εν παροδω / ΑΚΟΥΣΜΑΤΑ / Ο θρηνος του Κρεοντα


[Αντιγονη, 1327 κ.ε.]

Κρεων
ελα, ελα,
φανερωσου εσυ, καλλιστη μοιρα,
φερε με στο τερμα,
στη μερα την υστατη.
ελα, ελα,
αλλη μερα για να μην αντικρυσω!

Χορος
αυτα ειναι του μελλοντος.
κατι απο τα προκειμενα, αναγκη να σε μελει να πραττεις.
γιατι μελημα ειναι αυτα που αναγκη να ειναι μελημα.

Κρεων
μα οσα ειπα, αυτα ευχηθηκα

Χορος
μην ευχεσαι τιποτα.
απο τα πεπρωμενα συμβαντα
για κανεναν θνητο δεν εχει απαλλαγη.



ΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΚΕΙΜΕΝΟ
Κρεων
ιτω ιτω,
φανητω μορων ο καλλιστ' εχων
εμοι τερμιαν αγων αμεραν
υπατος: ιτω ιτω,
οπως μηκετ' αμαρ αλλ' εισιδω.

Χορος
μελλοντα ταυτα. των προκειμενων τι χρη μελειν
πρασσειν. μελει γαρ τωνδ' οτοισι χρη μελειν

Κρεων
αλλ' ων ερω, τοιαυτα συγκατηυξαμην.

Χορος
μη νυν προσευχου μηδεν: ως πεπρωμενης
ουκ εστι θνητοις συμφορας απαλλαγη.



ΣΤΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΟΥ HÖLDERLIN
Kreon
O komm! o komm!
Erscheine, meiner Verhängnisse schönstes,
Den endlichen Tag mir bringend,
Den letzten. Komm! o komme,
Daß ich nicht mehr den andern Tag schaun muß!
Bote
Dies kommt. Was aber tun in dem, was da ist?
Denn solches lieget uns ob, das uns angeht.
Kreon
Was ich gesaget, eben, das hab ich gewünschet.
Bote
Du mußt nichts wünschen. Vom zuvorgesetzten
Verhängnis hat kein Sterblicher Befreiung.


ΣΤΗ ΜΕΛΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ORFF

βιβλιοθηκη / ΤΕΧΝΕΣ / Θεοφιλος

βιβλιοθηκη / ΤΕΧΝΕΣ / Pablo Picasso

βιβλιοθηκη / ΝΟΗΣΗ / René Descartes


DISCOURS DE LA MÉTHODE
6/1
Μα μολις απεκτησα καποιες γενικες ιδεες σχετικα με την φυσικη και, αρχιζοντας να τις δοκιμαζω σε καποια επιμερους προβληματα, παρατηρησα κατα που μπορουνε να οδηγησουν και ποσο διαφερουν απο τις αρχες που χρησιμοποιουσαμε μεχρι σημερα, πιστεψα πως δεν θα μπορουσα να τις κρατησω κρυφες, διχως αυτο να προσκρουει βαρια στον νομο που μας υποχρεωνει να προαγουμε, οσο περνα απ' το χερι μας, το γενικο καλο ολων των ανθρωπων. Καθως μου εδειξαν πως ειναι δυνατον να φτασουμε σε γνωσεις που ειναι πολυ χρησιμες στη ζωη, και στην θεση εκεινης της θεωρητικης φιλοσοφιας που διδασκεται στα σχολεια μπορουμε να βρουμε μια πρακτικη με την οποια να γνωρισουμε την δυναμη και τα εργα της φωτιας, του νερου, του αερα, των αστρων, των ουρανων κι ολων των αλλων σωματων που μας περιβαλλουν τοσο καθαρα οσο γνωριζουμε τα διαφορα επαγγελματα των τεχνητων μας, ετσι που να τις εφαρμοσουμε με τον ιδιο τροπο σ' ολες τις χρησεις για τις οποιες ειναι καταλληλες, κι ετσι να καταστουμε κυριοι και κατοχοι της φυσης.


MEDITATIONES DE PRIMA PHILOSOPHIA

Πρωτος στοχασμος
1. Ηδη απο χρονια παρατηρησα ποσα λανθασμενα πραγματα αφησα να ισχυουν στη νιοτη μου και ποσο αμφιβολα ειναι οσα κατοπιν εχτισα πανω τους, κι επομενως καποτε στη ζωη πρεπει να γκρεμισω τα παντα εκ βαθρων και να κανω μια νεα αρχη απο τα πρωτα θεμελια, εαν θελω ποτε να δημιουργησω ενα γερο πατημα για κατι ακλονητο και μονιμο στις επιστημες. Ωστοσο αυτο μου φαινοταν ενα τεραστιο εγχειρημα, κι επομενως περιμενα την ωριμη ηλικια, που πλεον καμια αλλη δεν θα την ακολουθουσε, η οποια θα ηταν καταλληλοτερη για να καταπιαστω με τις επιστημες στη βαση τους. [...] Ετσι, εγκαιρα, εβγαλα σημερα απο τις σκεπεις μου καθε εγνοια, μου εφτιαξα μιαν αδιαταρακτη ανεση σ' ενα μοναχικο απομονωτηριο κι επιτελους θα προχωρησω σοβαρα και απροσκοπτα σ' αυτην την γενικη ανατροπη των γνωμων μου.
[...]
12. Εστω λοιπον οτι οχι ο παναγαθος θεος, η πηγη της αληθειας, αλλα ενα καποιο κακο πνευμα, που ειναι παντοδυναμο και συναμα πανουργο, εβαλε ολα τα δυνατα του να μ' εξαπατησει. Θελω να πιστευω πως ο ουρανος, ο αερας, η γη, τα χρωματα, οι μορφες, οι ηχοι και ολα τα εξωτερικα πραγματα δεν ειναι παρα το απατηλο παιχνιδι ονειρων με τα οποια στηνει παγιδες στην ευπιστια μου. Εμενα τον ιδιο θελω να με θεωρω σαν να μην ειχα χερια, ματια, σαρκα, αιμα, σαν να μην ειχα καθολου αισθησεις αλλα σαν να πιστευα λανθασμενα πως ολ' αυτα τα κατειχα. Μα θα επιμεινω σ' αυτην την σκεψη πεισματικα και - αν και δεν ειμαι σε θεση να γνωρισω κατι αληθινο - θα ειμαι αποφασισμενος να προσεξω, οσο περνα απ' το χερι μου, να μην συμφωνησω σε τιποτε λανθασμενο, ουτε να παρασυρθω απο εκεινον τον απατεωνα, οσο δυνατος και πανουργος κι αν ειναι. Μα αυτο ειναι ενα κοπιαστικο εγχειρημα και μια ορισμενη αδρανεια με οδηγει πισω στον συνηθισμενο τροπο ζωης. Σαν ενας φυλακισμενος που στο ονειρο απολαμβανε μια φανταστικη ελευθερια, οταν αργοτερα αρχιζει να υποψιαζεται οτι απλως κοιμαται και φοβαται να ξυπνησει και αδρανης παραδινεται στις ψευδαισθησεις που τον παραμυθιαζουν, ετσι βυθιζομαι απο μονος μου στις παλιες γνωμες και φοβαμαι να ζωντανεψω και να πρεπει, μετα την γλυκια ησυχια στον βασανιστικο ξυπνο, αντι στο φως να βρεθω στο αδιαπεραστο σκοταδι των δυσκολιων που μολις ειπωθηκαν.

Δευτερος στοχασμος
1. Η χθεσινη θεωρηση μ' εριξε σε τοσο σε τετοιες τεραστιες αμφιβολιες που πια δεν μπορω να τις ξεχασω, και παλι δεν βλεπω πως μπορουν να λυθουν. Και, οπως σ' ενα ανυποπτο πεσιμο σε μια βαθια δινη, βρισκομαι σε τετοια συγχυση που ουτε μπορω να πατησω γερα στον βυθο ουτε ν' ανεβω κολυμπωντας στην επιφανεια. Και παλι θελω να παλεψω να βρω μια διεξοδο και να δοκιμασω απο την αρχη αυτον ακριβως τον δρομο που πηρα χθες, δηλαδη να κρατησω μακρια μου καθε τι που θα ενειχε και την παραμικροτερη αμφιβολια, ακριβως σαν να ειχα σιγουρα διαπιστωσει πως ειναι ολοτελα λαθος. Και θελω να προχωρησω ετσι, μεχρι να γνωρισω κατι το βεβαιο, η, αν μη τι αλλο, τουλαχιστον να γνωρισω τουτο σαν σιγουρο, οτι δεν υπαρχει τιποτα σιγουρο. Ο Αρχιμηδης δεν ζητουσε παρα ενα σταθερο κι ακινητο σημειο για να μετακινησει ολην τη γη απ' την θεση της, κι ετσι μπορω κι εγω να ελπιζω σε κατι μεγαλο, εαν βρω εστω και ενα ελαχιστο που ειναι βεβαιο και ακλονητο.
2. Προϋποθετω λοιπον πως ολα οσα βλεπω ειναι λαθος, πιστευω πως τιποτα απ' οσα μου παρουσιαζει η απατηλη μνημη δεν υπηρξε ποτε: δεν εχω διολου αισθησεις. Σωμα, μορφη, εκτατικοτητα, κινηση και τοπος δεν ειναι παρα χιμαιρες. Τι απομενει λοιπον αληθινο; Ισως τουτο μονον, πως βεβαιο δεν ειναι τιποτα.
3. Μα που το ξερω οτι δεν υπαρχει τιποτ' αλλο απ' οσα απαριθμηθηκαν ηδη, κατι για το οποιο δεν υπαρχει ο παραμικροτερος λογος να αμφιβαλλω; Υπαρχει καπου ενας θεος, η οπως αλλιως λεγεται, που μου εμφυσα αυτες τις ιδεες; - Ομως γιατι θα 'πρεπε να το υποθεσω αυτο, αφου βεβαια θα μπορουσα τελικα να ειμαι ο δημιουργος τους εγω ο ιδιος; Αρα θα μπορουσα, εγω τουλαχιστον, να ειμαι ενα κατι; Μα - ηδη αρνηθηκα πως εχω καποια αισθηση, καποιο σωμα. Ομως εδω μενω αναυδος: Ποια, υποτιθεται, ειναι η συνεπεια; Ειμαι καπου τοσο καθηλωμενος στο σωμα και στις αισθησεις, που δεν μπορω να ειμαι διχως αυτα; Ωστοσο υπεβαλα στον εαυτο μου οτι δεν υπαρχει στον κοσμο τιποτε απολυτως: Κανενας ουρανος, καμμια γη, κανενα σκεπτομενο ον, κανενα σωμα, αρα λοιπον ουτε βεβαιως εγω; Διολου. Εγω σιγουρα ημουν, οταν μου τα υπεβαλα ολα αυτα. - Μα υπαρχει ενα, δεν ξερω ποιος, παντοδυναμος και απιθανα πολυμηχανος απατεωνας, που μ' εξαπατα συνεχως και μεθοδικα. - Τωρα λοιπον, εφοσον μ' εξαπατα, ειναι αναμφιβολο πως ειμαι. Ας μ' εξαπατα οσο μπορει, μα ποτε δεν θα το καταφερει το να μην ειμαι τιποτα, οσο σκεφτομαι, να μην ειμαι κατι. Κι ετσι, αφου πλεον τα αναλογιστηκα ολα υπεραρκετα, τελικα φτανω στην διαπιστωση πως αυτη η προταση: "ειμαι, υπαρχω", καθε φορα που την εκφραζω, η την σκεφτομαι, αναγκαστικα ειναι αληθινη.
[...]

3ος στοχασμος
Περι της υπαρξης του θεου
1. Τωρα θα κλεισω τα ματια μου, θα βουλωσω τ' αυτια μου και θα αποπροσανατολισω ολες μου τις αισθησεις, θα σβυσω επισης ολοτελα τις εικονες των φυσικων πραγματων απο την συνειδηση μου η, επειδη αυτο βεβαια δεν ειναι δυνατο, θα τις θεωρησω, καθοτι ματαιες και λανθασμενες, τιποτενιες. Μ' εμενα μονον θελω να μιλησω, βαθυτερα μεσα μου να κοιταξω. Κι ετσι να προσπαθησω να μου καταστησω τον εαυτο μου σιγα - σιγα περισσοτερο γνωστο και οικειο. Ειμαι ενα σκεπτομενο ον, δηλαδη ενα ον που αμφιβαλλει, καταφασκει, αρνειται, κατανοει λιγα πραγματα, πολλα δεν τα γνωριζει, θελει, δεν θελει, εχει επισης φαντασια κι αισθηση. Διοτι ακομη και αν - οπως σημειωθηκε παραπανω - αυτα που αισθανομαι η φανταζομαι με εικονες δεν ειναι εξω απο μενα τιποτα, παντως ειμαι και παλι βεβαιος οτι εκεινοι οι τροποι της σκεψης που ονομαζω αισθησεις και φαντασιες, απλως ως σκεψεις μεσα μου βεβαιως υπαρχουν.
2. Και μ' αυτες τις λιγες λεξεις απαριθμησα ολα οσα γνωριζω αληθινα, η τουλαχιστον ολα οσα μεχρι τωρα αντιληφθηκα πως γνωριζω. Τωρα θελω να κανω μια ακομα σχολαστικοτερη επισκοπηση, μηπως μεσα μου οντως υπαρχει και κατι αλλο που δεν ελαβα υποψη μου μεχρι τωρα. Ειμαι βεβαιος οτι ειμαι ενα σκεπτομενο ον. Μηπως λοιπον ηδη γνωριζω και τι απαιτειται για να ειμαι βεβαιος για καποιο πραγμα; Τωρα σ' αυτην την πρωτη γνωση δεν εμπεριεχεται τιποτα αλλο παρα μια ορισμενη καθαρη και σαφης αντιληψη αυτου το οποιο ισχυριζομαι. [...]

PDF



Αλλες αναφορες

βιβλιοθηκη / ΝΟΗΣΗ / Martin Heidegger


Παρατιθενται τα κειμενα που εχουν μεταφραστει απο εμενα. Η ταξινομηση τους ακολουθει αυτην των Απαντων (Gesamtausgabe), με τους αντιστοιχα αριθμημενους τομους.

1ο ΤΜΗΜΑ: ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Ειναι και 'Χρονος [Sein und Zeit (1927)]
Ενοχη [Schuld]
Γεγονοτητα [Faktizität]
Αγχος [Angst]

4 Διευκρινισεις στην ποιηση του Hölderlin [Erläuterungen zu Hölderlins Dichtung (1936–1968)]
Μνημη [Andenken]
Το ποιημα [Das Gedicht]
Ο Friedrich Hölderlin στη νοηση του Martin Heidegger (Ενα σχολιο επανω στη συνομιλια του Heidegger με τον Hölderlin)

5 Τυφλοι δρομοι του δασους [Holzwege (1935–1946)]
"
Holz" ειναι ενα παλιο ονομα για το δασος. Στο δασος υπαρχουν δρομοι οι οποιοι, κατα το πλειστον χορταριασμενοι, τελειωνουν απροσμενα στο αβατο. Ονομαζονται Holzwege [τυφλοι δρομοι του δασους]. Ο καθενας τους προχωρα ξεχωρος, ομως μεσα στο ιδιο δασος. Συχνα φαινεται ο ενας να μοιαζει του αλλου. Ομως μονο φαινεται ετσι. Ξυλοκοποι και δασοφυλακες γνωριζουν τους δρομους. Ξερουν τι θα πει να βρισκεσαι σ' εναν τυφλο δρομο του δασους.
Απο το
Η προελευση του εργου τεχνης
[Der Ursprung des Kunstwerkes (1935/36)]
Προς τι ποιητες; [Wozu Dichter? (1946)]
Η ρηση του Αναξιμανδρου, σσ.
345-349, 353-τελος [Der Spruch des Anaximander (1946)]

7 Διαλεξεις και Δοκιμια [Vorträge und Aufsätze (1936–1953)]
Το ζητημα της τεχνικης. [Die Frage nach der Technik (1953)] //
Η τροπη [Die Kehre]
Επιστημη και εμ-πειρια [Wissenschaft und Besinnung (1953)]
Κτιση Κατοικηση Νοηση [Bauen Wohnen Denken (1951)]
Το πραγμα [Das Ding (1950)]
Αληθεια (Ηρακλειτος, αποσπασμα 16) [Aletheia (Heraklit, Fragment 16) (1954)]

8
Τι καλειται νοηση; [Was heißt Denken? (1951–1952)]

9 Οδοσηματα [Wegmarken (1919–1961)]
Τι ειναι Μεταφυσικη; [Was ist Metaphysik? (1929)]
Για την ουσιωση της αληθειας [Vom Wesen der Wahrheit (1930)]
Η διδαχη του Πλατωνος για την αληθεια
[Platons Lehre von der Wahrheit (1931/32, 1940)]
Για την ουσίωση και την εννοια της φύσεως. Αριστοτελης, Φυσικα, Β, 1 [Vom Wesen und Begriff der φύσις. Aristoteles, Physik, B, 1 (1939)]
Επιλογος στο "Τι ειναι Μεταφυσικη;" [Nachwort zu »Was ist Metaphysik?« (1943)]
Επιστολη για τον Ουμανισμο
[Brief über den Humanismus (1946)]
Εισαγωγη στο "Τι ειναι Μεταφυσικη;" [Einleitung zu »Was ist Metaphysik?« (1949)]
Ο 
Hegel και οι Ελληνες
[Hegel und die Griechen (1958)]

10 
Η αρχη του αποχρωντος λογου [Der Satz vom Grund (1955–1956)]

11 Ταυτοτητα και διαφορα [Identität und Differenz (1955–1957)]
Η αρχη της ταυτοτητας

12 Καθοδον προς την γλωσσα [Unterwegs zur Sprache (1950–1959)]
Η γλωσσα [Die Sprache (1950)]
Η γλωσσα στην ποιηση. Ενας εντοπισμος της ποιησης του Georg Trakl [Die Sprache im Gedicht. Eine Erörterung von Georg Trakls Gedicht (1952)]
Απο μια συνομιλια για την γλωσσα. Αναμεσα σ' εναν Ιαπωνα και εναν ερωτωντα. [Aus einem Gespräch von der Sprache. (1953/54) Zwischen einem Japaner und einem Fragenden.]
Η λεξη [Das Wort (1958)]
Η οδος προς την γλωσσα [Der Weg zur Sprache (1959)]

13 Απο την εμπειρια της νοησης [Aus der Erfahrung des Denkens (1910–1976)]
Απο την εμπειρια της νοησης [Aus der Erfahrung des Denkens (1947)]
Ο χωραφοδρομος [Der Feldweg (1949)]
Γλωσσα και πατριδα [Sprache und Heimat (1960)]
Για τον René Char
[Für René Char (1963)]
Η τέχνη και ο χώρος [Die Kunst und der Raum (1969)]
Σημεια [Zeichen (1969)]
Εννοηθεντα [Gedachtes (1970)]
Rimbaud vivant (1972)
Γλωσσα
[Sprache (1972)]
Εις μνημην Erhart Kästner
[Erhart Kästner zum Gedächtnis (1975)]
 
14 Επανω στο θεμα της νοησης [Zur Sache des Denkens (1962–1964)]

16 Ομιλιες και αλλες μαρτυριες της πορειας μιας ζωης [Reden und andere Zeugnisse eines Lebensweges] (1910–1976)
Συνεντευξη του Spiegel με τον Martin Heidegger [Spiegel-Gespräch mit Martin Heidegger (23. September 1966)]

-------------

2ο ΤΜΗΜΑ: ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ (1919–1944)

39 
Οι υμνοι του Hölderlin 'Γερμανια' και 'Ο Ρηνος' [Hölderlins Hymnen „Germanien“ und „Der Rhein“ (Wintersemester 1934/35)]

52 Ο υμνος του Hölderlin "Μνημη" [Hölderlins Hymne »Andenken«]

53 Ο υμνος του Hölderlin „Ο Δουναβης“ [Hölderlins Hymne „Der Ister“ (Sommersemester 1942)]
Αντιγονη, πρωτη παραδοση
Αντιγονη,
[Heraklit]
 
-------------

3ο ΤΜΗΜΑ: ΑΔΗΜΟΣΙΕΥΤΑ ΔΟΚΙΜΙΑ / ΔΙΑΛΕΞΕΙΣ / ΔΙΑΝΟΗΜΑΤΑ

75 Hölderlin / Ταξιδια στην Ελλαδα [Zu Hölderlin / Griechenlandreisen]
Σταθμοι [Aufenthalte]

80 Διαλεξεις [Vorträge (1915-1967)]
Για το ερωτημα του καθορισμου του ζητηματος της νοησης [Zur Frage nach der  Bestimmung der Sache des Denkens]

-------------

4ο ΤΜΗΜΑ: ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΓΡΑΦΕΣ

89 
Σεμιναρια του Zollikon [Zollikoner Seminare]

92 / 93 Επιλεγμενες επιστολες [Ausgewählte Briefe I / 93 Ausgewählte Briefe II]
Takehiko Kojima - Martin Heidegger. Μια αλληλογραφια.
Αλληλογραφια: Elisabeth Blochmann, Karl Jaspers, Medard Boss, Erhart Kästner 

-------------

ΑΛΛΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ ΣΤΟΝ HEIDEGGER

βιβλιοθηκη / ΑΡΧΑΙΟΙ / Ηρακλειτος

βιβλιοθηκη / ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑ / Ludwig Binswanger

βιβλιοθηκη / ΑΡΧΑΙΟΙ / Πινδαρος


Κειμενα με κυρια αναφορα στον Πινδαρο
Ο Ιατρος (3ος Πυθιονικος)
Τυχη (12ος Ολυμπιονικος)

Αλλες αναφορες στον Πινδαρο


ψυχαναλυση / ΚΕΙΜΕΝΑ ΟΜΙΛΙΕΣ 1991-1995 / Τι κανει η ψυχαναλυση;

Τι κανει η ψυχαναλυση;
100 χρόνια μετά το πρώτο ψυχαναλυτικό κείμενο
 

Μια επέτειος δεν εξαντλείται στην ιστορική διαπίστωση ότι πέρασε ένας στρογγυλός αριθμός ετών από το επετειακό γεγονός. Μια επέτειος, η οποία μας αφορά αληθινά, γίνεται πρώτα επέτειος όταν, για ένα συνήθως σύντομο διάστημα, μας φέρνει πίσω στο σχετικό γεγονός και για λίγες αφύλακτες στιγμές είναι "σαν άλλοτε". Τέτοιες ως επί το πλείστον φευγαλέες και απαρατήρητες στιγμές, τις ακολουθεί μια λιγότερο ή περισσότερο επίσης απαρατήρητη αφύπνιση όπου τα μάτια ανοίγουν και είναι καθαρό, όπως μετά από ένα όνειρο, ότι βέβαια δεν είναι "σαν άλλοτε", ότι το "άλλοτε" δεν θα υπάρξει ποτέ πια, ότι "άλλοτε" κανείς ήταν - ένας άλλος.
100 χρόνια πριν, όταν εμφανίστηκαν οι Μελέτες επάνω στην υστερία των Sigmund Freud και Joseph Breuer, δεν ήμασταν παρόντες. Όμως η ιστορία της ψυχανάλυσης αφορά τον ψυχαναλυτή, γίνεται δική του ιστορία προπάντων στην συνομιλία με τους δασκάλους του και έμμεσα με τους δασκάλους των δασκάλων του. Αυτή η συνομιλία έχει τον χαρακτήρα ενός δρόμου: Πρώτα ο ψυχαναλυτής γίνεται σχεδόν σαν τους δασκάλους του, βλέπει τον εαυτό του να φέρεται όπως φέρονταν αυτοί, "άλλοτε". Με τον χρόνο, κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο, τα μάτια του ανοίγουν και βλέπει ότι είναι ένας άλλος. Βρίσκει τον εαυτό του ως ψυχαναλυτή.
Η μνημονευόμενη επέτειος είναι έτσι μια πρόσκληση να λεχθεί ο δρόμος μιας τέτοιας συνομιλίας ενός ψυχαναλυτή με τους δασκάλους του.
Τι κάνει η ψυχανάλυση;
Επανειλημμένα, όταν υποσχόμουν στους ασθενείς μου βοήθεια ή ανακούφιση [...], έπρεπε ν' ακούω την αντίρρηση: Μα σεις ο ίδιος λέτε ότι η πάθησή μου πιθανώς σχετίζεται με την κατάστασή μου και με την μοίρα μου· και βέβαια εδώ δεν μπορείτε ν' αλλάξετε τίποτα· πως μπορείτε λοιπόν να με βοηθήσετε; Σ' αυτά μπορούσα να απαντώ: - Φυσικά δεν αμφιβάλλω ότι στην μοίρα θα ήταν ευκολότερο απ' ό,τι σ' εμένα να άρει την πάθησή σας: όμως θα πεισθείτε ότι πολλά κερδίζονται εάν επιτύχουμε να μετατρέψουμε το βάσανο της υστερίας σας σε κοινή δυστυχία. Με μια αναρρωμένη ψυχική ζωή θα μπορέσετε να αντιμετωπίσετε την τελευταία καλύτερα.
Αυτές τις φράσεις ο Sigmund Freud τις έγραψε το 1895. Κλείνουν τις Μελέτες επάνω στην υστερία. Τότε ο Freud εργάζονταν με την μέθοδο της ύπνωσης και της υποβολής. Και όμως, ακόμα κι 100 χρόνια αργότερα, τα λόγια του διατηρούν την βαρύτητά τους: με γλαφυρότατο τρόπο διαγράφουν τον ορίζοντα στον οποίο κινήθηκε η αναζήτησή του, και τελικά καταλάγιασε έχοντας απολήξει σ' αυτό το οποίο έκτοτε ονομάζεται "ψυχανάλυση". Ήδη τότε η ψυχανάλυση προετοιμάζεται, ως δυνατότητα "καλύτερης αντιμετώπισης" του (ας λέμε πλέον:) "ψυχικού βάσανου", όταν τούτο "μετατρέπεται" σε "κοινή δυστυχία".
Οι φράσεις του Freud δεν εξαντλούν την απάντηση στο ερώτημα "Τι κάνει η ψυχανάλυση;". Μάλλον θα έπρεπε να πούμε: διανοίγουν μόνο τον δρόμο για μια δυνατή απάντηση. Διότι δεν περιέχουν στοιχεία τα οποία ο ψυχαναλυτής μπορεί να γνωρίσει και να αποθηκεύσει ως βιβλιογραφική του πληροφόρηση. Οι φράσεις του Freud αγγίζουν τα πρώτα και τα απλά ζητήματα της ψυχανάλυσης, τα οποία, ακριβώς καθότι πρώτα και απλά, βρίσκουν τον ψυχαναλυτή, τον ευήκοο ψυχαναλυτή, απρόσμενα, πάλι και πάλι εδώ κι 100 χρόνια. Και πάλι και πάλι τον βρίσκουν απροετοίμαστο, τον φέρνουν σε απορία και τον καλούν να στοχαστεί την εργασία του, και βέβαια τον εαυτό του ως ψυχαναλυτή μια φορά ακόμη. Αυτό το μπορούν όταν, όπως τους αρμόζει, ακουστούν ως ανοιχτά ερωτήματα:
Τι θα πει "ψυχικό βάσανο";
Σε τι συνίσταται η "μετατροπή" του;
Τι θα πει "κοινή δυστυχία";
Πώς την "αντιμετωπίζει" κανείς "καλύτερα";
Δεν πρόκειται για περιστασιακά ερωτήματα. Αφορούν τον άνθρωπο, την "μοίρα" του και τους δυο δρόμους στους οποίους την εμπειράται - ως "ψυχικό βάσανο" με την έννοια της "νεύρωσης", και στον άλλον, τον "καλύτερο" δρόμο, ως "κοινή δυστυχία" . Είναι ερωτήματα τα οποία αναφέρονται στην ίδια την κατοίκηση του ανθρώπου στον κόσμο. Είναι έσχατα ερωτήματα τα οποία, για να αντεχθούν ως ερωτήματα και να μην καταχωθούν κάτω από κοινοτοπίες, πρέπει να εγκαταλείψουν τον λόγο της ψυχολογίας και να μιλήσουν όπως αρμόζει σε έσχατα ερωτήματα, ώστε να εκπτυχθούν σαν τέτοια: να μιλήσουν, να συνομιλήσουν, με τον έναν λόγο εκ φύσεως πρώτο και έσχατο. Τέτοιος είναι ο λόγος της ποίησης και της νόησης.
Στον βαθμό στον οποίο ο ψυχαναλυτής συνομιλεί με αυτόν τον λόγο, θα έχει τις δικές του εμπειρίες αυτών των ερωτημάτων, εμπειρίες ούτε επιστημονικά αποδείξιμες ούτε δογματικά επιβαλλόμενες, αλλά εμπειρίες δικές του και μόνον δικές του. Οι δρόμοι, τους οποίους εγώ ακολούθησα, με έφεραν μεταξύ άλλων και στον κόσμο των αρχαίων. Μέσα από τα ερείπιά του δοκίμασα να συνομιλήσω με ερωτήματα όπως αυτά που αναφέρθηκαν. Αποτελέσματα τέτοιων συνομιλιών θα παρουσιάσω εδώ, κατά τρόπο ο οποίος, λόγω της συνοπτικότητας της παρουσίασης, μοιάζει κάποτε αφοριστικός.
Τι θα πει "ψυχικό βάσανο";
Μια πρώτη προσέγγιση στο "ψυχικό βάσανο" επιτυγχάνεται όταν σημειώσουμε ότι ο Freud το αντιπαραθέτει στην "κοινή δυστυχία". Ήδη αυτή η αντιπαράθεση μας οδηγεί στην υπόνοια ότι στο "ψυχικό βάσανο" λείπει ο χαρακτήρας του "κοινού". Κατά έναν τρόπο, τον οποίο ακόμη δεν διακρίνουμε καθαρά, το "ψυχικό βάσανο" δεν ανήκει στον κοινό κόσμο! Μοιάζει να συμβαίνει εδώ ένας αποκλεισμός από τον κοινό κόσμο κι ένας εγκλεισμός του ανθρώπου στον εαυτό του.
Όμως το "ψυχικό βάσανο" της νεύρωσης, όπως ο Freud, στην γλώσσα του βέβαια, μας έδειξε, δεν είναι περιστασιακή διαταραχή μιας υποτιθέμενης ψυχικής υγείας. Το "ψυχικό βάσανο" ανήκει σε μια διάσταση της ίδιας της ανθρώπινης ύπαρξης. Συνιστά έναν δρόμο της ανθρώπινης "μοίρας". Αυτός ο δρόμος, εικάζουμε τώρα, οδηγεί σε έναν αποκλεισμό από τον κοινό κόσμο και σε έναν εγκλεισμό στην απομόνωση. Χρειάζεται να προσέξουμε αυτό που υπάρχει γύρω από τούτον τον δρόμο καλύτερα.
Τι θα πει "ψυχικό βάσανο"; Ο Πίνδαρος μιλά για μια καθοριστική εμπειρία της ανθρώπινης ύπαρξης, στην οποία ανήκει αυτό που συχνά ονομάζουμε "ψυχικό βάσανο". Μιλά για ένα ΝΕΦΟΣ, το οποίο
ΒΑΙΝΕΙ [...]
ΚΑΙ ΠΑΡΕΛΚΕΙ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ ΟΡΘΑΝ ΟΔΟΝ
ΕΞΩ ΦΡΕΝΩΝ
0 7, 45 κ.ε.
Είναι ένα σύννεφο, ένα θόλωμα που κατεβαίνει, με τρόπους πολλούς και ποικίλους - στην διάθεση του άγχους και της ενοχής, στην πλήξη, στο λεγόμενο "ψυχοσωματικό σύμπτωμα", στο "ψυχωτικό" παραλήρημα. Είναι μια σύγχυση η οποία κάνει κάποιον ΕΞΩ ΦΡΕΝΩΝ, και την οποία κανείς σχεδόν δεν αντιλαμβάνεται διότι οι ίδιες οι ΦΡΕΝΕΣ του έχουν χαθεί.
Στους Αρχαίους μια τέτοια σύγχυση καλείται ΜΗ ΟΝ (Παρμενίδης, Πλάτων, αν και κάθε φορά μέσα από διαφορετικές εμπειρίες). Δεν εννοεί το μηδενιστικό μηδέν, αλλά το συγκεχυμένο, και πλανερό, και ανύπαρκτο. Αυτό, καθότι ανύπαρκτο, δεν μπορεί κανείς ποτέ να το μοιραστεί αληθινά με τους άλλους. Ο δρόμος του είναι
ΑΝΟΗΤΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ
Παρμενίδης, απ.8, 17
Η σύγχυση απομονώνει. Κρατεί ό,τι ο Ηράκλειτος ονομάζει
ΙΔΙΑ ΦΡΟΝΗΣΙΣ
απ. 2
Όταν κανείς προσβάλλεται από τον εγκλεισμό στην απομόνωση, τα πράγματα είναι πλέον εμπειρατά ως "υποθέσεις" του : "θέλω / δεν θέλω", "μου κάνει /δεν μου κάνει", "μου συμφέρει / δεν μου συμφέρει", "είμαι ασφαλής / κινδυνεύω", "έχω την ανάγκη ..." Συχνά η αναφορά στα πράγματα συνοδεύεται από μια συνεχή αυτοπαρατήρηση και αυτοαναζήτηση. Η ζωή (και ο θάνατος!) ψυχολογικοποιούνται.
Εάν έτσι έχουν τα πράγματα, τίθεται βέβαια το ερώτημα κατά πόσον είναι καν δυνατό για ένα σύμπτωμα να ερμηνευτεί, δηλαδή κατά πόσον το ΑΝΟΗΤΟΝ ΑΝΩΝΥΜΟΝ, το μη νοητό και μη ονομάσιμο μπορεί να εννοηθεί και να ονομαστεί. Ίσως σε τέτοιες καταστάσεις το να μην υπεισέρχεται ο ψυχαναλυτής στην ψυχοπαθολογία του αναλυόμενου είναι μια τιμιότερη στάση απέναντί του. Καθώς υπάρχουν καταστάσεις όπου ο ψυχαναλυτής χρειάζεται να αρνηθεί στον αναλυόμενο κάθε συμ-πάθεια, ναι, κάθε συνομιλία η οποία θα υποκρίνονταν μια συνεννόηση και μια κατανόηση. Μια τέτοια ομαλή πορεία προς την ίαση δεν υπάρχει! Χρειάζεται ένα άλμα εμπρός σε ένα ρήγμα, όπου ο ψυχαναλυτής συντελεί προπαρασκευαστικά μόνον, δηλαδή καθοδηγώντας και περιμένοντας, με τον τρόπο τον οποίο αυτός μόνον γνωρίζει.
Αυτό το ΝΕΦΟΣ, λέει ακόμα ο Πίνδαρος, έρχεται ΑΤΕΚΜΑΡΤΑ, χωρίς κάποιο τεκμήριο, απαρατήρητο. Είναι ΛΑΘΑΣ ΝΕΦΟΣ, το νέφος της λήθης: Η σύγχυση, το βύθισμα στο πλανερό, ο εγκλεισμός στην απομόνωση λησμονούνται σαν τέτοια. Όλα φαίνονται φυσικά και αυτονόητα. Ο Freud το αναγνώρισε, οπωσδήποτε μέσα από τις βιολογιστικές και ψυχολογιστικές προκαταλήψεις της σκέψης του, στο όνομα της "απώθησης".
Η λήθη, ο λήθαργος αυτής της λήθης, καθιστά τους ανθρώπους
ΑΚΡΙΤΑ ΦΥΛΑ
Παρμενίδης, απ.6, 7
Κρατεί η σύγχυση: σύγχυση μεταξύ εγγύτητας και απόστασης, μεταξύ αυτονομίας και εξάρτησης, μεταξύ κυριαρχικότητας και δουλικότητας, μεταξύ φιλίας και έχθρας. Είναι μια αδιέξοδη εμπλοκή στην αντιφατικότητα μιας αμφιθυμίας όπου ακριβώς, έστω και πολλές φορές αφανώς, το κοντινό πάραυτα αποσύρεται σε απόσταση, αυτό που επιμένει στην αυτονομία κατακρημνίζεται στην πλέον ανελεύθερη εξάρτηση, ο κύριος είναι και ο τελευταίος δούλος, το πιο αγαπητό αποκαλύπτεται ως ο μεγαλύτερος εχθρός.
ΠΑΝΤΩΝ ΔΕ ΠΑΛΙΝΤΡΟΠΟΣ ΕΣΤΙ ΚΕΛΕΥΘΟΣ
Παρμενίδης, απ.6, 9
Μέσα από αυτήν την περιοχή μπορεί να γίνει εμπειρατό ό,τι ο Freud αποκαλεί "ψυχικό βάσανο".
Πώς συμβαίνει η "μετατροπή" του "ψυχικού βάσανου" σε "κοινή δυστυχία";
Ας θυμόμαστε πως ό,τι εδώ καλείται "ψυχικό βάσανο" και "κοινή δυστυχία" θέλει να εννοηθεί μέσα από την προέλευσή του από τους δρόμους στους οποίους βρίσκεται ο άνθρωπος. Τον ένα δρόμο, αυτόν της σύγχυσης και του εγκλεισμού στην απομόνωση, τον συναντήσαμε στο όνομα του "ψυχικού βάσανου". Στον άλλο δρόμο, αυτόν του κοινού κόσμου, θα στραφούμε αργότερα. Προηγουμένως θα μιλήσω για "την μετατροπή" με την οποία ο άνθρωπος μεταβαίνει από τον πρώτο δρόμο στον άλλο, καλύτερα, σύμφωνα με έναν λόγο του Heidegger, μεταβαίνει στο "σταυροδρόμι" στο οποίο και διαμένει . Διότι με την έννοια αυτής της μετατροπής συμβαίνει η αλλαγή η οποία διακρίνει την ψυχανάλυση.
ΑΛΛ ΟΤΑΝ ΑΙΓΛΑ ΔΙΟΣΔΟΤΟΣ ΕΛΘΗΙ...
Πινδαρος, Π 9, 96
Όταν έρθει η αίγλη που δίνεται από τον Δία..., άδει μια ωδή του Πινδάρου. Στο μεταξύ οι παλαιοί θεοί έχουν φύγει (Hoelderlin). Ίσως όμως, έστω και με έναν άλλο τρόπο, διατηρείται για μας ένα ίχνος προς αυτήν την εμπειρία. Όταν έρχεται το σημάδι ενός θεού, μιλούμε για "θαύμα". Όμως το θαύμα διόλου δεν εξαντλείται στον θαυμασμό εμπρός στο απρόσμενο και στο ανεξήγητο. Το θαύμα ονομάζει μάλλον εκείνο το συμβάν όπου κάποτε το απρόσμενο και το ανεξήγητο βρίσκουν τον δρόμο τους στον κόσμο μας και τον πλουτίζουν με πράγματα που ήταν μέχρι τώρα αποκλεισμένα. Πρώτα σε έναν τέτοιο εμπλουτισμό συμβαίνει αληθινά ένας κοινός κόσμος.
Στον Πίνδαρο πρόκειται για το θαύμα μιας κοινότητας ανθρώπων και θεών. Σήμερα σχεδόν μας απαγορεύεται να χρησιμοποιούμε το όνομα ενός θεού. Όμως και σήμερα συμβαίνουν κρίσιμες εμπειρίες, μεταξύ άλλων και στην ψυχαναλυτική συνομιλία, για τις οποίες η λέξη "θαύμα" θα μπορούσε να αποτολμηθεί με την παραπάνω έννοια. Και εδώ, στο θαύμα της ψυχαναλυτικής συνομιλίας, πρόκειται ίσως για την αναλαμπή ενός κοινού κόσμου στον οποίο ο αφορώμενος κάποτε, για λίγο ή για πολύ, μια ή πολλές φορές, προσωρινά ή μονιμότερα, ξυπνά. Όπως συμβαίνει με κάθε ξύπνημα, αυτό συμβαίνει δίχως κανείς να το προσέξει επί τούτου. Με έναν πάντα διαφορετικό τρόπο και με έναν πάντοτε άλλο βαθμό καθαρότητας ανακαλύπτει ότι του έχει συμβεί ένα άνοιγμα, ότι ο ίδιος είναι ένας άλλος, πλουσιότερος και περισσότερο μεγαλόψυχος.
Βέβαια χρειάζεται ένα ελεύθερο βλέμμα για να αναγνωριστεί το θαύμα σαν τέτοιο. Ίσως συμβαίνει και δίχως οι ψυχαναλυτές και οι αναλυόμενοί τους να το αντιλαμβάνονται. Διότι είναι προκατειλημμένοι από την πλάνη της ερμηνευσιμότητας του κόσμου, θεωρούν ότι είναι δικό τους κατόρθωμα και ως εκ τούτου παραμένουν κλειστοί απέναντι σε κάτι όπως το μυστήριο ενός θαύματος.
Τι θα πει "κοινή δυστυχία";
Ο Freud βλέπει την δυστυχία ενός ανθρώπου σε σχέση με την "μοίρα" του. Αυτό μας κάνει να εικάσουμε ότι η δυστυχία τελικά δεν πρέπει να εννοηθεί ως ψυχικό συναίσθημα αλλά ως δυσ-τυχία, ως τύχη, ως δυσμενής τύχη η οποία κάποτε, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, στον καθένα θα τύχει. Δυστυχία και ευτυχία δεν είναι καταρχήν υποκειμενικές υποθέσεις αλλά ΤΥΧΗ: κάτι το απρόσωπο το οποίο μας ξεπερνά, μας τυχαίνει και μας (να ακουστεί μεταβατικά!) συμβαίνει, το οποίο τελικά δεν συσχετίζεται με τίποτε και δεν αιτιολογείται με τίποτε, ούτε με "εξωτερικούς παράγοντες" ούτε με "εσωτερική προδιάθεση". Από εδώ αρχίζουμε να ακούμε την λέξη "κοινή" επαρκέστερα: η δυστυχία είναι κοινή καθόσον συμβαίνει ως ΤΥΧΗ, η οποία δεν ανήκει ούτε σ' εμένα ούτε σ' εσένα, η οποία πάντοτε μας προλαβαίνει και μας κάνει ό,τι είμαστε - με κυριολεκτική, όχι στερητική σημασία: τυχόντες.
Όμως η δυστυχία καθεαυτήν παραβλέπεται όταν εκλαμβάνεται ως αξία και παρασταίνεται ως κάτι αρνητικό, ως κάτι το οποίο μας αρνείται την ευτυχία. Σ' αυτήν την περίπτωση η δυστυχία δεν γίνεται εμπειρατή ως δυστυχία αλλά ως κάτι αποφευκτέο, δηλαδή γίνεται εμπειρατή μέσα από μια άμυνα εναντίον της. Η άμυνα εναντίον της επαπειλούμενης ή παροντικής ή παρελθούσας δυστυχίας, όταν και όπως συμβαίνει, είναι και αυτή - τυχούσα. Όμως αυτούς τους τρόπους η τρέχουσα ψυχαναλυτική θεωρία τους παίρνει απόλυτα, τους θεωρεί μονόδρομους και τους ονομάζει "αμυντικούς μηχανισμούς": απώθηση και προβολή, μετάθεση και συμπύκνωση, καθήλωση και παλινδρόμηση, άρνηση και εκλογίκευση. Τελικά οι "αμυντικοί μηχανισμοί" δεν είναι παρά τρόποι της σύγχυσης και της πλάνης, με τους οποίους τα μάτια κλείνουν εμπρός στην δυστυχία. Τα πράγματα δεν εννοούνται όπως είναι. Η άμυνα αμύνεται εναντίον του απρόσωπου της "μοίρας", η οποία δίνει και παίρνει, η οποία προσμοιράζει στα πράγματα τον χαρακτήρα του όχι πια και του όχι ακόμη. Οι αμυντικοί μηχανισμοί είναι τρόποι μιας πλάνης που ζητάει να αποκλείσει την δυστυχία, να κυνηγήσει την ευτυχία, κι έτσι κλείνεται απέναντι και στα δύο - βρισκόμαστε, πρώτα τώρα, στην σύγχυση του "ψυχικού βάσανου", η οποία έρχεται ακριβώς με την στους αμυντικούς μηχανισμούς εκδηλούμενη ιδιο-τροπία.
Από εδώ διαφαίνεται αυτό που θα μπορούσε να σημαίνει ο λόγος του Freud για μια "καλύτερη αντιμετώπιση" του "ψυχικού βάσανου", όταν κανείς ανοίξει για την "κοινή δυστυχία". Αυτή η "καλύτερη αντιμετώπιση" δεν θα απαιτούσε καμιά αυταπάτη και κανέναν περιορισμό του ανθρώπου. Μάλλον θα ανήκε στην ανάγκη, κάποτε κανείς να χρειάζεται να σταθεί και να δει τα πράγματα όπως είναι.
Πώς αντιμετωπίζεται καλύτερα η δυστυχία;
Εδώ δεν μπορούμε να περιμένουμε συμβουλές για μια υποτιθέμενη υγιή συμπεριφορά. Διότι το πώς μιας "καλύτερης αντιμετώπισης" της δυστυχίας είναι πάντα δικό μου και μόνον. Εδώ ο αναλυτής συναντά τα όριά του. Η ψυχανάλυση μπορεί μόνο να είναι προπαρασκευαστική, καθαρτική, φέρνοντας στον δρόμο της κάθαρσης από το "ψυχικό βάσανο", δηλαδή στον δρόμο της κάθαρσης από το "ψυχικό βάσανο", δηλαδή στον δρόμο μιας "μετατροπής".
Πώς έρχεται η κάθαρση από το "ψυχικό βάσανο" στην ψυχανάλυση;
Το μόνο αληθινό, το οποίο ο ψυχαναλυτής έχει να αντιπαραθέσει στην νεύρωση και στο ψυχικό βάσανο είναι η καθαρότητα της δικής του ύπαρξης. Εάν εδώ επιτρέπονταν μια σχηματοποίηση, θα έλεγα ότι ο ψυχαναλυτής συνοδεύει τον αναλυόμενο στον δρόμο του της σύγχυσης και του βάσανου από τον δικό του τόπο, που είναι το σταυροδρόμι των δυο δρόμων. Εκτίθεται στην σύγχυση και όμως παραμένει άθικτος από αυτήν. Σαν άκαυτη βάτος ή, καλύτερα, σαν καμμένη βάτος που δεν έχει πια να φοβηθεί την φωτιά. . Αυτή είναι η τέχνη του.
Η στάση του ψυχαναλυτή είναι προπάντων αυτή της υπομονής - όχι με την έννοια μιας απλώς αμέτοχης και αδρανούς παρουσίας, αλλά ως η ειδήμων μακροθυμία η οποία κάνει στον αναλυόμενο δυνατό να αφήσει χρόνο στον εαυτό του. Ο χρόνος, λέει ο Αίας στην ομώνυμη τραγωδία του Σοφοκλή,
ΦΑΙΝΕΙ Τ ΑΔΗΛΑ ΚΑΙ ΤΑ ΦΑΝΕΝΤΑ ΚΡΥΠΤΕΤΑΙ
στ.646
Ο χρόνος είναι το όνομα, το ένα όνομα για την εμφάνιση και για την απόκρυψη των πραγμάτων - στον χρόνο τους. Ο χρόνος περισυλλέγει στο ένα του ονόματός του την απαγορευτική πλέον απουσία του παρελθόντος και την απαγορευτική ακόμη του μέλλοντος, και την μέσα από το από- τους διανοιγόμενη παρουσία του παροντικού. Όποιος αφήνει χρόνο στον εαυτό του, έχει την δυνατότητα να λυθεί από την σύγχυση και να ανοίξει για την ουσίαση των πραγμάτων. Έχει π.χ. την δυνατότητα
- να αναγνωρίσει ότι του απαγορεύεται πια να είναι το αγόρι ή το κορίτσι το οποίο ανομολόγητα νόμιζε πως είναι• να δεχτεί ότι του είναι ακόμη απαγορευμένο να βρίσκεται σε αυτό το οποίο ελπίζει ή φοβάται και το οποίο παρασταίνει ως ήδη παροντικό.
- να πενθήσει, πολλές φορές τώρα μόνον, χαμούς που του συνέβησαν πολύ παλαιότερα• να μην κλειστεί εκ των προτέρων απέναντι σ' αυτό το οποίο κάποτε θα μπορούσε να τον καλέσει.
- να ενστερνιστεί την περατότητά του και να παραιτηθεί από τα "ποτέ" και τα "πάντοτε" που νόμιζε πως μπορούσε να λέει.
Το άνοιγμα για τα πράγματα, όπως είναι, τούτο θα πει καταρχήν: όπως δεν είναι πια και όπως δεν είναι ακόμη. Πράγματι μπορεί να έρθει μια τέτοια "μετατροπή"! Είναι όπως ένα ξύπνημα όπου τα πράγματα πλέον βρίσκουν την θέση τους και ο κόσμος είναι κοινός - κάτι το οποίο, τώρα το υποψιαζόμαστε, δεν μπορεί να σημαίνει τον κόσμο των πλειοψηφιών και της κοινωνικής οργάνωσης, αλλά κάτι το σπάνιο και εύθραυστο.
Από εδώ τίθεται το ερώτημα της "παράστασης" των πραγμάτων, καθόσον αυτή επιτελείται ως φαντασία, αλλά και ως θέληση, επιθυμία, ανάμνηση, ελπίδα, φόβος , προγραμματισμός κλπ. Μήπως λοιπόν αυτή η παράσταση είναι μια παροντικοποίηση πραγμάτων τα οποία δεν είναι πια, τα οποία δεν είναι ακόμη παροντικά; Μια τέτοια παράσταση παραβιάζει την απαγόρευση του όχι πια και του όχι ακόμη και λησμονεί τα αληθινά παροντικά πράγματα . Μήπως λοιπόν η έτσι εννοούμενη παράσταση είναι το κατεξοχήν εμπόδιο για την εννόηση του εκάστοτε προκείμενου; Και εφόσον η παράσταση ανήκει στην "σκέψη", δεν έρχεται όντως
μια άλλη καθαρότητα
Hoelderlin, Friedensfeier
σε ώρες όπου κανείς ακριβώς δεν σκέφτεται;
Και εάν η (πάντως όχι από την ανθρώπινη βούληση δυνατή) παραίτηση από την σκέψη, δηλαδή τώρα: εάν ο αληθινός αποχωρισμός από την παράσταση παρελθόντων και μελλούμενων πραγμάτων, η οποία παραβιάζει την ουσίασή τους αφαιρώντας της το από- και προσάπτοντάς της ένα παρα-, ήταν το άνοιγμα του συγκεχυμένου εγκλεισμού στην απομόνωση προς την αιθρίαση του κοινού κόσμου; Όπου κάθε τι θα έρχονταν τελικά στον τόπο που του ανήκει;
Όμως την μη-σκέψη την μαθαίνει ο αναλυόμενος ως επιτελούμενη δυνατότητα άρρητα, με το ζωντανό παράδειγμα του ψυχαναλυτή στις αναρίθμητες περιπτώσεις όπου αυτός πρέπει να του αντιπαραθέσει μια αληθινή, δηλαδή τίποτε αποσιωπούσα, σιωπή και, στην σωστά εννοούμενη εγκράτεια, πρέπει να του αρνηθεί μια λέξη - όχι επειδή έτσι θέλει, αλλά επειδή μόνον έτσι μπορεί να ανακοινωθεί στον αναλυόμενο ότι βρίσκεται σε ένα δρόμο ΑΝΟΗΤΟΝ ΑΝΩΝΥΜΟΝ.
Αυτός είναι ένας τρόπος με τον οποίο, όπως αναφέρθηκε, ο ψυχαναλυτής, μέσα από την κατοίκησή του στο "σταυροδρόμι", συνοδεύει τον δρόμο της σύγχυσης και του "βάσανου" του αναλυόμενου. Αυτή η συνοδεία είναι ένα
ΚΡΙΝΕΙΝ
Παρμενίδης, απ.8, 15
μια διάκριση όπου οι δυο δρόμοι διακρίνονται μεταξύ τους και με τον χρόνο προβάλλουν στον αναλυόμενο καθαρότερα . Εδώ συμβαίνουν κρίσεις, με την αρχαία και με την τρέχουσα έννοια, ξεσπά ένας πόλεμος και
υψηλότερα δείχνονται οι διαφορές...
Hoelderlin, Wenn sich das Laub...
Η γέφυρα προς την παλιννόστηση στον κοινό κόσμο, δηλαδή καταρχήν προς την αποδοχή του όχι-πια και του όχι-ακόμα, είναι η εκμάθηση του πόνου.
Τι είναι ο πόνος; Ίσως δεν γνωρίζουμε τον πόνο τόσο καλά όσο νομίζουμε. Διότι όσο παρασταίνουμε τον πόνο ως συναίσθημα, και μάλιστα ως ένα δυσάρεστο και αποφευκτέο, δηλαδή όσο εμπειρώμαστε τον πόνο ψυχολογιστικά μέσα από μια άμυνα, δεν τον γνωρίζουμε ως πόνο. (Έτσι δεν τον γνωρίζει ούτε η τρέχουσα ψυχαναλυτική θεωρία η οποία άρχεται από την "αρχή της ηδονής". Εδώ ο πόνος μπορεί να δειχτεί μόνον ως δυσ-άρεστος.) Όμως ο πόνος δεν πρέπει να συγχέεται ούτε με ό,τι ο Freud ονομάζει "ψυχικό βάσανο". Στο "βάσανο" κρατεί μια αδιέξοδη εμπλοκή. Αυτό δεν μπορεί να είναι ο πόνος.
Τι είναι ο πόνος; Ο ΠΟΝΟΣ; Στον Πίνδαρο (Π 6,54) συναντούμε τα λόγια:
ΜΕΛΙΣΣΑΝ ΤΡΗΤΟΣ ΠΟΝΟΣ
Ο διάτρητος ΠΟΝΟΣ των μελισσών: η κηρύθρα! Στους Αρχαίους ο ΠΟΝΟΣ ονομάζει ό,τι περίπου εμείς αποκαλούμε "ο κόπος μου", δηλαδή ένα έργο, όμως αδιαίρετο με τον μόχθο που χρειάστηκε. Μήπως τώρα η λέξη μας "πόνος", ακουόμενη σε όλο το εύρος της, μπορεί να συλ-λέγει την ίδια την ανθρώπινη ουσίαση; Μήπως ο άνθρωπος ως άνθρωπος δεν είναι τίποτε άλλο από το "έργο" του πόνου; Μπορεί αυτή η υποψία να ακουστεί και να ειπωθεί καθαρότερα;
Στο "ψυχικό βάσανο" κρατεί μια σύγχυση όπου το όχι πια και το όχι ακόμη, αλλά και το παροντικό παρασταίνονται λιγότερο ή περισσότερο μέσα από την άμυνα και την αντίσταση. Στον πόνο είναι όλα κρυστάλλινα! Ο πόνος δεν επιζητεί την φυγή σε αμυντικούς μηχανισμούς. Αντέχει την απ-ουσίαση του όχι πια και του όχι ακόμη σαν τέτοιου. Μόνον έτσι ουσιώνεται το απόν ως απόν:
- Ο άνθρωπος που έχασες, δεν είναι πια εδώ και δεν αρμόζει να κάνεις σαν να ήταν εδώ. Δεν γνωρίζεις εάν θα ξανάρθει και δεν αρμόζει να κάνεις σαν να στεκόταν εμπρός στην πόρτα σου. Ούτε καν να τον παραστήσεις στην σκέψη σου αρμόζει, γιατί στην φαντασία, σε κάθε τρόπο παροντικοποίησης του μη παρόντος ξεπερνάς άμετρα ένα μέτρο που σου έχει τεθεί. Όχι, ο άνθρωπός σου δεν είναι κοντά σου: είναι πέρα για πέρα από...! Στην επιμονή σου να τον παρα-σταίνεις εμπρός σου υπάρχει μια αντίσταση στην απουσία του. Και αυτήν δεν σου πρέπει να την παραμορφώσεις σε μια από εσένα επινοημένη και για εσένα μόνον ισχύουσα παρουσία!
Και όμως! Στο όχι πια του, στο όχι ακόμη του, ο άνθρωπός σου είναι επίσης! Απλώς όχι στην παράστασή του. Και δεν είναι διόλου λιγότερο. Την απουσία του δεν πρέπει να την απορρίψεις ως λιγότερη ουσίαση.
ΛΕΥΣΣΕ Δ ΟΜΩΣ ΑΠΕΟΝΤΑ ΝΟΩΙ ΠΑΡΕΟΝΤΑ ΒΕΒΑΙΩΣ...
Παρμενίδης, απ.4, 1
Το δεινό και δυσανεκτό σε έναν χωρισμό είναι ίσως η ανομολόγητη διαπίστωση ότι όλα συνεχίζουν να είναι. Προϋπόθεση πάντως είναι η απομάκρυνση από την (παρασταίνουσα) σκέψη. Αυτή επιτελείται στον πόνο.
Ο πόνος είναι η πύλη προς την συντελεσθείσα παραίτηση από την σκέψη. Και αυτή η παραίτηση είναι ο ακρογωνιαίος λίθος του έργου το οποίο αφήνει τα παρελθόντα στο παρελθόν και τα μέλλοντα στο μέλλον και με αυτόν τον τρόπο κρατεί τον χρόνο ανοιχτό για το σύν-χρονο. Ο πόνος ανήκει στο εκστατικό χρόνου και τόπου, και έτσι κατοικούν οι άνθρωποι με παρελθόντα, με μέλλοντα, με παροντικά, με κοντινά και με μακρινά σε μια ελεύθερη κοινωνία. Ο πόνος κρατεί τον κοινό κόσμο στους αρμούς του. Ονομάζει τον τρόπο με τον οποίο το κοινό αφορά τον άνθρωπο.
Ένα ποίημα του αυστριακού ποιητή Georg Trakl με τον τίτλο "Ευφρόσυνη άνοιξη" λέει:
Τόσο είναι οδυνηρά καλό κι αληθινό ό,τι ζει
Κι ανάλαφρα σ' αγγίζει μια πέτρα παλιά:
Αληθινά! Θα είμαι πάντοτε μαζί σας.
(Μετ. Έλενας Νούσια)
Ο πόνος είναι η πέτρα, που μιλά στους ανθρώπους . Ο πόνος είναι η πέτρα, είναι το από "παλιά" στέρεο και αδήριτο που συνέχει τα πάντα, όταν είναι "καλά κι αληθινά", και τότε είναι "πάντοτε μαζί μας". Ένα άλλο ποίημα του Trakl (Ein Winterabend) μιλά για ένα σπίτι, ίσως το σπίτι μιας κατοίκησης στα "καλά κι αληθινά". Το ποίημα καλεί τον οδοιπόρο να περάσει μέσα:
Πόνος το κατώφλι έχει πετρώσει.
Όχι, ο πόνος δεν είναι συναίσθημα. Κρατεί ως το απ-άνθρωπο το οποίο αφήνει τον άνθρωπο να παραιτηθεί από την νομιζόμενη απομόνωσή του και να παλιννοστήσει στον κοινό κόσμο. Τον αφήνει να κατοικεί στην γειτονία των πραγμάτων, των παρελθόντων, των παροντικών, των μελλόντων πραγμάτων δίχως να προδίδει την ουσίωσή τους και δίχως να τα βιάζει.
Όταν ο ψυχαναλυτής με την τέχνη του φέρνει τον αναλυόμενο σε θέση να αφήσει χρόνο, αληθινό χρόνο, στον εαυτό του, τότε αυτό προπάντων θα πει: τον προσκαλεί να επαφεθεί στο τυχαίο της ουσίωσής του: περισσότερο από πριν, να μείνει απέναντι στον πόνο ανοιχτός. Με αυτόν τον τρόπο θα "αντιμετωπίσει καλύτερα" μια δυστυχία - και θα είναι περισσότερο έτοιμος και για τις ευτυχισμένες μέρες που ενδεχομένως του επιφυλάσσονται.
Στην "Αυτοπαρουσίασή" του ο Freud γράφει για τους παλιούς του δασκάλους (GW XIV, σ.48):
Μου είχαν πει περισσότερα απ' όσα οι ίδιοι γνώριζαν κι ήταν πρόθυμοι να εκπροσωπήσουν.
Ίσως ο πριν από 100 χρόνια ειπωμένος λόγος του Freud για το "υστερικό βάσανο", για την "μετατροπή" του σε "κοινή δυστυχία" και για την δυνατότητα μιας "καλύτερης αντιμετώπισής" της, κρύβει περισσότερα από όσα ο Freud γνώριζε και ήταν πρόθυμος να εκπροσωπήσει. Ίσως γι αυτό μπορεί ο Freud να είναι και σήμερα για μας ένας δάσκαλος.

