα σμιλεμενη απο την φαινομενικοτητα του θανατου. Η ακτινοβολια, ο ηχος της ευγλωττιας του, υπερκαλυπτει τη βουβαμαρα. Θα πρεπει ν' αφησουμε τον θανατο να μιλησει, να του δωσουμε τον λογο, συνειδητα η ασυνειδητα, μεχρι αυτος να μας αφαιρεσει καθε λογο, να μας κανει αδυνατη καθε εκφραση, καθε δυνατοτητα της εκφρασης, μεχρι να συντηχθει με την αδιαφορη φυση, με τη βουβαμαρα της - σ' εκεινο το αβυσσαλεο, ομως συναμα πολυ συνηθισμενο σημειο, στο τελικο σημειο που εισαγει μια απολυτη παραλυση του λογου, της ομιλιας, της γλωσσας, ενα στομωμενο τιποτα διχως καμια ευφραδεια, που θα ηταν πιο γυμνο απο τη σιωπη.

Το παρον βιβλιο διαγραφει μερικα, ομως οχι οποιαδηποτε ειδη θανατου, τουτεστιν εκεινα που μοιαζουν να βρισκονται πιο κοντα στον θανατο, πιο ομοια, αντι να τον θαμπωνουν με μια ακαμπτη φαινομενικοτητα, να τον προσεγγιζουν ασυμπτωτικα, να φωλιαζουν σ' αυτον. Θα ηταν ευφραδη συμπτωματα αυτης της ασυμπτωτικης φωλευουσας κινησης. Μια μιμηση του θανατου που ομως μεσα της διατηρει παντα μια διαφορα, μια μη ταυτοτητα, που κανονιζει καθε μεμονωμενη ρητορικη. Ολα τα μιμητικα, ασυμπτωτικα συμπτωματα παραπεμπουν σ' εκεινον τον τροπον τινα ουτοπικο τοπο οπου αφυπνιζεται Κανεις. Οι ακολουθες σκεψεις για τον θανατο ειναι καθοδον προς μια Κανενολογια.

Περισσοτερα

Φιλοσοφια του Ζεν-Βουδισμου [Philosophie des Zen-Buddhismus, 2002]

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Προλογος

Θρησκεία δίχως θεό

Κενό

Κανείς

Κατοίκηση στο πουθενά

Θάνατος

Φιλότητα

Περισσοτερα

Διγλωσσο

Πληγιασμενη απο τα ονειρα [Wundgeträumt]

Εμβολιμοι στιχοι στο θεατρο μουσικης δωματιου "Mondschatten" ("Ισκιος του φεγγαριου") της Younghi Pagh-Paan, 2004]


Κολωνος. Η Αντιγονη στον Οιδιποδα:

Δικασε τους θεους,

Σκοτωσε τους.

Αδιαφοροι ειναι για τους ανθρωπους,

Αυτοι οι θεοι μας χτυπανε

πληγη στην πληγη.

Πληγιασμενη απ' τις πορειες

Πληγιασμενη απο το κλαμα

Πληγιασμενη απο τα ονειρα

Καταπληγιασμενη ειν' η ψυχη σου.

Ανασανε μες απο τις πληγες σου!

Ασε τις πληγες σου ν' ανθισουν!

Η πληγιασμενη σου κεφαλη ακομα

Δεν ειναι προσωπο του κανενα,

Ηλιος και φεγγαρι,

Του φωτος και της σκιας

Η φιλικη αλλαγη

Δεν καθρεφτιζονται πανω της.

Η ψυχη σου ειναι

Πια μονο φορτος.

Μεχρι τον θανατο

Θα την υποφερεις.

Κοψε την, την ψυχη σου.

Υπερπολιτισμικοτητα [Hyperkulturalität, 2005]

Πολιτισμός και παγκοσμιοποίηση


Κι όμως το ανθρώπινο άγχος εμπρός στο νέο είναι συχνά τόσο μεγάλο όσο το άγχος εμπρός στο κενό, ακόμα κι αν το νέο είναι το ξεπέρασμα του κενού. Γι' αυτό οι πολλοί εκείνοι βλέπουν μόνο μια αταξία χωρίς νόημα εκεί που στην πραγματικότητα ένα νέο νόημα αγωνίζεται για την τάξη του. Βέβαια ο παλιός νόμος σωριάζεται, και μαζί του ένα ολόκληρο σύστημα από παραδεδομένα μέτρα, νόρμες και συσχετίσεις. Και πάλι όμως τούτο δεν σημαίνει ότι το ερχόμενο είναι κάτι το άμετρο ή ένα μηδέν εχθρικό σε νόμους. Ακόμα και στον αδυσώπητο αγώνα παλιών και νέων δυνάμεων γεννιούνται δίκαια μέτρα και διαμορφώνονται διαστάσεις με νόημα.


Ακόμα κι εδώ είναι θεοί, και κρατούν.

Μέγα είναι το μέτρο τους.

                                  Carl Schmitt

ΤΟΥΡΙΣΤΑΣ ΜΕ ΧΑΒΑΝΕΖΙΚΟ ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ

                                                         Where do you want to go today?

                                                         Microsoft

Ο Βρετανός εθνολόγος Nigel Barley κάποτε εξέφρασε την εικασία ότι το "αληθινό κλειδί του μέλλοντος" βρίσκεται στο ότι "βασικές έννοιες όπως ο πολιτισμός θα πάψουν να υπάρχουν". Αφού είμαστε, συνεχίζει ο Barley, "όλοι λίγο-πολύ τουρίστες με χαβανέζικα πουκάμισα". Μήπως μετά το τέλος του πολιτισμού ο άνθρωπος λέγεται "τουρίστας"; Ή μήπως επιτέλους ζούμε σ' έναν πολιτισμό που μας δίνει την ευκαιρία να ξεχυθούμε σαν χαρωποί τουρίστες στον κόσμο πέρα; Πώς μπορεί τότε να περιγραφεί αυτός ο νέος πολιτισμός;

Περισσοτερα

Διγλωσσο

Απο το Ο Hegel και η δυναμη [Hegel und die Macht, 2005]

Μια δοκιμη για την φιλοτητα

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Δεν ειναι παντοτε αναγκαιο να ενσωματωνεται το αληθινο• ηδη αρκει να αιωρειται τριγυρω πνευματικα και να προκαλει συμφωνια οταν, σαν χτυπος καμπανας, κυματιζει σοβαρα και φιλικα μες απο τους αιθερες.

                                                      Johann Wolfgang Goethe

Το παρον βιβλιο διερευνα την εσωτερικη ζωη της φιλοσοφιας του Hegel καθως την φωτιζει ως προς το φαινομενο της δυναμης. Η δυναμη δεν ειναι περιθωριακος δομικος λιθος του συστηματος του Hegel αλλα η εσωτερικη του συσταση. Θα πρεπει να παρουσιαστει μ' ολη της την πολυπλοκοτητα, τοσο στη λαμψη οσο και στα ορια της. Συγχρονως η διερευνηση του πνευματος του Hegel με την οπτικη της δυναμης εξυπηρετει μιαν αλλη δοκιμη. Θα καταστησει ορατες μορφες του ειναι οι οποιες, στο εκτυφλωτικο φως της δυναμης, δεν μπορουν να φανουν.

Συχνα η δυναμη εξομοιωνεται επιπολαια με καταναγκασμο, καταπιεση η βια. Σιγουρα μπορει να αποκτα καποια στοιχεια βιας. Ομως δεν εγκειται σ' αυτην. Η δυναμη που παρουσιαζεται επιβλητικη δεν ειναι αναγκαστικα και δυναμη που βιαζει. Ακριβως εκει που η σκεπη και το περιβαλλον της δυναμης καταρρεουν, ξεσπουν διαφορες μορφες της βιας, αυτη γινεται εξοφθαλμη. Η βια απομονωνει. Η δυναμη ενωνει. Της παροντικοτητας της βιας προηγειται παντα μια υποχωρηση της δυναμης. Ουτε την ελευθερια η δυναμη δεν την αποκλειει. Το μεγαλειο της δυναμης δεν δειχνεται στο οχι αλλα στο ναι,ακριβεστερα στην πολυπτυχη τροπη του οχι στο ναι. Η ιδιαιτερη μορφη εκφρασης της δυναμης δεν ειναι η διχονοια αλλα η ομονοια. Κατα τουτο διαφερει ριζικα απο την βια και την καταπιεση. Η δυναμη, παρα την λαμπροτητα και την λαμψη, μαλιστα παρα μια ορισμενη ωραιοτητα, δεν εξαντλει το ειναι. Μαλιστα το φως της καλυπτει αλλες μορφες της λαμπροτητας, η τις κανει φωτα απατηλα. Η δοκιμη επανω στην φιλοτητα ξεκινα για την αναζητηση μιας αλλης λαμψης του ειναι.

Η δυναμη χαρακτηριζει επισης μια ιδιαιτερη σχεση με τον αλλο. Καθιστα τον ενα ικανο να συνεχιζει τον εαυτο του στον αλλο. Ετσι θεσπιζει μια συνεχεια του εαυτου. Ομως δεν εχει ως προϋποθεση τη βια και την καταπιεση. Πολυ περισσοτερο η δυναμη ειναι μεγιστη εκει που ο αλλος υποτασσεται στον πρωτο ελευθερα. Η υποταγη δεν εγκειται αναγκαστικα στην καταπιεση. Ετσι η "ελευθερη δυναμη", για την οποια γινεται λογος στον Hegel, δεν ειναι οξυμωρο σχημα αλλα, τη στιγμη οπου η δυναμη ανερχεται στην υψιστη μορφη της, πλεονασμος. Ο αλλος λεει ναι στον πρωτο, που εκτεινεται προς αυτον. Το απεριοριστο του ναι ειναι η απειροστικοτητα της δυναμης. Ο δυναμικος λογος του Hegel "Εισαι σαρκα απο τη σαρκα μου" επισφραγιζει τη συνεχεια του εαυτου. Ομως ο δυναμικος λογος δεν ειναι ο τελευταιος λογος, ουτε και ο λογος

ο οριστικος. Απεναντι στον δυναμικο λογο του Hegel, ο οποιος προβαλλει ως λογος της ελευθεριας, η και ως λογος της αγαπης, το παρον βιβλιο επιχειρει να καταστησει ακουστο εναν αλλο λογο ο οποιος λαμπει παρα, και μαλιστα δια της απουσιας της δυναμης. Στρεφεται προς εναν λογο φιλικο.

Περισσοτερα (διγλωσσο)

Από το Τι είναι δύναμη; [Was ist Macht?, 2005]

Δύναμη είναι η ικανότητα του εμβίου όντος, εν μέσω πολλών και ποικίλων διαπλοκών να μην χάνει τον εαυτό του στο άλλο, μα μέσα από αρνητικές εντάσεις να έχει τη συνέχεια του εαυτού του. Είναι »η δυνατότητα της αυτοκατάφασης παρά την εσωτερική και εξωτερική άρνηση«. Αντίθετα όποιος δεν είναι ικανός να μένει στην άρνηση, να την εγκλείει στον εαυτό του, έχει μόνο μικρό δυναμικό του είναι. Έτσι, ως προς το δυναμικό του είναι, >θεός< και νευρωτικός είναι αντίθετοι μεταξύ τους: »Ο νευρωτικός χαρακτηρίζεται από το ότι μπορεί να εγκλείει στον εαυτό του λίγο μη είναι μόνο• εμπρός στον κίνδυνο του μη είναι καταφεύγει στο μικρό, στενό του κάστρο. Ο μέσος άνθρωπος μπορεί να φέρει εντός του μη είναι σε περιορισμένο βαθμό, ο δημιουργικος άνθρωπος σε μεγάλο και ο θεός, συμβολικά, σε άπειρο βαθμό. Η αυτοκατάφαση ενός όντος παρά το μη είναι, είναι η έκφραση του δυναμικού του είναι του. Μ' αυτά φτάσαμε στη ρίζα της σύλληψης της δύναμης.«

Περισσοτερα (διγλωσσο)

Αφορισμοι

Ακριβως η εφεση χανει τον δρομο.

*

Η ευτυχης ημερα ειναι η βαθια καθ-ημερα που ησυχαζει στον εαυτο της.

*

Η κενοτητα ειναι το ανοιχτο που επιτρεπει μια αμοιβαια διεισδυση. Θεσπιζει φιλοτητα.

*

Καθε αναζητηση ενος ιδιαιτερου Επεκεινα κανει καποιον να ξεφευγει απο τον δρομο.

*

Το νερο ειναι ... των σοφων σωμα και πνευμα.

Απο το Καλη διασκεδαση [Gute Unterhaltung, 2007]

Μια αποδομηση της ιστοριας των παθων στη Δυση

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Προλογος

Γλυκος σταυρος

Ονειρα πεταλουδων

Για το λουσσο

Satori

Το Ειναι ως παθη

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Χαρακτηριστικο της ειναι τα παθη. Η μουσικη δεν πασχει μεσα στον ανθρωπο, δεν παιρνει μερος στις ιδιες τις πραξεις και στις συγκινησεις του: υποφερει γι' αυτον [...]. Η μουσικη εναποθετει σωματικα [...] στους ωμους του ανθρωπου τα παθη που επιφυλασσουν τ'αστρα γι' αυτον.

Theodor W. Adorno

Το γραψιμο ως μορφη προσευχης

Franz Kafka


Σημερα, με την απανταχου παρουσια της διασκεδασης, κανει την εμφανιση του κατι το θεμελιακα νεο. Δρομολογειται μια βασικη μεταβολη της εννοησης του κοσμου και της πραγματικοτητας. Στην εποχη μας η διασκεδαση αναδεικνυεται σ' ενα νεο παραδειγμα, μαλιστα σε μια νεα φορμουλα του Ειναι, η οποια κρινει τι εχει θεση στον κοσμο και τι οχι, μαλιστα τι ειναι καν. Ετσι η ιδια η πραγματικοτητα εμφανιζεται ως ιδιαιτερη πραγματωση της διασκεδασης.

Η καθολικοποιηση της διασκεδασης εχει ως επακολουθο εναν ηδονιστικο κοσμο, ο οποιος ερμηνευεται απο τον κοσμο των παθων ως παρακμη, ως κατι μηδαμινο, μαλιστα ως μη-ειναι και υποβαθμιζεται. Ομως κατα βαση παθη και διασκεδαση δεν ειναι τελειως διαφορετικα. Η απολυτη ανοησια της διασκεδασης γειτνιαζει οντως με το απολυτο νοημα των παθων. Το χαμογελο του τρελλου εχει μια αποκοσμη ομοιοτητα με το παραμορφωμενο απο τον πονο προσωπο του homo doloris. Αυτο το παραδοξο ειναι που θα παρακολουθησουμε.

Περισσοτερα (Η μεταφραση ατελης)


Απ-oυσια [Abwesen, 2007]

Πoλιτισμος και φιλoσoφια τnς Απω Αvατoλης

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Προλογος

Ουσια και απ-ουσια - Κατοικηση πουθενα

Κλειστο και Ανοιχτο - Χωροι της απ-ουσιας

Φως και σκια - Αισθητικη της απ-ουσιας

Γνωση και βλακεια - Καθοδον προς τον παραδεισο

Στερια και θαλασσα - Στρατηγικες της νοησης

Πραξη και συμβαν - Περαν ενεργητικου και παθητικου

Χαιρετισμος και υποκλιση - Φιλοτητα

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Μια χωρα οπου καποιος που λεει 'εγω' βυθιζεται γοργα μεσα στη γη.

Elias Canetti

Στη Δυση για πολυ καιρο το ξενο ηταν αντικειμενο βιαιου αποκλεισμου η ιδιοποιησης. Δεν ηταν παρον στο εσωτερικο του δικου. Και σημερα; Υπαρχει ακομα το ξενο; Σημερα κανεις τεινει να αφεθει στην πιστη πως καπου ολα μοιαζουν μεταξυ τους. Ετσι το ξενο και παλι εξαφανιζεται στο εσωτερικο του δικου. Ισως δεν θα ηταν κακο να πιστεψει κανεις πως οντως υπαρχει εκεινη n χωρα "οπου καποιος που λεει "εγω" βυθιζεται γοργα μεσα στη γη". Ειναι ιαματικο να κρατησει κανεις για τον εαυτο του εναν ελευθερο χωρο για το ξενο. Αυτο επισης θα ηταν εκφραση της φιλοτητας, η οποια καθιστα δυνατο και το οτι κανεις γινεται αλλιως ο ιδιος.1 Το παρον βιβλιο παρουσιαζει εναν ξενο πολιτισμο, εναν πολιτισμο της απ-ουσιας, o οποιος στους κατοικους του δυτικου πολιτισμου, που ειναι προσανατολισμενος στην ουσια, θα φανει πολυ παραξενος.

Περισσοτερα

Απο το Ευωδια του χρονου [Duft der Zeit, 2009]

Ενα φιλοσοφικο δοκιμιο για την τεχνη της σχολης

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Προλογος

Λαθος χρονος

Χρονος χωρις ευωδια

(Ταχυτητα της ιστοριας)

(Απο την εποχη του εμβατηριου στην εποχη του βομβου)

(Παραδοξοτητα του παροντος)

(Ευωδατος κρυσταλλος του χρονου)

(Εποχη του αγγελου)

Ευωδατο ρολοϊ: μια συντομη παρεκβαση στην αρχαια Κινα

(Κυκλιος χορος του κοσμου)

(Η οσμη του ξυλου της βαλανιδιας)

Η βαθια πληξη

Vita contemplativa

Ι. Μια συντομη ιστορια της σχολης

(2. Διαλεκτικη κυριου και δουλου)

(3. Vita activa, η περι της ζωης της δρασης)

4. Η vita contemplativa, η περι της στοχαστικης ζωης

Οπισθοφυλλο

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Η σημερα υφισταμενη κριση του χρονου δεν καλειται επιταχυνση. Η εποχη της επιταχυνσης ηδη εχει περασει. Ο,τι σημερα αντιλαμβανομαστε ως επιταχυνση ειναι μονο ενα απο τα συμπτωματα του διασκορπισμου του χρονου. Η σημερινη κριση του χρονου αναγεται σε μια δυσχρονια που οδηγει σε ποικιλλες διαταραχες και παρανοησεις του χρονου. Στον χρονο λειπει ενας ρυθμος που να βαζει σε ταξη. Ετσι ξεφευγει απο το μετρο. Η δυσχρονια κανει τον χρονο τροπον τινα να σβουριζει. Η αισθηση πως η ζωη επιταχυνεται, στην πραγματικοτητα ειναι μια αντιληψη του χρονου που σβουριζει ατακτα.

Η δυσχρονια δεν ειναι το αποτελεσμα της επιτεταμενης επιταχυνσης. Υπευθυνη για την επιταχυνση ειναι προπαντων η ατομικοποιηση του χρονου. Σ' αυτην αναγεται και η αισθηση πως ο χρονος περνα πολυ πιο γοργα απο παλιοτερα. Λογω του χρονικου διασκορπισμου δεν ειναι δυνατη καμια εμπειρια της διαρκειας. Τιποτα δεν συγκρατει τον χρονο. Η ζωη δεν εμπεδωνεται πλεον στο μορφωμα της ταξης, η στις συντεταγμενες που θεσπιζουν μια διαρκεια. Φευγαλεα κι εφημερα ειναι και τα πραγματα με τα οποια κανεις ταυτιζεται. Ετσι κανει γινεται ριζικα παροδικος ο ιδιος. Η ατομικοποιηση της ζωης συμβαδιζει με μια ατομιστικη ταυτοτητα. Κανεις εχει μονο τον εαυτο του, το μικρο εγω. Κανεις τροπον τινα αδυνατιζει ως προς χωρο και χρονο, μαλιστα ως προς κοσμο, ως προς συνειναι. Η ανεχεια ως προς κοσμο ειναι δυσχρονικο φαινομενο. Κανει τον ανθρωπο να συρρικνωνεται στο μικρο του σωμα, το οποιο προσπαθει να κραταει υγιες μ' ολα τα μεσα. Αφου αλλιως δεν εχει απολυτως τιποτε. Η υγεια του ευθραυστου κορμιου του υποκαθιστα κοσμο και θεο. Τιποτα δεν διαρκει περαν του θανατου. Ετσι σημερα πεφτει σε καποιον ιδιαιτερα βαρυ να πεθανει. Και γερναει διχως να γινει γερος.

Το παρον βιβλιο παρακολουθει ιστορικα και συστηματικα τις αιτιες και τα συμπτωματα της δυσχρονιας. Ομως συλλογαται και τις δυνατοτητες μιας αναρρωσης. Εδω αναζητουνται μεν ετεροχρονιες η ουχρονιες, ομως η παρουσα μελετη δεν περιοριζεται στην ανευρεση και στην αποκατασταση αυτων των ασυνηθιστων η μη καθημερινων τοπων της διαρκειας. Πολυ περισσοτερο μεσω μιας ιστορικης ανασκοπησης εφισταται προοπτικα η προσοχη στο οτι η ζωη, μεχρι και την καθημερινοτητα, πρεπει να παρει αλλη μορφη ωστε να αποσοβηθει εκεινη η κριση του χρονου. Δεν πενθειται η εποχη της αφηγησης. Το τελος της αφηγησης, το τελος της ιστοριας δεν χρειαζεται να συνεπιφερει ενα χρονικο κενο. Πολυ περισσοτερο διανοιγει τη δυνατοτητα ενος χρονου ζωης που βγαινει διχως θεολογια και τελεολογια, που και παλι εχει μια ευωδια δικη του. Ομως προϋποθετει μια αναζωογονηση της vita contemplativa.

Η σημερινη κριση του χρονου συσχετιζεται πρωτευοντως με την απολυτοποιηση της vita activa. Αυτη οδηγει σε μια επιταγη της εργασιας η οποια υποβαθμιζει τον ανθρωπο σε animal laborans. Η υπερκινητικοτητα της καθημερινοτητας αφαιρει απο την ανθρωπινη ζωη καθε στοιχειο στοχαστικοτητας, καθε ικανοτητα να εχεις καιρο. Οδηγει σε απωλεια κοσμου και χρονου. Οι λεγομενες στρατηγικες επιβραδυνσης δεν παραμεριζουν αυτην την κριση του χρονου. Μαλιστα συγκαλυπτουν το ιδιως προβλημα. Αναγκη ειναι μια αναζωογονηση της vita contemplativa. Η κριση του χρονου θα εχει ξεπεραστει πρωτα την στιγμη που η vita activa στην κριση της προσλαβει και παλι την vita contemplativa εντος της.

Περισσοτερα

Περι φαντασματων και αλλων απουσιαζοντωνμ [About ghosts and other absentees.]

(Επανω στην ζωγραφικη συλλογη της Moki "How to disappear", 2010)

Περισσοτερα



Κοινωνια της κοπωσης [Müdigkeitsgesellschaft, 2010]

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Η νευρωνικη βια

Περαν της κοινωνιας της πειθαρχιας

Η βαθια πληξη

Vita activa

Παιδαγωγικη του βλεμματοσ

Η περιπτωση bartleby

Κοινωνια της κοπωσης

Πισω αυτι

Οπισθοφυλλο

Απο το Τοπολογια της βιας [Topologie der Gewalt, 2011]

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Πρωτο Μερος. ΜΑΚΡΟΦΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΒΙΑΣ

1. Τοπολογια της βιας

2. Αρχαιολογια της βιας

3. Ψυχη της βιας

4. Πολιτικη της βιας

Δευτερο Μερος. ΜΙΚΡΟΦΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΒΙΑΣ

4. Βια της διαφανειας

5. Το medium ειναι mass-age

6. Ριζωματικη βια

Περισσοτερα

Κοινωνια της διαφανειας [Transparenzgesellschaft, 2012]

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Κοινωνια του θετικου

Κοινωνια της εκθεσης

Κοινωνια του εμφανους

Κοινωνια πορνο

Κοινωνια της επιταχυνσης

Κοινωνια του ενδομυχου

Κοινωνια της πληροφοριας

Κοινωνια της αποκαλυψης

Κοινωνια του ελεγχου

Περισσοτερα

Προθανατια αγωνια του ερωτα [Agonie des Eros, 2012]

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Melancholia

Να μην μπορεις να μπορεις

Η απλως ζωη

Πορνο

Φαντασια

Πολιτικη του ερωτος

Το τελος της θεωριας

Περισσοτερα

Παρακαλω κλειστε τα ματια. Στην αναζητηση ενος αλλου χρονου. [Bitte Augen schliessen. Auf der Suche nach einer anderen Zeit] (2013)

Σ' αυτο το φιλοσοφικο δοκιμιο της ζωης ο Byung-Chul Han παρακολουθει το ερωτημα γιατι σημερα δεν υπαρχει κανενα τελος. Το κλεισιμο των ματιων δεν ειναι κλεισιμο της ημερας αλλα μονον συμπτωμα της εξαντλησης.

Περισσοτερα

Σχολιο στην συνεντευξη του Byung-Chul Han στην Zeit, 2014

"Tut mir leid, aber das sind Tatsachen" ["Λυπαμαι, ομως αυτα ειναι τα δεδομενα"]

Die Errettung des Schönen / Η διασωση του ωραιου

Die Austreibung des Anderen / Ο εξοβελισμος του Αλλου (2016)

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Η τρομοκρατια του ομοιου
Η βια του πλανητικου και η τρομοκρατια
Τρομοκρατια της αυθεντικοτητας
Αγχος
Ουδοι
Αποξενωση
Αντι-σωματα
Βλεμμα
Φωνη
Η γλωσσα του Αλλου
Η σκεψη του Αλλου
Να ακους

Περισσοτερα

 

Το Άγχος Μέσα Από Έναν Λόγο Του Martin Heidegger


Ο Heidegger μιλά για το άγχος ρητά κυρίως στα εξής κείμενα: "Sein und Zeit" ("Είναι και Χρόνος", 1927) §40, §68β, "Was ist Metaphysik?" ("Τι είναι Μεταφυσικη;", 1929), "Nachwort zu 'Was ist Metaphysik?'" ("Επίλογος στο 'Τι είναι Μεταφυσική;'",1943).

