εν παροδω / ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ / 20.12.2014 Μια συναυλια: Franz Schubert, Χειμερινο ταξιδι


 

Foto.jpg

Με το Χειμερινο ταξιδι εχω ιδιαιτερη σχεση. Ενας παλιος μου φιλος, ο ψυχιατρος-ψυχοθεραπευτης Hanspeter Padrutt, εγραψε ενα βιβλιο, Der epochale Winter, που το συζητα ως εικονα της σημερινης εποχης. Μια ομιλια μου,

Κλισεις και πτωσεις του ερωτα, το αναλυει σε αναφορα με τα παθη του ερωτα.

Ηταν συγκινητικο να ζησω μια αποδοση του στην Ελλαδα, και μαλιστα απο δυο μουσικους που εκτιμω ιδιαιτερα, τον Νικολα Σπανο και τον

Νικο Ζαφρανα.

 

10175035_10152889076696469_5088887469049083551_n.jpg

 

Και καθως συνηθιζω να συζητω μονο με τα εργα ανθρωπων που εκτιμω, καποιες παρατηρησεις για την παρασταση:

1. Η ελευθερη αποδοση των

ποιηματων τα ζημιωσε. Σε καποια σημεια τους προσεδωσε εναν μελοδραματισμο που τους ειναι ξενος. Στο τελευταιο τραγουδι η ταυτιση του οργανοπαικτη με τον θανατο ειναι αυθαιρετη.

2. Στα τραγουδια του Schubert, ιδιαιτερα το Χειμερινο ταξιδι και η Ωραια Μυλωνου, υπαρχει μια μοναδικη συμφωνια λογου και μουσικης. Ο Θρασυβουλος Γεωργιαδης γραφει στο βιβλιο,του

Schubert:

 

"Το ασμα του Schubert ειναι η μουσικη ηχηση της γλωσσας, ειναι η γλωσσα ως μουσικη." (21) Γι' αυτο και ο τραγουδιστης "πρεπει να τραγουδα ως μουσικος και παρολαυτα, οταν λεει το ποιημα να ξεχναει πως τραγουδα." (179)

 

Και αλλου:

 

"Η συντηξη ασματος και συνοδειας του πιανου και η αποσειση του εξωτερικου [μεμονωμενου]-ωδικου στοιχειου εχουν την κοινη τους αρχη στη μουσικη συσταση του Χειμερινου Ταξιδιου: Εδω η ταση για διαχυση [απωλεια της αυτονομης υποστασης] του μουσικου ηχου ειναι ακομα πιο εντονη, ακομα πιο περιεκτικη απ' οσο στην Ωραια Μυλωνου. Αυτη η ταση περιλαμβανει και τη συνοδεια του πιανου και το υφος του τραγουδιου ως συνολου. [Το τραγουδι του Schubert] φτανει στο οριο του μουσικα δυνατου: μια σχεδον ανεπαισθητη νυξη μουσικης υποστασης. Και παλι αυτο ειναι που κανει το Χειμερινο Ταξιδι μεγαλο εργο. Το πιανο διαχεεται ουτως ειπειν σε αϋλο λογο, ακομα και οταν πρεπει να εκτελεστει κατα γραμμα forte. Ο τραγουδιστης, εδω ιδιαιτερα, πρεπει να τραγουδα σαν να μιλαγε, και συναμα να μιλα σαν να τραγουδουσε (υπογραμμιζω εγω). Το πρωτο απελευθερωνει απο την υλικοτητα του ογκου του μουσικου ηχου, το δευτερο απο μια φορτισμενη με παθος δηλωτικοτητα: μια φαινομενικα αντιφατικη διατυπωση - το πραγματικο μονο με παραδοξολογιες μπορει να αποδοθει. Μη παραδοξο ειναι μονο το νατουραλιστικο. (361)

 

Η ερμηνεια του Νικολα Σπανου ειναι εμφατικα τραγουδι. Η "υλικοτητα του ογκου του μουσικου ηχου" δεν αφηνει τον λογο να αναπνευσει. Αυτο αφορα και την πληθωρικοτητα που χαρακτηριζε τη συνοδεια του πιανου.

 

3. Μιλαμε για τα παθη ενος νεου αρχες του 19ου αιωνα. Εδω ερωτας και πονος και νοσταλγια και θυμος και πλανη και παραιτηση και θαρρος συμβαινουν ωμα, τραχια, με μια ακαλλιεργητη, αδιαμεσολαβητη ευθυτητα. Η αισθηση μου ηταν οτι αποδοθηκαν υπερβολικα "συγχρονα".

Παραδιπλα σ' ολες αυτες τις παρατηρησεις, δεν ξεχνω οτι η παρασταση με συγκινησε!

Η απαντηση του Νικολα Σπανου

Ευχαριστώ πολύ για τις εύστοχες παρατηρήσεις

Επειδή είμαι υπεύθυνος για την, ας πούμε, σκηνική παρουσιαση του έργου, ήθελα να διευκρινήσω ότι, όσον αφορά το θάνατο, αυτός δεν αντιπροσωπεύεται από τη φιγούρα του οργανοπαίχη στο δικό μου μυαλό. Το γεγονός ότι ο οργανοπαίχτης  πιανίστας στη συγκεκριμένη περίπτωσι) καλύπτεται από το μαύρο μανδύα και φεύγει, δείχνει για μένα απλώς μια συνέχεια που μας είναι άγνωστη, αλλά όχι το θάνατο. Ισως ο συνειρμός να οδήγησε αυτόματα εκεί, και γι' αυτό αναλαμβάνω αποκλειστικά την ευθύνη.

Βρίσκω επίσης ενδιαφέρουσα την άποψι ότι ο μελοδραματισμός (έννοια ίσως με κάπως ελαστικά όρια) είναι κάτι ξένο προς ένα ρομαντικό κύκλο τραγουδιού που βασιζεται σε μια πορεία. Το Winterreise δεν έχει σαφές τέλος διαδρομής, αλλά σίγουρα εξελίσσεται από την αρχή ως το τέλος μη παραμένοντας, το κατ' εμέ, μια απλή περιγραφή των εξωτερικών καταστάσεων. Για την οποιαδήποτε πιθανή υπερβολή, ίσως να ενεπλάκη λίγο το μεσογειακό ταμπεραμέντο μας

Με ξενίζει λίγο η πρόταση "υλικότητα του όγκου του μουσικού ήχου". Θα θέλατε να μου την εξηγήσετε;

Επίσης, στην τρίτη παρατήρηση σας, δεν κατενόησα ακριβώς το πού αναφέρεται το Εδώ: στο 19ο αιώνα ή στη δική μας απόδοσι;

Σε κάθε περίπτωση, σάς ευχαριστώ και χαίρομαι που σας άγγιξε με κάποιον τρόπο αυτό το θαυμάσιο έργο.


Και η δικη μου

Εκτιμω ιδιαιτερα την αμεση και ουσιαστικη σας ανταποκριση. Δεν το κρυβω οτι, καθως δεν γνωριζομασταν προσωπικα, θεωρουσα πολυ πιθανο να αγνοηθουν οι παρατηρησεις μου, η να αντιμετωπιστουν με "σταριλικι". Η απαντηση σας ειναι μια ευχαριστη εκπληξη!

Σχετικα με τον οργανοπαικτη, παραθετω ενα αποσπασμα απο την σχετικη ομιλια μου "Κλισεις και πτωσεις του ερωτα"https://docs.google.com/.../1wFvjsRtTnVuffklFxTVAg1b.../edit#

"<Παραξενε γερο...,> τον προσφωνει ο νεος. Τι παραξενο εχει ο γερος;

<Ξυπολυτος στον παγο τρικλιζει περα δωθε ... το πιατακι του μενει παντα αδειο ... Κανεις δε θελει να τον ακουει, κανενας δεν τον κοιτα ... οι σκυλοι γρυλλιζουν τριγυρω ... Κι αυτος αφηνει ολα να παιρνουν το δρομο τους οπως το θελουν ... παιζει και τ' οργανακι του δεν σωπαινει ποτε.> Υπαρχει μια απεραντη μοναξια σ' αυτον τον γερο, που δεν ειναι καν μοναξια γιατι δεν μοιαζει να του λειπουν οι αλλοι. Και υπαρχει μια απεραντη ενδεια, που δεν ειναι καν ενδεια γιατι δεν μοιαζει να του λειπει κατι. Θυμιζει καπου εναν μοναχο του ζεν η τον τζιτζικα του μυθου, που ζει κανοντας μουσικη αδιαλειπτα, η τον Διογενη που ειχε για σπιτι του ενα πιθαρι και που στην προσφορα του μεγαλου βασιλια, να του δωσει ο,τι ζητησει, του ζητησε να φυγει απο μπροστα του γιατι του εκοβε τον ηλιο. Ειναι, οπως ανεφερα στην αρχη, κι οπως ακουσαμε στα τραγουδια <Καληνυχτα> και <Αναδρομη>, μια "πεντατονικη" παρουσια: το "αναλαφρο" και "ονειρικο" μιας "φιλιας" στασης που αφηνει ολα να παιρνουν το δρομο τους οπως το θελουν...

Ομως κι αυτο το οργανακι λεει κατι. Σε σχεση με τα παραδοσιακα οργανα, η μ' αυτα της κλασσικης μουσικης ειναι τοσο φτωχο και μιζερο. Η μουσικη που βγαζει, με το ζορι θα μπορουσε πλεον ν' αποκληθει μουσικη. Ισως ο γερος οργανιστας ειναι ο ξενος κατεξοχην. Ξενος, και παλι ισως ο πιο αληθινος κατοικος πανω σε μια γη οπου μαζι με τον χαμο του θεου εχουν στην πραγματικοτητα χαθει τα παντα ως δυνατο θεμελιο και νοημα μιας ζωης. Και η ιδια η μουσικη. Παντως ακριβως αυτος ο χαμος ανοιγει τον δρομο και στο φιλιο.

Στο αντικρισμα του οργανιστα ο νεος ησυχαζει. Τι τον ησυχαζει; Ο Γιωργος Σεφερης γραφει στο Μυθιστορημα: "Εμεις που τιποτα δεν ειχαμε θα τους διδαξουμε τη γαληνη". Τον ησυχαζει οτι συναντα εναν που ειναι ακομα πιο ξενος, ακομα πιο μοναχικος, ακομα πιο ενδεης, τοσο πολυ που ξενωση και μοναχικοτητα και ενδεια δεν ειναι καν θεμα γι' αυτον. Να για μας ενα μαθημα ακομη: Ο θεραπευτης ειναι πραγματικα θεραπευτης μονον στον βαθμο που εχει μ' εναν τετοιο τροπο λυθει απ' αυτα που κρατουν δεσμιο τον πελατη του. Που ειναι, κατα εναν παραδοξο τροπο, ακομα πιο τρελος απο τον πελατη του.

<Θελεις για τα τραγουδια μου να παιζεις τ' οργανακι σου;> Ετσι ο νεος βρισκει τον ανθρωπο που μπορει να τον συνοδευει στα τραγουδια του. Σε ποιο ανοιγμα τον φερνει η συναντηση με τον γερο οργανιστα; Τι ειναι αυτο που επιτελους, μετα απο μια τετοια δοκιμασια με τον χαμο και τον πονο και τις πλανες, του βγαζει ενα απεριφραστο "ναι" και τον ησυχαζει; Το οτι στη μορφη του οργανιστα βλεπει πως το εγω μπορει και να μην αποτελει σημειο αναφορας. Βλεπει την δυνατοτητα μιας υπαρξης αν-ιδιοτελους. Και πως αναλαμβανει μια τετοια υπαρξη; <Θελεις για τα τραγουδια μου να παιζεις τ' οργανακι σου;> Τωρα στο επικεντρο βρισκονται τα ιδια τα τραγουδια. Δηλαδη: Τωρα δεν ειναι αυτος, η αγαπημενη του και τα παθη κι οι πονοι του το σημειο αναφορας τους, αρχη και θεμελιο τους. Τα τραγουδια του μετατιθενται, με λογια απο ενα ποιημα του Paul Celan, <περαν των ανθρωπων>.

"υλικότητα του όγκου του μουσικού ήχου". Η γερμανικη διατυπωση απο τον Θρασυβουλο Γεωργιαδη ειναι das Materielle des Tonvolumens. Αναφερεται στο οτι ο τραγουδιστης "πρεπει να τραγουδα σαν να μιλαγε". Τουτο "απελευθερωνει απο την υλικοτητα του ογκου τουμουσικου ηχου" και θα πει, οπως το καταλαβαινω, δεν εκτρεπει το αδειν σε μια επιβολη επανω στο αδομενο, δεν αφηνει το τραγουδι να ειναι μονο τραγουδι. Καποτε το παρουσιασα με το παραδειγμα του I can't forget στην αποδοση του Leonard Cohen https://drive.google.com/open... και των Pixieshttps://drive.google.com/open... , η με τον Ερωτοκριτο οπως τον τραγουδα ο Ξυλουρης αρχικα https://drive.google.com/open... , και κατοπιν υπο την καθοδηγηση του Χριστοδουλου Χαλαρη https://drive.google.com/open..

Σχετικα με την τριτη παρατηρηση: <Μιλαμε για τα παθη ενος νεου αρχες του 19ου αιωνα. Εδω ερωτας και πονος και νοσταλγια και θυμος και πλανη και παραιτηση και θαρρος συμβαινουν ωμα, τραχια, με μια ακαλλιεργητη, αδιαμεσολαβητη ευθυτητα. Η αισθηση μου ηταν οτι αποδοθηκαν υπερβολικα "συγχρονα">. - Το "εδω" αναφερεται στον 19ο αιωνα. Και το "συγχρονο" αναφερεται στο οτι προχθες αποδοθηκαν περισσοτερο με τον σημερινο μας τροπο - πιο εκλεπτυσμενα, πιο εσωτερικευμενα, ας πω: ψυχολογικοποιημενα

Με την ευκαιρια να σας πω ποσο με εντυπωσιασε η μελοποιηση σας του "Επιθυμιες" του Καβαφη https://drive.google.com/open...Υπεροχο!


ψυχαναλυση / ΚΕΙΜΕΝΑ ΟΜΙΛΙΕΣ 2011- / Παθολογια της ευμαρειας και της λιτοτητας

 

ΠΑΘΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΥΜΑΡΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΛΙΤΟΤΗΤΑΣ



Περιληψη

Παθολογια της ευμαρειας και της λιτοτητας

Η οικονομικη κριση: υπαρξιακη κριση

Οικο-νομια: ο νομος του οικου

Φαινομενολογια του χρηματος

Η κολαση του ομοιου

Υπαρξιακη παραμορφωση

Αφασια

Καταθλιψη

Ξεμαθαινοντας την κριση

Ψυχοθεραπεια


Περιληψη

Η οικονομικη κριση δεν εξαντλειται στον αγωνα για την επιβιωση. Στον βαθμο που ο σημερινος ανθρωπος εννοει την υπαρξη του σε οικονομικους ορους, δηλαδη στον βαθμο που η εκτατικοτητα της ανθρωπινης υπαρξης συρρικνωνεται στη χωρητικοτητα ενος πορτοφολιου, η οικονομικη κριση ειναι συναμα και υπαρξιακη κριση.

Μια ψυχοπαθολογικη προσεγγιση που μιλα π.χ. σε ορους "καταθλιψης", δεν αρκει για την κατανοηση του φαινομενου της σημερινης οικονομικης-υπαρξιακης κρισης. Αυτη εχει μια δικη της εγγενη παθολογια, η οποια δεν αρθρωνεται απο το ιατρικο-ψυχολογικο μοντελο, αλλα ειναι ενδομημενη στο ιδιο το φαινομενο της μοντερνας ευμαρειας και λιτοτητας. Θα επιχειρησω να παρουσιασω καποιες πλευρες μιας φαινομενολογιας του χρηματος, η οποια θα καταδειχθει και ως η ιδια η παθολογια του.

Η καθολικη κυριαρχια του χρηματος εχει μετατρεψει τον κοσμο σε αγορα. Τα πραγματα παρουσιαζονται ως καταναλωτικα ειδη. Χανουν την ενικοτητα τους και γινονται συγκρισιμα και αντικαταστασιμα. Ο χρονος τους δεν παρακολουθει την πορεια γεννησης και φθορας. Ηδη εξαρχης το καταναλωτικο ειδος ειναι εν αναμονη του επομενου. Διαγει σε μια φευγαλεα, σκιωδη προσωρινοτητα. Ετσι τα πραγματα χανουν το βαρος τους, τη γεγονοτητα τους. Υφιστανται μια απο-γεγονοποιηση.

Η απογεγονοποιηση των πραγματων συμβαδιζει με την απογεγονοποιηση του ανθρωπου. Το ζητουμενο δεν ειναι η παραγωγη εργου, π.χ. η μπουγαδα, το παιξιμο της μουσικης, η οδοιπορια. Αυτα τα αναλαμβανουν το πλυντηριο, το cd-player, το αυτοκινητο. Ο ανθρωπος δεν παραγει εργο. Ειναι χειριστης των αντιστοιχων μηχανων. Βασικα αυτο το εκτελει με τις ακρες των δακτυλων του. Παιζει τα παντα στα δαχτυλα. Δεν συμμετεχει με ολο το σωμα του, οπως κανει η πλυστρα, ο μουσικος, ο οδοιπορος. Το σωμα του ειναι ενα περιττο και βουβο υπολειμμα. Η εικονα του σωματος του ειναι αυτη του αναπηρου. Εχει υποστει υπαρξιακη ατροφια και δυσμορφια, μια déformation existentielle.

Στην αγορα του κοσμου αγοραζονται και υπηρεσιες, δηλαδη ανθρωποι. Η διαδικασια αυτης της συναλλαγης ειναι βασικα μουγκη. Δεν εχει αναγκη καποια επικοινωνια απο καρδια σε καρδια. Το χρημα αφηνει τις καρδιες απεξω. Το χρημα απομονωνει. Παρακαμπτει τη συναντηση με τον Αλλο.

Η παθολογια της λιτοτητας ειναι η αλλη οψη της παθολογιας της ευμαρειας. Η οικονομικη κριση του σημερα δεν ειναι οπως παλιοτερες. Τωρα η απωλεια δεν ειναι μονο αποστερηση. Δεν ειναι μονο ποσοτικη αλλα προπαντων ποιοτικη. Ο αναπηρος χειριστης που θα χασει τα μηχανηματα και τις συσκευες του, δεν ειναι απλα φτωχος. Ειναι σκουπιδι. Η οικογενεια, που λειτουργουσε ως ανωνυμη εταιρεια, με την πτωχευση της καθισταται ανευ αντικειμενου και αποσυντιθεται. Ψυχοπαθολογικες εκδηλωσεις οπως καταθλιψη, οργη, απελπισια, αρνηση κλπ. πρεπει να ιδωθουν στο φοντο αυτης της υπαρξιακης καταστροφης.

 

Η κριση βρισκει τους περισσοτερους απροετοιμαστους. Μ' αυτην την εννοια ειναι μια φιγουρα του θανατου: Σε μια ζωη που δεν τον υπολογιζει, σε μια μυωπικη ζωη που ειναι καθηλωμενη στο κυνηγι της αναπτυξης, της προοδου, της εξελιξης και της επιτυχιας, κι επομενως δεν εκτεινεται περαν της ζωης, η κριση, οπως ο θανατος, ερχεται απροσκλητη, και παντα σε λαθος ωρα.


 

Παθολογια της ευμαρειας και της λιτοτητας


 


Η φωτογραφια ειναι του γαλλου φιλοσοφου Jean Baudrillard. Ειναι μια φωτογραφια ερειπιων που πιθανον αφησε πισω του καποιος πολεμος. Χρειαζεται μονο μια μικρη μετακινηση του βλεμματος για να δει κανεις στο πρωτο πλανο ενα προσωπο συσπασμενο απο τον πονο. Και στο δευτερο πλανο μια γυναικεια φιγουρα, και τη σκια της, να περιπλανωνται διπλα στα υπολειμματα ενος τοιχου.

Τωρα ο τοπος αρχιζει να ανασαινει, αρχιζει να μιλα, να λεει ιστοριες. Αργοτερα θα ακουσουμε εναν λογο του ποιητη Paul Celan: "Με τ' αδιεξοδα να μιλας!". Ας ειναι το μοττο της ακολουθης ομιλιας.

Η οικονομικη κριση: υπαρξιακη κριση

Στην κωμωδια του Αριστοφανη "Πλουτος" ο Χρεμυλος, ενας ανθρωπος φτωχος και δικαιος, πηγαινει στο μαντειο των Δελφων με την ερωτηση αν πρεπει να κανει τον γιο του αδικο και πανουργο για να παει μπροστα. Ο χρησμος του παραγγελνει να ακολουθησει τον πρωτο που θα συναντησει βγαινοντας απο το μαντειο. Αυτος ομως ειναι ο Πλουτος, ενας γερος κουρελης τον οποιο ο Διας τυφλωσε για να μην μπορει να ξεχωριζει τους δικαιους απο τους αδικους. Ο Χρεμυλος τον οδηγει στο ιερο του Ασκληπιου, οπου ξαναβρισκει το φως του. Τωρα πλεον οι φτωχοι, που ειναι βεβαια και οι δικαιοι, γινονται πλουσιοι. Ομως οι θεοι φτωχαινουν γιατι κανεις δεν τους προσφερει θυσιες. Ετσι ο Ερμης κατεβαινει στη γη και ζηταει απο τον Χρεμυλο να μπει στη δουλεψη του. Εδω λαμβανει χωρα ο εξης διαλογος με τον δουλο του Χρεμυλου Καριωνα:

Καριων:

Μπα; Θ' αφησεις τους θεους για να µεινεις εδω;

Ἑρμῆς:

Αφου μ' εσας εδω ειναι πολυ καλυτερα.

Καριων:

Και πως; Η λιποταξια σου φαινεται καλο πραγµα;

Οπου ο Ερμης εκστομιζει την εξης φραση:

πατρὶς γάρ ἐστι πᾶσ᾽ ἵν᾽ ἂν πράττῃ τις εὖ

πατριδα ειναι παντου οπου περνας καλα

Στον Ολυμπο λοιπον εχει ξεσπασει οικονομικη κριση. Οι θεοι δεν περνουν καλα. Φευγουν, οπως οι οικονομικοι μεταναστες. Ο Ολυμπος εχει παψει να ειναι πατριδα τους!

Να βρισκεσαι στην πατριδα, γραφει ο Hegel, ειναι ευτυχια, ειναι "οπως συμβαινει στην κοινωνικη ζωη, που ειμαστε καλα με τους ανθρωπους και με τις οικογενειες που ειναι συγκεντρωμενες στον πατριο τοπο τους, που ειναι ευχαριστημενες οντας στον εαυτο τους, οχι παραεξω, οχι παραπερα ..."  Η πατριδα, σημειωνει ο Martin Heidegger, ειναι "αυτο που, στον πυρηνα της υπαρξης μας, μας φερει, μας καθοριζει, μας κανει ν' ανθιζουμε" . Και τωρα ο Ερμης: "Πατριδα ειναι παντου οπου περνας καλα." ...

Η οικονομικη κριση δεν εχει πατριδα. Εξαλειφει καθε νοημα που θα μπορουσαν να εχουν καταγωγη, ηθη και εθιμα. Εξοριζει απο τον χωρο και τη θαλπωρη του οικειου. Ματαιωνει τις οποιες προοπτικες. Εξομοιωνει ντοπιους και ξενους, θνητους και αθανατους. Βαζει ολα τα πλασματα σε μια βαρκα που παραδερνει διχως κατευθυνση. Οι ανθρωποι γινονται boat people.

Η οικονομικη κριση, αποκοβοντας τον ανθρωπο απο τον "πυρηνα της υπαρξης του", ειναι συναμα υπαρξιακη κριση.

Οικο-νομια: ο νομος του οικου

Το φαινομενο της οικονομιας ειναι πολυ ευρυτερο απο το πεδιο των οικονομικων. Οικο-νομια ειναι ο νομος του οικου. Οικος δεν ειναι μονο η οικοδομη που κατοικουμε. Κατοικουμε οικους πολλους και ποικιλλους, που μας στεγαζουν στη θαλπωρη των οικειων πραγματων: κατοικουμε σχεσεις με αλλους, μια οικογενεια, μια πατριδα, κατοικουμε ενα παρελθον κι ενα μελλον, κατοικουμε τον πλανητη, κατοικουμε τον εαυτο μας. Ο νομος του οικου, η οικο-νομια, ειναι νομος του ιδιου του ανθρωπινου ειναι.

Καποια αρθρα αυτου του νομου ειναι τα παρακατω:

Η Ισορροπια. Μιλαμε για το σημειο της εξισωσης [=],

And to auoide the tediouse repetition of these woordes : is equalle to: I will sette as I doe often in woorke vse, a paire of paralleles, or Gemowe lines of one lengthe, thus: =====, bicause noe .2. thynges, can be moare equalle.

(Robert Recorde 1512–1558)

δηλαδη για τον προσανατολισμο στην αυτοσυντηρηση: τη συντηρηση του εαυτου μεσα σε ενα περιβαλλον στο οποιο διαρκως απειλειται. Το ζητουμενο ειναι η ομοιοσταση, που στο ψυχολογικο επιπεδο εκφραζεται στο ονομα της ψυχικης οργανωσης και της ψυχικης υγειας. Στο κοινωνικο επιπεδο τα συμβαντα που εχουν δημοσιο ενδιαφερον και μεταδιδονται απο τα ΜΜΕ ειναι σχεδον αποκλειστικα επεισοδια που διαταρασσουν την ισορροπια μιας κοινωνιας, ενος εθνους, του πλανητη. Το ονομα "οικο-λογια" μαρτυρει την κυριαρχια της οικονομικης θεωρησης στην καθε γωνια της γης.

Η επιταγη της ισορροπιας θετει τα παντα στην οπτικη του τι συμφερει και ενδιαφερει, τι οφελει, τι ειναι χρησιμο και τι οχι. Κυριαρχα κριτηρια γινονται η "αρχη της ηδονης", οι αναγκες και η ικανοποιηση τους, ο χωρισμος του κοσμου σε μ' αρεσει / δεν μ' αρεσει,

το ονειρο του φωλιασματος στο κουκουλι του "μ' αρεσει" και της απαλοιφης του κοσμου που "δεν μ' αρεσει".

Ο εαυτος μου θα πει: "ο λογαριασμος μου".

Ειμαι ο μανατζερ του εαυτου μου. Οι σχεσεις με τους αλλους εχουν χαρακτηρα συναλλαγης και ανταποδοτικοτητας. Και οταν κανεις θεωρει πως εξαπατηθηκε, τοτε εγειρεται θεμα επανορθωσης μεσα απο στρατηγικες κατηγοριας, αποζημιωσης, τιμωριας, εκδικησης.

Η γνωση ειναι επισης οικονομικο φαινομενο. Μεσα απο τη θεωρια και τα μοντελα, μεσα απο γενικευση και εξειδικευση, μεσα απο κατανοηση, εξηγηση, και ερμηνεια το μηλο που πεφτει απο τη μηλια και το ονειρο της χθεσινης νυχτας χανουν το αλλοτριο τους, εξημερωνονται, γινονται κατοικιδια, οικεια. Αφομοιωνονται απο το νοημον ον, δηλαδη γινονται συνεχεια του οικου του, του εαυτου του. Αυτη η επεκτατικοτητα της διανοιας, η οποια υπακουει στην επιταγη να γινει "maitre et possesseur de la nature" (Descartes),

ειναι, συμφωνα με τον Hegel, ουσιαστικο στοιχειο της δυναμης.

Μια οικονομικη λειτουργια στην υπηρεσια της δυναμης επιτελουν και οι αμυντικοι μηχανισμοι. Η αρνηση,

η απωθηση, η εκλογικευση, η προβολη κλπ. διαστρεβλωνουν την πραγματικοτητα με τον εκαστοτε τροπο τους, την καθιστουν περισσοτερο συμβατη, περισσοτερο οικεια, και υποβαλλουν τη ψευδαισθηση μιας δυναμης ανυπαρκτης.

Η οικονομια της δυναμης δινει νοημα και στη ψυχοθεραπεια, καθως αυτη αποβλεπει στην καλυτερη οργανωση του εγω, στην ενδυναμωση του, στην αποτελεσματικοτερη αντιμετωπιση των απειλων εναντιον της ισορροπιας του.

(Ειρησθω εν παροδω: Ψυχιατρικη και ψυχολογια ειναι οικονομικες επιστημες. Γι' αυτο μπορουν μεν να προτεινουν λυσεις για μια καλυτερη οικονομια του ατομου, της ψυχης του και της ζωης του. Ομως δεν ειναι σε θεση να διανοηθουν καν τη λυση απο την καθηλωση στην οικονομικη οπτικη. Δεν ειναι σε θεση οπως, συμφωνα με ενα παραδειγμα του Wittgenstein, ενα γραμμοφωνο ποτε δεν μπορει να πει: "Ειμαι μονο ενα μηχανημα".)

Φαινομενολογια του χρηματος

Στην κωμωδια του Αριστοφανη ο Χρεμυλος εξηγει στον αφελη Πλουτο ποσο δυνατος ειναι:

σοῦ δ᾽ ἐγένετ᾽ οὐδεὶς μεστὸς οὐδεπώποτε.

ἀλλ᾽ ἢν τάλαντά τις λάβῃ τριακαίδεκα,

 

πολὺ μᾶλλον ἐπιθυμεῖ λαβεῖν ἑκκαίδεκα:


κἂν ταῦτ᾽ ἀνύσηται, τετταράκοντα βούλεται,

ἤ φησιν εἶν ἀβίωτον αὑτῷ τὸν βίον.

εσενα οµως κανεις ποτε δεν σε χορτασε,

µα αν αποκτησει δεκατρια ταλαντα,

του αναβει πιο πολυ ο καηµος να εχει δεκαξι.

κι αν τα βαλει κι αυτα στο χερι, θελει σαραντα,

η αλλιως λεει πως τετοια ζωη δεν υποφερεται

 


"Auri sacra fames"

"Για χρυσαφι πεινα καταραμενη" μονολογει, με τον Βιργιλιο, ο γερος πειρατης βλεποντας τον καυγα του διεφθαρμενου ρωμαιου Destructivus με τους συντροφους του.

Χωρις το χρημα η ζωη δεν υποφερεται, λεει ο Χρεμυλος. Sacra δεν θα πει μονο καταραμενη, αλλα και ιερη - ιερη πεινα για χρυσαφι.

Στην αρχαια ελληνικη γλωσσα η λεξη για τα λεφτα, "χρηματα", συγγενευει ετυμολογικα με το "χραω, χραομαι", που θα πει χρειαζομαι, εχω αναγκη. Η λεξη "χρηματα" ειναι ονομα για τα πραγματα στην οπτικη της χρηστικοτητας. "Χρηματα" ειναι η λεξη για τα πραγματα του κοσμου του καθοριζομενου απο την οικο-νομια. Σ' αυτον τον κοσμο τα πραγματα δηλωνονται ως εμπορευσιμα, δηλαδη συναλλαξιμα ειδη.

Τα πραγματα ως συναλλαξιμα ειδη, ειναι ανταλλαξιμα με το χρημα. Τα πραγματα που το χρημα μπορει ν' αγορασει, στον κατοχο τους ειναι ηδη παροντα, σαν μεσα στο λυχναρι του Αλλαντιν. Το χρημα ειναι συμπυκνωμενος κοσμος. Ο ευπορος εχει στο λυχναρι του λογαριασμου του τον κοσμο ολοκληρο. Ο κοσμος ειναι παραγγελια του και επομενως, τελικα, δημιουργημα του. Ο ευπορος εχει μακρια χερια. Εχει τον κοσμο στο χερι του.

Αυτος που εχει πληγει απο την κριση καταποντιζεται σε μια ερημο. Δεν υπαρχει τιποτα που να μπορει να φτασει. Τα χερια του, οπως εκεινα των θυματων της θαλιδομηδης, ειναι κολοβωματα.

Τα πραγματα που αγοραζει το χρημα, ειναι πραγματα για τα οποια εχουν δουλεψει αλλοι. Το χρημα ειναι λοιπον και χρονος εργασιας. Με τα πραγματα που μπορω να αγορασω, αγοραζω μαζι και τον χρονο που χρειαστηκε για να παραχθουν. Ο χρονος του ευπορου ειναι το αθροισμα του χρονου της δικης του ζωης και του χρονου των αλλων που δουλευουν για να παραγουν τα πραγματα που αγοραζει. Εδω ανηκει και ο αυτοματισμος των οικιακων και ηλεκτρονικων συσκευων, των μοντερνων μεσων επικοινωνιας και μεταφορας. Εδω ανηκει η επιταγη της ταχυτητας, της αποδοτικοτητας, της αποτελεσματικοτητας. Ολα τους χαριζουν τον χρονο που θα χρειαζονταν για το εκαστοτε απαιτουμενο εργο και ετσι πολλαπλασιαζουν τις δραστηριοτητες που μπορουν να αναληφθουν στο ιδιο διαστημα. Ο χρονος ειναι χρημα. Το χρημα ειναι συμπυκνωμενος χρονος. Ο χρονος του ευπορου ειναι δυνητικα απεραντος. Ειναι συμπυκνωμενη αιωνιοτητα.

Η οικονομικη κριση αποσυμπιεζει τον διαθεσιμο χρονο. Αφηνει το θυμα της γυμνο απεναντι σε μια ανυποφορη παροδικοτητα - καλυτερα, οχι καν παροδικοτητα: Ο πτωχευμενος δεν ζει μονο συμβολικα λιγοτερο. Εχει την αισθηση οτι, ζωντας, δεν ζει.

Οταν ο Ωνασης πολιορκουσε τη Μαρια Καλας, της εστελνε καθε πρωι ενα μπουκετο λουλουδια στο σπιτι της στο Παρισι. Απο την ημερα που αυτη ενεδωσε, τα λουλουδια σταματησαν. Η Καλας παραπονεθηκε, και η απαντηση του Ωναση ηταν η εξης: "Τωρα εισαι δικη μου. Στον εαυτο μου θα στελνω λουλουδια;" Ο εαυτος του Ωναση πλεον δεν περιοριζεται στο ατομο του. Συνεχιζεται στη Μαρια Καλας. Αυτη η συνεχεια του εαυτου στον Αλλο συνιστα το ουσιαστικο στοιχειο της δυναμης. Το φαινομενο της δυναμης μπορουμε να το δουμε και στο παραδειγμα των εργατων μιας ιαπωνικης εταιρειας.

Αυτη επεκτεινεται στο σωμα και την ψυχη τους. Η δυναμη δεν ειναι μονο φαινομενο της οικονομιας. Ομως, οσον αφορα το θεμα μας, ο πλουτος διασφαλιζει εναν εκτεταμενο εαυτο, εναν εαυτο που συνεχιζεται προς ολες τις κατευθυνσεις. Καθιστα τον κατοχο του παντοδυναμο.

Στην οικονομικη κριση ο εαυτος χανει πολλες διαστασεις της συνεχειας που τον μεγαλωνε, που υποσχονταν να τον μεγαλωσει κι αλλο. Κανεις μικραινει, συρρικνωνεται, περιοριζεται στα ορια της επιδερμιδας του.

Τα τρια στοιχεια του πλουτου που υποδηλωθηκαν, ο κοσμος ως παραγγελια και δημιουργημα του, η σ' αυτον συμπυκνωμενη αιωνιοτητα, η παντοδυναμια του, ασκουν μια παραμυθενια γοητεια, αποκοιμιζουν καποιον με την ψευδαισθηση της αθανασιας, τον ησυχαζουν απο το αγχος του θανατου, το οποιο επιζητει να απωθησει προτου καν το αντιληφθει σαν τετοιο. Ηδη στον Καλβινισμο η συσσωρευση πλουτου ειναι η πορτα για τη λυτρωση. Ο πλουτισμος, ως νεωτερη εκδοχη της θρησκειας, ειναι "θανατοτεχνικη", τεχνικη αρνησης του θανατου. Και ισως ακριβως επειδη προκειται για ψευδαισθηση, ο πλουτος επιδιωκεται με μια τετοια υστερικη απληστια.

Η οικονομικη κριση, η μερικη, η ολικη πτωχευση, θα σημαιναν τοτε οχι το τελος της ψευδαισθησης αλλα την ανατροπη της. Η οικονομικη κριση ισοδυναμει με καταδικη στην θνητοτητα.

Η κολαση του ομοιου

Ηταν ενα πρωι στο ζαχαροπλαστειο της γειτονιας μου στην Αθηνα. Η πωλητρια, καθως ετοιμαζει αυτο που ζητησα, μιλα με τη συναδελφο της, και γελανε. Γυριζει σ' εμενα, η πωλητρια που ξερω χρονια τωρα, και λεει: "Συγνωμη!" Εγω, απορημενος: "Ζητατε συγνωμη που γελατε;" Αυτη: "Οι πελατες δεν το θελουν."

Ο μοντερνος καταναλωτης εχει μια συμπεριφορα αρπακτικου. Ειναι ολοτελα προσηλωμενος σ' αυτο που προκειται να αδραξει, να αποκτησει. Πηγαινει κατευθειαν προς αυτο. Η πωλητρια που θα μιλησει με τη συναδελφο της, που θα γελασει μαλιστα, αποσπα τον καταναλωτη απο την προσηλωση του. Δηλωνεται στον χωρο ως ενας Αλλος, ο οποιος εκεινη την ωρα δεν συμμεριζεται την ορεξη του καταναλωτη, αλλα ετοιμαζει τη λεια του μηχανικα και ενδιαφερεται για αλλα πραγματα.

Η μοντερνα καταναλωση απαιτει να μην συναντα στον δρομο της τιποτα, να μην σκονταφτει σε κανενα σημαδι αλλοτριοτητας. Ο μεσαζων στην καταναλωση, και ιδιαιτερα στον χωρο των ευπορων, πρεπει να μην φανερωνει κανενα στοιχειο ανθρωπινο. Πρεπει να ειναι ανεκφραστος, τυπικος, λιγομιλητος. Ετσι περιμενουν την πωλητρια μου να ειναι, ετσι φερονται στα πολυτελη μαγαζια, εστιατορια και ξενοδοχεια, στις ακριβες αεροπορικες εταιρειες κλπ. Ετσι μαθαινουν τα μοντελα να παρουσιαζουν τα ρουχα στα περιοδικα και στην πασαρελα. VIDEO

Ο καταναλωτης εχει τη μεγιστη απολαυση οταν δεν προσκρουει σε Αλλον, οταν παραμυθιαζεται πως κατοικει μια ναρκισσιστικη ερημο ανδροειδων. (Και δεν αντιλαμβανεται πως το απεναντι του ανδροειδες ειναι συναμα αντικαθρεφτισμα του.) Αν ο Καλβινισμος πρεσβευει πως η εργασια και η αποκτηση πλουτου ανοιγουν τον δρομο για τη λυτρωση, θα μπορουσαμε να πουμε οτι στην επιγεια ζωη η λυτρωση που υποσχεται το χρημα ειναι και λυτρωση απο τον Αλλο.

Η λυτρωση απο τον Αλλο δεν συμβαινει μονο στον χωρο της οικονομιας με την στενοτερη εννοια. Ο προσωκρατικος φιλοσοφος Ξενοφανης γραφει πως αν τα αλογα ειχαν χερια και μπορουσαν να ζωγραφιζουν, θα παρισταναν τους θεους τους με μορφη αλογου.  Ο θεος, αυτο το απολυτα υπερβατικο ον, χανει το αλλοτριο του οταν παριστανεται με μορφη ανθρωπου, οταν η προσευχη μας ειναι εκκληση για προσοχη, φροντιδα και προστασια. Τα ζωα χανουν το αλλοτριο τους οταν θεωρουνται ελλογα οντα που επικοινωνουν, σαν κι εμας αλλα απλα με διαφορετικους κωδικες, οταν τους αποδιδουμε συναισθηματα σαν τα δικα μας που απλα δεν εκφραζονται με τον λογο. Οι αλλοι ανθρωποι χανουν το αλλοτριο τους οταν θεωρουμε πως τους γνωριζουμε και τους καταλαβαινουμε, οταν μεσω της ενσυναισθησης πιστευουμε οτι μπορουμε να σκεφτομαστε και να νοιωθουμε οπως αυτοι.

Τα πραγματα, οσο ειναι αντι-κειμενα, βρισκονται παντα σε μια αποσταση, σε ενα απεναντι. Καθως αντι-κεινται, δηλωνονται στο αλλοτριο τους, δηλωνονται στη γεγονοτητα τους. Αντι-κειμενα, προβαλλουν αντισταση, και στην αντισταση μαρτυρειται το γεγονος τους. Η χρηση τους, η τριβη μ' αυτα σε καθηλωνει στο εδω και τωρα. VIDEO

Σημερα, στις λεγομενες εξελιγμενες κοινωνιες, το νερο ερχεται με μια απλη κινηση του χεριου. Παιζουμε τον κοσμο στα δαχτυλα. VIDEO Τα πραγματα εχουν χασει την αντι-κειμενικοτητα τους, την αντισταση τους, το αλλοτριο τους. Εχουν απο-αντικειμενοποιηθει και απο-γεγονοποιηθει.

Ανθρωποι και πραγματα εχουν χασει την ενικοτητα τους. Εχουν διαλυθει στο ομοιογενες μιας ανυποστασιας. Ζουμε, με μια εκφραση του Baudrillard, στην "κολαση του ομοιου" . Η αρχαϊκη μορφη της ειναι η ιστορια του βασιλια Μιδα ο οποιος ζητησε απο τον Διονυσο ως ανταλλαγμα για μια χαρη που του εκανε, ο,τι αγγιζει να μεταβαλλεται σε χρυσαφι. Ξεκινα ως εξης: VIDEO Και η κολαση, για μας ως επι το πλειστον αδιορατη ακομα, ερχεται ως εξης: VIDEO

Η οικονομικη κριση δεν μπορει να επαναφερει το Αλλο. Αυτο, ειτε ανθρωπος ειτε θεος, ειτε ζωο ειτε φυτο ειτε πραγμα, εχει χαθει. Το οπτικο πεδιο της κρισης ειναι σαν την οθονη της τηλεορασης που εχει γεμισει χιονια, σαν το μονιτορ ενος υπολογιστη με την καρτα γραφικων χαλασμενη. Το ακουστικο της πεδιο ειναι σαν το ραδιοφωνο με χαλασμενη κεραια που εχει πλεον γεμισει παρασιτα. Η οσμη της ειναι αυτη μιας βουλωμενης αποχετευσης.

Υπαρξιακη παραμορφωση

O Marshall McLuhan γραφει οτι τα συγχρονα μεσα επικοινωνιας συνιστουν προεκτασεις του σωματος μας. Του διαφευγει οτι τα κουμπια του πλυντηριου που διαχειριζονται την μπουγαδα δεν ειναι προεκταση των χεριων που κουβαλουν τον κουβα. Τα κουμπια του επιφερουν μια ατροφια των χεριων, καθως ειναι πλεον αχρηστα, εκτος απο τα δαχτυλα που πατανε τα κουμπια. Το πλυντηριο δεν ειναι προεκταση των χεριων αλλα προθεμα σε εναν αναπηρο που δε εχει μπρατσα και αγκωνες, που η μορφη του ειναι περισσοτερο σαν αυτη εκεινων των παιδιων της θαλιδομηδης. Η πιο χαρακτηριστικη εικονα απο το σωμα του μοντερνου ανθρωπου, του παραλυτου μεσα σε μια πανοπλια προθεματων, ειναι ο Stephen Hawking,

ο αγγλος φυσικος που πασχει απο αμυοτροφικη σκληρυνση και εχει παραδωσει την κινηση, την γραφη και την ομιλια του σε εξυπνα μηχανηματα. Ο μοντερνος ανθρωπος εχει υποστει μια υπαρξιακη ατροφια και δυστροφια, μια υπαρξιακη παραμορφωση.

Baudrillard: "Ο εικονικος ανθρωπος, ακινητος εμπρος στον υπολογιστη του, κανει ερωτα μεσω της οθονης και μαθηματα μεσω τηλεδιασκεψης. Ειναι ενας σωματικα - και αναμφιβολα και διανοητικα αναπηρος." Ο μοντερνος ανθρωπος ειναι νοητικα αναπηρος, οχι με την εννοια μιας διαταραχης που αποκλινει απο τη φυσιολογικοτητα και την προσαρμοστικοτητα. Η ιδια η φυσιολογικοτητα ειναι παθολογια, οταν μετρηθει απεναντι στα μετρα των ιδιων των πραγματων. Ειναι δηλαδη το παραληρημα της προοδου, της αυξησης και της εξελιξης· η ψευδαισθηση που κανει το παρελθον βαση δεδομενων και το μελλον προεκτεταμενο παρον· ειναι η χιμαιρα μιας αποκοπης της ζωης απο την φθορα και τον θανατο, μιας καθηλωσης στη ζωη, στην ενεργητικοτητα, στη δυναμικοτητα, στην παραγωγικοτητα.

Οπως συχνα συμβαινει στην τρελλα, κανεις κινειται μεσα της σαν υπνοβατης. Συντηρει την τρελλα του ασκωντας αφανταστη βια στον εαυτο του, π.χ. παραδιδομενος στην προκρουστεια κλινη του σχολειου και της δουλειας, ζωντας στα φαντασματα του παρελθοντος και του μελλοντος μεσα απο ενα παρον χωρις κανενα νοημα περα αυτου ενος ενδιαμεσου σταθμου, βαυκαλιζομενος οτι με τα χρηματα εξαγοραζει την αιωνια νεοτητα και την αθανασια του. Υπνοβασια και φουσκες των χρηματιστηριων, των ακινητων κλπ. πηγαινουν χερι με χερι.

Μιλω για το δραμα εκεινου που νομιζει πως ειναι αυτα που θελει, πως ειναι τα θελω του. Μιλω για τον καταναγκασμο του "μπορω", του "κανω", της vita activa. Του αυτο-ντοπαρισματος.

Ο υπνοβατης που θα τ' ακουσει αυτα, θα απαντησει μαλλον με μια φραση απο τον Πλουτο του Αριστοφανη:

 

οὐ γὰρ πεισεις, οὐδ᾽ ἢν πεισῃς


ακομα κι αν με πεισεις, δεν θα με πεισεις

Η οικονομικη κριση ξυπνα τον υπνοβατη με την ιδια βια με την οποια αυτος αποναρκωνε τον εαυτο του στους καιρους της ευμαρειας. Ομως δεν τον ξυπνα σε μια ευρυτερη ορατοτητα. Τον ξυπνα σε εναν εφιαλτη.

Αφασια

Η λεξη "κριση" παραπλανα και ματαιωνει καθε αποπειρα κατανοησης αυτου που ζηταει να ονομασει. "Κριση" σημαινει διακριση, σημαινει τομη και σταθμο, οπου τα πραγματα δεν ειναι πια οπως ηταν, οπου κανεις δεν ειναι πια οπως ηταν. Η σημερινη κατασταση, σε αντιθεση με την κριση, δεν φερνει και δεν θα φερει καμια καθαρση, οπως συνεβαινε στην αρχαια τραγωδια. Η καθαρση προϋποθετει οτι κανεις μαθαινει απο το παθημα. Ομως το παθημα σημαινει την εισβολη ενος Αλλου, και το μαθημα σημαινει την αφομοιωση ενος Αλλου, οπου εγω ο ιδιος γινομαι ενας Αλλος. Στην κολαση του ομοιου κανεις ουτε παθαινει ουτε μαθαινει. Προκειται για προσομοιωση κρισης, για δηθεν κριση.

Αυτο που συμβαινει ειναι αποτροπαιο. Διοτι ερχεται με το κεφαλι της Μεδουσας - τη μορφη του ριζικα Αλλου, και που η θεα της ειναι ο αιφνιδιος θανατος. Αυτο το ριζικα Αλλο δεν ερχεται απο ριζικα αλλου, αλλα ειναι το πιο κοντινο, ειναι η σκια του ομοιου. Ειναι η θυελλα που θεριζει κανεις οταν σπερνει ανεμους.

Η οικονομικη κριση, αν ειναι να διατηρησουμε τη λεξη με ολες τις προηγουμενες επιφυλαξεις, ειναι κριση ταυτοτητας, οπου η γενικη "ταυτοτητας" πρεπει να ακουστει ως γενικη υποκειμενικη: Ειναι η ταυτοτητα του συγχρονου ανθρωπου που τον συμπαρασυρει στην κριση καθοσον ειναι παθολογικη η ιδια. "Παθολογικη", οχι με την ιατρικη σημασια του ορου, αλλα ως αυτο που οι Αρχαιοι αποκαλουσαν Υβρη, και που σημαινει την παραβιαση των μετρων, π.χ. με τη φιλοδοξια της αθανασιας, με την υπαρξιακη συρρικνωση στην οικο-νομια, με την ψευδαισθηση της καταργησης του Αλλου, με την καταληστευση της ενικοτητας και την εξαπλωση της κολασης του ομοιου, με την αρνηση του σωματος και την εκπτωση στην υπαρξιακη αναπηρια του σημερα.

Η Υβρη τρεφει την Ατη, δηλαδη μια συγχυση, μια αφροσυνη, μια καταβυθιση στην ομιχλη, μια συσκοτιση, οπου κανεις χανει την επιγνωση των εργων του, και, στην τυφλη του και αγρια πορεια, νωριτερα η αργοτερα καταστρεφεται.

Στους Περσες του Αισχυλου ακουμε απο τον χορο:

 

ὕβρις γὰρ ἐξανθοῦσ᾽ ἐκάρπωσεν στάχυν / ἄτης, ὅθεν πάγκλαυτον ἐξαμᾷ θέρος


Η Υβρη, σαν ωριμασει, κανει καρπο της Ατης, κι απ' αυτον θεριζει σοδεια απειρα δακρυα.

Η οικονομικη κριση ειναι η θυελλα που θεριζεις οταν σπερνεις ανεμους. Και στο τελος της Αντιγονης του Σοφοκλη λεει:

 

μεγάλοι δὲ λόγοι μεγάλας πληγὰς τῶν ὑπεραύχων ἀποτίσαντες γήρᾳ τὸ φρονεῖν ἐδίδαξαν


 

ομως μεγαλα λογια αλαζονων ανθρωπων πληρωνονται με μεγαλα πληγματα, και στα γεραματα διδασκουν την φρονηση


Εμεις δεν διδασκομαστε. Δεν υπαρχει το Αλλο, που θα μπορουσε να μας διδαξει. Δεν παθαινουμε και δεν μαθαινουμε. Η υφεση μας βρηκε απροετοιμαστους, μας αιφνιδιασε οπως καθε μορφη του ριζικα Αλλου, π.χ. ενα τρομοκρατικο χτυπημα, μια απαγωγη, μια φυσικη καταστροφη.

Οπως συμβαινει με την κεφαλη της Μεδουσας, η εμφανιση του ριζικα Αλλου αφηνει καποιον αφωνο. Αυτη η αμηχανη αφωνια δεν συνοδευεται απο σιωπη. Διαπερνα αντιδρασεις οπως θυμο, οργη, εκρηξεις, απελπισια, ψελλισματα. Ολα τους βγαινουν τοσο φαλτσα και αναρθρα οσο οι ηχοι ενος ξεκουρδιστου πιανου. Τετοια λογια ειναι εξαρχης καταδικασμενα να αστοχουν.

Καταθλιψη

Μεχρι πριν λιγες δεκαετιες η καταθλιψη ηταν αγρια υποθεση. Η λεξη "ενοχος" ηταν σαν αγκαθινο στεφανι καρφωμενο στο κρανιο του βασανισμενου. Η αυτοκατηγορια ειχε κατι το ατεγκτο και αλυπητο. Την περιεβαλλε μια αυρα μαγειας, ετσι που να μην υπαρχει σαφης και πειστικη απαντηση για τον λογο της ενοχης, και να μην υπαρχει καμια ποινη η οποια, με την εκτιση της, θα απαλασσε πλεον τον ενοχο.

Η εποχη αυτων των καταθλιψεων εχει περασει. Ηταν η εποχη της πειθαρχιας, της απαγορευσης, της τιμωριας, που διαμορφωσε μια κοινωνια της αρνητικοτητας. Σημερα το "πρεπει" δινει τη θεση του στο "μπορω". Ειναι η κοινωνια της ελευθεριοτητας. Δεν υπαρχει κανενας φραγμος στην υπερεπικοινωνια, στην υπερπληροφορηση, στην υπερκαταναλωση, στην υπερδιαφανεια που φτανει μεχρι την εκπορνευση των παντων και ο,τι προηγουμενως ονομαστηκε "κολαση του ομοιου". Κανεις ειναι μανατζερ του εαυτου του και της ζωης του, κατι που τον ωθει στην υπερεπιδοση. Μιλαμε για μια κοινωνια της θετικοτητας.

Η καταθλιψη της σημερινης οικονομικης κρισης δεν περιστρεφεται γυρω απο την ενοχη καθως δεν υπαρχουν πια απαγορευσεις και νομοι και δικαστηρια, και αυτα που υπαρχουν εχουν πλεον διαδικαστικο χαρακτηρα, απογυμνωμενο απο ηθικες και υπαρξιακες διαστασεις. Δεν υπαρχουν ενοχοι και αθωοι.

Η καταθλιψη της οικονομικης κρισης συνισταται στο οτι χανεται το υπερ- της καταναλωσης, της επικοινωνιας, της ελευθεριοτητας. Κανεις δεν ειναι υπερ-ανθρωπος αλλα πλεον υπ-ανθρωπος. Δεν ειναι αποβλητος αλλα loser. Δεν ειναι καταδικος αλλα σκια. Δεν ποναει αλλα βουβαινεται.

Η κοινωνια της θετικοτητας, καθως δεν ανεχεται ορια, δεν θελει ουτε να ξερει για το αγεφυρωτο χασμα αναμεσα στη φαντασια και στην πραγματικοτητα. Αυτη η κοινωνια του "μπορω", που ειναι και κοινωνια του "θελω", εχει λοιπον την ψευδαισθηση οτι οι επιθυμιες, που ανηκουν στον χωρο της φαντασιας και του ονειρου, μπορουν να πραγματοποιουνται και να εκπληρωνονται. Ομως οι επιθυμιες ειναι τοσο χαρακτηριστικες για την ιδιωτικοτητα ενος ατομου οσο και τα δαχτυλικα του αποτυπωματα. Η κοινωνια του θετικου, επενδυοντας στην επιθυμια και στην εκπληρωση της, μοναδοποιει και απομονωνει. Πριν απο μηνες κυκλοφορησε η εξης γερμανικη διαφημιση: "Ενα τοις εκατο ολων των ανδρων επιθυμουν περισσοτερες συζητησεις με τις συντροφους τους. 86 τοις εκατο επιθυμουν μια νεα τηλεοραση HD."

Οσο απομονωνει η εκπληρωση των επιθυμιων, αλλο τοσο απομονωνουν οι εφιαλτες της οικονομικης κρισης. Το πρωτο πληθυντικο του "Τι να κοψουμε;" ειναι το ιδιο δυσκολο με το "Τι θελουμε;" της ευμαρειας που περασε. Η δυνατοτητα εκπληρωσης πρακτικα καθε επιθυμιας απομονωνει τον ευπορο απο τους συνανθρωπους του τοσο οσο η παραιτηση απομονωνει τον πτωχευμενο.

Στην παλια κοινωνια της αρνητικοτητας υπηρχε καποιος απεναντι, ενας Αλλος, φιλος η εχθρος. Σε μια καταστροφη ο Αλλος, ακριβως καθοτι υπηρχε απεναντι, ηταν ενα Εσυ που μπορουσες να του μιλησεις, ενα, με λογια του ποιητη Paul Celan, "μιλητο Εσυ". Ετσι μια επιδημια πανωλης στη Βιεννη του 17ου αιωνα, γεννησε ενα τραγουδι που μιλα σε ενα Εσυ, σε εναν πλανοδιο μουσικο, τον Αυγουστινο,

που ηταν πολυ αγαπητος στην πολη. AUDIO

Το ατομο της σημερινης κρισης δεν εχει να μιλησει πουθενα, γιατι δεν υπαρχει κανενα Απεναντι. Και μαλλον δεν εχει καν την αναγκη, γιατι δεν μπορει να του λειπει κατι που δεν ειναι καν εκει.

Ισως το πιο τραγικο για τον ανθρωπο της σημερινης κρισης ειναι οτι εχασε, χανει, θα χασει μια ψευδαισθηση, μια χιμαιρα, ενα παραληρημα που του εδινε νοημα. Και πολλες φορες η απωλεια της ατοπης προσδοκιας η οποια, με λογια του Πινδαρου, κυνηγα ανεμοσκορπισματα με ελπιδες ματαιες, ειναι η πιο βασανιστικη.

Στην τραγωδια του Ευριπιδη "Ελενη" η ωραια Ελενη, αντιθετα με το ομηρικο επος, δεν πηγε ποτε στην Τροια. Λεει καποια στιγμη: "δεν πηγα στην Τροια. ενα ειδωλο ηταν." Και ο αγγελιοφορος: "τι λες; υποφεραμε τοσους κοπους για ενα συννεφο;"

Ισως ο χαμενος της οικονομικης κρισης εχει χασει ενα ειδωλο, ενα φαντασμα. Ισως, κι εδω μιλα ο ποιητης Γιωργος Σεφερης, AUDIO

"το 'χει μες στη μοιρα του ν' ακουσει

μαντατοφορους που ερχουνται να πουνε

πως τοσος πονος τοση ζωη

πηγαν στην αβυσσο

για ενα πουκαμισο αδειανο για μιαν Ελενη."

Ξεμαθαινοντας την κριση

Ας υποθεσουμε οτι αυριο αρρωσταινω. Εχω υψηλο πυρετο, ριγη, μυαλγιες, τα ποδια μου τρεμουν, το κεφαλι μου ειναι βαρυ και η ματια μου θολη. Το μονο που ζητω ειναι να βρισκομαι στο κρεβατι, να παρω μια ασπιρινη και να κοιμηθω. Η σημερινη μου δραστηρια μερα ανηκει σε ενα μακρινο παρελθον που πλεον δεν με αφορα καθολου.

Θα μπορουσα βεβαια να αντισταθω στην αρρωστια που με βρηκε, να καταριεμαι τη μοιρα μου, να χαπακωθω, να προπαθησω με νυχια και με δοντια να κρατησω το προγραμμα μου, να μην το καταφερνω καλα, κι αυτο να με κανει βαρυ, ευερεθιστο, μιζερο.

Στην πρωτη περιπτωση ειμαι ρευστος και ρεω με τη ροη των πραγματων. Στη δευτερη περιπτωση αντιστεκομαι σ' αυτο που μου συμβαινει, ειμαι ακαμπτος απεναντι στη ροη, επιμενω στην χθεσινη μου ταυτοτητα, κλωτσαω.

Αν η λεξη αρρωστια εχει νοημα μονο στη συγκριση και στη διαφοροποιηση απο την αλλη κατασταση, την υγεια, τοτε στην πρωτη περιπτωση δεν συγκρινω τιποτα. Παρελθον και μελλον εχουν ξεχαστει. Ειμαι οπως ειμαι, και τελειωνει εδω. Λοιπον, δεν ειμαι αρρωστος! Αρρωστος ειμαι στη δευτερη περιπτωση οπου η αντισταση μου βασιζεται στη συγκριση της σημερινης μου καταστασης με την χθεσινη, οπου ημουν υγιης. Δεν ξεχνω! Η συγκριση ειναι που καταδεικνυει το σημερα σε σχεση με το χθες υποβαθμισμενο, χειροτερο, σκοτεινο, αχρηστο. Σ' αυτην την περιπτωση ειμαι Αρρωστος με Α κεφαλαιο.

Το ιδιο ισχυει οχι μονο για μια γριππη, στην οποια υπαρχουν βασιμες προοπτικες να περασει σε λιγες μερες, αλλα και για ενα ατυχημα που μπορει να με αφησει αναπηρο, και για μια ασθενεια που θα ειναι χρονια, η και θανατηφορα.

Κατι αναλογο συμβαινει με τον ανθρωπο που ειναι θυμα της οικονομικης κρισης. Και εδω η ζωη του αλλαζει, ισως με τον τροπο μιας γριππης, ισως με τον τροπο μιας αναπηριας, η μιας χρονιας ασθενειας. Η κριση δεν υπαρχει για εκεινον που ρεει με τη ροη των πραγματων. Η κριση ειναι κριση με Καπα κεφαλαιο για αυτον που δεν βρισκεται στο σημερα αλλα στο χθες, που το νοσταλγει και το θελει πισω, που δεν δεχεται το σημερα με τιποτα, που φερεται σαν τον Ξερξη που, οταν τα πλοια του βυθιστηκαν στον Ελλησποντο, εβαλε τους στρατιωτες του να μαστιγωσουν τη θαλασσα.

Δεν υπερασπιζομαι καποια παθητικη σταση που παραιτειται εμπρος στο μοιραιο. Ομως αλλο ειναι να επιχειρησει κανεις να κανει αυτο που μπορει για να συγκρατησει το εισοδημα που απειλειται, και αλλο να ζει αυτην την κατασταση σαν αγωνα εναντια σ' εναν θανασιμο εχθρο, οπου θα νικησει η θα πεθανει, οπου ο κοσμος θα σωθει η θα χαθει.

Στην περιπτωση του υπερ παντων αγωνα συμβαινουν αντιδρασεις οπως οργη, φοβος, διαμαρτυρια, δακρυα, παραιτηση. Εδω ανηκει το παραμυθι της κρισης ως ευκαιριας, που παραπεμπει σε ενα ειδος Δευτερας Παρουσιας. Εδω ανηκουν οι σοφες παραινεσεις για το τι φταιει και για το τι πρεπει να αλλαξουμε. Εδω ανηκουν οι ψυχολογικες αξιολογησεις για τις επιπτωσεις της κρισης στον ψυχισμο, που πιστευουν οτι, σ' εναν κοσμο που εχει αλλαξει, μπορουν να μενουν κλεισμενες στο απανεμο λιμανι των μοντελων τους και να βαζουν τις διαγνωσεις τους.

Ο ανθρωπος της πρωτης περιπτωσης, αυτος για τον οποιο δεν υπαρχει κριση, μοιαζει χαζος, σαν τον υπηρετη ενος χαϊκου που φτυαριζει το χιονι κι απο τον κηπο του γειτονα. Η, σαν αυτον: AUDIO

Well on the way, head in a cloud,

Man of a thousand voices

Talking perfectly loud

Nobody ever hears him,

Or the sound he appears to make,

He never seems to notice,

But the fool on the hill

Sees the sun going down,

And the eyes in his head,

 

See the world spinning around.


Ψυχοθεραπεια

Ο θεραπευτης θα μπορουσε ιδανικα να ειναι ενας ο οποιος ακολουθει μια ρηση του ζεν: "Μπες στην κολαση!". Η, "Μπες στον λασποποταμο του κοσμου για χαρη αυτων που πνιγονται μεσα του!" Η, να ενστερνιστει ενα καλεσμα του ποιητη Paul Celan: "Με τ' αδιεξοδα να μιλας"

Επιτρεψτε μου να μιλησω για την ουτοπια ενος τετοιου θεραπευτη που ειναι λιγακι κουτος, και καπως αποκοσμος.

Ενας τετοιος θεραπευτης θα ειχε απεναντι στην κριση μια μεγαλη καρδια. Θα φιλοξενουσε ο,τι κι αν ερχονταν απο τον πελατη του. Αυτη η φιλοξενια δεν ειναι γνωστικης φυσης, δεν ειναι η υπεροψια του παντογνωστη. Ουτε ειναι το παραμυθιασμα της ενσυναισθησης και του "Σε καταλαβαινω". Η φιλοξενια λαμβανει χωρα εκει που, οπως στο παραμυθι των αδελφων Grimm "Ο λαγος κι ο σκαντζοχοιρος", μπορει να λεει αφωνα στον πελατη του "Ειμαι ηδη εδω", και να του δειχνει εμφωνα, την καταλληλη στιγμη και με τα καταλληλα λογια, το τοπιο στο οποιο βρισκεται. Χωρις συναισθηματισμους, χωρις κριτικη, χωρις θεραπευτικη φιλοδοξια. Στις ευτυχεις στιγμες ο ενας χανει την ταυτοτητα του μεσα στον αλλο και ο πελατης μπορει, με τον χρονο, να αφομοιωσει το ζωντανο παραδειγμα του θεραπευτη του, δηλαδη να το κανει σπιτι που τον φιλοξενει, σπιτι του, η ενα απο τα σπιτια του.

Το ζητουμενο θα μπορουσε να ειναι να παψει να μιλα, π.χ. για τα βασανα του λογω της κρισης - οχι βεβαια μεσα απο μια αυτοπειθαρχια, αλλα η κριση να παψει να του ειναι υπαρξιακο θεμα, θεμα ζωης και θανατου.

Υπαρχει στην ερημο της Σαχαρας μια φυλη βοσκων η οποια ανηκει στον λαο των «Χαουσα».

Αυτοι οι βοσκοι, οσο τριγυριζουν την ημερα με τα ζωα τους στην ερημο, ειναι ιδιαιτερα λιγομιλητοι. Μιλουν το βραδυ, συγκεντρωμενοι γυρω απο την πυρα. Ομως και τοτε δεν αναφερονται στα καθημερινα ζητηματα και στις εγνοιες τους. Κατι τετοιο το θεωρουν απρεπες. Γυρω απο την πυρα ο γηραιοτερος της φυλης, σαν ραψωδος, αφηγειται ιστοριες απο το παρελθον του λαου, απο τα εργα των θεων και των αρχηγων του.

Σε εναν υμνο του Πινδαρου ο μαντις Αμφιαραος αποτεινεται στον γιο του Αμφιλοχο, που ειναι ετοιμος ν’ αναχωρησει. Απο τον υμνο εχουν σωθει λιγα αποσπασματα μονον. Σε ενα απ’ αυτα λεει ο πατερας πως δεν ειναι αρμοζον τον μοχθο μας, ο,τι (υπο)φερουμε, να τον καθιστουμε προφανη στους αλλοτριους. Ακομη συμβουλευει τον γιο του, τα καλα και τα τερπνα να τα δειχνει καταμεσις στον λαο. Και, συνεχιζει ο πατερας, εαν στους ανθρωπους τυχει ενα κακο που ταλανιζει, αυτο προσηκει να μενει κρυφο στο σκοταδι.

Σε ενα αλλο αποσπασμα, μαλλον του ιδιου υμνου, τονιζεται και παλι:

 

εσθ οτε πιστοτατα σιγας οδος


Καποτε η οδος της σιγης ειναι η πιο πιστη

Κατι παρομοιο βρισκουμε στα ελληνικα δημοτικα τραγουδια, οπου οι στροφες αδονται με τον ιδιο επαναλαμβανομενο τροπο, ειτε μιλουν για καλα πραγματα, ειτε για κακα.

Ετσι η κριση θα επαυε να ειναι κριση. Στην πορεια της ψυχοθεραπειας ολα αυτα θελουν χρονο. Ομως οχι με την εννοια της υπομονης. Χρειαζεται ο ασθενης, παραμενοντας ασθενης, να ξεχασει πως ειναι ασθενης, και ο θεραπευτης, παραμενοντας θεραπευτης, να ξεχασει πως ειναι θεραπευτης. Μιλω για μια αισθηση του χρονου που οι Αρχαιοι ονομαζαν "σχόλη". Θα μπορουσα να την διευκρινισω με μια ρηση του Λουθηρου: "Αν αυριο ο κοσμος χανοταν, σημερα θα φυτευα μια μηλια". Και με μια ιστορια απο την Κινα: Καποιον τον κυνηγα μια τιγρη. Φτανει σ' εναν γκρεμο, η τιγρη ξοπισω του, αρπαζεται απο το κλαδι μιας κερασιας πανω απ' τον γκρεμο. Σε λιγες στιγμες θα πεθανει. Το βλεμμα του πεφτει σ' ενα κερασι διπλα στο χερι του. "Ας το χαρω αυτο", λεει και το τρωει.

βιβλιοθηκη / ΑΠΩ ΑΝΑΤΟΛΗ / Watsuji Tetsuro



Απο το: Watsuji Tetsuro, Fûdo – Wind und Erde [ανεμος και γη], Darmstadt 1992 (γερμανικη μεταφραση)


[6] Κλιματικα φαινομενα

[...] Εδω θα ηθελα να εννοησω αυτο το φυσικο περιβαλλον του ανθρωπου οχι ως "φυση" αλλα ως "κλιμα" (fūdo) [...]

Ολοι μας ζουμε σε μια ορισμενη χωρα, το φυσικο περιβαλλον της οποιας μας "περιβαλλει", ειτε το θελουμε ειτε οχι. Αυτο ειναι για τον κοινο νου ενα αδιαμφισβητητο γεγονος. Ετσι κατα κανονα παρατηρουμε αυτο το φυσικο περιβαλλον ως ποικιλλα φυσικα φαινομενα και προσπαθουμε να βρουμε τι επιδραση ασκουν σ' "εμας", αφενος "εμας" ως βιολογικα και φυσικα αντικειμενα, αφετερου "εμας" ως δρωντες στην πραξη, που αναλαμβανουμε τη διαμορφωση μιας κοινωνιας, π.χ. ενος κρατους. Καθε μια απο αυτες τις επιδρασεις ειναι τοσο περιπλοκη που θα χρειαζονταν μια ξεχωριστη εξειδικευμενη ερευνα. Παντως εδω μας απασχολει το ερωτημα, αν το κλιμα (fūdo) ως αμεσο, καθημερινο δεδομενο μπορει διχως αλλο να εξομοιωθει με ενα φυσικο φαινομενο. Βεβαιως δεν θα υπηρχε καμια ενσταση να χειριζεται η φυσικη επιστημη το κλιμα ως φυσικο φαινομενο, ομως ειναι αλλη υποθεση, αν τα κλιματικα φαινομενα μπορουν να ειναι ως προς την ουσια τους αντικειμενο επιστημονικης θεωρησης.

Για να ακολουθησουμε αυτο το ερωτημα, θα στραφουμε σ' ενα οπως φαινεται τελειως σαφες φαινομενο, αυτο του κρυου, το οποιο παντως δεν ειναι παρα ενα στοιχειο σε ενα κλιμα. Το οτι νοιωθουμε κρυο ειναι ενα αδιαμφισβητητο γεγονος. Ομως τι ειναι αυτο το κρυο που αισθανομαστε; "Κρυο" σημαινει για παραδειγμα οτι ο αερας μιας ορισμενης θερμοκρασιας, δηλαδη το κρυο ως φυσικο αντικειμενο, ερεθιζει τα αισθητηρια οργανα του σωματος μας ετσι ωστε εμεις, ως ψυχολογικα υποκειμενα, να το εμπειρωμαστε ως μια ορισμενη ψυχολογικη κατασταση; Αν ηταν ετσι, τοτε αυτο θα ειχε ως επακολουθο το οτι "κρυο" και "εμεις" υφισταμεθα χωριστα και ανεξαρτητα μεταξυ μας, και μαλιστα ετσι ωστε μονον οταν το κρυο επιδρα σ' εμας απο εξω, θα προεκυπτε μια "αναφορικη" σχεση η οποια θα μας εκανε να "παγωνουμε". Ιδωμενο ετσι, θα ηταν σωστο να μιλαμε για μια επιδραση του κρυου επανω μας.

Ομως εχουν οντως ετσι τα πραγματα; Πως μπορουμε να γνωριζουμε μια ανεξαρτητη παρουσια του κρυου προτου κρυωσουμε; Δεν μπορουμε. Πρωτα νοιωθοντας κρυο αναγνωριζουμε οτι υπαρχει κατι σαν κρυο. Η παρασταση οτι το κρυο μας ερχεται απο εξω, παραγνωριζει την αναφορικη σχεση, η οποια βασικα δεν προκυπτει δια του οτι πρωτα ενα αντικειμενο προσπιπτει απο εξω. Καθοσον προκειται για την ατομικη συνειδηση, το υποκειμενο ως αυτο τουτο εχει ηδη αυτην την αναφορικη δομη, και ως αυτο τουτο ειναι ηδη "στραμμενο προς κατι". Η αισθηση "να νοιωθεις κρυο" δεν ειναι κανενα "σημειο", απο το οποιο ξεκινωντας το υποκειμενο παραγει μια σχεση στρεφομενη προς το κρυο, αλλα ως αισθηση απο κατι ειναι ηδη μια σχεση, και ακριβως σ' αυτην την σχεση αντιλαμβανομαστε πρωτα το κρυο. Επομενως η αναφορικοτητα ως δομη σχεσης ειναι η δομη ενος υποκειμενου το οποιο βρισκεται σε σχεση με το "κρυο". Το οτι "αισθανομαστε κρυο" ειναι καταρχην και πρωτιστως μια τετοια "αναφορικη" εμπειρια.

Τωρα κανεις θα μπορουσε να αντιτεινει οτι σ' αυτην την περιπτωση το κρυο ειναι απλα ενα σημειο της υποκειμενικης εμπειριας· τοτε το ετσι αναγνωρισμενο κρυο θα ηταν μονο κρυο μεσα "μας". Και ομως αυτο που ονομαζουμε κρυο δεν ειναι απλα κρυο μεσα "μας" αλλα ενα αντικειμενο που υπερβαινει το "εμεις" και οχι απλη αισθηση μας. Πως ομως μπορει μια υποκειμενικη εμπειρια να υπεισελθει σε μια σχεση με ενα υπερβατικο αντικειμενο; Η: Πως συμπεριφερεται η αισθηση του κρυου (μεσα μας) με το κρυο εξω στον αερα κλπ.;

Αυτη η ερωτηση περιεχει μια παρανοηση ως προς το στην αναφορικη σχεση αναφερομενο. Το αντικειμενο αναφορας δεν ειναι καποιο ψυχολογικο περιεχομενο, γι' αυτο και το κρυο ως εμπειρια ανεξαρτητη απο το αντικειμενικο κρυο δεν ειναι αντικειμενο αναφορας. Οταν νοιωθουμε κρυο, τοτε δεν το νοιωθουμε ως "αισθηση" κρυου αλλα, ως "κρυο του εξωτερικου αερα", ακριβως αμεσα ως κρυο. Με αλλα λογια, το κρυο που νοιωθουμε στην αναφορικη εμπειρια δεν ειναι τιποτα "υποκειμενικο" αλλα κατι αντικειμενικο. Ετσι μπορει να ειπωθει οτι μια αναφορικη εμπειρια, οπως στην εμπειρια του κρυου, ηδη αναφερεται στο κρυο του εξωτερικου αερα. Κρυο ως κατι που υπαρχει υπερβατικα, γινεται δυνατο μονο σ' αυτην την αναφορικοτητα. Γι' αυτο η ερωτηση πως η αισθηση του κρυου (μεσα μας) σχετιζεται με το κρυο του εξωτερικου αερα, δεν μπορει καν να τεθει.

Σ' αυτην την οπτικη, η συνηθισμενη διακριση μεταξυ "υποκειμενου" και "αντικειμενου", επομενως και αυτη μεταξυ "του κρυου" και "εμας" ως μεγεθων που υπαρχουν ανεξαρτητα το ενα απο το αλλο, ειναι μια παρανοηση. Την στιγμη που νοιωθουμε κρυο, ειμαστε βεβαια ηδη εκτεθειμενοι στον κρυο αερα. Να περιερχεσαι σε μια σχεση με το κρυο δεν θα πει παρα το οτι εμεις οι ιδιοι εχουμε ηδη εξελθει στο κρυο. Μ' αυτην την εννοια, οπως τονιζει ο Heidegger, ο τροπος της υπαρξης μας χαρακτηριζεται απο την "εκ-σταση", η, οπως θα λεγαμε, απο την αναφορα.

[...] Νοιωθουμε το κρυο, ανακαλυπτουμε τον εαυτο μας στο κρυο καθαυτο. Ομως αυτο δεν σημαινει οτι μετατεθηκαμε στο κρυο, για να ανακαλυψουμε κατοπιν τον εαυτο μας ως κατ' αυτον τον τροπο μετατεθειμενο εξω. Διοτι την στιγμη στην οποια το κρυο γινεται πρωτη φορα αντιληπτο, εχουμε βεβαια ηδη εξελθει στο κρυο. Γι' αυτο και το "εξωθεν ον" ως προς την ουσια του δεν ειναι ενα πραγμα η ενα αντικειμενο αποκαλουμενο "κρυο", αλλα αυτο το "εξωθεν ον" ειμαστε εμεις οι ιδιοι. Η "εκ-σταση", το εξερχεσθαι, ειναι η θεμελιακη αρχη της υπαρξης μας, η αρχη στην οποια εγκειται η αναφορικοτητα. Η αισθηση του κρυου ειναι μια αναφορικη εμπειρια στην οποια αναγνωριζουμε τον εαυτο μας ως ηδη εξελθοντες στο κρυο.

Προηγουμενως ειδαμε την εμπειρια του κρυου στην οπτικη της ατομικης συνειδησης. Ομως καθως μπορουμε αναντιρρητα να χρησιμοποιησουμε την εκφραση "κρυωνουμε", τουτο σημαινει οτι δεν νοιωθω κρυο "εγω" μονο, αλλα "εμεις" απο κοινου. Γι' αυτο και κατα τον καθημερινο χαιρετισμο μπορουμε να χρησιμοποιουμε εκφρασεις που αναφερονται στην περιγραφη του κρυου. Το οτι ο καθενας αισθανεται το κρυο διαφορετικα, ειναι δυνατο πρωτιστως στη βαση μιας κοινης αισθησης. Χωρις αυτην την κοινη βαση, η γνωση οτι και οι αλλοι εμπειρωνται κρυο δεν θα ηταν καν δυνατη. Κατα τουτο εκεινος ο οποιος εχει εξελθει στο κρυο δεν ειναι μονον "εγω" αλλα και "εμεις", και ακριβεστερα, "εγω" ως "εμεις" και "εμεις" ως "εγω" βρισκομαστε εξω στο κρυο. Τουτο το "εμεις", και οχι το απλως "εγω" ειναι αυτο για το οποιο το "εξερχεσθαι" ειναι η θεμελιακη υπαρξιακη δομη. Το "εξερχεσθαι" δεν συνισταται κατα πρωτον στην εξοδο σε κατι οπως το κρυο, αλλα στο αλλο "εγω". Αυτο δεν ειναι πλεον μια αναφορικη σχεση αλλα μια αμοιβαια σχεση την οποια χαρακτηριζω με την εννοια του "μεταξυ". Και αυτο που ανακαλυπτουμε στο κρυο ως τον εαυτο μας, ειναι αυτη η πρωταρχικη σχεση του "μεταξυ".

 

Μ' αυτην την αναπτυξη μπορεσαμε βεβαια να διευκρινισουμε επαρκως το φαινομενο "κρυο". Παντως αυτο το ατμοσφαιρικο φαινομενο δεν το ζουμε μεμονωμενο αλλα σε σχεση με ζεστη, καυσωνα, και επισης με ανεμο, βροχη, χιονι, ηλιοφανεια κλπ. Αυτο θα πει οτι το κρυο ειναι απλα ενα απο μια σειρα φαινομενων που χαρακτηριζουμε συνολικα ως "καιρο". Οταν μετα απο μια βολτα στον κρυο αερα μπαινουμε σε ενα ζεστο δωματιο, οταν μετα το τελος του χειμωνα βολταρουμε στον ηπιο ανοιξιατικο αερα, η οταν σε μια καυτη καλοκαιρινη μερα αιφνιδιαζομαστε απο μια βραδυνη νεροποντη, τοτε σ' αυτα τα ατμοσφαιρικα φαινομενα, που δεν ειμαστε εμεις, κατανοουμε τον εαυτο μας. Και ετσι στις μεταβολες του καιρου κατανοουμε και τις δικες μας μεταβολες. Ομως και τον "καιρο" δεν τον ζουμε μεμονωμενα, αλλα μονο σε σχεση με το ευφορο του εδαφους, με την τοπογραφια και το τοπιο μιας ορισμενης περιοχης. Ζουμε τον κρυο αερα ως yamaoroshi, οταν φυσαει απο τα βουνα, η ως karakkaze, ως ξερο ανεμο. Ο ανοιξιατικος ανεμος μπορει να ειναι ο ανεμος που παρασερνει τα ανθη της κερασιας, η θωπευει τα κυματα της θαλασσας. Ο καλοκαιρινος καυσωνας ειναι μια καψα που ξεραινει το πλουσιο πρασινο, ομως και τραβαει τα παιδια στα παιχνιδια της θαλασσας. Οπως ανευρισκουμε τον χαρουμενο η λυπημενο εαυτο μας σ' εναν ανεμο που διασκορπιζει τα ανθη της κερασιας, ετσι κατανοουμε τον μαρασμο μας σ' εκεινον τον παραλυτικο καλοκαιρινο καυσωνα που κατακαιει τα φυτα και τα δεντρα. Με αλλα λογια: Ανευρισκουμε τον εαυτο μας – τον εαυτο μας ως στοιχειο στο "μεταξυ" – στο κλιμα.


[38] Το κλιμα της ερημου

Συνηθως κανεις χρησιμοποιει την ιαπωνικη λεξη sa-baku με την εννοια της "ερημου" (αγγλικα desert). Και εγω θα την χρησιμοποιησω μ' αυτην την γενικα συνηθισμενη σημασια οταν γινεται λογος για ενα τελειως ιδιαιτερο κλιμα, οπως υπαρχει στην Αραβια, στην Αφρικη, η στη Μογγολια. Παντως ο καθενας που συλλογιζεται τη σημασια αυτων των δυο λεξεων διαπιστωνει αμεσως οτι εννοουν κατι ουσιαστικα διαφορετικο. Να ονομαζεις το ιδιο κλιμα μια φορα sa-baku και την αλλη Wüste/desert ειναι σαν κανεις να χαρακτηριζε μια φιγουρα, τη μια φορα ισοπλευρο και την αλλη ισογωνιο τριγωνο. Στις δυο περιπτωσεις οι οπτικες γωνιες της κατανοησης ειναι διαφορετικες, και ηδη το απλο γεγονος οτι ειναι δυνατοι διαφορετικοι τροποι θεωρησης παραπεμπει σε ενα ανθρωπινο στοιχειο που περιεχεται στο φαινομενο sa-baku.

Οι Ιαπωνες δανειστηκαν τη λεξη sa-baku απο την Κινεζικη, διοτι η ιαπωνικη γλωσσα δεν εχει καμια δικη της λεξη για την "ερημο". Το [39] ιαπωνικο "suna-hara" (αμμωδης επιφανεια) δεν σημαινει το ιδιο με το sa-baku διοτι στην Ιαπωνια κατι οπως η "ερημος" ηταν αγνωστο. Ομως τι λεει το κινεζικο sa-baku, ακομα κι αν οι σημερινοι Κινεζοι στο μεταξυ οικειοποιηθηκαν την ιαπωνικη χρηση της λεξης και με τη λεξη sa-baku εννοουν γενικα "ερημο"; Στην αρχαια Κινα αυτη η λεξη μετεδιδε απλα μια παραστατικη περιγραφη της ερημου Gobi. Το Sa χρησιμοποιουνταν συχνα με την εννοια της "κινουμενης αμμου", κι επισης το baku ηταν μια περιγραφη της κινουμενης αμμου στον Βορρα. Sa-baku λοιπον χαρακτηριζει μια απεραντη θαλασσα αμμου που ανακατωνεται με τον ισχυρο ανεμο και περιερχεται σε κινηση. Καθως οι Κινεζοι ζουσαν εξω απο αυτην την κλιματικη ζωνη, εβλεπαν – ως απλοι παρατηρητες – στην ερημο Gobi απλα μια ατελειωτη θαλασσα αμμου.

Η ερημια των Ελληνων, η deserta των Ρωμαιων, η νεοτερες λεξεις οπως "Wüste", "waste", "wilderness" αντιθετως χαρακτηριζουν περισσοτερα απο μονο μια θαλασσα αμμου. Χαρακτηριζουν εναν ακατοικητο τοπο, γυμνο απο καθε ζωη, μια περιοχη αφιλοξενη, τραχια και εκφοβιστικη. Δεν περιγραφουν τοσο την εξωτερικη μορφη με την οποια εμφανιζεται αλλα περισσοτερο την ελλειψη ζωης σ' αυτον τον τοπο. Εδω η ερημος δεν εννοειται μονο ως θαλασσα αμμου αλλα και ως γυμνα ορη με τραχεις απειλητικους βραχους, η ως τεραστια κοιτη ποταμου που αντι για νερο κουβαλαει πετρες. Εδω πεφτεις σ' εναν κοσμο οπου δεν υπαρχει ουτε φυτικη ουτε ζωικη ζωη. Σ' αυτο το κλιμα δινεται η ιδια αψυχη και ερημη εντυπωση την οποια αφηνει κι ενα ακατοικητο σπιτι. Ομως οταν ενα κλιμα ονομαζεται "της ερημου" μ' αυτην την εννοια, τοτε δεν εννοειται μονο η εξωτερικη αποψη. Η λεξη σημαινει τη σχεση που ενωνει ανθρωπο και κοσμο, δηλ. οτι αυτη ακριβως η σχεση ειναι "ερημικη". Οπως ερημικο μπορει να ειναι ενα σπιτι, η μια πολη, ετσι μπορει κι ενα κλιμα. Η ερημος ειναι λοιπον ενας τροπος του ανθρωπινου Ειναι, του ανθρωπου ως ατομου οπως και ως ατομικου και κοινωνικου οντος. Επομενως στο φαινομενο ερημος δεν προκειται για μια οψη της φυσης που θα μπορουσε να θεωρηθει χωριστα απο τον ανθρωπο.