PDF

βιβλιοθηκη / ΑΡΧΑΙΟΙ / Παρμενιδης


Τα αποσπασματα. Η αριθμηση ακολουθει αυτην των Diels-Kranz. Η ταξινομηση δικη μου.
Στην κλασσικη γραφη
Εμμετρα (Εντονα πλαγια: μακρες συλλαβες. Οχι εντονα, ορθια: βραχειες συλλαβες)

Σεμιναρια
Σεμιναριο 1
Σεμιναριο 2

Κειμενα με κυριες αναφορες στον Παρμενιδη
Αληθεια
Ψυχαναλυση και ψυχοθεραπεια στο ελληνικο φως
Οραμα

Αλλες αναφορες

βιβλιοθηκη / ΛΟΓΟΣ / Οδυσσεας Ελυτης

βιβλιοθηκη / ΑΠΩ ΑΝΑΤΟΛΗ / Zhuangzi (Dschuang Dschou, Dschuang Dsi)



Μεταφρασεις

Ονειρο πεταλουδας
Ο επιδεξιος μαγειρας
Ο θανατος του Laotse


Αναφορες

Το ονειρο
Αποηχοι απο το "Όνειρο πεταλουδας"


ψυχαναλυση / ΚΕΙΜΕΝΑ ΟΜΙΛΙΕΣ 2001-2005 / Απο το ''Εργα τεχνης και θεραπειας''


Επανω στην ακροαση και την εκφορα του λογου  [PDF]


Ο τραγουδιστης πρεπει [...] να τραγουδα σαν απλως να μιλουσε‛ ομως συναμα πρεπει να μιλα σαν απλως να τραγουδουσε. Το πρωτο απελευθερωνει απο την υλικοτητα του τονικου ογκου‛ το δευτερο απο μια παθητικα φορτισμενη δηλωση: μια φαινομενικα αντιφατικη διατυπωση‛ το πραγματικο μονο με παραδοξολογιες αποδιδεται, μη παραδοξο ειναι μονο το νατουραλιστικο.
Θρασυβουλος Γεωργιαδης, Schubert

Ενα τραγουδι του Leonhard Cohen:
I can't forget
I stumbled out of bed. I got ready for the struggle
I smoked a cigarette and I tightened up my gut
I said this can't be me, must be my double
and I can't forget, I can't forget,
I can't forget but I don't remember what
Καταρχην το ακουμε σε μια ερμηνεια των Pixies. Το τραγουδι κυριαρχειται απο τον ρυθμο. Το μονοτονο μπασο του ισοπεδωνει τις λεξεις και τα νοηματα τους: τις κανει μονο λεξεις, "λογια", αξεσουαρ του ρυθμου. Περνανε απο μπροστα σου σαν τροχοι που αποσπαστηκαν απο την αμαξα και συνεχιζουν να κυλανε μονοι τους για το πουθενα.
Αυτη η γλωσσα ειναι πιασμενη σε εναν ναρκισσιστικο, αυτοερωτικο μονολογο. Δεν φτανει στα αυτια και στα ματια του αλλου. Αποκλειει καθε συνομιλια.
Και τωρα η εκτελεση του
Cohen. Ο Cohen δεν τραγουδα. Αφηγειται. Εδω οι λεξεις δεν ειναι αξεσουαρ αλλα - μιλανε οι ιδιες. Τραγουδανε λεγοντας τον εαυτο τους. Ο λογος ειναι σκηνικος: Ακους και ακουγοντας βλεπεις τα λεγομενα.
Αυτη η γλωσσα ειναι η γλωσσα της συνομιλιας: Η σκηνη που στηνεται απο τα λεγομενα μπορει να γινει τοπος κατοικησης, συν-κατοικησης των συνομιλουντων.

Απο τον "Ερωτοκριτο"
Ο Νικος Ξυλουρης, οσο γνωριζω, ηχογραφησε αποσπασματα του "Ερωτοκριτου" καταρχην το 1970. Τεσσερα χρονια αργοτερα εκανε μιαν αλλη ηχογραφηση, σε ενορχηστρωση του Χριστοδουλου Χαλαρη.
 
Ήκουσες Αρετούσα μου τα θλιβερά μαντάτα
Ο κύρης σου με ξόρισε στης ξενιτιάς τη στράτα
Τέσσερις μέρες μοναχά μου ‘δωκε να ανιμένω
κι απόκεις να ξενιτευτώ πολλά μακριά να πιένω
Και πως θα σ' αποχωριστώ και πως θα σου μακρύνω
Και πως θα ζήσω δίχως σου τον ξορισμόν εκείνο
Κατέχω το κι ο κύρης σου γρήγορα σε παντρεύει
Ρηγόπουλο αφεντόπουλο σαν είσαι εσύ γυρεύει
Και δεν μπορείς να αντισταθείς στα θέλουν οι γονείς σου
Νικούν τηνε την γνώμη σου κι αλλάζει η όρεξη σου
Μια χάρη αφέντρα σου ζητώ κι εκείνη θέλω μόνο
Και μετά κείνη ολόχαρος την ζήση μου τελειώνω
Την ώρα π' αρραβωνιαστείς να βαριαναστενάξεις
Κι όντε σα νύφη στολιστείς σαν παντρεμένη αλλάξεις
Να αναδακριώσεις και να πεις Ρωτόκριτε καημένε
τα σου ‘ταξα ελησμόνησα τα 'θελες μπλιό δεν ενε
Και κάθε μήνα μια φορά μέσα στην κάμαρα σου
Λόγιαζε τα 'παθα για σε να με πονεί η καρδιά σου
Και πιάσε και τη ζωγραφιά που βρες στ' αρμάρι μέσα
Και τα τραγούδια που 'λεγα κι οπού πολύ σ' αρέσα
Και διάβαζε τα θώριε τα κι αναθυμού και μένα
Πως με ξορίσανε για σε πολλά μακριά στα ξένα
Κι οντε σου πουν κι απόθανα λυπήσου με και κλάψε
Και τα τραγούδια που ‘βγαλα μες την φωτιά τα κάψε

[συνεχεια 1970]
Κι ας τάξω ο κακορίζικος πως δε σ' είδα ποτέ μου
Ενα κερί αυτούμενο εκράτου κι έσβησε μου
Κι ας τάξω ο κακορίζικος ποτέ μου πως δε σ' είδα
Γιατι για να παρθουμε ναι δεν το 'χε γραψει η μοιρα
Λησμονησε παντοτεινα και διωξε καθ' ελπιδα
Και πε πως δε με γνωρισες κι ουτε κι εγω πως σ' ειδα
[συνεχεια 1974]
Όπου κι αν πάω κι αν βρεθώ κι ότι καιρό κι αν ζήσω
Τάσσω σου άλλη να μη δω ούτε να αναντρανίσω
Κι ας τάξω ο κακορίζικος πως δε σ' είδα ποτέ μου
Ενα κερί αυτούμενο εκράτου κι έσβησε μου
Καλιά 'χω εσέ με θάνατο παρά άλλη με ζωή μου
Για σένα εγεννήθηκε στον κόσμο το κορμί μου

Η εκτελεση του 1970
 
Ως γνωστο ο πρωτος στιχος του "Ερωτοκριτου" μιλα για "του κυκλου τα γυρισματα". Το προτυπο τετοιων κυκλων ειναι βεβαια τα φυσικα φαινομενα - η εναλλαγη μερας και νυχτας, των φεγγαριων, των εποχων, της γεννησης και του θανατου. Χαρακτηριστικο αυτων των κυκλων ειναι, για να το πω απλα, οτι δεν μας ρωτανε. [Μονο στην χριστιανικη παραδοση αναφερεται οτι στην πολιορκια της Γαβαων, για να προφτασουν οι Ισραηλιτες να εκπορθησουν την πολη, ο θεος εκανε ηλιο και σεληνη να μεινουν ακινητοι για μια ολοκληρη μερα. (Ιησους του Ναυη, 10, 12-13)]
Οι κυκλοι της φυσης αγνοουν τα ανθρωπινα, οπως αυτο:
Ο Απρίλης με τον Ερωτα χορεύουν και γελούνε,
[...]
όποιος πεθάνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει.
Η φυση ειναι απ-ανθρωπη. Μαζι και η μουσικη που δενει οσο λιγα πραγματα τον ανθρωπο με τη φυση: Τοσο η αρχαια, οσο και η δημοτικη μουσικη, αλλα και το τραγουδι του "Ερωτοκριτου", προχωρανε με τετοιους κυκλους, δηλαδη επαναληψεις ρυθμικων και μελωδικων σχηματων που δεν παιρνουν διολου υποψη τους το υποκειμενικο - νοηματικο - συναισθηματικο περιεχομενο των λεγομενων. Αιφνης τα συμβαντα που εξιστορουνται στο τραγουδι, και που ειναι κυριολεκτικα γραμμενα απο οδυνη, αδονται χωρις καμια συμμετοχη του τραγουδιστη, με τον ιδιο τροπο με τον οποιο δεν συμμετεχει ο ηλιος και το φεγγαρι που περναν απο πανω τους, τα ιδια καθε μερα και καθε νυχτα.
 
 
Η διασκευη του 1974
Η διασκευη του Χαλαρη εχει κατι απο οπερα. Η μουσικη εχει γινει μαλακη, μαλθακη, σαν "ελαφρο ελληνικο τραγουδι". Υπαρχουν συναισθηματικα φορτισμενες λεξεις και φρασεις που εκτελουνται εμφατικα. Τα γυρισματα του κυκλου εχουν θαμπωσει. Δεν μιλα η ηλιος και το φεγγαρι αλλα η ανθρωπινη εσωτερικοτητα με τις εγνοιες και με τα παθη της.
 

βιβλιοθηκη / ΛΟΓΟΣ / Franz Kafka

βιβλιοθηκη / ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑ / Hansjörg Reck

εν παροδω / ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ / 26.04.2013 Φωτιση


Ο προηγουμενος προεδρος των Ηνωμενων Πολιτειων George Bush ξεκινησε να ζωγραφιζει. Δηλωσε σε μια συνεντευξη: Η ζωγραφικη "has been eye-opening for me. [...] I look at colors differently and I see shadow."

Υπεροχο! Καποιος ανακαλυπτει πως απο τοτε που δεν ειναι πλεον master of the universe προσεχει τα χρωματα και αντιλαμβανεται τις σκιες!

βιβλιοθηκη / ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑ / Wilfred Bion


Σεμινάριο στο Παρίσι (1978)    PDF

Βion: Πρέπει να εξηγήσω γιατί χρειάζεται να μιλήσω Αγγλικά. Είναι εν μέρει μόνον επειδή δεν μιλώ Γαλλικά, αν και έχω μάθει ή, καλύτερα, έχω διδαχθεί Γαλλικά όπως αυτά μιλιούνται στο Αγγλικό Δημόσιο Σχολείο, αλλά αυτά δεν είναι το είδος των Γαλλικών που εσείς θα μπορούσατε να καταλάβετε. Υπάρχουν και άλλοι λόγοι που θα γίνουν καθαρότεροι στην πορεία της συζήτησής μας. Θα ήθελα να την θεωρήσετε σαν μία σύσκεψη εργασίας όπου αυτό το πρόβλημα είναι κάτι που μας κοιτάζει όλους κατάφατσα. Για παράδειγμα, ένας νέος άντρας είκοσι πέντε ετών παραπονιέται ότι έχει μια μη ικανοποιητική οικογενειακή ζωή. Δεν είμαι σίγουρος για ποια οικογένεια μιλά, και στη διάρκεια μίας προκαταρκτικής συζήτησης τον ρωτώ για την ηλικία του και αυτός λέει, σαράντα δύο. Σαράντα δύο; Μα μόλις τώρα είπα είκοσι πέντε. Καθώς τον κοιτάζω πιο προσεκτικά παρατηρώ ρυτίδες στο πρόσωπό του, και από εκεί και πέρα μου φαίνεται ότι μοιάζει περισσότερο σαν εξήντα δύο παρά σαν είκοσι πέντε. Λοιπόν, ποια είναι η ηλικία του;
Η πρώτη ερώτηση που σας θέτω είναι, θα τον αναλάβετε αυτόν τον ασθενή ή όχι; Δεν υπονοώ ότι θα οφείλατε να το πείτε στον ασθενή ή σε εμένα ή σε οποιονδήποτε άλλον, αλλά τι λέτε στον εαυτό σας; Αν θέλετε να καταγράψετε την άμεση εντύπωσή σας τώρα, ίσως θα ήταν ενδιαφέρον για σας να κάνετε ένα σημείωμα λέγοντας «ναι» ή «όχι». Προκειμένου να απαντήσετε σε αυτήν την ερώτηση, προτείνω να χρησιμοποιήσετε μια διαδικασία κατά την οποία εγώ φθάνω σε μία κορύφωση (Vertex) από την οποία θα μπορούσα να σχηματοποιήσω κάποια εντύπωση όπως το αν θέλω να δω αυτόν τον ασθενή ξανά. Ας υποθέσουμε ότι εσείς βρίσκεστε σε ένα βιβλιοπωλείο, παίρνετε ένα βιβλίο, ξεφυλλίζετε λίγες σελίδες και διαβάζετε ότι έχω μόλις πει. Θα το παρατούσατε το βιβλίο για να πάρετε ένα άλλο; Ή θα σας άρεσε να ξεφυλλίσετε λίγες ακόμα σελίδες πριν πάρετε την απόφαση αν θα διαβάσετε αυτό το βιβλίο ή όχι; Έτσι έρχεται η δεύτερη ερώτησή μου : Σας ενδιαφέρει αυτή η ιστορία, θέλετε να διαβάσετε κάτι περισσότερο από αυτήν;
Θα δοκιμάσω άλλο ένα: Ας υποθέσουμε ότι ήταν ένα κομμάτι από μουσική που εσείς ακούγατε. Αυτό το είδος μουσικής θα σας ενδιέφερε; Θα αποφασίζατε να πάτε σε ένα κοντσέρτο να ακούσετε το υπόλοιπο από αυτό το κομμάτι μουσικής; Ή θα αποφασίζατε ότι αυτό δεν ήταν το δικό σας είδος μουσικής; Αυτό είναι ένα άλλο vertex. Βεβαίως, στην πραγματικότητα δεν έχουμε τόσο πολύ χρόνο, αλλά εδώ μπορούμε να παίξουμε αυτό το μικρό παιχνίδι.
Αλλάζοντας το vertex πάλι: Ας υποθέσουμε ότι περπατάγατε μέσα σε ένα κτίριο και βλέπατε ένα σχέδιο από χρώματα ριγμένα στο έδαφος από το φως που έρχεται διαμέσου ενός παραθύρου. Ο Χερέδια, στο ποίημα «Βιτρώ», (παρατίθεται στο τέλος), περιγράφει τα αγάλματα στα ταφικά μνημεία: δεν μπορούν να δουν, δεν μπορούν να ακούσουν, αλλά με τα μάτια τους από πέτρα βλέπουν αυτά τα χρώματα που απλώνονται αραιά στο δάπεδο. Καθώς ο ασθενής μου μιλά και το φως πέφτει πάνω σε αυτήν τη συζήτηση, τι χρώματα βλέπετε; Σας αρέσουν; Θα σας άρεσε να ξοδέψετε λίγο περισσότερο χρόνο εκεί; Θα σας άρεσε να μελετήσετε το παράθυρο διαμέσου του οποίου εισδύει το φως ώστε να ανακαλύψετε τι είδος σχέδιο υπάρχει στο τζάμι αυτού του παραθύρου;
Δεν θέλω να προτείνω κάτι περισσότερο επειδή θα ήθελα εσείς να σκεφτείτε διαφορετικά vertex που μπορείτε να χρησιμοποιήσετε όταν είστε αντιμέτωποι όχι με ένα βιβλίο, όχι με μία ζωγραφιά, όχι με ένα παράθυρο, αλλά με ένα πρόσωπο. Τι είδους σκιά ρίχνει στον νου ας;
Για να επιστρέψουμε στην αναλυτική κατάσταση, θα λέγαμε σε αυτόν τον ασθενή να ξαναέλθει; Όπως, ας πούμε, θα γυρνούσαμε άλλη μια σελίδα στο βιβλίο, θα ακούγαμε λίγα ακόμα μέτρα από την μουσική, ή θα σταματούσαμε εκεί; Ο καθένας από εμάς έχει να απαντήσει σε αυτήν την ερώτηση ολομόναχος. Δεν σας ζητώ να πάρετε ένα ψυχιατρικό vertex αυτή τη στιγμή- είναι πολύ νωρίς. Έχετε μόλις λίγες προτάσεις (από την συνομιλία) και μόλις λίγα λεπτά που βλέπετε αυτόν τον άνθρωπο. Αισθάνεστε να έχετε την τάση να πείτε, «Ωραία, νομίζω ότι θα ήταν καλύτερα να σας δω αύριο», ή την επόμενη εβδομάδα, ή «θα ήθελα να σας δω πάλι σε έναν μήνα»; Κανείς δεν μπορεί να σας πει τι να κάνετε, επειδή κανείς δεν γνωρίζει τι είδος άνθρωπος είστε ή για τι είστε ικανός.
Ένας άλλος λόγος για τον οποίο μιλάω Αγγλικά είναι αυτός: Είμαι εξοικειωμένος με φράσεις όπως, πράσινο του φθόνου, κίτρινο της ζήλιας, μαύρο της απελπισίας, κόκκινο του θυμού. Σκέφτεστε (κι εσείς) κάπως έτσι; Αν ναι, ποια είναι τα χρώματα που βλέπετε σ’ αυτήν την συνομιλία; Με τι χρώματα θα ζωγραφίζατε αυτήν την συνομιλία; Μπορεί να πείτε ότι δεν είστε ζωγράφοι, αλλά είναι πολύ σημαντικό για εσάς να γνωρίζετε ποιοι ή τι είστε. Αυτός είναι ένας λόγος για τον οποίο υποστηρίζουμε ότι οι άνθρωποι θα ήταν καλό να αναλύονται ώστε να εξοικειώνονται με το ποιος είναι ο εαυτός τους. Είναι πολύ απίθανο να το έχετε ανακαλύψει μέχρι τώρα. Έτσι λοιπόν, αν και η τάση σας μπορεί να είναι να λέτε ότι δεν ζωγραφίζετε, εγώ λέω ότι ζωγραφίζετε. Συνεπώς, βγάλτε έξω τα χρώματά σας. Μην κρατήσετε σημειώσεις γι’ αυτήν την ιστορία, κάντε μερικά σημάδια πάνω σε χαρτί. Χρησιμοποιήστε λίγα απλά χρώματα σαν το μπλε, το μαύρο, το κίτρινο, το πράσινο. Κατόπιν κοιτάξτε το και θα πάρετε από εκεί μια ιδέα για την εντύπωση που σας έκανε εκείνος ο ασθενής. Αν ήσασταν ένας μουσικός, τι κομμάτι μουσικής θα συνθέτατε; Αν ήσασταν ένας συγγραφέας, τι γλώσσα θα διαλέγατε; Γαλλικά; Γαλλικά όπως μιλιούνται στο Παρίσι, στο Midi, ή στην Τουραίν;
Λοιπόν, ακούγοντας την συνομιλία ανάμεσα σ’ εσάς και τον ασθενή σας, τι γλώσσα μιλιέται, είτε από αυτόν ή αυτήν, είτε από εσάς είτε και από τους δύο σας;
Ερώτηση: Είναι ενδιαφέρον να σημειώσουμε ότι στα γαλλικά λέμε, «Κίτρινο του φθόνου» μάλλον παρά πράσινο.
Bion: Γι αυτό είναι τόσο σημαντικό να γνωρίζουμε όχι τις γλώσσες που μιλιούνται στην Γαλλία ή την Αγγλία -αυτά τα γεωγραφικά σύνορα δεν έχουν σημασία όταν έρχεται ένα ερώτημα για την σκέψη ή τον χαρακτήρα ή την προσωπικότητα- αλλά να δανειζόμαστε την γλώσσα των ζωγράφων, των μουσικών και ούτω καθ’ εξής, και να την χρησιμοποιούμε σε αυτό το ασυνήθιστο θέμα με το οποίο ασχολούμαστε.
Ερώτηση: Νομίζετε ότι είμαστε σε θέση να επιλέξουμε το vertex;
Bion: Ναι, και όσο περισσότερο γνωρίζετε τον εαυτό σας, τόσο περισσότερο γνωρίζετε ποιο vertex να διαλέξετε ώστε να χειρισθείτε το πρόβλημα. Για παράδειγμα, κοιτάζοντας αυτόν τον άντρα που έχω προσπαθήσει να περιγράψω, θα τον διαλέγατε για να πάτε μαζί του για ορειβασία; Θα τον διαλέγατε σαν έναν από την ομάδα σας στον Γύρο της Γαλλίας; Δεν μας ενδιαφέρει για την ψυχανάλυση ή την ψυχιατρική μέχρι αυτήν την στιγμή –υπάρχει το οτιδήποτε για το οποίο θα τον επιλέγατε; Είτε μας αρέσει είτε όχι, η απόφαση είναι αυθαίρετη καθώς την ανάλυση την επιτελεί ο καθένας μας μόνος του – είναι μοναχικό επάγγελμα.
Είμαστε εξοικειωμένοι με την ιδέα ότι η ψυχανάλυση είναι μία προσπάθεια επιστημονικής προσέγγισης της ανθρώπινης προσωπικότητας. Είναι μια αντίληψη που προσδίδει μεγάλη σημασία στην πραγματικότητα, στην αλήθεια, στο αληθινό πράγμα. Αν είναι έτσι, υπάρχουν αρκετοί άνθρωποι που είναι επιστήμονες χωρίς αυτήν την επίσημη κατηγοριοποίηση. Ένας ζωγράφος για παράδειγμα, που μπορεί να πιστεύει ότι ένας πίνακας οφείλει να είναι πιστός στην αλήθεια, θα σας παρουσιάσει κάποια πλευρά της αλήθειας που μπορεί διαφορετικά να μην την προσέξετε. Αυτός δεν είναι ψυχαναλυτής, αλλά ζωγραφίζει μία εικόνα. Κοίταξε αυτήν την εικόνα και κατόπιν μπορείς να δεις πως είναι ένα δένδρο ή ένα πρόσωπο. Μπορεί ένας συγγραφέας να γράφει για χαρακτήρες όπως ο Φάλσταφ, ο Ληρ, ο Οθέλος, ο Μάκβεθ, που είναι φανταστικοί, αλλά παρ’ όλ’ αυτά μας φέρνει στο νου πραγματικούς ανθρώπους. Το τελευταίο επιστημονικό άρθρο που διαβάσατε στην Διεθνή Επιθεώρηση της Ψυχανάλυσης σας φέρνει στο νου πραγματικούς ανθρώπους, ή μήπως όχι;
Ερώτηση: Υποστηρίζετε ότι η αναλυτική εμπειρία μπορεί να είναι καμιά φορά απανθρωποποιητική;
Bion: Νομίζω ότι υπάρχει μεγάλος κίνδυνος γι’ αυτό. Έρχομαι διασχίζοντας ένα πλήθος απ’ αυτό που θεωρείται ότι είναι επιστημονική ψυχανάλυση, αλλά αυτό δεν μου φέρνει τίποτ’ άλλο από πλήξη.
Η κατάσταση στο δωμάτιο θεραπείας, η σχέση ανάμεσα σε αυτούς τους δύο ανθρώπους, είναι κατά κάποιον τρόπο σαν τις στάχτες από μια φωτιά. Υπάρχει καμία σπίθα που θα μπορούσε να ξεσπάσει σε φωτιά; Σε αυτό το λίγο που έχω περιγράψει, θα οφείλαμε να εξετάσουμε, να παρατηρήσουμε, να αφιερώσουμε προσοχή σε διανοητικά μπάζα- υπολείμματα απ’ ότι έχουμε διδαχθεί, υπολείμματα από ότι εμείς έχουμε μάθει, υπολείμματα από ότι ο ασθενής έχει διδαχθεί. Στην ανάλυση βλέπει κανείς όλων των ειδών τα μπάζα. Τι έχει συμβεί στο πρόσωπο ενός άνδρα σαράντα δύο ετών; Γιατί να φαίνεται είκοσι πέντε ή εξήντα δύο; Γιατί λέει ότι είναι σαράντα δύο; Είναι όλα μέρος από τα μπάζα. Αυτά τα κομμάτια συνταιριάζουν μεταξύ τους; Θα μπορούσατε να τα βάλετε μαζί έτσι ώστε να κάνουν νόημα;
Ερώτηση: (μία μη καλώς ακουόμενη αναφορά σε «ψυχωτική εμπειρία»)
Bion: Η ιδέα ότι αυτό είναι μία ψυχωτική εμπειρία είναι πολύ εγκεφαλική. Στην ανάλυση ενδιαφερόμαστε για κάτι που θα μπορούσε, τελικά, να εκφρασθεί με εγκεφαλικούς όρους, αλλά τότε δεν είναι έτσι όπως αυτό εμφανίζεται σ’ εμάς, που ασκούμε την ανάλυση . Αυτός είναι ένας λόγος για τον οποίο πρέπει να συμφιλιωθούμε με το γεγονός ότι οι ασθενείς δεν έρχονται σ’ εμάς με μικρές ετικέτες κολλημένες πάνω τους που λένε, «μανιακός», ή «καταθλιπτικός», ή «μανιοκαταθλιπτικός» ή «σχιζοφρενής». Εάν έλθουν με τέτοιες ταμπέλες οφείλουμε να τις θεωρήσουμε σαν επιπλέον υπολείμματα από μπάζα. Δεν εννοώ αποκαλώντας τα μπάζα ότι δεν είναι άξια προσοχής. Εννοώ ότι είναι κάτι που πρέπει να παρατηρηθεί και να εξετασθεί προσεκτικά με πολύ μεγάλη φροντίδα, διαφορετικά μπορεί να χαραμίσετε τον απαραίτητο ζωτικό σπινθήρα. Δεν υπάρχει η πολυτέλεια να ρίξει κανείς παράμερα ευφάνταστες υποθέσεις, στη βάση του ότι αυτές δεν είναι επιστημονικές- θα οφείλατε τότε επίσης να πετάξετε τον σπόρο ενός φυτού, στη βάση του ότι αυτός δεν είναι ένας δρυς ή ένας κρίνος αλλά απλώς ένα σκουπίδι. Αυτό βρίσκει εφαρμογή σε όλα όσα Συμβαίνουν στο δωμάτιο ψυχοθεραπείας.
Υποστηρίζω όμως ότι θα άξιζε τον κόπο να το βλέπαμε όχι σαν δωμάτιο ψυχοθεραπείας, αλλά σαν το ατελιέ σας. Τι είδους καλλιτέχνης είστε; Αγγειοπλάστης; Ζωγράφος; Μουσικός; Συγγραφέας; Με βάση την εμπειρία μου αρκετοί αναλυτές δεν γνωρίζουν πραγματικά τι είδους καλλιτέχνες είναι.
Ερώτηση: Και αν δεν είναι καλλιτέχνες;
Bion: Τότε βρίσκονται σε λάθος επάγγελμα. Δεν γνωρίζω ποιο επάγγελμα είναι καλό γι’ αυτούς επειδή ακόμα κι αν δεν είναι ψυχαναλυτές χρειάζεται να είναι καλλιτέχνες στην ίδια την ζωή. Ένας μαθηματικός μπορεί να δει την ομορφιά μιας αλγεβρικής διατύπωσης, ένας μουσικός μπορεί να ακούσει ένα χειρόγραφο που είναι απλώς μαύρα σημάδια πάνω σε λευκό χαρτί. Χρησιμοποιώντας ακόμα και την γλώσσα που εγώ γνωρίζω καλύτερα, δεν μπορώ να σας πω τι είναι ένας «καλλιτέχνης». Προτιμώ να πάτε πέρα από την λέξη και να δείτε τι προσπαθώ να σας μεταφέρω με αυτήν την πολύ ανεπαρκή λέξη. Δεν πρόκειται βεβαίως για κάποιον που είναι ικανός να ξεγελάσει τα μάτια σας, να σας κάνει να νομίσετε ότι υπάρχει ένα δένδρο εκεί όπου δεν υπάρχει κανένα, αλλά είναι κάποιος που σας κάνει ικανούς να δείτε ότι υπάρχει πραγματικά ένα δένδρο εκεί και με τις ρίζες του μαζί, ακόμα κι αν αυτές βρίσκονται κάτω από το έδαφος.
Υποδεικνύω ότι πίσω από αυτόν τον σαρανταδυάχρονο άνδρα είναι κρυμμένο ένα πρόσωπο, και αυτό το πρόσωπο έχει ρίζες, ασυνείδητες, που όπως οι ρίζες ενός δένδρου, είναι κρυμμένες από την θέα. Δεν υπάρχουν μόνον κλαδιά που διακλαδώνονται σε νεύρα φύλλων, αλλά κάτω από την επιφάνεια έχει ρίζες. Έτσι λοιπόν, όταν αυτό το πρόσωπο έρχεται στο δωμάτιό σας τι βλέπετε; Δεν ρωτώ απλώς τι βλέπετε με τα μάτια σας, αλλά επίσης η διαίσθησή σας τι σάς επιτρέπει να δείτε;
Ερώτηση: Όταν συσχετίζετε τις ρίζες του δένδρου με το ασυνείδητο, έχετε μίαν εικόνα από κάτι που μπορεί να γίνει εμπειρατό σαν ρίζες του ασυνείδητου, ή το ασυνείδητο σαν ρίζες;
Bion: Όχι. «Ασυνείδητο» είναι απλώς μία από εκείνες τις λέξεις που επινοήθηκαν από τον Φρόιντ σε μία προσπάθεια να τραβήξει την προσοχή σε κάτι που πραγματικά υπάρχει. Αλλά, ως συνήθως, κανείς πιάνεται από την λέξη, και κατόπιν υπάρχουν αυτές οι ατελείωτες, βαρετές- για μένα- λογομαχίες γύρω από την Κλαϊνική θεωρία, την θεωρία του Άμπρααμ, και όλα τα είδη θεωριών.
Δεν μπορώ να έχω ενδιαφέρον γι’ αυτά επειδή συσκοτίζουν το γεγονός ότι υπάρχει, στο βαθμό που καταλαβαίνω, αληθινά κάτι τέτοιο όπως ένα ανθρώπινο πνεύμα ή προσωπικότητα. Δεν πιστεύω ότι έχει κανείς μέχρι τώρα ανακαλύψει πως ο ανθρώπινος χαρακτήρας ή η προσωπικότητα μπορούν να περιγραφούν αν και ένας πραγματικά καλός ζωγράφος πορτραίτων μπορεί να ζωγραφίσει κάτι που δεν δείχνει απλώς το χρώμα του δέρματος ή το σχήμα του προσώπου. Ένας ζωγράφος στην Αγγλία ζωγράφισε ένα πορτραίτο του Ουίλσον Τσόρτσιλ. Η γυναίκα του το μίσησε τόσο πολύ που το κατέστρεψε. Ο καλλιτέχνης, ο Γκράχαμ Σάδερλαντ, δεν ήταν ένας ψυχαναλυτής, δεν ήταν σε αυτήν την κατηγορία, σε αυτό το κουτί, αλλά ήταν αναλυτής ή δεν ήταν; Θα μπορούσατε κι εσείς παρόμοια (με τον προηγούμενο ερωτώντα) να μου πείτε, «Α ναι, αλλά εγώ δεν είμαι Σεζάν, δεν είμαι Σάδερλαντ».
Δεν θέλω να σας κολακεύσω, αλλά πως γνωρίζετε ότι δεν είστε; Έχετε βρεθεί στο ατελιέ σας και έχετε ανακαλύψει τι είδους καλλιτέχνης είστε;
Ερώτηση: Θα μπορούσατε να πείτε κάτι γι’ αυτό που έχετε περιγράψει σαν καταστροφική κατάσταση;
Bion: Η λέξη «καταστροφή» πρέπει επίσης να γίνει κατανοητή στο φως αυτού που πηγαίνει στην αντίθετη κατεύθυνση. Την σκέφτομαι σαν ‘ breaking down’ που είναι πολύ κοντά στην εικόνα του ‘breaking up’.
Σε μια αναλυτική κατάσταση ο αναλυτής ενδιαφέρεται για την προσπάθεια να κάνει συνειδητό, για την προσπάθεια να φέρει στην επίγνωση κάτι που ο ασθενής έχει συχνά ξοδέψει την ζωή του προσπαθώντας να το κάνει ασυνείδητο. Υπάρχουν δύο άνθρωποι στο δωμάτιο που βρίσκονται μαζί την ίδια ώρα, στο ίδιο μέρος, αλλά οι κατευθύνσεις προς τις οποίες σκέφτονται είναι διαφορετικές. Θα μπορούσαν να είναι σύμφωνες εάν ο αναλυτής συναινούσε να γίνει πολύ διαταραγμένος και βασανισμένος με το ίδιο είδος νεύρωσης ή ψύχωσης όπως ο ασθενής, αλλά συνήθως υποτίθεται ότι ο αναλυτής δεν θα έπρεπε να χάνει την ικανότητά του να είναι ενήμερος για τον κόσμο της πραγματικότητας, αν και μπορεί να εστιάζει την προσοχή του σε έναν κόσμο διαφορετικού τύπου από αυτόν της πραγματικότητας. Το απλούστερο παράδειγμα που μπορώ να δώσω είναι αυτό: είμαστε στην κατάσταση του νου που συνήθως είναι γνωστή σαν κατάσταση ξύπνιου ή συνειδητότητας και ενημερότητας γι’ αυτό που συμβαίνει- έτσι νομίζουμε. Όμως όταν κοιμόμαστε βρισκόμαστε σε μία διαφορετική κατάσταση του νου. Αυτή η διάκριση ανάμεσα σε μέρα και νύχτα δεν είναι πολύ διαφωτιστική, αλλά νομίζω ότι είναι χρήσιμο αν μπορεί κανείς να διατηρεί την πολύτιμη ποιότητα της ύπαρξης που είναι σε θέση να κοιμάται, μαζί με την πολύτιμη ποιότητα της ύπαρξης που είναι σε θέση να είναι ξύπνια. Αυτό το «πάντρεμα» συχνά δεν φαίνεται να είναι αρμονικό. Για παράδειγμα, ασθενείς μπορεί να ομολογούν ότι είχαν ένα όνειρο αλλά δεν το παίρνουν στα σοβαρά. Δεν έχουν την διάθεση να σας πουν πως ονειρεύτηκαν και τι είδαν. Λένε, «ά, απλώς το ονειρεύτηκα».
Δεν γνωρίζω γιατί «απλώς το ονειρεύτηκαν». Αν το βελανίδι έλεγε, «ά, αυτά είναι απλώς ρίζες», τι θα σκεφτόταν κανείς; Στο κάτω- κάτω, ακόμα κι ένα βελανίδι χρωστάει κάτι στις ρίζες. Έτσι λοιπόν, τι να συμπεράνει κανείς για έναν ασθενή που νομίζει ότι «απλώς το ονειρεύτηκε»; Ο Φρόιντ πίστευε ότι στα όνειρα θα έπρεπε να φερόμαστε με σεβασμό – Νομίζω αυτό είναι το πιο σημαντικό μέρος του έργου του, αλλά δεν πιστεύω ότι έχουμε φθάσει κοντά στο να δρέπουμε τα επακόλουθα από την φροντίδα των ονείρων με σεβασμό.
Ερώτηση: (Ερωτήσεις για την σημασία των όρων “breaking down” και “breaking up”. Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοίχηση στα Γαλλικά).
Bion: Τι σας λέει ο ασθενής όταν νομίζει ότι πάει να τρελαθεί;
Έχετε να ανακαλύψετε από τον ασθενή τι σημαίνει αυτό. Όταν εκείνος λέει ότι καταρρέει (breaking down), ενδεχομένως έτσι μοιάζει και έτσι ηχεί μία κατάρρευση. Δεν είστε υποχρεωμένοι να δεχθείτε ότι η διάγνωση του ασθενούς είναι σωστή, αλλά μπορείτε εσείς ο ίδιος να κοιτάξετε την εικόνα που εκείνος αποκαλεί «κατάρρευση». Έχετε τότε μια ευκαιρία να χρησιμοποιήσετε τις αισθήσεις σας ώστε να σας πουν τι σημαίνει αυτή η λέξη και επίσης τι γλώσσα μιλά ο ασθενής. Δεν είναι καλό να στεκόμαστε στο ότι αυτός μιλά Γαλλικά ή Αγγλικά, αυτό είναι κάτι πολύ αδέξιο.
Ερώτηση; Είναι η ιδιάζουσα «οξύτητα» της γλώσσας που αναπτύσσεται στο ατελιέ;
Bion: Ναι, και η ιδιάζουσα «οξύτητα» αυτού που κάνει ο αναλυτής. Οι πίνακες του Cezanne από το Montagne Sainte Victoire δεν είναι ίδιες με τις φωτογραφίες που θα έπαιρνα εγώ αν το φωτογράφιζα. Ποια είναι η διαφορά; Πρέπει να κοιτάξετε στους πίνακες για να την βρείτε, αυτοί είναι η μόνη γλώσσα που ο Cezanne μπορούσε να μιλήσει για να μου μεταφέρει τι θα μπορούσα να δω αν κοίταζα προς αυτό το βουνό.
Οι ασθενείς σας δεν είναι πραγματικά πολύ καλοί καλλιτέχνες, αλλά συνήθως αυτοί γνωρίζουν πως είναι όταν αισθάνονται τα αισθήματά τους. Όταν προσπαθούν να σας τα πουν, δεν έχουν πλούσιο λεξιλόγιο. Έτσι λοιπόν άκουσε αυτό που λένε και κοίταξε αυτό που είναι, σύγκρινε αυτά τα δύο και κατόπιν διαμόρφωσε το συμπέρασμά σου για το αν βρίσκονται – για να χρησιμοποιήσω την Αγγλική γλώσσα- σε κατάσταση «breaking up», «breaking down» ή «breaking through» .
Ο ασθενής συνήθως περιγράφει κάτι που είμαι σίγουρος ότι υπάρχει – ψυχικό πόνο.
Όταν είναι σωματικός μπορείτε να ρωτήσετε, «Τι είδους πόνος είναι;»
Με το είδος των ασθενών που έχουμε χρειάζεται να μπορούμε να αναγνωρίζουμε τα διαφορετικά ονόματα που δίνονται στον πόνο: αγχωμένος φοβισμένος, αμήχανος, ντροπιασμένος, και ούτω καθ’ εξής. Όλ’ αυτά είναι διαφορετικές ποικιλίες πόνου. Αν προσπαθούσατε να τα ζωγραφίσετε θα έπρεπε να χρησιμοποιήσετε διαφορετικές αποχρώσεις χρωμάτων, οι ψυχαναλυτές όμως πρέπει να επινοήσουν την γλώσσα. Το υλικό μας δεν είναι εμφανές, δεν είναι απτό.
Μερικές φορές ένας ασθενής δεν φαίνεται να είναι σε θέση να επικοινωνήσει και επιθυμεί να κρατήσει το χέρι σας, να έχει μία σωματική μέθοδο επικοινωνίας. Οι περισσότεροι αναλυτές αυτοσυγκρατούνται στην λεκτική επικοινωνία, αλλά αυτό είναι μία μόλις πρόσφατα ανακαλυφθείσα μέθοδος επικοινωνίας- όχι μία πολύ καλή μέθοδος αλλά η καλύτερη που γνωρίζουμε.
Ερώτηση: Πρόσφατα είχα έναν ασθενή που δεν αισθανόταν ότι ήταν αναγκαίο να μιλά με σκοπό να επικοινωνήσει μαζί μου.
Bion: Τέτοιοι ασθενείς δεν καταλαβαίνουν πραγματικά τις δυνατότητες της λεκτικής επικοινωνίας. Καταλαβαίνουν όμως τις δυνατότητες να μπορούν να εκκενώνουν τα ούρα τους ή να βγάζουν την αναπνοή τους. Αυτό που αντιλαμβάνονται όταν μιλούν είναι η μυϊκή δραστηριότητα της αποβολής και όχι η πνευματική ποιότητα της σκέψης
Ερώτηση: Αυτό επιβεβαιώνει την εμπειρία μου με αυτόν τον ασθενή. Μια φορά ήταν κατατρομαγμένος για έναν φίλο του που τον έλεγαν Pierre. Νόμιζε ότι ήταν πολύ σκληρά…(φράση που δεν ακούγεται καλά…)… όμοια με το να πετιούνται πέτρες έξω από το στόμα του.
Bion: Είναι πολύ δύσκολο να έχεις μια οποιαδήποτε εντύπωση εκτός κι αν είσαι με τον ασθενή. Μία πιθανότητα είναι ότι αυτός είναι ιδιαίτερα ευαίσθητος στην σωματική δραστηριότητα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε να φοβάται είτε ότι θα έχανε κάποιο μέρος της προσωπικότητάς του αν μιλούσε, ή ότι θα ήταν δυνατόν να τραυματίσει τον αναλυτή με αυτές τις πέτρες. Θα μπορούσε να πει πράγματα πολύ επώδυνα, χοντροκομμένα πράγματα, βρισιές. Μία ακόμα λογική υπόθεση θα μπορούσε να είναι ότι φοβάται πως αν είναι αυθόρμητος ή φυσικός θα πει προσβλητικά πράγματα που θα θύμωναν πολύ τον αναλυτή.
Όταν αυτός ο ασθενής μιλά στον αναλυτή ποια πλευρά του εαυτού του εκφράζεται; Θα μπορούσε να αντιλαμβάνεται την ανάπτυξη πέτρας στο νεφρό πολύ πριν φανεί οτιδήποτε στις ακτινογραφίες ή στην φυσική εξέταση; Τότε όμως επίσης, οι πιο αποδεκτές μας ιδέες σε ότι αφορά την ανταπόκρισή μας στους ελεύθερους συνειρμούς του ασθενούς θα μπορούσε να είναι αυτό το σχήμα: ένα σωματικό σύμπτωμα, ο σχηματισμός της πέτρας, καταδεικνύεται νωρίτερα στον νου απ’ ότι με οποιονδήποτε άλλο τρόπο. Το ερώτημα είναι, τι λέτε στον ασθενή;
Πως μεταφέρετε τις σκέψεις σας, τα αισθήματά σας, τις ιδέες σας σε σχέση με ότι παρουσιάζεται καθεαυτό σ’ εσάς, σε μία λεκτική γλώσσα που θα μπορούσε ο ασθενής να καταλάβει και που θα ήταν επίσης σωστή. Είναι πολύ ζόρικο πρόβλημα και δεν βλέπω τρόπο να απαντηθεί παρεκτός κι αν βρίσκεσαι μέσα στο δωμάτιο ψυχοθεραπείας.
Ερώτηση: Αναρωτιέμαι αν αυτό είναι που συμβαίνει επίσης με τα παιδιά…(φράση που δεν ακούγεται καλά)
Bion: Είναι δύσκολο να γνωρίζει από πού είναι η προέλευση του πόνου. Τα παιδιά σήμερα έχουν συχνά οξυμένη ευαισθησία γι’ αυτό που συμβαίνει, γνωρίζουν πολλά πράγματα γύρω από το σχολείο τους, τους δασκάλους τους, τον τόπο ή την πόλη ή την χώρα που ζουν. Αλλά δεν είναι το ίδιο πράγμα που εμείς γνωρίζαμε όταν μεγαλώναμε.
Έτσι όταν αυτά σας λένε κάτι μπορείτε να είστε δικαιολογημένα σίγουροι ότι η πληροφορία τους είναι πολύ ακριβής αλλά η εμπειρία τους δεν είναι μεγάλη. Δεν έχουν ζήσει αρκετά ώστε να είναι σε θέση να καταλαβαίνουν τι τους λέει η πληροφορία των αισθήσεών τους. Μπορεί να είναι τελείως φυσιολογικό για ένα παιδί να είναι πιστό στους συνομήλικους του και γι’ αυτό να μην θέλει να δώσει πληροφορίες σε κάποιον που είναι από διαφορετική γενιά. Έτσι λοιπόν, υπάρχει ένας διχασμός που δεν είναι απλώς ανάμεσα στο συνειδητό και το ασυνείδητο κάποιου, αν και είναι παρεμφερής με αυτόν. Υπάρχει ένας διχασμός ανάμεσα σε αυτό που το παιδί σας υπενθυμίζει ότι κάποτε ήσασταν, με αυτό που σήμερα γνωρίζετε ότι είστε.
Μπορεί να έχετε ξεχάσει ότι το παιδί που ήσασταν ήταν πιστό στα άλλα αγόρια και κορίτσια και δεν έλεγε στους γονείς σας πράγματα που γνωρίζατε και δεν τα θεωρούσατε ως επικίνδυνα, επειδή δεν είχατε αρκετή εμπειρία ώστε να γνωρίζετε ότι ήταν επικίνδυνα.
Έτσι λοιπόν, έχετε αυτό το πρόβλημα το οποίο έχει εν μέρει να κάνει μ’ εσάς, εν μέρει με το πραγματικό παιδί που έρχεται σ’ εσάς, αλλά επίσης έχει σχέση με αυτό που έχω περιγράψει σαν «γενική τάση». Δεν μιλώ για την μόδα, που είναι απλώς μια περαστική εκδήλωση της γενικής τάσης, αλλά την ίδια την γενική τάση –αυτή την δύναμη που υπάρχει, πάντα υπάρχει και είναι πολύ ισχυρή.
Αισθάνομαι ότι έχουμε αφήσει την συνέντευξη με τον σαρανταδυάχρονο άντρα για αρκετή ώρα. Εδώ μπορούμε να συζητάμε το πρόβλημα σε μεγάλη έκταση, αλλά δεν μπορούμε να κάνουμε το ίδιο στο δωμάτιο ψυχοθεραπείας. Το ερώτημα είναι, γιατί μου φέρνει στον νου έναν νεαρό άντρα είκοσι πέντε ετών; Και γιατί καθώς τον κοιτάζω μου φέρνει στον νου έναν άντρα εξήντα δύο ετών; Σε αυτό το σημείο αναρωτιέμαι αν έχει παιδιά. Θα τον έκαναν μεγαλύτερο ή μικρότερο; Νομίζω ότι θα μου άρεσε να τον ξαναδώ μία άλλη μέρα. Μπορεί τότε να ανακάλυπτα αν είναι παντρεμένος ή όχι, ή αν αυτός και η φίλη του έχουν κάνει παιδιά.
Χρησιμοποιώ την ιδέα της ψυχικής σύγκρουσης, αλλά υπάρχει σωματική σύγκρουση; Μπορεί ένα πρόσωπο να φαίνεται είκοσι πέντε χρονών και εξήντα δύο χρονών την ίδια στιγμή, αλλά όχι σαράντα δύο; Τι σωματικοί μύες χρησιμοποιούνται; Μερικοί από αυτούς είναι φωνητικές χορδές, αλλά τι άλλο; Τι γίνεται με την επιδερμίδα του; Τι γίνεται με τις ρυτίδες ή με την απουσία ρυτίδων πάνω στο πρόσωπό του; Πως γίνεται αυτό; Οφείλουμε εμείς σαν ψυχαναλυτές να είμαστε ενήμεροι για την σωματική σύγκρουση όπως είμαστε για την ψυχική σύγκρουση;
Θυμάμαι έναν ασθενή που ήταν πάντα πολύ συνεργάσιμος και ύστερα από καιρό –πιθανώς πολύ καιρό φοβάμαι- μου έγινε φανερό ότι ήταν ο μόνος ασθενής που δεν χάλαγε την εμφάνιση του ντιβανιού. Όταν έφευγε, ήταν σχεδόν σαν κανένας να μην είχε ξαπλώσει σε αυτό. Κατόπιν μου ήλθε στον νου ότι αυτός ξάπλωνε ακριβώς στο ίδιο μέρος κάθε φορά που ερχόταν. Αυτό με έκανε να σκεφτώ ότι ήταν ένα είδος καταληψίας, ψυχικής καταληψίας.
Δεν θα μπορούσα, ειλικρινά, να πω ότι αυτός ονειρευόταν. Δεν θα μπορούσα, ειλικρινά, να πω αν ποτέ αυτός ήταν ξύπνιος. Ήταν ανάμεσα στα δύο. Δεν ήταν ασυνείδητος, δεν ήταν συνειδητός. Πως ζούσε σε μία, ακριβώς τέτοια, ψυχική κατάσταση;
Σωματικά, μπορούσε να ξαπλώνει σε μία ακριβώς θέση πάνω στο ντιβάνι: τώρα έγινε καθαρό ότι έκανε, ψυχικά, το ίδιο πράγμα.
Ερώτηση: Υπάρχουν δύο σημεία που θα ήθελα να αναδείξω. Πρώτον, εδώ στο Παρίσι υπάρχουν παράπονα ότι δεν υπάρχει συζήτηση την επιλογή ασθενών. Δεύτερον, μου έχει ειπωθεί αρκετές φορές ότι ασθενείς θέλουν να σταματήσουν την ανάλυση αλλά οι αναλυτές τους δεν θέλουν να τους αποχωριστούν,
Bion: Θα προσφύγω σε μια έκφραση που την βρίσκω χρήσιμη, δανειζόμενος έναν όρο από τα μαθηματικά:«απόλυτη πρωτοβουλία». Με «απόλυτη» εννοώ σε όποια από τις δύο κατευθύνσεις –πρωτοβουλία για να πάμε πίσω, πρωτοβουλία να πάμε μπροστά. Το ενδιαφέρον σημείο είναι η πρωτοβουλία, όχι η κατεύθυνση. Αυτό μου φαίνεται πολύ κοντινό σε κάτι θεμελιώδες και βασικό, αν και σωματικό, σχεδόν όπως οι λειτουργίες ή οι ωθήσεις που εμφανίζονται όταν δραστηριοποιείται η αδρεναλίνη, που κάνουν δυνατόν να πολεμήσει κανείς ή να το βάλει στα πόδια, να τρέξει στον κίνδυνο ή μακριά από αυτόν. Ονομάζω «πρωτοβουλία» το ουδέτερο σημείο ανάμεσα σε αυτά τα δύο. Ποιος δίνει γέννηση σε ένα παιδί; Η μητέρα, ή το τελειόμηνο έμβρυο; Το τελειόμηνο έμβρυο με κάποιο τρόπο υποδηλώνει ότι ήταν αρκετά μέσα στην μητέρα του; Ή η μητέρα υποδηλώνει ότι αρκετά πια με την μεταφορά αυτού του φορτίου; Αυτό μπορεί να εκφρασθεί και με εικονογραφημένο τρόπο. Ας ξεκινήσουμε πάλι.
Θέλει ο ασθενής να δει τον αναλυτή, ή θέλει ο αναλυτής να δει τον ασθενή; Νομίζω ότι η κατάσταση καταληψίας πράγματι αντιπροσωπεύει ένα είδος καταφυγίου, δεν κάνετε ούτε το ένα ούτε το άλλο.
Μίαν άλλη μέρα άκουσα μια ενδιαφέρουσα περιγραφή από έναν ασθενή που φαινόταν να μνημονεύει την Δεκάτη τετάρτη του Ιουλίου. Φαινομενικά είπε πολλά, αλλά τίποτα για την Πτώση της Βαστίλης ή για τον κόσμο που χόρευε στους δρόμους γιορτάζοντας την γιορτή. Αυτό μου φαίνεται κάπως σαν κοίταγμα σε μία ακτινογραφία στην οποία μπορείς να δεις τους πνεύμονες, αλλά γιατί είναι θαμπά σε αυτό το μέρος; Γιατί δεν μπορείς να δεις τις πλευρές καθαρά; Ποιο είναι το ζήτημα με αυτήν την ιστορία; Ενώ εξετάζετε τα μπάζα, όπως τα αποκαλώ, χρειάζεται επίσης να είστε ενήμεροι για το τι είναι λάθος με αυτήν την ιστορία που ακούτε. Τι λείπει; Έχετε ακούσει μόλις την αρχή και σχεδόν με βεβαιότητα θα έπρεπε να δείτε τον ασθενή πάλι. Αλλά την στιγμή που το κάνετε αυτό, ξεκινάτε επίσης ανάλυση και μπορεί να ανακαλύψετε ότι εσείς δεν θέλετε να συνεχίσετε με αυτόν τον ασθενή αλλά ότι ο ασθενής: θέλει να συνεχίσει μαζί σας. Πρέπει να είστε ενήμεροι για αυτήν την πιθανότητα σε κάθε στιγμή. Το ίδιο πράγμα βρίσκει εφαρμογή στο ατελιέ σας: μπορεί να μην έχετε αποφασίσει τι είδους καλλιτεχνείς μπορείτε να είστε, αλλά ενώ αναζητάτε αυτό στο οποίο είστε αρκετά καλοί, μπορεί να πρέπει να «κάνετε το καλύτερο δυνατόν σε μια κακή δουλειά», όπως λέμε εμείς, και να πρέπει να αποφασίσετε τι μπορείτε να κάνετε με αυτό που έχετε στο ατελιέ σας.
Είναι πολύ σημαντικό να γνωρίζετε ότι μπορεί ποτέ να μην είστε ικανοποιημένοι με την αναλυτική σας καριέρα αν αισθάνεστε ότι είστε περιορισμένοι σε ότι στενά αποκαλείται μία «επιστημονική» προσέγγιση. Είναι δυνατόν να έχετε μία ευκαιρία να νοιώσετε ότι η ερμηνεία που δίνετε είναι όμορφη, ή ότι πήρατε μία όμορφη ανταπόκριση από τον ασθενή. Αυτό το αισθητικό στοιχείο της ομορφιάς κάνει μία πολύ δύσκολη κατάσταση ανεκτή. Είναι πολύ σημαντικό να τολμάς να σκέφτεσαι ή να αισθάνεσαι οτιδήποτε σκέφτεσαι ή αισθάνεσαι, χωρίς να λογαριάζεις πόσο αντιεπιστημονικό είναι.

βιβλιοθηκη / ΑΠΩ ΑΝΑΤΟΛΗ / Το βοδι κι ο βοσκος του


Το βοδι κι ο βοσκος του 


Μεταφραση απο τη γερμανικη εκδοση: Der Ochs und sein Hirte

Μια παλια κινεζικη ιστορια του ζεν 

με διευκρινισεις του δασκαλου Daizohkutsu R. Ohtsu

με ιαπωνικους πινακες του 15ου αιωνα

σε μεταφραση

Kôichi Tsujimura και Hartmut Buchner



βιβλιοθηκη / ΝΟΗΣΗ / Friedrich Nietzsche

Πινακας του Hans Olde
Πινακας του Hans Olde

Μεταφρασεις
Uji [Αιων] [απο την γερμανικη, πλουσια σχολιασμενη μεταφραση του Koichi Tsujimura: "Sein=Zeit", και την αγγλικη των Dan Welch και Kazuaki Tanahashi: "The Time-Being"]
Σούτρα Βουνών και Νερών [απο την αγγλικη μεταφραση των Arnold Kotler και Kazuaki Tanahashi: Mountains and Waters Sutra]