Όμως μια συνοπτική παρουσίαση των παραπάνω διόλου δεν θα εξαντλούσε το εύρος αυτού το οποίο στην νόηση του Heidegger συζητείται υπό το όνομα "Angst" ("Άγχος"). Επιγραμματικά θα λέγαμε ότι το άγχος συνιστά ορόσημο στην μετάβαση προς ό,τι ο Heidegger ονομάζει der andere Anfang, η άλλη απαρχή. Αναφορές συγγενικές προς το άγχος υπάρχουν σε λέξεις του όπως Furcht, τρόμος, Abgrund, άβυσσος: Gefahr, κίνδυνος.

Η πολυσήμαντη εμπειρία, η οποία αρχικά λέγεται με το όνομα του άγχους, σε διαφορετικές εποχές, μέσα από διαφορετικούς δρόμους της σκέψης του, απαντάται στα ονόματα Transzendenz, υπέρβαση, Untergang, χαμός, Verzicht, παραίτηση.

Εδώ συμβαίνει κάποτε ένα άλμα, Sprung, μια τροπή, Kehre, προς την άλλη νόηση, das andere Denken. Οι λέξεις της είναι: Το Μηδέν, Nichts, το οποίο συμπίπτει με το Είναι, Sein, η οντολογική διαφορά, die ontologische Differenz, η α-λήθεια, die Unverborgenheit, το Μεταξύ, das Zwischen, η Διάκριση, der Unterschied, το Ανοικτό, das Offene, το Διαυγές, die Lichtung, το Τετράπτυχο, das Geviert, το Συμβάν, das Ereignis, όπου το άγχος μεταλλάσσεται καθαυτό έτσι ώστε, τελικά, να συμπίπτει με την αιδώ, Scheu, την ευφορία, Heiterkeit. Δεν μπορούμε να μιλήσουμε επαρκώς για το άγχος στον Heidegger δίχως να λάβουμε υπόψη μας την συνόλη του νόηση - και πάλι, μιλώντας για μια καίρια λέξη του Heidegger, όπως εδώ για το άγχος, μιλούμε αναπόφευκτα για την συνόλη του νόηση.

Και πώς μπορούμε να μιλήσουμε για το άγχος στον Heidegger εμείς, στην γλώσσα μας; Βέβαια προϋποτίθεται η μετάφραση των λέξεων και των νοημάτων του στα ελληνικά. Όμως ο λόγος του Heidegger είναι βαθειά ριζωμένος στην γερμανική γλώσσα. Η απόπειρα της μετάφρασής του είναι μια υπόθεση άχαρη. Όσο πιστότερη φιλοδοξεί να είναι, προ πάντων στα κρίσιμα σημεία, τόσο μεγαλύτερη βία ασκεί επάνω στην μεταφράζουσα γλώσσα. Και όμως, μπορώ να πω από την δική μου πείρα, αυτή η αποτυχία άνοιξε έναν δρόμο. Ως έλληνόφωνο με ανάγκασε να εγκαταλείψω κατά έναν τρόπο τον Heidegger και να τον ξαναβρώ ως ένα, για να χρησιμοποιήσω μια έκφραση του Paul Celan, "μιλητό εσύ", ένα εσύ στο οποίο κανείς κάποτε μπορεί να μιλήσει, με το οποίο κανείς κάποτε μπορεί να συνομιλήσει.

Η προκείμενη λέξη του Heidegger είναι: Angst. Ο Γιάννης Τζαβάρας, στην μετάφρασή του του "Είναι και Χρόνος", την αποδίδει ως "αγωνία". Προτιμώ να την μεταφράσω με "άγχος", όπως άλλωστε έχει καθιερωθεί στον χώρο της ψυχιατρικής και της ψυχολογίας.

Ο χώρος αυτός δεν έχει καμιά παράδοση στην ελληνική γλώσσα. Υφίσταται εν πολλοίς παρασιτικά, μέσα από την άκριτη μετάφραση της ευρωπαϊκής και αγγλοσαξωνικής ορολογίας και την ασυλλόγιστη ανάληψη του σκεπτικού της. Ήδη αυτό απαιτεί από μας ν' αναλογιστούμε την λέξη Angst και το λεγόμενό της εκ νέου, αυτήν τη φορά μέσα από τον λόγο της ελληνικής γλώσσας.

Οι λέξεις Angst και άγχος έχουν πιθανώς κοινή ετυμολογική ρίζα, το αρχαίο ελληνικό ΑΓΧΙ, ΑΓΧΟΥ. Οπωσδήποτε το ΑΓΧΙ ανήκει στην ίδια ρίζα με την και σήμερα ακόμη καθομιλούμενη λέξη "αγχιστεία", αλλά και με την "αγχόνη". Τι μας λένε αυτές οι αναφορές για το άγχος; Είναι ένα ερώτημα. Την απάντηση δεν την έχουμε έτοιμη. Στην "οικογενειακή ομοιότητα", για να χρησιμοποιήσω ίσως αυθαίρετα μια έκφραση του Wittgenstein, άγχος-αγχιστεία-αγχόνη ανήκουμε όλοι όσοι έχουμε μητρική γλώσσα την ελληνική, και πάλι αυτή η συγγένεια μας είναι ξένη. Αν τούτο μας κάνει ανήσυχους, τότε το άγχος, σαν λέξη ελληνική που την λέμε δίχως να ξέρουμε τι λέμε, γίνεται, με μια έκφραση του Heidegger, άξιο ερωτήματος.

Τι εννοούμε όταν λέμε "άγχος"; Αυτό που λέει ο κόσμος; Αυτό που διαλογίζεται η φιλοσοφία; Αυτό που παρασταίνει η ψυχολογία και η ψυχιατρική; Αυτό που διαπιστώνει η νευρο-φυσιολογία; Το άγχος παρασταίνεται ως ψυχικό αίσθημα, ως απόρροια της σύγχρονης υπαρξιακής ανεστιότητας του ανθρώπου, ως κίνδυνος διάσπασης των αμυντικών μηχανισμών στο "ψυχικό όργανο", ως έλλειψη του γάμμα-αμινο-βουτυρικού οξέως στις νευρικές συνάψεις.

Παντού εδώ, ρητά ή άρρητα, ξεκινούμε από την ερώτηση "Τι είναι το άγχος;" και απαντούμε με την διατύπωση ενός ορισμού του.

Και τι θα πει "ορισμός"; Από τον Αριστοτέλη και έκτοτε σ' έναν ορισμό παρατίθενται, όπως έχει παραδοθεί στα λατινικά, genus proximum et differentia specificam, το προσήκον γένος και η ειδοποιός διαφορά. Ετσι το άγχος είναι π.χ. αίσθημα (προσήκον γένος) που χαρακτηρίζεται π.χ. από συγκεκριμένα σωματικά συμπτώματα (ειδοποιός διαφορά).

Ο ορισμός του άγχους δεν μένει στο άγχος. Αποδίδεται σ' ένα "γένος", π.χ. "αίσθημα", και διαφοροποιείται ως προς άλλα αισθήματα, π.χ. με κριτήριο τα συνοδά σωματικά του συμπτώματα. Ο ορισμός του άγχους δεν μένει στο άγχος. Το άγχος, ως άγχος, παρακάμπτεται. Ο ορισμός του άγχους υπεκφεύγει το άγχος.

Όμως για τον θεραπευτή οι υπεκφυγές, ακόμα κι αυτές, και προπάντων αυτές, είναι μοιραίες. Διότι ο θεραπευτής συνομιλεί με ανθρώπους για τους οποίους π.χ. το άγχος μπορεί να είναι, ή να γίνει, υπόθεση ζωής και θανάτου. Ο θεραπευτής, για να αρθεί στο ύψος μιας τέτοιας περίστασης, χρειάζεται να βλέπει τα πράγματα καταπρόσωπο. Προς τούτο, όπως ειπώθηκε, οι ψυχολογικές-ψυχιατρικές παραστάσεις του άγχους δεν επαρκούν. Χρειάζεται, αφού αναπόφευκτα περάσει από την ψυχιατρική και την ψυχολογία, να ξεχάσει πως είναι ψυχίατρος και ψυχολόγος και να παραμείνει αληθινός απέναντι σ' έναν άνθρωπο ο οποίος, στην συνομιλία τους, αναζητεί την δική του αλήθεια.

Και πώς μπορούμε να φθάσουμε στο άγχος ως άγχος; Εμείς λέμε, το άγχος είναι αίσθημα, το άγχος είναι σήμα κινδύνου, το άγχος είναι νευροχημική διαταραχή. Παντού εδώ προχωρούμε ένα βήμα περισσότερο απ' όσο χρειάζεται. Πριν απ' όλα το άγχος είναι άγχος. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο. Πρέπει να παραιτηθούμε από τους ποικίλους ορισμούς του, πρέπει να κάνουμε, με μιαν έκφραση του Heidegger, den Schritt zurück, το βήμα πίσω απ' αυτούς, πρέπει να το εννοήσουμε στην αλήθεια του.

Πού και πότε, είναι το άγχος; Εδώ, σε μια "αγχώδη κατάσταση"; Τώρα, που με πιάνει ένας κόμπος στον λαιμό και ιδρώνω και χτυπά η καρδιά μου και νομίζω πως θα πεθάνω; Όχι! Όλα αυτά γίνονται αισθητά συγκεχυμένα και διάσπαρτα. Πρώτα όταν έρθει το όνομα, το όνομα και όχι η διάγνωση, συλ-λέγονται, συγκεντρώνονται σ' αυτό, καθότι λέγονται ΕΝΙ ΟΝΟΜΑΤΙ, με ένα όνομα: άγχος. Το άγχος είναι όπου και όταν ονομάζεται. Το άγχος είναι εν ονόματί του.

Το άγχος ονομάζεται, και έτσι μόνον είναι. Το Είναι του δεν προκαλείται από τίποτε, από κανέναν "αγχογόνο παράγοντα", από κανένα αίτιο και καμιά κατάσταση. Και ο άνθρωπος δεν "κάνει" άγχος, όπως συχνά λέγεται. Καμιά εξήγηση και καμιά ερμηνεία του άγχους δεν φθάνει ποτέ στο άγχος καθαυτό. Οδηγεί σε κάτι άλλο, μακριά του, και τον άνθρωπο που το έχει μακριά από τον εαυτό του.

Και τι μπορούμε να πούμε, εμείς οι θεραπευτές, εάν δεν διαγνώσουμε και δεν εξηγήσουμε και δεν ερμηνεύσουμε; Υπάρχει τίποτ' άλλο που μπορούμε να κάνουμε; Υπάρχει. Το λέει ο Ηράκλειτος στην αρχή της αποσπασματικά παραδεδομένης γραφής του:

(...) ΦΡΑΖΩΝ [ΕΚΑΣΤΟΝ] ΟΚΩΣ ΕΧΕΙ

Μπορούμε να λέμε τα πράγματα όπως έχουν. Ας δοκιμάσουμε να πούμε το άγχος, όπως έχει.

Λέμε: Έχω άγχος. Το λέμε. Πρωτίστως, στην αλήθεια του, το άγχος είναι λόγος. Και τι θα πει "λόγος";

Ο ΛΟΓΟΣ, στο χθόνιο ελληνικό του νόημα, απαντάται εκπεφρασμένα στον Ηράκλειτο. Ένα απόσπασμα το λέει, τι θα πει ΛΟΓΟΣ:

[...] ΕΝ ΠΑΝΤΑ [...]

Ο ΛΟΓΟΣ δεν είναι η "γλώσσα" ως μια ιδιότητα του ανθρώπου μεταξύ άλλων. ΛΟΓΟΣ: ΕΝ ΠΑΝΤΑ. Έτσι π.χ. το ρολόι, το ωρο-λόγιον: το ένα, πασών των ωρών: το ημερο-λόγιο: το ένα, πασών των ημερών. Ο ΛΟΓΟΣ, όχι πλέον ως δεύτερο συνθετικό: Το ένα των πάντων.

Εξυπακούεται ότι αυτόν τον λόγο κανείς δεν τον ακούει μόνο με τ' αυτιά του και δεν τον εκφέρει μόνο με το κεφάλι του. Για ποιο άκουσμα και για ποιο μίλημα πρόκειται εδώ, μας το λέει ένα απόσπασμα του Ξενοφάνη:

ΟΥΛΟΣ ΟΡΑΙ ΟΥΛΟΣ ΔΕ ΝΟΕΙ ΟΥΛΟΣ Τ' ΑΚΟΥΕΙ

Εδώ είμαι όλος αυτιά, είμαι όλος μάτια, είμαι όλος εννόηση. Ο ΛΟΓΟΣ δεν είναι γενικά κι αόριστα "η γλώσσα". Ο ΛΟΓΟΣ είναι εκεί και μόνον εκεί όπου ο άνθρωπος υπάρχει ΟΥΛΟΣ.

ΕΝ ΠΑΝΤΑ. Ποια είναι τα ΠΑΝΤΑ, τα οποία στον ΛΟΓΟΝ συλ-λέγονται; Στα αποσπάσματα του Ηράκλειτου αναφέρονται:

Άδης Διόνυσος. Δούλος Ελεύθερος. Ημέρα Νύχτα. Ανήφορος Κατήφορος. Χειμώνας Θέρος. Πόλεμος Ειρήνη. Λιμός Κορεσμός. Ζωντανό Πεθαμένο. Νέο Γηραιό. Νόσος Υγεία. Κάματος Ανάπαυση. Υγρό Ξηρό.

Στο ΠΑΝΤΑ μιλούν όσα εμείς παρασταίνουμε ως εκάστοτε αντίθετα. Αυτά, στον ΛΟΓΟΝ, δεν αντιτίθενται μεταξύ τους αλλά έρχονται κοντά το ένα στο άλλο, ενούνται: ΕΝ.

Έρχονται κοντά το ένα στο άλλο και συγγενεύουν, ως μεταξύ τους ξένα και ως μεταξύ τους οικεία. Στην γλώσσα μας υπάρχει μια λέξη στην οποία η συγγένεια ξένου και οικείου λέγεται ενί ονόματι: ΑΓΧΙΣΤΕΙΑ. Ο Ηράκλειτος δεν την αναφέρει. Όμως στα αποσπάσματά του σώζεται μια άλλη λέξη από την ίδια ρίζα, ΑΓΧ-, η οποία έχει παραδοθεί μεμονωμένη, δίχως συμφραζόμενα, και η οποία θα μπορούσε να ονομάζει το προκείμενο. Ο Heidegger θέτει αυτήν την λέξη ως τίτλο ενός διαλόγου του από το 1945:

ΑΓΧΙΒΑΣΙΗ

ΑΓΧΙΒΑΣΙΗ. ΤοΑΓΧΙ- της μιλά και σήμερα στην λέξη μας "αγχιστεία". Δηλώνει την συγγένεια ανάμεσα στο ξένο και στο οικείο. Η ΒΑΣΙΗ, το ρήμα ΒΑΙΝΩ, μιλά για "βήματα προς...". ΑΓΧΙΒΑΣΙΗ είναι βήματα προς την αγχιστεία. Όμως μέσα από την ίδια ρίζα μιλά και το "άγχος". Το συναντούμε εκεί όπου φαινόταν πως είχαμε απομακρυνθεί απ' αυτό. Λόγω, ΛΟΓΩΙ της ρίζας του, στον ΛΟΓΟΝ της ρίζας του, το άγχος έχει συλλέξει τα πάντα στο ΕΝ της αγχιστείας τους. Όμως, το άγχος, επιτελώντας αυτήν την συλλογή, παραμένει πιστό στην ρίζα του και στον ΛΟΓΟΝ της. Παραμένει στον εαυτό του, μάλιστα απολήγει καταρχήν στον εαυτό του, είναι το άγχος το οποίο είναι. Το άγχος είναι άγχος. Κινούμαστε στον χώρο αυτού το οποίο ο Heidegger, στην συνομιλία του με τον Παρμενίδη, αποκαλεί das tautologische Denken, "η ταυτολογική νόηση". Δεν πρόκειται για μια "σημασία" του άγχους. Το αληθινό άγχος δεν είναι "σημαίνον" το οποίο κολλάει σαν ταμπέλα επάνω στο "σημαινόμενο", π.χ. ενός αισθήματος.

Το άγχος είναι άγχος. Το "είναι" ας ακουστεί εδώ μεταβατικά: Το άγχος (όνομα) "οντίζει", πραγματώνει, το άγχος (τον εαυτό του: το αγχ-, την ΑΓΧΙΒΑΣΙΗ προς την αγχιστεία). Εδώ μιλά η ίδια η γλώσσα, μιλά ο ΛΟΓΟΣ του άγχους, τον οποίο δεν ορίζουμε εμείς, τον οποίο καλούμαστε να ακούσουμε και να ομο-λογήσουμε.

Ας προσέξουμε τώρα το άγχος ως άγχος, την αγχιστεία των αντιθέτων στο ΕΝ. Συνήθως κατοικούμε έναν κόσμο διασπασμένο σε αντίθετα. Χωρίζουμε μεταξύ τους: την αυτονομία και την εξάρτηση, την ασφάλεια και τον κίνδυνο, τον εχθρό και τον φίλο, την χαρά και την λύπη, την νίκη και την ήττα, την ζωή και τον θάνατο. Επιδιώκουμε να αρκεστούμε στο ένα και να εξαλείψουμε το άλλο.

ΜΟΡΦΑΣ ΓΑΡ ΚΑΤΕΘΕΝΤΟ ΔΥΟ ΓΝΩΜΑΣ ΟΝΟΜΑΖΕΙΝ

ΤΩΝ ΜΙΑΝ ΟΥ ΧΡΕΩΝ ΕΣΤΙΝ ΕΝ ΩΙ ΠΕΠΛΑΝΗΜΕΝΟ ΕΙΣΙΝ

"(Οι θνητοί) καταθέτουν γνώμες που ονομάζουν δύο μορφές, η μία από τις οποίες να μην τους χρειάζεται - εδώ πλανώνται.", γράφει ο Παρμενίδης, σε μια τόσο κοντινή και συνάμα τόσο μακρινή συμφωνία με τον Ηράκλειτο. Οι θνητοί χωρίζουν τις μορφές. Έχουν την γνώμη πως τους αρκεί η μία και πως η άλλη δεν χρειάζεται. Πλανώνται. Διότι είναι τα ίδια τα πράγματα που κάπου, κάπως, κάποτε, θα ματαιώσουν τα σχέδιά μας: Η αυτονομία θα εκπέσει στην πλέον ανελεύθερη εξάρτηση, η οχύρωση στην ασφάλεια θα κινδυνεύσει, ο φίλος θα γίνει ο μεγαλύτερος εχθρός, την χαρά θα ακολουθήσει η λύπη, η νίκη θα γνωρίσει την ήττα, η ζωή θα τελειώσει.

Ό,τι είχε τεθεί ως αντίθετο μ' ένα αλλο και αντιτιθέμενο προς αυτό, θα το συναντήσει, ΑΓΧΙΒΑΣΙΗ, τα δύο τους θα καταδειχθούν ως αυτά τα οποία είναι: συγγενικά, εξ αγχιστείας. Είναι η ίδια συγγένεια που γνωρίζουμε και σήμερα: Αυτοί οι οποίοι, χάρη σ' έναν γάμο, συναντώνται και, στην συνάντησή τους, αναγνωρίζονται συνάμα ως ξένοι και οικείοι - όπου και πάλι οι άνθρωποι ως επί το πλείστον καθηλώνονται στο ένα από τα δύο και δέχονται (ΔΟΞΑ) - μόνον την μεταξύ τους ξένωση ή την μεταξύ τους οικειότητα.

Στο άγχος συνέρχονται τα μέχρι τότε αντίθετα στον δρόμο της χθόνιας αγχιστείας τους. Οι ψυχολογικές-ψυχιατρικές παραστάσεις καθιστούν το άγχος "περίπτωση". Όμως είναι ο δρόμος, ο μόνος στον οποιο η αντιθετικότητα χάνεται και συμβαίνει ο κοινός κόσμος, η πραγματικότητα, ότι το λεγόμενο, ακόμα και όταν λέγεται απορριπτικά, είναι.

Όταν έρχεται η ώρα και η καθήλωση στην μία μορφή δεν μπορεί πλέον να κρατηθεί, τα αντιτιθέμενα συναντώνται. Όταν το άγχος είναι, ο αφορώμενος άνθρωπος καταλαμβάνεται εξ απήνης. Ο κόσμος του ανθρώπου, ο συγκεντρωμένος στην μία μορφή και οχυρωμένος απέναντι στην άλλη, χάνεται. Το άγχος σε πιάνει απ' τον λαιμό και σου κόβει την ανάσα: Αγχόνη, μια ακόμη λέξη, ένα ακόμη συν-ώνυμο, καθότι από την ίδια ρίζα, του άγχους. Και πάλι εκείνο το πιάσιμο απ' τον λαιμό κι η ασφυξία, η αγχόνη του άγχους, απομονωμένη και παραστημένη μέσα από την τρέχουσα αξιολόγηση που απεχθάνεται κάθε τι το ακραίο, ανωδυνοποιείται και λογαριάζεται σαν "σύμπτωμα".

Η αγχόνη του άγχους έρχεται εκεί όπου η καθήλωση στην μία μορφή είχε φτάσει σε αδιέξοδο. Αυτή, ακριβώς αυτή είναι η ώρα όπου, με την ίδια σφοδρότητα, με την ίδια πιεστικότητα, με την οποία είχε προηγουμένως καταπολεμηθεί, εισβάλλει η άλλη μορφή και διατρανώνει την αγχιστεία της: Η εγγύτητα εκεί που κρατούνταν απόσταση, η απόσταση εκεί που κυριαρχούσε η εγγύτητα, ο ενήλικας εκεί όπου επέμενε το παιδί, το παιδί εκεί που ο ενήλικας το είχε ξεχάσει, η φιλία εκεί που υπήρχε η εχθρότητα, η εχθρότητα εκεί που μόνο η συμφιλίωση επιτρέπονταν, το άφημα εκεί που ασκούνταν ο έλεγχος, ο έλεγχος εκεί που όλα ήταν αφημένα, η υγεία εκεί που είχε εξαπλωθεί νοσηρότητα, η νόσος εκεί που τα πάντα σφύζαν από υγεία.

ΑΛΛΑΙ / ΟΔΩΝ ΟΔΟΙ ΠΕΡΑΙΤΕΡΑΙ

"Από κάποιους δρόμους, άλλοι δρόμοι προχωρούν 'περαιτέρω'", γράφει ο Πίνδαρος. Ο δρόμος του άγχους, η ΑΓΧΙΒΑΣΙΗ, λίγες φορές φθάνει μέχρι το τέλος και την συντέλεση. Συνήθως το άγχος παραμένει ουσιαστικά ανώνυμο, ο παθών δεν ονομάζει αυτό που του συμβαίνει. Ως επί το πλείστον κυριαρχεί κάποιου είδους αντίσταση και φυγή: Το άγχος παραμένει κάτι το άγνωστο, λέγεται δίχως να εννοείται, συγκαλύπτεται πίσω από αιτιάσεις φλυαρία υπερκινητικότητα, επικεντρώνεται στο "σωματικό σύμπτωμα", "ερμηνεύεται". Στην φυγή, ακόμη και όταν κανείς λέει "έχω άγχος", δεν το λέει ΟΥΛΟΣ.

Τι σημαίνουν αυτά για την θεραπευτική συνομιλία; Ο θεραπευτής καλείται να μην εννοήσει το άγχος του πελάτη του σαν κάτι το "νευρωτικό" το οποίο χρήζει ερμηνείας και "θεραπείας". Στο άγχος βλέπει έναν δρόμο. Το πρώτο του μέλημα είναι ν' αφήσει αυτόν τον δρόμο ν' ανοίξει, δηλαδή, με την τέχνη του, να καθοδηγήσει τον πελάτη του ώστε αυτός να ελευθερωθεί από την φυγή η οποία αρνείται επίμονα να αρμοστεί στον δρόμο του άγχους, ενώ έχει κληθεί σ' αυτόν.

Εδώ η αγχόνη, μέσα από την οποία ο πελάτης περνά, πρέπει να υποφερθεί. Ο θεραπευτής μπορεί να μείνει ελεύθερος από κάθε ανησυχία, από κάθε συμπονετική και από κάθε παρηγορητική στάση όταν έχει εμπεδώσει το ότι, εφόσον παίζεται η αλήθεια, αυτός ο δρόμος είναι αναγκαίος και αναπόφευκτος.

Όταν το άγχος έρθει καθαρά και φτάσει στην κορύφωση και στην κρίση, όταν ο πελάτης έχει ανοίξει για το άγχος του, ΟΥΛΟΣ, τότε γίνονται θεραπευτής και πελάτης, ο ένας για τον άλλον, ομιλητοί: Μπορούν να συνομιλήσουν, ν' ακούσουν ο ένας τον άλλο. Όμως ο θεραπευτής μπορεί να είναι επαρκής συνομιλητής όταν και εφόσον έχει διακρίνει μια απάντηση στο οδηγό πλέον ερώτημα: Ποια καθήλωση, σε ποιαν μία μορφή, κλονίζεται στο άγχος του ανθρώπου; Ποια άλλη, μέχρι τώρα αποκλεισμένη, μορφή την πλησιάζει και ζητά ν' αποκαταστήσει την αγχιστεία τους;

Το άνοιγμα του πελάτη στο άγχος και η επάρκεια του θεραπευτή για την συνομιλία τους πηγαίνουν μαζί. Κανένας δεν μπορεί να προχωρήσει μόνος του, δίχως τον άλλον - Όμως, πηγαίνοντας μαζί, ο καθένας πηγαίνει από τον δικό του δρόμο.