Ετσι θελουμε να κατανοησουμε την ερημο ως "τροπο του ανθρωπινου Ειναι". Οπου ξεκινουμε απο το οτι ο ανθρωπος πρωτα ζει ως μεμονωμενος και κοινωνικος ανθρωπος και οτι μπορει να υπαρχει ιστορικα μονο σ' αυτον τον διπτυχο τροπο του Ειναι. Η "ερημος" προβαλλει λοιπον χειροπιαστα μονο στο κοινωνικο και ιστορικο πλαισιο και δεν μπορει να ιδωθει απομονωμενη απο κοινωνικους και ιστορικους παραγοντες. Επομενως η ερημος εμφανιζεται συγκεκριμενα μονον ως ιστορικη κοινωνια του ανθρωπου. Για να χρησιμοποιηθει η "ερημος" με την εννοια των φυσικων επιστημων, κανεις πρεπει να παρει μια αφηρημενη θεση και να αφαιρεσει καθε τι ανθρωπινο απο [40] τη συγκεκριμενη ερημο, δηλ. απο την ως ερημο εννοημενη ανθρωπινη κοινωνια. Βεβαια η ικανοτητα αφαιρεσης ανηκει στα μεγαλυτερα χαρισματα του ανθρωπου και τον καθιστα ικανο να κατανοησει καλυτερα τη συσταση ενος συγκεκριμενου δεδομενου. Ομως πρεπει να προσεχουμε να μην συγχεουμε αφηρημενο και συγκεκριμενο μεταξυ τους. Γι' αυτο και εδω δεν θα εξεταστουν και οι λεγομενες "επιδρασεις" που εχει αυτη η αφηρημενα εννοημενη ερημος στον ανθρωπο ως κοινωνικα-ιστορικα υπαρχον ον, αλλα η συγκεκριμενη ερημος στην κοινωνικη-ιστορικη της πραγματικοτητα, στη βαση της οποιας μια τετοια αφαιρετικοτητα γινεται δυνατη.

Ομως πως μπορουμε να συλλαβουμε την ουσια αυτης της συγκεκριμενης ερημου; Για τον κατοικο της ερημου αυτο θα ηταν ερωτημα της αυτοκατανοησης του. Τωρα ο ανθρωπος δεν ειναι φτιαγμενος ετσι που να κατανοει οπωσδηποτε ο ιδιος τον εαυτο του με τον καλυτερο τροπο. Κατα κανονα η αυτοσυνειδηση του αφυπνιζεται πρωτα με τη διαμεσολαβηση αλλων. Ετσι ο κατοικος της ερημου θα ανακαλυπτε την αυτοσυνειδηση του σωστα, πρωτα οταν θα μετακινουνταν σε μια βροχερη περιοχη. Εξ ου και καποιος, που δεν ειναι κατοικος της ερημου, που την περιδιαβαινει μονο, ειναι ισως περισσοτερο σε θεση να αντιληφθει τη συγκεκριμενη ερημο. Στην ερημο, του γινεται συνειδητο ποσο η εκαστοτε ιστορικη-κοινωνικη του πραγματικοτητα ειναι μακρινη και ξενη προς το ερημικο. Ακομα και αν αυτη η κατανοηση μπορει να βασιζεται μονο σε μια συντομη εμπειρια, μπορει ο ταξιδιωτης να καταφερει – στον βαθμο που αυτη η κατανοηση του ειναι ουσιαστικη – να "εγκλιματιστει" κοινωνικα-ιστορικα στην ερημο.

Ενας ταξιδιωτης στην ερημο ζει λοιπον "ερημικα" μονο για λιγο διαστημα και ποτε δεν γινεται αληθινος κατοικος της ερημου. Η ιστορια του στην ερημο παραμενει η ιστορια ενος μη κατοικου της ερημου. Ομως ακριβως γι' αυτο μπορει να του αποκαλυφθει η ουσια της ερημου, μπορει να κατανοησει τι ειναι η ερημος στο ιδιαιτερο της.

Η αποστροφη "Παντου υπαρχουν πρασινα βουνα για τον ανθρωπο" ("Ο ανθρωπος μπορει παντου να ειναι σπιτι του") εκφραζει την ανθρωπινη σοφια οτι ο ανθρωπος μπορει να κινειται ελευθερα στον μεγαλο κοσμο, ομως δεν λεει τιποτα για ενα κλιμα. Ομως μια τετοια φραση ειναι δυνατη μονον διοτι σε ενα ορισμενο κλιμα υπαρχουν παντου πρασινα βουνα και διοτι "βουνα", οπως τα δημιουργει εκεινο το κλιμα, ειναι συστατικο του εαυτου του. "Πρασινα βουνα" σημαινουν γι' αυτον πατριδα, σπιτικο, φωλια. Ιδωμενο ετσι, το "παντου πρασινα βουνα" ειναι και με κλιματικη εννοια εκφραση ενος τροπου ζωης. Ας υποθεσουμε για μια στιγμη οτι ενας τετοιος "ανθρωπος-πρασινων-βουνων" διασχιζει [41] τον Ινδικο Ωκεανο και αποβιβαζεται στην πολη Aden στο νοτιο ακρο της αραβικης χερσονησου. Εξαφνα υψωνονται εμπρος του γυμνα, αποκρημνα, βαθυκοκκινα βραχοβουνια, που δεν μοιαζουν σε τιποτα με ο,τι περιμενει απο ενα "βουνο", δηλαδη ζωντανια, χυμους, ηπιοτητα, καθαροτητα, δροσια, ανωτεροτητα, οικειοτητα κλπ. Στεκει εμπρος σε κατι τρομερο, σκοτεινο και απειλητικο. Σ' ενα κλιμα, στο οποιο τα βουνα ειναι παντα πρασινα, δεν υπαρχει ουτε ενα που να προξενουσε μια τοσο αποκρουστικη και ζοφερη εντυπωση. Εδω ο "ανθρωπος-πρασινων-βουνων" συναντα κατι περα για περα αλλο, οχι μονο την αλλη συσταση ενος αλλου βουνου, αλλα συναμα την αλλοτριοτητα του ανθρωπου εκει και της αλλης σχεσης του με τον κοσμο.

Οταν γινεται λογος για ενα "μη πρασινο βουνο", προκειται – μιλωντας αφηρημενα – για ενα βουνο χωρις καμια βλαστηση. Ενα βουνο που συνισταται απο χορτα και δεντρα, ειναι καλυμμενο μεσα σε φυτικη ζωη, κατι που αναγνωριζεται ηδη απο το χρωμα και τη μορφη. Ανεμος και βροχη πρωτα με τα φυτα ερχονται σε επαφη. Ενα γυμνο βουνο δεν δειχνει κανενος ειδους ζωη. Ανεμος και βροχη πεφτουν αμεσα στο αβιο βραχωδες πετρωμα. Βασικα δεν προκειται καν για βουνο, μαλλον για τον σκελετο ενος βουνου, για ενα νεκρο βουνο. Το αδρο του περιγραμμα, οι αποκρημνοι βραχοι, τα σκοτεινα του χρωματα ειναι εκφραση του θανατου, σημαδια του οτι δεν υπαρχει ζωη.

Για να μιλησουμε συγκεκριμενα, ενα τετοιο βραχοβουνι χωρις χορτα και δεντρα ειναι ζοφερο και αποκρουστικο. Ομως αυτη η καταθλιπτικη και ζοφερη εντυπωση εννοειται λιγοτερο ως ιδιοτητα της φυσης και πολυ περισσοτερο ως τροπος του Ειναι των ανθρωπων που ζουν εκει. Ο ανθρωπος ζει σε αναφορα προς τη φυση και σ' αυτην αναγνωριζει τον εαυτο του. Οσο νοστιμα φρουτα ανοιγουν την ορεξη του, ενα πρασινο βουνο τον ηρεμει, ετσι στη φοβερα των γυμνων βουνων τον συναπαντα το φοβερο και ζοφερο που ενυπαρχει στον ιδιο, ανακαλυπτει τον "ανθρωπο-των-μη-πρασινων-βουνων".

Ο τροπος του Ειναι αυτου του ανθρωπου μπορει βεβαιως να εννοηθει καλυτερα οταν δουμε την κλιματικα καθορισμενη "ξηρασια" προσεκτικοτερα. Παρα τον καυτο ηλιο, στο Aden βρεχει μονο τεσσερεις, η πεντε φορες τον χρονο. Ακομα και την εποχη των μουσωνων στον Ινδικο Ωκεανο, στον ουρανο επανω απο το Aden φαινονται μονο μεμονωμενα μικρα, λευκα συννεφα που δεν φτανουν καν για να μετριασουν για λιγο τον καυτερο ηλιο. Τις υπολοιπες εποχες του χρονου ο ουρανος ειναι συνεχως απολυτα καθαρος. Ακομα και στη δυση, οπου κατα κανονα ανεβαινει μια ελαφρια συννεφια, στο οριζοντα δεν υπαρχει κανενα ιχνος συννεφων. Αυτος λοιπον ειναι ο κανονικος καιρος στο Aden. Ομως εκεινος ο καθαρος ουρανος δεν ειναι ενα δροσιστικο ανοιχτογαλαζο, αλλα εχει ενα βαθυ σκοτεινο κυανο, που ουτε και στον [42] οριζοντα δεν γινεται πιο αδυναμο. Το εδαφος κατω απο αυτον τον ουρανο ειναι ατελειωτα ξερο, πουθενα δεν βρισκεις ουτε ιχνος υγρασιας. Στους δρομους της πολης πεφτεις εδω κι εκει πανω σ' ενα-δυο ζαμουριασμενα δεντρα που φυτευτηκαν απο ανθρωπους. Κατα τα αλλα πραγματι δεν υπαρχει παρα ξηρασια, ενας αποξηραμενος κοσμος χωρις ζωη. Αυτη η ξηρασια ευθυνεται για τα ζοφερα, διαβρωμενα βουνα και την στερφα, πλατια αμμοθαλασσα. Αναγκασε τους Ρωμαιους να χτισουν μεγαλες δεξαμενες νερου, για να παρασχουν στους κατοικους της ερημου νερο που μετεφεραν καμηλες· οδηγησε σε μια νομαδικη υπαρξη, στην εμφανιση του Κορανιου, εν συντομια αυτη η ξηρασια δημιουργησε αυτο που εννοουμε οταν μιλαμε για τον "ανθρωπο της Αραβιας", για "αραβικο πολιτισμο".

Η ουσια της ερημου ειναι λοιπον η ξηρασια· ολα τα υπολοιπα χαρακτηριστικα οπως το αφιλοξενο, η απουσια ζωης, το απωθητικο και το ζοφερο ειναι επακολουθα φαινομενα.

Τα ζοφερα βραχοβουνια του Aden δηλωνουν στον ταξιδιωτη την ουσια της ερημου ως "ξηρασια". Τουτο ειπωθηκε μεν απο παλια, οταν γινοταν λογος για την ερημο, γιατι ομως το συναπαντημα της εκπλησσει τον ταξιδιωτη παλι και παλι; Διοτι αυτος ο ιδιος για πρωτη φορα εκτιθεται σε μια τετοια ξηρασια και την ζει στο πετσι του. Αυτο ειναι αλλο απο το να κατανοησει κανεις την ξηρασια με τη βοηθεια ενος υγρομετρου ως ορισμενη υγρασια της ατμοσφαιρας. Εδω τον συναπαντα ως τροπος του Ειναι του ανθρωπου.

Οταν κατοπιν ο ταξιδιωτης φτανει στις ακτες της Ερυθρας Θαλασσας, το ιστορικο Σινα, η την αραβικη ερημο, αυτο το κλιμα, που πεφτει επανω του σαν ο ιδιος ο θανατος, τον εξαναγκαζει κατευθειαν να ξαναδιαβασει την Παλαια Διαθηκη: Αυτη ειναι λοιπον η διχως οικτο αμμο- και βραχοθαλασσα, μεσα απο την οποια καποτε πορευτηκε ο περιουσιος λαος· αυτο που ειδαν τα ματια τους ηταν σκελετωμενες κορυφογραμμες, ενα "νεκρο βουνο". Αυτη η ερημος ειναι ασυγκριτα τρομεροτερη απο εκεινη τη μανιασμενη θαλασσα, διοτι η θαλασσα, με την κινηση των κυματων, με το ζωντανο παιχνιδι των χρωματων του νερου, με τα φυτα και τα ψαρια που ζουν μεσα της, δινει παντα την εντυπωση απο κατι ζωντανο. Ακομα και ο φοβος των καταιγιδων δεν διαταρασσει την οικειοτητα με τη θαλασσα. Η θανατερη σιωπη, τα νεκρα χρωματα και οι νεκρες μορφες της ερημου αντιθετα, η ελλειψη καθε ζωης, μας συγκλονιζουν και μας απειλουν εκ θεμελιων. Και η ιδια η σκοτεινια της νυχτας της ερημου, που καταπινει ολες αυτες τις απειλητικες γηινες μορφες, κρυβει μια ανατριχιαστικη ησυχια που θυμιζει τον θανατο. (Μονο τα αστερια που λαμπουν εκτυφλωτικα στην ξερη ατμοσφαιρα μοιαζουν ζωντανα, μαλιστα ευθυμα. Ο ουρανος ειναι σαν υπερκορεσμενος. Λαμποκοπανε και λαμπυριζουν, αντανακλουν το ενα το αλλο, και μοιαζουν να ειναι σε διαρκη κινηση. Ο παρατηρητης νοιωθει στη θεα τους σαν να αφουγκραζεται [43] μια πελωρια συμφωνια. Ο νυχτερινος εναστρος ουρανος πανω απο την ερημο ειναι κατι μοναδικο: Καθαρος και ζωντανος, προσφερει καταφυγιο εμπρος στον θανατο που παραμονευει κατω.) Αυτη ειναι η χωρα λοιπον που καποτε διεσχισε ο περιουσιος λαος – μια χωρα που ειναι ολη της μια απειλη θανατου, μια χωρα στην οποια πανω απο οκτω μηνες τον χρονο ο ηλιος καιει απο εναν καθαρο ουρανο, οπου ακομα και στη σκια οι θερμοκρασιες ανεβαινουν εως του 45°Κ: η χωρα της χερσονησου του Σινα, της συριακης και μεσοποταμιακης ερημου. Ο Ευφρατης και ο Τιγρης δεν φερνουν καμια ανακουφιση, διοτι μεχρι να φθασουν στην πεδιαδα της Βαβυλωνας παρεχουν μονο μια λεπτη λωριδα ακτων υγρασιας. Εκτος απο αυτους τους δυο ποταμους και αυτους που εκπηγαζουν απο τα αρμενικα ορη, στην Αραβια δεν υπαρχουν ποταμοι. Οι σπανιες, εντονες βροχοπτωσεις γεμιζουν μεν τα wadi (ξερες κοιτες ποταμων), ομως μετα απο μια η δυο ωρες το νερο τους εχει απορροφηθει χωρις να αφησει ιχνη. Αν δεν υπηρχαν μικρες οασεις, στις οποιες νερο της ανοιξης, πηγες, η ανοιγμενα πηγαδια δεν αφηναν φυτα να βλαστησουν, ο ανθρωπος της Αραβιας – ο κατοικος της ερημου – δεν θα μπορουσε να υπαρχει.

Αυτη η ζωη στην ξηρασια ειναι "διψα", δηλ. ζωη σε αναζητηση νερου. Η φυση εξω ειναι αποκλειστικα θανασιμη απειλη. Σ' αυτον που καθεται με σταυρωμενα χερια και περιμενει, δεν δινει ουτε σταγονα νερο. Ο ανθρωπος πρεπει να σταθει αντιμετωπος μ' αυτην την απειλητικη φυση, και για την αναζητηση των θησαυρων της, δηλαδη βοσκοτοπων και πηγων, ειναι αναγκασμενος σε μια ακανονιστη περιπλανηση. Ετσι βοσκοτοποι και πηγες γινονται αντικειμενο συγκρουσεων μεταξυ μεμονωμενων ομαδων (Γενεσις 13:6, 26:20 κ.ε.) Ο ανθρωπος, για να μεινει ζωντανος, πρεπει λοιπον να πολεμα και εναντιον των συνανθρωπων του. Ετσι στον κατοικο της ερημου αναπτυχθηκαν ειδικες ιδιοτητες σε ανταποκριση με το περιβαλλον του: Η σχεση αυτου του ανθρωπου με τον κοσμο καθοριζεται εν πρωτοις απο αντισταση και πολεμο, διοτι η φυση τον απειλει με θανατο. Ομως στο μετρο στο οποιο εχει αντιληψη του θανατου του, αποκτα και συνειδηση της ζωης του. Το να παραγει κατι, επαφιεται στον ανθρωπο· αφου θα ηταν ματαιο να περιμενει τη φυση να του παρασχει κατι. Μονο με τη βοηθεια απο οασεις και πηγαδια, που εχει αποσπασει απο τη φυση, μπορει να βοσκει και να ποτιζει τα κοπαδια του. Η πολεμικη ιαχη της ζωης εναντια στον θανατο ειναι: "Αυξανεσθε και πληθυνεσθε!"

Ενα δευτερο χαρακτηριστικο στοιχειο συνισταται στο οτι οι ανθρωποι, στη μαχη εναντιον της φυσης, συσπειρωνονται, διοτι στην ερημο δεν μπορεις να επιβιωσεις μονος. Ο κατοικος της ερημου λοιπον διακρινεται απο πνευμα αλληλεγγυης, διοτι μονο μαζι μπορουν οι ανθρωποι να αποσπασουν απο την ερημο οασεις και πηγαδια. [44] Ομως σ' αυτον τον αγωνα πρεπει να αμυνεται και εναντιον των ομοειδων του· αν χασει εστω και ενα μονο πηγαδι απο μια αλλη φυλη, απειλειται η υπαρξη της δικης του φυλης. Ετσι εδω η σχεση του ανθρωπου με τον κοσμο γινεται μαζι σχεση με τον "κοσμο του αλλου ανθρωπου". Τουτο παλι αντανακλα την σχεση αντισταση και πολεμος, και απο εκει προκυπτει το συνθημα: "Αυξανεσθε και πληθυνεσθε!" Το οτι ο θεος της ερημου υπαγορευσε στον ανθρωπο την περιτομη, μαρτυρει επισης αυτην την ιδιοτητα του κατοικου της ερημου.

Ο ανθρωπος της ερημου ειναι λοιπον εξαναγκασμενος σε αντισταση και πολεμο με διπλη εννοια. Και παλι και αυτος μπορει να ζει μονον ως ιστορικο ον. Το πεδιο, στο οποιο αναπτυσσονται οι πολεμικες του ιδιοτητες, ειναι επομενως η ιστορια, και αυτες οι ιδιοτητες παλι σημαδευονται απο ιστορια.

Ο αγωνας εναντια στη φυση εκφραζεται και σε ολα τα πολιτιστικα εγχειρηματα, διοτι και μεσω αυτων ο ανθρωπος αντιπαρατιθεται στη φυση. Η σκεψη μιας καλοπροαιρετης φυσης που τον αγκαλιαζει, δεν μπορει καν να του περασει απο τον νου, κι ακομα λιγοτερο θα μπορουσε να του κολλησει να θελει να κανει τη φυση υποτελη του. Πολυ περισσοτερο τον ενδιαφερει να αντιταξει στη φυση τον εαυτο του και την δραση του με ολη του τη δυναμη.

Στην ερημο ηδη απο παντα καθε τι "ανθρωπινο" στεκει απεναντι στη φυση, ειναι ολοτελα διαφορετικο απ' αυτην. Κατι λιγοστα φωτα στον μακρινο νυχτερινο οριζοντα, περα στον οποιο κατα τα αλλα απλωνεται μονο μαυρη, αποκρουστικα νεκρη γη, ζωντανευουν εντονα τον κοσμο του ανθρωπου και θυμιζουν παλι ζωη, ζεστη και εγγυτητα. Αφηνουν μια ασυγκριτα εντονωτερη εντυπωση απο τα φωτα καπου ενος νησιου που διακρινει ο ναυτικος στον οριζοντα της θαλασσας. Μονο ο κατοικος της ερημου μπορει βεβαια να καταλαβει τη διεγερση χαρας που αισθανεται ενας ταξιδιωτης οταν, οπως περιγραφεται στην αρχαιοτητα, στο τελος ενος μακρινου και κοπιαστικου ταξιδιου απο την Ιουδαια στην Ηλιοπολη, οπου μενει μια μερα μονο μεχρι τη βαση του, διακρινει τα φωτα της πρωτευουσας.

Οταν λοιπον αυτο που ανηκει στον ανθρωπο τον εντυπωσιαζει τοσο πολυ, "γιατι του ανηκει", τοτε ειναι ολοτελα κατανοητο οτι στην ερημο ασκει ιδιαιτερη ελξη οχι αυτο που βρισκεται στη φυση, αλλα αυτο που εχει φτιαχτει απο τον ανθρωπο. Αυτη η εντυπωση επιβαλλεται στον ταξιδιωτη που αντικριζει π.χ. μια αραβικη πολη. Τον ταξιδιωτη που φτανει στο λιμανι του Aden, η πολη, που εκτεινεται στα πεδινα αριστερα του λιμανιου, τον εκπλησσει τοσο οσο και τα αποτομα ορη που ορθωνονται ζοφερα. Η χαμηλη πεδιαδα δειχνει σαν ενα αδυναμο καφετι περιγραμμα στον οριζοντα της θαλασσας, [45] τοσο αδυναμο που σχεδον αδυνατεις να την παρεις για γη. Απο τη θαλασσα διαφερει απλα απ' το χρωμα της. Καταμεσις σ' αυτην την καφε λωριδα αναλαμπει στον ηλιο μια σειρα απο μικρα, τετραγωνα σπιτια που μοιαζουν με μια μαζωξη γλαρων που κολυμπανε στα κυματα. Παρα τη μεγαλη αποσταση, οι λευκοι τοιχοι και η γωνιωδης μορφη αυτων των σπιτιων προκαλει βαθια εντυπωση διοτι εδω ειναι κατι φτιαγμενο απο ανθρωπινο χερι, κατι "ανθρωπινο" στην απεραντοσυνη της νεκρης φυσης. Νομιζεις πως ονειρευεσαι, τοσο ζωντανα και καθαρα ξεχωριζει η πολη η χτισμενη απο ανθρωπους απεναντι στη φυση του περιβαλλοντος.

Πως προκυπτει αυτη η οξεια αντιθεση; Εξηγειται μονο απο τη μορφη και το χρωμα αυτης της πολης, που κατα τα αλλα δεν απαντωνται πουθενα στο φυσικο περιβαλλον της. Τα αποκρημνα ορη εχουν μια ολοτελα φυσικη μορφη στην οποια δεν αναγνωριζεις ουτε κανονα ουτε σκοπο. Βεβαια και η θαλασσα, η μια ξερα, παρουσιαζουν ευθειες, οριζοντιες γραμμες, αλλα ειναι μονοτονες και διχως συσχετιση μεταξυ τους. Αλλιως ειναι τα σπιτια των ανθρωπων: Ως τετραγωνα, η ορθογωνια, με την κλειστη, γεωμετρικη τους κανονικοτητα, διαχωριζονται σαφως απο την περιβαλλουσα φυση.

Εδω ειναι μια μορφη φτιαγμενη απο τον ανθρωπο, οχι μορφη παραληφθεισα απο τη φυση, την οποια ο ανθρωπος παραλλαξε αντιστοιχα με τις αναγκες του και ενοποιησε υπερβαινοντας τη φυσικη μορφη. Εδω στεκουμε εμπρος σε κατι που δημιουργηθηκε ολοτελα εναντια στη φυση. Το ιδιο ισχυει για το χρωμα των σπιτιων. Το χωμα εχει ενα βρωμικο καφε· τα ζωα – π.χ. η καμηλα – εχουν το ιδιο χρωμα με τη γη. Μονο αυτο που ειναι φτιαγμενο απο τον ανθρωπο ειναι καθαρο λευκο. Με την πολη του λοιπον ο ανθρωπος μετατρεπει την θεληση του για συγκρουση με τη φυση σε μορφη και χρωμα.

Η αντισταση του κατοικου της ερημου εναντιον της φυσης δειχνεται με τον σαφεστερο τροπο στην τεχνη του. Τα εντυπωσιακα λαμπρα σχεδια των υφασματων, τα σχεδον ονειρικα, αποστασιοποιημενα απο τη φυση και συναμα ρωμαλεα περιγραμματα των τζαμιων ειναι ευφραδεις μαρτυρες αυτης της στασης.

Απο εδω γινεται περισσοτερο κατανοητη και η μορφη των Πυραμιδων. Οι ανθρωποι της αρχαιας Αιγυπτου δεν ηταν μεν τυπικοι κατοικοι της ερημου, παντως η θεση των Πυραμιδων παραπεμπει σε μια στενη σχεση με την ερημο. Η ερημος – εκεινα τα ατελειωτα κυματα αμμου διχως μορφη και κανονα – απειλουσε συνεχως να διεισδυσει στην κοιλαδα του Νειλου και να την "πλημμυρισει". Το ποταμι, ο Νειλος, που κυριαρχει σ' ολοκληρη την κοιλαδα, παριστανει μια ομοια πελωρια, αργη κινηση κυματων. Ουτε η ροη του νερου ουτε τα χωραφια δεν δειχνουν καποια κανονικοτητα, η ταξη. Ειναι παντελως συμπτωματικα. Και καταμεσις σ' αυτην την συμπτωματικοτητα ορθωνονται οι κραταιες Πυραμιδες με το ολοκληρωμενο τους μετρο. Καθαρες στεκουν εναντια στο αμορφο και ακανονιστο της φυσης και ειναι ακριβως ενσαρκωσεις της ανθρωπινης δυναμης, εκεινης της δυναμης με την οποια οι αρχαιοι Αιγυπτιοι ορθωσαν το αναστημα τους εναντιον της φυσης. Η Πυραμιδα, ακριβως με την απλη, αφηρημενη μορφη της, εγινε συμβολο ανθρωπινης δυναμης. Ετσι επρεπε να εχει προπαντων ενα ορισμενο μεγεθος, για να μπορει να επιβληθει στην ερημο. Ενωπιον της χωρις περιγραμμα, ατελειωτα εκτεινομενης αμμοθαλασσας, το μεγεθος και η μορφη των Πυραμιδων καταδεικνυουν τη δυναμη του ανθρωπου. Κανενας ταφος, οσο μεγαλος κι αν ηταν, δεν θα μπορουσε, χωρις αυτην τη μορφη, να εκφρασει τοσο παρατεταμενα την αντισταση του ανθρωπου εναντια στην ερημο.

Στις Πυραμιδες υπαρχει κατι επιπλεον, που δεν μπορει να παραβλεφθει: ο χαρακτηρας του μυστηριακου. Κανεις θα μπορουσε μεν να ισχυριστει οτι παραειναι απλες, για να θεωρουνται εργα τεχνης, ομως αυτο δεν θα ηταν σωστο. Η μυστηριακη εντυπωση, που προκυπτει απο τη θεση τους, δεν ειναι λιγοτερο δυνατη απο αυτην αλλων μεγαλων εργων τεχνης. Ποτε δεν τις βλεπουμε ολοκληρες, παρα μονο μερη τους παντα. Ομως τα "μερη τα κρυμμενα απο το ματι", ασκουν μια ακατανικητη ελξη πανω μας. Συνηθως διολου δεν μαγευομαστε απο αυτο που δεν βλεπουμε. Στην Αφροδιτη της Μηλου π.χ. καθολου δεν εχουμε την εντυπωση οτι οι πλευρες που εχουν αποσυρθει απο τα ματια ειναι κρυμμενες για τον παρατηρητη. Ομως στην περιπτωση των Πυραμιδων – ισως ακριβως με την ελλειψη καλλιτεχνικης μορφης – το στοιχειο του "κρυφου" κανει ιδιαιτερα δυνατη εντυπωση.

Σ' αυτες τις δυο αποψεις αναγνωριζουμε οτι ο ανθρωπος της ερημου εκφραζεται στις Πυραμιδες μεσα απο μια εσωτερικη αναγκαιοτητα. Η απλοτητα της μορφης των Πυραμιδων θα μπορουσε να εξηγηθει και απο την μνημειακοτητα τους, ομως ηδη η επιθυμια να αντιπαραθεσει κανεις στην ερημο τετοια μνημειωδη οικοδομηματα ειναι χαρακτηριστικο για τον κατοικο της ερημου.

Το τι θα πει αντιμετωπιση της φυσης, δειχνεται με τον πιο εντυπωσιακο τροπο στον τροπο παραγωγης των κατοικων της ερημου, δηλ. στη νομαδικοτητα. Ο ανθρωπος δεν περιμενει απλα τις ευλογιες της φυσης, πολυ περισσοτερο επελαυνει εναντιον της για να της αποσπασει μια μικρη λεια. Σ' αυτον τον πολεμο με τη φυση ο ανθρωπος συμμαχει με αλλους· ομως συναμα αυτοι οι αλλοι γινονται και οι εχθροι του. Ο πολεμος με τη φυση ειναι συναμα ο πολεμος με τον ανθρωπο. Ειναι δυο οψεις ενος νομισματος.

[47] Η ζωη του κατοικου της ερημου ηταν παντα σημαδεμενη απο μαχητικοτητα, απο τις παμπαλαιες εποχες μεχρι την ισλαμικη. Οι διαφορετικες φυλες της Αραβικης Χερσονησου, που στο βιβλιο Γενεσις χαρακτηριζονται ως Shem (Σημιτες) (ακομα κι αν σ' αυτο το ονομα συμπεριλαμβανονται Αραβες, Εβραιοι, Φοινικες κλπ.) συγγενευουν στενα ως προς χαρακτηρα, νοοτροπια και γλωσσα. Ετσι "ολη η πνευματικη ιδιαιτεροτητα των Σημιτων, η νοοτροπια τους, η θρησκεια τους, οι πολιτειακοι τους θεσμοι εξηγουνται απο τους ορους διαβιωσης ενος λαου της ερημου" (E. Meyer, Geschichte des Altertums, 1/2, S. 388). Αυτη η ζωη ειναι σημαδεμενη απο αγωνα.

Ας δουμε καταρχην την κοινωνικη δομη. Η φυλη αποτελει τη χαρακτηριστικη κοινωνικη μοναδα. Ο θεσμος της φυλης διατηρηθηκε ως μορφη της κοινωνιας απο περιπου το 1000 π.Χ. μεχρι τους σημερινους Βεδουινους. Αυτος ο τροπος συμβιωσης δεν ειναι απλα "πρωτογονος" αλλα εκφυεται τροπον τινα απο την αραβικη γη. Η τυπικη συνοχη προκυπτει απο την ιδεα της συγγενειας αιματος, της καταγωγης απο τον κοινο προγονο. Ολοι οι ενηλικες, δηλ. αξιομαχοι αντρες δημιουργουν μια στενη κοινωνια υπο τις αυστηρες εντολες του ηθους, του εθιμου και του νομου. Ιδωμενο απο μεσα, αυτη η συμπτυξη εξυπηρετει την αμυνα. Οταν επαπειλει ενας κινδυνος, τοτε αυτο αφορα καθε μελος της οικογενειας και ειναι υποχρεωμενο να προστατευσει τους αλλους απο αυτον τον κινδυνο, η να εκδικηθει γι' αυτους. Αυτος ο δεσμος της αμοιβαιας υποχρεωσης διατηρει τα συμφεροντα της κοινωνιας, οπως και του καθενα. Βοσκοτοπια και πηγαδια π.χ., η βαση υπαρξης της φυλης, προστατευονται απο αλλες φυλες, κατ' αναγκη με αιματηρες μαχες.

Αυτος ο τροπος ζωης ειναι ακριβες ειδωλο του αγωνα εναντιον της φυσης και των ανθρωπων. Στην ερημο ο καθενας μεμονωμενα δεν μπορει να επιβιωσει, πρωτα η κοινωνια της φυλης τον καθιστα ικανο να ζησει. Εξ ου και πιστη στην κοινοτητα και υποταγη στη θεληση της ειναι απαραιτητες. Ο τροπος δρασης της κοινοτητας καθοριζει λοιπον τη μοιρα του καθε ενα. Ηττα της κοινοτητας σημαινει για τον καθεκαστο θανατο, γι' αυτο καθε μελος της κοινοτητας πρεπει να εξαντλησει τη δυναμη και το θαρρος του μεχρις εσχατων. Απαιτειται ακουραστη ενταση της θελησης, δηλ. συνεχης εγρηγορση για πολεμο, αν ο ανθρωπος στην ερημο θελει να μεινει ζωντανος. Δεν μπορει να επιτρεψει στον εαυτο του συναισθηματικη μαλθακοτητα. Ο χαρακτηρας του σημαδευεται απο δυο τινα: υπακοη και μαχητικο πνευμα. Αυτα τα στοιχεια ειναι καθοριστικα για τον ανθρωπο της ερημου και τον τροπο ζωης του, στον οποιο εκφραζεται σαφως η εξαρτηση του ανθρωπου απο το κοινο.

Αυτοι ειναι λοιπον οι οροι, κατω απο τους οποιους διαμορφωθηκε ο ιδιαιτερος, κοινωνικα-ιστορικα [48] καθορισμενος χαρακτηρας του κατοικου της ερημου. Σ' αυτο το πλαισιο η ερημος ακριβως δεν πρεπει να κατανοηθει μονο γεωγραφικα, αλλα ως κοινωνικη πραγματικοτητα. Ακομα κι αν ο ανθρωπος – με χωρικη εννοια – μπορει να αφησει την ερημο πισω του, και παλι δεν ξεφευγει απο αυτην ως κοινωνικη-ιστορικη πραγματικοτητα, εκτος αν γινει ενας απο κοινωνικη και απο ιστορικη αποψη αλλος. Ομως και σ' αυτην την περιπτωση δεν απαρνειται την καταγωγη του, αλλα την διατηρει μεσα του. Οταν καπου εγκατασταθει σε μια περιοχη πλουσια σε νερο και γινει μονιμος αγροτης, ο τροπος ζωης του αλλαζει. Ομως αυτος εχει εξελιχθει απο τον προηγουμενο· αυτος ο ιδιος δεν μεταβαλλεται σ' εναν αλλο ανθρωπο.

Κανεις μπορει να παρακολουθησει μια τετοια εξελιξη στην ιστορια του λαου του Ισραηλ. Σ' εναν λαο νομαδων οπως αυτον, η Γη Κανααν πρεπει να φανηκε σαν ο παραδεισος. Ετσι εκανε εναν μακρυ και σκληρο πολεμο για να την κερδισει για τον εαυτο του και, αφου εγκατασταθηκε εκει, εμαθε την τεχνη της καλλιεργειας των αγρων. Ο πληθυσμος, λυτρωμενος απο τις κακουχιες της ζωης στην ερημο, αυξηθηκε γρηγορα. Προεκυψαν νεες φυλες, συμμαχιες σταθεροποιηθηκαν και τελικα ιδρυθηκε ενα βασιλειο. Θεμελιο αυτης της κοινωνιας δεν ηταν πλεον η συσπειρωμενη μοναδα της φυλης. Μια καθαρη διαμορφωση της θρησκειας και της θρησκευτικης κειμενογραφιας ελαβε χωρα πρωτα αφοτου οι Ισραηλιτες εγκατασταθηκαν στην Κανααν. Ομως ακριβως σ' αυτες τις πολιτισμικες μαρτυριες αναδυονται οι ιδιοτητες του ανθρωπου της ερημου αλανθαστες. Προσπαθησαν την αλλοτινη οργανωση της φυλης να την μεταφερουν στην οργανωση ενος λαου. Η θεοτητα, η οποια πρωτογενως εκπροσωπουσε την ενοτητα της φυλης, εγινε συμβολο για την ενοτητα του λαου. Για τον λαο του Ισραηλ εμεινε χαρακτηριστικη η απολυτη υπακοη σ' αυτον τον θεο και το ανευ ορων ετοιμοπολεμο απεναντι σ' αλλους λαους και μαζι σ' αλλους θεους. Τα κλιματικα δεδομενα της Κανααν οφελησαν απο καθε αποψη την κοινωνικη και πολιτιστικη του εξελιξη, παντως σ' αυτην την εξελιξη επροκειτο για αυτην του αλλοτε κατοικου της ερημου και οχι αυτην του μολις εγκατασταθεντος αγροτικου ανθρωπου.

Ακομη ας μην ξεχναμε οτι οι ιδιοι οι Ισραηλιτες στη διασπορα τους διατηρησαν τα χαρακτηριστικα τους, τα σημαδεμενα απο την ερημο. Αυτη η διασπορα ξεκινησε ηδη μερικους αιωνες π.Χ. Ομως ακριβως οι στη διασπορα ευρισκομενοι Εβραιοι ηταν που εφεραν στην Ευρωπη μια σταθερη θρησκευτικη συσπειρωση. Πλεον μια μορφη οργανωσης που προερχεται απο την ερημο θελει, δυναμικοτερα απ' οσο ποτε στην ιστορια της ανθρωποτητας, να πραγματωθει, [49] υπερβαινοντας τα ορια των λαων, στο ονομα της θρησκειας. Ομως αυτοι που φερνουν στην Ευρωπη αυτη τη μορφη της θρησκευτικης κοινοτητας, οι Εβραιοι, αποκλειονται απο αυτην την κοινοτητα και ετσι διατηρουν τον ιδιαιτερο χαρακτηρα του λαου τους. Σ' αυτο τους εξαναγκαζει, αφενος η καταδιωξη εκ μερους των Ευρωπαιων, αφετερου αυτην την καταδιωξη την προκαλουν και οι ιδιοι. Ακομα και αν πλεον η ερημος ως κοινωνικη-ιστορικη πραγματικοτητα μετατιθεται καταμεσις στην ευφορη ευρωπαϊκη χωρα των λιβαδιων, και συμμετεχει στις μεμονωμενες φασεις της ευρωπαϊκης ιστοριας οπως φεουδαλισμο, αστικη εξελιξη κλπ., απο μια εσωτερικη αναγκαιοτητα διατηρει την ιδιομορφια της. Ετσι ο υπακουος-μαχητικος χαρακτηρας του ανθρωπου της ερημου, που γοητευει τον Ευρωπαιο εξαρχης, ασκει μια δυνατη ελξη ακομα και στον ανθρωπο του παροντος.

Παντως αυτο δεν συμβαινει μονον οταν η ερημος εκτεινεται περαν των δικων της οριων. Οταν οι Ισραηλιτες εγκατασταθηκαν και αρχισαν να διαγουν μια αγροτικη ζωη, υπηρχαν μεταξυ τους και καποιοι που αυτο το θεωρουσαν περιφρονητικο και εβλεπαν σ' αυτο μια υποβαθμιση – καθως ηταν περηφανοι για το οτι μπορουσαν να διασχιζουν τη χωρα ελευθεροι και αδεσμευτοι σαν τα αρπακτικα ζωα. Η αποτολμη ελευθερια μετρουσε γι' αυτους περισσοτερο απο εκεινη την ανετη ζωη. Στα ματια τους η φτηνεια του βολεμενου που "χωνεται πισω απο τοιχους και υπηρετει τον μικρο του κυριο" ηταν απλα αξια περιφρονησης. Αυτη η νοοτροπια πρεπει να ηταν ακομη εκσεσημασμενη στο πρωιμο Ισλαμ: Ο εμψυχωμενος απο μια δυνατη θεληση, υπακουος-μαχητικος ανθρωπος της ερημου επεδραμε στις αγροτικα εξελιγμενες χωρες και τις υπεταξε. Μ' αυτον τον τροπο το Ισλαμ κατεκτησε τον κοσμο.

Το πως ο ανθρωπος της ερημου κατεκτησε τον κοσμο, γινεται σαφες οταν κανεις παρατηρει τις σημερα ακομη ζωντανες θρησκειες. Με εξαιρεση την ινδικη, ολες τους – Χριστιανισμος, Ιουδαϊσμος, Ισλαμ – ειναι προϊον της ερημου. Το Ισλαμ με την ανθεκτικη του ζωντανια ειναι σημερα ισως η δυνατοτερη απο αυτες τις θρησκειες. Παντως ιστορικα ιδωμενο δεν μπορει κανεις παρα να απορει για το οτι η ιστορια της μικρης φυλης Ισραηλ – ακομα και στην ακμη του κατειχε μια περιοχη που εκτεινονταν καπου σε 200 χλμ. μηκος και 120 χλμ. πλατος – για πανω απο 2000 χρονια θεωρουνταν απο την Ευρωπη ως η κατεξοχην ιστορια της ανθρωποτητας. Ετσι ο ανθρωπος της ερημου εγινε ο δασκαλος αλλων, διοτι χαρη στον ιδιαιτερο χαρακτηρα του κατειχε μια βαθυτερη ενοραση στην ουσια του ανθρωπου.

Η ανθρωποτητα του οφειλει τον προσωπικο θεο ως την ιδεατη διαμορφωση των ενορασεων του, κατι που συγκρινεται μονο με αυτην της Ινδιας, η οποια εμπειραται τον θεο ως το απολυτο μη-προσωπικο.

[50] Αυτος ο προσωπικος θεος ηταν καταρχην απλα ο θεος της φυλης. Στην αρχη υπηρχε η πιστη οτι στην κοινοτητα της φυλης ζει μια θεϊκη δυναμη η οποια καθιστα καν δυνατη την υπαρξη και την ανθιση της φυλης. Επομενως υπηρχαν τοσοι θεοι, η ονοματα θεων, οσες και φυλες. Ο Ιεχωβας ηταν καταρχην μονον ενας μεταξυ πολλων. Αυτοι οι θεοι ζουσαν και ετρωγαν με τον ανθρωπο, πολεμουσαν στο πλευρο του και ειχαν μεριδιο στη λεια του κυνηγιου η των πολεμων του. Σε μεγαλες γιορτες θυσιαζαν στον θεο ζωα, το κρεας των οποιων κατοπιν καταβροχθιζονταν απο την κοινοτητα της φυλης. Αυτο το κοινο θυσιαστηριο γευμα ηταν σημαντικο για τη διατηρηση και την ανανεωση της ειρηνικης συμβιωσης της κοινοτητας της φυλης. Σ' αυτο το τελετουργικο δεν ενυπαρχει μεν ακομα καποια ειδικη συνειδηση της σχεσης μεταξυ ατομου και κοινοτητας, ομως με το κοινο θυσιαστηριο γευμα δημιουργειται η πιστη μιας συγγενειας αιματος μεταξυ θεου και ανθρωπου και μαζι, μεσα απο την αισθηση της συνοχης, η συνειδηση μιας ενοτητας. Ηδη απο πολυ νωρις η ηθικη συμπεριφορα εννοειται ως εκτελεση της θεϊκης εντολης. Ο θεος υποσχεται στην κοινοτητα "ευφορη γη και πολλους απογονους", υποσχεται "να κατατροπωσει τους εχθρους και να εξαλειψει τις αρρωστιες", που θα πει οτι τους ταζει ευμαρεια και απελευθερωση απο εγνοιες. Παντως ως ανταποδωση απαιτει, οι ανθρωποι να προσεχουν τις εντολες του για την υγιεινη και την ηθικη. Με αλλα λογια: Η ζωη στην ερημο γινεται δυνατη πρωτα δια του οτι η φυλη αποκτα συνειδηση της ενοτητας της, και παλι αυτη η συνειδηση τρεφεται απο την αναγνωριση της θεϊκης εντολης. Για τον ανθρωπο της ερημου λοιπον συνιστα κατι που αποτρεπει τις καταστασεις αναγκης. Η θεοτητα της φυλης γινεται αναγκαιοτητα.

Για καθε πρωτογονη θρησκεια, οχι μονο για τη θρησκεια της ερημου, ισχυει οτι η ενοτητα της φυλης γινεται εμπειρατη ως θεοτητα και διαμεσου μιας θεοτητας. Βεβαια την φυλη δεν μπορει κανεις να την ονομασει απλα πρωτογονη· ειναι τροπος ζωης, ιδιαιτερα σημαντικος στην ερημο. Η πιστη στον θεο της φυλης σημαδευεται απο τις αναγκαιοτητες της ζωης στην ερημο. Οι ιδιαιτερες συνθηκες στην ερημο οδηγησαν στο οτι η θεοτητα της φυλης απεκτησε προσωπικα στοιχεια. Αυτος ο θεος ειναι η συνειδητοποιηση της ενοτητας των μελων μιας φυλης στον αγωνα τους εναντια στη φυση. Εδω δεν βρισκεται πουθενα μια θεοποιηση της φυσης, πολυ περισσοτερο η φυση υποτασσεται στον θεο. Τελειως αλλιως ειναι οι θεοι της Ελλαδας: Ειναι η θεοποιηση της εξωτερικης φυσης (Ζευς, Ποσειδων), η της εσωτερικης φυσης (Αφροδιτη, Απολλων). Θεοτητες που εκπροσωπουν την ενοτητα της φυλης, ηδη στην εποχη της δημιουργιας των μυθων ειχαν καταπεσει σε "Ηρωες". [51] Και οι θεοτητες των μυστικων θρησκειων, οπως ο Μιθρας, η ο Οσιρις, ηταν θεοποιησεις φυσικων δυναμεων και οχι εκφραση ανθρωπινου ομαδικου πνευματος. Οι περιοχες οπου τιμωνται τετοιες θεοτητες, ειναι λιγοτερο η περισσοτερο ευλογημενες απο τη φυση. Ομως στην ερημο φυση δεν σημαινει ζωη, αλλα θανατο· ζωη υπαρχει μονο απο την πλευρα του ανθρωπου. Επομενως εδω η θεοτητα πρεπει να φερει προσωπικα χαρακτηριστικα.

Ομως πως μπορεσε απο τον Ιεχωβα, θεο μιας φυλης, να γινει ο μοναδικος, προσωπικος θεος; Η παραδοση μιλαει για τα εργα του Μωυση: Ο Ιεχωβας δρα διαμεσου του Μωυση, κι ετσι κανει το Ισραηλ ηγετη ολων των φυλων. Αν παντως, οπως ισχυριζεται ενας λογιος, "Ισραηλ" δεν ηταν το ονομα μιας φυλης αλλα μιας συμμαχιας φυλων, που θα πει, αν "Ισραηλ" ονομαζε μια στρατιωτικη και θρησκευτικη συμμαχια, προστατης θεος της οποιας ηταν ο Ιεχωβας (M. Weber, Religionssoziologie III, S. 90ff.), τοτε, οταν δημιουργηθηκε αυτη η παραδοση, ο Ιεχωβας ειχε ηδη ενωσει τις φυλες. Αυτο δεν ειναι μεμονωμενη περιπτωση. Η προσωπικη θεοτητα, η οποια κατακτα τη συνειδηση των ανθρωπων πιο δυνατα, ενσωματωσε συγγενικους θεους αλλων φυλων. Ετσι ο θεος μιας φυλης, ο Ιεχωβας, εγινε θεος ολων των φυλων της ερημου. Στις εμπειριες απο δυστυχιες και συμφορες που επληξαν τον λαο, και με την φλογερη πιστη των προφητων, αυτος ο θεος πηρε ολο και σαφεστερη μορφη. Σαν τετοιος, μεσα απο εναν ελληνα μεσολαβητη, μεταφερθηκε πολυ περαν της ερημου εξω στον κοσμο του ανθρωπου της μη ερημου, και ετσι ο θεος Ιεχωβας εγινε θεος του ανθρωπου καθαυτου. Οπου δεν ειχε πια σημασια σε ποιες συνθηκες ζουσαν οι ανθρωποι που λατρευαν αυτον τον θεο, και οτι ο Ιεχωβας ηταν θεος της ερημου. Η Ευρωπη σταματησε να θετει τετοια ερωτηματα και πιστεψε πως βρηκε επιτελους τον θεο που αναζητουσε. Παντως μεσα απο τον Ιησου Χριστο εννοησε πλεον αυτον τον θεο ως θεο της αγαπης. Ομως ο θεος ως "προσωπο" μπορουσε να συναντησει μονο τον ανθρωπο της ερημου.

Ηταν ο Μωαμεθ που εδειξε με τον πιο εντυπωσιακο τροπο, ποσο πολυ αυτος ο προσωπικος θεος ανηκει στην ερημο. Καθως πηρε θεση εναντια στη λατρεια ειδωλων, που κυριαρχουσε στην τοτε Αραβια, αγωνιστηκε για μια επιστροφη στην πιστη στον "θεο του Αβρααμ". Ομως η επανασταση που κηρυξε δεν στοχευε στις φυλες της εποχης του (Goldzieher, Die Religion des Islams, Kultur der Gegenwart I, III, 1), διοτι ο κατοικος της ερημου μπορουσε να αντιμετωπισει την απειλη της φυσης μονο μεσα στην κοινοτητα αλληλεγγυης της φυλης. "Υπακοη" στη φυλη ως συνολο ηταν οπως παντα βασικη για τη ζωη στην ερημο. Ο Μωαμεθ επετυχε [51] να κανει αυτον τον προσωπικο θεο παλι ενωτικο συμβολο για την κοινοτητα της φυλης, διοτι υπακοη στη φυλη, ελεγε, ειναι ισλαμ (υπακοη) στον θεο. Πετυχε, οπως αλλοτε ο Μωυσης, να δεσμευσει τη φυλη του στην υπακοη στον θεο, και με εφοδιο αυτην τη δυναμη ξεκινησε τον πολεμο εναντιον αλλων φυλων. Ηταν ενας θρησκευτικος πολεμος καταδιωξης, τον οποιο διεξηγαγε οχι βεβαια ως μεμονωμενος, αλλα στη μορφη παραδοσιακων αψιμαχιων μεταξυ φυλων. Νικησε, και με την κατακτηση αλλων φυλων δια του ισλαμ στον θεο επετυχε την ενωση του αραβικου λαου. Οπου κατοπιν οι υπακοοι-μαχητικοι Αραβες ταχιστα ξεπερασαν τα ορια της ερημου και υπεταξαν το μεγαλυτερο μερος του τοτε πολιτισμενου κοσμου. Ετσι μπορουμε να πουμε οτι στο Ισλαμ ο "θεος του Αβρααμ" πηρε σαφη μορφη με τα δυο χαρακτηριστικα που ειναι τυπικα για την ερημο – υπακοη και πολεμικο πνευμα.

Προηγουμενως επεχειρησα να καταδειξω την ουσιακη δομη του ανθρωπου της ερημου. Το πλεον εκσεσημασμενο χαρακτηριστικο της ερημου ειναι η ξηρασια. Αυτη αφενος οδηγει σε μια ανταγωνιστικη σχεση ανθρωπου και κοσμου, αφετερου απαιτει την απολυτη υποταγη του καθεκαστου στην κοινοτητα της φυλης. Αυτα τα χαρακτηριστικα γινονται ακομη σαφεστερα σε μια συγκριση με τον τυπο ανθρωπου της αρχαιας Αιγυπτου.

Το αιγυπτιακο κλιμα εχει εναν ιδιομορφο διπλο χαρακτηρα. Ειναι ξηρο και υγρο. Βροχη πεφτει σπανια. Η βροχοπτωση στο Καϊρο πρεπει να ειναι το ενα εβδομηκοστο απο αυτην της Ιαπωνιας. Επομενως ο αερας ειναι ιδιαιτερα ξηρος. Ετσι ειναι και φυσικο το οτι η στενη, περιβαλλομενη απο ερημο κοιλαδα του Νειλου – η περιοχη της εκβολης δεν ειναι πλατυτερη απο 30 χλμ., το πλατυτερο σημειο στις πηγες καπου 8 χλμ. – ειναι υποταγμενη στο σχημα ξηρασιας της ερημου. Και παλι η κοιλαδα εφοδιαζεται πλουσιοπαροχα με υγρασια απο τον ποταμο που ερχεται απο την κεντρικη Αφρικη. Στα χωραφια εχει πολλα ειδη δημητριακων και λαχανικων, αναμεσα τους φυτρωνουν πλουσια τροπικα δεντρα. Σ' αυτην την ευφορη κοιλαδα το πρασινο μοιαζει μ' αυτο στην Απω Ανατολη και στη Νοτια Θαλασσα. Δεν ηταν υπερβολη που στην Αρχαιοττα αυτη η χωρα υμνηθηκε ως η πιο ευφορη του κοσμου.

Στο αιγυπτιακο κλιμα κανεις μπορει να μιλησει για "υγρασια διχως βροχη", για "ξερη υγρασια". Απο αυτο προκυπτει οτι ο χαρακτηρας του αρχαιου αιγυπτιακου ανθρωπου σημαδευτηκε αφενος απο την αντισταση εναντια στην ερημο, ομως αφετερου απο την προτιμηση στο ποταμι. Στην αντισταση τους εναντια στην ερημο, αυτοι οι ανθρωποι ανταποκρινονταν βεβαια στον τυπο του κατοικου της ερημου· ομως ως προς την αφοσιωση τους στη φυση διεφεραν απ' αυτον ολοτελα. Ο Νειλος [53] για τους Αιγυπτιους παιρνει τη θεση την οποια εχει για τον ανθρωπο της ερημου η ενοτητα της φυλης. Ακομα και στις μερες μας, οπου στις πηγες του ποταμου ρυθμιζουν την ποσοτητα του νερου με τεχνητα φραγματα, ηδη μια πτωση της επιφανειας του νερου κατα 1½ μ. εχει καταστροφικες συνεπειες για την περιοχη του Δελτα. Ο ανθρωποι της αρχαιας Αιγυπτου, οι οποιοι ακομη δεν επενεβαιναν ρυθμιστικα στη ροη του ποταμου, ηταν εκτεθειμενοι στον Νειλο σε ακομη μεγαλυτερο βαθμο. Ο αρχαιος αιγυπτιακος πολιτισμος αναπτυχθηκε στη βαση αυτης της εκθεσης, δηλαδη ενεκειτο σε μια παθητικη-στοχαστικη σταση απεναντι στη φυση. Ετσι ο Αιγυπτιος προς τα εξω δειχνεται μαχητικος και θεληματικος, ομως στην καθημερινη του αισθηση ειναι μαλλον στοχαστικος και συναισθηματικος. Εδω συναντουμε μια πνευματικη εξελιξη και μια εκλεπτυνση της αισθητικης αντιληψης οπως δεν βρισκεται πουθενα στην ερημο. Μια πιστη στην αθανασια που φερεται απο εναν τρυφερο πλουτο συναισθηματων, ο αγαπητικος ποθος για την αιωνια ζωη κινουσε αυτους τους ανθρωπους, κατι που φανηκε προπαντων στην νηφαλια ασκηση της τεχνης του βαλσαμωματος. Στην τρυφερη παρασταση του πριγκηπα Ρεχοτεπ και της συζυγου του Νεφερτιτης π.χ. βλεπουμε πως η τρυφερη επιθυμια για αιωνια αγαπη και η ακριβης, ζωντανη συλληψη της ανθρωπινης μορφης και των χαρακτηριστικων της ιδιοτητων πηγαινουν χερι-χερι. Αυτη η συντηξη τρυφερης αισθαντικοτητας και νοημονος ενορασης στην πραγματικοτητα, που διακρινει τον ανθρωπο της αρχαιας Αιγυπτου, μπορει βεβαια να εννοηθει σωστα πρωτα μεσα απο την εσωτερικη του κλιση προς τον ποταμο και τις ευλογιες του που παρεχει. Ακριβως αυτα τα στοιχεια λειπουν στον ανθρωπο της ερημου.

[...]

εν παροδω / ΤΡΕΧΟΝΤΑ / Παθη σκιων και φωτος



Ομιλια στο Owl Art Space, Θέσπιδος 10, Ακρόπολη. 
Τεταρτη 21.01.2014, Ωρα 21.00-23.00


Η ομιλια θα επαναληφθει στη Θεσσαλονικη, στο πλαισιο του project Art Introjection. Στον κοινο τοπο τεχνης και ψυχαναλυσης. (Ψυχολογια - Τεχνη, Π. Μελά 38, 3ος όροφος)
Τεταρτη 18.02.2014, Ωρα 17.30-19.30



Περιληψη
Η ομιλια θα πραγματοποιησει μια ελευθερη περιπλανηση γυρω απο την εμπειρια φωτος και σκιων και της σχεσης τους. Θα συζητηθουν μεταξυ αλλων:
* Προπλατωνικοι χρονοι. "Οραν φαος ηελιοιο" και σκιες των νεκρων. Ερις (Ηρακλειτος). Ναοι και αγαλματα.
* Η πλατωνικη αλληγορια του σπηλαιου. Θεατρο σκιων. Αφηγηση και γνωση, η ιεραρχηση τους. Φως και αληθεια.




εν παροδω / ΤΡΕΧΟΝΤΑ / Σεμιναριο: Τεχνη και Ψυχαναλυση. Παθη σκιων και φωτος



Κυκλος 4 σεμιναριων επανω στο θεμα Παθη σκιων και φωτος

Owl Art Space, Θέσπιδος 10, Ακρόπολη
Ωρα: 21.00-23.00
Εναρξη: Τεταρτη 18.03.2014 και συνεχεια καθε τριτη Τεταρτη του μηνα (15.04 / 20.05 / 17.06)



* Προπλατωνικοι χρονοι. "Οραν φαος ηελιοιο" και σκιες των νεκρων. Ερις (Ηρακλειτος). Ναοι και αγαλματα.
* Η πλατωνικη αλληγορια του σπηλαιου. Θεατρο σκιων. Αφηγηση και γνωση, η ιεραρχηση τους. Φως και αληθεια.
* Το φως σε ζωγραφους της Δυσης: Van Honthorst, Vermeer.
* Απω Ανατολη και φιλοτητα φωτος και σκιας. Αρχιτεκτονικη Ανατολης και Δυσης.
* Σημερινη εποχη. Λουκυ Λουκ. Διαφανεια: Facebook, πληροφορια, πορνογραφια.
* Εγκωμια της σκιας: Jun'ichirō Tanizaki, "Εγκωμιο της σκιας". Byung-Chul Han, "Απ-ουσια". Paul Celan. Adalbert von Chamisso, "Η αλλόκοτη ιστορία του Πέτερ Σλέμιλ".
* Η σκια ως τροπος παρουσιας του Αλλου: Ο αλλοτριος εαυτος. Ονειρα, παρελθοντα και μελλοντα, φαντασια και νοεροι διαλογοι, επιθυμιες και φοβοι. Ψυχαναλυση.



Πληροφοριες: Owl Art Space, 6972795493 και 6944132047

Η Google ενεργοποιησε την εμφανιση των Windows 8 για χρηστες των Windows 7. Το σχολιο του δημοσιογραφου:
Why would Google go to the trouble of enabling this feature for Windows 7 users? The bug for the feature enablement is hidden from public view, so the precise reasoning is unknown. My guess is that it’s partly a case of “because we can“.
Το "το κανω γιατι το μπορω" ειναι η δικαιωση, ο αποχρων λογος την υπαρξης αυτου που ειναι.

Το "Το κανω γιατι το μπορω" της Google, που βασικα εχει γινει κυριαρχο αξιωμα του κοσμου μας, ειναι η ταφοπλακα της καθε δυνατοτητας αναστοχασμου, της καθε ηθικης, του καθε μετρου. Ειναι το credo του ψυχοπαθητικου, που δεν ειναι πλεον μια ψυχοπαθολογικη μορφη μεταξυ αλλων, αλλα το προφιλ του σημερινου "επιτυχημενου".






Δεκαπενθημερο: Παρασκευη 18.00-20.00. Εναρξη 14.11.2014
Τοπος: "Ψυχολογια - Τεχνη", Παυλου Μελα 38, 3ου οροφος

Εισαγωγικα
Τα βασικά πράγματα της ζωής έχουν ένα κοινό στοιχείο: Όταν διψώ, κανένας άλλος δεν μπορεί να πιει νερό για μένα, όταν νυστάζω, κανένας άλλος δεν μπορεί να κοιμηθεί για μένα. Αλλά και το έργο τέχνης: γίνεται επάνω σε ένα "άσπρο χαρτί" που "μιλά με την φωνή σου, / την δική σου φωνή" (Σεφέρης) στο οποίο ο καλλιτέχνης καλείται να δώσει μορφή: να γράψει, να συνθέσει, να ζωγραφίσει. Όσο περισσότερο κανείς εξοικειώνεται σ' αυτήν την οπτική, τόσο περισσότερο η ζωή γίνεται τέχνη και η τέχνη ζωή.
Η επιστήμη, σε αντίθεση με την τέχνη και την ζωή, αναγνωρίζει μόνο προτάσεις που έχουν γενική ισχύ: Το πείραμα επαληθεύεται σε κάθε τόπο και σε κάθε χρόνο και από κάθε επιστήμονα. Η ασπιρίνη μετριάζει τον πονοκέφαλο στον οποιονδήποτε
Η ψυχανάλυση, ήδη από τον ιδρυτή της, ήγειρε, και εγείρει ακόμα, αξιώσεις επιστημονικότητας. Τούτο δεν συμφωνεί με την αξίωση της για μια ελεύθερη επικοινωνία που την χαρακτηρίζει η μοναδικότητα της κάθε συνάντησης, του κάθε ανθρώπου, της κάθε στιγμής - μια αξίωση που την απομακρύνει από την επιστήμη και την συγγενεύει με την ζωή και την τέχνη.
Υπάρχουν μεν εξαιρέσεις, όμως η κυρίαρχη στάση της ψυχανάλυσης απέναντι στην τέχνη είναι υπεροπτική: καθιστά το καλλιτεχνικό έργο αντικείμενο των ερμηνειών της. Στα σεμινάρια αντιθέτως θα γίνει απόπειρα μιας συνομιλίας με έργα τέχνης από την ζωγραφικη, τον κινηματογραφο, την λογοτεχνία και την μουσική. Συνομιλια η οποια, σε ευτυχεις περιπτωσεις, μπορει να γίνεται για τον ψυχαναλυτη μαθητεια και συγχρονως να αφηνει το εργο να προβαλλει σε μιαν αλλη καθαροτητα.

Βαση καθε σεμιναριου θα ειναι ενα κειμενο που θα διαβαζεται και θα συζητειται. Προετοιμασια δεν ειναι απαραιτητη. Το κειμενο θα αποστελλεται εκ των προτερων για να υπαρχει η δυνατοτητα αναγνωσης και εκτυπωσης του.


Τα θέματα των σεμιναρίων θα ειναι τα εξής:

1. 
Καταστροφη (Κείμενο με αφορμή το Melancholia του Lars von Trier)

2. 
Robert Rauschenberg (Μια συνέντευξη)

3. 
Λογοτεχνια και ψυχαναλυση (Εισαγωγική ομιλία σχετικά με Το αμάρτημα της μητρός μου του Γιώργου Βιζυηνού)

4. Table d' hôte (Από το Byung-Chul Han,
Ο Hegel και η δυναμη. Από την ομιλία Για τελευταία φορά ψυχολογία.)

5. Από την ομιλία
Κλίσεις και πτώσεις του έρωτα (Ομιλία για τον Franz Schubert, Χειμερινό ταξίδι)

Προσοχή στο κενό!

PDF

[Workshop με τον Μίλτο Θεοδοσίου, Second Interdisciplinary Congress on Psychiatry and Related Sciences, Αθήνα, Οκτώβριος 2014]

Αύγουστος, αεροδρόμιο Αθηνών. Η γυναίκα μου κι εγώ επιστρέφουμε μετά από μια εβδομάδα διακοπών. Αναμονή στον έλεγχο ταυτοτήτων πριν από την επιβίβαση. Ένας υπάλληλος έρχεται βιαστικά, είναι σε ένταση, μας ρωτά αν ξεχάσαμε μια μαύρη τσάντα. Εμείς, με απόλυτη σιγουριά, λέμε όχι, δεν ξεχάσαμε τίποτα. Περνάμε τον έλεγχο και περιμένουμε στη φυσούνα για να μπούμε στο αεροπλάνο. Παίρνω από την γυναίκα μου τη βαλίτσα μου, που στο ενδιάμεσο κρατούσε αυτή, και η συνηθισμένη αίσθηση αυτής της στάσης, βαλίτσα στο δεξί, σακίδιο στον αριστερό ώμο, μου επιφυλάσσει μια έκπληξη: στον ώμο δεν υπάρχει τίποτα! "Το σακίδιο!", της λέω. Τελικά το είχα όντως αφήσει στο μηχάνημα έλεγχου αποσκευών και δεν το είχα πάρει πίσω ποτέ, και στον υπάλληλο που ήρθε και μας ρώτησε, εμείς πέρα βρέχει...

Στον ώμο μου, ένα κενό. Η αναστάτωση, η απορία: Πως δεν το πήρα είδηση; Που ήμουν;

Τέτοια κενά, τέτοια ρήγματα υπάρχουν πάμπολλα και πολυποίκιλα: Το άδηλο του μέλλοντος. Τα όνειρα τα αλλότρια προς τον ξύπνο. Μια κρίση πανικού, η εμφάνιση μιας φοβίας, το άνοιγμα μιας ψύχωσης. Μια παραδρομή της γλώσσας, και όσα άλλα συνιστούν την "ψυχοπαθολογία της καθημερινής ζωής". Το όριο του θανάτου. Το ξέχασμα του σακιδίου μου. Το κενό μ' αυτήν την έννοια είναι το ψυχολογικό ομόλογο αυτού που ο Hegel αποκαλεί "το Αρνητικό" και η σύγχρονη φιλοσοφία "το Άλλο". Όμως εδώ δεν είναι η ώρα για μια διευκρίνιση και συζήτηση του τρόπου με τον οποίο ψυχολογια και φιλοσοφια θα μπορούσαν εδω να σχετίζονται.

Μιλάμε, στην οπτική που μας αφορά εδώ, για τα κενά ως το κατεξοχήν θέμα της ψυχανάλυσης. Και όχι καν θέμα. Μιλάμε για τα κενά ως αυτόν τούτο τον λόγο ύπαρξης της ψυχανάλυσης. O Sigmund Freud αναφέρεται συχνά σ' αυτό. Έτσι στο κείμενο του "Το ασυνείδητο" γράφει:

[Η υπόθεση του ασυνειδήτου] είναι αναγκαία διότι τα δεδομένα της συνείδησης έχουν σε μεγάλο βαθμό κενά· [...] όλες αυτές οι συνειδητές ενέργειες θα έμεναν ασύνδετες και ακατανόητες αν επιμέναμε στην αξίωση να πρέπει να γνωρίζουμε με την συνείδηση όσες ψυχικές ενέργειες συμβαίνουν μέσα μας. Τις εντάσσουμε σε μια καταδείξιμη συσχέτιση, όταν προβάλλουμε τις ασυνείδητες ενέργειες που αποκαλύφθηκαν. Όμως κέρδος σε νόημα και συσχέτιση είναι ένα ολότελα δικαιολογημένο κίνητρο το οποίο μπορεί να μας οδηγήσει πέραν της άμεσης εμπειρίας.

To σακίδιο μου. Η "άμεση εμπειρία" είναι το απρόσμενο κενό στον ώμο μου. "Ασύνδετο και ακατανόητο". Δεν ανήκει στις κινήσεις κάποιου που ετοιμάζεται να πάρει το αεροπλάνο. Η έκπληξη και η αναστάτωση μου θα μπορούσαν να εκφραστούν κάπου με την φράση "Δεν το πιστεύω! Δεν αναγνωρίζω τον εαυτό μου! Εγώ το έκανα αυτό;"

Ο Freud αποκαθιστά την σύνδεση με ένα πραξικόπημα. Γεφυρώνει το κενό εισάγοντας "πέραν της άμεσης εμπειρίας" μια διαδικασία ασυνείδητη. Θα μπορούσε π.χ. να μου πει: "Ασυνείδητα δεν ήθελες να πετάξεις, δεν ήθελες να τελειώσουν οι διακοπές σου, ήθελες να μείνεις πίσω και, καθώς αυτό δεν το επέτρεπες στον εαυτό σου, άφησες αντί για σένα το σακίδιο." Για να μην βάλω στο παιχνίδι και την εικόνα του σακιδίου καθώς περνά μέσα από το μηχάνημα έλεγχου, και τις για το φροϋδικό μάτι πασιφανείς σεξουαλικές του παραπομπές ... baggage-screening.jpg

Τι επιτυγχάνει η εισαγωγή του ασυνειδήτου; Αποκαθιστά την συνέχεια μου, που στο "Εγώ το έκανα αυτό;" ράγισε. Εγώ είμαι και πάλι εγώ - εμπλουτισμένος κατά μια ασυνείδητη διάσταση.

Όμως τώρα βλέπουμε και κάτι άλλο: Η ανησυχία μου, η αναστάτωση μου δεν αφορούσε το κενό του ξεχάσματος ως ξεχάσματος. Αφορούσε το "Δεν αναγνωρίζω τον εαυτό μου! Εγώ το έκανα αυτό;". Αφορούσε το κενό που άνοιξε ένα ρήγμα στην συνοχή της ιδίας της ταυτότητας μου.

Ο Freud θα μου έλεγε: Όταν συμπεριλάβεις στον λογαριασμό τα ασυνείδητα κίνητρα, θα σε αναγνωρίσεις και πάλι. Βέβαια το τίμημα είναι ένα, όπως γράφει αλλού, "ναρκισσιστικό τραύμα": αναγκάζομαι να δεχτώ ότι δεν έχω πλήρη συνείδηση και έλεγχο του εαυτού μου. Όμως μπορώ πάλι να υπολογίζω σε μια "νοηματική συσχέτιση", τώρα όλα πάλι συνδέονται μεταξύ τους, το ρήγμα αποκαταστάθηκε, έχω και πάλι μια ταυτότητα αρραγή. Όλα ταιριάζουν.

Um des Reimes willen....jpgΗ Klaudia Schifferle, Ελβετή καλλίτεχνις, εξέδωσε την δεκαετία του '70 μια συλλογή με τίτλο: Um des Reimes willen könnt ich einen killen. ("Για χάρη της ρίμας θα σκότωνα")

Ο Freud αποκαθιστά την ρίμα της ύπαρξης. Μήπως αφήνει πίσω του και κάποιο πτώμα; Επανέρχομαι στην "άμεση εμπειρία". Έλεγχος των αποσκευών και ταυτοτήτων. Πως θα με περιέγραφα; Άνθρωπο δίχως σακίδιο. Υπνοβάτη που περιφέρεται στους χώρους του αεροδρομίου. Έναν άλλο από αυτόν που περιμένει στη φυσούνα και αντιλαμβάνεται στον ώμο του ένα κενό. Αυτόν τον άλλο είναι που ο Freud, για χάρη της ρίμας, για χάρη του "παγκόσμιου ντετερμινισμού", όπως λέει, για να συνδέονται όλα με όλα, σκοτώνει.

Στον ώμο μου ένα κενό. Πότε ταράζομαι; Όταν έχω καθηλωθεί σε μια ταυτότητα τόπου και χρόνου, σε μια ταυτότητα του εαυτού μου, π.χ. "επιβάτης", και διαπιστώνω ότι δεν εξαντλούμαι σ' αυτήν. Όταν την υπερασπίζομαι με νύχια και με δόντια, π.χ. καταφεύγοντας στο πραξικόπημα του ασυνειδήτου, τον άνθρωπο δίχως σακίδιο τον προδίδω.

Αν αρχίζαμε να εξοικειωνόμαστε με την ιδέα ότι δεν οριζόμαστε, δεν εξαντλούμαστε σε μια ταυτότητα; Πριν από λίγο καιρό διάβασα στο Facebook το ποίημα μιας γυναίκας που μιλά για την εμπειρία της, της κατάθλιψης. Τελειώνει ως έξης:

Κατάθλιψη κάποιες φορές σημαίνει

Ν' αγνοείς το κάθε τηλέφωνο για έναν ολόκληρο μήνα

Γιατί, ναι, έχουνε τον σωστό αριθμό

Μα συ δεν είσαι το πρόσωπο που ζητιάνε, όχι πια.

Αν προσέξουμε θα δούμε ότι, τουλάχιστον σε καταστάσεις όπου δεν είμαστε αμέτοχοι, ή απλά λειτουργικοί, δεν είμαστε ποτέ οι ίδιοι. Όπως υποδηλώνουν και οι τελευταίοι στίχοι, η κατάθλιψη δεν θα ήταν πάθηση ενός ατόμου, αλλά μια μετάβαση σε ένα άλλο "άτομο", όπως λέει. Αλλά και στην αμφιθυμία, το ναι και το όχι λέγονται από διαφορετικούς εαυτούς, αντιτιθέμενους μεταξύ τους. Όταν π.χ. μια γυναίκα εκφράζει ένα ναι-και-οχι απέναντι στον άντρα της, μπορεί να την καλέσω να μου περιγράψει την γυναίκα που λέει ναι και την γυναίκα που λέει όχι. Πάντα περιγράφει δυο διαφορετικά πρόσωπα!

Kahlo1.jpgΘα το δείξω με μια αναφορά σε έναν πίνακα της Frida Kahlo.

Η μεξικάνα ζωγράφος, που είχε ένα τροχαίο ατύχημα στην ηλικία των 17, στην διάρκεια της ζωής της υποβλήθηκε σε πολλές επεμβάσεις. Η Χαρά Παπαθεοδώρου, ελληνίδα ζωγράφος, συζητά αυτόν τον πίνακα με τον τίτλο Δέντρο της ελπίδας, κράτα γερά σε μια ομιλία:

Ο πίνακας έγινε μετά από μια εγχείρηση στην Νέα Υόρκη. Η καλλίτεχνις φιλοτέχνησε αυτό το πορτραίτο για τον πάτρωνα της Eduardo Morillo Safa. Παραθέτω σημεία της επιστολής της σ' αυτόν:Tree of Hope, Keep Firm.jpg

"Σχεδόν τελείωσα τον πρώτο σου πίνακα, που βέβαια δεν είναι παρά το αποτέλεσμα της σιχαμένης εγχείρησης: Κάθομαι - στο χείλος της αβύσσου - κρατώντας στο ένα χέρι τον δερμάτινο κορσέ μου. Από πίσω είμαι ξαπλωμένη σ' ένα νοσοκομειακό φορείο - κοιτάζοντας πέρα στο τοπίο - με ένα μέρος της πλάτης μου ξέσκεπο, έτσι που μπορείς να δεις τις ουλές από τις τομές που μου κατάφεραν αυτά τα κοπρόσκυλα οι χειρούργοι" (Kahlo, p.68, Taschen).

Το γυμνό, κακοποιημένο άρρωστο σώμα στα αριστερά έρχεται σε αντίθεση με την δυνατή ορθή φιγούρα της Kahlo στα δεξιά, που κρατά ένα κόκκινο λάβαρο με το δημοφιλές τραγούδι "Δέντρο της ελπίδας, κράτα γερά, για να δώσει κουράγιο στον εαυτό της.

Το τοπίο από πίσω [...] χωρίζεται στα δυο. Το ακρωτηριασμένο σώμα είναι ορισμένο στον ήλιο, ο οποίος στην μυθολογία των Αζτέκων τρέφεται από αίμα ανθρώπινης θυσίας. Από την άλλη, η δυνατή, αισιόδοξη Frida έχει οριστεί στην σελήνη, το σύμβολο της θηλυκότητας, που εκπροσωπείται από τον θεό Tezcatlipoca, τον μαύρο, και αντίπαλο του λευκού θεού Huitzilopochtli, που είναι ο θεός του ήλιου.

Εφόσον αναγνωρίσουμε ότι ο εγκλωβισμός σε μια ταυτότητα είναι ένας βιασμός της πτητικής φύσης μας, εφόσον ανοίξουμε για μια ζωή και έναν θάνατο όπου το Εγώ δεν θα ήταν σαν μια κρατική επικράτεια καθαρή από μετανάστες, αν ανοίξουμε για μια τέτοια ζωή και για έναν τέτοιο θάνατο, τότε το ζητούμενο του Freud καθίσταται άσχετο. Τότε ο καταναγκασμός της συνέχειας, της συνειδητοποιημένης γνώσης του εαυτού και του κόσμου, μαζί με τα ενοχλητικά κενά, δεν θα ήταν θέμα, και δεν θα χρειάζονταν η κατασκευή ενός ασυνειδήτου, η επίκληση ενός εσωτερικού, ψυχικού κόσμου. Ούτε βέβαια και η ερμηνεία ως σύνδεση και "νοηματική συσχέτιση". Κάνεις μπορεί να ζει, και να ζει καλυτέρα δίχως εσωτερικό κόσμο. Δίχως ψυχή!

Όλα αυτά χρειάζονται διευκρίνιση.

Η ψυχή, στη έκφανση της των νεοτέρων χρονών, ήδη από την εποχή των άγγλων συνειρμιστών Locke και Hume, την psychologie nouvelle των Ribot και Charcot, και την φροϋδική της εκδοχή ως ψυχικό όργανο, μας οδηγεί σε μια περιοχή "πέραν της άμεσης εμπειρίας". Στην φιλοσοφία αυτή η περιοχή, η πέραν της εμπειρίας, καλείται "το υπερβατικό". Το πρώτο όνομα για το υπερβατικό είναι "θεός". Η ψυχολογία, καθόσον θεσπίζει μια νέα μορφή του υπερβατικού, είναι θεολογία. Δυο σχετικά χαρακτηριστικά της είναι:

1. Η ταυτότητα: μια υπερβατική εικόνα του εαυτού και των άλλων που καθίσταται κανονιστική και υπαγορεύει την πράξη. Δηλαδή, στην οπτική της συντήρησης, της απειλής, της εδραίωσης, της διασφάλισης της εμπρός σε απειλές, της οριοθέτησης της απέναντι σε άλλους,  τροφοδοτεί ένα "πρέπει", "θέλω", "φοβάμαι", "ελπίζω" κλπ. Γεννά την νοσταλγία, και την αξίωση, ενός αλλού, καλύτερου γονιού, συντρόφου, παιδιού, ζωής, κόσμου, που δεν θα έθετε υπό αμφισβήτηση αυτήν την υπερβατική εικόνα, αλλά θα της έρχονταν γάντι, θα έκανε τον κόσμο κατ' εικόνα και ομοίωση της.

2. Τα "σκέφτομαι", "νοιώθω", "φαντάζομαι", "επιθυμώ" γίνονται αντικείμενο ερμηνείας, η οποία αναπέμπει στον υπερβατικό χώρο του ασυνειδήτου και υποβάλλει την ιδέα ότι "πραγματικά" είμαι άλλο από αυτό που μαρτυρεί η "άμεση εμπειρία". Μου λέει π.χ. στην περίπτωση του σακιδίου μου ότι είμαι ένας αμετανόητος καλοπερασάκιας που θέλει να κάνει μια ζωή διακοπές, και συνάμα ένας κοινωνικά προσαρμοσμένος που δεν επιτρέπει στον εαυτό του τέτοιες αμυαλιές. Τι θα μου έλεγε στην περίπτωση των σεξουαλικών συμβολισμών που υπονοήθηκαν παραπάνω, δεν τολμώ καν να σκεφτώ.

Η ελκτική δύναμη του υπερβατικού μας απορροφά, μας αποσπά από τον τόπο μας, και ο νέος μας τόπος έχει την μορφή του δικαστηρίου. Ενσταλάζει μέσα μας την ενοχή: την οφειλή απέναντι σε μια αρχή ξένη προς το εγγενές της ζωής που σφετερίζεται την ζωή, υπεξαιρεί το κέντρο βάρους της και την καθίστα δορυφόρο του. Σ' αυτό το δικαστήριο δεν είμαστε μόνο εγκαλούμενοι αλλά και κατήγοροι, τόσο απέναντι στον εαυτό μας όσο και απέναντι στους άλλους, οι οποίοι επίσης μας οφείλουν. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο μια ερμηνεία που αποκαλύπτει, υποτίθεται, τις αληθινές προθέσεις, τόσο στην ψυχοθεραπεία από τον ειδικό όσο και στην καθημερινή ζωή από τον οποιονδήποτε, εξολισθαίνει λιγότερο η περισσότερο εμφατικά στην κατηγορία. Το υπερβατικό, εδώ στη μορφή του ψυχικού, της ψυχής, γίνεται, με την αποκάλυψη του μέσω της ερμηνείας, πηγή αμέτρητων ανόητων διλημμάτων, συγκρούσεων, μιζέριας και βασάνων.

Μίλησα πριν για τη νοσταλγία, και την αξίωση, ενός άλλου, καλύτερου γονιού, συντρόφου, παιδιού, ζωής, κόσμου. Έτσι η σχέση που έχω με την γυναίκα μου, πολλές φορές δεν είναι η σχέση που έχω με την "άμεση εμπειρία" της, αλλά με μια γυναίκα που την υπερβαίνει, και στην οποία θέλω η γυναίκα μου να μοιάσει. Μοιραία θα ακολουθούσουν η κριτική της, τα παράπονα και οι κατηγορίες, οι συγκρούσεις, οι πληγές που ο ένας θα προξενήσει στον άλλο. Το ίδιο συμβαίνει στις σχέσεις με τους γονείς, τα παιδιά, με άλλους ανθρώπους, με την ζωή και με τον κόσμο.

Πριν μερικά χρόνια έπεσα σε ένα "θέατρο μουσικής δωματίου" της κορεάτισας συνθέτη Younghi Pagh-Paan με τον τίτλο Mondschatten [Ίσκιοι του φεγγαριού]. Το λιμπρέτο βασίζεται στην τραγωδία του Σοφοκλή Οιδίπους επί Κολωνώ. Εκεί παρεμβάλλεται ένα ποίημα του φιλοσόφου Byung-Chul Han. Είναι η Αντιγόνη και απευθύνεται στον πατέρα της Οιδίποδα:

[Πατέρα!]

Δίκασε τους θεούς,

Σκότωσε τους.

Αδιάφοροι είναι για τους ανθρώπους,

Αυτοί οι θεοί μας κτυπάνε

πληγή στην πληγή.

Πληγιασμένη απ' τις πορείες

Πληγιασμένη από το κλάμα

Πληγιασμένη από τα όνειρα

Καταλαγιασμένη ειν' η ψυχή σου.

Ανάσανε μες από τις πληγές σου!

Άσε τις πληγές σου ν' ανθίσουν!

Η πληγιασμένη σου κεφαλή ακόμα

Δεν είναι πρόσωπο του κανένα,

Ήλιος και φεγγάρι,

Του φωτός και της σκιάς

Η φιλική αλλαγή

Δεν καθρεφτίζονται πάνω της.

Η ψυχή σου είναι

Πια μόνο φόρτος.

Μέχρι τον θάνατο

Θα την υποφέρεις.

Κόψε την, την ψυχή σου.

Ό,τι λέγεται για τους θεούς ισχύει, όπως αναφέρθηκε, και για μια μοντέρνα έκφανση της υπερβατικότητας, την ψυχολογικοποιημένη ψυχή, και τα βάσανα που φέρνει μαζί της.

Τώρα, προς το μέσον του ποιήματος, έρχεται μια τροπή: Ανάσανε μες από τις πληγές σου! / Άσε τις πληγές σου ν' ανθίσουν! Μοιάζει αντίλαλος μιας σημείωσης του λογοτέχνη Elias Canetti: Μια πληγή που γίνεται πνεύμονας και διαμέσου του ανασαίνεις. Και απόηχος μιας προτροπής του ποιητή Paul Celan: Πήγαινε στα ολόδικα σου στενά - και απελευθερώσου!.

Θα ήταν έκπτωση στο υπερβατικό να παραθέταμε έναν κανόνα, μια μέθοδο για το πώς κάτι τέτοιο συμβαίνει. Ας πούμε μόνο ότι συμβαίνει όπως η ορατότητα που αλλάζει "όταν ο αέρας γυρνά", όπως λέει ένας έλληνας τραγουδιστής: Πόλεις που είδες απ' την σκοπιά / Καραβιού καθώς ο αέρας γυρνά. Ή, όπως η απτή διαφάνεια που αποκτά η ατμόσφαιρα όταν περάσει η καθαρτική καταιγίδα. Μπορεί να συμβαίνει, έστω σαν υπόνοια, στην πορεία μιας ψυχανάλυσης.