Αναφορες

Σχολια του Byung-Chul Han για τον Dogen

Η πραγματικότητά μου (1957)
Σίγουρα, κάνω πίνακες και γλυπτά, κι αυτό από πάντα, από τότε που για πρώτη φορά σχεδίασα και ζωγράφισα, για να καταφέρω να συλλάβω την πραγματικότητα, ν' αμυνθώ, να τραφώ και να μεγαλώσω• να μεγαλώσω για να γίνω πιο δυνατός, να μπορώ να αμύνομαι και να επιτίθεμαι καλύτερα, για να μένω στο παιχνίδι, για να προχωρώ από κάθε άποψη και προς όλες τις κατευθύνσεις όσο μακρύτερα γίνεται, για να προστατεύομαι από την πείνα, το κρύο και τον θάνατο, για νά 'μαι όσο πιο ελεύθερος γίνεται, για να προσπαθήσω - με τα μέσα που σήμερα μου ανταποκρίνονται καλύτερα - να μπορώ να βλέπω και να καταλαβαίνω καλύτερα αυτά που με περιβάλλουν, να καταλαβαίνω τα πράγματα καλύτερα, για νά 'μαι όσο γίνεται ελεύθερος και ορμητικός ώστε να αναλώνομαι, να αναλώνομαι σ' αυτά που κάνω όσο πιο δυνατά γίνεται, για να τολμήσω την περιπέτειά μου, για ν' ανακαλύπτω νέους κόσμους, για να κάνω τον δικό μου αγώνα, από κέφι; από χαρά; για τον αγώνα, από κέφι να κερδίζω και να χάνω.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
"Πως να μιλησω για τη ζωγραφικη; ... κοιταζω, κι ολα μου ειναι ασυλληπτα, ακομα και το ποδι μιας καρεκλας."
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Γιωργος Σεφερης, Τετραδιο Γυμνασματων Β', 43
Κι αυτός ο γλύπτης
που έβλεπε κόκκινο τον ουρανό
και πάλευε με τον αδηφάγο χώρο
που γριτζάνιζε το άγαλμα μέσα στα χέρια του
μικρό κι ακόμη πιο μικρό και πιο λιγνό
ως το τιποτε.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Και ενα ομολογο απο την ποιηση - Paul Celan,
Ο Μεσημβρινος:
το ποιημα δειχνει, αυτο ειναι προδηλο, μια δυνατη κλιση προς την αφωνια.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Και ενα ομολογο απο την ψυχαναλυση:
Θα χρειάζονταν ο θεραπευτής, προπάντων αυτός, [...] να μάθει να διακρίνει αυτό που μπορεί και πρέπει να ειπωθεί κι αυτό που είναι ανάγκη και πρέπει να μένει ανείπωτο. Δηλαδή να μάθει πότε να μιλά και πότε να σωπαίνει. Δη¬λαδή να μάθει μιλώντας να σωπαίνει και σωπαίνοντας να μιλά. (
Η φυση του ψυχικου πονου)
~~~~~
Στον θεραπευτη δεν ειναι δυνατο να θετει βασεις και κανονες. Το μονο που εχει να πει στον πελατη ειναι πως ειναι ελευθερος να λεει ο,τι ερχεται στον νου του. "Το μονο", λεω, ομως τουτο ειναι πολυ. Προϋποθετει την ανοικτοτητα του θεραπευτη ν' ακουει. Και τουτο θα πει: Να σωπαινει, ειλικρινα και ολοψυχα, ακομα και οταν μιλα. (
Δραμα, κριση και λυση της διαπροσωπικης σχεσης)
Matsuo Basho
Matsuo Basho
Μεταφρασεις

Χαϊκου των Basho, Buson, Chasei, Isa, Kenkampo, Ruota, Sampou, Siki, Sôkan, Teitoku

Byung-Chul Han, Über die Dinge. Heidegger, Nietzsche und das Haiku [
Περι των πραγματων. Heidegger, Nietzsche και το χαϊκου]

Byung-Chul Han, απο το Gute Unterhaltung [
Καλη διασκεδαση]

Keiji Nishitani, απο το Was ist Religion? [
Τι ειναι θρησκεια; Ο Αγγλικος τιτλος: On Buddhism]

Αναφορες


Η πληροτητα του Μηδενος [απο τα γερμανικα: Die Fülle des Nichts]


Υποσχεση για τον ανθρωπο [απο τα γερμανικα: Gelöbnis für den Menschen]

Ας ξυπνησουμε στον αληθινο μας εαυτο με γαληνη κι αφεση, να γινουμε ανθρωποι αληθινα συναισθαντικοι, να εμπεδωσουμε και να χρησιμοποιησουμε τις ικανοτητες μας αντιστοιχα με την αποστολη του καθενα μας. Να δουμε τον πόνο στον καθένα και στην κοινοτητα και τον λογο του, και να γνωρισουμε την κατευθυνση που θα 'πρεπε να παρει η ιστορια. Σαν αδελφια να δωσουμε ο ενας στον αλλο τα χερια περα απο συνορα φυλων, κρατων, ταξεων και φυλου. Ας το ταξουμε, συναισθαντικοι περα για περα, η βαθια νοσταλγια του ανθρωπου για την απελευθερωση να γινει αληθινη και να κανουμε εναν κοσμο που ο καθενας να μπορει να ζει σε αληθεια και σε πληροτητα.

Απο το Αποσπασμα απο μια Ψυχαναλυση [Fragment of an Analysis, στο: Peter Giovacchini (ed.), Tactics and Techniques in psychoanalytic therapy, London 1972, σσ. 455-693]


Το Πριν και το Μετά και το Ανάμεσό τους

[...] Με τον ιδιο τροπο ισως θα ηταν δυνατη μια εννοηση της εφηβειας. Η κοπελα, μια μερα, σηκωσε χερι στη μανα της. Μια μερα το αγορι αυνανιστηκε, μιαν αλλη μερα φιλησε ενα κοριτσι για πρωτη φορα, μιαν αλλη ετρεξε με το μηχανακι του σαν τρελο κι εφαγε τα μουτρα του. Πρωτα η ψυχολογικοποιηση καθιστα την εφηβεια ενα υποστασιοποιημενο Αναμεσο, κριση ταυτοτητας και γεφυρα μεταξυ παιδιου και ενηλικα. Αντιστοιχα το παιδικο παιχνιδι γινεται αυτο που ο Γουινικοτ αποκαλει «μεταβατικο αντικειμενο». [...]



 Κειμενα

Με την εναρξη του εξαμηνου

Αποσπασματα απο:
Der Komponist in unserer Gesellschaft [Ο συνθέτης στην κοινωνία μας (1967)
Ο Killmayer σε μια εκτέλεση των Violinromanzen του, 1987, στην Φρανκφούρτη
Ο Killmayer κατά την πρώτη εκτέλεση των Fünf Romanzen für Violoncello und Klavier, 1989, στα Salzburger Festspiele
Das Ende der Moderne und die Situation der jüngeren Komponisten heute [Το τέλος της μοντέρνας εποχής και η σημερινή κατάσταση των συνθετών (1990)]

► ΤΟ ΑΥΤΟΝ. Απο ενα σεμιναριο για τον Παρμενιδη.

Απο το "Με την εναρξη του εξαμηνου": ... προσπαθειστε να βρειτε εναν ηχο για το μπλε του ουρανου ... 
Στα "Hölderlin-Lieder" [Τραγουδια του Hölderlin]:
Ο χειμωνας
Σε γλυκυτατο κυανο








Drehleier [Το
Drehleier [Το

 

 

 

Στον τιτλο της ομιλιας αναφερομαι στις "κλισεις και πτωσεις" του ερωτα. Η λεξη μου ηρθε απο τη Γραμματικη, οπου μιλαμε για την "κλιση" και τις "πτωσεις" των ονοματων. Σε αντιθεση μαλιστα με την ονομαστικη, την "ορθη πτωση", η γενικη, η δοτικη και η αιτιατικη καλουνται "πλαγιες πτωσεις". Δεν γνωριζω τι εκανε του αρχαιους Γραμματικους να ονομασουν "πτωση" καθε αναφορα κατα την οποια τα ονοματα υπεισερχονται σε μια σχεση γενους (γενικη), δοσιματος (δοτικη), αιτιασης (αιτιατικη). Βεβαια η λεξη μιλα απο μονη της. Μας λεει πως παραδειγματος χαριν ο ερωτας, οταν δεν ονομαζει αλλα καλειται στη διαπλοκη του με τη ζωη μας, κλινει, δηλαδη πλαγιαζει και πεφτει.

Εχω την αισθηση οτι το ιχνος στο οποιο μας εθεσε αυτη η συντομη αναφορα στη Γραμματικη μπορει να μας δειξει εναν δρομο. Η κατευθυνση του, στο παραδειγμα μας, θα ελεγε καπου τα εξης: Τα παθη του ερωτα ειναι κλισεις και πτωσεις, πλανες δηλαδη καθε λογης που χαλανε, δηλαδη χαλαρωνουν, γερνουν και ριχνουν κατω αυτον που προσβληθηκε απο τον ερωτα. Για τη φυση αυτων των πτωσεων, αλλα και για τη δυνατοτητα μιας ανορθωσης, θα μιλησω με οδηγο ενα απο τα σημαντικοτερα ερωτικα τραγουδια της δυτικης παραδοσης, το Χειμερινο Ταξιδι [Wilhelm Müller, Franz Schubert: Winterreise]

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Πτωσεις
Εισαγωγικα
- Καληνυχτα
- Ο ανεμοδεικτης
- Παγωμενα δακρυα
- Ακαμψια
- Η φλαμουρια
- Ο ταχυδρομος
- Πλημμυρα
- Στο Ποταμι
- Αναδρομη
- Το γερικο κεφαλι
- Το κορακι
- Τελευταια ελπιδα
- Στο χωριο
- Το πρωινο με καταιγιδα
- Απατη
- Ο οδοδεικτης
- Το πανδοχειο
- Πλανερο φως
- Αναπαυση
- Οι παραπλευροι ηλιοι
- Ονειρο ανοιξης
- Μοναξια
- Θαρρος!
- Ο οργανιστας

ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ


Η ομιλια

Der Leiεrmann [Ο οργανιστας]. Απο το χειρογραφο
Der Leiεrmann [Ο οργανιστας]. Απο το χειρογραφο
Μεταφρασεις

Winterreise [Χειμερινο ταξιδι]

Nacht und Träume [Νυχτα και ονειρα]


Κλισεις και πτωσεις του ερωτα


Αλλες αναφορες στον Schubert

Ποσειδωνιαται

Ο Δαρειος

Τυψις



► Δυο ποιηματα σε μελοποιηση και ερμηνεια Νικολα Σπανου

Επιθυμιες
Σαν σώματα ωραία νεκρών που δεν εγέρασαν
και τάκλεισαν, με δάκρυα, σε μαυσωλείο λαμπρό,
με ρόδα στο κεφάλι και στα πόδια γιασεμιά —
έτσ’ η επιθυμίες μοιάζουν που επέρασαν
χωρίς να εκπληρωθούν· χωρίς ν’ αξιωθεί καμιά
της ηδονής μια νύχτα, ή ένα πρωί της φεγγερό.

Απ' τες εννια
Δώδεκα και μισή. Γρήγορα πέρασεν η ώρα
απ’ τες εννιά που άναψα την λάμπα,
και κάθισα εδώ. Κάθουμουν χωρίς να διαβάζω,
και χωρίς να μιλώ. Με ποιόνα να μιλήσω
κατάμονος μέσα στο σπίτι αυτό.

Το είδωλον του νέου σώματός μου,
απ’ τες εννιά που άναψα την λάμπα,
ήλθε και με ηύρε και με θύμισε
κλειστές κάμαρες αρωματισμένες,
και περασμένην ηδονή— τι τολμηρή ηδονή!
Κ’ επίσης μ’ έφερε στα μάτια εμπρός,
δρόμους που τώρα έγιναν αγνώριστοι,
κέντρα γεμάτα κίνησι που τέλεψαν,
και θέατρα και καφενεία που ήσαν μια φορά.

Το είδωλον του νέου σώματός μου
ήλθε και μ’ έφερε και τα λυπητερά·
πένθη της οικογένειας, χωρισμοί,
αισθήματα δικών μου, αισθήματα
των πεθαμένων τόσο λίγο εκτιμηθέντα.

Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασεν η ώρα.
Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασαν τα χρόνια.


Αλλες αναφορες στον Καβαφη


POSTMODERN ENCOUNTERS
Wittgenstein and Psychoanalysis
John M. Heaton

Series editor: Richard Appignanesi
ICON BOOKS UK TOTEM BOOKS USA



What is the price of Experience? Do men buy it for a song?
Or wisdom for a dance in the street? No, it is bought with the price
Of all that a man hath, his house, his wife, his children,
Wisdom is sold in the desolate market where none come to buy,
And in the wither' d field where the farmer plows for bread in vain.
William Blake, 'Vala: Night the Second'

Lies nicht mehr - schau!
Schau nicht mehr - geh!
[Do not read any more - look!
Do not look any more – go!]
Paul Celan, 'Engführung'

Sigmund Freud (1856-1939) and Ludwig Wittgenstein (1889-1951) were both Viennese: Freud lived most of his life there but died in London; Wittgenstein was brought up in Vienna but spent many years in England, teaching at Cambridge where he died.
Freud created psychoanalysis and Wittgenstein is perhaps the greatest 20th-century philosopher.

Wittgenstein was familiar with Freud's early work - especially the Interpretation of Dreams and his Jokes and their Relation to the Unconscious - and often quoted from them. Indeed, Wittgenstein's sister had a short analysis with Freud and was mainly responsible for helping him escape from the Nazis. Living in Vienna in the 1920s enabled Wittgenstein to be familiar with the practice of analysis. Friends and relations looked to it as a way out of their personal problems.

Wittgenstein was influenced by Freud's work and thought his own work was a therapy too. He was greatly impressed - although critical- when he first read Freud, and wrote:

Unless you think very clearly psycho-analysis is a dangerous & foul practice, & it's done no end of harm &, comparatively, very little good.

Wittgenstein's therapy and its relation to psychoanalysis will be the theme of this book.

>> PDF
Πλανη Διδασκαλια Ελευθερος συνειρμος Εποπτικη παρουσιαση Σκεπτικισμος Γνωση Θεωρια

Μεταφρασεις

Απο το
Περιμενοντας τον Godot

Απο το
Endgame [Τελος του παιχνιδιου]

Απο το
Le Depepleur [Ο Ερημωτης]

Απο το Sans [Lessness, Ανευ]:
Συντρίμμια αληθινό καταφύγιο επιτέλους σ' αυτό από πάντα μες από τόσα ψεύτικα. Εκτάσεις απέραντο γη ουρανός μέσα το ένα στ' άλλο όλα άφωνα ασάλευτα.

Nacht und Träume [Νυχτα και Ονειρα]


Αναφορες


Στη διαφάνεια προβάλλεται μια κατασκευή από ακρυλικό, αλουμίνιο και ξύλο, έργο του ζωγράφου Γιώργου Μόκαλη, με τον τίτλο «Θέα». Μας αντικρίζει και μιλά τη δική της άφωνη γλώσσα. Θα συνοδεύει όσα έμφωνα ακολουθήσουν.
Κυρίες και κύριοι, οι δρόμοι μας, αυτοί που ο καθένας μας πήρε από κει που ξεκίνησε, σήμερα το βράδυ μας έφεραν και μας συγκέντρωσαν σ' αυτόν το χώρο. O καθένας μας πέρασε από γειτονιές και πλατείες, από δρομάκια και λεωφόρους, πέρασε περπατώντας, με το αυτοκίνητο, με το λεωφορείο, με το μετρό. Διαδρομές που τις έχουμε ξανακάνει πηγαίνοντας σε μια άλλη συνάντηση, φεύγοντας από μια άλλη συνάντηση, διαδρομές που μας κάλεσαν και μας απέτρεψαν, που ανταποκριθήκαμε και αποφύγαμε, που μας σημάδεψαν και μείναν αδιάφορες, διαδρομές που άνοιξαν δρόμους και που κατέληξαν σε αδιέξοδα.
Οι δρόμοι που περάσαμε σήμερα ερχόμενοι κατά δω είναι γεμάτοι από τέτοια σημάδια. Δοκιμάστε να τα φέρετε για λίγο και πάλι στο νου σας.
Όλα αυτά δεν χάθηκαν. Τίποτα δεν χάθηκε. Είναι εδώ, είναι ανάμεσα μας, είναι συγκεντρωμένα στον αέρα αυτού του χώρου και αυτής της συνάντησης.
Υπάρχει ένα όνομα που θα μπορούσε να εκφράζει αυτήν τη συνάντηση, με όλα όσα σήμερα συναντώνται εδώ, να τη συλ-λέγει στη λέξη του. Το όνομα θα ήταν «πόλη».
Τότε η πόλη θα κρατούσε στο όνομα της περισυλλεγμένα τα πάντα και θα απέδιδε στον καθένα αυτό που του ανήκει. Η πόλη θα ήταν ένα όνομα για τη συνάντηση όλων των συναντήσεων, όχι κάτι αφηρημένο και γενικό αλλά κάτι που θα πραγματώνονταν κάθε ώρα και κάθε στιγμή, πάντα διαφορετικό και πάντα το ίδιο, στην κάθε συνάντηση. Παραδείγματος χάριν, εδώ και τώρα.


Συνεχεια


Στο τρενο. Μια παρεα νεαρων Ισπανων, μαλλον μαθητων του λυκειου. Τα προσωπα τους. Ολοκαθαρα. Δεν μαρτυρουν καμια εσωτερικοτητα, καλυτερα, καμια πολυσημαντοτητα. Ειναι μονοσημαντα. Σκεφτομαι τα πλασματα στο Facebook. Το βλεμμα που κοιταζει και. κοιταζοντας σε, σε νεκρωνει. Αυτα τα λογια που εξαντλουνται σε ο,τι λενε, που σβυνουν με την αποφωνηση τους, σαν σφυριες. Με κανουν σχεδον  να ντρεπομαι να τους αντικρυσω.

(Αθήνα 1907 - Μόναχο 1977) Διαπρεπής σύγχρονος λόγιος της μουσικής και μουσικολόγος διεθνούς καταξίωσης, με ειδίκευση τόσο στην αρχαία ελληνική μουσική όσο και στη μεσαιωνική μουσική της Δύσης. Γερμανικοί κύκλοι τον έχουν χαρακτηρίσει ως τον μεγαλύτερο μουσικολόγο του 20ού αι. [Μουσιπαιδεια]


► Μεταφρασεις

Αυτοβιογραφικο σημειωμα απο το "Μουσικη και ρυθμος στους Ελληνες"

 
[Musik und Rhythmus bei den Griechen]

Απο το "Ονομασια και ηχος" [Nennen und Erklingen]:
 
 
Εξωφυλλο 1ης εκδοσης: Picasso, Ecce homo Bloch 1865b
Εξωφυλλο 1ης εκδοσης: Picasso, Ecce homo Bloch 1865b



Απο το Ο καθρέφτης μες στον καθρέφτη [Der Spiegel im Spiegel]

Η κυρία παραμέρισε τη μαύρη κουρτίνα στο παράθυρο της άμαξάς της και ρώτησε:
«Γιατί δεν πας πιο γρήγορα; Ξέρεις τι σημαίνει για μένα να είμαι στην ώρα μου στη γιορτή!»
Ο αμαξάς, που του έλειπε το ένα πόδι, έσκυψε απ' το κάθισμά του προς αυτήν και απάντησε:
«Πέσαμε σ' ένα καραβάνι, μαντάμ. Ούτε κι εγώ ξέρω πώς. Πρέπει να ψιλοκοιμήθηκα βέβαια. Πάντως ξαφνικά αυτός ο κόσμος είναι 'δω και κλείνει το δρόμο.»
Η κυρία έσκυψε έξω απ' το παράθυρο. Πράγματι ο επαρχιακός δρόμος ήταν γεμάτος από μια μακριά πορεία ανθρώπων. Ήταν παιδιά και γέροι, άντρες και γυναίκες, όλοι τους σε αλλόκοτα πολύχρωμα κοστούμια κλόουν, στα κεφάλια φανταχτερά καπέλα, στις πλάτες μεγάλα πακέτα. Κάποιοι καβαλούσαν μουλάρια, άλλοι μεγάλα σκυλιά ή στρουθοκαμήλους. Ανάμεσά τους κλυδωνίζονταν δίτροχα κάρα φορτωμένα μέχρι πάνω με κουτιά και βαλίτσες, ή σκεπασμένες άμαξες όπου καθόταν οικογένειες.
«Ποιοι είστε;» ρώτησε η κυρία έναν νεαρό ντυμένο αρλεκίνο που προχωρούσε δίπλα στην άμαξά της. Πάνω στον ώμο είχε ένα κοντάρι που την άλλη άκρη του την κουβαλούσε ένα κορίτσι με αμυγδαλωτά μάτια. Στο κοντάρι κρεμόταν κάθε είδους οικιακά σκεύη, πάνω του καθόταν ένας μικρός ξεπαγιασμένος πίθηκος. «Είστε τσίρκο;»
«Δεν ξέρουμε ποιοι είμαστε», είπε ο νεαρός. «Τσίρκο δεν είμαστε.»
«Κι από πού έρχεστε λοιπόν;» ήθελε η κυρία να μάθει.
«Απ' τα Ουράνια Όρη», απάντησε ο νεαρός, «μα πάει καιρός.»
«Και τι κάνατε κει;»
«Ήταν προτού έρθω στον κόσμο. Γεννήθηκα στο δρόμο.»
Τώρα μπήκε στην κουβέντα ένας γέρος που κουβαλούσε στην πλάτη μια μεγάλη ... ή ......... .
«Εκεί κάναμε την Ατέλειωτη Παράσταση, καλή κυρία. Το παιδί δεν μπορεί πια να το ξέρει. Ήταν μια παράσταση για τον ήλιο, το φεγγάρι και τ' άστρα. Ο καθένας μας στεκόταν και σε μιαν άλλη βουνοκορφή και φωνάζαμε ο ένας στον άλλο τις λέξεις. Παίζαμε συνεχώς, γιατί αυτή η παράσταση ήταν που συγκρατούσε τον κόσμο. Μα τώρα κι οι περισσότεροι από μας τό 'χουν ήδη ξεχάσει. Είναι ήδη πολύς καιρός που έχει περάσει.»
«Γιατί σταματήσατε να παίζετε;»
«Έγινε ένα μεγάλο ατύχημα, καλή κυρία. Μια μέρα παρατηρήσαμε πως μας έλειπε μια λέξη. Κανείς δεν μας την είχε κλέψει, ούτε και την είχαμε ξεχάσει. Απλά δεν ήταν πια εδώ. Όμως δίχως αυτήν τη λέξη δεν μπορούσαμε να παίξουμε παρακάτω γιατί δεν έβγαινε πια κανένα νόημα. Ήταν η μία λέξη, που μ' αυτήν όλα σχετίζονται με όλα. Καταλαβαίνετε, καλή κυρία; Από τότε είμαστε στον δρόμο για να τη βρούμε απ' την αρχή.»
«Που μ' αυτήν όλα σχετίζονται με όλα;» ρώτησε η κυρία απορημένη.
«Ναι», είπε ο γέρος και κούνησε το κεφάλι σοβαρά, «σίγουρα θα το προσέξατε κι εσείς, καλή κυρία, πως ο κόσμος συνίσταται πια μόνο από κομμάτια που κανένα δεν έχει πια να κάνει με τ' άλλο. Αυτό συμβαίνει από τότε που η λέξη μας χάθηκε. Και το χειρότερο είναι πως τα κομμάτια κομματιάζονται όλο και περισσότερο και μένουν όλο και λιγότερα που να σχετίζονται μεταξύ τους. Εάν δε βρούμε τη λέξη που θα συνδέσει και πάλι όλα με όλα, τότε μια μέρα όλος ο κόσμος θα γίνει σκόνη. Γι' αυτό είμαστε στον δρόμο και την αναζητούμε.»
«Και πιστεύετε πως κάποια μέρα πράγματι θα τη βρείτε;»
Ο γέρος δεν απάντησε, μόνο επιτάχυνε το βήμα του και προσπέρασε. Το κορίτσι με τα αμυγδαλωτά μάτια, που τώρα πήγαινε δίπλα στο παράθυρο της κυρίας, εξήγησε ντροπαλά:
«Με τον μακρύ δρόμο που κάνουμε, γράφουμε τη λέξη πάνω στην επιφάνεια της γης. Γι' αυτό δεν μένουμε πουθενά.»
«Α», είπε η κυρία, «τότε ξέρετε πάντα πού πρέπει να πάτε;»
«Όχι, αφήνουμε να μας πάει.»
«Και ποιος ή τι σας πάει;»
«Η λέξη», απάντησε το κορίτσι και χαμογέλασε σαν νά 'θελε να ζητήσει συγνώμη.
Η κυρία λοξοκοίταξε το παιδί πολλή ώρα και μετά ρώτησε σιγά:
"Μπορώ νά 'ρθω μαζί σας;"
Το κορίτσι σώπασε και χαμογέλασε και, ακολουθώντας το αγόρι, προσπέρασε αργά την άμαξα.
"Στοπ!" φώναξε η κυρία στον αμαξά. Αυτός τράβηξε τα χαλινάρια, γύρισε πίσω και ρώτησε:
"Μαντάμ, πράγματι θέλετε να πάτε μ' αυτούς εκεί;"
Η κυρία καθόταν στα μαξιλάρια βουβή και στητή και κοίταζε ίσια μπροστά. Σιγά-σιγά πέρασε όλη η υπόλοιπη συνοδεία δίπλα από τη σταματημένη άμαξα. Όταν πέρασε κι ο τελευταίος, η κυρία κατέβηκε κι ακολούθησε με το βλέμμα της την πορεία μέχρι που χάθηκε. Άρχισε να ψιλοβρέχει.
"Γύρισε!" φώναξε στον αμαξά καθώς ανέβαινε πάλι, "Πάμε πίσω. Άλλαξα γνώμη."
"Δόξα τω θεώ!" είπε ο κουτσός, "και σκεφτόμουν πως πράγματι θέλετε να πάτε μ' αυτούς."
"Όχι", απάντησε η κυρία αφηρημένη, δε θα τους χρησίμευα σε τίποτα. Μα συ κι εγώ, μπορούμε να είμαστε μάρτυρες πως υπάρχουν και τους είδαμε."
Ο αμαξάς έστριψε τ' άλογα.
"Μαντάμ, μπορώ να ρωτήσω κάτι;"
"Τι θέλεις;"
"Η μαντάμ πιστεύει πως κάποτε θα τη βρούνε αυτήν τη λέξη;"
"Αν τη βρουν", απάντησε η κυρία, "τότε ο κόσμος θ' άλλαζε από τη μια ώρα στην άλλη. Δε νομίζεις; Ποιος ξέρει, ίσως κάποτε γίνουμε και μάρτυρες απ' αυτό. Και τώρα ξεκίνα!"

PDF



















Συγχρονη γερμανιδα ζωγραφος. Η ιστοσελιδα της.


Συνεντευξη με την ευκαιρια της εκθεσης Patchwork στην Thinkspace Gallery, California. Δεκεμβριος 2010

1) One reason you make art: 
To search after something, to meditate about ideas, to try another way of communicating

2) The last good book you read:
'The baron in the trees' from Italo Calvino, 'Abwesen' from Byung-Chul Han

3) Something you’ve always wanted to do, but have yet to:
To bring my musical ideas in a form and share it

4) Favorite place you know:
A heather-clad hill named 'Sonder' which is like a window to the sky and a place close to the ones I love

5) A few words that sum up your philosophy on life:
I think the asian philosophy which is not seeing everything in black and white but knows all shapes of grey is very interesting

6) Something you want the world to know about you:
I would rather vanish into thin air than appear anywhere

7) Something that annoys or frustrates you about people:
People generalizing others

8) Something that concerns you:
My egoistic self, I wish to be a better role model for my kids and friends

9) Artists you admire:
I love to see my artists friends develop in there works and ideas!

10) Favorite quote(s):
"If you're not failing every now and again, it's a sign you're not doing anything very innovative." Woody Allen

11) The last records you downloaded?:
Yaron Herman trio, Mount Kimbie, Anais Mitchell

12) Something you do when you’re procrastinating?:
Looking outside the window observing the birds and the people

13) What is one of your defining characteristics?:
My friends sometimes say: "verhuscht" which means something like intangible and not really there, too fast (negative)

14) What is your greatest fear in your dreams?:
To be away from where my home is and being unable to get there

15) The moment you realized you wanted to be a ‘painter’:
In kindergarden i was thinking this is a thing i could try to somehow be

16) Something you wish you could change or alter about yourself:
Realize and live that time slows down if i slow down

17) What is the biggest risk you’ve ever taken and was it worth it?:
there are no real risks if you listen to your heart before you make a decision

18) Something you would like to know about me?:
I would like to know what you would ask yourself


About ghosts and other absentees [Κειμενο του Byung-Chul Han για τη συλλογη How to disappear]



Ο Paul Celan στη Βρεμη
Ο Paul Celan στη Βρεμη
Η αιωνιοτητα
Η αιωνιοτητα
*Οι Ομιλιες

Χαιρετισμος κατα την απονομη του βραβειου λογοτεχνιας του κρατιδιου της Βρεμης [Ansprache anläßlich der Entgegennahme des Literaturpreises der Freien Hansestadt Bremen]

Ο Μεσημβρινος [Der Mertidian]


*Ποιηματα σε μεταφρασεις μου [PDF]

Φουγκα θανατου [Todesfuge]
      
>Ο Celan απαγγελει

ΜΑΥΡΟ γαλα της αυγης το πινουμε βραδυ
το πινουμε μεσημερι και πρωι το πινουμε νυχτα
και πινουμε πινουμε
στους αιθερες σκαβουμε ταφο κει περα δεν ειναι στενα
Ενας αντρας μενει στο σπιτι και παιζει με φιδια και γραφει
γραφει σα σκοτεινιαζει στη Γερμανια τα χρυσαφια σου μαλλια Μαργαριτα
το γραφει και βγαινει απ' το σπιτι κι αστραφτουν τ’ αστερια σφυριζει να 'ρθουν τα κυνηγοσκυλα του κοντα του
σφυριζει ναρθουνε οι Εβραιοι του μπροστα του στελνει να σκαψουνε ταφο στη γη
μας προσταζει και τωρα μπρος παιξτε για το χορο

Μαυρο γαλα της αυγης σε πινουμε νυχτα
σε πινουμε πρωι και μεσημερι σε πινουμε βραδυ
και πινουμε πινουμε
Ενας αντρας μενει στο σπιτι και παιζει με φιδια και γραφει
γραφει σα σκοτεινιαζει στη Γερμανια τα χρυσαφια σου μαλλια Μαργαριτα
Τα σταχτια σου μαλλια Σουλαμιτ στους αιθερες σκαβουμε ταφο κει περα δεν ειναι στενα

Φωναζει στα εγκατα σκαψτε βαθυτερα σεις κι οι αλλοι εσεις παιξτε και τραγουδειστε
το σιδερικο αδραχνει στη ζωνη το σειει τα ματια του ειναι γαλαζια
τα φτυαρια βαθυτερα σεις κι οι αλλοι εσεις συνεχιστε και παιξτε για το χορο

Μαυρο γαλα της αυγης σε πινουμε νυχτα
σε πινουμε μεσημερι και πρωι σε πινουμε βραδυ
και πινουμε πινουμε
Ενας αντρας μενει στο σπιτι τα χρυσαφια σου μαλλια Μαργαριτα
τα σταχτια σου μαλλια Σουλαμιτ παιζει με φιδια

Φωναζει γλυκυτερα παιξτε το θανατο ο θανατος ειν’ ενας μαστορας απ’ τη Γερμανια
φωναζει τα βιολια βαθυτερα παιξτε και στον αιθερα τοτε σαν καπνος θ’ ανεβειτε
θα ‘χετε τοτε στα συννεφα ταφο κει περα δεν ειναι στενα

Μαυρο γαλα της αυγης σε πινουμε νυχτα
σε πινουμε μεσημερι ο θανατος ειν’ ενας μαστορας απ’ τη Γερμανια
σε πινουμε βραδυ και πρωι και πινουμε πινουμε
ο θανατος ειν’ ενας μαστορας απ’ τη Γερμανια το ματι του ειναι γαλαζιο
σε χτυπα με μολυβινη σφαιρα σε χτυπα ακριβως
ενας αντρας μενει στο σπιτι τα χρυσαφια σου μαλλια Μαργαριτα
αμολα τα κυνηγοσκυλα πανω μας ταφο μας χαριζει αιθεριο
παιζει με φιδια και ονειρευεται ο θανατος ειν’ ενας μαστορας απ’ τη Γερμανια

τα χρυσαφια σου μαλλια Μαργαριτα
τα σταχτια σου μαλλια Σουλαμιτ

Με κρασι και χαμο [Bei Wein und Verlorenheit]

ΜΕ ΚΡΑΣΙ ΚΑΙ ΧΑΜΟ, με
των δυο τους το γερμα:
ιππευσα μεσ' απ' το χιονι, ακους,
ιππευσα το θεο προς τα περα - προς τα δωθε, αυτος τραγουδαγε,

ηταν η τελευταια μας ιππευση πανω απ'
τους ανθρωπους-εμποδια.
Χωνανε τα κεφαλια στους ωμους, οταν
μας ακουγαν απο πανω τους,
εγραφαν,
πλαστογραφουσανε τον βρυχηθμο μας
σε μια

απο τις εικονογραφημενες τους γλωσσες.

Ψαλμος [Psalm]      
>Ο Celan απαγγελει

Κανεις δεν θα μας ξαναπλασει απο χωμα και λασπη,
κανεις δεν θα μας διαβασει τη σταχτη μας.
Κανεις.
Δοξασμενος να 'σαι, Κανεις εσυ.
Για χαρη σου θε ν'
ανθισουμε.
Κατα σενα.

Ενα Μηδεν
ειμασταν, ειμαστε, θα
μεινουμε, ανθωντας:
του Μηδενος, του
Κανενος το ροδο.

Με τον στυλο ψυχοφωτεινο,
τον στημονα ουρανοχερσο,
το περιανθιο κοκκινο
απο τη λεξη την πορφυρη που τραγουδησαμε
πανω, ω πανω
απο τ' αγκαθι.            

Stretto [Engführung]      
>Ο Celan απαγγελει

Εξορισμενοι στο
εδαφος
με το αδιαψευστο ιχνος:
Χορτο, καταγραμμενο ένα προς ενα. Οι πετρες, λευκες,
με τους ισκιους των καλαμιων:
Μη διαβαζεις αλλο - κοιτα!
Μην κοιτας αλλο - προχωρα!

Προχωρα, η ωρα σου
δεν εχει αδελφια, εισαι -
εισαι σπιτι. Ενας τροχος, αργα,
κυλα απο μονος του, οι ακτινες του σκαρφαλωνουν,
σκαρφαλωνουν σε μαυριδερο χωραφι, η νυχτα
δε χρειαζεται αστρα, πουθενα
δε ρωτανε για σενα.

               Πουθενα
                           δε ρωτανε για σενα -
Ο τοπος οπου βρισκοταν αυτοι εχει
ενα ονομα - δεν εχει
κανενα. Δε βρισκοταν εκει. Κατι
βρισκοταν αναμεσα τους.
Δεν βλεπαν πιο περα.
Δεν εβλεπαν, οχι,
μιλουσαν για
λεξεις. Καμια τους
δεν ξυπνησε, ο
υπνος
τους τυλιξε.

Ενα χερι [Eine Hand]

Το τραπεζι, απο ξυλο ωρων, με
το πιατο ρυζι και το κρασι.
Σωπαινουν, τρων, πινουν.

Ενα χερι, που φιλησα,
φωταει στα στοματα.

Η αιωνιοτητα [Die Ewigkeit]

Φλοιος του νυχτοδεντρου, μαχαιρια που γεννηθηκαν σκουριασμενα
σου ψιθυριζουν τα ονοματα, τον χρονο και τις καρδιες.
Μια λεξη, που κοιμοταν σαν την ακουσαμε,
χωνεται κατω απο το φυλλωμα:
λαλο θα ειναι το φθινοπωρο,
λαλιστερο το χερι που μαζευει το φθινοπωρο,
νωπο σαν το αφιονι της ληθης το στομα που φιλαει το χερι.

[Ομοιοτυπο: Gesammelte Werke, Bd 1, Frankfurt am Main 1983]

Λουλουδι [Blume]

Η πετρα.
Η πετρα στον αερα, που ακολουθησα.
Το ματι σου, τυφλο οσο κι η πετρα.
Ημασταν
χερια,
πλασαμε κενο το σκοταδι, βρηκαμε
τη λεξη που ανεβηκε στο καλοκαιρι:
Λουλουδι.
Λουλουδι – μια λεξη τυφλου.
Το ματι σου και το ματι μου:
φροντιζουνε
για νερο.
Βλαστηση.
Καρδιακο τοιχωμα γυρω απο καρδιακο τοιχωμα
φυλλοφορει κι αλλο.
Μια λεξη ακομα, σαν τουτη, και τα σφυρια
θα σειονται στον αερα.

Αχνοφωνα [Fahlstimmig]

ΑΧΝΟΦΩΝΑ, από
το βάθος έχοντας ξυστεί:
καμιά λέξη, κανένα πράγμα,
και των δυο το μοναδικό όνομα,

πτωτικό μέσα σου,
πτητικό μέσα σου,

πληγιασμένο κέρδος
ενός 1 κόσμου.

1 προηγούμενα σχεδιάσματα: einzigen, einsamen [μοναδικού, μοναχικού]

Φρανκφουρτη, Σεπτεμβριος [Frankfurt, September]

Τυφλο, φωτο-
γενειοφορο διαχωριστικο.
Ενα ονειρο σκαθαριου
το καταφωτιζει.

Απο πισω, θρηνοπλεκτο,
το μετωπο του Freud ανοιγει,

το εξω
επιμονα αποσιωπημενο δακρυ
ξεσπα με τη φραση:
"Για τελευταια
φορα ψυχο-
λογια."

Η ιμιτασιον
καργας
προγευματιζει.

Ο ηχος της λαρυγγικης αποφραξης
αδει.

Ανοιχτη γλωττιδα [Offene Glottis]

ΑΝΟΙΧΤΗ ΓΛΩΤΤΙΔΑ, ρευμα αερος,

το
φωνηεν, δραστικο,
με το ενα
μορφημα,

συμφωνων ριπες, φιλτραρισμενες
απο κατι το φανερο
απο μακρυα,

ουδος ερεθισματων: συνειδηση

μη επενδυσιμοι
εγω κι επισης εσυ,

υπερεπαλη-
θευμενο
το για ματια, το
ια μνημη διψασμενο κυλιομενο
σημα
κατατεθεν,

ο κροταφικος λωβος ακεραιος,
οπως και τ’ οπτικο κεντρο.

Todtnauberg

Αρνίκη, βάλσαμο των ματιών, η
πόση από την στέρνα με τον
αστρόκυβο πάνω της,
στην
καλύβα,
η στο βιβλίο
– ποιανού όνομα πήρε
πριν το δικό μου; –
η σ’ αυτό το βιβλίο
γραμμένη αράδα για
μιαν ελπίδα , σήμερα
σ’ ενός νοούντος
ερχόμενον*
λόγο
στην καρδιά,
λειβάδια του δάσους, ανισοπέδωτα,
όρχις και όρχις, ένας κι ένας,
κάτι τραχύ, αργότερα, στ’ αυτοκίνητο,
σαφές,
αυτός που μας πάει, ο άνθρωπος,
αυτός που τ’ ακούει μαζύ,
τα μισο-
βαδισμένα σανιδένια
μονοπάτια στο υψίπεδο έλος ,
υγρασία,
πολλή.

*πρώτη έκδοση:
ερχόμενο, ά-
μεσα ερχόμενο

Κρύσταλλος [Kristall]

Μη στα χείλη μου ζητήσεις το στόμα σου,
μη μπροστά στην πόρτα τον ξένο,
μη στο μάτι το δάκρυ.
Εφτά νύχτες ψηλότερα διαβαίνει κόκκινο προς κόκκινο,
εφτά καρδιές βαθύτερα βαράει το χέρι την πόρτα,
εφτά ρόδα αργότερα κελαρεί το πηγάδι.

Δεν ειναι πια [Es ist nicht mehr]

Δεν ειναι πια
αυτή
η βαρύτητα που
κάποτε βυθίζεται μαζί σου
μέσα στην ώρα. Είναι
μια άλλη.
Είναι το βαρίδι που συγκρατεί το κενό
που θα συν-
παρασέρνονταν μαζί σου.
Δεν έχει, όπως κι εσύ, κανένα όνομα. Ίσως
είστε το ίδιο/Ισως
κάποτε κι εσύ να με ονομάσεις
έτσι.

Τοσα αστρα [Soviel Gestirne]

[...]
ξέρω,
ξέρω και ξέρεις, ξέραμε,
δεν ξέραμε,
άλλωστε εδώ είμασταν κι όχι εκεί,
και κάποτε, όταν
μόνο το τίποτα έστεκε ανάμεσα μας, βρίσκαμε
ο ένας τον άλλο ολότελα.

Επιτυμβιο για τον Francois [Grabschrift für Francois+

Οι δυο πόρτες του κόσμου
ανοιχτές:
ανοιγμένες από σένα
την αμφινύχτα.
Τις ακούμε να χτυπάνε και να χτυπάνε
και μεταφέρουν το αβέβαιο,
και μεταφέρουν το πράσινο στο πάντα σου.
Οκτώβριος 1953

Νυχτερινά σφιχτά [Nächtlich geschürzt]      
>Ο Celan απαγγελει

Νυχτερινά σφιχτά
τα χείλη των λουλουδιών,
σταυρωμένοι και μπλεγμένοι
οι κορμοί των πεύκων,
ασπρισμένα τα βρύα, κλονισμένη η πέτρα,
ξυπνητές για την ατέλειωτη πτήση
οι κάργες πάνω απ' τον παγετώνα:
είναι ο τόπος που αναπαύονται αυτοί που προφτάσαμε:
δεν θα ονομάσουν την ώρα,
δεν θα μετρήσουνε τις νιφάδες,
δεν θ' ακολουθήσουνε τα νερά στο φράγμα.
Στέκουνε χώρια στον κόσμο,
ο καθένας στην νύχτα του,
ο καθένας στον θάνατό του,
δύστροποι, άσκεποι, πάνωθέ τους η πάχνη
των κοντινών και των μακρινών.
Πληρώνουν το χρέος που εμψύχωσε την αρχή τους,
το πληρώνουν σε μια λέξη
που υφίσταται άδικα, όπως το καλοκαίρι.
Μια λέξη - ξέρεις:
ένα λείψανο.
Ας το πλύνουμε,
ας το χτενίσουμε,
ας γυρίσουμε το μάτι του
προς τον ουρανό.

Μάτι του χρόνου [Auge der Zeit]

Τούτο είναι το μάτι του χρόνου:
κοιτάζει στραβά
κάτω από εφτάχρωμο φρύδι.
Το βλέφαρό του το πλένουν φωτιές,
το δάκρυ του είν' ατμός.

Το τυφλό άστρο προσγειώνεται πάνω του
και λιώνει στην καυτή βλεφαρίδα:
έρχεται ζέστη στον κόσμο,
κι οι νεκροί
μπουμπουκιάζουν κι ανθίζουν.

Φτερωτή νυχτα [Flügelnacht]

Φτερωτή νυχτα, έχοντας έρθει από πέρα μακριά και τώρα
απλωμένη για πάντα
πάνω από κιμωλία κι ασβέστη.
Χαλίκι, κυλώντας αβυσσαλέα.
Χιόνι. Κι ακόμα περισσότερο άσπρο.

Αόρατο,
ό,τι έμοιαζε καφετί,
στο χρώμα των σκέψεων και σε άγρια
βλάστηση από λέξεις πνιγμένο.

Ασβέστης είναι και κιμωλία.
Και χαλίκι.
Χιόνι. Κι ακόμα περισσότερο άσπρο.

Συ, συ ο ίδιος:
Φυτεμένος στο ξένο
μάτι που όλα τούτα
τα εποπτεύει.

Μίλα κι εσύ [Sprich auch du]

Μίλα κι εσύ,
μίλησε τελευταίος,
πες την ρήση σου.
Μίλα -
Μα μην χωρίσεις το όχι απο το ναι.
Δώσε στην ρήση σου και το νόημα:
δώσε της την σκιά.
Δώσε της σκιά άφθονη,
δώσε της τόση
όση γνωρίζεις γύρω σου μοιρασμένη ανάμεσα
μεσάνυχτα και μεσημέρι και μεσάνυχτα.
Κοίτα τριγύρω:
δες πώς όλα ζωντανεύουν παντού -
Μα τον θάνατο! Ζωντανεύουν!
Αληθινά μιλάει όποιος μιλάει σκιές.
Μα να που λιγοστεύει ο τόπος που στέκεις:
Και τώρα για πού, ξεΐσκιωτε συ, για πού;
Ανέβα. Ψηλάφησε προς τα πάνω.
Πιο λεπτός γίνεσαι, πιο αγνώριστος, πιο αχνός!
Πιο αχνός: ένα νήμα,
που απ' αυτό να κατεβεί θέλει το άστρο:
για να πλεύσει κάτω,
κάτω,
όπου κοιτιέται πώς στίλβει: στους
αμμόλοφους
περιπλανώμενων λέξεων.

Χιονοκρεβατο [Schneebett]

Χιονοκρεβατο
Μάτια, αόκοσμα, στη νεκρική χαράδρα: Έρχομαι,

Σκληροφυία στην καρδιά.
Έρχομαι.

Σεληνοκάτοπτρο κάθετο τοίχωμα. Προς τα κάτω.
(Φωτισμός κηλιδωμένος από ανάσα.
Εδώ κι εκεί αίμα.
Ψυχή που συννεφιάζει μια φορά ακόμα,
με μορφή σχεδόν.
Δεκαδάχτυλος ίσκιος - συρραμένος.)

Μάτια αόκοσμα,
μάτια στη νεκρική χαράδρα,
μάτια μάτια:

Το χιονοκρέβατο κάτω απ' τους δυο μας, το χιονοκρέβατο.
Κρύσταλλος σε κρύσταλλο,
σε κάγκελα βαθιού χρόνου, πέφτουμε,
πέφτουμε και ξαπλώνουμε και πέφτουμε.

Και πέφτουμε:
Είμασταν. Είμαστε.
Είμαστε με την νύχτα σάρκα μία.
Στους δρόμους, τους δρόμους.

Και στα δυο χερια [Zu beiden Händen]

ΚΑΙ ΣΤΑ ΔΥΟ ΧΕΡΙΑ, εκεί
που μου φυτρώσαν τ' άστρα, μακριά
απ' όλους τους ουρανούς, κοντά
σ' όλους τους ουρανούς:
Πώς
αγρυπνά εκεί! Πώς
μας ξανοίγεται ο κόσμος,
καταμεσίς μας!
Είσαι,
όπου είναι το μάτι σου, είσαι
πάνω, είσαι
κάτω, βρίσκω
έξοδο.

Ω αυτό το πλανώμενο κενό
φιλόξενο μέσο. Χωρισμένοι,
συμπίπτω σ' εσένα, συμπίπτεις
σ' εμένα, μεταξύ μας
έκπτωτοι, βλέπουμε
απ' ανάμεσα:

Το
Αυτό
μας έχει
χάσει, το
Αυτό
μας έχει
ξεχάσει, το
Αυτό
μας έχει --

Μ' ολες τις σκεψεις [Mit allen Gedanken]

Μ’ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΣΚΕΨΕΙΣ πέρασα
έξω από τον κόσμο: εκεί ήσουν,
γαλήνια μου εσύ, ανοιχτή μου εσύ, και (
μας υποδέχτηκες.

Ποιος
λέει πως μας νεκρώθηκαν όλα
όταν σφαλίσαμε τα μάτια μας;
Όλα ξυπνήσαν, όλα ξεκίνησαν.
Μέγας έφτασε κολυμπώντας ένας ήλιος, φωτεινές
σταθήκαν απέναντί του ψυχή και ψυχή, καθαρά,
επιτακτικά τον σωπαίνανε
στην τροχιά του.

Ελαφρά
άνοιξε η αγκαλιά σου, σιγαλά
ένα χνώτο υψώθηκε στον αιθέρα,
κι αυτό που νέφωσε μήπως δεν ήταν,
μήπως δεν ήταν μορφή κι απ’ το δικό μας το μέρος
μήπως δεν ήταν
σχεδόν ένα όνομα;

Τρεμολαμπο δεντρο [Flimmerbaum]

Μια λέξη,
που σ' αυτήν χάρηκα τον χαμό σου:
η λέξη
Ουδέποτε

Ήταν,
και φορές τό 'ξερες κι εσύ,
ήταν
ελευθερία.
Κολυμπούσαμε.

Το ξέρεις ακόμα πως τραγουδούσα;
Τραγουδούσα με το τρεμόλαμπο δέντρο, το τιμόνι.
Κολυμπούσαμε.

Το ξέρεις ακόμα πως κολυμπούσες;
Ανοιχτή μου βρσκόσουν εμπρός μου,
μου βρισκόσουν, βρισκόσουν
εσύ εμπρός
στην προ-
πορευόμενή μου ψυχή.
Κολυμπούσα και για τους δυο μας. Δεν κολυμπούσα.
Κολυμπούσε το τρεμόλαμπο δέντρο.

Κολυμπούσε; Ήταν
άλλωστε τέλμα τριγύρω. Ήταν η άπειρη μικρή λίμνη.
Μαύρη και άπειρη, έτσι έκλινε,
έτσι έκλινε προς τα κάτω του κόσμου.

Το ξέρεις ακόμα, πως τραγουδούσα;
Αυτό -
ω αυτό το ρεύμα.

Ουδέποτε. Προς τα κάτω του κόσμου. Δεν τραγουδούσα. Ανοιχτή
μου βρισκόσουν εμπρός
στην ψυχή που ταξίδευε.

Το μεταξοσκεπαστο Πουθενα [Das seidenverhangene Nirgend]

ΤΟ ΜΕΤΑΞΟΣΚΕΠΑΣΤΟ ΠΟΥΘΕΝΑ
αφιερώνει στην αχτίδα την διάρκειά του,

εδώ μπορώ να σε
βλέπω.

Γίνετα να εισέρχομαι σ' εσάς, να εξέρχομαι -

Κάτω από το αμμόκρανος κατευθύνει
ο απαρατήρητα κοιμώμενος
εγκέφαλός σου
την άφθαρτη, μία
ωκεάνεια
μέρα,

έλα, διαυγάζω,

έλα, σε δίνω
σ' εμένα κι επίσης σ' εσένα
υπερκαλλιεργημένη
βαρύτητα.

Μόνο όταν [Erst wenn ich dich]

Μόνο όταν
σ' αγγίζω σαν ίσκιο
το πιστεύεις, το
στόμα μου,

τούτο σκαρφαλώνει με υστερο-
νόητα κει ψηλά
σε χρονικές αυλές
πέρα-δώθε,
πέφτεις επάνω στο στράτευμα
των δευτεραντιπροσώπων μεταξύ
των αγγέλων,

σιγομανές
αστρίζει.

Η δικη μου [Meine]

Η ΔΙΚΗ μου
προς εσένα γωνιασμένη ψυχή
σ' ακούει
να καταιγίζεσαι,
στ' αυλάκι του λαιμού σου μαθαίνει
το άστρο μου πώς κανείς σακουλιάζει
και γίνεται αληθινός.
με το δάχτυλο το φέρνω έξω και πάλι -
έλα, συνδιαλέξου μαζί του,
σήμερα κιόλας.

Εν' αστρο [Ein Stern]

ΕΝ' ΑΣΤΡΟ
αφουγκράζεται ένα φως,
μια ώρα αποδιώχνει
μια ώρα
καρδιοβαρές
κυλά κυανό
από πάνω σου,
το αιμάτινο
σάλιο σου
κάνει ευτυχισμένο
έναν αλλοπαρμένο αμμόκοκκο,
ένα κολόβωμα μητέρας
οδηγεί ένα πρώιμο πρόσωπο
μές από έναν πόνο,
ο θεός του
προχωρεί θερίζοντας το μέτωπο των εικόνων,
στην κόψη
της υψίστης
αιώρας.

Οι πολοι [Die Pole]

ΟΙ ΠΟΛΟΙ
είναι μέσα μας,
ανυπέρβατοι
στον ξύπνο,
τους υπερυπνωττουμε, έως την Πύλη
του Ελέους,

σε χάνω σ' εσένα, αυτό
είναι το χιονοβάλσαμό μου,

πες πως τα Ιεροσόλυμα ε ί ν α ι

πες το, σαν νά 'μουν εγώ αυτό
το λευκό σου,
σαν νά 'σουν εσύ
το δικό μου,

σαν να μπορούσαμε να 'μαστε δίχως εμάς,
σε φυλλομετράω, για πάντα,
κάνεις την προσευχή, το κρεβάτι,
μας ελευθερώνεις.

Το ξενο [Das Fremde]

ΤΟ ΞΕΝΟ
μας έχει στο δίχτυ,
η παροδικότητα μας διαπερνά
πέρα για πέρα, απορημένη,

μέτρησε τον σφυγμό μου, ακόμα κι αυτόν,
μέσα σου,
ορθωνόμαστε τότε,
εναντίον σου, εναντίον μου,

κάτι μας ντύνει,
σε δέρμα νύχτας, σε δέρμα μέρας,
για το παιχνίδι με το ύψιστο, πτωτικο-
μανές σοβαρό.

 
{Απαντησεις σε ερωτησεις του "Μπορω" [boro.gr]}

-Το θέμα της ανισότητας εκφράζεται και μέσα από το θέμα ηλικίας;
Υπαρχει μια διαφορα αναμεσα στον χρονο του αντρα και στον χρονο της γυναικας. Ο χρονος του αντρα ειναι γραμμικος, σαν βελος. Ειναι προσανατολισμενος προς τα εμπρος. Ειναι τελεολογικος χρονος - χρονος της δημιουργιας, χρονος της δρασης. Ο χρονος της γυναικας ειναι κυκλιος. Ακολουθει τους βιολογικους ρυθμους, τους ρυθμους της φυσης, της αεναης επαναληψης στου "κυκλου τα γυρισματα", που λεει ο ποιητης. Αυτος ειναι ο χρονος της εμμηνης ρυσης, ο χρονος στον οποιο κινουνται οι δουλειες του σπιτιου, η φροντιδα των παιδιων και των γερων, το τι θα φαμε σημερα.
Αντιστοιχα διαφορετικη ειναι και η αλλαγη με την ηλικια:
- Με την φθορα της γηρανσης ο γραμμικος χρονος του αντρα υφισταται μια προοδευτικη επιβραδυνση. Η κινηση γινεται ολο και πιο αργη, οι στοχοι ολο και λιγοστευουν. Ο γραμμικος χρονος προοδευτικα καμπυλωνεται, και τελικα τηκεται μεσα στον κυκλιο χρονο του υπνου και του ξυπνου, της τακτικοτητας των γευματων και του πρωινου περιπατου, των δοσεων των φαρμακων και των επισκεψεων στον γιατρο.
- Ο κυκλιος χρονος, που καθοριζει τη γυναικα εξαρχης, γνωριζει μονο την επαναληψη, την αεναη επιστροφη του ομοιου. Ομως καποτε μπαινουν στο παιχνιδι καινουργια πραγματα: τα παιδια μεγαλωνουν και φευγουν, κανει την εμφανιση της η κλιμακτηριος, οι γονεις πεθαινουν, η φρεσκαδα της νιοτης θαμπωνει και φευγει. Στα γυρισματα των κυκλιων χρονων τετοια συμβαντα δεν προβλεπονται, δεν ειναι στον λογαριασμο. Η ελευση τους γινεται αισθητη σαν επιδρομη που ρημαζει τα παντα. Γι' αυτο και στη γυναικα, που προαισθανεται τετοιες απειλες, ειναι ιδιαιτερα οξυμμενο το αισθητηριο της ασφαλειας. Γι' αυτο, ακομη και μετα την ενηλικιωση των παιδιων, η μητερα ειτε εξακολουθει να ειναι "μαμα", ειτε καταρρεει. Γι' αυτο και ο πανικος με τα ασπρα μαλλια και τις πρωτες ρυτιδες, με το χαλαρωμα του στηθους, με την ολο και περισσοτερο εκσεσημασμενη πλαδαροτητα του σωματος. Γι' αυτο και η εθελουσια συναινεση, η αυτο-θυσια στα βασανιστηρια και στην τερατογενεση των πλαστικων επεμβασεων.
Στον αντρα τετοιοι πανικοι ειναι σπανιοτεροι, καθως ο αντρας, οπως ειπαμε, κινειται σε γραμμικο χρονο, δηλαδη ειναι συντονισμενος με την ιδεα της εξελιξης και της αλλαγης. Η ασφαλεια, η ομοιοσταση του κυκλου δεν ειναι πρωταρχικο του μελημα. Ακομη, οντας εμβιο ον, ειναι εξοικειωμενος και με τους κυκλιους ρυθμους που τον περιμενουν στα γεραματα, εστω και αν αυτοι δεν ειναι καθοριστικοι για την εικονα του εαυτου του.
Ο Ομηρος λεει καπου οτι οι ανθρωποι ειναι σαν τα φυλλα των δεντρων, που ανθιζουν την ανοιξη, και το φθινοπωρο ζαρωνουν και πεφτουν. Σκεφτομαι τα λογια αυτα οταν βλεπω μια συκια εξω απο το παραθυρο του ιατρειου μου, τα φυλλα της, την λαμπρη πρασινη σφριγηλοτητα της αρχης, τα αδυναμα φαιοκιτρινα πατσαβουρια του τελους. Εδω, στον κοσμο του Ομηρου, ο χρονος ζωης και θανατου ειναι επισης κυκλιος. Και καθως το φασμα ζωης και θανατου περιλαμβανει τα παντα, δεν υπαρχει τιποτα που να ηταν ξενο, που η ελευση του να εμοιαζε επιδρομη και να εφερνε πανικο, που να καθιστουσε αναγκαια την επιδιωξη της ασφαλειας. Ομως τουτο προϋποθετει μια υπαρξη που αντιλαμβανεται τον εαυτο της ουτε καν σαν εαυτο, αλλα σαν ενα τυχαιο και φευγαλεο κυμα στη θαλασσα του ανθρωπινου γενους. Τα ξενα σωματα και οι πανικοι ερχονται σε μια εποχη ολεθριας εξατομικευσης οπου το καθε φυλλο οριζει τη δικη του επικρατεια, καθε κυμα σηκωνει το δικο του λαβαρο.
Και παλι, για τον σημερινο κοσμο, η συζητηση για τη διαφορα του αντρικου-γραμμικου και του γυναικειου-κυκλιου χρονου ειναι ανευ αντικειμενου. Μην ξεχναμε οτι ζουμε σε μια εποχη η οποια, εκτος απο την ακρατη εξατομικευση, καθοριζεται απο μια επιτεινομενη ελευθεριοτητα, διολου μονο ηθικης φυσης, η οποια σαρωνει τα ορια και τις διαφορες. Ετσι οι αντρες ειναι πλεον λιγοτερο αντρες, οι γυναικες ειναι λιγοτερο γυναικες. Το unisex δεν ειναι μονο στυλ ντυσιματος αλλα τροπος υπαρξης. Το σημερινο ανθρωπινο ον δεν οριζεται απο το εκαστοτε φυλο του. Γινεται ολο και περισσοτερο τρανσεξουαλ.
Και παλι, η διαφορα αντρα και γυναικας ειναι αβυσσαλεα. Η μεταξυ τους αβυσσος καθιστα καθε γεφυρα, καθε μεταβαση, καθε συνδεση αδιανοητη. Οταν η διαφορα αμβλυνεται, οταν το unisex γινεται πανδημια, εμφανιζονται προγεφυρωματα και γεφυρες. Μια τετοια γεφυρα ειναι η συγκριση μεταξυ των φυλων και η συγκρουση επανω σε ζητηματα ισοτητας και ανισοτητας. Η συγκριση δεν οξυνει τη διαφορα. Τα συγκρινομενα βρισκονται πολυ κοντα μεταξυ τους. Παιζουν στο ιδιο γηπεδο. Η συγκριση ειναι συμ-φορα.Τη διαφορα την σκοτωνει.

-Η επιλογή ενός νεότερου συντρόφου από τη γυναίκα είναι ταμπού, και αν ναι. γιατί;
Στον "Πλουτο" του Αριστοφανη καποια στιγμη εμφανιζεται μια γρια, αναστατωμενη. Παρακατω μερικα σημεια απο τον διαλογο που ακολουθει (στ. 974 κ.ε.):
Χρεμύλος -∆εν µας λες επί τέλους τι καϊλα είναι αυτή που έχεις;
Γραῦς - Άκου λοιπόν. Είχα φίλο ένα παλικάρι. Φτωχό ήταν, µα καλοφτιαγµένο κι όµορφο και καλό παιδί. Σε ό,τι το χρειαζόµουν εγώ, όλα µου τα έκανε όµορφα και καλά. Κι εγώ πάλι ό,τι του ζητούσε του το έδινα για τον κόπο του.
Χρεμύλος -Και σαν τι σου ζητούσε συνήθως;
Γραῦς - Όχι µεγάλα πράγµατα. Γιατί µε ντρεπόταν τροµερά. Έτυχε να µου ζητήσει είκοσι δραχµές για φόρεµα, ή και οχτώ για παπούτσια. Και για τις αδελφές του µε παρακαλούσε να τους αγοράσω κανένα πουκάµισο. Και για τη µάνα του κανένα φορεµατάκι. Έτυχε να χρειαστεί και τέσσερις µεδίµνους στάρι.
... Κι αυτά όµως, έλεγε, πως δεν τα ζητάει για τα χάδια του, παρά από αγάπη, για να µε θυµάται φορώντας ρούχα από εµένα.
... Κι όµως πρωτύτερα κάθε µέρα, µα τις θεές, ερχόταν πολλές φορές στο σπίτι µου.
Χρεμύλος -Γιατί φοβόταν µην πεθάνεις;
Γραῦς - Όχι καλέ, παρά γιατί λαχταρούσε ν' ακούσει µονάχα τη φωνή µου.
Χρεμύλος -∆ηλαδή να πάρει κανένα δώρο.
Γραῦς - Έτσι, µα τον ∆ία, αν µ' έβλεπε λυπηµένη, µε φώναζε χαϊδευτικά παπάκι και πιτσούνι.
Χρεμύλος -Κι ύστερα θα σου ζητούσε να του πάρεις παπούτσια.
...
Γραῦς - Και µου έλεγε πως έχω ωραιότατα χέρια.
Χρεμύλος -Όσες φορές του έδιναν τις είκοσι δραχµές.
Γραῦς - Και µου έλεγε πως µοσχοβολάει το δέρµα µου.
Χρεμύλος -Αν τον κερνούσες θάσιο κρασί, φυσικά, µα το ∆ία.
Γραῦς - Και πως το βλέµµα µου είναι γλυκό και χαριτωµένο.
Χρεμύλος -∆εν ήταν κουτό το παιδί, παρά ήξερε να τραγανίζει τα λεφτά µιας γριάς.
...
Γραῦς - ... µου έλεγε πως ποτέ δεν θα µε παρατήσει, όσο ζω.
Χρεμύλος -Σωστά. Τώρα δεν σ' έχει πια για ζωντανή.
Γραῦς - Αχ, έλειωσα απ' τον καηµό, χρυσό µου.
Χρεμύλος -∆εν είναι απ' αυτό, µα έχεις σαπίσει, καθώς µου φαίνεται.
Η γρια ειναι γελοια. Το γελοιο δεν ειναι βεβαια το ιδιο το παθος για τον νεο αλλα η πλανη της, το ροζ συννεφακι που την κανει να πιστευει οτι ειναι ακομη ομορφη και ποθητη, οτι τα χρονια δεν εχουν περασει. Η υβρη απεναντι στον χρονο ειναι που την κανει γελοια, και τραγικη συναμα.
Προηγουμενως αναφερθηκα στον κυκλιο χρονο της γυναικας. Ειπα πως διαφερει απο τον χρονο του Ομηρου κατα το οτι η ακτινα των κυκλων του ειναι συχνα περιορισμενη, π.χ. περιλαμβανει σπιτι και παιδια και φιλαρεσκεια. Αυτο την αφηνει εκθετη στα πραγματα που κρατα εξω απο τον κυκλο, οπως στις αλλαγες που φερνει ο "πανδαματορας" χρονος (Σοφοκλης) και που καποτε θα ερθουν. Ειναι ευαλωτη στην υβρη που παραβιαζει τα μετρα του χρονου: Παραμενει "μαμα" εκει που τα παιδια εχουν απο καιρο μεγαλωσει, παραμενει "γκομενα" εκει που το "γλυκο πουλι της νιοτης" εχει απο καιρο πεταξει.
Η ερωτηση ηταν αν η επιλογη ενος νεοτερου συντροφου απο τη γυναικα ειναι ταμπου. Αυτο το ταμπου, στην ουσια του, δεν ειναι καποια αυθαιρετη, η παλιομοδιτικη απαγορευση. Εκει που η επιλογη απο τη γυναικα του νεοτερου συντροφου τρεφεται απο το παραμυθιασμα της αειθαλους νεοτητας, εκει δηλαδη που διαπραττεται η υβρη απεναντι στον χρονο, θα ερθει αναγκαστικα και το πληρωμα του χρονου (γενικη αντικειμενικη): η γυναικα θα το πληρωσει, π.χ. με τη γελοιοποιηση, με το τραυμα μιας αποτομης και επωδυνης προσγειωσης. (Αφορα φυσικα και τους αντρες αντιστοιχα, τον Μπερλουσκονι και τους συν αυτω.)
Το περι ου ο λογος ταμπου δεν ειναι τελικα αυτοβουλη απαγορευση, αλλα καλοπροαιρετη και συμπονετικη προειδοποιηση. Μονο που πολλες φορες κανεις μαθαινει παθαινοντας...

-Πώς συμπεριφέρεται και πώς νιώθει η γυναίκα μετά τα 60;
Το οτι η παραπανω ερωτηση τιθεται καν, υποδηλωνει οτι σ' αυτην την κοινωνικη ομαδα υπαρχει προβλημα, καπου παρομοιας ταξης με το προβλημα των βετερανων, των ανθρωπων με ειδικες αναγκες, των ανεργων και αλλων που βρεθηκαν για τον ενα η τον αλλο λογο στο περιθωριο. Γι' αυτες τις γυναικες π.χ. στα περιοδικα μοδας δεν υπαρχουν πλεον αφιερωματα για καλλυντικα, για την περιποιηση προσωπου και σωματος
Το "Η γυναικα μετα τα 60" ειναι μια εικονα που σχηματιζεται οταν την παρατηρουμε και οταν η ιδια παρατηρει τον εαυτο της. Ομως η παρατηρηση και η αυτοπαρατηρηση, ως τροπος σχεσης με τους αλλους και με τον εαυτο, δεν ειναι απαραιτητη παντοτε. Και, οσον αφορα το θεμα που συζηταμε, ειναι τουλαχιστον ψυχοφθορα.
Οταν μια "γυναικα μετα τα 60" δεν παρατηρει τον εαυτο της, τοτε η ηλικια των 60 δεν ειναι θεμα. Η ηλικια απο μονη της, χωρις νοσταλγια και πενθος και αντισταση, θα αποκλεισει το μινι και το καυτο σορτακι ως επιλογες ντυσιματος, τα νεανικα μπαρ και τα παρτυ μεχρι πρωιας ως τροπους ψυχαγωγιας. Τοτε η ηλικια, τα 60, δεν θα ηταν καν θεμα. Οπως καμια ηλικια δεν ειναι θεμα, με την εννοια οτι η αντιστοιχη καθε φορα εικονα, το εκαστοτε στετρεοτυπο, που τυραννικα υπαγορευει εναν ορισμενο τροπο παρουσιας και συμπεριφορας, χανει την επιβολη και τη δεσμευτικοτητα του.
Αυτα ειναι βεβαια δυσκολα πραγματα. Ειναι μια εποχη οπου η "εκθεσιακη αξια", τοσο του σωματος οσο και του πνευματος, απαιτει να ειναι το μονο κριτηριο αυτοεκτιμησης και αυτοπεποιθησης και νοηματος ζωης. Το πεζοδρομιο και οι τοποι των κοινωνικων συναθροισεων, το τηλεοπτικο στουντιο, το βημα του πνευματικου και του πολιτικου λογου, το αθλητικο και το καλλιτεχνικο θεαμα αποκτουν ολο και περισσοτερο τον χαρακτηρα πασαρελας. Κανεις κρινει και κρινεται συνεχως ως προς της εκθεσιακη του αξια. Και μαλιστα ανελεητα.
Τι μπορει να γινει εδω; Κατι μαγικο μονο, οπως μαγικα συμβαινουν ολα τα πραγματα που σημαδευουν πραγματικα στη ζωη μας. Η 60αρα γυναικα θα εβγαινε απο την εικονα, απο το καδρο του στερεοτυπου, οπως
βγαινει απο την οθονη του σινεμα ο ηρωας στην ταινια του Woody Allen "The Purple Rose of Cairo".

-Είναι πιο αδύνατη ή πιο δυνατή η γυναικεία φύση από την ανδρική;
Ειπαμε ηδη οτι σημερα οι ανδρες ειναι λιγοτερο ανδρες και οι γυναικες λιγοτερο γυναικες. Στην εποχη μας οι ανθρωποι γινονται ολο και περισσοτερο, με αυτην την ευρυτερη εννοια, τρανσεξουαλς. Η διαφορα ανδρικης και γυναικειας φυσης, στις "εξελιγμενες" κοινωνιες προπαντων, τεινει να εξαλειφθει.
Η ερωτηση εχει λοιπον μια ρομαντικη νοτα. Αν προς στιγμη γινουμε κι εμεις ρομαντικοι, θα παρατηρουσαμε τα εξης:
Δεν μπορουμε να συγκρινουμε τη δυναμη ανδρων και γυναικων, γιατι προκειται καθε φορα για αλλου ειδους δυναμη.
Το δυναμικο της ανδρικης φυσης εγκειται στη διεισδυση. Ειναι ιδιον του ανδρα να ξανοιγεται σε στερια και σε θαλασσα και σε νεα πεδια δρασης, να εξερευνα το αγνωστο, να κατακτα τη γυναικα, να ρισκαρει ακομα και τη ζωη του, να κανει πολεμο:
Ποτε θα καμει ξαστερια / και ποτε θα φλεβαρισει / να παρω το τουφεκι μου ... να κατεβω στον Ομαλο / και στη στρατα των Μουσουρων / να καμω μανες διχως γιους και γυναικες διχως αντρες / να καμω και μωρα παιδι να κλαινε διχως μανες ...
Η γυναικεια φυση τωρα μπορει να αποδοθει μεσα απο μια, κρητικη και παλι, μαντιναδα:
Δυναμη πο 'χει η κοπελια στον αφαλο απο κατω / βανει το φιδι ζωντανο / και βγανει το ψοφατο.
Η δυναμη της γυναικας ειναι η μοιρα του καθε νεου, καθε "παρθενου" τοπου, στον οποιο ο ανδρας διεισδυει, τον οποιο διακορευει, να γινεται οικειος, να γινεται οικος και σπιτικο, ο αντρας να εξημερωνεται μεσα του, να "ψοφαει". Η φυση της γυναικας αποτυπωνεται αρχετυπικα στη φιγουρα των Σειρηνων, που σαγηνευουν τον ανδρα, τον ελκυουν στον παραδεισενιο τοπο και στην αγκαλια τους, και τον λιωνουν.
Η παραπανω διαφορα ανδρικης και γυναικειας φυσης ευκολα εξολισθαινει στην αντιθεση και στην αντιπαραθεση, στον φοβο του ενος για τον αλλο, καποτε στο αμοιβαιο μισος, καποτε στο καταφυγιο του ομοιου φυλου (βλ. "Το Γραμμα Α",
Η αρμονια του ομοφυλοφιλου).
Το ενα φυλο ειναι για το αλλο ασυμβατο και μαζι αναποφευκτο. Αυτο το αντιμοιρο ανδρα και γυναικας εκδηλωνεται, εκδηλωνονταν μαλλον, στην πληρη του ενταση στην τρελα και στο δραμα του ερωτα.




Αποσπασματα (εν μερει σχολιασμενα)
Απο το
Οι επιρρεπεις σε ατυχηματα
Η ψυχοθεραπευτικη διαδικασια
Απο το
Ταξιδι ενος ψυχιατρου στην Ινδια
Απο Το
Συναντηση και αντιπαραθεση με τον εαυτο στην ενοχη και στη συνειδηση
Απο το "Βασικο διαγραμμα της Ιατρικης και της Ψυχολογιας"
Ενοχη
Ο ανθρωπος-Ρολοϊ
Dialogue between Prof. Medard Boss and Prof. Dongshick Rhee
Δημοσια επιστολη στον Heidegger

Αναφορες
Βιβλιοκρισια: "
Von der Spannweite der Seele" (Γερμανικα)
Μια αλληλογραφια με τον Boss
Επι την απειρον θαλασσα των ονειρων (Ραδιοφωνικη συνεντευξη σε 4 μερη με αφορμη τη δημοσιευση του βιβλιου "Το ονειρο"). Μερος 3.
"Το ονειρο", σσ. 42-52

Αλλες παραπομπες στον Boss



φωτο 1
φωτο 1
φωτο 2
φωτο 2
φωτο 3
φωτο 3
φωτο 4
φωτο 4
Ομιλια σε μαθητες και γονεις, Εκπαιδευτηρια Βασιλειαδη, Θεσσαλονικη, 31 Μαρτιου 2013.


Μιλαμε για τα παιδια, αλλα ισχυει και για τους μεγαλους: Το Facebook ειναι ενα μαγικο πραγμα. Τραβαει παρα πολυ κοσμο, και τον τραβαει σαν μαγνητης. Αυτο συμβαινει βεβαια και με το ιντερνετ γενικοτερα, ομως ειναι απροσωπο. Το Facebook, μαζι με τα υπολοιπα λεγομενα "κοινωνικα δικτυα", ειναι προσωπικο, αφορα το προσωπο, το face, το δικο μας και των αλλων.
Απο που ερχεται αραγε η μαγεια του; Η ακατανικητη πολλες φορες ελξη που ασκει πανω μας; Που κανει συχνα να μας τραβα περισσοτερο το face ενος γνωστου η αγνωστου, και λιγοτερο η προσωπικη, πραγματικη συναντηση μαζι του; Γιατι το εικονικο face ειναι συχνα πιο ενδιαφερον απο το ζωντανο προσωπο; Μαγευτικο;

Η μαγεια του Facebook θυμιζει τη μαγεια που εχει στα μικρα παιδια ενα παιχνιδι. Με τον ιδιο τροπο σε απορροφα, σε καθηλωνει, σε αποναρκωνει. Ας παρουμε για παραδειγμα μια κουκλα. Η Μπαρμπι. Το κοριτσακι της αλλαζει φορεματα, την βαζει σ' ενα σωρο ιστοριες με την Skipper, την αδελφη της, με τον φιλο της τον Ken και μ' ενα σωρο αλλους. Αμα λαχει θα της ξεσκισει και τα μαλλια, θα της ξεριζωσει χερια και ποδια, θα την βροντηξει στον απεναντι τοιχο.
Η Μπαρμπι δεν λεει ποτε "Οχι". Δεν εχει καμια δικη της προτιμηση, θεληση, υποσταση. Χωρις δισταγμο, χωρις αντιρρηση και διαμαρτυρια αφηνει το κοριτσι να την κανει ο,τι θελει, να την βαλει σε οποιο, μα οποιο σεναριο της φαντασιας και του ονειρου, να την λατρεψει και να την καταστρεψει.
Σ' αυτο το σημειο η Μπαρμπι εχει κατι κοινο με την μπαλα - για να μην ξεχναμε τα αγορια. Η μπαλα ειναι στρογγυλη, η "στρογγυλη θεα". Στο σουτ, ειτε γινεται με το ποδι στο ποδοσφαιρο, ειτε με το χερι στο μπασκετ, η μπαλα κατευθυνεται υπακουα εκει που την στελνει το ποδι και το χερι. Η τροχια της ειναι πιστη προεκταση του σουτερ. Μια πετρα δεν θα φερονταν ετσι. Η ανωμαλη επιφανεια της θα την εκανε σιγουρα να παραλλαξει την προθεση του παικτη, να παει οπου θελει αυτη. Γι' αυτο η πετρα δεν ειναι παιχνιδι.

Ξεκινησα μιλωντας για τη μαγεια του Facebook. Την συνεκρινα με τη μαγεια του παιχνιδιου - της Μπαρμπι, της μπαλας. Μα, θα ελεγε κανεις, Μπαρμπι και μπαλα ειναι παιχνιδια· στο Facebook εχει προσωπα! Πραγματικους, ζωντανους ανθρωπους! Ειναι ετσι; Ας το δουμε στο παραδειγμα του κοριτσιου που μικρο επαιζε με την Μπαρμπι. Το κοριτσι, ας το πουμε "Αννα", εφτασε στην εφηβεια και μονο του, η με τη βοηθεια των γονιων του, γραφηκε στο Facebook πολυ πριν απο την επισημα επιτρεπομενη ηλικια των 16.
Τωρα η Αννα εχει ενα face. Ας το ονομασουμε, απο το face και το Αννα, "FAnna". Ειναι προσωπο και face, η πραγματικη Αννα και η εικονικη FAnna, το ιδιο; Οχι! Η οθονη του υπολογιστη, του ταμπλετ η του κινητου ειναι σαν καθρεφτης, και η Αννα βλεπει εκει το ειδωλο της - που τωρα ειναι η FAnna. Και σε αντιθεση με τον καθρεφτη, που προσφερει στην Αννα την αναπαρασταση της, η οθονη ζητα απ' αυτην να κατασκευασει το ειδωλο της, την FAnna, να την στησει οπως θελει. Με την FAnna μπορει να παιζει, να κανει ο,τι εκανε μικρη με την Μπαρμπι. Της κανει ενα προφιλ, με φωτογραφιες, ενδιαφεροντα, πληροφοριες. Και τιποτα δεν την εμποδιζει να την αλλαζει, να την κανει αλλον ανθρωπο - συγνωμη, αλλο face. Η μαγεια του παιδικου παιχνιδιου ξαναρχεται με το παιχνιδι των faces!
Στη ζωη της FAnna ολα ειναι ευκολα, χαλαρα, cool. Οπως η Μπαρμπι δεν ελεγε ποτε οχι, ετσι και στον κοσμο της FAnna η αρνηση ενος αλλου ανθρωπου, το οχι-πια και το οχι-ακομα του χρονου, τα ορια που βαζει η πραγματικοτητα, ειναι ανυπαρκτα. Για παραδειγμα:
- Η Αννα εχει μια, δυο η τρεις φιλες, φιλιες που χρειαστηκαν πολυ χρονο να δημιουργηθουν, που περνανε απο καλες και κακες ωρες, απο χαρες και απο στεναχωριες, θυμους και απογοητευσεις. Στο σχολειο, στις παρεες πρεπει να βλεπει μπροστα της και κοσμο που αντιπαθει, να ανεχεται τον ενα και τον αλλο. Η FAnna αποκτα στο αψε-σβησε ενα πληθος "φιλων", διακοσιους, τριακοσιους, πεντακοσιους. Και αν καποιος δεν της κανει, με ενα κλικ στο "unfriend" τον ξεφορτωνεται.
- Για να συναντησει τους φιλους της δεν χρειαζονται συνεννοησεις, προετοιμασιες, βαψιμο και ντυσιμο. Μπορει με τις πυτζαμες και την τσιμπλα στο ματι να καθησει εμπρος στην οθονη. Δεν χρειαζεται καν να εχει κανει μπανιο προηγουμενως: Το Facebook αδιαφορει για την Ιδρωτιλα και την κολωνια. Η FAnna ειναι αοσμη...
- Η FAnna δεν εχει μυστικα. Ειναι αυτο που δειχνει. Αν ειχε σπιτι, αυτο θα ηταν βιτρινα, και μαλιστα ετσι φωτισμενη ωστε να μην υπαρχουν σκιες, δηλαδη υπονοουμενα και συμφραζομενα. Δεν θα κοιταξει ενα αγορι με νοημα, καλωντας το να προχωρησει· δεν θα πει στην γνωστη της "Τι ωραια που εισαι!" και στον τονο της να ακουγεται "Σκροφα, θα σε πνιξω!". Οταν η ομιλια χανει τα υπονοουμενα και τα συμφραζομενα, τοτε γινεται - chat.
- Η FAnna δεν εχει χαρη, μα ουτε και αχαριλα. Δεν εχει καποια αυρα που θα της εδινε μιαν ακομα διασταση, οπως το εξτρα ηχειο που κανει εναν ηχο στερεοφωνικο. Πως να την ερωτευτεις λοιπον; Μα δεν ξερει απο τετοια! Εχει μονο μια χορδη που κατι μπορει να την αγγιξει, και τοτε, αντανακλαστικα, σηκωνει τον αντιχειρα: like! [φωτο1]
Βασικα δεν προκειται για καν για χορδη, γιατι αυτη παραγει πλουσιο ηχο. Αυτο που αγγιζει την FAnna παραγει μαλλον κατι σαν γδουπο...

Στον κοσμο της FAnna, δεν υπαρχει κανενα αγκαθι. Αν κατι δεν ανηκει στην κατηγορια του like, απλα αγνοειται, σβυνεται, διαγραφεται. Η FAnna δεν περιμενει. Ο,τι θελει, να κανει chat, να ανεβασει μουσικες και βιντεο, να δει τι ανεβασαν και ειπαν οι φιλοι της, ολα ειναι εδω, κατευθειαν. Ειναι ενδιαφερον οτι ο Sigmund Freud, ο ιδρυτης της ψυχαναλυσης, εγραφε πριν απο καπου 100 χρονια οτι στο ασυνειδητο δεν υπαρχει το "οχι" και οι επιθυμιες εκπληρωνονται αμεσα. Ισως η νοσταλγια για εναν τετοιο παραμυθενιο κοσμο ειναι που γεννησε το ιντερνετ και τα κοινωνικα δικτυα.
Μια μορφη, για την οποια τιποτα δεν ειναι αδυνατο, ειναι ο Λουκυ Λουκ. Ειναι ικανος ακομα και να προλαβει να πυροβολησει τον ισκιο του. 
[φωτο2]
Ο Λουκι Λουκ, στις περιπετειες του, δεν χρειαζεται να κανει προσπαθεια, δεν μπαινει ποτε σε πραγματικο κινδυνο. Ακριβως το οτι δεν ρισκαρει πραγματικα, τον κανει να αντιμετωπιζει καθε τι με το χαρακτηριστικο βαριεστημενο του υφος. Γι' αυτο και ειναι μονος, χωρις σπιτικο. Ειναι αστεγος, χαμενος στην ερημο. 
[φωτο3]
Το τραγουδι του λεει:
Lonesome cowboy, lonesome cowboy,
You're a long long way from home
Lonesome cowboy, lonesome cowboy,
You've a long long way to roam
Στο τραγουδι η χαρακτηριστικη λεξη, που επαναλαμβανεται με εμφαση, ειναι "to roam", που θα πει περιπλανιεμαι ασκοπα, χωρις σχεδιο και κατευθυνση. Μοναχικη, στην εικονικη της παντοδυναμια, ειναι και η φιλη μας η FAnna στην ερημο του Facebook. Το γνωστο του logo 
[φωτο4] δειχνει μορφες, την καθεμια χαμενη στη μοναξια της. Μου θυμησε δυο στιχους του Οδυσσεα Ελυτη: "μενουμε σαν ασυρματοφορα / παρατημενα μες στην ερημο..."
Καπως ετσι λοιπον η Αννα τηλεκατευθυνει την FAnna, οπως η ΝΑΣΑ ενα σεληνιακο οχημα. Το αγαπαει, αυτο το face; Δεν νομιζω οτι μπορεις να αγαπας κατι που κατευθυνεις. Οπως το θεμα με το σεληνιακο οχημα ηταν να καταφερει κατι που δεν ειχαν επιτυχει οι Ρωσοι, το ζητημα με την FAnna ειναι να εχει οσο γινεται περισσοτερους φιλους και να μαζευει περισσοτερα likes. Ο ανταγωνισμος ειναι στο DNA της. Και τι νοημα εχει αυτο; Τρεφει την εγωπαθεια, την αυταρεσκεια, τον ναρκισσισμο της.

Τελειωνοντας θα ηθελα να επισημανω μια τελευταια εξελιξη στο παιχνδι των faces: Με τον καιρο η σχεση της Αννας με την FAnna αλλαζει. Τα πραγματα ερχονται τουμπα και η Αννα, που δημιουργησε την FAnna, μοιαζει ολο και περισσοτερο με το δημιουργημα της. Ως προς αυτο εχει βεβαια ατελειες. Ο κοσμος του Facebook δεν μεταφυτευεται ολοτελα στην πραγματικοτητα. Ομως ειναι το προτυπο, το αστρο που μας οδηγει. Ετσι η Αννα εχει γινει μια ατελης FAnna, η, για να αλλαξω λιγο την εκφραση ενος Γαλλου φιλοσοφου, το προσωπο ειναι ο προϊστορικος προγονος του face.
Μιλαμε για μια εξελιξη που δεν εχει γυρισμο. Εμεις οι μεγαλοι, και πολυ περισσοτερο τα παιδια, βρισκομαστε στο ρευμα μιας συγκλονιστικης αλλαγης. Μαλιστα για τα παιδια δεν ειναι καν αλλαγη, καθως σ' αυτον τον κοσμο μεγαλωσαν, και ο,τι αλλο τους λεμε ηχουν στ' αυτια τους κινεζικα. Ισως και για εμας ειναι προβληματικο να κρινουμε το σημερα σε ορους του χθες που ζησαμε και ξερουμε. Τα πραγματα παιρνουν τον δρομο τους σε μια πορεια οπου κανεις μας δεν καθεται στο τιμονι. Και, οπως ελεγε ο Σωκρατης στην Απολογια του, "ποιος παει για το καλυτερο, μονο ο θεος το ξερει".


[Και εδω]

Απο το Η καρδια του Heidegger [Heidegger's Herz, 1996], σ. 40
("Θεμελιακη διαθεση")
Η "απαρχη μιας πραγματικης ζωντανης φιλοσοφησης", λεει ο Heidegger, ειναι η "αφυπνιση μιας θεμελιακης διαθεσης". Η "αφυπνιση" οπως η "ληθη", δεν ειναι ψυχολογικη-ψυχαναλυτικη κατηγορια. Η αφυπνιση ως "εγερτηριο για αυτο που κοιμαται" δεν καλυπτεται απο τη συνειδητοποιηση του προηγουμενως ασυνειδητου. Λαμβανει χωρα σε μια πιστα ολοτελα διαφορετικη απο αυτην του υποκειμενου και της συνειδησης: "Η αφυπνιση της διαθεσης και η αποπειρα να προσεγγιστει αυτο το παραξενο πραγμα, τελικα συμπιπτει με το αιτημα μιας ολοκληρωτικης μετατοπισης της αντιληψης μας για τον ανθρωπο" 


Περι Των Πραγματων. Heidegger, Nietzsche και το Χαϊκου [Über die Dinge, περιοδικο Merkur, 1998]
Περισσοτερα


Απο το Ειδη θανατου  [Todesarten, 1998]
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Αυτος ερμηνευει τον θανατο.
Ο θανατος δεν σωπαινει για τιποτα.

Elias Canetti, Fliegenpein

Ευχαριστως - και γιατι οχι - θα εκανα μια εκδρομη με μια παρεα απο ολωσδιολου Κανενες. Στα βουνα φυσικα, που αλλου αλλωστε; Πως συνωθουνται αυτοι οι Κανενες μεταξυ τους, αυτα τα πολλα απλωμενα και κρεμασμενα χερια, αυτα τα πολλα ποδια, χωρισμενα απο απειροελαχιστα βηματα! Εννοειται πως ολοι ειναι με φρακο. Προχωραμε τραλαλα, ο ανεμος φυσα μεσα απο τα κενα που αφηνουμε εμεις και τα μελη μας. Στα βουνα οι λαιμοι ανοιγουν! Ειναι θαυμα το πως δεν τραγουδαμε.
Franz Kafka, Der Ausflug ins Gebirge

ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ ΦΩΛΙΑΣΜΕΝΟΣ με το μαγουλο -
σ' εσενα, ζωη

Paul Celan

Ο θανατος προσελκυει μια ενικη ρητορικη η οποια τον πολλαπλασιαζει, τον κανει να γινεται ενα ζωντανο φαινομενο, εμπειρια. Μια ενικη ευφραδεια φερνει σε γλωσσα το Ειναι προς τον θανατο. Ο θανατος δεν ειναι ενα απλο τελικο σημειο αλλα ενα μηδενικο σημειο της ζωης, οπου αυτη αρχιζει. Εχει ηδη απο παντα αρχισει να μιλα, να μουρμουριζει, να μιλα εγκαστριμυθα διαμεσου της ζωης. Τριγυρω του ανοιγουν κλαδια τα φαινομενα. [8] Κανει να ευδοκιμουν μεταφορες και μετωνυμιες. Πρωτα αυτη η αναγκαια φαινομενικοτητα κανει τη ζωη να ειναι. Ομως το φαινομενικο δεν ειναι το λαθος, δεν ειναι καποιο αντιθετο του αληθους. Το φαινομενικο δεν νοθευει απλα το Ειναι αλλα κατα εναν τροπο τον κανει να φαινεται, κι ετσι να γινεται γλωσσα. Συζηταει τον θανατο. Ο θανατος ως εμφανες φαινομενο γινεται ιστορια. Η φυση ειναι ηδη απο παντα σμιλεμενη απο την φαινομενικοτητα του θανατου. Η ακτινοβολια, ο ηχος της ευγλωττιας του, υπερκαλυπτει τη βουβαμαρα. Θα πρεπει ν' αφησουμε τον θανατο να μιλησει, να του δωσουμε τον λογο, συνειδητα η ασυνειδητα, μεχρι αυτος να μας αφαιρεσει καθε λογο, να μας κανει αδυνατη καθε εκφραση, καθε δυνατοτητα της εκφρασης, μεχρι να συντηχθει με την αδιαφορη φυση, με τη βουβαμαρα της - σ' εκεινο το αβυσσαλεο, ομως συναμα πολυ συνηθισμενο σημειο, στο τελικο σημειο που εισαγει μια απολυτη παραλυση του λογου, της ομιλιας, της γλωσσας, ενα στομωμενο τιποτα διχως καμια ευφραδεια, που θα ηταν πιο γυμνο απο τη σιωπη.
Το παρον βιβλιο διαγραφει μερικα, ομως οχι οποιαδηποτε ειδη θανατου, τουτεστιν εκεινα που μοιαζουν να βρισκονται πιο κοντα στον θανατο, πιο ομοια, αντι να τον θαμπωνουν με μια ακαμπτη φαινομενικοτητα, να τον προσεγγιζουν ασυμπτωτικα, να φωλιαζουν σ' αυτον. Θα ηταν ευφραδη συμπτωματα αυτης της ασυμπτωτικης φωλευουσας κινησης. Μια μιμηση του θανατου που ομως μεσα της διατηρει παντα μια διαφορα, μια μη ταυτοτητα, που κανονιζει καθε μεμονωμενη ρητορικη. Ολα τα μιμητικα, ασυμπτωτικα συμπτωματα παραπεμπουν σ' εκεινον τον τροπον τινα ουτοπικο τοπο οπου αφυπνιζεται Κανεις. Οι ακολουθες σκεψεις για τον θανατο ειναι καθοδον προς μια Κανενολογια.
Περισσοτερα


Φιλοσοφια του Ζεν-Βουδισμου [Philosophie des Zen-Buddhismus, 2002]
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Προλογος
Θρησκεία δίχως θεό
Κενό
Κανείς
Κατοίκηση στο πουθενά
Θάνατος
Φιλότητα
Περισσοτερα
Διγλωσσο


Πληγιασμενη απο τα ονειρα [Wundgeträumt, εμβολιμοι στιχοι στο θεατρο μουσικης δωματιου "Mondschatten" ("Ισκιος του φεγγαριου") της Younghi Pagh-Paan
2004]
Κοωνος. Η Αντιγονη στον Οιδιποδα:
Δικασε τους θεους,
Σκοτωσε τους.
Αδιαφοροι ειναι για τους ανθρωπους,
Αυτοι οι θεοι μας χτυπανε
πληγη στην πληγη.
Πληγιασμενη απ' τις πορειες
Πληγιασμενη απο το κλαμα
Πληγιασμενη απο τα ονειρα
Καταπληγιασμενη ειν' η ψυχη σου.
Ανασανε μες απο τις πληγες σου!
Ασε τις πληγες σου ν' ανθισουν!
Η πληγιασμενη σου κεφαλη ακομα
Δεν ειναι προσωπο του κανενα,
Ηλιος και φεγγαρι,
Του φωτος και της σκιας
Η φιλικη αλλαγη
Δεν καθρεφτιζονται πανω της.
Η ψυχη σου ειναι
Πια μονο φορτος.
Μεχρι τον θανατο
Θα την υποφερεις.
Κοψε την, την ψυχη σου.


Υπερπολιτισμικοτητα [Hyperkulturalität, 2005]
Πολιτισμός και παγκοσμιοποίηση

Κι όμως το ανθρώπινο άγχος εμπρός στο νέο είναι συχνά τόσο μεγάλο όσο το άγχος εμπρός στο κενό, ακόμα κι αν το νέο είναι το ξεπέρασμα του κενού. Γι' αυτό οι πολλοί εκείνοι βλέπουν μόνο μια αταξία χωρίς νόημα εκεί που στην πραγματικότητα ένα νέο νόημα αγωνίζεται για την τάξη του. Βέβαια ο παλιός νόμος σωριάζεται, και μαζί του ένα ολόκληρο σύστημα από παραδεδομένα μέτρα, νόρμες και συσχετίσεις. Και πάλι όμως τούτο δεν σημαίνει ότι το ερχόμενο είναι κάτι το άμετρο ή ένα μηδέν εχθρικό σε νόμους. Ακόμα και στον αδυσώπητο αγώνα παλιών και νέων δυνάμεων γεννιούνται δίκαια μέτρα και διαμορφώνονται διαστάσεις με νόημα.

Ακόμα κι εδώ είναι θεοί, και κρατούν.
Μέγα είναι το μέτρο τους.

                                   Carl Schmitt
ΤΟΥΡΙΣΤΑΣ ΜΕ ΧΑΒΑΝΕΖΙΚΟ ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ
                                                          Where do you want to go today?
                                                          Microsoft
Ο Βρετανός εθνολόγος Nigel Barley κάποτε εξέφρασε την εικασία ότι το "αληθινό κλειδί του μέλλοντος" βρίσκεται στο ότι "βασικές έννοιες όπως ο πολιτισμός θα πάψουν να υπάρχουν". Αφού είμαστε, συνεχίζει ο Barley, "όλοι λίγο-πολύ τουρίστες με χαβανέζικα πουκάμισα". Μήπως μετά το τέλος του πολιτισμού ο άνθρωπος λέγεται "τουρίστας"; Ή μήπως επιτέλους ζούμε σ' έναν πολιτισμό που μας δίνει την ευκαιρία να ξεχυθούμε σαν χαρωποί τουρίστες στον κόσμο πέρα; Πώς μπορεί τότε να περιγραφεί αυτός ο νέος πολιτισμός;
Περισσοτερα
Διγλωσσο


Απο το Ο Hegel και η δυναμη [Hegel und die Macht, 2005]
Μια δοκιμη για την φιλοτητα
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Δεν ειναι παντοτε αναγκαιο να ενσωματωνεται το αληθινο• ηδη αρκει να αιωρειται τριγυρω πνευματικα και να προκαλει συμφωνια οταν, σαν χτυπος καμπανας, κυματιζει σοβαρα και φιλικα μες απο τους αιθερες.
                                                                                                                                            Johann Wolfgang Goethe
Το παρον βιβλιο διερευνα την εσωτερικη ζωη της φιλοσοφιας του Hegel καθως την φωτιζει ως προς το φαινομενο της δυναμης. Η δυναμη δεν ειναι περιθωριακος δομικος λιθος του συστηματος του Hegel αλλα η εσωτερικη του συσταση. Θα πρεπει να παρουσιαστει μ' ολη της την πολυπλοκοτητα, τοσο στη λαμψη οσο και στα ορια της. Συγχρονως η διερευνηση του πνευματος του Hegel με την οπτικη της δυναμης εξυπηρετει μιαν αλλη δοκιμη. Θα καταστησει ορατες μορφες του ειναι οι οποιες, στο εκτυφλωτικο φως της δυναμης, δεν μπορουν να φανουν.
Συχνα η δυναμη εξομοιωνεται επιπολαια με καταναγκασμο, καταπιεση η βια. Σιγουρα μπορει να αποκτα καποια στοιχεια βιας. Ομως δεν εγκειται σ' αυτην. Η δυναμη που παρουσιαζεται επιβλητικη δεν ειναι αναγκαστικα και δυναμη που βιαζει. Ακριβως εκει που η σκεπη και το περιβαλλον της δυναμης καταρρεουν, ξεσπουν διαφορες μορφες της βιας, αυτη γινεται εξοφθαλμη. Η βια απομονωνει. Η δυναμη ενωνει. Της παροντικοτητας της βιας προηγειται παντα μια υποχωρηση της δυναμης. Ουτε την ελευθερια η δυναμη δεν την αποκλειει. Το μεγαλειο της δυναμης δεν δειχνεται στο οχι αλλα στο ναι,ακριβεστερα στην πολυπτυχη τροπη του οχι στο ναι. Η ιδιαιτερη μορφη εκφρασης της δυναμης δεν ειναι η διχονοια αλλα η ομονοια. Κατα τουτο διαφερει ριζικα απο την βια και την καταπιεση. Η δυναμη, παρα την λαμπροτητα και την λαμψη, μαλιστα παρα μια ορισμενη ωραιοτητα, δεν εξαντλει το ειναι. Μαλιστα το φως της καλυπτει αλλες μορφες της λαμπροτητας, η τις κανει φωτα απατηλα. Η δοκιμη επανω στην φιλοτητα ξεκινα για την αναζητηση μιας αλλης λαμψης του ειναι.
Η δυναμη χαρακτηριζει επισης μια ιδιαιτερη σχεση με τον αλλο. Καθιστα τον ενα ικανο να συνεχιζει τον εαυτο του στον αλλο. Ετσι θεσπιζει μια συνεχεια του εαυτου. Ομως δεν εχει ως προϋποθεση τη βια και την καταπιεση. Πολυ περισσοτερο η δυναμη ειναι μεγιστη εκει που ο αλλος υποτασσεται στον πρωτο ελευθερα. Η υποταγη δεν εγκειται αναγκαστικα στην καταπιεση. Ετσι η "ελευθερη δυναμη", για την οποια γινεται λογος στον Hegel, δεν ειναι οξυμωρο σχημα αλλα, τη στιγμη οπου η δυναμη ανερχεται στην υψιστη μορφη της, πλεονασμος. Ο αλλος λεει ναι στον πρωτο, που εκτεινεται προς αυτον. Το απεριοριστο του ναι ειναι η απειροστικοτητα της δυναμης. Ο δυναμικος λογος του Hegel "Εισαι σαρκα απο τη σαρκα μου" επισφραγιζει τη συνεχεια του εαυτου. Ομως ο δυναμικος λογος δεν ειναι ο τελευταιος λογος, ουτε και ο λογος
ο οριστικος. Απεναντι στον δυναμικο λογο του Hegel, ο οποιος προβαλλει ως λογος της ελευθεριας, η και ως λογος της αγαπης, το παρον βιβλιο επιχειρει να καταστησει ακουστο εναν αλλο λογο ο οποιος λαμπει παρα, και μαλιστα δια της απουσιας της δυναμης. Στρεφεται προς εναν λογο φιλικο.
Περισσοτερα (διγλωσσο)


Από το Τι είναι δύναμη; [Was ist Macht?, 2005]
Δύναμη είναι η ικανότητα του εμβίου όντος, εν μέσω πολλών και ποικίλων διαπλοκών να μην χάνει τον εαυτό του στο άλλο, μα μέσα από αρνητικές εντάσεις να έχει τη συνέχεια του εαυτού του. Είναι »η δυνατότητα της αυτοκατάφασης παρά την εσωτερική και εξωτερική άρνηση«. Αντίθετα όποιος δεν είναι ικανός να μένει στην άρνηση, να την εγκλείει στον εαυτό του, έχει μόνο μικρό δυναμικό του είναι. Έτσι, ως προς το δυναμικό του είναι, >θεός< και νευρωτικός είναι αντίθετοι μεταξύ τους: »Ο νευρωτικός χαρακτηρίζεται από το ότι μπορεί να εγκλείει στον εαυτό του λίγο μη είναι μόνο• εμπρός στον κίνδυνο του μη είναι καταφεύγει στο μικρό, στενό του κάστρο. Ο μέσος άνθρωπος μπορεί να φέρει εντός του μη είναι σε περιορισμένο βαθμό, ο δημιουργικος άνθρωπος σε μεγάλο και ο θεός, συμβολικά, σε άπειρο βαθμό. Η αυτοκατάφαση ενός όντος παρά το μη είναι, είναι η έκφραση του δυναμικού του είναι του. Μ' αυτά φτάσαμε στη ρίζα της σύλληψης της δύναμης.«
Περισσοτερα (διγλωσσο)


Αφορισμοι
Ακριβως η εφεση χανει τον δρομο.
*
Η ευτυχης ημερα ειναι η βαθια καθ-ημερα που ησυχαζει στον εαυτο της.
*
Η κενοτητα ειναι το ανοιχτο που επιτρεπει μια αμοιβαια διεισδυση. Θεσπιζει φιλοτητα.
*
Καθε αναζητηση ενος ιδιαιτερου Επεκεινα κανει καποιον να ξεφευγει απο τον δρομο.
*
Το νερο ειναι ... των σοφων σωμα και πνευμα.


Απο το Καλη διασκεδαση [Gute Unterhaltung, 2007]
Μια αποδομηση της ιστοριας των παθων στη Δυση
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Προλογος
Γλυκος σταυρος
Ονειρα πεταλουδων
Για το λουσσο
Satori
Το Ειναι ως παθη
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Χαρακτηριστικο της ειναι τα παθη. Η μουσικη δεν πασχει μεσα στον ανθρωπο, δεν παιρνει μερος στις ιδιες τις πραξεις και στις συγκινησεις του: υποφερει γι' αυτον [...]. Η μουσικη εναποθετει σωματικα [...] στους ωμους του ανθρωπου τα παθη που επιφυλασσουν τ'αστρα γι' αυτον.
Theodor W. Adorno
Το γραψιμο ως μορφη προσευχης
Franz Kafka

Σημερα, με την απανταχου παρουσια της διασκεδασης, κανει την εμφανιση του κατι το θεμελιακα νεο. Δρομολογειται μια βασικη μεταβολη της εννοησης του κοσμου και της πραγματικοτητας. Στην εποχη μας η διασκεδαση αναδεικνυεται σ' ενα νεο παραδειγμα, μαλιστα σε μια νεα φορμουλα του Ειναι, η οποια κρινει τι εχει θεση στον κοσμο και τι οχι, μαλιστα τι ειναι καν. Ετσι η ιδια η πραγματικοτητα εμφανιζεται ως ιδιαιτερη πραγματωση της διασκεδασης.
Η καθολικοποιηση της διασκεδασης εχει ως επακολουθο εναν ηδονιστικο κοσμο, ο οποιος ερμηνευεται απο τον κοσμο των παθων ως παρακμη, ως κατι μηδαμινο, μαλιστα ως μη-ειναι και υποβαθμιζεται. Ομως κατα βαση παθη και διασκεδαση δεν ειναι τελειως διαφορετικα. Η απολυτη ανοησια της διασκεδασης γειτνιαζει οντως με το απολυτο νοημα των παθων. Το χαμογελο του τρελλου εχει μια αποκοσμη ομοιοτητα με το παραμορφωμενο απο τον πονο προσωπο του homo doloris. Αυτο το παραδοξο ειναι που θα παρακολουθησουμε.
Περισσοτερα (Η μεταφραση ατελης)


Απ-oυσια [Abwesen, 2007]
Πoλιτισμος και φιλoσoφια τnς Απω Αvατoλης
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Προλογος
Ουσια και απ-ουσια - Κατοικηση πουθενα
Κλειστο και Ανοιχτο - Χωροι της απ-ουσιας
Φως και σκια - Αισθητικη της απ-ουσιας
Γνωση και βλακεια - Καθοδον προς τον παραδεισο
Στερια και θαλασσα - Στρατηγικες της νοησης
Πραξη και συμβαν - Περαν ενεργητικου και παθητικου
Χαιρετισμος και υποκλιση - Φιλοτητα
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Μια χωρα οπου καποιος που λεει 'εγω' βυθιζεται γοργα μεσα στη γη.
Elias Canetti
Στη Δυση για πολυ καιρο το ξενο ηταν αντικειμενο βιαιου αποκλεισμου η ιδιοποιησης. Δεν ηταν παρον στο εσωτερικο του δικου. Και σημερα; Υπαρχει ακομα το ξενο; Σημερα κανεις τεινει να αφεθει στην πιστη πως καπου ολα μοιαζουν μεταξυ τους. Ετσι το ξενο και παλι εξαφανιζεται στο εσωτερικο του δικου. Ισως δεν θα ηταν κακο να πιστεψει κανεις πως οντως υπαρχει εκεινη n χωρα "οπου καποιος που λεει "εγω" βυθιζεται γοργα μεσα στη γη". Ειναι ιαματικο να κρατησει κανεις για τον εαυτο του εναν ελευθερο χωρο για το ξενο. Αυτο επισης θα ηταν εκφραση της φιλοτητας, η οποια καθιστα δυνατο και το οτι κανεις γινεται αλλιως ο ιδιος.1 Το παρον βιβλιο παρουσιαζει εναν ξενο πολιτισμο, εναν πολιτισμο της απ-ουσιας, o οποιος στους κατοικους του δυτικου πολιτισμου, που ειναι προσανατολισμενος στην ουσια, θα φανει πολυ παραξενος.
Περισσοτερα


Απο το Ευωδια του χρονου [Duft der Zeit, 2009]
Ενα φιλοσοφικο δοκιμιο για την τεχνη της σχολης
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Προλογος
Λαθος χρονος
Χρονος χωρις ευωδια
(Ταχυτητα της ιστοριας)
(Απο την εποχη του εμβατηριου στην εποχη του βομβου)
(Παραδοξοτητα του παροντος)
(Ευωδατος κρυσταλλος του χρονου)
(Εποχη του αγγελου)
Ευωδατο ρολοϊ: μια συντομη παρεκβαση στην αρχαια Κινα
(Κυκλιος χορος του κοσμου)
(Η οσμη του ξυλου της βαλανιδιας)
Η βαθια πληξη
Vita contemplativa
Ι. Μια συντομη ιστορια της σχολης
(2. Διαλεκτικη κυριου και δουλου)
(3. Vita activa, η περι της ζωης της δρασης)
4. Η vita contemplativa, η περι της στοχαστικης ζωης
Οπισθοφυλλο
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Η σημερα υφισταμενη κριση του χρονου δεν καλειται επιταχυνση. Η εποχη της επιταχυνσης ηδη εχει περασει. Ο,τι σημερα αντιλαμβανομαστε ως επιταχυνση ειναι μονο ενα απο τα συμπτωματα του διασκορπισμου του χρονου. Η σημερινη κριση του χρονου αναγεται σε μια δυσχρονια που οδηγει σε ποικιλλες διαταραχες και παρανοησεις του χρονου. Στον χρονο λειπει ενας ρυθμος που να βαζει σε ταξη. Ετσι ξεφευγει απο το μετρο. Η δυσχρονια κανει τον χρονο τροπον τινα να σβουριζει. Η αισθηση πως η ζωη επιταχυνεται, στην πραγματικοτητα ειναι μια αντιληψη του χρονου που σβουριζει ατακτα.
Η δυσχρονια δεν ειναι το αποτελεσμα της επιτεταμενης επιταχυνσης. Υπευθυνη για την επιταχυνση ειναι προπαντων η ατομικοποιηση του χρονου. Σ' αυτην αναγεται και η αισθηση πως ο χρονος περνα πολυ πιο γοργα απο παλιοτερα. Λογω του χρονικου διασκορπισμου δεν ειναι δυνατη καμια εμπειρια της διαρκειας. Τιποτα δεν συγκρατει τον χρονο. Η ζωη δεν εμπεδωνεται πλεον στο μορφωμα της ταξης, η στις συντεταγμενες που θεσπιζουν μια διαρκεια. Φευγαλεα κι εφημερα ειναι και τα πραγματα με τα οποια κανεις ταυτιζεται. Ετσι κανει γινεται ριζικα παροδικος ο ιδιος. Η ατομικοποιηση της ζωης συμβαδιζει με μια ατομιστικη ταυτοτητα. Κανεις εχει μονο τον εαυτο του, το μικρο εγω. Κανεις τροπον τινα αδυνατιζει ως προς χωρο και χρονο, μαλιστα ως προς κοσμο, ως προς συνειναι. Η ανεχεια ως προς κοσμο ειναι δυσχρονικο φαινομενο. Κανει τον ανθρωπο να συρρικνωνεται στο μικρο του σωμα, το οποιο προσπαθει να κραταει υγιες μ' ολα τα μεσα. Αφου αλλιως δεν εχει απολυτως τιποτε. Η υγεια του ευθραυστου κορμιου του υποκαθιστα κοσμο και θεο. Τιποτα δεν διαρκει περαν του θανατου. Ετσι σημερα πεφτει σε καποιον ιδιαιτερα βαρυ να πεθανει. Και γερναει διχως να γινει γερος.
Το παρον βιβλιο παρακολουθει ιστορικα και συστηματικα τις αιτιες και τα συμπτωματα της δυσχρονιας. Ομως συλλογαται και τις δυνατοτητες μιας αναρρωσης. Εδω αναζητουνται μεν ετεροχρονιες η ουχρονιες, ομως η παρουσα μελετη δεν περιοριζεται στην ανευρεση και στην αποκατασταση αυτων των ασυνηθιστων η μη καθημερινων τοπων της διαρκειας. Πολυ περισσοτερο μεσω μιας ιστορικης ανασκοπησης εφισταται προοπτικα η προσοχη στο οτι η ζωη, μεχρι και την καθημερινοτητα, πρεπει να παρει αλλη μορφη ωστε να αποσοβηθει εκεινη η κριση του χρονου. Δεν πενθειται η εποχη της αφηγησης. Το τελος της αφηγησης, το τελος της ιστοριας δεν χρειαζεται να συνεπιφερει ενα χρονικο κενο. Πολυ περισσοτερο διανοιγει τη δυνατοτητα ενος χρονου ζωης που βγαινει διχως θεολογια και τελεολογια, που και παλι εχει μια ευωδια δικη του. Ομως προϋποθετει μια αναζωογονηση της vita contemplativa.
Η σημερινη κριση του χρονου συσχετιζεται πρωτευοντως με την απολυτοποιηση της vita activa. Αυτη οδηγει σε μια επιταγη της εργασιας η οποια υποβαθμιζει τον ανθρωπο σε animal laborans. Η υπερκινητικοτητα της καθημερινοτητας αφαιρει απο την ανθρωπινη ζωη καθε στοιχειο στοχαστικοτητας, καθε ικανοτητα να εχεις καιρο. Οδηγει σε απωλεια κοσμου και χρονου. Οι λεγομενες στρατηγικες επιβραδυνσης δεν παραμεριζουν αυτην την κριση του χρονου. Μαλιστα συγκαλυπτουν το ιδιως προβλημα. Αναγκη ειναι μια αναζωογονηση της vita contemplativa. Η κριση του χρονου θα εχει ξεπεραστει πρωτα την στιγμη που η vita activa στην κριση της προσλαβει και παλι την vita contemplativa εντος της.
Περισσοτερα


About ghosts and other absentees [Στη ζωγραφικη συλλογη της Moki "How to disappear", 2010]
Περισσοτερα


Κοινωνια της κοπωσης [Müdigkeitsgesellschaft, 2010]
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Η νευρωνικη βια
Περαν της κοινωνιας της πειθαρχιας
Η βαθια πληξη
Vita activa
Παιδαγωγικη του βλεμματοσ
Η περιπτωση bartleby
Κοινωνια της κοπωσης
Πισω αυτι
Οπισθοφυλλο
Περισσοτερα


Απο το Τοπολογια της βιας [Topologie der Gewalt, 2011]
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Πρωτο Μερος. ΜΑΚΡΟΦΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΒΙΑΣ
1. Τοπολογια της βιας
2. Αρχαιολογια της βιας
3. Ψυχη της βιας
4. Πολιτικη της βιας
Δευτερο Μερος. ΜΙΚΡΟΦΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΒΙΑΣ
4. Βια της διαφανειας
5. Το medium ειναι mass-age
6. Ριζωματικη βια
Περισσοτερα


Κοινωνια της διαφανειας [Transparenzgesellschaft, 2012]
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Κοινωνια του θετικου
Κοινωνια της εκθεσης
Κοινωνια του εμφανους
Κοινωνια πορνο
Κοινωνια της επιταχυνσης
Κοινωνια του ενδομυχου
Κοινωνια της πληροφοριας
Κοινωνια της αποκαλυψης
Κοινωνια του ελεγχου
Περισσοτερα


Προθανατια αγωνια του ερωτα [Agonie des Eros, 2012]
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Melancholia
Να μην μπορεις να μπορεις
Η απλως ζωη
Πορνο
Φαντασια
Πολιτικη του ερωτος
Το τελος της θεωριας
Περισσοτερα


Μια συζήτηση του Simon Critchley και του Κώστα Γεμενετζή, Στεγη Γραμματων και Τεχνων, 20 Μαρτίου 2013
19:00 Μικρή Σκηνή

Εισαγωγη [το video στην αγγλικη μεταφραση]

Συναισθηματα σε περιοδο αβεβαιοτητας...
Κατα τι θα μπορουσαν να διαφερουν απο τα συναισθηματα σε περιοδο βεβαιοτητας; Επιτρεψτε μου μια ακραια απαντηση: Σε περιοδο βεβαιοτητας, συναισθηματα δεν υπαρχουν! Η βεβαιοτητα σιγαζει ολα τα ερωτηματα. Κλεινει ολα τα ανοιχτα θεματα. Αν η αβεβαιοτητα ηταν ενα ειδος ελλειψης και αναζητησης, η βεβαιοτητα θα αντιστοιχουσε στην κατασταση του κορεσμου και της επαναπαυσης. Στον κυκλο τραγουδιων του Franz Schubert με τον τιτλο "Η ωραια μυλωνου", καποια στιγμη ο νεαρος εργατης στον μυλο κερδιζει την αγαπη της κορης. Εδω ακολουθει το τραγουδι με τον τιτλο "Παυση", κι αρχιζει ετσι:
Κρέμασα το λαούτο στον τοίχο. Το τύλιξα με πράσινη κορδέλα. Δεν μπορώ να τραγουδήσω πια, η καρδιά μου παραείναι γεμάτη ...
Ενα πεδιο στο οποιο θα μπορουσαμε να πουμε οτι αποκταται βεβαιοτητα, θα ηταν το συμβαν κατα το οποιο επιθυμιες εκπληρωνονται, "dreams come true". Στην εκπληρωση μιας επιθυμιας, αλλα και στην επαληθευση ενος φοβου, τα ονειρα, π.χ. για τον νεαρο του Schubert η ωραια μυλωνου, χανουν το μετεωρο, το ακαθοριστο, το φευγαλεο, το αιθεριο, το σαγηνευτικο που τα χαρακτηριζει. Μεταμορφωνονται σε συμπαγη, χειροπιαστα σωματα που περιερχονται στην κατοχη μου. "Δικη μου", λεει το προηγουμενο τραγουδι της "Ωραιας μυλωνους". "Ειναι δικη μου", στα γερμανικα ειναι "ist mein". Ακουστε με ποια εμφαση, με ποιον σθεναρο και καταλυτικο τροπο το λεει ο νεος: Η αγαπημενη μου μυλωνου ειναι δικη μου! Δικη μου, δικη μου! [Die geliebte Müllerin ist mein! Mein, mein!]
Στο παθος για την εκπληρωση επιθυμιων υπαρχει μια πλανη. Κανεις νομιζει οτι απλα εκεινο το ονειρο τωρα εχει παρει σαρκα και οστα, εχει πραγματοποιηθει, εχει γινει πραγμα και κτημα του. Ομως αυτο που συμβαινει ειναι οτι το ονειρο, γινομενο πραγμα και αποκτημα, ειναι σαν τον νεκρο που διατηρειται ταριχευμενος. Η μονη απολαυση που μπορει να δωσει ειναι αυτη της νεκροφιλιας. Γυρω απο τον κτητορα περιστρεφονται τα εχει του σαν τα διαστημικα αποβλητα που διαβαινουν στις τροχιες τους πανω απο τη γη.
Στην "Ωραια μυλωνου" η κορη αφηνει τον νεαρο για χαρη ενος κυνηγου, κι εκεινος τελικα ριχνεται στο ποταμι. Αν ο ρομαντισμος, στο προσωπο του ονειροπολου νεου, τρεφονταν απο την οδυνη της ανεκπληρωτης επιθυμιας, η σημερινη εποχη, στο προσωπο του κυνηγου, του βεβαιου για τον εαυτο του, παταει επανω στα πτωματα των θηραματων της.
Στην περιοδο λοιπον της σημερινης αβεβαιοτητας, οπως αυτη μιας οικονομικης κρισης, λιγοστευουν οι επιθυμιες που μπορουν να εκπληρωθουν. Ο κυνηγος μενει απο σφαιρες. Δεν θα φωτογραφηθει πια με το ποδι επανω στο πτωμα της λειας του. Και συμβαινει αυτο το παραδοξο, οτι ακριβως η απωλεια μιας πλανεμενης, μιας απατηλης δυνατοτητας ειναι και η πιο οδυνηρη, ειναι αυτη που θα προκαλεσει την πιο ακραια, την πιο απονενοημενη αντιδραση: θα βυθισει καποιον στην απομονωση και στην καταθλιψη, θα τον ριξει στην οργη, στη λυσσα, καποτε και στην αυτοκτονια.
Ισως ζηταω πολλα, ομως χρειαζεται μια συμφιλιωση με την αβεβαιοτητα. Τοτε αυτη θα εχανε τον στερητικο, τον απειλητικο της χαρακτηρα. Ο Sigmund Freud, χωρις να το αποσκοπει και χωρις να το γνωριζει, εδειξε προς μια τετοια κατευθυνση, προς τη δυνατοτητα μιας, ας την ονομασω, ξεγνοιαστης αβεβαιοτητας: Το αθεατο των συνομιλουντων
· ο λεγομενος "βασικος κανονας", συμφωνα με τον οποιο κανεις καλειται να μιλησει χωρις να εχει τον ελεγχο των λεγομενων του· η "αρχη της αποχης", συμφωνα με την οποια στην ψυχαναλυτικη συναντηση ο δρομος για την εκπληρωση επιθυμιων ειναι αποκλεισμενος. Ολα αυτα δεν ειναι απλα τεχνικη και προπονηση για τη ζωη αλλα η δυνητικη εξοικειωση με την ευεργετικη παρουσια του αχρηστου και του μη πραγματικου. Οπως εγραψα καποτε, ειναι η επιβιβαση στη βαρκουλα που αρμενιζει εκει που τα καραβια χανονται. Και τα συναισθηματα ξαναγεννιουνται.
Ξερω οτι αυτα ειναι, οπως λενε οι Γερμανοι, σταγονα επανω στο πυρωμενο σιδερο. Ομως ο ατμος που θα βγει απο την εξατμιση της σταγονας δεν θα ηταν ενα τιποτα. Ο Ludwig Wittgenstein γραφει σε μια σημειωση: "Απο τον προηγουμενο πολιτισμο θα μεινει ενας σωρος ερειπιων και τελικα ενας σωρος σταχτη, ομως πανω απο την σταχτη θα αιωρουνται πνευματα."


Εδω:

https://docs.google.com/file/d/0B1Xww5eLSmkscUMxdlA0LXVDN0k/edit


Και εδω:

SEDUCTION/PRODUCTION

In reality, pornography is but the paradoxical limit of the sexual. A "realistic" exacerbation, a maniacal obsession with the real: this is the obscene, in the etymological and every other sense. But is not the sexual itself already a forced materialization? Is not the advent of sexuality already part of occidental realistics, the compulsion proper to our culture to instantiate and instrumentalize everything?
It is absurd, when speaking of other cultures, to dissociate religion, economics, politics, and the legal system (i.e., the social and other classificatory phantasmagorias).for the reason that such a dissociation has not occurred, these concepts being like so many diseases with which we infect these cultures in order to better "understand" them. In the same manner, it is absurd to autonomize the sexual as a separate instance, an irreducible given, as something to which other instances or givens can be reduced. We need a critique of sexual Reason, or rather, a genealogy of sexual Reason similar to Nietzsche's genealogy of good and evil, for it is our new morality. One might say of sexuality, as of death: "it is a new wrinkle to which consciousness became accustomed not so long ago."
We remain perplexed and vaguely compassionate when confronted with cultures for which the sexual act is not a finality in itself, for which sexuality does not have the mortal seriousness of an energy to be liberated, of an ejaculation to be forced, a production at any price, or hygienic auditing of the body. Cultures that preserve lengthy procedures of enticement and sensuality, long series of gifts and counter-gifts, with sex being but one service amongst others, and the act of love one possible end-term to a prescribed, ritualistic interchange. Such proceedings no longer make sense to us; ;sex has become, strictly speaking, the actualization of desire in pleasure - all else is literature. An extraordinary crystallization around the orgasmic, and more generally, the energizing function.
Ours is a culture of premature ejaculation. Increasingly all seduction, all manner of enticement - which is always a highly ritualized process - is effaced behind a naturalized sexual imperative, behind the immediate and imperative; realization of desire. Our center of gravity has been displaced towards a libidinal economy concerned with only the naturalization of desire, a desire dedicated to drives, or to a machine-like functioning, but above all, to the imaginary of repression and liberation.
Henceforth one no longer says: "You have a soul and it must be saved," but:
"You have a sex, and you must put it to good use."
"You have an unconscious, and you must. let the id speak."
"You have a body, and you must derive pleasure from it."
"You have a libido, and you must expend it," etc.
This pressure towards liquidity, flux and the accelerated articulation of the sexual, psychic and physical body is an exact replica of that which regulates exchange value: capital must circulate, there must no longer be any fixed point, investments must be ceaselessly renewed, value must radiate without respite - this is the form of value's present realization, and sexuality, the sexual model, is simply its mode of appearance at the level of the body.
As a model sex takes the form of an individual enterprise based on natural energy: to each his desire and may the best man, prevail (in matters of pleasure). It is the selfsame form as capital, and this is why sexuality, desire and pleasure are subaltern values. When they first appeared, not so long ago, as a system of reference on the horizon of western culture, it was as fallen, residual values - the ideal of inferior classes, the bourgeoisie, then the petty-bourgeoisie - relative to the aristocratic values of birth and blood, valour and seduction, or the collective values of religion and sacrifice.
Moreover, the body - this selfsame body to which we ceaselessly refer - has no other reality than that implied by the sexual and productive, model. It is capital that, in a single movement, gives rise to both the energizing body of labour power, and the body of our dreams, a sanctuary of desires and drives, of psychic energy and the unconscious, the impulsive body that, haunts the primary processes - the body itself having become a primary process, and thereby an anti-body, an ultimate revolutionary referent. The two bodies are simultaneously engendered in repression, and their apparent antagonism is but a consequence of their reduplication. When one uncovers in the body's secret places an "unbound" libidinal energy opposed to the "bound" energy of the productive body, when one uncovers in desire the truth of the body's phantasms and drives, one is still only disintering the psychic metaphor. of capital.
Here is your desire, your unconscious: a psychic metaphor of capital in the rubbish heap of political economy. And the sexual jurisdiction is but a fantastic extension of the commonplace ideal of private-property, where everyone is assigned a certain amount of capital to manage: a psychic capital, a libidinal, sexual or unconscious capital, for which each person will have to answer individually, under the sign of his or her own liberation.
A fantastic reduction of seduction. This sexuality transformed by the revolution of desire, this mode of bodily production and circulation has acquired its present character, has come to be spoken of in terms of "sexual relations," only by forgetting all forms of seduction - just as one can speak of the social in terms of "relations" or "social relations," only after it has lost all symbolic substance.
Wherever sex has been erected into a function, an autonomous instance, it has liquidated seduction. Sex today generally occurs only in the place, and in place of a missing seduction, or as the residue and staging of a failed seduction. It is then the absent form of seduction that is hallucinated sexually - in the form of desire. The modern theory of desire draws its force from seduction's liquidation.
Henceforth, in place of a seductive form, there; is a productive form, an "economy" of sex: the retrospective of a drive, the hallucination of a stock of sexual energy, of an unconscious in which the repression of desire and its clearance are inscribed. All this (and the psychic in general) results from the autonomization of sex - as nature and the economy were once the precipitate of the autonomization of production. Nature and desire, both of them idealized, succeed each other in the progressive designs for liberation, yesterday the liberation of the productive forces, today that of the body and sex.
One can speak of the birth of the sexual and of sex speech - just as one speaks of the birth of the clinic and clinical gaze - where once there was nothing, if not uncontrolled, unstable, insensate, or else highly ritualized forms. Where too, it follows, there was no repression, this thematic with which we have burdened all previous societies even more than our own. We condemn them as primitive from a technological perspective, but also from a. sexual or psychic perspective, for they conceived of neither the sexual nor the unconscious. Fortunately, psychoanalysis has come along to lift the burden and reveal what was hidden. The incredible racism of the truth, the evangelical racism of the Word and its accession.
Where the sexual does not appear of and for itself, we act as though it were repressed; it is our way of saving it. And yet to speak of repressed or sublimated sexuality in primitive, feudal or other societies, or simply to speak of "sexuality" and the unconscious in such cases, is a sign of profound stupidity. It is not even certain that such talk holds the best key to unlocking our society. On this basis, that is, by calling into question the very hypothesis of sexuality, by questioning sex and desire as autonomous instances, it is possible to agree with Foucault and say (though not for the same reasons) that in our culture too there is no and never has been any repression either.
Sexuality as a discourse is, like political economy (and every other discursive system), only a montage or simulacrum which has always been traversed, thwarted and exceeded by actual practice. The coherence and transparency of homo sexualis has no more existence than the coherence and transparency of homo economicus.
It is a long process that simultaneously establishes the psychic and the sexual, that establishes the "other scene," that of the phantasy and the unconscious, at the same time as the energy produced therein - a psychic energy that is merely a direct consequence of the staged hallucination of repression, an energy hallucinated as sexual substance, which is then metaphorized and metonymized according to the various instances (topical, economic, etc.), and according to all the modalities of secondary and tertiary repression. Psychoanalysis, this most admirable edifice, the most beautiful hallucination of the back-world, as Nietzsche would say. The extraordinary effectiveness of this model for the simulation of scenes and energies - an extraordinary theoretical psychodrama, this staging of the psyche, this scenario of sex as a separate instance and insurmountable reality (akin to the hypostatization of production). What does it matter if the economic, the biological or the psychic bear the costs of this staging - of what concern is the "scene" or "the other scene": it is the entire scenario of sexuality (and psychoanalysis) as a model of simulation that should be questioned.

It is true that in our culture the sexual has triumphed over seduction, and annexed it as a subaltern form. Our instrumental vision has inverted everything. For in the symbolic order seduction is primary, and sex appears only as an addendum. Sex in this latter order is like the recovery in an analytic cure, or a birth in a story of Levi-Strauss; it comes as an extra, without a relation of cause to effect. This is the secret of "symbolic efficacity": the world's workings are the result of a mental seduction . Thus the butcher Tchouang Tseu whose understanding enabled him to describe the cow's interstitial structure without ever having used the blade of a knife: a sort of symbolic resolution that, as an addendum, has a practical result.
Seduction too works on the mode of symbolic, articulation, of a duel*[*Trans. note: In French, the word duel means both duel /dual. Baudrillard is clearly playing on the double meaning of the word - agonal relations and reciprocal challenges. I translate the term `duel', even in its adjectival form.] affinity with the structure of the other - sex may result, as an addendum, but not necessarily. More generally, seduction is a challenge to the very existence of the sexual order. And if our "liberation" seems to have reversed the terms and successfully challenged the order of seduction, it is by no means certain that its victory is not hollow. The question of the ultimate superiority of the ritual logics of challenge and seduction over the economic logics of sex and production still remains unresolved.
For revolutions and liberations are fragile, while seduction is inescapable. It is seduction that lies in wait for them - seduced as they are, despite everything, by the immense setbacks that turn them from their truth - and again it is seduction that awaits them even in their triumph. The sexual discourse itself is continually threatened with saying something other; than what it says.