Και όλα θέλουν την ώρα τους. Κατά έναν θαυμαστό και ανεξερεύνητο τρόπο είναι η ώρα αυτή που φέρνει τα πάντα.

ΩΡΑΙ ΑΙ ΠΑΝΤΑ ΦΕΡΟΥΣΙ

Όλα αυτά πάλι δεν γίνονται με την έννοια μιας διαδικασίας. Έρχονται ώρες όπου, απρόσμενα, το Μεταξύ θεραπευτή και πελάτη διαυγάζει, και συνομιλούν. Και έρχονται ώρες όπου απλώνεται μια θόλωση και μένουν στην ουσία βουβοί και χρειάζεται να περιμένουν, ν' αφήσουν χρόνο στον εαυτό τους. Στην συνομιλία τους ο δρόμος του άγχους προχωρεί, μέχρι εκεί που προχωρεί, στα σκοτεινά. Αριά και πού εκλάμψεις τον φωτίζουν, και

μέσα στα χάσματα της αστραπής

διαγράφεται η χάραξή του. Και το τέλος, εφόσον η συνομιλία τους φθάσει καν σε αληθινό τέλος, δεν είναι η απόληξη σε κάποιον σκοπό αλλά η εξοικείωση σ' αυτούς τους δρόμους, η κατοίκηση σ' αυτούς τους δρόμους, με τα σκοτάδια στα οποία κάποτε χάνονται, με τις λάμψεις στις οποίες, πάντα κάπως διαφορετικοί, ξεπροβάλλουν.

ΤΑ ΔΕ ΠΑΝΤΑ ΟΙΑΚΙΖΕΙ ΚΕΡΑΥΝΟΣ

"Τα πάντα έχουν για δοιάκι τον κεραυνό."

Η συνομιλία ενός ελληνόφωνου με τον Heidegger για τους δρόμους του άγχους ας κλείσει με κάτι δικό του σχετικό με την φύση των δρόμων που μνημονεύτηκαν, των δρόμων μας:

Οδοί

Οδοί,

Οδοί της νόησης, οι ίδιες οδεύοντας,

σβήνοντας. Γυρίζοντας πότε πάλι,

θεάσεις προς τα πού φέρνοντας;

Οδοί, οι ίδιες οδεύοντας,

άλλοτε ανοιχτές, αιφνίδια οι κλειστές,

όψιμες· δείχνοντας ένα πρώιμο:

μηδέποτε κεκτημένο, προορισμένο για την παραίτηση -

τα βήματα λύνοντας

στην κλαγγή αξιόπιστης μοίρας.

Και πάλι η ένδεια

αργόσυρτου σκότους

στο αναμένον φως.





PDF

Ενας δασκαλος

Αντι περιληψης

Wild war er und rauh zu Beginn, weiblüstern und toll wie die anderen Kentauren, und diesem die Knaben anzuvertrauen hieß wohl, sie der wilden Natur anheimzugeben zu Gedeih und Verderb. Denn die wilden Männer der Berge bedeuten ja nichts anderes, als die urgewaltigen und verheerenden Kräften der Natur. Sie peitschen das Wasser, ihr Atmen ist der Sturm, ihr dröhnender Hufschlag der Donner und das Beben der Erdtiefe. Dem Ansturm müssen die Knaben standhalten, im Wettkampf mit ihnen müssen sie ihre Kräfte erproben. Wer sich an der Mutterbrust der Natur nicht sättigen kann, wer nicht lernt, Heilsames von Schädigendem zu unterscheiden, wer nicht mit wachen Sinnen und gelenken Gliedern seine Nahrung greift, der ist verloren und bald vergessen. Die siegreich Zurückkehrenden aber finden sich zu großen Taten bestimmt.

Marie Luise Kaschnitz, Griechische Mythen. Chiron.

Αγριος ηταν στην αρχη και ωμος, θηλυμανης και αλλοφρονας οπως οι αλλοι Κενταυροι, και να του εμπιστευεσαι τα παιδια σημαινε βεβαια να τα παραδιδεις στο ελεος της αγριας φυσης. Αφου οι αγριοι αντρες των βουνων δεν σημαινουν παρα τις κοσμογονικες και καταστροφικες δυναμεις της φυσης. Μαστιγωνουν τα νερα, η ανασα τους ειναι η καταιγιδα, η βροντερη τους οπλη ο κεραυνος και η δονηση απο τα βαθη της γης. Τα αγορια πρεπει να σταθουν απεναντι στην επελαση, στον αγωνα μ' αυτα πρεπει να δοκιμασουν τις δυναμεις τους. Οποιος δεν μπορει να κορεστει απο τον μαστο της γης, οποιος δεν μαθαινει να ξεχωριζει το ιαματικο απο το βλαβερο, οποιος δεν αδραχνει την τροφη του με τις αισθησεις του οξυμμενες και τα μελη του ευκινητα, ειναι χαμενος και θα ξεχαστει γρηγορα. Ομως αυτοι που επιστρεφουν νικηφορα, ειναι προορισμενοι για μεγαλα εργα.

Ενας δασκαλος

Ο Μιλτος Θεοδοσιου, πασιγνωστος, μεταξυ πολλων αλλων, για την ευρηματικοτητα στις εικονες που συνοδευουν τις αναρτησεις του στο Facebook, κοσμησε την πρωτη προσκληση για την φετεινη μας συναντηση με το παραπανω GIF. Μας καλει, ετσι το ειδα εγω, δικην αλεξιπτωτιστων να ερθουμε απο τα τεσσερα σημεια του οριζοντα και να συναντηθουμε, ουρανοκατεβατοι, εδω στην Βυζιτσα. Στο Πηλιο.

Σημερα δεν θα σας μιλησω για εναν ουρανοκατεβατο, αλλα για ενα γεννημα-θρεμμα του Πηλιου. Τον Κενταυρο Χειρωνα. Οπου ισως θα ηταν πιο ταιριαστο να μιλησουμε συναμα για το Πηλιο ως γεννημα-θρεμμα του Χειρωνα, για μια υποθεση αμφιδρομη. Διοτι και το Πηλιο δεν θα ηταν αυτο που ειναι διχως την παρουσια, την νοερη, την μυθικη, την παραμυθενια παρουσια του.

Πως μπορουμε να εννοησουμε αυτο το αμοιβαιο παιχνιδι τοπου και τροπου κατοικησης ενος νοημονος πλασματος σ' αυτον τον τοπο; Για να παραφρασω την γνωστη εκφραση του Martin Ηeidegger για την ουσια του ανθρωπου ως εν-τω-κοσμω-ειναι: Πως θα μπορουσαμε να εννοησουμε μια υπαρξη, π.χ. τον Κενταυρο Χειρωνα ως εν-Πηλιω-ειναι;

Ο ιδιος ο Heidegger λεει:

Οι θνητοι κατοικουν καθοσον σωζουν την γη … Η σωτηρια δεν γλυτωνει μονο απο εναν κινδυνο. Σωζω θα πει ιδιως απολυω κατι στην δικη του ιδιαιτερη ουσια.

Στο πνευμα του Heidegger οι ανθρωποι σωζουν την γη. Την απολυουν, την απελευθερωνουν, την προ-καλουν να προβαλει στην δικη της ουσια. Ενα συγκεκριμενο παραδειγμα απο τον Jean Baudrillard στο βιβλιο του Amérique, οπου γραφει για μια ερημο:

Prototype 3.jpg

η Great Salt Lake Desert, οπου επρεπε να εφευρουν την ταχυτητα των πρωτοτυπων αυτοκινητων για να αντιμετωπισουν το απολυτο οριζοντιο

Πρωτα η απολυτη ταχυτητα "σωζει" την ερημο, την προ-καλει στην ουσια της, π.χ. αναδεικνυει το "απολυτο οριζοντιο".

Και η θαλασσα; Που βρισκει τον εαυτο της; Τι την σωζει; Την σωζει, μεταξυ αλλων, η μουσικη: Ο ρυθμος της βαρκαρολας, τα 6/8, στα οποια το κυμα ουσιωνεται.

Ενα τραγουδι του Αττικ, που αγαπουσε ο Ανδρεας Εμπειρικος:




Άσπρο πουλί τρεχαντήρι

πούθε μας ήρθες γοργό;

Ποιον έχεις καραβοκύρη;

Πού πας στερνά από δω;


Ποιος ξέρει τι σε προσμένει

στου κόσμου κάποια γωνιά.

Έχεις κι εσύ μοίρα γραμμένη

επάνω στα πανιά.

Τρεχαντήρι - Δανάη - snapshot.jpg

Και φτανουμε στον μυθικο Κενταυρο Χειρωνα. Ομως προς τι οι μυθοι; Ο Friedrich Hölderlin, στα οψιμα χρονια της παραφροσυνης, εγραφε ποιηματα κατα παραγγελια των επισκεπτων του. Ειναι απλα στιχακια, συνηθως σε ιαμβικο μετρο με ζευγαρωτη ομοιοκαταληξια. Ενα τετοιο εχει τον τιτλο "Ελλας" και τελειωνει ως εξης:

Griechenland

Die offnen Felder sind als in der Erndte Tage

Mit Geistigkeit ist weit umher die alte Sage,

Und neues Leben kommt aus Menschheit wieder

So sinkt das Jahr mit einer Stille nieder.

Ελλας

Οι ανοιχτοι αγροι ειναι σαν σ' εσοδειας ημερα,

Πνευματικα ο μυθος ο παλιος πλανιεται στον αερα,

Κι απο την ανθρωποτητα ξανα νεα ζωη αρχιζει

Ετσι το ετος σιγαλα στο γερμα του βαδιζει

Το ακουμε στην μελοποιηση του Wilhelm Killmayer. Στο τελος επαναλαμβανεται η λεξη του τιτλου: Griechenland (Ελλας).

Ποιο θα ηταν το ορος Πηλιο ως o τοπος, στον αερα του οποιου συνεχιζει να πλανιεται ο παλιος μυθος; Ποιος θα ηταν ο Χειρωνας, αν στην μορφη και στα εργα του συμπυκνωνεται και αποτιθεται ο πλανωμενος αερας του Πηλιου; Πως θα μπορουσε ο Κενταυρος Χειρων να σωζει αυτην την γη;

Στο Πηλιο βρεθηκα παιδι, για 4 καλοκαιρια, στην κατασκηνωση της ΧΑΝΘ στον Αη Γιαννη.

Τα μονοπατια του.

Τα νερα του.

Οι κορμοι των δεντρων και ο "σκοτεινος", "παναρχαιος", οπως τον αποκαλει ο Hölderlin, κισσος στην αρχεγονη, ερωτικη, μαλιστα οργιαστικη τους περιπτυξη.

Στο Πηλιο συναντησα και εμπειραθηκα για πρωτη φορα το μεθυστικο. Σημερα θα μπορουσα να μιλησω για φυση εν τω γεννασθαι. Την διακρινουμε και στον Θεοφιλο

που περασε σ' αυτα τα μερη τα περισσοτερα χρονια του.

Φυση εν τω γεννασθαι: τα στοιχεια των αρχαιων σοφων, φωτια, αερας, νερο και γη δεν εχουν ξεχωρισει ακομα, δεν εχουν απομονωθει, κανενα τους απο μονο του δεν εχει στοιχειωσει τα πραγματα, δεν τα εχει μονοπωλησει και δεν τα εχει καθηλωσει σε στερεα, σε υγρα, σε αερια. Οι μορφες ακομα διαχεονται η μια στην αλλη, καταιγιστικα και αναλαφρα, μεθυστικα, σ' εκεινη την αρχεγονη, οργιαστικη, ερωτικη και φονικη τους περιπτυξη.

Ολα ειναι, γραφει ο Hölderlin, σαν σε μια νυχτα

... wenn alles gemischt

Ist ordnungslos und wiederkehrt

Uralte Verwirrung.

… οταν ειναι τα παντα ανακατα

ατακτα κι επανερχεται

παμπαλαια συγχυση.

700 B.C..PNG

Αυτος λοιπον ειναι ο τοπος του Χειρωνα, του διπλομορφου Κενταυρου.

Ο Hölderlin μετεφρασε και σχολιασε αποσπασματα του Πινδαρου. Σε ενα απο αυτα γινεται λογος για τους Κενταυρους. Διαβαζω την πρωτη φραση:

Οι Κενταυροι εννοουνται βεβαια ως το πνευμα ενος ρεματος, καθοσον τουτο δημιουργει κατευθυνση και οριο, δια της βιας, επανω στην αρχικα απατητη, προς τα ανω βλασταινουσα γη.

Ο ποιητης αφηγειται μια κοσμογονια. Μιλα για την εικονα του ρεματος

ιδιαιτερα σε μερη οπου ... επρεπε να εγκαταλειψει την οροσειρα και να διαπερασει την κατευθυνση της καθετα. ...

Σε τετοιες περιοχες το ρεμα επρεπε πρωταρχικα να περιπλανιεται, μεχρι να χαραξει μια πορεια. Ετσι δημιουργηθηκαν, οπως σε λιμνουλες, υγρα λιβαδια, και σπηλιες για θηλαστικα ζωα, και στο μεταξυ ο Κενταυρος ηταν αγριος βοσκος, παρομοιος με τον Κυκλωπα του Οδυσσεα.

Cyclops, Huzar.jpg

Πως λοιπον μπορουμε να εννοησουμε την προϊστορια μας; Την "παμπαλαια συγχυση", οπου ολα ειναι ακομα "ανακατα" και "ατακτα", μεσα απο την παρομοιωση του Κενταυρου με τον Κυκλωπα της Οδυσειας; Στην 9η ραψωδια διαβαζουμε:

Κυκλώπων δ᾽ ἐς γαῖαν ὑπερφιάλων ἀθεμίστων

ἱκόμεθ᾽, οἵ ῥα θεοῖσι πεποιθότες ἀθανάτοισιν

οὔτε φυτεύουσιν χερσὶν φυτὸν οὔτ᾽ ἀρόωσιν,

ἀλλὰ τά γ᾽ ἄσπαρτα καὶ ἀνήροτα πάντα φύονται,

πυροὶ καὶ κριθαὶ ἠδ᾽ ἄμπελοι, αἵ τε φέρουσιν

οἶνον ἐριστάφυλον, καί σφιν Διὸς ὄμβρος ἀέξει.

τοῖσιν δ᾽ οὔτ᾽ ἀγοραὶ βουληφόροι οὔτε θέμιστες,

ἀλλ᾽ οἵ γ᾽ ὑψηλῶν ὀρέων ναίουσι κάρηνα

ἐν σπέσσι γλαφυροῖσι, θεμιστεύει δὲ ἕκαστος

παίδων ἠδ᾽ ἀλόχων, οὐδ᾽ ἀλλήλων ἀλέγουσιν.

φτασαμε στην γη των υπερφιαλων αθεμιτων Κυκλωπων. Αυτοι αφηνουν την τυχη τους στους αθανατους και ουτε φυτευουν με τα χερια τους ουτε οργωνουν, μα ολα φυτρωνουν διχως σπορα κι οργωμα - σταρι και κριθαρι κι αμπελια φορτωμενα με κρασοσταφυλα και βλασταινουν με την βροχη του Δια. Σ' αυτους δεν εχει ουτε αγορες να παιρνονται αποφασεις ουτε θεσμους, μα ζουνε σε κορφες ψηλων βουνων μεσα σε θολωτες σπηλιες κι ο καθενας οριζει μονος του παιδια και γυναικες, κι ουτε νοιαζονται ο ενας για τον αλλο.

Böcklin 1873 Centaurs.jpg

Ο Κενταυρος, στις απαρχες του, ειναι, οπως ο Κυκλωπας, ὑπερφίαλος. Με ποια εννοια; Το λεει η επομενη λεξη: ἀθέμιστος, ποιητικη παραλλαγη του ἀθέμιτος. Αθεμιτα δεν ειναι μονο τα μεσα που χρησιμοποιει. Αθεμιτος ειναι ο ιδιος, περα για περα. Και τι χαρακτηριζει το αθεμιτο της υπαρξης του; Η τελευταια φραση του παραθεματος λεει για τους Κυκλωπες και, κατ' επεκταση, τους Κενταυρους:

οὐδ᾽ ἀλλήλων ἀλέγουσιν.

Το ρημα ἀλέγω θα πει νοιαζομαι. Καθως μαλιστα ετυμολογικα συγγενευει με το ἄλγος, το 'νοιαζομαι' του ἀλέγω εχει την εννοια του ποναω κατι, ποναω καποιον.

Gericault Centaur kidnapping a nymph.jpg

Οι Κενταυροι αρχικα ειναι απονοι. Δεν νοιαζονται ο ενας για τον αλλο, γι' αυτο δεν εχουν αγορα και θεσμους, και ο καθενας κανει του κεφαλιου του. Ομως ουτε την γη τους πονανε. Δεν την σπερνουν και δεν την οργωνουν, κι ολα ειναι αφημενα στην τυχη.

Picasso 1955 Centaur.jpg

Αυτος ο τοπος ειναι, γραφει ο Hölderlin, απατητος, δηλαδη αφιλοξενος, ακατοικητος. Πως αυτη η προϊστορια μπορει να μας αφορα; Πως μπορει να κουβαλουμε τους Κυκλωπες στην ψυχη μας, κατα πως λεει ο Καβαφης στην Ιθακη; Πως μπορει ο κοσμος μας να ειναι τραχυς κι αφιλοξενος, κι εμεις να ειμαστε κλειστοι, τυφλοι και κουφοι και αναισθητοι για τους αλλους, απονοι, οπως γραφει καπου ο Hölderlin;

Θυμιζω τους στιχους του για την νυχτα, οταν

ειναι τα παντα ανακατα

ατακτα κι επανερχεται

παμπαλαια συγχυση.

Picasso 1948 Dance of the Centaur.jpg

Ενας μακρινος αποηχος της θα μπορουσε να ειναι και η νυχτα, η συσκοτιση, το νυχτωμα που κυριαρχει, τοσο στην τρελα που αφορα λιγους οσο και στην περιρρεουσα τρελα που αφορα ολους. Με τον ενα, η τον αλλο τροπο, μιλαμε για υπνοβατες που δεν εχουν ιδεα τι συμβαινει τριγυρω τους. Ενας κοσμος αγριος, αντιξοος. Ο τοπος μας δυστοπος. Οι ελπιδες μας, οι αγαπες μας, γραφει ο Eliot στο East Coker, ειναι για το "λαθος πραγμα". Οι γνωμες μας, λεει στον Κρεοντα ο φυλακας, ειναι παντα και λαθος γνωμες.

Ομως το πνευμα του ρεματος, συνεχιζει ο Hölderlin στο σχολιο του για το πινδαρικο αποσπασμα, τα νερα που "επρεπε πρωταρχικα να περιπλανιουνται" και να ακινητοποιουνται "σε λιμνουλες, υγρα λιβαδια"

The_Centaur_Rodin.jpg

αναζητουσαν με λαχταρα την κατευθυνση τους. Μα οσο περισσοτερο στις οχθες του ρεματος το ξηρο γινονταν συμπαγεστερο και με βαθυρριζα δεντρα και θαμνους και το αμπελι αποκτουσε κατευθυνση, τοσο περισσοτερο και το ρεμα, που επαιρνε την κινηση του απο την μορφη της οχθης, επρεπε να αποκτησει κατευθυνση, εως οτου, ωθουμενο απο την προελευση του, ξεχυθηκε σε ενα σημειο οπου τα βουνα που το εκλειναν συνεχονταν ελαφροτερα.

Στην κοσμογονικη αφηγηση του Hölderlin το πνευμα των νερων, δηλαδη ο Κενταυρος, ειναι φιγουρα της προελευσης, μιας προελευσης που, οπως γραφει, ωθει, "με λαχταρα" προς κατευθυνση και οριο, και κατα τουτο ειναι προελαυνουσα προελευση. Τα ρεματα, δηλαδη το πνευμα των ρεματων, δηλαδη οι Κενταυροι, δημιουργωντας κατευθυνση και οριο "επανω στην αρχικα απατητη γη", "κανουν την γη κατοικησιμη", οπως γραφει σ' ενα αλλο ποιημα, δηλαδη την προσφερουν στους ανθρωπους, και η ζωη, οπως παλι γραφει αλλου, γινεται "κατοικουσα ζωη". Και τουτο δεν γινεται μια φορα και τερμα. Καθε ωρα καλουμαστε, καλειται το πνευμα ενος ρεματος που μας παρασυρει, να αναζητησει κατευθυνση. Αυτη η κατευθυνση δεν αφηνει την αρχη πισω της. Το ρεμα, γραφει αλλου,

[...] μοιαζει σχεδον

Να προχωρα προς τα πισω [...]

Πολλα θα ειχανε

Να ειπωθουνε γι' αυτο.

Θα πει, η "παμπαλαια συγχυση" μας συνοδευει, ειναι ο ισκιος μας. Ειναι η νυχτα που μας πλακωνει και αναζητα "με λαχταρα" το φως. Την ιδια εποχη με τα σχολια για τον Πινδαρο, ο Hölderlin εγραψε εννεα ποιηματα με τον γενικο τιτλο Nachtgesänge, "Νυκτια ασματα". Ενα απο αυτα εχει τον τιτλο Χειρων. Εκει λεει ο Κενταυρος:

1948 Picasso2.PNG

Που εισαι, στοχαστικο εσυ, που παντα πρεπει

    Να παραμεριζει, κατα καιρους, που εισαι, φως;

         Η καρδια ειναι βεβαια ξυπνια, μα με οργιζει, με

              Ξαφνιαζει η νυχτα και με σαστιζει παλι και παλι.

[...] που εισαι, φως; 

         Η καρδια ειναι ξυπνια και παλι, μα ακαρδα 

              Με τραβαει παντα η μεγαλοδυναμη νυχτα.

Στα "Νυκτια ασματα" η νυχτα ειναι ο χρονος της "παμπαλαιας συγχυσης", των αθεμιτων και των απονων. Ημερα, φως, ειναι ο χρονος που χαριζει "κατευθυνση και οριο", κανει την ζωη "κατοικησιμη". Τι αλλαζει στην ελευση του φωτος; Χαριζονται οσα λειπουν πρωταρχικα απο τους Κενταυρους: το νοιαξιμο για τους αλλους και για την γη, που θα πει η μετοικηση απο τις "θολωτες σπηλιες" των βουνων και την αγριαδα τους στις πολεις, οι συνελευσεις στις αγορες, η θεσπιση νομων.

720 B.C..PNG

Και ποιον εχει αυτη η μετοικηση για οδηγο της; Πως γινεται η ζωη κατοικουσα ζωη; Ο Hölderlin, ηδη στην πρωτη παραγραφο του σχολιου του, μιλα για τα μερη οπου το πνευμα ενος ρεματος, στην λαχταρα του για κατευθυνση και οριο,

επρεπε να εγκαταλειψει την οροσειρα και να διαπερασει την κατευθυνση της καθετα.

Και αμεσως μετα ερχεται μια αινιγματικη φραση:

Λογω αυτου οι Κενταυροι ειναι οι πρωταρχικοι δασκαλοι της Φυσικης Επιστημης, διοτι σ' αυτην την οπτικη η φυση μπορει να κατανοηθει με τον καλυτερο τροπο.

500 B.C. Chiron at Wedding of Thetis.jpg

Η ζωη για να γινει κατοικουσα, για να αποκτησει "κατευθυνση και οριο", χρειαζεται εναν δασκαλο, εναν "πρωταρχικο" δασκαλο. Και ο πρωτος διδαξας, ο δασκαλος των δασκαλων, ειναι ο Κενταυρος. Βεβαια εδω 'Φυσικη Επιστημη' δεν σημαινει αυτο που σημερα εννοουμε. Στον Hölderlin "φυση" ειναι ονομα για τα παντα, οπως για παραδειγμα ονομαζει, με αλλον τροπο, τα παντα και στους Προσωκρατικους, στα εργα των οποιων αποδοθηκε ο τιτλος "Περι Φυσεως", η στον Αριστοτελη με τα ¨Φυσικα" του. Ετσι σ' αυτο που ο Hölderlin αποκαλει 'Φυσικη Επιστημη' ανηκουν τα παντα, ανηκει ακομα, οπως αναφερει στο τελος του σχολιου του, και το "παιξιμο της λυρας" που ο Χειρωνας εμαθε στον Αχιλλεα.

Οι Κενταυροι ειναι λοιπον, ως "πνευμα ενος ρεματος", οι δασκαλοι κατεξοχην. Τι χαρακτηριζει εναν τετοιο δασκαλο; Πως ειναι ενας τετοιος "πρωταρχικος" δασκαλος; Ποια ειναι η διδαχη του; Ερχεται απο το "απατητο" και κανει τον τοπο κατοικησιμο. Βασικα δεν "κανει". Δεν διδασκει "κατι", διοτι αυτο θα επρεπε να το ειχε μαθει ο ιδιος, οποτε δεν θα ηταν πρωταρχικος δασκαλος. Αν ειναι δασκαλος της 'Φυσικης Επιστημης', και αν 'Φυσικη Επιστημη' ειναι ενα επιστασθαι παντων, τοτε 'τα παντα' δεν ειναι εγκυκλοπαιδικες γνωσεις. Ουτε ειναι η mathesis universalis του Descartes, η υποθετικη επιστημη των παντων στην βαση των μαθηματικων, ουτε η "καθολικη θεωρια" που φιλοδοξει να συμπεριλαβει τις τεσσερεις βασικες δυναμεις: την βαρυτικη, την ηλεκτρομαγνητικη, την ασθενη και την ισχυρη πυρηνικη ενεργεια σε εναν παγκοσμιο τυπο. Ο πρωταρχικος δασκαλος δεν διδασκει τιποτα. Αν δεν διδασκει τιποτα, κι αν παρολαυτα ειναι δασκαλος, τοτε η διδαχη του ειναι η παρουσιαση και η προσφορα του ιδιου του εαυτου του, και του κοσμου διαμονης του, ως αυτου που ειναι.