Και πώς είναι όταν κανείς "δικάζει" και "σκοτώνει" τους θεούς, δηλαδή το υπερβατικό που εννοεί να ορίζει και να τραυματίζει την ζωή του; Το ακούμε στη συνέχεια του ποιήματος, ως αυτό που ο πατέρας της Αντιγόνης δεν είναι ακόμα:

Η πληγιασμένη σου κεφαλή ακόμα / Δεν είναι πρόσωπο του κανένα, / Ήλιος και φεγγάρι, / Του φωτός και της σκιάς / Η φιλική αλλαγή / Δεν καθρεφτίζονται πάνω της.

Στην κεφαλή αυτού που λύθηκε από την κατοχή του υπερβατικού καθρεφτίζεται η φιλική αλλαγή ήλιου και φεγγαριού, φωτός και σκιάς. Τι θα πει εδώ "φιλική αλλαγή"; Θα πει ότι ήλιος και φεγγάρι, φως και σκιά δεν είναι αντίθετα, δεν καταπολεμούν και δεν ακυρώνουν το ένα το άλλο, κανένα δεν επιμένει στην παρουσία του όταν ο χρόνος του έχει τελειώσει, κανένα δεν αναβάλλει την εμφάνιση του όταν είναι η ώρα του. Όταν όλα αυτά καθρεφτίζονται σε μια κεφαλή, τότε αυτή δεν παρεμβαίνει αυτόβουλα στη ροη των πραγμάτων, δεν αξιώνει να επιβάλει δικά της μέτρα, δεν αφήνει ίχνη, δηλαδή δεν καμαρώνει στις επετείους των γενεθλίων της και δεν πανικοβάλλεται εμπρός στον επερχόμενο θάνατο. Γίνεται πρόσωπο του κανένα.

Ξεχνώ το σακίδιο μου, ακολουθεί η όποια έκβαση και η ζωή συνεχίζεται. Δεν την υφαρπάζει καμιά αρχή του Αυτό, ή του Υπερεγώ που θα με εγκαλούσε εν ονόματι ασυνείδητων επιθυμιών και κοινωνικών επιταγών.

Το εγγενές της ζωής. Υπάρχει μια μακρά παράδοση που το μαρτυρεί.

- Για έναν σοφό της Άπω Ανατολής λέγεται; "Όταν πεινάσει τρώει και όταν νυστάξει κοιμάται." Κι ένας άλλος, στην ερώτηση του νεόφερτου μαθητή για τον σωστό δρόμο, τον ρωτάει αν έφαγε. Στην καταφατική του απάντηση συμπληρώνει, και ο μαθητής φωτίζεται: "Τότε πήγαινε να καθαρίσεις το πιάτο σου."

- Στον προσωκρατικό Παρμενίδη κάθε τι που δεν συμβαίνει στο πεδίο της άμεσης αλληλέχειας νου και όντων δηλώνεται ως η πηγή της πλάνης και της σύγχυσης.

- Ο μυστικός του 17ου αιώνα Angelus Silesius γράφει σε ένα δίστιχο: Το ρόδο είναι δίχως γιατί. Ανθεί διότι ανθεί. / Δεν προσέχει τον εαυτό του, δεν ερωτά μήπως κανείς το θωρεί. Ο γερμανός φιλόσοφος Martin Heidegger, σχολιάζοντας αυτά τα λόγια, λέει:

Βέβαια θα σκαφτόμασταν πολύ μυωπικά εάν νομίζαμε ότι το νόημα της ρήσης του Angelus Silesius εξαντλείται στο να ονομάζει απλώς την διαφορά των τρόπων κατά τους οποίους ρόδο και άνθρωπος είναι ό,τι είναι. Το άρρητο της ρήσης -και απ' αυτό εξαρτώνται τα πάντα- λέει μάλλον ότι ο άνθρωπος, στον πιο μύχιο βυθό της ουσίας του, είναι τότε μόνο αληθινός όταν με τον τρόπο του είναι όπως το ρόδο - δίχως γιατί.

- Ο αυστριακός φιλόσοφος Ludwig Wittgenstein γράφει σε μια σημείωση:

Είναι ουσιαστικό για την έρευνα μας το ότι μ'' αυτήν δεν θέλουμε να μάθουμε τίποτα καινούργιο. Θέλουμε να κατανοήσουμε κάτι που ήδη βρίσκεται ανοιχτό εμπρός στα μάτια μας. Γιατί φαίνεται πως αυτό είναι, που κατά έναν τρόπο δεν κατανοούμε.

Και αλλού:

Οι για μας σημαντικότερες απόψεις των πραγμάτων είναι κρυμμένες λόγω της απλότητας και της καθημερινότητας τους.

- Όμως και το έργο τέχνης, κάθε τέχνης, καθώς είναι βασικα έργο των χεριών, ειναι έργο τεχνίτη.

- Και όλα αυτά θα μπορούσαν να στεγάζονται κάτω από έναν τίτλο του Jean Baudrillard:  "Επιφανειακές άβυσσοι".

Η "άμεση εμπειρία" του Freud, αν αφήνονταν στην αμεσότητα της, θα απέληγε στους τόπους αυτής της παράδοσης.

Επανερχόμαστε στο ποίημα. Οι τελευταίοι στίχοι λένε:

Η ψυχή σου είναι / Πια μόνο φόρτος. / Μέχρι τον θάνατο / Θα την υποφέρεις. / Κόψε την, την ψυχή σου.

Τότε η ψυχαναλυση θα ήταν ψυχαναλυση, με το ψυχ- διαγραμμένο, με την ψυχή να οδεύει προς την διαγραφή της - μια πορεία ακριβώς προς την διαμονή στο εγγενές της ζωής, στην "άμεση εμπειρία" και τις "επιφανειακές αβύσσους" της.

DSC06950 Mind the Gap.JPG"Προσοχή στο κενό!". Το κενό ανάμεσα στο βαγόνι του μετρό και την αποβάθρα είναι δεδομένο της άμεσης εμπειρίας. Δεν συμβαίνει το ίδιο με τα κενά που ανησυχούν τον Freud. Ας θυμηθούμε τα λόγια του:

[Η υπόθεση του ασυνειδήτου] είναι αναγκαία διότι τα δεδομένα της συνείδησης έχουν σε μεγάλο βαθμό κενά· [...] όλες αυτές οι συνειδητές ενέργειες θα έμεναν ασύνδετες και ακατανόητες [...]

Τα κενά λοιπόν δεν είναι όπως αυτά στους σταθμούς του μετρό. Εμφανίζονται εκεί όπου κανείς προσλαμβάνει τα πράγματα στον καμβά της σύνδεσης και της κατανόησης. Όπου μάλιστα το "και" μεταξύ σύνδεσης και κατανόησης δεν είναι αθροιστικό, αλλά επεξηγηματικό: κατανοώ θα πει συνδέω. Μόνο όταν σύνδεση και κατανόηση συνιστούν δομικό στοιχείο της ύπαρξης μου, η απουσία του σακιδίου από τον ώμο μου θα εκληφθεί ως κενό. Κενό υπαρξιακό, και ως εκ τούτου απειλητικό, έτοιμο να καταβροχθίσει την ύπαρξη στην άβυσσο του.

Μορφές της απουσίας, π.χ. τα όνειρα που ανακαλούμε στον ξύπνο (από πού έρχονται;), τα παρελθόντα και τα μέλλοντα (πώς έγινε; τι θα γίνει;), το ξέχασμα (πού πήγε;) και η ανάμνηση του ξεχασμένου (πού ήταν;), ο θάνατος (πού πάνε οι νεκροί;), αυτές και άλλες μορφές της απουσίας, στο πλαίσιο σύνδεσης και κατανόησης είναι ιδιαίτερα επιρρεπείς στο να εκληφθούν πάραυτα ως κενά.

800px-Sousse_bath_Oceanus.JPGΠού πάει ο ήλιος όταν χάνεται στη δύση; Η απάντηση, με παραλλαγές, υπάρχει στον Όμηρο, στον Ησίοδο, στον Μίμνερμο: Το βράδυ ο θεός του ήλιου κρύβεται σ’ ένα μεγάλο χρυσό κύπελλο που στην διάρκεια της νύχτας τον μεταφέρει με τα κύματα του Ωκεανού  (ο ποταμός που κυκλώνει τη γη, Ορίζων) από τη Δύση στην Ανατολή.

Μια στιγμή όμως! Είναι αυτός ο μύθος πράγματι απάντηση; Διότι η ερώτηση, στην οποία υποτίθεται ότι αποκρίνεται, "Πού πάει ο ήλιος όταν χάνεται στη δύση;", δεν ερωτάται πουθενά! Όμως αν δεν υπάρχει το ερώτημα, τότε ο χαμός του ήλιου στη δύση δεν αφήνει κανένα κενό και ο μύθος δεν είναι μια κάποια πρωτόγονη εξήγηση, αλλά αφήγηση, παραμύθι του κόσμου!

Πώς μπορούμε να το παρακολουθήσουμε αυτό; Το τόσο ξένο για την σημερινή μας νοοτροπία; Είναι τόσο ξένο; Αναλογίζομαι μια ατάκα του Pablo Picasso: Je ne cherche pas, je trouve. (Δεν ψάχνω. Βρίσκω.) Τότε το παραμύθι του κόσμου δεν θα ήταν δευτερογενής αντίδραση σε μια σχετική ερώτηση αλλά εμπειρία σε πρώτο χρόνο, θα ήταν κι αυτό "άμεση εμπειρία"! Ο λόγος του θα ήταν μίλημα των "επιφανειακών αβύσσων".

Σε μια τέτοια παράσταση του κόσμου τίποτα δεν επερωτάται, τίποτα δεν χρειάζεται να δώσει λόγο, να δικαιολογήσει την ύπαρξη του. Γι' αυτό και είναι όλα ήσυχα. Αυτό το κλίμα υπάρχει σε πολλές και ποικίλες φάσεις της παράδοσης μας. Ο Johann Sebastian Bach για παράδειγμα δεν είναι ο συνθέτης που δημιουργεί, με έμπνευση και με αγωνία και πόνο. Καλεί το πιάνο να εκπτύξει τις δυνατότητες του, και το πιάνο εκπτύσσει τον εαυτό του. Αυτή η μουσική είναι το παραμύθι του πιάνου! Ο γερμανός λογοτέχνης Peter Handke γράφει στο "Δοκίμιο για την κόπωση":

Ambrosius Bosschaert the Elder.jpgΕκείνες οι νεκρές φύσεις με τα λουλούδια από τον δέκατο έβδομο αιώνα, κατά κανόνα από τις Κάτω Χώρες, όπου στα άνθη κάθεται, σαν να 'ταν αληθινό, εδώ ένα ζουζούνι, εδώ ένα σαλιγκάρι, εκεί μια μέλισσα, εκεί μια πεταλούδα και, παρόλο που κανένα ίσως δεν έχει ιδέα για την παρουσία του άλλου, προς στιγμή, στη δική μου στιγμή, όλα γειτονεύουν μεταξύ τους.

Μιλάμε για έναν κόσμο αδιάφορο για σύνδεση και κατανόηση, και επομένως δίχως κενά. Υπάρχει μια ησυχία σ' όλον αυτόν τον πλούτο, μια άνεση. Είναι η απουσία των κενών, η απουσία της αγωνίας, των ερωτήσεων, της σκέψης που κρίνει και συνδυάζει και εξηγεί, όπου, το βλέπουμε στην επιστημονική έρευνα, κάθε εξήγηση γεννά πολλαπλάσια ερωτήματα. Ο Franz Kafka τον αποκαλεί "πνευματικό κόσμο": Το γεγονός ότι δεν υπάρχει παρά ένας πνευματικός κόσμος, μας παίρνει την ελπίδα και μας δίνει την βεβαιότητα.

Στην ψυχανάλυση λοιπόν της διαγραμμένης ψυχής δεν θα ανήκε πλέον η προσπάθεια για την ερμηνεία ως σύνδεση κενών και αποκατάσταση νοηματικής συνέχειας, για την κάμψη της αντίστασης του αναλυόμενου, αλλά για το βάπτισμα των πραγμάτων που κουράζουν και βασανίζουν σ' εκείνον τον "πνευματικό κόσμο". Τότε τα Γιατί και τα Διότι θα μπορούσαν να μην εμβάλλουν σε ανησυχία και ταραχή αλλά να αιωρούνται στην αύρα μιας belle indifférence και να γίνονται ακόμα κι ένα νανούρισμα:  why and why .... because .... good night.

Εδώ δεν μιλάμε για το μεμονωμένο σύμπτωμα που πρέπει να ερμηνευτεί, να συνδεθεί, αλλά πρώτα για την εγκατάλειψη αυτού του ονόματος και την διάχυση του στον "πνευματικό κόσμο". Προς τούτο δεν χρειάζεται η σκέψη αλλά μια προσοχή ιδιάζουσα. Ο ποιητής Paul Celan την απέδωσε με έναν λόγο του Malebranche, ως την "φυσική προσευχή της ψυχής". Αυτή η προσοχή είναι άλλη από την επιστημονική ακρίβεια. Η ακρίβεια επιδιώκει την βεβαιότητα. Η βεβαιότητα είναι υπόθεση του επιστήμονα. Αφορά αυτόν. Ικανοποιεί την δική του επιδίωξη, που είναι η μονοσημαντότητα, η υπολογισιμότητα, η προβλεψιμότητα, το ελέγξιμο και το επαληθεύσιμο των προτάσεων του. Η προσοχή δεν είναι υπόθεση του προσέχοντας. Είναι δοσμένη σ’ αυτό το οποίο προσέχει. Η προσοχή είναι ανιδιοτελής. Γι’ αυτό μπορεί, σε αντίθεση με την ακρίβεια, να είναι ευλαβική. Να αναλώνεται στο απέναντι.

dust X.jpgΘdust.jpgα μπορούσαμε να την αποδώσουμε παραστατικά με την όψη που παίρνουν τα πράγματα όταν ιδωθούν κάτω από το μικροσκόπιο. Η σκόνη του νοικοκυριού. Και τώρα αυτή η ίδια σκόνη σε μεγέθυνση Χ22 εκατομμύρια. Στο καλειδοσκόπιο που πλέον προβάλλει, εκεί που ήταν μια ομοιόμορφη γκρίζα τούφα γίνονται διακριτά ένα σωρό πράγματα: μακρές τρίχες μαλλιών, γούνα γάτας, περιπλεγμένο συνθετικό, μάλλινες ίνες, οδοντωτά λέπια εντόμων, ένας κόκκος γύρης, υπολείμματα φυτών και εντόμων. Προσέξτε την διαφορά ανάμεσα σε μια φωτογραφία του ήλιου και τον ήλιο σε έναν πίνακα του Van Gogh!

Rising-gold-sun.jpg Sun Van Gogh.jpg

Ή, πώς μια καθημερινή λέξη όπως το "σ' αγαπώ", γαλλικά "Je t' aime" μπορεί να ειπωθεί ως έργο τέχνης. Έτσι ανοίγονται οι "επιφανειακές άβυσσοι", που δεν τρομάζουν αλλά χαρίζουν μια ανείπωτη ηρεμία. Στην ψυχαναλυση είναι η ιδιαίτερη επικοινωνία. Η επικοινωνία αυτή είναι εκπαίδευση στο εγγενές της ζωής. Πορεύεται χωρίς μέθοδο, σχεδιασμό και πρόβλεψη, καθοδηγούμενη από εκείνη την αδιάφορη προσοχή. Αναδύεται κάτι σαν ένας "πνευματικός κόσμος", εάν και όταν αυτό συμβεί, κάπου σαν διάττοντες.

Είναι καθαρό πως όσα είπα τελευταία δεν αποδίδουν μια ψυχαναλυτική συνεδρία. Δεν είναι και απαραίτητο. Μια ποιητική μελέτη είναι τελείως διαφορετική υπόθεση από το ποίημα στο οποίο αναφέρεται. Και η ανάλυση ενός αθλητικού αγώνα στην εφημερίδα ποτέ δεν αναπαριστά τον αγώνα. Ποιο είναι τότε το νόημα της θεωρίας; Ποιο είναι το νόημα της σημερινής ομιλίας; Ο συνθέτης Wilhelm Killmayer λέει σε έναν χαιρετισμό του σε νεοεισερχομένους φοιτητές της Μουσικολογίας:

... η θεωρία δεν είναι μόνο απλή δούλη της πράξης, αλλά και ένα αυτόνομο ελεύθερο παιχνίδι που προσεγγίζει τη μουσική με άλλα μέσα, με αυτά της θεώρησης, και δεν χρειάζεται να είναι προσανατολισμένη στην άμεση χρηστικότητα. Θα ήμασταν φτωχοί, εάν κάτι τέτοιο δεν θέλαμε να το προσφέρουμε στον εαυτό μας.

Θα συμπλήρωνα: Μ' αυτό το "ελεύθερο παιχνίδι" της θεωρίας, μερικές φορές άκουσα το ένα ή το άλλο ποίημα, είδα τον ένα ή τον άλλο αγώνα πλουσιότερα. Και στην περίπτωση της ψυχανάλυσης, τα κείμενα που διάβασα και έγραψα και οι ομιλίες που άκουσα και έκανα, ακριβώς όταν πλησίαζαν περισσότερο στο παιχνίδι το ελεύθερο από τον καταναγκασμό της χρηστικότητας, με έκαναν, μέσω Αυστραλίας, καλύτερο θεραπευτή.

[Συνεδριο "Τεχνη και τρελα" (Εταιρεια Μελετης Πολιτισμικης Ετεροτητας), Οκτωβριος 2014, Αθηνα]

PDF

Περιληψη
Θα δοκιμασω να προσεγγισω το θεμα "Τεχνη και τρελα" στην οπτικη ενος φαινομενου που στην ψυχοπαθολογια ειναι γνωστο ως "Διασχιση" (Dissociation) και περιλαμβανει την "αποπροποσωποποιηση" και την "αποπραγματοποιηση": Ο εαυτος η/και τα πραγματα γινονται ξενα, αποκοσμα: η ταυτοτητα τους καταρρεει οπως ενα κτισμα σε σεισμικη δονηση.
Καποτε το κλεισιμο και η αμυνα απεναντι στην "διασχιση" εμφανιζεται σε μια μορφη "τρελας" - σε βουβο, ανειπωτο βασανο, αλλα και στην καταθλιψη, στην σχιζοφρενεια, στις ψυχαναγκαστικες ιδεες και πραξεις.
Πιο σπανια η "διασχιση", το ανοιγμα του σχισματος της, γινεται χωρος φιλοξενιας. Τοτε εαυτος η/και πραγματα χανονται στην ξενωση τους, για να προβαλουν, σε ευτυχεις ωρες, κεκαθαρμενα, εμπλουτισμενα κατα την μηδενικοτητα που τα διαπερασε. Προβαλλουν, μεταξυ πολλων αλλων τροπων, και ως εργα τεχνης. Αλλα και ως "ερμηνεια" σε μια θεραπευτικη συναντηση, η οποια, σ' αυτην την οπτικη, θα μπορουσε να συγγενευει περισσοτερο με την τεχνη παρα με μια επιστημονικη της παρασταση.



Ομιλια
Ο Martin Heidegger γραφει
καπου οτι οι ανθρωποι ειναι οι θνητοι. Και το διευκρινιζει: Αποκαλουνται οι θνητοι διοτι μπορουν να πεθαινουν.
Εκεινο το "μπορουν" ξενιζει. Μπορω π.χ. να διορθωσω μια πριζα. Εχω αυτην την δυνατοτητα. Ομως μπορω και να φωναξω ηλεκτρολογο. Το οτι μπορω να διορθωσω την πριζα δεν σημαινει διολου και καποια αναγκαιοτητα, οτι θα την διορθωσω εγω ουτως η αλλως. Ομως τι θα πει "μπορω να πεθανω"; Ειναι κι αυτο δυνατοτητα μου; Μπορω και να μην πεθανω;
Διαβαζω την τελευταια παραγραφο απο την "Δικη" του Franz Kafka. Ειναι το βασικο προσωπο, ο Κ, και οι δυο κυριοι που τον παρακολουθουν σ' ολη την διαρκεια της ιστοριας:
Ομως τα χερια του ενος κυριου τοποθετηθηκαν στον λαρυγγα του Κ, ενω ο αλλος του εχωσε το μαχαιρι βαθια στην καρδια, κι εκει το εστριψε δυο φορες. Ο Κ, καθως εσβυνε το φως των ματιων του, προφτασε να δει πως οι κυριοι, εμπρος και κοντα στο προσωπο του, τα μαγουλα τους ακουμπωντας το ενα στο αλλο, παρατηρουσαν την εκβαση. "Σαν σκυλι!", ειπε, ηταν λες κι η ντροπη επροκειτο να τον επιζησει.
Και μια αλλη ιστορια που καποιοι ακουσαμε απο τις μητερες μας:
Ενας νεος ανδρας ερωτευεται παραφορα. Η κοπελα δεχεται να τον παρει με εναν ορο: Να σκοτωσει την μανα του και να της φερει την καρδια της. Ο νεος, χωρις δευτερη σκεψη, την σκοτωνει, της ξεριζωνει την καρδια και τρεχει αλαφιασμενος να την παραδωσει στην καλη του. Στην βιασυνη του σκονταφτει στο καλντεριμι και πεφτει. Και η καρδια του λεει: "Χτυπησες αγορι μου;"
Η ντροπη επιζει τον Κ, η μητρικη αγαπη επιζει την μητερα. Ντροπη και μητρικη αγαπη δεν πεθαινουν μαζι τους. Τους επιζουν διοτι, οπως λεει ο Freud για τα πραγματα τπυ ασυνειδητου, δεν εχουν σχεση με τον χρονο. Ντροπη και μητρικη αγαπη ειναι αχρονα (zeitlos). Μοιαζουν με απολιθωματα - που ηταν παλλομενη ζωη, οργανικα αρμοσμενη σε μια ιστορια με αρχη και τελος, και καποτε ξεφυγαν απο τον χρονο, εγιναν πετρα, μετεπεσαν σε μια τελειως αλλη διασταση, εξω απο τον κοσμο, χωρις να επικοινωνουν πια, και πλεον διαγουν αδιαφορα στον αιωνα τον απαντα.
Φερνουμε τετοια απολιθωματα μαζι μας. Οταν π.χ. η λιγοτερο, η περισσοτερο μονιμη ανταποκριση καποιου σε μια κατασταση ειναι το "φταιω / φταις", σε διαφορες παραλλαγες, τοτε αυτη η ανταποκριση εχει πολυ λιγο να κανει με την ιδιαιτεροτητα, με την ενικοτητα της εκαστοτε καταστασης. Πολυ περισσοτερο το "φταιω / φταις" προβαλλει σχεδον μηχανικα, λες και ακολουθει μια δικη του, αποπροσωποποιημενη νομοτελεια. Και τουτο το "φταιω / φταις" θα τον επιζησει. Π.χ. με το να εκλαβει και τον ιδιο του τον θανατο ως τιμωρια, δικη του, η των αλλων.
Οπως ειπα, φερνουμε τετοια σκληραδια μαζι μας. Μιλαμε, θυμιζω, για ακαμπτες επαναληψεις μιας συμπεριφορας λιγοτερο η περισσοτερο αποκομμενης απο την ζωντανη επικοινωνια. Οπως μεσα στον σπιτικο πουρε κομματια πατατας που δεν ελιωσαν. Τετοια σκληραδια μπορουν να ειναι το αγχος, η καταθλιψη, οι φοβιες, η ασφαλεια και η ανασφαλεια, η συμβιβαστικοτητα και η εριστικοτητα, η αδικια και η εκδικηση, αλλα και η ολιγαρκεια και η απληστια, η αγαθοσυνη και η καχυποψια, η εκμεταλλευση και η υπηρετικοτητα κλπ. κλπ.
Παντου εδω κατι απ' αυτα εχει αναπτυξει ενα πεδιο βαρυτητας που κρατα τον φορεα του καθηλωμενο στην τροχια του. Απ' ολα τα πραγματα, αυτο το ενα εχει γινει κυριαρχο και στριμωχνει καθε συμπεριφορα στο καλουπι του. Οπως η κοιτη του ρεματος, που σ' αυτο θα κυλησουν ολα τα νερα απο τις βροχες και τα χιονια που λιωνουν.
Αυτοι οι ανθρωποι, και τετοιοι ειμαστε ολοι μας, πεθαινουν χωρις να μπορουν να πεθανουν. Ο θανατος τους ερχεται παντοτε ακαιρα. Ο Κ και η μητερα και ολοι οι αλλοι δεν ειναι θνητοι. Κατι τους επιζει. Αυτο το κατι, ως απολιθωμα, δεν ειναι ζωντανο και ετσι δεν μπορει και να πεθανει. Ειναι ανεκρο. Μιλαμε για μια παθολογια που εκτεινεται πολυ ευρυτερα απο το οπτικο πεδιο της ψυχιατρικης και της ψυχολογιας. Ισως μιλαμε για μια παραλλαγη αυτου που ο Martin Heidegger αποκαλεσε "εκπτωση στα οντα".
Οσο περισσοτερο "χαρακτηρα" εχει κανεις, δηλαδη οσο βαθυτερα εχουν εγχαραχτει επανω του μονιμα καναλια σκεψης και αισθησης, συμπεριφορας και επικοινωνιας, τοσο λιγοτερο ζωντανος ειναι - και τοσο λιγοτερο μπορει να πεθανει.
Καποιες φορες το ανεκρο αφορα οχι ενα κατι αλλα το ιδιο το προσωπο, την ιδια την υπαρξη καποιου. Κανεις γινεται αυτος καθαυτον απολιθωμα. Ανεκρος.
Ο Erwin Hügin ηταν ενας χρονιος σχιζοφρενης που γνωρισα σε μια κλινικη της Ζυριχης την δεκαετια του '70. Ο φακελλος του περιειχε πληθωρα ποιηματων. Σε ενα απ' αυτα με τιτλο "Χαμενος στους δρομους" γραφει:
τελειως αποσυνδεμενος απο ανθρωπους
περναω δρομους
που ειναι πηγμενοι απο
ανθρωπους
βλεπω στα προσωπα
κοιταζω τα σωματα
κοιταζω τα χερια
καμια σπιθα δεν μεταπηδα -
λοιπον δεν υπαρχει ζωη
στους ανθρωπους
η μηπως δεν ειναι καν ανθρωποι;
ειναι συναρμολογημενες μηχανικες
κουκλες, ναι,
βλεπω πως ετσι πρεπει να ειναι -
τα ιδια εκεινα δευτερολεπτα που
αυτο το αντιλαμβανομαι,
εγω δεν πηγαινω, πηγαινομαι, παρατηρουν
απο μεσα μου δυο γυαλινα ματια, πισω
απο τα οποια η ζωη εχει φυγει, απ' ολο το σωμα εχει φυγει - για που;
Και τωρα οι μηχανισμοι -
βηματιζουν εν-δυο.
Που που που ειναι η ζωη;

Που ειναι η ζωη; Ενα αλλο ποιημα του Hügin αναφερεται στον θεραποντα ιατρο του Schöl:
Βλεπω μια εικονα: πλησιαζω τον κυριο Schöl με
λεξεις, λεω: θα ηθελα να ειμαι κοντα σας, ναι
λαχταραω να βρεθω στην ζεστασια σας, κοντα σας
παω να τον συναντησω, αυτος απλωνει το χερι του,
τουτο γινεται υπερμετρα μεγαλο και δυνατο

Χερι Μολυβι Schöl
με ριχνει προς τα κατω
κατω στο σκοταδι
σε λαγουμι απο πετρα
θανατος

λιγο πριν απ' τον θανατο: δικαστηριο
δικαστης:
δεν επιτρεποταν να νοιωθεις
να πλησιασεις ανθρωπο
σου ηταν απαγορευμενο!
εγω:
ακομα τα φερνω μεσα μου
ζωη αισθηση ηχους ποθο
δικαστης:
γεννηθηκες για να μην αισθανεσαι
θα ζεις κατ' επιφαση μονο κι ακομα,
χωρις να 'ναι αντιληπτο σε κανενα, τον θανατο μεσα σου
θα φερνεις, τον θανατο
ακους, τον θανατο

Η κατ' επιφαση ζωη και ο κατ' επιφαση θανατος. Αυτος ειναι ο ανεκρος. Ο ανεκρος παραειναι νεκρος για να ζει και παραειναι ζωντανος για να πεθανει. Μια ψυχοπαθολογικη μορφη του ειναι αυτη της λεγομενης "Διασχισης" (Dissociation) και περιλαμβανει την "αποπροποσωποποιηση" και την "αποπραγματοποιηση". Τις ειδαμε στα παραδειγματα που αναφερθηκαν. Απανταται μονη της σε κρισεις απο βουβο, ανειπωτο βασανο, αλλα και στο πλαισιο της καταθλιψης, στην σχιζοφρενεια, στις ψυχαναγκαστικες ιδεες και πραξεις.
Γνωρισα την Διασχιση. Φοιτητης ιατρικης, καποια στιγμη εμαθα την επιστημονικη εκδοχη της ορασης: Ενα αντικειμενο Χ εκπεμπει φωτεινη ακτινοβολια, ο αμφιβληστροειδης την προσλαμβανει ως εικονα και μεσω του οπτικου νευρου στελνει αντιστοιχα ηλεκτρικα ερεθισματα στον οπτικο φλοιο οπου η εικονα αποκαθισταται, σε συνεργασια με τα υπολοιπα μερη του εγκεφαλου ταυτοποιειται, εντοπιζεται στον χωρο κλπ. Αυτο λοιπον το εζησα ως εμπειρια: Τα ματια μου ειχαν γινει κατι σαν παραθυρα, τα πραγματα στο δωματιο εμπαιναν απ' αυτα και προβαλλαν πισω απο τα ματια και μεσα στο κεφαλι μου, ηταν εκει οπως σπιτακια και ανθρωπακια μεσα σε μια γυαλινη σφαιρα που οταν την κουνησεις πεφτει χιονι - ομως τωρα το ζουσα σαν εφιαλτη. Εκει εξω ειχε απομεινει κατι σαν σεληνιακο τοπιο, τα αντικειμενα Χ, που σηματοδοτουνται και νοηματοδοτουνται, λεει, πρωτα στη συνειδηση και στον εγκεφαλο. Καμια εμπειρια, στα λιγα λεπτα που διηρκεσε, δεν με ταρακουνησε, δεν με αρρωστησε σε τετοιο βαθμο.
Γνωρισα την Διασχιση και με αλλον τροπο. Καποια φορα που χρειαστηκε να συνταξω ενα βιογραφικο, ξεκινησα με την φραση "Ο Κωστας Γεμενετζης γεννηθηκε το 1944..." και κατευθειαν μου ηρθε να συνεχισω: "...και πεθανε...". Ηδη παιδι μου γεννηθηκε μια απορια με το ονομα μου. Ο κοσμος μου αποτεινονταν και με προσφωνουσε "Κωστα...", "Κωστακη...", "Γεμενετζη...". Καποια στιγμη λοιπον αναρωτηθηκα: Περιεχομαι, περα για περα, στο ονομα μου; Η απαντηση μου ηταν σαφης: Οχι! Αυτοι που μου μιλουν, αποτεινονται σ' εμενα. Και, αν το "Κωστας" δεν καλυπτει το "εμενα", εχει η αντ-ωνυμια "εμενα" ενα ονομα, αντι του οποιου λεγεται; Η απαντηση μου ηταν και παλι σαφης: Οχι! Πολλα χρονια αργοτερα ειδα, με ανακουφιση, πως με την απορια μου δεν εστεκα μονος. Καπου στον Kierkegaard διαβασα: "Κοιταζω μεσα στην υπαρξη - και δεν βλεπω τιποτα." Η απορια ειχε αρχισει να ησυχαζει και να δινει τη θεση της στην αποδοχη ενος αναλαφρου "τιποτα", που με αποδιδει πολυ περισσοτερο απο καθε ονομα. Αποδοχη ενος αναλαφρου "τιποτα" που συνοδευει το ονομα μου, του αφαιρει καθε απολυτοτητα, το επαφηνει στο λικνο της παροδικοτητας του, και σε καθε "γεννηθηκα" υπαγορευει το "πεθανα".
Το ονομα μου δεν ηταν το μονο που με εκ-κενωνε. Καποιες φορες ηταν και ενα ειδος απελπισιας με την ζωη, οπου η μονη διεξοδος ηταν φυγη προς τα εμπρος, προς τα ακρα, χωρις επαναπαυση σε μισολογα, σε ημιμαθειες. Ειναι οπως αυτο που συμβαινει στην Αρετουσα, στον "Ερωτοκριτο" του Βιντσεντζου Κορναρου. Οταν ο βασιλιας των Αθηνων Ηρακλης μαθαινει για τον ερωτα της κορης του Αρετουσας με τον Ερωτοκριτο, την ριχνει στην φυλακη. Εκει λοιπον, ο ποιητης γραφει:
Θωρωντας τοσα βασανα η Aρετη, και παθη, 485
η ταξη εγινη αποκοτια, κ’ η ταπεινοτη εχαθη.
Tης γλωσσας τα µποδισµατα, το δειλιασµα του νου τση
επαψαν, και µ’ αποκοτιαν εµιλειε του Kυρου τση

Ο Ερωτοκριτος εξοριζεται, συμβαινουν ενα σωρο πραγματα, και καποτε γυριζει πισω και θελει να δοκιμασει την Αρετη. Παριστανει εναν φιλο του που θα της πει για την τυχη του Ερωτοκριτου και κανονιζουν μια συναντηση. Την βρισκει
... σαν ξεπεριορισµενη.
Στο παραθυρι εσιµωσε, κ’ η Aρετη αρχινιζει,
αποκοτα να του µιλει, να τον αναντρανιζει.
Δεν εχει πλιο την κρατηξιν, δε ντρεπεται, µα οι πονοι 635
την εντροπην εδιωξασι, τα’χωνε φανερωνει.
Kαι λιγωµαρα τσ’ ηδιδε, το γληγορα να µαθει,
αν ειν’ και ζει ο Pωτοκριτος, γ-η αποθανε, κ’ εχαθη.

Τα βασανα και τα παθη και οι πονοι "ξεπεριοριζουν" την Αρετη. Χανονται ταξη και ταπεινοτητα που εφερναν στην γλωσσα εμποδια και φοβο στην ψυχη της. Οι πονοι διωχνουν την ντροπη. Η Αρετη, η πριγκηποπουλα με τους τροπους που της αρμοζουν, ταξη και ταπεινοτητα και ντροπη, απο-χαρακτηριζεται: χανει την αρετη της. Χανει - το ονομα της. Γινεται ανωνυμη και απροσωπη. Αποπροσωποποιειται. Βασανα, παθη και πονοι την "ξεπεριοριζουν" - την εκ-κενωνουν.
κατω απ' την προσωπιδα ενα κενο.
λεει στον "Βασιλια της Ασινης".
Κι ακομα:
Πισω απο τα μεγαλα ματια τα καμπυλα χειλια τους βοστρυχους
αναγλυφα στο μαλαματενιο σκεπασμα της υπαρξης μας
ενα σημειο σκοτεινο που ταξιδευει σαν το ψαρι
μεσα στην αυγινη γαληνη του πελαγου και το βλεπεις:
ενα κενο παντου μαζι μας

Τι συμβαινει μ' αυτο το κενο;
Leonard Cohen, Anthem
:
There is a crack in everything
That's how the light gets in
Μια ρωγμη υπαρχει στο καθε τι
Ετσι μπαινει μεσα το φως

Τετοια πραγματα εμελλε να σημαδεψουν την εξελιξη μου, μεταξυ αλλων και ως θεραπευτη.
Καπως ετσι εζησα μια αποστροφη του Elias Canetti που γνωρισα πολυ αργοτερα:
... μια πληγη που γινεται σαν πνευμονας και διαμεσου του ανασαινεις
Ισως πλεον εχει να κανει και με την προχωρημενη μου ηλικια, αυτην που οι παλιοτεροι, που ζουσανε και πεθαινανε συντονοι με τον χρονο, αποκαλουσαν "γεραματα". Ενα χαρακτηριστικο των γηρατειων ειναι λοιπον οτι κανεις, μετα απο τα πολλα "του κυκλου τα γυρισματα", στην γειτονευση πια με τον θανατο, χανει την ντροπη: Σε εναν αγνωστο μου, π.χ. στο μετρο, οταν ζητω να περασω για να κατεβω στην επομενη σταση, θα απευθυνθω με μια οικειοτητα σαν να τον ηξερα απο παντα. Κι αυτο ειναι ενα φαινομενο αποπροσωποποιησης: Τα προσωπα μας, δηλαδη ανθρωποι, αυτος κι εγω, με ολοτελα διαφορετικη ιστορια, αναφορες, προσωπικοτητες, ειναι παντελως αδιαφορα. Η οικειοτητα, με την οποια του, η της, απευθυνομαι, ειναι μια τελειως αλλη, που δεν βασιζεται σε τιποτα που να μας ενωνει, η να μας χωριζει. Η οικειοτητα του "ξεπεριορισμου".
Η αποπροσωποποιηση θα μπορουσε λοιπον να μην συνιστα οπωσδηποτε στερητικο φαινομενο, αλλα την επανοδο σ' ενα πρωτο. Η ψυχοπαθολογια δεν το γνωριζει. Ο ορος, υπο τον οποιο ταξινομουνται αποπροσωποποιηση και αποπραγματοποιηση, ειναι, ειπαμε, "Διασχιση", μεταφραση του "Dissociation". Υποβαλλει την πεποιθηση οτι το φυσιολογικο ειναι το "Association", μια συνδεση και συνεχεια που τωρα διακοπτεται, κατι σαν ενα νοητικο καταγμα. Ομως η Διασχιση θα μπορουσε να ειναι οχι επεισοδιο αλλα δομικη ιδιοτητα της υπαρξης. Ο ανεκρος θα μπορουσε να ειναι η μητρα επωασης του θνητου. Εκεινου που ειναι στον χρονο και που οταν λεει "γεννηθηκα", λεει συναμα και "πεθανα".
Αυτο το, ευεργετικο τωρα, σχισμα της διασχισης, ειναι καποτε και ο τοπος που κατοικει η τεχνη. Το εργο της θα μπορουσε να εννοηθει επισης ως απολιθωμα, σαν να ειχε κοιταξει την Μεδουσα καταπροσωπο. Ο ποιητης Paul Celan λεει σε μια ομιλια του κατα την απονομη του βραβειου Büchner:
Ο
Lenz, δηλαδη ο Büchner, εχει [...] πολυ περιφρονητικα λογια για τον "ιδεαλισμο" [...] Και αυτην την πεποιθηση για την τεχνη την λεει τωρα παραστατικα με ενα βιωμα: "Καθως χθες ανηφοριζα διπλα στην κοιλαδα, ειδα δυο κοπελλες να καθονται πανω σ’ εναν βραχο: η μια εδενε τα μαλλια της, η αλλη την βοηθουσε· και τα χρυσαφενια μαλλια επεφταν κατω, κι ενα σοβαρο χλωμο προσωπο, κι ομως τοσο νεανικο, κι η μαυρη στολη, κι η αλλη να νοιαζεται με τοση φροντιδα. Οι ωραιοτερες, οι βαθυτερες εικονες της παλιας γερμανικης σχολης δεν αποδιδουν τιποτε απ’ αυτο. Μερικες φορες κανεις θα ‘θελε να ‘ναι μεδουσοκεφαλη για να μπορεσει ενα τετοιο συμπλεγμα να το μεταμορφωσει σε πετρα και να φωναξει τον κοσμο."
Και ο Celan συνεχιζει:
Κυρίες και Κυριοι, προσεξτε παρακαλω: "Κανεις θα ‘θελε να ‘ναι μεδουσοκεφαλη" για να ... συλλαβει το φυσικο ως το φυσικο μεσω της τεχνης!
Οποιος εχει την τεχνη εμπρος στα ματια και στον νου του, αυτος ειναι – εδω ειμαι στην αφηγηση για τον Lenz –, αυτος ειναι φευγατος. Η τεχνη δημιουργει διασταση απο το Εγω. Η τεχνη απαιτει εδω σε μιαν ορισμενη κατευθυνση μια ορισμενη αποσταση, εναν ορισμενο δρομο.
Κι η ποιηση; Η ποιηση, η οποια και βεβαια εχει να παρει τον δρομο της τεχνης; Τοτε εδω θα ειχε μαλιστα πραγματι δοθει ο δρομος προς μεδουσοκεφαλη και αυτοματα!

Για την διασταση του καλλιτεχνη απο το εγω, την συγγενεια του με την μεδουσοκεφαλη και τα αυτοματα μιλα και ο ποιητης T. S. Eliot σε ενα δοκιμιο με τον τιτλο "Tradition and the Individual Talent" . Ο Eliot χρησιμοποιει την λεξη "αποπροσωποποιηση" για να υποδηλωσει την αναλογια αναμεσα στην καλλιτεχνικη δημιουργια και την επιστημη. Το διευκρινιζει με ενα παραδειγμα απο την χημεια:
Οταν τα δυο αερια που αναφερθηκαν προηγουμενως [οξυγονο και διοξειδιο του θειου] αναμειγνυονται με την παρουσια νηματων πλατινας, σχηματιζουν θειικο οξυ. Αυτος ο συνδυασμος συμβαινει μονο οταν ειναι παρουσα η πλατινα· παρ' ολα αυτα το νεο οξυ που παραχθηκε δεν περιεχει ιχνος πλατινας, και η ιδια η πλατινα ειναι προφανως ανεπαφη· εμεινε αδρανης, ουδετερη, και αναλλοιωτη. Ο νους του ποιητη ειναι το κομματι της πλατινας. Μπορει εν μερει, η αποκλειστικα, να λειτουργει επανω στην πειρα του ιδιου του ανθρωπου· ομως, οσο τελειοτερος ειναι ο καλλιτεχνης, τοσο πιο ξεχωρα μεσα του θα ειναι ο ανθρωπος που υποφερει και ο νους που δημιουργει· τοσο τελειοτερα ο νους θα αφομοιωνει και θα μεταλλασσει τα παθη που ειναι το υλικο του.
[...] Ο νους του ποιητη ειναι οντως ενα δοχειο για την αποθηκευση αναριθμητων αισθηματων, φρασεων, εικονων, που παραμενουν εκει εως οτου ολα τα στοιχεια που μπορουν να ενωθουν για να σχηματισουν ενα νεο μιγμα, να ειναι παροντα μαζι.

Ο καλλιτεχνης περνα απο την "αυτο-θυσια", οπως λεει ο Eliot, της αποπροσωποποιησης, και τοτε τα αποπραγματοποιημενα κομματια, καποτε, ισως, "ενωνονται για να σχηματισουν ενα νεο μειγμα" - οπως η γυμνη παρουσια της πλατινας οδωνει τον σχηματισμο του θειικου οξεος. Τωρα η διασχιση δεν εξοριζει απο τον χρονο, δεν δημιουργει ανεκρους, αλλα ακριβως αρμοζει τον χρονο, παρελθον της παραδοσης και παρον του σημερινου εργου τεχνης, χαριζει θνητοτητα.
"Τι καλλιτεχνης ειστε;", ρωτα ο ψυχαναλυτης Wilfred Bion νεους θεραπευτες σε ενα σεμιναριο. "Και αν δεν ειμαστε καλλιτεχνες;", αντερωτα καποιος. Η απαντηση του Bion: "Τοτε ειστε σε λαθος επαγγελμα."
Ετσι λοιπον η ψυχαναλυση θα μπορουσε να συνιστα μια ιδιαζουσα περιπτωση του θεματος του συνεδριου μας, ενα "και", δηλαδη εναν τοπο οπου "Τεχνη και Τρελα" συναπαντωνται. Σ' αυτο το "και", στις ευτυχεις περιπτωσεις, συμβαινει μια αμοιβαια ανταλλαγη: Η "τεχνη" συνισταται στο οτι ο θεραπευτης γινεται πιο τρελος απο τον πελατη του. Και τουτος, ο "τρελος", μεσα απο το "εργο τεχνης" της συναντησης τους, βρισκει τη λυτρωση του.
Τι θα πει τωρα οτι εγω ως θεραπευτης γινομαι πιο τρελος απο τον πελατη μου; Ας θυμηθουμε το "φευγατο" του Celan και την "αποπροσωποποιηση" του Eliot. Στα ανεκρα πραγματα του πελατη μου, που δεν μπορουν να πεθανουν, αντιτασσω μια δικη μου αποπροσωποποιηση, εναν δικο μου θανατο. Θα πει: τα δεχομαι ολα, τα δεχομαι ακομα σε ενα ευρος και βαθος που ο πελατης μου δεν θα διανοουνταν. Ειναι μια δεκτικοτητα του νεκρου: χωρις προσδοκια, χωρις συμφωνια και διαφωνια, χωρις αντισταση και χωρις αντιρρηση. Πολλες φορες και μ' ενα γελιο, που το μοιραζομαστε, και που, διχως να γελοιοποιει, αφαιρει απο τα πραγματα την σοβαροτητα και την βαρυτητα που εμοιαζε να εχουν.
Σ' αυτο το αποπροσωποποιημενο ματι, η ερμηνεια, αν ειναι να διατηρησουμε αυτην την βεβαρυμενη λεξη, εχει κατι απο την καλλιτεχνικη δημιουργια που ακουσαμε απο τον Eliot: Η ερμηνεια προσλαμβανει τα πραγματα του παρελθοντος και τα συγκεντρωνει σε μια ολοτελα νεα συνθεση. Και τουτο σε ενα κλιμα που θα μπορουσε να αποδοθει με εναν στιχο του Γιωργου Σεφερη:
μα πρεπει να μ' αρμηνεψουν [συμβουλεψουν] οι πεθαμενοι
Και γιατι ιδιαιτερα οι πεθαμενοι μπορουνε να συμβουλευουν; Σε ενα αλλο ποιημα μιλουν οι ιδιοι, οι "αδυναμες ψυχες μεσα στ' ασφοδιλια":
εμεις που τιποτα δεν ειχαμε, θα τους διδαξουμε τη γαληνη.


(Με αναφορα στο Melancholia του Lars von Trier)

Η καταστροφη ειναι κατα-στροφη. Εδω το κατα- εχει τον χαρακτηρα μιας αναποδραστης μοιρας που κινει, παρασερνει προς ... μια -στροφη, και η στροφη ειναι τοσο αποτομη, τοσο επιτακτικη, τοσο βιαιη, που δεν εχει γυρισμο. Ειναι ταξιδι χωρις επι-στροφη. Γεφυρα, που την περνας και γκρεμιζεται.
Η καταστροφη ειναι ενα ακραιο φαινομενο. Αξιωνει να συλλαβει ολη την υπαρξη. Σ' αυτην τη μοιραια πορεια υπαρχουν δυο στασεις. Ακριβως επειδη προκειται για ακραιο φαινομενο, και επειδη συλλαμβανει ολη την υπαρξη, δεν υπαρχουν περιθωρια για διαβαθμισεις. Οι δυο στασεις ειναι απολυτες. Στο Melancholia εκπροσωπουνται αντιστοιχα απο τις δυο αδελφες, την Justine και την Claire (μαζι της και οι αντρες τους Michael και John).

Περισσοτερα
Κλιμα

Πριν απο χρονια εγραφα:
Η ψυχαναλυση δεν γινεται οπουδηποτε και με οποιονδηποτε τροπο. Σαν τις παλιες τελετουργιες, εχει ενα μονοτονο τυπικο: οι αυστηρα τηρουμενες ωρες των συναντησεων και η διαρκεια τους, η μονιμη θεση του αναλυομενου, που πλαγιαζει υπτια σε ενα κρεββατι, και του ψυχαναλυτη, που βρισκεται αθεατος πισω του, η απολυτη εγκρατεια της ψυχαναλυτικης σχεσης, η αμοιβη του ψυχαναλυτη και, τελος, ο "βασικος κανονας" της ψυχαναλυσης.
Συνηθως αντιμετωπιζουμε το "τυπικο" ως το δευτερευον. Σημασια δεν εχουν οι τυποι, λεμε, αλλα η "ουσια". Το τυπικο ειναι λοιπον, πιστευουμε, αφ' εαυτου ανουσιο. Τουλαχιστον οσον αφορα την ψυχαναλυση, τα πραγματα δεν ειναι ετσι. Το τυπικο της ψυχαναλυσης πρεπει να το εννοησουμε ως το ιδιαζον της, με τον ιδιο τροπο που το ιδιαζον ενος τοπου υπαρχει στο "κλιμα" του. Και το κλιμα δεν ειναι απλως ενας "παραγοντας" τον οποιο θα λαβουμε υποψη μας για την επιλογη π.χ. του τοπου των διακοπων μας. Το κλιμα του τοπου ασκει μια αργη, αλλα καταλυτικη επιδραση επανω στους ανθρωπους που τον κατοικουν, και τους αλλαζει ριζικα, χωρις αυτοι να το καταλαβαινουν. Ετσι πρεπει να εννοηθει και το τυπικο της ψυχαναλυσης, ως το κλιμα της το οποιο αφ' εαυτου ασκει την "θεραπευτικη" του επιδραση, σταθερα και σιγουρα – στο σημειο βεβαια που ο ιδιος ο ψυχαναλυτης ειναι εγκλιματισμενος σ' αυτο.

[
Επανεισαγωγη στην ψυχαναλυση, Αθηνα 1989, σ. 41]

Μιλαμε για μια εικονα της ψυχαναλυτικης συναντησης ως μεταβασης σε εναν ιδιαιτερο τοπο και για την επαφεση στο κλιμα του, στο θεραπευτικα ενεργο κλιμα του.
Ειναι μια οπτικη της ψυχαναλυσης απελευθερωμενη απο την γνωση – απο την υποτιθεμενη προτεραιοτητα της κατανοησης και της ερμηνειας. Ομως απελευθερωμενη και απο τον καταναγκασμο της δρασης – εκεινου του δογματος που λεει πως μια ευτυχης εκβαση ερχεται μονον οταν "κανω" κατι, και δεν μενω παθητικα αδρανης. Η πορεια της ψυχαναλυσης ως εγκλιματισμος στον ιαματικο τοπο της, κινειται εξω απο τη διασταση ενεργητικου και παθητικου.
Θα ηταν λοιπον καιρος να προσεξουμε περισσοτερο αυτο που αποκαλουμε "κλιμα", οταν μ' αυτο το ονομα δεν αναφερομαστε στα μετεωρολογικα δεδομενα, αλλα σε μια αδιορατη πρωτογενη συναφεια, μαλιστα συμμιξη ανθρωπου και κοσμου, που ειναι χαρακτηριστικη για τον εκαστοτε τοπο διαμονης του. Στο ετσι εννοημενο κλιμα ανηκει ο δικος του καθε φορα τροπος ζωης (και θανατου) - τροπος σκεψης και αισθησης, ορασης και ακοης, λογου και σιωπης, ονειρων και ποθων, νεοτητας και γηρατος, τροπος του εαυτου και των αλλων.
Αυτο το κλιμα θα χρειαστει να το δουμε προσεκτικοτερα, να ανοιξουν τα ματια μας για τη φυση του. Προς τουτο θα μελετησουμε δυο εργα που ειναι καταλληλα για τον σκοπο μας. Η κοινη τους αναφορα, αν και μεσα απο ριζικα διαφορετικες προσεγγισεις, ειναι το κλιμα της ερημου. Το πρωτο κειμενο ειναι απο το βιβλιο "
Fūdo – Wind und Erde [ανεμος και γη]" του ιαπωνα Watsuji Tetsuro (1989-1960) [Αγγλικη μεταφραση του βιβλιου]. Το δευτερο κειμενο ειναι αποσπασματα απο το "America
" του Jean Baudrillard (1929–2007).
Η μελετη τους θα μπορουσε να μας ανοιξει εναν δρομο για την καθαροτερη εμπειρια εκεινου του αλλου, του ιδεατου, ομως διολου λιγοτερο πραγματικου, ιαματικου κλιματος στο οποιο ειμαστε, ως θεραπευτες, γηγενεις.

Κοιταζοντας μια παρασταση μπαλετου:
Το περπατημα διαγραφει κατα κανονα μια γραμμικη τροχια, προσδιορισμενη απο το σημειο εκκινησης και εκεινο της αφιξης. Οταν λυνεται απο την δικτατορια της σκοπιμοτητας, χανεται η γραμμικοτητα, τα βηματα δεν ειναι πλεον εν-δυο εν-δυο, ο προορισμος δεν πιεζει, περιμενει τον χρονο του, τον δικο του χρονο, που ποτε δεν ειναι βελος κατευθυνομενο στην αποληξη του.
Η μορφη που αποκτα αυτο το βημα, το ελευθερο, ειναι ο χορος.
Ο προορισμος χαριζει στον ανθρωπο τον χορο οπως η Ιθακη στον ταξιδιωτη το ωραιο ταξιδι.
Η οφειλη και το χρεος, το καθηκον και η υποχρεωση, η ενοχη και οι τυψεις περιοριζουν την ελευθερια με τον ιδιο τροπο με τον οποιο οι δοσεις ενος δανειου στενευουν τα περιθωρια των οικονομικων κινησεων. Το χρεος, καθε ειδους, ειναι αυτοαφαιμαξη και πλεον ζωη με λιγοτερο αιμα.
Και ποιος ο λογος μιας τετοιας αυτοκαταστροφης; Τι οδηγει καποιον στο να εκχωρει την ελευθερια του, να επιτρεπει την κατοχη σε καποια αρχη που επιτασσει, καταλογιζει, χρεωνει; Απο που αποκτα την δυναμη της; Τετοια που πολλες φορες κανεις να υποτασσεται σ' αυτην, ακομα και με χαρα;
Μηπως η ελευθερια προκαλει τρομο; Μηπως μια ζωη χωρις βαρβαρους μπορει και να ειναι δυσβασταχτη; Μηπως το δεσιμο των ανθρωπων με τα δεσμα της υποχρεωσης και της ενοχης, που τους κρατα δεσμιους τον ενα του αλλου, ειναι και λουφαγμα σ' εναν μικροκοσμο;
Μηπως αυτο ειναι που τρομαζει στην ψυχαναλυση; Η οποια, εννοημενη στα ακρα, θα μπορουσε να εχει για ζητουμενο ακριβως την ουτοπια εκεινης της ελευθεριας;

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Ομαδικη εποπτεια και Θεωρητικο σεμιναριο (Ψυχιατροι - Ψυχολογοι)
Εβδομαδιαιο: Δευτερα 20.45-22.15. Εναρξη 6.10.2014
Τοπος: Πλατεια Ναυαρινου 6

Τεχνη και Ψυχαναλυση (Ανοιχτο)
Δεκαπενθημερο: Παρασκευη 18.00-20.00. Εναρξη 14.11.2014
Τοπος: "Ψυχολογια - Τεχνη", Παυλου Μελα 38, 3ου οροφος
Τα θεματα του σεμιναριου μπορειτε να τα βρειτε εδω.
Πληροφοριες / Αιτησεις συμμετοχης για αυτο το σεμιναριο:
psychologyart@syte.gr
psychotherapyart@yahoo.gr


ΑΘΗΝΑ

Ομαδικη εποπτεια (Ψυχιατροι - Ψυχολογοι)
Εβδομαδιαιο: Τριτη 21.00-22.00. Εναρξη 7.10.2014
Τοπος: Μαρασλη 37

Συγχρονα Υπαρξιακα Θεματα (Ανοιχτο)
Μηνιαιο: 1η Τεταρτη του μηνα, 21.00-23.00. Εναρξη 8.10.2014
Τοπος: Μαρασλη 37

Τεχνη και Ψυχαναλυση (Ανοιχτο)
Μηνιαιο: 2η Τεταρτη του μηνα, 21.00-23.00. Εναρξη 15.10.2014
Τοπος: Μαρασλη 37

Απο την ψυχαναλυτικη πρακτικη (Ψυχιατροι - Ψυχολογοι)
Μηνιαιο: 3η Τεταρτη του μηνα, 21.00-23.00. Εναρξη 22.10.2014
Τοπος: Μαρασλη 37

Το σωμα (Ανοιχτο)
Μηνιαιο: 4η Τεταρτη του μηνα, 21.00-23.00. Εναρξη 29.10.2014
Τοπος: Μαρασλη 37

Εισαγωγικα
Στα σεμιναρια διαβαζονται και συζητωνται κειμενα, δικα μου και αλλων. Θα καταβληθει προσπαθεια να ειναι κειμενα αρκετα συντομα ωστε να εξαντλουνται στο εκαστοτε διωρο. Προετοιμασια δεν ειναι απαραιτητη.
Τα τρια πρωτα θεματα καθε σεμιναριου μπορειτε να τα βρειτε
εδω.
Για καθε σεμιναριο, εφοσον ειναι επιθυμητο, μπορει να δημιουργηθει μια ομαδα στο Facebook, οπου θα γινεται περαιτερω βιβλιογραφικη ενημερωση και συζητηση επανω στα θεματα που αναφερθηκαν.


Πληροφοριες / Αιτησεις συμμετοχης

2107213534 / 2310271768
kon.gemenetzis@gmail.com
https://www.facebook.com/konstantin.gemenetzis


Απο το Η καρδια του Heidegger [Heidegger's Herz, 1996], σ. 40
("Θεμελιακη διαθεση")
Η "απαρχη μιας πραγματικης ζωντανης φιλοσοφησης", λεει ο Heidegger, ειναι η "αφυπνιση μιας θεμελιακης διαθεσης". Η "αφυπνιση" οπως η "ληθη", δεν ειναι ψυχολογικη-ψυχαναλυτικη κατηγορια. Η αφυπνιση ως "εγερτηριο για αυτο που κοιμαται" δεν καλυπτεται απο τη συνειδητοποιηση του προηγουμενως ασυνειδητου. Λαμβανει χωρα σε μια πιστα ολοτελα διαφορετικη απο αυτην του υποκειμενου και της συνειδησης: "Η αφυπνιση της διαθεσης και η αποπειρα να προσεγγιστει αυτο το παραξενο πραγμα, τελικα συμπιπτει με το αιτημα μιας ολοκληρωτικης μετατοπισης της αντιληψης μας για τον ανθρωπο" 


Περι Των Πραγματων. Heidegger, Nietzsche και το Χαϊκου [Über die Dinge, περιοδικο Merkur, 1998]
Περισσοτερα


Απο το Ειδη θανατου  [Todesarten, 1998]
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Αυτος ερμηνευει τον θανατο.
Ο θανατος δεν σωπαινει για τιποτα.

Elias Canetti, Fliegenpein

Ευχαριστως - και γιατι οχι - θα εκανα μια εκδρομη με μια παρεα απο ολωσδιολου Κανενες. Στα βουνα φυσικα, που αλλου αλλωστε; Πως συνωθουνται αυτοι οι Κανενες μεταξυ τους, αυτα τα πολλα απλωμενα και κρεμασμενα χερια, αυτα τα πολλα ποδια, χωρισμενα απο απειροελαχιστα βηματα! Εννοειται πως ολοι ειναι με φρακο. Προχωραμε τραλαλα, ο ανεμος φυσα μεσα απο τα κενα που αφηνουμε εμεις και τα μελη μας. Στα βουνα οι λαιμοι ανοιγουν! Ειναι θαυμα το πως δεν τραγουδαμε.
Franz Kafka, Der Ausflug ins Gebirge

ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ ΦΩΛΙΑΣΜΕΝΟΣ με το μαγουλο -
σ' εσενα, ζωη

Paul Celan

Ο θανατος προσελκυει μια ενικη ρητορικη η οποια τον πολλαπλασιαζει, τον κανει να γινεται ενα ζωντανο φαινομενο, εμπειρια. Μια ενικη ευφραδεια φερνει σε γλωσσα το Ειναι προς τον θανατο. Ο θανατος δεν ειναι ενα απλο τελικο σημειο αλλα ενα μηδενικο σημειο της ζωης, οπου αυτη αρχιζει. Εχει ηδη απο παντα αρχισει να μιλα, να μουρμουριζει, να μιλα εγκαστριμυθα διαμεσου της ζωης. Τριγυρω του ανοιγουν κλαδια τα φαινομενα. [8] Κανει να ευδοκιμουν μεταφορες και μετωνυμιες. Πρωτα αυτη η αναγκαια φαινομενικοτητα κανει τη ζωη να ειναι. Ομως το φαινομενικο δεν ειναι το λαθος, δεν ειναι καποιο αντιθετο του αληθους. Το φαινομενικο δεν νοθευει απλα το Ειναι αλλα κατα εναν τροπο τον κανει να φαινεται, κι ετσι να γινεται γλωσσα. Συζηταει τον θανατο. Ο θανατος ως εμφανες φαινομενο γινεται ιστορια. Η φυση ειναι ηδη απο παντα σμιλεμενη απο την φαινομενικοτητα του θανατου. Η ακτινοβολια, ο ηχος της ευγλωττιας του, υπερκαλυπτει τη βουβαμαρα. Θα πρεπει ν' αφησουμε τον θανατο να μιλησει, να του δωσουμε τον λογο, συνειδητα η ασυνειδητα, μεχρι αυτος να μας αφαιρεσει καθε λογο, να μας κανει αδυνατη καθε εκφραση, καθε δυνατοτητα της εκφρασης, μεχρι να συντηχθει με την αδιαφορη φυση, με τη βουβαμαρα της - σ' εκεινο το αβυσσαλεο, ομως συναμα πολυ συνηθισμενο σημειο, στο τελικο σημειο που εισαγει μια απολυτη παραλυση του λογου, της ομιλιας, της γλωσσας, ενα στομωμενο τιποτα διχως καμια ευφραδεια, που θα ηταν πιο γυμνο απο τη σιωπη.
Το παρον βιβλιο διαγραφει μερικα, ομως οχι οποιαδηποτε ειδη θανατου, τουτεστιν εκεινα που μοιαζουν να βρισκονται πιο κοντα στον θανατο, πιο ομοια, αντι να τον θαμπωνουν με μια ακαμπτη φαινομενικοτητα, να τον προσεγγιζουν ασυμπτωτικα, να φωλιαζουν σ' αυτον. Θα ηταν ευφραδη συμπτωματα αυτης της ασυμπτωτικης φωλευουσας κινησης. Μια μιμηση του θανατου που ομως μεσα της διατηρει παντα μια διαφορα, μια μη ταυτοτητα, που κανονιζει καθε μεμονωμενη ρητορικη. Ολα τα μιμητικα, ασυμπτωτικα συμπτωματα παραπεμπουν σ' εκεινον τον τροπον τινα ουτοπικο τοπο οπου αφυπνιζεται Κανεις. Οι ακολουθες σκεψεις για τον θανατο ειναι καθοδον προς μια Κανενολογια.
Περισσοτερα

Φιλοσοφια του Ζεν-Βουδισμου [Philosophie des Zen-Buddhismus, 2002]
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Προλογος
Θρησκεία δίχως θεό
Κενό
Κανείς
Κατοίκηση στο πουθενά
Θάνατος
Φιλότητα
Περισσοτερα
Διγλωσσο


Πληγιασμενη απο τα ονειρα [Wundgeträumt, εμβολιμοι στιχοι στο θεατρο μουσικης δωματιου "Mondschatten" ("Ισκιος του φεγγαριου") της Younghi Pagh-Paan
2004]
Κολωνος. Η Αντιγονη στον Οιδιποδα:
Δικασε τους θεους,
Σκοτωσε τους.
Αδιαφοροι ειναι για τους ανθρωπους,
Αυτοι οι θεοι μας χτυπανε
πληγη στην πληγη.
Πληγιασμενη απ' τις πορειες
Πληγιασμενη απο το κλαμα
Πληγιασμενη απο τα ονειρα
Καταπληγιασμενη ειν' η ψυχη σου.
Ανασανε μες απο τις πληγες σου!
Ασε τις πληγες σου ν' ανθισουν!
Η πληγιασμενη σου κεφαλη ακομα
Δεν ειναι προσωπο του κανενα,
Ηλιος και φεγγαρι,
Του φωτος και της σκιας
Η φιλικη αλλαγη
Δεν καθρεφτιζονται πανω της.
Η ψυχη σου ειναι
Πια μονο φορτος.
Μεχρι τον θανατο
Θα την υποφερεις.
Κοψε την, την ψυχη σου.


Υπερπολιτισμικοτητα [Hyperkulturalität, 2005]
Πολιτισμός και παγκοσμιοποίηση

Κι όμως το ανθρώπινο άγχος εμπρός στο νέο είναι συχνά τόσο μεγάλο όσο το άγχος εμπρός στο κενό, ακόμα κι αν το νέο είναι το ξεπέρασμα του κενού. Γι' αυτό οι πολλοί εκείνοι βλέπουν μόνο μια αταξία χωρίς νόημα εκεί που στην πραγματικότητα ένα νέο νόημα αγωνίζεται για την τάξη του. Βέβαια ο παλιός νόμος σωριάζεται, και μαζί του ένα ολόκληρο σύστημα από παραδεδομένα μέτρα, νόρμες και συσχετίσεις. Και πάλι όμως τούτο δεν σημαίνει ότι το ερχόμενο είναι κάτι το άμετρο ή ένα μηδέν εχθρικό σε νόμους. Ακόμα και στον αδυσώπητο αγώνα παλιών και νέων δυνάμεων γεννιούνται δίκαια μέτρα και διαμορφώνονται διαστάσεις με νόημα.

Ακόμα κι εδώ είναι θεοί, και κρατούν.
Μέγα είναι το μέτρο τους.

                                   Carl Schmitt
ΤΟΥΡΙΣΤΑΣ ΜΕ ΧΑΒΑΝΕΖΙΚΟ ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ
                                                          Where do you want to go today?
                                                          Microsoft
Ο Βρετανός εθνολόγος Nigel Barley κάποτε εξέφρασε την εικασία ότι το "αληθινό κλειδί του μέλλοντος" βρίσκεται στο ότι "βασικές έννοιες όπως ο πολιτισμός θα πάψουν να υπάρχουν". Αφού είμαστε, συνεχίζει ο Barley, "όλοι λίγο-πολύ τουρίστες με χαβανέζικα πουκάμισα". Μήπως μετά το τέλος του πολιτισμού ο άνθρωπος λέγεται "τουρίστας"; Ή μήπως επιτέλους ζούμε σ' έναν πολιτισμό που μας δίνει την ευκαιρία να ξεχυθούμε σαν χαρωποί τουρίστες στον κόσμο πέρα; Πώς μπορεί τότε να περιγραφεί αυτός ο νέος πολιτισμός;
Περισσοτερα
Διγλωσσο


Απο το Ο Hegel και η δυναμη [Hegel und die Macht, 2005]
Μια δοκιμη για την φιλοτητα
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Δεν ειναι παντοτε αναγκαιο να ενσωματωνεται το αληθινο• ηδη αρκει να αιωρειται τριγυρω πνευματικα και να προκαλει συμφωνια οταν, σαν χτυπος καμπανας, κυματιζει σοβαρα και φιλικα μες απο τους αιθερες.
                                                                                                                                            Johann Wolfgang Goethe
Το παρον βιβλιο διερευνα την εσωτερικη ζωη της φιλοσοφιας του Hegel καθως την φωτιζει ως προς το φαινομενο της δυναμης. Η δυναμη δεν ειναι περιθωριακος δομικος λιθος του συστηματος του Hegel αλλα η εσωτερικη του συσταση. Θα πρεπει να παρουσιαστει μ' ολη της την πολυπλοκοτητα, τοσο στη λαμψη οσο και στα ορια της. Συγχρονως η διερευνηση του πνευματος του Hegel με την οπτικη της δυναμης εξυπηρετει μιαν αλλη δοκιμη. Θα καταστησει ορατες μορφες του ειναι οι οποιες, στο εκτυφλωτικο φως της δυναμης, δεν μπορουν να φανουν.
Συχνα η δυναμη εξομοιωνεται επιπολαια με καταναγκασμο, καταπιεση η βια. Σιγουρα μπορει να αποκτα καποια στοιχεια βιας. Ομως δεν εγκειται σ' αυτην. Η δυναμη που παρουσιαζεται επιβλητικη δεν ειναι αναγκαστικα και δυναμη που βιαζει. Ακριβως εκει που η σκεπη και το περιβαλλον της δυναμης καταρρεουν, ξεσπουν διαφορες μορφες της βιας, αυτη γινεται εξοφθαλμη. Η βια απομονωνει. Η δυναμη ενωνει. Της παροντικοτητας της βιας προηγειται παντα μια υποχωρηση της δυναμης. Ουτε την ελευθερια η δυναμη δεν την αποκλειει. Το μεγαλειο της δυναμης δεν δειχνεται στο οχι αλλα στο ναι,ακριβεστερα στην πολυπτυχη τροπη του οχι στο ναι. Η ιδιαιτερη μορφη εκφρασης της δυναμης δεν ειναι η διχονοια αλλα η ομονοια. Κατα τουτο διαφερει ριζικα απο την βια και την καταπιεση. Η δυναμη, παρα την λαμπροτητα και την λαμψη, μαλιστα παρα μια ορισμενη ωραιοτητα, δεν εξαντλει το ειναι. Μαλιστα το φως της καλυπτει αλλες μορφες της λαμπροτητας, η τις κανει φωτα απατηλα. Η δοκιμη επανω στην φιλοτητα ξεκινα για την αναζητηση μιας αλλης λαμψης του ειναι.
Η δυναμη χαρακτηριζει επισης μια ιδιαιτερη σχεση με τον αλλο. Καθιστα τον ενα ικανο να συνεχιζει τον εαυτο του στον αλλο. Ετσι θεσπιζει μια συνεχεια του εαυτου. Ομως δεν εχει ως προϋποθεση τη βια και την καταπιεση. Πολυ περισσοτερο η δυναμη ειναι μεγιστη εκει που ο αλλος υποτασσεται στον πρωτο ελευθερα. Η υποταγη δεν εγκειται αναγκαστικα στην καταπιεση. Ετσι η "ελευθερη δυναμη", για την οποια γινεται λογος στον Hegel, δεν ειναι οξυμωρο σχημα αλλα, τη στιγμη οπου η δυναμη ανερχεται στην υψιστη μορφη της, πλεονασμος. Ο αλλος λεει ναι στον πρωτο, που εκτεινεται προς αυτον. Το απεριοριστο του ναι ειναι η απειροστικοτητα της δυναμης. Ο δυναμικος λογος του Hegel "Εισαι σαρκα απο τη σαρκα μου" επισφραγιζει τη συνεχεια του εαυτου. Ομως ο δυναμικος λογος δεν ειναι ο τελευταιος λογος, ουτε και ο λογος
ο οριστικος. Απεναντι στον δυναμικο λογο του Hegel, ο οποιος προβαλλει ως λογος της ελευθεριας, η και ως λογος της αγαπης, το παρον βιβλιο επιχειρει να καταστησει ακουστο εναν αλλο λογο ο οποιος λαμπει παρα, και μαλιστα δια της απουσιας της δυναμης. Στρεφεται προς εναν λογο φιλικο.
Περισσοτερα (διγλωσσο)


Από το Τι είναι δύναμη; [Was ist Macht?, 2005]
Δύναμη είναι η ικανότητα του εμβίου όντος, εν μέσω πολλών και ποικίλων διαπλοκών να μην χάνει τον εαυτό του στο άλλο, μα μέσα από αρνητικές εντάσεις να έχει τη συνέχεια του εαυτού του. Είναι »η δυνατότητα της αυτοκατάφασης παρά την εσωτερική και εξωτερική άρνηση«. Αντίθετα όποιος δεν είναι ικανός να μένει στην άρνηση, να την εγκλείει στον εαυτό του, έχει μόνο μικρό δυναμικό του είναι. Έτσι, ως προς το δυναμικό του είναι, >θεός< και νευρωτικός είναι αντίθετοι μεταξύ τους: »Ο νευρωτικός χαρακτηρίζεται από το ότι μπορεί να εγκλείει στον εαυτό του λίγο μη είναι μόνο• εμπρός στον κίνδυνο του μη είναι καταφεύγει στο μικρό, στενό του κάστρο. Ο μέσος άνθρωπος μπορεί να φέρει εντός του μη είναι σε περιορισμένο βαθμό, ο δημιουργικος άνθρωπος σε μεγάλο και ο θεός, συμβολικά, σε άπειρο βαθμό. Η αυτοκατάφαση ενός όντος παρά το μη είναι, είναι η έκφραση του δυναμικού του είναι του. Μ' αυτά φτάσαμε στη ρίζα της σύλληψης της δύναμης.«
Περισσοτερα (διγλωσσο)


Αφορισμοι
Ακριβως η εφεση χανει τον δρομο.
*
Η ευτυχης ημερα ειναι η βαθια καθ-ημερα που ησυχαζει στον εαυτο της.
*
Η κενοτητα ειναι το ανοιχτο που επιτρεπει μια αμοιβαια διεισδυση. Θεσπιζει φιλοτητα.
*
Καθε αναζητηση ενος ιδιαιτερου Επεκεινα κανει καποιον να ξεφευγει απο τον δρομο.
*
Το νερο ειναι ... των σοφων σωμα και πνευμα.