In an American film a guy pursues a street-walker, prudently, according to form. The woman responds, aggressively: "What do you-want? Do you want to jump me? Then, change your approach! Say, I want to jump you!" and the guy, ;troubled, replies: "yes, I want to jump you." "Then go fuck yourself!" And later, when he is driving. her in his car: "I'll make coffee, and then you can jump me." In fact, this cynical conversation, which appears objective, functional, anatomical, and without nuance, is only a game. Play, challenge, and provocation are just beneath the surface. Its very brutality is rich with the inflections of love and complicity. It is a new manner of seduction.
Or this conversation taken from The Schizophrenics' Ball by Philip Dick:
"Take me to your room and fuck me."
"There is something indefinable in your vocabulary, something left to be desired."
One can understand this as: Your proposition is unacceptable, it lacks the poetry of desire, it is too direct. But ~in a sense the text says the exact opposite: that the proposition has some- thing "indefinable" about it, which thereby opens the path to desire. A direct sexual invitation is too direct to be true, and immediately refers to something else.
The first version deplores the obscenity of the conversation. The second is more subtle ; it is capable of disclosing a twist to obscenity - obscenity as an enticement, and thus as an "indefinable" allusion to desire. An obscenity too brutal to be true, and too impolite to be dishonest - obscenity as a challenge and therefore, again, as seduction.
In the last instance, a purely sexual statement, a pure demand for sex, is impossible. One cannot be free of seduction, and the discourse of anti-seduction is but its last metamorphosis.
It is not just that a pure discourse of sexual demand is absurd given the complexity of affective relations; it quite simply does not exist. To believe in sex's reality and in the possibility of speaking sex without mediation is a delusion - the delusion of every discourse that believes in transparency ; it is also that of functional, scientific, and all other discourses with claims to the truth. Fortunately, the latter is continually undermined, dissipated, destroyed, or rather, circumvented, diverted, and seduced. Surreptitiously they are turned against themselves; surreptitiously they dissolve into a different game, a different set of stakes.
To be sure, neither pornography nor sexual transactions exercise any seduction. Like nudity, and like the truth, they are abject. They are the body's disenchanted form, just as sex is the suppressed and disenchanted form of seduction, just as use value is the disenchanted form of the object, and just as, more generally, the real is the suppressed and disenchanted form of the world.
Nudity will never abolish seduction, for it immediately becomes something else, the hysterical enticements of a different game, one that goes beyond it. There is no degree zero, no objective reference, no point of neutrality, but always and again, stakes. Today all our signs appear to be converging - like the body in nudity and meaning in truth - towards some conclusive objectivity, an entropic and metastable form of the neutral. (What else is the ideal-typical, vacationing nude body, given over to the sun, itself hygienic and neutralized, with its luciferian parody of burning). But is there ever a cessation of signs at some zero point of the real or the neutral? Isn't there always a reversion of the neutral itself into a new spiral of. stakes, seduction and death.
What seduction used to lie concealed in sex? What new seduction, what new challenge lies concealed in the abolition of what, within sex, was once at stake? (The same question on another plane: What challenge, what source of fascination, lies concealed in the masses, in the abolition of what was once at stake with the social?)
All descriptions of disenchanted systems, all hypotheses about the disenchantment of systems - the flood of simulation and dissuasion, the abolition of symbolic processes, the death of referentials - are perhaps false. The neutral is never neutral; it becomes an object of fascination. But does it then become an object of seduction?

Agonistic logics, logics of ritual and seduction., are stronger than sex. Like power, sex never has the last word. In The Empire of The Senses, a film that from end to end is occupied with the sex act, the latter, by its very persistence, comes to be possessed by the logic of another order. The film is, unintelligible in terms of sex, for sexual pleasure, by itself, leads to everything but death. But the madness that seizes hold of the couple (a madness only for us, in reality it is a rigorous logic) pushes them to extremes, where: meaning no longer has sense and the exercise of the senses is not in the least sensual. Nor is it intelligible in terms of mysticism or metaphysics. Its logic is one of challenge, impelled by the two partners outbidding each other. Or more precisely, the key event is the passage from a logic of pleasure at the beginning, where the man leads the game, to a logic of challenge and death, that occurs under the impetus of the woman - who thereby becomes the game's mistress, even if at first she was only a. sexual object. It is the feminine principle that brings about. the reversal of sex/value into an agonistic logic of seduction.
There is here no perversion or morbid drive, no interpretation drawn from our psycho-sexual frontiers, no "affinity" of Eros for Thanatos nor any ambivalence of desire. It is not a matter of sex, nor of the unconscious. The sexual act is viewed as a ritual act, ceremonial or warlike, for which (as in ancient tragedies on the theme of incest) death is the mandatory denouement, the emblematic form of the challenge's fulfilment.

Thus the obscene can seduce, as can sex and pleasure. Even the most anti-seductive figures can become figures of seduction. (It has been said of the feminist discourse that, beyond its total absence of seduction, there lies a certain homosexual allure). These figures need only move beyond their truth into a reversible configuration, a configuration that is also that of their death. The same holds true for that figure of anti-seduction par excellence, power.
Power seduces. But not in the vulgar sense of the masses' desire for complicity (a tautology that ultimately seeks to ground seduction in the desire of others). No, power seduces by virtue of the reversibility that haunts it, and on which a minor cycle is instituted. No more dominant and dominated, no more victims and executioners (but "exploiters" and "exploited," they certainly exist, though quite separately, for there is no reversibility in production - but then nothing essential happens at this level). No more separate positions: power is realized according to a duel relation, whereby it throws a challenge to society, and its existence is challenged in return. If power cannot be "exchanged" in accord with this minor cycle of seduction, challenge and ruse, then it quite simply disappears.
At bottom, power does not exist. The unilateral character of of the relation of forces on which the "structure" and "reality" of power and its perpetual movement are supposedly instituted, does not exist. This is the dream of power imposed by reason, not its reality. Everything seeks its own death, including power. Or rather, everything demands to be exchanged, reversed, and abolished within a cycle (this is why neither repression nor the unconscious exist, for reversibility is always already there). This alone is profoundly seductive. Power seduces only when it becomes a challenge to itself; otherwise it is just an exercise, and satisfies only the hegemonic logic of reason.
Seduction is stronger than power because it is reversible and mortal, while power, like value, seeks to be irreversible, cumulative and immortal. Power partakes of all the illusions of production, and of the real; it wants to be real, and so tends to become its own imaginary, its own superstition (with the help of theories that analyze it, be they to contest it). Seduction, on the other hand, is not of the order of the real - and is never of the order of force, nor relations of force. But precisely for this reason, it enmeshes all power's real actions, as well as the entire reality of production, in this unremitting reversibility and disaccumulation - without which there would be neither power nor accumulation.
It is the emptiness behind, or at the very heart of power and production; it is this emptiness that today gives them their last glimmer of reality. Without that which reverses, annuls, and seduces them, they would never have had the authority of reality.
The real, moreover, has never interested anyone. It is a place of disenchantment, a simulacrum of accumulation against death. And there is nothing more tiresome. What sometimes renders the real fascinating - and the truth as well - is the imaginary catastrophe which lies behind it.. Do you think that power, sex, economics - all these real, really big things - would have held up for a single moment unless sustained by fascination, a fascination that comes precisely from the mirror image in which they are reflected, from their continuous reversion, the palpable pleasure borne of their imminent catastrophe?
The real, particularly in the present, is nothing more than the stockpiling of dead matter, dead bodies and dead language - a residual sedimentation. Still we feel more secure when the stock of reality is assessed (the; ecological lament speaks of material energies, but it conceals that what is disappearing is the real's energy, the real's reality, the possibility' of its management, whether capitalist or revolutionary). If the horizon of production is beginning to vanish, that of speech, sex or desire can still take up the slack. To liberate, to give pleasure, to give a speech, to give speech to others: this is real, it is something substantial, with a prospect of stocks. And, therefore, it is power.
Unfortunately not. That is to say, not for long. This "reality" is slowly dissipating. One wants sex, like power, to become an irreversible instance, and desire an irreversible energy (a stock of energy - desire, need it be said, is never far from capital). For we grant meaning only to what is irreversible: accumulation, progress, growth, production. Value, energy and desire imply irreversible processes - that is the very meaning of their liberation. (Inject the smallest dose of reversibility into our economic, political, sexual or institutional mechanisms, and everything collapses). This is what today assures sexuality of its mythical authority over hearts and bodies. But it is also what lies behind the fragility of sex, and of the entire edifice of production.
Seduction is stronger than production. It is stronger than sexuality, with which it must never be confused. It is not something internal to sexuality, though this is what it is generally reduced to. It is a circular, reversible process of challenges, oneupmanship and death. It is, on the contrary, sex that is the debased form, circumscribed as it is by the terms of energy and desire.
Seduction's entanglement with production and power, the irruption of a minimal reversibility within every irreversible process, such that the latter are secretly undermined, while simultaneously ensured of that minimal continuum of pleasure without which they would be nothing - this is what must be analyzed. At the same time knowing that production constantly seeks to eliminate seduction in order to establish itself on an economy of relations of force alone; and that sex, the production of sex, seeks to eliminate seduction in order to establish itself on an economy of relations of desire alone.

This is why one must completely turn round what Foucault has to say in The History of Sexuality I, while still accepting its central hypothesis. Foucault sees only the production of sex as discourse. He is fascinated by the irreversible deployment and interstitial saturation of a field of speech, which is at the same time the institution of a field of power, culminating in a field of knowledge that reflects (or invents) it. But from whence does power derive its somnambulistic functionality, this irresistible vocation to saturate space? If neither ;sociality nor sexuality exist unless reclaimed and staged by power, perhaps power too does not exist unless reclaimed and staged by knowledge (theory). In which case, the entire ensemble should be placed in simulation, and this too perfect mirror inverted, even if the "truth effects" it produces are marvellously decipherable.
Furthermore, the equation of power with knowledge, this convergence of mechanisms over a field of rule they have seemingly swept clean, this conjunction described by Foucault as complete and operational, is perhaps only the concurrence of two dead stars whose last glimmerings still illuminate each other, though they have lost their own radiance? In their original, authentic phase, knowledge and power were opposed to each other, sometimes violently (as were, moreover, sex and power). But if today they are merging, is this not due to the progressive extenuation of their reality principle, of their distinctive characteristics, their specific energies? Their conjunction then would herald not a reinforced positivity, but a twin indifferentiation, at the end of which only their phantoms would remain, mingling amongst themselves, left to haunt us.
In the last instance, behind the apparent stasis of knowledge and power which appears to arise from all sides, there would lie only the metastasis of power, the cancerous proliferation of a disturbed, disorganized structure. If power today is general, and can be detected at all levels ("molecular" power), if it has become cancerous, with its cells proliferating uncontrollably, without regard to the good old "genetic code" of politics, this is because it is itself afflicted and in a state of advanced decomposition. Or perhaps it is afflicted. with hyperreality and in an acute crisis of simulation (the cancerous proliferation of only the signs of power) and, accordingly, has reached a state of general diffusion and saturation. Its somnambulistic operationality.
One must therefore always wager on simulation and take the signs from behind - signs that, when taken at face value and in good faith, always lead to the reality and evidence of power. Just as they lead to the reality and evidence of sex and production. It is this positivism that must not be taken at face value; and it is to this reversion of power in simulation one must devote one's efforts. Power will never do it by itself, and Foucault's text should be criticized for failing to do it and, therefore, for reviving the illusion of power.
The whole, obsessed as it is with maximizing power and sex, must be questioned as to its emptiness. Given its obsession with power as continuous expansion and investment, one must ask it the question of the reversion of the space of power, and of the reversion of the space of sex and its speech. Given its fascination with production, one must ask it the question of seduction.


Ποιηματα
(οι μεταφρασεις μου, με καποιες μελοποιησεις απο τον Wilhelm Killmayer)

►"Φυση"
Η φυση στον Hölderlin
Το ζωογονο
Χειρων


Αντιγονη
Antigonae (η μεταφραση του Hölderlin και το πρωτοτυπο)
Anmerkungen zur Antigonae (Σημειωσεις για την Αντιγονη. Χειρογραφη μεταφραση.)
Σχολιο στην ''Αντιγονη'' του Heidegger

Η μελοποιηση της "Αντιγονης" στη μεταφραση του Hölderlin απο τον Karl Orff
Wozu Dichter? (Προς τι ποιητες;]
Vorwort zur Lesung von Hölderlins Gedichten [Προλογος για την αναγνωση ποιηματων του Hölderlin]
Hölderlins Hymnen 'Germanien' und 'Der Rhein' [Οι υμνοι του Hölderlin 'Germanien' και 'Der Rhein']
Ο Friedrich Hölderlin στη νοηση του Martin Heidegger

Θρασυβουλος Γεωργιαδης
Hölderlin. Απο το: "Nennen und Erklingen" ["Ονομασια και ηχος"]






Αυτο που περισσοτερο μου κανει τους φιλοσοφους απωθητικους, ειναι η διαδικασια εκκενωαης στην σκεψη τους. Οσο πιο συχνα και πιο επιδεξια χρησιμοποιουν τους βασικους ορους τους, τοσο λιγοτερα απομενουν απο τον κοσμο τριγυρω τους. Ειναι σαν βαρβαροι σε ενα ψηλο, ευρυχωρο σπιτι γεματο θαυμασια εργα. Στεκουν εκει με ανασηκωμενα μανικια και, μεθοδικα και ανεπηρεαστοι, πετανε τα παντα εξω απ' το παραθυρο, καρεκλες, εικονες, πιατα, ζωα, παιδια, εως οτου δεν μενουν παρα τελειως αδειανοι χωροι. Συχνα τελευταια ερχονται οι πορτες και τα παραθυρα. Το γυμνο σπιτι παραμενει εκει. Φανταζονται οτι μ' αυτες τις ερημωσεις ειναι καλυτερα.
Elias Canetti,
Die Provinz des Menschen

Το πιανο παιζει. Ο μουσικος ειναι το οργανο του.

Moki
Moki

Στον σταθμο του μετρο, Συνταγμα, μερα-μεσημερι. Οι περισσοτεροι φορουν μαυρα. Αν κανεις τους επαιρνε φωτογραφια με τις παλιες μηχανες, στο αρνητικο θα εβλεπες λευκες θαμπες φιγουρες. Απο τον γκριζο σταθμο θα εβγαιναν εξω στην πολη, μεταφερμενα απο τις κυλιομενες σκαλες, σαν επανω σε βιομηχανικους ιμαντες, ορδες τα φαντασματα.

Μια περιγραφη της γνωσης, οπως αυτης που αποκταται στην ψυχαναλυση:

Η ιδιομορφη κινηση της γνωσης. Για καιρο παραμενει ακινητη, σαν πετρα η σαν ζωη σε νεκροφανεια. Κατοπιν αποκτα ξαφνικα και απροσμενα χαρακτηρα φυτου. Κοιταζεις προς τα εκει τυχαια: δεν κουνηθηκε μεν απ' τη θεση της, ομως βλαστησε. Μεγαλη στιγμη, ομως οχι ακομη το θαυμα. Γιατι μια μερα βλεπεις κατ' αλλου, κι εκεινη η γνωση ειναι εκει οπου μεχρι τωρα σιγουρα δεν ηταν, αλλαξε τον τοπο της, εκανε αλμα. Αυτην την αλματωδη γνωση περιμενει ο καθενας. Στη νυχτα, απο την οποια εχεις γεμισει, αφουγκραζεσαι το γρυλλισμα των νεων αρπακτικων και στο σκοταδι τα δοντια τους φωτιζουν επικινδυνα και αχορταγα. (Elias Canetti, Die Provinz des Menschen)

Elias Canetti, μια ημερολογιακη σημειωση:

"Ισως καθε ανασα σου να ειναι το τελευταιο χνωτο ενος αλλου"

Η δυνατοτητα να βλεπεις τα πραγματα σε αλλο φως. Η λυδια λιθος της ψυχοθεραπειας. Στις εξετασεις για την αποκτηση της ειδικοτητας στην Ψυχιατρικη θα επρεπε να περιλαμβανεται και μια πιστοποιηση ποιητικοτητας του υποψηφιου...

 

Assez vu. La vision s'est rencontrée à tous les airs.
Ειδα πολλα. Το οραμα συναπαντηθηκε στους αιθερες ολους.
Assez eu. Rumeurs des villes, le soir, et au soleil, et toujours.
Πηρα πολλα. Βουες των πολεων, βραδυ και με ηλιο και παντα.
Assez connu. Les arrêts de la vie. - Ô Rumeurs et Visions!
Γνωρισα πολλα. Τα σταματηματα της ζωης. - Ω Βουες και Οραματα!
Départ dans l'affection et le bruit neufs!
Αναχωρηση μεσα σε τρυφεροτητα και σε νεους θορυβους!

  

 

Arthur Rimbaud, Les Illuminations [Εκλαμψεις],
Départ [Αναχωρηση]
Μουσικη: Benjamin Britten

 

 

 


Καποια φορα που χρειαστηκε να συνταξω ενα βιογραφικο, ξεκινησα με τη φραση «Ο Κωστας Γεμενετζης γεννηθηκε το 1944...» και κατευθειαν μου ηρθε να συνεχίσω: «...και πεθανε...».

Ηδη παιδί μου γεννηθηκε μια απορία με το ονομα μου. Ο κοσμος μου αποτεινονταν και με προσφωνουσε «Κωστα...», «Κωστακη...», «Γεμενετζη...». Καποια στιγμη λοιπον αναρωτηθηκα: Περιεχομαι, περα για περα, στο ονομα μου; Η απαντηση μου ηταν σαφης: Οχι! Αυτοι που μου μιλουν, αποτείνονται σ' εμενα. Και, αν το «Κωστας» δεν καλυπτει το «εμενα», εχει αυτη η αντ-ωνυμια ενα ονομα, αντι του οποιου λεγεται; Η απαντηση μου ηταν και παλι σαφης: Οχι!

Πολλα χρονια αργοτερα ειδα, με ανακουφιση, πως με την απορια μου δεν εστεκα μονος. Καπου στον Kierkegaard διαβασα: «Κοιταζω μεσα στην υπαρξη - και δεν βλεπω τιποτα.» Η απορια ειχε αρχισει να ησυχαζει και να δινει τη θεση της στην αποδοχη ενος αναλαφρου «τιποτα», που αποδιδει το Εγω μου πολυ περισσοτερο απο καθε ονομα· αποδοχη ενος αναλαφρου «τιποτα», που συνοδευει το ονομα μου, του αφαιρει καθε απολυτοτητα, το επαφηνει στο λικνο της παροδικοτητας του, και σε καθε «γεννηθηκα» υπαγορευει το «πεθανα».

Αυτα εμελλε να σημαδεψουν την εξελιξη μου, μεταξυ αλλων και ως θεραπευτη.

Ο,τι εκανα κι ο,τι δεν εκανα ας ιδωθει σ' αυτο το φως.


 
 
 
μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον: τὸ δ᾽, ἐπεὶ φανῇ,  
βῆναι κεῖθεν ὅθεν περ ἥκει
 
Οιδιπους επι Κολωνω, 1225-1226

 



Θεατρο μουσικης δωματιου της Younghi Pagh-Paan (2002-2005)
Παραγγελια του Κρατικου Θεατρου Στουτγαρδης
Λιμπρετο της Juliane VOTTELER (κατα το «Οιδιπους επι Κολωνω» του Σοφοκλη) σε συνεργασια με τη συνθετη.
Περιλαμβανεται ενα κειμενο του Byung-Chul Han

Younghi Pagh-Paan, «Πληγιασμένη απ' όνειρα» (2004/2005)
Για φλάουτο, όμποε, κλαρινέττο, βιολί, βιόλα και βιολοντσέλο, αφιερωμένο στο «Ensemble recherche». Αυτό το ποίημα του Byung-Chul Han είναι η βασική ιδέα για το σεξτέτο μου για φλάουτο, όμποε, κλαρινέττο, βιολί, βιόλα και βιολοντσέλο «Μουσική δίχως λέξεις»
Πληγιασμένη από πορείες,
Πληγιασμένη από κλάματα,
Πληγιασμένη απ' όνειρα,
Καταπληγιασμένη είν' η ψυχή σου.
Ανάσανε μες από τις πληγές σου!
Άσε τις πληγές σου ν' ανθίσουν!
Νά 'σαι χωρίς κόπους
Σαν τους νάρκισσους σε θεσπέσια σύγχυση.
Να πλανιέσαι
Σαν διαβατάρικα σύννεφα.
Άσε τα πάντα να συμβαίνουν
Σαν τα λιβάδια στον άνεμο.
Η πληγιασμένη σου κεφαλή ακόμα
Δεν είναι πρόσωπο του κανένα.
Ήλιος και φεγγάρι,
Του φωτός και του ίσκιου
Η φιλική αλλαγή
Δεν καθρεφτίζονται μέσα του,
Το λευκό των σύννεφων
Που αγκαλιάζει το ανθισμένο κλαδί
Κι η καλοκαιρινή βροχή
Που λυγίζει ανάλαφρα στον στήμονα των ανέμων
Δεν το αγγίζουν.
Η ψυχή σου
Δεν είναι πια παρά φόρτος.
Μέχρι τον θάνατο
Θα την υποφέρεις.
Ξερίζωσέ τηνε, την ψυχή σου,
Άσε ν' ανθίσει εκεί ένα λουλούδι δαμασκηνιάς.
(Φεβ. 2003) Byung-Chul Han

Απέναντι στο και στη Νότια Κορέα δυτικοποιημένο παρόν μας, που το υποκειμενικό, ιδιωτικό όνειρο δεν το συνυπολογίζει στην πραγματικότητα, και απ' την άλλη διαδίδει όνειρα κατά προτίμηση ως εικονικές αισθήσεις απ' όλα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, στην απωασιατική αντίληψη όνειρο, ζωή και θάνατος, πραγματικότητα και δημιουργία είναι ένα όλο που κάνει την ανθρώπινη ύπαρξη να γίνεται ταπεινή.
Όταν ακολουθώ τις αράδες από το ποίημα του Byung-Chul Han, που έγραψε για τη δουλειά μου επάνω στο σκηνικό έργο «Ίσκιος του φεγγαριού», από τον ανθό της δαμασκηνιάς ξεφυτρώνει η ολότητα της καταθλιπτικής, τσαλακωμένης, ντροπιασμένης μας επιβίωσης σ' ένα κούφιο παρόν σαν άτρωτη. Φυσικά η μουσική μου δεν ακολουθεί τις ιδέες και τις μορφές αυτής της ποίησης γραμμή-γραμμή, αλλά τις εικόνες και τα αντικαθρεφτίσματά του κατά τη βουδιστική παράδοση, η οποία ποτέ δεν απώθησε τον θάνατο ως γέφυρα προς την επάνοδο.
Ένας μεγάλος ευρωπαίος κοσμοπολίτης, ο George Steiner, μπορεί σήμερα να το πει κι έτσι: «Σ' αυτό το moto spirituale είναι εξέχουσας σπουδαιότητας το υπολανθάνον ή εκπεφρασμένο συμπέρασμα για την υπερφυσική δύναμη, τη μεθόρια περιοχή. Σε πάρα πολλά έργα της δυτικής τέχνης και λογοτεχνίας γίνεται λόγος για το ότι είμαστε κοντινοί γείτονες του Άγνωστου, για το ότι κινούμαστε μεταξύ τάξεων πραγματιστικής υπόστασης, οι οποίες είναι καθαυτές διαπερατές γι' αυτό που βρίσκεται στην άλλη πλευρά, που δρα από το επέκεινα της σκιώδους γραμμής».
11. Μαρτιου 2005, Βρέμη Y.P.-P.
1) ΙΣΚΙΟΙ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ (2002-2005) Λιμπρέτο της Juliane VOTTELER (κατά το «Οιδίπους επί Κολωνώ» του Σοφοκλή). Περιλαμβάνεται το πρωτότυπο κείμενοτου Byung-Chul Han. Παραγγελία του Κρατικού Θεάτρου Στουτγάρδης.
2) George Steiner: «Von realer Gegenwart/Hat unser Sprechen Inhalt?» (σελ.294), C.Hanser Verlag 1990.

Εγώ είμαι, ο άνθρωπος
Η Younghi Pagh-Paan μιλά για την πρώτη της όπερα
Του Marco Frei
Έναν αινιγματικό τιτλο εχει η πρώτη όπερα της κορεάτισσας Younghi Pagh-Paan που διδάσκει στη Βρέμη - «Ίσκιος του φεγγαριού». Σε σκηνοθεσία της Ingrid von Wantoch Rekowski ανεβαίνει σε παγκόσμια πρώτη στις 21 Ιουλίου στο World New Music Festival στην Στουτγάρδη. Το λιμπρέττο της αρχιδραματουργού της Στουτγάρδης Juliane Votteler βασίζεται κυρίως στο «Οιδίπους επί Κολωνώ» του Σοφοκλή. Όμως κατά τη συνεργασία μεταξύ συνθέτιδας και σεναριογράφου ανέκυψε η ανάγκη ενός ανοίγματος για απωασιατικές πνευματικές στάσεις, και γι' αυτό συμπεριλήφθηκαν κείμενα του κορεάτη φιλοσόφου Byung-Chul Han, καθώς και ζεν-βουδιστικά χαϊκού: Άπω Ανατολή και Δύση ενώνονται. Τούτο εκφράζεται μουσικά ήδη στο σεξτέτο «Απ' όνειρα πληγιασμένο», σύμφωνα με λόγια του Han, που εμφανίστηκε το προηγούμενο έτος σε παγκόσμια πρώτη, και η πεμπτουσία του οποίου διείσδυσε στην παραγγελία του Κρατικού Θεάτρου της Στουτγάρδης: Ευρωπαϊκά όργανα και απωασιατικός χειρισμός του ήχου δημιουργούν μια νέα ακουστική εμπειρία. Όμως περί τίνος πρόκειται στο θέατρο μουσικής δωματίου, το οποίο χαρακτηρίζει τους πρωταγωνιστές Οιδίποδα, Αντιγόνη, Πολυνείκη, Θησέα και Κρέοντα με εκάστοτε αντίστοιχα ιντερμετζα;

Marco Frei: Στο «Πληγιασμένη απ' όνειρα» λέει: «Πληγιασμένη από πορείες, πληγιασμένη από κλάματα, πληγιασμένη απ' όνειρα, καταπληγιασμένη είν' η ψυχή σου. Ανάσανε μες από τις πληγές σου! Άσε τις πληγές σου ν' ανθίσουν!» Κι εσείς είστε μια πληγιασμένη απ' τις πορείες, πάντως τουλάχιστον μια οδοιπόρος κόσμων. Βρήκατε μια πατρίδα;
Younghi Pagh-Paan: Στον πόλεμο της Κορέας έπρεπε να φύγουμε με τα πόδια, ένας από τους αδελφούς μου στη Βόρεια Κορέα έγινε τροφή στα κανόνια. Κάθε ανθρώπινη ψυχή στη ζωή της υφίσταται τόσο πολλά πλήγματα. Ζούμε προπάντων ώστε αυτές τις πληγές, σαν αυλακωμένη γη, να τις κάνουμε πάλι εύφορες με νέα σπορά. Ανήκουν σ' εμάς τους ίδιους και σ' αλλον κανένα. Βασικά κανείς ποτέ δεν μπορεί να βρει μια πατρίδα - όχι μόνον εγώ που ως Κορεάτισσα ζει στην ξενιτειά. Η νοσταλγία για πατρίδα και σπιτικό οδηγεί στον θάνατο: Αυτός είναι το αληθινό σπιτικό. Περί αυτού πρόκειται και στον «Οιδίποδα επί Κολωνώ».
Frei: Στο δράμα του Σοφοκλή ο Οιδίποδας, μετά τις περιπλανήσεις του, βρίσκει στο άλσος των θεοτήτων της εκδίκησης εσωτερική γαλήνη και ανακαλείται στους θεούς. Πώς φτάσατε σ' αυτό το υλικό;
Pagh-Paan: Τέλη της δεκαετίας του '90 ο θεατρικός διευθυντής Klaus Zehelein είχε την ιδέα να πάρει μονολόγους από τον «Οιδίποδα επί Κολωνώ» ως αφετηρία για ένα μουσικό θέατρο και με αναζήτησε ως μη ευρωπαία συνθέτη.
Frei: Γιατί δεχθήκατε τότε;
Pagh-Paan: Ο Οιδίποδας έφτασε από την ξενιτειά εκεί όπου ήθελε να πεθάνει. Εγώ επίσης είμαι στην ξενιτειά. Συγχρόνως ο Σοφοκλής έγραψε το έργο όταν ως ενενηντάχρονος καταγγέλθηκε στο δικαστήριο από τον ίδιο τον γιο του ως έχων το ακαταλόγιστο. Ως απόδειξη περί του αντιθέτου ο Σοφοκλής απήγγειλε τον όψιμο Οιδίποδά του και σώθηκε με την τέχνη του. Ακόμη με γοήτευσε το ότι τόσο ο Οιδίποδας όσο κι ο Σοφοκλής τελικά αρνούνται τους οικογενειακούς δεσμούς - μάλιστα και τους δικούς τους γιους.
Frei: Γιατί τα συμπληρωματικά κείμενα του Han;
Pagh-Paan: Στην έκτη σκηνή της όπερας ο χορός τραγουδά: «Να μην έχεις γεννηθεί: Κανένας νους δεν θα διανοηθεί κάτι υψηλότερο! Αλλά μιας και γεννήθηκες γύρισε πάλι εκεί απ' όπου έρχεσαι.» [1224-1227] μη φυναι τον απαντα νι/κα λογον το δ' επει φανη / βηναι κεισ' οποθεν περ η/κει πολυ δευτερον ως ταχιστα. Σ' αυτό το επιτάφιο άσμα του Σοφοκλή βλέπω μια σαφή σύνδεση με τον ταοϊσμό, κι αυτό δικαιολογεί το ότι συμπεριλήφθηκαν τα κείμενα του Han. Έτσι περιόρισα τη δική μου δημιουργική θέση. Χωρίς αυτόν τον ταοϊστικό πυρήνα ποτέ δεν θα είχα ξεκινήσει αυτό το σχέδιο.
Frei: Τα κείμενα του Han διαμορφώνονται από την κόρη του Οιδίποδα Αντιγόνη, η οποία στο δράμα του Σοφοκλή δεν εμφανίζεται άμεσα.
Pagh-Paan: Όταν η Αντιγόνη τραγουδά τα κείμενα του Han, αποκτά έναν εξαγνιστικό ρόλο…
Frei: Και είναι τελικά «moto spirituale», τον οποίο παραθέτετε στο σχόλιό σας για το «Πληγιασμένη από τα όνειρα».
Pagh-Paan: Το ζήτημα είναι η πνευματική κίνηση, πώς κανείς πηγαίνει στον θάνατο. Κι εδώ είναι η αρνούμενη σιωπή του Οιδίποδα απέναντι στη μοίρα του: Τελικά είναι ένας άνθρωπος, ενεργεί έτσι και δεν υποτάσσεται απλά. «Εγώ είμαι, ο άνθρωπος», τραγουδά στην πρώτη του σκηνή. Στην ελληνική μυθολογία πρώτη η Αντιγόνη λέει ένα αποφασιστικό όχι, κηδεύει μ' όλες τις τιμές τον αδελφό της Πολυνείκη παρά την απαγόρευση του βασιλιά Κρέοντα, και γι' αυτό ενταφιάζεται ζωντανή.
Frei: «Η ζωή του ανθρώπου μοιάζει με τον ίσκιο του φεγγαριού που στην δροσοσταλίδα αγγίζει το ράμφος της νεροπέρδικας - έτσι τελειώνει η όπερα. Γιατί ο τίτλος «Ίσκιος του φεγγαριού»;
Pagh-Paan: Αυτή είναι η συντομία της ανθρώπινης ζωής με το δράμα της. Ένα αίνιγμα που καθένας πρέπει να λύσει για τον εαυτό του και μόνο για τον εαυτό του. Ήθελα έναν ανοιχτό τίτλο.


*Λιμπρετο: https://docs.google.com/file/d/0B1Xww5eLSmksVFE3RFhHTEd0T3M/edit
*Βιντεο: https://docs.google.com/file/d/0B1Xww5eLSmksMTI3OGVjMDMtNDMwMC00MjliLTk5ZmItMDZlNDA5ZjI5NDM3/edit





Απο το μαθημα της νεοελληνικης γλωσσας στο γυμνασιο:
"Πρωτοπροσωπη αφηγηση, ομοδιηγητικη και αυτοδιηγητικη ... Με κριτηριο τα επιπεδα αφηγησης και τη συμμετοχη του αφηγητη στα δρωμενα ειναι εξωδιηγηματικη-ομοδιηγητικη και ο τυπος του αφηγητη εξωδιηγηματικος-ομοδιηγητικος ... Αφηγηση με εσωτερικη εστιαση."
Σαν μαθημα ανατομιας. Εμπρος στο ζωντανο, το παλλομενο, ειμασταν αμηχανοι, απορημενοι, αβοηθητοι, αναλφαβητοι, αγροικοι. Ομως δεν καναμε πισω. Το σκοτωσαμε και τωρα μπορουμε να κανουμε κατι μ' αυτο: το μελεταμε.
Η εκδικηση του αξεστου.



Ντοκιμαντερ για τους Rolling Stones. Η σκηνικη παρουσια του Mick Jagger.
Η ανορεκτικη, ντοπαρισμενη του απισχναση. Η αλλη οψη της: η αποψιλωση καθε εσωτερικοτητας (βαθος, στοχαστικοτητα, συναισθαντικοτητα). Το κενο των ματιων του.
Οπως τα επισης αποσκελετωμενα μοντελα, αγαθο αμιγως για επιδειξη και καταναλωση. Χαρισματικο ζομπι.
Το απο την υπερενταση συσπασμενο προσωπο. Θυμιζει το προσωπο του συνουσιαζομενου την ωρα της εκσπερματωσης, που εδω συμβαινει στο μικροφωνο και στους ακουστικους πορους του ακροατηριου. Ο γυναικειος πληθυσμος της αρενας αναλαμβανει τον ρολο του οργασμικου ντελιριου.
Η ναυτια ενος κοσμου που πολλαπλασιαζεται, γινεται υπερτροφικος, αλλα δεν καταφερνει να γεννησει.
(Jean Baudrillard, Η διαφανεια του κακου)


Για ποιον κοσμο μιλαει ο Baudrillard;
Παρακατω μερικα ενδεικτικα:


T. S. Eliot, The Love Song of J. Alfred Prufrock
Do I dare
Disturb the universe?
In a minute there is time
For decisions and revisions which a minute will reverse.
...........
Should I, after tea and cakes and ices,
Have the strength to force the moment to its crisis?

Samuel Beckett, Le depepleur
Ένα κατάλυμα όπου σώματα ψάχνουν διαρκώς, το καθένα τον λυτρωτη του απο του αλλους. Αρκετά μεγάλο για μάταιο ψάξιμο. Αρκετά στενό ώστε κάθε φυγή μάταιη. Είναι το εσωτερικό ενός χαμηλού κυλίνδρου με περιφέρεια πενήντα μέτρων και ύψος δεκάξι, για την αρμονία.
Από ανέκαθεν κυκλοφορεί η φήμη, ή ακόμα καλύτερα, ισχύει η σκέψη πως υπάρχει μια διέξοδος. ... Για το είδος της διεξόδου και για τον τόπο της υπάρχουν δύο βασικές γνώμες που διχάζουν όλου εκείνους, όμως χωρίς και τους κάνουν ν' αντιπαλεύονται, οι οποίοι έχουν μείνει σταθεροί σ' αυτήν την παλιά πίστη. Για τους μεν μπορεί να πρόκειται μόνο για έναν μυστικό διάδρομο που αρχίζει σε μια από τις σήραγγες και οδηγεί έξω στα κονάκια της φύσης, όπως λέει ο ποιητής. Οι δε ονειρεύονται για μια κρυφή καταπακτή ψηλά στη μέση της οροφής που παρέχει πρόσβαση σε μια καμινάδα, στο άκρο της οποίας υποτίθεται πως ο ήλιος και τ' άλλα άστρα λάμπουν ακόμα. Οι μεταπηδήσεις και στις δυο κατευθύνσεις συμβαίνουν συχνά, έτσι που κάποιος που μια ορισμένη στιγμή ορκιζόταν μόνο στη σήραγγα, μπορεί την επόμενη στιγμή να ορκίζεται ολότελα μόνο στην καταπακτή και μια στιγμή αργότερα να αποφαίνεται πάλι για κάτι άλλο. Πάντως σ' όλα αυτά είναι σαφές ότι απ' τα δυο στρατόπεδα το πρώτο αραιώνει προς όφελος του δευτέρου. Όμως τόσο αργά και τόσο ασταθώς, και βέβαια με τόσο λίγες συνέπειες στην συμπεριφορά του ενός και του άλλου, που για να το αντιληφθεί κανείς πρέπει νά 'ναι μυημένος στο μυστήριο των θεών. Αυτή η μετάθεση έγκειται στην λογική των πραγμάτων. Γιατί αυτοί που πιστεύουν σε μια διέξοδο, σε μια βατή, όπως θά 'ταν μια μέσα από μια σήραγγα, κι όπου δεν διανοούνται καν να την χρησιμοποιήσουν, μπορεί να βρεθούν στον πειρασμό να την ψάξουν. Όπου αντίθετα οι οπαδοί της καταπακτής γλυτώνουν απ' αυτό το κακό πνεύμα γιατί η μέση της οροφής είναι έξω από τα μέτρα τους. Έτσι η διέξοδος μετατοπίζεται απαρατήρητα από τη σήραγγα στην οροφή προτού να έχει καν υπάρξει ποτέ. Αυτό θα ήταν μια πρώτη ματιά σ' αυτήν την πίστη η οποία, ακόμα και χωρίς την πειθώ που εμφυσεί σε τόσες μαγεμένες καρδιές, είναι ήδη αυτή καθαυτήν τόσο αλλόκοτη. Το μικρό, άχρηστο φως της θα το εγκαταλείψει βέβαια τελευταίο, με την προϋπόθεση ότι το σκοτάδι είν' εκεί και την περιμενει.

Οδυσσεας Ελυτης, Μαρια Νεφελη, PAX SAN TROPEZANA
Τι βουβάλα που 'χει γίνει τώρα τελευταία η γη!
Πορπατάει στα τέσσερα και ρουθουνίζει από χαρά
ντέεε οξ!
Δόξα να 'χουν οι καθεστωτικοί πατέρες
ειρήνη βασιλεύει
ζώα μικρά μετά μεγάλων εκεί πλοία διαπορεύονται...

Βυζιά βαμμένα παντελόνια δίχρωμα
ψάθες υπερμεγέθεις όλων των ειδών
οικόσημα πλουσίων πριγκίπων υποψηφίων μαζοχιστών
συγγραφείς εξ αποστάσεως
ηθοποιοί των εικοσιτεσσάρων ωρών
ουρούν στη θάλασσα κι εκβάλλουνε μικρές κραυγές
μειξοευρωπαϊστί:
ου-ου ου-ου!

Ψηλά στον ουρανό κενά μαύρα
χαίνουν και η ώσμωση
των ψυχών αφήνει να ξεχύνεται πυκνόρρευστος καπνός.
Κάποτε διαφαίνεται το βλέμμα ενός αγίου
άγριον όσο ποτέ
«δεν έχει σημασία η σημασία είναι αλλού»
χρωματιστά πασπατευτά παν πλήθη
με μισόκλειστα μάτια μπουσουλώντας
ντέεε οξ!
Pax
Pax San Tropezana
ειρήνη βασιλεύει.

Κωστας Γεμενετζής, "Μα πρέπει να μ' αρμηνέψουν οι πεθαμένοι..."
• Στην ποίηση του Σεφέρη έρχονται και άλλοι, "συμπαθητικοί, αισθηματικοί, μέσοι, και σπαταλημένοι" .
Κουρνιάζουν σ' έναν μικρόκοσμο ο οποίος, στο μυωπικό τους βλέμμα, φαντάζει ο κόσμος ολόκληρος:
"Όχι έρχομαι εκ Συντάγματος" απαντά κι είν' ευχαριστημένος / "βρήκα το Γιάννη και με κέρασε ένα παγωτό". (Π070).
"οι διανοούμενοι που σκαρφαλώνουν στο ίδιο τους κεφάλι" (Π046)
"Βαρέθηκα το δειλινό, πάμε στο σπίτι μας / πάμε στο σπίτι μας ν' ανάψουμε το φως" (Π107).
• Αντιπροσωπεύουν "μαλακά πράγματα" :
βολοδέρνουν στο και-ναι-και-όχι, γαβγίζουν χωρίς να δαγκώνουν, θέτουν την σταθερότητα και την ασφάλεια υπεράνω όλων:
"Κι είναι η ζωή ψυχρή ψαρίσια / - Έτσι ζεις; - Ναι! Τι θες να κάνω• / τόσοι και τόσοι είναι οι πνιγμένοι / κάτω στης θάλασσας τον πάτο. / (...) / Α! να 'ταν η ζωή μας ίσια / πώς θα την παίρναμε κατόπι / μ' αλλιώς η μοίρα το βουλήθη / πρέπει να στρίψεις σε μια κόχη." (Π007)
"Ήταν η μέρα συννεφιασμένη. Κανείς δεν αποφάσιζε / (...) / 'Δεν είναι γρέγος είναι σιρόκος' η μόνη απόφαση που ακούστηκε." (Π107)

Κωστας Γεμενετζής, Ψυχανάλυση και ψυχοθεραπεία στο ελληνικό φως
Στη διχασμένη γυναίκα το παλίντροπον απαντάται παντού, όπου κι αν στρέψουμε το βλέμμα μας. Έτσι:
- Το εσύ στο οποίο απευθύνεται είμαι εγώ και μαζί η μητέρα της. Δεν είμαι ούτε εγώ ούτε η μητέρα της.
- Είναι στο ιατρείο μου και μαζί στο αλλοτινό πατρικό της. Δεν είναι ούτε στο ιατρείο μου ούτε στο πατρικό της.
- Είναι στο παρόν και μαζί στο παρελθόν. Δεν είναι ούτε στο παρόν ούτε στο παρελθόν.
- Η ανοησία της δεν είναι ιδιωτική της υπόθεση, η ανοησία ποτέ δεν είναι ιδιωτική υπόθεση, αλλά έχει σημαδέψει το γένος της. Είναι ήδη η ανοησία μιας διχασμένης μητέρας που της λέει «Δεν πρέ¬πει να είσαι όπως είσαι».

Κωστας Γεμενετζής, Παθολογια της ευμαρειας και της λιτοτητας
Η λεξη "κριση" παραπλανα και ματαιωνει καθε αποπειρα κατανοησης αυτου που ζηταει να ονομασει. "Κριση" σημαινει διακριση, σημαινει τομη και σταθμο, οπου τα πραγματα δεν ειναι πια οπως ηταν, οπου κανεις δεν ειναι πια οπως ηταν. Η σημερινη κατασταση, σε αντιθεση με την κριση, δεν φερνει και δεν θα φερει καμια καθαρση, οπως συνεβαινε στην αρχαια τραγωδια. Η καθαρση προϋποθετει οτι κανεις μαθαινει απο το παθημα. Ομως το παθημα σημαινει την εισβολη ενος Αλλου, και το μαθημα σημαινει την αφομοιωση ενος Αλλου, οπου εγω ο ιδιος γινομαι ενας Αλλος. Στην κολαση του ομοιου κανεις ουτε παθαινει ουτε μαθαινει. Προκειται για προσομοιωση κρισης, για δηθεν κριση.


INTRODUCTION

A fixed destiny weighs on seduction. For religion seduction was a strategy of the devil, whether in the guise of witchcraft or love. It is always the seduction of evil1 - or of the world. It is the very artifice2 of the world. Its malediction has been unchanged in ethics and philosophy, and today it is maintained in psychoanalysis and the 'liberation of desire'. Given the present-day promotion of sex, evil and perversion, along with the celebration of the ofttimes programmatic resurrection of all that was once accursed, it might seem paradoxical that seduction has remained in the shadows - and even returned thereto permanently.
The eighteenth century still spoke of seduction. It was, with valour and honour, a central preoccupation of the aristocratic spheres. The bourgeois Revolution put an end to this preoccupation (and the others, the later revolutions ended it irrevocably - every revolution, in its beginnings, seeks to end the seduction of appearances3). The bourgeois era dedicated itself to nature and production, things quite foreign and even expressly fatal4 to seduction. And since sexuality arises, as Foucault notes, from a process of production (of discourse, speech or desire), it is not at all surprising that seduction has been all the more covered over. We live today the promotion of nature, be it the good nature of the soul of yesteryear, or the good material nature of things, or even the psychic nature of desire. Nature pursues its realization through all the metamorphosis of the repressed, and through the liberation of all energies, be they psychic, social or material.
Seduction, however, never belongs to the order of nature, but that of artifice - never to the order of energy, but that of signs5 and rituals. This is why all the great systems of production and interpretation have not ceased to exclude seduction - to its good fortune - from their conceptual field. For seduction continues to haunt them from without, and from deep within its forsaken state, threatening them with collapse. It awaits the destruction of every godly order, including those of production and desire. Seduction continues to appear to all orthodoxies as malefice and artifice, a black magic for the deviation of all truths, an exaltation of the malicious use of signs, a conspiracy of signs. Every discourse is threatened with this sudden reversibility6, absorbed into its own signs without a trace of meaning. This is why all disciplines, which have as an axiom the coherence and finality of their discourse, must try to exorcize it. This is where seduction and femininity are confounded, indeed, confused. Masculinity has always been haunted by this sudden reversibility within the feminine. Seduction and femininity are ineluctable as the reverse side of sex, :meaning and power.
Today the exorcism is more violent and systematic. We are entering the era of final solutions; for example, that of the sexual revolution, of the production and management of all liminal and subliminal pleasures, the micro-processing of desire, with the woman who produces herself as woman, and as sex, being the last avatar. Ending seduction.
Or else the triumph of a soft seduction, a white, diffuse feminization and eroticization of all relations in an enervated social universe.
Or else none of the above. For nothing can be greater than seduction itself, not even the order that destroys it.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Biography
[European Graduate School]
Jean Baudrillard, Ph.D., French sociologist, cultural critic, and theorist of postmodernity, was born July 27, 1929 in the northern town of Reims. The son of civil servants and the grandson of peasant farmers, Jean Baudrillard was the first in his family to attend university. Jean Baudrillard was a university sociology teacher and a leading intellectual figure of his time. His early life was influenced by the Algerian war in the 1950s and 1960s. He taught German in a lycée before completing his doctoral thesis in sociology under the tuition of Henri Lefebvre. He then became an Assistant, September 1966 at Nanterre University of Paris X. He was associated with Roland Barthes, to whose semiotic analysis of culture his first book, The Object System (1968), is clearly indebted. He was also influenced by Marshall McLuhan, who demonstrated the importance of the mass media in any sociological overview. Influenced by the student revolt at Nanterre University in 1968, he cooperated with, Utopie, evidently influenced by anarcho-situationism, structural Marxism and media theory, in which he published a number of theoretical articles on the ambience of capitalist affluence, and the critique of technology. He became Mâitre-assistant at the University in 1970, and left the school in 1987. Jean Baudrillard taught at the European Graduate School EGS from its earliest period until his death on March 6, 2007.

1 evil
[The Transparency of Evil]
Just as our societies are confronting a new kind of violence, born of the paradoxical fact that they are simultaneously both permissive and pacified, so too we face new illnesses, those illnesses which beset bodies overprotected by their artificial, medical or computer-generated shield. This pathology is produced not by accident, nor by anomie, but rather by anomaly. The very same thing happens with the social body, where the same causes bring about the same perverse effects, the same unforeseeable dysfunctions - a situation comparable to the genetic disorder that occurs at the cellular level, again occasioned by overprotection, overcoding, overmanagement. The social system, just like the biological body, loses its natural defences in precise proportion to the growing sophistication of its prostheses. Moreover, this unprecedented pathology is unlikely to be effectively conjured away by medicine, because medicine is itself part of the system of overprotection, and contributes to the fanatical protective and preventive measures lavished upon the body. Just as there seems to be no political solution to the problem of terrorism, so there seems to be no biological solution at present to the problems of AIDS and cancer. Indeed, the causes are identical: anomalous symptoms generated at the most fundamental level by the system itself represent a reactive virulence designed to counter, in the first case, a political overmanagement of the social body, and in the second case, a biological overmanagement of the body tout court.
At an early stage the evil genie of otherness takes the forms of accident, breakdown, failure. Only later does the viral, epidemic form make its appearance: a virulence that ravages the entire system, and against which the system is defenceless precisely because its very integrity paradoxically engenders this alteration.
............................
That AIDS should have struck homosexuals and drug-users first is a reflection of the incestuousness of groups which function as closed circuits. We had known for a long time that haemophilia was linked to consanguine marriages and predominantly endogamous social systems. Even the strange sickness that affected cypress trees for so long turned out to be a sort of virus attributable to a lessening of the temperature difference between winter and summer - to a promiscuity, so to speak, of the seasons. The spectre of the Same had struck again. In every compulsion to resemblance, every extradition of difference, in all contiguity of things and their own image, all conflation of beings and their own code, lies the threat of an incestuous virulence, a diabolical otherness boding the breakdown of all this humming machinery. This is the reappearance of the principle of Evil in a new guise. No morality or guilt is implied, however: the principle of Evil is simply synonymous with the principle of reversal, with the turns of fate. In systems undergoing total positivization - and hence desymbolization - evil is equivalent, in all its forms, to the fundamental rule of reversibility.
..........................
The great drives or impulses, with their positive, elective and attractive powers, are gone. We desire still, but in the feeblest way only; our tastes are less and less highly determined. The constellations of taste and of desire, like that of the will, have been blown apart - by what mechanism, we do not know. By contrast, the constellations of unwillingness, of repulsion and disgust, are more solid than ever. It seems that this has generated a new energy, a counterenergy, a force that has taken the place of desire in us, a viral abreaction in response to whatever has replaced the world, the body and sex for us. Today only distaste is determined - tastes are determinate no longer. Only rejections are violent - projects are violent no longer. Our actions, our undertakings, our sicknesses have less and less in the way of 'objective' motives : they arise for the most part from a concealed self-disgust, an unacknowledged empty legacy which causes us to try to get rid of our energy by whatever means. A kind of exorcism, then, rather than a will to action. Could this be the principle of Evil in a new form, one not far removed from magic - whose epicentre, as we know, is, precisely, exorcism?

2 artifice
[Περι σαγηνης, σχολιο της μεταφραστριας Ευγενιας Γραμματικοπουλου]
Η λέξη artifice χρησιμοποιείται άλλοτε για να δηλώσει το τέχνασμα, την παραπλάνηση, και άλλοτε (κυρίως όταν αντιδιαστέλλεται προς το φυσικό) το τέχνημα, καθετί που προκύπτει ως αποτέλεσμα έντεχνης επεξεργασίας, πλησιάζοντας τη σημασία του artefact, του τεχνουργήματος, δηλαδή του αποτελέσματος της ανθρώπινης εργασίας ή παρέμβασης.
[Seduction]
Seduction lies with the annulment of the signs, of their meaning, with their pure appearance . Eyes that seduce have no meaning, their meaning being exhausted in the gaze, as a face with makeup is exhausted in its appearance, in the formal. rigour of a senseless labour. Above all, seduction supposes not a signified desire, but the beauty of an artifice.
...................