500BC-480BC. Amphora suggested to be Achilles riding Chiron. British Museum.jpg

Ετσι π.χ. οταν ο Χειρων μαθαινει στον Αχιλλεα την ιππασια, δεν κανει τιποτ' αλλο απο το να τον παιρνει επανω του και να περπατα, να καλπαζει οπως αρμοζει στην φυση του.

Και πως ειναι ο Κενταυρος; Και γιατι, οπως γραφει ο Hölderlin, "σ' αυτην την οπτικη", δηλαδη του Κενταυρου ως "πνευματος ενος ρεματος", "η φυση μπορει να κατανοηθει με τον καλυτερο τροπο"; Πως ηδη στην παρουσια, στο Ειναι του Κενταυρου οδωνεται, και προσφερεται ενας δρομος που οδηγει απο την "παμπαλαια συγχυση" σε εναν κοσμο φιλοξενο, σε μια "κατοικουσα ζωη";

Capture1.PNG

Στο ποιημα "Χειρων" διαβαζουμε:

ein Schmerz,

Wenn einer zweigestalt ist,

ενας πονος, 

Οταν καποιος ειναι διπλομορφος

Γνωριζουμε οτι ο Κενταυρος Χειρωνας ειναι διπλομορφος, εχει μορφη αλογου και ανθρωπου μαζι. Και γιατι το διπλομορφο ειναι πονος; Στον πονο μιλα παντοτε ενα σχισμα. Ποιο σχισμα καθοριζει τον διπλομορφο Χειρωνα; Τα ματια μας βλεπουν αλογο και ανθρωπο μαζι. Δεν ειναι συνηθισμενα να προσεχουν και ο,τι δεν βλεπουν: Ο διπλομορφος Χειρωνας, οχι μονο αλογο και ανθρωπος, αλλα προπαντων: ουτε αλογο ουτε ανθρωπος. Διαπερασμενος περα για περα απο αρνητικοτητα, που θα πει: μη δυναμενος να κατοικησει μια ταυτοτητα. Ο Χειρωνας ειναι αλογο και ανθρωπος, οντας ουτε αλογο ουτε ανθρωπος.

Δεν ανηκει καν στην φυλη των Κενταυρων ολοτελα.

575-525 BC A senior Centaur

Σε αντιθεση με τους υπολοιπους απεικονιζεται, μονος αυτος, με τα μπροστινα ποδια ανθρωπινα.

Η αρνητικοτητα που οριζει τον Χειρωνα δεν εξαντλειται καν στο διπλο "ουτε" της μορφης του. Ο Χειρωνας

- Ειναι ο θεραπευτης ο αθεραπευτα πληγωμενος απο το δηλητηριασμενο βελος του Ηρακλη που τον βρηκε τυχαια. (Εδω αναφερεται και το ποιημα του Hölderlin "Χειρων".)

- Ειναι ο αθανατος που, για να απαλλαγει απο το φριχτο δηλητηριο, αποζητα να πεθανει, προσφερει την αθανασια του στον Προμηθεα, και ετσι πεθαινει εναν θανατο που ουτε καν αυτος δεν ειναι δικος του.

Ο Χειρων δεν περικλειεται, δεν καθηλωνεται, δεν ανηκει σε καμια ταυτοτητα. T. S. Eliot, East Coker:

Do not let me hear

Of the wisdom of old men, but rather of their folly,

Their fear of fear and frenzy, their fear of possession,

Of belonging to another, or to others, or to God.

Δεν θελω ν' ακουσω

Για την σοφια των παλαιων, μα περισσοτερο για την τρελα τους,

Τον φοβο τους του φοβου και την μανια, τον φοβο τους της κατοχης

Ν' ανηκουν σε αλλον, η σε αλλους, η στον Θεο.

Οι εδω αποκαλουμενοι "παλαιοι" κυριαρχουνται απο εναν τρελο φοβο: να κατεχονται απο καποιον, να ανηκουν σε καποιον, δηλαδη να εγκλωβιστουν μεσα σε μια ταυτοτητα. Να ειναι 'προσωπικοτητες'. Και γιατι ο ποιητης δεν θελει ν' ακουσει για την σοφια των παλαιων; Διοτι η σοφια ειναι σαν τον ηλιο. Ο ηλιος ξεγελα. Παραβλεπουμε το οτι με την ανατολη ανατελλει μαζι και η νυχτα, οτι με το πρωτο φως χαραζει και το σκοταδι της προελευσης του, ως σκοταδι. Γι' αυτο ο Eliot συνεχιζει:

The wisdom only the knowledge of dead secrets

Useless in the darkness into which they peered

Or from which they turned their eyes.

Η σοφια μονο γνωση νεκρων μυστικων

Αχρηστη στο σκοταδι στο οποιο στυλωσαν

Η απ' το οποιο αποστρεψαν το βλεμμα τους.

Η σοφια ειναι νεκρα μυστικα, γιατι ακριβως η σοφια εγκατελειψε, αφαιμαξε τα παλλομενα, τα γενετειρα μυστικα της, και, αποκομμενη απο την πηγη, εμεινε πλεον καταλληλη μονο ως γνωστικο αντικειμενο, διδακτεα υλη, αποθηκη τσιτατων και μεσο εντυπωσιασμου.

Ο Κενταυρος Χειρων δεν ειναι δασκαλος λογω της σοφιας του. Αυτος, ο πρωτος δασκαλος, δεν μεσολαβει γνωσεις. Ειναι εκεινη η διπλομορφη παρουσια του, εκεινο το πνευμα ενος ρεματος που απο το απατητο και αφιλοξενο κερδιζει κατευθυνση και οριο και πρσφερει κατοικησιμους τοπους, χωρις να ξεχναει τις απαρχες του. Ο Χειρων ειναι δασκαλος διοτι, ηδη ως σωμα, ηδη ως μορφη ζει, φερει, ειναι τα πραγματα απο την αρχη τους, φερει την νυχτα του κτηνους και το φως του νοημονος.

ενας πονος, 

Οταν καποιος ειναι διπλομορφος

γραφει ο Hölderlin.

Εδω με "πονος" ας μην σκεφτουμε συναισθηματα, δραμα και βασανο. Μιλαμε για μια υπαρξη στην οποια συγκεντρωνονται τα παντα και η οποια δεν κατεχεται απο κανενα. Μιλαμε για τον πονο ως ενα κενο που επιτρεπει ενα μεγιστο καταφασης με ενα ελαχιστο καθηλωσης. Ενα μεγιστο συνυπαρξης με ενα ελαχιστο συσχετισης.

Αυτο χρειαζεται διευκρινιση. Στην συσχετιση, στην σχεση μιλα το ρημα 'εχω' στις διαφορες παραλλαγες του: κατεχω, συνεχω, προσεχω, αντεχω κλπ. Με τον ενα, η τον αλλο τροπο στην σχεση υπαρχει η αντιστοιχη συνεχεια του εαυτου στον αλλο, π.χ. μεταξυ γονεων και τεκνων, μεταξυ συντροφων, μεταξυ οπαδων και μιας αθλητικης ομαδας, η ενος πολιτικου κομματος, κλπ. Γι' αυτο και εδω μια απωλεια βιωνεται ως ακρωτηριασμος.

Οσο εντονοτερη ειναι η καθηλωση στην σχεση, τοσο λιγοτερη καταφαση και συνυπαρξη ειναι δυνατη. Διοτι ο καθενας αναλαμβανει, σφετεριζεται, υποκλεπτει, αναλογα, τις υποθεσεις του αλλου, και ετσι δεν τον αφηνει να ειναι ο Αλλος που ειναι. Τουτο ισχυει και για την σχεση δασκαλου και μαθητη, θεραποντος και θεραπευομενου.

Επανερχομαστε στον Χειρωνα. Ενας πονος λοιπον, ως το κενο που επιτρεπει, οπως ειπα, ενα μεγιστο καταφασης με ενα ελαχιστο καθηλωσης, ενα μεγιστο συνυπαρξης με ενα ελαχιστο συσχετισης. Ποια ειναι τωρα η πραξη στην οποια τουτο πραγματωνεται; Στο ποιημα του Hölderlin ο Χειρων μιλα για εκεινη την νυχτα, εκεινη την απαρχη του ρεματος ψηλα στα βουνα, οπου "ολα ειναι ανακατα / κι επανερχεται παμπαλαια συγχυση":

Und bei der Sterne Kühle lernt' ich,

            Aber das Nennbare nur.

Και στων αστρων την δροσο μαθαινα, 

       Ομως το ονομασιμο μονον.

Εδω λοιπον λεγεται επιτελους: το πνευμα του ρεματος, ο Κενταυρος, που λαχταρα κατευθυνση και οριο, γινεται πρωταρχικος δασκαλος της Φυσικης Επιστημης, κανει εναν τοπο κατοικησιμο και την ζωη κατοικουσα ζωη, οταν γνωριζει το ονομασιμο. Η αποφασιστικη πραξη, το σημειο στο οποιο το ρεμα ξεχυνεται απο τα βουνα που το συγκρατουσαν μεσα στην αγριαδα, στο αθεμιτο μια κυκλωπειας υπαρξης, η αποφασιστικη πραξη ειναι η πραξη της ονομασιας. Σε ενα αλλο ποιημα λεει ο Hölderlin:

wenn das Gewünschte

Wir beginnen, und erst unsere Zunge gelöst,

Und gefunden das Wort, und aufgegangen das Herz ist

σαν το επιθυμητο

Αρχινησουμε και η γλωσσα μας πρωτα λυθει

Και η λεξη βρεθει, και η καρδια ανοιξει

Η γλωσσα λυνεται, βρισκεται η λεξη και η καρδια ανοιγει. Αυτο κανει ο πρωταρχικος δασκαλος.

Ομως τι θα πει 'ονομαζω'; Ας φανταστουμε οτι καποιος ερχεται και μου λεει:

- Η γυναικα μου με απατα! Το λεει μεσα σε λυγμους και κραυγες, σε συγχυση, μπορει να κανει πραγματα οπως να μεθυσει, να την δειρει, να φυγει απ' το σπιτι του, η να τη διωξει κτλ. Κι ας υποθεσουμε οτι μου λεει ακομα: - Τα 'χω χαμενα! Τι μου συμβαινει; Κι εγω του απανταω: - Πονας!

Πως γνωριζω οτι ο ανθρωπος ποναει; Η θεωρια λεει: με την "ενσυναισθηση", το "empathy": Ταυτιζομαι μαζι του, μπαινω στη θεση του και νιωθω τον πονο που ασυνειδητα νιωθει. Η θεωρια της ενσυναισθησης λεει λοιπον οτι τον πονο του τον συμπεραινω μεσα απο την διαδικασια της ενσυναισθησης.

Ομως αν προσεξω θα δω οτι τα πραγματα δεν συμβαινουν ετσι. Τον πονο του δεν τον συμπεραινω. Τον βλεπω ζωγραφισμενο στο προσωπο του, στα λογια του, στην φωνη, στο υφος και στον τονο και στους χρωματισμους της. Και τι κανω οταν του λεω "Πονας!"; Απαντηση: Του μαθαινω μια λεξη! Και μαλιστα μια λεξη ολοδικη του, λεξη που λεει το σωμα του χωρις να την αρθρωνει το στομα του.

Ειναι ενα απο τα θαυματα της θεραπευτικης συνομιλιας οτι λεξεις χιλιοειπωμενες μπορουν καποτε να λεγονται σαν να 'ταν η πρωτη φορα, σαν κανεις να τις ελεγε μεχρι τωρα διχως να ξερει τι λεει. Ο ανθρωπος μαθαινει τη λεξη "Ποναω!".

Ο Wittgenstein γραφει πως η λεξη 'πονος' αντικαθιστα την κραυγη [του πονου]. (Και, οταν λεμε 'κραυγη', ας ακουσουμε μαζι και ολη την "εκδραματιση" της!) Θα ελεγα: Η λεξη "πονος" δεν αντικαθιστα ακριβως την κραυγη του πονου. Η κραυγη ηχει παντα στο "Ποναω!", στον τονο της φωνης και στην εκφραση, σ' ολο το σωμα, και πολλες φορες ηχει τοσο καθαροτερα οσο λιγοτερο κραυγαλεα λεγεται το "Ποναω!".

Η σχεση αναμεσα στην αναρθρη κραυγη του πονου και στη αρθρωμενη λεξη του πονου ειναι σαν τη σχεση, π.χ., αναμεσα στον πεζο λογο και στο τραγουδι. Σκεφτειτε τις λεξεις "συννεφιασμενη Κυριακη" να λεγονται στο δελτιο καιρου και κατοπιν να τις τραγουδα ο Βασιλης Τσιτσανης.

Δεν γινεται τωρα, στο τραγουδι, η Κυριακη περισσοτερο Κυριακη και περισσοτερο συννεφιασμενη; Δεν ειναι εδω που η συννεφιασμενη Κυριακη πρωτη φορα ονομαζεται; Βρισκει το ονομα της; Καταλαγιαζει στο ονομα της;

Ο ανθρωπος που, ακουγοντας για την απατη της γυναικας του, την κραυγη του την αρθρωνει και λεει "Ποναω!" δεν ποναει τωρα πιο αληθινα; Δεν ειναι σαν η κραυγη να βαφτιζεται, να βγαινει απο τον ποταμο της γλωσσας κεκαθαρμενη, εχοντας τωρα ενα ονομα, ησυχασμενη στο ονομα της; "Ησυχασμενη" δεν θα πει οτι ο ανθρωπος δεν ποναει αλλα οτι κατα εναν τροπο τωρα για πρωτη φορα ποναει. Σε τετοιες ωρες ειναι που η γλωσσα λυνεται και ανοιγει η καρδια.

Σε τετοιες πραξεις ονομασιας, οπως τις αποκαλει ο ιστορικος της μουσικης Θρασυβουλος Γεωργιαδης, συμβαινει καθε μικρο και μεγαλο εργο που σημαδευει μια ζωη κι εναν θανατο, συμβαινει και το θεραπευτικο. Η πραξη της ονομασιας, γραφει,

ειναι η πρωτη αρχη, η πρωτη αρχη του ανθρωπου· κι ετσι η πρωτη αρχη για καθε τι αλλο οπου ο ανθρωπος καταδεικνυεται ως ανθρωπος.

Κι εδω συνανταμε μια κοσμογονια, συγγενικη μ' αυτην του Hölderlin:

[Η πραξη της ονομασιας] ειναι η καθιζηση της αιφνιδιας, γεματης θαυμασμο αφυπνισης του ανθρωπου μεσα απο το εμβιο ον, που φερνει εντος του την λανθανουσα καταβολη της γεννησης του ανθρωπου. Εμφανιση του ανθρωπου και εμφανιση της πραξης της ονομασιας ειναι ενα και το αυτο. Ο ανθρωπος εμφανιζεται, καθως μεσα του εγκαθισταται ενας θαυμασμος. Οχι θαυμασμος για τουτο κι εκεινο το οποιο αυτος (ως εμβιο ον) αισθανεται, πραττει, πασχει, επιθυμει, συλλαμβανει με τις αισθησεις, η (σε μια δευτερη σκεψη) "συνειδητοποιει". Και τα δυο θα εμεναν στο επιπεδο του φυσικου [δηλ. του απλως εμβιου οντος], κι ετσι θα ηταν δεσμια του. Ο θαυμασμος, ο οποιος συνιστα τον ανθρωπο, δεν ειναι ουτε παθητικη συλληψη ουτε "συνειδητοποιηση". Δεν συναγεται απο πουθενα αλλα ειναι κατι πρωτογενες, πηγαιο: "αυθορμητισμος", πραξη. Ετσι η πραξη της ονομασιας ειναι η αυθορμητη παραπομπη· ομως οχι στα "πραγματα", στο φυσικο, σε ο,τι κανεις επεθυμησε, αισθανθηκε, επραξε, επαθε, αντιληφθηκε, αλλα στο factum οτι ειναι εδω, στο συγκεκριμενο [οτι] ΕΙΝΑΙ.

Θυμιζω και παλι τον Hölderlin:

Και στων αστρων την δροσο μαθαινα, 

       Ομως το ονομασιμο μονον.

Το ονομασιμο "μονον". Τι σημαινει αυτο το "μονον"; Ο Martin Heidegger, σε ενα σεμιναριο στην Νοτια Γαλλια, αναφερεται στην διαφορα ονομασιας και αποφανσης:

In der einfachen Nennung lasse ich das Anwesende sein, was es ist. Zweifellos schließt die Nennung den ein, der nennt, - aber das Eigentümliche der Nennung ist gerade, daß der Nennende in sie nur eingeht, um selbst vor dem Seienden in den Hintergrund zu treten. Dann ist das Seiende reines Phänomen.

An der Aussage dagegen nimmt der, der aussagt, teil, indem er sich einschaltet, - und er schaltet sich ein als derjenige, der sich über das Seiende beugt, um über es zu sprechen. Sobald das geschieht, kann das Seiende nur mehr als υποκειμενον verstanden werden und der Name nur als ein Rest der αποφανσις.

Heute, wo alle Sprache von vornherein von der Aussage her verstanden wird, ist es sehr schwierig für uns, das Nennen als reine Nennung außerhalb aller καταφασις und auf solche Weise zu erfahren, daß es das Seiende als reines Phänomen anwesen läßt.

Στην απλη ονομασια αφηνω το παρον να ειναι αυτο που ειναι. Αναμφισβητητα η ονομασια περιλαμβανει αυτον που ονομαζει - ομως το ιδιαιτερο της ονομασιας ειναι ακριβως οτι ο ονομαζων υπεισερχεται σ' αυτην ετσι ωστε ενωπιον του οντος να υποχωρει απο το προσκηνιο. Τοτε το ον ειναι καθαρο φαινομενο.

Αντιθετα στην αποφανση ο αποφαινομενος συμμετεχει παρεμβαινοντας - και παρεμβαινει ως αυτος που εγκυπτει επανω στο ον ωστε να μιλησει για αυτο. Αφ' ης στιγμης τουτο συμβει, το ον μπορει πλεον να εννοηθει μονο ως υποκειμενο και το ονομα ως ενα υπολειμμα της αποφανσης.

Σημερα, οπου ολη η γλωσσα εκ των προτερων εννοειται μεσα απο την αποφανση, ειναι πολυ δυσκολο για μας να εμπειραθουμε την ονομασια ως καθαρη ονομασια εξω απο καθε καταφαση και να την εμπειραθουμε με εναν τετοιον τροπο που να αφηνει το ον να ειναι παρον ως καθαρο φαινομενο.

"το ονομασιμο μονον" θα πει λοιπον, οχι στο πλαισιο μιας αποφανσης, δηλαδη, θυμιζω τον Γεωργιαδη, οχι ως προς "ο,τι κανεις επεθυμησε, αισθανθηκε, επραξε, επαθε, αντιληφθηκε".

Ο ονομαζων, λεει ο Heidegger, ως υποκειμενο αποσυρεται. Ετσι αποσυρεται και απο αυτο που αναφερθηκε ως 'σχεση'. Διοτι αυτος που εχει, κατεχει, συνεχεται, προσεχει, αντεχει, ειναι υποκειμενο, δηλαδη χαρακτηριζεται απο μια σταση, μια υποσταση, μια ταυτοτητα. Σε αλλη ευκαιρια παρομοιασα τον ανθρωπο που ονομαζει, και ετσι αποσυρεται ως υποκειμενο, με τον νεκρο που, καθως γραφει ο Σεφερης, μονος αυτος μπορει να "αρμηνεψει", να συμβουλευσει, οπως ο Τειρεσιας τον Οδυσσεα στην Νεκυια. Και αλλου παλι, ειδα τον θεραπευτη, παρομοια με τον ποιητη και τον καλλιτεχνη ως διακατεχομενο απο μια ιδιαζουσα αποπροσωποποιηση. Θα μπορουσα να μιλησω και για αποταυτοποιηση.

Εχουμε συνηθισει σε μια σχεση με τα ονοματα οπου τα εκλαμβανουμε ως σημαινοντα και συστατικα ενος κωδικα επικοινωνιας. Σ' αυτο που ο Heidegger αποκαλει "απλη ονομασια", σ' αυτο που ο Γεωργιαδης αποκαλει "πραξη ονομασιας", το "ονομασιμο μονο" που ο Χειρων γνωριζει "στην δροσο των αστρων", το καθε ονομα γινεται τοπος κατοικησης.

Τοτε κατοικουμε τα ονοματα. Ποιοι, εμεις; Ο κατοικος του ονοματος εχει απεκδυθει της υποκειμενικοτητας του. Καποια εργα τεχνης ειναι, ειπαμε, επισης πραξεις ονομασιας. Ο Walter Benjamin αναφερει μια ιστορια που ερχεται απο την Κινα και μιλα για εναν γερο ζωγραφο που εδειξε στους φιλους του τον νεο του πινακα. Σ' αυτον ηταν ζωγραφισμενο ενα παρκο, ενας στενος δρομος που πηγαινε διπλα στο νερο και μεσα απο ενα φυλλωμα, και κατεληγε εμπρος σε μια μικρη αυλοπορτα που οδηγουσε στην πισω εισοδο απο ενα σπιτακι. Ομως οταν οι φιλοι αναζητησαν τον ζωγραφο, αυτος ηταν φευγατος και μεσα στον πινακα. Εκει περπαταγε στον στενο δρομο προς την πορτα, σταθηκε μπροστα της σιωπηλος, γυρισε, χαμογελασε και χαθηκε στην σχισμη της.

Θυμαμαι εναν θεραπευτη που φαινοταν να ανταποκρινεται στο κλιμα που περιγραφηκε. Ενας του ειπε:

Ειστε ο πρωτος και ο μονος ως τωρα ανθρωπος που ο θανατος του δεν μπορει να μου τον απωλεσει.

Ο πρωταρχικος δασκαλος χαρακτηριζεται απο ακρα οικειοτητα διηθημενη απο ακρα ξενωση. Συχνα κανεις μπαταρει ειτε προς την πλευρα της οικειοτητας με το κουκουλι της υπερπροστασιας, της ασφαλειας, της κατοχης, ειτε προς την πλευρα της ξενωσης με την μοναχικοτητα, την παραιτηση, την καταθλιψη. Το ισα βαρκα ισα νερα χρειαζεται την συνομιλια με εναν πρωταρχικο δασκαλο, οπου τα πραγματα θα ιδωθουν απο την αρχη, θα φωλιασουν στο ονομα τους. Το χαρακτηριστικο μιας τετοιας διδαχης ειναι η λεξη με την οποια ο Hölderlin δινει τον τιτλο στο σχολιο του: "Το ζωογονο". Για τον προηγουμενο θεραπευτη ειπωθηκε και αυτο:

Δεν ειστε πραγματικος. Ειστε σαν αερας: ποτε προσφερει οξυγονο, ποτε προωθει, ποτε χαϊδευει το προσωπο.

Και πως ζωογονουν τα ονοματα; Μιλησα για ενα ιδιαιτερο κενο, αυτο που επιτρεπει ενα μεγιστο συνυπαρξης με ενα ελαχιστο συσχετισης. Ειδαμε το ελαχιστο συσχετισης στην αποσυρση του υποκειμενου με τις προθεσεις, τους φοβους και τις επιθυμιες του. Ειναι ενδιαφερον οτι για την ψυχαναλυτικη συναντηση ο Freud διατυπωνει την λεγομενη "αρχη της αποχης": οι συνομιλητες καλουνται να απεχουν απο καθε ικανοποιηση επιθυμιων, καθε εκδραματιση αυτων που τους συμβαινουν. Και βεβαια ο,τι αρχικα ακουγεται ως απαγορευση, με τον καιρο γινεται τροπος επικοινωνιας - μια συνομιλια διχως προθετικοτητα. Αυτο το ελαχιστο συσχετισης ομως προετοιμαζει το εδαφος για να ερθουν τα ονοματα. Θυμιζω τον Hölderlin: η γλωσσα λυνεται, βρισκεται η λεξη και η καρδια ανοιγει. Οταν το ονομα ερχεται, το λεει ο ενας και το ακουει ο αλλος οχι με το στομα και τα αυτια, αλλα με ολο το σωμα του, και ησυχαζει και ξαναγεννιεται μεσα στο ονομα. Στο ονομα το καθαρο, και γι' αυτο αιωρουμενο στην αλω μιας ευεργετικης σιωπης. Ενα ακομη σχολιο για τον θεραπευτη μας:

Μου αρεσει η φωνη σας ... Η σιωπη ... Οταν μιλατε και για λιγο σωπαινετε ... Μου αρεσει πως μπαινετε στη σιωπη ... Με ξεκουραζει...

Ετσι καπως συμβαινει το μεγιστο της συνυπαρξης, αυτο που ο Γεωργιαδης αποκαλει "μια κοινότητα εν ονόματι του πραγματικού". Κι αυτη συμβαινει, επανερχομαστε στην κοσμογονια του Hölderlin, στο ξημερωμα της "μεγαλοδυναμης νυχτας". Τοτε γινομαστε "μια συνομιλια". Και συνομιλια, λεει στο ποιημα Εορτη της Ειρηνης, θα πει

ακουμε ο ενας τον αλλο.

Συνομιλω θα πει πρωτα ακουω. Δεν ακουω οταν συναισθανομαι, οταν δηλαδη ακουω με βαση δικα μου βιωματα. Δεν ακουω οταν με ενδιαφερει να πεισω, να προσηλυτισω, να αποστομωσω. Δεν ακουω οταν συγκρινω τον αλλο μ' εμενα. Και βεβαια δεν ακουω οταν μετερχομαι βια.

"ακουμε ο ενας τον αλλο." Δεν υπαρχει τιποτα πιο τρυφερο, πιο ευαισθητο απο μια τετοια συνομιλια. Την συναντας τοσο σπανια οσο διαττοντες στον νυχτερινο ουρανο. Στο σχεδιασμα του Hölderlin με τον τιτλο Κοlomb, Κολομβος, λεει:

Von wegen geringe Dinge

Verstimmt wie vom Schnee war

Die Glocke, womit

Man läutet

Zum Abendessen.