Απο το Καλη διασκεδαση [Gute Unterhaltung, 2007]
Μια αποδομηση της ιστοριας των παθων στη Δυση
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Προλογος
Γλυκος σταυρος
Ονειρα πεταλουδων
Για το λουσσο
Satori
Το Ειναι ως παθη
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Χαρακτηριστικο της ειναι τα παθη. Η μουσικη δεν πασχει μεσα στον ανθρωπο, δεν παιρνει μερος στις ιδιες τις πραξεις και στις συγκινησεις του: υποφερει γι' αυτον [...]. Η μουσικη εναποθετει σωματικα [...] στους ωμους του ανθρωπου τα παθη που επιφυλασσουν τ'αστρα γι' αυτον.
Theodor W. Adorno
Το γραψιμο ως μορφη προσευχης
Franz Kafka

Σημερα, με την απανταχου παρουσια της διασκεδασης, κανει την εμφανιση του κατι το θεμελιακα νεο. Δρομολογειται μια βασικη μεταβολη της εννοησης του κοσμου και της πραγματικοτητας. Στην εποχη μας η διασκεδαση αναδεικνυεται σ' ενα νεο παραδειγμα, μαλιστα σε μια νεα φορμουλα του Ειναι, η οποια κρινει τι εχει θεση στον κοσμο και τι οχι, μαλιστα τι ειναι καν. Ετσι η ιδια η πραγματικοτητα εμφανιζεται ως ιδιαιτερη πραγματωση της διασκεδασης.
Η καθολικοποιηση της διασκεδασης εχει ως επακολουθο εναν ηδονιστικο κοσμο, ο οποιος ερμηνευεται απο τον κοσμο των παθων ως παρακμη, ως κατι μηδαμινο, μαλιστα ως μη-ειναι και υποβαθμιζεται. Ομως κατα βαση παθη και διασκεδαση δεν ειναι τελειως διαφορετικα. Η απολυτη ανοησια της διασκεδασης γειτνιαζει οντως με το απολυτο νοημα των παθων. Το χαμογελο του τρελλου εχει μια αποκοσμη ομοιοτητα με το παραμορφωμενο απο τον πονο προσωπο του homo doloris. Αυτο το παραδοξο ειναι που θα παρακολουθησουμε.
Περισσοτερα (Η μεταφραση ατελης)

Απ-oυσια [Abwesen, 2007]
Πoλιτισμος και φιλoσoφια τnς Απω Αvατoλης
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Προλογος
Ουσια και απ-ουσια - Κατοικηση πουθενα
Κλειστο και Ανοιχτο - Χωροι της απ-ουσιας
Φως και σκια - Αισθητικη της απ-ουσιας
Γνωση και βλακεια - Καθοδον προς τον παραδεισο
Στερια και θαλασσα - Στρατηγικες της νοησης
Πραξη και συμβαν - Περαν ενεργητικου και παθητικου
Χαιρετισμος και υποκλιση - Φιλοτητα
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Μια χωρα οπου καποιος που λεει 'εγω' βυθιζεται γοργα μεσα στη γη.
Elias Canetti
Στη Δυση για πολυ καιρο το ξενο ηταν αντικειμενο βιαιου αποκλεισμου η ιδιοποιησης. Δεν ηταν παρον στο εσωτερικο του δικου. Και σημερα; Υπαρχει ακομα το ξενο; Σημερα κανεις τεινει να αφεθει στην πιστη πως καπου ολα μοιαζουν μεταξυ τους. Ετσι το ξενο και παλι εξαφανιζεται στο εσωτερικο του δικου. Ισως δεν θα ηταν κακο να πιστεψει κανεις πως οντως υπαρχει εκεινη n χωρα "οπου καποιος που λεει "εγω" βυθιζεται γοργα μεσα στη γη". Ειναι ιαματικο να κρατησει κανεις για τον εαυτο του εναν ελευθερο χωρο για το ξενο. Αυτο επισης θα ηταν εκφραση της φιλοτητας, η οποια καθιστα δυνατο και το οτι κανεις γινεται αλλιως ο ιδιος.1 Το παρον βιβλιο παρουσιαζει εναν ξενο πολιτισμο, εναν πολιτισμο της απ-ουσιας, o οποιος στους κατοικους του δυτικου πολιτισμου, που ειναι προσανατολισμενος στην ουσια, θα φανει πολυ παραξενος.
Περισσοτερα


Απο το Ευωδια του χρονου [Duft der Zeit, 2009]
Ενα φιλοσοφικο δοκιμιο για την τεχνη της σχολης
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Προλογος
Λαθος χρονος
Χρονος χωρις ευωδια
(Ταχυτητα της ιστοριας)
(Απο την εποχη του εμβατηριου στην εποχη του βομβου)
(Παραδοξοτητα του παροντος)
(Ευωδατος κρυσταλλος του χρονου)
(Εποχη του αγγελου)
Ευωδατο ρολοϊ: μια συντομη παρεκβαση στην αρχαια Κινα
(Κυκλιος χορος του κοσμου)
(Η οσμη του ξυλου της βαλανιδιας)
Η βαθια πληξη
Vita contemplativa
Ι. Μια συντομη ιστορια της σχολης
(2. Διαλεκτικη κυριου και δουλου)
(3. Vita activa, η περι της ζωης της δρασης)
4. Η vita contemplativa, η περι της στοχαστικης ζωης
Οπισθοφυλλο
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Η σημερα υφισταμενη κριση του χρονου δεν καλειται επιταχυνση. Η εποχη της επιταχυνσης ηδη εχει περασει. Ο,τι σημερα αντιλαμβανομαστε ως επιταχυνση ειναι μονο ενα απο τα συμπτωματα του διασκορπισμου του χρονου. Η σημερινη κριση του χρονου αναγεται σε μια δυσχρονια που οδηγει σε ποικιλλες διαταραχες και παρανοησεις του χρονου. Στον χρονο λειπει ενας ρυθμος που να βαζει σε ταξη. Ετσι ξεφευγει απο το μετρο. Η δυσχρονια κανει τον χρονο τροπον τινα να σβουριζει. Η αισθηση πως η ζωη επιταχυνεται, στην πραγματικοτητα ειναι μια αντιληψη του χρονου που σβουριζει ατακτα.
Η δυσχρονια δεν ειναι το αποτελεσμα της επιτεταμενης επιταχυνσης. Υπευθυνη για την επιταχυνση ειναι προπαντων η ατομικοποιηση του χρονου. Σ' αυτην αναγεται και η αισθηση πως ο χρονος περνα πολυ πιο γοργα απο παλιοτερα. Λογω του χρονικου διασκορπισμου δεν ειναι δυνατη καμια εμπειρια της διαρκειας. Τιποτα δεν συγκρατει τον χρονο. Η ζωη δεν εμπεδωνεται πλεον στο μορφωμα της ταξης, η στις συντεταγμενες που θεσπιζουν μια διαρκεια. Φευγαλεα κι εφημερα ειναι και τα πραγματα με τα οποια κανεις ταυτιζεται. Ετσι κανει γινεται ριζικα παροδικος ο ιδιος. Η ατομικοποιηση της ζωης συμβαδιζει με μια ατομιστικη ταυτοτητα. Κανεις εχει μονο τον εαυτο του, το μικρο εγω. Κανεις τροπον τινα αδυνατιζει ως προς χωρο και χρονο, μαλιστα ως προς κοσμο, ως προς συνειναι. Η ανεχεια ως προς κοσμο ειναι δυσχρονικο φαινομενο. Κανει τον ανθρωπο να συρρικνωνεται στο μικρο του σωμα, το οποιο προσπαθει να κραταει υγιες μ' ολα τα μεσα. Αφου αλλιως δεν εχει απολυτως τιποτε. Η υγεια του ευθραυστου κορμιου του υποκαθιστα κοσμο και θεο. Τιποτα δεν διαρκει περαν του θανατου. Ετσι σημερα πεφτει σε καποιον ιδιαιτερα βαρυ να πεθανει. Και γερναει διχως να γινει γερος.
Το παρον βιβλιο παρακολουθει ιστορικα και συστηματικα τις αιτιες και τα συμπτωματα της δυσχρονιας. Ομως συλλογαται και τις δυνατοτητες μιας αναρρωσης. Εδω αναζητουνται μεν ετεροχρονιες η ουχρονιες, ομως η παρουσα μελετη δεν περιοριζεται στην ανευρεση και στην αποκατασταση αυτων των ασυνηθιστων η μη καθημερινων τοπων της διαρκειας. Πολυ περισσοτερο μεσω μιας ιστορικης ανασκοπησης εφισταται προοπτικα η προσοχη στο οτι η ζωη, μεχρι και την καθημερινοτητα, πρεπει να παρει αλλη μορφη ωστε να αποσοβηθει εκεινη η κριση του χρονου. Δεν πενθειται η εποχη της αφηγησης. Το τελος της αφηγησης, το τελος της ιστοριας δεν χρειαζεται να συνεπιφερει ενα χρονικο κενο. Πολυ περισσοτερο διανοιγει τη δυνατοτητα ενος χρονου ζωης που βγαινει διχως θεολογια και τελεολογια, που και παλι εχει μια ευωδια δικη του. Ομως προϋποθετει μια αναζωογονηση της vita contemplativa.
Η σημερινη κριση του χρονου συσχετιζεται πρωτευοντως με την απολυτοποιηση της vita activa. Αυτη οδηγει σε μια επιταγη της εργασιας η οποια υποβαθμιζει τον ανθρωπο σε animal laborans. Η υπερκινητικοτητα της καθημερινοτητας αφαιρει απο την ανθρωπινη ζωη καθε στοιχειο στοχαστικοτητας, καθε ικανοτητα να εχεις καιρο. Οδηγει σε απωλεια κοσμου και χρονου. Οι λεγομενες στρατηγικες επιβραδυνσης δεν παραμεριζουν αυτην την κριση του χρονου. Μαλιστα συγκαλυπτουν το ιδιως προβλημα. Αναγκη ειναι μια αναζωογονηση της vita contemplativa. Η κριση του χρονου θα εχει ξεπεραστει πρωτα την στιγμη που η vita activa στην κριση της προσλαβει και παλι την vita contemplativa εντος της.
Περισσοτερα


Περι φαντασματων και αλλων απουσιαζοντωνμ [About ghosts and other absentees. Στη ζωγραφικη συλλογη της Moki "How to disappear", 2010]
Περισσοτερα


Κοινωνια της κοπωσης [Müdigkeitsgesellschaft, 2010]
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Η νευρωνικη βια
Περαν της κοινωνιας της πειθαρχιας
Η βαθια πληξη
Vita activa
Παιδαγωγικη του βλεμματοσ
Η περιπτωση bartleby
Κοινωνια της κοπωσης
Πισω αυτι
Οπισθοφυλλο
Περισσοτερα


Απο το Τοπολογια της βιας [Topologie der Gewalt, 2011]
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Πρωτο Μερος. ΜΑΚΡΟΦΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΒΙΑΣ
1. Τοπολογια της βιας
2. Αρχαιολογια της βιας
3. Ψυχη της βιας
4. Πολιτικη της βιας
Δευτερο Μερος. ΜΙΚΡΟΦΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΒΙΑΣ
4. Βια της διαφανειας
5. Το medium ειναι mass-age
6. Ριζωματικη βια
Περισσοτερα


Κοινωνια της διαφανειας [Transparenzgesellschaft, 2012]
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Κοινωνια του θετικου
Κοινωνια της εκθεσης
Κοινωνια του εμφανους
Κοινωνια πορνο
Κοινωνια της επιταχυνσης
Κοινωνια του ενδομυχου
Κοινωνια της πληροφοριας
Κοινωνια της αποκαλυψης
Κοινωνια του ελεγχου
Περισσοτερα

Προθανατια αγωνια του ερωτα [Agonie des Eros, 2012]
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Melancholia
Να μην μπορεις να μπορεις
Η απλως ζωη
Πορνο
Φαντασια
Πολιτικη του ερωτος
Το τελος της θεωριας
Περισσοτερα


Σχολιο στην συνεντευξη του Byung-Chul Han στην Zeit
"Tut mir leid, aber das sind Tatsachen" ["Λυπαμαι, ομως αυτα ειναι τα δεδομενα"]


(4η Τεταρτη του μηνα 21.00-23.00, Ανοιχτο)

Δρομοι του σωματος και ψυχη

Φυσικο σωμα και ζωντανο σωμα (Απο το: 
Ενας καλος ταξιδιωτης δεν αφηνει πισω του ιχνη / Λογοτεχνια και ψυχαναλυση / Απο το Ο Hegel και η δυναμη)

Γυναικα και Αντρας: Το αρχαϊκο Οιδιποδειο (
Το Οιδιποδειο Συμπλεγμα, Καταστροφη)
(2η Τεταρτη του μηνα 21.00-23.00 Ανοιχτο)

Robert Rauschenberg, Satori

Λογοτεχνια και ψυχαναλυση

Καβαφης, Τυψις

 Τριτη 21.00-22.00 (Εβδομαδιαιο, Ψυχιατροι - Ψυχολογοι)

Οφηλια του Millais
Οφηλια του Millais
Οφηλια της Moki
Οφηλια της Moki
[Ομιλια στο Εργοταξιο Ιδεων, Βυζιτσα Πηλιου, Αυγουστος 2014]

PDF (με μορφοποιηση)

1. Byung-Chul Han, Περι φαντασματων και αλλων απουσιαζοντων
2. Φαντασματα... 
Στοιχειωμενη γλωσσα. Το ιχνος ως η υπογραφη 
Στοιχειωμενη φυση. Πως να εξαφανιζεσαι. 
Στοιχειωμενος χωρος. Ασε τα χερια σου να ταξιδεψουν. 
3. Ψυχαναλυση 
Στοιχειωμενη συναντηση 


1. Byung-Chul Han, Περι φαντασματων και αλλων απουσιαζοντων

Μια ωραια ρηση του Laozi λεει: Ενας καλος ταξιδιωτης δεν αφηνει πισω του ιχνη. Μα πως μπορει κανεις να περπατα και να μην αφηνει πισω του ιχνη; Προτου πατησεις το ενα ποδι στο εδαφος, θα επρεπε να ειχες σηκωσει το αλλο, κι αυτο θα ηταν αδυνατο. Δεν γινεται να περπατας χωρις να αγγιζεις το εδαφος. Επομενως μοιαζει οτι ο Laozi απαιτει το αδυνατο. Η, ζηταει να αιωρουμαστε. Αυτοι που αιωρουνται, αυτοι που τριγυρνουν αιωρουμενοι, οντως δεν αφηνουν πισω τους ιχνη. Τα φαντασματα αιωρουνται επισης. Ειναι γνωστο οτι τα φαντασματα δεν βαδιζουν παρατεταγμενα σε γραμμες με τακτικο βημα.
Το Ο νομος της γης του
Carl Schmitt
(Nomos der Erde) ξεκινα με εναν υμνο της γης. Προπαντων υμνει την γη για την συσταση της, η οποια επιτρεπει να χαραζονται πανω της σταθερες γραμμες· και, λογω του συμπαγους της, καθισταται δυνατο να καθιερωνονται σαφη ορια, σταθεροι κανονες και θεσεις, συμπαγη πλαισια και διαφοροποιησεις. Το συμπαγες της γης καθιστα δυνατο να χτιζονται πανω της συνορα, τοιχοι, σπιτια και οχυρα: εδω γινονται εμφανη οι κανονες και η θεση της κοινωνικης υπαρξης του ανθρωπου. Οικογενεια, συγγενεις, φυλη και κοινωνικη ταξη, τα ειδη των αποκτηματων και η γειτονια, καθως και οι μορφες της δυναμης και των κανονων ειναι σε κοινη θεα. Περιουσια, αποκτηματα, δυναμη, κανονες, νομοι, ταξη και θεση, ολα οφειλονται στην ιδιαιτερη συσταση της γης. Ο Schmitt αντιπαραβαλλει την σταθερη επιφανεια της γης με την θαλασσα: η θαλασσα δεν γνωριζει καμια τοσο εμφανη οντοτητα [...] ταξης και τοπου. [...] Ουτε επιτρεπει η θαλασσα [...] να χαραχτουν επανω της σταθερες γραμμες. Ειναι ενδιαφερον οτι κατοπιν παρατηρει πως τα πλοια που ταξιδευουν στην θαλασσα δεν αφηνουν ιχνη. Η θαλασσα δεν εχει χαρακτηριστικα με την πρωταρχικη εννοια της λεξης χαρακτηρ, που σημαινει ενσωματωμενο, σκαλιστο, η εγχαραγμενο. Επομενως η θαλασσα, λογω της ελλειψης σταθεροτητας, δεν εχει χαρακτηρα. Και αυτο ειναι που καθιστα τον θαλασσοπορο ικανο να μην αφηνει πισω του ιχνη. Ο Carl Schmitt εχει γενικα μια φοβια για την θαλασσα και το νερο. Επισημαινει μια προφητεια του Βιργιλιου, οπου προεβλεψε οτι στην επερχομενη εποχη της ευτυχιας δεν θα υπαρχουν πλεον θαλασσοπορειες και οτι στην Αποκαλυψη του Ιωαννου αυτος προκηρυξε εναν νεο κοσμο που θα καθαιρονταν απο την αμαρτια και στον οποιο δεν θα υπηρχαν ωκεανοι.
Ο Carl Schmitt ειναι ενα ειδικα χερσαιο πλασμα με την εννοια οτι σχεφτεται μονο σε ορους σταθερων διακρισεων, διχοτομικων η δυαδικων αντιθετων, και δεν εχει καμια κατανοηση για το μη αποφασισμενο, η το αδιορατο. Συμφωνα με την θεωρια του η υπαρξη βασιζεται σε καθαρα ορια και σταθερα περιγραμματα, σε ακλονητη ταξη και αρχες. Αυτος ειναι ο λογος που γι' αυτον το νερο ειναι τοσο ενοχλητικο και αποκοσμο. Δεν επιτρεπει καθαρες οριοθετησεις η διαφοροποιησεις και, στο πολιτικο επιπεδο, καθιερωση σταθερων εθνικων η εδαφικων συνοριακων γραμμων.
Αυτο που ειναι ενδιαφερον στον Carl Schmitt ειναι οτι δεν πιστευει απλοϊκα σε μια σταθερη ταξη, αλλα προσκολλαται σ' αυτην εμπρος στην γενικη παρακμη, και προσπαθει να χτισει ψηλους τοιχους επανω σ' ενα εδαφος που εχει ηδη αρχισει να σειεται. Η σκεψη του Carl Schmitt ερχεται μεσα απο την καρδια μιας φυγοκεντρης δυναμης που διασκορπιζει την σταθερη ταξη και παρεκκλινει απο τον αρχικο δρομο της. Αισθανεται να απειλειται υπαρξιακα απο μια στοιχειωμενη αναποφασιστικοτητα και ελλειψη διακρισης. Στο εργο του 1919 Πολιτικος ρομαντισμος συνοψισε με μια δραματικη γλωσσα την κατασταση στην οποια περιηλθε ο κοσμος: συνεχεις νεες ευκαιριες δημιουργουν εναν συνεχως νεο, ομως βραχυβιο κοσμο, εναν κοσμο χωρις υποσταση [...] χωρις δυναμικη ηγεσια, χωρις συμπερασμα και χωρις ορισμο, χωρις αποφαση, χωρις μια μερα τελικης κρισης, που συνεχιζεται επ' αοριστον, οδηγημενος μονο απο το μαγικο χερι της τυχης [...] Γι' αυτον ενας κοσμος χωρις υποσταση, ενας κοσμος χωρις σταθερη διαφοροποιηση, χωρις καθαρα περιγραμματα, συμπαγεις τοιχους και φραγματα, ειναι ενας κοσμος στοιχειωμενος.
Απο την αλλη για τον Laozi η υπαρξη χωρις δυναμικη ηγεσια, οριστικους ορισμους και συμπερασματα, θα ηταν ενας ξεγνοιαστος περιπατος που δεν θα αφηνε πισω του ιχνη. Ο Carl Schmitt απορριπτει με ολη του την δυναμη την σκεψη ενος κοσμου χωρις υποσταση. Με καθε μεσον προσπαθει να αποκρουσει το στοιχειωμενο χερι της τυχης. Ο Carl Schmitt, σε προχωρημενη ηλικια, αισθανοταν καταδιωκομενος απο φωνες και θορυβους, ακομα κι απο φαντασματα. Αισθανομενος οτι ηταν στο ελεος αυτων των αποκοσμων θορυβων, επαναδιατυπωσε την περιφημη φραση του για την ανωτατη δυναμη: Μετα τον Πρωτο Παγκοσμιο Πολεμο ειπα "Κυριαρχος ειναι αυτος που κυβερνα σε κατασταση εκτακτης αναγκης." Μετα τον Δευτερο Παγκοσμιο Πολεμο, καταπροσωπο με τον θανατο, λεγω τωρα "Κυριαρχος ειναι αυτος που κυβερνα τα κυματα στο διαστημα." Επομενως το κυριαρχο ατομο ειναι αυτο που εχει την εξουσια επανω στα φαντασματα. Αυτο παντως ειναι μια απελπιδα επιχειρηση. Αναφερθηκε οτι ο Schmitt σ' ολη του την ζωη φοβοτανε τα κυματα. Αποδιωξε απο το δωματιο του και την τηλεοραση και το ραδιοφωνο, ωστε τιποτα απροσκλητο να μην μπορει να εισβαλει στον χωρο του απο τον αερα. Ο τοιχος, μια αρχαϊκη εγκατασταση που ανηκει στον Νομο της γης, δεν μπορει να συγκρατησει τα κυματα που αιωρουνται στον αερα και διαφευγουν καθε συλληψης, καθε συνορου, καθε προσπαθειας να καθηλωθουν σε μια ορισμενη θεση.
[...]
Και ο Carl Schmitt, κατα την καταρρευση, σκεφτοταν την παλια ταξη. Διανοιγε τον δρομο του μεσα απο ολοκληρους στρατους φαντασματων. Τα φαντασματα εμφανιζονται οταν το σταθερο πλαισιο της παλιας ταξης αρχιζει να αποσυντιθεται. Οσο περισσοτερο σθεναρη ειναι η ταξη, τοσο πιο θορυβωδη γινονται τα φαντασματα. Τα κυματα, απο τα οποια ο Schmitt νοιωθει να καταδιωκεται, ειναι οι δονησεις της παρακμης. Απο την αλλη, τα φαντασματα ειναι επισης αγγελιοφοροι απο το περαν του τοιχου, το οποιο ενδεχομενως θα εφερνε την σωτηρια. Κανεις θα μπορουσε να δανειστει λεξεις απο τον Heidegger η τον Hölderlin και να τις χρησιμοποιησει εκτος των συμφραζομενων και να πει: Οπου υπαρχει κινδυνος, βλασταινει και το σωτηριο.
Το φαντασμα, ηδη στην ετυμολογικη του προελευση, εχει επανω του κατι το αντιφατικο, η το αμφιθυμικο. Η λεξη φαντασμα (Gespenst) σχετιζεται με την λεξη της Παλαιας Υψηλης Γερμανικης spanan, που σημαινει βαζω σε πειρασμο, δελεαζω, πειράζω η πειθω. Επομενως το φαντασμα ειναι και δελεαστικο και ανησυχητικο. Θα εικαζαμε οτι ειναι τοσο δελεαστικο γιατι φερνει στον νου οπτασιες πραγματων που καποτε μας αποτραπηκε να δουμε, πραγματα που ειτε επρεπε να κατασταλουν ειτε να αποβληθουν απο την παρουσια μας. Κατα μια εννοια το φαντασμα ειναι ενα revenant, ενα προσωπο που γυρισε απο τους νεκρους, που ξεπερνα τους τοιχους της καταστολης και της προγραφης, τους τοιχους του διαχωρισμου και του αποκλεισμου. Οφειλει την δυναμη του να σαγηνευει σ' αυτην την επιδραση του revenant, στην συγχρονικοτητα παρουσιας και απουσιας. Επιτυγχανει να γινει οπτασια, ομως οπτασια απο κατι που βασικα θα επρεπε να ειναι απον. Στο συντακτικο του φαντασματος υπαρχει μια εμφατικη διακριση αναμεσα σ' αυτο που πρεπει να ειναι και σ' αυτο που δεν επιτρεπεται να ειναι.
[...]
Η σκεψη της Απω Ανατολης δεν γνωριζει καμια αναλλοιωτη δομη της ταξης. Καθε τι εννοειται σε ορους αλλαγης και εξελιξης. Δεν υπαρχει τιποτα στο οποιο κανεις θα προσδενονταν γερα. Που σημαινει: ενας καλος ταξιδιωτης δεν αφηνει πισω του ιχνη. Και τα φαντασματα δεν αφηνουν πισω τους ιχνη. Ενα ιχνος ειναι το αποτυπωμα μιας καταναγκαστικης καθηλωσης. Αυτοι που αιωρουνται δεν αφηνουν πισω τους ιχνη. Στην σκεψη της Απω Ανατολης καθε τι ειναι ρευστο. Κι αυτος ειναι ο λογος που η εξυμνηση του νερου ειναι θεμελιακα ενσωματωμενη μεσα της. Το νερο μεταβαλλει συνεχως την μορφη του για να ταιριαξει σε οποιαδηποτε κατασταση συναντησει. Το νερο δεν γνωριζει περιορισμους της ταυτοτητας. Η σκεψη της Απω Ανατολης, λογω της ελλειψης σε περιορισμους της ταυτοτητας, παρεχει στα φαντασματα περισσοτερο χωρο. Καθε τι ειναι περισσοτερο ανεσταλμενο απ' ο,τι στην Δυση. Σε μεγαλυτερη κλιμακα, καθε τι ειναι διχως ουδο και μεταβαση. Σπανια χρησιμοποιουνται συνορα και διαφοροποιησεις. Η φιλοσοφια της Απω Ανατολης δεν κυριαρχειται απο το 'ειτε-ειτε', κυριαρχειται απο το 'οχι μονον αλλα'. Αντιθετα ο Carl Schmitt, ενα χερσαιο πλασμα και πεζοπορος, ηταν ενας υδροφοβικος, φοβουνταν το νερο και την θαλασσα γιατι αυτο το μεσον δεν επιτρεπει καθαρα ορια η διακρισεις, δεν επιτρεπει σκεψη σε διχοτομικες αντιφασεις. Γι' αυτον ο κοσμος που ειναι η Απω Ανατολη θα ηταν ενας κοσμος χωρις υποσταση, ενας κοσμος κατοικουμενος απο φαντασματα. Στο φως ενος τετοιου ρευστου, μετεωρου κοσμου ο Carl Schmitt θα μπορουσε να ειχε πει: "Στην Κινα εχει μονο φαντασματα."
Στην Δυση φαντασματα εμφανιζονται σε μια κριση ταυτοτητας. Ο Jacques Derrida τονιζει οτι, σε μιαν αλλη οπτικη, αυτη η κριση μπορει να ειναι απελευθερωτικη. Η αποδομηση της ειναι η επιστημη των φαντασματων, μια μορφη φασματολογιας. Ερευνα εκεινα τα στοιχεια της "αλλοτριοτητας" που σαν φαντασματα πλανιωνται μεσα στην ταυτοτητα και την βγαζουν απο την ισσοροπια.
Ο Derrida αποδομει το φτιαξιμο μιας ταυτοτητας τονιζοντας τα πραγματα που τρομοκρατουν, που ειναι φοβερα, και τα οποια στην πορεια της διαμορφωσης της ταυτοτητας καταστελλονται για χαρη της φανταστικης της αγνοτητας. Η ταυτοτητα περιτριγυριζεται ουτως ειπειν απο την αυρα των φαντασματων. Ο Derrida διατηρει μια ηρεμια απεναντι στα φαντασματα, η οποια ανακουφιζει την σκεψη απο τους περιορισμους της ταυτοτητας και των νευρωσεων ταυτοτητας. Αντιτασσει την Λογικη του του φαντασματος εναντια ατην λογικη του νου, η οποια συνεχως προσπαθει να αποτιναξει την διαφορα, η την αλλοτριοτητα που βροντα υποκωφα μεσα στην ταυτοτητα του. Το μοττο του αποδομημενου τροπου ζωης ειναι: Μαθε να ζεις 'με' φαντασματα, σε συνομιλια [...] και σε κοινα ταξιδια [...] Να μαθεις να ζεις με φαντασματα θα πει τελικα: να μαθεις να ζεις φιλικα, να δεχεσαι ο,τι τα κανει ανωμαλα και απροβλεπτα, να μην ανεχεσαι παθητικα τις διαφορες τους, αλλα να βοηθας να πληθυνουν. Ισως ειναι δυνατο να ζει κανεις πιο αρμονικα με φαντασματα. [...] Παντως ο κοσμος του Zhuangzhi, η του Laozi ειναι ενας υπεριπταμενος, αιωρουμενος κοσμος χωρις καθαρα περιγραμματα, χωρις οριστικες διακρισεις, χωρις συμπερασματα, αποφασεις η ορισμους
· σ' αυτον τον κοσμο ειναι δυνατο να ταξιδευεις στον χωρο ξεγνοιαστα. Ισως στο μελλον, στην αλλη πλευρα της θεολογιας και της τελεολογιας, η αιωρηση θα γινει ο νεος τροπος περπατηματος, αφηνοντας πισω της τα πιο ακαμπτα βηματα του προσκυνηματος, του στρατιωτικου εμβατηριου και της γραμμικης κινησης προς τα μπρος.


2. Φαντασματα...

Ο ταξιδιωτης αφηνει ιχνη οταν ξεχωριζει και διακρινεται, π.χ. τα παπουτσια του απο το χωμα, η μορφη του απο τις γυρω μορφες, η φωνη του απο τις γυρω φωνες. Δεν αφηνει ιχνη, οχι οταν ειναι ολοτελα ξεχωριστος, π.χ αορατος και αφωνος, αλλα οταν ειναι ολοτελα μετοχος. Που θα πει, οταν δεν υπαρχει αναμεσα σ' αυτον και στο αλλο κανενα οριο - οταν εχει τον τροπο του φαντασματος. Ο τροπος αυτης της ολικης μεθεξης λεγεται στοιχειωμα.
Το φαντασμα, το στοιχειο, στοιχειωνει τον χωρο στο οποιο παρουσιαζεται. "Τον στοιχειωνει" θα πει: οντας ολοτελα ξενο διαπερνα τα ορια του χωρου σαν να μην υπηρχαν, η παρουσια του τον διαποτιζει, κατακρημνιζει την ταυτοτητα του σε μια δινη, σε μια ρουφηχτρα και την εξαφανιζει. Κανει τον χωρο αποκοσμο, αλλοκοτο, μετεωρο, καποτε εφιαλτικο και καποτε παραμυθενιο. Αναλογιστειτε μονο, οσοι το φοβαστε, πως αλλαζει το σπιτι σας οταν ξεπροβαλει ενα ποντικι.
Στην Καταιγιδα του Shakespeare λεει ο Prospero: "Ειμαστε απο υλικο σαν αυτο που 'ναι φτιαγμενα τα ονειρα κι η μικρη μας ζωη κυκλωνεται απο εναν υπνο."

Στοιχειωμενη γλωσσα. Το ιχνος ως η υπογραφη
(Απο το: Byung-Chul Han, Ειδη θανατου)
Τι εννοουσε ο Heidegger ως υπογραφη του; Ποιος υπογραφει, η φερει την ευθυνη για τα γραπτα που εχουν την υπογραφη "Martin Heidegger"; Εννοουσε καν ο Heidegger τον εαυτο του ως συγγραφεα; Ο Heidegger θα ειχε αποφυγει να χρησιμοποιησει την λεξη "Autor", και οχι μονον επειδη ειναι μια ξενικη λεξη. Εκει που οντως εμφανιζεται, πρεπει να παραμεριζει εμπρος στον αυθεντικο υπογραφοντα το εργο. [...]
Στη φανταστικη συνομιλια "Gelassenheit" ["αφεση"... ] βασικα δεν συμβαινει καμια ανταλλαγη γνωμων. Κανεις δεν λεει τη δικη του γνωμη. Κανεις δεν μοιαζει να ενδιαφερεται να υπογραψει τα εκφωνουμενα λογια. Μια παραξενη ελλειψη ενδιαφεροντος συν-τονιζει την πορεια της συνομιλιας. Παντως δεν ειναι απαθεια. Προκειται περισσοτερο για μια εγρηγορση χωρις ενδιαφερον, η χωρις προθεση. Οταν καταμεσις στη συνομιλια επεσαν παλι στη λεξη "Gelassenheit", ο διδασκαλος ερωτα: "L Τι ειναι αυτο που ονοματισατε με το ονομα Gelassenheit; F Το ονομα, αν επιτρεπετε, δεν το χρησιμοποιησα εγω αλλα εσεις. L [76] Οπως εσεις, αλλο τοσο κι εγω δεν επετελεσα την ονομασια. G Ποιος ηταν τοτε; Κανεις απο μας; L Μαλλον. Διοτι στην περιοχη που βρισκομαστε ολα ειναι ενταξει μονο εαν δεν ηταν κανενας."
Στη συνομιλια ο καθενας ειναι κατα ορισμενο τροπο εκτος εαυτου. Κανεις δεν υπογραφει την λεξη "Gelassenheit". Κανεις δεν ηταν εκει, οταν επεσε η λεξη. Καθενας παρευρισκονταν μονο σ' αυτο το συμβαν της λεξης. Η συνομιλια δεν λαμβανει χωρα μεταξυ φορεων απο γνωμες αλλα η συνομιλια δινεται, απροσωπα. Κανεις δεν εχει πει την λεξη "Gelassenheit". Κανεις δεν αναλαμβανει η δεν αξιωνει την πατροτητα. Η λεξη εχει πεσει, ετυχε στην συζητηση γιατι Κανενας ηταν εκει. Η συνομιλια προχωρει οταν "κινουμαστε στις λεξεις ελευθερα" . Η ελευθερια δεν εγκειται στο οτι κανεις εξουσιαζει τον λογο. Πολυ περισσοτερο να κινεισαι στις λεξεις ελευθερα θα πει να χανεσαι στις λεξεις, και μαλιστα ως Κανεις. Η ελευθερια ειναι μια αδιαφορη εγρηγορση οπου κανεις τις λεξεις που ερχονται τις απολυει, η τις προσδεχεται ως δωρεα. Η ελευθερια ειναι η απο-λυση της λεξης. Η λεξη ως δωρεα ερχεται στον αδιαφορο Κανενα, τον μη ενδιαφερομενο για πνευματικη ιδιοκτησια. Η ευθυνη του θα ενεκειτο μονο σ' αυτην την απολυση της δωρεας. [...]

Στοιχειωμενη φυση. Πως να εξαφανιζεσαι.
Ειπα πριν απο λιγο οτι ο ταξιδιωτης δεν αφηνει ιχνη, οχι οταν ειναι ολοτελα ξεχωριστος, π.χ αορατος και αφωνος, αλλα οταν ειναι ολοτελα μετοχος. Η Οφηλια, η ερωμενη του Hamlet. Δυο πινακες, του Millais και της συγχρονης γερμανιδας ζωγραφου Moki
Στον Millais, ενα πτωμα. Χους ει και εις χουν απελευσει, λεγεται. Και τι ειναι πιο κοντα στο χωμα απο εναν νεκρο; Δεν εχουμε εδω μια ολικη μεθεξη της νεκρης με την φυση; Οχι! Το ιχνος που αφηνει η Οφηλια του Millais ειναι ανεξιτηλο. Διοτι ακριβως ως νεκρη φερνει εμπρος στα ματια μας την εικονα της γυναικας που ζουσε, που πεθανε εναν τραγικο, εναν αδικο θανατο σε εναν καιρο που ηταν, με τα λογια του Hamlet, out of joint. Μια υπαρξη ολοτελα διαφορετικη λοιπον απο αυτην του νερου και τις οχθες και την τριγυρω βλαστηση.
Η Οφηλια τωρα της Moki.
Αυτην δεν την παιρνει το ποταμι. Στεκει ακινητη και το ρεμα προσκρουει επανω της και την παρακαμπτει, οπως κανει σ' εναν βραχο. Τα ορια μεταξυ ανθρωπου και βραχου εχουν καταργηθει. Και η καταργηση τους συμβαινει μεσα σε ενα τοπιο αλλοκοτο. Στοιχειωμενο.

Στοιχειωμενος χωρος. Ασε τα χερια σου να ταξιδεψουν.
Heidegger, Σεμινάρια του Zollikon:
[112] Στο εκαστοτε εδω, που ειμαι, το ζωντανο σωμα συμμετεχει παντα, ομως πως; Καθοριζεται το Εδω, που ειμαι, απο τον ογκο του φυσικου μου σωματος; Συμπιπτουν τα περατα του φυσικου και του ζωντανου μου σωματος; Κανεις μπορει το ζωντανο σωμα να το εκλαβει ως φυσικο σωμα. Καθομαι εδω στο τραπεζι και καταλαμβανω τον χωρο που περιβαλλεται απο την επιδερμιδα μου. Ομως τοτε δεν γινεται λογος για το Εδω, που ειμαι, αλλα μονο για την θεση αυτου του φυσικου σωματος σ’ αυτο το σημειο. [...] Δειχνοντας με το δαχτυλο στο παραθυρο εκει περα, δεν τελειωνω στις ακρες των δακτυλων. Που ειναι λοιπον τα περατα του ζωντανου σωματος; [...] Τα περατα του ζωντανου σωματος ειναι ο οριζοντας [...] στον οποιο διαμενω. Γι’ αυτο και η περατωση του ζωντανου σωματος μεταβαλλεται συνεχως με τη μεταβολη της εμβελειας της διαμονης μου.
(Απο σημειώσεις για το
Δρομοι του Σωματος και Ψυχη)
Εδω συναντουμε ενα αλλο χαρακτηριστικο του ζωντανου σωματος: Τα περατα του διαγραφονται απο τον οριζοντα των εκαστοτε αναφορων μου. Μονον μεσα απο μια τετοια εννοηση του ζωντανου σωματος μπορουμε να παρακολουθησουμε πραγματικα εναν ποιητικο λογο, οπως αυτον του Γιωργου Σεφερη απο το ποιημα ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ: "αφησε τα χερια σου αν μπορεις να ταξιδεψουν... / [...] με το καραβι / που αγγιξε τον οριζοντα."
Ετσι εδω δεν πρεπει να φανταστουμε χερια μεταφορικα, καπου σαν ανθρωπακια που κινουνται, ανεβαινουν στο καραβι και ταξιδευουν μεχρι τον οριζοντα. Οι στιχοι καλουν τα χερια του προσφωνουμενου, τα χερια του σωματος, του ζωντανου του σωματος. Τα καλουνε να απλωθουν σ' ενα καθοδον που φτανει εως τα ακρα. Προκειται ουσιαστικα για την ιδια εμπειρια του ζωντανου σωματος που λεγεται και στο δοκιμιο "Μια σκηνοθεσια για την Κιχλη": "Το φως της μερας και το αιμα του ανθρωπου ειναι το ιδιο πραμα." Οταν ανθρωπος και φως ειναι το ιδιο πραμα, τοτε το αιμα δεν αφηνει ιχνη...


3. Ψυχαναλυση

Στοιχειωμενη συναντηση
(Απο το
Η πολις των Αρχαιων...)
Ας επιχειρησουμε τωρα ν' αναγνωρισουμε το ετσι εννοουμενο σωμα, εδω και τωρα. Σας μιλω, ομως μιλω στο μικροφωνο. Το σωμα μου εκτεινεται εως το μηχανημα που εχω μπροστα μου. Τωρα αφηνω το μικροφωνο.
... Με τη φωνη μου, που τωρα μονο ακουτε πραγματικα, το σωμα μου εκτεινεται εως εσας, περατωνεται σ’ εσας. Με το ακουσμα σας, που δεχεται τη φωνη μου, το σωμα σας εκτεινεται εως εμενα, περατωνεται σ’ εμενα ...

Ο Ιαπωνας σκηνοθετης του θεατρου Toshiharu Takeuchi ανεπτυξε μια ασκηση γι' αυτο στο οποιο εγκειται καθε συνομιλια, οτι αποτεινεται καποιος σε καποιον. Σ' αυτην την ασκηση στεκονται δυο ανθρωποι αντικριστα. Ο Α αποτεινεται στον Β με μια συντομη φραση, π.χ. "Παμε στην καφετερια;", η: "Σημερα εισαι στις ομορφιες σου." Κατοπιν ο Β του γυριζει την πλατη, και ο Α αποτεινεται στην πλατη του Β. Οταν ο Β νοιωσει πως ο Α πραγματι του αποτεινεται, γυριζει και απαντα. Στην αρχη πολλοι δεν παρατηρουν τιποτα ιδιαιτερο, απλως γυριζουν και απαντουν. Ο δασκαλος, τους προτεινει ν’ ακουσουν τον Α να τους αποτεινεται ακομα μια φορα και να προσεξουν καλα, εαν πραγματι ο Α τους αποτεινεται. Και τοτε σιγα-σιγα οι μαθητευομενοι δειχνουν απορημενοι και δηλωνουν διαφορα, οπως:
- Μοιαζει σαν ο Α να μην αποτεινεται σ' εμενα αλλα σε καποιον διπλα μου. - Ο Α αποταθηκε σε καποιον που βρισκεται δυο-τρια βηματα πισω μου. - Ο Α αποταθηκε σε καποιον πανω και περα απ' το κεφαλι μου. - Η φωνη του Α δεν φτανει μεχρι εμενα. - Μου φανηκε πως ο Α μου αποταθηκε, μα δεν ειμαι τελειως σιγουρος.
Η, ακομα, μεταξυ αλλων: - Η φωνη του Α αγγιξε την πλατη μου. - Αγγιξε το αυτι μου και πεταξε περα. - Γλιστρησε πανω στην πλατη μου. - Τωρα η φωνη του Α με χτυπησε δυνατα.
Κι εκεινοι που συμμετεχουν στην ασκηση ως παρατηρητες, παρατηρουν πως σιγα-σιγα μπορουν να βλεπουν τα ιχνη της φωνης. Αυτα πολλες φορες διαγραφουν μια καμπυλη και πεφτουν κατω. Διασπωνται σε διαφορες κατευθυνσεις. Πετυχαινουν τον στοχο και πετουν περα, προς τα εξω.
(Απο το
Δρομοι του σωματος και ψυχη)
Στη διαρκεια της θεραπειας μια γυναικα μιλα για κατι που αναγνωρισε στον εαυτο της. Μιλα καθαρα, με τον ησυχο και δυνατο παλμο που χαρακτηριζει την φωνη της αφυπνισης σε μια ενοραση. Διαπιστωνω πως αυτη η καθαροτητα της φωνης, ο παλμος της, διατρεχουν και το δικο μου σωμα. "Ναι, ετσι ειναι", θα μπορουσα να πω. Δεν υπαρχει καμια δυσκολια, κανενα σταματημα αναμεσα στη φωνη της και στο αυτι μου. Ακομα κι αν αυτα που μου λεει δεν τα ηξερα προηγουμενως, ειναι σαν να ημουν γι αυτα ευκαιρος, σαν τα περιμενα. Ολα ειναι αναλαφρα, η φωνη της και το ακουσμα μου, που θα πει τελικα: τα σωματα μας, συνεχονται αβιαστα. Ειναι μια αισθηση που δεν μου μαρτυρειται απλως απο το περιεχομενο των λεγομενων της αλλα προπαντων απο την εμπειρια του σωματος μου.
[...]
Η πελατισσα μου προσθετει, τωρα με εναν τονο απογοητευσης και απελπισιας στη φωνη της:
- Αλλα βρισκομαι ετη φωτος μακρια απο τον εαυτο μου...
Εδω την χανω απο τ' αυτια μου. Η φωνη της ειναι σαν να μην φτανει μεχρι εμενα. Ακουω μονο λογια. Το σωμα μου μενει αμετοχο. Τι συμβαινει εδω; Οπου η συνεχεια λογου και σωματος χανεται; Αυτα που λεει, δεν τα εννοει. Της αντιτεινω λοιπον:
- Τα λετε αυτα, ομως καπου δεν τα αισθανομαι.
Μου απαντα, με φωνη σιγουρη και ζωντανη:
- Δεν σας πειθουν;
Τωρα μοιαζει να ξαναβρισκουμε ο ενας τον αλλον. Της απαντω:
- Οχι.
Αυτη:
- Και βεβαια. Οχι ετη φωτος, διπλα μου ειναι, ομως φοβαμαι να το παραδεχτω.
Δεν προκειται για καποιο ιδιαιτερο στιγμιοτυπο. Προκειται για τον τροπο με τον οποιο εργαζομαι. Οταν τα σημαδια του σωματος, του δικου μου και του πελατη μου, διακρινονται και ονομαζονται, τοτε, με τη συνομιλια μας, ειμαστε, ο ενας για τον αλλο, στη μοναδικη και ανεπαναληπτη πραγματικοτητα της στιγμης.
[...]
Στο θεραπευτικο μας στιγμιοτυπο, στην αρχη, η φωνη της πελατισσας μου με βρισκει κατευθειαν, με διαπερνα, σαν φαντασμα, με συγκινει, με συν-κινει. Κατοπιν, στην συνεχεια, οταν μιλα για τα δηθεν "ετη φωτος" που την χωριζουν απο τον εαυτο της, παραπλανα τον εαυτο της κι εμενα, και την φωνη της την χανω. Ξαναβρισκομαστε, οταν αυτην την πλανη την αναγνωριζουμε.
Η ασκηση οπου ο ενας αποτεινεται στον αλλο δειχνει οτι κανεις, ηδη με το οτι αποτεινεται σε καποιον, επιδρα πανω του. Ομως αυτο δεν πετυχαινει οταν κανεις "εξωτερικευει" μονον το δικο του "συναισθημα" και την "γνωμη" του ως αναφορα "προς τα εξω" για το τι συμβαινει "μεσα του". Δεν πετυχαινει διοτι εδω το ζωντανο του σωμα ειναι απεναντι στον αλλον κλειστο: Ο ομιλων κανει απλως αναφορα. Τα λογια του δεν ανοιγονται στον αλλο, δεν του αποτεινονται αληθινα.
[...]
Τουτο ειναι και το κυριολεκτικο νοημα της λεξης "απο-τεινομαι": εκτεινομαι εως... Τα ορια του ζωντανου μου σωματος εκτεινονται μεχρι εκει που φτανει η φωνη μου, και, στην ευτυχη περισταση, στον συνομιλητη μου. Ουτε πιο κοντα ουτε πιο μακρια απ' αυτον.
Η αποταση δεν φτανει τον συνομιλητη οταν κανεις π.χ. μιλαει "μεσα στο στομα του", η σιγα, η με κακη αρθρωση. Η αποταση φευγει περα απο τον συνομιλητη οταν κανεις π.χ. μιλαει σαν να βγαζει λογο, η πολυ δυνατα, η οταν το κεφαλι του ειναι γυρισμενο πανω και περα απο τα ματια του συνομιλητη κλπ.
Ο Α αποτεινεται στον Β θα πει, σε κανεναν αλλον παρα ακριβως στον Β. Για τον Β, τουτο θα πει οτι ο Β ακουει την φωνη, βλεπει την φωνη να αποτεινεται ακριβως σ' αυτον. Ομως εδω δεν προκειται για το οτι κανεις απλως διαπιστωνει πως καποιος του αποτεινεται απο το οτι αναφερει το ονομα του, στρεφεται προς αυτον κλπ. Το διαπιστωνει απο το οτι το ζωντανο σωμα του αποτεινομενου αναφερεται στο δικο του, τον αγγιζει, τον διαπερνα, τον διαποτιζει.
Τουτο μας βοηθα ακομα να εννοησουμε επαρκεστερα το φαινομενο το οποιο στην ψυχοθεραπεια καθιερωθηκε να λεγεται "μεταβιβαση". Ο ορος δεν αποδιδει αυτο που συμβαινει. Ο πελατης μας δεν μας μεταβιβαζει τιποτε. Ομως πολλες φορες, οταν μας αποτεινεται, η φωνη του δεν αποτεινεται σ' εμας, η μονο σ' εμας, αλλα και σε καποιον αλλο, διπλα μας, πισω μας, περα μακρια. Ποιον; Η ψυχοθεραπεια καλειται να τον φανερωσει, και να καταδειξει την συγχυση και την πλανη του, εφοσον δεν γνωριζει σε ποιον πραγματικα αποτεινεται.
Κι ακομα εμεις, ως θεραπευτες, χρειαζεται ν' αναρωτιομαστε και να εχουμε αναπτυγμενο το αισθητηριο: οταν μιλουμε στον πελατη μας, αποτεινομαστε πραγματι σ' αυτον, και μονο σ' αυτον; Και μπορουμε ν' αναρωτηθουμε γενικοτερα: Οταν οι ανθρωποι μιλουν μεταξυ τους, μιλουν πραγματι σ' αυτον στον οποιον καθε φορα αποτεινονται;

Ενας καλος ταξιδιωτης δεν αφηνει πισω του ιχνη. Καλοι συνταξιδιωτες ειναι αυτοι που στην συναντηση τους ο ενας δεν εγγραφει το ιχνος του επανω στον αλλο. Εδω η αρμοζουσα σταση του ψυχαναλυτη διατυπωνεται απο τον Freud με τον ορο "ελευθερα μετεωρη προσοχη". Αυτη η προσοχη, καθοτι ελευθερα μετεωρη, δεν αφηνει ιχνη. Και επειδη δεν αφηνει ιχνη, δεν μπορουμε καν να μιλουμε για "σταση". Τι ειδους προσοχη ειναι αυτη; Ποτε ειναι η προσοχη ελευθερα μετεωρη και δεν αφηνει ιχνη; Η προσοχη αφηνει ιχνη οταν τα ακουομενα ακουγονται ως πληροφοριες και υλικο. Οπου ο ψυχαναλυτης τα επεξεργαζεται: συνδεει, συγκρινει, εξηγει, ερμηνευει. Η προσοχη ειναι πραγματι ελευθερα μετεωρη οταν ειναι, οπως ακουσαμε, "μια εγρηγορση χωρις ενδιαφερον, η χωρις προθεση". Και δεν αφηνει ιχνη οταν ο ψυχαναλυτης ακουει διχως να σκεφτεται και μιλα σε πρωτο χρονο, και μαλιστα οταν δεν μιλαει ο ιδιος αλλα δια στοματος του μιλα ο αναλυομενος - ετσι που ο ιδιος δεν ειχε μιλησει ποτε μεχρι τωρα. Τουτο συμβαινει οταν ο ενας αναλυεται στον αλλο, οταν ανταλλασσουν τα ζωντανα τους σωματα.
Ενα τετοιο φαινομενο ειναι ο ερωτικος οργασμος. Το διευκρινιζω καταρχην με ενα θεραπευτικο στιγμιοτυπο που επισημαινει το φαινομενο - απο την ελλειψη του. Μια γυναικα λεει πως ποτε της δεν ειχε οργασμο. Της αποκρινομαι, με καποιον δισταγμο, καθως δεν ειμαι σιγουρος αν θα το ακουσει: "Μπορει να σας φανει τρελο, ομως θα μπορουσαμε να πουμε οτι τα ορια του σωματος σας δεν ξεπερνανε την επιδερμιδα του." Το ακουσε!
Ηδη η γερμανικη λεξη για την ηδονη, Lust, συγγενευει ετυμολογικα με το στερητικο μοριο los, εν μερει αναλογο του δικου μας στερητικου αλφα, η του πρωτου συνδετικου απο-. Η ηδονη ειναι κενωση, αδειασμα, που δεν αφηνει καποιον στην ερημο του μηδενος αλλα εκκενωνει το σπιτι, την επικρατεια του εαυτου, απαλειφει το αποτυπωμα του, και τον (οχι, δεν μπορουμε πια να χρησιμοποιουμε την προσωπικη αντωνυμια), και απολυει τον ενα στον - κανενα. Ο Freud το συλλαμβανει απο μακρια με την μπακαλικη ψυχολογιστικη εκφραση "αποφορτιση των ορμων". Η καθε στοιχειωμενη, δηλαδη ευτυχης συναντηση, αν ειναι αποφορτιση, τοτε αποφορτιζει απο τον φορτο του ιδιου του εαυτου.
Πολλες φορες και η θεραπευτικη συνομιλια εχει μια παρομοια υφη. Και στο τελος μια τετοιας ωρας, οταν αποχαιρετω, εχω την αισθηση πως τελειωσε μια ερωτικη συνευρεση, πως συνταξιδεψαμε σ' ενα ταξιδι - που, μ' ολο τον πλουτο του, δεν αφησε πισω του ιχνη.

Η ρηση του Laozi: Ενας καλος ταξιδιωτης δεν αφηνει πισω του ιχνη, εχει το ομολογο της στην αρχαια ελληνικη επιταγη λαθε βιωσας, ζωντας, λανθανε. Στις αναφορες που προηγηθηκαν, η ρηση σημαινει: λανθανε, ως αυτος καθαυτον, αφησε τον ιδιο τον εαυτο σου λανθανοντα. Υπαρχει και ενα πρωτο επιπεδο, πιο καθημερινο, που καποιες φορες θα ηταν και ενα πρωτο βημα: ζωντας, μενε λανθανων ως προς τους αλλους. Τελειωνοντας θα σας φερω για παραδειγμα ενα τραγουδι απο την Ωραια Μυλωνου του Schubert. Λεγεται "Ζηλεια και περηφανεια". Η Ωραια Μυλωνου ειναι η ιστορια ενος νεου που παει να εργαστει σ' εναν μυλο, ερωτευεται την κορη του μυλωνα, αυτη αρχικα ανταποκρινεται, ομως αργοτερα τον εγκαταλειπει για χαρη ενος κυνηγου.
Τα λογια:
Για που τοσο γρηγορα, τοσο αλαφιασμενα και αγρια, αγαπημενο μου ρεμα; / Μηπως τρεχεις ολο θυμο πισω απ' αυτον τον τυπο, τον μαγκα τον κυνηγο; / Γυρνα πισω, γυρισε πισω και ψαλλε τα πρωτα στη μυλωνου σου / για το επιπολαιο, το χαζο, το μικρο της το μυαλουδακι. / Γυρνα πισω! Γυρνα πισω! Γυρισε πισω!
Δεν την ειδες ψες βραδυ να στεκει στην πορτα / με τεντωμενο λαιμο και να κοιτα προς τον μεγαλο δρομο; / Οταν ο κυνηγος κεφατος απ' το κυνηγι γυριζει στο σπιτι, / κανενα σωστο παιδι δεν βγαζει το κεφαλι απ' το παραθυρο.
Πηγαινε, ρεματακι, και πες της τα. / Μα μην της πεις, ακους, κουβεντα για το θλιμμενο μου προσωπο. / Πες της, ξυνει ενα καλαμι μου και φτιαχνει φλογερα, / και παιζει στα παιδια ομορφους χορους και τραγουδια.
Και τωρα
το τραγουδι
Kafka, Αφορισμος 97
"Μονον εδω ειναι το βασανο βασανο. Οχι με την εννοια οτι αυτοι που εδω υποφερουν, αλλου λογω αυτου του βασανου θα ανυψωθουν, αλλα με την εννοια οτι αυτο που σ' αυτον τον κοσμο καλειται βασανο, σ' εναν αλλο κοσμο, αναλλοιωτο και απλα απελευθερωμενο απο το αντιθετο του, ειναι ευδαιμονια."
Ο ζητουμενος και απορουμενος (Πλατων) οριζοντας της ψυχοθεραπειας.
Kafka, Αφορισμος 109
Δεν ειναι αναγκαστικο να βγεις απ' το σπιτι σου. Μεινε στο τραπεζι σου κι αφουγκρασου. Μην αφουγκραζεσαι καν, μονο περιμενε. Μην περιμενεις καν, μεινε απολυτα σιωπηλος και μοναχος. Ο κοσμος θα σου προσφερθει ν' αποκαλυφθει, δεν μπορει παρα να σφυζει εκστασιασμενα εμπρος σου.

Παλιο νησιωτικο δωματιο. Περπατας επανω στο σανιδενιο πατωμα και τριζουν τα επιπλα τριγυρω. Αυτη η πλουσια συνεχεια με τον χωρο που σου ανταποκρινεται. Ενας χωρος που χωραει και φαντασματα.

Ο τρουλος της εκκλησιας, γαλαζιος. Η συν-ουσιαση θαλασσας και ναου.

Που τελειωνει ο ανεμος; Που αρχιζει το δεντρο;

Μουντιαλ. Ελλαδα, Ακτη Ελεφαντοστου.
Χαμενες ευκαιριες εκατερωθεν, τρια δοκαρια για την ελληνικη ομαδα, στα τελευταια δευτερολεπτα ενα αμφισβητουμενο πεναλτι, νικη. Η εκβαση ανετα θα μπορουσε να ειναι διαφορετικη.
Η Τυχη και τα παιχνιδια της. Θα επρεπε να ειχαμε χτισει εναν ναο γι' αυτην, πριν απο τον αγωνα να ειχαμε κανει δεησεις και μετα τον αγωνα ευχαριστηριες τελετες για την ευνοια που μας χαρισε.
Και να υπηρχε κι ενας Πινδαρος που στα επινικια να μην θριαμβολογουσε, να μην αποθεωνε τον νικητη αλλα να υμνουσε την Τυχη, και να μας θυμιζε, ακριβως στην ωρα της νικης:
"Και πολλα στους ανθρωπους κατεπεσαν 'παρα γνωμαν', παρα τη γνωμη τους που περιμενε 'τερψιν'. Κι αλλοι παλι που αντιμετωπισαν 'ανιαραις', φορτικες παραζαλες, σε λιγο χρο¬νο 'πεδαμειψαν', αμοιβαια ανταλλαξαν τη βαθια συμφορα με το 'εσλον', το καλο. [«Πολλα δ' ανθρωποις παρα γνωμαν επεσεν εμπαλιν μεν τερψιος, οι δ' ανιαραις αντικυρσαντες ζαλαις εσλον βαθυ πηματος εν μικρω πεδαμειψαν χρονω» (12ος Ολυμπιονικης)]

Η Τυχη ασκει μια σαγηνη ακατανικητη. Μας καλει να παιξουμε μαζι της. Μας καλει να την δοκιμασουμε, να την δαμασουμε. Και την αναζητουμε οπως τα μυγακια την αναμμενη λαμπα. (Χθες στο ιατρειο βρηκα μαζεμενα ενα πληθος, νεκρα.) Και η Τυχη, χωρις βια, χωρις φοβο και παθος, σαν ανεπαισθητο φυσημα του αγερα, οταν φανει, και ποτε δεν ξερουμε τον χρονο και τον τοπο, ισοπεδωνει καθε υπεροπτικοτητα, βουβαινει καθε κομπορρημοσυνη, καταλυει καθε οχυρο ασφαλειας και βεβαιοτητας, ακυρωνει καθε προθετικοτητα.
Η Τυχη, τοσο η καλη οσο και η κακη, χαλαει καθε εικονα του εαυτου μας. Μας καθιστα ανυποστατους. Η σαγηνη της εγκειται ακριβως στο οτι ανομολογητα (και με τρομο) νοσταλγουμε την καταστροφη μας, η καταστροφη μας τραβα σαν μαγνητης, οπως τα μυγακια η λαμπα (εδω πονταρουν τα ΜΜΕ και με την καταστροφολογια πετυχαινουν μεγαλυτερη τηλεθεαση). Και τι ελκυστικο, αντιμοιρα ελκυστικο εχει η καταστροφη; Μας απαλλασσει απο τον εαυτο μας. Μας καθαιρει.

....................................

Υστερογραφο 

Απο συνεντευξη του αρχηγου της εθνικης Γερμανιας Philipp Lahm στην Zeit:

Ο χαμενος τελικος στο Champions League πριν απο δυο χρονια με την Bayern εναντιον της Chelsea ηταν σημαδιακος για την καρριερα του. Αυτην τη μερα εκανε ενα απο τα καλυτερα παιχνιδια του, "ομως παρολαυτα δεν ηταν αρκετο". Απο την αρχικη απογοητευση βγηκε η αναγνωριση: "Εμεις οι αθλητες βρισκομαστε σε συνεχη εξαρτηση απο συμπτωσεις πραγματων που δεν μπορουμε να επηρεασουμε – πολλα ειναι απλα και τυχη."

Η τυπικη σταση της Ολγας Τρεμη κατα την εκφωνηση του δελτιου ειδησεων. Το αριστερο χερι εκτεταμενο, ακουμπα στο τραπεζι και ειναι στραμμενο προς τα εμπρος, προς την καμερα, προς εμας. Μοιαζει να στηριζει το υπολοιπο σωμα, και μαλιστα να του δινει ενα εφαλτηριο, μια ωθηση για να προχωρησει.

Η σκηνη μοιαζει με πολεμικη ταινια. Το υπολοιπο σωμα λεει στο αριστερο χερι "Καλυψε με!", και ξεκινα για την εφοδο στη "μαχη της ενημερωσης".


[Μια συζητηση με τον Μιλτο Θεοδοσιου στο Εργοταξιο Ιδεων. Αθηνα 2014]

video 1  /  video 2  /  video 3  /  video 4  /  video 5



ΟΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

PDF


Περιεχομενα

Πως το θεραπευτικο αφορα τη ζωη μου;
Φιλοσοφικοι αρμονικοι. Η Αλλη
Γιατι φιλοσοφια;
- Σχολαζω απο σχολειο, δουλεια, δραστηριοτητα. Ελευθερος χρονος.
- Σχολαζω απο την πιεση της βιοτικης αναγκης, του φοβου και της επιθυμιας.
- Η επαναληψη της ζωης στην τεχνη, η επαναληψη ως τεχνη
- Χρονικοτητα της σχολης.
- Θεωρητικος βιος. Vita contemplativa
- Το ακρο της σχολης: σχολαζω απο τον ιδιο τον εαυτο μου.
- Η σχολη, παρουσα με την αρνητικη οψη της
Το αισθητηριο για το Αλλο, τον Αλλο
Επιστημη και καλυψη των κενων
Η αμφισβητηση της προτεραιοτητας της γνωσης
Το θεραπευτικο
Το θεμα της υποκειμενικοτητας
Η παθολογια σημερα
Γενικα θεματα

Πως το θεραπευτικο αφορα τη ζωη μου;
Απο το Το Γραμμα Α, σ. 248
Ποτε δεν μου σταθηκε δυνατο να πω, ολα ειναι καλα, και εφησυχασμενος να ενταχθω στην παραγωγικη διαδικασια προσφεροντας υπηρεσιες η διαχειριζομενος προϊοντα. Χρειαζεται, ενοιωθα, να σταματησουμε (βλ. παρακατω και "σχόλη"!) και να διανοηθουμε που παμε.
Σε μια ταινια του Antognoni αναφερεται η ιστορια μιας ομαδας αρχαιολογων στο Μεξικο, που πηγαινουν στον τοπο των ερευνων τους. Καποια στιγμη οι ιθαγενεις οδηγοι τους σταματουν. Οταν μετα απο μερες αποφασιζουν να συνεχισουν, δινουν και την εξηγηση: οι ψυχες τους ειχαν μεινει πισω, κι επρεπε να τις περιμενουν.
Λεει ο Σωκρατης στην "Απολογια" (38α): ... ο δε ανεξεταστος βιος ου βιωτος ανθρωπω...
Η ψυχαναλυση απεκτησε στα ματια μου τον χαρακτηρα ενος τετοιου σταματημου και μιας τετοιας <εξετασης>. Αυτο που ορισε ο Freud ως "αρχη της αποχης", εννοημενο στα ακρα , κανει την θεραπευτικη συναντηση σταθμο στην δινη της καθημερινης εγνοιας, σταθμο οπου παυουν τα παντα, παυση οπου δεν επιζητειται τιποτα, δεν αναμενεται τιποτα, εκτος απο την ψυχη που εμεινε πισω. Την ψυχη, οχι το "ψυχικο οργανο" της φροϋδικης ψυχαναλυσης αλλα το, Ελυτης, τετραφυλλο δακρυ, το τετραφυλλο τριφυλλι της χαρας και το δακρυ του πονου, που, ως "τετραφυλλο δακρυ" ειναι το αυτο. Τετοιοι σταθμοι ειναι που κανουν τον βιο βιωτο, βιωσιμο.
Φιλοσοφικοι αρμονικοι . Η Αλλη
- Εδω και μερικες μερες εντονη υπνηλια, ατονια...
- Ποτε ξεκινησε;
- Συνεδριαση στην υπηρεσια που δουλευει, οι θεσεις πιασμενες, καθησε μονη της, οι συνδικαλιστες μιλουσαν με καθαρα και σταρατα λογια, τους ζηλεψε... πολυ μικρη μπροστα τους ... Και κατοπιν η ατονια. Γυριζοντας με το αυτοκινητο επρεπε να προσεχει. Και μετα το πεσιμο, η υπνηλια, να πεθανω να τελειωνει... πεσιμο, υπνηλια ... να πεθανω ... να κουκουλωθω και να χαθω απο προσωπου γης ... μηχανικα [Να τελειωνει... Η κριση στην κορυφωση της! Κινδυνος και σωτηριο: Heidegger – Hölderlin]
Λεω:
- Ας υποθεσουμε οτι πεθαινατε. Πως θα ηταν τοτε, μετα θανατον; [Heidegger: Να γινουμε ελληνικοτεροι απο τους Ελληνες. Οχι empathy, ενσυναισθηση.]
- ... Σκοταδι ... μονο σκοταδι ...
- (Η εικονα ολο και σαφεστερη) Ας υποθεσουμε πως σας συνεβαινε μια μετενσαρκωση, μια μετεμψυχωση ... και μαλιστα να ειχατε ακριβως την ιδια μορφη, να ζουσατε στα περιβαλλοντα που ζειτε τωρα, και κανεις να μην καταλαβαινε την διαφορα ... [Wittgenstein: Μια καλη παρομοιωση φρεσκαρει τον νου.]
- Αυτη η αλλη ... καλοντυμενη .... τακουνια ... οχι οπως εγω ... το σπιτι μοντερνο και λιτο ... στα παιδια μου οχι υποχωρητικη ... στη δουλεια ... βρωμικο, αραχνιασμενο μερος ... κλεινω το πομολο και φευγω ... Η Αλλη εχει γνωρισει τον θανατο και δεν φοβαται τιποτα [Hegel: κυριος - δουλος / νεκυια / Byung-Chul Han, Ειδη θανατου / Απο εδω η ελευθερια και η φρεσκαδα της Aλλης (μεγαλος θανατος)] Τα λογια μου αντανακλαση, δεν πηγαινουν στο βαθος, δεν ψαχνουν κρυμμενα νοηματα του ψυχικου κοσμου. Επιφανειακες αβυσσοι (Les abîmes superficiels, Baudrillard)]
- Θα μεινω ετσι; Στον φοβο;
- Ισως ναι, ισως οχι [Δεν ενθαρρυνω. Δεν διαπραττω την υβρη να προκαταλαβω το απροκαταληπτο. Η ανωνυμια της τυχης Το απανθρωπο της. Το ατεγκτο της. Προσωκρατικοι.]

Γιατι φιλοσοφια;
Οχι μονη. Ποιηση, αρχαια μουσικη, τεχνες. Ζητωντας μια υποτροφια απο το Ινστιτουτο Goethe μετα το τελος της Ιατρικης: "Δεν θελω ειδικευση αλλα γενικευση..."

Σε μια εκθεση στο δημοτικο γραφω για την Κερκοπορτα, που στην πολιορκια της Κωνσταντινουπολης ξεχαστηκε ανοιχτη, και γι' αυτο, υποτιθεται καταληφθηκε απο τους Οθωμανους... Ο δασκαλος καλεσε τους γονεις μου, ολοι ταραχτηκαν, σαν να ειχε διαγνωστει λευχαιμια. Καταλαβα οτι ημουν μονος. Ενα ειδος αποπροσωποποιησης, αποπραγματοποιησης, που με τον ενα η με τον αλλο τροπο εκανε τα πραγματα ερωτηματα.

Ενα ειδος απελπισιας με την ζωη, οπου η μονη διεξοδος ηταν φυγη προς τα εμπρος, προς τα ακρα, χωρις επαναπαυση σε μισολογα, σε ημιμαθειες.

Eliot, Το ερωτικο τραγουδι του J. Alfred Prufrock:
Do I dare / Disturb the universe?
Τολμω / Να ταραξω το συμπαν;
Should I, after tea and cakes and ices, / Have the strength to force the moment to its crisis?
Θα ειχα, μετα το τσαϊ και τα κεϊκ και τα παγωτα / Θα ειχα την δυναμη να εξαναγκασω την στιγμη στην κριση της;

Στην φιλοσοφια δεν με ενδιεφεραν συστηματα και γνωσεις, αλλα το."φιλοσοφειν". Τα χαρακτηριστικα του: Το κριτικο ακουσμα της ερωτησης. Η σχολη. Το αισθητηριο για τον Αλλο.
1. Το κριτικο ακουσμα της ερωτησης
Δεν ακολουθω τυφλα το ερωτημα για να βρω την απαντηση, αλλα αναλογιζομαι την ερωτηση: Υπαρχουν οι προϋποθεσεις να απαντηθει; Η κατασταση επιτρεπει την πραξη καν; Ειναι αρκετα ελευθερος να κανει αυτο που ζητα; Μπορω π.χ. να ανταποκριθω στην ερωτηση για το τι να κανει με τα φαναρια του δρομου, να σταματα στο κοκκινο και να ξεκινα στο πρασινο, με μια προϋποθεση: να διακρινει τα χρωματα, να μην εχει αχρωματοψια. Σε μια αλλη περιπτωση να μην διακατεχεται απο αμφιθυμια, απο το και-ναι-και-οχι που θα εκανε καθε δικη μου παραινεση αχρηστη, .
Το κριτικο βλεμμα ως προς τα ερωτηματα. Τι εχει απαντηση και τι οχι.

2. Σχολη. Οι βαθμιδες της.
- Σχολαζω απο σχολειο, δουλεια, δραστηριοτητα. Ελευθερος χρονος.

- Σχολαζω απο την πιεση της βιοτικης αναγκης, του φοβου και της επιθυμιας.
> Ο τροπος που, οπως το βλεπω τωρα, πρωτοανοιξα, εγινα δεκτικος γι' αυτην. Επανεισαγωγη, 12κ.ε.:
Μια μερα, το θυμαμαι λες και ηταν χθες, ηρθε η σκεψη και γεμισαν ολα με φως: πρεπει να γνωρισω τον κοσμο. Οπως το αναλογιζομαι τωρα, εκεινο το "να γνωρισω" σιγουρα δεν εννοουσε καποια συσσωρευση εγκυκλοπαιδικων, η και επιστημονικων γνωσεων. Η γνωση, που τοτε με καλεσε, υποσχονταν προπαντων την δυνατοτητα να μην αναζητω την λυση σε εναν τροπο ζωης, αλλα ακριβως στην αποκτηση μιας αποστασης απο την "ζωη". Υπηρχε ισως μια ζωη η οποια δεν θα αναλωνονταν στον εαυτο της, και για τον εαυτο της, δεν θα τελειωνε στην "ζωη", στις αναγκες, στις υποχρεωσεις και στα βιωματα της, αλλα θα συνιστατο βασικα στην αναζητηση της γνωσης της, που θα μπορουσε να προσφερει καθαροτητα στο βλεμμα και γαληνη στην ψυχη μου. Αυτη η σκεψη δεν ειχε τον χαρακτηρα ενος προγραμματος ζωης. Περισσοτερο συνοδευονταν απο την αισθηση μιας παραξενης και πρωτογνωρης παλιννοστησης, το νεο που με φωτιζε εμοιαζε σαν κατι που ηξερα απο παντα, κατι στο οποιο βρισκομουν απο παντα. Αυτη η αισθηση εμελλε να ειναι ενας αλαθητος οδηγος, καθε φορα που την ακολουθησα.

> Η σχολη των Αρχαιων. Δεν οφειλεται οτι την λαντζα την εκαναν οι δουλοι, οπως καποιοι ισχυριζονται. Το βιοτικο δεν ειναι μονοπωλιο του φτωχου. Αντιθετα. Πουθενα δεν ειδα ανθρωπους τοσο κατειλημμενους απο βιοτικες αναγκες, οσο στο business lounge, οπου πηγαινω ως τακτικος επιβατης.

> Σε απορροφα κατι αλλο, ακομη και εν αγνοια σου, ακομη και εις πεισμα των προθεσεων σου: Ξεχασμα. Δαρειος

> Στην ψυχαναλυση:
- Η αμοιβη απαλλασσει απο βιοτικες αναγκες.
- Η "αρχη της αποχης", στην ακρα εννοηση της, και στην πληρη της αφομοιωση, δεν ειναι μονο απαγορευση εκπληρωσης επιθυμιων κατα την ψυχαναλυτικη συνεδρια, δεν ειναι ασκητισμος. Εφοσον η αποχη αφομοιωθει, πρωτα απο τον ιδιο τον θεραπευτη, χαριζει την ευρυχωρια της σχολης. Η ευρυχωρια αυτη καθαυτην ειναι το θεραπευτικο.

- Η επαναληψη της ζωης στην τεχνη, η επαναληψη ως τεχνη
Η επαναληψη ως χρονικο φαινομενο: Μια εμπειρια δεν εξαντλειται στην στενωπο του γεγονοτος της αλλα επιστρεφει πλουσιοτερο, σε μια αλλη διασταση, "ξαναγινεται" και αυτο το ξαναγινωμα εχει ολον τον χρονο που χρειαζεται για να ολοκληρωθει.

> Paul Celan: Το ποιημα ... επιμνημον των δεδομενων του - επ-ανα-ληψη των δεδομενων του

> Αποστολος Καλδαρας: Το επεισοδιο και το τραγουδι - "Μου σπασανε τον μπαγλαμα..."

> Villa Lobos, Bacchianas Brasileiras, Danca: Ο τραγουδιστης μιλα σε ενα πουλι της στεππας. Σε ενα κομβικο σημειο, του λεει: "canta mais..." ["τραγουδα ξανα ..."]. Αυτο το "ξανα" ειναι το τραγουδι του συνθετη!

> Martin Heidegger, απο επιστολη στον Erhart Kästner, 1.1.1954:
Στη ζωη μου ταξιδεψα λιγο και, οταν τουτο συνεβαινε, ποτε η εμπειρια της στιγμης δεν ηταν το ουσιαστικο. Αυτο σ' εμενα εκπτυσσεται αργοτερα στην μνημη, η οποια ειναι κατι διαφορετικο απο την αναμνηση των περασμενων.

- Χρονικοτητα της σχολης
> Ηδη η επαναληψη δινει στο συμβαν χρονο, το αφηνει να αναπνεει. Το συμβαν δεν εξαντλειται στο γεγονος του.

> Στην σχολη τα πραγματα εχουν εναν αλλο ρυθμο. Πρβλ. τα χορικα στις τραγωδιες.
Αντιγονη. Μια σφοδρη λογομαχια αναμεσα στον Κρεοντα και τον φυλακα (324-332).
Κρεων
λεγε εσυ. μα αν δεν
φανερωστε τους δραστες, τοτε θα το πειτε
πως τα ανιερα κερδη φερνουν ζημια.

Φυλαξ
θα 'τανε καλυτερα να βρισκοταν. μα
ειτε πιαστει ειτε οχι, γιατι αυτο η τυχη θα το κρινει,
εσυ δεν θα με δεις να ξαναρχομαι.
γιατι τωρα, χωρις ουτε να το ελπιζω ουτε να το περιμενω,
σωθηκα, κι οφειλω στους θεους ενα μεγαλο ευχαριστω.

Και κατοπιν ακολουθει ο χορος:
ειναι πολλα τα δεινα, μα κανενα δεν ειναι δεινοτερο απ' τον ανθρωπο...
Το ακουμε, ακουμε τον αλλο ρυθμο και στην μελοποιηση απο τον Carl Orff:
KREON
So mal' die Satzung aus! Wenn aber ihr
Nicht anzeigt, die's getan, so mögt ihr sagen,
Gewaltiges Gewinnen gebe Schaden.

DER BOTE
Dem kann denn doch wohl nachgespüret werden.
Ob's aber treffen auch sich läßt? So etwas
Geht nämlich, wie es zustößt eben; nun scheint's nicht,
Als sähest du mich wieder hieher kommen.
Denn unverhofft und gegen meine Meinung
Erhalten, sag ich jetzt viel Dank den Göttern.

CHOR der thebanischen Alten
Ungeheuer ist viel. Doch nichts
Ungeheuerer als der Mensch.


- Θεωρητικος βιος. Vita contemplativa
> Ραμφος, σε μια πρωινη εκπομπη του Mega, σχετικα με την φιλοσοφια. Τελειως αλλη ατμοσφαιρα απο π.χ. τα δελτια ειδησεων. Ο δημοσιογραφος Ιορδανης Χασαποπουλος, το βραδυ με τεντωμενο προσωπο και μαυρους κυκλους στα ματια, τωρα αλλος ανθρωπος. Φωτεινο προσωπο, αφημενος στον ρυθμο της συζητησης, εχει χρονο να ακουσει, να μιλησει, να ρωτησει.

> Byung-Chul Han, Σχολη

> Heidegger.
- O Heidegger, σε μια παραδοση, αναφερει μια ιστορια σχετικα με τον Θαλη που, «αστρονομουντα [...] και ανω βλεποντα», καθως μελετουσε τ' αστρα κι ειχε το βλεμμα του στραμμενο προς τα πανω, «πεσοντα εις φρεαρ», επεσε σ' ενα πηγαδι, «Θραττα τις εμμελης και χαριεσσα θεραπαινις», και μια ομορφη και χαριτωμενη δουλα θρακιωτισσα «αποσκωψαι λεγεται», λεγεται πως του ειπε περιπαιχτικα, «ως τα μεν εν ουρανω προθυμοιτο ειδεναι», πως τοσο επιθυμει να γνωρισει αυτα που ειναι στον ουρανο, «τα δ' εμπροσθεν αυτου και παρα ποδας λανθανοι αυτον», και χανει αυτα που θα του συμβουν και που ειναι μπροστα στα ποδια του.
- Απο την εμπειρια της νοησης Το αργο.
- Το δεντρο
Heidegger:
Στον κηπο υπαρχει ενα δεντρο. Λεμε γι αυτο: το δεντρο ειναι ομορφο. Ειναι μηλια. Αυτον τον χρονο δεν ειναι πολυ καρπερη. Ειναι τοπος οπου συχνα μαζευονται πουλια. Ο οπωροκαλλιεργητης μπορει να πει γι αυτην και αλλα. Ο επιστημων βοτανολογος, ο οποιος παρασταινει το δεντρο ως φυτο, μπορει να βρει για το δεντρο ενα σωρο πραγματα. Τελος φτανει ενας παραξενος ανθρωπος, και λεει: το δεντρο ειναι, δεν ειναι τιποτε.
//
Wittgenstein:
Καθομαι σε ενα κηπο μ’ ενα φιλοσοφο, ο οποιος μου λεει ξανα και ξανα, δειχνοντας ενα δεντρο κοντα μας: ‘Γνωριζω οτι αυτο ειναι ενα δεντρο.’ Καποια στιγμη ερχεται ενας τριτος και ακουει αυτο το πραγμα. Τοτε εγω του λεω: ‘O φιλος απο δω δεν ειναι τρελος. Απλως φιλοσοφουμε’

- Το ακρο της σχολης: σχολαζω απο τον ιδιο τον εαυτο μου.
> Σχολαζ-ομαι παραδιδομενος στο Αλλο: ερωτας, θανατος. Μικρη, η μεγαλη κατα-στροφη.

> Ρυθμιση στον ρυθμο της φυσης:
- Heidegger, Χωραφοδρομος:
Στο μεταξυ η σκληροτητα και η οσμη του ξυλου αρχισαν να μιλουν ευληπτοτερα για την αργη σταθεροτητα με την οποια το δεντρο μεγαλωνει. Η ιδια η βελανιδια μιλουσε κι ελεγε πως μονο σε μια τετοια βλαστηση θεμελιωνεται οτι διαρκει και καρπιζει: πως βλασταινω θα πει: ανοιγομαι στην εκταση του ουρανου και συναμα ριζωνω στο σκοταδι της γης.
- Περπατημα. Οταν δεν πηγαινεις τα ποδια σου, αλλα σε πηγαινουν αυτα, οπως αυτα "θελουν", τοτε το περπατημα ξεκουραστο και αναλαφρο
- Αφηνεις σε κατι χρονο να ωριμασει
- Ενα με την φυση = Μεγας θανατος
- Η Οφηλια του Millet (φωτο 1), μια νεκρη γυναικα στο ποταμι. Η Οφηλια της Moki (φωτο 2), ιδια με βραχο στην κοιτη του ποταμου.
[Moki, How to disappear]

> Baudrillard:
Καθε τι αποζητα τον θανατο του ... Η, μαλλον, καθε τι απαιτει να ανταλλαγει, να αντιστραφει, και να χαθει μεσα σ' εναν κυκλο.

- Η σχολη, παρουσα με την αρνητικη οψη της
> Το "δεν εχω χρονο". Το ξερουμε απο την αρνητικη του πλευρα ως κριση πανικου, καταθλιψη. Ως πιεστικοτητα της πληξης. Ως κουραση με τον εαυτο: με βαρεθηκα.

> "Τι να κανω;"

Το αισθητηριο για το Αλλο, τον Αλλο
> Η λεξη "σχεση" ειναι παραγωγο του "εχω" (αορ. "εσχον"). Στην σχεση ο ενας εχει τον αλλο: συν-εχεται μ' αυτον, τον κατ-εχει, τον προσ-εχει. Στο πεδιο του "εχω" ο Αλλος ως Αλλος χανεται: Ειναι κατανοητος, συγκρισιμος, προβλεψιμος. Η ψυχολογια δεν γνωριζει τον Αλλο.
- Φανερη αρμονια (Ηρακλειτος)
- "κολαση του ομοιου" (Baudrillard):
Τα πραγματα γινονται διαφανα οταν απεκδυονται καθε αρνητικοτητας, οταν ομαλοποιουνται και ισοπεδωνονται, οταν εναρμοζονται χωρις αντισταση σε ομαλες ροες του κεφαλαιου, της επικοινωνιας και της πληροφοριας. Οι πραξεις γινονται διαφανες οταν γινονται λειτουργικες, [6] οταν υπαγονται στη διαδικασια της υπολογισιμοτητας, της χειρισιμοτητας και ελεγξιμοτητας. Ο χρονος γινεται διαφανος οταν ισοπεδωνεται σε μια ακολουθια διαθεσιμου παροντος. Ετσι και το μελλον θετικοποιειται ως βελτιστοποιημενο παρον. Ο διαφανος χρονος ειναι ενας χρονος χωρις μοιρα και συμβαν. Οι εικονες γινονται διαφανες οταν, ελευθερωμενες απο καθε δραματουργια, χορογραφια και σκηνογραφια, απο καθε ερμηνευτικο βαθος, μαλιστα απο καθε νοημα, γινονται πορνογραφικες. Πορνογραφια ειναι η αμεση επαφη μεταξυ εικονας και ματιου. Τα πραγματα γινονται διαφανα οταν απεκδυονται της ενικοτητας τους και εκφραζονται ολοτελα σε τιμες. Το χρημα, που κανει τα παντα συγκρισιμα με τα παντα, καταλυει καθε ασυμβατοτητα, καθε ενικοτητα των πραγματων. Η κοινωνια της διαφανειας ειναι μια κολαση του ομοιου. [Byung-Chul Han, Κοινωνια της διαφανειας]

- Εδω ανηκει η εικονα του κοσμου που φερνουν σχεδον ολοι οσοι ερχονται στην ψυχαναλυση (και οχι μονον αυτοι!): το κλιμα του, η ατμοσφαιρα του, οι συνθηκες: μεγενθυμενο πατρικο! Η προσκολληση στο οικειο. (Ξενοφανης: αν τα αλογα ... ειχαν χερια και ζωγραφιζαν, ο θεος τους μορφη αλογου.)

> Ο Αλλος ως Αλλος
- αφανης αρμονιη (Ηρακλειτος)
- Martin Heidegger ( Βλ. Ο εαυτος στο ονειρο και αλλου),
- Byung-Chul Han (Κοινωνια της κοπωσης, Η προθανατια αγωνια του ερωτα),
- Jean Baudrillard (Σαγηνη)

> Ομως, ο Αλλος χανεται και εδω:
- Σεφερης:, "Ειναι παιδια πολλων ανθρωπων τα λογια μας."
- Απο το Ο εαυτος στο ονειρο και αλλου:
Μια τετοια Γη Κανενος θα μπορουσε καποτε να ειναι και σημειο συναντησης του Förster και του Γεμενετζη οπου ξενος και ξενοδοχος μεταβαινουν ελευθερα απο τη μια μορφη στην αλλη. Αυτο θα μπορουσε να αποδοθει στη φραση: Ο Förster ειναι ονειρο του Γεμενετζη, ο Γεμενετζης ειναι ονειρο του Förster.
Επιτρεψτε μου για λιγο να το περιγραψω λεπτομερεστερα. Ο κυριος Förster. Τον βλεπω. Η φραση "Τον βλεπω" σημαινει συγχρονως με βλεπει, ασχετα με το αν το βλεμμα του ειναι στραμμενο προς εμενα η οχι. (Πρβλ. Nietzsche, παραθετω απο μνημης: "Οταν κανεις κοιταζει αρκετη ωρα μεσα στην αβυσσο, αρχιζει η αβυσσος να τον κοιταζει αυτη.") Με κοιτα και η οψη του, σαν μαγικο ραβδι, με αγγιζει και κατευθειαν με αδειαζει και με ρυθμοποιει σε Förster. Ειμαι οπως ενα δεντρο που στην κορμοστασια του προβαλλουν οι κυριαρχοι ανεμοι της περιοχης, η οπως, ως οδηγος του αυτοκινητου μου, γινομαι συστατικο της μηχανης, η οπως η ευωδια της ρεσεντας διαποτιζει τον Κινεζο. Δεν εχω τιποτα να κρυψω. Γνωριζω μεν τον κυριο Förster εδω και 35 χρονια και ειμαι οδηγος εδω και σχεδον 50 χρονια, ομως η οικειοτητα δεν σημαινει τιποτα. Το ιδιο ισχυει για τα παντα και τους παντες, οπως για την αγνωστη μου κυρια που καθεται ακριβως απεναντι μου.



Επιστημη και καλυψη των κενων
Freud:
[Η υποθεση του ασυνειδητου] ειναι αναγκαια γιατι τα δεδομενα της συνειδησης εχουν σε μεγαλο βαθμο κενα• συχνα τοσο σε υγιεις οσο και σε ασθενεις συμβαινουν ψυχικες ενεργειες που προϋποθετουν για την εξηγηση τους αλλες ενεργειες, τις οποιες η συνειδηση δεν μαρτυρει. Τετοιες ενεργειες δεν ειναι μονο οι παραπραξεις αι τα ονειρα στους υγιεις, ολα οσα κανεις αποκαλει ψυχικα συμτωματα και καταναγκαστικα φαινομενα στους ασθενεις - η πλεον προσωπικη καθημερινη μας εμπειρια, μας γνωστοποιει ιδεες, την προελευση των οποιων δεν γνωριζουμε, και με συμπερασματα σκεψεων, η διεργασια των οποιων μας εχει μεινει κρυφη. Ολες αυτες οι συνειδητες ενεργειες θα εμεναν ασυνδετες και ακατανοητες αν επιμενουμε στην αξιωση να πρεπει να γνωριζουμε με την συνειδηση οσες ψυχικες ενεργειες συμβαινουν μεσα μας και τις εντασσουμε σε μια καταδειξιμη συσχετιση, οταν προβαλλουμε τις ασυνειδητες ενεργειες που αποκαλυφθηκαν. Ομως κερδος σε νοημα και συσχετιση ειναι ενα ολοτελα δικαιολογημενο κινητρο, το οποιο μπορει να μας οδηγησει περαν της αμεσης εμπειριας.

Η αμφισβητηση της προτεραιοτητας της γνωσης
> Nietzsche
Βλεπω, και εχω δει, χειροτερα και πολλες φορες τοσο απαισια που δεν θελω να μιλω για το καθενα, και για καποια ουτε καν να σωπαινω: ανθρωποι δηλαδη που τους λειπουν τα παντα, εκτος απο ενα που παραεχουν - ανθρωποι που δεν ειναι αλλο απο ενα μεγαλο αυτι, η ενα μεγαλο στομα, η μια μεγαλη κοιλια, η κατι αλλο μεγαλο - αντιστροφους σακατηδες τους αποκαλω τετοιους.
Και οταν βγηκα απο τη μοναξια μου και πρωτη φορα περασα αυτην τη γεφυρα: δεν πιστευα στα ματια μου και κοιταξα, και ξανακοιταξα, και τελικα ειπα: 'αυτο ειν' ενα αυτι! Ενα αυτι μεγαλο οσο ενας ανθρωπος!' Ειδα ακομα καλυτερα: και πραγματι κατω απο το αυτι κατι ακομα κινουνταν, κατι που ηταν μικρο και φτωχικο και καχεκτικο. Και πραγματι, το τεραστιο αυτι στεκοταν επανω σ' εναν μικρο λεπτο μισχο, - ομως ο μισχος ηταν ενας ανθρωπος! Μαλιστα οποιος εβαζε μπρος στο ματι του εναν φακο, μπορουσε ν' αναγνωρισει κι ενα μικρο ζηλοτυπο προσωπακι· επισης μια πρησμενη ψυχουλα που ταλαντευοταν στον μισχο. Ομως ο λαος μου ειπε οτι το μεγαλο αυτι δεν ειναι μονο ενας ανθρωπος, αλλα ενας μεγαλος ανθρωπος, μια ιδιοφυια. Ομως ποτε δεν πιστεψα τον λαο, οταν μιλουσε για μεγαλους ανθρωπους - και διατηρουσα την πιστη μου οτι ειναι ενας αντιστροφος σακατης που εχει πολυ λιγο απ' ολα και παρα πολυ απο ενα.”

Το θεραπευτικο
> Οποιος εχει ανοιξει πολυ νωρις για την εμπειρια του θανατου, δεν μπορει πια να κλεισει απεναντι της, μια πληγη που γινεται σαν πνευμονας και διαμεσου του ανασαινεις. Elias Canetti, Das Geheimherz der Uhr) ...
Κατα τον Heidegger εμπειρωμαι θα πει "προχωρωντας, καθοδον αποκτω κατι, φτανω σ' αυτο βηματιζοντας σ' εναν δρομο". [M. Heidegger, Unterwegs zur Sprache, Pfullingen 1959, σ. 169] Ο δρομος, στον οποιο μια εμπειρια καθισταται δυνατη, δεν ειναι ευθυς η γραμμικος αλλα καμπυλος, κυρτος η λοξος. Ετσι ο προβλητικος υπολογισμος δεν ειναι δυνατος. Στην εμπειρια ανηκει το οτι κανεις εκπλησσεται, συγκλονιζεται και καταλαμβανεται. Ειναι μια διαβαση στο αγνωστο, οπου κανεις θα επρεπε να εκτεθει σ' εναν απολυτο κινδυνο, οπως ο τυφλος σκαντζοχοιρος που περνα εναν αυτοκινητοδρομο: "Αυτος, ο σκαντζοχοιρος, καθιστα τον εαυτο του τυφλο. (...) οταν στον αυτοκινητοδρομο ψιλιαζεται κινδυνο, εκτιθεται στο ατυχημα (...) Κανενα ποιημα διχως ατυχημα, κανενα ποιημα που δεν ανοιγει σαν πληγη, ομως και που δεν πληγωνει συναμα." [J. Derrida, Was ist Dichtung?, Beirln 1990] Η πληγη γινεται πνευμονας δια του οποιου κανεις ανασαινει την φρεσκαδα του νεου, της νεας εμπειριας. Η εμπειρια εξαρταται απο αυτον τον ποιητικο βηματισμο. Το ατυχημα τραυματιζει. Η συμπτωση ως πτωση, ως μη περι-πτωση, ανοιγει πληγες στο λογικο, στο εγγενες της συνειδησης. Η εμπειρια πονα: "Η εμπειρια (...) ειναι στην ουσια της ο πονος, με τον οποιο αποκαλυπτεται η ουσιακη ετεροτητα του οντος απεναντι στο συνηθες." [M. Heidegger, GA 54, σ. 249] Η εμπειρια ανοιγει πληγες, η μονο μεσα απο τις πληγες που πονουν ειναι δυνατη η εμπειρια, και μαλιστα χωρις τη διαλεκτικη θεραπευτικη αγωγη του πονου και της πληγης.
(Byung-Chul Han, Η προθανατια αγωνια του ερωτα)

> Το "απολυτο κλεισιμο" (Byung-Chul Han, Η προθανατια αγωνια του ερωτα)
Ο "ορισμος του απολυτου", λεει ο Hegel, ειναι "οτι ειναι το κλεισιμο". Εδω το κλεισιμο δεν ειναι λογικη σχηματικη κατηγορια. Η ιδια η ζωη, θα ελεγε ο Hegel, ειναι ενα κλεισιμο.Το κλεισιμο θα ηταν μια βια, ενας βιαιος αποκλεισμος του Αλλου, εαν (33) δεν ηταν απολυτο κλεισιμο αλλα περιορισμενο, μαλιστα θα ηταν ενα βραχυκυκλωμα. Το απολυτο κλεισιμο ειναι ενα αργο, αργοσυρτο κλεισιμο, του οποιου προηγειται ενα διαγειν στον Αλλο. Η ιδια η διαλεκτικη ειναι μια κινηση του κλεισιματος, του ανοιγματος και της επανευρεσης. Το πνευμα θα αιμορραγουσε απο πληγες, τις οποιες θα του επεφερε η αρνητικοτητα του Αλλου, εαν δεν ηταν ικανο για κανενα κλεισιμο. Καθε κλεισιμο δεν ειναι βια. Κανεις κλεινει ειρηνη. Κανεις κλεινει μια φιλια. Η φιλια ειναι ενα κλεισιμο. Η αγαπη ειναι ενα απολυτο κλεισιμο. Ειναι απολυτο διοτι προϋποθετει τον θανατο, την εγκαταλειψη του εαυτου.
Η "αληθινη ουσια της αγαπης" συνισταται ακριβως στο "να παραδιδει τη συνειδηση του εαυτου της, να ξεχνιεται μεσα σε εναν αλλο εαυτο". Η συνειδηση του δουλου του Hegel ειναι περιορισμενη, δεν ειναι ικανη για το απολυτο κλεισιμο διοτι δεν ειναι σε θεση να παραδωσει τη συνειδηση του εαυτου του, δηλαδη δεν ειναι σε θεση να πεθανει. Η αγαπη ως απολυτο κλεισιμο περναει μεσα απο τον θανατο. Κανεις πεθαινει μεν μεσα στον Αλλο, ομως αυτον τον θανατο τον ακολουθει μια επανοδος στον εαυτο. Ομως η συμφιλιωμενη επανοδος στον εαυτο απο τον Αλλο ειναι καθε αλλο απο βιαιη ιδιοποιηση του Αλλου, η οποια λανθασμενα αναγορευτηκε sε κυρια φιγουρα της ακεψης του Hegel. Πολυ περισσοτερο ειναι το δωρο του Αλλου, του οποιου προηγειται η παραδοση, η εγκαταλειψη του εαυτου μου.

(34) Το καταθλιπτικο-ναρκισσιστικο υποκειμενο δεν ειναι ικανο για κανενα κλεισιμο. Ομως χωρις κλεισιμο ολα διαρρεουν και συγχεονται. Ετσι δεν εχει καμια σταθερη εικονα του εαυτου, η οποια επισης ειναι μια μορφη κλεισιματος. Δεν ειναι τυχαιο οτι στη συμπτωματολογια της καταθλιψης ανηκει η αναποφασιστικοτητα, η ανικανοτητα για ενα κλεισιμο. Η καταθλιψη ειναι χαρακτηριστικη για μια εποχη οπου κανεις, στην υπερβολη του ανοιγματος και του αμετρου, εχει χασει την ικανοτητα να κλεινει και να τελειωνει. Κανεις ξεμαθαινει να πεθαινει διοτι δεν μπορει να τελειωνει τη ζωη. Επισης το υποκειμενο της επιδοσης ειναι ανικανο για κλεισιμο, για τελειωμα. Καταρρεει κατω απο τον καταναγκασμο να πρεπει να κανει ολο και περισσοτερες επιδοσεις.