Artifice does not alienate the subject, but mysteriously alters her/him . Women are aware of this transformation when, in front of their mirrors, they must erase themselves in order to apply their makeup, and when, by applying their makeup, they make themselves into a pure appearance denuded of meaning . How can one mistake this "exceeding of nature" for a vulgar camouflaging of truth? Only falsehoods can alienate the truth, but makeup is not false, or else (like the game of transvestites) it is falser than falsehood and so recovers a kind of superior innocence or transparency. It absorbs all expression within its own surface, without a trace of blood or meaning.
...................
For behind the only existing form of immortality, that of artifice, there lies the idea incarnated in the stars, that death itself shines by its absence, that death can be turned into a brilliant and superficial appearance, that it is itself a seductive surface...
[The Transparency of Evil]
Artificial intelligence is devoid of intelligence because it is devoid of artifice. True artifice is the artifice of the body in the throes of passion, the artifice of the sign in seduction, the artifice of ambivalence in gesture, the artifice of ellipsis in language, the artifice of the mask before the face, the artifice of the pithy remark that completely alters meaning. So-called intelligent machines deploy artifice only in the feeblest sense of the word, breaking linguistic, sexual orcognitive acts down into their simplest elements and digitizing them so that they can be resynthesized according to models. They can generate all the possibilities of a program or of a potential object. But artifice is in no way concerned with what generates, merely with what alters, reality. Artifice is the power of illusion. These machines have the artlessness of pure calculation, and the games they offer are based solely on commutations and combinations. In this sense they may be said to be virtuous, as well as virtual: they can never succumb to their own object; they are immune even to the seduction of their own knowledge. Their virtue resides in their transparency, their functionality, their absence of passion and artifice. Artificial Intelligence is a celibate machine.

3 apparition
[Simulacra...]
I observe, I accept, I assume the immense process of the destruction of appearances (and of the seduction of appearances) in the service of meaning (representation, history, criticism, etc.) that is the fundamental fact of the nineteenth century. The true revolution of the nineteenth century, of modernity, is the radical destruction of appearances, the disenchantment of the world and its abandonment to the violence of interpretation and of history.
........................
There is no more hope for meaning. And without a doubt this is a good thing: meaning is mortal. But that on which it has imposed its ephemeral reign, what it hoped to liquidate in order to impose the reign of the Enlightenment, that is, appearances, they, are immortal, invulnerable to the nihilism of meaning or of non-meaning itself.
This is where seduction begins.
......................
Thus the shroud of psychoanalysis has fallen over seduction, the shroud of hidden meanings and of a hidden excess of meaning, at the expense of the surface ofabsorption, the superficial abyss of appearances, the instantaneous and panicky surface of the exchange and rivalry of signs constituted by seduction.

4 fatal
An outcome is fatal when the same sign presides over both the advent of something and its demise, when the same star that gave hope leads eventually to disaster, or (as in the case of computer viruses) when the logic that informs a system's expansion then proceeds to devastate it. The fatal in this sense is the opposite of the accidental. The accidental is peripheral to a system, whereas fatality is immanent. (Not that fatality always means disaster: the unforeseeable harvest of fate may also be enchantment.) It is quite conceivable that something of this diabolic principle may be found at work - albeit in homeopathically small doses - even in the slight anomalies or tiny malfunctions that affect our statistical universe.

5 signs
[European Graduate School]
Jean Baudrillard's impatience with Marx bloomed into explicit dissociation in For a Critique of the Political Economy of the Sign (1972) and The Mirror of Production (1973). Here Jean Baudrillard announces not only that the sign prevails over social and economic activity, but that – in an improvement over Saussure – all alleged connections between referent (the real thing), and signifier (the marker for the concept of the real thing) have been definitively ruptured, if indeed they were ever obtained. In this schema, signifiers implode to interrelate arbitrarily, in and of themselves, with no necessary correspondence to anything beyond their own chaotic but sovereign permutations.
[Interviews]
SL Deleuze dealt with this problematic in Logique du Sens (Logic of Meaning). But for him, the logic of appearances, the play of surfaces, does not abolish subjectivity.
For me events are no longer those of the subject; they reach a point where they function all by themselves. It is a pure connection of events in a logic of appearances, if you like, which meets seduction. The order of seductive connections stands in opposition to rational connections, whatever they may be, and also to delirious connections, and possibly to molecular ones. It is not an order of the accidental; an accident does not fascinate me in that sense. The catastrophe does not fascinate me as an accident, it fascinates me as a necessity. That appearances function all by themselves is based on a necessity much more implacable than the chain of causes, which is for its part relatively arbitrary, as is the connection of the signifier and the signified. The connection, the chain of appearances, are signs that do not, in fact, make sense. There is a rule to the game.
.......................
If you accept the rule of the game, you can never know in advance to what degree of concatenation of appearances a strategy may lead. Take, for example, the story of the woman to whom a man sends an ardent love letter. She asks him what part of her seduced him the most. What else can he answer? Her eyes, of course. And he receives in the mail, wrapped in brown paper, the woman’s eye. The man is shattered, destroyed. The woman sets herself as the destiny of the other. Literalizing the metaphor, she abolishes the symbolic order. The sign becomes the thing. The subject is caught in the trap of his own desire. She loses an eye, he loses face.

6 reversibility
[Interviews]
GB It seems to me, in relation to this, that the question of the ‘reversibility of signs’—that you oppose in a way as a strategy to that of the ‘transgression of the law’—is quite fundamental. I would like you to explain what you mean by that. It seems to me that it is indeed there that the strongest oppositions are made. One can see there perhaps a lot of perversity….
Yes, perhaps, because there is something immoral in it. There is something in the fact that reversibility proceeds to a superior irony. That theme is very strong in all mythologies, in any case, and that has nothing to do with modernity. We are in systems which do not any more play on reversibility, on metamorphosis. And which have installed themselves, on the contrary, in the irreversibility of time, of production, and things like that. What interests me is indeed something like a fatal strategy behind it somewhere, which dismantles the beautiful order of irreversibility, of the finality of things.
I think what troubles people is the idea of reversibility when given as a kind of law. I do not accept it as law. I take it as a rule of the game, which is quite different. But if one takes it as law, yes, somehow it freezes things. But it is not a law: a law is made to be transgressed. I do not see how reversibility can be transgressed…as a result…no, there is no transgression. The order of things takes upon itself the task of reversing things. Obviously, a profound ethic, profound moral questioning, resists in certain situations, because one must always be in a situation of having something to do. One cannot admit this kind of irresponsible tone that there would be.
… One then translates the fatal in bad terms, into the irreversibility of things.
Yes, for me, that theme has become essential. L’Échange Symbolique et la Mort was already a theory of reversibility. It is the idea that the subject and object do not oppose one another; that all the distinctive oppositions are not true distinctive oppositions—they do not really function like that—that, in fact, one must find the reversibility of the subject and of the object. Then these terms disappear as such and one must find another mode…. I have always preferred the radical antagonism between things—there is something irreconcilable and at that moment the terms are not dialectical: in my last book it was a question of principle of evil in that sense—total irreconcilability and at the same time their total reversibility. There is, all the same, a tension between the two things, where both of them oppose themselves to linearity and dialectic.

Martin Heidegger, Ειναι και Χρονος
§ 26. Συνυπαρχειν των αλλων και καθημερινο συνειναι 
Η μεριμνα για τον αλλο, ως προς τους θετικους τροπους της, εχει δυο ακραιες δυνατοτητες. Μπορει να παρει τη "μεριμνα" απο τον αλλο και, μεριμνωντας γι' αυτον, να μπει στη θεση, να τον συνδραμει. Αυτη η μεριμνα για τον αλλο αναλαμβανει για λογαριασμο του ο,τι εχει να μεριμνησει, οπου αυτος παραμεριζεται, υποχωρει, για να αναλαβει το αντικειμενο της μεριμνας εκ των υστερων ως ετοιμο στη διαθεση του, να απαλλαγει απο το βαρος του ολοτελα. Σε μια τετοια μεριμνα για τον αλλο, αυτος μπορει να γινει εξαρτημενος και υποδουλος, ακομα και αν αυτη η εξουσια μπορει να ειναι σιωπηρη και να μενει κρυμμενη απο τον εξουσιαζομενο. Αυτη η συνδραμουσα μεριμνα για τον αλλο, που αφαιρει τη "μεριμνα" καθοριζει το συνυπαρχειν σε μεγαλο βαθμο, και ως επι το πλειστον αφορα τη μεριμνα για το χρησιμο.
Απεναντι της στεκει η δυνατοτητα μιας μεριμνας για τον αλλο, η οποια δεν τον συνδραμει τοσο, αλλα περισσοτερο προδραμει αυτου στο υπαρκτικο δυνητικο του ειναι, οχι για να του παρει τη "μεριμνα", αλλα ακριβως για να την δωσει πισω ως αυτην τουτη. Αυτη η μεριμνα για τον αλλο, η οποια αφορα ουσιαστικα την αυθεντικη μεριμνα, δηλαδη την υπαρξη του αλλου, και οχι ενα τι, για το οποιο αυτος μεριμνα, βοηθα τον αλλο να γινει στη μεριμνα του διαφανης στον εαυτο του και ελευθερος γι' αυτην.

Hanspeter Padrutt, Τρυφεροτητα
Προνοων συγκρατημος
Η εκ-θεση των ονειρων μπορει λοιπον να μας δωσει ενα οδηγο νημα για την σχεση μας με μη ονειρικες καταστασεις. Μας μαθαινει μια προσβαση που παιρνει στα σοβαρα, και παλι οχι τελειως κυριολεκτικα, στην προοπτικη ενος δυνητικου, και συχνα παραδοξου ευρυτερου νοηματος. Μας μαθαινει να ειμαστε συγκρατημενοι ως προς βιαιες παρερμηνειες, βιαστικα, μυωπικα συμπερασματα, προκαταληψεις που συχνα προβαλλουν με τον μανδυα των επιστημων, συμπονοια αφ' υψηλου και ηθικολογικες καταδικες. Μας μαθαινει ενα βλεμμα που προ-νοει, ενα ακουσμα που προ-νοει το ευρυτερο νοημα που μπορει να φανει κατα την αφυπνιση απο μια κατασταση. Μας μαθαινει μια προ-νοια του ευρυτερου νοηματος. Ολα τουτα στο φοντο της περατοτητας μας - ενας ακομη, βαρυνων, λογος για συστολη, για αιδω.
Εν συντομια: Μας μαθαινει τον προνοουντα συγκρατημο
Οπου η λεξη "προ-νοω" μπορει βεβαιως ν' ακουστει με πολλους τροπους: Χρονικα (πρωιμα, πριν την αποκαλυψη του ευρυτερου νοηματος), χωρικα (προηγουμενος στον δρομο της αποκαλυψης) και οπως στη συνηθισμενη χρηση της γλωσσας (με την εννοια μιας συναντησης με τακτ, με σεβασμο, με εγκαρδιοτητα).
Οπου η λεξη "συγκρατημος" μπορει βεβαιως ν' ακουστει επισης με πολλους τροπους: οπως στη συνηθισμενη χρηση της γλωσσας (με την εννοια της συγκρατημενης σεμνοτητας και μη παρεμβασης), χωρικα (ως βημα πισω απ' αυτο που μας συναπαντα) και χρονικα (πισω επισης στην ιστορια).
Και ενας τετοιος πολυφωνικα ακουομενος προνοων συγκρατημος - μηπως καπου αυτη ειναι η εννοια της Φαινομενολογιας;
Φαινομενολογια
Η λεξη "φαινομενο" σημαινει "αυτο που δειχνεται".
Η λεξη "λογία" σημαινει "λεγω", και ετσι "δειχνω".
Η "Φαινομενολογια" δεν ειναι η επιστημη των φαινομενων οπως η Ζωολογια ειναι η επιστημη των ζωων. Φαινομενολογια θα πει "δειξιμο αυτου που δειχνεται", "αποκαλυψη αυτου που αποκαλυπτεται". Μεσα απο την απλη επιφαση, μεσα απο τη συγκαλυψη. "Λογος αυτου που μας μιλαει." Μεσα απο βαρυκοϊα και παρακουσματα. Η Φαινομενολογια λοιπον διολου δεν ειναι μονο η απεικονιση μιας επιφανειας, η οποια θα επρεπε να συμπληρωθει απο μια διερευνηση του "βαθους".
Η Φαινομενολογια προσπαθει να συγκρατειται ως προς προκαταληψεις και παρανοησεις. Εμπρος στο φαινομενο, σ' αυτο που δειχνεται, υποχωρει ενα βημα πισω -πισω και στη διασταση της ιστοριας-, και προ-νοει διακριτικα αυτο που ζηταει ν' αποκαλυφθει (και για τη βιαστικη γνωμη συχνα πρεπει να φανταζει παρα-δοξο).
Η Φαινομενολογια ειναι προνοων συγκρατημος.
Η λεξη εχει ελληνικη προελευση και υπαρχουν ενδειξεις πως οι Ελληνες της Αρχαιοτητας δεν εμπειρωνταν τα πραγματα ως αντικειμενα αλλα ακριβως ως φαινομενα.
Ο Martin Heidegger εγραψε το 1969 σ' ενα συντομο κειμενο με τον τιτλο "Zeichen" ["Σημεια"]. "Το εκπληκτικο των Ελληνων της Αρχαιοτητας παραμενει το οτι ηταν σε θεση να διακρινουν το λεκτεο ηδη στη συγκαλυψη του μεσα απο εναν προνοουντα συγκρατημο."
Εμεις αντιθετα ειμαστε συνηθισμενοι να συλλαμβανουμε το λεκτεο σε μια εννοια [Begriff]. Στο Be-griff ακουμε μια συλληψη που αδραχνει. Το 1973 σ' ενα σεμιναριο στο Zähringen ειπε ο Heidegger σε σχεση με το "πρωταρχικο νοημα της Φαινομενολογιας": Στους Ελληνες δεν ειχε εννοιες. Στο Be-greifen υπαρχει η συμπεριφορα μιας ιδιοποιησης και κατοχης. Εκεινη η ελληνικη λεξη που καποτε μεταφραζεται με τη δικη μας λεξη "Begriff", "αντιθετως περιβαλλει δυνατα και τρυφερα αυτο που η οραση προσλαμβανει στο βλεμμα". Δεν συλλαμβανει.
Ο προνοων συγκρατημος συμπεριφερεται στα φαινομενα δυνατα και τρυφερα!
Και το 1959 στην ομιλια "Hölderlins Erde und Himmel" ["Η γη κι ο ουρανος του Hölderlin"] ο Heidegger παραπεμπει σε μια φραση απο ενα γραμμα του Hölderlin: "Αυτη" (που θα πει η "popularitas" - η ιδιαιτεροτητα - των αρχαιων Ελληνων) "ειναι η τρυφεροτητα..." Ο Heidegger θεωρει πως για τον Hölderlin η λεξη "τρυφεροτητα" εχει ενα υψηλο, μακροπνοο, μη συναισθηματικο νοημα.
Αυτη η τρυφεροτητα δεν συλλαμβανει και δεν βιαζει. Αφηνει το φαινομενο να ειναι. Αυτο δεν θα πει: το αφηνει να παρελθει. Αλλα: προ-νοωντας το, το αφηνει να ερθει.
Η Φαινομενολογια ειναι προνοων συγκρατημος, η Φαινομενολογια ειναι τρυφεροτητα... [...]

Hanspeter Padrutt, Ο Heidegger σημερα
[...] Εδω λοιπον το παραθεμα απο μενα :
"Η μετασωκρατικη ευρωπαϊκη σκεψη, απο την οποια προηλθε η μοντερνα τεχνικη, ξεκινησε κατα πολυ απο την αντιληψη του ε μ φ α ν ο υ ς. Ομως αυτη συχνα παρεβλεψε μυωπικα το λιγοτερο εμφανες και παρολαυτα οπωσδηποτε νοητο, το α φ α ν ε ς, αυτο που διαφευγει μια βεβιασμενη συλληψη. Σ' ενα κανατι για παραδειγμα η αντιληψη του εμφανους βρισκει μια ορισμενη μορφη, ενα ορισμενο υλικο. Και μορφη και υλη ειναι δυτικες εννοιες που αναγονται εως τον Αριστοτελη. Και παλι κατα την καθημερινη χρηση αυτο συχνα δεν το προσεχει κανεις. Το κανατι εκτελει την υπηρεσια του αφανως, γεμιζοντας και κερνωντας (και πρωτα αν προκειται για 'σπασμενο κανατι' γινεται ολοκληρο [μεγαλο] θεατρο). Αυτη η χρησιμοτητα του κανατιου ειναι κατι το αφανες, κατι το οποιο η αντιληψη του εμφανους παραβλεπει. Βεβαια ο Lao Tse υπεδειξε πως δεν ειναι ο πηλος της κατσαρολας αλλα η κενοτητα που συλλαμβανεται απ' αυτον που συνιστα την χρησιμοτητα του. Οφθαλμοφανη και ευκρινως ακουομενο ηταν επισης η ασπρομαυρη γουνα και το γουργουρισμα της γατας που ειδα να καθεται στην πολυθρονα μου. Ομως η μυστηριακη-μυχια ησυχια που ηταν νοητη στο ηρεμο γουργουρητο της αλογης απομακρης και παλι τοσο αβυσσαλεα συγγενικης με τον ανθρωπο γατισιας φυσης, ηταν λιγοτερο οφθαλμοφανης. Σ' εμενα τον ιδιο η αντιληψη σας του οφθαλμοφανους πεφτει σ' ενα σωματικο μορφωμα υψους 1,76, που εχει πανω του ρουχα, που μπορει να κινειται και να εκπεμπει λιγοτερο η περισσοτερο λογικα γλωσσικα σηματα. Λιγοτερο οφθαλμοφανες ειναι οτι καθοριζομαι και καλουμαι απο μελλοντα και παρελθοντα που εσεις δεν μπορειτε να δειτε. Κι αν σας μιλησω γι' αυτα, τοτε οι λεξεις μου ειναι κατι περισσοτερο απο πληροφοριακα σηματα απο το κεφαλι μου που προκαλουν ορισμενους συνειρμους στο δικο σας κεφαλι, γιατι οι λεξεις μου καλουν το ιδιο το απον (τα μελλοντα και τα παρελθοντα, π.χ. εκεινη τη γατα που γουργουριζει) σε μια αφανη παρουσια - εδω στην ανοικτη απλα του κοινου μας κοσμου, οχι στο δικο σας η στο δικο μου κεφαλι."
Αυτο ειναι το παραθεμα με το οποιο εβαλα στη ζυγαρια τρια μεγαλα βαρη:
1. Η μεταβολη της διαθεσης σ' εναν προνοουντα συγκρατημο ο οποιος συγκρατειται απο την αντιληψη του ο φ θ α λ μ ο φ α ν ο υ ς και την προσκολληση σ' αυτο και προνοει τη νοηση του α φ α ν ο υ ς, του μη οφθαλμοφανους, ομως ουσιωδους - την κενοτητα του δοχειου, την ησυχια στο γουργουρισμα, την αφανη παρουσια της απουσας-παρουσας γατας και συναμα την ποιητικη μαγευτικη δυναμη της λ ε ξ η ς που μπορει να επικαλεστει εδω και τωρα αυτην την παρουσια του αποντος στην ανοιχτη εκταση.
[...]
Μ' αυτα ονομασα ονομασα τις τρεις βαρυνουσες λεξεις-κλειδια τις οποιες ο Heidegger χρησιμοποιησε ετσι εν παροδω . Παρολαυτα τολμω να ισχυριστω οτι φτανουν εως τον πυρηνα της σκεψης του, κατι ομως που τωρα μπορω να στοιχειοθετησω μονο με υπαινιγμους.
Προνοων συγκρατημος: Ανταποκρινεται στη βασικη φαινομενολογικη σταση, οπως την εννοουσε ο Heidegger, ειτε στην εποχη του Ειναι και χρονος ειτε οταν κατα το τελος της ζωης του ορισε ως το πρωτογενες νοημα της Φαινομενολογιας την "ταυτολογικη νοηση" Ο προνοων συγκρατημος θυμιζει επισης εκεινη τη βασικη διαθεση την οποια ο Heidegger στο Beiträge zur Philosophie ονομασε "Verhaltenheit" ["συστολη"] και αργοτερα "Gelassenheit" ["αφεση"]. Και η λεξη-κλειδι ταιριαζει και σ' αυτο που ανεπτυξε το 1951 ως την τετραπτυχη "φειδω" της τετραδας του κοσμου και - με τη χρονικη σημασια του προ-νοω - στο "προνοω" τη δυνατοτητα του θανατου (στο Ειναι και χρονος) η επισης στην "αποδομηση" που φερνει στο φως τις καταχωμενες πηγες, π.χ. την προελευση της überstülpbaren διαφορας μορφης και υλης σ' ενα κανατι.
[...]
Αφου λοιπον υπαινιχθηκα το σημασιακο ευρος των τριων λεξεων-κλειδια στην οπτικη της σκεψης του Heidegger, θα ηθελα να δειξω εν συντομια ποσο πολυ φθανουν συναμα μεχρι τον πυρηνα διαφορων προβληματικων περιοχων του παροντος μας [...]
Προνοων συγκρατημος: Η κατασταση αναγκης, στην οποια εχει περιελθει ο κοσμος, την οποια ελαφρα τη καρδια αποκαλουν "οικολογικη κριση", απαιτει μια εξελιξη της τεχνικης με μεγαλυτερη φειδω για τον κοσμο και μια οικολογικη μεταβολη της καθημερινης συμπεριφορας των ανθρωπων. Ομως μου φαινεται πως και για τις τρεις "αναγκαιοτητες του κοσμου" εχει μεγιστη σημασια η μεταβολη της διαθεσης προς εναν προνοουντα συγκρατημο, διαφορετικα ενδεχομενως απο τα μετρα αναγκης θα ελειπε η απαιτουμενη σοφια, απο την εξελιξη της τεχνικης το απαιτουμενο μετρο και απο την αλλαγη της συμπεριφορας η απαιτουμενη ανεση. Για παραδειγμα στον πνευματικο σεβασμο για τη φυση των πραγματων, καπου μιας κανατας, ανηκει ενας περιορισμος σε λιγα, ουσιαστικα πραγματα. [...]
Στη Φυσικη ο συνεχης προσανατολισμος στην αντιληψη του οφθαλμοφανους στο πειραμα και την παρατηρηση οδηγησε τελικα στην απαξιωση της αντιληψης, ετσι ωστε εσεις τωρα - τροπον τινα κρατωντας διπλα βιβλια - συγχρονως πρεπει να καθεστε σε μια καρεκλα στο σταθερο εδαφος της Ναπολης και συγχρονως σ' ενα καζανι απο κβαρκ, ηλεκτρονια και μετατοπιζομενα σωματιδια το οποιο, μαζι μ' ολοκληρο το "διαστημοπλοιο γη" ειναι ενας περιστρεφομενος κοκκος στη μικρη κηλιδα ονοματι "γαλαξιας" του φουσκωματος ονοματι "συμπαν" μιας διακυμανσης κενου ονοματι "μεγαλη εκρηξη". Αντιθετα ο προνοων συγκρατημος θα μπορουσε και παλι να μας ανακουφισει απο τα διπλα βιβλια. Δεν θα δικαιωσουμε μεν ουτε την καταδικη του Γαλιλαιου απο την Ιερα Εξεταση ουτε θα αμφιβαλουμε για το εκρεμες του Foucault, ομως μ' ενα ευρυ νοημα, με το νοημα μιας φειδους της καθημερινης εμπειριας του κοσμου, η Φαινομενολογια ισως ειναι αντικοπερνικη. Ηδη ο Husserl ειπε πως η γη ως "πρωτοαρχη" δεν κινειται. "Και ομως δεν κινειται", τουλαχιστον οταν δεν σειεται.
Ο προνοων συγκρατημος στο στενοτερο νοημα υποψιαζεται το ευρυτερο. Για παραδειγμα στον ξυπνο κατα την ερμηνεια του προηγουμενως ονειρικου το οποιο, προτου χαθει, ηταν παρον κατα τροπο χειροπιαστο, οφθαλμοφανη. Η κατα την ερμηνεια ενος εργου τεχνης, π.χ. του Χ ε ι μ ε ρ ι ν ο υ τ α ξ ι δ ι ο υ, και ισως και κατα την προσπαθεια να εννοησουμε καπως καλυτερα την ιστορια απο το παραληρημα του αιωνα μας. Βεβαια ο προνοων συγκρατημος δονει τα θεμελια των ιδεολογιων για τις οποιες οι ανθρωποι χυσαν το αιμα τους, ομως ισως μπορει και να οξυνει το βλεμμα μας για την εν σπερματι υπαρχουσα "εσωτερικη αληθεια" αυτων των κινηματων, π.χ. στον κομμουνισμο για την ιδεα του κοινου καλου, στον φιλελευθερο καπιταλισμο για την πιστη οτι πολλα τακτοποιουνται απο μονα τους οταν κανεις αφηνει τους ανθρωπους ελευθερους, και ισως ακομη στην (οπωσδηποτε ανυποφορη) αναφορα των εθνικοσοσιαλιστων στο χωμα για μια θαλπωρη της πρωτ-αρχης γης.

Κωστας Γεμενετζης, Ο Εαυτος στο ονειρο, και αλλου
Για τον Daseins-αναλυτη η πιεση του βασανου δεν ειναι η κινητηρια δυναμη που θα οδηγησει τη γυναικα στην πορτα του ψυχοθεραπευτη. Ο μυστικος οδηγος θα ηταν η φωνη της συνειδησης της: η γυναικα ειναι ενοχη απεναντι στον Εαυτο της, η, οπως λεγεται αλλιως, "στο ολοδικο της μπορετο Ειναι" ["eigenstes Seinkönnen"]. Αυτο δεν κερδιζεται με τη μαχητικη οριοθετηση απεναντι στη μητερα. Η φωνη της συνειδησης δεν ειναι καλεσμα σε πολεμο αλλα στον δικο Εαυτο της, στις δικες της δυνατοτητες του Ειναι, τις οποιες εχει να αναλαβει και τις οποιες δεν μπορει ν' αναθεσει σε κανεναν. Μια λεξη-κλειδι για την πορεια μιας αντιστοιχης ψυχοθεραπειας θα ηταν το "αφηνω να ειναι", καλυτερα, "αφηνω να ειναι ο Εαυτος". Προϋποθεση θα ηταν, ο θεραπευτης να εχει φτασει στον δικο του Εαυτο και να συναντησει τη γυναικα με τον τροπο της λεγομενης "προδραμουσας μεριμνας". Πως γινεται αυτο; Heidegger:
Πρωτα η αποφασιστικοτητα για τον δικο Εαυτο φερνει το Dasein στη δυνατοτητα να αφηνει τους συν-οντες αλλους να "ειναι" στο ολοδικο τους μπορετο Ειναι, και τουτο να το διανοιγει με την προδραμουσα-ελευθερωνουσα μεριμνα. Το αποφασισμενο Dasein μπορει να γινει "συνειδηση" των αλλων.
Στο ψυχοθεραπευτικο Συνειναι με αλλους, η φωνη της συνειδησης μου γινεται αντιληπτη απο το στομα του θεραπευτη μου. Με αφηνει να ειμαι, παραπεμποντας με στη δικη μου ουσια. Ακριβως αυτο εχει να επιτελεσει το προ- της προδραμουσας μεριμνας, η το προ- του "προϋπαντωντος συγκρατημου", οπως λεγεται αλλου, και εισηχθη στην ψυχοθεραπεια απο τον Hanspeter Padrutt. Δεν δινει ουτε οδηγιες ουτε συμβουλες, ουτε αναλαμβανει την υποθεση μου.
Εδω δεν μπορω να επεκταθω περισσοτερο στην daseins-αναλυτικη ψυχοθεραπεια. Το θεμα μας ειναι ο Εαυτος. Ο Heidegger οραματιζεται μια μορφη του Συνειναι οπου οι ενεχομενοι, για να μεινουμε στην αποστροφη που αναφερθηκε ηδη, "κατοικουνε κοντα σε χωριστοτατα ορη". Τα ορη θα ηταν τοποι διαμονης για τον Εαυτο του εκαστοτε Dasein. Χωριζονται αβυσσαλεα μεταξυ τους καθοσον το καθε Dasein αναλαμβανει εκπεφρασμενα το εκαστοτε δικο του και δεσποζει εκει μεμονωμενο. Συγχρονως υπαρχει μια εγγυτητα καθοσον, οπως ηδη ειπωθηκε, καθε Dasein αφηνει το αλλο να ειναι, και ετσι πρωτα το κρατει ανοιχτο για τον Εαυτο του.
Το θεμα που προσαγορευεται στην φραση "Το αποφασισμενο Dasein μπορει να γινει 'συνειδηση' των αλλων" επανερχεται σε μεταγενεστερες γραφες. Τωρα ακουγεται λιγοτερο ηρωικο, χαλαροτερο, ακομα και πιο θερμο. Επισης ειναι σημαντικο οτι δεν περιοριζεται στο πλαισιο του Συνειναι αλλα εννοειται ως αρχη της συν-παρουσιας ολων των οντων. Στην ιδιορρυθμη μεταφραση μιας ρησης του Αναξιμανδρου λεγεται:
... καθοτι αφηνουν (τα οντα) το ενα στο αλλο ν’ ανηκει αρμονια κι ετσι επισης αποτιση [με την εννοια του "παιρνω υποψη] ...
Και σε μια παραδοση για τον Ηρακλειτο μιλαει για τη "φιλια", την οποια εννοει ως "ευνοια" και "χαρη", ως εξης:
Το ενα χαριζεται στο αλλο, κι ετσι χαριζει στο αλλο την ελευθερια της δικης του ουσιας.
Ο νεος τονος ακουγεται προπαντων σε γραφες που ειναι ελευθερες απο το αυστηρα φιλοσοφικο. Στην ομιλια για τα εβδομηκοστα γενεθλια του αδερφου του, η λεξη για το Συνειναι καλειται "χαιρετισμος":
Ο απλουστερος, ομως συναμα και μυχιοτερος χαιρετισμος ειναι εκεινος δια του οποιου το χαιρετουμενο επιστρεφει εκπεφρασμενα στην ουσια του εκ νεου, φανερωνεται ως αρχικο και βρισκει τον εαυτο του σαν να ηταν η πρωτη φορα.
Και παρακατω:
Καθοσον ο χαιρετων οπωσδηποτε και απο μια αποψη αναγκαστικα μιλα για τον εαυτο του, λεει ακριβως οτι [καθοτι χαιρετων] για τον εαυτο του δεν θελει τιποτα αλλα στρεφει τα παντα στο χαιρετουμενο, δηλαδη ολ' αυτα τα οποια κατα τον χαιρετισμο κατα-λογιζονται στο χαιρετουμενο. Αυτα ειναι ολα εκεινα που αρμοζουν στο χαιρετουμενο ως αυτο το οποιο ειναι.
Μια αλλη λεξη που σπανιοτερα χρησιμοποιει ο Heidegger σχετικα, ειναι η "αγαπη". Ηδη σ' ενα γραμμα της 11ης Ιανουαριου 1928 στην Elisabeth Blochmann λεγεται:
Εχω πιστη στη συνειδηση μου [ειναι η φαση του Ειναι και χρονος. Η "φωνη της συνειδησης"!] οτι μπορω να υπηρετησω το μεγαλειο και την ευρυτητα της καρδιας σας . Volo ut sis, θελω να εισαι, ετσι ερμηνευει καποτε ο Augustinus την αγαπη. Και μ' αυτο την αναγνωριζει ως την ενδοτατη ελευθερια του ενος προς τον αλλο.
20 και κατι χρονια αργοτερα, στον πανηγυρικο για τα ογδοηκοστα γενεθλια του Ludwig von Ficker, ο λογος του Augustinus επανερχεται:
Η βαθυτερη ερμηνεια αυτου που ειναι η αγαπη βρισκεται βεβαια στον Augustinus, στον λογο που λεει: 'amo volo ut sis', αγαπω, τουτο θα πει, θελω το αγαπωμενο να ειναι αυτο που ειναι. Αγαπη ειναι η αφεση του Ειναι με το βαθυτερο νοημα, συμφωνα με το οποιο προ-καλει την ουσια.
Το ακολουθο παραθεμα συνοψιζει αυτο που εννοειται με την "προδραμουσα μεριμνα" και θα μπορουσε να ειναι μοττο μιας daseins-αναλυτικα προσανατολισμενης ψυχοθεραπειας:
Στον γνησιο χαιρετισμο κρυβεται [...] εκεινη η μυστηριακη αυστηροτητα, δια της οποιας τα χαιρετουμενα καθε φορα παραπεμπονται στο απομακρο της εκαστοτε δικης τους ουσιας και στη διαφυλαξη της. Διοτι καθε τι ουσιωδες βρισκεται ως προς το ιδιον του οπωσδηποτε μακροθεν του αλλου. Ομως και μονον αυτο το απομακρο εγγυαται και τις στιγμες της μεταβασης απο το ενα στο αλλο. Ο γνησιος χαιρετισμος ειναι ενας τροπος μιας τετοιας μεταβασης.


[Αναθεωρημένο απόσπασμα από το τέλος της ομιλίας "Δήμος ονείρων", στο: Το Γράμμα Α, εκδ. Εστία, Αθήνα 2005]


Οι ποικίλες ψυχολογικές θεωρίες για το όνειρο συνιστούν απαντήσεις στην ερώτηση "Τι είναι τα όνειρα; Τι σημαίνουν τα όνειρα;" Εδώ έχει γίνει σιωπηρά αποδεκτό πως το όνειρο σημαίνει κάτι. Όμως η παμπάλαια συνήθεια να ρωτάει κανείς και να μιλάει σ' αυτό το πνεύμα απομακρύνει από το όνειρο και στρέφει την προσοχή προς αυτό το κάτι. Τα όνειρα εκδιώκονται από τον τόπο τους. Ρίχνονται στην αγορά των ψυχολογικών και νευροβιολογικών μοντέλων και τεχνικών.

Μισή ώρα πριν καταγράψω για πρώτη φορά αυτούς τους συλλογισμούς, άκουσα τη διήγηση του ονείρου μιας ψυχολόγου. Και μετά:

Αυτή: -Έχετε να πείτε κάτι για το όνειρο; Εγώ: -Ποιο είναι το θέμα εδώ; Σε τι προσβλέποντας με ρωτάτε; Αυτή: -Ρωτώ για μια εξήγηση του ονείρου. Εγώ: -Και τι περιμένετε από μια εξήγηση; Τι θα ήταν διαφορετικό μετά την εξήγηση; Αυτή: -Μια καλύτερη κατανόηση του εαυτού μου, αυτών των πραγμάτων. Εγώ: -Το έχετε ήδη ζήσει κάτι τέτοιο; Ότι μια εξήγηση μ' αυτήν την έννοια σας βοήθησε; Αυτή: -Μια φορά ένα όνειρο με βοήθησε να πάρω μια σημαντική επαγγελματική απόφαση. Μια άλλη φορά μετά από ένα όνειρο μπόρεσα να δω ένα λάθος σε μια εργασία μου. Εγώ: -Σ' αυτές τις περιπτώσεις δεν ήταν λοιπόν κάποια εξήγηση του ονείρου που σας βοήθησε. Μάλλον αυτά τα πράγματα μετά το όνειρο εμφανίστηκαν σ' ένα άλλο φως.

Υπάρχουν πάλι περιπτώσεις όπου σε μια ερώτηση του στιλ "Τι σημαίνει το όνειρο;" σωπαίνω, ή απαντώ: "Δεν ξέρω".

Το προκείμενο είναι, κι αυτό το έμαθα από τον Παρμενίδη και τους Αρχαίους, από τον Heidegger και τον Wittgenstein, η όξυνση του βλέμματος για τη διαφορά ανάμεσα σ' αυτό που μπορεί να ερωτάται και να λέγεται και σ' αυτό για το οποίο ερωτήσεις και απαντήσεις δεν έχουν νόημα - είναι άτοπες και α-νόητες.

Η ερώτηση "Τι σημαίνουν τα όνειρα;" είναι ανόητη. Εξομοιώνει τα ονειρικά πράγματα με τη συμπεριφορά του ξύπνιου, δηλαδή εξαλείφει το αλλότριό τους. Οδηγεί σε έναν μονοδιάστατο κόσμο που δεν έχει μάτια για το διάφορο, έναν κόσμο ισχνό, φτωχό, ισοπεδωτικό, βαρετό, που μας έχει κλείσει στην "κόλαση του όμοιου" (Baudrillard).

Η άρνησή μου να συμπράξω εκεί που παραβιάζονται τα μέτρα, κάτι που βέβαια δεν περιορίζεται στα όνειρα, φέρνει συχνά ενόχληση και αντιστάσεις ποικίλης μορφής. Αλλά μόνο έτσι μαθαίνει κανείς - όχι με ερμηνείες και εξηγήσεις, αλλά με την πρόσκρουση του θεραπευόμενου στον τοίχο που του δείχνεται από τον θεραπευτή των αδυνάτων πραγμάτων - των "ανοησιών" του. Συχνά ο θεραπευτής θα εκληφθεί ως αυτός τούτος ο τοίχος.

Η ψυχοθεραπεία δεν είναι μάθημα από καθέδρας. Ούτε παθολογικοποίηση. Το θέμα μου είναι η συνάντησή μας, καλύτερα, το ξεκαθάρισμα του πεδίου στο οποίο κάποτε μπορούμε να συναντιόμαστε, δηλαδή να μιλούμε, δηλαδή "ν' ακούμε ο ένας για τον άλλο" (Hölderlin). Ευτυχεί όταν πραγματικά ερχόμαστε στο προκείμενο. Όταν βρισκόμαστε στον ρυθμό του μέτρου του. Ο τονισμός βρίσκεται στο "ρυθμό", όχι σ' εμάς.

Η θεραπευτική συνάντηση, αν κανείς μπορεί ακόμα να μιλά καν για "θεραπεία", θα είχε τότε ακριβώς τον χαρακτήρα της αντι-παρά-θεσης. Αυτό που παίζεται είναι τα μέτρα, δηλαδή οι διαφορές, παντού όπου παραβιάζονται. Όμως η αντιπαράθεση δεν γίνεται από τον θεραπευτή με διάθεση εχθρική, αλλά δεκτική και καλοπροαίρετη. Αφού γνωρίζει πως οι δρόμοι μας γίνονται βατοί μόνο μέσα από βήματα παραβατικά. Ο συνομιλητής του καλείται να ενστερνισθεί προπάντων αυτό.

Όπου η συνάντηση σ' έναν βαθμό ευτυχεί, όπου, όπως γράφει ο Hölderlin σ' ένα όψιμο ποίημα, "υψηλότερες δείχνονται οι διαφορές", το οικείο (π.χ. ο ξύπνος) γίνεται πιο οικείο και το ανοίκειο (π.χ. τα όνειρα) γίνεται πιο ανοίκειο και η ζωή γίνεται (Hölderlin και πάλι) "κατοικούσα ζωή".

Το εξάντλησα το ερώτημα για τα όνειρα; Με τίποτα! Απλά σταματώ σαν ένας οδοιπόρος που, κουρασμένος, κάθεται κάτω και, στην εξάντληση, οι μορφές της αρχής και του δρόμου και του σκοπού γίνονται συγκεχυμένες κι ο ύπνος τις παίρνει μαζί του.

Κι ένας θεός ξέρει πού θα βρεθεί σαν ξυπνήσει. Κι ό,τι είπε εδώ και σήμερα, αύριο θα του μοιάζει σαν όνειρο.


Για μένα ενα οδηγό νήμα στην ψυχανάλυση δίνεται από μια αρχαία ρήση που βρισκόταν γραμμένη στην είσοδο του μαντείου των Δελφών. Η ρήση λέει: ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ.

Ας το δούμε με ένα παράδειγμα: Ένας άρχοντας που πρόκειται να πάει στον πόλεμο, φτάνει στο μαντείο1  και ζητάει να μάθει, προβάλλει το "αίτημα", όπως θα λέγαμε στην ψυχοθεραπεια: -Θα γυρίσω από τον πόλεμο ζωντανός, ή θα πεθάνω;

Η απάντηση του μαντείου είναι: "ἤξεις ἀφήξεις οὐκ ἐν πολέμῳ θνήξεις"2. Τούτο μπορεί να ακουστεί με δύο τρόπους, είτε: "ἤξεις ἀφήξεις[,] οὐκ ἐν πολέμῳ θνήξεις" (θα πας, θα γυρίσεις, δεν θα πεθάνεις στον πόλεμο), είτε: "ἤξεις ἀφήξεις οὐκ[,] ἐν πολέμῳ θνήξεις" (θα πας, δεν θα γυρίσεις, θα πεθάνεις στον πόλεμο).

Με ποιον τρόπο η απάντηση του μαντείου είναι συνεπής με την προτροπή ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ που ο άνθρωπος διάβασε μπαίνοντας στο μαντείο; Με ποιον τρόπο αυτή η απάντηση θα μπορούσε να τον οδηγήσει σε μια γνώση του εαυτού του; Και ποια γνώση;

Ας υποθέσουμε καταρχήν ότι αυτός ο άνθρωπος ζει σήμερα, και σε μια ώρα ψυχάλυσης κάνει αυτήν την ερώτηση στον θεραπευτή του: -Τι λες; Θα γυρίσω; Δεν θα γυρίσω;

Ο ψυχαναλυτής είναι πιθανόν, ανάμεσα σε διάφορα ενδεχόμενα, να μην μείνει στον πόλεμο ως πόλεμο αλλά να τον ερμηνεύσει ως σύμβολο για αυτό που θα ονόμαζε "άγχος ευνουχισμού", να τον κατατάξει σ' αυτό που ο Freud αποκαλεί "Realangst" (άγχος εμπρός σε μια πραγματική απειλή), να κάνει λόγο για άγχος θανάτου κλπ.

Θα έμενα στην ερώτηση. Και όχι μόνο θα έμενα αλλά θα εμβάθυνα σ' αυτήν, θα επιζητούσα να την δούμε μαζί με όσο το δυνατό μεγαλύτερη καθαρότητα. Διότι συνήθως οι ερωτήσεις μας δεν έχουν πραγματικά έναν τόσο ουδέτερο χαρακτήρα. O άνθρωπος αυτός κάπου, κάπως, με κάποιον τρόπο φαντάζεται την πλάστιγγα να βαραίνει προς τη μια πλευρά. Βλέπει τον εαυτό του π.χ. να επιβιώνει και να γυρίζει, ή τον βλέπει να σκοτώνεται, και βλέπει ακόμα ενδεχομένως τη γυναίκα του, τα παιδιά του, τον ένα, τον άλλο να αντιδρούν στον θάνατό του μ' έναν ορισμένο τρόπο κλπ. Η ερώτησή του δεν είναι τόσο ανοιχτή όσο φαίνεται. Αναζητά περισσότερο μια επιβεβαίωση, ή φοβάται μια διάψευση των προσδοκιών του.

Όμως η απάντηση που ο ίδιος υποψιάζεται, και που ζητάει ν' ακούσει από τα χείλη του μάντη ή του θεραπευτή του, έχει δώσει κατά έναν τρόπο στη φαντασία του, είναι μια πλάνη. Καλύτερα, πλάνη είναι το ότι καν κλίνει προς μια απάντηση. Αναφέρεται στον μελλοντικό πόλεμο, σε κάτι που δεν έχει γίνει ακόμα, δεν έχει πάει ακόμα στον πόλεμο, και κάθε έκβαση είναι ανοιχτή, όμως αυτός δεν την αφήνει ανοιχτή. Την έχει κλείσει, και τούτο συνιστά ύβρη, δηλαδή παραβίαση των ορίων του χρόνου, του όχι-ακόμη αυτών που του μέλλονται.

Ο χρησμός του μαντείου, το "ήξεις αφήξεις...", δεν ασκεί καμιά βία επάνω του, δεν νουθετεί, δεν συμβουλεύει. Ο άνθρωπος θα τον διαβάσει όπως του το υπαγορεύει η προσδοκία του, η κλίση της πλάστιγγας. Αν πάλι ποτέ ανοίξουν τα μάτια και τ' αυτιά του, μπορεί και να αντιληφθεί το παιχνίδι που του παίζει ο χρησμός. Σ' αυτο το παιχνίδι μπορεί να τον αγγίξει η άβυσσος του αληθινού μέλλοντος, το οποίο είναι κάθε άλλο από προβολή του παρόντος, των υπολογισμών, των προσδοκιών, των φόβων και των ελπίδων μας, και περιπαίζει την κάθε πρόβλεψη.

Έχει σημασία λοιπόν και στα καθ' ημάς, π.χ. με την τέχνη της ψυχανάλυσης, αυτός ο άνθρωπος με τον καιρό να ανοίξει γι' αυτήν την αλήθεια, να μείνει ανοιχτός για αυτό το οποίο πρέπει να μείνει ανοιχτό - να ανοίξει ειλικρινά και μύχια, και όχι απλώς παπαγαλίζοντας μια κοινοτοπία.



Οι αδαείς επισκέπτες έρχονταν στο μαντείο και ρωτούσαν για τα μελλούμενα. Η αινιγματική απάντηση τους έλεγε άρρητα: "γνώρισε τον εαυτό σου". Τα λόγια του χρησμού, π.χ. το "ήξεις αφήξεις..." μιλούσαν σε μια γλώσσα η οποία, κατά τον Ηράκλειτο, "ούτε λέγει ούτε κρύπτει αλλά σημαίνει". Μιλούσαν μια γλώσσα - σημάτων.

Τα σήματα ούτε λέγουν ούτε κρύβουν.

Δεν μας είναι τόσο ξένο όσο ενδεχομένως νομίζουμε. Σε γλώσσα σημάτων μιλούν τα όνειρα, τα μικρά παιδιά και οι ανοϊκοί γέροι, οι παράφρονες κι οι προφήτες. Την μιλούν οι θρύλοι και τα παραμύθια, οι αλλοτινοί ποιητές και σοφοί. Είναι η λεγόμενη "γλώσσα του σώματος", η γλώσσα την οποία μιλούν η σαγήνη και ο έρωτας και ο θάνατος.

Αν, σύμφωνα με την επιγραφή του μαντείου, σε γλώσσα σημάτων είναι να γνωρίσουμε τον εαυτό μας, τότε πρέπει εμείς οι ίδιοι να είμαστε σήμα. Το λέει σε μια μακρινή συμφωνία με τον Ηράκλειτο ένας στίχος του Χαίλντερλιν: "Σήμα είμαστε [...]"3.

Τα σήματα - ούτε λέγουν ούτε κρύβουν. Εμείς πάλι μένουμε είτε στο "λέγουν" είτε στο "κρύβουν". Παραβλέπουμε το ένα, προσκολλώμαστε στο άλλο.

Στα όνειρα, για παράδειγμα, η ερμηνεία του ονειροκρίτη και της ψυχολογίας παραβλέπει το "κρύβει". Ισχυρίζεται ότι p.x. στη μορφή των συμβόλων και του "λανθάνοντος ονείρου" το όνειρο λέγεται, αποκαλύπτεται. Η βιολογική εξήγηση των ονείρων πάλι παραβλέπει το "λέγει". Ισχυρίζεται ότι το όνειρο οφείλεται σε αποδιοργάνωση των εγκεφαλικών λειτουργιών κι επομένως στερείται νοήματος.

Στο "λέγει" μένει προσκολλημένος αυτός που έχει την απάντηση για τα πάντα - ή θεωρεί πως υπάρχει η απάντηση για τα πάντα. Η θεραπεία που ακολουθεί το "λέγει", έχει τη λύση στο πρόβλημα και τη δίνει στη μορφή της εξήγησης, της συμβουλής, της κατευθυνόμενης συμπεριφοράς. Στο "κρύβει" πάλι μένει προσκολλημένος αυτός για τον οποίο τα προβλήματα δεν έχουν νόημα. Η θεραπεία που ακολουθεί το "κρύβει" θα προσανατολιστεί στο φάρμακο και στην παρηγορική αντιμετώπιση.

Η προσκόλληση στο "λέγει", η οποία φέρνει φράσεις όπως "Το όνειρο σου σημαίνει αυτό...", αποστομώνει. O άλλος δεν έχει να πει τίποτα. Εχει να το δεχτεί ή να το απορρίψει. Εδώ ο λόγος του ενός κλείνει το στόμα του άλλου. Αυτό δεν είναι συνομιλία. Για να το ξεκαθαρίσουμε: Αποτέλεσμα μπορεί να έχει. Όμως δεν είναι συνομιλία.

Η προσκόλληση στο "κρύβει" φέρνει τη βουβαμάρα, το αδιάφορο σήκωμα των ώμων, την απλή διαχείριση της κατάστασης. Αποτέλεσμα μπορεί να έχει. Όμως δεν είναι συνομιλία.

Και αν έχει αποτέλεσμα; Αν, όπως λέμε, "βοηθάει", τι χρειάζεται η συνομιλία; Δεν χρειάζεται. Και τούτο θα μας εφησυχάζει όσο υπνωτισμένοι μένουμε δέσμιοι εκείνης της ολέθριας ιδιοτέλειας που έχει εγκλωβίσει τον άνθρωπο σ' αυτά που "χρειάζεται", στα συμφέροντά του και στις ανάγκες του, και τον κατευθύνει στη διαφύλαξη και την ενίσχυση της ισορροπίας του.

"Αν οι άνθρωποι είχαν έστω και την παραμικρή απροκατάληπτη υπόνοια για το τι ζει και γίνεται μέσα τους, θα τρέμανε τα πολλά λόγια και θα τ' απέφευγαν όπως το δηλητήριο." (Elias Canetti, Die Provinz des Menschen)


1. Αλλού αναφέρεται ότι το περιστατικό έλαβε χώρα στο μαντείο της Δωδώνης.
2. Ο χρησμός φαίνεται πως σώθηκε στη λατινική γλώσσα: "Ibis redibis nunquam per bella peribis" (Brewer's Dictionary of Phrase and Fable). Η ελληνική διατύπωση είναι υστερότερη μετάφραση.
3. Mnemosyne.


Ενα πρωτοχρονιατικο παρτυ. Η μουσικη.

Εδω και χρονια η παλια ισορροπια μελωδιας και ρυθμου αλλαξε. Ο ρυθμος ειναι πλεον κυριαρχος - ενας βασικα απλος, επαναλαμβανομενος ρυθμος που υπογραμμιζεται απο τα μονοτονα μπασα.

Πηγη των ρυθμων ηταν η φυση στις πολλαπλες εκφανσεις των φαινομενων της. Η πηγη του μοντερνου ρυθμου ειναι μια: ο ρυθμος της καρδιας.

Η μουσικη εφερνε εναν αποηχο της φυσης, και μετεθετε αυτον που επαιζε τη μουσικη, αυτον που την ακουγε και την χορευε εκει εξω, στον κοσμο. Η μοντερνα μουσικη, αποηχος του καρδιακου ρυθμου, του σφυγμου, καταβυθιζει καποιον στο ιδιο το σωμα του.

Το ανοιγμα στον κοσμο, που επιτελουσε η μουσικη, ηταν και ανοιγμα προς τους αλλους: Ο χορος ηταν ζευγαρικος, και μαλιστα, ακομη παλιοτερα, κυκλιος.

Η σημερινη μουσικη, καταβυθιζοντας καποιον στο σωμα του, λικνιζοντας τον στον ρυθμο των σπλαγχνων του, στους βιολογικους του ρυθμους, τον κλεινει στον εαυτο του, τον εγκλειει στην εσωστρεφεια.

Γι' αυτο και κανεις πρεπει πλεον να χορευει σε μια αυτοερωτικη μοναχικοτητα. Η κινηση του θυμιζει αυτην των αυτιστικων παιδιων.



(Στο Ινστιτουτο της Daseinsanalyse στη Βιεννη, καλοκαιρι 2002.)

Σε ένα σεμινάριο άκουσα για μια γυναίκα με φοβία στα ποντίκια. Η δεκαεπτάχρονη κόρη είχε αυτοκτονήσει πριν από δυο χρόνια. Κάθε μέρα πηγαίνει στον τάφο, της διηγείται τα τρέχοντα, την κλαίει κλπ.
Αυτά τα δυο χρόνια λοιπόν η γυναίκα πιάνει τα ποντίκια με γυμνά χέρια, και απλά τα πετάει απ' το παράθυρο.


Τι συνέβη εδώ; Επρόκειτο για ένα σεμινάριο με εκπαιδευόμενους συναδέλφους. Δεν γνωρίζαμε περισσότερα γι' αυτήν την περίπτωση, και οι συνθήκες δεν μας επέτρεψαν να επεκταθούμε. Όμως ας κάνουμε μια υπόθεση. Ας διηγηθούμε μια αφανή ιστορία που θα μπορούσε (λέω: θα μπορούσε) να συνοδεύει τη φανερή που ακούσαμε.
(Στην ψυχοθεραπεια τετοιες ιστοριες επβεβαιώνονται, ακυρώνονται, τροποποιούνται στην επικοινωνία του θεραπευτή με τον θεραπευόμενο. Πολλές φορές είναι η μαγιά από την οποία η θεραπευτική συνομιλία θα ξεκινήσει, και ενδεχομένως θα δωσει στην πορεία της ψυχοθεραπειας κάποια αποφασιστική τροπή.)

Η φοβία με τα ποντίκια. Είναι ανάλογη με τη φοβία για τις κατσαρίδες, για την οποία κάποτε έγραψα ένα μικρό κείμενο. Εν συντομία: Το ποντίκι είναι ένας εισβολέας, ένας διαρρήκτης, προπάντων για εκείνους, συνήθως γυναίκες, που έχουν το σπίτι τους σαν ένα είδος κουκούλι, σαν φωλιά, καταφύγιο.
Το ποντίκι έρχεται από τη γη, μάλιστα από κάτω από τη γη, από τα σκοτάδια της, και ερχομενο φέρνει μαζί του κι αυτά τα σκοτάδια. Το ποντίκι είναι ένας Άλλος, η απρόσκλητη παρουσία του οποίου ανατρέπει, ρημάζει τη θαλπωρή της σπιτικής φωλιάς.

Όμως η φωλιά, κλειστή και προστατευμένη, μπορεί κάποτε να γίνεται φυλακή. Μπορεί η κόρη να έζησε τη φυλακή σε ακραίο βαθμό, και η αυτοκτονία της να ήταν μια ηρωική έξοδος.

O θάνατος δεν είναι μόνο ένας Άλλος, είναι ο τελείως Άλλος. Και μπορεί, μπαίνοντας σ' αυτό το σπίτι, οριστικά και αμετάκλητα, να διέρρηξε το κουκούλι, να διέλυσε τη φωλιά, να γκρέμισε το καταφύγιο.
Η νεκρή κόρη είναι τελείως αφύλακτη, τελείως απροστάτευτη. Δεν υπάρχει κανένα κουκούλι να την τυλίξει, καμιά φωλιά να την ζεστάνει - και ούτως ή άλλως φύλαξη και θαλπωρή και τα παρόμοια δεν έχουν πλέον κανένα νόημα γι' αυτήν.

Ίσως η μητέρα, με τον θάνατο της κόρης πεθαίνοντας κάπου και η ίδια, να βρέθηκε σε μια κατάσταση που θα την χαρακτηρίζαμε ως "μίμηση θανάτου": να βγήκε από τον μικρόκοσμό της, να ζει πλέον, μαζι με την κορη, στον μεγάλο κόσμο όπου δεν υπάρχει η διαφορά ξενικού και οικείου, στον μεγάλο κόσμο που κατοικούν και ποντίκια, και που πλέον, όταν εμφανίζονται, απομυθοποιημένα, να μην είναι τίποτα περισσότερο από μια αδιάφορη παρουσία.




Εισαγωγη

Η φωτογραφια ειναι του γαλλου φιλοσοφου Jean Baudrillard. Ειναι μια φωτογραφια ερειπιων που πιθανον αφησε πισω του καποιος πολεμος. Χρειαζεται μονο μια μικρη μετακινηση του βλεμματος για να δει κανεις στο πρωτο πλανο ενα προσωπο συσπασμενο απο τον πονο. Και στο δευτερο πλανο μια γυναικεια φιγουρα, και τη σκια της, να περιπλανωνται διπλα στα υπολειμματα ενος τοιχου.
Τωρα ο τοπος αρχιζει να ανασαινει, αρχιζει να μιλα, να λεει ιστοριες. Αργοτερα θα ακουσουμε εναν λογο του ποιητη Paul Celan: "Με τ' αδιεξοδα να μιλας!". Ας ειναι το μοττο της ακολουθης ομιλιας.

Η ομιλια

Αγαπητοι συναδελφοι,

Ο χρονος της προεδριας μου μπορει να συνοψιστει σε μια λεξη: Απετυχα.

Η συνεργασια μου με την IFDA δεν ευτυχησε. Οι ιδεες, οι προτασεις, οι πρωτοβουλιες μου ως επι το πλειστον δεν βρηκαν απηχηση. Χαθηκαν μεσα σε μια βουβη απορριψη.

Ο Hölderlin λεει για τη μοιρα του Ξερξη στην οχθη της Σαλαμινας: "... και στελνει ... τους μαντατοφορους, / μα τους στελνει επι ματαιω, κανεις δεν γυριζει πισω σ' αυτον" (Der Archipelagus).

Σιγουρα και το "οχι" εχει ενα νοημα. Μπορει να βοηθησει μια κοινοτητα να δηλωσει τα "ναι" της, να τα εκπροσωπησει και ετσι να αποκτησει μια υψηλοτερη βαθμιδα ταυτοτητας.

Τα "οχι" σας βοηθησαν κι εμενα να αντιληφθω καπως καθαροτερα τους τοπους και τις ου-τοπιες μου.

Μ' αυτην την εννοια σας χαιρετω και σας λεω: Εχετε γεια.
Νικολαος Δημητριου Γεμενετζης
Νικολαος Δημητριου Γεμενετζης

1944
• Γεννηση στη Θεσσαλονικη, ως το μεγαλυτερο απο δυο παιδια γονεων προσφυγων της Ανατολικης Θρακης.
• Ο πατερας υπαλληλος σε εταιρεια φορτοεκφορτωσεων στο λιμανι.
• Η μητερα οικιακα.
1962
• Εγγραφη στην Ιατρικη Σχολη του Αριστοτελειου Πανεπιστημιου Θεσσαλονικης.
1966
• Πρωτη επαφη με κειμενα των Freud, Heidegger, Hölderlin.
1969
• Αποφοιτηση και καταταξη στον στρατο.
• Πρωτη επαφη με την Daseinsanalyse.
1970
• Γαμος με την Ελενα Νουσια.
1971
• Σπουδες Φιλοσοφιας και Ψυχολογιας στο Πανεπιστημιο του Tübingen της τοτε Ομοσπονδιακης Δημοκρατιας της Γερμανιας με υποτροφια της DAAD.
• René Descartes και Edmund Husserl.
1973
• Βοηθος στο ψυχιατρικο νοσοκομειο "Münsterlingen" στη Βορεια Ελβετια υπο την διευθυνση του Roland Kuhn, μαθητη του Ludwig Binswanger.
1974
• Μετακινηση στη Ζυριχη.
• Βοηθος και κατοπιν επιμελητης στην ψυχιατρικη κλινικη Sanatorium Kilchberg.
• Εκπαιδευση τα επομενα 10 χρονια στην ψυχαναλυση στο Ινστιτουτο της Daseinsanalyse με τους Medard Boss, Gion Condrau, Hanspeter Padrutt κ.α.
1975
• Ξεκινα η σπουδη των Προσωκρατικων.
• Πρωτη επαφη με την ποιηση του Georg Trakl.
1978
• Θανατος του πατερα απο καρκινο του παγκρεατος.
1979
• Αναπληρωτης διευθυντης στην ψυχιατρικη κλινικη Dr. Binswanger Sanatorium Bellevue στο Kreuzlingen (γερμανοελβετικα συνορα).
• Γεννηση της κορης του Ευας.
1981
• Κλεισιμο του Bellevue και εργασια ως ψυχαναλυτης στο Ινστιτουτο της Daseinsanalyse στη Ζυριχη.
• Πρωτη επαφη με την ποιηση του Paul Celan.
1983
• Πρωτη επαφη με κειμενα του Θρασυβουλου Γεωργιαδη.
• Αποφοιτηση απο το Ινστιτουτο.
• Εργασια ως ελευθερος επαγγελματιας.
1984
• Επιστροφη στην Ελλαδα. Εγκατασταση και εργασια στην Αθηνα ως ψυχαναλυτης.
• Πρωτη επαφη με κειμενα του Ludwig Wittgenstein και τη φιλοσοφια του Ζεν.
1987
• Ρηξη με τον Medard Boss με αφορμη την πρωτη εκδοση της μελετης Το ονειρο στη γερμανικη γλωσσα.
1989
• Εκπαιδευτικη δραστηριοτητα με σεμιναρια και εποπτειες, που συνεχιζεται μεχρι σημερα.
1993
• Διαλυση του γαμου με την Ελενα Νουσια.
1995
• Εισοδος στον κοσμο των ηλεκτρονικων υπολογιστων.
1997
• Γαμος με την Αιμιλια Σγουριδου.
1998
• Γεννηση του γιου του Νικολα.
1999
• Πρωτη επαφη με κειμενα του Byung-Chul Han.
2000
• Γεννηση του γιου του Δημητρη.
• Μετακομιση και ψυχαναλυτικη εργασια στη Θεσσαλονικη.
• Παραλληλη εκπαιδευτικη - διδακτικη δραστηριοτητα σε Αθηνα και Θεσσαλονικη.
2003
• Θανατος της μητερας απο καρκινο του στομαχου.
2004
• Ίδρυση της Ελληνικης Εταιρειας Φαινομενολογικης - Υπαρξιακης Αναλυσης και Ψυχοθεραπειας. Προεδρος της Εταιρειας για τα επομενα 3 χρονια.
2009
• Εγκαταλειψη της συγγραφικης δραστηριοτητας και δημιουργια της παρουσας ιστοσελιδας.
• Προεδρος της IFDA (International Federation of Daseinsanalytic Societies)
2011
• Παραιτηση απο το προεδρειο της Ελληνικης Εταιρειας Φαινομενολογικης - Υπαρξιακης Αναλυσης και Ψυχοθεραπειας.
2012
• Παραιτηση απο την προεδρια της IFDA (International Federation of Daseinsanalytic Societies)

ΣΕΜΙΝΑΡΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

 

Τοπος: Μαρασλη 37

 

ΟΜΑΔΙΚΗ ΕΠΟΠΤΕΙΑ

Τριτη 21.00-22.00. Εναρξη 4 Σεπτεμβριου.

ΘΕΩΡΗΤΙΚΟ ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ

Τριτη 22.05-23.00. Εναρξη 4 Σεπτεμβριου.

  