Απο λιγοστα πραματα

Παρατονη σαν απο χιονι ηταν

Η καμπανα με την οποια

Σημαινουν

Το δειπνο.

Τοσο τρυφερο και ευαισθητο οσο ο ηχος της καμπανας που χαλαει ηδη απο μια νιφαδα που θα πεσει επανω της. Ηδη μια νιφαδα σε ριχνει πισω στην "μεγαλοδυναμη νυχτα". Η συνομιλια χανεται και οι ανθρωποι μεταμορφωνονται σε κυκλωπεια οντα που δεν νοιαζονται ο ενας για τον αλλο. Ειναι η κολαση.

Ο Nobushige, ενας φημισμενος σαμουραϊ, πηγε στον δασκαλο Hakuin και τον ρωτησε: "Υπαρχει πραγματι παραδεισος και κολαση;" "Ποιος εισαι;", τον ρωτησε ο Hakuin. "Ενας σαμουραϊ", απαντησε ο Nobushige. "Εσυ;", εκραξε ο Hakuin. "Ποιο αφεντικο θα σ' επαιρνε; Σαν ζητιανος εισαι." Ο Nobushige, εξαλλος, τραβηξε το σπαθι του. Και τοτε ειπε ο Hakuin: "Εδω ανοιγουν οι πυλες της κολασης." Ο Nobushige καταλαβε, εβαλε το σπαθι στην θηκη του και υποκλιθηκε. "Εδω ανοιγουν οι πυλες του παραδεισου", ειπε ο Hakuin.

Τι καταλαβε ο σαμουραϊ; Οτι η κολαση απλωνεται εκει που αρχιζει η βια, εκει που η βια αντιμετωπιζεται με ακομα μεγαλυτερη βια και η συνομιλια πεθαινει. Hölderlin, Ημισυ της ζωης:

Weh mir, wo nehm ich, wenn

Es Winter ist, die Blumen, und wo

Den Sonnenschein,

Und Schatten der Erde?

Die Mauern stehn

Sprachlos und kalt, im Winde

Klirren die Fahnen.

Αλοιμονο μου, απο που να παρω, σαν

Ειναι χειμωνας, τα ανθη κι απο που

Το φως του ηλιου,

Και ισκιους της γης;

Οι τοιχοι στεκουν

Βουβοι και ψυχροι, στον ανεμο

Αχολογουνε τα λαβαρα

Σ' αυτον τον "χειμωνα", ομολογο της "μεγαλοδυναμης νυχτας", απλωνεται η βουβαμαρα. Ο μονος ηχος που ακουγεται ειναι αυτος απο τα λαβαρα, που παραπεμπουν σε επικρατεια, κατοχη, ταυτοτητα, διεκδικηση, βια και πολεμο.

Στους Αρχαιους ηταν ενας θεος που εφερνε την πλανη και την παραφροσυνη. Αν σημερα, αυτος ο χειμωνας της εποχης, στελνονταν επισης απο καποιον θεο; Τοτε η θυσια σ' αυτον τον θεο θα συνιστατο στην αποποιηση της γλωσσας, στην απονεκρωση της συνομιλιας, στην μουγγαμαρα; Κι αυτο, καθοτι θυσια σε εναν θεο, θα εκλαμβανονταν ως πραξη αγαπης. Ενα τραγουδι του Παυλου Σιδηροπουλου εχει τον τιτλο Τω αγνωστω Θεω:

Η Αννα μου 'πε Παύλο η Αθήνα είναι τρελή

τη νύχτα είναι ολοφώτιστη τη μέρα σκοτεινή

μ' αγάλματα κομμάτια στα μάτια της τα δυο

τριγύρναε στα μουσεία μ' ένα μπάσταρδο μωρό

κι ανάμεσα στις πέτρες θυσία τω άγνωστω Θεώ

κόβει η δόλια μάνα τη γλώσσα απ' το μωρό

τραγουδώντας σ' αγαπώ

τραγουδώντας...


Το τραγούδι τον μετανάστη

Καθώς αναλογιζόμουν το θέμα, να μιλήσω για τον εαυτό μου ως θεραπευτή, θυμήθηκα ένα τραγούδι. Είναι από τον κύκλο "Μετανάστες", οι στίχοι του Γιώργου Σκούρτη και η μουσική του Γιάννη Μαρκόπουλου. Το άκουγα τέλη της δεκαετίας του '70, όταν ήμουν ακόμα στο εξωτερικό. Είναι ένας διάλογος. Τον ξεκινά η γυναίκα του μετανάστη. Λέει στον άντρα της:

Είπες Απρίλη πως θα 'ρθείς

Κοντά μου να πλαγιάσεις

Κι όλες τις νύχτες ξαγρυπνώ

Μετρώ τα χρόνια και γερνώ

Ίσως και να με χάσεις Ίσως και να με χάσεις

Τα λόγια της δεν έχουν κανέναν τόνο απογοήτευσης ή οργής, δεν εκφράζουν απειλή και δεν διψούν για εκδίκηση. Ο τόνος είναι περισσότερο αυτός της αφήγησης μιας ιστορίας, μιας μοίρας σχεδόν που τους χώρισε, τους όρισε έναν χωρισμό που με τα χρόνια ίσως να έχει γίνει και αγεφύρωτος.

Η απάντηση του άντρα είναι η εξής:

Ξεχάστηκα κι απ' το θεό

Μα ελπίζω στο μικρό μου γιο

Η απάντηση είναι περίεργη. Δεν της αποκρίνεται άμεσα, δεν απολογείται, δεν κατηγορεί, δεν της απευθύνεται καν. Μιλάει για ένα ξέχασμα που δεν αφορά μόνο τη γυναίκα του, αλλά φτάνει μακρύτερα: Έχει ξεχαστεί κι απ' τον θεό, δηλαδή από τους πάντες και τα πάντα. Κι ακόμα περισσότερο: Είναι ξεχασμένος, χαμένος ο ίδιος. O μόνος που ελπίζει να τον θυμηθεί, δεν είναι κάποιος από το παρελθόν αλλά ένας ερχόμενος. O μικρός του γιος.

Η γυναίκα του μετανάστη δεν ξαφνιάζεται. Τα λόγια της που ακολουθούν συνεχίζουν τα δικά του. Είναι σαν οι δυο τους να μιλάνε με μια φωνή, που τώρα διά στόματος της γυναίκας είναι η φωνή της ίδιας της ελπίδας:

Σα μεγαλώσει το παιδί

Τα γράμματα θα μάθει

Για να σπουδάσει και να πει

Τι σ' έσμπρωξε να πας εκεί

Τα ίδια να μην πάθει

Το τραγούδι με συγκινούσε, μου έλεγε κάτι που τότε δεν ήμουν σε θέση να φέρω σε γλώσσα. "Ξεχάστηκα κι απ' το θεό / Μα ελπίζω στο μικρό μου γιο /[...]/ Για να σπουδάσει και να πει / Τι σ' έσμπρωξε να πας εκεί [...]"

Ποιο είναι το "εκεί", ο τόπος που ο πατέρας ξεχάστηκε κι απ' τον θεό; Η Γερμανία του '60 και του '70; Στην περίπτωση μου το τραγούδι δεν ταίριαζε κυριολεκτικά. Εγώ ήμουν τότε στο εξωτερικό, οι γονείς μου στο σπίτι τους στην Ελλάδα. Κάι όμως το "εκεί" μου μιλούσε, με αφορούσε, με συγκινούσε.

Σήμερα προσλαμβάνω το μίλημά του ευκρινέστερα. Το "ξεχάστηκα. .." μου φανερώνεται όχι σαν συνέπεια της μετανάστευσης αλλά σαν το πρώτο, σαν ένα ξέχασμα που αυτό καταρχήν αποφάσισε για τον πατέρα τον ξενιτεμό του, μια, με τα λόγια του Σεφέρη, "απόφαση της λησμονιάς" την οποία ο πατέρας δέχτηκε κι εξετέλεσε.

Ήταν η απόφαση της παράδοσης στις λεγόμενες "βιοτικές ανάγκες", στην πιεστικότητα τους, και μαζί η απόφαση της αλλοτρίωσης του. Τώρα το "εκεί" είναι ο τόπος όπου κανείς πουλάει την ψυχή του για ένα πιάτο φακή ή για ένα ακριβό αυτοκίνητο ή για τη δουλειά την ίδια. Κι αυτός ο τόπος είναι και η Γερμανία και η Ελλάδα. Αυτά είχε να πει ο μικρός γιος που μεγάλωνε και σπούδαζε.

Ποτέ δεν μου στάθηκε δυνατό να πω πως όλα είναι καλά και εφησυχασμένος να ενταχθώ στην παραγωγική διαδικασία προσφέροντας υπηρεσίες ή διαχειριζόμενος προϊόντα. Χρειάζεται, ένιωθα, να σταματήσουμε και να διανοηθούμε πού πάμε.

Σε μια ταινία του Antognoni αναφέρεται η ιστορία μιας ομάδας αρχαιολόγων στο Μεξικό που πηγαίνουν στον τόπο των ερευνών τους. Κάποια στιγμή οι ιθαγενείς οδηγοί τους σταματούν. Όταν μετά από μέρες αποφασίζουν να συνεχίσουν, δίνουν και την εξήγηση: οι ψυχές τους είχαν μείνει πίσω κι έπρεπε να τις περιμένουν.

Λέει ο Σωκράτης στην Απολογία (38α):

ὁ δὲ ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ

Η ψυχανάλυση που "σπούδασα" απέκτησε στα μάτια μου το χαρακτήρα ενός τέτοιου σταματημού και μιας τέτοιας "εξέτασης". Αυτό που όρισε ο Φρόυντ ως "αρχή της αποχής", εννοημένο στα άκρα, κάνει τη θεραπευτική συνάντηση σταθμό στη δίνη της καθημερινής έγνοιας, σταθμό όπου παύουν τα πάντα, παύση όπου δεν επιζητείται τίποτα, δεν αναμένεται τίποτα, εκτός από την ψυχή που έμεινε πίσω. Την ψυχή, όχι το "ψυχικό όργανο" αλλά το (Ελύτης) "τετράφυλλο δάκρυ", το τετράφυλλο τριφύλλι της χαράς και το δάκρυ της λύπης, που ως τετράφυλλο δάκρυ είναι το αυτό. Τέτοιοι σταθμοί είναι που κάνουν το βίο βιωτό, βιώσιμο.

Όμως η αρχή, η ελπίδα ο μικρός γιος να μεγαλώσει, να σπουδάσει και να πει πώς γίνεται να ξεχνιέσαι κι απ' τον θεό δεν έμεινε πίσω. Εκείνο το ξέχασμα δεν ξεπερνιέται, δεν καταργείται. Βρίσκει κατάλυμα στο σταθμό. Σ' αυτόν έχουν καταλύσει ησυχασμένες και οι μορφές του πατέρα και της μητέρας.

Η θεωρία που θέλει την οικογένεια να προσδιορίζεται από το λεγόμενο "οιδιπόδειο", το "άγχος ευνουχισμού" και τα συναφή παριστάνει τα μέλη της σαν άσπονδους εχθρούς εμπλεγμένους σε "συμπλέγματα" από τα οποία ποτέ δεν μπορούνε ν' απαλλαγούν αληθινά.

Σίγουρα "αμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα": Το παιδί κάπως θα κολλήσει στα κολλήματα των γονιών του. Θα σημαδευτεί απ' το ξέχασμα και για χρόνια δεν θα γνωρίζει καν τι το σημάδεψε. Όμως το "παιδεύουσι" δεν σημαίνει μόνο την παιδωμή. Σημαίνει και την παιδεία.

Το κόλλημα του παιδιού, που είναι μαζί και κόλλημα ενός ολόκληρου γένους, είναι τα στενά από τα οποία, είτε το ξέρει είτε όχι, είτε το θέλει είτε όχι, μεγαλώνοντας χρειάζεται να περάσει. Άλλος δρόμος δεν υπάρχει. Εάν ευτυχήσει να περάσει και βγει στο ξάγναντο, τούτο θα συμβεί όχι μόνο για λογαριασμό του, ο άνθρωπος ποτέ δεν είναι ατομική υπόθεση, αλλά στο όνομα όλων. Στον καθένα μας και στην πολιτεία του χάνονται όλοι και σώζονται όλοι. Θυμάμαι μια γυναίκα που είπε πριν από χρόνια:

- Η μητέρα μου δεν έζησε το θάνατο της, κρυβόταν, κι εδώ οφείλω κάτι κι εγώ που καμιά φορά την απόπαιρνα, την αγρίευα, της λέγαμε ψέμματα... Τώρα νιώθω πως έχω χρέος να ζήσω το θάνατο της, που αυτή δεν έζησε, να νιώσω ό,τι αυτή δεν ένιωσε... Ό,τι νιώθω δεν είναι δικό μου... Είναι δικό της...

Εγώ, εσύ: τό αυτό!

Αυτά μου ψιθυρίζει σήμερα η αλλοτινή, βουβή τότε συγκίνηση με το τραγούδι του μετανάστη. Η φωνή της μου αποκαλύπτει μια λεπτομέρεια στην προσωπογραφία του θεραπευτή που μέχρι τώρα δεν είχα προσέξει.

Ψυχανάλυση και ψυχοθεραπεία στο ελληνικό φως




1. Περίληψη

2. Το ζήτημα

3. Η θεραπευτική συνομιλία στη διάσταση αληθείας και ύβρεως

3.1. Το αυτό

3.2. Σήματα

3.3. 'Ύβρις

3.4. Η γιορτή

4. Λόγος

4.1. Εισαγωγή

4.2. Η θεραπευτική συνομιλία ως κατοίκηση στη γλώσσα

4.3. Παράταξις

4.4 Η ερμηνεία ως άκουσμα και ομο-λογία του λόγου



1. Περίληψη

Το ιδιαίτερο αυτού που εδώ ονομάζεται «ελληνικό φως» είναι το ότι φτάνει στα όρια.

Στα όρια το φως δεν αποκτά τη μεγαλύτερη δυνατή φωτεινότη τα αλλά συναντάται με το σκοτάδι, όχι ως το αντίθετο αλλά ως το συμφερόμενό του.

Το «εν της αφανούς αρμονίας» φωτός και σκότους και κάθε τι άλλου που δείχνεται μ' αυτόν τον τρόπο, στον Ηράκλειτο, καλείται «λόγος». Αυτόν «ομο-λογούν» οι άνθρωποι, είτε το ξέρουν είτε όχι, είτε το θέλουν είτε όχι.

Στο λόγο η γλώσσα δεν είναι απλά «γλώσσα» αλλά η πραγμα τικότητα των πραγμάτων, η αφανής τους συνάρμοση στο εν: εν πάντα.

Στον Παρμενίδη το όριο λέγεται με το απρόσωπο «είναι».

Στο όριο, το είναι συναντάται με το νοείν, την ουσίαση του αν θρώπου, σε μια πρώτη και ύστατη ταυτοσημία που δεν επιτρέπει αποστασιοποίηση και χωρισμό, π.χ., σε εγώ κι εσύ, και δεν χρειά ζεται καμιά σύνδεση, π.χ., στη μορφή μιας «σχέσης».

Η προκείμενη ταυτοσημία, το αυτό, σημαίνει την «καρδιά» αυ τού που εδώ αποκαλείται «αλήθεια».

Η θεραπευτική που εκλαμβάνει τη γλώσσα ως κώδικα σημαινό ντων και πληροφορία δεν φτάνει στο όριο του λόγου.

Η θεραπευτική που προσανατολίζεται στο ψυχολογικό δεν φτά νει στο όριο της αληθείας.

O τίτλος «Ψυχανάλυση και ψυχοθεραπεία στο ελληνικό φως»

δηλώνει την απόπειρα να εννοηθεί και να πραγματωθεί αυτή η συ νάντηση σε μια προοπτική που φτάνει στα όρια.

2. Το ζήτημα

Ψυχανάλυση και ψυχοθεραπεία στο ελληνικό φως... Εύλογα θα ρωτούσε κανείς, προς τι;

Η ειλικρινής μου απάντηση είναι: δεν ξέρω. Ήταν ένας δρόμος για τον οποίο δεν μπορώ να πω τίποτα περισσότερο από το ότι μ' έφερε έως εδώ. Δεν τον μεθόδευσα εκ των προτέρων, αφού δεν ξε κίνησα από κάποια παράσταση του, και δεν τον δικαιολόγησα εκ των υστέρων, αφού δεν υπολόγιζα σε κάτι στο οποίο θα είχα τελικά να λογοδοτήσω.

Σ' αυτόν το δρόμο, τον δίχως πριν και μετά, δίχως γιατί και πώς, αναζήτηση και ζητούμενο έγιναν ένα και το αυτό. Και, μιλώντας έτσι, βλέπω πως ήδη έχουμε στραφεί προς το ελληνικό φως. Διότι η έκφραση «αναζήτηση και ζητούμενο, το αυτό» αντιλαλεί ένα λόγο του Παρμενίδη, σύμφωνα με τον οποίο «το γαρ αυτό νοείν εστίν τε και είναι» (νοείν και είναι: το αυτό).

Η αναζήτηση που φέρνει στο καθοδόν και το ζητούμενο που κα θοδηγεί αντιστοιχούν στα δύο νοήματα του δρόμου ως εκτελούμε-νης πορείας και ως προδιαγραμμένης κατεύθυνσης. Ο Μάρτιν Χάι ντεγκερ το διατύπωσε με την έκφραση «Οδοί, οι ίδιες οδεύοντας».

Τα δύο νοήματα, έτσι το θέλει η μία τους λέξη «δρόμος», είναι το αυτόν - με κεφαλαία γράμματα, διότι δεν είναι πράξη ταύτισης αλλά το όνομα για μια αλλόκοτη ταυτοσημία που βασιλεύει, ας μου επιτραπεί μια λέξη από τα παραμύθια, μια ταυτοσημία που βασι λεύει δίχως πριν και μετά, δίχως γιατί και πώς.

Ίχνη αυτού του δρόμου σημάδεψαν εμένα και συνάμα το έργο μου. Όμως ας μην νομιστεί πως διεκδικώ για τον εαυτό μου κάποια ιδιαιτερότητα. Τό αυτό αφορά τα πάντα και τους πάντες. Φτάνει τα μάτια ν' ανοίξουν στο ελληνικό φως. Τέτοιες ευτυχείς στιγμές εί ναι αναλαμπές.

Για τη λάμψη τους οι αρχαίοι δάσκαλοι είχαν πολλά ονόματα.

Θα αναφέρω εκείνο του Παρμενίδη που έμελλε να χαράξει τον κό σμο μας: αλήθεια.

Οι λέξεις «δίχως πριν και μετά», «δίχως γιατί και πώς» είναι «σήματα» - σημαίνουν. Όπως η καμπάνα σημαίνει τον όρθρο και τον εσπερινό, τον επιτάφιο και την ανάσταση, τα σήματα σημαίνουν το «άληθείης ήτορ» - όχι την αλήθεια απλά αλλά την «καρδιά» της. Αυτής το όνομα το κράτησα τελευταίο: Η καρδιά της αλήθειας εί ναι ο δρόμος του εστίν- του απρόσωπου «είναι».

Τα σήματα είναι τα οδοσήματα,

Το αυτό, το υλικό που είναι φτιαγμένος.

Αυτόν το δρόμο δοκίμασα και σ' αυτόν δοκιμάστηκα. Τούτο ισχύει ενδεχομένως και για τους υπόλοιπους ομιλητές14, στο σημείο που μπορώ να μιλήσω στο όνομα τους.

Οπωσδήποτε όμως μπορώ και πρέπει να μιλήσω στο όνομα τους όταν τους λογαριάσω σαν τους τακτικούς μου συνομιλητές των τε λευταίων χρόνων. Τα λόγια μου δεν είναι παρά συνομιλίες με ένα άλλο, συνομιλίες, για να χρησιμοποιήσω μιαν έκφραση του ποιητή Πάουλ Τσελάν, με ένα μιλητό εσύ - ένα απέναντι ανοιχτό, δεκτικό για μια προσφώνηση κι ένα μίλημα. Το «μιλητό εσύ» είναι ο άλλος άνθρωπος, κοντινός ή μακρινός, ζωντανός ή νεκρός, το άλλο πράγ μα, κάποτε κάποτε κι αυτό που ο Τσελάν ονομάζει το τελείως άλλο.

Όμως κι εδώ δεν διεκδικείται μοναδικότητα. Η γλώσσα είναι από τη φύση της διαλογική. Καθόσον οι άνθρωποι είμαστε τα όντα που έχουν το λόγο, είμαστε και τα όντα που τα έχει ο λόγος.

«Είμαστε συνομιλία» λέει ένας στίχος του ποιητή Φρίντριχ Χαίλντερλιν - ακόμα και στην απόσυρση και στο μονόλογο, ακόμα και στη σκέψη και στη φαντασία και στο όνειρο, ακόμα και στην αφωνία και στη σιωπή.

Το συν- αυτής της συνομιλίας σημαίνει το αυτό του νοείν και του είναι. Διότι το αυτό δεν είναι βουβή ταυτότητα. Το νοείν (Παρμενί δης) είναι πεφατισμένον, ειπωμένο στο εόν. Θα πει: η γλώσσα του νοείν οδώνεται ως αυτή τούτη η οδός του είναι. Θα πει: το είναι εί ναι το πρώτο και ύστατο, το αναγκαστικό και αναπόφευκτο, το «τελείως άλλο» μιλητό εσύ του νοείν.

Το αυτό του νοείν και του είναι, το συν- της συνομιλίας που εί μαστε, στη γραφή του Ηράκλειτου βρίσκει το όνομα του: λόγος.

Αληθείη, η λέξη του Παρμενίδη, και λόγος, η λέξη του Ηράκλειτου, μιλούν για το αυτό. Το σημερινό εργαστήριο αναφέρεται στα δύο νοήματα και στη φύση της θεραπευτικής συνομιλίας που επι χειρεί να τα παρακολουθήσει και να μετατεθεί στο φως τους και στο σκοτάδι του.

Όμως τώρα δεν σας κρύβω την ενόχληση μου. Μιλώ άσχημα. Χρησιμοποιώ μια λίγο πολύ δοκιμιακή γλώσσα, ολότελα ανεπαρκή, διότι εδώ δεν πραγματευόμαστε ένα γνωστικό αντικείμενο. Η γλώσσα στην οποία σήμερα οι λέξεις αληθείη και λόγος θα μπορού σαν να μας μιλήσουν πραγματικά δεν είναι η αποφαντική. Είναι μια άλλη. Θα την προσεγγίσουμε αργότερα. Εδώ ας σημειωθεί μόνο ότι και στη θεραπευτική συνομιλία, οι ώρες που αναλάμπει η αληθείη και συμβαίνει η παλιννόστηση στο αυτόν, οι ώρες που ακούγεται ο λόγος και οι λέξεις μιλούν σαν να μιλούσαν για πρώτη φορά, είναι ώρες γιορτής, σημάδι πως, και πάλι με λόγια του Χαίλντερλιν: «ποιητικά κατοικεί ο άνθρωπος επάνω σ' αυτήν τη γη». Εκείνος που το έζησε, θα το αναγνωρίσει.

3. Η θεραπευτική συνομιλία στη διάσταση αληθείας και ύβρεως

3.1. Το αυτό

Και καταρχήν η αλήθεια. Τη συναντήσαμε ως αναλαμπή του το αυτό του νοείν και είναι. Εάν, όπως ειπώθηκε, το αυτό αφορά τους πάντες και τα πάντα, θα πρέπει να αφορά και τη θεραπευτική συ νομιλία. Παράδειγμα:

Μια γυναίκα βλέπει να της ανοίγεται για πρώτη φορά η δυνατό τητα να κάνει παιδιά. Το λέει και ντρέπεται. Η ομιλία της είναι άτονη, δίνει απλώς αναφορά, το κέφι κι ο ενθουσιασμός που την διακατείχαν τις προηγούμενες ημέρες έχουν χαθεί. Της απαγορεύ εται, λέει, να μιλά έτσι. Τη ρωτάω:

- Μήπως διακρίνετε τη φωνή που σας το απαγορεύει;

Τη διακρίνει, είναι η φωνή της μητέρας. Λέω τότε:

- Φαίνεται πως αυτή η φωνή έχει ακόμα δύναμη πάνω σας. Όταν σας επιβάλλεται η απαγόρευση, είστε το μικρό κορίτσι που υπακούει στη μητέρα του. Και τώρα πάλι η ντροπή και η άτονη ομιλία δείχνουν πως είναι το μικρό κορίτσι που μιλάει κάτω από το βάρος της απαγόρευσης.

Τι της λέω; Της θυμίζω ότι η απαγορευτική φωνή της μητέρας δεν μιλά στο κενό αλλά πηγαίνει μαζί μ' ένα γι' αυτόν το λόγο εύ καιρο άκουσμα.

Ποιος ακούει; Όχι η γυναίκα όπως είναι τώρα, ενήλικη, αλλά σαν μικρό κορίτσι, ζώντας πάλι και πάλι το παρελθόν της σαν να 'ταν παρόν, σαν να μην είχε περάσει ο χρόνος.

Της θυμίζω πως η φωνή που απαγορεύει είναι η φωνή που ακού νε τ' αυτιά του μικρού κοριτσιού.

Απαγορευτική φωνή της μητέρας και αυτί του μικρού κοριτσιού: το αυτό!

Σας αναφέρω και άλλα παραδείγματα για να εξοικειωθείτε πε ρισσότερο με τη φύση του:

Κατάθλιψη και τα πράγματα μαύρα: το αυτό!

Άγχος και τα πράγματα που κλονίζονται: το αυτό!

Ο αισιόδοξος και το μισογεμάτο ποτήρι, ο απαισιόδοξος και το μισοάδειο ποτήρι: το αυτό!

Κι ακόμα:

Βασίλεμα του ήλιου και βασίλεμα των ματιών: το αυτό!