Ο βασικος κανονας στα ακρα
Η θεραπεια ως μη γνωση:
- Μετοικηση σε ενα αλλο κλιμα
- Το ζωντανο παραδειγμα του θεραπευτη

Το θεμα της υποκειμενικοτητας
(Σχεδιασμα και τελικο κειμενο απο το "... οταν ειν' ολα ανακατα / ατακτα και ξαναγυρνα / παμπαλαιη συγχυση")
Ως "υποκειμενικοτητα" ο Makari εννοει την "γνωση η οποια προερχεται απο τον νου που παρατηρει τον εαυτο του". Και ο νους τι ειδους πραγματα παρατηρει στον εαυτο του; "Σκεψη, συναισθημα, επιθυμια" . Ο εαυτος του θα ηταν τοτε ο τοπος της προελευσης μιας τετοιας γνωσης σκεψεων, συναισθηματων, επιθυμιων. Αν ο τοπος προελευσης ενος ονειρου ειναι το λεγομενο "λανθανον" ονειρο, τοτε η υποκειμενικοτητα θα αφορουσε τον λανθανοντα ανθρωπο: ολον εκεινο τον εσωτερικο κοσμο που ειναι ο πηγαιος του εαυτος. Οταν λοιπον μιλω για την υποκειμενικοτητα, μιλω για τον εσωτερικο κοσμο, η αλλιως, για τον ψυχισμο του, Υποκειμενικοτητα θα πει ουσιαστικα εσωτερικοτητα, και εσωτερικοτητα θα πει ψυχικος κοσμος. Ψυχη.
Η πιεστικη ερωτηση του Makari για το μελλον της ψυχαναλυσης ειναι: "Μπορει κανεις να σταθεροποιησει μια θεωρια της υποκειμενικοτητας;"
Το πνευμα της εποχης, που εκφραστηκε απο φιλοσοφους οικειους στον Freud, και καθοριστικους για το εργο του, οπως οι Locke, Hume, Kant, Schopenhauer, Fechner, Brentano, Nietzsche, Hartmann και αλλοι, στους οποιους με αλλοτε αλλον τροπο η υποκειμενικοτητα εδραιωνεται και καθιερωνεται, δεν ειναι η εποχη του Heidegger, του Wittgenstein και των νεοτερων, εποχη στην οποια η διασταση εσωτερικου και εξωτερικου κοσμου, υποκειμενικου και αντικειμενικου παυει να ειναι θεμα. Ο σημερινος ανθρωπος δεν χαρακτηριζεται απο υποκειμενικοτητα.
Σημερα δεν μπορουμε να μιλαμε για εσωτερικο κοσμο. Εδω θα περιοριστω σε λιγες νυξεις: Οταν σημερα εναν αντρας λεει σε μια γυναικα "Σ' αγαπω", δεν εκφραζει καποια εσωτερικα του συναισθηματα. Το "Σ' αγαπω" θα πει σημερα "Θελω να σε πηδηξω." Φυσικα κανεις μπορει ν' ακουσει αυτα τα λογια με τον παλιο τροπο και να τα εννοησει ως εκφραση συναισθηματων, ενδοψυχικης δραστηριοτητας. Υπαρχουν και ανθρωποι που ζουν σημερα σαν να ηταν σε αλλες εποχες. Ομως ο κοσμος μας δεν ειναι αυτος. Το "Like" του Facebook δεν εχει καμια εσωτερικοτητα, δεν ειναι λιβιδινικη επενδυση. Ακομα και η δημοφιλης πλεον παραπομπη θεματων της ψυχαναλυσης στην νευροφυσιολογια προς επιλυση, ανηκει στην σημερινη εποχη. Ο εγκεφαλος δεν ειναι αλλο ονομα για την ψυχη. Ειναι res extensa, εξωτερικοτητα. Το ιδιο συμβαινει με την κυριαρχια της ψυχοφαρμακολογιας, με την υποκατασταση της ψυχικης υγειας απο την λειτουργικοτητα και με την υποκατασταση της ψυχοθεραπειας απο το life coaching.
Για μενα λοιπον το ερωτημα του Makari θα επαιρνε αλλη μορφη: Μπορει να υπαρξει μια ψυχαναλυση απαλλαγμενη απο τον εσωτερικο κοσμο; Απαλλαγμενη απο ψυχη; Μια ψυχαναλυση ολοτελα επιφανειακη, ομως αντιθετα με τα τρεχοντα, αφημενη και προθυμη για το βημα μεσα στις "επιφανειακες αβυσσους" (Baudrillard);

//
Στον προλογο ο Makari θετει το ερωτημα που κατα την γνωμη του πυροδοτησε την περιπετεια της δημιουργιας της ψυχαναλυσης ως αποπειρας απαντησης του:
Πως μπορουσε να δημιουργηθει μια αντικειμενικη επιστημη της υποκειμενικοτητας; (σ. 4)
Και με το ιδιο καπου ερωτημα κλεινει την παρουσιαση του βιβλιου του που αναφερθηκε, σχετικα με το μελλον της ψυχαναλυσης:
Εν περιληψει, η ψυχαναλυση ηταν μια δυνατη συνθεση που παρεσχε ενα επιστημονικα αξιοπιστο μοντελο για την υποκειμενικοτητα. [...] Παντως την ιστορια της την διετρεχε ενα βασικο ερωτημα: μπορει κανεις να σταθεροποιησει μια θεωρια της υποκειμενικοτητας; [...] Σημερα το ερωτημα μενει για μας πιεστικο.
Η ψυχαναλυση, ηδη απο τις απαρχες της, εγειρει την αξιωση να εννοησει τον εαυτο της και να καθιερωθει ως επιστημη - που θα πει, να τοποθετηθει στον χωρο της γνωσης. Τουτο δεν αφορα μονο την συγκροτηση της ως θεωριας και την δημιουργια μοντελων. Αφορα και την ιδια την ψυχαναλυτικη ερμηνεια, αν την εννοησουμε ευρυτερα ως απαντηση στα "γιατι;" στα "απο που;", στα "πως;" και στα "προς τι;". Θυμιζω οτι ηδη οροι οπως π.χ. "απωθηση", "μεταβιβαση" δεν ονομαζουν φαινομενα της εμπειριας αλλα διαδικασιες, απο τις οποιες θεωρειται οτι τα φαινομενα προκυπτουν: το ξεχασμα ως αποτελεσμα μιας διαδικασιας απωθησης στο ασυνειδητο, η σχεση του αναλυομενου με τον αναλυτη του ως αποτελεσμα μιας διαδικασιας μεταβιβασης συναισθηματων, π.χ. απο εναν γονεα προς αυτον.
Στην επιστημη τα εμπειρικα δεδομενα δινουν την θεση τους στην επιστημονικη τους παρασταση, οπως π.χ. η εικονα του ηλιου, που διαγραφει την τροχια του πανω απο την ακινητη γη, υποχωρει εμπρος στην παρασταση της αστρονομιας, με την δικη της εικονα του ηλιακου μας συστηματος. Κατι αναλογο, σιγουρα οχι τοσο εδραιωμενο, ομως φιλοδοξωντας να παρασχει μια επιστημονικη θεση, επιχειρει και η ψυχαναλυση. Γραφει ο Freud:
Κατα την αποψη μας τα αντιληπτα φαινομενα πρεπει να υποχωρουν εμπρος στις ορμες, τις οποιες απλως υποθετουμε.
Ποιο ειναι εδω το προβληματικο; Η γνωση αποτελει μια μονο σχεση με τα πραγματα, με τους αλλους, με τον εαυτο. Και οχι καν την πηγαια. Ομως η ιδια η ασκηση της ψυχαναλυσης, η ζωντανη ψυχαναλυτικη συναντηση, δεν στριμωχνεται σε επιστημονικες στενωπους. Καθοριζεται απο τον λεγομενο "βασικο κανονα", δηλαδη την ζητουμενη ελευθερια του αναλυομενου να εκφραζει τα παντα, και την λεγομενη "ελευθερα μετεωρη προσοχη" του αναλυτη, δηλαδη ενα ακουσμα και μια ανταποκριση που δεν ειναι εστιασμενη αλλα μπορει να προσεγγιζει τα ερωτηματα με μια ευρυχωρια, ας το πω ετσι, μεσω Αυστραλιας. Η ψυχαναλυτικη συναντηση ειναι μια συναντηση ανοιχτη για τα παντα. Ειναι πηγαια συναντηση. Η γνωστικη οπτικη μενει πολυ πισω. Δεν φτανει σ' αυτην την πηγη.
Πιο κοντα στην πηγη βρισκονται τα λιγοστα κειμενα του Freud που ειναι γνωστα ως "Κειμενα για την θεραπευτικη τεχνικη". Αυτα ειναι σε μεγαλο βαθμο ελευθερα απο την θεωρια. Μια γερμανικη αποστροφη λεει πως Καθολικοι και Προτεσταντες εχουν διαφορες οσο ειναι εξω απο την εκκλησια. Τα πραγματα ειναι αλλιως οταν βρισκονται μεσα στην εκκλησια και προσευχονται. Και ο Sándor Radó απο την εταιρεια του Βερολινου ελεγε: "Οταν η θεωρια βαραινει περισσοτερο απο τα γεγονοτα, τοτε η επιστημη γινεται ζητημα γνωμης και οι διαφορες μετασχηματιζονται σε μαχη θελησεων."
Ισως απο εδω λοιπον, δηλαδη οχι απο τον τοπο της θεολογιας και της καθηλωσης σε δογματα αλλα απο τον τοπο της προσευχης, οχι απο τον τοπο των επιστημονικων παραστασεων αλλα απο τον τοπο των γεγονοτων θα μπορουσαν να προκυψουν προοπτικες για ενα μελλον της ψυχαναλυσης.
Το θεμα δεν τελειωνει εδω. Το ερωτημα του Makari ηταν: "Πως μπορει κανεις να σταθεροποιησει μια θεωρια της υποκειμενικοτητας;". Ομως πριν απ' αυτο θα μπορουσε κανεις να ρωτησει: Εξαντλειται καν ο ανθρωπος στην υποκειμενικοτητα;
Το φθινοπωρο του 1895 ο Freud εχει μια συναντηση με τον ωτορινολαρυγγολογο Wilhelm Fliess, "confidant" του, οπως τον χαρακτηριζει ο Makari, "φιλο εξ απορρητων". Ηδη στο τραινο της επιστροφης ο Freud, σε εναν πυρετο δημιουργιας, γραφει τα δυο πρωτα κεφαλαια απο ενα κειμενο με τον τιτλο "Σχεδιο μιας ψυχολογιας" . Σε μια παραγραφο του δευτερου κεφαλαιου γραφει: "Ας υποθεσουμε οτι το αντικειμενο, το οποιο παρεχει η αντιληψη, ειναι παρομοιο με το υποκειμενο, ενας δευτερος ανθρωπος." Το, οπως το αποκαλει, "συμπλεγμα του δευτερου ανθρωπου", χωριζεται σε δυο συστατικα μερη. Το ενα ειναι "αυτο που μπορει να κατανοηθει, δηλ. να αναχθει σε μια ειδηση απο το δικο μου σωμα". Αυτο το συστατικο του δευτερου ανθρωπου τον φανερωνει σαν παρομοιο με εμενα, καθως οι χειρονομιες του συνδεονται συνειρμικα με μνημες απο κινησεις του δικου μου σωματος, οι κραυγες του απο δικα μου βιωματα πονου. Αυτο το συστατικο του δευτερου ανθρωπου ειναι κατανοητο. Εχει νοημα. Επιτρεπει μια σχεση μαζι του. Συγκροτει ο,τι ο Makari αποκαλει "υποκειμενικοτητα".
Κι ερχομαστε στο αλλο συστατικο μερος του δευτερου ανθρωπου. Εδω ο Freud αναφερεται στα "χαρακτηριστικα του", π.χ. στην εμφανιση του. Αυτα ειναι "νεα και μη συγκρισιμα", δηλαδη δεν μου παρεχουν κανεναν συνειρμο, καμια "ειδηση", δεν υπαρχει τιποτα το αναλογο τους σ' εμενα, δεν εχουν νοημα, μενουν ακινητα και απροσιτα, "με σταθερη δομη", οπως γραφει. Αυτο το συστατικο μερος του δευτερου ανθρωπου, συνεχιζει ο Freud, "εντυπωσιαζει". Ακολουθει μια ωραια εκφραση για τον δευτερο ανθρωπο που θα μπορουσε να αποδοθει καπως ετσι: "μενει συμπυκνωμενος στον εαυτο του, σαν πραγμα." .
Ο δευτερος ανθρωπος λοιπον δεν εξαντλειται στην υποκειμενικοτητα του, στο κατανοησιμο και ενσυναισθητο μερος του. Προβαλλει και ως πραγμα, απροσιτο και ακατανοητο στην ενικοτητα των χαρακτηριστικων του, τοσο μακρινο και τοσο κοντινο, και ακριβως ως πραγμα ειναι που εντυπωσιαζει, που, με μια εκφραση του Jean Baudrillard, σαγηνευει. Το κατανοητο δεν εντυπωσιαζει.
Ο ανθρωπος ως πραγμα μενει απροσιτος στην γνωση. Καμια επιστημη δεν μπορει να τον συλλαβει. Ισως αυτος ειναι ο λογος που ο επιστημονας Freud, ηδη μετα απο δυο μηνες, βρισκει το "Σχεδιο μιας ψυχολογιας" αδιεξοδο, και γραφει στον Fliess: "Την πνευματικη κατασταση, στην οποια επωασα την Ψυχολογια, δεν την καταλαβαινω πια." Σαν να την ειχε γραψει ενας αλλος, που χαθηκε.
Εδω δεν μπορω να επεκταθω περισσοτερο. Ας αρκεσει το οτι αυτος ο ανθρωπος-πραγμα δεν ειναι τερατογενεση της σκεψης του Freud, οπως κατεληξε να το βλεπει ο ιδιος. Βρισκεται σε αγαστη συνυπαρξη με πολλες αλλες μορφες που εχουν αποβαλλει την υποκειμενικοτητα, στην φιλοσοφια, στην ποιηση και στην τεχνη, ειδωλα μας .
Ο Freud, στην "Αυτοπαρουσιαση" του απο το 1936, γραφει σχετικα με τις "αυθεντιες" που συναναστραφηκε: "Μου ειχαν πει περισσοτερα απ' ο,τι οι ιδιοι γνωριζαν και ηταν προθυμοι να εκπροσωπησουν." Τουτο θα μπορουσε να ισχυει και για πραγματα που ειπε ο ιδιος.


Βλεπε σχετικα:
Το αλλο φως
Η φυση του ψυχικου πονου
Αποηχοι απο το ονειρο πεταλουδας
"Μα πρεπει να μ' αρμηνεψουν οι πεθαμενοι"
Αποπροσωποποιηση
Λογοτεχνια και ψυχαναλυση
Για τελευταια φορα ψυχολογια

Η παθολογια σημερα
- Οι ανθρωποι δεν ερχονται πλεον οπωσδηποτε κατω απο την πιεση ενος "συμπτωματος". Υπερκινητικοτητα, υπερδραστηριοτητα, "multitasking". Η νοσταλγια του να μην σκεφτεσαι τιποτα - και που εχουν την δυνατοτητα να βρουν στην σχόλη της θεραπευτικης συναντησης.
- Η παγιδα του "κανω" [Θεραπευτικος ζηλος - 'Κανω']
- Η παλια "αγχωδης νευρωση" εχει μετονομαστει σε "κριση πανικου". Ειναι ενδεικτικη η οξυνση, το αιφνιδιο, σε βρισκε ακομα πιο απροετοιμαστο, σε αφηνει ακομα πιο αβοηθητο.
- Η απαλοιφη του Αλλου και ο ενδημικος ναρκισσισμος: δεν ξερουν πως να μιλησουν και να ακουσουν, πως ν' αγαπησουν, πως να πεθανουν.
- Κανεις ξερει μονο να "λειτουργει", και περαν αυτου χαοτικη συγχυση.

Γενικα θεματα
Ψυχοπαθολογια της ευμαρειας και της λιτοτητας / Ο Marx δεν γοητευει πια τις γυναικες ... / Το πενθος της απωλειας και η πτωση της πτωχευσης

Γυναικο-λογια

Σκιες και Faces / Το παιχνιδι των Faces

Γαμος των ομοφυλοφιλων

[Ομιλια στην παρουσιαση του βιβλιου Ludwig Wittgenstein, Συζητησεις για τον Freud, Αθηνα 2014.]

VIDEO

PDF


Ο εσωτερικος κοσμος, ο ψυχικος κοσμος, το μαυρο κουτι, το "ψυχικο οργανο", το "μεσα μου", τα "σωψυχα μου". Αυτη η πολυωνυμη παρομοιωση υφισταται μια ολεθρια σκληρυνση, αποτιθεται, οπως το αεριο που μετατρεπεται απευθειας σε στερεο, αποτιθεται στο χωνευτηρι της κυριολεξιας. και της υποστασιοποιησης και παρεχει εναν ου-τοπο για την ψυχιατρικη και την ψυχολογια.
Θα σας παρουσιασω μια αναθεωρημενη ομιλια απο το 2003 με τον τιτλο Η φυση του 'ψυχικου πονου' : αποπειρα να μιλησω για τον λεγομενο "ψυχικο πονο" διχως την προσφυγη στις παραπανω επιστημες και στην ατοπια τους. Οδηγο μου ειχα τον Wittgenstein.
"Ειναι παιδια πολλων ανθρωπων τα λογια μας", εγραφε ο Γιωργος Σεφερης . Ενας απο τους ανθρωπους, που καποιες φορες τα λογια μου ειναι παιδια του, καποτε ενδεχομενως και νοθα, ειναι ο Wittgenstein. Δεν θα μιλησω λοιπον για τον Wittgenstein, αλλα θα αφησω αυτον να μιλησει - δια στοματος μου.

Λεμε "ψυχικος" πονος σε αντιδιαστολη προς το "σωματικος" πονος. Τι διαφερει ο πονος στο δοντι απο τον πονο στην ειδηση πως η γυναικα μου με απατα; Και στις δυο περιπτωσεις ειναι η ιδια λεξη: "Ποναω!".
Η διαφορα θα φανει οταν καποιος με ρωτησει "Που πονας;". Στην πρωτη περιπτωση θα πω "Ποναω στο δοντι" και θα μου πει "Πηγαινε στον οδοντιατρο". Στην δευτερη περιπτωση θα πω "Ποναω στην ψυχη" και θα μου πει "Πηγαινε στον ψυχολογο". Κι αν με ρωτησει "Γιατι πονας;", στην πρωτη περιπτωση θα πω κατι σαν "Γιατι η τερηδονα εφτασε στο νευρο", στη δευτερη περιπτωση θα πω κατι σαν "Γιατι αυτο δεν το περιμενα απ' τη γυναικα μου".
Ας προσεξουμε: Οι ερωτησεις του και οι απαντησεις μου δεν αναφερονται στο "Ποναω!". Αναφερονται στο "που" ποναω και στο "γιατι" ποναω. Οι οροι "σωματικος πονος", "ψυχικος πονος" δινουν την εντυπωση πως χαρακτηριζουν δυο ειδη πονου. Ομως χαρακτηριζουν δυο ειδη αφορμης, εντοπισμου και αντιμετωπισης του πονου. Δεν αφορουν το "Ποναω!".
Ο ιδιος ο πονος μενει απροσιτος στις ερωτησεις του ειδους "που;", "πως;", "ποτε;", "γιατι;" κτλ. O ορος "ψυχικος" ειναι μια ορισμενη απαντηση στα "που;", "πως;", "ποτε;", "γιατι;" του πονου, ο ορος "σωματικος" ειναι μια αλλη απαντηση. Η αντιδιαστολη "σωματικου" και "ψυχικου" δεν ειναι αντιδιαστολη πονου και πονου!
Τι ειναι τοτε ο πονος; Δεν θα βιαστουμε ν' αναζητησουμε απαντηση. Θα προσεξουμε την ερωτηση, διοτι αυτη εχει προκαταλαβει την απαντηση. Πως την εχει προκαταλαβει; Εχει προεξοφλησει οτι ο πονος ειναι ενα "τι", ενα κατι, ενα πραγμα. Εχει καταστησει τον πονο αντικειμενο.
Και δεν ειναι ο πονος ενα κατι; Δεν μιλαμε για τον πονο; Π.χ. ο πονοδοντος ειναι αντικειμενο της οδοντιατρικης, ο ψυχικος πονος ειναι αντικειμενο της ψυχολογιας. Ομως αυτες οι επιστημες ασχολουνται με το που, το πως και το γιατι του πονου, οχι με το "Ποναω!". Και οταν μιλουν για "τον πονο", ειναι χρησεις της λεξης επι χαρτου, διοτι εδω ο πονος δεν λεγεται στην κατασταση στην οποια λεω "Ποναω!". Ο πονος εκλαμβανεται ως πραγμα, αποκομμενος απο την κατασταση στην οποια ανηκει. Η λεξη του ειναι πλεον αδειανο κελυφος.
Βεβαια για τον πονο δεν κανει λογο μονο η ιατρικη, αλλα πρωτα ο ανθρωπος που τον ζει. Μπορω, οταν ποναω, να πω "ο πονος ειναι αβασταχτος, σαν σουβλια". Ομως αυτο που λεω ειναι οτι ποναω αβασταχτα, σαν να με σουβλιζουν. Οταν ο πονος εκλαμβανεται ως πραγμα, ανοιγει ο δρομος για την καταχωρηση του ως αισθηση, ως συναισθημα κτλ. Επειδη ο πονος δεν ειναι πραγμα, οι φρασεις "νιωθω πονο", "αισθανομαι πονο", δεν εχουν νοημα διοτι δεν λενε τιποτα περισσοτερο απο το "Ποναω!".
Η ερωτηση "Τι ειναι ο πονος;" δεν ειναι λοιπον σε θεση να μας διαφωτισει για τον πονο διοτι θα εκανε λογο για ενα πραγμα, και ο πονος δεν ειναι πραγμα. Ο πονος δεν ειναι ενα "τι", δεν ειναι ενα κατι, ομως δεν ειναι και τιποτα.
Ερχεται λοιπον καποιος και μας λεει: "Η γυναικα μου με απατα!" Το λεει μεσα σε λυγμους και κραυγες, σε συγχυση, μπορει να κανει πραγματα οπως να μεθυσει, να την δειρει, να φυγει απ' το σπιτι του, η να την διωξει κτλ. Κι ας υποθεσουμε οτι μας λεει ακομα: "Τα 'χω χαμενα! Τι εχω παθει;" Κι εμεις του απανταμε: "Πονας!" Τι συμβαινει σ' αυτην την απαντηση;
Μια ψυχολογικη εξηγηση ειναι: O ανθρωπος απωθησε τον πονο και κατεφυγε σε ενα, οπως λεμε, "acting out", σε μια "εκδραματιση" με λυγμους, κραυγες, απονενοημενες ενεργειες. Οταν του εξηγουμε οτι ποναει, κανουμε τον απωθημενο του πονο συνειδητο.
Εδω η ψυχολογικη εξηγηση εχει διασπασει αυτο που του συμβαινει: Το εχει διαχωρισει αφενος στην εικονα της γυναικας του που τον απατα, "ερεθισμα", και αφετερου στις δικες του εκδηλωσεις, "αντιδραση", και αναμεσα στο ερεθισμα και στην αντιδραση εχει παρεμβαλει εναν "εσωτερικο κοσμο", εναν "ψυχισμο" οπου ο ανθρωπος αισθανθηκε τον πονο, αποφασισε λιγοτερο η περισσοτερο ασυνειδητα να μην τον νιωσει αλλα να τον απωθησει και στη συνεχεια να τον "εκδραματισει". Χωρισμος του φαινομενου σε ερεθισμα και αντιδραση και γεφυρωμα του χασματος με την ενεργοποιηση διεργασιων που συνδεουν τα χωρισμενα, παν χερι χερι.
Ας επιστρεψουμε στον ανθρωπο που ερχεται στο ιατρειο μου και μου περιγραφει την κατασταση. Πως γνωριζω οτι ο ανθρωπος ποναει; Η θεωρια απαντα: με την "ενσυναισθηση", το "empathy": Ταυτιζομαι μαζι του, μπαινω στη θεση του και νιωθω τον πονο που ασυνειδητα νιωθει. Η θεωρια της ενσυναισθησης λεει λοιπον οτι τον πονο του τον συμπεραινω μεσα απο μια ορισμενη διαδικασια. Ειναι σαν να ειχα μεσα μου εναν αισθητηρα, εναν ανιχνευτη πονου, κι αυτος τωρα να εδειχνε "θετικο", κι ετσι να διαπιστωνα οτι ο ανθρωπος ποναει.
Ομως τον πονο του δεν τον συμπεραινω μεσα απο εσωτερικες διεργασιες. Τον βλεπω, σε πρωτο χρονο, με τα ματια μου και με το σωμα μου, ζωγραφισμενο στο προσωπο του. Τον βλεπω σ' αυτα που λεει, με τη φωνη που τα λεει το στομα του και το σωμα του. Βλεπω τον πονο, που θα πει, σε ευτυχεις στιγμες σαν αυτην, πιανω ενα πουλι στον αερα και το απιθωνω στην ανοιχτη του παλαμη, που θα πει: τον ονομαζω: "Πονας!" Και τι κανω οταν του λεω "Πονας!"; Απαντηση: Του μαθαινω μια λεξη!
Ειναι ενα απο τα θαυματα της θεραπευτικης συνομιλιας οτι λεξεις χιλιοειπωμενες μπορουν καποτε να λεγονται σαν να 'ταν η πρωτη φορα, σαν κανεις να τις ελεγε μεχρι τωρα διχως να ξερει τι λεει. Ο ανθρωπος μαθαινει τη λεξη "Ποναω!". Η λεξη αποκτα, οπως θα ελεγε ο Wittgenstein, προσωπο, χαρακτηρα: τον κοιταζει, οπως σε κοιταζει το προσωπο ενος ζωγραφικου πινακα .
Ο Wittgenstein γραφει πως η λεξη "πονος" "αντικαθιστα την κραυγη" [του πονου] . Θα ελεγα: Η λεξη "πονος" δεν αντικαθιστα ακριβως την κραυγη του πονου. Η κραυγη συνηχει παντα στο "Ποναω!", στον τονο της φωνης και στην εκφραση του, και πολλες φορες ηχει τοσο καθαροτερα οσο λιγοτερο κραυγαλεα λεγεται το "Ποναω!". Θα ελεγα, τωρα με τον Wittgenstein, οτι με την εκμαθηση της λεξης "Ποναω!" το γλωσσοπαιγνιο, δηλαδη η "μορφη ζωης" της κραυγης αποκτα μια "νεα κλειδωση" .
"Η γυναικα μου με απατα. Ποναω!" Ειναι αυτο η ολη κατασταση; Oχι, διοτι σ' αυτην ανηκει και η εκπληξη μου: "Δεν το περιμενα απ' αυτην". Αυτο ειναι το καθοριστικο, οτι τωρα εχω μπροστα μου μια αλλη γυναικα απ' αυτην που νομιζα, μια απροσμενη γυναικα που με απατα. Το "Ποναω!" ανηκει σ' αυτην την εικονα της. Αυτη η εικονα αυτης της γυναικας που βρισκεται με τον αλλο, ειναι που ποναει: Η γυναικα μου δεν ειναι γυναικα μου, οπως νομιζα, κι εγω, ο αντρας της, δεν ειμαι αντρας της. Αυτη η εικονα, αν ειχα προσλαβει ντετεκτιβ, αυτες οι φωτογραφιες, αν μου το ειχε ομολογησει η ιδια, αυτα τα λογια της πονανε. Χτυπανε σαν πετριες. O πονος δεν συμβαινει σαν κατι το "ψυχικο" μεσα μου. Αυτες οι εικονες πονανε, αυτα τα λογια, αυτα τα πραγματα. Και αυτα δεν ειναι μεσα μου. Ειναι παρουσιες, εκει απεναντι, παρουσες με αλλον τροπο απο αυτον του αισθητηριακα αντιληπτου.
Ηδη η γλωσσα μας, η λεξη "Ποναω!", μας παγιδευει στην παρασταση ενος πονου που αναφερεται σε ενα πρωτο προσωπο, σε ενα "εγω" που ποναει, σαν ο τοπος του πονου να ηταν αυτο το "εγω", σαν ο πονος να ηταν μεσα μου. Ομως αυτο που ποναει ειναι η εικονα της, η γυναικα μου που αγκαλιαζεται μ' εναν αλλο. Στην λεξη "Ποναω!" να συμπληρωνουμε ρητα η αρρητα ενα "εγω", και να το εκλαμβανουμε σαν τον τοπο στον οποιο συμβαινει ο πονος, δεν εχει κανενα νοημα.
Η ψυχολογια, ορμωμενη απο την παρανοηση οτι ποναω "εγω", "μεσα μου", δεν μιλαει για πονο αλλα για "συναισθημα πονου", οπως βεβαια δεν μιλαει για αγχος αλλα για "συναισθημα αγχους" κτλ. Αντιστοιχα η παραδοσιακη φιλοσοφια της γλωσσας κατατασσει το "ποναω" στις λεγομενες "φι-προτασεις", στις προτασεις που αναφερονται σε εσωτερικες, "συνειδησιακες καταστασεις" . Ομως "Ποναω!" θα πει εξαρχης και μεχρι τελους: "(κατι) ποναει". "Ποναω στο δοντι" θα πει: "ποναει το δοντι μου". Επωδυνα μπορουν να ειναι τα πραγματα που μας αφορουν, και μονο αυτα. "Αλγεινα" τα λεει η Αντιγονη του Σοφοκλη .

Οι φιλοσοφοι ανηκουν σ' εκεινους που πρωτοι διακρινουν σημαδια μιας επερχομενης εποχης, και την εκφραζουν, δηλαδη ανοιγουν δρομους προς τις νεες μορφες. Τον 20ο αιωνα, προπαντων με το εργο των Ludwig Wittgenstein και Martin Heidegger ξεκινα το τελος της εσωτερικοτητας. Στην ψυχοθεραπεια η νεα εποχη εκδηλωνεται με την παραιτηση απο καθε αναζητηση νοηματος και απο καθε ερμηνεια. Η ακραια μορφη αυτης της εξελιξης οδηγει στο life coaching: προπονουμαι για την ζωη οπως προπονουμαι για αγωνα μπασκετ. Αυτη, η χυδαια εκδοχη της εξωτερικοτητας, ειναι πλεον κυριαρχη. Η ψυχαναλυση ακολουθησε την νεα εποχη συντηρητικα, καθως τα περι ασυνειδητου δεν εχουν μεν την παλια βαρυτητα, ωστοσο βασικα συνεχιζει να κινειται σε παρωχημενους ορους εσωτερικοτητας.
Θα ηταν ενα ζητουμενο της ψυχοθεραπειας να λυθει τοσο απο την ψυχη και τα βαθη της και την αναλυση και την ερμηνεια τους, οσο και απο το σημερινο αφασικο πλασμα το ρυθμισμενο σε μακροεντολες για το know-how της ζωης. Ζητουμενο θα ηταν μια ψυχοθεραπεια που θα πετουσε απο πανω της το πρωτο συνθετικο της, ισως και το δευτερο, και θα ανοιγονταν για ενα σερφαρισμα στις, οπως τις ονομαζει ο Jean Baudrillard, "αβυσσους της επιφανειας" . 














Διολου δεν ειναι καταναλωτες ενος επικοινωνιακου προϊοντος.
Ουτε ταυτισμενοι με την ομαδα τους.
Συνιστουν ενα φαινομενο αυτουσιο, κανουν μια δικη τους ζωη που ασυμμετρα μονο παρακολουθει (και καθοριζει) αυτην του γηπεδου και του αγωνα.
1
1
2
2
3
3
4
4
5
5
6
6
7
7
8
8
9
9
10
10
11
11
12
12
13
13
14
14
15
15
PDF

Το "Ονειρο πεταλουδας" του κινεζου σοφου Zhuangzi. Με απασχολησε ιδιαιτερα στη μελετη απο το 1989 Το ονειρο και στην ομιλια απο το 2007 Αποηχοι απο το "Ονειρο πεταλουδας.
Καποτε ο Zhuangzi ονειρευτηκε πως ειναι πεταλουδα, μια πεταλουδα που πεταριζε, που ενοιωθε καλα κι ευτυχισμενη και δεν γνωριζε τιποτα για τον Zhuangzi. Ξαφνικα ξυπνησε: εκει ηταν παλι, πραγματικα κι αληθινα ο Zhuangzi. Τωρα δεν ξερω αν ο Zhuangzi ονειρευτηκε πως ειναι πεταλουδα η αν η πεταλουδα ονειρευτηκε πως ειναι ο Zhuangzi (...).
Φετος την ανοιξη, στον κηπο ξαναφανηκαν πεταλουδες. Το σπαρταριστο πεταρισμα, η ευθραυστοτητα του, οι ατελειωτες και απροβλεπτες τεθλασμενες του, η αξαφνη ησυχια σαν καθισουν για λιγο επανω σ' ενα λουλουδι, και παλι ξανα…
Αρχες του 19ου αιωνα ο ιαπωνας ζωγραφος Hokusai φιλοτεχνησε ενα αλμπουμ με "εικονες απο τη φυση". Μια απ' αυτες τις εικονες παριστανει παιωνιες και μια πεταλουδα (φωτο 1).
Φυσαει αερας, απο δεξια προς τα αριστερα. Φυλλα και πεταλουδα γερνουν στο φυσημα του, ομοιοφορφα και τελεια συγχρονισμενα, σαν χορευτες κλασσικου μπαλετου. Η χθονια οικειοτητα τους.
Ο εντομολογος E. O. Wilson αποκαλει τις πεταλουδες "ανθους του αερα".
"Η πεταλουδα ειναι ανθος που πεταει, / Το ανθος, πεταλουδα που εδεσε στο χωμα."(Ponce Denis Écouchard Lebrun, γαλλος λυρικος του 18ου αιωνα)
Ειναι η πεταλουδα φυλλο που αποσπαστηκε απο το λουλουδι, η ειναι τα φυλλα του λουλουδιου πεταλουδες που το συνεθεσαν;

Απο τον Hokusai εχει παραδοθει και ο ακολουθος πινακας (φωτο 2)
Εχει τον τιτλο "Φιλοσοφος παρατηρωντας ενα ζευγαρι πεταλουδων". Πως παρατηρει ο φιλοσοφος;
Οχι οπως ενας αλλοτινος Μεξικανος, Ινδιανος, Απωασιατης, κατοικος της κεντρικης Ευρωπης και της Ελλαδας, που βλεπει σ' αυτες φιλους κι εχθρους: ψυχες και θεοτητες, καλους και κακους οιωνους, συμβολα της γεννησης και του θανατου και της αιωνιοτητας: (φωτο 3,4)
Οχι οπως ενας βιολογος με το μπλοκακι του, η που τις εχει καταγραψει σε βιντεο και, καθισμενος εμπρος απο το μονιτορ, μελετα σε slow motion π.χ. τον κωδικα της επικοινωνιας τους: (φωτο 5,6)
Οχι οπως ενας συλλεκτης που προχωρει καταπανω τους, ετοιμαζεται να τις πιασει στην αποχη του και τις βλεπει ηδη καρφιτσωμενες στα καδρα του. (φωτο 7,8)
Οχι οπως ενας αισθηματιας που σκιρτα, που δονειται απο συγκινηση και αναφωνει: "Υπεροχο!". (φωτο 9)

Ξαναβλεπουμε την εικονα: (φωτο 2)
Ο φιλοσοφος προφανως βρισκεται στον χωρο του. Δεν εχει αναζητησει τις πεταλουδες, δεν περιμενει τιποτα απ' αυτες. Οι πεταλουδες εχουν μπει στην καμαρη του τυχαια.
Ο φιλοσοφος αφηνει χαμω το φτερο, με το οποιο εγραφε, την βενταλια, με την οποια δροσιζονταν. Το σωμα του. Τεινει ολοκληρο προς τις πεταλουδες: (φωτο 10)
Το υφος του: (φωτο 11)
Κανενα συναισθημα, καμια προθετικοτητα. Μαζι με φτερο και βενταλια, εχει αποποιηθει καθε τι που τον προσδιοριζει ως ανθρωπινο ον.
Τα χερια του. (φωτο 12) Ακουμπισμενα στο τραπεζακι, διπλα-διπλα, ομως χωρις να σφιγγονται, λες και αντιγραφουν το ζευγαρι των πεταλουδων. (φωτο 13)

Ποιος ειναι αυτος ο φιλοσοφος, τωρα;
Καποτε ο δασκαλος Hui-tang πηγε με τον κοσμικο Huang-schan-gu στα βουνα. Ξαφνου ενας ευωδιαστος αερας φυσηξε καταπανω τους. Ο Hui-tang ρωτησε: "Νιωθεις την ευωδια της ρεσεντας;" Οταν ο Huang-schan απαντησε καταφατικα, ο Hui-tang του ειπε: "Δεν εχω τιποτα να σου κρυψω."
Τι θα πει εδω "Δεν εχω τιποτα να σου κρυψω"; Ο Byung-Chul Han γραφει: "Η ευωδια της ρεσεντας εκ-σωτερικευει τον Hui-tang." Εσωτερικοτητα ειναι ενα ονομα για τον πατριο τοπο τον οποιο θεσπιζουν το Εγω, το υποκειμενο, η ψυχη, το πνευμα, η σκεψη και το συναισθημα, η συνειδηση και το ασυνειδητο, η ταυτοτητα και ο Κανεις και ο Εαυτος. Αυτες οι λεξεις ακριβως και δεν ειναι εννοιες. Ειναι τοποι, σπιτια που κατοικουμε. Η ευωδια της ρεσεντας δεν αφηνει στον Hui-tang τιποτ' απ' αυτα ορθιο. Ο Hui-tang αναλυεται στην ευωδια της ρεσεντας. Δεν εχει τιποτα το εσωτερικο και γι' αυτο δεν εχει τιποτα να κρυψει. Ο Hui-tang ειναι "εξω στα πραγματα" με μια ακρως ριζικη εννοια. Δεν ειναι κανενα "Ειναι-μεσα-στον-κοσμο" αλλα, οπως γραφει καπου ο Han, απλα ενα "Ειναι-κοσμος" .
Ο φιλοσοφος δεν εχει τιποτα να κρυψει. Ειναι ολοτελα πεταλουδα. Αναλυεται στις πεταλουδες. Ποιος ειναι λοιπον ο φιλοσοφος; Ειναι ο φιλοσοφος που αναλυεται στις πεταλουδες, η ειναι οι πεταλουδες που μορφοποιουνται στον φιλοσοφο;
Αυτη η οικειοτητα, αυτη η φιλοτητα αναμεσα στον φιλοσοφο, στον Zhuangzi και στην πεταλουδα, δεν εχει καμια σχεση με καποια ομοιοτητα μεταξυ τους. Το μαρτυρουν δυο αλλοι παλιοι πινακες. Η διαφορα της μορφης τους, των ογκων τους ειναι τονισμενη: (φωτο 14,15)
Ομως τουτο ακριβως κανει την "αφανη αρμονια" τους (Ηρακλειτος) ακομα εμφατικοτερη: Τωρα δεν ξερω αν ο Zhuangzi ονειρευτηκε πως ειναι πεταλουδα, η αν η πεταλουδα ονειρευτηκε πως ειναι ο Zhuangzi (...).

Και τωρα: Το "ονειρο πεταλουδας" δεν χρειαζεται μονο να ακουστει ως γενικη αντικειμενικη, οτι δηλαδη η πεταλουδα ειναι το αντικειμενο ενος ονειρου. Ουτε μονο ως γενικη υποκειμενικη: οτι η πεταλουδα ονειρευεται. Γιατι ο Zhuangzi μιλα για "ονειρο πεταλουδας", και οχι π.χ. για ονειρο φιδιου, η ελεφαντα; Ενδεχομενως διοτι ονειρο και πεταλουδα, ως ονειρο και ως πεταλουδα, συνεχονται σε μια "αφανη αρμονια". Ο τιτλος "Ονειρο πεταλουδας" θα μπορουσε να νευει προς μια σχεδον ταυτολογια: Το ονειρο ειναι σαν πεταλουδα. Η πεταλουδα ειναι σαν ονειρο.
[Ομιλια στο Πανεπιστημιο της Βιεννης με τον τιτλο «Träume» [Ονειρα]. Βιεννη 2003.]

PDF

Κυριες και κυριοι, τον περασμενο Απριλιο ελαβα ενα αρθρο για το ονειρο. Προσπαθησα επανειλημμενα να συνταξω μια απαντηση. Δεν μου 'βγαινε με τιποτα! Παντως μια φραση απο τα σχεδιασματα επεζησε. Σας τη μεταφερω: «Ολο και λιγοτερο ξερω τι θα μπορουσε να ειπωθει επανω στο ονειρο και σκεφτομαι με τρομο πως εχω να κανω μια ομιλια στη Βιεννη με τον τιτλο "Ονειρα"».
Και μια μερα, μαζι με τον τρομο και το δεν ξερω, ψηλαφωντας και γραφοντας βγηκα στο δρομο των ονειρων.
Για οδοσημα ειχα ενα σημειο απο την Οδυσσεια. Εκει περιγραφεται η πορεια των ψυχων των σκοτωμενων μνηστηρων στον Αδη. Οι σχετικοι στιχοι λενε: «ηδε παρ' Ηελιοιο πυλας και δημον 'Ονειρων / ηισαν αιψα δ' ικοντο κατ' ασφοδελον λειμωνα (περασαν απ' τις πυλες του ηλιου, απο το δημο ονειρων και κατοπιν εφτασαν γρηγορα στο σκοπο τους, στο λιβαδι των ασφοδελων).
O δημος ονειρων... Βρισκεται αναμεσα στις πυλες του Ηλιου και τον Αδη - το λιβαδι των ασφοδελων.
Αρχικα το σημειο μου ηταν γνωστο απο στιχους του Γιωργου Σεφερη: «Οι πεθαμενοι ξερουν μοναχα τη γλωσσα των λουλουδιων [των ασφοδελων]
· γι' αυτο σωπαινουν / ταξιδευουν και σωπαινουν, υπομενουν και σωπαινουν», και τωρα ακολουθουν οι ομηρικες λεξεις, που επαναλαμβανονται, «παρα δημον ονειρων, παρα δημον ονειρων».
Τους στιχους τους διαβασα πρωτη φορα πριν απο καπου σαραντα χρονια. Κανενας λογος για τα ονειρα δεν με συγκινησε ποτε οσο αυτος. Ομως η συγκινηση μου εμεινε βουβη. Ο,τι εχω να σας πω ερχεται μεσα απο την αποπειρα σημερα να τη φερω σε γλωσσα.
Πρωτα θα σας διηγηθω ενα συντομο ονειρο. Ειναι απο την εποχη της διαμονης μου στο γερμανοφωνο χωρο, που μου εγινε και παλι παρουσα με την ευκαιρια αυτης της ομιλιας:
Ειμαι με τον Medard Boss [τον αλλοτινο μου δασκαλο] σ' εναν αγνωστο τοπο, στο υπαιθρο. Μου χαριζει ενα δαχτυλιδι.
Το βραδυ που εβαλα αυτες τις αραδες για πρωτη φορα στο χαρτι εγραψα κι ενα γραμμα στον φιλο μου και συναδελφο Hansjörg Reck.
Μια νυχτα ηταν που ειδα το ονειρο με τον Boss. Μια νυχτα ηταν που εγραψα το γραμμα στον Reck. Ειναι εδω νυχτα και νυχτα το ιδιο; Ειναι δυο νυχτερινα συμβαντα αυτα που μολις σας αφηγηθηκα; Ονειρο με τον Boss και γραμμα στον Reck;
Η νυχτα του γραμματος στον Reck ηταν η νυχτα της 15ης Μαΐου. Ημουν στο ιατρειο μου στην Αθηνα. Ειχε πανσεληνο. Σκεφτομουν τη γυναικα μου στη Θεσσαλονικη, 500 χιλιομετρα μακρια. Καθομουν στο γραφειο μου μ' ενα ποτηρι τσιπουρο. Στις ειδησεις ειχε τα νεοτερα για την πνευμονια στην Κινα κτλ.
Το γραμμα στον Reck δεν ειναι νοητο διχως αυτην τη νυχτα. Ουτε κι οι αλλοι τοποι κι οι ανθρωποι που μνημονευτηκαν δεν νοουνται διχως αυτην, διοτι περισυνελεξαν το χρονο της ζωης μου στο παρον εκεινης της νυχτας.
Τι γινεται τωρα με τη νυχτα του ονειρου Boss; Αυτη, ως η νυχτα του ονειρου Boss, δεν μπορει να περιγραφει οπως η νυχτα του γραμματος στον Reck, αφου το ονειρο Boss μου ηρθε στο νου πρωτα με το ξυπνημα. Δεν υπηρξε καμια στιγμη που να ειπα η να μπορουσα να πω για το ονειρο Boss: «Αυτην τη νυχτα ονειρευομαι...».
Εχει το ρημα «ονειρευομαι» ενεστωτα χρονο; Ρωταει ο Wittgenstein. Ομως ο,τι ποτε δεν ηταν παροντικο ποτε δεν μπορει να γινει και παρελθον: Το ονειρο μου δεν παρηλθε οπως παρηλθε το γραμμα στον Reck. Καθοσον το ρημα «ονειρευομαι» δεν εχει ενεστωτα χρονο, δεν εχει ουτε και παρελθοντα χρονο. Η φραση «Ονειρευτηκα...» δεν μπορει να ειπωθει οπως η φραση «Εγραψα ενα γραμμα...».
Κανεις θα μπορουσε να αντιτεινει οτι, π.χ., σ' ενα εργαστηριο υπνου και βεβαια μπορω να γνωριζω ποτε κανεις ονειρευεται: μπορω να τον ξυπνησω, αυτος μπορει να το επιβεβαιωσει και να διηγηθει τ' ονειρο του. Λοιπον το ρημα «ονειρευομαι» οντως εχει ενεστωτα χρονο! Αυτη η ενσταση μου δινει την ευκαιρια να υποδειξω μια διαφορα: Αλλο γνωριζω, αλλο βλεπω.
Στην ψυχοθεραπεια η διαφορα μεταξυ γνωσης και βλεμματος εχει ιδιαιτερη σημασια. Σ' αυτην κρινεται κατα ποσον η ερμηνεια [στα γερμανικα «Deutung», απο το «δεικνυμι»] σημαινει μια αφεση βλεμματος που ενθαρρυνει καποιον ν' ανοιξει τα ματια του, η μια εξηγηση που οδηγει σε συνδεσεις και σε κατασκευες χωρις νοημα. Τη νυχτα του ονειρου Boss, ως τη νυχτα ενος ονειρικου συμβαντος, μπορω μεν να τη συμπερανω, ομως ποτε δεν μπορω να τη δω.
Η νυχτα που αναφερεται στην προταση «Ονειρευτηκα τη νυχτα. ..» δεν εγινε ουτε παρον ουτε παρελθον του χρονου της ζωης μου ποτε. Ποτε δεν με δεχτηκε εντος της. Ποτε δεν μου εγινε οικεια. Και παλι το ανοικειο της με αφορα, αφου ηταν η νυχτα εκεινου του ονειρου. Αυτη η νυχτα ειναι αποκοσμη.
Το εδω εννοουμενο αποκοσμο γινεται ακομα καθαροτερα ορατο οταν προκειται για τη νυχτα του ανονειρευτου υπνου. Η διαφορα της φρασης «Εγραψα ενα γραμμα...» απο τη φραση «Κοιμηθηκα» ειναι ακομα πιο οφθαλμοφανης. Εδω η ελλειψη ενεστωτα και παρελθοντος χρονου του ρηματος «κοιμαμαι» στη συνηθισμενη του χρηση χτυπαει στο ματι ιδιαιτερα. Ομως σημερα δεν μπορω να επεκταθω σ' αυτο περισσοτερο.
Το αποκοσμο ονειρων και υπνου, το απομακρο τους ως προς τα μερη της κατοικησης των ανθρωπων, το απ-ανθρωπο τους, εκανε τους αρχαιους να δουν ονειρα και υπνο σε αναφορα με το θειο και με το θανατο - το «λιβαδι των ασφοδελων». Μας απαγορευει τοσο να παραστησουμε το ονειρο με το συγχρονο ψυχολογικο νοημα σαν κατι που εκτυλισσεται σ' ενα φανταστικο «μεσα μου», οσο και να το εγκλωβισουμε στο ανθρωπολογικο, δηλαδη ως καθοριζομενο απο τις ανθρωπινες καταστασεις υπνου και ξυπνου.
Το αποκοσμο της νυχτας τους κανει τα ονειρα να εμφανιζονται σ' ενα αλλο φως. Αναγκαζει τ' απορημενα ματια να συνηθισουν σ' αυτο το αλλο φως.
Σκεφτομαι δυο ακομα ομαδες φαινομενων που διακρινονται απ' αυτο το αλλοκοτο αχρονο, αυτο το αποκοσμο.
Πρωτα, τα παλια παραμυθια. Συχνα ξεκινουν με τη φραση «Μια φορα κι εναν καιρο...»
Αυτη η «μια φορα» διαφερει ριζικα απο τη μια φορα, π.χ., που επισκεφτηκα τη Βιεννη το καλοκαιρι του 1965. Παραπεμπει σ' ενα παναρχαιο που βρισκεται τοσο εξω απο καθε αρχαιοτητα κι απο καθε ημερομηνια οσο η φαινομενικα τοσο χειροπιαστη «προηγουμενη νυχτα» που ονειρευτηκα το 'να και τ' αλλο. Κατοπιν σκεφτομαι τα περασμενα.
Με τη λεξη «περασμενα» δεν εννοω τωρα διολου, π.χ., εναν παιδικο φοβο που ζωντανευει στην ενηλικη ζωη ξανα και ξανα, η εναν πεθαμενο που σε καποιον μπορει για χρονια να παραμενει παρων, η το κακο που εγινε σ' εναν και δεν τον αφηνει σε ησυχια κι αποζηταει εκδικηση. Αυτα τα πραγματα μονο κατ' επιφαση παρηλθαν.
Το κυριολεκτικα παρελθον εχει μετατεθει στο ξενο μιας αποστασης και μιας εγγυτητας οπου η χρονολογια του εχει γινει πλεον ολοτελα αδιαφορη. Μπορει να συμβει μ' ολα τα προηγουμενα παραδειγματα. O δρομος αυτης της μεταμορφωσης αναλαμβανεται, μεταξυ αλλων, εκπεφρασμενα στη θεραπευτικη συναντηση: Το παρελθον ειναι καθοδον στην παρελθοντικοτητα του. Στο τελος αυτου του δρομου το κυριολεκτικα πλεον παρελθον παιρνει ακριβως μορφη ονειρικη, η παραμυθενια. Αυτο το τελος κανεις θα μπορουσε να το ονομασει «μνημη».
Οταν σας διηγηθηκα το ονειρο Boss, ανεφερα επι τουτου πως ηταν ονειρο. Εαν ειχα παραλειψει τη λεξη «ονειρο» κι ειχα πει οτι ο Boss μου χαρισε ενα δαχτυλιδι, σιγουρα θα ειχατε ξεγελαστει. Ομως, εαν σας ειχα πει «Στις 15 Μαΐου, στον ξυπνο, εγραψα ενα γραμμα στον Reck», τοτε η αναφορα μου στον ξυπνο θα ηταν παραταιρη.
Πως χρησιμοποιειται η λεξη «ονειρο» στη διηγηση του ονειρου Boss; Δεν ανηκει μεν στην υποθεση οπου ο Boss μου χαριζει ενα δαχτυλιδι, ομως για τη διηγηση της ειναι απαραιτητη. Γιατι; Διοτι πουθενα στη διηγηση της ιστοριας με τον Boss και το δαχτυλιδι δεν θ' αναγνωρισετε οτι ηταν ονειρο.
Εαν πω «Ο Ροναλντο εβαλε ενα φοβερο γκολ!», δεν χρειαζεται να το αναφερω οτι μιλω για ποδοσφαιρο, γιατι ο Ροναλντο ειναι γενικα γνωστος ως ποδοσφαιριστης και το γκολ ανηκει στο ποδοσφαιρο.
Με το ονειρο τα πραγματα εχουν αλλιως. Δεν υπαρχει τιποτα που ν' ανηκει στο ονειρο ειδικα, ετσι ωστε απο τη διηγηση ενος ονειρου ν' αναγνωριζαμε πως ειναι ονειρο. Και τα πιο παλαβα πραγματα θα μπορουσαν το ιδιο καλα ν' αναφερθουν σε μια φαντασιωση, σε μια ψευδαισθηση, σ' ενα παραμυθι, στη μυθοπλασια κτλ.
Κι αλλωστε, αν ηταν αληθινος ο ισχυρισμος πως οι ονειρικες εμπειριες διαφερουν απ' αυτες του ξυπνου, πως δηλαδη υπαρχουν ονειρικες εμπειριες, τοτε ενα ονειρο θα 'πρεπε να 'ναι αναγνωρισιμο σαν τετοιο ηδη και στην πιο ασημαντη περιγραφη, οπως το ποδοσφαιρο που ειναι αναγνωρισιμο στην περιγραφη καθε φασης. Τοτε απο τη φραση «Ο Boss μου χαρισε ενα δαχτυλιδι» θα 'πρεπε να καταλαβετε πως ηταν ονειρο. Εαν δεν μπορειτε να το καταλαβετε, τοτε η λεξη «ονειρικη εμπειρια» δεν εχει κανενα νοημα κι η υποτιθεμενη διαφορα ειναι αχρηστη.
Μ' αυτο δεν εννοω διολου πως ονειρο και ξυπνος ειναι ενα αδιαφοροποιητο μιγμα. Θελω μονο να δω καθαροτερα πως μπαινει στο παιχνιδι η λεξη «ονειρο».
Και τωρα θα δοκιμασω να περιγραψω αυτο το «παιχνιδι»: Ξυπνω και ρητα, η αρρητα μου ερχεται η λεξη: «ονειρο». Για την ακριβεια δεν ειναι λεξη αλλα ονομα. Κανεις θα μπορουσε να παρομοιασει το ονομα «ονειρο» με ανω κατω τελεια: διανοιγει μια θεαση οπου ολα φωτιζονται απο ενα ιδιαιτερο φως. Ο αγνωστος τοπος. O Boss. Εγω. Το δαχτυλιδι που μου χαριζει.
Το ξερω αυτο το φως απο αλλες περιστασεις οπου ξυπνησα κι ειπα φωναχτα η αφωνα το ονομα «ονειρο». Καθε φορα με βλεπω εκει, αυτην τη φορα με τον Boss και το δαχτυλιδι. Κανεις θα μπορουσε να πει οτι ο Boss μου χαριζει το δαχτυλιδι στο ονομα του ονειρου, εαν εδω ακουσουμε το «στο...» κυριολεκτικα: Ειναι σ' αυτο το φως που συμβαινει η ιστορια με τον Boss και το δαχτυλιδι.
Το ονειρο ως-ονειρο θα ηταν λοιπον φαινομενο του ξυπνηματος. Και το φαινομενο του ονειρου δεν θα 'πρεπε ν' αναζητηθει στο «ονειρικο υλικο», στα «ονειρικα δεδομενα» -αφου αυτα δεν ειναι ιδιαιτερα του ονειρου- αλλα σ' εκεινο το φως.
Σχετικα θα μπορουσαν να ειπωθουν καποια πραγματα - εφοσον δεν παραστησουμε το ξυπνημα σαν κατι το περιορισμενο στον ανθρωπο που το πρωι ανοιγει τα ματια του. Το ξυπνημα δεν ειναι νοητο διχως την ανατολη του ηλιου. Ξυπνημα και ανατολη ειναι με τον τροπο (Παρμενιδης) του ζευγους νοειν και ειναι: το αυτο. Ονειρα και ανατελλον φως: το αυτο!
Στους ομηρικους στιχους τουτο ηχει στη γειτνιαση δημου ονειρων και πυλων του ηλιου. Ομως για ποιο φως μιλαμε; Μπορει να περιγραφει περισσοτερο; Αυτα που μπορω να πω σχετικα τα εμαθα εμμεσα απο τον Boss - δεν ξερω πια αν τα διαβασα η τα ακουσα:
Μια γυναικα βλεπει στην κουζινα της ενα ποντικι να τριγυρναει. Βγαζει μια τσιριδα, ανεβαινει επανω στην καρεκλα κτλ. O Boss λεει λοιπον πως η γυναικα δεν βλεπει απλα το ζωακι «ποντικι». Διοτι το ποντικι καθως ξετρυπωνει απ' το σκοταδι της γης φερνει αυτο το σκοταδι μαζι του στην επιφανεια και στο σπιτι. Αυτο ειναι, λεει, που βλεπει η γυναικα και στο οποιο απανταει με πανικο.
Ειναι αναλογο προς τη σκεψη του υστερου Heidegger, ο οποιος συνελαβε την αληθειαν ως την α-ληθευουσα ληθη: το αληθες δεν «απαγεται» απο τη ληθη, οπως λεγεται ακομα στο Ειναι και χρονος. Α-ληθευει το ληθιο καθαυτο. Πρωτα το ποντικι μου το εδειξε καθαρα. Τετοιες στιγμες ηταν που εκαναν τον Boss δασκαλο μου.
Στο ανατελλον φως ανατελλει το σκοταδι της νυχτας! Στο απροσωπο της εκφρασης «ξημερωνει» εκ-προσωπειται η νυχτα! Η νυχτα ξημερωνει! Απο εδω θα μπορουσε ν' ακουστει η ρηση του Ηρακλειτου για τη μερα και νυχτα: εν.
Το φως δεν εξαντλειται στο φωτισμο του. Το φως ειναι καθαυτο αφωτο. Ο Σεφερης το προσφωνει: «Αγγελικο και μαυρο, φως».
«Προς τι ποιητες;» θα μπορουσε κανεις να ρωτησει μαζι με τον Hölderlin και τον Heidegger και τον κοινο νου. Απαντηση: Οσο προσεκτικοτερο ειναι το ματι τοσο ποιητικοτερος ειναι ο περιγραφικος του λογος.
«Η προσοχη ειναι η φυσικη προσευχη της ψυχης». Ειναι μια φραση του Malebranche η οποια, μεσα απο τις μελετες του Walter Benjamin για τον Kafka, αναληφθηκε απο τον Paul Celan.
Η προσοχη ειναι υποθεση του λεγοντος βλεμματος, του βλεποντος λογου, που ειναι χρεωμενος το πραγματικο. Αντιθετα η ακριβολογια ειναι υποθεση της παραστατικης σκεψης που ενδιαφερεται για τη δικη της διασφαλιση. Ο μαθητευομενος θεραπευτης πρεπει να οξυνει την προσοχη του και να ξεσυνηθισει να σκεφτεται.
Επιστρεφουμε στο ξυπνημα. Τωρα θα μπορουσαμε να πουμε οτι τα ονειρα ανηκουν σ' εκεινο το σκοταδι του υπνου, δηλαδη της νυχτας, το οποιο, οπως το ποντικι του Boss, φανερωνεται με το ανατελλον φως. Εκει, σ' αυτο το φως, διπλα στις πυλες του Ηλιου τα ονειρα εχουν τον τοπο τους. Εκει ειναι ο δημος τους - μακρια απο τις κατοικιες και τα οικεια πραγματα των μοναχα ζωντων ανθρωπων.
Τωρα στην περιγραφη μου μπορω να προσθεσω τα εξης: O τροπος με τον οποιο, ξυπνωντας, μου ερχεται στο νου ενα ονειρο ειναι καπου διαφορετικος απ' αυτον μιας αναμνησης, π.χ., του γραμματος στον Reck. Το ονειρο δεν ειναι μνημονικο φαινομενο (Wittgenstein).
O τροπος που το ονειρο ερχεται στο νου ειναι περισσοτερο ο τροπος μιας αναδυσης. Κανεις θα μπορουσε να τον αποδωσει με μια λεξη του Ηρακλειτου: «αγχιβασιη», προσεγγιση. Ενδεχομενως ειναι ενα ονομα για το ενουν εν, οταν στο αγγελικο και μαυρο φως συνερχονται μερα και νυχτα, ξυπνος και υπνος, ζωη και θανατος.
Τα ονειρα, ιδωμενα ετσι, δεν ανηκουν ουτε στη μια πλευρα (ημερα-ξυπνος) ουτε στην αλλη (νυχτα-υπνος), οπως το ποντικι δεν ανηκει ουτε στο σκοτεινο της γης ουτε στο ανοιχτο του υπαιθριου.
Δειχνονται μεσα απο εκεινο το, για να χρησιμοποιησω μια καιρια λεξη του Freud. που ομως σπανια εννοηθηκε περαν του Freud, ελευθερα μετεωρο μεσον που αναδυεται, στον προσεχοντα.
Οταν τα ονειρα αποσπωνται απ' αυτο το μεσον και συρονται στην πλευρα του ξυπνου, τιθενται στην υπηρεσια μιας «θεραπειας» που εχει θεσει ως στοχο της μια καποια «υγεια», «απαρτιωση», «ανοιχτοτητα» κτλ.
Οταν συρονται στην πλευρα του υπνου, ειτε μεταπιπτουν στο μαγικο, καπου με την εννοια του προφητικου, του συμβολικου, του αρχετυπικου κτλ., η χανονται στα μηχανηματα του εργαστηριου υπνου.
Ομως η υπερβαση του μετρου μπορει να συζητηθει και ως προς την αχρονικοτητα των ονειρων που αναφερθηκε: Οταν το ελευθερα μετεωρο τους κλινει προς την πλευρα του παρελθοντος, τοτε προκυπτει η γενετικη ερμηνεια της ψυχαναλυσης. Οταν κλινει προς την πλευρα του μελλοντος, τοτε ερμηνευονται, π.χ., στην προοπτικη ανολοκληρωτων δυνατοτητων, οπως καπου στη «Daseinsanalyse» του Boss.
Κανεις θα μπορουσε και παλι να αντιτεινει:
- Θελεις λοιπον ν' αρνηθεις το πασιφανες, οτι ενα ονειρο παντα συνδεεται καπως με τη ζωη του ονειρευομενου; Οτι το ονειρο σημαινει κατι γι' αυτον;
Απαντω:
- Το ονειρο φυσικα και συνδεεται με τη ζωη μου. Θα μπορουσε ποτε ο πενταχρονος γιος μου να ονειρευτει τον Medard Boss;
Ομως το μονο που λεει αυτο ειναι: ο,τι αντιλαμβανομαι καθε φορα γινεται αντιληπτο στους ορους της ζωης μου. Μ' αυτο δεν μιλω στο πνευμα καποιου μονισμου. Σκεφτομαι περισσοτερο τον προσωκρατικο Ξενοφανη που πρεπει να ειπε:
[....] αλλ' ει χειρας εχον βοες ιπποι τ' ηε λεοντες
η γραψαι χειρεσσι και εργα τελεΐν απερ ανδρες
ιπποι μεν θ' ιπποισι, βοες δε τε βουσιν ομοιας
και (κε) θεων ιδεας εγραφον και σωματ' εποιουν
τοιαυθ', οιον περ καυτοι δεμας ειχον (εκαστοι).
Αν ομως βοδια κι αλογα και λιονταρια ειχαν χερια
και με τα χερια ζωγραφιζαν κι εργαζονταν οπως οι ανθρωποι
τοτε τ' αλογα ομοιες μ' αλογα και τα βοδια ομοιες με βοδια
θα ζωγραφιζαν τις εικονες των θεων και θα 'καναν τα σωματα τους
με μορφη σαν κι αυτην που εχουν τα ιδια.
Καθοσον τα πραγματα του ονειρου πρεπει να εμφανιζονται στα μετρα των ματιων που τα βλεπουν, καθοσον δηλαδη το ασυνδετο μεταξυ ονειρων και ιδωματων του ξυπνου ειναι αδιανοητο, αυτος που αναζητει συνδεσεις παραβιαζει ανοιχτες πορτες.
Και τωρα ενα ονειρο μου απο τα πρωτα μου χρονια στη Ζυριχη: Δινω εξετασεις ειδικοτητας. Εξεταστης ειναι ενας αγνωστος μου επιμελητης. Με ρωτα αν ξερω αρχαια ελληνικα. Απορω τι σχεση μπορει να 'χουν τα αρχαια με την ψυχιατρικη.
Ειναι γεγονος οτι τα επομενα χρονια ασχοληθηκα ολο και περισσοτερο με αρχαια ελληνικα κειμενα. Μπορω εδω να μιλησω για συνδεση αναμεσα στο ονειρο και στην ξυπνια ζωη μου; Ηταν, π.χ., προφητικο ονειρο; Αρχετυπικο; Ειναι η εξεταση στα αρχαια η μετατεθειμενη και συμπυκνωμενη μορφη καταστασεων της πρωτης παιδικης μου ηλικιας; Επεστησε το ονειρο την προσοχη μου σε ακομα ανολοκληρωτες δυνατοτητες;
Αυτες οι ερωτησεις... Τις συλλογιζομαι. Παρατηρω πως σε καμια τους δεν θελω να υπεισελθω. Ειναι ενα ψυχανεμισμα πρωτα που με κανει δυσβουλο. Θα χαλαγε αν αφηνομουν σε καποια απο τις προτεινομενες ερμηνειες κι επεδιωκα ν' αποκαταστησω μια συνδεση του ονειρου μου με τη ζωη μου του ξυπνου.
Δεν θελω να του κανω αυτο το κακο. Αφουγκραζομαι. Αυτο που ψαχνω ειναι, λεει, κιολας εδω. Απο μακρια ερχεται η πνοη μιας, κι εδω χρησιμοποιω με πολυ δισταγμο μια λεξη του Pasul Celan, τροπης της ανασας.
Τωρα μου φαινεται πως βλεπω καθαροτερα: Η απασχοληση μου με τ' αρχαια δεν ειναι πια νοητη διχως αυτο το ονειρο. Με αλλα λογια: Τα αρχαια δεν ειναι πια απλα θεμα της ξυπνιας ζωης μου. Το ευρος τους ξεπερνα αυτο του ξυπνου ατελειωτα: Ειναι πλεον σημαδεμενα απ' το ονειρικο οπως ο Εβραιος της εποχης των Ναζι ειναι σημαδεμενος απο το αστρο του -τη μοιρα του.
Ετσι ειναι ακομα και με τον Boss και μ' ολους τους ανθρωπους και τα πραγματα που καποτε συναντησα στο ονειρο. Ολ' αυτα ειναι σημαδεμενα απο το αστρο του ονειρου. Συντροφευονται απο τον τοπο και το δαχτυλιδι, αλλα κι ολους τους ανθρωπους και τα πραγματα που στον ξυπνο μου ειναι αγνωστα.
Αυτα τα οντα περισυλλεγουν ξυπνο και ονειρο. Το ανοιγμα της περισυλλογης τους φτανει απο το Dr.-Karl-Lueger-Ring [Ο δρομος του κτιριου στο οποιο εγινε η ομιλια]  εως τις «πυλες του Ηλιου».
Στην Καταιγιδα του Shakespeare λεει μια φορα ο Prospero: «Ειμαστε απο υλικο σαν αυτο που 'ναι φτιαγμενα τα ονειρα κι η μικρη μας ζωη κυκλωνεται απο εναν υπνο».
«Κυκλωνεται απο εναν υπνο» θα πει: αθικτη απο παραπομπες κι απο αναφορες και συνδεσεις, διχως πριν και μετα, κειμενη στον εαυτο της, αποκοσμη.
Και τι γινεται με τη ζευξη η οποια περισυλλεγει ξυπνο κι ονειρα; Ειναι οπως με τα δεντρα του δασους. O Heidegger το υπονοει μια φορα με στιχους του Hölderlin: «Και μενουν αγνωστοι μεταξυ τους, / Ενοσω στεκουν, οι γειτονικοι κορμοι».
Προοδευτικα μου γινεται ολο και καθαροτερο που αναφεροταν ο τρομος μου στην προοπτικη μιας ομιλιας με τιτλο «Ονειρα». Ηταν η απορια πως να μπορεσω να μιλησω για τα ονειρα διχως να πρεπει να μιλησω επανω στα ονειρα - και τουτο μεταξυ αλλων και ως θεραπευτης, ως καποιος δηλαδη που ο λογος του τωρα αποτεινεται μεν σ' εσας, ομως βασικα ειναι στραμμενος σ' αυτον που ξαπλωνει στο κρεβατι εμπρος απ' την πολυθρονα μου.
Μ' αυτο δεν εννοω πως οσα ειπωθηκαν θα τα εφερνα ποτε στη θεραπευτικη συνομιλια. Συγκρινονται περισσοτερο με μια παρτιτουρα, που βεβαια γινεται πραγματικοτητα του μουσικου εργου πρωτα στην πραξη της μουσικης. Πως τωρα αυτο συμβαινει στη θεραπευτικη πραξη θα προσπαθησω να το περιγραψω καταρχην με τη διηγηση του ονειρου μιας γυναικας:
Βρισκεται σε μια ωρα αναλυσης. Συναδελφοι απ' τη δουλεια της ειναι παροντες. Ενας της φερνει ενα ποτηρι νερο. Το τοποθετει στο μαξιλαρι. Αναποδογυριζει. Σφουγγαριζω το νερο στο πατωμα. Σηκωνεται και περιμενει εξω. Εχει θυμωσει μ' ολο αυτο το χαος. Σκεφτεται πως δεν θελει να πληρωσει την ωρα...
Και τωρα γινεται μεταξυ μας ο εξης διαλογος:
Αυτη:
- Τι λετε για το ονειρο;
Εγω:
- Τι φανταζεστε; Μηπως ηδη εχετε καποια ιδεα; Μηπως ηδη εχω πει κατι γι' αυτο;
Αυτη:
-Οτι δεν ειναι θετικο, οτι ειμαι δυσπιστη...
Εγω:
- Εννοειτε πως το αρνητικο, πως η δυσπιστια δεν πρεπει να υπαρχουν μεταξυ μας;
[Ενα διαστημα γινεται λογος γι' αυτο. Κατοπιν:] Αυτη:
- Και τι γινεται με το ονειρο; Δεν μου το ειπατε...
Εγω:
- Βλεπετε λοιπον ποσα πρεπει να προετοιμαστουν για να φτασουμε στο ονειρο...
Αυτη:
- Και τωρα που τα ξερουμε...;
Εγω:
- Δεν αρκει. Πρωτα πρεπει ν' απελευθερωθειτε απ' ολ' αυτα. Το ονειρο ερχεται μετα. Η ερωτηση που ρωτα πραγματικα για το ονειρο δεν εχει τεθει ακομα!
Τι παρεμβαλλεται εδω; Η γυναικα ηδη εχει ερμηνευσει το ονειρο της, δηλαδη σαν σημαδι μιας δυσπιστιας προς εμενα, την οποια αξιολογει επιπλεον ως «αρνητικη». Κατα τουτο η ερωτηση της «Τι λετε για το ονειρο;» ειναι αστοχη. Εαν ετιθετο σωστα, θα ειχε καπου τη μορφη: «Βλεπετε κι εσεις το ονειρο αρνητικα;». Η, ακομα: «Το βλεπετε, κατι δεν παει καλα μεταξυ μας!».
Για τη δυσπιστια και για το αρνητικο κανεις μπορει να μιλησει με τη γυναικα, πραγμα που εκανα. Κανεις μπορει ακομα να σημειωσει την ταση της ν' ακουει κατευθειαν το «αρνητικο». Αυτα και αλλα θα μπορουσανε να συζητηθουν μαζι της και θεραπευτικα θα ειχαν και νοημα.
Μονο που δεν εχουν τιποτα να κανουν με τ' ονειρο της. Διοτι η ερωτηση της αναφερεται στη δικη της και στην υποτιθεμενη δικη μου ερμηνεια και η ερμηνεια αυτη ειναι προδιαγραμμενη σε τασεις και κλισεις της ξυπνιας ζωης της.
Το ιδιο ισχυει και για τις πιο δουλεμενες επιστημονικες ερμηνειες των ονειρων. Τα ερωτηματα με τα οποια στρεφονται προς ενα ονειρο, π.χ., «Ποια ασυνειδητη επιθυμια εκπληρωνεται στο ονειρο;» (Freud), η «Ποιες ανολοκληρωτες ακομα δυνατοτητες φανερωνονται εδω;» (Boss) κτλ. εχουν ηδη εκφερει την κριση τους για το θεμα των ονειρων: Το ονειρο ειναι εκπληρωση επιθυμιας. Το ονειρο ειναι η αισθητηριακα παροντικα αντιληπτη εκδοχη ανολοκληρωτων δυνατοτητων κτλ.
Κατα τουτο δεν ειναι γνησιες ερωτησεις. Δεν φθανουν εως το ονειρο. Δεν ειναι ερωτησεις που αφηνουν ενα ονειρο ν' αναπνευσει. Μιλουν ξεκινωντας απ' τον ξυπνο και κατευθυνομενες στον ξυπνο, σαν τ' αλογα και τα λιονταρια του Ξενοφανη. Δεν φθανουν εως το «ου τι δεμας θνητοισιν ομοιιος ουδε νοημα» (ουτε στη μορφη ομοιος ουτε στη νοηση), που λεγεται σ' ενα αλλο αποσπασμα και που εδω προσαγορευτηκε ως το αποκοσμο των ονειρων. Τους λειπει η (Heidegger) ευλαβικοτητα της νοησης. Ανηκει στην προετοιμασια που αναφερθηκε, αυτο να δειχτει - χωρις μεγαλα λογια και ιεραποστολικο ζηλο.
Οι ποικιλες θεσεις επανω στο ονειρο συνιστουν απαντησεις σε μια οδηγο ερωτηση που λεει «Τι ειναι το ονειρο;» η, διατυπωμενο ψυχολογικα, «Τι σημαινει το ονειρο;». Εδω εχει γινει σιωπηρα αποδεκτο πως το ονειρο κατι ειναι, κατι σημαινει. Η παμπαλαιη συνηθεια να ρωταει κανεις και να μιλαει σ' αυτο το στιλ εχει το ολεθριο επακολουθο οτι κανεις αποκλινει απο το ονειρο και κλινει προς αυτο το κατι. Τα ονειρα εκδιωκονται απ' τον τοπο τους - τον τοπο τους, θυμιζω μισο στα σοβαρα μισο στα αστεια, κοντα στις «πυλες του Ηλιου» και τον «ασφοδελον λειμωνα». Ριχνονται στην αγορα των ψυχολογικων και νευροβιολογικων υπολογισμων.
Μιση ωρα πριν καταγραψω για πρωτη φορα αυτους τους συλλογισμους ακουσα τη διηγηση του ονειρου μιας ψυχολογου. Και μετα:
Αυτη:
- Εχετε να πειτε κατι για το ονειρο;
Εγω:
- Ποιο ειναι το θεμα εδω; Σε τι προσβλεποντας με ρωτατε;
Αυτη:
- Ρωτω για μια εξηγηση του ονειρου.
Εγω:
- Και τι περιμενετε απο μια εξηγηση; Τι θα ηταν διαφορετικο μετα την εξηγηση;
Αυτη:
- Μια καλυτερη κατανοηση του εαυτου μου, αυτων των πραγματων.
Εγω:
- Το εχετε ηδη ζησει κατι τετοιο; Οτι μια εξηγηση μ' αυτην την εννοια σας βοηθησε;
Αυτη:
- Μια φορα ενα ονειρο με βοηθησε να παρω μια σημαντικη επαγγελματικη αποφαση. Μια αλλη φορα μετα απο ενα ονειρο μπορεσα να δω ενα λαθος σε μια εργασια μου.
Εγω:
- Σ' αυτες τις περιπτωσεις δεν ηταν λοιπον καποια εξηγηση που σας βοηθησε. Μαλλον αυτα τα πραγματα μετα το ονειρο φανηκαν σ' ενα αλλο φως.
Υπαρχουν παλι περιπτωσεις οπου σε μια ερωτηση του στιλ «Τι σημαινει το ονειρο;» σωπαινω, η απαντω «Δεν ξερω».
Το προκειμενο ειναι, κι αυτο το εμαθα απο τον Παρμενιδη και τους αρχαιους, απο τον Heidegger και τον Wittgenstein, η οξυνση του βλεμματος για τη διαφορα αναμεσα σ' αυτο που μπορει να ερωταται και να λεγεται και σ' αυτο για το οποιο ερωτησεις και λογια δεν εχουν νοημα - ειναι ανοητα.
Μια τετοια σταση, η οποια βεβαια δεν περιοριζεται στα ονειρα, φερνει συχνα οργη κι επανειλημμενες εφορμησεις εναντια στην αρνηση μου να συμπραξω εκει που υπερβαινονται μετρα. Αλλα μονο ετσι μαθαινει κανεις: Οχι με ερμηνειες κι εξηγησεις αλλα με την προσκρουση στον τοιχο που του δειχνεται απο τον θεραπευτη των αδυνατων πραγματων - των «ανοησιων» του. Συχνα ο θεραπευτης θα εκληφθει ως αυτος τουτος ο τοιχος.
Δεν ειναι μαθημα απο καθεδρας. Ουτε παθολογικοποιηση. Το θεμα μου ειναι η συναντηση μας, καλυτερα, το ξεκαθαρισμα του πεδιου στο οποιο καποτε μπορουμε να συναντιομαστε, δηλαδη να μιλουμε, δηλαδη (Hölderlin) ν' ακουμε ο ενας για τον αλλο.
Ευτυχει οταν πραγματικα ερχομαστε στο προκειμενο. Οταν βρισκομαστε στο ρυθμο του μετρου του. Ο τονισμος βρισκεται στο «ρυθμο», οχι σ' εμας.
Η θεραπευτικη συναντηση, αν κανεις μπορει ακομα να μιλα καν για «θεραπεια», θα ειχε τοτε ακριβως το χαρακτηρα της αντι-πα-ρα-θεσης. Αυτο που παιζεται ειναι τα μετρα, δηλαδη οι διαφορες παντου οπου παραβαινονται. Ομως η αντιπαραθεση δεν γινεται απο τον θεραπευτη με διαθεση εχθρικη αλλα δεκτικη και καλοπροαιρετη. Αφου γνωριζει πως οι δρομοι μας ειναι βατοι μονο με βηματα παραβατικα. Ο συνομιλητης του καλειται να ενστερνισθει προπαντων αυτο.
Οπου η συναντηση σ' ενα βαθμο ευτυχει, οπου, οπως γραφει ο Hölderlin σ' ενα οψιμο ποιημα, «υψηλοτερες δειχνονται οι διαφορες», το οικειο γινεται πιο οικειο και το ανοικειο πιο ανοικειο κι η ζωη γινεται (Hölderlin και παλι) «κατοικουσα ζωη».
Το εξαντλησα το ερωτημα για τα ονειρα; Με τιποτα! Απλα σταματω σαν ενας οδοιπορος που κουρασμενος καθεται κατω και, στην εξαντληση, οι μορφες της αρχης και του δρομου και του σκοπου γινονται συγκεχυμενες κι ο υπνος τις παιρνει μαζι του.
Κι ενας θεος ξερει που θα βρεθει σαν ξυπνησει. Κι ο,τι ειπε εδω και σημερα αυριο θα του μοιαζει σαν ονειρο.


Rafael Nadal, ο κορυφαιος τεννιστας. Η τελετουργια για το σερβις - πιανει: σορτακι πισω, σορτακι εμπρος, αριστερο αυτι, μυτη, δεξι αυτι.
Σαν να σιγουρευει τα ορια του σωματος του, σαν, πιανοντας τα, να τα ξαναβαζει στη θεση τους, να επιβεβαιωνει την ολοτητα της μορφης του.
Φαινομενα και διορθωτικες κινησεις αποπροσωποποιησης.
[Περιληψη ομλιας στο Workshop "The Pseudoproblem of the Psychic", Second Interdisciplinary Congress on Psychiatry and Related Sciences. Οκτωβριος-Νοεμβριος 2014, Αθηνα.]

PDF

Ας υποθεσουμε πως εχω ενα προβλημα: Να αγορασω μια Maserati, η μια Lamborghini; Αν τα λεφτα μου φτανουν μετα βιας για ενα Φιατακι Cinquecento, ολες οι σκεψεις περι Maserati και Lamborghini ειναι κτισματα του αερα. Κτισματα του αερα, καθως εχουν αγνοησει ενα πρωτο: την πραγματικοτητα του πορτοφολιου μου. Το προβλημα "Maserati, η Lamborghini" ειναι ψευδοπροβλημα.
Το προβλημα του Freud ειναι τα "κενα", οπως λεει, π.χ. το κενο της ασυνεχειας μεταξυ ονειρου και ξυπνου. Ο Freud θελει να το γεφυρωσει. Οπως ο ανθρωπος του παραδειγματος, ζει στο παραληρημα οτι μπορει να θελει ο,τι θελει. Παραληρημα διοτι οπως το "θελω" του ανθρωπου ειναι εκτος της πραγματικοτητας του πορτοφολιου του, ετσι και το "θελω" του Freud ειναι εκτος της πραγματικοτητας του ονειρου, η οποια μαρτυρει πως το ονειρο ειναι ενα ριζικα διαφορο, μαλιστα ενα αλλοτριο απεναντι στην ξυπνια ζωη.
Τετοια “θελω” δεν λογαριαζουν τιποτα. Θα πραγματοποιηθουν βρεξει-χιονισει. Πως θα πραγματοποιηθουν; Ο ανθρωπος με το προβλημα "Maserati, η Lamborghini" θα γινει τυχοδιωκτης: θα κανει υπερογκα δανεια, θα εξαπατησει, θα κλεψει, θα κοψει πλαστο χρημα. Και ο Freud; Σε ενα γραμμα στον Fliess απο το 1900 γραφει: “Απο ιδιοσυγκρασια δεν ειμαι παρα conquistador - τυχοδιωκτης, αν θελεις αυτην τη λεξη μεταφρασμενη, με ολη την περιεργεια, την τολμη και το πεισμα που χαρακτηριζουν εναν ανθρωπο αυτου του ειδους.”
Ποιος ειναι τωρα ο τυχοδιωκτισμος του Freud; Τρεφεται απο τον οδοστρωτηρα του “θελω” που αξιωνει να βλεπει παντου μια συνδεση, μια συνεχεια, π.χ. αναμεσα στο ονειρο και στον ξυπνο. Ορμωμενος απο αυτην την θεληση, ο Freud συγκρινει τα ονειρα με τον ξυπνο, και στην οπτικη της συγκρισης ειναι που το αλλοτριο του ενος προς το αλλο προβαλλει ως "κενο" μεταξυ τους. Παραμεριζει την πραγματικοτητα τους αδιστακτα: "Κατα την αποψη μας τα αντιληπτα φαινομενα πρεπει να υποχωρουν εμπρος στις ορεξεις, τις οποιες απλως υποθετουμε."
Η συνδεση, η συνεχεια παραγεται με το κολπο της ερμηνειας: ονειρο και ξυπνος γινονται ομωνυμα, οπως τα ετερωνυμα κλασματα. Ο κοινος παρονομαστης, στον οποιο και τα δυο αναγονται, ειναι η κατασκευη του "ψυχικου οργανου" με τις "υποτιθεμενες ορεξεις" του. Τα μεταξυ τους ασυνεχη, π.χ. ονειρο και ξυπνια ζωη, εξοριζονται σ' αυτον τον εσωτερικο κοσμο, παριστανονται ως ενδοψυχικα μορφωματα και - γεφυρωνονται. Δηλαδη: Το ονειρο μετονομαζεται σε ενδοψυχικη "ονειρικη διεργασια" ("Traumarbeit"), η οποια μεταβολιζει "ορεξεις" του ξυπνου, που μπορει κανεις και να μην ειχε αντιληφθει ποτε (αλλα τοτε του λεμε πως ηταν "ασυνειδητες"), και τις οδηγει στην ονειρικη, δηλαδη ψευδαισθησιακη και παραλλαγμενη τους εκπληρωση. Ψευδολυσεις σε ψευδοπροβληματα.
Και απο που ασκει το ψευδοπροβλημα την γοητεια του; Απο το οτι αποκοιμιζει την ανησυχια εκεινου που επιζητει την εξηγηση και ταραζεται απο τα "κενα". Η πραγματικοτητα, την οποια ο τυχοδιωκτισμος του Freud παραμεριζει, ηδη πριν απο τα "κενα", εχει λοιπον και αυτην την διασταση: την ανησυχια του. Η ανησυχια του ειναι επισης μια πραγματικοτητα. Ομως δεν την κοιταζει, δεν την ακουει, δεν την επερωτα. Την ντριπλαρει, την προσπερνα με ενα πραξικοπημα: Την πνιγει σε μια θεωρια. Κλεινεται σε εναν αυτιστικο μικροκοσμο οπου τα πραγματα παρασταινονται οπως αυτος τα θελει να ειναι. (Οπως στην ανησυχια οτι η γυναικα μου με απατα, καταφευγω στη λυση να την κλεισω σε ενα μπουντρουμι.)
Ζηλεια και περηφανεια [Eifersucht und Stolz]
Απο το "Η ωραια μυλωνου", Wilhelm Müller, Franz Schubert.