*Τα σεμιναρια απευθυνονται σε οσους δραστηριοποιουνται σε θεραπευτικα επαγγελματα.

 


ΣΕΜΙΝΑΡΙΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

 

 Τοπος: Πλατεια Ναυαρινου 6


ΟΜΑΔΙΚΗ ΕΠΟΠΤΕΙΑ

Δευτερα 20.45-21.15. Έναρξη 10 Σεπτεμβριου.

ΘΕΩΡΗΤΙΚΟ ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ

Δευτερα 21.15-22.15. Έναρξη 10 Σεπτεμβριου.
 

*Το σεμιναριο απευθυνεται σε οσους δραστηριοποιουνται σε θεραπευτικα επαγγελματα.

 

Πληροφοριες / Αιτησεις Συμμετοχης:             

+30 210 7213534

+30 2310 271768

kon.gemenetzis@gmail.com

http://www.facebook.com/

Ambrosius Bosschaert the Elder, Flower Still Life
Ambrosius Bosschaert the Elder, Flower Still Life

[Ομιλια στην Στρογγυλη Τραπεζα "Η ψυχολογικη διασταση του ποιητικου λογου" στο αμφιθεατρο Δρακοπουλου, Αθηνα, Μαϊος 2012]

Το βιντεο [Η ομιλια μου στο διαστημα 20.10-37.50. Καλη ακουστικη μετα  το 20.44]

Σκεφτομαι το θεμα της σημερινης μας εκδηλωσης: "Η ψυχολογικη διασταση του ποιητικου λογου". Η διατυπωση μου γεννα ερωτηματα. Εχει ο ποιητικος λογος διαστασεις; Οπου μια απο αυτες θα ηταν η ψυχολογια; Τοτε η ψυχολογια θα ηταν διασταση του, οπως π.χ. το υψος ειναι διασταση του χωρου. Και πως το διανοουμαστε καν να μιλουμε για ψυχολογικη διασταση; Δεν θα διανοουμασταν να πουμε π.χ. "η φυσικοχημικη διασταση του ποιητικου λογου", καθως ενας τετοιος τιτλος δεν θα ειχε νοημα, τουλαχιστον οχι περισσοτερο απο οτι εχει η συσχετιση μιας πεταλουδας που πεταριζει στο Λονδινο με εναν τυφωνα που ξεσπαει στην Κινα. Το "Η ψυχολογικη διασταση του ποιητικου λογου" δεν μας προκαλει την ιδια εντυπωση. Εχει νοημα. Σε τι διαφερει η ψυχολογια απο τη φυσικοχημεια; Γιατι η ψυχολογια μπορει να ειναι διασταση του ποιητικου λογου;
Η απαντηση θα μπορουσε να ειναι: Ο ανθρωπος ειναι ενα ον με "ψυχη", δηλαδη με εναν εσωτερικο, ψυχικο κοσμο, και η οποια συμπεριφορα του συνιστα εκφραση, εξωτερικευση του ψυχισμου του. Η ψυχολογια λοιπον δεν ειναι μια επιστημη μεταξυ αλλων, αλλα η θεμελιακη επιστημη για την ερευνα, την ερμηνεια και, οπου χρειαζεται, τη θεραπευτικη αγωγη της ανθρωπινης συμπεριφορας - και ως ανθρωπινη συμπεριφορα νοειται βεβαια και η ποιητικη συγγραφη. Ο καμβας, επανω στον οποιο συντιθεται ενα ποιημα, ειναι φτιαγμενος, μεταξυ αλλων, απο ψυχολογια. Απο την ψυχολογια του ποιητη.
Μια τετοια, η περιπου τετοια θεωρηση για την απανταχου παρουσια της ψυχολογιας ξεκινα απο αντιληψεις που κυριαρχησαν σε μεγαλο βαθμο απο τον 18ο μεχρι το πρωτο μισο του 20ου αιωνα. Στη φιλοσοφια καταχωρηθηκαν με τον ορο "ψυχολογισμος". Η σχετικη συζητηση ατονησε με την εμφανιση ενος ριζικα αλλιως δομημενου κοσμου και ενος αλλου τυπου ανθρωπου. Στη συγχρονη εποχη η αξιωση της ψυχολογιας για εκεινη την καθολικοτητα εχει σιγασει.

Σημερα θα μιλησω για ενα ποιημα του Paul Celan, γερμανοεβραιου ποιητη ρουμανικης καταγωγης, που εζησε 1920 με 1970. Γραφηκε τον Σεπτεμβριο του 1965 και εχει τον τιτλο "Φρανκφουρτη, Σεπτεμβριος". Ειναι το δευτερο απο τη συλλογη "Fadensonnen" ["Νηματινοι ηλιοι"]. Στο ποιημα υπαρχει η φραση "Για τελευταια / φορα ψυχο- / λογια!".

ΦΡΑΝΚΦΟΥΡΤΗ, ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ

Τυφλο, φωτο-
γενειοφορο διαχωριστικο.
Ενα ονειρο σκαθαριου
το καταφωτιζει.

Απο πισω, θρηνοπλεκτο,
το μετωπο του Freud ανοιγει,

το εξω
επιμονα αποσιωπημενο δακρυ
ξεσπα με τη φραση:
"Για τελευταια
φορα ψυχο-
λογια."

Η ιμιτασιον
καργας
προγευματιζει.

Ο ηχος της λαρυγγικης αποφραξης
αδει.

Ο Celan λεει σε μια ομιλια του: "Ομως το ποιημα μιλα βεβαια! (...) μιλα παντα μονο για δικη του, ολοδικη του υποθεση." Τουτο θα σημαινε οτι το ποιημα, οπως το εννοει, δεν ειναι υποθεση αλλου, π.χ. της ψυχολογιας. Θα επιχειρησω λοιπον να το ακουσω στο πνευμα του ποιητη του, δηλαδη χωρις αλλη ψυχολογια πλεον: να το ακουσω α-ψυχολογητα. Δεν ειναι απλο διοτι, τουλαχιστον οι παλιοτερες γενιες, εχουν γαλουχηθει με την ψυχολογιστικη νοοτροπια. Το ζητουμενο λοιπον θα ηταν μια πορεια, διαμεσου μιας αποδομησης της ψυχολογικης διαστασης του ποιητικου λογου, προς τον ιδιο τον αδιαστατο ποιητικο λογο. Χωρις αλλη ψυχολογια, παρα το οτι στο ποιημα ο Freud αναφερεται ρητα, παρα το οτι ο Celan, δραπετης απο ναζιστικο στρατοπεδο συγκεντρωσεως, στο οποιο πεθαναν οι γονεις του, ταλανιζονταν απο τυψεις που τους εγκατελειψε, υπεφερε απο παρανοϊκη ψυχωση, αυτοκτονησε πεφτοντας στον Σηκουανα.

Στο προηγουμενο παραθεμα που ξεκινα "Ομως το ποιημα μιλα βεβαια!", υπερπηδησα μια φραση, που φερνω τωρα: "Παραμενει επιμνημον των δεδομενων του." Ποια ειναι τα δεδομενα, των οποιων επιμνημον μενει το "Φρανκφουρτη, Σεπτεμβριος"; Φιλολογοι και φιλοσοφοι που ασχοληθηκαν με το ποιημα, τα αναζητησαν, και αναφερουν τα εξης:
"ΦΡΑΝΚΦΟΥΡΤΗ, ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ". Ενδεχομενως εννοειται η μεγαλη εκθεση βιβλιου στη Φρανκφουρτη, που γινεται καθε Οκτωβριο. Το ποιημα γραφηκε εναν μηνα νωριτερα. Η αναφορα στην εκθεση μοιαζει να υποδηλωνεται και απο το "διαχωριστικο" που αναφερεται στον 2ο στιχο.
Ο τιτλος συντιθεται απο τον ονομα μιας πολης και ενος μηνα. Αναλογα δομημενος τιτλος υπαρχει σ' ενα προηγουμενο ποιημα του Celan, "Τυβιγγη, Γεναρης" [Tübingen, Jänner]. Μαλιστα εδω για πρωτη φορα συναντουμε μια λεξη συγγενικη με το "φωτογενειοφορο", σε αναφορα με τον Hölderlin: "Αν ερχοταν, / αν ερχοταν ενας ανθρωπος, / αν ερχοταν ενας ανθρωπος στον κοσμο με το φωτογενειο των πατριαρχων ..."
Το "ονειρο σκαθαριου". Με αυτον τον τιτλο αναφερεται ενα ονειρο στην "Ερμηνεια των ονειρων" του Freud. Τη δεκαετια του '60 ο Celan διαβασε πολλα βιβλια του. Εμμεσες αναφορες στον Freud υπαρχουν και σε αλλα ποιηματα. Το "Το ονειρο του σκαθαριου" ειναι το εξης: "[μια γυναικα] Σκεφτεται οτι εχει δυο σκαθαρια σ' ενα κουτι στα οποια πρεπει να δωσει την ελευθερια τους, γιατι διαφορετικα θα σκασουν. Ανοιγει το κουτι, τα σκαθαρια ειναι τελειως αδυναμα• το ενα πετα εξω απο το ανοιχτο παραθυρο, ομως το αλλο συνθλιβεται απ' το παραθυροφυλλο καθως αυτη κλεινει το παραθυρο, οπως καποιος της ζηταει να κανει (εκφρασεις φρικης)."
Ενα ονειρο σκαθαριου υπαρχει και στο διηγημα του Kafka, "Προετοιμασιες ενος γαμου στην επαρχια" ["Hochzeitsvorbereitungen auf dem Lande"]: "Γιατι εγω, εγω στο μεταξυ ειμαι ξαπλωμενος στο κρεβατι μου, ολοτελα σκεπασμενος με καφεκιτρινη κουβερτα, εκτεθειμενος στον αερα που φυσα απο το μισανοιγμενο παραθυρο. (...) ακομα ονειρευομαι. (...) Καθως ειμαι ξαπλωμενος στο κρεβατι εχω τη μορφη ενος μεγαλου σκαθαριου, μου φαινεται ενος μαυρου η ενος χρυσοκανθαρου."
Κι ακομα ενα παιδικο τραγουδι που πρεπει να γνωριζε ο Celan: "Πετα, σκαθαρι! / Ο μπαμπας ειναι στον πολεμο. / Η μαμα στην Πομμερανια*. / Κι η Πομμερανια εγινε σταχτη. / Πετα, σκαθαρι!" [*Περιοχη που καλυπτε μερη της βορειας Γερμανιας-Πολωνιας]
Η φραση "Για τελευταια φορα ψυχολογια" ειναι μια σημειωση απο τα καταλοιπα του Kafka. Η σημειωση ειναι αυτοτελης, χωρις συμφραζομενα, και μαλιστα στο χειρογραφο ειναι διαγραμμενη. Υπαρχει παντα στους λεγομενους "Αφορισμους", καταχωρημενη υπο τον αριθμο 93.
Ο Kafka παραμενει εντονα παρων και στη συνεχεια του ποιηματος. Καταρχην στο ονομα της καργας, καθως στα τσεχικα η "καργα" λεγεται "kafka" - λογος για τον πατερα του να την χρησιμοποιησει στο οικογενειακο εμβλημα.
Ο Kafka, στην τελευταια φαση της φυματιωσης του, προσβληθηκε στον λαρυγγα, ο οποιος στο τελος αποφραχθηκε. Δεν μπορουσε ουτε να φαει ουτε να μιλησει. Αυτο ενδεχομενως ανακαλει ο "ηχος της λαρυγγικης αποφραξης". Eιναι ενας ηχος οπως στην αμερικανικη εκφραση για το 'οχι': uh-uh.

Αυτα θα ηταν εν συντομια τα κυριοτερα δεδομενα του ποιηματος. Επαναλαμβανω τη φραση του Celan: "[το ποιημα] Παραμενει επιμνημον των δεδομενων του". Η φραση δεν τελειωνει εδω. Ακολουθει μια παυλα, και οι λεξεις "- ομως μιλα". Το εμφατικο "ομως μιλα" δεν μας επιτρεπει να εκλαβουμε το ποιημα, το μιλημα του ποιηματος, ως αφηγηση των δεδομενων του. Το ποιημα μιλα, ακουσαμε, "παντα μονο για δικη του, ολοδικη του υποθεση." Δεν μιλα ουτε για υποθεση της ψυχολογιας, οπως ειπωθηκε προηγουμενως, ομως, βλεπουμε τωρα, ουτε και για υποθεση της ιστοριας ενος ανθρωπου. Celan: "Η γνησια ποιηση ειναι αντιβιογραφικη. Η πατριδα του ποιητη ειναι το ποιημα του, αλλαζει απο το ενα ποιημα στο αλλο." Και ακομη: "Το παρον του ποιηματος ειναι - κι αυτο δεν <εχει να κανει> με βιογραφικα δεδομενα, το ποιημα ειναι γραφη ζωης - το παρον του ποιηματος ειναι το παρον ενος προσωπου [...]" "Γραφη ζωης". Η γενικη "ζωης" δεν ειναι λοιπον γενικη αντικειμενικη, δεν προκειται δηλαδη για καταγραφη μιας ζωης, αλλα γενικη υποκειμενικη: Η γραφη ως φαινομενο της ζωης, η γραφη ως διαγωγη μιας ζωης.

Πως μιλα λοιπον το "Φρανκφουρτη, Σεπτεμβριος"; Διαβαζω τις δυο πρωτες αραδες: "Τυφλο, φωτο- / γενειοφορο διαχωριστικο." Ενας μελετητης γραφει: "Ενα διαχωριστικο 'τυφλο', δηλ. ενα αδιαφανες παραπετασμα απο γαλακτουχο γυαλι, που τα σχεδια του, λωριδες η κυματισμοι, φεγγουν λευκα και 'φωτεινα' σαν βοστρυχοι γενειαδας." Αλλου παλι διαβαζουμε: "Αυτο το διαχωριστικο, οντας κατι που ενισχυει διαφορα ειδη τυφλοτητας με την εννοια συζητησεων με ορους επιλεκτικους, που αποκλειουν [ψυχαναλυση, πνευμα, σωμα], χαρακτηριζεται απο το 'φωτο-/γενειο'. Το φωτογενειο αναφερεται μετωνυμικα σε ενα ειδος ομιλιας, τον logos lux. Η ιδιαιτερη γενειαδα που τρεμολαμπει σ' αυτην την αραδα παραπεμπει στη φροϋδικη ψυχαναλυση."
Αυτες, και πολλες παρομοιες, ειναι ερμηνειες του 'δηλαδη'. Μας εξηγουν τι λεει ο ποιητης. Αντικαθιστουν καθε φορα μια φραση του ποιηματος με μιαν αλλη. Αν ηταν ετσι, δεν θα επροκειτο για ενα κακο ποιημα; Γιατι ο ποιητης να μας τα λεει με τοσες περικοκλαδες, οταν θα μπορουσε να μας τα πει κατευθειαν;
Αν δεν προκειται για κακο ποιημα, τοτε η φραση "Τυφλο, φωτο- / γενειοφορο διαχωριστικο" δεν ειναι αντικαταστασιμη. Δεν ανεχεται κανενα ερμηνευτικο 'δηλαδη'. Εδω σκεφτομαι μια σημειωση του Ludwig Wittgenstein: "Μιλουμε για την κατανοηση μιας προτασης με την εννοια με την οποια μπορει ν' αντικατασταθει απο μιαν αλλη που λεει το ιδιο. Αλλα και με την εννοια με την οποια δεν μπορει ν' αντικατασταθει απο καμια αλλη. (...) / Στην πρωτη περιπτωση ειναι η σκεψη μιας προτασης που ειναι κοινη για πολλες προτασεις• στην αλλη κατι που μονο αυτες οι λεξεις, σ' αυτες τις θεσεις, εκφραζουν. (Κατανοηση ενος ποιηματος)."

"Τυφλο, φωτο- / γενειοφορο διαχωριστικο." Ο λογος ειναι για ενα διαχωριστικο. Ακουμε τη λεξη και φερνουμε εμπρος στο βλεμμα μας ενα καποιο πραγμα, ενα διαχωριστικο, π.χ. οπως αυτα που στηνονται στις εκθεσεις. Ομως οι προσδιορισμοι του μας τα χαλανε: "τυφλο, φωτογενειοφορο". Δεν υπαρχει κανενα διαχωριστικο μ' αυτα τα χαρακτηριστικα. Ερμηνειες οπως η προηγουμενη επιδιωκουν παρολαυτα μια παρασταση του. Ετσι αναγκαστικα το βιαζουν, καθως ενα "τυφλο, φωτο- / γενειοφορο διαχωριστικο" δεν ειναι παραστασιμο.
Ισως να μην εχουν αλλο τροπο. Διοτι πολλες φορες μια ερμηνεια, και τουτο αφορα και την ψυχοθεραπεια, ειναι η μεταλλαξη των λεγομενων σε μια παραστατικη αφηγηση, οπως π.χ. συμβαινει σε μια κλασσικη ερμηνεια ενος ονειρου, οπου το αλαλουμ του φανερου ονειρου αντικαθισταται απο μια ιστορια με αρχη, μεση και τελος, το λεγομενο "λανθανον ονειρο".
Η παραστατικοτητα ειναι ο κυριαρχος τροπος σκεψης των νεωτερων χρονων. Ο λατινικος ορος για αυτο που αποκαλουμε "παρασταση" ειναι perceptio. Συγγενευει με το ρημα percapere που σημαινει αδραχνω, αρπαζω, συλλαμβανω. Εκεινος που θελει να κατανοει τα λεγομενα, δηλαδη να τα συλλαμβανει, δηλαδη να τα εγκλειει σε μια παρασταση, ειτε κατασκευαζοντας μια εικονα τους, ειτε εντασσοντας τα σε ενα μοντελο, εχει τη μορφη του αρπαχτικου. Η πραξη της κατανοησης ειναι πραξη βιας και βιασμος. Τουτο το αρπαχτικο το συναντουμε στον εαυτο μας, στους αλλους, στις σχεσεις μας, στα λογια μας και στα εργα μας. Σ' αυτον τον πνιγηρο κοσμο το ποιημα, που "μιλα παντα μονο για δικη του, ολοδικη του υποθεση", ειναι για τον Celan "διαλειμμα ανασας" .
Το ποιημα, ειδαμε, δεν μιλα για υποθεση της ψυχολογιας, δεν μιλα για υποθεση της βιογραφιας. Δεν μιλα για υποθεση καμιας κατανοουσας παραστασης, ουτε ψυχολογικης, ουτε ιστορικης, ουτε οποιας αλλης. Τωρα θα μπορουσε να ειναι καθαροτερο, με ποιον τροπο για τον Celan το ποιημα δεν αντικαθισταται με προτασεις που θα επεδιωκαν μια συλληψη, μια κατανοηση, μια ερμηνεια του.

Το ποιημα παραμενει στο δικο του, ολοδικο του παρον. "Το παρον του ποιηματος ειναι (...) το παρον ενος προσωπου", ακουσαμε. Αυτο το παρον δεν λογοδοτει για κανενα παρελθον και δεν προσβλεπει σε κανενα μελλον. Αυτο το παρον ειναι σημαδεμενο περα για περα απο παροδικοτητα. "(...) κωπηλατεις / μες απο τα καναλια, τις λιμνοθαλασσες και τις διωρυγες, / στο φεγγος της λεξης, / στην πλωρη κανενα γιατι, στην πρυμνη κανενα για που" . Η εδω εννοουμενη παροδικοτητα δεν ειναι στερητικη, δεν ειναι ελλειψη μονιμοτητας. "Η πατριδα του ποιητη ειναι το ποιημα του", ακουσαμε ακομη. Το παρον του ποιηματος, η παροδικοτητα του ειναι μια πατριδα, ειναι, οπως η πατριδα, τοπος κατοικησης. Το παρον του ποιηματος, η παροδικοτητα του ειναι μια ανασα, ειναι, οπως η ανασα, τοπος κατοικησης.
Ο ποιητης κατοικει την παροδικοτητα του ποιηματος του. Την κατοικει "στο φεγγος της λεξης". Το οτι η ποιητικη φραση δεν αντικαθισταται απο αλλη, ειναι σημαδι της παροδικοτητας της. Διοτι η αντικατασταση της απο μια αλλη θα σημαινε και τη δυνατοτητα της γενικευσης της. Και η χρονικοτητα της γενικευσης ειναι αυτη της εμμονης στην ακαμψια της σταθεροτητας και της μονιμοτητας. Ο χρονος της παροδικοτητας ειναι ενα, οχι στιγμιαιο αλλα ατελειωτο, απεριοριστο, φιλοξενο, παμφιλο τωρα. Θα μπορουσε να ειναι ο παλμος αυτου που ο Celan καποτε ονομαζει "καρδια".

Ας ακουσουμε το ποιημα και παλι:
ΦΡΑΝΚΦΟΥΡΤΗ, ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ

Τυφλο, φωτο-
γενειοφορο διαχωριστικο.
Ενα ονειρο σκαθαριου
το καταφωτιζει.

Απο πισω, θρηνοπλεκτο,
το μετωπο του Freud ανοιγει,

το εξω
επιμονα αποσιωπημενο δακρυ
ξεσπα με τη φραση:
"Για τελευταια
φορα ψυχο-
λογια."

Η ιμιτασιον
καργας
προγευματιζει.

Ο ηχος της λαρυγγικης αποφραξης
αδει.

Το ποιημα απαρτιζουν αποκλειστικα κυριες προτασεις. Δεν σχετιζονται μεταξυ τους με χρονικους, αναφορικους, αιτιολογικους προσδιορισμους. "κανενα γιατι (...) κανενα για που", ακουσαμε. Απλα παρατασσονται η μια διπλα στην αλλη. Αυτον τον τροπο γραφης και ομιλιας τον διεκρινε ο γερμανος ομηρικος ερευνητης Friedrich Wilhelm von Thiersch και τον χαρακτηριζει ως εξης: "(...) μια σκεψη μοιαζει να ακολουθει την αλλη, (...) και ολες τους τοποθετουνται σε μια σειρα με τη βοηθεια των πλεον απλων συνδεσμων των γλωσσων, του κ α ι, ο μ ω ς και παρομοιων, του τε, και, μεν, δε κ.α. Μολις τελειωσει η μια, ξεκινα η αλλη διχως να την αγγιζει (...). Αυτην την α κ ο λ ο υ θ ι α θα την ονομασουμε π α ρ α τ α ξ η." Στον τροπο της παραταξης μιλα αυτος, "του οποιου η αυτοσυνειδηση και η σκεψη δεν εχουν ακομη αναπτυχθει." Ετσι "σ' αυτην την α κ ο λ ο υ θ ι α μιλα το παιδι, οπως κι ο ανθρωπος σε πρωτογονη κατασταση
· παρομοια κι αυτος που συγγενευει μαζι του, ο ανθρωπος της Ανατολης, και συχνα επισης ο επικος ποιητης."
Κατα τον Thiersch η "σ υ ν τ α ξ η" αντιθετα ερχεται σε ενα ανωτερο σταδιο εξελιξης, οταν "το ανθρωπινο πνευμα αρχιζει να διεισδυει στην πλοκη και στη συναρμοση του λογου κρινοντας και ταξινομωντας (...), οπου οι προτασεις (...) που παρουσιαζονται η μια διπλα στην αλλη, η μετα την αλλη βρισκονται σε μια σχεση, η σε μια αναφορα ετσι ωστε η μια εμφανιζεται ε π ε ι δ η, η ο τ α ν η αλλη προηγηθηκε, την προϋποθετει, την συμπληρωνει, την καθοριζει, αναφερεται σ' αυτην και γι' αυτο ειναι, χωρις αυτην, αδιανοητη και ακατανοητη."
Οπου κρινουμε και ταξινομουμε, δηλαδη σχεδον παντου και παντα, οπου συνυφαινουμε τη ζωη μας με τα επειδη και τα οταν, που θα πει οπου εχουμε υιοθετησει τη συνταξη ως τροπο λογου και ζωης, το αναμεσο της παραθεσης φανταζει ως ελλειψη, ως ενα κενο που επιβαλλεται να γεφυρωθει. Ετσι γραφει ο Freud στο κειμενο με τον τιτλο "Το ασυνειδητο":
"[Η υποθεση του ασυνειδητου] ειναι αναγκαια γιατι τα δεδομενα της συνειδησης εχουν σε μεγαλο βαθμο κενα
· (...) Η πλεον προσωπικη καθημερινη μας εμπειρια, μας γνωστοποιει ιδεες, την προελευση των οποιων δεν γνωριζουμε, και συμπερασματα σκεψεων, η διεργασια των οποιων μας εχει μεινει κρυφη. Ολες αυτες οι συνειδητες ενεργειες θα εμεναν ασυνδετες και ακατανοητες αν επιμενουμε στην αξιωση να πρεπει να γνωριζουμε με τη συνειδηση οσες ψυχικες ενεργειες συμβαινουν μεσα μας. Τις εντασσουμε σε μια καταδειξιμη συσχετιση οταν συμπεριλαμβανουμε τις ασυνειδητες ενεργειες που αποκαλυφτηκαν. Ομως κερδος σε νοημα και συσχετιση ειναι ολοτελα δικαιολογημενο κινητρο, το οποιο μπορει να μας οδηγησει περαν της αμεσης εμπειριας."

Η παραταξη, ειναι ενας αλλος τροπος ζωης. Ο γερμανος λογοτεχνης Peter Handke, στο "Δοκιμιο για την κοπωση", μιλα για αυτην τη ζωη και φερνει το παραδειγμα μιας ολλανδικής νεκρής φύσης [βλ. εικονα]: "Εκείνες τις νεκρές φύσεις με τα λουλούδια από τον δέκατο έβδομο αιώνα, κατά κανόνα από τις Κάτω Χώρες, όπου στα άνθη κάθεται, σαν να 'ταν αληθινό, εδώ ένα ζουζούνι, εδώ ένα σαλιγκάρι, εκεί μια μέλισσα, εκεί μια πεταλούδα και, παρόλο που κανένα ίσως δεν έχει ιδέα για την παρουσία του άλλου, προς στιγμή, στη δική μου στιγμή, όλα γειτονεύουν μεταξύ τους."


Η ριζικη μοναδικοτητα του ποιηματος, το αμετοχο του σε καθε ψυχολογικη, βιογραφικη, η αλλη παραστατικη αναφορα δεν ειναι και μοναχικοτητα. Στο ποιημα ΤΟΣΑ ΑΣΤΡΑ λεει: "(...) και καποτε, οταν / μονο το τιποτα εστεκε μεταξυ μας, βρισκαμε / ο ενας τον αλλο ολοτελα." Το ποιητικο συνειναι επιτελει ενα μαξιμουμ συνυπαρξης με ενα μινιμουμ συσχετισης. Απο τι ειναι φτιαγμενο το συν- αυτης της συνυπαρξης; Διαβαζω απο το ποιημα ΕΙΝ' ΟΛΑ ΑΛΛΙΩΤΙΚΑ: "Ελαφρα / ανοιξε η αγκαλια σου, σιγαλο / ενα χνωτο / υψωθηκε στον αιθερα, / κι αυτο που συννεφωσε δεν ηταν, / δεν ηταν μορφη κι απ’ το μερος μας / δεν ηταν / σχεδον σαν ονομα;"
Ο Martin Heidegger σε μια ομιλια του ξεκινα απο το ποιημα του Stefan George "Das Wort" ("Η λεξη"). Η ομιλια εστιαζει στον τελευταιο στιχο: "Πραγμα κανενα δεν ειναι οπου λειπει η λεξη." Για τον Heidegger η λεξη πρωτα δινει, χαριζει παρουσια, παρεχει στην παρουσια μια στεγη. "Η γλωσσα ειναι ο οικος του Ειναι", λεει μια συχνα παρατιθεμενη αποστροφη του. Ο Celan, που ειχε διαβασει Heidegger, και τον γνωριζε προσωπικα, απαντωντας ενδεχομενως σ' αυτο, γραφει σε ενα ποιημα: "Καμια λεξη, κανενα πραγμα / και των δυο τους το μοναδικο ονομα".

Μας ειναι ανοικειο να ακουμε χωρις να προσφευγουμε σε μια κατανοουσα παρασταση των λεγομενων. Ισως ηταν ανοικειο απο ανεκαθεν. Ο Ξενοφανης γραφει "Ομως αν τα βοδια και τ' αλογα και τα λιονταρια ειχανε χερια και ζωγραφιζαν και εκτελουσαν εργα οπως οι ανθρωποι, τα αλογα θα ζωγραφιζαν τις εικονες των θεων ομοιες με αλογα και τα βοδια ομοιες με βοδια, και θα εκαναν τα σωματα τους ετσι οπως ειναι η μορφη του καθενα τους." Καποτε σε μια ωρα ψυχαναλυσης ενας ελβετος αντρας μου ανεφερε ενα ονειρο οπου αυτος ειχε μορφη πιθηκου, ηταν σκαρφαλωμενος σ' ενα κλαδι και εκλαιγε. Δεν υπαρχει καμια εικονα που να ανταποκρινεται σ' αυτα τα λογια, χωρις να ασκησει βια επανω τους. Θα ηταν δυνατο να ακουσουμε αυτο το ονειρο χωρις να το βαλουμε στην προκρουστεια κλινη μιας παραστασης; Να το ακουμε διχως να το παρασταινουμε; Διχως να το καταλαβαινουμε; Να μενουμε στις ακουομενες λεξεις; Στον πλουτο των ακουομενων λεξεων;
Οσο περισσοτερο η λεξη μενει στην "ολοδικη της υποθεση", οσο λιγοτερο τιθεται στην υπηρεσια ενος αλλου, τοσο περισσοτερο λαμπει η ιδια. Ακουσαμε: "(...) κωπηλατεις / στο φεγγος της λεξης". Ανατρεχω και παλι στον Wittgenstein: "Καθε λεξη - ετσι θα 'λεγε κανεις - μπορει μεν σε διαφορετικες συσχετισεις να εχει και διαφορετικο χαρακτηρα, ομως παντα οντως εχει εναν χαρακτηρα - ενα προσωπο. Οντως μας κοιταζει. (...)"

Ισως ενα τετοιο ακουσμα, ενα ακουσμα που συμβαινει για ολοδικη του υποθεση, να χρειαζεται μια ιδιαζουσα προσοχη, μια προσοχη την οποια ο Celan καποτε, παραθετοντας τον Malebranche, χαρακτηρισε ως τη "φυσικη προσευχη της ψυχης" . Αυτη η προσοχη ειναι αλλη απο την επιστημονικη ακριβεια. Η ακριβεια επιδιωκει τη βεβαιοτητα. Η βεβαιοτητα ειναι υποθεση του επιστημονα. Αφορα αυτον. Ικανοποιει τη δικη του επιδιωξη, που ειναι η μονοσημαντοτητα, η υπολογισιμοτητα, η προβλεψιμοτητα, το ελεγξιμο και το επαληθευσιμο των προτασεων του. Η προσοχη δεν ειναι υποθεση του προσεχοντος. Ειναι δοσμενη σ’ αυτο το οποιο προσεχει. Η προσοχη ειναι ανιδιοτελης. Γι’ αυτο μπορει, σε αντιθεση με την ακριβεια, να ειναι ευλαβικη. Να αναλωνεται στο απεναντι.
Η προσοχη στη λεξη απαιτει να δωσει κανεις χρονο στην εκφορα της. Ο ιδιος ο Celan το ζηταει. Το "Φρανκφουρτη, Σεπτεμβριος" δεν υπαρχει σε δικη του απαγγελια. Θα τον ακουσουμε σε ενα αλλο ποιημα απο την ιδια συλλογη. Στην απαγγελια, ακομα και μη γνωριζοντας τη γλωσσα, μπορουμε ισως να αντιληφθουμε πως καθε λεξη λεγεται και εννοειται για ολοδικη της υποθεση. Πως καθε λεξη γινεται τοπος κατοικησης:


FADENSONNEN
über der grauschwarzen Ödnis.
Ein baum-
hoher Gedanke
greift sich den Lichtton: es sind
noch Lieder zu singen jenseits
der Menschen.
ΝΗΜΑΤΙΝΟΙ ΗΛΙΟΙ
πανω απο τη γκριζομαυρη ερημια.
Ενας δεντρο-
ϋψης λογισμος
αδραχνεται στον φωτοηχο: εχει
ακομα τραγουδια να ειπωθουν περαν
των ανθρωπων.

Ας επιχειρησουμε λοιπον να ακουσουμε και παλι το "Φρανκφουρτη, Σεπτεμβριος", τωρα κατα το δυνατον παραμενοντας σε ενα αψυχολογητο, ανιστορητο, ανεικονιστο, παρατακτικο, αμιγες ακουσμα:
FRANKFURT, SEPTEMBER

ΦΡΑΝΚΦΟΥΡΤΗ, ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ

Τυφλο, φωτο-
γενειοφορο διαχωριστικο.
Ενα ονειρο σκαθαριου
το καταφωτιζει.

Απο πισω, θρηνοπλεκτο,
το μετωπο του Freud ανοιγει,

το εξω
επιμονα αποσιωπημενο δακρυ
ξεσπα με τη φραση:
"Για τελευταια
φορα ψυχο-
λογια."

Η ιμιτασιον
καργας
προγευματιζει.

Ο ηχος της λαρυγγικης αποφραξης
αδει.
pdf


[Ομιλια στην επιστημονικη διημεριδα "Εγκεφαλος Συνειδηση Ελευθερια της βουλησης" στο Ψυχιατρικο Νοσοκομειο θεσσαλονικης. Μαϊος 2012.]

Σημερα θα διαβασουμε και θα συζητησουμε ενα αποσπασμα απο την παραδοση που εκανε ο γερμανος φιλοσοφος Martin Heidegger το 1951 με τιτλο "Τι καλειται νοηση;". Στο κειμενο αναφερονται ζητηματα που απτονται του θεματος της διημεριδας, ιδιαιτερα οσον αφορα τον εγκεφαλο και τη συνειδηση.
Στο αποσπασμα ο Heidegger συζητα την εννοια της παραστασης. Ο ορος "παρασταση" εννοει την ανα-παρασταση των πραγματων καπου μεσα μας, στην ψυχη, στη συνειδηση, στον εγκεφαλο. Τι νοημα εχει αυτη η αναπαρασταση; Ας θυμηθουμε εδω τον λατινικο ορο που μεταφραστηκε ως "παρασταση" και "αναπαρασταση": perceptio. Η λεξη συγγενευει με το ρημα percapere, που θα πει συλλαμβανω, αδραχνω. Η αναπαρασταση ειναι λοιπον συλληψη. Στην αναπαρασταση αντι-λαμβανομαι και συλ-λαμβανω το εκαστοτε πραγμα. Το ανα- της αναπαραστασης συμβαινει ως ληψη, ως αντιληψη και συλληψη. Καταλαβαινω κατι θα πει καταρχην το συλλαμβανω και το αναπαριστω μεσα μου. Θα μπορουσαμε να το δουμε στην οικεια μας ψυχιατρικη-ψυχοθεραπευτικη πρακτικη: Οταν ακουμε εναν ασθενη, συγχρονως παραλαμβανουμε τα λεγομενα του, καθως και τα στοιχεια της δικης μας παρατηρησης, και αποσυρομαστε σε ενα ειδος εσωτερικο εργαστηριο οπου επεξεργαζομαστε ολο αυτο το υλικο για να καταλαβουμε, δηλαδη να καταληξουμε σε μια διαγνωση, σε μια ερμηνεια, σε μια συμβουλη.
Ομως και καθε φορα που σκεφτομαστε, ειτε στο πεδιο της επιστημης, ειτε στην καθημερινοτητα μας, θεωρουμε λιγο-πολυ αυτονοητο οτι η σκεψη ειναι μια διαδικασια που συμβαινει μεσα μας, καθως αποσυρομαστε στο εσωτερικο εργαστηριο που καλειται, μεταξυ αλλων, εγκεφαλος και συναψεις, συνειδηση και ασυνειδητο, ψυχη και ψυχικο οργανο. Εδω δημιουργουνται οι παραστασεις των πραγματων.
Αυτο θα ηταν καπου το πλαισιο στο οποιο κινειται το αποσπασμα απο την παραδοση του Heidegger.
[Τα σχολια μου εισαγονται με ''>'' και γραφονται με κανονικους χαρακτηρες.]

Παρασταση; Ποιος απο μας δεν γνωριζει τι καλειται παρασταση; Οταν παρασταινουμε κατι, π.χ. φιλολογικα ενα κειμενο, τεχνοκριτικα ενα πλαστικο εργο, στη χημεια μια διαδικασια καυσεως, τοτε εχουμε μια εκαστοτε παρασταση των αναφερθεντων αντικειμενων.

>Που θα πει: το εχουμε συλλαβει και καταλαβει.

Και που τις εχουμε αυτες τις παραστασεις; Τις εχουμε στο κεφαλι. Τις εχουμε στη συνειδηση. Τις εχουμε στην ψυχη. Εχουμε τις παραστασεις μεσα μας, τις παραστασεις των αντικειμενων.

>Οι "παραστασεις των αντικειμενων" δεν ειναι παντως ειδωλα τους, που σχηματιζονται σε εναν εσωτερικο καθρεφτη. Πρωτα εδω, στην παρασταση, δηλαδη στην αναπαρασταση και στη συλληψη τους αποκτουν υποσταση και νοημα, γινονται πραγματικα.

Βεβαιως εδω και λιγους αιωνες παρενεβη η φιλοσοφια και κατεστησε αμφισβητησιμο το κατα ποσον οι παραστασεις εντος μας ανταποκρινονται και στην πραγματικοτητα εκτος μας. Οι μεν λεγουν: ναι. Οι αλλοι: οχι. Αλλοι παλι λεγουν οτι αυτο δεν μπορει καν να κριθει και κανεις μπορει απλως να πει οτι κοσμος, που θα πει εδω το ολον του πραγματικου, ειναι, καθοσον παρασταινεται απο εμας. "Die Welt ist meine Vorstellung", "Ο κοσμος ειναι η παρασταση μου". Σ' αυτην την προταση ο Schopenhauer συνοψισε τη νοηση της νεοτερης φιλοσοφιας. Ο Schopenhauer πρεπει εδω να αναφερθει διοτι το κυριο εργο του "Die Welt als Wille und Vorstellung", "Ο κοσμος ως βουληση και παρασταση", απο την εμ¬φανιση του το ετος 1818, καθορισε σε υψιστο βαθμο τη νοηση ολου του 19ου αιωνα και του 20ου (...) Ο ιδιος ο Schopenhauer λεγει γι' αυτην την προταση στην αρχη του δευτερου τομου (Κεφ. 1) του κυριου εργου του τα εξης: "(...) οσο απεραντος και συμπαγης κι αν ειναι ο κοσμος, και παλι η υπαρξη¬ του κρεμεται απο μια και μονη κλωστη: και αυτη ειναι η εκαστοτε συνειδηση, μεσα στην οποια βρισκεται."

>Ηδη αυτη η συντομη παραπομπη θα μπορουσε να μας βαλει σε σκεψεις. Διοτι μας θυμιζει οτι αυτονοητες και κυριαρχες αντιληψεις, οπως αυτη της παραστασης του κοσμου μεσα στη συνειδηση, δεν ειναι καποια αδιαμφισβητητη και αταλαντευτη αληθεια, δεν ειναι η βεβαιοτητα ενος δεδομενου, οπως π.χ. ο ηλιος που βγαινει απο την ανατολη και χανεται στη δυση. Η οπτικη του κοσμου ως "βουληση και παρασταση" εμφανιστηκε σε μια ορισμενη εποχη και ηδη σημερα, στη μεταμοντερνα κοινωνια, εχει υποχωρησει. Απηχει μια διαγνωση του πνευματος της εποχης των νεωτερων χρονων, και μενει στα ορια αυτης της σημασιας της και αυτης της βαρυτητας της.
Ομως πολλες φορες τεινουμε να την εκλαμβανουμε απολυτα, την αναγορευουμε σε πεποιθηση, και μαλιστα, στον δικο μας χωρο, την ψυχολογικοποιουμε και μιλαμε π.χ. για "εσωτερικευση" σαν φυσικη διαδικασια της εξελιξης, οπως π.χ. το περπατημα του μωρου και η τριχοφυια του εφηβου. Ετσι ακομα εκλαμβανουμε π.χ. ως δεδομενο αυτο που ονομαζεται "συνειδηση", ως σχεδον ανατομικο, η λειτουργικο μορφωμα.

Με τη διαφωνια στη φιλοσοφια για το τι ειναι η παρασταση στην ουσια της, υπαρχει προφανως μονο μια διεξοδος. Κανεις εγκατα¬λειπει το πεδιο των φιλοσοφικων θεωριων και κατ' αρχην ερευνα διεξοδικα και επιστημονικα τι συμβαινει καν με τις παραστασεις οι οποιες απαντωνται στα εμβια οντα, προπαντων στον ανθρωπο και στα ζωα. Με τετοιες ερευνες ασχολειται μεταξυ αλλων η ψυχολογια. Σημερα ειναι μια καλα συγκροτημενη και ηδη εξαπλωμενη επιστημη, η σημασια της οποιας μεγαλωνει απο ετους εις ετος. Ομως ας αφησουμε κατα μερος τα ερευνητικα αποτελεσματα της ψυχολογιας σχετικα με ο,τι αυτη ονομαζει "παρασταση", οχι διοτι αυτα τα αποτελεσματα ειναι λανθασμενα, η ακομη κι ασημαντα, αλλα διοτι ειναι επιστημονικα αποτελεσματα. Καθοτι ως επιστημονικες προτασεις κινουνται ηδη μεσα σε μια περιοχη η οποια και για την ψυχολογια πρεπει να παρα¬μενει στην προηγουμενως αναφερθεισα αλλη μερια.

>Μια γνωστη φραση του Heidegger λεει: "Οι επιστημες δεν σκεφτονται." Τι εννοει μ' αυτο; Επιστημονικα αποτελεσματα ειναι δυνατα μονο εφοσον στηριζονται σε ακλονητες προϋποθεσεις. Ετσι π.χ. η ψυχοπαθολογικη εξεταση ενος ψυχωσικου, οπου γινεται λογος για τη σκεψη και το συναισθημα του, ειναι δυνατη μονο εφοσον η ψυχοπαθολογια εχει ηδη μια σαφη και λιγο-πολυ αδιαμφισβητητη παρασταση για το τι θα πει "σκεψη" και "συναισθημα". Αν η ψυχοπαθολογια αιφνης αναρωτιουνταν, αν εβλεπε σκεψη και συναισθημα ως ζητηματα αξια ερωτηματος και αξια αποριας, τοτε θα εχανε το εδαφος κατω απο τα ποδια της, θα κατερρεε ως επιστημη. Η ψυχοπαθολογια λοιπον, για να υφισταται και να εχει αποτελεσματα, ειναι αναγκη, με την εννοια του Heidegger, να μην σκεφτεται!

Γι' αυτο και δεν ειναι αξιο αποριας οταν στην ψυχολογια κατα κανεναν τροπο δεν καθισταται καθαρο τι ειναι αυτο στο οποιο εντασσονται οι παραστασεις: δηλαδη ο οργανισμος του εμβιου οντος, η συνειδηση, η ψυχη, το ασυνειδητο και ολα τα βαθη και τα στρωματα στα οποια υποδιαιρειται η περιοχη της ψυχολογιας. Εδω ολα παραμενουν ερωτηματικα. Και ομως τα επιστημονικα αποτελεσματα ειναι ορθα.

>Ορθα θα πει, συνεπη με τις προϋποθεσεις τους. Μπορω π.χ. να μιλησω για εναν ανθρωπο εξυπνο οχι γενικα και αοριστα, οχι απολυτα, αλλα συμφωνα με τις προϋποθεσεις με τις οποιες οριζω την εξυπναδα, π.χ. ως επιδοση στο τεστ νοημοσυνης.
Ετσι μπορω να μιλησω ως επιστημονας, ως νευροφυσιολογος, για το αγχος. Ομως μην ξεχνουμε οτι αυτος ο λογος μου ειναι παντα ορθος υπο προϋποθεσεις. Πρεπει καταρχην αυτο που λεμε "αγχος" να το καταστησω μετρησιμο και υπολογισιμο. Να το διατυπωσω δηλαδη σε ορους τετοιους, που να μου επιτρεπουν την πειραματικη και την στατιστικη ερευνα. Ειναι η διαδικασια της λεγομενης "operationalization", της "λειτουργικοποιησης". Με αυτην την προϋποθεση, μπορω να καταληξω σε ορθα συμπερασματα, δηλαδη συμπερασματα που πληρουν τις προϋποθεσεις μου.
Η παγιδα βρισκεται σε μια γενικευση, οταν ξεχνω οτι π.χ. αυτος που βγαινει εξυπνος, ειναι εξυπνος μονο οσον αφορα το τεστ νοημοσυνης και τις παρομοιες επιδοσεις. Αυτο το "εξυπνος" δεν τον αφορα σε ολες τις καταστασεις της ζωης του. Οταν αντιστοιχα μιλω για "αγχος", μιλω μονο για την αντιδραση και τις νευροφυσιολογικες μεταβολες που παρατηρω π.χ. στην aplysia californica, ενα ειδος γυμνοσαλιαγκου, οταν χτυπησω την ουρα της. Η αποσταση αναμεσα σ' αυτο και σε ο,τι εγω μπορω να αναφερομαι οταν λεω πως εχω αγχος, θα αφορουσε περισσοτερο τη θεωρια του χαους.

Εαν λοιπον τωρα με το ερωτημα μας, τι ειναι η παρασταση, δεν στηριζομαστε στην επιστημη, προς τουτο δεν μας παρακινει η υπερ¬οψια του παντογνωστη αλλα η προσοχη της αγνοιας.

>Στο σημειο αυτο του κειμενου μας, ο λογος του Heidegger παιρνει μια τροπη:

Στεκουμε εκτος της επιστημης. Αντ' αυτου στεκουμε π.χ. εμπρος σ' ενα ανθισμενο δεντρο - και το δεντρο στεκει εμπρος μας. Το δεντρο κι εμεις παρ-ισταμεθα ο ενας στον αλλο, καθως το δεντρο στεκει εκει κι εμεις στεκουμε απεναντι του. Ισταμενοι στη σχεση του ενος προς το αλλο, του ενος παρα το αλλο ειμαστε, το δεντρο κι εμεις.

>Εδω λοιπον μιλαμε για παρασταση κυριολεκτικα, παρα-σταση, οπως την γνωριζουμε π.χ. απο τον "παραστατη" στην παρελαση, απο το "παραστεκω", στεκω διπλα σε καποιον.

Σ' αυτην την παρασταση δεν προκειται λοιπον για "παραστασεις" που σβουριζουν μεσα στο κεφαλι μας. Ας συγκεντρωθουμε για μια στιγμη, οπως οταν παιρνουμε μια ανασα πριν και μετα απο ενα αλμα. Καθοτι τωρα καναμε ενα αλμα εξω απο την τρεχουσα περιοχη των επιστημων και ακομη, οπως θα φανει, και της φιλοσοφιας. Και προς τα που καναμε το αλμα; Μηπως σε μιαν αβυσσο; Οχι. Μαλλον σ' ενα εδαφος. Σε ενα; Οχι. Αλλα στο εδαφος στο οποιο ζουμε και πεθαινουμε, οταν δεν παριστανουμε τιποτα. Παραξενη υποθεση, η μαλιστα και δεινη υποθεση, να πρεπει πρωτα να κανουμε το αλμα ακριβως στο εδαφος στο οποιο στεκουμε. Εαν ειναι αναγκαιο κατι τοσο παραξενο οσο αυτο το αλμα, τοτε θα εχει συμβει κατι το οποιο θα πρεπει να εμβαλει σε σκεψεις. Παντως επιστημονικα παραμενει το πλεον ασημαντο πραγμα του κοσμου, οτι ο καθενας μας ηδη καποτε σταθηκε απεναντι σ' ενα ανθισμενο δεντρο. Και λοιπον; Εμεις, οπως ειμαστε, στεκουμε απεναντι σ' ενα δεντρο και το δεντρο μας παρα-στεκει. (...)
Τι συμβαινει εδω ωστε το δεντρο να μας παρα-στεκει, κι εμεις να στεκουμε απεναντι στο δεντρο; Που διαδραματιζεται αυτη η παρασταση οταν στεκουμε απεναντι σ' ενα ανθισμενο δεντρο, εμπρος του; Αιφνης στο κεφαλι μας; Σιγουρα. Στον εγκεφαλο μας μπορουν να γινονται πολλα και ποικιλα οταν στεκουμε σ' ενα λιβαδι κι εχουμε εμπρος μας να στεκει ενα ανθισμενο δεντρο, και το προσλαμβανουμε με τη λαμψη και τις μυρωδιες του. Σημερα μαλιστα κανεις μπορει να καταστησει τις διαδικασιες μεσα στο κεφαλι ως ηλεκτροφυσιολογικα φαινομενα, ακουστικα προσληψιμες μεσω καταλληλων συσκευων μεταλλαγης και ενισχυσης, και να καταγραψει την προοδο τους σε καμπυλες. Κανεις μπορει – σιγουρα! Και τι δεν μπορει ο σημερινος ανθρωπος! Και μαλιστα, μπορωντας, ειναι μεχρις ενος σημειου σε θεση και να βοηθα. Και βοηθα παντου με τις καλυτερες των προθεσεων. Κανεις μπορει - ενδεχομενως κανενας μας δεν υποψιαζεται τι θα μπορει σε λιγο ο ανθρωπος επιστημονικα. Ομως που μενει, για να περιοριστουμε στην περιπτωση μας, που μενει σε ολα τα επιστημονικα καταγραψιμα ηλεκτρoφυσιoλoγικα φαινομενα το ανθισμενο δεντρο; Που μενει το λιβαδι; Που μενει ο ανθρωπος; Οχι ο εγκεφαλος αλλα ο ανθρωπος που ισως αυριο μας πεθανει και που καποτε μας ειχε ερθει; Που μενει η παρασταση κατα την οποια το δεντρο παρ-ισταται και ο ανθρωπος στεκει απεναντι στο δεντρο;


>Τωρα λοιπον "παρασταση" οχι μεσα μας αλλα με τη δευτερη εννοια, ως σταση του ενος παρα τον αλλο!
>Που μενει ο ανθρωπος... Πολλοι παραπονιουνται πως οι γιατροι δεν μιλανε, δεν εξηγουν, βιαζονται κλπ. Ισως μας διαφευγει το οτι για τον γιατρο που ειναι συγκεντρωμενος στον εγκεφαλο, στην καρδια, στο εντερο, στον οργανισμο, ο ανθρωπος δεν μενει πουθενα, και δεν μπορει να μενει πουθενα. Ο γιατρος, ως γιατρος, δεν εχει να πει τιποτα. Ως ανθρωπος, μπορει. Ομως ως γιατρος οχι, διοτι, για να το πω ακραια, δεν εχει, και δεν μπορει να εχει μπροστα του εναν ανθρωπο. Εκει που θα επικοινωνουσε ως ανθρωπος προς ανθρωπο, θα επαυε να ειναι γιατρος. Εδω θα ηταν ενα ενδιαφερον ερωτημα, κατα ποσον ο ψυχοθεραπευτης, εκει που ανοιγεται σε μια θεραπευτικη συνομιλια, μια ανθρωπινη συνομιλια με τον πελατη του, μπορει να ειναι επιστημονας...

Ενδεχομενως κατα την τωρα αναφερθεισα παρασταση γινονται επισης πολλα και ποικιλα μεσα σε ο,τι κανεις περιγραφει ως σφαιρα της συνειδησης και θεωρει ως το ψυχικο. Ομως στεκει το δεντρο "μεσα στην συνειδηση" η στεκει στο λιβαδι; Βρισκεται το λιβαδι ως βιωμα μεσα στην ψυχη η εκτεινεται πανω στη γη; Ειναι η γη μεσα στο κεφαλι μας; 'Η στεκουμε πανω στη γη;
Κανεις θα ηθελε να αντικρουσει: προς τι λοιπον τετοια ερωτηματα για μια υποθεση την οποια κανεις ευλογα παραδεχεται αμεσως, καθως για ολον τον κοσμο ειναι ηλιου φαεινοτερο οτι στεκουμε πανω στη γη και, συμφωνα με το επιλεχθεν παραδειγμα, απεναντι σ' ενα δεντρο; Ομως μ' αυτην την παραδοχη ας μην βιαζομαστε υπερβολικα, αυτο το ηλιου φαεινοτερο ας μην το παιρνουμε υπερβολικα αψηφιστα. Διοτι αιφνης τα εγκαταλειπουμε ολα μολις οι επιστημες της φυσικης, της φυσιολογιας και της ψυχολογιας καθως και η επιστημονικη φιλοσοφια, με ολη την βαρυτητα των στοιχειων και των αποδειξεων, εξηγουν πως κατα βαση δεν αντιλαμβανομαστε κανενα δεντρο αλλα στην πραγματικ¬οτητα ενα κενο στο οποιο εδω κι εκει ειναι διεσπαρμενα ηλεκτρικα φορτια τα οποια με ιλιγγιωδη ταχυτητα κινουνται περα δωθε. Δεν αρκει το οτι μονο για τις ουτως ειπειν επιστημονικα αφυλακτες στιγμες παραδεχομαστε οτι φυσικα στεκουμε απεναντι σ' ενα ανθισμενο δεντρο, για να βεβαιωνουμε το ιδιο αυτονοητα την επομενη στιγμη οτι εκεινη η γνωμη φυσικα χαρακτηριζει μονο την απλοϊκη, καθοτι προεπιστημονικη συλληψη των αντικειμενων. Ομως μ' αυτην τη βεβαιωση εχουμε παραδεχτει κατι, η βαρυτητα του οποιου σχεδον μας διαφευγει, δηλαδη τουτο, οτι βασικα οι αναφερθεισες επιστημες κρινουν τι στο ανθισμενο δεντρο μπορει να ισχυει ως πραγματικοτητα και τι οχι.


>Freud: "Κατά την άποψη μας, τα αντιληπτά φαινόμενα πρέπει να υποχωρούν εμπρός στις ορέξεις τις οποίες απλώς υποθέτουμε." π.χ. το φανερο ονειρο να υποχωρει εμπρος στην υποτιθεμενη ασυνειδητη επιθυμια που το γεννα. Εδω ανηκει και αυτο που θετει ο Δημητρης Σκαραγκας ως ερωτημα στον προλογο του νεου βιβλιου του: "Είναι τα γονίδια που καθορίζουν την ανθρωπινη συμπεριφορά και την εμφάνιση των ψυχικων διαταραχων;"
>Εαν η φυσικη, η φυσιολογια, η ψυχολογια κρινουν τι στον ανθρωπο ισχυει ως πραγματικοτητα, ποια θα ηταν τοτε η πραγματικοτητα αυτου του ανθρωπου; Ποια θα ηταν η μορφη του; Θα ηταν κατι σαν τη μορφη που βλεπουμε στο προγραμμα της διημεριδας (βλ. εικονα). Αυτος ο ανθρωπος ειναι ενα τερας!

Απο που εχουν οι επιστημες (...) την δικαιοδοσια για τετοιες κρισεις; Απο που εχουν οι επιστημες το δικαιωμα να καθοριζουν τη θεση του ανθρωπου και να προβαλλουν τον εαυτο τους ως το μετρο ενος τετοιου καθορισμου; Ομως τουτο συμβαινει ηδη και οταν ακομη συμβιβαζομαστε σιωπηρα με το οτι η θεση μας απεναντι στο δεντρο ειναι μια προ-επιστημονικα εννοημενη σχεση προς αυτο το οποιο συνεχιζουμε να ονομαζουμε "δεντρο".
Στην πραγματικοτητα σημερα μαλλον τεινουμε το ανθισμενο δεντρο να το καταρριψουμε χαριν υποτιθεται υψηλοτερων γνωσεων της φυσικης και της φυσιολογιας.
Οταν το αναλογιστουμε, τι ειναι τουτο, το οτι ενα ανθισμενο δεντρο μας παρα-στεκει, ουτως ωστε εμεις να μπορουμε να στεκουμε στο απεναντι του, τοτε προπαντων και επιτελους πρεπει το ανθισμενο δεντρο να μην το αφησουμε να πεσει αλλα, για μια φορα, να το αφησουμε να στεκει εκει που στεκει. Γιατι λεμε "για μια φορα"; Διοτι μεχρι τωρα η νοηση ποτε δεν το αφησε να στεκει εκει που στεκει.


>Αυτα τα πρωτοδιαβασα πριν απο καπου σαραντα χρονια. Εκεινο τον καιρο, ενα απογευμα στο ινστιτουτο που εκανα την ψυχαναλυτικη μου εκπαιδευση, στη διαρκεια ενος σεμιναριου, καθομουν απεναντι απο το παραθυρο. Απεξω εβλεπες ενα δεντρο, ισως μια φλαμουρια, αν θυμαμαι καλα. Αυτο που θυμαμαι, ειναι εκεινη την στιγμη μια συγκινηση να πλημμυριζει το σωμα μου, μια θερμη που ζεσταινε και συναμα πονουσε, μια αποφαση που αναδυονταν απο τα βαθη της καρδιας μου, και θυμαμαι ακομη να λεω στον εαυτο μου: "Οχι, αυτο το δεντρο δεν θα το αφησω να πεσει."
pdf
 

[Ομιλια στο πλαισιο του εικαστικου προγραμματος του Εθνικου Θεατρου με τιτλο "Κοινη Θεα". Μαϊος 2012.]

Το παραθυρο του ιατρειου μου στην Αθηνα βλεπει στον ακαλυπτο της πολυκατοικιας, εναν χωρο, μια εσοχη καλυτερα εκτασης καπου 5 Χ 5. Παραπερα, χωρισμενος απο ενα τοιχιο, ανοιγει ο κυριως ακαλυπτος στο μεσο των γυρω οικοδομων. Καθως το εδαφος του ειναι στο επιπεδο των υπογειων, το ισογειο παραθυρο μου βρισκεται 3-4 μετρα ψηλοτερα. Μια συκια καταλαμβανει τη μεγαλυτερη εκταση της εσοχης και απλωνει τα κλαδια της ακριβως εμπρος απο το παραθυρο. Την ξερω καλα, αφου βρισκομαι εκει πανω απο δωδεκα χρονια. Μαλλον, την ηξερα καλα. Αρχιζω να ξεχνω το πως την ηξερα. Εδω και 3-4 χρονια τα κλαδια της μενουν γυμνα, εξω απο λιγες διασπαρτες τουφες φυλλα εδω κι εκει. Υποθετω δεν αντεξε τα απονερα με τις χλωρινες, δυο-τρεις κουβαδες καθε βδομαδα, που πετα απο ψηλα η γειτονισσα οταν καθαριζει το μπαλκονι της. Μηνες τωρα κρεμεται απο ενα κλαδι και μια πατσαβουρα, αρκετα στερεα για να μην την παρασερνει η βροχη κι οσος αγερας φτανει μεχρι εκει, αρκετα μακρια απο το παραθυρο για να μην την φτανω με το σκουποξυλο. Παρακατω, στο ανοιγμα του κυριως ακαλυπτου, κατα καιρους απλωνεται ενα τεραστιο κοτετσοσυρμα, σε μια προσπαθεια να αποτρεψει τα περιστερια που τον βρωμιζουν.

Ομολογω, και με απορια, οτι, εξω απο τετοια ζητηματα οικολογιας και αισθητικης, ο ακαλυπτος ποτε δεν με ειχε απασχολησει ως αυτος τουτος. Εμενε αφανης. Και τωρα σκεφτομαι πως η αφανεια συνιστα ακριβως ενα χαρακτηριστικο του. Ο ακαλυπτος δεν αφορα κανεναν. Δεν ειναι χωρος κατοικησης. Η συκια του διαφερει απο μια συκια του κηπου, οπως εκεινη που στον ισκιο της καποτε ολοκληρωσα ενα βιβλιο, η η αλλη που μελετας τα συκα της πως ωριμαζουν, παιρνεις τα ετοιμα για συντροφια στο πρωινο σου και για γλυκο και για μαρμελαδα τις χειμωνιατικες μερες.
Η συκια του ακαλυπτου, η μοιρα της, μου θυμιζει εναν χαρακτηρισμο του ρωμαϊκου δικαιου για εκεινον τον ανθρωπο ο οποιος, λόγω μιας παράβασης, έχει αποκλειστεί από την κοινωνία, και κανείς μπορεί να τον σκοτώσει χωρίς να τιμωρηθεί: homo sacer. Ο homo sacer, ο καταραμενος ανθρωπος, συμβολίζει την απόλυτα φονεύσιμη ζωή. "Homines sacri" θα μπορουσαν να αποκληθουν και οι Εβραίοι στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως, οι κρατούμενοι στο Guantanamo, αυτοι που δεν έχουν χαρτιά, αυτοι που ζητούν άσυλο, οι οποίοι, σε έναν χώρο εκτός νόμου, περιμένουν την απέλαση τους στα λεγομενα "κεντρα φιλοξενιας".1
Η συκια μου, τα περιστερια, και οτι αλλο μπορει να ζει και να κινειται στον ακαλυπτο, θα ηταν τετοια πραγματα - res sacrae. Αποκληρα και αποβλητα. Ο ακαλυπτος ειναι ενα ειδος no man's land. Ανετα τον περιδιαβαζουν τα αδεσποτα και οι κλεφτες.

Ο ακαλυπτος ειναι συναμα ενας ενδιαμεσος χωρος ο οποιος, ακριβως επειδη ειναι ακατοικητος, ειναι διαπερατος και αφηνει να κυκλοφορουν ελευθερα τα σημαδια της παρουσιας των γυρω κατοικων: μουσικη και τηλεφωνηματα, τηγανισματα και ψησιματα, καυγαδες κι ερωτικοι στεναγμοι, ντυσιματα και γδυσιματα, ρουχα που στεγνωνουν στα μανταλακια, ολα εκτεθειμενα σε κοινη θεα, σε κοινη οσφρηση, σε κοινο ακουσμα.
Ετσι για τους γυρω κατοικους μαθαινουμε ενα σωρο πραγματα, καποτε πραγματα που δεν γνωριζουν καν φιλοι και συγγενεις τους. Ομως αυτη η γνωση δεν ανηκει σε καποια επικοινωνια μας. Δεν ερχεται μεσα απο μια προθυμια τους να μας μιλησουν, και μια δικη μας να τους ακουσουμε. Πολλες φορες μαλιστα δεν τους απασχολουμε καν. Συχνα καμια ντροπη δεν τους παρακινει να κρυβονται και καμια διαθεση επιδειξης δεν τους ωθει να φανερωνονται. Οι αλλοι τους ειναι λιγο-πολυ αδιαφοροι. Και σ' εμας τους αλλους ολα τουτα τα σημαδια της παρουσιας τους ειναι συνηθως ενοχληση. Λες και ο,τι περνα διαμεσου του ακαλυπτου σημαδευεται απο την αποκοσμη αυρα του: χανει καθε νοημα, ερημωνει, γινεται σκουπιδι κι αυτο. Res sacrae.

Ομως πως κι απο που προκυπτει καν ενας ακαλυπτος; Θα επιχειρησω μια απαντηση με τον κινδυνο, καθοτι μη αρχιτεκτονας και πολεοδομος, να πω ανοησιες. Σκεφτομαι λοιπον οτι ο ακαλυπτος προκυπτει αναγκαστικα απο τη δομηση σε τετραγωνα. Και χρειαζεται, για να μπορει στις οικοδομες που τον περιβαλλουν να κυκλοφορει καποιος αερας, να μπαινει καποιο φως κλπ. Και τα τετραγωνα, πως προκυπτουν; Απο τους ευθεις δρομους που διασταυρωνονται, και τα σχηματιζουν. Και τι εξυπηρετουν οι ευθεις δρομοι; Σε αντιθεση με τα σοκακια και τα καλντεριμια; Την ταχυτερη δυνατη μετακινηση και την ευκολοτερη αποληξη στον προορισμο. Εξυπηρετουν τη ζωη που κυριαρχειται απο την σκοπιμοτητα, την ενεργητικοτητα. Την vita activa.
Χερι-χερι με τη νεκριλα του ακαλυπτου πηγαινει η πλευρα της οικοδομης που εφαπτεται του δρομου, που διαποτιζεται απο τη δραση, τη ζωηραδα, το αεικινητο, που δεν κοιμαται ποτε. Και καθως απο εδω εννοουμε το νοημα της ζωης, η πλευρα που εφαπτεται των δρομων ειναι η προσοψη, αυτο που δειχνουμε, η βιτρινα.

Το οτι μιλαμε για βιτρινα τοσο εννοωντας την προσοψη των σπιτιων οσο και την εικονα μας που προβαλλουμε στους αλλους, δεν ειναι τυχαιο. Οπως κατοικουμε σπιτια, ετσι κατοικουμε τον εαυτο μας. Στον βαθμο λοιπον που ειμαστε προσηλωμενοι σε μια ζωη που οριζεται απο την σκοπιμοτητα, την χρηστικοτητα, την ενεργητικοτητα, το σπιτι του εαυτου μας θα εμοιαζε με τα σπιτια που αναφερθηκαν προηγουμενως. Θα ειχαμε δυο τροπους επαφης με τους αλλους. Μια βιτρινα, μια εικονα του εαυτου μας με την οποια θα επικοινωνουσαμε, και μια πισω πλευρα, μια νεκριλα, η οποια θα γειτονευε με τους αλλους μεσω καποιου ακαλυπτου. Ποια θα ηταν τοτε αυτη η μορφη μας; Η μορφη της νεκριλας, της ακινησιας, της αχρηστιας; Της μοναχικοτητας; Οπου τα πραγματα δεν μας αφορουν και η παρουσια τους γινεται ενοχληση και βαρος; Ομως τωρα δεν περιγραφω σημαδια της πληξης; Θα μπορουσε η πληξη να εννοηθει ως η πλευρα του εντος μας ακαλυπτου, η πισω πλευρα των φρεσκων, των δραστηριων, των χαμογελαστων μορφων με τις οποιες μας βομβαρδιζουν οι διαφημισεις και μας καλουνε να τις υιοθετησουμε; Και θα μπορουσε ακομη καποτε να οξυνεται μεταλλασσομενη σε καταθλιψη; Μηπως η vita activa ειναι συναμα και vita sacra; Μηπως η ενεργητικη ζωη κουβαλαει αναγκαστικα τη σκια της; Την καταραμενη ζωη;

Η σκια της vita sacra δεν χρειαζεται πρωτα να μας πλακωσει για να κανει εμφανη την παρουσια της. Προβαλλει καθημερινα, στις παρυφες του οπτικου μας πεδιου. Θυμαμαι εδω στιχους του T. S. Eliot:
"Οπως, σ' ενα θεατρο,
Σβηνουν τα φωτα για ν' αλλαξει το σκηνικο
Μ' ενα κουφιο πλαταγισμα φτερων, με μια κινηση σκοτους στο σκοτος,
Και ξερουμε πως οι λοφοι και τα δεντρα, το μακρινο πανοραμα
Κι η εντονη, εντυπωσιακη προσοψη, ολα μαζευονται -
Η οπως, οταν ενας υπογειος σιδηροδρομος, στη σηραγγα, μεταξυ δυο σταθμων, σταματα για πολλη ωρα
Κι η κουβεντα αναβει και σιγα-σιγα σβυνει σε σιωπη
Και πισω απο καθε προσωπο βλεπεις το πνευματικο κενο να βαθαινει
Αφηνοντας μονο τον επιτεινομενο τρομο να μην εχεις τιποτα να σκεφτεις
·
Η οταν, σε ναρκωση με αιθερα, ο νους εχει συνειδηση, ομως συνειδηση απο τιποτα-"2

"Συνειδηση, ομως συνειδηση απο τιποτα"... Το ξερουμε απο τη συνυπαρξη στο ασανσερ, τις ουρες στην τραπεζα και στις δημοσιες υπηρεσιες, την αναμονη στα φαναρια. Ειναι ακομα η αμηχανια αναμεσα σε ανθρωπους που εξαφνα δεν εχουν να πουν τιποτα. Η ανεργια, η αχρηστια, η αρρωστια. Καποιες φορες η εικονικη πραγματικοτητα των κοινωνικων δικτυων.
Η αλλη πλευρα, αυτη της προσοψης, της βιτρινας, θελει μια ζωη γεματη εμπειριες, εμπειριες οπως αυτες που υποσχεται η διαφημιση, με τη γευση του ταδε καφε και την προσχωρηση στη δεινα εταιρεια κινητης τηλεφωνιας
· το κυνηγι αρκουδων στην Αλασκα και πληθος αλλες λιγοτερο η περισσοτερο εκκωφαντικες δραστηριοτητες. Εδω ανηκουν ακομα η αναγορευση καποιων καταστασεων σε αλατι της κατα τα αλλα ανοστης ζωης, οπως η επιτυχια, η αναγνωριση, ο ερωτας, τα παιδια, αλλα και το shopping therapy, τα ναρκωτικα, το γηπεδο. Η πλευρα της προσοψης ειναι ενα σαφαρι μικρων και μεγαλων εμπειριων. 
Οταν λειπουν, οταν δηλαδη παιρνει κεφαλι η αλλη πλευρα, κανεις λεει πως τοτε "δεν ζει". Η μη-ζωη θα ηταν η παραδοση στο κενο που ειναι ακαλυπτο, που δεν καλυπτεται απο την δραση. Θα ηταν το κενο αναμεσα σε ανθρωπους που εχουν εξατομικευτει σε μεγαλο βαθμο. Τοτε ο αλλος, ο γειτονας, ο διπλανος στον υπογειο σιδηροδρομο, στο ασανσερ, στις ουρες κλπ. ειναι παντελως ξενος, τοσο ξενος που ουτε ξενιζει πια, ειναι απλα ενοχληση. Τοτε η πληξη και η καταθλιψη θα ηταν μορφες ενος αδιεξοδου εγκλεισμου στην ατομικοτητα, η οποια εκδηλωνεται πλεον ως βαρος και μοναχικοτητα και καταραμενη ζωη.