O Διονύσιος Σολωμός: Τα σπλάγχνα μου κι η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν.

Όσον αφορά στο κυρίαρχο πνεύμα της εποχής μας, τα πράγμα τα παραστημένα ως μετρήσιμα και υπολογίσιμα, ενταγμένα σε κύ κλους επανατροφοδότησης και ο ανθρώπινος εγκέφαλος ως ηλε κτρονικός υπολογιστής: τό αυτό!

Και η φράση από μια θεραπευτική ώρα:

- Να μπορώ να τελειώνω με τα πράγματα όταν αυτά τελειώνουν μ'εμένα.

Σημασία έχει να δούμε πως τίποτα δεν έχει προτεραιότητα: η απαγορευτική φωνή της μητέρας και το υπάκουο αυτί του μικρού

κοριτσιού, το τέλος που εγώ αποφασίζω και τα πράγματα που τε λειώνουν, καθότι το αυτό, δίνονται πάντα μαζί.

Μιλούν δυο μαθητευόμενοι του Ζεν για τους δασκάλους τους. O πρώτος λέει:

- O δικός μου μπορεί να μένει για'ένα μήνα δίχως φαγητό και δίχως ύπνο.

O δεύτερος λέει:

- O δικός μου όταν πεινάει τρώει κι όταν νυστάζει κοιμάται.

Πείνα και φαγητό, νύστα και ύπνος, το αυτό!

Κι ακόμα, αν προσέξουμε αυτό που συμβαίνει όταν πίνουμε μια γουλιά νερό, θα διαπιστώσουμε πως «ρουφώ το νερό» και «με ρου φά το νερό», το αυτό!

3.2. Σήματα

Τώρα ανακαλώ στιγμές όπου σήματα έδειχναν πως η συνομιλία είχε βρεθεί στο δρόμο της αληθείας, του εστίν, του απρόσωπου είναι:

Μια γυναίκα για την οποία με την έναρξη των καλοκαιρινών δια κοπών, με τη διακοπή της εργασίας, τη διακοπή της θεραπείας και με το χωρισμό από τους δικούς της ήταν σαν να χάνε τα πάντα ένα καλοκαίρι μου λέει:

- Φέτος τίποτα δεν τέλειωσε, η δουλειά δεν σταματά, εσείς δεν χάνεστε...

Τα μάτια της γυναίκας έχουν ανοίξει για εκείνο στο οποίο προ τρέπει μια φράση του Παρμενίδη: «λεύσσε δ' ομώς απεόντα νόωι παρέοντα βεβαίως». Μα δες με το νου όμοια βέβαια τα απόντα, τα παρόντα.

Η γυναίκα βλέπει πως η αλλαγή στην περίοδο των διακοπών, όπου ο τόπος της εργασίας της, οι συναντήσεις μας, τα στενά της πρόσωπα δεν είναι πια παρόντα, δηλαδή, για το συνηθισμένο βλέμ μα, έχουν μεταπέσει από την παρουσία στην απουσία, η γυναίκα βλέπει πως σ' αυτήν την αλλαγή δεν άλλαξε τίποτα.

Δεν άλλαξε διότι και απόντα και παρόντα με τρόπο όμοιο, με βεβαιότητα, είναι.

Τίποτα δεν τέλειωσε, λέει. Στο δρόμο της έχει διακρίνει το σήμα ανώλεθρον. Θα πει: είναι άφθαρτα. Τα απόντα παρελθόντα είναι.

Το «ήταν», το «δεν είναι πια» της απουσίας των παρελθόντων φέρνει πένθος και νοσταλγία, μίσος κι εκδίκηση. Εκεί που «τίποτα δεν τέλειωσε», το «ήταν» μένει ανύπαρκτο. Μαζί χάνονται πένθος και νοσταλγία, μίσος κι εκδίκηση.

Τα λόγια της γυναίκας όμως λένε κάτι ακόμα: Αφού «τίποτα δεν τέλειωσε», το Σεπτέμβριο δεν υπάρχει και τίποτα ν' αρχίσει. Για τη γυναίκα του Ιουλίου ο Σεπτέμβριος είναι ήδη εδώ. Και τα απόντα μελλούμενα είναι. Στο δρόμο της, μαζί με το ανώλεθρον έχει διακρίνει το σήμα αγένητον. Θα πει: είναι αγίνωτα. Τα απόντα επερχόμενα είναι.

Το «θα είναι», το δήθεν «δεν είναι ακόμα» της απουσίας των μελλούμενων φέρνει ελπίδες και προσδοκίες, αγωνίες και φόβους. Εκεί που τίποτα δεν έχει να γίνει, το «θα είναι» μένει ανύπαρκτο. Μαζί χάνονται ελπίδες και προσδοκίες, αγωνίες και φόβοι.

Στο δρόμο του είναι τίποτα δεν παύει και τίποτα δεν αρχίζει· είναι: άναρχον άπαυστον.

Έτσι «νυν έστιν ομού παν» θα πει: είναι τώρα, είναι όμοια, είναι πα ντού - τα απόντα, τα παρόντα.

Είναι έτσι διότι όλα τα πράγματα που μνημονεύτηκαν, μόλις βρεθούν στο δρόμο του είναι, εγκαταλείπουν τα ποικίλα ονόματα τους χάριν ενός και μοναδικού: εόν.

O εν λόγω δρόμος θα μπορούσε ν' ανταποκρίνεται στη νοερή γη όπου «τα πράγματα της ζωής χάνουν το όνομα τους», έτσι λέει σε μια μινιατούρα του Γιούλιους Μπισιέ, που τώρα μου μιλά ευκρινέστερα.

Αυτή η μετάπτωση των πραγμάτων σε εόντα, η οποία συμβαίνει (Παρμενίδης) «απ' ανθρώπων εκτός πάτου», πέραν των ανθρώπων (ελεύθερα κατά τον Τσελάν), συνιστά το υπέδαφος της συζήτησης όλων των παραδειγμάτων που ακολουθούν.

Μια γυναίκα παρουσιάζεται, όπως λέει, «σκληρή», σφιγμένη, με άμυνες που κρύβει πίσω από ένα φροντισμένο προσωπείο φυσικό τητας. Συνάμα ψυχανεμίζεται μιαν ακόμα πιο κρυμμένη μορφή της, μια, όπως την αποκαλεί, «μαλακή γυναίκα». Λέει:

- Αυτή θα πεθάνει, η σκληρή όχι.

Στο δρόμο της διακρίνει το σήμα τετελεσμένου, την περατότητα, το ήδη τελεσμένο: σ' ένα αληθινό τέλος όπου εκπλήρωση και πένθος δεν έχουν θέση καθώς τίποτα δεν αναμένεται και τίποτα δεν μένει υπόλοιπο.

Το είναι οδεύει άναρχον και άπαυστον και συνάμα, κατά παρά δοξο και θαυμαστό τρόπο, τετελεσμένου.

Όλα τους είναι σήματα ενός και του αυτού δρόμου.

Απόντα και παρόντα δεν χωρίζονται, δεν είναι αντίθετα. Το εί ναι οδεύει ομού και οδεύει βεβαίως.

Δεν σημαίνει πως απουσία και παρουσία γίνονται το ίδιο. Το τι σημαίνει μας δείχνεται κατά έναν τρόπο από τον ίδιο το δρόμο της ψυχανάλυσης: Το παρελθόν της παιδικής ηλικίας, ακριβώς στη θε ραπευτική συνομιλία, έρχεται αποζητώντας να γαληνέψει. Το πα ρελθόν, εκεί που δεν μας αφορά θεωρητικά και αποστασιοποιημέ να αλλά ζωτικά, έρχεται ως αποστολή και μέλημα, έρχεται ως το μέλλον που μας μέλλεται. Παρελθόν και μέλλον: το αυτό! Είναι το νυν που συναντήσαμε.

O ποιητής Τ. Σ. Έλιοτ, συνομιλώντας με τον Ηράκλειτο στα Τέσσερα Κουαρτέτα, γράφει: «O χρόνος ο παρελθών κι ο χρόνος ο μέλλων δείχνουν προς ένα τέλος που είναι πάντα παρόν».

Η ανάλυση μας δείχνει ανάγλυφα και τον αντίστροφο δρόμο: Ξεκινώντας από ένα παρόν, π.χ., ένα σύμπτωμα, θα φτάσουμε και πάλι στο πάν, στο παιχνίδισμα των απόντων παρελθόντων και μελ λούμενων που αναφέρθηκε, θα φτάσουμε στο νυν έστι ομού παν - όχι με τη σκέψη αλλά με τα μάτια της καρδιάς.

Με τα μάτια.

Λεύσσε, βλέπε, λέγεται στον Παρμενίδη. Καλούμαστε να δούμε. Η εδώ ζητούμενη αλήθεια δεν προσεγγίζεται με τη σκέψη και με την κατανόηση. Δεν είναι υπόθεση της γνώσης αλλά του νοήμονος βλέμματος.

Είπε κάποτε μια γυναίκα:

- Όταν έχεις αγαπηθεί μια φορά, ακόμα κι αν πέρασε, ξέρεις ότι έχεις αγαπηθεί.

Τέτοια λόγια, όπως και τα προηγούμενα που ακούστηκαν, λέ γονται πάντα μ' έναν δικό τους τρόπο: Είναι μια ασυνήθιστη στα θερότητα της φωνής, δεν είναι μόνο το στόμα που μιλά, μιλάει στην κυριολεξία το σώμα ολόκληρο, τ' ακούω εγώ και σιωπηλά απαντά αβίαστα μ' ένα ναι, όχι το μυαλό αλλά η ψυχή και το σώμα μου. Όλα είναι ανάλαφρα και γιορτινά. Αυτό είναι που ο Παρμενίδης ονομά ζει «πίστις αληθής».

-Όταν έχεις αγαπηθεί μια φορά, ακόμα κι αν πέρασε, ξέρεις ότι έχεις αγαπηθεί.

Σ' αυτόν το δρόμο η «μια φορά» φτάνει.

Εδώ το «μια» δεν είναι ποσοτικός προσδιορισμός, δεν είναι το λιγότερο από τις δυο φορές. Η «μια φορά» αρκεί. Δεν παραδέρνει στον μικρόψυχο λογαριασμό στέρησης και εκπλήρωσης, δεν μετρά ζημίες και κέρδη.

Το «ένα» αυτής της «μιας φοράς» είναι το ελληνικό εν. Δεν εί ναι αριθμός αλλά το ενούν, που στην πληρότητα του συγκεντρώνει τα πάντα. Για αυτήν την πληρότητα μιλούν τα παρακάτω λόγια μιας άλλης:

- Όπως ο αναπνευστικός άρρωστος μετά αναπνέει καλά, έτσι και η ανάλυση, σαν να αναπνέεις με πιο πολλές κυψελίδες.

O δρόμος της αληθείας, το απρόσωπο είναι, δεν μπορεί να πα ρασταθεί, δεν μπορεί να γίνει μοντέλο, δεν μπορεί να ανακληθεί κα τά βούληση, καθώς όλα αυτά χρειάζονται τη σκέψη. Εδώ καλούμα στε να παραιτηθούμε από τη σκέψη.

Στο δρόμο του είναι μπαίνει κανείς ορμητικά και απρόσμενα, με τρόπο μάλιστα που δεν ορίζει ο ίδιος - έτσι λέει ο Παρμενίδης. Για τον Ηράκλειτο είναι ο δρόμος του κεραυνού ο οποίος «πάντα οιακίζει», κατευθύνει τα πάντα όπως το δοιάκι το καράβι. Και χάνεται το ίδιο απρόσμενα. Θα επανέλθουμε.

3.3. 'Ύβρις

Ας θυμηθούμε τώρα τη στιχομυθία που ανέφερα στην αρχή: Η συνομιλήτρια μου βλέπει να της ανοίγεται για πρώτη φορά η δυνατότητα να κάνει παιδιά. Το λέει και ντρέπεται. Η ομιλία της

είναι άτονη, δίνει απλώς αναφορά, το κέφι κι ο ενθουσιασμός που τη διακατείχαν τις προηγούμενες ημέρες έχουν χαθεί. Της απαγο ρεύεται, λέει, να μιλά έτσι.

Ας ακούσουμε προσεκτικά. Η ντροπή, το άτονο της ομιλίας, το αμέτοχο της αναφοράς είναι σημάδια που σημαίνουν τη γυναίκα:

Είναι και δεν είναι δυνητική μητέρα. Ούτε είναι ούτε δεν είναι δυνητική μητέρα.

Και δεν το γνωρίζει καν, δεν μπορεί να το γνωρίζει διότι είναι δι χασμένη η ίδια: Αυτό που λέει το εννοεί και δεν το εννοεί. Ούτε το εννοεί ούτε δεν το εννοεί. «Δίκρανοι» λέγεται για τους ανθρώπους στον Παρμενίδη, «οις το πέλειν τε και ουκ είναι ταυτόν νενόμισται κ' ου ταυτόν».

Με δυο κεφάλια, διχασμένοι, νομίζουν πως είναι και μη είναι και ταυτίζονται και δεν ταυτίζονται, εμπλέκονται δηλαδή στο «είναι και δεν είναι» και συνάμα «ούτε είναι ούτε δεν είναι».

«Πάντων δε παλίντροπός έστι κέλευθος» συνεχίζει η γραφή, και τα πάντα οδεύουν παλινδρομικά, παλινδρομώντας ανάμεσα στο κι αυτό κι εκείνο, στο ούτε αυτό ούτε εκείνο.

Δίκρανοι και παλίντροπος κέλευθος - διχασμένη γυναίκα που τα λόγια της τα εννοεί και δεν τα εννοεί, ούτε τα εννοεί ούτε δεν τα εν νοεί, και η δυνητική μητέρα που και είναι και δεν είναι, που ούτε εί ναι ούτε δεν είναι: το αυτόΙ

Τι έχει συμβεί εδώ; Στο «είναι και δεν είναι», στο «ούτε είναι ούτε δεν είναι» η οδός του είναι έχει διαρραγεί - έχει παρεισφρήσει το «δεν είναι», το ουκ είναι.

Όμως εάν το νοείν βρίσκεται από πάντα στην οδό του είναι, εάν νοείν και είναι είναι το αυτό, τότε το ουκ είναι δεν είναι νοητό. O δρόμος του είναι ακριβώς (Παρμενίδης) «ανόητος ανώνυμος». Δεν νοείται και δεν ονομάζεται. Είναι κυριολεκτικά α-νόητος. (Ακούμε τη λέξη «α-νόητος» ελεύθερη από κάθε υπεροπτική και απορριπτι κή κριτική. Την παίρνουμε κατά λέξη και μένουμε στο λεγόμενο της.) Αντίστοιχα η ρήση του Παρμενίδη θα μπορούσε να συμπλη ρωθεί ως εξής: «ουκ είναι και ου νοείν, το αυτό!»

Στη διχασμένη γυναίκα, στη δυνατότητα που είναι και δεν είναι,

ούτε είναι ούτε δεν είναι, έχει συμβεί μια υπέρβαση του μέτρου του είναι προς την α-νοησία του ουκ είναι.

Στα ανόητα ανήκει να είναι (Παρμενίδης) «δια παντός πάντα περώντα», να διαπερνούν διαμέσου των πάντων τα πάντα.

Στη διχασμένη γυναίκα το παλίντροπον απαντάται παντού, όπου κι αν στρέψουμε το βλέμμα μας. Έτσι:

  • Το εσύ στο οποίο απευθύνεται είμαι εγώ και μαζί η μητέρα της. Δεν είμαι ούτε εγώ ούτε η μητέρα της.

  • Είναι στο ιατρείο μου και μαζί στο αλλοτινό πατρικό της. Δεν είναι ούτε στο ιατρείο μου ούτε στο πατρικό της.

  • Είναι στο παρόν και μαζί στο παρελθόν. Δεν είναι ούτε στο πα ρόν ούτε στο παρελθόν.

  • Η ανοησία της δεν είναι ιδιωτική της υπόθεση, η ανοησία ποτέ δεν είναι ιδιωτική υπόθεση, αλλά έχει σημαδέψει το γένος της. Εί ναι ήδη η ανοησία μιας διχασμένης μητέρας που της λέει «Δεν πρέ πει να είσαι όπως είσαι».

Το ανόητο χαρακτηρίζει, για να μείνουμε στο χώρο της ψυχολο γίας, τη στάση που περιγράφεται με τους λεγόμενους «αμυντικούς μηχανισμούς». Παντού εδώ, με τρόπους πολλούς και ποικίλους, κλεί νουμε τα μάτια, καλύτερα, μισοκλείνουμε τα μάτια σ' αυτό που είναι μπροστά μας, λέμε: είναι και δεν είναι. Λέμε: ούτε είναι ούτε δεν είναι.

Είναι/ ουκ είναι και μισάνοιχτα / μισόκλειστα μάτια: το αυτό!

Για την ανοησία, για την υπέρβαση του μέτρου του είναι, οι αρ χαίοι είχαν πολλά ονόματα. Το πιο οικείο σ' εμάς είναι: ύβρις.

Επειδή το δίκρανοι, το διχασμένο του νου, και το παλίντροπον, το παλινδρομικό των πραγμάτων, αναλύονται στο αυτό, η ύβρις εί ναι τυφλή: Δεν αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως ύβρη. Η ανοησία της πρώτιστα είναι άνους ως προς τον ίδιο τον εαυτό της. Η πλάνη της πρώτιστα πλανάται ως προς τον ίδιο τον εαυτό της. Η λησμοσύνη της πρώτιστα έχει λησμονήσει τον ίδιο τον εαυτό της.

Πώς τότε διαπιστώνεται η ύβρις; Δεν διαπιστώνεται. Ανοησία και πλάνη και λησμοσύνη δεν είναι ποτέ δυνατό να γνωρίζουν τον εαυτό τους.

Και πώς τότε αντιμετωπίζεται η ύβρις; Δεν αντιμετωπίζεται.

Δίκρανοι και παλίντροπος κέλευθος είναι υποχρεωμένα στο αυτό. Δεν μπορούμε να τα διαχωρίσουμε και είτε να «θεραπεύσου με» το διχασμένο του ανθρώπου είτε να διορθώσουμε το παλινδρο μικό των πραγμάτων. Το μαρτυρεί η ιστορία της γυναίκας, οι μά ταιες απόπειρες της να ησυχάσει, είτε προσπαθώντας μέσα από διάφορες θεραπείες ν' αλλάξει η ίδια, είτε αναζητώντας σ' άλλους ανθρώπους μιαν άλλη μητέρα.

Τέτοιες προσπάθειες θα είχαν νόημα μόνο εάν κανείς μπορούσε να βγει απ' τον ίσκιο του. Δεν μπορεί.

Η ανοησία και η πλάνη κι η λησμοσύνη, είπαμε, δεν είναι ποτέ δυνατό να γνωρίσουν τον εαυτό τους. Ποιος όμως είναι ο εαυτός τους; Εξαντλείται καν η ύβρις στην ύβριν; Όταν και στην ύβριν, δη λαδή στο ζεύγος δίκρανοι και παλίντροπος κέλευθος, μιλά το αυτό, η καρδιά της αληθείας;

Τότε ύβρις και αλήθεια θα ήταν αδελφά νοήματα. Πού μας πάει αυτό;

3.4. Η γιορτή

Επιστρέφουμε στην υπόδειξη μου προς τη γυναίκα για το αυτό, στο οποίο ανήκουν η απαγορευτική φωνή της μητέρας και το αυτί του μικρού κοριτσιού. Η γυναίκα ξαφνιάζεται, σοκάρεται, μένει άφωνη.

Η υπόδειξη του το αυτό, εφόσον εννοηθεί και αναληφθεί σε όλο το εύρος της, μεταθέτει το πρόβλημα, ακόμα και το αδιέξοδο και την απελπισία και την απόγνωση σε μιαν άλλη διάσταση.

Παντού εδώ ήταν ένα εγώ που, αποκομμένο από το αυτό, έλπι ζε κι επιζητούσε λύση ή δεν έβρισκε λύση και απελπίζονταν. Με την αφύπνιση στο αυτό και με τον εγκλιματισμό στον αέρα του, το εγώ δεν είναι, δεν μπορεί πλέον να είναι σημείο αναφοράς και θεμέλιο. Ελπίδες και φόβοι, προσπάθειες και παραιτήσεις, πατήματα κι ολι σθήματα χάνονται.

Το ξάφνιασμα της γυναίκας, η αφωνία της είναι ένα έστω αβέ βαιο κι ασταθές ίχνος αυτού του λυσίματος, της ανάλυσης όχι πλέον σε δάκρυα αλλά στον αέρα της βασιλεύουσας ταυτοσημίας.

Το αυτό. Στην καρδιά του διαυγάζει το πραγματικό, το είναι. Αντιλαλεί η γιορτή της αληθείας.

Η αφωνία της γυναίκας, καθόσον έχει αναλυθεί στο αυτό, είναι μεν επίσης γιορτή, όμως γιορτή από την άλλη, τη σκοτεινή όψη της.

Εδώ το αυτό δεν φανερώνεται στο δρόμο της αληθείας αλλά στο δρόμο της ύβρεως-έτσι γίνεται στην αρχή πάντα- ως η ανοησία και η πλάνη κι η λησμοσύνη που ορίζουν τον κόσμο και μαζί την ψυχή της. Και η ώρα της ύβρεως, όταν συμβαίνει η αφύπνιση στα σκοτά δια της, έχει κι αυτή κάτι γιορταστικό, είναι κι αυτή γιορτή -τραγική.

Ο Χάιντεγκερ, από διαφορετική προσέγγιση, την ονομάζει «φω τεινή νύχτα». Αλλού την παρομοιάζει, παραστατικά μεν αλλά επι πόλαια καθόσον παραλείπεται ο αφορώμενος άνθρωπος, με το αρ νητικό μιας φωτογραφίας.

Στη νεότερη ελληνική ποίηση, όσο γνωρίζω, έχει αποδοθεί εναρ γέστερα στο 2ο σχεδίασμα των «Ελεύθερων Πολιορκημένων» του Διονυσίου Σολωμού και στο «Θάνατος και Ανάστασις του Κωνστα ντίνου Παλαιολόγου» του Οδυσσέα Ελύτη.

Παντού εδώ η ύβρις είναι επί το έργον. Όπως η γυναίκα βλέπει πως το μικρό κορίτσι είναι που ακούει την απαγορευτική φωνή και μ' αυτό αναλαμβάνει την ανοησία της ίδιας και της μητέρας της, έτσι ακριβώς, και πολύ ριζικότερα, τα πρόσωπα των ποιητικών έρ γων, στην άμετρη βία που τους έχει πάρει τα πάντα αναγνωρίζουν και αναλαμβάνουν τον ίδιο τους το χαμό. Όμως τόσο η τελευταία νύχτα στο Μεσολόγγι, όσο και οι τελευταίες στιγμές στα τείχη της Πόλης, είναι γιορτή με την άλλη τη σκοτεινή της όψη.

Από εδώ, από τον τόπο αυτής της γιορτής, πρέπει να εννοηθεί κάθε μεγάλη ποίηση και κάθε μεγάλη νόηση. Από εδώ ανοίγεται και ο δρόμος της αληθινής συνομιλίας του δυτικού με τους άλλους πολιτισμούς. Αναφέρω ενδεικτικά αυτό που στο Ζεν αποκαλείται «μεγάλος θάνατος».

Η θεραπευτική συνομιλία, όταν ευτυχήσει να φθάσει στα άκρα, θα απολήξει κάποτε σ' αυτόν τον κόμβο, που είναι κόμπος και μαζί κομβικό σημείο μιας στροφής που καθιστά την άλλη όψη της γιορ τής ορατή. Ένα παράδειγμα για αυτήν τη στροφή:

Ένας άντρας που καθυστερημένα ανακάλυψε πως αγαπούσε τη γυναίκα που εγκατέλειψε ησυχάζει πρώτα στην ιδέα να την πάρει και μαζί να ξανοιχτούνε στη θάλασσα. Αυτή είναι η μία όψη, η σκο τεινή. Η στροφή συμβαίνει σε μια έκλαμψη και λέει ο άντρας στον εαυτό του:

- Αν μπορούμε να πεθάνουμε μαζί, τότε μπορούμε και να ζή σουμε μαζί!

Θα αναφέρω δυο οδηγούς ρήσεις για τη στροφή που για τον ευ ήκοο θεραπευτή τώρα μπορεί να είναι περισσότερο εύληπτες.

Η πρώτη είναι του ποιητή Πάουλ Τσελάν: «Πήγαινε στα ολόδικά σου στενά - κι απελευθερώσου».

Η δεύτερη είναι του Φρίντριχ Χαίλντερλιν: «Όπου όμως είναι κίνδυνος, βλασταίνει και το σωτήριο».

Φτάνει «στενά» και «απελευθέρωση», «κίνδυνο» και «σωτή ριο» να μην τα ακούσουμε κατά το αμερικανικό «happy end», το «αίσιον τέλος», ή κατά την πλατωνική-χριστιανική παράσταση μιας τελικής λύτρωσης αλλά να τα δούμε στο πρώτο ελληνικό φως όπου στενά και απελευθέρωση, κίνδυνος και σωτήριο, ύβρις και αληθείη συνευρίσκονται στο αυτό. Είναι αδελφά νοήματα.

Οι δρόμοι τους συναντώνται σ' ένα σταυροδρόμι, γράφει ο Χάι ντεγκερ, και το σταυροδρόμι είναι κι αυτό καθοδόν μαζί μας - έρ χεται, αν μου επιτραπεί εδώ μια συμπλήρωση, από πίσω και κατα πάνω μας. Οι τραγωδίες του Αισχύλου και του Σοφοκλή το μαρτυ ρούν με τον σαφέστερο τρόπο.