Για που τοσο γρηγορα, τοσο αλαφιασμενα και αγρια, αγαπημενο μου ρεμα; / Μηπως τρεχεις ολο θυμο πισω απ' αυτον τον τυπο, τον μαγκα τον κυνηγο; / Γυρνα πισω, γυρισε πισω και ψαλλε τα πρωτα στη μυλωνου σου / για το επιπολαιο, το χαζο, το μικρο της το μυαλουδακι.
Δεν την ειδες ψες βραδυ να στεκει στην πορτα / με τεντωμενο λαιμο και να κοιτα προς τον μεγαλο δρομο; / Οταν ο κυνηγος κεφατος απ' το κυνηγι γυριζει στο σπιτι, / κανενα σωστο παιδι δεν βγαζει το κεφαλι απ' το παραθυρο.
Πηγαινε, ρεματακι, και πες της τα. / Μα μην της πεις, ακους, κουβεντα για το θλιμμενο μου προσωπο. / Πες της, ξυνει απο ενα καλαμι μου μια φλογερα, / και παιζει στα παιδια ομορφους χορους και τραγουδια.


Wohin so schnell, so kraus, so wild, mein lieber Bach?
Eilst du voll Zorn dem frechen Bruder Jäger nach?
Kehr um, kehr um, und schilt erst deine Müllerin
Für ihren leichten, losen, kleinen Flattersinn.

Sahst du sie gestern abend nicht am Tore stehn,
Mit langem Halse nach der großen Straße sehn?
Wenn vom den Fang der Jäger lustig zieht nach Haus,
Da steckt kein sittsam Kind den Kopf zum Fenster 'naus.

Geh, Bächlein, hin und sag ihr das; doch sag ihr nicht,
Hörst du, kein Wort von meinem traurigen Gesicht.
Sag ihr: Er schnitzt bei mir sich eine Pfeif' aus Rohr
Und bläst den Kindern schöne Tänz' und Lieder vor.







Το περιοδικο της Aegean. Γκλασε αστραφτερο βαρυ χαρτι. Διαφημιση για τις χαρες της ζωης μεχρι σκασμου. Ξενοδοχεια, ρουχα, κοσμηματα, αξεσουαρ. Για τον κυριο, την κυρια, την γκομενα.
Κομματια ζαχαρη σαν αυτα που δινουν στα αλογα οταν τελειωσουν το νουμερο.
PDF

"... οταν ειν' ολα ανακατα / ατακτα και ξαναγυρνα / παμπαλαιη συγχυση"
Friedrich Hölderlin, Der Rhein

[Παρουσιαση του βιβλιου του George Makari,
Επανασταση στον νου, Αθηνα 2014. Τα μερη της παρουσιασης που για λογους χρονου δεν ειπωθηκαν, εδω.]

Ο αρχικος τρομος, οταν αντικρυσα τις καπου 800 σελιδες του "Επανασταση στον νου", χαθηκε γρηγορα. Το βιβλιο με κερδισε, το διαβασμα ηταν αβιαστο και, πολλες φορες, συναρπαστικο. Παραλληλα βρεθηκα συχνα να παρασερνομαι σε νοερες συζητησεις επανω σε θεματα που συναντουσα. Σημερα θα περιοριστω σε δυο επισημανσεις. Η πρωτη αφορα το μοντελο της αφηγησης. Η δευτερη αφορα το παρελθον και το μελλον της ψυχαναλυσης.

Το μοντελο των ερμηνευτικων κοινοτητων
Ο αναγνωστης του βιβλιου ευκολα θα προσεξει μια ορισμενη κανονικοτητα στην αφηγηση. Οταν ο συγγραφεας μιλα για ενα γεγονος, π.χ. το ταξιδι του Freud στο Παρισι, θα ανοιξει μια εκτεταμενη περιγραφη για το Παρισι της εποχης, που θα καλυπτει τα τοτε επιστημονικα, πολιτικα και πολιτιστικα ρευματα, τους ανθρωπους που συναναστραφηκε ο Freud, την δικη τους ιστορια. Μας τον παρουσιαζει δηλαδη μεσα σε ενα καδρο τοπων, ανθρωπων, ιδεων, μας τον παρουσιαζει ως μελος μιας κοινοτητας, στο περιβαλλον της οποιας, και σε διαδραση με την οποια διαμορφωνεται το εργο του. Μ' αυτον τον τροπο παρουσιαζονται σχεδον ολα τα προσωπα που αμεσα, η εμμεσα μετειχαν στην δημιουργια της ψυχαναλυσης.
Αυτον τον τροπο αφηγησης ο Makari δεν τον χρησιμοποιει τυχαια. Σε μια παρουσιαση του βιβλιου του δηλωνει οτι ακολουθησε ενα μοντελο της φιλολογικης κριτικης που καλειται "interpretative communities", "ερμηνευτικες κοινοτητες". Το μοντελο προταθηκε απο τον αμερικανο φιλολογο Stanley Fish, καθηγητη Αγγλικης Φιλολογιας στο Johns Hopkins, την δεκαετια του '70. Ο ιδιος ο Makari το διευκρινιζει παραπεμποντας στον Fish και το βασικο του σχετικο εργο Interpreting Variorum:
Ο Stanley Fish ελεγε "Εαν διαβασετε Milton , και διαβασετε ενα ολοκληρωμενο σχολιο για τον Milton, το σχολιο εχει πολυ λιγο να κανει με τον Milton. Εχει πολυ να κανει με τον χρονο και τον τοπο που γραφηκε. Υπαρχουν ερμηνευτικες κοινοτητες που συγκεντρωνονται σε εναν χρονο και τοπο. Ολες τους διαβαζουν Milton με τον ιδιο τροπο. Κατοπιν ερχεται μια νεα ομαδα. Διαβαζουν John Milton μεσα σε ενα ολοτελα διαφορετικο ερμηνευτικο πλαισιο· που θα πει, το ερμηνευτικο πλαισιο των αναγνωστων ανασυγκροτει το κειμενο και τις προθεσεις του συγγραφεα.
Το πως εννοει ο Fish μια ερμηνευτικη κοινοτητα, το βλεπουμε πιο παραστατικα στην τελευταια παραγραφο του βιβλιου του που αναφερθηκε, και που κλεινει με τις φρασεις:
Η μονη "αποδειξη" για το οτι κανεις ειναι μελος [μιας ερμηνευτικης κοινοτητας] ειναι η συναδελφικοτητα, το νευμα της αναγνωρισης απο καποιον της ιδιας κοινοτητας, καποιον που σου λεει αυτο που κανεις μας δεν θα μπορουσε ποτε να αποδειξει σ' εναν τριτο: "ξερουμε εμεις". Σας το λεω τωρα γνωριζοντας πληρως οτι θα συμφωνησετε μαζι μου (δηλαδη θα καταλαβετε) μονο αν ηδη συμφωνειτε μαζι μου.
Ο Makari τωρα συνεχιζει:
Υιοθετησα αυτο το μοντελο επειδη ενσωματωνει την πνευματικη και την κοινωνικη ιστορια. Εχει χωρο για την δυναμη των ιδεων. Εχει επισης εναν δυναμικο χωρο για τις κοινωνικες, πολιτικες και πολιτιστικες δυναμεις που συνενωνουν ανθρωπους και που διασπουν ανθρωπους. [...] εχει παρα πολυ να κανει με ανθρωπους σε εναν χρονο και τοπο.
Ενα παραδειγμα για το ιδιαιτερο κλιμα μιας ερμηνευτικης κοινοτητας, και μαλιστα της ψυχαναλυτικης: Δυο ψυχαναλυτες συζητουν επανω στην ερμηνεια ενος ονειρου:
Ψυχαναλυτης Α: Δεν πιστευω οτι προκειται για τριχοπτωση. Στο ονειρο ο ασθενης περιγραφει μονο ενα φαλακρο σημειο με λιγες μεμονωμενες τριχες επανω του, και ακουσαμε τον ασθενη να λεει για το ονειρο του τη λεξη «σκατα». Και ακομα επαναλαμβανει συχνα σε σχεση με το φαλακρο σημειο τη λεξη «πισω». Εξ ου και ο συνειρμος μου σε αυτην την εικονα του ονειρου: «Δεν τα βγαζω περα με τις ομοφυλοφιλικες ορμες μου».
Ψυχαναλυτης Γ: Εγω αντιθετα πιστευω οτι ο ασθενης θελει να πει: «Δεν τα βγαζω περα με την απωλεια του αυτοελεγχου μου, με την οργη μου, και γι’ αυτο πρεπει να καταφυγω σε μια υποτελη θηλυκια ομοφυλοφιλικη σταση, για να μην ξεσπασει κανενας καυγας που θα με κατεστρεφε.

Οι ψυχαναλυτες, εστω κι αν δεν συμφωνουν, καταλαβαινονται μεταξυ τους. Για εναν εξω απο την κοινοτητα τους, μιλανε κινεζικα.
Κατα ποσο το μοντελο των ερμηνευτικων κοινοτητων αρμοζει στην φυση της ψυχαναλυσης; Η διαμορφωση ερμηνευτικων κοινοτητων ειναι ενα γεγονος, ισως αναποφευκτο. Ξεκινα ηδη με τον μικροκοσμο της οικογενειας και αφορα καθε ειδους κοινοτητα - φιλων, επαγγελματικων συναδελφων, πολιτικα ομονοουντων κλπ. Ομως η ιδια η φυση της ερμηνευτικης κοινοτητας οδηγει ευκολα, ισως αναγκαστικα, σε μια παγιδα: Διαμορφωνεται μια ταυτοτητα της κοινοτητας, που θα πει μια οριοθετηση, ενας περιορισμος του μικροκοσμου της απεναντι σε αλλους μικροκοσμους, και απεναντι βεβαια στον μεγαλο κοσμο. Δημιουργειται μια μονιστικη νησιδα.
Απο την στιγμη που η ψυχαναλυση εννοειται ως δημιουργια και εξελιξη μιας ερμηνευτικης κοινοτητας, προβαλλει ως κινημα. Στον μικροκοσμο της αναπτυσσει μια ταυτοτητα, και αυτην πρεπει να την οριοθετησει απεναντι σε εσωτερικους και εξωτερικους εχθρους, να την υπερασπιστει απεναντι σε επιθεσεις. Μια κυριαρχη μορφη σχεσης καθοριζεται απο το δογμα: Οποιος δεν ειναι μαζι μας, ειναι εναντιον μας. Ειναι επομενο λοιπον, το βιβλιο του Makari να παιρνει μορφη θριλερ - μια ιστορια εκστρατειων, κατακτησεων, συγκρουσεων, συμμαχιων και διασπασεων.
Σ' αυτην την οπτικη τα κειμενα των ψυχαναλυτων γραφονται κυριως για να χρησιμοποιηθουν ως οπλα στις συγκρουσεις των μελων με τους αλλους και μεταξυ τους. Στις εσωτερικες τους αντιπαραθεσεις το πιο συνηθισμενο επιχειρημα ειναι η ψυχαναλυτικη ερμηνεια του αντιπαλου που τον καταδεικνυει ως νευρωτικο και τις θεσεις του ως προϊον της ψυχοπαθολογιας του.
Υπαρχουν κοινοτητες που παραμενουν κλειστες, χωρις αυτο να ενοχλει. Για να πεταξω π.χ. με το αεροπλανο δεν χρειαζεται να γνωριζω την γλωσσα με την οποια συνεννοουνται οι πιλοτοι με τον πυργο ελεγχου. Για να κανω ενα εμβολιο δεν χρειαζεται να εχω μυηθει στο λεξιλογιο της μοριακης βιοχημειας. Η ψυχαναλυτικη κοινοτητα αντιθετα, ως κοινοτητα θεραπευτων, εχει ενδομημενη την ουσιαστικη επικοινωνια με τους αναλυομενους, ανθρωπους δηλαδη που δεν ανηκουν σ' αυτην. Η ψυχαναλυτικη κοινοτητα δεν μπορει ποτε να κλειστει πραγματικα στον μικροκοσμο της. Παραμενει ανοιχτη για τον μεγαλο κοσμο που ερχεται με τον αναλυομενο, αλλα και με την καθημερινοτητα του ιδιου του αναλυτη, και οι ιδιες οι ζωες τους καποτε επικυρωνουν τις θεσεις της και καποτε τις διαψευδουν. Αυτο το χαρακτηριστικο της ψυχαναλυσης, η δομικη ανοικτοτητα της, υπερβαινει την παρασταση της ως ερμηνευτικης κοινοτητας.
Ακομα η ψυχαναλυτικη επικοινωνια χαρακτηριζεται απο μια εμφατικη ενικοτητα, απο το μοναδικο και ανεπαναληπτο του αναλυτη, του αναλυομενου, στην καθε θεραπεια, μαλιστα στην καθε θεραπευτικη ωρα. Η ψυχαναλυση δημιουργηθηκε και εξελιχθηκε προπαντων απο τα αδιεξοδα που ανεκυψαν και τους δρομους που διανοιχθηκαν μεσα απο τις περιπετειες αυτων των ενικων θεραπευτικων συναντησεων. Εδω το μοντελο των ερμηνευτικων κοινοτητων ειναι συντηρητικο: ισχυει μονον οπου η ενικοτητα αγνοειται και ο αναλυτης προχωρει με βαση την βιβλιογραφια, τα παραδεδομενα αξιωματα και την ισχυουσα διδαχη. Τοτε ομως δεν ακουει. Γραφει σε μια σημειωση ο Elias Canetti:
Ομως οι αλλαγες και οι διασπασεις της διδαχης συμβαινουν χαρη σε λιγοστες στιγμες στις οποιες κανεις ξεχαστηκε τοσο ωστε ν' ακουσει οντως. [...] Ο ιδιος ο Freud πρεπει να ειχε ακουσει πολυ ακομα, διαφορετικα δεν θα μπορουσε τοσο πολυ να ειχε [...] αλλαξει.

Επανω στο μελλον της ψυχαναλυσης
Στον προλογο ο Makari θετει το ερωτημα που κατα την γνωμη του πυροδοτησε την περιπετεια της δημιουργιας της ψυχαναλυσης ως αποπειρας απαντησης του:
Πως μπορουσε να δημιουργηθει μια αντικειμενικη επιστημη της υποκειμενικοτητας; (σ. 4)
Και με το ιδιο καπου ερωτημα κλεινει την παρουσιαση του βιβλιου του που αναφερθηκε, σχετικα με το μελλον της ψυχαναλυσης:
Εν περιληψει, η ψυχαναλυση ηταν μια δυνατη συνθεση που παρεσχε ενα επιστημονικα αξιοπιστο μοντελο για την υποκειμενικοτητα. [...] Παντως την ιστορια της την διετρεχε ενα βασικο ερωτημα: μπορει κανεις να σταθεροποιησει μια θεωρια της υποκειμενικοτητας; [...] Σημερα το ερωτημα μενει για μας πιεστικο.
Η ψυχαναλυση, ηδη απο τις απαρχες της, εγειρει την αξιωση να εννοησει τον εαυτο της και να καθιερωθει ως επιστημη - που θα πει, να τοποθετηθει στον χωρο της γνωσης. Τουτο δεν αφορα μονο την συγκροτηση της ως θεωριας και την δημιουργια μοντελων. Αφορα και την ιδια την ψυχαναλυτικη ερμηνεια, αν την εννοησουμε ευρυτερα ως απαντηση στα "γιατι;" στα "απο που;", στα "πως;" και στα "προς τι;". Θυμιζω οτι ηδη οροι οπως π.χ. "απωθηση", "μεταβιβαση" δεν ονομαζουν φαινομενα της εμπειριας αλλα διαδικασιες, απο τις οποιες θεωρειται οτι τα φαινομενα προκυπτουν: το ξεχασμα ως αποτελεσμα μιας διαδικασιας απωθησης στο ασυνειδητο, η σχεση του αναλυομενου με τον αναλυτη του ως αποτελεσμα μιας διαδικασιας μεταβιβασης συναισθηματων, π.χ. απο εναν γονεα προς αυτον.
Στην επιστημη τα εμπειρικα δεδομενα δινουν την θεση τους στην επιστημονικη τους παρασταση, οπως π.χ. η εικονα του ηλιου, που διαγραφει την τροχια του πανω απο την ακινητη γη, υποχωρει εμπρος στην παρασταση της αστρονομιας, με την δικη της εικονα του ηλιακου μας συστηματος. Κατι αναλογο, σιγουρα οχι τοσο εδραιωμενο, ομως φιλοδοξωντας να παρασχει μια επιστημονικη θεση, επιχειρει και η ψυχαναλυση. Γραφει ο Freud:
Κατα την αποψη μας τα αντιληπτα φαινομενα πρεπει να υποχωρουν εμπρος στις ορμες, τις οποιες απλως υποθετουμε.
Ποιο ειναι εδω το προβληματικο; Η γνωση αποτελει μια μονο σχεση με τα πραγματα, με τους αλλους, με τον εαυτο. Και οχι καν την πηγαια. Ομως η ιδια η ασκηση της ψυχαναλυσης, η ζωντανη ψυχαναλυτικη συναντηση, δεν στριμωχνεται σε επιστημονικες στενωπους. Καθοριζεται απο τον λεγομενο "βασικο κανονα", δηλαδη την ζητουμενη ελευθερια του αναλυομενου να εκφραζει τα παντα, και την λεγομενη "ελευθερα μετεωρη προσοχη" του αναλυτη, δηλαδη ενα ακουσμα και μια ανταποκριση που δεν ειναι εστιασμενη αλλα μπορει να προσεγγιζει τα ερωτηματα με μια ευρυχωρια, ας το πω ετσι, μεσω Αυστραλιας. Η ψυχαναλυτικη συναντηση ειναι μια συναντηση ανοιχτη για τα παντα. Ειναι πηγαια συναντηση. Η γνωστικη οπτικη μενει πολυ πισω. Δεν φτανει σ' αυτην την πηγη.
Πιο κοντα στην πηγη βρισκονται τα λιγοστα κειμενα του Freud που ειναι γνωστα ως "Κειμενα για την θεραπευτικη τεχνικη". Αυτα ειναι σε μεγαλο βαθμο ελευθερα απο την θεωρια. Μια γερμανικη αποστροφη λεει πως Καθολικοι και Προτεσταντες εχουν διαφορες οσο ειναι εξω απο την εκκλησια. Τα πραγματα ειναι αλλιως οταν βρισκονται μεσα στην εκκλησια και προσευχονται. Και ο Sándor Radó απο την εταιρεια του Βερολινου ελεγε: "Οταν η θεωρια βαραινει περισσοτερο απο τα γεγονοτα, τοτε η επιστημη γινεται ζητημα γνωμης και οι διαφορες μετασχηματιζονται σε μαχη θελησεων."
Ισως απο εδω λοιπον, δηλαδη οχι απο τον τοπο της θεολογιας και της καθηλωσης σε δογματα αλλα απο τον τοπο της προσευχης, οχι απο τον τοπο των επιστημονικων παραστασεων αλλα απο τον τοπο των γεγονοτων θα μπορουσαν να προκυψουν προοπτικες για ενα μελλον της ψυχαναλυσης.
Το θεμα δεν τελειωνει εδω. Το ερωτημα του Makari ηταν: "Πως μπορει κανεις να σταθεροποιησει μια θεωρια της υποκειμενικοτητας;". Ομως πριν απ' αυτο θα μπορουσε κανεις να ρωτησει: Εξαντλειται καν ο ανθρωπος στην υποκειμενικοτητα;
Το φθινοπωρο του 1895 ο Freud εχει μια συναντηση με τον ωτορινολαρυγγολογο Wilhelm Fliess, "confidant" του, οπως τον χαρακτηριζει ο Makari, "φιλο εξ απορρητων". Ηδη στο τραινο της επιστροφης ο Freud, σε εναν πυρετο δημιουργιας, γραφει τα δυο πρωτα κεφαλαια απο ενα κειμενο με τον τιτλο "Σχεδιο μιας ψυχολογιας" . Σε μια παραγραφο του δευτερου κεφαλαιου γραφει: "Ας υποθεσουμε οτι το αντικειμενο, το οποιο παρεχει η αντιληψη, ειναι παρομοιο με το υποκειμενο, ενας δευτερος ανθρωπος." Το, οπως το αποκαλει, "συμπλεγμα του δευτερου ανθρωπου", χωριζεται σε δυο συστατικα μερη. Το ενα ειναι "αυτο που μπορει να κατανοηθει, δηλ. να αναχθει σε μια ειδηση απο το δικο μου σωμα". Αυτο το συστατικο του δευτερου ανθρωπου τον φανερωνει σαν παρομοιο με εμενα, καθως οι χειρονομιες του συνδεονται συνειρμικα με μνημες απο κινησεις του δικου μου σωματος, οι κραυγες του απο δικα μου βιωματα πονου. Αυτο το συστατικο του δευτερου ανθρωπου ειναι κατανοητο. Εχει νοημα. Επιτρεπει μια σχεση μαζι του. Συγκροτει ο,τι ο Makari αποκαλει "υποκειμενικοτητα".
Κι ερχομαστε στο αλλο συστατικο μερος του δευτερου ανθρωπου. Εδω ο Freud αναφερεται στα "χαρακτηριστικα του", π.χ. στην εμφανιση του. Αυτα ειναι "νεα και μη συγκρισιμα", δηλαδη δεν μου παρεχουν κανεναν συνειρμο, καμια "ειδηση", δεν υπαρχει τιποτα το αναλογο τους σ' εμενα, δεν εχουν νοημα, μενουν ακινητα και απροσιτα, "με σταθερη δομη", οπως γραφει. Αυτο το συστατικο μερος του δευτερου ανθρωπου, συνεχιζει ο Freud, "εντυπωσιαζει". Ακολουθει μια ωραια εκφραση για τον δευτερο ανθρωπο που θα μπορουσε να αποδοθει καπως ετσι: "μενει συμπυκνωμενος στον εαυτο του, σαν πραγμα." .
Ο δευτερος ανθρωπος λοιπον δεν εξαντλειται στην υποκειμενικοτητα του, στο κατανοησιμο και ενσυναισθητο μερος του. Προβαλλει και ως πραγμα, απροσιτο και ακατανοητο στην ενικοτητα των χαρακτηριστικων του, τοσο μακρινο και τοσο κοντινο, και ακριβως ως πραγμα ειναι που εντυπωσιαζει, που, με μια εκφραση του Jean Baudrillard, σαγηνευει. Το κατανοητο δεν εντυπωσιαζει.
Ο ανθρωπος ως πραγμα μενει απροσιτος στην γνωση. Καμια επιστημη δεν μπορει να τον συλλαβει. Ισως αυτος ειναι ο λογος που ο επιστημονας Freud, ηδη μετα απο δυο μηνες, βρισκει το "Σχεδιο μιας ψυχολογιας" αδιεξοδο, και γραφει στον Fliess: "Την πνευματικη κατασταση, στην οποια επωασα την Ψυχολογια, δεν την καταλαβαινω πια." Σαν να την ειχε γραψει ενας αλλος, που χαθηκε.
Εδω δεν μπορω να επεκταθω περισσοτερο. Ας αρκεσει το οτι αυτος ο ανθρωπος-πραγμα δεν ειναι τερατογενεση της σκεψης του Freud, οπως κατεληξε να το βλεπει ο ιδιος. Βρισκεται σε αγαστη συνυπαρξη με πολλες αλλες μορφες που εχουν αποβαλλει την υποκειμενικοτητα, στην φιλοσοφια, στην ποιηση και στην τεχνη, ειδωλα μας .
Ο Freud, στην "Αυτοπαρουσιαση" του απο το 1936, γραφει σχετικα με τις "αυθεντιες" που συναναστραφηκε: "Μου ειχαν πει περισσοτερα απ' ο,τι οι ιδιοι γνωριζαν και ηταν προθυμοι να εκπροσωπησουν." Τουτο θα μπορουσε να ισχυει και για πραγματα που ειπε ο ιδιος.
[Απο το Στον κηπο του Wittgenstein]

Οι φιλοσοφοι ανηκουν σ' εκεινους που πρωτοι διακρινουν σημαδια μιας επερχομενης εποχης, και την εκφραζουν, δηλαδη ανοιγουν δρομους προς τις νεες μορφες. Τον 20ο αιωνα, προπαντων με το εργο των Ludwig Wittgenstein και Martin Heidegger ξεκινα το τελος της εσωτερικοτητας.

Στην ψυχοθεραπεια η νεα εποχη εκδηλωνεται με την παραιτηση απο καθε αναζητηση νοηματος και απο καθε ερμηνεια. Η ακραια μορφη αυτης της εξελιξης οδηγει στο life coaching: προπονουμαι για την ζωη οπως προπονουμαι για αγωνα μπασκετ. Αυτη, η χυδαια εκδοχη της εξωτερικοτητας, ειναι πλεον κυριαρχη. Η ψυχαναλυση ακολουθησε την νεα εποχη συντηρητικα, καθως τα περι ασυνειδητου δεν εχουν μεν την παλια βαρυτητα, ωστοσο βασικα συνεχιζει να κινειται σε παρωχημενους ορους εσωτερικοτητας.

Θα ηταν ενα ζητουμενο της ψυχοθεραπειας να λυθει τοσο απο την ψυχη και τα βαθη της και την αναλυση και την ερμηνεια τους, οσο και απο το σημερινο αφασικο πλασμα το ρυθμισμενο σε μακροεντολες για το know-how της ζωης. Ζητουμενο θα ηταν μια ψυχοθεραπεια που θα πετουσε απο πανω της το πρωτο συνθετικο της, ισως και το δευτερο, και θα ανοιγονταν για ενα σερφαρισμα στις, οπως τις ονομαζει ο Jean Baudrillard, "αβυσσους της επιφανειας".
Γραφειο τελετων, οπως γραφειο μεταφορων. Το αμπαλαρισμα του επιπλου και το ντυσιμο του πτωματος. Η ρουτινα, η μεθοδικοτητα, η διαδικασια αναμεσα στην αποβιωση και την ταφη. Τα μετρημενα λογια, τιποτα λιγοτερο και τιποτα περισσοτερο απ' οσο χρειαζεται για να προχωρησει η δουλεια. Και παραδιπλα το τελετουργικο της εκκλησιας, υπερκορο σημασιων και νοηματων. Ομως αυτοι εχουν το προσταγμα. Ειναι οι αφανεις πρωταγωνιστες της υποθεσης. Και ολα τοσο εξωστρεφη. Θαβεις καποιον οπως φυτευεις πατατες.
Η σαγηνη της απλοτητας, της απουσιας νοηματος και συναισθηματων. Ο θανατος, τοσο καθημερινος και τοσο φυσικος. Μπορεις να πεθανεις αυριο και δεν εγινε τιποτα.


Moki

Να, πως μπορει και το μολυσμενο περιβαλλον να προβαλλει ποιητικο. Να "αισθηματοποιειται" (Καβαφης)

[Ομιλια στην διημερίδα «Η ερμηνεία στη θεραπεία», Ασκληπιείον Άνω Βόλου, 2004]                        PDF

Υπηρξαν στη ζωη μου καποιες στιγμες που, οπως λεμε, «εγραψαν» - με συγκινησαν, με σημαδεψαν, πηραν μια μονιμη θεση στον κοσμο, τον στιγματισαν. Αρχικα και για μεγαλο διαστημα παρεμεναν βουβες. Επιμονες και αμετακινητες.
Τα τελευταια χρονια λοιπον μου συμβαινει κατι πρωτογνωρο: Τυχαινει καποτε να εχω μια αναλαμπη. Και ανακαλυπτω, οπως συμβαινει σε μερικα ονειρα, οτι ο κοσμος εχει μεταβληθει. Τοτε καποια απ' αυτες τις αλλοτινες στιγμες ανασαλευει. Αποκτα πλεον μια επισημη θεση στον κοσμο. Γινεται οικεια, μπορω και συνομιλω μαζι της.
Το ονομα που μου ηρθε γι' αυτες τις εμπειριες, δεν ξερω πως κι απο που, ηταν «γεραματα».
Η στιγμη τωρα με την οποια τουτη η ομιλια δοκιμαζει να συνομιλησει ηρθε πριν απο καπου σαραντα χρονια οταν διαβασα τους παρακατω στιχους απο το ποιημα του Γιωργου Σεφερη «Τελευταιος Σταθμος»:
Κι α σου μιλω με παραμυθια και παραβολες
ειναι γιατι τ' ακους γλυκοτερα,
κι η φρικη δεν κουβεντιαζεται γιατι ειναι ζωντανη
γιατι ειναι αμιλητη και προχωραει
·

Στην απορια αυτων των στιχων, μη με ρωτατε γιατι, συγκαταλεχθηκαν και λιγες φρασεις απο το δοκιμιο του ιδιου ποιητη με τον τιτλο Παντα πληρη θεων. Σας τις διαβαζω:
Οσο για τους ναους, αν ενας πολυ στενος μου φιλος γυρευε να τους προσεγγισει με τη συντροφια παλαιων κειμενων, θα τολμουσα να τον συμβουλεψω να εξοικειωθει με κειμενα που τον φερνουν προς αυτους απο δρομους πλαγιους, οχι με αμεσες περιγραφες. [...] Να προτιμησει αυτη την ευρυχωρια. Κι αν ο πολυ στενος μου φιλος επιμενει να ειμαι πιο συγκεκριμενος, θα του ελεγα οτι τουτες τις μερες που εγραφα τις παρουσες σελιδες ειχα στο νου τους στιχους του Ομηρου για τις πενηντα βαγιες στο παλατι του Αλκινοου [...]- τοσο απομακρος ημουν.
Εκεινα τα χρονια οι λογοι του Σεφερη δεν ειχαν ουσιαστικη θεση στον κοσμο μου. Σ' αυτον το δομημενο με τις παραστασεις της επιστημονικης σκεψης που μου εντυπωθηκαν στο σχολειο και στα αμφιθεατρα της Ιατρικης, αλλα και στις πρωτες μου περιδιαβασεις σε ψυχιατρικα και ψυχαναλυτικα κειμενα, σ' αυτον τον κοσμο λοιπον ισχυε το δογμα πως ολα «κουβεντιαζονται», εξηγουνται κι ερμηνευονται, καθως για ολα υπαρχει ενα «γιατι», και πως για καθε «απομακρο» υπαρχει μια υποσυνειδητη συνδεση και συσχετιση.
Και παλι εκεινοι οι λογοι ειχαν αρκετη δυναμη για να μην μπορω και να τους απορριψω. Ετσι εγινε κι εμειναν αποριες. Σκοτωματα στο οπτικο πεδιο του νεαρου επιστημονα.
Και ηδη καθως γραφω κι εξιστορω το τι εγινε και τελικα εφτασα να κατοικω εναν κοσμο οπου τα «παραμυθια» και οι «παραβολες» εχουν τοπο, οπου καποτε υπαρχει «ευρυχωρια» και μπορω να ειμαι, με την παραπανω εννοια, «απομακρος», εχω προς στιγμη την ταση να σας εκθεσω αυτην τη μεταβολη σαν μια διαδικασια, σαν να υπηρχε μια συνεχεια που οδηγησε απο το ενα στο αλλο.
Κυριες και κυριοι, τετοια συνεχεια δεν υπηρξε ποτε! Χωρις να το καταλαβω, καποτε αντιληφθηκα πως ειμαι πλεον αλλου και πως το παρελθον εχει γινει ενα «μια φορα κι εναν καιρο...», σαν παραμυθι. Μηπως ειμαι κι εγω ο ιδιος παραβολη; Και τωρα που τα λεω αυτα βλεπω αχνα ενα αλλο σκοτωμα να φωτιζεται. Ειναι ενα μικρο κειμενο του Kafka με τιτλο Για τις παραβολες. Σας το μεταφραζω:
Πολλοι παραπονιουνται πως οι λεξεις των σοφων ειναι παντα και μονο παραβολες, ομως ανεφαρμοστες στην καθημερινη ζωη κι εμεις αυτην εχουμε μονο. Οταν ο σοφος λεει «Περνα απεναντι», μ' αυτο δεν εννοει οτι κανεις πρεπει να περασει στην αλλη πλευρα του δρομου, κατι που κανεις θα μπορουσε και να το κανει αν αξιζε το αποτελεσμα, αλλα εννοει ενα καποιο μυθικο απεναντι, κατι που δεν γνωριζουμε, που ουτε κι απ' αυτον μπορει να προσδιοριστει περισσοτερο και που επομενως εδω δεν μπορει να μας βοηθησει καθολου. Ολες αυτες οι παραβολες το μονο που τελικα θελουν να πουν ειναι πως το ασυλληπτο ειναι ασυλληπτο, κι αυτο το ξεραμε. Ομως αυτα που καθημερινα μας παιδευουν ειναι αλλα πραγματα.
Οπου ενας ειπε: «Γιατι αμυνεστε; Αν ακολουθουσατε τις παραβολες, τοτε θα ειχατε γινει παραβολες οι ιδιοι, κι ετσι θα ειχατε απαλλαγει απο τους καθημερινους κοπους».
Ενας αλλος ειπε: «Παω στοιχημα πως κι αυτο ειναι παραβολη».
O πρωτος ειπε: «Κερδισες».
O δευτερος ειπε: «Ομως δυστυχως στην παραβολη μονο».
O πρωτος ειπε: «Οχι, στην πραγματικοτητα. Στην παραβολη εχασες».

O δευτερος κερδισε στην πραγματικοτητα, καθως μονο μεσα απο την πραγματικοτητα μπορει να πει «Παω στοιχημα πως κι αυτο ειναι παραβολη». Αυτος που εχει γινει παραβολη ο ιδιος ποτε δεν θα μιλησει για παραβολη, οπως, συμφωνα μ' ενα παραδειγμα του Wittgenstein, ενα γραμμοφωνο ποτε δεν θα πει «Ειμαι μονο ενα μηχανημα».
Κυριες και κυριοι, αυτοι ειμαστε, «πραγματικοτητα» και «παραβολη». Σ' αυτο το αδηλο «και» δηλωνεται η «ευρυχωρια», δηλαδη το «απομακρο» του Σεφερη, σ' αυτο κερδιζεται και χανεται το στοιχημα μιας ζωης. Ο Hölderlin το αναφερει ως εξης: «Με την αξια του και ομως ποιητικα κατοικει ο ανθρωπος πανω σ' αυτην τη γη».
Και τι γινεται με την ψυχοθεραπεια; Μηπως την αφορουν μονο «αυτα που καθημερινα μας παιδευουν» (Kafka) και που ειναι «αλλα πραγματα»; Η μηπως τα «προβληματα» ανακυπτουν και υφιστανται ακριβως οταν ειμαστε τυφλοι για το «ασυλληπτο»; Μηπως, απο τη στιγμη που θα δει τις καταστασεις που ονομαζονται «προβληματα» σ' ενα, αναφερω την εκφραση οπως τη χρησιμοποιει ο Wittgenstein, «αλλο φως», διαλυονται και χανονται σαν τη ζαχαρη στο νερο; Μηπως το «Περνα απεναντι» ποτε δεν αρχιζει και ποτε δεν τελειωνει στο κρασπεδο του πεζοδρομιου αλλα μιλα συγχρονως και παντα, εστω αρρητα και αγνωρα, για κατι το «μυθικο»; Τις μερες που ετοιμαζα την ομιλια ενας αντρας παραπονεθηκε πως τον τελευταιο χρονο παχυνε, καθως τον πιανουν κρισεις βουλιμιας. Του ζητω να μου περιγραψει μια προσφατη. Λεει:
- Το απογεμα κατεβασα δεκα κομματια αποξηραμενο ανανα.
Του απαντω:
- Αν αυτη η, ας την πουμε, «δοσοληψια» με τον ανανα γινοταν σε γλωσσικο επιπεδο, τι θα λεγονταν μεταξυ σας; Τι θα σας ελεγε ο ανανας; Τι θα του λεγατε;
Ο αντρας, που τυχαινει να ειναι και ψυχιατρος, οταν μιλησε για τα κομματια του ανανα που κατεβασε, ειχε προσθεσει πως αυτο οφειλεται στην απογοητευση απο εναν στενο συγγενη του. Εκανε μια συνδεση των βουλιμικων του κρισεων με συναισθηματα που τον παιδευουν. Εκανε ενα ειδος ερμηνειας.
Η ερωτηση μου δεν επιδιωκει καποια συνδεση, δεν υπεισερχεται στη δικη του, δεν αποσκοπει σε καποια «καλυτερη». Αφηνει τη βουλιμια του να ερθει σ' ενα αλλο φως.
Ποια ειναι η διαφορα;
Πρωτον. Ο,τι αυτος χαρακτηρισε ως ενδοψυχικη διαδικασια, οπου ενα συναισθημα μεσα απο διαφορους μηχανισμους εκδηλωνεται ως βουλιμια, στην ερωτηση μου προς αυτον γινεται μια συνομιλια με τον ανανα ως ενα αλλο, ως ενα, κι εδω ερχεται μια λεξη του ποιητη Paul Celan, «απεναντι», μια συνομιλια που διαμειβεται οχι μεσα του αλλα στον κοινο κοσμο.
Δευτερον. Σ' αυτο το αλλο φως, το βουλιμικο επεισοδιο παιρνει μια διασταση, για να χρησιμοποιησω τη λεξη του Kafka, «μυθικη»: αντρας και ανανας μιλουν μεταξυ τους.
Τριτον. Αν επεδιωκα μια ερμηνευτικη συνδεση, θα το εκανα, περα και πριν απο καθε στοιχειο «ενσυναισθησης», μεσα απο την πιστη σε μια θεωρια που λεει πως βουλιμια κι απογοητευση συσχετιζονται. Λεω «πιστη» γιατι μια τετοια συσχετιση ουτε να αποδειχθει μπορει ουτε και να απορριφθει. Μια τετοια πιστη δεν εχει κανενα νοημα - ειναι α-νοητη (Wittgenstein). Και φυσικα η αντιδραση του πελατη, παρα το συχνα λεγομενο, δεν ειναι κριτηριο - κατω απο ορισμενες συνθηκες, οχι και τοσο σπανιες, κανεις μπορει να συμφωνησει ακομα και πως πεταει ο γαιδαρος.
Τεταρτον και κυριο. Η προσφυγη στην ερμηνεια ερχεται, ειπα, μεσα απο την πιστη σε μια θεωρια που λεει πως βουλιμια κι απογοητευση συσχετιζονται. Ομως η πραξη της συσχετισης ειναι πραξη σκεψης. Θα σκεπτομουν. Την ερωτηση που εκανα δεν τη σκεφτηκα. Μου ηρθε. Και μου χαρισε μια «ευρυχωρια» που μου επετρεψε να την πω μ' εναν τονο αναλαφρο, σχεδον σαν να του 'λεγα: «Ελα τωρα να παιξουμε!».
Στο αλλο φως, στο οποιο η ερωτηση μου μετεθεσε το βουλιμικο επεισοδιο του αντρα, δεν ανηκει μονο η λεκτικη της διατυπωση, αλλα προπαντων αυτο το αναλαφρο, ο χαρακτηρας του παιχνιδιου. Ειναι το καλεσμα που συναντησαμε ηδη «να γινει ο ιδιος παραβολη».
Με την απομακρυνση προς την «ευρυχωρια» της παραβολης δεν απομακρυνομαστε απο το βουλιμικο επεισοδιο, απο τον αντρα που κατεβαζει το ενα κομματι ανανα μετα το αλλο, οπως συμβαινει οταν το συσχετιζουμε, π.χ., με την απογοητευση του κι επικεντρωνομαστε πλεον σ' αυτην, αλλα το πλησιαζουμε.
Και γιατι πρεπει, για να πλησιασουμε κατι, να γινομαστε κατα εναν τετοιο τροπο απομακροι; O Θρασυβουλος Γεωργιαδης, ιστορικος της μουσικης και για μενα ενας απο τους σημαντικοτερους νοητες του 20ου αιωνα, γραφει στον προλογο ενος βιβλιου του:
Η διαφορετικοτητα της μεθοδου μου αναγνωριζεται ηδη εκ του οτι η παρουσιαση δειχνει μια προτιμηση στη χρηση αναλογιων (μεταφορες, εικονες). Ομως μια αναλογια δεν ειναι αποδειξη· το μονο που μπορει, ειναι να παραπεμπει στο μη αποδειξιμο και ομως εμφανες ενος πραγματος, ενος φαινομενου, ενος δεδομενου· μπορει απλα να βοηθησει να δουμε το φαινομενο.
Θα το πω αξιωματικα: Τα ουσιαστικα πραγματα, και η δουλεια μας των θεραπευτων με ουσιαστικα πραγματα εχει να κανει, δεν κατανοουνται, δεν εξηγουνται, δεν αποδεικνυονται. Φαινονται, και μαλιστα τοτε οταν ερθουν σ' ενα αλλο φως. Ειναι οπως, κι εδω ανακαλω τον καιρο που ημουν υποβοηθος στο εργαστηριο της Ανατομιας, ειναι οπως οταν κατω απο το μικροσκοπιο στον αδιαφοροποιητο ιστο προστεθει μια χρωστικη ουσια και τοτε διαγραφονται κυτταρα προηγουμενως αθεατα.
Στο θεραπευτικο μας στιγμιοτυπο μειναμε κει που ρωτησα τον αντρα:
- Αν αυτη η, ας την πουμε, «δοσοληψια» με τον ανανα γινοταν σε γλωσσικο επιπεδο, τι θα λεγονταν μεταξυ σας; Τι θα σας ελεγε ο ανανας; Τι θα του λεγατε;
Η απαντηση του ηταν:
- Ο ανανας θα μου ελεγε: «Ειμαι γλυκος!».
Εγω:
- Θα σας προσφερονταν;
Αυτος:
-Ναι.
Εγω:
- Το εχετε ζησει, καποιος να σας προσφερεται;
Κανεις θα ετεινε να αντιληφθει τα λογια του ανανα μεταφορικα και να υποθεσει οτι εδω εχουμε να κανουμε με εναν ανθρωπομορφισμο οπου ο ανανας παρασταινεται σαν ανθρωπος που προσφερεται στον αντρα, κατι που τελικα βοηθα τον θεραπευτη να το παει εκει που καιει, στο οτι, π.χ., η μητερα κι ο πατερας του δεν του προσφερθηκαν αληθινα ποτε. Τοτε η ιστορια με τον ανανα θα ηταν ενα κολπο του θεραπευτη, μια μικρη απατη με «καλο σκοπο».
Πρωτον, απο κολπα και μικροαπατες, που πολλες φορες κρυβονται πισω απο το μανδυα της «τεχνικης», τιποτα καλο δεν προκυπτει.
Δευτερον, αν ο ανανας ηταν ανθρωπομορφιζουσα μεταφορα, τοτε θα παρασταινονταν σαν ανθρωπος, θα χανονταν καθε «ευρυχωρια» και φυσικα δεν θα μπορουσε να γινει λογος για «αλλο φως» και το «παρα-» της παραβολης θα ηταν τελικα ψεμα.
Αν λοιπον ανανας και ανθρωπος διατηρουν τη διαφορα τους, πως ειναι δυνατο να παραβαλλονται μεταξυ τους; Να συνερχονται σε μια σχεση, καλυτερα, σε μια συναψη, αυτην της παραβολης;
Για τη δυνατοτητα μιας μη ανθρωπομορφιστικης εννοησης του λεγομενου «μεταφορικου λογου», για τη δυνατοτητα δηλαδη στη «μεταφορα» να μην μεταφερεται τιποτα αλλα τα δυο μερη να αντιπαραβαλλονται, και ετσι μονο να αποληγουν στη μεταξυ τους εγγυτητα, σταθηκε για μενα αποφασιστικη η ερμηνεια απο τον Heidegger ενος ποιηματος στο οποιο δεν αναφερεται μεν καποιος ανανας αλλα ο ηλιος, που εμφανιζεται σαν αγροτισσα. Γραφει ο Heidegger:
Ποιος θα το αμφισβητουσε οτι εδω [...] ο ηλιος παρομοιαζεται με τη μητρικη αγροτισσα; Η μηπως, αντιθετα, η ουσια της αγροτισσας και της μητερας εμφανιζεται στη μεγαλη ουρανια εικονα του ηλιου; Μηπως λοιπον εδω απλως παρομοιαζεται το ενα με το αλλο; Ενδεχομενως το ποιημα δεν μιλα με μια παρομοιωση αλλα με μιαν ομοιωση. Ομοιος [μεσα απο την ετυμολογια της γερμανικης λεξης «gleich», «gelich», «ge-lich»] θα πει περισυλλεγμενος στην αυτη μορφη.
Ομως ποια ειναι στο ποιημα η αυτη μορφη; Ο ηλιος, η η αγροτισσα; Η μηπως το αυτο στο οποιο η ουσια των δυο συμφερεται δεν ειναι ουτε ο ουρανος (ηλιος) καθαυτον ουτε η γη και οι ανθρωποι καθαυτους; Το αυτο στο οποιο ηλιος και αγροτισσα παρ-αγονται ποιητικα δεν ειναι αραγε πραγματι η συνηχηση εκεινης της συνολης περιοχης μεσα απο την οποια μιλα το ποιημα; Γι' αυτο και ο ηλιος ισως δεν προσωποποιειται και δεν υποκειται στον ανθρωπομορφισμο. Διοτι, ετσι πρεπει επιτελους να ερωτησουμε, τι θα πει σ' αυτον τον βεβιασμενο λογο περι προσωποποιησης και ανθρωπομορφισμου το ονομα «ανθρωπος»; Δεν ειναι εκεινος ο οποιος εκ φυσεως παραμενει αρμοσμενος σ' εκεινη την περιοχη που φανερωνεται στο μορφωμα του ποιηματος;

Την «περιοχη», στην οποια ο Heidegger αναφερεται, δεν μπορουμε να τη συζητησουμε διεξοδικα. Ας συγκρατησουμε μονο οτι ο ανθρωπος ως αρμοσμενος σ' εκεινη την περιοχη δεν ειναι πρωτιστα ενα υποστασιοποιημενο ον, δεν ειναι υποκειμενο, οργανισμος, ψυχικο οργανο και τα συναφη, και ο ανανας, συμπληρωνω, δεν ειναι πρωτα καρπος και αντικειμενο της γεωπονιας και του εμποριου και διατροφικο ειδος. Αν ηταν ετσι, τοτε ανθρωπος και ανανας δεν θα ειχαν τιποτα το κοινο και η φραση μου προς τον αντρα θα ειχε νοημα μονο εαν ο ανανας «προσωποποιουνταν».
O Heidegger υποδεικνυει τη δυνατοτητα αντρα και ανανα να συναρμοζονται στην αυτη μορφη, στο ταυτοσημο της οποιας συνηχει εκεινη η αινιγματικη «συνολη περιοχη». Ανανας και αντρας δεν ειναι το ιδιο, ομως αρμοζονται στο αυτο. Μονον ετσι γινεται και συνομιλουν κι ο ανανας του προσφερεται με τα λογια «Ειμαι γλυκος!».
Απο μια αποψη ακολουθωντας τον Heidegger, απο μιαν αλλη τον Wittgenstein, θα ελεγα οτι ενα ονομα γι' αυτην την περιοχη ειναι η λεξη «παιχνιδι». Τη συναντησαμε ηδη οταν εκανα λογο για την «ευρυχωρια» και τον αναλαφρο τονο με τον οποιο αποτανθηκα στον αντρα.
Το οτι ο ανανας μπορει να μιλαει, να λεει κατι στον αντρα, δεν ειναι τοσο περιεργο οσο εκ πρωτης οψεως φαινεται. Εχει τον τοπο του, π.χ., στα παραμυθια, στα δημοτικα μας τραγουδια -θυμηθειτε το «τρια πουλακια καθονται...»-, στον κοσμο των παιδιων.
Στην ενηλικιωση το παιδι δεν μενει πισω. Αντιθετα, γινεται περισσοτερο παιδι, γιατι τωρα, εναντια στην πιεστικοτητα (Kafka) των «αλλων πραγματων...για τα οποια κοπιαζουμε καθε μερα», πρεπει να κερδηθει απο την αρχη. Εδω το παιχνιδι δεν ειναι μια δραστηριοτητα του ανθρωπου αλλα ο τροπος με τον οποιο στα παιδικα και στα εσαει παιδικα ματια δειχνονται ολα τα πραγματα.
Και γιατι «πρεπει» ο κοσμος σαν παιχνιδι να ξανακερδηθει; Να σωθει; Διοτι αυτο το παιχνιδι ειναι δεσμευτικο: Δεν το παιζουμε αλλα ειμαστε εμεις καθαυτους παικτες του κατοικωντας αυτον τον κοσμο επανω στη γη και κατω απο τον ουρανο. Και μ' αυτο δεν λεγεται τιποτα διαφορετικο απο τη φραση του Kafka πως ειμαστε παραβολη. Και τιποτα διαφορετικο απο ενα λογο του Γεωργιαδη για την «ιδιομορφια της ελληνικης πραγματικοτητας, του ελληνικου νου»: «αφενος το απιστευτα φωτεινο, καθαρο, αξιοθαυμαστα λογικα ακριβες, αφετερου το "ονειρο"».
Και τιποτα διαφορετικο απο τη φραση του Hölderlin που ηδη ακουσαμε: «Με την αξια του και ομως ποιητικα κατοικει ο ανθρωπος επανω σ' αυτην τη γη».
Επειδη το παιχνιδι αυτο καποτε διαπερνα και διαμορφωνει και καθοριζει τα παντα, ο αντρας κι ο ανανας μπορουν να συνομιλουν, ο ανανας μπορει να του μιλα και να του προσφερεται.
Ενας δασκαλος μου, ο Medard Boss, ελεγε, θυμαμαι, σ' ενα σεμιναριο πως ο ισκιος του δεντρου ειναι μεν απο την αποψη της οπτικης φυσικο φαινομενο, ομως απο μιαν αλλη αποψη ισως, ειχε συμπληρωσει με τη συστολη που αρμοζει οταν λεγεται κατι καιριο, ισως το δεντρο χαριζει τον ισκιο του. Κι αυτην τη χαρη μονο σαν παιχνιδι κανεις μπορει να την εννοησει.
Ενα παραδειγμα ακομα. Μπορουμε να πουμε οτι σ' εναν ποδοσφαιρικο αγωνα παιζουν δυο ομαδες, με παικτες που διακρινονται η οχι, με τα γκολ, νικες και ηττες, με οπαδους που τα ζουν ολ' αυτα με τον δικο τους τροπο, κι ακομα, οταν προκειται για μεγαλες ομαδες, με σημαντικες οικονομικες, πολιτικες προεκτασεις κτλ.
Θελει μονο ενα αλλο φως για να δειχτει ο ποδοσφαιρικος αγωνας σαν τελετουργια για χαρη της μπαλας, της «στρογγυλης θεας», η χαρη της οποιας προσφερεται, οπως καλη ωρα ο ανανας κι ο ισκιος του δεντρου, σ' αυτους που ειναι δεκτικοι και ανταποκρισιμοι σε μια τετοια χαρη - που εχουν αυτο το χαρισμα.
Το ετσι εννοουμενο παιχνιδι ειναι η ανταποκριση στη χαρη, ειναι το εμπρακτο «ευ-χαριστω».
Στην πραξη της ευχαριστιας μπαλα και δεντρο και ανανας γινονται οικεια, συναπαρτιζουν την οικοσκευη της αλλης, της «ποιητικης κατοικησης» του ανθρωπου «επανω σ' αυτην τη γη». Υπαρχει η χαρα - οχι το «συναισθημα», οχι το μισο που το αλλο μισο του θα ηταν η λυπη, αλλα η ανασα της εμπρακτης ευχαριστιας, ο χαιρετισμος αυτου που με τη χαρη του χαρισε και παλι εναν κοσμο φιλοξενο.
Κυριο χαρακτηριστικο του ειναι οτι ο ανθρωπος δεν αποτελει θεμα. Ενας στιχος απο το ποιημα του Σεφερη «Φωτιες του Αϊ-Γιαννη» λεει: «Μηπως εγινε ποτες φωτια που να μην την αναψε καποιο παιδι, ω Ηροστρατε;»
Κατα την παραδοση, τον 4ο αιωνα π.Χ. ο Ηροστρατος εβαλε φωτια στο ναο της Αρτεμιδας στην Εφεσο για ν' απαθανατισει το ονομα του. Στο ποιημα η πραξη του φανταζει σ' ενα αλλο φως. Ειναι το παιχνιδι ενος παιδιου που συνεπαιρνεται απο τη μαγεια της φωτιας.
Στο θεραπευτικο μας στιγμιοτυπο, στην ερμηνεια του ψυχιατρου το θεμα επισης ειναι αυτος: η απογοητευση του, οι ματαιωμενες αναγκες του, η φυγη στο υποκαταστατο της βουλιμικης του ικανοποιησης.
Στο αλλο φως ειναι το εμπρακτο «Ναι!» στο «Ειμαι γλυκος!» του ανανα που του προσφερεται, ακριβως οπως καθε τι μπορει να μιλησει στα παιδικα αυτια και ματια και χερια και να πει «Ειμαι φωτια!» - και να γινει φωτια.
Προηγουμενως μιλησα για το α-νοητο της πιστης σε μια θεωρια που λεει πως βουλιμια κι απογοητευση συσχετιζονται. Και παλι η τελευταια μου ερωτηση στον ψυχιατρο ηταν:
- Το εχετε ζησει, καποιος να σας προσφερεται;
Φυσικα περιμενα, οπως κι εγινε, να απαντησει αρνητικα. Δεν το ειχε ζησει, ουτε με τους γονεις του ουτε αργοτερα. Η προσφορα της χαρης, ακομα και σαν ενα απλο χατηρι, του ηταν μια ξενη γλωσσα. Ηξερε να ειναι δεκτικος μονο γι' αυτο που μπορουσε να εξαγοραζει.
Ομως αυτην την απαντηση δεν την περιμενα ως το αιτιο που προκαλεσε τη βουλιμικη συμπεριφορα. Την περιμενα διοτι η προσφορα του ανανα ειναι υπερ-προσφορα. Ειναι υπερβολη. Ξεπερνα το μετρο. Ποιο μετρο; Το μετρο πεινας και χορτασης οπου ο ανανας στην πεινα προσφερεται και στη χορταση αποσυρεται.
Την υπερβολη ως υπερβαση του μετρου οι αρχαιοι την ονομαζαν «υβριν». Και υπαρχει ενας νομος που διατυπωνεται στον Αγαμεμνονα του Αισχυλου και λεει: «φιλει δε τικτειν υβρις μεν παλαια νεαζουσαν εν κακοις βροτων υβριν». (Η παλαια υβρη εχει την ταση να γεννα νεα υβρη στους θνητους και να προξενει νεα κακα).
Την υβρη παλι δεν πρεπει να την παραστησουμε ουτε χριστιανικα σαν αμαρτια ουτε ψυχολογικα σαν παθολογικη συμπεριφορα. Οι αρχαιοι την εννοουσαν σαν εμπαιγμο των θεων. Ας κρατησουμε το «εμπαιγμος» χωρις να ρωταμε απο ποιον και προς τι. Στη λεξη εξυπακουεται οτι ο ανθρωπος και παλι δεν ειναι θεμα. Γι' αυτο και η υβρη εχει επισης το χαρακτηρα του παιχνιδιου. Μονο που το παιχνιδι το μειλιχιο τωρα γινεται αμειλικτο και η χαρη γινεται Ερινυα και εκδικειται. Ποια ειναι η εκδικηση; «Ξερεις τα σπιτια πεισματωνουν ευκολα σαν τα γυμνωσεις» λεει ενας στιχος του Σεφερη απο την «Κιχλη».
Η εκδικηση ειναι η νεαζουσα, η νεα υβρη που γεννιεται απο την παλια, ειναι οι θυελλες που κανεις θεριζει οταν σπερνει ανεμους, ειναι η αμετρη και υπερμετρη απαντηση στο γυμνωμα της ποιητικης κατοικησης, στην αγνοηση της χαρης. Αυτο περιμενα, και το ακουσα στην απαντηση του αντρα.
Ομως ακομα και στην υβρη της βουλιμιας ανθρωπος και ανανας συνομιλουν. Και εδω κρατει το παιχνιδι. Ο ανανας λεει «Ειμαι γλυκος! » κι ο αντρας του απαντα με το εμπρακτο «Ναι!»: τον καταβροχθιζει.
Με την αναγνωριση του χαρακτηρα του παιχνιδιου στο οποιο αντρας και ανανας συμμετεχουν, ακομα και τωρα αποκαθισταται η δικαιοσυνη. Κι αυτο ειναι μια χαρη επισης. Θυμαμαι καποιον που μετα απο εναν καυγα και μια πληρη ασυνεννοησια με τη γυναικα του υπεφερε στη διαπιστωση του χασματος αναμεσα στις αντιληψεις και στη νοοτροπια τους. Κι αξαφνα πλημμυρισε απο ευγνωμοσυνη για το οτι, με τη γυναικα του, ειχε μπει στον κοσμο του και τον ειχε συμπληρωσει ακριβως αυτο που του ηταν εναντιο.
Αυτη η συμπληρωση του κοσμου που παντα κατα εναν τροπο συμβαινει, και συνηθως συμβαινει εις πεισμα των δικων μας προθεσεων, ειναι τελικα ο λογος που οι εμπειροι θεραπευτες δεν καταπολεμουν, π.χ., τα συμπτωματα αλλα καλουν τους πασχοντες να τα δεχτουν, να τα αναλαβουν.
Αν ποτε ο αντρας αναγνωρισει στη βουλιμια του τη χαρη της εκδικησης που αποκαθιστα τη δικαιοσυνη, δηλαδη εξισορροπει την παλια αγνοια της προσφορας με το αμετρο της νεας υπερπροσφορας, θα ειναι ευγνωμων γι' αυτην. Αν.
Η ψυχοθεραπεια, στην οπτικη που εδω συζηταμε, ειναι καλεσμα: «Ελα τωρα να παιξουμε!». Καλει στο ανοιγμα γι' αυτο το πολυπτυχο παιχνιδι, το μειλιχιο και αμειλικτο, το χαρουμενο και οδυνηρο. Το θεραπευτικο εγκειται στη δυνατοτητα της μετατοπισης, της μεταβασης σ' αυτον τον τοπο. Ο θεραπευτης προσφερει αυτην τη δυνατοτητα. Τη δυνατοτητα της χαρης.
Η χαρη δεν εκπορευεται φυσικα απ' αυτον. O θεραπευτης τη μεταφερει στο βαθμο που ο ιδιος την εχει προσδεχθει αρμοζομενος στο παιχνιδι. Ειναι φορεας της, οπως ενας που εχει τον ιο της γριππης και τον μεταδιδει. Στη δικη μας περιπτωση, τη μεταδιδει φεροντας το λεκτεο σε εναν επαρκη λογο. Τοτε ειναι, με μια λεξη της αρχαιας μας γλωσσας, «ερμηνευς». Αυτο το εμαθα απο τον Heidegger, που λεει:
[...] το ερμηνευτικο δεν σημαινει πρωτα την «ερμηνεια» αλλα ηδη προηγουμενως τη μεταφορα ενος αγγελματος και την αναγγελια.
Και παρακατω:
[...] Η εκφραση «ερμηνευτικο» αναγεται στο ελληνικο ρημα «ερμηνευειν». Αυτο αναφερεται στο ουσιαστικο «ερμηνευς» το οποιο μπορει να συνδεθει με το ονομα του θεου Ερμη, σε ενα παιχνιδι της νοησης δεσμευτικοτερο απο την αυστηροτητα της επιστημης. O Ερμης ειναι ο αγγελιοφορος των θεων. Φερνει το αγγελμα της μοιρας. «Ερμηνευειν» ειναι εκεινος ο λογος ο οποιος αναγγελλει, καθοσον ειναι σε θεση ν' ακουσει ενα αγγελμα. Ενας τετοιος λογος γινεται εκ-θεση αυτου που ηδη εχει ειπωθει απο τους ποιητες, οι οποιοι συμφωνα με τα λογια του Σωκρατη στο διαλογο Ιων (534 ε) «ερμηνης εισιν των θεων» (ειναι αγγελιοφοροι των θεων).
Και γιατι η χαρη ειναι μεταδοτικη; Γιατι ετσι. Ειναι νομος και ειπωθηκε απο τον Σοφοκλη στην τραγωδια του Αιας: «χαρις χαριν φερει».
Αυτον το νομο θεραπευει, δηλαδη υπηρετει, η ψυχοθεραπεια, στο βαθμο που ειναι ανταξια του ονοματος της.
Τελειωνοντας, σας αναφερω μερικα ακομη θεραπευτικα στιγμιοτυπα απο στιγμες που νομιζω πως τους ειχε δοθει μια τετοια χαρη.
*
[Λεει πως στη ζωη της απεφυγε προσεγγισεις. Ακολουθει σιωπη, θλιψη.]
- Απετυχα.
Εγω:
- Φανταζομαι πως αυτο σας ειναι μια οικεια κατασταση, εστω βασανιστικη καποτε, αλλα παντως σαν σπιτι, το σπιτι, ο «οικος» σας...
Αυτη:
- Απορω πως το καταλαβατε... Θελω να φυγω απ' αυτο... Προσπαθω...
Εγω:
- Μονο οταν κι εφοσον σας γινει φυλακη, αφορητο, θα το πεταξετε απο πανω σας.
*
Αυτη:
- Καμια φορα το πρωι ξυπναω και σκεφτομαι: δεν θελω να πεθανω.
Εγω:
- Αν εδω αυτο το «Δεν θελω να πεθανω» ηταν απαντηση σε μια ερωτηση ποια θα 'ταν η ερωτηση;
*
[Προκειται να λειψει λογω μιας επεμβασης.] Εγω:
- Δηλαδη θα ξαναρθειτε στις... Η μηπως οχι ακομα;
Αυτη:
- Ε, αλιμονο και να μην ερθω μεχρι τοτε... Εκτος κι αν εχω πεθανει.
Εγω:
- Και νομιζετε πως αυτο ειναι δικαιολογια για να μην ερθετε;
- Αυτη:
- Τι λετε τωρα; Κι οι πεθαμενοι ερχονται σ' εσας;
- Εγω:
- Και βεβαια!
Αυτη:
- Δεν ειμαι απο σιδερο...
Εγω:
-Ειστε!
Αυτη:
-Οχι, εχω συναισθηματα... Δεν αντεχω...κτλ.
Εγω:
- Εγω αποτεινομαι σε μια αλλη απ' αυτην που μιλα σε πρωτο προσωπο.
*
[Μιλα για καποιον που κατι της εκανε.]
-... και του ειπα οτι στεναχωρηθηκα...
Εγω:
- Του ειπατε οτι στεναχωρηθηκατε... Σαν καποιος στο δρομο να σας χτυπουσε κι εσεις να λεγατε «Πονεσα!». Θα μπορουσατε να σκεφτειτε αλλη αντιδραση;
Αυτη:
- Να του πω «Τι χτυπας;», να τον χτυπησω...
Εγω:
- Ποια ειναι η διαφορα απο το «στεναχωρηθηκα»;
Αυτη:
- Θα ημουν προς τα εξω...
Εγω:
- Αυτο θα πει θα μενατε στην κατασταση μαζι με τον αλλο. Αντιθετα, το να λετε «Πονεσα!» ειναι μια αποσυρση.
*
Αυτη:
- Γιατι δεν με βοηθατε; Θελετε να πεθανω απ' το φοβο μου;
Εγω:
-Ναι.
[Μετα απο μικρη σιωπη]
Αυτη:
- Ειναι σα ν' ανοιξατε μια πορτα και να μπηκε μεσα αερας.
*
Αυτη:
- Η δουλεια, το σπιτι, τοσο διαφορετικα, δεν μπορω να τα συμβιβασω...
Εγω:
- Σας αρεσε, σας αρεσει να ντυνεστε καρναβαλι;
Αυτος:
- Κι αν αυτα που σας λεω δεν ειν' ετσι; Που το ξερετε;
Εγω:
- Μιλαμε μονο γι' αυτα που μπορουμε ν' αντιληφθουμε.
Αυτος:
- Ω, πως μου ακουστηκε αυτο... Σαν μια περιπετεια... Σαν να καθομασταν το βραδυ γυρω απ' τη φωτια ...
Εγω:
- Ετσι ειναι.
Αυτος:
-.. .και να λεγατε: «Μπορουμε να φαμε απ' αυτα που εχουμε. Δεν μπορουμε να φαμε αυτα που δεν εχουμε... Γιατι ειπατε πριν «Ετσι ειναι»; Ειχατε κι εσεις την ιδια αισθηση;
Εγω:
-Ναι.
Αυτη:
- Πως θα βρω τον εαυτο μου; Γεννιεμαι ο εαυτος μου και πρεπει να τον βρω η ειναι στην καθε κατασταση που πρεπει να ειμαι ο εαυτος μου;
Εγω:
- Αν υποθεσουμε οτι η ζωη αποτελειται απο διαφορους ηχους, μουσικους ηχους. Εμεις καλουμαστε να τους ανταποκριθουμε, να τραγουδησουμε, να πιασουμε τον τονο, να ειμαστε μεσα στον τονο - η τουλαχιστον να ξερουμε πως τραγουδαμε φαλτσα, πως ειμαστε εξω απο τον τονο.
*
Και τωρα, στο τελος, σας παρακαλω να ξεχαστε αυτα που ειπωθηκαν. Αν κατι αξιζουν, καποια στιγμη μπορει να σας θυμηθουνε αυτα.
PDF

[Ομιλια στο 1ο Πανελλήνιο Συνέδριο «Η κατάθλιψη πριν από τα είκοσι χρόνια της ηλικίας». Θεσσαλονίκη 2003]

Μιλαμε για «ψυχικο» πονο σε αντιδιαστολη προς τον «σωματικο» πονο. Τι διαφερει ο πονος στο δοντι απο τον πονο στην ειδηση πως η γυναικα μου με απατα; Και στις δυο περιπτωσεις λεω: «Ποναω!».
Η διαφορα θα φανει οταν καποιος με ρωτησει: «Που πονας;». Στην πρωτη περιπτωση θα πω «Ποναω στο δοντι» και θα μου πει «Πηγαινε στον οδοντιατρο». Στη δευτερη περιπτωση θα πω «Ποναω στην ψυχη» και θα μου πει «Πηγαινε στον ψυχιατρο».
Κι αν με ρωτησει «Γιατι πονας;», στην πρωτη περιπτωση θα πω κατι σαν «Γιατι η τερηδονα εφτασε στο νευρο», στη δευτερη περιπτωση θα πω κατι σαν «Γιατι αυτο δεν το περιμενα απ' τη γυναικα μου».
Ομως ας προσεξουμε: Οι ερωτησεις του και οι απαντησεις μου δεν αναφερονται στο «Ποναω!», δεν αναφερονται στο φαινομενο «Ποναω!». Αναφερονται στο «που» ποναω και στο «γιατι» ποναω.
Οι οροι «σωματικος πονος», «ψυχικος πονος» δινουν την εντυπωση πως χαρακτηριζουν δυο ειδη πονου. Ομως χαρακτηριζουν δυο ειδη αφορμης, εντοπισμου και αντιμετωπισης του πονου. Δεν αφορουν το ιδιο το «Ποναω!». Αυτο ειναι παντα ενα και το αυτο. Και δεν γινεται αλλιως βεβαια διοτι, αν δεν ηταν ενα και το αυτο, τοτε δεν θα χρησιμοποιουσαμε και στις δυο περιπτωσεις την ιδια λεξη, «ποναω», αλλα δυο η περισσοτερες.
Το φαινομενο «πονος» μενει απροσιτο στις ερωτησεις του ειδους «που;», «πως;», «ποτε;», «γιατι;» κτλ. O ορος «ψυχικος» ειναι μια ορισμενη απαντηση στα «που;», «γιατι;» κτλ. του πονου, ο ορος «σωματικος» ειναι μια αλλη απαντηση. Η αντιδιαστολη «σωματικου» και «ψυχικου» δεν ειναι αντιδιαστολη πονου και πονου!
Τι σημασια εχει αυτο; Μας δειχνει πως η συνηθισμενη μας ταση να εκλαμβανουμε τον λεγομενο «ψυχικο» πονο σαν μεταφορικη χρηση της λεξης, σαν μη πραγματικο, σχεδον σαν ψευδαισθηση ειναι λαθεμενη, ειναι παρανοηση αυτου που εννοουμε οταν κανουμε λογο για «ψυχικο πονο». Αυτη η παρανοηση ειναι που μας παρασυρει κι εχουμε την ταση να πουμε πως ο απατημενος συζυγος που παραπονιεται οτι ποναει, δεν ποναει «πραγματικα».
Τι μας λειπει, οταν λεμε «δεν ποναει πραγματικα»; Μας λειπει μια επαρκης, και μ' αυτο εννοουμε επιστημονικη, εξηγηση του πονου. Ομως το «Ποναω!», ειδαμε, δεν εξαρταται απο ενα «γιατι;», δεν κατακυρωνεται με την παραθεση του και δεν ακυρωνεται με την ελλειψη του.
Αλλο το οτι ποναω κι αλλο το που και γιατι και ποτε ποναω.
Τι ειναι τοτε ο «ψυχικος πονος»; Καθως το «ψυχικος» συνιστα μια ορισμενη απαντηση στο «που;» και «γιατι;», ειπαμε, δεν αφορα το φαινομενο «πονος». Ας αφησουμε το «ψυχικος» για την ωρα στην ακρη και ας ρωτησουμε πρωτα τι ειναι ο πονος.
Ομως δεν θα βιαστουμε ν' αναζητησουμε απαντηση. Θα προσεξουμε την ερωτηση, διοτι αυτη εχει προκαταλαβει την απαντηση. Πως την εχει προκαταλαβει; Εχει προεξοφλησει οτι ο πονος ειναι ενα «τι», ενα κατι, ενα πραγμα. Εχει καταστησει τον πονο αντικειμενο.
Και δεν ειναι ο πονος ενα κατι; Δεν μιλαμε για τον πονο; Π.χ., ο πονοδοντος ειναι αντικειμενο της οδοντιατρικης, ο «ψυχικος πονος» ειναι αντικειμενο της ψυχολογιας. Ομως αυτες οι επιστημες ασχολουνται με το που, το πως και το γιατι του πονου, οχι με το οτι ποναω. Και οταν μιλουν για «τον πονο», ειναι χρησεις της λεξης επι χαρτου, διοτι εδω ο πονος δεν λεγεται στην κατασταση στην οποια λεω «Ποναω!». Ο πονος εκλαμβανεται σαν πραγμα, αποκομμενος απο την κατασταση στην οποια ανηκει. Ειναι πλεον αδειανο κελυφος, λεξη χωρις νοημα.
Βεβαια για τον πονο δεν κανει λογο μονο η ιατρικη, αλλα και πρωτα ο ανθρωπος που τον εχει. Μπορω οταν ποναω να πω «ο πονος ειναι αβασταχτος, σαν σουβλια» κτλ. Αυτο ομως που εννοω ειναι οτι ποναω αβασταχτα, σαν να με σουβλιζουν κτλ. Οταν ο πονος εκλαμβανεται σαν πραγμα, ανοιγει ο δρομος για την ταξινομηση του σαν αισθηση, σαν συναισθημα κτλ. Επειδη ο πονος δεν ειναι πραγμα, οι φρασεις «νιωθω πονο», «αισθανομαι πονο», δεν εχουν νοημα διοτι δεν λενε τιποτα περισσοτερο απο το «Ποναω!».
Η ερωτηση «Τι ειναι ο πονος;» δεν ειναι λοιπον σε θεση να μας διαφωτισει για τον πονο διοτι θα εκανε λογο για ενα πραγμα, κι ο πονος δεν ειναι πραγμα.
Ο πονος δεν αποδιδεται με λογια. Και παλι το αλεκτο του πονου δινει νοημα στην καθε περιπτωση που λεμε «πονος», «ποναω», δινει νοημα στο καθε «που;» και «πως;» και «γιατι;»του πονου.
Ο πονος δεν ειναι κατι, ομως δεν ειναι και τιποτα. Το ονομα του, με λογια του Ηρακλειτου, «ουτε λεγει ουτε κρυπτει αλλα σημαινει».
Η λεξη «πονος» ειναι σημα: Ουτε λεγει ουτε κρυβει.
Θα χρειαζονταν ο θεραπευτης, προπαντων αυτος, να εξοικειωθει με τα σηματα. Δηλαδη να μαθει να διακρινει αυτο που μπορει και πρεπει να ειπωθει κι αυτο που ειναι αναγκη και πρεπει να μενει ανειπωτο. Δηλαδη να μαθει ποτε να μιλα και ποτε να σωπαινει. Δηλαδη να μαθει μιλωντας να σωπαινει και σωπαινοντας να μιλα. Και τουτο η ψυχιατρικη κι η ψυχολογια δεν ειναι σε θεση να το διδαξουν γιατι δεν το γνωριζουν.
Η φυση του πονου ως σηματος μας προειδοποιει να ειμαστε συγκρατημενοι τοσο απεναντι στις επιστημονικες θεωριες που πιστευουν οτι μπορουν να συλλαβουν τον πονο, να τον παραστησουν και να τον εξηγησουν οσο κι απεναντι σ' εκεινες που τον εκλαμβανουν ως βιολογικη λειτουργια και του αρνουνται καθε νοημα.
Ερχεται λοιπον καποιος και μας λεει:
- Η γυναικα μου με απατα!
Το λεει μεσα σε λυγμους και κραυγες, σε συγχυση, μπορει να κανει πραγματα οπως να μεθυσει, να τη δειρει, να φυγει απ' το σπιτι του η να τη διωξει κτλ. Κι ας υποθεσουμε οτι μας λεει ακομα:
- Τα χω χαμενα! Τι μου συμβαινει;
Κι οτι εμεις του απανταμε:
- Πονας!
Τι κανουμε μ' αυτο;
Μια ψυχολογικη εξηγηση ειναι: O ανθρωπος απωθησε τον πονο και κατεφυγε σ' ενα, οπως λεμε, «acting out», σε μια «εκδραματιση» με λυγμους, κραυγες, απονενοημενες ενεργειες. Οταν του εξηγουμε οτι ποναει, κανουμε τον απωθημενο του πονο συνειδητο.
Εδω η ψυχολογικη εξηγηση εχει διασπασει αυτο που του συμβαινει: Το εχει διαχωρισει αφενος στην εικονα της γυναικας του που τον απατα, «ερεθισμα», και αφετερου στις δικες του εκδηλωσεις, «αντιδραση», και αναμεσα στο ερεθισμα και στην αντιδραση εχει παρεμβαλει εναν «εσωτερικο κοσμο», εναν «ψυχισμο» οπου ο ανθρωπος αισθανθηκε τον πονο, αποφασισε λιγοτερο η περισσοτερο ασυνειδητα να μην τον νιωσει αλλα να τον απωθησει και στη συνεχεια να τον «εκδραματισει».
Εδω υπαρχει ενα λαθος που στη φιλοσοφια λεγεται «φαυλος κυκλος»: Με την ερμηνεια μου θελω να καταδειξω οτι στον ανθρωπο υπαρχει ασυνειδητος πονος, κι αυτο το κανω προεξοφλωντας τον, δηλαδη λεγοντας του «Πονας αλλα δεν το ξερεις επειδη απωθησες τον πονο».
Πολλες ψυχολογικες ερμηνειες ειναι αυτου του ειδους. Σ' αυτην την οπτικη ο λεγομενος «εσωτερικος», «ψυχικος κοσμος» ειναι ενα πλεγμα φαυλων κυκλων, φανταστικων μορφωματων μεταξυ ερεθισματος και αντιδρασης, το οποιο οι μεν αποκαλουν «μαυρο κουτι», οι δε «ψυχικο οργανο».
Χωρισμος του φαινομενου σε ερεθισμα και αντιδραση και γεφυρωμα του χασματος με την επινοηση διεργασιων που συνδεουν τα χωρισμενα παν χερι χερι.
Ας επιστρεψουμε στον ανθρωπο που ερχεται στο ιατρειο μου και μου περιγραφει την κατασταση. Πως γνωριζω οτι ο ανθρωπος ποναει; Η θεωρια απαντα: με την «ενσυναισθηση», το «empathy»: Ταυτιζομαι μαζι του, μπαινω στη θεση του και νιωθω τον πονο που ασυνειδητα νιωθει. Η θεωρια της ενσυναισθησης λεει λοιπον οτι τον πονο του τον συμπεραινω μεσα απο μια ορισμενη διαδικασια. Ειναι σαν να ειχα ενα μηχανημα, «ανιχνευτη πονου», να το εβαζα μπροστα του κι αυτο να εδειχνε «θετικο» κι ετσι να διαπιστωνα οτι ο ανθρωπος ποναει.
Ομως τον πονο του δεν τον συμπεραινω μεσα απο μια διαδικασια. Τον βλεπω ζωγραφισμενο στο προσωπο του, σ' αυτα που λεει, με τη φωνη που τα λεει. Και τι κανω οταν του λεω «Πονας!»; Απαντηση: Του μαθαινω μια λεξη!
Ειναι ενα απο τα θαυματα της θεραπευτικης συνομιλιας οτι λεξεις χιλιοειπωμενες μπορουν καποτε να λεγονται σαν να 'ταν η πρωτη φορα, σαν κανεις να τις ελεγε μεχρι τωρα διχως να ξερει τι λεει. Ο ανθρωπος μαθαινει τη λεξη «Ποναω!».
Ο Wittgenstein γραφει πως η λεξη «πονος» αντικαθιστα την κραυγη [του πονου]. (Και, οταν λεμε «κραυγη», ας ακουσουμε μαζι και ολη την «εκδραματιση» της!)
Θα ελεγα: Η λεξη «πονος» δεν αντικαθιστα ακριβως την κραυγη του πονου. Η κραυγη ηχει παντα στο «Ποναω!», στον τονο της φωνης και στην εκφραση του, και πολλες φορες ηχει τοσο καθαροτερα οσο λιγοτερο κραυγαλεα λεγεται το «Ποναω!».
Η σχεση αναμεσα στην κραυγη του πονου και στη λεξη του πονου ειναι σαν τη σχεση, π.χ., αναμεσα στον πεζο λογο και στο τραγουδι. Σκεφτειτε τις λεξεις «συννεφιασμενη Κυριακη» να λεγονται στο δελτιο καιρου και κατοπιν να τις τραγουδα ο Βασιλης Τσιτσανης. Δεν γινεται τωρα, στο τραγουδι, η Κυριακη περισσοτερο Κυριακη και περισσοτερο συννεφιασμενη;
Ο ανθρωπος που ακουγοντας για την απατη της γυναικας του την κραυγη του την αρθρωνει και λεει «Ποναω!» δεν ποναει τωρα πιο αληθινα; Δεν ειναι σαν η κραυγη να βαφτιζεται, να βγαινει απο τον ποταμο της γλωσσας εξαγνισμενη, εχοντας τωρα ενα ονομα, ησυχασμενη στο ονομα της; «Ησυχασμενη» δεν θα πει οτι ο ανθρωπος δεν ποναει αλλα οτι κατα εναν τροπο τωρα για πρωτη φορα ποναει.
Σε τετοιες πραξεις ονομασιας, οπως τις αποκαλει ο ιστορικος της μουσικης Θρασυβουλος Γεωργιαδης, συμβαινει το θεραπευτικο. Θελει παντα το χρονο του, κι αυτος μπορει να ειναι μακρυς. Πολλα εμποδια χρειαζεται να ξεπεραστουν, ομως η συζητηση τους δεν ειναι του παροντος.
Η αντιληψη της θεραπευτικης συνομιλιας ως πραξης ονομασιας, εδω ως πορειας προς την καθαρη εκφορα της λεξης «ποναω», μας βοηθα να λυθουμε απο ενα σωρο ψευδοπροβληματα για τον εντοπισμο και τους μηχανισμους του πονου, τις γενικολογιες της σχετικης βιβλιογραφιας που μας εμπλεκουν στη σκεψη και δεν αφηνουν το βλεμμα ελευθερο να δει και να προσεξει αυτο που βρισκεται εμπρος στα ματια μας.
Η «φυση» του «ψυχικου πονου» δεν υπαρχει σαν κατι «πισω» απο τον «ψυχικο πονο», οπως ο μηχανισμος του ρολογιου πισω απο την πλακα και τους ωροδεικτες. Υπαρχει, αν ειναι να μεινουμε στα πραγματα, το καθε φορα ζητουμενο και λεγομενο «ποναω».
Το «ποναω» λεγεται παντα σε μια κατασταση, π.χ.: «Η γυναικα μου με απατα».
Ειναι αυτο η ολη κατασταση; 'Oχι, διοτι σ' αυτην ανηκει και η εκπληξη μου: «Δεν το περιμενα απ' αυτην». Αυτο ειναι το καθοριστικο, οτι τωρα εχω μπροστα μου μια αλλη γυναικα απ' αυτην που νομιζα, μια απροσμενη γυναικα που μπορει να με απατα.
Το «Ποναω!» ανηκει σ' αυτην την εικονα της. Αυτη η εικονα αυτης της γυναικας που βρισκεται με τον αλλον ειναι που ποναει: Η γυναικα μου δεν ειναι γυναικα μου, οπως νομιζα, κι εγω, ο αντρας της, δεν ειμαι ο αντρας της. Αυτη η εικονα, αν ειχα προσλαβει ντετεκτιβ, αυτες οι φωτογραφιες, αν μου το ειχε ομολογησει η ιδια, αυτα τα λογια της ειναι που πονανε σαν πετριες. O πονος δεν συμβαινει σαν κατι το «ψυχικο» μεσα μου. Πονανε αυτες οι εικονες, αυτα τα λογια, αυτα τα πραγματα.
Λεμε «με πονανε», ομως πολυ συχνα δεν μενουμε στα λογια μας, δεν τα ακουμε. Θεωρουμε τον πονο του ανθρωπου αποτελεσμα της πραξης της γυναικας του. Ομως μιλαμε για αποτελεσματα εκει οπου συμβαινουν διεργασιες. Θεωρουμε την πληροφορια «με απατα η γυναικα μου» ως ερεθισμα το οποιο κανεις, οπως συνηθιζουμε να λεμε, «επεξεργαζεται» μεσα του, στο «ψυχικο οργανο» η στο «μαυρο κουτι», κι οτι ο πονος ειναι το αποτελεσμα αυτης της διεργασιας.
Ηδη η γλωσσα μας, η λεξη «ποναω», μας παγιδευει στην παρασταση ενος πονου που αναφερεται στο «εγω» που ποναει, σαν ο τοπος του πονου να ηταν αυτο το «εγω», σαν ο πονος να ηταν μεσα μου. Ομως αυτο που ποναει ειναι η εικονα της, η γυναικα μου που αγκαλιαζεται μ' εναν αλλο. Στη λεξη «ποναω» να συμπληρωνουμε ρητα η αρρητα ενα «εγω» και να το εκλαμβανουμε σαν τον τοπο στον οποιο συμβαινει ο πονος δεν εχει κανενα νοημα.
Η ψυχολογια, ορμωμενη απο την παρανοηση οτι ποναω «εγω», δεν μιλαει για πονο αλλα για «αισθημα πονου», οπως βεβαια δεν μιλαει για αγχος αλλα για «αισθημα αγχους» κτλ. Αντιστοιχα η παραδοσιακη φιλοσοφια της γλωσσας κατατασσει το «ποναω» στις λεγομενες «φι-προτασεις», στις προτασεις που αναφερονται σε «συνειδησιακες καταστασεις».
Ομως «ποναω» θα πει εξαρχης και μεχρι τελους: «(κατι) με ποναει». «Ποναω στο δοντι» θα πει: «ποναει το δοντι μου». O πονος ανηκει σε μια περισταση και ποτε δεν υπαρχει πραγματικα αποκομμενος κι «εσωτερικευμενος» σαν «αισθημα». Επωδυνα μπορουν να ειναι τα πραγματα που μας αφορουν, και μονο αυτα «αλγεινα» τα λεει η Αντιγονη του Σοφοκλη.
Υπαρχουν πολλοι ανθρωποι που μιλουν αναφερομενοι σχεδον αποκλειστικα στα συναισθηματα τους, για το οτι «νιωθουν» αυτο κι εκεινο, και δεν εχουμε ιδεα για τι πραγμα μιλουν. Ειναι σαν να ρωταμε καποιον που μπαινει στο σπιτι τι καιρο εχει κι αυτος να μας απαντα «Ωραιο!». Ειναι ενα ζητουμενο της θεραπειας να επαναφερει αυτους τους ανθρωπους στον κοινο κοσμο.
Στον κοινο κοσμο ανηκει το «ποναω» - σε αναφορα οχι προς το εγω αλλα προς αυτο που ποναει. Τοτε η λεξη ειναι λογος με την εννοια των αρχαιων: Συλ-λεγει τη γυναικα που πηγε μ' εναν αλλο, τον ανθρωπο και τις ματαιωμενες του προσδοκιες κι ολη την ιστορια τους που τους εφερε μεχρι εδω.
Στο «ποναω», εκτος απο τον εγκλωβισμο στο «εγω», ανηκει συνηθως και κατι ακομα. Αν ηταν να εκφρασθει ο,τι θελει να πει το «ποναω», τοτε η φραση του ανθρωπου συχνα θα ηταν: «ποναω - και δεν θελω να ποναω!».
Ο θεραπευτης θα τον ενθαρρυνει να δεχτει τον πονο. Η θεραπεια προχωρει εναντια στην ταση του ανθρωπου μας να τον αποφυγει.
Το λεγομενο «κοινο αισθημα» τεινει στην αποφυγη του πονου. Αυτο το κοινο αισθημα διαπνεει και μια βασικη θεση της ψυχολογιας: «O ανθρωπος επιδιωκει το ευχαριστο κι αποφευγει το δυσαρεστο». Η ψυχαναλυτικη θεωρια το διατυπωνει με τον βαρυγδουπο τιτλο «Αρχη της ηδονης».
Το κοινο αισθημα λεει για το ποτηρι του πονου: Απελθετω απ' εμε... «Δεν θελω να ποναω!» μας λεει ο απατημενος αντρας. Αυτη η φραση δεν εχει νοημα διοτι ο πονος, το ειδαμε, δεν ειναι ενα κατι που μπορω να το θελω η να μην το θελω.
Το ιδιο α-νοητη ειναι και η φραση «Ο ανθρωπος επιδιωκει το ευχαριστο κι αποφευγει το δυσαρεστο». Μπορω να επιδιωκω και ν' αποφευγω ενα πραγμα, ομως, οπως κι ο πονος, το ευχαριστο και το δυσαρεστο δεν ειναι πραγματα. Και για οσους νομιζουν οτι μπορουν να διαχωριζουν ευχαριστο και δυσαρεστο, να προτιμουν το ενα και ν' αποκρουουν το αλλο, μνημονευω ενα διστιχο του Hölderlin που επιγραφεται «Σοφοκλης»: «Πολλοι δοκιμασαν ματαια το χαριεστατο χαρουμενα να το πουν. / Εδω μου μιλα επιτελους, εδω, στο πενθος μου φανερωνεται».
Και ο Ελυτης στην «Ωδη στον Πικασσο»: «χαρα και λυπη στο μετωπο του ανθρωπου μοιαζουν...».
Το «Δεν θελω να ποναω!», οταν ο πονος συγχεεται με την αφορμη του, μπορει να παρει και τη μορφη: «Δεν θελω να με απατησει η γυναικα μου» η «Θελω να μην το ειχε κανει».
Εδω και παλι ο ανθρωπος ξεπερνα τα ορια. Η γυναικα του, η οποια γυναικα, παντα μπορει να παει μ' εναν αλλον, η δυνατοτητα ως δυνατοτητα ειναι παντα δεδομενη, ακομα και εις πεισμα των δικων της προθεσεων.
Να θελω να μην συμβει κατι που μπορει να συμβει ειναι εκτος πραγματικοτητας, δεν εχει νοημα. Ειναι σαν να λεω «Δεν θελω να γινει σεισμος». O σεισμος, αν γινει, θα γινει ασχετα με τη βουληση μου. Πολλες φορες πρεπει κι αυτο να μαθευτει, τι μπορει κανεις να θελει και τι οχι. Πρεπει κανεις, αν ειναι να μενει στα πραγματα, να συμφιλιωθει περα για περα μ' εναν κοσμο στον οποιο ανηκει το ενδεχομενο η γυναικα του να τον αφησει και το σπιτι του να σειστει και να τον πλακωσει. Αλλον κοσμο δεν εχουμε, δεν μπορουμε καν να διανοηθουμε πραγματικα.
Θα χρειαστει με τη θεραπευτικη μας τεχνη να δειξουμε στον ανθρωπο που δεν θελει να ποναει αυτα τα ορια. Και δεν θα του δειξουμε κατι καινουριο. O πονος του ειναι αυτη τουτη η προσκρουση πανω τους, η προσκρουση, π.χ., του «Δεν το περιμενα απ' αυτην» επανω στην πραγματικοτητα του «και ομως...». Τα ορια του, τι μπορει να περιμενει και τι οχι, τι μπορει να θελει και τι οχι δεν τα γνωριζε. Τωρα τα μαθαινει πονωντας, και μονο ετσι μαθαινει.
Το αληθινο μαθημα συμβαινει παντα στο παθημα. Ετσι και μονο ετσι προχωρανε οι δρομοι μας. Τα οδοσηματα τους, επιτρεψτε μου τελειωνοντας να γινω μελοδραματικος, ειναι γραμμενα με αιμα. Και το υλικο τους, οι ταμπελες, οι στυλοι και το τσιμεντο ειναι φτιαγμενα απο πονο.
Τοσο οδυνηρα καλο κι αληθινο ειναι αυτο που ζει
Κι αναλαφρα σ' αγγιζει μια πετρα παλια:
Αληθεια, θα 'μαι παντα μαζι σας.

Ειναι στιχοι απο ενα ποιημα με τον τιτλο «Ευφροσυνη Ανοιξη». Η παλια πετρα που μας μιλα σ' αυτην την ποιηση ειναι η μορφη του πονου.
Victor Sydorenko, Depersonalization
Victor Sydorenko, Depersonalization
Anthony Gormley, Wirebody
Anthony Gormley, Wirebody
Το βασανο
Ενα παλιο αγγλοσαξωνκο ονομα για τον ψυχιατρο ειναι "alienist" - αυτος που σχετιζεται με το alien: το ξενικο, το αλλοτριο, το αποκοσμο. (Και εδω σκεφτομαι εναν στιχο του αυστριακου ποιητη
Georg Trakl: Η ψυχη ειναι ενα ξενο επι γης…) Αν τετοια φαινομενα αφορουν τον ψυχιατρο, ισως το πλεον ξενικο, αλλοτριο, αποκοσμο, ειναι εμπειριες που υπεισηλθαν στην ψυχοπαθολογια με τους τιτλους "αποπροσωποιηση" και "αποπραγματοποιηση". Συμπεριλαμβανονται στη διαγνωστικη κατηγορια "Διασχιση" - ελευθερη μεταφραση του αγγλικου "Dissociation".
Η λεξη "αποπροσωποποιηση" χρησιμοποιηθηκε πρωτη φορα περι τα μεσα του 19ου αιωνα απο τον ελβετο φιλοσοφο Henri Frederic Amiel. Γραφει στο προσωπικο του ημερολογιο:
… βρισκω τον εαυτο μου να βλεπει την υπαρξη σαν περα απο τον ταφο, απο εναν αλλο κοσμο· τα παντα μου ειναι ξενα· ειμαι σαν εξω απο το ιδιο μου το σωμα και την ατομικοτητα μου· ειμαι αποπροσωποιημενος [depersonalizé], αποκομμενος, φτερο στον ανεμο.
Παρομοιες εμπειριες, συνηθως σε ηπιες μορφες, συμβαινουν στο περιπου 50% των εφηβων και παραμενουν, σε αλλοτε αλλον βαθμο βαρυτητας, στο 1% του ενηλικα πληθυσμου. Καταρχην καποιες περιγραφες :
Νοιωθω σε καποιον βαθμο συνεχως 'εξω απ' αυτο', ομως πλεον καταντησε να ειναι ο τροπος που ειμαι. Εχω ωρες που νοιωθω πολυ εξω απο το σωμα μου. Κοιταζω τον κοσμο, ξερω ποιοι ειναι, αλλα δεν μπορω να τοποθετησω τον εαυτο μου εκει. Θυμαμαι γεγονοτα του παρελθοντος αλλα δεν μπορω παντα να 'με' δω εκει. Ακομα και δικες μου φωτογραφιες φαινονται αλλιως. Δεν μου αρεσει το ατομο που θυμαμαι να ημουν. Να κοιταζομαι στον καθρεφτη γινεται δυσκολο καθως δεν αναγνωριζω παντα το προσωπο που με κοιταζει.
Οταν στη διαρκεια ενος κακου επεισοδιου κοιταζω οικεια πραγματα, αυτα απλα δεν μοιαζουν πραγματικα, δεν φανταζουν τα ιδια και πια δεν φανταζουν οικεια, αν και κατα βαθος ξερω το πως ειναι. Βλεπω τα πραγματα διαφορετικα απ' ο,τι συνηθιζα, σχεδον σαν να βλεπω κατι που ξερω, ομως αυτο πια σαν να μην μοιαζει μ' αυτο που ξερω. Νοιωθω σαν να κοιταζω με τα ματια ενος αλλου. Μιλω και οι λεξεις απλα βγαινουν εξω. Δεν νοιωθω να ελεγχω τι λεω. Σαν να μπηκε ο αυτοματος πιλοτος. Η φωνη μου, οταν βγαινει, δεν ακουγεται σαν 'εγω'. Καποιες φορες απορω, πως μενω μεσα σε συζητησεις, αισθανομαι πως δεν ειμαι καθολου εκει.
Μπορω να καθομαι και να κοιταζω το ποδι μου, το χερι μου και δεν νοιωθω να ειναι δικα μου. Αυτο μπορει να συμβει οταν γραφω, γραφει μονο το χερι μου, αλλα δεν του λεω εγω να το κανει. Ειναι η αισθηση σαν να εχω πεθανει, αλλα κανεις να μην σκεφτηκε να μου το πει. Ετσι μενω να ζω μεσα σ' ενα κελυφος που πια δεν αναγνωριζω.
Μπορει να νοιωθω τα συναισθηματα αποναρκωμενα, σχεδον αδειος μεσα μου. Μισω το οτι δεν μπορω να νοιωθω τα πραγματα οπως συνηθιζα. Ειναι σκληρο στην καθημερινη ζωη, οπου πολλη ωρα παλευω να διακρινω τι ειναι ονειρο και τι πραγματικη ζωη και τι πραγματικα εγινε.
-------------------
Δεν νοιωθω το πως ειναι να εχω σωμα. Οταν κοιταζω κατω, βλεπω τα ποδια μου και το σωμα, αλλα η αισθηση ειναι πως δεν ημουν εκει. Οταν κινουμαι, βλεπω τις κινησεις καθως κινουμαι, αλλα δεν ειμαι εκει μαζι με τις κινησεις. Ανεβαινω τα σκαλοπατια, βλεπω τα ποδια μου, ακουω βηματα και αισθανομαι τους μυες, αλλα η αισθηση ειναι οτι δεν εχω σωμα, δεν ειμαι εκει. Αισθανομαι οτι το προσωπο και το σωμα μου δεν ειναι εκει καθολου - σχεδον ειναι αορατα. Βλεπω τα χερια μου και το σωμα μου να κανουν πραγματα, αλλα δεν μοιαζει να ειμαι εγω και δεν ειμαι καθολου συνδεδεμενος μ' αυτα. Με κανεναν τροπο δεν αισθανομαι ζωντανος. Δεν αισθανομαι ενα πραγμα εκτος απο το αν ειναι κρυο, η ζεστο· ισως πεινα. Ακομα κι αν αγγιξω το προσωπο μου, εχω την αισθηση απο κατι, ομως το προσωπο μου δεν ειναι εκει. Καθως το νοιωθω, εχω την αναγκη να βεβαιωθω και τριβω, αγγιζω και χτυπω τον εαυτο μου για να αισθανθω κατι. Για παραδειγμα αγγιζω τον λαιμο μου με το χερι μου, αλλα η αισθηση δεν ειναι οτι το χερι μου αγγιζει τον λαιμο μου. Δεν μπορω να νοιωσω οτι εγω αγγιζω το δικο μου το σωμα … Οταν κινουμαι και περπατω και μιλαω, δεν αισθανομαι απολυτως τιποτα. Κανω γυμναστικη, αλλα δεν αισθανομαι να κανω κατι, κινουνται οι μυες μου αλλα οχι το σωμα μου, ειναι μια τρελλα να μην νοιωθω τον εαυτο μου να κινειται, να μιλαει…
-------------------
Ειναι σαν να σας μιλαει μια μηχανη. Διολου ενας ανθρωπος, μονο ενα μηχανικο πραγμα, η αντικειμενο. Μπορω να καταλαβω οτι κινουνται τα χερια μου και τα ποδια μου, αλλα ειναι σαν να μην μου ανηκουν, και κινουνται αυτοματα.
-------------------
Διασχισαμε τον δρομο και, αν και τα ποδια μου κινουνταν καθως περπατουσαμε, ειχα την αισθηση οτι ο νους μου ηταν αλλου, και με παρατηρουσε απο εκει … Δεν μπορουσα να ξερω αν ημουν εκει, η αν ημουν το μερος που ειχε φυγει.
-------------------
[Ακουω μουσικη] αλλα μεσα μου δεν υπαρχει αντιδραση. Συνηθως η μουσικη με συγκινει, αλλα τωρα θα μπορουσε να ειναι και καποιος που καθαριζει πατατες … Νοιωθω να τριγυριζω σ' εναν κοσμο που αναγνωριζω, αλλα δεν αισθανομαι. Χθες βραδυ ειδα το Big Ben φωτισμενο, κανονικα ειναι ενα θεαμα που με συγκινει, αλλα ενοιωσα οτι θα μπορουσε να ειναι κι ενα ξυπνητηρι. … Ο αντρας μου κι εγω ημασταν παντα ευτυχισμενοι, αλλα τωρα καθεται εκει και θα μπορουσε να ειναι καποιος τελειως ξενος. Ξερω πως ειναι ο αντρας μου μονο απο την εμφανιση του - απο το τι νοιωθω γι' αυτον, θα μπορουσε να ειναι ενας οποιοσδηποτε.
-------------------
Οταν καποιος υποφερει, η ποναει, δεν μπορω να αισθανθω τιποτα. Πριν μερικους μηνες διαγνωστηκε καρκινος στον καλυτερο μου φιλο. Ολοι του λεγαμε ποσο στεναχωρεθηκαμε, ομως εγω δεν νοιωθω απολυτως τιποτα, και επρεπε να υποκριθω και να πω ολα τα σωστα λογια … Ηταν το ιδιο οπως οταν πεθανε η γιαγια μου …
-------------------
Ειναι σκληρο στην καθημερινη ζωη, οπου πολλη ωρα παλευω να διακρινω τι ειναι ονειρο και τι πραγματικη ζωη και τι πραγματικα εγινε.

-------------------
Ενας αντρας, γυρω στα τριαντα πεντε, στην πρωτη μας συναντηση, μου μιλησε για μια "μεμβρανη" που υπαρχει συνεχως αναμεσα σ' αυτον και τον κοσμο. Η πρωτη κριση συνεβη στα επτα του. Ηταν ενα "αγχος", οπως το ονομαζε, ενα "κενο", οπου για πρωτη φορα διαπιστωσε οτι η μητερα του, η αγκαλια της "δεν μπορουσε να τον παρηγορησει". Στα επομενα χρονια το "κενο" παρεμενε με διαφορες μορφες: "Ποιος ειμαι;" Καποιες φορες κοιτουσε μια καρεκλα απορωντας. Αυτο που εβλεπε ηταν ενα πραγμα, και ελεγε στον εαυτο του: "Αυτο ειναι καρεκλα …" Για μεγαλα διαστηματα ενοιωθε την καθημερινοτητα του στοιχειωμενη απο αυτο το αποκοσμο κενο, ακομα και χωρις να του συμβαινουν συγκεκριμενες εμπειριες αποπροσωποποιησης / αποπραγματοποιησης.

Το κλεισιμο
Τι κανει αυτους τους ανθρωπους ασθενεις; Οχι η ιδια η εμπειρια. Δεν υπαρχουν φυσιολογικες και παθολογικες εμπειριες. Τους αρρωσταινει η σταση που παιρνουν απεναντι σ' αυτην την εμπειρια.
Και τι χαρακτηριζει αυτον τον τροπο; Στις εμπειριες διασχισης τιναζεται κυριολεκτικα στον αερα η ταυτοτητα ανθρωπων, πραγματων, εαυτου. Ο ιδιος, η ενα πραγμα, δεν ειναι ταυτοσημο με τον εαυτο του:
- Αυτο ειναι το Big Ben - και δεν ειναι το Big Ben.
- Αυτος ειναι ο αντρας μου - και δεν ειναι ο αντρας μου.
- Αυτα ειναι τα χερια μου - και δεν ειναι τα χερια μου.
Ομως η ταυτοτητα δεν τιναζεται στον αερα για να αντικατασταθει απο μια αλλη, οπως π.χ. στον τρελλο που λεει πως ειναι ο Μεγας Ναπολεων, η στην παραισθηση, οπου π.χ. στα ματια της κορης η μητερα της εξαφνα παιρνει τη μορφη του διαβολου. Στη διασχιση τιναζεται στον αερα η ιδια η εννοια της ταυτοτητας!
Για ποιον λοιπον ειναι μια τετοια εμπειρια βασανιστικη; Για εκεινον για τον οποιο η αρχη της ταυτοτητας ειναι θεμελιο της υπαρξης του. Γι' αυτον απο-προσωποποιηση και απο-πραγματοποιηση ειναι ο χειροτερος εφιαλτης. Εφιαλτης γιατι το τελειως αλλο, που δεν ειναι καν ενα κατι αλλο, το ριζικα ξενο, που δεν ειναι καν ενα καποιο ξενο, εισβαλλει στην περιοχη του, στον νου και στο σωμα του. Εισβαλλει, διαρρηκτης, γιατι δεν βρισκει φιλοξενια. Μενει το ξενο σωμα που, επειδη δεν αφομοιωθηκε, γινεται αγκαθι. Γι' αυτο η παραμονη του στον τοπο της εισβολης ειναι για τον οικοδεσποτη βασανιστικη.
Τοτε κανεις, ακριβως επειδη παραμενει κλειστος απεναντι στο αλλο, μενει και καθηλωμενος στο βασανο. Το κλεισιμο απεναντι στο ξενο κραταει την πληγη ανοιχτη. Γινεται ασθενης.

Η επανασταση εναντια στο κενο. Déscartes
Το 1641 ο γαλλος φιλοσοφος René Déscartes δημοσιευσε ενα βιβλιο που εμελλε να αποτελεσει σταθμο: "Meditationes de prima philosophia" ["Στοχασμοι επανω στην πρωτη φιλοσοφια"]. Στις πρωτες παραγραφους διαβαζουμε τα εξης:
Εστω λοιπον οτι οχι ο παναγαθος θεος, η πηγη της αληθειας, αλλα ενα καποιο κακο πνευμα, που ειναι παντοδυναμο και συναμα πανουργο, εβαλε ολα τα δυνατα του να μ' εξαπατησει. Θελω να πιστευω πως ο ουρανος, ο αερας, η γη, τα χρωματα, οι μορφες, οι ηχοι και ολα τα εξωτερικα πραγματα δεν ειναι παρα το απατηλο παιχνιδι ονειρων με τα οποια στηνει παγιδες στην ευπιστια μου. Εμενα τον ιδιο θελω να με θεωρω σαν να μην ειχα χερια, ματια, σαρκα, αιμα, σαν να μην ειχα καθολου αισθησεις αλλα σαν να πιστευα λανθασμενα πως ολ' αυτα τα κατειχα. [...]
Και λιγο αργοτερα:
Η χθεσινη θεωρηση μ' εριξε σε τετοιες τεραστιες αμφιβολιες που πια δεν μπορω να τις ξεχασω, και παλι δεν βλεπω το πως μπορουν να λυθουν. Και, οπως σ' ενα ανυποπτο πεσιμο σε μια βαθια δινη, βρισκομαι σε τετοια συγχυση που ουτε μπορω να πατησω γερα στον βυθο ουτε ν' ανεβω κολυμπωντας στην επιφανεια.
Η περιγραφη μιλα εμφανως για μια εμπειρια διασχισης: Αποπραγματοποιηση (...ολα τα εξωτερικα πραγματα δεν ειναι παρα το απατηλο παιχνιδι ονειρων...), αποπροσωποποιηση (...σαν να μην ειχα χερια, ματια, σαρκα, αιμα...). Βεβαια στην βιβλιογραφια αναφερεται ως "μεθοδικη αμφιβολια", δηλαδη ως μεθοδος που εφαρμοζει ο Déscartes για να αποληξει σε μια σταθερη αληθεια, σε ενα αρχιμηδειο σημειο που να μην κλονιζεται ουτε απο τη μεγαλυτερη πλανη. Ομως θα μπορουσε ποτε να ειχε καν διανοηθει μια τετοια κατασταση, αν δεν την ειχε ζησει ο ιδιος;
Η "διασχιστικη" εμπειρια του Déscartes δεν τον καταβαλλει. Δεν τον τρεπει σε υποχωρηση. Ειναι μια ηρωικη φυγη προς τα εμπρος:
Μα θα επιμεινω σ' αυτην την σκεψη πεισματικα και - αν και δεν ειμαι σε θεση να γνωρισω κατι αληθινο - θα ειμαι αποφασισμενος να προσεξω, οσο περνα απ' το χερι μου, να μην συμφωνησω σε τιποτε λανθασμενο, ουτε να παρασυρθω απο εκεινον τον απατεωνα, οσο δυνατος και πανουργος κι αν ειναι.
Η επιμονη του, η παραμονη του στη "βαθια δινη", τον εντασσει στην χορεια εκεινων με τους οποιους δρομολογειται μια επανασταση της σκεψης που κυριαρχησε τον πλανητη και μπορει να αποτυπωθει με τo γνωστο "cogito ergo sum", "σκεφτομαι, αρα ειμαι".

Επιστημη
Σκεφτομαι, αρα ειμαι. Ποσο ξενος πρεπει να του εχει γινει ο κοσμος, ωστε να χρειαζεται μια αποδειξη για το οτι ... ειναι;
Σκεφτομαι, αρα ειμαι. Εδω βρισκεται η αφετηρια της επιστημης των νεοτερων χρονων. Η σημερινη εικονα της εχει μεν αλλαξει ριζικα. Αυτο που δεν εχει αλλαξει ειναι το σημειο εκκινησης - ωστοσο εχει γινει ακομα πιο απροσωπο, ακομα πιο αποκοσμο. Μυριζω ενα τριανταφυλλο. Τι θα πει αυτο στην οπτικη της επιστημης; Θα πει ενα παιχνιδι διαδρασης ηλεκτρομαγνητικων κυματων και φυσικοχημικων διεργασιων αναμεσα σε ενα πραγμα Χ (τριανταφυλλο) και ενα αλλο πραγμα Υ (ο ανθρωπος που μυριζει). Ομως και τα ιδια τα πραγματα Χ και Υ δεν ειναι ο,τι παραδοσιακα θεωρουσαμε: οντα, αλλα ενα παιχνιδι κι αυτα διαδρασης συστηματων της υλης, ανωνυμων δεδομενων, στο οποιο δινουμε εκ των υστερων ονοματα και νοηματα: "τριανταφυλλο", "εγω", "μυριζω", "ωραιο" κλπ.
Εμπρος στην αποπροσωποποιηση και αποπραγματοποιηση που θεμελιωνει τη συγχρονη επιστημη, η εμπειρια του Déscartes ειναι σχεδον γραφικη. Μοιαζει να ειναι η μοιρα της επιστημης, η "ερευνα", δηλαδη ο πολεμος εναντιον του αποκοσμου, να το ξαναγεννα σε μια ακομα πιο τερατωδη μορφη.

Καθοδον προς το απολυτο κλεισιμο
Mια πληγη που γινεται σαν πνευμονας και δια μεσου του ανασαινεις.
Elias Canetti
Η εννοηση του "απολυτου κλεισιματος" αναγεται στον Hegel. Σε αντιθεση με το απλως κλεισιμο, οπου το αρνητικο αποκλειεται και παραμενει παρον βασανιστικα, σαν ξενο σωμα, εδω το αρνητικο φιλοξενειται. Αυτη η φιλοξενια ειναι απολυτη: ο οικοδεσποτης στεγαζει το ξενο τοσο ουσιαστικα, που ξενωνεται ο ιδιος. Ομως σ' αυτην την ξενωση, περνωντας απο αυτην την ξενωση, αργα, ξαναβρισκει τον εαυτο του, αλλιως. "Περνωντας απο αυτην την ξενωση" θα πει: Η επιστροφη στον εαυτο ειναι δωρο του ξενου. Το ξενο, που μεσα του χαθηκα, με ξαναφερνει στον εαυτο μου.
Ενα τετοιο, απολυτο κλεισιμο, θα ηταν και η μορφη του τελους μιας ψυχαναλυσης που ευτυχησε. Διοτι το απλως κλεισιμο που αποκλειει, που εκφραζεται σαν πληγη που αιμορραγει ατελειωτα, εκδηλωνεται ως συμπτωμα και αρρωστια. Το απολυτο κλεισιμο σημαινει την ιαση. Συμβαινει τελειως διαφορετικα απ' ο,τι κανεις περιμενε. Σαν θαυμα. Το απολυτο κλεισιμο διατυπωνεται και με εναν στιχο του Hölderlin: Ομως οπου υπαρχει κινδυνος / Βλασταινει και το σωτηριο.
Το φαινομενο που μας απασχολει εδω, και που στην ψυχοπαθολογια καλειται "διασχιση", δεν μπορει πλεον, εχοντας αποληξει στο απολυτο κλεισιμο, να αποκαλειται ετσι. Θα το διευκρινισω με μερικα παραδειγματα απο τον χωρο της νοησης και την ποιησης. Τα εργα που θα μνημονευτουν ειναι αυτα καθαυτα αποτυπωσεις ενος απολυτου κλεισιματος.

Η φιλοσοφια
Μια σημειωση του Ludwig Wittgenstein:
Καθομαι σε ενα κηπο μ’ ενα φιλοσοφο, ο οποιος μου λεει ξανα και ξανα, δειχνοντας ενα δεντρο κοντα μας: ‘Γνωριζω οτι αυτο ειναι ενα δεντρο.’ Καποια στιγμη ερχεται ενας τριτος και ακουει αυτο το πραγμα. Τοτε εγω του λεω: ‘O φιλος απο δω δεν ειναι τρελος. Απλως φιλοσοφουμε’
Γιατι ο "φιλος απο δω" θα μπορουσε να ειναι τρελος; Καθε φορα που εχουμε να κανουμε με ενα δεντρο, οταν το φυτευουμε, το κλαδευουμε, οταν βγαζει φυλλα και καρπους κλπ., η προταση 'Γνωριζω οτι αυτο ειναι ενα δεντρο" εξυπακουεται. Ο φιλοσοφος ομως την λεει, και μαλιστα ξανα και ξανα. Λες και προσπαθει να το εντυπωσει, οτι αυτο ειναι ενα δεντρο, λες και χρειαζεται κατι ακομα για να τον ησυχασει. Λες και το δεντρο, ως δεντρο, του ειναι ανοικειο, ξενο - αποπραγματοποιημενο.
Ομως ο "φιλος απο δω" δεν ειναι τρελος. Γιατι οχι; Γιατι καθεται στον κηπο με τον συνομλητη του, απεναντι του εχει το δεντρο που του παρουσιαζεται ξενο κι ανοικειο, και μιλα γι' αυτο προφανως ησυχα και χωρις ταραχη. Δεν κλεινεται απεναντι του. Εχει προσδεχτει το ξενο του δεντρου στον εαυτο του, ειναι και ο ιδιος παρα-ξενος. Ειναι καθοδον προς το απολυτο κλεισιμο.
Ομως ηδη η πρωτη ερωτηση της φιλοσοφιας: "Τι το ον;", δεν μαρτυρει μια διασχιση; Το ον, τα πραγματα, δεν πρεπει να εχουν γινει αποκοσμα, για να ρωταει κανεις "Τι ειναι το ον;" Δηλαδη: "Τι ειναι αυτο που ειναι;";

Martin Heidegger
Ενας αλλος φιλοσοφος, ο Martin Heidegger, μιλα για το "αγχος". Κι εδω προκειται για μια εμπειρια διασχισης.
Στο αγχος κανεις "αγριευεται".
Στο αγχος τα πραγματα χανονται, διαρρεουν, και μαζι διαρρεω κι εγω ο ιδιος, διαρρεει αυτο που αναγνωριζω ως τον εαυτο μου. Μενω ενας "κανεις":
[Το αγχος] κανει το ον συνολικα να εξολισθαινει. Σ' αυτο ανηκει οτι κι εμεις οι ιδιοι - αυτοι οι οντες ανθρωποι - που ειμαστε εν μεσω του οντος εξολισθαινουμε μαζι του. Γι' αυτο βασικα δεν αγριευομαι "εγω" κι "αυτος" αλλα "κανεις".
Στην αγριαδα του αγχους εχει χαθει καθε τι το οικειο. Αν ο εαυτος ειναι ενα ειδος σπιτι που κατοικουμε, μια εστια, χανεται ακομη κι αυτο:
"Ομως εδω η αγριαδα εννοει συναμα την αν-εστιοτητα." Δεν υπαρχουν τα λογια να ειπωθει: "Το αγχος μας αφηνει αφωνους." Ειναι ενα Μηδεν που διαποτιζει τα παντα και συντονιζει αυτον που προσεβαλε στον τονο του:
Μια ουσιακη στεγη της αφωνιας ειναι το αγχος με την εννοια του τρομου, στον οποιο η αβυσσος του μηδενος συντονιζει τον ανθρωπο.
Το αγχος: "η αφωνη φωνη η οποια μας συντονιζει στον τρομο της αβυσσου."
Ετσι λοιπον
Δεν μενει κανενα κρατημα. Μενει μονο και μας πλημμυριζει - με την εξολισθηση του οντος - αυτο το "κανενα". Το αγχος αποκαλυπτει το Μηδεν.
Σ' αυτην την αγριαδα και την ανεστιοτητα, στην αφωνια εμπρος στον τρομο της αβυσσου, ο νοητης δεν καθηλωνεται απο το αποκοσμο που τον συνεπαιρνει. Δεν βυθιζεται στο βασανο και δεν ακινητοποιειται απο τον τρομο και δεν τρεπεται σε φυγη. Δεν καταλαμβανεται απο το "'αγχος' για το αγχος". Αντιθετα, μιλαμε για μια "προθυμια για το αγχος". Και τουτο
Διοτι στην εγγυτητα του ουσιακου αγχους ως του τρομου της αβυσσου κατοικει η αιδως.
Αιδως, οχι ως ντροπη αλλα ως ταπεινη δεκτικοτητα. Απεναντι σε τι; Ακριβως στο Μηδεν, το οποιο αποκαλυπτεται στο αγχος. Δεν προκειται πλεον για το μηδενιστικο Μηδεν της αμυνας αλλα για ενα πλουσιο Μηδεν που φανερωνεται ως το ιδιο το Ειναι:
Το καθαρο θαρρος για το ουσιακο αγχος εγγυαται την μυστηριακη δυνατοτητα της εμπειριας του Ειναι. [...] Μονος μεταξυ ολων ο ανθρωπος, καλουμενος απο την φωνη του Ειναι, εμπειραται το θαυμα θαυματων: ο τ ι το ον ε ι ν α ι.
Το απολυτο κλεισιμο: Το Μηδεν, ως αυτο τουτο, περνωντας μεσα απο την εμπειρια του, και ακριβως επειδη γινεται το περασμα μεσα απο την εμπειρια του, γινεται πληγη που διαμεσου της ανασαινεις, γινεται θαυμα θαυματων.


Dschuang Dschou
Λεει ενας ασθενης.
Ειναι σκληρο στην καθημερινη ζωη, οπου πολλη ωρα παλευω να διακρινω τι ειναι ονειρο και τι πραγματικη ζωη και τι πραγματικα εγινε.
Ρωταει ο Jack στο εργο "Fight Club".
Κοιμαμαι; Κοιμομουνα; Ο Tyler ειναι το κακο μου ονειρο, η εγω ειμαι το κακο ονειρο του Tyler;
Καπου την ιδια ερωτηση κανει και ο κινεζος σοφος Dschuang Dschou στην ιστορια του με τον τιτλο "Ονειρο πεταλουδας":
Καποτε ο Dschuang Dschou ονειρευτηκε πως ηταν πεταλουδα - μια χαρωπη πεταλουδα που χαιροτανε τη ζωη της και δεν γνωριζε τιποτα για καποιον Dschou. Αξαφνα, καθως ξυπνησε, ηταν ο Dschou με σαρκα και οστα. Ομως δεν ξερω αν ο Dschou ονειρευτηκε πως ειναι πεταλουδα, η αν η πεταλουδα [τωρα] ονειρευεται πως ειναι ο Dschou.
- Ομως αναμεσα στον Dschou και στην πεταλουδα θα 'πρεπε βεβαια να υπαρχει μια διαφορα!
- Αυτο ειναι που λεμε μεταβολη των πραγματων.

Ποια ειναι η διαφορα; Γιατι ο ασθενης και ο Jack βασανιζονται, ενω ο Dschuang Dschou μιλα τοσο ησυχα και αυτονοητα για τη "μεταβολη των πραγματων"; Γιατι ο εαυτος του, ως Dschuang Dschou, δεν ειναι το σπιτι του, η εδρα και το θεμελιο της υπαρξης του. Στο σπιτι του εαυτου του μπαινοβγαινει ελευθερα. Γι' αυτο δεν χρειαζεται να ερμηνευει τα ονειρα του, να τα εντασσει δηλαδη στην σφαιρα του ξυπνητου του Εγω.

T.S. Eliot
Το 1922 ο ποιητης T. S. Eliot δημοσιευσε μια μεγαλη συνθεση που εμελλε να γινει οροσημο: "Waste Land". (Ο Σεφερης μεταφραζει "Ερημη χωρα").
Στο πρωτο μερος του ποιηματος λεει:
Αποκοσμη πολη, / Μεσα στην καφετια αχλη μιας χαραυγης του χειμωνα, / Ενα πληθος πλημμυριζε τη γεφυρα του Λονδινου, τοσοι πολλοι, / Δεν το 'χα σκεφτει πως ο θανατος ειχε ξεκανει τοσους πολλους.
Στον ποιητη η πολη παρουσιαζεται αποκοσμη [unreal]. Το πληθος επανω στην Γεφυρα του Λονδινου φανταζει πομπη νεκρων. Προβαλλει ενας κοσμος αποπραγματοποιημενος. Αν κανεις
διαβασει το ποιημα, θα βρει αμετρητα παρομοια σημεια.
Γιατι αυτη, και οι συναφεις εμπειριες του Eliot, δεν τον καθιστα ασθενη; Πως γινονται καθοριστικες για ενα εργο τεχνης; Δυο χρονια νωριτερα ο Eliot δημοσιευσε ενα δοκιμιο με τον τιτλο "Tradition and the Individual Talent" . Σε ενα σημειο αναφερεται ακριβως στην αποπροσωποποιηση:
Αυτο που συμβαινει ειναι μια συνεχης υποταγη του εαυτου του [του καλλιτεχνη], καθως εκεινη την στιγμη βρισκεται σε κατι που εχει μεγαλυτερη αξια. Η προοδος ενος καλλιτεχνη ειναι μια συνεχης θυσια, μια συνεχης εξαλειψη της προσωπικοτητας.
Απομενει να ορισουμε αυτην την διαδικασια της αποπροσωποποιησης και την σχεση της με την αισθηση της παραδοσης. Σ' αυτην την αποπροσωποποιηση μπορει να ειπωθει οτι η τεχνη προσεγγιζει την κατασταση της επιστημης. Γι' αυτο θα σας καλεσω να αναλογιστειτε, σαν ενδεικτικη αναλογια, αυτο που συμβαινει οταν ενα κομματι απο λεπτα νηματα πλατινας εισαγεται σε ενα δοχειο που περιεχει οξυγονο και διοξειδιο του θειου
[...] Η αλλη οψη αυτης της απροσωπης θεωριας της ποιησης ειναι η σχεση του ποιηματος με τον συγγραφεα του. Και υπαινιχθηκα, με μια αναλογια, οτι ο νους του ωριμου ποιητη διαφερει απο αυτον του ανωριμου οχι ακριβως ως προς την αξιολογηση της "προσωπικοτητας", οχι επειδη ειναι πιο ενδιαφερων, η επειδη εχει "να πει περισσοτερα", αλλα μαλλον επειδη ειναι ενα πιο εκλεπτυσμενα τελειοποιημενο μεσον στο οποιο ειδικα, η πολυ ποικιλα αισθηματα ειναι ελευθερα να υπεισελθουν σε νεους συνδυασμους.
Η αναλογια ηταν αυτη του καταλυτη. Οταν τα δυο αερια που αναφερθηκαν προηγουμενως αναμειγνυονται με την παρουσια νηματων πλατινας, σχηματιζουν θεϊκο οξυ. Αυτος ο συνδυασμος συμβαινει μονο οταν ειναι παρουσα η πλατινα·· παρ' ολα αυτα το νεο οξυ που παραχθηκε δεν περιεχει ιχνος πλατινας, και η ιδια η πλατινα ειναι προφανως ανεπαφη· εμεινε αδρανης, ουδετερη, και αναλλοιωτη. Ο νους του ποιητη ειναι το κομματι της πλατινας. Μπορει εν μερει, η αποκλειστικα, να λειτουργει επανω στην πειρα του ιδιου του ανθρωπου· ομως, οσο τελειοτερος ειναι ο καλλιτεχνης, τοσο πιο ξεχωρα μεσα του θα ειναι ο ανθρωπος που υποφερει και ο νους που δημιουργει· τοσο τελειοτερα ο νους θα αφομοιωνει και θα μεταλλασσει τα παθη που ειναι το υλικο του.
[...] Ο νους του ποιητη ειναι οντως ενα δοχειο για την αποθηκευση αναριθμητων αισθηματων, φρασεων, εικονων, που παραμενουν εκει εως οτου ολα τα στοιχεια που μπορουν να ενωθουν για να σχηματισουν ενα νεο μιγμα, να ειναι παροντα μαζι.

Η αποπροσωποποιηση, συνοδος της αποπραγματοποιηση της παραδοσης, αφηνει τα δεδομενα της γυμνα, τα αποσυρει απο τα συμφραζομενα της παραδοσης, το κλιμα της. Τετοια δεδομενα παραθετει ο Eliot σε σημειωσεις για την "Ερημη χωρα", 52 τον αριθμο. Ηδη στο τετραστιχο μας, η "αποκοσμη πολη" ειναι αποηχος του Baudelaire: Fourmillante cité, cité pleine de rêves, / Où le spectre en plein jour raccroche le passant. Και το "τοσοι πολλοι, / Δεν το 'χα σκεφτει πως ο θανατος ειχε ξεκανει τοσους πολλους." φερνει τον Dante, Inferno, iii. 55–7: "si lunga tratta / di gente, ch'io non avrei mai creduto / che morte tanta n' avesse disfatta".
Ο καλλιτεχνης περνα απο την "αυτο-θυσια" της αποπροσωποποιησης, και τοτε τα αποπραγματοποιημενα κομματια, καποτε, ισως, "ενωνονται για να σχηματισουν ενα νεο μειγμα" - οπως η γυμνη παρουσια της πλατινας οδωνει τον σχηματισμο του διοξειδιου του θειου.
Εχουμε και παλι το "απολυτο κλεισιμο" του Hegel: Ο καλλιτεχνης περνα απο τον θανατο, αφηνει τον κοσμο, και καποτε ο κοσμος ξαναγυριζει σ' αυτον – στο εργο του.

Keiji Nishitani
Ο Nishitani (1900–1990) ειναι ενας απο τους σημαντικοτερους νοητες της Απω Ανατολης. Στο βιβλιο του με τον τιτλο της αγγλικης μεταφρασης "
Religion and Nothingness" και της γερμανικης "Was ist Religion?" λεει: "Ομως η ζωη ειναι εξαρχης ενα με τον θανατο." Πως εννοει αυτο το "εξαρχης ενα"; Προκειται για την εμπειρια του χρονου: Στην πραγματικοτητα αυτο που θα συμβει σε εκατο χρονια, ειναι ηδη εδω:
Αφου λεγεται πως μια στιγμη ειναι δεκα χιλιαδες χρονια και δεκα χιλιαδες χρονια ειναι μια στιγμη. Σε μια τετοια εκλαμψη, στο φως ενος τετοιου "πνευματικου οφθαλμου", αυτο που θα ειναι επικαιρο σ' εκατο χρονια ειναι επικαιρο ηδη σημερα.
Ο Nishitani μιλα για εναν "διπλο φωτισμο" των πραγματων, η για μια "διπλη θεαση". Ο δευτερος φωτισμος, η δευτερη θεαση βλεπει εναν σημερα ζωντανο ανθρωπο νεκρο, βλεπει εναν σκελετο. Ο Basho, σημειωνει ο Nishitani, προλογιζει ενα χαϊκου ως εξης:
Στο σπιτι του Homma Shume κρεμεται στον τοιχο της θεατρικης του σκηνης-Νο ενας πινακας που δειχνει μια σκηνη-Νο με μια ομαδα σκελετων που παιζουν με φλογερες και τυμπανα. Πειτε μου, γινεται η οψη της ζωης να διαφερει σε τιποτα απ' αυτο το παιξιμο; Ο αρχαιος θρυλος οπου εκεινος που βρισκεται σε υπνο με μια νεκροκεφαλη για μαξιλαρι, ειναι μεχρι τελους ανικανος να διακρινει ονειρο και πραγματικοτητα, επισης απεικονιζει την ζωη μας.
Ο "πνευματικος οφθαλμος" ειναι ενα ματι αποπροσωποιημενο! Το χαϊκου που ακολουθει λεει:
Ριπες κεραυνων - / Στο προσωπο μου / Χορτα της στεππας!
Και το σχολιο του Nishitani:
Καποτε ο ποιητης, σε μια απο τις περιπλανησεις του, επρεπε να περασει μια νυχτα σε μια τεφρα στεππα. Πανω στον ουρανο μαινονταν κεραυνοι, κι αξαφνα ειδε τον εαυτο του να κειτεται στο χορτο, με μια τουφα απο χορτα της στεππας στο προσωπο του. Ο βουδιστικος "διαλογισμος νεκροκεφαλης" και το παραδοσιακο θεμα της τεχνης απαρτιζουν το φοντο αυτου του χαϊκου. Ομως νεο εδω ειναι το οτι ενας ζωντανος ανθρωπος αναγνωριζει τον εαυτο του, ετσι οπως ειναι, στην εικονα της νεκροκεφαλης στο χορτο της στεππας. Σ' αυτο το ποιημα δεν προκειται λοιπον μονο για μια νεκροκεφαλη στο χορτο της στεππας. Μια ρηση του zen λεει: "Στο χωραφι παντου κρανια νεκρα." Αυτο το χωραφι μπορει να ειναι η Kinza [κεντρο του Tokio] η το Broadway. Βεβαια θα 'ρθει καιρος που εκει θα φυτρωσει και παλι το χορταρι της στεππας.
Ετσι διαβαζει και τους στιχους του Eliot που παρατεθηκαν προηγουμενως:
Το ματι γι' αυτην την διπλη θεαση μπορει κανεις να το βρει και σε μερικους μοντερνους δυτικους ποιητες. Στον T.S.Eliot λεει:
Αποκοσμη πολη, / Μεσα στην καφετια αχλη μιας χαραυγης του χειμωνα, / Ενα πληθος πλημμυριζε τη γεφυρα του Λονδινου, τοσοι πολλοι, / Δεν το 'χα σκεφτει πως ο θανατος ειχε ξεκανει τοσους πολλους.
Στην τελευταια γραμμη δειχνει την περιγραφη της κηδειας στην Κολαση του Dante, πως οι ανθρωποι χυνονται πανω στην Γεφυρα του Λονδινου. Η δραστηρια πολη Λονδινο, μια οφθαλμοφανης πραγματικοτητα, εμφανιζεται στον ποιητη ως αυτη τουτη ως "αποκοσμη", που θα πει: ως νεκρη. (Στο τελευταιο μερος της Ερημης Χωρας ονομαζονται "αποκοσμα" οχι μονο το Λονδινο αλλα κι η Ιερουσαλημ, η Αθηνα κι η Αλεξανδρεια, τα κεντρα γεννησης του δυτικου πολιτισμου. Το διπλωπικο ματι στρεφεται και στην ιστορια.)
Ενας τετοιος διπλος φωτισμος αρμοζει στην αληθινη οψη των πραγματων στην πραγματικοτητα τους. Την απαιτουν τα ιδια τα πραγματα.


Σχετικα κειμενα μου
Ο θανατος
[...] έτσι κι η νεκρή μητέρα μου δεν είναι τίποτα. Μόνο που καμιά παράσταση της δεν μπορεί να την αποδώσει όπως είναι σήμερα. Είναι λοιπόν, όμως χωρίς τη μορφή της, χωρίς τη φωνή της, όπως την είδα και την άκουσα άλλοτε. Είναι δίχως μορφή, δίχως φωνή, δίχως πρόσωπο, δίχως καν ν' αναγνωρίζεται ως μητέρα μου, γυναί¬κα του πατέρα μου κτλ. Δεν έχει καν φύλο. Ακόμα και το «την», η προσωπική της αντωνυμία, ηχεί παράταιρα. Όλα τους εξανεμίζο¬νται. Η νεκρή μητέρα μου, ως νεκρή, έχει απο-προσωποιηθεί. Είναι, όμως είναι ένα τίποτα - ο τονισμός τώρα πέφτει στο «είναι»: είναι ένα τίποτα.
Αυτό το τίποτα έχει αφήσει εκείνη τη μορφή που λεγόταν «μητέρα μου» πίσω. Και πάλι τη φέρνει μαζί του, απρόσωπη πια. Αυ¬τό το τίποτα έκτοτε με συντροφεύει. Όταν βλέπω το φως του ήλιου, αυτό το τίποτα βλέπει μαζί μου. Όταν χρησιμοποιώ το τηγάνι και την κατσαρόλα που πήρα από το σπίτι της, αυτό το τίποτα μαγει¬ρεύει μαζί μου. Τις ώρες που συνομιλώ έτσι μ' αυτό το τίποτα, απο-προσωποποιούμαι κι εγώ. Γίνομαι ένα τίποτα.
[...]
«Δεν μου φτάνουν οι ζωντανοί» γράφει ο Γιώργος Σεφέρης. Πρώτα στη συνομιλία με τους νεκρούς, στην οποία, επαναλαμβάνω τα λόγια του Ηράκλειτου, οι νεκροί πεθαίνουν τη ζωή των ζώντων, οι ζώντες ζουν το θάνατο των νεκρών, σ' αυτήν την αποπροσωποποίηση όπου συναντώνται το τίποτα με το τίποτα, γίνονται, είπα πριν, το φως περισσότερο φως, τα πράγματα περισσότερο πράγματα, γίνεται το σκοτάδι περισσότερο σκοτάδι. «Περισσότερο» θα πει εδώ: τώρα τα πάντα «βγάζουν σπίθες», αναφλέγονται, ο κόσμος γίνεται φωτιά «πῦρ άείζωον» τον αποκάλεσε ο Ηράκλειτος. Αυτόν τον κόσμο, λέει ο Εφέσιος στο ίδιο απόσπασμα, δεν τον εποίησε ούτε θεός ούτε άνθρωπος αλλά ήταν, είναι και θα είναι - πῦρ ἀείζωον.
''Μα πρεπει να μ' αρμηνεψουν οι πεθαμενοι...''

Θεραπεια
Η θεραπεια ως εργο τεχνης

Η ξενωση της μνημης. Βλεπε:

ψυχαναλυση_ΚΕΙΜΕΝΑ ΟΜΙΛΙΕΣ 1996-2000
Η εκδικηση
ψυχαναλυση_ΚΕΙΜΕΝΑ ΟΜΙΛΙΕΣ 2011-
Λογοτεχνια και Ψυχαναλυση
ψυχαναλυση_ΚΕΙΜΕΝΑ ΟΜΙΛΙΕΣ 2011-
''Μα πρεπει να μ' αρμηνεψουν οι πεθαμενοι...''
εν παροδω_ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
Επιζωντας τον θανατο
εν παροδω_ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
Ονειρα
μαθηματα_ΣΧΌΛΗ
- Λαθος χρονος
μαθηματα_ΕΠΟΠΤΕΙΕΣ
Οι ομορφες ωρες
ψυχαναλυση_ΚΕΙΜΕΝΑ ΟΜΙΛΙΕΣ 1996-2000
Η ψυχαναλυση στο τελος της Μεταφυσικης και η ελληνικη νοηση
εν παροδω_ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
Ηρακλειτος, απ. 50: ΟΥΚ ΕΜΟΥ ...
μαθηματα_ΕΠΟΠΤΕΙΕΣ
Μια ιστορια του Nietzsche
πυρ αειζωον
πυρ αειζωον
Ikebana
Ikebana
 

Πρόσφατα σε μια θεραπευτική συνάντηση μια γυναίκα μου μίλησε για το φόβο της του θανάτου. Την ρώτησα ποια εικόνα έχει για το θάνατο· τι την φοβίζει σ' αυτήν την εικόνα. Είπε το να είναι μέσα στο φέρετρο. Και, σ' αυτήν την εικόνα, ποιο στοιχείο της είναι το φοβερό; Το ότι είναι καταχωμένη βαθιά μέσα στο χώμα. Και τι της κάνει αυτήν την εικόνα, όπου είναι καταχωμένη, αφόρητη; Η απάντηση που μας προέκυψε μετά από κάποια αναζήτηση ήταν: Εκεί μέσα, στο φέρετρο, είναι πέρα για πέρα κρυμμένη.
Εδώ είναι το κρίσιμο σημείο σε κάθε λόγο για το θάνατο. Το διέκρινα με την αφορμή ενός αποσπάσματος του Ηράκλειτου που λέει: «ἀνθρώπους μένει ἀποθανόντας ἃσσα οὐκ ἔλπονται οὐδὲ δοκέουσιν» (στους ανθρώπους όταν έχουν πεθάνει απομένουν αυτά για τα οποία ούτε ελπίζουν ούτε και αποφαίνονται).
Ελπίζω για τα πράγματα τα μελλοντικά. Αποφαίνομαι για τα παρόντα και τα παρελθόντα. Στους ανθρώπους, όταν έχουν πεθάνει, απομένουν όσα πράγματα δεν είναι ούτε μελλοντικά ούτε παρόντα ούτε παρελθόντα. Δεν τους απομένει τίποτα.
Ποιο είναι λοιπόν το κρίσιμο σημείο στη συνομιλία με τη γυναίκα; Το ότι νεκρή μέσα στο φέρετρο δεν θα της έχει απομείνει κανένα κρύψιμο και κανένας φόβος. Αυτά που λέει δεν μπορεί λοιπόν να αφορούν το θάνατο της καθαυτόν. Από πού έρχονται τότε; Από πού αλλού παρά από τον τρόπο με τον οποίο τώρα την αφορούν τα πράγματα; Τώρα, όσο ζει;
Τη ρωτώ λοιπόν για τη σχέση της με πράγματα που έχουν τον χαρακτήρα του κρυμμένου. Για να γίνει πιο συγκεκριμένο, τη ρωτώ αν, π.χ., μικρή της άρεσε να παίζει κρυφτό, αν είχε μυστικά κτλ.
Στη συνομιλία που ακολουθεί διακρίνουμε μια στάση που την έχει σημαδέψει και που μέχρι σήμερα δεν είχε βρει το όνομα της: Παιδί γρήγορα σταμάτησε να παίζει κρυφτό· δεν μπορεί να έχει μυστικά, δεν θέλει να της εκμυστηρεύονται πράγματα· απεχθάνεται τις σκιές· το «δεν ξέρω» γυμνό, χωρίς την προσφυγή σε υποθέσεις και εικασίες, της φέρνει τρόμο.
Για το σημερινό μας θέμα αυτά αρκούν. Μόνο σαν αντίφωνο και σαν πρελούδιο για ό,τι θ' ακολουθήσει σας διαβάζω στίχους από ένα ποίημα του Paul Celan με τον τίτλο «Μίλα κι εσύ»:

Μίλα κι εσύ,
μίλησε τελευταίος,
πες το λόγο σου.
Μίλα -
Μα μην χωρίσεις το όχι απο το ναι.
Δώσε στο λόγο σου και το νόημα:
δώσε του τη σκιά.
Δώσ' του σκιά άφθονη,
δώσ' του τόση
όση γνωρίζεις γύρω σου μοιρασμένη ανάμεσα σε
μεσάνυχτα και μεσημέρι και μεσάνυχτα.
Κοίτα τριγύρω:
δες πώς όλα ζωντανεύουν παντού -
Μα το θάνατο! Ζωντανεύουν!
Αληθινά μιλάει όποιος μιλάει σκιές

Θα επανέλθουμε στον Celan.
Η γυναίκα πιστεύει πως μιλά για το θάνατο, όμως μιλάει για τη ζωή. Αυτό συμβαίνει κάθε φορά που αναφερόμαστε στο θάνατο. Λέμε «Θα πεθάνω» και χρησιμοποιούμε τη λέξη σαν ο θάνατος να ήταν ένα μελλοντικό συμβάν. Λέμε για κάποιον που πέθανε «Έφυγε», λες κι θάνατος είναι μια απομάκρυνση. Στα ιατρικά αρχεία των νοσοκομείων ο θάνατος σημειώνεται με το βαρύγδουπο και σχεδόν ακαταλαβίστικο λατινικό «exitus», έξοδος, σαν να ήταν κι αυτός ένα είδος «εξιτηρίου». O θάνατος δεν είναι ούτε συμβάν ούτε απομάκρυνση ούτε έξοδος ούτε τίποτε άλλο, καθώς όλες αυτές οι λέξεις μόνο στη ζωή έχουν μια χρήση κι ένα νόημα. Στο θάνατο δεν τους απομένει κανένα.
Όσο κι αν προσπαθήσουμε να μιλήσουμε για το θάνατο μας, θα βρεθούμε να μιλάμε με όρους της ζωής για πράγματα της ζωής μας. Και μάλιστα, όπως μας δείχνει το παράδειγμα της γυναίκας, για πράγματα που έχουν σημαδέψει ιδιαίτερα τη ζωή μας.
Είναι ένα απίστευτο παράδοξο: Ξεκινήσαμε από την αυτονόητη αντίληψη ότι ο θάνατος είναι το τελείως άλλο από τη ζωή. Ποιο είναι για τη γυναίκα το τελείως άλλο από τη ζωή της; Αυτό που της είναι αδιανόητο, αυτό που δεν έχει γνωρίσει αρκετά και απέναντι στο οποίο είναι κλειστή; Το κρυφό. Ε, λοιπόν ακριβώς αυτό, στη μορφή της εικόνας της μέσα στο φέρετρο, είναι και το όνομα που έχει δώσει στο θάνατο της!
Αν δεν το έχετε κάνει, επιχειρείστε να προσέξετε τι σας φοβίζει στο θάνατο. Εκεί θα βρείτε την ίδια σας τη ζωή. Μίλα μου για το θάνατο σου και θα σου μιλήσω για τη ζωή σου! Η παράδοξη αλήθεια που εδώ δηλώνεται είναι πως ζωή και θάνατος λέγονται ως ένα και το αυτό. Τούτο το ένα και το αυτό συναρμόζεται από το φόβο.
Η ζωή της γυναίκας, καθόσον είναι μια ζωή όπου φανερό και κρυφό διαχωρίζονται και το κρυφό μένει εξορισμένο, είναι μισή ζωή. Και κάθε φορά που μιλάμε για τη «ζωή» δίχως να περιλαμβάνουμε το θάνατο μιλάμε για μισή ζωή. Ζούμε μισή ζωή. Μοιάζει με το αρνητικό μιας φωτογραφίας όπου τα πάντα προβάλλουν σε αποχρώσεις του γκρίζου. Στην προοπτική του θανάτου εισβάλλει και το άλλο μισό, εφορμούν όλα τα χρώματα - μέσα σε ανείπωτο, λιγότερο ή περισσότερο συγκαλυμμένο φόβο.
Είναι όμως ο φόβος η μόνη δυνατότητα για τη σχέση ζωής και θανάτου; Ήδη στη συζήτηση του παραδείγματος μας διαφαίνεται μια άλλη: Όσο περισσότερο είναι κανείς ανοιχτός για τα πράγματα της ζωής τόσο λιγότερα έχει να φοβάται, τόσο λιγότερο είναι ο θάνατος θέμα. Τότε παύει και η «ζωή» να είναι θέμα. Αν η γυναίκα μπορέσει να δεχτεί τα κρυφά, τα μυστικά και τα μυστήρια, το παιχνίδισμα του φωτός με το σκοτάδι που υπάρχει στα πάντα, αν μπορέσει να «μιλήσει σκιές», τότε θα ζήσει το θάνατο της, δηλαδή εδώ: το κρύψιμο εν ζωή θα βρεθεί στο δρόμο που η απωασιατική παράδοση αποκαλεί «μέγα θάνατο».
Γράφει ο Σεφέρης: «Κι όμως κερδίζει κανείς το θάνατο του, τον δικό του θάνατο, που δεν ανήκει σε κανέναν άλλον και τούτο το παιχνίδι είναι η ζωή».
Όταν ήμουν παιδί και ξάπλωνα να κοιμηθώ, σκεφτόμουν ότι μπορεί να πεθάνω στον ύπνο μου κι ότι θα 'πρεπε να 'μαι έτοιμος. Γύριζα λοιπόν ανάσκελα, σταύρωνα τα χέρια στο στήθος, όπως κάνουν στους πεθαμένους, κι έλεγα φωναχτά τρεις φορές: «Α». Γιατί; Διότι ο τελευταίος μου λόγος έπρεπε να είναι το πιο ανοιχτό γράμμα: «Α»! Αργότερα, νέος άντρας πια, βασανιζόμουν, όπως καλή ώρα η γυναίκα που αναφέρθηκε, από την εικόνα μου νεκρού βαθιά κάτω στο χώμα. Νεκρού, αυτό ήταν το δικό μου σαράκι, που κρύωνε και κρύωνε δίχως να μπορεί να προστατευτεί. Αν είχα συναντήσει εκείνον τον νέο σήμερα, θα τον ρωτούσα μήπως αυτό το κρύο τον διαπερνά τώρα, μήπως η νοσταλγία μιας θαλπωρής τον διακατέχει τώρα, ενόσο ζει.
Γιατί σας τα λέω αυτά; Γιατί μια μέρα ανακάλυψα, με όχι μικρή έκπληξη, πως αυτή η εικόνα του νεκρού που ξεπαγιάζει κάτω στο χώμα με άφηνε παντελώς αδιάφορο. Δεν έχει νόημα να αναρωτηθούμε για το ποια εξέλιξη και ποιες διεργασίες με έφεραν σ' αυτόν τον νέο τόπο. Θα χανόμασταν σ' ένα δαίδαλο άκαρπων εκλογικεύσεων.
Ίσως έτσι λύνονται οι κόμποι ζωής και θανάτου, μ' ένα απροσδόκητο και ανύποπτο ξύπνημα σε μιαν άλλη ανοιχτότητα, σαν να σου δόθηκε μια χάρη. Άραγε εκείνο το «Α» του μικρού παιδιού είχε ξαναγυρίσει; Εκφρασμένο στη νέα ανοιχτότητα; Ίσως στα παιδικά μάτια έτσι λέγονταν, και κρύβονταν, εκείνη η αλήθεια που λέει πως μπορώ να πεθάνω ήσυχα μόνο αν έχω ζήσει ανοιχτά. Ίσως.
«Πώς θα πεθάνουμε;» ρωτά ο Σεφέρης στο όνομα όλων μας. «Οι άνθρωποι καλούνται οι θνητοί διότι το μπορούν, να πεθάνουν. Πεθαίνω θα πει: δύναμαι το θάνατο ως θάνατο» λέει ο Martin Heidegger.
Ενδεχομένως ο δρόμος της απάντησης στην ερώτηση του ποιητή και ο δρόμος της ανταπόκρισης στην πρόταση του νοητή είναι αυτός στον οποίο ο θάνατος παύει να είναι θέμα, δηλαδή παύει να διαχωρίζεται από τη ζωή. Τότε, όπως ειπώθηκε ήδη, παύει να είναι θέμα και η ζωή. Είναι μεγάλη υπόθεση. Είναι υπόθεση ζωής και θανάτου. Μη με ρωτάτε πώς γίνεται αυτό. Θα σας πω μόνο: κάποτε γίνεται.
Μόνο τούτο ακόμη, σαν μετάβαση στα επόμενα: Μην αναζητάς το θάνατο στο φέρετρο και στο πτώμα. Αλλού, μακρύτερα βρίσκεται, και συνάμα κοντύτερα. Χρειάζεται αυτή η «ευρυχωρία» - μια λέξη του Σεφέρη. Είναι ο τόπος όπου οι νεκροί συναντώνται με τους ζωντανούς, όχι σαν ξέχωροι αλλά όταν (Ηράκλειτος) εκείνοι πεθαίνουν τη ζωή αυτών και αυτοί ζουν το θάνατο εκείνων. Σ' αυτόν τον τόπο το φιλί και ο ξένος και το δάκρυ είναι αληθινότερα. Γι' αυτά μιλά και πάλι ένα ποίημα του Paul Celan:

ΚΡΥΣΤΑΛΛΟΣ
Μη στα χείλη μου ζητήσεις το στόμα σου,
μη μπροστά στην πόρτα τον ξένο,
μη στο μάτι το δάκρυ.
Εφτά νύχτες ψηλότερα διαβαίνει κόκκινο προς κόκκινο,
εφτά καρδιές βαθύτερα βαράει το χέρι την πόρτα,
εφτά ρόδα αργότερα κελαρεί το πηγάδι.

Πριν από τρία χρόνια πέθανε η μητέρα μου. Ας υποθέσουμε πως ο θάνατος της με άφησε αδιάφορο. Λέει αυτό κάτι ειδικά για τη σχέση με τη νεκρή μητέρα μου; Ή μήπως ήμασταν ο ένας για τον άλλο αδιάφοροι και όσο ζούσε; Ας υποθέσουμε πως μου λείπει, π.χ., πως τώρα αισθάνομαι ορφανεμένος. Λέει αυτό κάτι ειδικά για τη σχέση με τη νεκρή μητέρα μου; Ή μήπως όσο ζούσε παρέμενα ο μικρός γιος που «μαμαδίζονταν»; Ας υποθέσουμε πως ο θάνατος της με ανακούφισε και με απελευθέρωσε. Λέει αυτό κάτι ειδικά για τη σχέση με τη νεκρή μητέρα μου; Ή μήπως όσο ζούσε με ήθελε δορυφόρο της;
Μήπως ζωή και θάνατος της μητέρας μου είναι όψεις του ίδιου νομίσματος; Ακριβώς αντίστοιχα με τη γυναίκα την καταχωμένη στο φέρετρο και με τον νεαρό άντρα που κρυώνει κάτω από το χώμα; Μήπως κι εδώ ζωή και θάνατος είναι ένα και το αυτό; Όπου τούτο το ένα και το αυτό συναρμόζεται κάθε φορά από την αδιαφορία, το μαμάδισμα, τον εγωισμό;
Όμως εξαντλείται εδώ η σχέση με τη νεκρή μητέρα μου; Ή μήπως κι εδώ έχουμε να κάνουμε με το αρνητικό μιας φωτογραφίας; Με μισή ζωή;
Ας ξαναδούμε τα πράγματα από την αρχή. Από τη νεκρή μητέρα μου έχω διάφορες αναμνήσεις. Τη θυμάμαι, π.χ., παλιά σε συγκεντρώσεις στο σπίτι να έχει βγάλει τις γόβες της και να χορεύει όλο κέφι. Όμως σε μια τέτοια ανάμνηση είναι ζωντανή, ολοζώντανη. Όταν τη βλέπω τώρα νοερά να χορεύει είναι σαν ένα replay. Η ανάμνηση μου την αναβιώνει. Αυτή δεν είναι η νεκρή μητέρα μου. Βέβαια μια τέτοια ανάμνηση ποτέ πια δεν θα μπορέσω να τη μοιραστώ μαζί της. Όμως και πάλι αυτό και όλα τα «ποτέ πια» λέγονται σε αναφορά με τη ζωή της και την κοινή μας ζωή. Δεν αναφέρονται στη νεκρή μητέρα μου καθαυτήν. Η εικόνα της που χορεύει εξανεμίζεται.
Τη θυμάμαι και νεκρή, στο φέρετρο. Όμως ακόμα κι αυτό είναι ένα replay. Δεν είναι η νεκρή μητέρα μου σήμερα. Κάθε παράσταση της μένει πίσω από τη σημερινή νεκρή μητέρα μου.
Όσα ειπώθηκαν τελευταία τα ακούμε σ' ένα μοιρολόι των ελληνόφωνων της Κάτω Ιταλίας:

Μοιρολόι
[...] Στο καλάθι της θυγατέρας μου
έπρεπαν άσπρα τα προικιά.
Ήρθε ο θάνατος και της έβαλε
την αγιαστούρα και τα κεριά.
Ποιος το ξέρει, μικρό μου κορίτσι,
πού σε πήραν οι παπάδες;
- Εκεί που δε σειέται φύλλο απ' τον άνεμο καλύτερα, μάνα μου, να μην το ξέρεις.
- Ποιος σου πλένει τα ρουχάκια σου
απ' αυτούς που 'σαι μαζί, για να τον δούμε;
- Κανείς ποτέ απ' όσους είμαστ' εδώ πέρα
δε θωριέται και δε θωρεί.

Η κόρη λέει το ίδιο: Στον Άδη, εκεί που σύμφωνα με το όνομα του δεν υπάρχει κανένα ίδείν, κάθε εικόνα της, κάθε τρόπος της μητέρας της ν' αναφέρεται σ' αυτήν εξανεμίζεται. Και πάλι, όπως η κόρη, έτσι κι η νεκρή μητέρα μου δεν είναι τίποτα. Μόνο που καμιά παράσταση της δεν μπορεί να την αποδώσει όπως είναι σήμερα. Είναι λοιπόν, όμως χωρίς τη μορφή της, χωρίς τη φωνή της, όπως την είδα και την άκουσα άλλοτε. Είναι δίχως μορφή, δίχως φωνή, δίχως πρόσωπο, δίχως καν ν' αναγνωρίζεται ως μητέρα μου, γυναίκα του πατέρα μου κτλ. Δεν έχει καν φύλο. Ακόμα και το «την», η προσωπική της αντωνυμία, ηχεί παράταιρα. Όλα τους εξανεμίζονται. Η νεκρή μητέρα μου, ως νεκρή, έχει απο-προσωποιηθεί. Είναι, όμως είναι ένα τίποτα - ο τονισμός τώρα πέφτει στο «είναι»: είναι ένα τίποτα.
Αυτό το τίποτα έχει αφήσει εκείνη τη μορφή που λεγόταν «μητέρα μου» πίσω. Και πάλι τη φέρνει μαζί του, απρόσωπη πια. Αυτό το τίποτα έκτοτε με συντροφεύει. Όταν βλέπω το φως του ήλιου, αυτό το τίποτα βλέπει μαζί μου. Όταν χρησιμοποιώ το τηγάνι και την κατσαρόλα που πήρα από το σπίτι της, αυτό το τίποτα μαγειρεύει μαζί μου. Τις ώρες που συνομιλώ έτσι μ' αυτό το τίποτα, απο-προσωποποιούμαι κι εγώ. Γίνομαι ένα τίποτα. Celan:

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΙΑ
αυτή
η βαρύτητα που
κάποτε βυθίζεται μαζί σου
μέσα στην ώρα. Είναι
μια άλλη.
Είναι το βαρίδι που συγκρατεί το κενό
που θα συν-
παρασέρνονταν μαζί σου.
Δεν έχει, όπως κι εσύ, κανένα όνομα. Ίσως
είστε το ίδιο/Ισως
κάποτε κι εσύ να με ονομάσεις
έτσι.

Τώρα όμως, σ' αυτές τις ώρες, το φως του ήλιου είναι περισσότερο φως γιατί δεν υπάρχει ένα εγώ που να παρεμβαίνει με τις αντιλήψεις του και με τις προτιμήσεις του. Το φως είναι περισσότερο φως και τα πράγματα, όπως το τηγάνι και η κατσαρόλα, περισσότερο πράγματα. Μέχρι τις παρυφές αυτής της ενόρασης έφτασα.
Εδώ επιτρέψτε μου μια παρέκβαση. Η «φαινομενολογία», δηλαδή ο λόγος που λέγει τα φαινόμενα, εκφράζει τα πράγματα όπως δείχνονται καθαυτά, μπορεί να τα λέγει αληθινά μόνο όταν το υποκείμενο του λόγου απεκδύεται κάθε δική του υπόσταση. Αυτό είναι που ζητάει ο Freud, για να μείνουμε στη θεραπευτική, έστω κι αν δεν το εννοεί σε όλο το εύρος του, όταν περιμένει απ' τον πελάτη να πει ό,τι του έρχεται στο νου δίχως να παρεμβάλλει τίποτα δικό του, δηλαδή δίχως να επιλέγει, να αλλοιώνει, να αποσιωπά, να τονίζει. Και αυτό είναι που ζητάει από τον θεραπευτή όταν περιμένει απ' αυτόν μια προσοχή «ελεύθερα μετέωρη».
Όμως οι παροτρύνσεις δεν φτάνουν. Δείχνουν την κατεύθυνση μόνο, και προς τα εκεί οδηγεί ο θεραπευτής με την τέχνη του - όχι την τεχνική του. Είναι τα ίδια τα πράγματα που εξαναγκάζουν σ' αυτόν το δρόμο, καθώς δείχνονται πάντα με το φως και με τη σκιά τους. Ένα τέτοιο πράγμα είναι ο θάνατος, ως αυτό που (Σεφέρης) «χαρίζει τη ζωή».
Η αληθινή συνομιλία με τους νεκρούς όπου ο κόσμος δεν βυθίζεται στη θανατίλα αλλά «μα το θάνατο, ζωντανεύει» σπάνια πραγματώθηκε στην ιστορία της Δύσης. Όσο εγώ γνωρίζω, και όπως θα διαπιστώσατε, μια από τις πιο ολοκληρωμένες πραγματώσεις της είναι η ποίηση του Paul Celan. Αυτός, πιστεύω, είναι ο κρυφός λόγος που ο Celan συχνά αναγνωρίζεται ως ο μεγαλύτερος ποιητής της εποχής μας. Κανένας άλλος ποιητής, και κανένας νοητής, ούτε ο Heidegger, δεν το κατάφεραν σε τέτοια πληρότητα, εννοώ τη συνομιλία με τους νεκρούς που χαρίζει μια -κι εδώ χρησιμοποιώ τον τίτλο μιας ποιητικής συλλογής του- χαρίζει μια «τροπή της ανάσας» και ικανοποιεί ό,τι ο Ηράκλειτος διατύπωσε με απίστευτη απλότητα, δίχως επιφωνήματα, σχεδόν στη ρύμη του λόγου του: «ταὐτὸ τ' ἔνι ζῶν καὶ τεθνηκὸς» (το αυτό είναι ζωντανό και πεθαμένο). Το αυτό: Η συνάντηση του τίποτα με το τίποτα. Celan:

ξέρω,
ξέρω και ξέρεις, ξέραμε,
δεν ξέραμε,
άλλωστε εδώ είμασταν κι όχι εκεί,
και κάποτε, όταν
μόνο το τίποτα έστεκε ανάμεσα μας, βρίσκαμε
ο ένας τον άλλο ολότελα.

Κι ακόμα:

ΨΑΛΜΟΣ
Κανείς δεν θα μας ξαναπλάσει από χώμα και λάσπη,
κανείς δεν θα διαβάσει τη στάχτη μας.
Κανείς.
Δοξασμένος να 'σαι, Κανείς εσύ.
Για χάρη σου θε ν'
ανθίσουμε.
Κατά
σένα.
Ένα Μηδέν
ήμασταν, είμαστε, θα
μείνουμε, ανθώντας:
του Μηδενός, του
Κανενός το ρόδο.

«Δεν μου φτάνουν οι ζωντανοί» γράφει ο Γιώργος Σεφέρης. Πρώτα στη συνομιλία με τους νεκρούς, στην οποία, επαναλαμβάνω τα λόγια του Ηράκλειτου, οι νεκροί πεθαίνουν τη ζωή των ζώντων, οι ζώντες ζουν το θάνατο των νεκρών, σ' αυτήν την αποπροσωποποίηση όπου συναντώνται το τίποτα με το τίποτα, γίνονται, είπα πριν, το φως περισσότερο φως, τα πράγματα περισσότερο πράγματα, γίνεται το σκοτάδι περισσότερο σκοτάδι. «Περισσότερο» θα πει εδώ: τώρα τα πάντα «βγάζουν σπίθες», αναφλέγονται, ο κόσμος γίνεται φωτιά «πῦρ άείζωον» τον αποκάλεσε ο Ηράκλειτος. Αυτόν τον κόσμο, λέει ο Εφέσιος στο ίδιο απόσπασμα, δεν τον εποίησε ούτε θεός ούτε άνθρωπος αλλά ήταν, είναι και θα είναι - πῦρ ἀείζωον.
Τότε το κάθε τι είναι μια φλόγα που ξεκινά απ' το τίποτα και μένει στέρεα μετέωρη στο κενό. Κι εδώ, σ' αυτήν την εικόνα συναντώνται η απαρχή της δυτικής νόησης με μια κορύφωση της ανατολικής. Μια τέτοια εικόνα υπάρχει:
[φωτο]
Είναι μια καλλιγραφία του συγχρόνου ζεν-φιλοσόφου Hisamatsu. To φλεγόμενο ιδεόγραμμα στη μέση είναι η καρδιά. Στο περιθώριο λέει: «Πρέπει να κατοικείς ή να μένεις στο πουθενά και πρέπει ν' αφήνεις την καρδιά να ξεσπάσει». Ίσως κι εδώ λέγεται ό,τι συναντήσαμε επανειλημμένα: ζωή και θάνατος είναι το αυτό.
Ο βουδισμός, ιδιαίτερα ο ζεν-βουδισμός, είναι εξαρχής στραμμένος στο θάνατο. Ό,τι σχετικό εκφράστηκε στη Δύση, στο χριστιανισμό, στην ποίηση, στη νόηση, στην τέχνη είναι ψήγματα σε σύγκριση με την Ανατολή όπου αναπτύχθηκε σ' ένα μοναδικό εύρος και βάθος μέσα από μια μακραίωνη παράδοση. Εκείνο πάλι που εδώ λείπει σχεδόν ολότελα είναι η δεκτικότητα για την πλάνη, όχι με την έννοια της συμπάθειας και της συγκατάβασης αλλά σαν δρόμος που κάποτε μπορεί να φέρει στην αλήθεια. Αν η γυναίκα κι ο νέος μιλούσαν για την εικόνα τους του θανάτου σ' έναν δάσκαλο του ζεν, φαντάζομαι πως για απάντηση θα εισέπρατταν μια ξυλιά από το ραβδί του. O άλλος, ο δικός μας δρόμος, δρομολογήθηκε με την αρχαία τραγωδία: Είναι η πλάνη που κάνει αυτόν που έχει μπει στο λούκι της να τσακίζεται, όπου αυτή ακριβώς η συμφορά θα φέρει την κάθαρση. Θα το δούμε και παρακάτω.
Μ' αυτήν την επιφύλαξη μου φαίνεται πως έχουμε πολλά να μάθουμε από την Ανατολή - όπως τώρα, που κι αυτοί έγιναν σαν εμάς, θα χρειαστεί να μάθουν ν' αντιμετωπίζουν το ανθρώπινο βάσανο με άλλη κατανόηση.
Για το θέμα του διαλόγου Δύσης κι Ανατολής θα γίνει μια ακόμη παρέκβαση. Γράφει ο Keiji Nishitani, ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Ιάπωνες νοητές:

Σήμερα, όπου σε όλες τις περιοχές της ανθρώπινης πρακτικής λαμβάνουν χώρα συναντήσεις μεταξύ Ανατολής και Δύσης με εκπληκτική ταχύτητα, η αμοιβαία κατανόηση είναι δίχως άλλο μια από τις σημαντικότερες αποστολές της ανθρωπότητας. [...]
Σήμερα στέκουμε εμπρός στο πλέον οξύ αίτημα, δηλαδή να υπερβούμε τα δικά μας πνευματικά σχήματα και πρότυπα, τον άκαμπτο σκελετό δόγματος και δογματικής. Αυτό το αίτημα είναι σαν τομή, διότι μας καλεί να επιστρέψουμε στον πηγαίο μας «εαυτό» -πέραν κάθε δόγματος-, να απεκδυθούμε άπαξ δια παντός εκείνων των παγιωμένων σχημάτων και προτύπων που εγκλείουν τη σκέψη, την αίσθηση και τη βούληση μας σε τυποποιημένα και φαινομενικά αιώνια πλαίσια. Καλούμαστε να επιστρέψουμε στο πλέον θεμελιακό επίπεδο όπου ο άνθρωπος είναι απλώς άνθρωπος ή πλέον μόνο γιος του ανθρώπου, τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο· όπου είναι ολότελα έκθετος, άσκεπος, γδυτός, με άδεια χέρια, ανυπόδητος, όμως επίσης όπου μπορεί και ν' ανοίξει το ενδότατο της καρδιάς του απερίφραστα. [...] Όσο δύσκολο κι αν είναι, πάντως φαίνεται αναγκαίο να επιστρέψουμε σ' ένα τέτοιο θεμελιακό επίπεδο μέσα μας για να προετοιμάσουμε τον ανοιχτό τόπο για τη ζητούμενη γνήσια συνάντηση.

Δεν θα συμπληρώσω τίποτα. Η ίδια η ομιλία είναι μια απόπειρα προς αυτήν την κατεύθυνση.
Στο ζεν μια λέξη-κλειδί για την εννόηση του θανάτου είναι η «παροδικότητα». Επηρεασμένοι από την κρατούσα παράδοση η οποία παρασταίνει ως έγκυρο ό,τι έχει υπόσταση και μένει σταθερό στο χρόνο, θεωρούμε το παροδικό σαν το μηδαμινό που συμβαίνει σ' ένα τώρα για να χαθεί στο μετά. O Dogen, ένας από τους σημαντικότερους δασκάλους του ζεν, γράφει λίγο πριν από το θάνατο του:

Με τι λοιπόν να συγκρίνω
τον κόσμο και τη ζωή του ανθρώπου;
Με τον ίσκιο του φεγγαριού
όταν στη δροσοσταλίδα αγγίζει
το ράμφος από ένα θαλασσοπούλι.

O Byung-Chul Han, Ιάπωνας καθηγητής της φιλοσοφίας στη Βέρνη, σχολιάζει:

Εδώ κανείς έχει να κάνει με μια ιδιαίτερη εμπειρία της παροδικότητας [...] Όπου ανακινείται μια αντίσταση ενάντια στην παροδικότητα διαμορφώνεται ένας εμφατικός εαυτός. Κανείς μεγενθύνεται, τρόπον τινά κάνει το εγώ του να μεγαλώσει ενάντια στο θάνατο, που είναι ο θάνατος μου, που δίνει στο εγώ ένα τέλος. Μια άλλη αντίληψη της θνητότητας είναι εκείνη η «αφύπνιση στην παροδικότητα», στην οποία κανείς αφήνει τον εαυτό του να παρέλθει.
Εκεί που κανείς δίνει τον εαυτό του στο θάνατο, εκεί που κανείς κενώνεται, ο θάνατος δεν είναι πια θάνατος μου. Δεν έχει πια τίποτα το δραματικό. Δεν είμαι πια δέσμιος του θανάτου, που θα ήταν ο θάνατος μου.

Στη συνέχεια γίνεται αναφορά στον «μέγα θάνατο», που μνημονεύτηκε επιτροχάδην στην συζήτηση του παραδείγματος της γυναίκας:

Ο «μέγας θάνατος» δεν αποτελειώνει τη ζωή. Ο θάνατος που θα ερχόταν στο τέλος της ζωής θα ήταν ένας «μικρός» θάνατος. Σίγουρα μόνο ο άνθρωπος είναι ικανός για τον «μέγα θάνατο». Συνιστά εκείνο το τόλμημα, να πεθάνεις και να φύγεις καθαυτόν. Και όμως δεν εκμηδενίζει τον εαυτό. Πολύ περισσότερο τον διαυγάζει στο ανοιχτό. O εαυτός κενώνεται καθώς πληρούται με μια κοσμική ευρύτητα. Αυτό το ιδιάζον είδος θανάτου αφήνει να προκόψει ένας εαυτός πλήρης ευρύτητας, ένας ανιδιοτελής εαυτός.
Η εδώ εννοούμενη παροδικότητα αποδίδεται παραστατικά στην τέχνη του ikebana, όπου λουλούδια κόβονται και τοποθετούνται σ' ένα βάζο με χώμα.
[φωτο]
Ακούστε τι λέει σχετικά ο Nishitani έχοντας κατά νου πως η ανθρώπινη ύπαρξη είναι σαν λουλούδι του ikebana. Γράφει ο Han:

O Nishitani ερμηνεύει την ιαπωνική τέχνη της τοποθέτησης των λουλουδιών από την πλευρά του φαινομένου του κοψίματος. Όταν κάποιος χωρίζει το λουλούδι από τη ρίζα της ζωής του, τρόπον τινά το αποκόβει από την ψυχή του. Έτσι του αφαιρείται η ενστικτώδης ορμή, το appetitus. Στο λουλούδι αυτή η αποκοπή δίνει το θάνατο. Το κάνει να πεθάνει επί τούτου. Αυτός ο θάνατος διαφέρει από το μαρασμό, που για το λουλούδι θα ήταν ένα είδος απο-βίωσης ή φυσικού θανάτου. Κανείς δίνει στο λουλούδι το θάνατο προτού αυτό ζήσει μέχρι τέλους. [...]
Το κομμένο λουλούδι, που πλέον δεν ορέγεται τίποτα, διάγει τον εκάστοτε χρόνο του. Διαμένει ολότελα στο εκάστοτε παρόν δίχως μέριμνα για το πριν και το μετά. Γίνεται ολότελα χρόνος δίχως αντίσταση εναντίον του. Όπου πηγαίνει με το χρόνο, συμφιλιωμένο μαζί του, ο χρόνος δεν παρέρχεται. [...] Ανακύπτει εν μέσω του χρόνου μια ιδιάζουσα διάρκεια, μια διάρκεια δίχως συνέχεια, που δεν παριστάνει καμιά άχρονη απεραντοσύνη, κανέναν σταματημένο χρόνο. Είναι μια έκφανση εκείνης της περατότητας που ησυχάζει στον εαυτό της, φέρει η ίδια τον εαυτό της, που δεν αλληθωρίζει προς το «άπειρο», που κατά έναν τρόπο έχει ξεχάσει τον εαυτό της. [...] Ikebana θα πει κατά λέξη: «ζωογόνηση του λουλουδιού». Πρόκειται για μια ιδιάζουσα ζωογόνηση. Κανείς ζωογονεί το λουλούδι, το υποβοηθεί προς μια βαθύτερη ζωντάνια δίνοντας του το θάνατο. Το ikebana κάνει το περατό ως αυτό τούτο να λάμπει δίχως το φως της απεραντοσύνης. Ωραία εδώ είναι η καταλαγιασμένη, ατάραχη περατότητα, η ησυχασμένη στον εαυτό της, μια περατότητα που φωτίζεται δίχως να κοιτά πέρα από τον εαυτό της. [...]