Εδώ ας σημειωθεί πως για τον ψυχίατρο και για τον ψυχολόγο τα στενά τα ολόδικά τους προς τα οποία καλούνται είναι αυτή τού τη η ψυχιατρική και η ψυχολογία - εφόσον τις πάρουν πολύ στα σο βαρά. «Πολύ» θα πει εφόσον τις πάρουν σοβαρότερα απ' όσο παίρνουν οι ίδιες τον εαυτό τους. Θα γίνει ανάγκη, εάν γίνει, απρό σμενα και απρόοπτα/Ενας τρόπος να συμβεί είναι η εισβολή αυτού που εδώ ονομάζεται «ελληνικό φως».

Αλήθεια και ύβρις, ως δρόμοι πλέον της θεραπευτικής συνομι λίας, επιβάλλουν να εννοηθούν οι τρέχοντες όροι και οι βασικές έν νοιες της ψυχοθεραπείας και της ψυχανάλυσης σ' ένα άλλο, στο ελ-

στο ελληνικό φως. Οι ομιλίες που προηγήθηκαν15 επιχείρησαν μια τέτοια εννόηση.

4. Λόγος

4.1. Εισαγωγή

Στο μαντείο των Δελφών, στην είσοδο, υπήρχε η επιγραφή: « Γνώθι σαυτόν».

Οι αδαείς επισκέπτες έρχονταν και ρωτούσαν για τα μελλούμε να. Η αινιγματική απάντηση τους έλεγε άρρητα: «γνώρισε τον εαυ τό σου».

Το γνώθι σαυτόν, δίχως να λέγεται καθαυτό και δίχως να κρύβε ται, συνηχούσε στα λόγια του χρησμού. Διότι αυτά μιλούσαν ακρι βώς μια γλώσσα η οποία, κατά τον Ηράκλειτο, «ούτε λέγει ούτε κρύπτει αλλά σημαίνει», μιλούσαν μια γλώσσα σημάτων.

Τα σήματα ούτε λέγουν ούτε κρύβουν.

Δεν μας είναι τόσο ξένο όσο ενδεχομένως νομίζουμε. Σε γλώσσα σημάτων μιλούν τα όνειρα, τα μικρά παιδιά και οι ανοϊκοί γέροι, οι παράφρονες κι οι προφήτες. Τη μιλούν οι θρύλοι και τα παραμύθια, η ποίηση. Τη μιλά ο Γιώργος Βασιλάκος16 στο πρόσφατο βιβλίο του «Υπαίθριοι στοχασμοί και φαινόμενα». Είναι η λεγόμενη «γλώσσα του σώματος», είναι η ίδια η γλώσσα μας σε ώρες που μας δίνεται η χάρη και είμαστε αληθινοί.

Αν σε γλώσσα σημάτων πρόκειται, σύμφωνα με την επιγραφή του μαντείου, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας, τότε εμείς οι ίδιοι εί μαστε σήμα. Το λέει σε μια μακρινή συμφωνία με τον Ηράκλειτο ένας στίχος του Χαίλντερλιν: «Σήμα είμαστε [...]».

Τα σήματα - ούτε λέγουν ούτε κρύβουν. Εμείς πάλι μένουμε στο «λέγουν» και στο «κρύβουν», παραβλέπουμε το ένα, προ-σκολλόμαστε στο άλλο.

Στα όνειρα, για παράδειγμα, η ψυχαναλυτική ερμηνεία παρα βλέπει το «κρύβει». Ισχυρίζεται ότι στη μορφή του «λανθάνοντος ονείρου» το όνειρο λέγεται, αποκαλύπτεται. Η βιολογική εξήγηση των ονείρων παραβλέπει το «λέγει». Ισχυρίζεται ότι το όνειρο

οφείλεται σε αποδιοργάνωση των εγκεφαλικών λειτουργιών κι επομένως στερείται νοήματος.

Στο «λέγει» μένει προσκολλημένος αυτός που έχει την απάντη ση για τα πάντα - ή θεωρεί πως υπάρχει η απάντηση για τα πάντα. Η θεραπεία που ακολουθεί το «λέγει», έχει τη λύση στο πρόβλημα και τη δίνει στη μορφή της εξήγησης, της συμβουλής, της κατευθυ νόμενης συμπεριφοράς.

Στο «κρύβει» μένει προσκολλημένος αυτός για τον οποίο τα προβλήματα δεν έχουν νόημα. Η θεραπεία που ακολουθεί το «κρύ βει» θα προσανατολιστεί στο φάρμακο και στην παρηγορική αντι μετώπιση.

Η προσκόλληση στο «λέγει», η οποία φέρνει φράσεις όπως «Το όνειρο σου σημαίνει αυτό...», αποστομώνει. O άλλος δεν έχει να πει τίποτα/Εχει να το δεχτεί ή να το απορρίψει. Εδώ ο λόγος του ενός κλείνει το στόμα του άλλου. Αυτό δεν είναι συνομιλία. Για να το ξε καθαρίσουμε: Αποτέλεσμα μπορεί να έχει. Όμως δεν είναι συνομιλία.

Η προσκόλληση στο «κρύβει» φέρνει τη βουβαμάρα, το αδιά φορο σήκωμα των ώμων, την απλή διαχείριση της κατάστασης. Αποτέλεσμα μπορεί να έχει. Όμως δεν είναι συνομιλία.

Και αν έχει αποτέλεσμα; Αν, όπως λέμε, «βοηθάει», τι χρειάζε ται η συνομιλία; Δεν χρειάζεται. Και τούτο θα μας εφησυχάζει όσο υπνωτισμένοι μένουμε δέσμιοι εκείνης της ολέθριας ιδιοτέλειας που έχει εγκλωβίσει τον άνθρωπο στα συμφέροντα του και στις ανάγκες του και τον κατευθύνει στη διαφύλαξη και την ενίσχυση της ισορ ροπίας του.

Εάν η θεραπεία θεραπεύει, που στα ελληνικά θα πει: υπηρετεί το γνώθι σαυτόν, τότε οφείλει ν' ανταποκριθεί δίχως λοξοκοιτάγματα σ' αυτό το κάλεσμα. O Πίνδαρος το διατυπώνει ως εξής: «γένοι' οίος εσσί μαθών» (μάθε ποιος είσαι και γίνε).

Και τι είμαστε; Σήμα. Κι επειδή είμαστε σήμα, είμαστε και συ νομιλία. Θα το διευκρινίσω επιστρέφοντας στο αρχικό μου παρά δειγμα:

Μια γυναίκα βλέπει να της ανοίγεται για πρώτη φορά η δυνατό τητα να κάνει παιδιά. Το λέει και ντρέπεται. Η ομιλία της είναι

άτονη, δίνει απλώς αναφορά, το κέφι κι ο ενθουσιασμός που την διακατείχαν τις προηγούμενες ημέρες έχουν χαθεί. Της απαγορεύ εται, λέει, να μιλά έτσι.

Προσκολλημένος στο «λέγει» θα μπορούσα να της πω: «Θέλεις να κάνεις παιδιά μαζί μου». Προσκολλημένος στο «κρύβει» θα μπορούσα να διακρίνω κάποιο καταθλιπτικό σύνδρομο και να της δώσω φάρμακα.

Δεν αμφισβητώ πως αυτά μπορεί να συμβαίνουν. Όμως, για ν' απαντήσω με τον τρόπο των δύο παραπάνω θεραπευτών, πρέπει να έχω ακούσει τα λόγια της σαν πληροφορίες για την κατάσταση της, τις οποίες επεξεργάζομαι μέσα μου και κατόπιν αποφαίνομαι αντίστοιχα.

Η γλώσσα δεν είναι πρώτα πληροφορία, όπως εικάζει η αντί στοιχη θεωρία, ούτε υποκατάστατο της πραγματικότητας, όπως το θέλει η φροϋδική θεώρηση, ούτε σημαίνον ενός σημαινόμενου, όπως το παρουσιάζει η γλωσσολογία.

Η γλώσσα δεν αντικειμενοποιείται σε κάτι σαν «υλικό», «περιε χόμενο», «νόημα».

Η γλώσσα δεν «σημαίνει» τίποτα.

Ακούω τη γυναίκα δίχως ν' αναζητώ τίποτα πέρα από τα λόγια της, δίχως να σκέφτομαι, δίχως να συνδυάζω, δίχως να συσχετίζω. Απλώς ακούω. Ακούω τη φωνή της - την ντροπή, το άτονο και παλ λόμενο και συγκοπτόμενο του ήχου της.

Ούτε λέγει τίποτα ούτε κρύβει. Σημαίνει, όπως η καμπάνα, δη λαδή αναγγέλλει. Αναγγέλλει αυτήν την ίδια. Την εισάγει. Την εμ φανίζει.

Η γλώσσα, ως συγκεκριμένη συγκινημένη φωνή, είναι σήμα: ση μαίνει τη γυναίκα με τις δυνατότητες και τις λαχτάρες και την ντρο πή της, την απαγορευτική μητέρα, εμένα, άλλα που δεν λέχθηκαν και άλλα που δεν είναι λεκτά.

Σημαίνεται το πάν- σ' αυτήν την ορισμένη στιγμή, σ' αυτόν τον ορισμένο τόπο.

Το πάν, το οποίο σημαίνεται στη φωνή, στην ομιλούμενη γλώσ σα, βρίσκει στον Ηράκλειτο το όνομα του: «λόγος».

Συλλέγει, συλ-λέγει, έχει από πάντα συλλέξει τα πάντα σε μία «αφανήν αρμονίη» - σε μια συνάρμοση που δεν λέγεται και δεν κρύβεται.

«Εν πάντα» διαβάζουμε σ' ένα άλλο απόσπασμα.

Στο λόγο είναι τα πάντα περισυλλεγμένα στο εν, εκείνο της «μιας φοράς» που αγαπήθηκες και αρκεί.

Η φωνή της γυναίκας, εννοημένη ως σήμα, συλ-λέγει όσα ανα φέρθηκαν καθόσον ομολογεί, ομο-λογεί, δηλαδή μιλά καθ' ομοίωσιν του λόγου.

4.2. Η θεραπευτική συνομιλία ως κατοίκηση στη γλώσσα

Η φωνή είναι σήμα: σημαίνει, αναγγέλλει, εμφανίζει. Τα λεγό μενα τα βλέπω. Και όσο καθαρότερα λέγονται, τόσο πιο ζωντανά προβάλλουν εμπρός μου.

O Γιώργος Βασιλάκος το λέει στο πρόσφατο βιβλίο του με ζη λευτή απλότητα: «όταν ο άνθρωπος μπορέσει να δει τις φωνές». Αλλού μιλάει για «εκείνον που βλέπει τον ήχο της λέξης του άμα την πει».

Σας διαβάζω ένα ενδεικτικό απόσπασμα για τη «συγκομιδή των φυτών, ανάλογη και ταυτόσημη ζωγραφιά που συνθέτουν ήχοι ανα πνοής και κινήσεων, φορέματα που πάλλονται και κροταλίζουν στον άνεμο, κοτσάνια που σπάνε [...]». Ακούστε κι αυτό:

Ήτανε το κελάρυσμα του νερού που φαινόταν ν' απεικονίζεται· αντιπαραβολή των ήχων και της σιωπής, μια ζωγραφιά του θορύ βου στο φόντο και τον ορίζοντα της σιγής, νερομπογιά των ρημά των και φράσεων, βλέμμα πνιγμένο στους ήχους. Όραση βυθισμένη στην ακρόαση του αντίλαλου, στη θαυμάσια όψη της ροής των ομι λούμενων συλλαβών, πρωτοφανής μεταμόρφωση της φωνής του νερού σε εικόνα. Δεν άκουγε τον κυματισμό του, την ταπεινή μου σική και της ελάχιστης δίνης του, το ηχηρό οδοιπορικό των φύλλων που παρασύρονται, έβλεπε μόνο τη μορφοποίηση του λόγου και του νοήματος, τη νεράιδα.

Να βλέπεις τις φωνές, τον ήχο της λέξης... Είναι η πραγμάτωση

του νόμου που έχει ορίσει το «φωνή» και το «φαίνομαι», καθότι ανήκουν στην ίδια ρίζα, να είναι «ανάλογα και ταυτόσημα».

Ομολογώ πως είμαι πολύ φτωχός απέναντι στον πλούτο με τον οποίο εκφράζεται στον Βασιλάκο η ταυτοσημία που συλλέγει φωνή και εικόνα, δηλαδή το εν πάντα τού λόγου, δηλαδή το αυτό του νοείν και του είναι. Όμως το λέω τιμή μου να βλέπω πως βρίσκομαι στο πρώτο σκαλοπάτι μιας σκάλας που μου την έδειξε ένας άλλος γιατί την ανέβηκε έως επάνω.

Άκου να δεις... Υπάρχει ένα απόσπασμα του Ηράκλειτου που λέει: «'Όσων όψις ακοή μάθησις, ταύτα εγώ προτιμέω».

Ενδεχομένως ο Ηράκλειτος δεν προτιμά αυτά που δίνονται με τις αισθήσεις της όρασης και της ακοής σε σύγκριση με δεδομένα άλλων αισθήσεων, αλλά εκείνα των οποίων όφις ακοή μάθησις: εκείνα που μαθαίνονται όταν όψις ακοή είναι ένα. Όταν ακούοντας βλέπει.

Τότε κανείς ακούει όχι με τα αυτιά του αλλά ολόκληρος. Τότε κανείς βλέπει όχι με τα μάτια του αλλά ολόκληρος. Ένα απόσπα σμα του Ξενοφάνη λέει: «ούλος οράι, ούλος δε νοεί, ούλος δε τ' ακούει» (όλος βλέπει κι όλος εννοεί κι όλος ακούει).

Αυτό συμβαίνει όταν τα ειδώματα και τα νοήματα και τα ακού σματα μας χτυπούν.

Μια γυναίκα μου είπε:

- Να σε χτυπήσει το νόημα μιας λέξης είναι κάτι άλλο...

Η λέξη, όταν σε χτυπάει το νόημα της, δεν είναι πια «γλώσσα». Είναι όφις ακοή, είναι το ίδιο το πράγμα στην πραγματικότητα του. Μόνο όταν βλέπουμε αυτά που λέμε κι ακούμε είμαστε στα πράγ ματα* η συνάντηση μας είναι συνομιλία* η συνομιλία μας είναι κοι νή κατοίκηση.

Τότε η πραγματικότητα γίνεται τόπος διαμονής. Τότε το «είμα στε συνομιλία» θα πει «είμαστε κατοίκηση». Τότε η ζωή είναι (Χαίλντερλιν) «κατοικούσα ζωή».

Η θεραπευτική συνομιλία είναι δρόμος προς αυτήν την κατοίκηση.

Γι' αυτό ως θεραπευτής προσέχω ό,τι ακούω να το βλέπω, και στα λόγια μου εκείνο που λέω να το έχω δει.

Αυτό χάνεται όταν ο συνομιλητής μου δεν περιγράφει αλλά σκέφτεται και όταν εγώ δεν βλέπω αλλά προσπαθώ να τον καταλάβω. Τότε ο καθένας μας μένει κλεισμένος στο άτομο του, σ' αυτό που ο Ηράκλειτος ονομάζει «ιδία φρόνησις».

4.3. Παράταξις

Επειδή, στα όρια οπωσδήποτε που μου δόθηκαν, ως θεραπευτής έχω στραμμένη την ακοή και το βλέμμα μου στο λόγο, στο μεταξύ της εκάστοτε συνάντησης, δεν είμαι ποτέ κλεισμένος στον εαυτό μου: δεν σκέφτομαι και δεν αισθάνομαι. Κατανόηση, ενσυναίσθηση και τα συναφή έχουν φύγει.

Ο συνομιλητής μου δεν υπάρχει σε τρίτο πρόσωπο, ως «αυτός / αυτή». Εξαρχής και μέχρι τέλους είναι για μένα ένα επερωτήσιμο, όπως εγώ είμαι γι' αυτόν ένα μιλητό «εσύ» - είτε μιλάμε είτε σω παίνουμε. Εκεί τον περιμένω, στον τόπο των δεύτερων προσώπων των στραμμένων το ένα προς το άλλο. Κατά κει τον καθοδηγώ με την τέχνη μου.

Τον προσκαλώ να μάθει τρόπον τινά μια ξένη γλώσσα. Αυτή η γλώσσα είναι δομημένη κατά το λόγο:

Η αρμονία (συνάρμοση) της είναι αφανής: Δεν συνδέει και δεν συσχετίζει. Δεν νοιάζεται για το «γιατί» και το «πώς». Αφήνει τα πράγματα τα δεδομένα σ' έναν τόπο και χρόνο, «ενόσο στέκουν» (Χαίλντερλιν), να εμφανίζονται όπως είναι: «γειτονικά / και συνά μα / μεταξύ τους άγνωρα».

Αυτήν την καθαρή γειτνίαση, θα μπορούσαμε να την αποκαλέ σουμε, αν δεν ακούσουμε τη λέξη μόνο με τη στενή γραμματική έννοια, « παράταξη ».

Γνωρίζω τέσσερις τρόπους παράταξης: Περιγραφή, ταυτολογία, επανάληψη, ονομασία. Θα τους συζητήσω εν συντομία.

4.3.1 Η περιγραφή, στην αυστηρή της μορφή, δεν απαντάται κάπου σε μια αναφορά όπου κανείς μεταδίδει αυτό που είδαν τα μάτια του και άκουσαν τ' αυτιά του. Όσο πιστότερος είναι ο περι γραφικός λόγος τόσο γίνεται και ποιητικότερος - εφόσον το ποιη τικό δεν προσβλέπει στο ωραίο και στο συναισθηματικό. Ένα πα ράδειγμα:

Πάντα μνημόνευες τον Όμηρο και τη γενιά του.

Σ' ένα τεράστιο δέντρο ο σκίουρος,

σπασμωδική περισπωμένη, σκαρφάλωνε

ολοένα πιο ψηλά και τον εκοίταζες

γελώντας.

Ζωή μας είναι πάντα ο αποχωρισμός

κι η πιο δύσκολη παρουσία.

(Σεφέρης, «Γράμμα στον Ρεξ Γουόρνερ»)

Όμως σαν παράδειγμα παρατακτικής περιγραφής, τουλάχιστον ως προς την πρόθεση, μπορούμε να φέρουμε στο νου μας οποιαν δήποτε ομιλία από μια θεραπευτική ώρα την οποία η ψυχολογία έχοντας παντελή άγνοια της αφανούς αρμονίας αποκαλεί «ελεύθε ρο συνειρμό». Το «ελεύθερο» βρίσκεται ακριβώς στο ότι κανείς λέ ει αυτό που έρχεται στο νου του δίχως να σκέφτεται, δηλαδή δίχως να το καθιστά αντικείμενο κριτικής μιας «λογοκρισίας».

4.3.2 Σαν παράδειγμα για την ταυτολογία αναφέρω τη φράση: Η αγάπη είναι αγάπη.

Την ανέφερα σε μια ομιλία πριν από τέσσερα χρόνια. Τον τόπο της τον έχει εκεί όπου η αγάπη είναι επί το έργον, δηλαδή εκεί που δηλώνεται, δηλαδή στο «σ' αγαπώ» - όταν λέγεται και εννοείται.

Το <<σ' αγαπώ» δεν μιλά για την «έννοια» της αγάπης· δεν μιλά για «συναισθήματα αγάπης»· δεν αντικαθίσταται από άλλες λέξεις όπως τρυφερότητα, φροντίδα, κατανόηση, ερωτισμός κτλ. · δεν πα-ρασταίνεται ως «σχέση»· δεν κατευθύνεται από «μηχανισμούς»· δεν ανάγεται σε νευροχημικές διεργασίες. Η αγάπη είναι αγάπη. Δεν «Σ' αγαπώ γιατί 'σαι ωραία» αλλά «γιατί σ' αγαπώ».

4.3.3 Η επανάληψη.

Θα τη δούμε στον Βιντζέντζο Κορνάρο, στην αρχή του «Ερωτόκριτου»:

Του κύκλου τα γυρίσματα π' ανεβοκατεβαίνου, και του τροχού π'

ώρες ψηλά κι ώρες στα βάθη πηαίνου,

και του καιρού τ' αλλάηματα π' αναπαημό δεν έχου, μα στο καλό

κι εις κακό περίπατου και τρέχου,

και των αρμάτω οι ταραχές, όχτριτες και τα βάρη, του έρωτα οι

μπορεσιές και τση φιλιάς η χάρη [...].

Εδώ η επανάληψη έχει το χαρακτήρα νόμου της φύσης. Σ' αυτά τα «γυρίσματα» οι άνθρωποι συνήθως αντιστέκονται, είτε κυνηγώ ντας το καινούριο είτε πλήττοντας στη μονοτονία του ίδιου. Η επα νάληψη δεν λογαριάζει τον άνθρωπο και τις προτιμήσεις του. Είναι απ-άνθρωπη.

Όμως ένας άνθρωπος μπορεί κάποιες φορές να ελευθερωθεί από τα δεσμά της ιδιοτέλειας και ν' αρμοστεί στον κύκλο ολότελα, να γίνει ένα με το φως της μέρας κι ένα με το σκοτάδι της νύχτας, να γίνει όλος «ταραχή» κι όλος «έρωτας» κι όλος «φιλία». Τότε, μέσα από αυτό το ένα και μέσα απ' αυτήν την ολότητα θα πει, με τον Διονύσιο Σολωμό: «Τα σπλάχνα μου κι η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν».

Και θα πει, με τον Γιώργο Σεφέρη: «Είτε βραδιάζει / είτε φέγγει / μένει λευκό /το γιασεμί». Θα πει, με τη γυναίκα των θερινών δια κοπών:

- Φέτος τίποτα δεν τέλειωσε, η δουλειά δεν σταματά, εσείς δεν χάνεστε...

Η επανάληψη επ-ανα-λαμβάνει τον εαυτό της αληθινά καθόσον παραμένει στο αυτό.

4.3.4 Η ονομασία

Η κοινή μας κατοίκηση ευτυχεί όταν ο λόγος μας ομο-λογεί το λόγο, δηλαδή σύμφωνα με τα προηγούμενα όταν ακούμε και βλέ πουμε σε ένα χρόνο* όταν παραιτούμαστε από την ιδίαν φρόνησιν, από το κράτημα στον εαυτό μας.

Πραγματώνεται όταν έρχονται τα ονόματα. Όμως τι είναι ένα όνομα, εάν αυτό πρώτα προσφέρει μια τέτοια κατοίκηση;

Ας ξεκινήσουμε με τη λεγόμενη «μεταβίβαση». Η «μεταβί βαση» δεν ονομάζει τίποτα. Είναι τίτλος μιας εξήγησης που κάνει λόγο για μεταβίβαση συναισθημάτων κτλ. από τους γονείς στον θε ραπευτή. Δεν είναι όνομα διότι δεν ονομάζει ένα πράγμα. Το πράγ μα είναι ανύπαρκτο. Έχει εξαρχής υπεισέλθει στην εξήγηση του. Είναι μια σκιά που υφίσταται μέσα από την εξήγηση και χάριν της εξήγησης. Όμως το ξεχνάμε. Μιλάμε για τη «μεταβίβαση» όπως μιλάμε για το ποτήρι που έχω μπροστά μου ή για την αγάπη που

έχω για τη γυναίκα μου ή για την ενόχληση που μου προξενεί ο γείτονας.

Δεν είναι το ίδιο. Η «μεταβίβαση» δεν είναι πράγμα. Είναι λέξη, όμως όχι όνομα. Καθότι συσχέτιση και εξήγηση, είναι ιδία φρόνησις.

Ο όρος «αντίσταση» πάλι αποκαλεί κάτι που ο θεραπευτής αντιλαμβάνεται ως μη συμμορφούμενο με την άποψη του για την θεραπεία και το πώς πρέπει να προοδεύει. Δεν είναι όνομα διότι δεν ονομάζει ένα πράγμα. Το πράγμα είναι ανύπαρκτο, σκιώδες. Το κατασκευάζει η πρόσκρουση επάνω στην πραγματικότητα μιας στάσης που δεν δέχεται πως τα πράγματα μπορεί και να μην πη γαίνουν όπως το φαντάζεται. Η αντίσταση, καθότι οριζόμενη αυτι στικά, είναι ιδία φρόνησις.

Εάν το δούμε πως οι λέξεις που αναφέρθηκαν, «μεταβίβαση», «αντίσταση», εάν το δούμε πως αυτές οι λέξεις και τόσες πάμπολ λες άλλες κανένα πράγμα δεν ονομάζουν «ανώνυμον» και μαζί κανένα πράγμα δεν εννοούν «ανόητον», εάν το δούμε πως ως δήθεν ονόματα μας υπόσχονται κάτι που κατευθείαν χάνεται απ' το βλέμ μα μας, δεν μας πιάνει ένας ίλιγγος; Μια ναυτία; Όπου, καθώς χάνεται το πράγμα, χανόμαστε κι εμείς οι ίδιοι;

Ανόητον ανώνυμον: το αυτό!

Και από εδώ δεν αναλάμπει το όνομα ως αυτό που χαρίζει στα πράγματα την πραγματικότητα τους και σ' εμάς την κατοίκηση μας (Χάιντεγκερ) στη «γειτονία των πραγμάτων»;

Ένα ποίημα του Στέφαν Γκεόργκε κλείνει διατυπώνοντας το νό μο: «Πράγμα κανένα να μην είναι όπου λείπει η λέξη».

Συνομιλώντας μ' αυτόν το στίχο έγραψε ο Πάουλ Τσελάν τους εξής: «Κανένα πράγμα, καμιά λέξη / και των δυο τους το μοναδικό όνομα».

Εδώ το «μοναδικό» όνομα αποκαλύπτεται ως το αυτό λέξης και πράγματος, ως το εν πάντα του λόγου που τα συλ-λέγει, ως το πε-φατισμένον του νοείν στο είναι.