Και γιατί η ανθρώπινη ύπαρξη είναι σαν λουλούδι του ikebana; Διότι οι άνθρωποι είναι οι θνητοί. Μια λέξη του Ηράκλειτου για τον άνθρωπο είναι ο «μόρος». Θα πει: θνητή μοίρα. Γεννιέμαι θα πει συνάμα και εξαρχής πεθαίνω. Η αποκοπή που δίνεται στο λουλούδι στην τέχνη του ikebana, έχει δοθεί στον άνθρωπο εξαρχής και χωρίς να παρέμβει κανένα χέρι.
Ακούσαμε: «Το κομμένο λουλούδι, που πλέον δεν ορέγεται τίποτα, διάγει τον εκάστοτε χρόνο του. Διαμένει ολότελα στο εκάστοτε παρόν δίχως μέριμνα για το πριν και το μετά». Αν το ύστατο «μετά» είναι ο θάνατος, τότε η «μέριμνα» γι' αυτόν θα έλειπε στο βαθμό που κανείς θα είχε πεθάνει τον «μέγα θάνατο», ή, στα καθ' ημάς, στο βαθμό που θα είχε αναλάβει τη θνητότητα του, είχε γίνει ο θνητός που είναι. Αντίστοιχα, θα συμπλήρωνα, το πρώτο «πριν» είναι η γέννηση. Όμως η γέννηση η οποία προσιδιάζει στον άνθρωπο θα ήταν μια «μεγάλη γέννηση», όπως όταν κανείς, όπως λέμε, «ξαναγεννιέται».Ίσως δεν πρόκειται καν για δυο ξεχωριστά πράγματα: Όταν πεθαίνω τον «μεγάλο θάνατο», ξαναγεννιέμαι. Τότε «μικρός θάνατος» και «μικρή γέννηση» δεν θα ήταν θέμα καμιάς «μέριμνας».
Τα λέμε αυτά με οδηγό τη σοφία της Ανατολής, όμως για μας τουλάχιστον μένει μια επιφύλαξη: Αυτή η σοφία μιλά αξιωματικά. Δεν μας λέει, ίσως δεν έχει καν ανάγκη να το σκεφτεί, από πού αντλεί το κύρος της. Στη γραφή του Παρμενίδη του Ελεάτη λέγεται: «τώς γένεσις μεν άπέσβεσται καί ἂπυστος ὂλεθρος» (έτσι η γέννηση έσβησε κι ο χαμός χάθηκε).
Και εδώ συναντούμε έναν τρόπο ύπαρξης όμοιο μ' εκείνον της παροδικότητας του κομμένου λουλουδιού και της ανθρώπινης ύπαρξης: πριν και μετά, και τα άκρα τους, γέννηση και χαμός, παύουν να είναι θέμα. Όμως στον Παρμενίδη, όπως και σ' όλη την πρώιμη ελληνική νόηση και τέχνη, τούτο δεν λέγεται αξιωματικά αλλά υπαγορεύεται απ' αυτό που οι αρχαίοι αποκαλούσαν «ανάγκη». Δεν την επιβάλλει κανένας άνθρωπος και κανένας θεός. Τα ίδια τα πράγματα εξαναγκάζουν σ' αυτήν.
Ας θυμηθούμε τη γυναίκα που φοβάται το θάνατο. Αυτό δεν είναι «ψυχολογικό πρόβλημα» και η λύση δεν βρίσκεται σε κάποιον τρόπο με τον οποίο θα θεραπευτεί από τη φοβία της και θα επανέλθει στο «φυσιολογικό». Ποια θα ήταν άλλωστε η «φυσιολογική» αντιμετώπιση του θανάτου; Η ψυχολογία, όπως η επιστήμη συνολικά και σχεδόν όλη η παραδοσιακή φιλοσοφία, γνωρίζει μόνο το θάνατο του εμβίου όντος, την απο-βίωση. Ο λόγος της για το θάνατο ακόμα, και προπάντων όταν τον κάνει αντικείμενο της έρευνας της, είναι ένας λόγος αφασικός. Όμως η αφασία, το είδαμε επανειλημμένα, δεν είναι η πραγματικότητα του θανάτου που αρμόζει στον άνθρωπο. Η γυναίκα που μιλά για το θάνατο της, όπως μιλά, δεν έχει ψυχολογικό πρόβλημα. Είναι εκτός πραγματικότητας.
Για ποια πραγματικότητα μιλάμε; Είπα στην αρχή, ακολουθώντας ένα λόγο του Ηράκλειτου: «Νεκρή μέσα στο φέρετρο δεν θα της έχει απομείνει κανένα κρύψιμο και κανένας φόβος». Μιλάμε για την πραγματικότητα όπου κάθε κρύψιμο και κάθε φόβος χρειάζονται τον άνθρωπο ο οποίος, ρητά ή άρρητα, λέγει και εννοεί: «κρύβομαι», «φοβάμαι». Το δρόμο αυτής της «χρείας», του χρή, ο Παρμενίδης τον ονομάζει δρόμο του «είναι»: ἔστιν.
Στα λόγια της γυναίκας αυτή η αρραγής ταυτότητα, όπου τα πράγματα είναι καταλογισμένα στον άνθρωπο, ο άνθρωπος είναι χρεωμένος τα πράγματα, διασπάται: Η γυναίκα μιλά για ένα κρύψιμο για το οποίο, όντας νεκρή, ποτέ δεν θα πει «κρύβομαι», μιλά για έναν φόβο για τον οποίο, όντας νεκρή, ποτέ δεν θα πει «φοβάμαι». Αυτόν το δρόμο τον εκτός πραγματικότητας ο Παρμενίδης τον ονομάζει δρόμο του «μη είναι»: οὐκ ἔστιν.
Ας τα ανακεφαλαιώσουμε ακούγοντας τώρα λίγα από τον ίδιο τον Παρμενίδη:

και κρίνεται τούτο:
είναι, ή δεν είναι
έχει λοιπόν κριθεί, όπως είναι ανάγκη
ο ένας δρόμος [του «δεν είναι»] να εγκαταλειφθεί καθότι δεν έχει νόημα και όνομα, αφού δεν είναι αληθινός δρόμος, όμως ο άλλος [ο δρόμος του «είναι»] κρίθηκε ότι υπάρχει και είναι αληθινός
σ' αυτόν τον δρόμο [του «είναι»] λοιπόν έχει πάμπολλα σήματα: «είναι» αγίνωτα και «είναι» άφθαρτα...

Τα σήματα ἀγένητον και ἀνώλεθρον δεν σημαίνουν κάποια θεϊκή αιώνια ύπαρξη δίχως αρχή και τέλος. Σημαίνουν πως το πριν της γέννησης και το μετά το θάνατο δεν μπορεί ποτέ να εννοηθεί και να ειπωθεί. Κάθε τέτοια απόπειρα προσκρούει στο άβατο του «μη είναι». Τα ερωτήματα για τη γέννηση και το θάνατο είναι ψευδο-ερωτήματα. Ακριβώς γι' αυτό φέρνουν σύγχυση και ταλανίζουν, όπως στην περίπτωση της γυναίκας και του νεαρού άντρα. Τούτο αφορά κατά έναν τρόπο κάθε πριν και μετά, όμως η συζήτηση του δεν είναι της ώρας.
Θα προσέξατε πως στον Παρμενίδη δεν γίνεται λόγος γι' αυτό ή εκείνο το πράγμα, αλλά για το «είναι».Ίσως ένας τρόπος να βρεθεί κανείς στο δρόμο του είναι κι αυτός που δοκίμασα να περιγράψω μιλώντας για τη νεκρή μητέρα μου, την αποπροσωποποιημένη, που είναι, όμως είναι ένας κανείς, ανύπαρκτη, ένα τίποτα, το οποίο τελικά διαπερνά και μεταβάλλει κι εμένα και τα πάντα. Η αφορμή εδώ ήταν ο θάνατος της μητέρας μου, όμως τελικά πρόκειται για την κάθε συνάντηση των νεκρών με τους ζωντανούς, στην οποία συν-ουσιάζονται και απ-ουσιάζονται μεταξύ τους. Αυτό το τίποτα, είπα ακόμη, δεν είναι «τίποτα» αλλά στο φως του κάθε τι γράφει ο Celan «μα το θάνατο, ζωντανεύει». Το ακούσαμε με διάφορους τρόπους από τον Ηράκλειτο, τον Σεφέρη, τους Ανατολικούς.
Το «είναι» στον Παρμενίδη, θυμίζω, ονομάζει εκείνη την αρραγή ταυτότητα όπου τα πράγματα είναι καταλογισμένα στον άνθρωπο, ο άνθρωπος είναι χρεωμένος τα πράγματα. Αυτός ο δρόμος υπαγορεύεται από την ανάγκη, το κράτος της οποίας, θυμίζω ακόμα, επιβάλλεται τραγικά, δηλαδή με τον πόλεμον, μια λέξη του Ηράκλειτου όπου οι πλανημένοι δρόμοι είναι γραφτό να φθάσουν σε αδιέξοδο και οι οδοιπόροι τους να τσακιστούνε στον τοίχο του. Ακούσαμε την αντίστοιχη λέξη του Παρμενίδη: «κρίσις». Η «κρίση» δεν είναι απλά ένα κακό. Σημαίνει τη διάκριση. Γι' αυτό η κρίση πάντα μας βάζει στο αλλόκοτο σταυροδρόμι πλάνης κι αλήθειας και δρομολογεί τις πορείες μας. Ο φόβος της γυναίκας και του νεαρού άντρα, αλλά και κάθε φόβος θανάτου, δεν είναι ψυχολογικό συναίσθημα αλλά κρίσις, σημάδι της πρόσπτωσης επάνω σε τέτοιους τοίχους.
Ομόλογο του φόβου του θανάτου είναι η κρίση του πένθους. Ποια πλάνη οδηγεί τον πενθούντα στα άκρα; Όπως στην εικόνα του φέρετρου για τη γυναίκα και τον νέο, έτσι και στο πένθος ο νεκρός διατηρεί την υπόσταση του: Είναι νοερά παρών με τη μορφή του, κανείς πολλές φορές μιλά μαζί του. O Ελβετός θεραπευτής Hanspeter Padrutt στο βιβλίο του για τον Παρμενίδη, στο οποίο οφείλω μια αποφασιστική ώθηση για όσα σας ανέπτυξα, στο σχετικό κεφάλαιο αναφέρει σαν μότο ένα ανέκδοτο του Kleist. Σας το διαβάζω μεταφρασμένο:

O Bach, όταν πέθανε η γυναίκα του, έπρεπε να κάνει τις προετοιμασίες για την κηδεία της. Όμως ο καημένος είχε συνηθίσει ν' αφήνει τα πάντα στη φροντίδα της γυναίκας του· τόσο που, όταν ήρθε ένας γέρος υπηρέτης και του ζήτησε χρήματα για τα λουλούδια που θα στόλιζαν το φέρετρο, αυτός με βουβά δάκρυα, με το κεφάλι πεσμένο πάνω σ' ένα τραπέζι, απάντησε: «Πες της γυναίκας μου».

Στον Bach η γυναίκα του διατηρεί την υπόσταση της - όπου, μεταξύ άλλων, φροντίζει για τα πάντα. Η οδύνη του πένθους, αυτό που πονάει, είναι το πέσιμο στον τοίχο του «όχι πια»: Η γυναίκα του ποτέ δεν θα ξαναφροντίσει το σπίτι, ποτέ δεν θα δώσει λεφτά για τα λουλούδια της κηδείας της. O Bach βρίσκεται στον αδιέξοδο, αδιανόητο και ακατανόμαστο δρόμο του «μη είναι». Η ανάγκη τον κάνει να πέφτει πάνω στον τοίχο του αδιέξοδου. Η οδύνη του πένθους δεν είναι άλλο από το συμβάν αυτής της πρόσπτωσης, που τσακίζει τον πλανημένο νου, πάλι και πάλι. Έτσι και μόνον έτσι, παθαίνοντας, μαθαίνουμε.
Μια ιστορία ακόμα από τη μυθολογία μας. O Σίσυφος ήταν, λέγεται, ο πιο πονηρός και πανούργος άντρας. Μετά το θάνατο του πήγε να ξεγελάσει τους θεούς και να γυρίσει στον πάνω κόσμο, και για λίγο το κατάφερε. Οι θεοί τον τιμώρησαν και του επέβαλαν για ποινή ν' ανεβάζει ένα βράχο σ' ένα ύψωμα. Όχι τόσο γνωστή είναι μια λεπτομέρεια: O βράχος βρίσκεται στον κάτω κόσμο κι ο Σίσυφος καλείται να τον ανεβάσει στο ύψωμα του πάνω κόσμου. Δηλαδή καλείται να επαναλάβει αυτό που με κόλπα και με ραδιουργίες όντως προσπάθησε. Το ότι ο βράχος ξανακυλά κάτω, πάλι και πάλι, του υπογραμμίζει ξανά και ξανά την ανάγκην η οποία απαγορεύει κάθε αναβίωση.
Το πένθος φέρνει πάλι και πάλι τον νεκρό ανάμεσα μας. «Ποιος σου πλένει τα ρουχάκια σου;» ρωτά η μάνα την κόρη που έχασε. «Πες της γυναίκας μου» λέει ο Bach. Ακόμα και τα μαύρα ρούχα, και η μαυρισμένη ψυχή, ανήκουν στην πλάνη που πάει να φέρει τον κάτω κόσμο με το σκοτάδι του επάνω στο φως. Και πάλι και πάλι πέφτει κανείς στον τοίχο του «όχι πια», κι όλα κατρακυλάνε πίσω εκεί που ανήκουν. Χρειάζεται να περάσουμε απ' αυτό για να μάθουμε, για να πετάξουμε κάποτε τα μαύρα και ν' αφήσουμε τους νεκρούς μας να ησυχάσουν.
Θα τελειώσω με λόγια του Οδυσσέα Ελύτη για το θάνατο του Ανδρέα Εμπειρίκου. Πριν πολλά χρόνια μου χάρισαν μια πρώτη αναλαμπή γι' αυτά που είχα σήμερα να σας πω:

Δεν ήταν θάνατος αυτός αλλά ένα φύσημα ελαφρύ, κι ύστερα τα πουλιά και το κελαηδητό τους - μια συνέχεια στην ποίηση κείνου που χανόταν εδώ για να ξαναβρεθεί κερδισμένος αλλού, για πάντοτε, μέσα στους γαλάζιους ατμούς τ' ουρανού και τις λευκές πέτρες.
Εισαγωγικά για τη σεξουαλικότητα
Η λέξη «σεξουαλικότητα» είναι όρος της ψυχολογίας. Υποδηλώνει, γενικά κι αόριστα, το σύνολο της κυριολεκτικά και συμβολικά εννοούμενης ερωτικής συμπεριφοράς. Όπως κι η «επιθετικότητα», δεν ανταποκρίνεται σε τίποτα, σε κανένα πράγμα, σε καμιά πραγματική κατάσταση. Κι όμως μιλάμε για «σεξουαλικότητα» κι «επιθετικότητα» όπως μιλάμε για αναβολισμό και καταβολισμό. Αυτές οι λέξεις απλά υποβάλλουν την ψευδαίσθηση ότι αναφέρονται σε κάτι, όμως δεν αναφέρονται σε τίποτα. Είναι λέξεις χωρίς νόημα.
Νόημα αντιθέτως έχει η λέξη στην οποία προστέθηκε το «-ότητα» της «σεξουαλικότητας»: το «sexus», το φύλο. Είναι το άρρητο θέμα σε κάθε συνάντηση που στον αέρα της υπάρχει το «σεξ».
To sexus είναι το θέμα του σεξ.
Αυτό είναι ταυτολογία. Μας προτρέπει όταν μιλάμε για «σεξ» ν' αφήσουμε κατά μέρος βιολογικές, ψυχολογικές, κοινωνικές και λοιπές προσεγγίσεις και προεκτάσεις και να προσέξουμε το προκείμενο, ότι στο φαινόμενο του σεξ αυτό που φαίνεται, αυτό που προβάλλει είναι το φύλο.
Τέλη του 19ου και αρχές του 20ού αιώνα εμφανίζεται αυτό που ο Φρόυντ στις Τρεις πραγματείες για τη θεωρία της σεξουαλικότητας αποκαλεί «θεωρία του ψυχικού ερμαφροδιτισμού». Σε μια υποσημείωση γράφει:
Είναι απαραίτητο να ξεκαθαρίσουμε ότι οι έννοιες «αρσενικό» και «θηλυκό», το περιεχόμενο των οποίων για τη γνώμη του κόσμου μοιάζει τόσο αδιαμφισβήτητο, στην επιστήμη ανήκουν στις πλέον περίπλοκες και μπορούν να κατατμηθούν προς τουλάχιστον τρεις κατευθύνσεις. Κανείς χρησιμοποιεί αρσενικό και θηλυκό άλλοτε με την έννοια ενεργητικότητας και παθητικότητας, άλλοτε με βιολογική έννοια και κατόπιν πάλι με κοινωνιολογική.
Ο λόγος περί «αρσενικών» και «θηλυκών» στοιχείων στο χαρακτήρα του καθένα, κάπου στη διάσταση «ενεργητικότητας και παθητικότητας», είναι πλέον κοινός τόπος. Αυτή η αντίληψη θεωρεί ότι «αρσενικό» και «θηλυκό» είναι «έννοιες» όπου κανείς είναι αυτό που νιώθει πως είναι (αρσενικός, θηλυκός, και η ποικιλόμορφη μίξη τους) και όχι ονόματα της πραγματικότητας του, ότι κανείς είναι εξαρχής δεδομένος ως άντρας ή ως γυναίκα.
Τι κάνει τον Φρόυντ να περιφρονεί τη γνώμη του κόσμου που διακρίνει άντρα και γυναίκα και από τα ύψη της επιστήμης να καθιστά αρσενικό και θηλυκό «έννοιες», και μάλιστα να τις υπολογίζει στις «πλέον περίπλοκες»; Είναι η προσπάθεια του να εξηγήσει. Εδώ, να εξηγήσει αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «Inversion», «αναστροφή» του λεγόμενου «σεξουαλικού ενστίκτου», δηλαδή την ομοφυλοφιλία.
Ήδη ο όρος «αναστροφή» δεν αναφέρεται πια στο φαινόμενο που μιλά για τη φιλία προς το όμοιο φύλο αλλά σε μια εξήγηση του. Αυτή πάλι βασίζεται σ' ένα μαγικό πράγμα που λέγεται «σεξουαλικό ένστικτο» και που εδώ «αναστρέφεται». Η μανία της εξήγησης τον τυφλώνει σε σημείο που να μην μπορεί να ξεχωρίσει άντρα και γυναίκα.
Είναι σαν ένας ψυχολόγος που έχει μπροστά του έναν άντρα ή μια γυναίκα και τους λέει μ' ελαφριά ειρωνεία:
- Λες πως είσαι άντρας; Κι εσύ γυναίκα; Για να δούμε τι είστε!
Κατόπιν ανοίγει τα χαρτιά του, π.χ., ένα προβλητικό τεστ προσωπικότητας, και τους το κάνει για να διαπιστώσει πόσο «αληθινά» είναι κανείς άντρας, γυναίκα και σε ποιο βαθμό μίξη τους.
Όμως η πραγματικότητα, το ότι κανείς ήδη είναι άντρας ή γυναίκα πριν «νιώσει» οτιδήποτε, είναι αδήριτη, είναι το όριο στο οποίο προσκρούει κάθε τάση αμφισβήτησης της. Ενδεχομένως πολλά βάσανα ανθρώπων με «σεξουαλικά προβλήματα» είναι αυτή τούτη η πρόσκρουση της αμφιβολίας, της αμφισβήτησης, της αντίστασης τους στην πραγματικότητα του φύλου που τους έχει δοθεί και που αρνούνται να τη δεχθούν και να την αναλάβουν.
Η λέξη «φύλον» έρχεται από το ρήμα «φύναι»: αναφύομαι και προβάλλω. Από την ίδια ρίζα έρχεται και το «φαίνομαι», το «φαινόμενον». Το φύλο φαίνεται, το βλέπεις!
Η διαφορά της γνώμης του κόσμου και της επιστήμης είναι ότι η πρώτη βλέπει αυτό που είναι μπροστά της, η δεύτερη ζητάει να το συλλάβει με τη γνώση: να το εξηγήσει, να το αποδείξει. Κι εδώ αναφέρω μια φράση του Αριστοτέλη που συνήθιζε να παραθέτει ο Χάιντεγκερ: «εστί γαρ άπαιδευσία το μη γιγνώσκειν τίνων δει ζητείν απόδειξιν και τίνων ου δεί [...] (είναι απαιδευσία, αμορφωσιά να μην γνωρίζει κανείς για ποια πράγματα χρειάζεται απόδειξη και για ποια όχι).
Για τα πράγματα που μας αφορούν στην ψυχοθεραπεία δεν χρειάζεται η γνώση κι η απόδειξη αλλά το προσεκτικό βλέμμα. Το ζητούμενο δεν είναι ν' απορρίψουμε τη «γνώμη του κόσμου» αλλά αυτό που βλέπει ο κόσμος, τον άντρα και τη γυναίκα, να επιχειρήσουμε να το δούμε ακόμα ευκρινέστερα.
Η θεώρηση της ανατομίας μας υποβάλλει την εντύπωση ότι «άντρας» και «γυναίκα» ορίζονται από ένα σύνολο σωματικών χαρακτηριστικών στα οποία εκτός από τα γεννητικά όργανα περιλαμβάνονται, π.χ., οι μαστοί, το σχήμα του προσώπου, η μυϊκή ανάπτυξη, το ύψος, η φωνή κτλ.
Το λάθος που γίνεται εδώ είναι ότι παίρνουμε αυτήν τη θεώρηση απόλυτα, σαν να ίσχυε παντού και πάντα. Έχει μεν νόημα στην ιατρική, στο σχέδιο ρούχου, στις υπηρεσίες δημόσιας τάξης κι αλλού. Όμως στην ερωτική συνάντηση, στο «σεξ», δεν έχει.
Φέρτε μπροστά σας μια κοπέλα το βράδυ σ' ένα μπαρ με τις φίλες της. Βλέπει κάποιον να την κοιτάζει επίμονα και τη διαπερνά μια ανατριχίλα. Σκύβει ελαφρά προς τη φίλη της και της ψιθυρίζει:
- Εκείνος ο άντρας! Στ' αριστερά σου!
Όταν η κοπέλα λέει εδώ τη λέξη «άντρας», δεν τη λέει όπως ο γιατρός κι ο μόδιστρος κι ο αστυνόμος. Ανάμεσα σ' όλα τ' ανθρώπινα όντα γένους αρσενικού αναγνωρίζει απέναντι της τον έναν άντρα που εκείνη τη στιγμή είναι άντρας γι' αυτήν και αναγνωρίζει συνάμα τον εαυτό της σαν γυναίκα που εκείνη τη στιγμή είναι γυναίκα γι' αυτόν.
Σ' αυτό το «συνάμα» οι λέξεις «άντρας», «γυναίκα» έχουν αποκτήσει διαφορετικό νόημα. Είναι το νόημα της ερωτικής συνάντησης.
Ο έρωτας, γράφω σε μια μελέτη, είναι η συνάντηση στην οποία άντρας και γυναίκα βρίσκουν το όνομα τους.
Τώρα βλέπουμε καθαρότερα σε ποια κατεύθυνση μας εξαπέστειλε η ετυμολογία των λέξεων «σεξουαλικότητα», «sexus» και «σεξ» και η ταυτολογία της φράσης «Το sexus, το φύλο, είναι το θέμα του σεξ»: Μας κάλεσε να δούμε την ερωτική συνάντηση ως τον ιδιαίτερο και αποκλειστικό μάλιστα τρόπο με τον οποίο το φύλο, άντρας, γυναίκα, λέγεται έμφωνα ή άφωνα και αποκαλύπτεται.
Από εδώ μπορούμε να δούμε (λέω να δούμε, όχι να ερμηνεύσουμε και να εξηγήσουμε) την κατάσταση στην οποία αναφέρεται το λεγόμενο «οιδιπόδειο σύμπλεγμα»: Το παιδί μαθαίνει τον άντρα και τη γυναίκα στο ζωντανό παράδειγμα των γονέων. Στον πατέρα που απέναντι στη μητέρα δεν είναι πια πατέρας αλλά άντρας, στη μητέρα που απέναντι στο πατέρα δεν είναι πια μητέρα αλλά γυναίκα. Το μαθαίνει ακόμα στη στάση τους απέναντι του, που το αναγνωρίζουν σαν εκκολαπτόμενο άντρα ή γυναίκα.
Είναι μια ιστορία μακρόχρονη, επώδυνη κάποτε, καθώς το παιδί καλείται να δει πατέρα και μητέρα και τον εαυτό του διαφορετικά απ' ό,τι τους έβλεπε μέχρι τώρα και μάλιστα σε μια προοπτική που δεν πρόκειται να μοιραστεί μαζί τους:
Το αγόρι ποτέ δεν θα είναι άντρας γι' αυτήν τη γυναίκα που είναι η μητέρα του, το κορίτσι ποτέ δεν θα είναι γυναίκα γι' αυτόν τον άντρα που είναι ο πατέρας της.
Εδώ όλοι οι ενεχόμενοι είναι εκτεθειμένοι σε παρανοήσεις και παραβιάσεις των παραπάνω ορίων. Η συζήτηση τους δεν είναι του παρόντος. Θα σημειώσω μόνο εκείνη την παραβίαση κατά την οποία για τον άντρα είναι μία με δυο ονόματα: μητέρα και γυναίκα, «διπλούν έπος» λέγεται στον Σοφοκλή. Είναι η μοίρα του Οιδίποδα.

Αρμονία
Το θέμα μου είναι «Η αρμονία του ομοφυλόφιλου». Η τονιζόμενη λέξη, θα δούμε αργότερα γιατί, είναι η «αρμονία». Θα την ακούσουμε στην κατεύθυνση που τη χρησιμοποιούν οι αρχαίοι και ιδιαίτερα ο Ηράκλειτος.
Ποιο το νόημα της αναδρομής στους αρχαίους; O λόγος τους μας παρέχει μια δυνατότητα να δούμε πράγματα που μας αφορούν σ' ένα άλλο φως. Και πολλές φορές σ' αυτό το άλλο φως τα προβλήματα δεν λύνονται, αλλά και δεν χρειάζεται πια να λυθούν, διότι δεν τίθενται καν.
Θα προσεγγίσουμε το θέμα του ομοφυλόφιλου μέσα από την αρχαία λέξη «άρμονίη». Το απόσπασμα του Ηράκλειτου λέει: «άρμονίη αφανής φανερής κρείττων» (η αφανής αρμονία είναι ανώτερη της φανερής).
Τι θα πει «αφανής αρμονία»; Τι «φανερή»; Γιατί η «αφανής» είναι «ανώτερη» της «φανερής»; Τι σχέση έχει μ' αυτά η ομοφυλοφιλία; Ας τα πάρουμε με τη σειρά.
Καταρχήν πρέπει να έχουμε υπόψη ότι εδώ η λέξη «αρμονία» δεν χαρακτηρίζει ούτε ένα είδος «διαπροσωπικής σχέσης» ούτε κάτι το «ψυχικό». Οι αρχαίοι δεν τα γνωρίζουν αυτά, καθώς δεν γνωρίζουν κάποιον «εσωτερικό» κόσμο. Κι ακόμα η άρμονίη δεν έχει τίποτα να κάνει με την αισθητική, τη θεώρηση του «ωραίου», γιατί ούτε αυτό το γνωρίζουν.
Στους αρχαίους η άρμονίη, μεταξύ άλλων, ονομάζει το μουσικό διάστημα της ογδόης, της οκτάβας. Και τι έχει να κάνει η μουσική με το θέμα μας; Μα, ακριβώς η οκτάβα είναι το διάστημα μεταξύ ανδρικής και γυναικείας φωνής!
Στην οκτάβα ως αρμονίη θα γνωρίσουμε την αρμονία των δύο φύλων, αρσενικού και θηλυκού, και την αρμονία του ομού φύλου: αρσενικού και αρσενικού, θηλυκού και θηλυκού. Αυτό θα μπορούσε να είναι μια δυνατότητα να προβάλουν τα πράγματα σ' ένα άλλο φως. Ας δούμε τι έχει να μας δείξει.
Η φωνή της γυναίκας είναι λοιπόν ψηλότερη από τη φωνή του άντρα βασικά κατά μια οκτάβα. Η οκτάβα δεν είναι ένα απλό μουσικό διάστημα που αρχίζει, π.χ., από ένα ντο και μετά από έξι φθόγγους καταλήγει στο επόμενο ντο. Καταρχήν ακούμε τα διαστήματα που περιέχονται στην οκτάβα:
Καθώς ακούμε, π.χ., το διάστημα της τρίτης, ντο-μι, το διάστημα της πέμπτης, ντο-σολ, μετά από μερικές επαναλήψεις μπορούμε να διαπιστώσουμε μια σχέση του ντο με τον εκάστοτε υψηλότερο φθόγγο, το ρε, το μι, το φα, το σολ κτλ.
Οι επτά φθόγγοι, ντο - ρε - μι - φά - σολ - λα - σι, απαρτίζουν μια οικογένεια, στο παράδειγμα μας την κλίμακα του ντο:
Η αρμονία τους είναι η αρμονία μιας συγγένειας, μιας ομοιότητας, όπως αυτής μεταξύ των μελών της οικογένειας. Η ομοιότητα τους είναι εμφανής: ακούγεται, αλλά και δηλώνεται με το όνομα της κλίμακας στην οποία ανήκουν. Είναι μια αρμονία φανερή.
Μετά το τελευταίο διάστημα, το ντο-σι, φθάνουμε στην ογδόη, στην οκτάβα ντο-ντο:
Όλα τώρα αλλάζουν άρδην! Έχει γίνει ένα άλμα έξω από τον κλειστό κόσμο των επτά φθόγγων. Εδώ το χαμηλότερο ντο δεν σχετίζεται με το υψηλότερο ντο όπως σχετίζονταν με το ρε, το μι, το φα κτλ. Όμως ούτε μπορούμε να πούμε ότι τα δυο ντο είναι άσχετα μεταξύ τους. Δεν μπορούμε να πούμε ούτε πως είναι ίδια ούτε πως δεν είναι ίδια. Η αρμονία τους είναι αμεσολάβητη, ανείπωτη, αφανής.
Η αφανής αρμονία μπορεί να περιγραφεί με εκφράσεις όπως, π.χ., «φιλότητα των ξένων / ξένωση των φίλιων». Το τι θα πει «φίλος» είναι φανερό. Το τι θα πει «ξένος» είναι φανερό. Στην έκφραση «φιλότητα των ξένων / ξένωση των φίλιων» η δεύτερη λέξη ακυρώνει το φανερό της πρώτης, το α-φανίζει. Η αφανής αρμονία μόνο με τέτοιες εκφράσεις σημαίνεται.
Στη συνάντηση άντρα και γυναίκας, οι φωνές τους και το μεταξύ τους διάστημα είναι σημάδι της συνάντησης τους. Ήδη στη λέξη «συνάντηση» λέγονται συνάμα «συν-» και «αντί-» και φέρνουν άντρα και γυναίκα τόσο κοντά - και τόσο μακριά μεταξύ τους.
Οι φωνές τους, καθώς διίστανται στο διάστημα τους, τραγουδάνε και αγγέλλουν την αφανή αρμονία τους. Είναι μάταιο να προσπαθήσουμε να την καταλάβουμε. Δεν συλλαμβάνεται με τη γνώση. Δεν εξηγείται και δεν ερμηνεύεται. Θα επανέλθουμε.
Η φανερή άρμονίη είναι, είπαμε, η αρμονία των φθόγγων μέσα στην οικογένεια τους, η αρμονία του όμοιου. Συμβαίνει εκεί που, όσον αφορά στην ερωτική σχέση, υπάρχει η φιλότητα του όμοιου φύλου.
O ομο-φυλό-φιλος, το λέει η ίδια η λέξη, προσβλέπει στη φανερή αρμονία του όμοιου: στη χειροπιαστή, ανεμπόδιστη, αδιατάρακτη συμφωνία, καλύτερα ομο-φωνία, την οποία υπόσχεται η συνεύρεση με ένα μέλος του δικού του φύλου.
Θυμάμαι έναν και τη λαχτάρα του για μια τέτοια ομοφωνία. Γενικά ο τόνος του ήταν απόμακρος, άχρωμος, ουδέτερος. Εκείνη τη φορά καθώς μιλούσε δονούνταν ολόκληρος.
O Γκίλμπερτ Ροζ, ψυχαναλυτής από τη Νέα Υόρκη, σ' ένα άρθρο του με τον τίτλο «Fusion States» (Καταστάσεις Σύντηξης) αναφέρει μια συνάντηση που του περιέγραψε ένας ομοφυλόφιλος:
Ανάμεσα σ' αυτόν και σ' έναν ξένο ξεπήδησε ένα άμεσο και απόκοσμο αίσθημα. [...] Ένιωθε ότι κανένα άλλο άτομο δεν θα ήταν δυνατό να περπατήσει ανάμεσα τους, αν και οι δυο τους καθόταν στις αντίθετες άκρες του χώρου. Ήταν για τρεις μέρες σε διεγερτική κατάσταση - βηματίζοντας, σφίγγοντας και στρίβοντας τα χέρια του, κάνοντας συνεχή ντους. [...] Όμως μετά απ' αυτήν την [...] καταιγίδα [...] ήταν σε θέση ν' αντιλαμβάνεται και ν' αντιδρά στους ανθρώπους πιο θερμά κι αυθόρμητα απ' όσο θεωρούσε πως έκανε ποτέ μέχρι τώρα.
Ήδη ο τίτλος του άρθρου αναφέρεται σε μια εξήγηση του φαινομένου το οποίο ο συγγραφέας παρασταίνει ως «σύντηξη». Όμως, είπαμε, η γνώση εδώ είναι ανεπαρκής για ν' αποδώσει αυτό που συμβαίνει.
Τη συνάντηση που περιγράφεται παραπάνω δεν έχουμε να την καταλάβουμε αλλά να την προσέξουμε:
Αυτός ο άνθρωπος βλέπει, κυριολεκτικά βλέπει ένα δεσμό να τον δένει με τον άλλο, ένα δεσμό που δεν μπορεί να διαρραγεί από κανέναν. Τίποτα δεν μπορεί να μπει ανάμεσα τους. Δεν υπάρχει χωρισμός, υπάρχει μόνο το «μαζί»: το φίλιο που αποκλείει κάθε χωρισμό, κάθε ξένωση.
Ο άνθρωπος γνωρίζει τη φιλία του όμοιου φύλου, τη φανερή αρμονία, όχι με τη γνώση, όχι με τη βουβή εμπειρία και τη συνήθεια αλλά τη βλέπει σε μια έκλαμψη που τον βρίσκει σαν κεραυνός. Του αποκαλύπτεται το όνομα «ομοφυλόφιλος» με όλη του την ενάργεια.
Χρησιμοποιώντας μια έκφραση του ιστορικού της μουσικής Θρασύβουλου Γεωργιάδη, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η εμπειρία αυτού του ανθρώπου είναι μια πράξη ονομασίας: «ομο-φυλό-φιλος». Βαπτίζεται στη λέξη και αναδύεται απ' αυτήν έχοντας το όνομα του έτσι όπως δεν το είχε μέχρι τώρα ποτέ. Κάπου αυτά θα του έλεγα σε μια θεραπευτική ώρα.
Σε όσα ακολούθησαν τις επόμενες μέρες δεν θα υπεισέλθω διότι δεν αφορούν το θέμα μας άμεσα. Ανήκουν στη δοκιμασία της αποδοχής της πραγματικότητας του. Με τη συντελεσμένη αποδοχή είναι πλέον, όπως ακούσαμε, ανοιχτός κι ελεύθερος προς τους άλλους μ' έναν τρόπο πρωτόγνωρο.
Επανερχόμαστε στην αφανή αρμονίην. Γιατί είναι κρείττων, «ανώτερη», της φανερής; Διότι η ομοφωνία στην οποία προσβλέπει ο ομοφυλόφιλος, εκείνος ο δεσμός που δεν διασπάται από κανέναν, που δεν διαπερνάται από τίποτα, αυτό το αδιάσπαστο και αδιαπέραστο μεταξύ είναι χίμαιρα.
Ο ομοφυλόφιλος είναι τραγική μορφή καθόσον κυνηγάει μια χίμαιρα, αυτήν της φανερής αρμονίας.
Επειδή η φανερή αρμονία είναι χίμαιρα, δεν φτάνει ποτέ σ' ένα τέλος, σε μια τελείωση. Σ' αυτόν το δρόμο τον δίχως τέλος ανήκει το αχόρταγο που ωθεί κάποιους στην ασταμάτητη αναζήτηση συντρόφων, άλλους πάλι σ' ένα παράφορο πάθος κατά τις ερωτικές τους συνευρέσεις. Αυτή είναι η τραγικότητα του ομοφυλόφιλου.
Φανερή και αφανής αρμονία είναι δρόμοι, οι δρόμοι μας στους οποίους βρισκόμαστε από πάντα, είτε το ξέρουμε είτε όχι, είτε το θέλουμε είτε όχι.
Ήδη στο πεδίο των ερωτικών συνευρέσεων η φανερή αρμονία δεν αφορά μόνο τον ομοφυλόφιλο. O άντρας κι η γυναίκα, π.χ., που θεωρούν τη σχέση τους σαν επιβεβαίωση της αρσενικότητάς του ο μεν και της θηλυκότητας της η δε ή εκεί που η ερωτική τους συνάντηση μοιάζει περισσότερο με αμοιβαίο αυνανισμό ή εκεί που πιστεύουν στο «έσονται ες σάρκα μία» βρίσκονται στο δρόμο της φανερής αρμονίας.
Στο δρόμο της φανερής αρμονίας βρίσκονται ακόμα οι άνθρωποι που αντιμετωπίζουν τον άλλο με έναν τρόπο, π.χ., όπως έμαθαν με τον πατέρα και τη μητέρα τους· οι άνθρωποι για τους οποίους, π.χ., η εκπλήρωση των επιθυμιών τους είναι μονόδρομος
· οι επιστήμονες που επιζητούν να εντάξουν τα φαινόμενα σε μια θεωρία· η κοινωνία, στο σημείο που οργανώνεται όλο και περισσότερο σε ένα σύστημα.
Κάπου, κάπως, αυτός ο δρόμος θα προσκρούσει επάνω στην πραγματικότητα που δεν ανέχεται το μονοδιάστατο και τη μονομέρεια. Και κανείς, αν σταθεί τυχερός, μέσα από την πρόσκρουση θα το μάθει, ότι, π.χ., μπορεί να χαίρεται μόνο όταν μπορεί να πονά
· ότι μπορεί να ζει με τον άλλο μόνο όταν μπορεί να χωρίσει απ' αυτόν ότι μπορεί να ζει σαν άνθρωπος μόνο όταν μπορεί σαν άνθρωπος να πεθαίνει.
Δεν έμεινα στο θέμα μου, στον ομοφυλόφιλο. Το έκανα επίτηδες. O ομοφυλόφιλος δεν είναι το θέμα.
Το θέμα είναι ο δρόμος του που εδώ, στο φως των αρχαίων, μνημονεύτηκε ως δρόμος της φανερής άρμονίης, και που δεν είναι μόνο δικός του αλλά με τον ένα ή τον άλλο τρόπο δρόμος και αδιέξοδο και δοκιμασία για όλους μας. Γι' αυτό είπα προηγουμένως ότι στον τίτλο της ομιλίας μου «Η αρμονία του ομοφυλόφιλου» τονιζόμενη λέξη είναι η «αρμονία».
Η ομοφυλοφιλία ονομάζει τη φιλότητα του όμοιου φύλου. Όταν όμως μιλάμε για τον ομοφυλόφιλο πολύ εύκολα παρασυρόμαστε στην εικόνα ενός ανθρώπου που καθορίζεται ολοκληρωτικά από την ομοφυλοφιλική του συμπεριφορά, σχεδόν σαν να ανήκε σ' ένα ξεχωριστό ανθρώπινο είδος. Έτσι ανοίγει ο δρόμος του στιγματισμού, της παθολογικοποίησης και της απομόνωσης ή, που είναι ίδιο και χειρότερο, της αναγνώρισης αυτών των ανθρώπων ως «μειονότητας», ανοίγει ο δρόμος ακόμα για λαθεμένους τρόπους με τους οποίους οι ίδιοι κατανοούν τον εαυτό τους.
Θέμα δεν χρειάζεται να γίνεται ο ομοφυλόφιλος ούτε από την ηθική ούτε από την ψυχοπαθολογία ούτε από τη «γνώμη του κόσμου». Πολλά προβλήματα θ' αποκαλύπτονταν ως ψευδοπροβλήματα και θα έφευγαν απ' τη μέση εάν το βλέπαμε ότι «ο ομοφυλόφιλος» είναι μια λέξη δίχως νόημα κι εάν πλέον, π.χ., στα ψυχιατρικά συνέδρια κανένας δεν θα το διανοούνταν, σαν τον υποφαινόμενο καλή ώρα, να βγει μπροστά σας και να μιλήσει γι' αυτόν.
Ο Wilfred Bion λεει σ' ενα Σεμιναριο στο Παρισι:
Bion: … Υποστηριζω ομως οτι θα αξιζε τον κοπο να το βλεπαμε [το δωματιο της ψυχοθεραπειας] οχι σαν δωματιο ψυχοθεραπειας, αλλα σαν το ατελιε σας. Τι ειδους καλλιτεχνης ειστε; Αγγειοπλαστης; Ζωγραφος; Μουσικος; Συγγραφεας; Με βαση την εμπειρια μου αρκετοι αναλυτες δεν γνωριζουν πραγματικα τι ειδους καλλιτεχνες ειναι.
Ερωτηση: Και αν δεν ειναι καλλιτεχνες;
Bion: Τοτε βρισκονται σε λαθος επαγγελμα.

Και τι χαρακτηριζει εναν καλλιτεχνη; Μια νυξη κανει ο T. S. Eliot στο Tradition and the Individual Talent1. (Η εμφαση δικη μου)
Αυτο που συμβαινει ειναι μια συνεχης υποταγη του εαυτου του [του καλλιτεχνη], καθως εκεινη την στιγμη βρισκεται σε κατι που εχει μεγαλυτερη αξια. Η προοδος ενος καλλιτεχνη ειναι μια συνεχης θυσια, μια συνεχης εξαλειψη της προσωπικοτητας.
[...] Σ' αυτην την αποπροσωποποιηση μπορει να ειπωθει οτι η τεχνη προσεγγιζει την κατασταση της επιστημης. Γι' αυτο θα σας καλεσω να αναλογιστειτε, σαν ενδεικτικη αναλογια, αυτο που συμβαινει οταν ενα κομματι απο λεπτα νηματα πλατινας εισαγεται σε ενα δοχειο που περιεχει οξυγονο και διοξειδιο του θειου
[...] Η αλλη οψη αυτης της απροσωπης θεωριας της ποιησης ειναι η σχεση του ποιηματος με τον συγγραφεα του. Και υπαινιχθηκα, με μια αναλογια, οτι ο νους του ωριμου ποιητη διαφερει απο αυτον του ανωριμου οχι ακριβως ως προς την αξιολογηση της "προσωπικοτητας", οχι επειδη ειναι πιο ενδιαφερων, η επειδη εχει "να πει περισσοτερα", αλλα μαλλον επειδη ειναι ενα πιο εκλεπτυσμενα τελειοποιημενο μεσον στο οποιο ειδικα, η πολυ ποικιλα αισθηματα ειναι ελευθερα να υπεισελθουν σε νεους συνδυασμους.
Η αναλογια ηταν αυτη του καταλυτη. Οταν τα δυο αερια που αναφερθηκαν προηγουμενως αναμειγνυονται με την παρουσια νηματων πλατινας, σχηματιζουν θεϊκο οξυ. Αυτος ο συνδυασμος συμβαινει μονον οταν ειναι παρουσα η πλατινα· παρ' ολα αυτα το νεο οξυ που παραχθηκε δεν περιεχει ιχνος πλατινας, και η ιδια η πλατινα ειναι προφανως ανεπαφη
· εμεινε αδρανης, ουδετερη, και αναλλοιωτη. Ο νους του ποιητη ειναι το κομματι της πλατινας. Μπορει εν μερει, η αποκλειστικα, να λειτουργει επανω στην πειρα του ιδιου του ανθρωπου· ομως, οσο τελειοτερος ειναι ο καλλιτεχνης, τοσο πιο ξεχωρα μεσα του θα ειναι ο ανθρωπος που υποφερει και ο νους που δημιουργει· τοσο τελειοτερα ο νους θα αφομοιωνει και θα μεταλλασσει τα παθη που ειναι το υλικο του.
[...] Ο νους του ποιητη ειναι οντως ενα δοχειο για την αποθηκευση αναριθμητων αισθηματων, φρασεων, εικονων, που παραμενουν εκει εως οτου ολα τα στοιχεια που μπορουν να ενωθουν για να σχηματισουν ενα νεο μιγμα, να ειναι παροντα μαζι.
_______

Αυτο θα ηταν η "ερμηνεια": Ο θεραπευτης ακουει τα λεγομενα του πασχοντος, τα προσλαμβανει αποπροσωποποιημενος: αποξενωμενα απο το πλαισιο, τα συμφραζομενα, τα παθη, τις προθεσεις και τις προσδοκιες του. Αλλα αποξενωμενα και απο το δικο του προσωπο. "Πλατινα." Τοτε, καποιες φορες, αυτα θα "σχηματισουν ενα νεο μιγμα", και τουτο θα εκφραστει ως η ερμηνεια του.

Σχετικα:
''Μα πρεπει να μ' αρμηνεψουν οι πεθαμενοι...''



1.
The Sacred Wood, Edinburgh 1920, σσ. 42-54


[Συνεδριο της Βορειοελλαδικης Εταιρειας Ψυχαναλυτικης Ψυχοθεραπειας "Περι αγαπης". Θεσσαλονικη, 2001]

Ο τίτλος του συμποσίου που μου κοινοποιήθηκε αρχικά ήταν: "Η ψυχανάλυση μπροστά στην έννοια της αγάπης". Η ομιλία μου ξεκινά με τη συζήτηση του. Όταν έμαθα πως άλλαξε και έγινε "Περί αγάπης" ήταν πολύ αργά. Συνέχισα λοιπόν να γράφω, όμως πλέον συνομιλούσα μ' ένα φάντασμα.
Ο Γιώργος Σεφέρης, ο ποιητής με τον οποίο θ' ασχοληθώ, σ' ένα ποίημα με τον τίτλο "Ελένη" αναφέρεται στην ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη. Σύμφωνα μ' αυτήν, ήταν το είδωλο της Ελένης που είχε κλέψει ο Πάρης, ενώ η ίδια είχε μεταφερθεί από τον Ερμή στην αυλή του Πρωτέα.
[...] τόσος πόνος τόση ζωή,
έτσι τελειώνει το ποίημα,
πήγαν στην άβυσσο
για ένα πουκάμισο αδειανό, για μια Ελένη.

Κάποτε, για να αποδώσω το εδώ εννοούμενο, χρησιμοποίησα την εικόνα του νεκρού άστρου το οποίο, καθότι έτη φωτός μακριά, συνεχίζει για όλα αυτά τα έτη να στέλνει το φως του, να μας φωτίζει και να μας οδηγεί. O ουρανός μας είναι γεμάτος από νεκρά άστρα. Το γνωρίζουμε καλά, μεταξύ άλλων και από την εμπειρία της ψυχανάλυσης.
Ένα μικρό νεκρό άστρο είναι κι ο άκυρος πλέον τίτλος του συμποσίου, για τον οποίο έγραψα όσα ακολουθούν.
"Η ψυχανάλυση μπροστά στην έννοια της αγάπης" λοιπόν. O τίτλος με έκανε σκεπτικό. Είναι, αναρωτήθηκα, η αγάπη "έννοια";
Άνοιξα ένα έγκυρο φιλοσοφικό λεξικό στο λήμμα "αγάπη". Η πρώτη φράση είναι η εξής: "Η αγάπη είναι μια από τις πλέον πολυστρωματικές και πολυσήμαντες έννοιες της σκέψης". O συγγραφέας του άρθρου αναφέρεται μεταξύ άλλων και στην ψυχανάλυση. Και πάλι παρέμεινα σκεπτικός. Είναι η αγάπη έννοια;
Έχω συνηθίσει, όταν μιλώ για την ψυχανάλυση, να έχω υπόψη μου την πράξη της ψυχαναλυτικής συνομιλίας, το έργο, και στο έργο θεωρώ ότι η ψυχανάλυση αποκτά το νόημα και τη δικαίωση της, ακριβώς όπως το ποδόσφαιρο στο γήπεδο και η μουσική στην εκτέλεση. Το ερώτημα μου λοιπόν αν η αγάπη είναι έννοια δεν θα το προσεγγίσω μέσα από τη θεωρία, μέσα από το "πολυστρωματικό" και το "πολυσήμαντο" των απόψεων για την αγάπη αλλά μέσα από το έργο της ψυχανάλυσης.
Ας υποθέσουμε λοιπόν, κι αυτό είναι κάτι που συμβαίνει, ας υποθέσουμε ότι ο πελάτης μας αρχίζει κάποια στιγμή να μιλά για την "έννοια της αγάπης". Πώς το ακούμε αυτό; Δεν ακούμε στις λέξεις "έννοια της αγάπης" μια απόσταση, μια συστολή, μια άμυνα απέναντι στην αγάπη που τον αφορά; Και με τον τρόπο της τέχνης μας δεν θα του το επισημάνουμε;
Όμως αυτή η επισήμανση μας τι λέει; Δεν λέει πως η αγάπη, εκεί που μας αφορά αληθινά, δεν είναι έννοια; Και τι είναι τότε η αγάπη; Κατά πού θα κατευθύνουμε, πάντα σύμφωνα με τους κανόνες της τέχνης μας, τον πελάτη μας, που κάποιες φορές έχοντας χάσει το έδαφος που του πρόσφεραν οι "έννοιες", μένει συγχυσμένος και αβοήθητος;
Τι είναι η αγάπη; Αναρωτιέται και ρωτάει κι εμάς. Η απάντηση μοιάζει να είναι εύκολη: Φυσικά, η αγάπη είναι συναίσθημα. Την αγάπη την αισθανόμαστε. Και θα τον ενθαρρύνουμε ν' αφεθεί στα συναισθήματα του και να μιλήσει για την αγάπη που "αισθάνεται".
Την αισθανόμαστε την αγάπη; Είναι η αγάπη συναίσθημα; Το φιλοσοφικό μου λεξικό πάντως με προειδοποιεί να μην παίρνω αυτήν τη γνώμη τόσο απόλυτα. Η αγάπη, διαβάζω, παρασταίνεται σαν συναίσθημα, δηλαδή ψυχολογικοποιείται, πρώτα στην αυγή των νεοτέρων χρόνων, στον Ντεκάρτ και τον Locke, και έτσι ανοίγεται η δυνατότητα για την ανάληψη της από την επερχόμενη ψυχολογία.
Ανήκει στο ιδιαίτερο πνεύμα μιας ορισμένης ιστορικής εποχής η αγάπη να παρασταίνεται σαν συναίσθημα. Δεν ήταν από πάντα έτσι και επομένως δεν θα είναι έτσι για πάντα, Όμως κι εδώ δεν θέλω να παρασυρθώ σε μια φιλοσοφική συζήτηση περί αγάπης. Θα παραμείνω στον δικό μου χώρο, αυτόν της θεραπευτικής συνομιλίας, και από κει θα εξετάσω τι συμβαίνει όταν η αγάπη παρασταίνεται σαν συναίσθημα.
O πελάτης μου λοιπόν, από μόνος του, ή καθοδηγούμενος από μένα, έχει εγκαταλείψει την έννοια της αγάπης και τώρα λέει, π.χ., "Αισθάνομαι αγάπη για σας". Είμαι τώρα, ως ο θεραπευτής του, ήσυχος; Εφόσον η αγάπη είναι συναίσθημα κι αυτός λέει ό,τι αισθάνεται, δεν είναι όλα εντάξει;
Όχι, δεν είναι όλα εντάξει. Η τέχνη μας, μας πηγαίνει αλλού. Στις λέξεις "αισθάνομαι αγάπη για σας" διακρίνουμε και πάλι μια απόσταση και μια συστολή, όπως συμβαίνει και με τις παρεμφερείς εκφράσεις "αισθάνομαι θυμό", "αισθάνομαι ενοχή" κτλ. Και πάλι θα του το επισημάνουμε, διότι άλλο είναι να πεις "αισθάνομαι αγάπη για σένα" και άλλο να πεις "σ' αγαπώ". Τώρα τι λέει η επισήμανση μας; Λέει πως άλλο είναι το αίσθημα της αγάπης και άλλο η αγάπη. Λέει πως η αγάπη δεν είναι συναίσθημα, αλλά...;
Τι είναι η αγάπη; Κατά πού μας κατευθύνει η πράξη της ψυχανάλυσης; Μας αναγκάζει να ομολογήσουμε πως εδώ, σ' αυτήν τη συνομιλία που είναι υποχρεωμένη στην αλήθεια, δεν επιτρέπεται στην αγάπη ν' αρκεστεί στην παράσταση της σαν έννοια και σαν συναίσθημα.
Η αγάπη δεν είναι αυτό, δεν είναι το άλλο, τι είναι η αγάπη; Ρωτάει ρητά ή άρρητα ο πελάτης μας. Κι εμείς άρρητα, μέσα από τις επισημάνσεις μας, ίσως χωρίς να το έχουμε συνειδητοποιήσει, ενθαρρύνοντας τον να εγκαταλείψει τις έννοιες και τα "αισθάνομαι" και να μείνει στο απλό "σ' αγαπώ" του λέμε: Η αγάπη δεν είναι έννοια, δεν είναι συναίσθημα, η αγάπη είναι αγάπη.
Η αγάπη είναι αγάπη. Τι είναι πάλι τούτο; Πώς μας προέκυψε αυτή η ανόητη ταυτολογία;
Πριν βιαστούμε να πάρουμε θέση, ας θυμηθούμε ότι μιλούμε από τον τόπο της θεραπευτικής συνομιλίας κι ας επιστρέψουμε στον πελάτη μας. Κι ας υποθέσουμε πως έχει αφήσει πίσω του τις συστολές που τον έκαναν να μιλά για την έννοια της αγάπης και για το συναίσθημα της αγάπης και πως έχει φτάσει στο σημείο να λέει καθαρά και ξάστερα: "Σ' αγαπώ".
Είναι τώρα ο θεραπευτής επιτέλους ικανοποιημένος και ήσυχος; Όχι. Διότι εύκολα θα φανερωθεί ότι ο πελάτης του μιλά μεν για αγάπη, όμως μ' αυτήν τη λέξη εννοεί κάτι άλλο, π.χ., τρυφερότητα, φροντίδα, κατανόηση, αυταπάρνηση, ερωτισμό κ.ο.κ. Λέει "αγάπη", όμως δεν το εννοεί. Η "αγάπη" του είναι απλά κέλυφος για μια άλλη λέξη. Δεν είναι ακόμα αγάπη.
Ίσως λοιπόν η ταυτολογία "η αγάπη είναι αγάπη" δεν είναι ανόητη και κενή αλλά δείχνει άτεγκτα κι επίμονα προς την κατεύθυνση στην οποία ο πελάτης μας θ' αφήσει τις παρανοήσεις της αγάπης στις οποίες οδηγήθηκε μέσα από τη μοίρα και την ιστορία του και θα μπορέσει να πει τη λέξη "αγάπη" αληθινά. Να την πει και να την εννοήσει.
Η αγάπη είναι αγάπη. Η παράξενη φράση, που άρρητα κατευθύνει τη θεραπευτική συνομιλία για την αγάπη, αρχίζει να γίνεται όλο και μεγαλύτερη απορία. Το μόνο που γνωρίζουμε γι' αυτήν και το νόημα της είναι πως όσο αποφασιστικότερα αφηνόμαστε στην καθοδήγηση της τόσο καθαρότερα αποκτά έναν σχεδόν δαιμονικό χαρακτήρα, γίνεται κάτι σαν μαύρη τρύπα στην άβυσσο της οποίας χάνεται κάθε προσπάθεια να συλλάβουμε την αγάπη - σαν έννοια και συναίσθημα, αλλά και σαν τρυφερότητα και φροντίδα και τα συναφή.
Ακόμα κι ένα από τα τελευταία μας οχυρά, το ότι η αγάπη είναι μια σχέση που προκύπτει μέσα από οικείους στην ψυχαναλυτική θεωρία μηχανισμούς και διαδικασίες, ακόμα κι αυτό εμπρός στη λέξη της κλονίζεται και σωριάζεται. Η αγάπη δεν είναι σχέση: η αγάπη είναι αγάπη.
Ο τίτλος του συμποσίου είναι, ήταν "Η ψυχανάλυση μπροστά στην έννοια της αγάπης". Πού μας οδήγησε η συζήτηση του; Στο ότι η ψυχαναλυτική θεωρία, μπροστά στην επιταγή της ψυχαναλυτικής πρακτικής να λέγονται τα πράγματα και να εννοούνται, στην επιταγή που επιτάσσει η αγάπη να είναι αγάπη, σηκώνει τα χέρια.
Και κάθε θεωρία, κάθε ψυχολογικός ή άλλος επιστημονικός λόγος, καθότι μιλά σε όρους εννοιών και συναισθημάτων, με μοντέλα στα οποία ανάγει τα πάντα και με τις αναγωγές του δεν αφήνει τίποτα να ησυχάσει στον τόπο του, δεν αφήνει την αγάπη να είναι αγάπη, κάθε τέτοιος λόγος εξανεμίζεται μέσα στη μαύρη τρύπα της απλής μικρής φράσης "Η αγάπη είναι αγάπη".
Ο επιστημονικός λόγος δεν έχει την ευρυχωρία να αποδώσει τη συνάντηση που ονομάζεται "ψυχανάλυση" και που ακολουθεί άλλους νόμους. Αυτό ο θεραπευτής χρειάζεται να το αναγνωρίσει και να παραιτηθεί από μια τέτοια προσδοκία. Μόνο έτσι μπορεί να κατευθύνει τον πελάτη του να προσεγγίσει, π.χ., την αγάπη περνώντας μέσα από τις ποικίλες παρανοήσεις της και να φτάσει στο σημείο να την πει και να την εννοήσει, εφόσον έχει κληθεί να το κάνει.
Όταν η καθοδήγηση του γίνει με τους κανόνες της τέχνης μας, και πάντα εφόσον το λέει η καρδιά του, η παραίτηση από έννοιες και συναισθήματα και σχέσεις έρχεται, ξεπερνώντας την απώλεια και το πένθος, σαν κάθαρση κι ελευθερία. Το "ελεύθερο" και το "μετέωρο" στο οποίο ο Φρόυντ καλεί τους συνειρμούς του ομιλούντος και την προσοχή του ακούοντος πρέπει να εννοηθεί και να πραγματωθεί μέχρι αυτά τα άκρα.
Η θεραπευτική συνομιλία της ψυχανάλυσης είναι ένας δρόμος σκληροτράχηλος, μα υποχρεωτικός προς μια τέτοια ελευθερία.
Η αγάπη είναι αγάπη. Εάν η φράση συνιστά το αφανές καθοδηγητικό νήμα μιας θεραπευτικής συνομιλίας για την αγάπη, ο θεραπευτής χρειάζεται να είναι προετοιμασμένος γι' αυτήν την πορεία, και τούτο σημαίνει ακόμα να είναι εξοικειωμένος με το λόγο της αγάπης ως αγάπης. Ποιος όμως μιλά για την αγάπη ως αγάπη;
[...] μιλώ για την αγάπη
Η φράση έχει λεχθεί. Είναι από ένα στίχο. Βρίσκεται στο ποίημα που λέγεται "Κίχλη" και που έγραψε ο Γιώργος Σεφέρης.
Για τον κοινό νου η τροπή προς την ποίηση αγγίζει τα όρια του σκανδάλου - αν σκανδαλίζεται καν από τίποτα ο κοινός νους. Σκανδάλου, διότι εδώ αναζητούμε την αγάπη όχι μεταξύ τυρού και αχλαδιού αλλά ως θεραπευτές, δηλαδή ως υπεύθυνοι για μια υπόθεση που κάποτε γίνεται ακόμα και υπόθεση ζωής και θανάτου. Επιτρέπεται λοιπόν να επαφιέμεθα σ' έναν ποιητή, που μπορεί μεν να λέει όμορφα λόγια που τα απαγγέλλουμε και τα τραγουδάμε στον ελεύθερο χρόνο μας, που όμως κάπου τους αναγνωρίζουμε το ακαταλόγιστο, τα ανεχόμαστε ποιητική αδεία;
Για απάντηση ας αρκέσει ένας λόγος του ίδιου του Σεφέρη από μια ομιλία του. Εκεί λέει για τον ποιητή: "[...] μοιάζει καταδικασμένος στην αλήθεια, την αλήθεια του, επί ποινή θανάτου. [...] ολοένα παραμερίζει τα στοιχεία που δεν ανταποκρίνονται στο αληθινό που υπάρχει μέσα του".
Τούτο δεν έχει ειπωθεί ποιητική αδεία. Αφορά κάθε μεγάλον της τέχνης. Επάνω στο ίδιο θέμα ο Σεφέρης μνημονεύει τα λόγια ενός νεαρού ζωγράφου για τον Θεόφιλο: "Μα αυτός μας γυρεύει πάρα πολλά• γυρεύει να λέμε όλη την αλήθεια". Αλλού γράφει: "Η δουλειά μου δεν είναι οι αφηρημένες ιδέες, αλλά ν' ακούω τι μου λένε τα πράγματα του κόσμου, να κοιτάζω πώς συμπλέκουνται με την ψυχή μου και με το σώμα μου και να τα εκφράζω".
Αυτή η φράση θα μπορούσε ν' αποδώσει το νόημα του βασικού κανόνα της ψυχανάλυσης πιστότερα από πολλές αναφορές της σχετικής βιβλιογραφίας.
Αναζητώντας την αγάπη στη θεραπευτική συνομιλία βρεθήκαμε στα ίχνη μιας πορείας παράλληλης μ' εκείνη του ποιητή, μιας πορείας όπου παραμερίζονται "τα στοιχεία που δεν ανταποκρίνονται στο αληθινό που υπάρχει μέσα μας", μιας πορείας η οποία με τον τρόπο της "γυρεύει" κι αυτή "να λέμε όλη την αλήθεια".
Και ποιο είναι "το αληθινό που υπάρχει μέσα μας"; Ποια είναι "όλη η αλήθεια"; Το ότι η αγάπη είναι αγάπη. Και κάποιοι στη θεραπευτική συνομιλία εξαναγκασμένοι από την ανάγκη να ειπωθεί ό,τι έχει να ειπωθεί αφήνονται στη μαύρη τρύπα που κόβει τη ζωή τους στα δυο και γυρεύουν την αλήθεια τους, μερικές φορές και "επί ποινή θανάτου".
Ήδη απ' αυτά τα λίγα υποψιαζόμαστε ότι ποίηση και ψυχανάλυση κατοικούν έναν κόσμο κοινό. Όμως αυτό μπορούν και το κάνουν, που θα πει μπορούν και συνομιλούν μεταξύ τους, στο βαθμό που η ποίηση δεν περιορίζεται στην αισθητική και η ψυχανάλυση δεν καθηλώνεται στον ψυχολογισμό.
O κοινός κόσμος για τον οποίο τώρα γίνεται λόγος κοσμείται από τη γλώσσα, εφόσον βέβαια αυτή με τη σειρά της δεν καταντά κώδικας σημαινόντων. O Σεφέρης χαρακτηρίζει το έργο του ποιητή αγώνα: "[...] για να βρει εκείνη τη φωνή που ταυτίζεται [...] με τα πράγματα που θέλει να δημιουργήσει, ή, αν θέλουμε, που δημιουργεί τα πράγματα ονομάζοντας τα. Το ακραίο όριο όπου τείνει ο ποιητής είναι να μπορέσει να πει "γενηθήτω φως " και να γίνει φως".
Αυτό ακριβώς συμβαίνει και στις ευτυχείς στιγμές της θεραπευτικής συνομιλίας - στην ερμηνεία, εκεί που ο λόγος της "γράφει", όπως λέμε, κι ο κόσμος φωτίζεται και ποτέ πια δεν είναι αυτός που ήταν.
Τώρα διακρίνουμε καλύτερα το ζητούμενο νόημα της φράσης "Η αγάπη είναι αγάπη". Η φράση είναι το κάλεσμα της αγάπης, να ονομαστεί και ονομαζόμενη να αληθεύσει. Η αγάπη δεν είναι έννοια και συναίσθημα και σχέση, δεν είναι αυταπάρνηση και φροντίδα και σεξ. Η αγάπη είναι αγάπη. Τούτο θα πει τώρα: Η αγάπη είναι στο όνομα της.
Εάν μια τέτοια εμπειρία μάς είναι ανοίκεια, τούτο οφείλεται στο ότι η αγάπη, ως αγάπη, είναι κάτι πολύ διαφορετικό απ' ό,τι νομίζουμε και οφείλεται ακόμα στο ότι δεν είμαστε εξοικειωμένοι με τα ονόματα, δηλαδή δεν έχουμε μάθει να τα κατοικούμε.
Η δυσκολία να κατοικήσουμε τα ονόματα έγκειται προπάντων στην τάση μας να μένουμε στο άμεσα αντιληπτό. Αυτό, στα πράγματα που αφορούν τον άνθρωπο, είναι η συμπεριφορά. Θεωρούμε άκριτα πως κι η αγάπη δεν μπορεί παρά να είναι μια συμπεριφορά. Όμως δεν είναι. Η αγάπη είναι αγάπη. Δεν ορίζεται από μια στάση ή από πράξεις, δεν αποδεικνύεται και δεν ακυρώνεται από κάτι που κανείς λέει και κάνει.
Δεν είναι η συμπεριφορά αυτό στο οποίο ο άνθρωπος θυσιάζεται. Ο άνθρωπος θυσιάζεται στο λόγο. Κι εδώ ακριβώς αναδεικνύεται η ευγένεια της ψυχαναλυτικής συνομιλίας: Οι όροι της, η ύπτια θέση, η λεγόμενη "αρχή της αποχής", η ελευθερία στην οποία καλούνται οι "συνειρμοί" του λέγοντος και η "προσοχή" του ακούοντος, η απαγόρευση της προσφυγής σε κάποια συμπεριφορά, καθώς μια συμπεριφορά ως "εκδραμάτιση" έχει εδώ χαρακτήρα φυγής, όλ' αυτά τείνουν στον περιορισμό, που θα πει συνάμα στο άνοιγμα στο λόγο - όλ' αυτά εφόσον βεβαίως πάρουμε το έργο της ψυχανάλυσης στα σοβαρά, σοβαρότερα ακόμα κι απ' όσο την έπαιρνε ο ίδιος ο Φρόυντ που τη θεωρούσε πρόβα για την υποτίθεται "πραγματική ζωή". Μόνο όταν πάρουμε την ψυχανάλυση στα σοβαρά θα την ανακαλύψουμε, όπως την ποίηση, ως κάλεσμα για κατοίκηση στα ονόματα.
Ο κοινός κόσμος που πραγματώνεται κάθε φορά όταν συμβαίνει μια πράξη ονομασίας, είτε στη μορφή ενός έργου τέχνης είτε στην έκλαμψη μιας ερμηνείας στο δρόμο της θεραπευτικής συνομιλίας είτε σε ανύποπτες στιγμές στον καθένα μας, είναι το συμβάν της αλήθειας. Θεσπίζει, όπως γράφει ο ιστορικός της μουσικής Θρασύβουλος Γεωργιάδης, "μια κοινότητα εν ονόματι του πραγματικού".
Η πραγματικότητα δεν είναι ο κόσμος του ρεαλιστή που καταλαβαίνει τον εαυτό του μέσα από τη διαχείριση των υποθέσεων του και την ικανοποίηση των αναγκών του. Στην Καταιγίδα του Σαίξπηρ διαβάζουμε: "Είμαστε από υλικό σαν απ' αυτό που είναι φτιαγμένα τα όνειρα κι η μικρή μας ζωή κυκλώνεται από έναν ύπνο".
Ούτε αυτά γράφηκαν ποιητική αδεία.
Ο τίτλος της ομιλίας μου είναι: "Όταν ο ποιητής μαθαίνει στον ψυχαναλυτή την αγάπη". Και γιατί ο ψυχαναλυτής χρειάζεται να μάθει από τον ποιητή; Διότι η ψυχανάλυση δεν είναι δογματική θεωρία και θεραπευτική μέθοδος. Είναι η ίδια, ως προς τον εαυτό της, ένα ζητούμενο. Η ψυχανάλυση αναζητεί τον εαυτό της. Τούτο θα πει: αναζητεί, σ' έναν αφασικό κόσμο, τη δυνατότητα μιας συνάντησης, ενός ακούσματος και μιας ομιλίας. Προς τούτο είναι ανάγκη να στραφεί σ' εκείνους τους λόγους, σ' εκείνα τα έργα που, καθώς γράφει ο Ρεμπώ σε μια επιστολή, βρίσκονται "en avant", προηγούνται. Γι' αυτό ο ποιητής μπορεί να μάθει στον ψυχαναλυτή την αγάπη.
Έτσι φτάνουμε στον Γιώργο Σεφέρη.
Τα ποιήματα του Σεφέρη αναφέρουν την αγάπη συχνά. Μερικά μάλιστα κορυφώνονται σ' αυτήν τη λέξη. Στην προετοιμασία, καλύτερα, στην προδιάθεση η οποία μας καθιστά διατεθειμένους να ακούσουμε το λόγο της αγάπης όχι μόνο με τ' αυτιά αλλά με το νου και με την καρδιά μας χρειάζεται κάτι ακόμα. Το λέει ο ίδιος ο Σεφέρης στο ποίημα με τον τίτλο "Πάνω σ' έναν ξένο στίχο": "Παρακαλώ τον θεό να με συντρέξει να πω, σε μια στιγμή μεγάλης ευδαιμονίας, ποια είναι αυτή η αγάπη ".
Ο λόγος για την αγάπη είναι δυνατός "σε μια στιγμή μεγάλης ευδαιμονίας". Το δυνητικό άκουσμα του από εμάς υπακούει στον ίδιο νόμο. Αφορά εμένα που σας μιλώ, αφορά εσάς που μ' ακούτε. Τόσο ευαίσθητα κι ευπαθή είναι αυτά τα πράγματα, τόσο επαφήμένα στην ώρα που τα φέρνει ή που τα αποκλείει.
Το ίδιο ισχύει για την ψυχαναλυτική συνομιλία. Μόνο που το γνωστό μας "timing" υποβάλλει την πλάνη πως εμείς διαχειριζόμαστε το χρόνο. Και ένα από τα σημαντικότερα που μαθαίνει όποιος περάσει από την ψυχανάλυση είναι ακριβώς να αρμόζεται στα μέτρα του χρόνου, στο τώρα και στο όχι πια και στο όχι ακόμα, στο ήδη από πάντα και στο ποτέ. Όμως εδώ δεν μπορούμε να επεκταθούμε περισσότερο. Ας αρκεστούμε στην αναγνώριση πως το μέλημα μου και το άκουσμα σας, δηλαδή η ανταπόκριση μας στον ποιητικό λόγο της αγάπης, κρίνεται από πράγματα που μας ξεπερνούν, που, καθώς γράφει κάπου ο Ελύτης, "έρχονται απ' αλλού".
Στην περίληψη της ομιλίας μου χρησιμοποιώ για τα ποιήματα του Σεφέρη την έκφραση "ποιητικός λόγος της αγάπης". Εδώ η γενική "της αγάπης" δεν είναι γενική αντικειμενική, η αγάπη δεν συνιστά θέμα και αντικείμενο των ποιημάτων. Πρέπει ν' ακουστεί περισσότερο ως γενική υποκειμενική: τα ποιήματα αυτά είναι λόγια της αγάπης, είναι η αγάπη που μιλά μέσα από τον εαυτό της για τον εαυτό της. Σ' αυτό το μίλημα συντελείται η ονομασία της. Θυσιάζεται.
Βέβαια και αυτό τείνουμε να μην το πάρουμε στα σοβαρά. Αφού ο άνθρωπος είναι που μιλά. Η αγάπη ανήκει στον άνθρωπο. Αυτά λέμε εμείς. Ας δούμε τώρα τι λέει ο Σεφέρης, πού ανήκει η αγάπη. Στο ποίημα "Μνήμη α'" διαβάζουμε για την αγάπη "[...] που ανήκει και στις Σεμνές / καθώς και στον άνθρωπο και στην πέτρα και στο νερό και στο χορτάρι / και στο ζώο που κοιτάει κατάματα το θάνατο που έρχεται να το πάρει".
Η αγάπη δεν ανήκει λοιπόν στον άνθρωπο μόνο. Ανήκει "και στις Σεμνές", έτσι ονομάζονται στον Αισχύλο οι Ερινύες, που έχουν επιφορτιστεί την τιμωρία και την εκδίκηση, ό,τι δηλαδή εμείς θεωρούμε ως το αντίθετο της αγάπης. Σ' αυτό θα επανέλθουμε. Εδώ ας αρκέσει πως ο λόγος της αγάπης έχει μια καταγωγή κι ένα εύρος που δεν το υποψιαζόμαστε: Η αγάπη ανήκει πρώτα στις Σεμνές, κατόπιν στον άνθρωπο, κι ανήκει ακόμα στην πέτρα, στο νερό, στο χορτάρι, στο ζώο που κοιτάει το θάνατο που έρχεται να το πάρει κατάματα.
Αρχίζουμε να υποψιαζόμαστε πώς μπορούν και λέγονται οι στίχοι από το ποίημα "Πάνω σ' έναν ξένο στίχο" που μιλούν για μια αγάπη: "[...] με ακατέλυτο ρυθμό, ακατανίκητη σαν τη μουσική και παντοτινή γιατί γεννήθηκε όταν γεννηθήκαμε και, σαν πεθαίνουμε, αν πεθαίνει δεν το ξέρουμε ούτε εμείς ούτε άλλος κανείς".
Υποψιαζόμαστε πώς μπορεί και λέγεται ο στίχος από το "O Στρατής Θαλασσινός ανάμεσα στους αγάπανθους": "Το πρώτο πράγμα που έκανε ο θεός είναι η αγάπη".
Εκείνος ο δαιμονικός χαρακτήρας που διαφάνηκε στη φράση "η αγάπη είναι αγάπη", εκείνη η μαύρη τρύπα που στην πορεία της ψυχαναλυτικής συνομιλίας αφαιρεί κάθε κράτημα της αγάπης σε μια έννοια, σ' ένα συναίσθημα κτλ. μας αγγίζει και πάλι, αυτήν τη φορά στο λόγο της ποίησης.
Όμως εδώ λέγεται και κάτι ακόμα: Το δαιμονικό της αγάπης που φανερώνεται στον ποιητή "σε μια στιγμή μεγάλης ευδαιμονίας" έγκειται στο ότι η αγάπη δεν είναι του ανθρώπου. Εδώ, στα βάθη του λόγου της αγάπης, αναγνωρίζουμε εκείνο που κάνει την ψυχαναλυτική συνομιλία, την επίσης υποχρεωμένη στην αλήθεια, να μην σταματά στον άνθρωπο, στις έννοιες και στα συναισθήματα του, στις σχέσεις και στη συμπεριφορά του.
Εάν η αγάπη δεν είναι υπόθεση, για να το πω φιλοσοφικά, της ανθρωπολογίας, εάν δεν έχει την αρχή και το τέλος της στον άνθρωπο, τότε με ποιον τρόπο τον αφορά; Κάποτε ο Σεφέρης μετέφρασε μια ρήση του Κινέζου σοφού Μεγκ Τσου. Η ρήση λέει: "Η αγάπη, το γαληνεμένο σπίτι του ανθρώπου".
Εδώ δεν χρειάζεται να καταπιαστούμε με μεταφραστικά ζητήματα, π.χ., από ποια γλώσσα μετέφρασε ο Σεφέρης τη ρήση, ποια κινεζική λέξη φτάνει στα ελληνικά ως αγάπη κτλ. Σημασία έχει πως ο Σεφέρης σ' αυτήν τη μετάφραση αναλαμβάνει τη ρήση ο ίδιος μ' αυτές τις λέξεις. Η αγάπη, το γαληνεμένο σπίτι του ανθρώπου.
Θα τονίσω και πάλι την ανάγκη να ακουστεί η φράση κυριολεκτικά. Ακόμα και όταν δεν την παρακολουθούμε και μας ξεπερνά. Ο άνθρωπος κατοικεί την αγάπη. Πώς μπορούμε να συλλάβουμε αυτήν την κατοίκηση;
"Μιλώ για την αγάπη" γράφει ο Σεφέρης. Αυτό θα πει τώρα: ο ποιητής μιλά για το σπίτι του ανθρώπου, για εκείνο το σπίτι που ανοίγει και τον δέχεται "σε μια στιγμή μεγάλης ευδαιμονίας". Ας ακούσουμε αυτό το μίλημα για να γνωρίσουμε, όσο μας επιτρέπουν τα όρια του βλέμματος και της καρδιάς μας, αυτό το σπίτι, τον κόσμο αυτής της κατοίκησης.
Στο ίδιο ποίημα διαβάζουμε: "όποιος ποτέ του δεν αγάπησε θ' αγαπήσει, / στο φως".
Το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένο "το γαληνεμένο σπίτι του ανθρώπου" είναι το φως.
"Το φως" είναι ο τίτλος του κομματιού από την "Κίχλη" όπου βρίσκονται οι παραπάνω στίχοι. Ακούμε ένα απόσπασμα του απαγγελμένο από τον Γιώργο Σεφέρη:
ΤΟ ΦΩΣ
[...]
Αγγελικό και μαύρο, φως,
γέλιο των κυμάτων στις δημοσιές του πόντου,
δακρυσμένο γέλιο,
σε βλέπει ο γέροντας ικέτης
πηγαίνοντας να δρασκελίσει τις αόρατες πλάκες
καθρεφτισμένο στο αίμα του
που γέννησε τον Ετεοκλή και τον Πολυνείκη.
Αγγελική και μαύρη μέρα
·
η γλυφή γέψη της γυναίκας που φαρμακώνει το φυλακισμένο
βγαίνει απ' το κύμα δροσερό κλωνάρι στολισμένο στάλες.
Τραγούδησε μικρή Αντιγόνη, τραγούδησε, τραγούδησε...
δεν σου μιλώ για περασμένα, μιλώ για την αγάπη
·
στόλισε τα μαλλιά σου με τ' αγκάθια του ήλιου,
σκοτεινή κοπέλα
·
η καρδιά του Σκορπιού βασίλεψε,
ο τύραννος μέσα απ' τον άνθρωπο έχει φύγει,
κι όλες οι κόρες του πόντου, Νηρηίδες, Γραίες
τρέχουν στα λαμπυρίσματα της αναδυόμενης
·
όποιος ποτέ του δεν αγάπησε θ' αγαπήσει,
στο φως
·
[...]

Στο δοκίμιο "Ξεστρατίσματα από τους Ομηρικούς Ύμνους" γράφει ο Σεφέρης:
Μόνο μια φορά, ένα τέλος του φθινοπώρου, μου φάνηκε πως με κεραυνοβόλα ενάργεια πέρασε ο θεός...κοντά μου. Και είπα: "Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός". Ήταν μια εμπειρία που πρέπει να έρχεται πραγματικά σπάνια στη ζωή μας και τη φωτίζει ολόκληρη· δεν μπορεί κανείς ρηματικά να τη μεταδώσει.
Και σ' ένα γράμμα στον φίλο του Γιώργο Κατσίμπαλη με τίτλο "Μια Σκηνοθεσία για την Κίχλη", αναφερόμενος σ' ένα απόσπασμα του Ηράκλειτου:
O ήλιος δεν μπορεί να ξεπεράσει τα μέτρα, ειδεμή θα τόνε βρουν οι Ερινύες που βοηθούν τη Δικαιοσύνη.
Οι Ερινύες θα κυνηγήσουν τον ήλιο, καθώς κυνήγησαν τον Ορέστη
· για σκέψου αυτούς τους λώρους που δένουν τους ανθρώπους με τα στοιχεία της φύσης· αυτή η τραγωδία που είναι συνάμα φυσική και ανθρώπινη, αυτή η οικειότητα. Αν το φως γινότανε ξαφνικά Ορέστης; Είναι τόσο εύκολο, για σκέψου: αν το φως της μέρας και το αίμα του ανθρώπου ήταν το ίδιο πράγμα; Ως πού μπορεί να το αισθανθεί κανείς αυτό;
Το γράμμα επιχειρεί μια ερμηνεία της "Κίχλης", ολοφάνερα με μισή καρδιά. Όταν ο Σεφέρης φτάνει στο σημείο που μας απασχολεί εδώ, στο "Φως", αρνείται να συνεχίσει και συμπληρώνει: "[...] το φως δεν το εξηγεί κανείς, το βλέπει [...]".
Αυτό ας είναι και για μας προειδοποίηση πως υπάρχουν πράγματα που δεν τους αρμόζει η εξήγηση, αυτή η βουβή διαδικασία που βιάζει το κάθε αλλότριο στην προκρούστεια κλίνη των τετριμμένων μας μοντέλων και παραστάσεων.
Η φράση του Σεφέρη είναι ένα κάλεσμα και για μας εκεί που πρέπει να εξηγούμε λιγότερο και ν' ανοίξουμε τα μάτια μας περισσότερο.
Το ποίημα δεν είναι άψυχο κείμενο, είναι ομιλούμενη γλώσσα, είναι "ανάσα", για να χρησιμοποιήσω μια λέξη προσφιλή στον Σεφέρη. Όπως ένα μουσικό κομμάτι γίνεται υπαρκτό και πραγματικό μόνο στην εκτέλεση, έτσι και το ποίημα μιλά μόνο απαγγελλόμενο. Γι' αυτό ας ακούσουμε τον πρώτο στίχο άλλη μια φορά: "Αγγελικό και μαύρο, φως". Τι μας λέει αυτή η ανάσα; Είναι μια φωνή ήσυχη και βαθιά, προφέρει τις λέξεις με προσοχή, αφήνει στην κάθε μια όλο το βάρος του λεγομένου της. Μας πείθει. "Αγγελικό και μαύρο, φως". Ακούτε με τι οικειότητα, με τι καρδιά λέγονται αυτά τα αλλόκοτα λόγια, πώς τα λέει ο ποιητής τους και τα εννοεί, όπως δεν θα το κατάφερνε ο καλύτερος ηθοποιός με την τελειότερη άρθρωση.
Οι λέξεις "αγγελικό και μαύρο" μας είναι γνωστές σαν αντίθετα: το αγγελικό παραπέμπει στο φωτεινό και ουράνιο, το μαύρο στο σκοτεινό και χθόνιο.
"Αγγελικό και μαύρο, φως". Οι λέξεις ειπωμένες από τον Σεφέρη δεν έχουν τίποτα το αντιθετικό, καμιά αντιπαλότητα δεν τις εναντιώνει μεταξύ τους, τις ακούμε και λέμε ναι, το φως, αγγελικό και μαύρο!
Εδώ το "και" δεν το ακούμε και δεν το επαναλαμβάνουμε ως συνδετικό αλλά ως επεξηγηματικό: αγγελικό, δηλαδή μαύρο. Το ότι δεν καταλαβαίνουμε δεν είναι, δεν πρέπει ποτέ να είναι λόγος αρκετός για ν' αμφισβητήσουμε αυτό που ακούσαμε. Μόνο όταν πάρουμε απόσταση από τη ζωντανή γλώσσα, όταν αγνοήσουμε το μίλημά της, όταν επιμείνουμε να καταλάβουμε, θα παραστήσουμε τα φίλια ως αντίθετα, θα μείνουμε καθηλωμένοι στη μεταξύ τους αντιπαλότητα και σύγκρουση.
Η δουλειά μας έχει το σπάνιο προνόμιο να αφορά τη ζωντανή γλώσσα, να είναι στη φύση της συνομιλία. Όμως για να επαρκέσουμε ως συνομιλητές, χρειάζεται να ακούμε. Και για να ακούμε χρειάζεται πολλές φορές να πάψουμε να σκεφτόμαστε, να πάψουμε να καταλαβαίνουμε.
"Αγγελικό και μαύρο, φως". Έτσι ακούμε και το "δακρυσμένο γέλιο", ακούμε τους αδελφικούς εχθρούς, τον Ετεοκλή και τον Πολυνείκη στο φως, κυριολεκτικά στο φως του αίματος του Οιδίποδα, του πατέρα τους.
Επεκτάθηκα και ο χρόνος δεν μου επιτρέπει να μείνω στο ποίημα όσο θα του έπρεπε. Θα έρθω κατευθείαν σ' εκείνη τη μορφή στην οποία αποτεινόμενος ο Σεφέρης λέει "μιλώ για την αγάπη". Είναι η Αντιγόνη.
Η ομιλία μας, είτε το ξέρουμε είτε όχι, είτε το θέλουμε είτε όχι, είναι πάντα συνομιλία. Και κάθε φορά αποτεινόμαστε σ' εκείνο το εσύ το οποίο είναι μιλητό, δηλαδή ανοιχτό για να του μιλήσουμε. Στο ποίημα μας το μιλητό εσύ για την αγάπη ονομάζεται Αντιγόνη.
Στην τραγωδία του Σοφοκλή η Αντιγόνη, σε μια στιχομυθία με τον Κρέοντα, αρνείται ν' αφήσει τον νεκρό αδελφό της κι εχθρό του Κρέοντα Πολυνείκη δίχως τις πρέπουσες νεκρικές τιμές: "ούτοι συνέχθειν, άλλα συμφιλείν εφυν".
Η Αντιγόνη μιλά για τη φύση της, εφυν, για το πρώτο που την καθορίζει. Τούτο είναι το συμφιλείν, η απόρριψη της