Όμως το όνομα δεν υπάρχει αφ' εαυτού. Είναι πράξη, η πράξη της ονομασίας, η οποία δεν μας έχει δοθεί ως κεκτημένο αλλά ως αποστολή και χρέος. Γράφει γι' αυτήν ο ιστορικός της μουσικής Θρασύβουλος Γεωργιάδης:

Στην πράξη της ονομασίας το παν περισυλλέγεται ως το τώρα. Η πράξη της ονομασίας [...] είναι η αντίληψη του Παντός ως δίπολου {νοείν-είναι) [...], η αιφνίδια, γεμάτη θαυμασμό αφύπνιση του αν θρώπου [...]. Εμφάνιση του ανθρώπου και εμφάνιση της πράξης ονομασίας είναι ένα και το αυτό. Η πράξη ονομασίας [...] είναι η πηγαία αναφορά* όμως όχι στα «πράγματα», στο φυσικό, αυτό που κανείς επεθύμησε, αισθάνθηκε, έπραξε, έπαθε, αντιλήφθηκε αλλά στο δεδομένο τους, πως αυτά είναι εδώ, στο συγκεκριμένο είναι.

Κατοικούμε πάνω στη γη. Η κατοίκηση μας έχει χαρακτήρα συ νάντησης. Μια συνάντηση είναι αληθινή εκείνες τις ώρες που τα λό για και τα έργα, όπως λέμε, «γράφουν», δηλαδή ονομάζουν. Και το «γράφουν» είναι η πράξη της ονομασίας.

Η ονομασία πραγματώνεται στη μορφή του έργου της μεγάλης τέχνης αλλά και όλων εκείνων των άσημων περιστατικών από την (Καβάφης) «πρώτη ποίησι της ζωής μας [...]» που κανείς ποτέ δεν «εκόμισεν εις την Τέχνην».

Από το ζητούμενο όνομα τρέφεται και προς αυτό τείνει η κάθε συνομιλία* και η θεραπευτική, προπάντων αυτή, είτε το ξέρει είτε όχι:

- Να μπορώ την πόρτα εκεί να τη λέω πόρτα! μου είπε ένας.

Η θεραπευτική συνομιλία γίνεται αληθινή κάθε φορά που απο λήγει σε μια πράξη ονομασίας και τα λόγια «γράφουν». Προς αυ τήν την απόληξη ζήτησε να κατευθυνθεί, π.χ., μια συνομιλία όταν κάποιος μου είπε πως κουράστηκε να γυρνάει γύρω από το ίδιο κι εγώ απάντησα:

- Ίσως δεν έχετε ακόμα τη σωστή λέξη γι' αυτό που σας αφορά.

Ένα ακόμη παράδειγμα για την εισαγωγή στο δρόμο της πράξης ονομασίας. Ρωτώ κάποιον:

  • Κάνει καμιά διαφορά το ότι έρχεστε; Αλλάζει κάτι; Αυτός:

  • Το ψέμα δεν είναι εύκολο - το λάθος είναι περισσότερο λάθος.

Θυμήθηκα ένα στίχο του όψιμου Χαίλντερλιν που μου είναι ιδιαίτερα αγαπητός: «Και υψηλότερες δείχνονται οι διαφορές».

Θα παρατηρήσατε ότι δεν έμεινα στο χώρο του «θεραπευτι κού». Ο θεραπευτής, παρά την τεχνική του, δεν θα μπορέσει ποτέ να βγει απ' τον ίσκιο του. Κι ο ίσκιος του συγκροτείται από τα σή ματα του βίου και της πολιτείας του. Στο βαθμό που εκπροσωπεί τον ίσκιο του, θα είναι και τα λόγια κι οι σιωπές του θεραπευτικά δραστικά.

Ό,τι ειπώθηκε σε αδρές γραμμές για το παρατακτικό, έχει νόη μα και επιρροή μόνο όταν ασκηθεί και με το χρόνο αφομοιωθεί, ώστε ο θεραπευτής, στη δουλειά και στη σχόλη, στον ξύπνο και στον ύπνο του μένει πλέον σημαδεμένος απ' αυτό.

4.4 Η ερμηνεία ως άκουσμα και ομο-λογία του λόγου

Η θεραπευτική συνομιλία είναι μια περιπετειώδης πορεία. Θα την αναζητήσει και θα την ακολουθήσει όχι αυτός που πιέζεται από τα προβλήματα, όχι αυτός που εκπληρώνει τις προϋποθέσεις που θέτει η σχετική βιβλιογραφία, αλλά, για να το πω απλά, αυτός που το λέει η καρδιά του.

Όμως, για να ξεκινήσει καν την πορεία του, χρειάζεται έναν συ νοδοιπόρο, με μια λέξη του Παρμενίδη, έναν «πρόφρονα». Η λέξη μεταφράζεται συνήθως ως «πρόθυμος» και θα μπορούσαμε να τη δεχτούμε εάν την ακούγαμε όχι σαν το όνομα μιας συναισθηματικής κατάστασης αλλά σαν το όνομα εκείνου που μπορεί να είναι «πρό θυμος», με την τρέχουσα έννοια, μόνο και μόνο επειδή οι φρένες και το θυμικό του βρίσκονται προ-, έχουν προπορευτεί και είναι σε θέ ση ν' αναγνωρίζουν τα σήματα και να κατευθύνουν. Κατά πού;

4.4.1 Τραγωδία

Στο κάθε πρόσωπο είναι γραμμένη η τραγωδία του. Όταν μιλώ για «τραγωδία» δεν εννοώ διόλου τις συμφορές που μπορεί να μας βρίσκουν. Απ' αυτές κρατάμε μιαν απόσταση που μας επιτρέπει να αγανακτούμε και να λυπόμαστε, να πολεμάμε και να εγκαταλεί πουμε. Δεν είμαστε οι συμφορές μας.

Στο όνομα της τραγωδίας ακούω τον απόηχο του αρχαίου δράματος. Εννοώ την ύβριν που έχει γιγαντωθεί, που στη δίνη της έχουν χαθεί τα πάντα, που κι ο ίδιος ο άνθρωπος που τον αφορά έχει χαθεί σ' αυτόν το χαμό. Εννοώ την άλλη όψη της γιορτής, το μαύρο φως της ανάδυσης του το αυτό.

Στο κάθε πρόσωπο είναι γραμμένη η τραγωδία του. Είναι η ίδια η τραγωδία που καιροφυλακτεί στις γραμμές του προσώπου, - θυ μηθείτε το «δια παντός πάντα περώντα». Καιροφυλακτεί τη στιγ μή να ξεσπάσει δίχως φραγμούς. Οι «αμυντικοί μηχανισμοί» δεν εί ναι παρά αναχώματα στην απειλή της επέλασης του προπεμπόμενου ίσκιου της. Βέβαια κάπως, κάποτε (Καβάφης) «[...] ο Εφιάλτης θα διαβεί στο τέλος, / κ' οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε».

Το «προβλέπουν» εκείνοι που «[...] στη ζωή των / ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες».

Θερμοπύλες: τα πρώτα στενά. Οι δικές μας, οι σχεδόν πάντα (Καβάφης και πάλι) «[...] σαστισμένες κι αντιφατικές / ψυχές [...]» δεν το γνωρίζουν και δεν θέλουν να το γνωρίζουν.

Η θεραπευτική συνομιλία σπάνια θα φτάσει μέχρις εκεί. Οι δρό μοι μας, τόσο των θεραπευτών όσο και των συνομιλητών μας, είναι περιορισμένοι και μένουνε στα μισά. Και όσο πιο πίσω μένουν απ' τα στενά, τόσο πιο ξεψυχισμένο είναι και το άνοιγμα. Όμως η ανά λυση προς τα εκεί τείνει, αυτό είναι στο ελληνικό φως το αποφασι στικό της σημείο και το απόλυτο όριο.

Στο κάθε πρόσωπο είναι γραμμένη η τραγωδία του. O θεραπευ τής χρειάζεται να διακρίνει αυτά τα σημάδια που σημαίνουν το δρόμο του συνομιλητή του προς τα «ολόδικά του στενά». Και να στραφεί κατά κει απαρέγκλιτα. Απαρέγκλιτα και τυφλά. Το βλέμ μα του θεραπευτή δεν φτάνει μακρύτερα απ' αυτό που υπάρχει στον αέρα και που ζητάει να έρθει σε γλώσσα, να ησυχάσει στο όνο μα του. Συνάμα (Χαίλντερλιν) «μ' ένα μάτι περίσσιο» βρίσκεται εκεί, στα στενά.

O θεραπευτής χρειάζεται μόνο να διακρίνει το δρόμο και να κρατά την πορεία. Τούτο συμβαίνει όταν ακούει το λόγο: Όταν ακούει τα λεγόμενα του συνομιλητή του ευκρινέστερα απ' όσο τα ακούει ο ίδιος και τον ενθαρρύνει να υπεισέλθει σ' αυτά περισσότερο. Να τα αναλάβει. Να τα εκπροσωπήσει. Να τα ονομάσει. Να γίνει τα λεγόμενα του ο ίδιος. Το απλό καθημερινό παράδειγμα της ντροπαλής κι άτονης φωνής που κρύβει και φανερώνει τις μορφές του μικρού κοριτσιού, της απαγορευτικής μητέρας, της δικής μου το δείχνει νομίζω καθαρά.

Να γίνει τα λεγόμενα του ο ίδιος θα πει: να κατοικήσει το εν του λόγου, το αυτό της αληθείας. Προς τούτο ο θεραπευτής οφείλει να μιλά όπως γράφει ο Ηράκλειτος για το μίλημα της Σίβυλλας: «αγέ λαστα και ακαλλώπιστα και αμύριστα», δίχως ψεύτικα χαμόγελα, δίχως καλλωπισμούς, χωρίς πασαλείμματα.

Ο θεραπευτής ακούει και φέρνει σε λόγο τα λεγόμενα του συνο μιλητή του, του επιστρέφει τρόπον τινά τα λόγια του, αυτήν τη φο ρά γραμμένα με καθαρά έντονα γράμματα: του φέρνει τα λόγια του ως εικόνες εμπρός στα μάτια του, και τα βλέπει. Αυτό το μπορεί διότι τα ακούει, τα λόγια που θα μπορούσαν να ακουστούν και τε λείως κοινότυπα ως ομολογία του λόγου.

Γράφει κάπου ο Χάιντεγκερ πως η καθημερινή μας γλώσσα εί ναι ένα «φθαρμένο ποίημα». O θεραπευτής, και στην πιο επιπό λαιη κουβέντα, αφουγκράζεται το εν πάντα, το αυτό της αληθείας. Στα αθώα ίχνη διακρίνει την επερχόμενη τραγωδία.

O Σολωμός περιγράφει την πορεία με δυο κουβέντες: «Σε βυθό πέφτει από βυθό ως που δεν ήταν άλλος».

Όμως η πτώση δεν είναι τρομακτική διότι μαζί μεταβάλλεται κι αυτός που πέφτει, καθότι αρμοσμένος στο αυτό. Γι' αυτό και ο επόμενος στίχος λέει: «Εκείθ' εβγήκε ανίκητος».

4.4.2 Νόμος

Και είναι πλέον καιρός να υπεισέλθουμε περισσότερο στην εδώ εννοούμενη ερμηνεία.

Η γυναίκα μιλά για τη δυνατότητα της να κάνει παιδιά, μιλά συ νεσταλμένα και αμέτοχα και άτονα. Γιατί; Διότι, αυτή θα ήταν μια πιθανή απάντηση, θέλει να κάνει παιδιά μ' εμένα, η «λογοκρισία» της δεν της επιτρέπει μια τέτοια επιθυμία κτλ. Μπορεί όντως να εί ναι έτσι. Μπορεί.

Το θέμα, πάντα στο ελληνικό φως, δεν είναι αυτό τελικά. Η παραπάνω ερμηνεία αποκαλύπτει ενδεχομένως μια προσυνειδητή ή ασυνείδητη επιθυμία της και ικανοποιεί το «γιατί;». Όμως καμιά στιγμή δεν στέκεται ν' αναρωτηθεί για εκείνο το «γιατί;» από το οποίο αυτονόητα αφορμήθηκε.

Με την απαραίτητη συντομία ας σημειωθεί ότι το «γιατί;» θέ λει μια απάντηση που εντάσσει το επερωτούμενο στους νόμους της επιστήμης του. Ένας τέτοιος νόμος είναι και η πρόταση, τη διατυπώνω σχηματικά, «Τα πάντα προέρχονται από...και ανάγο νται σε ασυνείδητες επιθυμίες». Τότε στην περίπτωση που συζη τούμε εδώ το «γιατί;» θα μπορούσε να παραφραστεί ως εξής: «Ποια ασυνείδητη επιθυμία εγείρεται και από ποιους μηχανισμούς λογοκρισίας περνάει για να πάρει τη μορφή των λόγων της που ειπώθηκαν;».

O νόμος της ασυνείδητης επιθυμίας, αξιώνοντας να ισχύει κα θολικά, πρέπει να παρασταίνει τα πάντα ως υποκείμενα στην αξίωση του. Τέτοιοι νόμοι επιβάλλονται καθόσον καθηλώνουν τα πράγματα στην προκρούστεια κλίνη του γλωσσοπαίγνιού τους. Στο παράδειγμα μας τα λόγια της γυναίκας ακούγονται κι ερμη νεύονται στην οπτική ασυνειδήτων επιθυμιών και μηχανισμών λο γοκρισίας.

Το τονίζω διότι η φράση του Παρμενίδη «Το γαρ αυτό νοείν έστιν τε και είναι» έχει τον χαρακτήρα εκείνου το οποίο και οι αρ χαίοι αποκαλούσαν «νόμος». Μόνο που τώρα πρόκειται για κάτι ολότελα διαφορετικό.

O νόμος των αρχαίων σε έναν μακρινό παραλληλισμό είναι σαν μια παρτιτούρα: Αποζητά την πράξη της εκτέλεσης, καθώς τότε μόνο γίνεται υπαρκτός, δίχως ποτέ και να εξαντλείται σε μία εκτέ λεση. Όμως σε αντίθεση με την παρτιτούρα, για τους νόμους λέει η Αντιγόνη: «ουδείς οιδεν έξ ότου 'φάνη» (κανείς δεν γνωρίζει από πού εμφανίστηκαν).

Τους υπαγορεύει ένα απρόσωπο «χρή», ένα χρέος που μας έχει ορίσει ως τους χρεωμένους την εκτέλεση τους.

Το αυτό είναι χρέος το οποίο δεν έχουμε, αλλά το οποίο είμα στε. Κι επειδή το χρέος που είμαστε μπορούμε να το ικανοποιούμε

ή να το αμελούμε, γι' αυτό, στο ελληνικό φως, ο νόμος μας έχει θέ σει υπό κρίσιν, κατά πόσον τον αναγνωρίζουμε και κατά πόσον τον αγνοούμε στις πορείες μας στο σταυροδρόμι αληθείας και ύβρεος.

«Κρίναι» λέει στον Παρμενίδη η θεά σ' ένα αποφασιστικό ση μείο του λόγου της.

Το «γιατί;» ενδιαφέρεται μόνο να επιβεβαιώνει πάλι και πάλι την ισχύ του νόμου που υπηρετεί, προσαρμόζοντας το κάθε τι στα μέτρα του.

Στο ελληνικό φως οι νόμοι δεν νοιάζονται να προσαρμόζουν στα μέτρα τους αλλά «αγέλαστα και ακαλλώπιστα και αμύριστα» αντι τείνουν τα άλλα μέτρα, τα οποία υπερβαίνει η ύβρις, στα οποία νω ρίτερα ή αργότερα ο πλανημένος νους θα προσκρούσει.

Η ψυχανάλυση και η ψυχοθεραπεία στο ελληνικό φως αυτά τα μέτρα προσέχει. Προσέχει τη δίκην που επαγρυπνεί, τις ερινύες επάνω που φέρνουν κύκλους. Προσέχει την προπεμπόμενη σκιά της τραγωδίας που έρχεται. Προσέχει και ονομάζει.

Εδώ ο θεραπευτής δεν είναι ούτε δικαστής ούτε δάσκαλος ούτε σύμβουλος. Δεν είναι καν θεραπευτής αλλά ως προς την κατεύθυν ση, κι εδώ επιτρέψτε μου μια σχεδόν υβριστική σύγκριση, μάντης: Προ-βλέπει προσέχοντας και ονομάζοντας τους νόμους και τις υπερβάσεις τους.

Στο όνομα τους γίνονται οι σκληρές και φίλιες συγκρούσεις μ' αυτούς που δεν θέλουν ν' ακούσουν, έως ότου καταρρεύσουν από την ιδίαν τους φρόνησιν.

Στην «Πόλι» του Καβάφη ένας άντρας για τον οποίο η πόλη του είναι κάτι σαν τάφος λέει:

«θα πάγω σ' άλλη γη, θα πάγω σ' άλλη θάλασσα». O ποιητής του απαντά: «Η πόλις θα σε ακολουθεί».

O ποιητής δεν κάνει κάποια υπόδειξη. Απλά προβλέπει. O άντρας θα δοκιμάσει όντως να δραπετεύσει από την πόλη του κι από τη μίζερη ζωή του. Κάπως κάποτε θ' ανακαλύψει ότι η πόλη τον ακολούθησε.

Και από μια θεραπευτική ώρα. Εγώ:

- Θέλετε να τον κρατήσετε [τον γιο σας] μέσα στο κουκούλι.

Αυτή:

  • Ναι! Κακό είναι; Εγώ:

  • Δεν είναι κακό. Είναι αδύνατο.

Η γυναίκα θα προσπαθήσει μ' όλη της τη δύναμη να κρατήσει τον γιο της στο κουκούλι. O θεραπευτής πρέπει να την αφήσει απρόσκοπτα να το προσπαθήσει - θα το κάνει ούτως ή άλλως. Όμως την ώρα της κατάρρευσης, ακριβώς στον τόπο με τα συντρίμμια, θα είναι εκεί, θα είναι, όπως σ' ένα παραμύθι των Γκριμ είπε ο σκαντζόχοιρος στον λαγό, «ήδη εκεί», σ' εκείνον τον καθαρτήριο τόπο στον οποίο μπορεί να συμβεί μια τροπή.

Έτσι ο θεραπευτής με την τέχνη του το πάει στα άκρα, στο ελ ληνικό φως, εκεί που η ύβρις συναντά το αδελφό της νόημα, την αληθείη, εκεί που οι άνθρωποι (Σολωμός) «αναγκάζονται να ξε σκεπάσουν εις τα βάθη της την αγιοσύνη της ψυχής τους».


"Για τελευταια φορα ψυχολογια."

(Paul Celan: "Φρανκφουρτη, Σεπτεμβριος")

[Ομιλια στην Στρογγυλη Τραπεζα "Η ψυχολογικη διασταση του ποιητικου λογου" στο αμφιθεατρο Δρακοπουλου, Αθηνα, Μαϊος 2012. Δημοσιευτηκε στο Ποίηση – Φιλοσοφία – Ψυχιατρική. Αφιερωματικός Τόμος στον Καθηγητή Μάριο Μαρκίδη (1940 - 2003), εκδοσεις Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών]

Το βιντεο [Η ομιλια μου στο διαστημα 20.10-37.50. Καλη ακουστικη μετα  το 20.44]


Σκεφτομαι το θεμα της σημερινης μας εκδηλωσης: "Η ψυχολογικη διασταση του ποιητικου λογου". Η διατυπωση μου γεννα ερωτηματα. Εχει ο ποιητικος λογος διαστασεις; Οπου μια απο αυτες θα ηταν η ψυχολογια; Τοτε η ψυχολογια θα ηταν διασταση του, οπως π.χ. το υψος ειναι διασταση του χωρου. Και πως το διανοουμαστε καν να μιλουμε για ψυχολογικη διασταση; Δεν θα διανοουμασταν να πουμε π.χ. "η φυσικοχημικη διασταση του ποιητικου λογου", καθως ενας τετοιος τιτλος δεν θα ειχε νοημα, τουλαχιστον οχι περισσοτερο απο οτι εχει η συσχετιση μιας πεταλουδας που πεταριζει στο Λονδινο με εναν τυφωνα που ξεσπαει στην Κινα. Το "Η ψυχολογικη διασταση του ποιητικου λογου" δεν μας προκαλει την ιδια εντυπωση. Εχει νοημα. Σε τι διαφερει η ψυχολογια απο τη φυσικοχημεια; Γιατι η ψυχολογια μπορει να ειναι διασταση του ποιητικου λογου;

Η απαντηση θα μπορουσε να ειναι: Ο ανθρωπος ειναι ενα ον με "ψυχη", δηλαδη με εναν εσωτερικο, ψυχικο κοσμο, και η οποια συμπεριφορα του συνιστα εκφραση, εξωτερικευση του ψυχισμου του. Η ψυχολογια λοιπον δεν ειναι μια επιστημη μεταξυ αλλων, αλλα η θεμελιακη επιστημη για την ερευνα, την ερμηνεια και, οπου χρειαζεται, τη θεραπευτικη αγωγη της ανθρωπινης συμπεριφορας - και ως ανθρωπινη συμπεριφορα νοειται βεβαια και η ποιητικη συγγραφη. Ο καμβας, επανω στον οποιο συντιθεται ενα ποιημα, ειναι φτιαγμενος, μεταξυ αλλων, απο ψυχολογια. Απο την ψυχολογια του ποιητη.

Μια τετοια, η περιπου τετοια θεωρηση για την απανταχου παρουσια της ψυχολογιας ξεκινα απο αντιληψεις που κυριαρχησαν σε μεγαλο βαθμο απο τον 18ο μεχρι το πρωτο μισο του 20ου αιωνα. Στη φιλοσοφια καταχωρηθηκαν με τον ορο "ψυχολογισμος". Η σχετικη συζητηση ατονησε με την εμφανιση ενος ριζικα αλλιως δομημενου κοσμου και ενος αλλου τυπου ανθρωπου. Στη συγχρονη εποχη η αξιωση της ψυχολογιας για εκεινη την καθολικοτητα εχει σιγασει.

Σημερα θα μιλησω για ενα ποιημα του Paul Celan, γερμανοεβραιου ποιητη ρουμανικης καταγωγης, που εζησε 1920 με 1970. Γραφηκε τον Σεπτεμβριο του 1965 και εχει τον τιτλο "Φρανκφουρτη, Σεπτεμβριος". Ειναι το δευτερο απο τη συλλογη "Fadensonnen" ["Νηματινοι ηλιοι"]. Στο ποιημα υπαρχει η φραση "Για τελευταια / φορα ψυχο- / λογια!".

FRANKFURT, SEPTEMBER

Blinde, licht-

bärtige Stellwand.

Ein Maikäfertraum

leuchtet sie aus.


Dahinter, klagegerastert,

tut sich Freuds Stirn auf,


die draußen

hartgeschwiegene Träne

schießt an mit dem Satz:

"Zum letzten-

mal Psycho-

logie."


Die Simili-

Dohle

frühstückt.


Der Kehlkopfverschlusslaut

singt.

ΦΡΑΝΚΦΟΥΡΤΗ, ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ

Τυφλο, φωτο-

γενειοφορο διαχωριστικο.

Ενα ονειρο σκαθαριου

το καταφωτιζει.


Απο πισω, θρηνοπλεκτο,

το μετωπο του Freud ανοιγει,


το εξω

επιμονα αποσιωπημενο δακρυ

ξεσπα με τη φραση:

"Για τελευταια

φορα ψυχο-

λογια."


Η ιμιτασιον

καργας

προγευματιζει.


Ο ηχος της λαρυγγικης αποφραξης

αδει.

Ο Celan λεει σε μια ομιλια του: "Ομως το ποιημα μιλα βεβαια! (...) μιλα παντα μονο για δικη του, ολοδικη του υποθεση." Τουτο θα σημαινε οτι το ποιημα, οπως το εννοει, δεν ειναι υποθεση αλλου, π.χ. της ψυχολογιας. Θα επιχειρησω λοιπον να το ακουσω στο πνευμα του ποιητη του, δηλαδη χωρις αλλη ψυχολογια πλεον: να το ακουσω α-ψυχολογητα. Δεν ειναι απλο διοτι, τουλαχιστον οι παλιοτερες γενιες, εχουν γαλουχηθει με την ψυχολογιστικη νοοτροπια. Το ζητουμενο λοιπον θα ηταν μια πορεια, διαμεσου μιας αποδομησης της ψυχολογικης διαστασης του ποιητικου λογου, προς τον ιδιο τον αδιαστατο ποιητικο λογο. Χωρις αλλη ψυχολογια, παρα το οτι στο ποιημα ο Freud αναφερεται ρητα, παρα το οτι ο Celan, δραπετης απο ναζιστικο στρατοπεδο συγκεντρωσεως, στο οποιο πεθαναν οι γονεις του, ταλανιζονταν απο τυψεις που τους εγκατελειψε, υπεφερε απο παρανοϊκη ψυχωση, αυτοκτονησε πεφτοντας στον Σηκουανα.

Στο προηγουμενο παραθεμα που ξεκινα "Ομως το ποιημα μιλα βεβαια!", υπερπηδησα μια φραση, που φερνω τωρα: "Παραμενει επιμνημον των δεδομενων του." Ποια ειναι τα δεδομενα, των οποιων επιμνημον μενει το "Φρανκφουρτη, Σεπτεμβριος"; Φιλολογοι και φιλοσοφοι που ασχοληθηκαν με το ποιημα, τα αναζητησαν, και αναφερουν τα εξης:

"ΦΡΑΝΚΦΟΥΡΤΗ, ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ". Ενδεχομενως εννοειται η μεγαλη εκθεση βιβλιου στη Φρανκφουρτη, που γινεται καθε Οκτωβριο. Το ποιημα γραφηκε εναν μηνα νωριτερα. Η αναφορα στην εκθεση μοιαζει να υποδηλωνεται και απο το "διαχωριστικο" που αναφερεται στον 2ο στιχο.

Ο τιτλος συντιθεται απο τον ονομα μιας πολης και ενος μηνα. Αναλογα δομημενος τιτλος υπαρχει σ' ενα προηγουμενο ποιημα του Celan,