Ενδεχομενως ο κοσμος της δρασης και το σκορποχωρι της ατομικοτητας καθοριζουν τελικα και τον τροπο που συνηθως χτιζουμε τα σπιτια μας. Ενδεχομενως οι οικοδομες μας ειναι μια εικονα του εαυτου μας. Γι' αυτο και συχνα, στην προοδο μιας ψυχοθεραπειας, οι ανθρωποι, αλλαζοντας οι ιδιοι, μετακομιζοντας σε μιαν αλλη μορφη του εαυτου τους, μετακομιζουν και σε αλλο σπιτι.
Ο Freud παρομοιαζε το ασυνειδητο με το σκοτεινο, αραχνιασμενο υπογειο, στο οποιο κατεβαινε με τους ασθενεις του και το περιεργαζονταν. Σημερα τα υπογεια ειναι φωτεινα. Με τους καυστηρες και τις ηλεκτρικες εγκαταστασεις, με τις ποικιλλες νομιμες και παρανομες χρησεις τους, ειναι λειτουργικα μερη της ολης οικοδομης. Ισως, σημερα, ενα ζητουμενο της ψυχοθεραπειας, αν οχι και της κοινωνιας μας γενικοτερα, θα ηταν να προσεξουμε τον ακαλυπτο και την πλευρα μας που ανηκει σ' αυτον. Να την δεχτουμε οπως ειναι, ακαλλωπιστα και απεριφραστα. Να παψουμε να την κλωτσαμε, οταν μας συμβαινει, στον υπογειο και στις ουρες και στα φαναρια και στην πληξη και στην καταθλιψη. Να την κανουμε φιλη μας κι αυτην, οσο παραδοξο και ν' ακουγεται. Ισως ετσι τα σπιτια μας, και ο εαυτος μας, να γινονταν περισσοτερο φιλοξενα.

Ειναι δυνατος αραγε ενας αλλος, λιγοτερο διχασμενος, λιγοτερο βεβαρυμενος τυπος ανθρωπου; Που θα κατοικουσε αλλιωτικα σπιτια; Φυσικα. Βεβαια οι αληθινες αλλαγες δεν προτεινονται, δεν υποβαλλονται και δεν επιβαλλονται. Ερχονται, στην ψυχοθεραπεια, στην αρχιτεκτονικη, στην πολιτικη, σαν απο μονες τους, στο χαραμα μιας μερας οπου ενας ανθρωπος, η μια κοινωνια, ξυπνα με αλλη νοοτροπια και τροπο σκεψης. Και τοτε ειναι σαν προηγουμενως να ονειρευονταν. Γραφει ο νεαρος Hölderlin σ' ενα γραμμα: "Πιστευω σε μια επανασταση των νοοτροπιων και των τροπων σκεψης, η οποια θα κανει οσα προηγηθηκαν να κοκκινιζουν απο ντροπη."3 Και γι' αυτους τους τροπους σκεψης διαβαζουμε στον "Ζαρατουστρα" του Nietsche: "Ειναι οι σιγαλινοτερες λεξεις που φερνουν την καταιγιδα. Σκεψεις που ερχονται πανω σε ποδια περιστεριων, κατευθυνουν τον κοσμο."

1 Agamben, στο: Byung-Chul Han, Müdigkeitsgesellschaft, Berlin 2010, κεφ. "Vita activa".
2 East Coker:
As, in a theatre, / The lights are extinguished, for the scene to be changed / With a hollow rumble of wings, with a movement of darkness on darkness, / And we know that the hills and the trees, the distant panorama / And the bold imposing facade are all being rolled away— / Or as, when an underground train, in the tube, stops too long between stations / And the conversation rises and slowly fades into silence / And you see behind every face the mental emptiness deepen / Leaving only the growing terror of nothing to think about; / Or when, under ether, the mind is conscious but conscious of nothing—
3 Γραμμα του 1797 στον Johann Gottfried Ebel στο Παρισι.
pdf


Ομιλια: "Για ενα δεντρο"
Αφισα Προγραμμα
Dürer
Dürer


Tractatus

6.341 Η μηχανική του Νεύτωνα π.x. δίνει στην περιγραφή του κόσμου μια ενιαία μορφή. Ας σκεφτούμε μια λευκή επιφάνεια στην οποία υπάρχουν ακανόνιστες μαύρες κηλίδες. Λέμε λοιπόν: Όποια εικόνα και να προκύψει έτσι, πάντα μπορώ να προσεγγίσω την περιγραφή της λιγότερο ή περισσότερο κατά βούληση, εάν καλύψω την επιφάνεια με ένα αντίστοιχα λεπτό δίxτυ τετραγώνων, και τώρα πω για κάθε τετράγωνο ότι είναι λευκό ή μαύρο. Μ' αυτόν τον τρόπο θα έχω φέρει την περιγραφή της επιφάνειας σε μια ενιαία μορφή. (...)
6.342 (...) Το ότι μια εικόνα, όπως αυτή που αναφέρθηκε, μπορεί να περιγραφεί με ένα δίxτυ δεδομένης μορφής, δεν λέει για την εικόνα τίποτα. (...)
Έτσι και δεν λέει τίποτα για τον κόσμο, το ότι μπορεί να περιγραφεί με τη νευτωνική Μηχανική
· (...)

Δεν γνωρίζω εάν ο Wittgenstein γνώριζε ότι η παρομοίωση του διχτυού όντως εφαρμόστηκε στις απαρχές της επιστημονικής σύλληψης του κόσμου. Ο Albrecht Dürer στο βιβλίο του Underweysung der Messung ("Οδηγίες για τη μέτρηση"), ένα διδακτικό βιβλίο για "νέους με έφεση για την τέχνη", παραθέτει μια ζωγραφιά:

Ο "σχεδιαστής της ξαπλωμένης γυναίκας" θέλει να παραστήσει τη γυναίκα. Σταθεροποιεί το μάτι του με τη βοήθεια από ένα στέρεα τοποθετημένο ραβδί και παρατηρεί το περίγραμμα της γυναίκας μέσα από ένα ράστερ από κλωστές. Καθώς το χαρτί στο τραπέζι έχει το ίδιο ράστερ, ο άντρας μπορεί να αντιγράψει το περίγραμμα τετράγωνο προς τετράγωνο.
Τα ψυχιατρικά και τα ψυχολογικό μοντέλα μοιάζουν μ' ένα τέτοιο ράστερ. Η ύφανσή του είναι η δομή του εκάστοτε μοντέλου. Όπως στην εικόνα του Dürer, ο ψυχίατρος και ο ψυχολόγος υψώνουν απέναντι σ' ένα όνειρο, σ' ένα σύμπτωμα, σε μια συμπεριφορά, το ράστερ του μοντέλου τους. Η περιγραφή που προκύπτει δεν μιλά πλέον για το όνειρο, το σύμπτωμα, τη συμπεριφορά. Αποτυπώνει σημεία του ράστερ. Το ράστερ π.χ. του Freud περιλαμβάνει την υπόθεση ότι ένα όνειρο καθορίζεται από ασυνείδητες ορέξεις οι οποίες, περνώντας από "λογοκρισία" και τη διαδικασία "αμυντικών μηχανισμών", κάνουν το όνειρο να αναδύεται στην επιφάνεια του συνειδητού και του αντιληπτού αποσπασματικό, παραλλαγμένο, μεταμφιεσμένο. Το ράστερ που θα τοποθετηθεί απέναντι σ' αυτό, το "φανερό" όνειρο, θα το "ερμηνεύσει", δηλαδή θα το περιγράψει στους δικούς του όρους των ασυνειδήτων ορέξεων:
Κατά την άποψη μας, τα αντιληπτά φαινόμενα πρέπει να υποχωρούν εμπρός στις ορέξεις τις οποίες απλώς υποθέτουμε.

Το ράστερ, το μοντέλο είναι ένα αυτιστικό μόρφωμα που καταβροχθίζει τα πάντα. Η ερμηνεία ενός ονείρου, η διάγνωση μιας συμπεριφοράς δεν λέει για το όνειρο, τη συμπεριφορά τίποτα. Για την πράξη της ψυχοθεραπείας, που είναι πρωταρχικά συνάντηση και συνομιλία, τούτο σημαίνει ότι ο θεραπευτής, στον βαθμό που προχωρά by the book, είναι σαν τον σχεδιαστή του Dürer. Βλέπει και ακούει μέσα από το ράστερ του. Ο συνομιλητής του, ως Άλλος, εξαλείφεται. Απέναντι στον καθαρόαιμο ψυχίατρο ή ψυχολόγο είναι σαν να πέφτω σε μια έρημο, σ' ένα σεληνιακό τοπίο. Ο Freud παρατηρεί σχετικά με το "ωραίο όνειρο" της ασθενούς του που αναφέρθηκε στην αρχή:
Μετά από την ερμηνεία το ωραίο όνειρο δεν άρεζε πια καθόλου στη γυναίκα που το ονειρεύτηκε.
Σ' αυτήν την επικοινωνία υπάρχει μια δεινή βία. Το ράστερ είναι σαν μια τσουγκράνα που περνά από πάνω μου, ξεριζώνει ό,τι με ορίζει ως Άλλον, και αφήνει ένα μόρφωμα από αυλακιές. Ο ίδιος ο Wittgenstein γνωρίζει μέχρι πού μπορεί να φτάνει η βία αυτού του είδους:
Διότι η επιστήμη & η βιομηχανία όντως αποφασίζουν τους πολέμους, η έτσι φαίνεται.

ΤΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΣΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ WITTGENSTEIN
Βάσω Κιντή, Φαίη Ζήκα

Η κατ’ εξοχήν φιλοσοφική ασθένεια, κατά τον Wittgenstein, είναι ο πόθος μας για γενίκευση ο οποίος, όπως λέει, πηγάζει από την προσήλωσή μας στη μέθοδο της επιστήμης. Έχουμε συνεχώς την τάση να αναζητούμε εξηγήσεις δια της αναγωγής σε λίγες και γενικές αρχές, όπως οι επιστήμονες εξηγούν τα φυσικά φαινόμενα αναγόμενοι σε όλο και λιγότερους και γενικότερους φυσικούς νόμους. Περιορίζουμε την έρευνά μας σε ένα μικρό αριθμό περιπτώσεων, σπεύδουμε να αναζητήσουμε τι κοινό έχουν μεταξύ τους, ώστε να συναγάγουμε τη γενική και καθαρή έννοια, την ουσία. Αυτή είναι, λέει ο Wittgenstein, «η πραγματική πηγή της μεταφυσικής και οδηγεί το φιλόσοφο στο τέλειο σκοτάδι.» . Τα λίγα παραδείγματα, η προσκόμισή τους για την αυτόχρημα κατάργησή τους είναι, κατά τον Wittgenstein, η αιτία των φιλοσοφικών παθήσεων. Πρόκειται για την «περιφρονητική στάση απέναντι στη συγκεκριμένη περίπτωση» .
Δεν θα μπορούσα να χαρακτηρίσω τη στάση μου καλύτερα από το να πω ότι είναι αντίθετη με ό,τι εκπροσωπεί ο Σωκράτης στους Πλατωνικούς διαλόγους. Διότι αν με ρωτούσαν τι είναι γνώση θα έδινα παραδείγματα γνώσης και θα πρόσθετα τις λέξεις «και ούτω καθεξής». Κανένα κοινό στοιχείο δεν υπάρχει σε όλα αυτά τα παραδείγματα.

Στον Θεαίτητο του Πλάτωνα (146c-147c) π.χ., ο Σωκράτης θέτει στο νεαρό μαθηματικό Θεαίτητο το ερώτημα «τι είναι επιστήμη». Ο Θεαίτητος απαντά δίνοντας το παράδειγμα της γεωμετρίας, της σκυτοτομικής, της τεκτονικής και των άλλων δημιουργών τέχνας. Η απάντηση δεν κρίνεται ικανοποιητική από τον Σωκράτη ο οποίος με ειρωνία παρατηρεί «Γενναίος γε και φιλοδώρως, ω φίλε, έν αιτηθείς πολλά δίδως και ποικίλα ανθ’ απλού.» Δεν θέλουμε να απαριθμήσεις τις επιστήμες, λέει ο Σωκράτης, θέλουμε να μάθoυμε τι είναι επιστήμη . «Oς αν επιστήμην αγνοεί, ουδέν τινά άλλην τέχνην. (..) Γελοία άρα η απόκρισις τω ερωτηθέντι επιστήμη τί εστιν, όταν αποκρίνηται τέχνης τινός όνομα.» Ο Σωκράτης αναζητεί την ουσία, αυτήν που αντλεί από την ποικιλία των παραδειγμάτων. Ο Wittgenstein θεωρεί πως δεν υπάρχει τίποτε που να διαπερνά όλες τις περιπτώσεις, οπότε η υπόδειξη παραδειγμάτων είναι όχι μόνο δικαιολογημένη αλλά η ενδεδειγμένη απάντηση.
Πώς εξηγώ σε κάποιον το νόημα των λέξεων «κανονικό». «ομοιόμορφο», «ίδιο»; —Θα εξηγήσω τις λέξεις αυτές σε κάποιον που, ας πούμε, μιλάει μόνο γαλλικά με τις αντίστοιχες γαλλικές λέξεις. Αλλά αν κάποιος δεν διαθέτει ακόμα τις έννοιες, θα του διδάξω να χρησιμοποιεί τις λέξεις με παραδείγματα (Beispiele) και με την πρακτική.—Και όταν το κάνω αυτό δεν μεταδίδω σ’ αυτόν λιγότερα απ’ όσα εγώ ο ίδιος ξερω. (ΦΕ 208)

The Talking Cure
Wittgenstein’s Therapeutic Method for Psychotherapy
John M. Heaton
The clinical framework
It may be helpful to look briefly at the framework within which contemporary clinicians in psychiatry and psychotherapy work. On the whole, they use a disease-centred model. The term ‘neurosis’ was coined in the eighteenth century to describe people who were diagnosed by physicians as having a functional disorder unaccompanied by detectable organic changes in the body. There was enormous success in finding the physical causes of many illnesses in the nineteenth century. Freud followed this pattern and claimed to discover the psychological causes of functional disorder, that is, changes in the mind of these people. Concepts such as mental health and what is mentally normal and abnormal arose. It was assumed that ‘psychological’ problems such as troublesome behaviour, emotions and beliefs conform to a theoretical framework in which behaviour and emotions are outward symptoms of an internal dysfunction. The causes were unconscious: the disease was caused either by a disorder of the brain or by unconscious processes in the mind or by maladaptive cognitive processes. They certainly needed an expert to cure them.

Πως φθανουμε στο φιλοσοφικο προβλημα των ψυχικων διεργασιων και καταστασεων (...); - Το πρωτο βημα ειναι αυτο που δεν προκαλει την προσοχη καθολου. Μιλαμε για διεργασιες και καταστασεις κι αφηνουμε τη φυση τους ανοιχτη! (Freud: Η πλεον προσωπικη καθημερινη μας εμπειρια, μας γνωστοποιει ιδεες, την προελευση των οποιων δεν γνωριζουμε, και συμπερασματα σκεψεων, η διεργασια των οποιων μας εχει μεινει κρυφη.) Ίσως καποτε γνωρισουμε περισσοτερα γι' αυτην - λεμε. (Freud, στο ιδιο κειμενο: Και τι δεν θα 'δινε κανεις να γνωρισει αυτα τα πραγματα περισσοτερο!) Όμως ακριβως μ' αυτο εχουμε καθηλωθει σε εναν ορισμενο τροπο θεωρησης. Διοτι εχουμε μια ορισμενη ιδεα γι' αυτο, τι θα πει: να γνωρισω μια διεργασια καλυτερα. (Το αποφασιστικο βημα στο ταχυδακτυλουργικο νουμερο εχει γινει, και αυτο ακριβως μας φανηκε αθωο.) (...)3

This is problematic as ‘minds’ and their causal mechanisms do not exist in a pathologist’s bottle. We can isolate a causal micro-organism but we cannot isolate a mental process. Ordinarily we are fairly familiar with our own minds and those of others; we do not refer to experts to tell us what is going on in them. Some ‘minds’ we can get along with but others can be extremely troublesome, sometimes to their ‘owners’ and sometimes to other people. So what is the normal mind and who decides it and on what grounds? What is the relation of these ‘minds’ to human action?
Freud and other mental health professionals, for example, took the conventional view that homosexuality was abnormal, although many people then and since do not consider it so. Freud, however, ‘discovered’ abnormalities in the unconscious of homosexuals which explained their behaviour in psychoanalytic terms, and other psychoanalysts confirmed these. One of his more bizarre ‘findings’ was that homosexuals were more afraid of castration than heterosexuals; they had a ‘castration complex’ – Freud was a genius at concocting catchy scientific-sounding phrases (Freud 1905). This was proclaimed as if it was an empirical fact, but no empirical studies were done as evidence for it and it is difficult to conceive of one that would be ethical. It was a rationalisation that enabled Freud to ‘explain’ homosexuality in his terms. An example of confusing the empirical with the conceptual, unclarity about the concept of normality, and showing the dangers of theoretical talk in psychotherapy, rationalisation is a process that psychoanalysts claim to diagnose, not indulge in.
Diagnostic concepts tend to be based neither on freely talking to people, careful attention to the difficult concept of normality, nor on considering precisely what one is doing when one makes a diagnosis. Diagnosis of physical complaints is different from complaints about one’s mind or the way one lives. Few of us know what goes on inside our bodies so we sometimes need an expert to tell us. But what is the inside of our minds? Nevertheless, diagnosis is important. Clinicians and committees have their special interests and theories to pursue. A diagnosis is often welcomed by people. Record keeping, financial management and access to services depend on them. They are useful in solving problems of responsibility: ‘I can’t help what I do, it is my unconscious’; ‘I am not weak-willed but I’ve got substance abuse disorder’; ‘My child is happy, he is always watching television, but he has attention deficit disorder.’ They are useful in distracting attention from the harmful consequences of some social and political policies. They allow ‘normal’ people to locate irrationality in others and not question their own concept of reason. Diagnosis has its down side. Many people are confused about their life; they may not be able to make sense of what has happened to them, especially events in their childhood and after severe trauma. Some consult mental health professionals. A diagnosis such as schizophrenia, obsessional behaviour disorder, etc. may reassure but does not help in making sense of a life. Classifying people does not necessarily lead to understanding them. Diagnosis may dismiss significant aspects of experience and the person may become trapped in a negative framework – ‘that schizo’, ‘she’s just neurotic’ – and so they naturally turn to drugs for help.
PDF
Η γραφη ως συμβαν
Η γραφη ως συμβαν
Τοπιο της κενοτητας
Τοπιο της κενοτητας


Πραξη και συμβαν - Περαν ενεργητικου και παθητικου
Παντα συμβαινει κατι που παραγει ηχο. Κανενας δεν μπορει να εχει μια ιδεα αφοτου αρχισει ν' ακουει πραγματικα.
John Cage
Πολλες γλωσσικες εκφρασεις που στη Δυση ειναι τελειως αυτονοητες, στις απωασιατικες γλωσσες δεν χρησιμοποιουνται σχεδον καθολου. Στην Κορεα για παραδειγμα δεν λες: "Σκεφτομαι οτι …" Γραμματικα αυτη η εκφραση ειναι μεν δυνατη. Ομως ηχει πολυ ασυνηθιστη. Αντ' αυτου λενε: "seng-gak-i­dunda", μια εκφραση που ειναι αδυνατον να μεταφραστει στα γερμανικα. Στα γερμανικα θα πει περιπου: Η σκεψη φωλιασε [hat sich ... eingenistet] διπλα μου. Ομως για την ακριβεια αυτη η μεταφραση ειναι λαθος, διοτι με την αυτοπαθη αντωνυμια "sich" η σκεψη υποκειμενοποιηθηκε. Απο εκεινη την κορεατικη εκφραση λειπει καθε υποκειμενικοτητα. Λαθος θα ηταν επισης η μεταφραση: Η σκεψη μου ηρθε. Αυτη η μεταφραση βγαινει μεν χωρις αυτοπαθη αντωνυμια. Ομως το ρημα "ερχομαι" υπονοει και παλι κατι υποκειμενικο. Και η δοτικη "mir" ["μου"] υπογραμμιζει το δεχομενο, παθητικο υποκειμενο. Αντιθετα λειπει απο την κορεατικη εκφραση καθε παραπομπη σ' εναν αποδεκτη. Το ιδιο προβληματικη ειναι η μεταφραση: Η σκεψη μου κατεβηκε. Τοσο η δοτικη "mir" ["μου"] οσο και το ρημα "κατεβαινω" θα εξωθουσαν την κορεατικη εκφραση, στην οποια [121] ενδημει μια ανυποκειμενικη απλοχωρια, και παλι στη στενωπο μιας υποκειμενικης δομης. Ακομη λειπει απο την κορεατικη εκφραση η πτωτικη κινηση μιας σκεψης που κατεβαινει. Η σκεψη ειναι καπως εδω χωρις τη συμπραξη μου. Βρισκεται εδω χωρις να γινεται πιεστικη σ' εμενα η σε καποιον αλλο. Και ουτε υπαρχει καποιο παθητικο υποκειμενο το οποιο θα επασχε απο κατι που συμβαινει. Σε γλωσσα ερχεται ενα απλο "βρισκεται εδω" στο οποιο βασικα δεν συμμετεχει κανεις.
Στα κορεατικα μια σκεψη σπανια προβαλλεται, η υπογραμμιζεται ως δικη μου. Απο μια αποψη ο ομιλητης κανει τον εαυτο του τελειως αποντα. Αποσυρεται σ' ενα ετσι-φαινεται, το οποιο παντως δεν σημαινει καμια σχετικοποιηση της αληθειας. Αυτο το ετσι-φαινεται, το οποιο αποφευγει καθε απολυτο, καθε οριστικο, ειναι ενα απολυτο φασμα καθοσον κανεις δεν μπορει να το μεταλλαξει σε ενα μονοσημαντο ετσι-ειναι της αληθειας. Εκτος αυτου το ετσι-φαινεται ειναι εκφραση της ευγενειας. Η αληθεια ειναι αγενης. Καταφθανει χωρις περιστροφες. Δηλωνεται χωρις κανεναν δισταγμο.
Στα γερμανικα οταν κανεις λεει "βλεπω τη θαλασσα", αυτο ειναι καθε αλλο απο ασυνηθιστο. Ομως στα κορεατικα ηχει πολυ ανοικειο. Αντ' αυτου λενε: "bada-ga-bo-inda". Ουτε αυτη η εκφραση δεν μεταφραζεται στα γερμανικα. "Η θαλασσα ειναι ορατη", η "Η θαλασσα μου φανερωνεται" δεν ειναι επαρκεις μεταφρασεις. Η διαφορα αναμεσα στο ορων υποκειμενο και στο [122] ορωμενο αντικειμενο ειναι υπερβολικα σαφης. Η κορεατικη εκφραση δεν παραπεμπει εκπεφρασμενα σ' ενα υποκειμενο στο οποιο φανερωνεται ενα αντικειμενο. Η θεα της θαλασσας ειναι εδω, ειναι προκειμενη. Και παλι η θεα ειναι υπερβολικα κατευθυνομενη. Στη μορφη της αντιληψης, στην οποια βασιζεται η κορεατικη εκφραση, λειπει το ενωπιον ενος αντικειμενου. Ακομη ειναι διχως κατευθυνση. Ειναι απροοπτικη. Κανενα υποκειμενο δεν καταλαμβανει μια θεση, απο την οποια ενα αντικειμενο να γινεται θεατο. Η θαλασσα ειναι εδω. Εγω ειμαι το πολυ ενας ησυχος χωρος αντηχησης αυτου του εδω. Αυτη η εκφραση διανοιγει μια ανυποκειμενικη απλοχωρια, η οποια στη μεταφραση "Βλεπω τη θαλασσα" θα χανοταν ολοτελα. Ουτε και τα ρηματα οπως "dunda" η "bo-inda" δεν χαρακτηριζουν κατι το παθητικο. Η κορεατικη γλωσσα δεν γνωριζει κανεναν σαφη διαχωρισμο μεταξυ ενεργητικου και παθητικου. Γι' αυτο μπορει να εκφρασει πολυ καλα τη φυση του συμβαντος, στο οποιο κανενα υποκειμενο δεν συμμετεχει ακτιβιστικα η παθητικα, να εκφρασει ενα συμβαν το οποιο απλα λαμβανει χωρα. Ηδη αυτο το λαμβανω θα ηταν υπερβολικα ενεργητικο. Στις απωασιατικες γλωσσες το υποκειμενο συχνα παραλειπεται τελειως. Ετσι δεν ειναι σπανιο να στεκει το ρημα μονο του, κατι που καθιστα αδυνατο να προσαφθει μια πραξη μονοσημαντα σε ενα υποκειμενο. Λογω της πολυμορφης απουσιας του υποκειμενου δεν ειναι σπανιο να εμφανιζεται η περιγραφη μιας πραξης ως ακολουθια γεγονοτων η συμβαντων, στα οποια κανεις δεν συμμετεχει επι τουτου.
Επισης στα αρχαια κινεζικα τα ρηματα συχνα βρισκονται σε μια α-διαφορια ως προς ενεργητικο και παθητικο. Για να εκφρασουν το παθητικο [123] επι τουτου, χρησιμοποιουνται παθητικα μορια οπως jian (xxx, κατα λεξη βλεπω) η bei (xxx, κατα λεξη πασχω). Ετσι λενε για παραδειγμα jian wu(xxx, κατα λεξη βλεπω μισος) για το "μισιεται". Το παθητικο δεν πρεπει οπωσδηποτε να χαρακτηριζεται απο ενα μοριο. Η παθητικη σχεση απλα διαφαινεται απο το συνολικο νοημα της φρασης. Πριν απο τη δυναστεια Qin η εκφραση του παθητικου με γραμματικα μορια ηταν σπανια. Η παθητικη σχεση καταδεικνυονταν απλα με την ονομασια ενος δραστη μετα απο μια προθεση, π.χ. yu (xxx), οπου το ρημα δεν εκφραζει ουτε την παθητικη ουτε την αρνητικη σχεση. Για παραδειγμα: xiao ren yi yu wu (xxx) - Ο κοινος ανθρωπος εχει σκλαβωθει απο (yu) τα πραγματα του κοσμου. Στα κινεζικα το ρημα yi (σκλαβωνω) ειναι στο απαρεμφατο. Δεν ειναι ουτε ενεργητικο ουτε παθητικο.
Η γερμανικη παθητικη "αυτη αγαπιεται" εκφραζει κατι τελειως αλλο απο το κινεζικο παθητικο, που κατα λεξη θα ελεγε "βλεπει αγαπαν". Η γερμανικη παθητικη, μαλιστα η παθητικη των δυτικων γλωσσων πηγαινει, μαλιστα φτανει βαθυτερα. Χαρακτηριζει μια συγροτηση, μια κατασταση ενος ατομου. Η εκφραση "αυτη αγαπιεται" τροπον τινα διαπερνα το σωμα ολοκληρο, αγγιζει καθε μυικη και καθε νευρικη ινα ενος ατομου. Το κινεζικο παθητικο δεν διαθετει αυτη τη βαθυτητα, αυτην τη διαπεραστικη ενεργεια και αποφασιστικοτητα της κλισης. Την κλιση πρεπει να την κατανοησει κανεις οχι μονο γραμματικα αλλα και σωματικα και [124] ψυχικα. Μορφοποιει, κλινει, καμπτει οχι μονο το ρημα αλλα και το σωμα και την ψυχη. Αντιθετα το κινεζικο παθητικο "αυτη βλεπει αγαπαν" χαρακτηριζει περισσοτερο το οτι ενα συμβαν υποπιπτει στην αντιληψη. Δεν καμπτει την 'ψυχη'.
Στα ιαπωνικα επισης υπαρχει μια ρηματικη μορφη που δεν ειναι ουτε παθητικη ουτε ενεργητικη. Ως jihatsu χαρακτηριζει ενα συμβαν το οποιο συμβαινει σαν απο μονο του. Παλι αυτη η αυτοπαθης αντωνυμια "sich ereignen" ["συμβαινει"] καταστρεφει τη φυση του συμβαντος το οποιο εκφραζει. Στο συμβαν δεν αυτοδηλωνεται κανενα υποκειμενο. Στα γερμανικα κανεις δεν μπορει να απελθει απο το υποκειμενο. Εξ ου κανεις θα μπορουσε να ονομασει εκεινο το ανυποκειμενικο συμβαν "απελευση". Ομως θα μπορουσε να το χαρακτηρισει και ως "απ-ουσια". Αλλωστε η ουσια ειναι κατι το οποιο αυτο-επιβαλλεται και ετσι διαφοροποιειται απο την αλλη. Ειναι μια αντιθετικη φιγουρα της α-διαφοριας. Απελευση και απ-ουσια παριστανουν ενα συμβαν το οποιο ειναι απλα εδω, χωρις να το εχω αντιληφθει, χωρις να το εχω επιτελεσει, η επιτρεψει επι τουτου, δηλ. περαν υποκειμενου και αντικειμενου, περαν ενεργητικοτητας και παθητικοτητας. Ακομη και η γραφη δεν ειναι πλεον ενεργεια αλλα ανυποκειμενικο συμβαν. Χωρις τη γνωση μου, χωρις τον σκοπο μου συντελειται σαν απο μονη της. Το περιφημο βιβλιο του Yoshida Kenkô Θεασεις μεσα απο τη σιγη αρχιζει με την εξης παρατηρηση: "Οταν ειμαι μονος και σε σχόλη, καθομαι ολη τη μερα στην κασελα μου με τις σινικες μελανες και γραφω ολα οσα μου περνουν απο το κεφαλι, χωρις [125] συνοχη και χωρις ορισμενο σκοπο. Κι εδω απορω παντα". Απορει επειδη προκειται για απελευση, για μια απ-ουσια. Κατι συμβαινει διχως τη συμβολη μου, διχως τη θεληση μου, μαλιστα διχως εμενα. Κατι ειναι προκειμενο διχως να το εχω δημιουργησει, η παθει. Ετσι εκ των υστερων απορω γι' αυτο.
Η δυτικη κουλτουρα δεν ειναι απλα πολιτισμος του ενεργητικου, στον οποιο θα αντιπαραβαλλονταν η απωασιατικη κουλτουρα ως πολιτισμος του παθητικου. Ενεργητικο και παθητικο ειναι αδελφωμενα. Εμφανιζονται απο κοινου. Οσο πιο φωτεινο ειναι το ενεργητικο, τοσο σκοτεινοτερο γινεται το παθητικο. Φερονται το ενα στο αλλο οπως φως και σκια, οπως βουνο και κοιλαδα. Ενα εκπεφρασμενο παθητικο ειναι δυνατο μονο σε μια γλωσσα, σε μια κουλτουρα στην οποια ενδημει η εμφαση στο ενεργητικο, η αποφασιστικοτητα ενος ηρωικα δρωντος υποκειμενου. Η απωασιατικη κουλτουρα ειναι το πολυ μια κουλτουρα της α-διαφοριας για ενεργητικο και παθητικο. Εδω σπανιες ειναι οι αποστροφες που ειναι εκπεφρασμενα παθητικες η ενεργητικες, οι οποιες δηλαδη χαρακτηριζουν ενα πλαισιο ενεργειων. Οι περισσοτερες αποστροφες αποσυρονται στην α-διαφορια ενος μοναδικου συμβαντος που ειναι διχως θυμα και θυτη, διχως ενοχη και εξιλεωση.
Στα αρχαια ελληνικα λενε "βρεχει", Ζευς, η ο θεος υει (ο Διας, η ο θεος κανει να βρεξει).
[126]
Εικ. 13 Torii Kiyonaga (1752-1815), Murasaki Shikibu, συγγραφεας του Genji Monogatari, Holzschnitt.

Η γραφη ως συμβαν
[127] Αυτο το θεϊκο υποκειμενο μεταμορφωνει το συμβαν σε πραξη. Προφανως η δυτικη νοηση δυσκολευεται να εννοησει ενα ανυποκειμενικο συμβαν, ενα ετσι-ειναι, ενα απλα προκειμενο. Το απροσωπο ως υποκειμενο-φαντασμα ειναι ενα κενο ανακλαστικο αυτης της υποκειμενοποιουσας σκεψης. Αντιθετα στα αρχαια κινεζικα αντι για "βρεχει" υπαρχει ενα και μονο σημειο yu, που σημαινει "βροχη" η "βρεχει".
yu xxx
Το σημειο απεικονιζει μονο σταγονες βροχης που πεφτουν. Δεν επισημαινει κανεναν ο οποιος να εκανε τη βροχη. Οι κινεζοι ζωγραφιζουν στο χαρτι μια-δυο σταγονες βροχης. Το σημειο yu ειναι ενα πολυ πεζο ειδωλο, μια απλη σημειωση ενος συμβαντος, ενος ετσι-ειναι το οποιο απλα προ-κειται. Μονο μια-δυο σταγονες βροχης ειναι ορατες. Μενει σ' αυτην την ορατοτητα. Βροχη - αυτο...τιποτα περισσοτερο. Αυτη η νηφαλιοτητα, αυτος ο συγκρατημος δεν ειναι τελειως αυτονοητα. Πιο απλο θα ηταν η θεση ενος υποκειμενου το οποιο δρα εξηγωντας. Κανενας θεος, κανενα κενο υποκειμενο δεν ταραζει τη θαυμαστη ησυχια του yu, αυτην την ευεργετικη απουσια. Η βροχη ως συμβαν ειναι ενα απλο Ετσι. Ειναι ρηχη, ωστε κανενα υποκειμενο, κανενα "δαιμονικο" η "αινιγματικο" Απροσωπο, κανενας θεος να μην εχει θεση εκει...
[128]
Στην καλοκαιρινη βροχη
οι βατραχοι φτανουν
μεχρι εμπρος στην εξωπορτα.

Η ταοϊστικη σκεψη επισης προσπαθει να αφαιρεσει απο τα πραγματα καθε ακτιβιστικο χαρακτηρα. Ο περιφημος μαγειρας του Zhuangzi τεμαχιζει το μοσχαρι κατευθυνοντας το μαχαιρι μεσα απο τα ηδη υπαρχοντα μεσοδιαστηματα στις αρθρωσεις. Ο Zhuangzi επιχειρει να παρουσιασει τον τεμαχισμο του ζωου ως κατι το οποιο απλα συμβαινει, λες και ηδη αυτο το ακοπο κοψιμο να κατεδεικνυε υπερβολικα πολλη ενεργητικοτητα. Ετσι ο μαγειρας του Zhuangzi βασικα φροντιζει απλα ωστε το μοσχαρι να γινει κομματια σαν απο μονο του. Σαν βωλοι απο χωμα πεφτουν τα κομματια του στη γη (zhe ran yi jie, ru tu wei di, xxx, Z. Buch 3). Ειναι ενδιαφερον πως zhe ran ειναι μια λεξη ηχομιμητικη. Σχηματιζεται συμφωνα με τον ηχο που προκυπτει οταν κατι γινεται κομματια που πεφτουν. Ειναι ενας ηχος που παραπεμπει σ' ενα συμβαν. Μεταμορφωνει την πραξη του τεμαχισμου σ' ενα ανυποκειμενικο συμβαν. Αφου το μοσχαρι τεμαχιστηκε σαν απο μονο του, ο μαγειρας κοιταζει τριγυρω και στεκεται σαν χαμενος (wei zhi sigu, wei zhi chou chu, xxx). Απορει και ο ιδιος με το συμβαν το οποιο ελαβε χωρα σχεδον διχως τη συμβολη του. Προφανως [129] αισθανεται απορημενος οπως ο συγγραφεας του "Θεασεις μεσα απο τη σιγη".
Ειναι ενδιαφερον οτι η ιαπωνικη ρηματικη μορφη που εκφραζει το συμβαν, χρησιμοποιειται και για τον τυπο της ευγενειας (sonkei). Ομως δεν υπαρχει καμια πειστικη εξηγηση, γιατι το συμβαν διχως δραση και η ευγενεια αλληλεχονται. Ενας γερμανος ιαπωνολογος καπου εικαζει πως η ευγενεια του αφεντη συνισταται στο οτι εχει δουλους τους οποιους επιφορτιζει με την εργασια, οτι επομενως, αντι να κανει ο ιδιος, βαζει να κανουν. Αυτη η εξηγηση δεν ειναι πειστικη. Πολυ περισσοτερο πρεπει να δεχτουμε πως το συμβαν ως αυτο τουτο εχει κατι το ευγενες, πως αντιθετα για την απωασιατικη αισθηση η δραστηριοτητα, η ο ακτιβισμος δεν φανταζει ευγενης. Δηλαδη ευγενης ειναι η αποσυρση, η εξαφανιση, η η υποχωρηση εμπρος στο συμβαν, το οποιο συμβαινει χωρις κανεναν σκοπο, χωρις καμια επεμβαση, χωρις καμια βουληση, χωρις καμια εμφαση στην πραξη. Δηλαδη ευγενης ειναι η απ-ουσια. Αρα ουτε ο αφεντης ουτε ο δουλος δεν ειναι ευγενεις. Τοσο η εργασια οσο και η αναθεση της εργασιας ακολουθουν τη λογικη της δρασης. Ευγενες ειναι ακριβως αυτο το οποιο αιρεται υπερανω της διαλεκτικης αφεντη και δουλου. Το υποκειμενο, συμφωνα με την πρωταρχικη σημασια του, ειναι τοσο αφεντης οσο και δουλος, τοσο ενεργητικο οσο και παθητικο. Η γαλλικη εκφραση "sujet à..." σημαινει "υποκειμαι". Μπορουμε [130] ακομη να πουμε: Το υποκειμενο ειναι ενας δουλος που παραμυθιαζεται πως ειναι αφεντης. Βουδιστικα επισης ευγενες θα ηταν να λυθει κανεις απο αυτο το παραληρημα της υποκειμενικοτητας. Η απ-ουσια ειναι ενα βουδιστικο ιδανικο, μια φορμουλα λυτρωσης. Απελευση ειναι λυτρωση. Δρω και συγκρατω ειναι βασανο. Λυτρωση θα πει να λυθεις απο το καρμα, το οποιο κατα λεξη σημαινει δρω, η πραττω.
Μια μερα ο Κομφουκιος απευθυνει τον εξης λογο στους μαθητες του: " 'Θα προτιμουσα να μη μιλησω.' Ο Dsi Gung ειπε: 'Αν ο δασκαλος δεν μιλαει, εμεις οι μαθητες τι σημειωσεις να κρατησουμε;' Ο δασκαλος ειπε: 'Αληθεια, μιλαει ο ουρανος; Οι τεσσερεις εποχες παιρνουν (τον δρομο τους), ολα τα πραγματα γινονται. Αληθεια, μιλαει ο ουρανος;' " Η σιωπη του Κομφουκιου δεν αποβλεπει στο αφατο, στο μυστηριο το οποιο δεν θα μπορουσε να γινει λογος. Οταν ο Κομφουκιος θελει να σωπασει, τοτε οχι επειδη η γλωσσα λογω της ανεπαρκειας της δεν θα αρμοζε στο αντικειμενο της δηλωσης. Οχι το υπερβολικα λιγο της γλωσσας αλλα το υπερβολικα πολυ της, μαλιστα η φλυαρια της ειναι που την απαξιωνει. Η σιωπη του Κομφουκιου δεν απευθυνεται σε καμια υπερβατικοτητα η οποια θα υπερεβαινε το γλωσσικο εγγενες, και η οποια γι' αυτο θα ικανοποιουνταν μονο με μια σιωπη. Αλλωστε ο ουρανος των κινεζων δεν σημαινει καμια υπερβατικοτητα. Δεν εχει καμια θεολογικη βαθυτητα. Στη σιωπη του Κομφουκιου δεν ενδημει καμια φυγοκεντρη δυναμη που να την τραβαει προς την κατευθυνση ενος υψηλου [131]. Ο Κομφουκιος δεν αποδρα απο τη γλωσσα χαριν μιας οντοτητας η οποια θα επεμενε να αποσυρεται απο τη γλωσσα, για την οποια καθε γλωσσικη εκφραση θα ηταν προδοσια, βιασμος. Η σιωπη του Κομφουκιου δεν ειναι ευφραδης σιωπη. Θελει ακριβως να αποφυγει καθε ευφραδρεια.
Το αφατο, το οποιο δραπετευει απο τη γλωσσα, δεν ειναι απωασιατικη νοητικη φιγουρα. Αντιθετα στον δυτικο λογο ειναι πολυ διαδεδομενο. Για παραδειγμα συμβαινει η παραιτηση απο τη γλωσσα για χαρη ενος ωδικου υπολοιπου, οπως κανουν καπου ο Celan η ο Heidegger. Βεβαια η σιωπη αρμοζει σ' εκεινο το ιερο υπολοιπο το οποιο αποτυπωνεται μεταφυσικα, αισθητικα η, π.χ. στον Levinas, ηθικα. Ο Derrida σημειωνει για τον "αλλον" στον Levinas, που αποσυρεται απο καθε ομιλια: "Υποτεθειστω οτι κανεις παραμενει στο πλαισιο του λογου του Levinas. Τι προσφερει τελικα στον αλλο μια γλωσσα χωρις προταση, μια γλωσσα που δεν λεει τιποτα; (...) Ενας δασκαλος που θα παραιτουνταν απο την προταση, δεν θα εδινε τιποτα. Δεν θα ειχε μαθητες, παρα μονο σκλαβους." Οι μαθητες του Κομφουκιου δεν ειναι σκλαβοι. Αντιθετα αυτος, σωπαινοντας, τους κανει να σκεφτουν. Ως γνωστο φειδωλοι στα λογια ειναι και οι δασκαλοι του ζεν. Δεν ειναι σπανιο οι μαθητες να φτανουν στη φωτιση επειδη ο δασκαλος αρνειται επιμονα να πει κατι. Οι δασκαλοι του ζεν τεινουν να καταφευγουν σε συντομα λογια κενα νοηματος. [132] Ομως η σιωπη τους ειναι κενη. Δεν παραπεμπει σε τιποτα. Ακομα το λιγομιλητο του ζεν-βουδισμου δεν συμβαινει για χαρη μιας αφατης, μυστηριακης ουσιας. Δεν παραιτουνται απο τη γλωσσα λογω ενος υπερβολικα λιγου αλλα λογω ενος υπερβολικα πολλου. Ηδη η ομιλια προϋποθετει μια αποσταση απο το συμβαν. Καθιστα την απελευση γεγονος, εγκαταλειπει την αμεσοτητα του συμβαντος. Το οτι ο ουρανος δεν μιλα, δεν θα πει οτι στο αβυσσαλεο, η στο αινιγματικο του αποσυρεται σε μια μυστηριακη σιωπη. Ο ουρανος δεν μιλα διοτι, θα μπορουσαμε να πουμε, δεν εχει αναγκη να μιλησει. Αντιθετα ο δυτικος και ο χριστιανικος ουρανος ειναι πολυ λαλος. Ο κινεζικος ουρανος δεν ειναι ουτε λαλος ουτε βουβος. Ειναι η απλοτητα ενος Ετσι, που κανει τη γλωσσα περιττη τελειως. Η απωασιατικη κουλτουρα δεν ειναι κουλτουρα κανενος μυστηριου η αινιγματος, αλλα κουλτουρα του ετσι-ειναι. Η απωασιατικη νοηση ειναι επιπεδη με ενα ιδιαιτερο νοημα. Δεν εμβαθυνει στο αφατο. Ουτε η σκεψη ουτε η ψυχη δεν εχουν υπογειο. Δεν υπαρχει σκοτεινο βαθος στο οποιο πρεπει να αφοσιωθει η μεταφυσικη, η η ψυχαναλυση.
Ο Κομφουκιος σωπαινει. Ομως δεν αποσιωπα τιποτα. Επισης η σιωπη του ειναι κενη. Και σωπαινοντας αποτραβιεται ο ιδιος. Σε τουτο συνισταται η φιλικοτητα του. Η συνηθισμενη σιωπη, λογω της αρνητικοτητας της, δεν ειναι φιλικη. Ομως η σιωπη του Κομφουκιου ειναι διχως αρνητικοτητα. Ο Handke [132] γραφει σε μια σημειωση: "Η συνειδηση δεν χρειαζεται τη σιωπη μου; Δεν ζωντανευει πρωτη στην αγαπητικη σιωπη μου; 'Σωπαινε αγαπητικα': υπεροχη εκφραση! Φιλικη σιωπη, εως οτου αυτη να γεμισει τον κοσμο: ιδανικο." Θα μπορουσαμε και να πουμε: Σωπαινω φιλικα, μεχρι να εχω γεμισει απο τον κοσμο τελειως. Ο Κομφουκιος σωπαινει φιλικα. Η φιλικη σιωπη ειναι μια κατασταση απουσιας και απελευσης. Κανεις απο-σιωπαται ο ιδιος και γινεται κοσμος. Ο Κομφουκιος σωπαινοντας γινεται ουρανος. Αυτη η σιωπη ειναι απειρη, αιρει τη διαφορα εγω και κοσμου, ενεργητικου και παθητικου, υποκειμενου και αντικειμενου. Η φιλικοτητα της συνισταται σ' αυτην την α-διαφορια.
Ειμαι μερος του συμβαντος, οπου ουτε παιρνω-μερος ουτε εχω-μερος. Πριν απο το παιρνω-μερος και εχω-μερος, πριν απο το παιρνω και εχω, ειμαι μερος. Ειμαι μερος της ορατοτητας της θαλασσας. Διαμεσου μου εμφανιζεται η θαλασσα. Αντι για παιρνω μερος η εχω μερος κανεις θα επρεπε να μιλαει για συμ-μεριζομαι. Συμ-μεριζομαι το συμβαν. Σ' αυτο το συμβαν δεν ειναι δυνατο να καθορισεις ποιος κατοικει το μεσον, ποιος την περιφερεια, ποιος ειναι ο κυριος του συμβαντος η ο δουλος του. Αυτο το συμβαν δεν επιτρεπει καμια κεντρικη προοπτικη. Κανενας δεν παιρνει μια θεση απο την οποια να μπορει να το παρατηρει. Καθε στοιχειο του συμβαντος ειναι ισοδυναμο συν-μερος. Ετσι καθε συν-μερος μπορει να απαρτιζει το μεσον. Σ' αυτην την απουσια του εγω, απο το οποιο θα εκπορευονταν ολα, σ' αυτην την κανενικοτητα αναγεται βεβαια εκεινη η [134] χαλαρωση που αισθανομαι παλι και παλι οταν λεγω στα κορεατικα: Bada-ga-bo-in-da, μια ησυχια, η οποια ομως θα χανονταν εντελως στη γερμανικη μεταφραση: "Βλεπω τη θαλασσα".
Για την αισθητικη αντιληψη των ασιατων οχι μονον ευγενες αλλα προπαντων ωραιο θα ηταν ενα συμβαν το οποιο ανελισσεται ανυποκειμενικα, το οποιο λαμβανει χωρα διχως την εμφαση στη δραση. Η εμφαση στην υποκειμενικη πραξη ειναι ενα τυπικα δυτικο νοητικο σχημα. Ετσι ο Hegel γραφει στη Φιλοσοφια του πνευματος (1805-06) του: "Ο ανθρωπος ειναι αυτη η νυχτα (...) εδω εξαφνα ξεπηδα ενα αιματοβαμμενο κεφαλι, εκει μια αλλη λευκη μορφη και με τον ιδιο τροπο εξαφανιζονται. Αυτην τη νυχτα αντικρυζει κανεις οταν κοιταζει τον ανθρωπο στα ματια - σε μια νυχτα που γινεται φοβερηˑ εδω η νυχτα του κοσμου επικρεμαται πανω σου... Δυναμη, απ' αυτη τη νυχτα να εξαγεις τις εικονες, η να τις αφησεις να πεσουν κατω: αυτοτοποθετηση, εσωτερικη συνειδηση, δραση..." Η δυναμη ειναι αυτη που μεταλλασσει τη νυχτα σε μερα, το σκοταδι σε φωτεινοτητα, το χαος σε εικονα, σε μορφη. Παραπεμπει στον ακτιβισμο ενος ηρωικου εαυτου ο οποιος θετει τον εαυτο του, αυτοπραγματωνεται στη δραση. Ο Nietzsche επισης δυσκολευεται να σκεφτει περαν της δρασης. Ωστοσο επεχειρησε να εννοησει τη δραση διχως τον δρωντα: "(...) πισω απο τη δραση δεν υπαρχει κανενα 'ειναι' (...), 'ο δραστης' απλα δηθεν επιπροστιθεται στη δραση - η δραση ειναι τα παντα. (...) Οι [135] ερευνητες της φυσης δεν ειναι καλυτεροι οταν λενε πως η δυναμη κινει, η δυναμη προκαλει και τα σχετικα - ολη επιστημη μας, παρολη την ψυχροτητα της, την ελευθερια της απο το παθος, στεκει ακομη κατω απο τη σαγηνη της γλωσσας και ειναι τα παρεισακτα ομοιωματα απο τα οποια τα 'υποκειμενα' δεν εχουν απαλλαγει." Ο Nietzsche, παρα την ευρυτητα του βλεμματος του, δεν μπορεσε να μεταστραφει απο τη φιλοσοφια της δρασης και της δυναμης σ' αυτην του συμβαντος. Γι' αυτο και εμεινε ενας δυτικος νοητης. Τελικα η απελευση, η η απ-ουσια ειναι στον Nietzsche ολοτελα ξενα. Με τη φιλοσοφια του της δυναμης και της βουλησης, η νοηση του σε μεγαλο βαθμο ειναι προσκολλημμενη στην υποκειμενικοτητα.
Ο κοσμος ειναι ρημα, ακριβεστερα, απαρεμφατο, ενα συμβαν το οποιο απο πολλες αποψεις ειναι χωρις εμφαση, δηλ. ακαθοριστο, η, για να ειπωθει θετικα, παραπεμπει σε μια ατερμονη διαδικασια μεταβολων. Το κινεζικο ρημα ειναι ακαθοριστο και σε αναφορα σε προσωπο, χρονο και αριθμο. Δηλαδη δεν κλινεται. Ουτε η κινεζικη σκεψη ουτε η κινεζικη γλωσσα δεν γνωριζουν το οριστικο ενος finitum. Ενα κινεζικο σημειο μπορει αναλογα με τη θεση του να χρησιμοποιηθει ως ουσιαστικο, ως επιθετο, ως ρημα η ως προθεση. Ενα σημειο μπορει να εναλλασσεται μεταξυ ρηματος και προθεσης. Στις απωασιατικες γλωσσες το επιθετο επισης δεν εχει καποια ιδιαιτερη θεση. Συχνα χρησιμοποιειται οπως ενα ρημα. Το επιθετο [136] δεν ειναι ιδιοτητα ενος ουσιαστικου, δεν ειναι συμβεβηκος μιας θεμελιας υποστασης. Πολυ περισσοτερο ειναι μια ορισμενη κατασταση ενος συνολικου συμβαντος, του ρηματος. Κανεις θα μπορουσε και να πει πως ουσιαστικο, επιθετο και επιρρημα ειναι συμ-μερη ενος συμβαντος, δηλ. του ρηματος. Ετσι ειναι δυνατο να αφεθει το απαρεμφατο μονο του χωρις περαιτερω προσδιορισμο. Ειναι πολυ ευεργετικο να βλεπεις το ρημα σ' αυτην την ατερμονη, μαλιστα αθωα κατασταση. Δεν γνωριζει ουτε ενεργητικη πιεση ουτε παθητικη, ουτε δραση ουτε παθη, ουτε ενοχη ουτε εξιλεωση, ουτε δραστη ουτε θυμα. Επισης η λαμψη πολλων χαΪκου ερχεται απο αυτο το συμβαν διχως δραση:
Πανω σε φτερα χηνας
στρωνει το τρυφερο χιονι∙
Αχ, αυτη η σιγη.

Shiki
Δεν βλεπεις ψυχη,
την ανοιξη, σαν πισω απ' τον καθρεφτη,
ο ανθος της δαμασκηνιας.

Bashô
Ανεπιθυμα ασυνειδα να παραδινεσαι στην ευωδια της απουσιας, να εισαι ενας απων, χωρις εγω, χωρις ονομα, να βυθιζεσαι ο ιδιος στο τοπιο της κενοτητας, απλα να την συμ-μεριζεσαι, αυτο ειναι βεβαια το ιδανικο πολλων απωασιατων ποιητων.
[137]
Εικ. 14 Sesshu Töyö (1420-1506), Τοπιο στο Haboku, περιπου 1481, Ξυλογραφια.

Τοπιο της κενοτητας
[138]
xxx
xxx
xxx
xxx
Οταν με ρωτανε γιατι ζω στο κυανο βουνο,
Αντι να δωσω απαντηση, χαμογελαω αφηρημενα.
Στο νερο οι ανθοι της αχλαδιας παρασερνονται προς τα περα.
Μεταξυ ουρανου και γης, αχ, νοιωθω
σαν να μην ημουν αναμεσα σε ανθρωπους ...

Li Tai-Bo
Ο Heidegger επανειλημμενα συγκινηθηκε απο την απωασιατικη σκεψη. Ομως απο πολλες αποψεις εμεινε ενας δυτικος νοητης, ενας νοητης της Δυσης. Η σιωπη του επισης ειναι λαλα. Ειναι καθοδον προς το "ληθιο", την "προελευση" που διαφευγει τη λεξη. Ετσι η αληθεια πρεπει να "απο-σιωπαται". Ενας γνωστος λογος του Heidegger στο "Καθοδον προς τη γλωσσα" λεει: "Ενα 'ειναι' προκυπτει εκει που η λεξη σπαζει. Εδω σπαζει θα πει: Η ηχηρη λεξη επανακαμπτει στο αθορυβο, εκει απ' οπου παρεχεται: Στη συνηχηση της σιγης (...)." Ο Heidegger χρησιμοποιει μεν επισης συχνα τη φιγουρα του "δρομου". Ομως ο "δρομος" του διαφερει απο τον δρομο ως dao. Οι "Δρομοι του δασους" σταματουν "απροσμενα" "στο απατητο". Βυθιζονται στο "απαγορευτικο τοπιο [139] του αβατου". Ο δρομος του ταοϊσμου δεν γνωριζει εκεινο το απροσμενο, η το βαθος. Δεν αποσυρεται στο "απατητο", η στο "αβατο". Το dao είναι βηματισμος. Διαφευγει εναν εννοιολογικο καθορισμο, μονο και μονο διοτι μεταβαλλει την κατευθυνση του συνεχως. Η διαλεκτικη σκοτους και φωτος, ληθης και α-ληθειας, αποκαλυψης και αποσυρσης δεν ειναι η θεμελιακη ταση του dao.
Ο Heidegger δεν ειναι φιλοσοφος του δρομου. Περιστρεφεται γυρω απο το Ειναι. Ετσι το συνδεει με ησυχια, σιγη και διαρκεια. Η διαδικασια και η μεταβολη, που συνιστουν το dao, δεν ειναι ουσιακη ταση του Ειναι: "Διαγω θα πει: διαρκω, μενω ακινητος, στεκω στον εαυτο μου και εντος μου, δηλαδη στην ησυχια. Ο Goethe λεει σ' εναν ωραιο στιχο: 'Το βιολι παυει, ο χορευτης διαγει.' Ομως διαγειν, διαρκειν, διαρκειν στο διηνεκες, ειναι το παλαιο νοημα της λεξης 'ειναι'." Ακομη το Ειναι του Heidegger, το οποιο αποσυρεται στη ληθη, δεν συλλαμβανει το εγγενες του Ετσι-ειναι, το οποιο κυριαρχει στην απωασιατικη σκεψη. Το Ετσι-ειναι ειναι πιο ρηχο και πιο καθημερινο απο το "Ειναι" του Heidegger.
Χθες, σημερα ειναι ετσι οπως ειναι. Στον ουρανο ανατελλει ο ηλιος και το φεγγαρι δυει. Μπροστα στο [140] παραθυρο μακρια δεσποζει το βουνο και κυλα ο βαθυς ποταμος.
Στο Η προταση του αιτιου ο Heidegger παραθετει τον Angelus Silesius: "Μια καρδια, που στο βαθος της ο θεος ησυχαζει, κατα τη βουληση του, ευχαριστως αυτος την αγγιζει: ειναι το παιξιμο του λαγουτου του." Χωρις θεο, χωρις τον θεϊκο οργανοπαικτη, η καρδια μενει χωρις μουσικη. Σε ενα αλλο σημειο ο Heidegger δινει στον λογο του Leibniz "Cum Deus calculat fit mundus" (Οταν ο θεος λογαριαζει, γινεται κοσμος) μια ιδιορρυθμη τροπη: "Οσο παιζει ο θεος, γινεται κοσμος." Ο θεος παιζει. Η μουσικη που παιζει, ειναι ο κοσμος. Τελικα οντως δεν υπαρχει τοσο μεγαλη διαφορα αναμεσα στον θεο που λογαριαζει και στον θεο που παιζει. Ακομα και ο θεϊκος παικτης εχει υπερβολικη δοση δρασης, υπερβολικη δοση υποκειμενικοτητας. Δεν ειναι απων. Το λαγουτο του Zhuangzi δεν ειναι λαγουτο του θεου. Εχει μια ειδικη ιδιοτητα. Ηχει πρωτα οταν ο παικτης αποσυρεται, οταν κανενας δεν ειναι παρων. Διχως κανεναν παικτη, διχως καμια δεξιοτεχνια ενος θεϊκου η ανθρωπινου υποκειμενου, χωρις ποτε να το αγγιζει κανεις, αναδιδει απιστευτα ομορφους ηχους και ξελογιαστικες ευωδιες της απουσιας.

PDF
> Το λαθος το αναγνωριζω ως λαθος εκ των υστερων. Θα πει: το βλεπω αργοτερα. Ποιο ειναι το φαινομενο του λαθους που οταν συμβαινει παραμενει, ως λαθος, λανθανον;

Martin Heidegger, ALETHEIA (Ηρακλειτος, Αποσπασμα 16)
[Το μη δυνον ποτε πως αν τις λαθοι;]
[57]
Η λεξη, με την οποια η ερωτηση εγειρεται, καλειται λαθοι. Τι ευκολοτερο απο το να διαπιστωσει κανεις: λανθανω, αοριστος ελαθον, σημαινει: μενω κρυφος; Και παλι μας ειναι σχεδον αδυνατο να ξαναβρεθουμε αμεσα στον τροπο με τον οποιο αυτη η λεξη μιλα ελληνικα.
Ο Ομηρος διηγειται (Οδ. 8.83 κ.ε.) πως ο Οδυσεας, τοσο στα σοβαρα οσο και στα ευθυμα ασματα του ραψωδου Δημοδοκου στο ανακτορο [58] του βασιλια των Φαιακων, καθε φορα καλυπτει το κεφαλι του κι ετσι, απο τους αλλους απαρατηρητος, κλαιει. Ο στιχος 93 λεει: ενθ' αλλους μεν ελανθανε δακρυα λειβων. Συμφωνα με το πνευμα της γλωσσας μας μεταφραζουμε σωστα: "κατοπιν εχυνε δακρυα χωρις οι αλλοι να το παρατηρησουν." Η μεταφραση του Voss πλησιαζει τον ελληνικο λογο περισσοτερο διοτι παραλαμβανει στο γερμανικο κειμενο το φερον ρημα ελανθανε: "Για ολους τους αλλους συνδαιτημονες εκρυβε τα χειμαρρωδη δακρυα." Ομως ελανθανε δεν θα πει μεταβατικα "εκρυβε" αλλα "εμενε κρυφος" - ως αυτος ο οποιος εχυνε δακρυα. Στην ελληνικη γλωσσα το "μενω κρυφος" ειναι η αρχουσα λεξη. Αντιθετα η γερμανικη γλωσσα λεει: εκλαιγε διχως οι αλλοι να το παρατηρησουν. Αντιστοιχα μεταφραζουμε τη γνωστη επικουρεια προτροπη λαθε βιωσας με: "να ζεις εν κρυπτω". Ο λογος, εννοημενος ελληνικα, λεει: "μεινε, ως ο τον βιο του διαγων, (συναμα) κρυφος." Εδω η κρυπτοτητα καθοριζει τον τροπο με τον ο ανθρωπος πρεπει να ειναι παρων αναμεσα στους ανθρωπους. Η ελληνικη γλωσσα, με τον τροπο του λογου της, δηλωνει οτι το κρυψιμο, και τουτο θα πει συναμα το φανερο, εχει μια καιρια πρωτοκαθεδρια απεναντι σε ολους τους υπολοιπους τροπους κατα τους οποιους τα παροντα παρειναι. Ο θεμελιακος χαρακτηρας της παρουσιας καθεαυτην καθοριζεται απο την παραμονη στο κρυφο και το φανερο. (...)
Ολα τουτα, στην αδιαταρακτη συνηχηση τους μεσα στην περιοχη του ελληνικου dasein και της γλωσσας του, θα ηταν αδιανοητα εαν δεν υπηρχε η κρυφη - φανερη παραμονη, ως εκεινο το οποιο δεν χρειαζεται καν να φερει τον εαυτο του καταρχην σε γλωσσα, διοτι αυτη τουτη η γλωσσα ερχεται απ' αυτο.
Αντιστοιχα στην περιπτωση του Οδυσσεα η ελληνικη εμπειρια δεν σκεπτεται συμφωνα με την οπτικη κατα την οποια οι παροντες συνδαιτημονες παρασταινονται ως [59] υποκειμενα τα οποια, με την υποκειμενικη συμπεριφορα τους, δεν αντιλαμβανονται τον κλαιοντα Οδυσσεα ως αντικειμενο της αντιληψης τους. Πολυ περισσοτερο για την ελληνικη εμπειρια κυριαρχει γυρω απο τον κλαιοντα μια κρυπτοτητα η οποια τον αποσυρει απο τους αλλους. Ο Ομηρος δεν λεει: ο Οδυσσεας εκρυβε τα δακρυα του. Ουτε λεει ο ποιητης: ο Οδυσσεας κρυβονταν ως ενας κλαιων, αλλα λεει: ο Οδυσσεας εμενε κρυφος. (...)
Παντως στον Ομηρο λιγους στιχους προηγουμενως λεει σχετικα (στ. 86): αιδετο γαρ Φαιηκας υπ' οφρυσι δακρυα λειβων. Ο Voss, συμφωνα με τον τροπο ομιλιας της γερμανικης γλωσσας, μεταφραζει: (Ο Οδυσσεας καλυπτε το κεφαλι) "ωστε οι Φαιακες να μην δουν τα δακρυσμενα ματοκλαδα.". Και μαλιστα ο Voss αφηνει τη φερουσα λεξη αμεταφραστη: αιδετο. Ο Οδυσσεας ντρεπονταν - ως ενας ο οποιος εχυνε δακρυα εμπρος στους Φαιακες. Ομως τωρα αυτο δεν σημαινει σαφεστατα ο,τι και: κρυβονταν απο τους Φαιακες απο ντροπη; Η μηπως πρεπει και την ντροπη, αιδως, να την εννοησουμε μεσα απο την κρυφη παραμονη, οταν επιχειρουμε να προσεγγισουμε την ελληνικα εμπειρατη της ουσιωση; Τοτε "ντρεπομαι" θα σημαινε: παραμενοντας αποκρυφος και κρυφος αφουγκραζομαι , μενω στον εαυτο μου.
Στο ελληνικο ποιημα της σκηνης του Οδυσσεα που κλαιει συγκαλυμμενα, γινεται εμφανες το πως ο ποιητης εμπειραται την υπαρξη της παρουσιας, ποιο νοημα του Ειναι, χωρις ακομη να εχει εννοηθει, εγινε μοιρα. Παρουσια ειναι η διαυγασμενη αυτο-κρυψη. Της ανταποκρινεται η ντροπη. Αυτη ειναι η συγκρατημενη παραμονη εν κρυπτω εμπρος στην προσεγγιση των παροντων. Ειναι η φυλαξη των παροντων μεσα στην αθικτη εγγυτητα αυτου που παραμενει παντοτε ερχομενο, ο οποιος ερχομος παραμενει [60] επιτεινομενη αυτοσυγκαλυψη. Ετσι λοιπον πρεπει να εννοηθει η ντροπη και καθε συγγενικο της υψηλο, στο φως της παραμονης εν κρυπτω.
Ετσι λοιπον πρεπει να προετοιμαστουμε να χρησιμοποιουμε στοχαστικοτερα μια αλλη ελληνικη λεξη που ανηκει στη ριζα λαθ-. Καλειται επιλανθανεσθαι. Την μεταφραζουμε σωστα με "λησμονω". Στη βαση αυτης της λεξιλογικης ορθοτητας ολα μοιαζουν ενταξει. Κανουμε σαν το λησμονω να ηταν το ηλιου φαεινοτερον του κοσμου. Φευγαλεα μονο παρατηρουμε οτι στην αντιστοιχη ελληνικη λεξη ονομαζεται παραμονη εν κρυπτω.
Και παλι τι θα πει "λησμονω"; Ο μοντερνος ανθρωπος, που τα δινει ολα για να λησμονει το ταχυτερο δυνατο, θα επρεπε να γνωριζει τι ειναι το λησμονω. Ομως δεν το γνωριζει. Εχει λησμονησει την ουσια του λησμονω, εαν την ειχε διανοηθει καν ποτε επαρκως, δηλ. εαν την ειχε διανοηθει εως την ουσιακη περιοχη της λησμοσυνης. Η υφισταμενη αδιαφορια απεναντι στην ουσια του λησμονω δεν εγκειται διολου μονο στην επιπολαιοτητα του σημερινου τροπου ζωης. Ο,τι συμβαινει σε μια τετοια αδιαφορια, ερχεται καθαυτο μεσα απο την ουσια της λησμοσυνης. Σ' αυτην προσιδιαζει να αποσυρεται η ιδια και να περιερχεται στην ιδια τη δινη της αποκρυψης της. Οι Ελληνες εμπειραθηκαν τη λησμοσυνη, ληθη, ως μοιρα του κρυψιματος.
Λανθανομαι θα πει: Ως προς την αναφορα ενος κατα τα αλλα φανερου οντος προς εμενα, εγω παραμενω ως προς εμενα κρυφος. Ετσι το φανερο ειναι απο την πλευρα του επισης, οπως εγω για τον εαυτο μου στην αναφορα μου προς αυτο, κρυφο. Το παρον ον βυθιζεται περα στη κρυπτοτητα ετσι ωστε εγω, σε ενα τετοιο κρυψιμο κρυφος ο ιδιος, να παραμενω ως εκεινος για τον οποιο το παρον ον αποσυρεται. Στον ιδιο χρονο αυτο το κρυψιμο μενει απο την πλευρα του κρυφο. Κατι τετοιο συμβαινει στην περισταση την οποια εννοουμε οταν λεμε: ξεχασα (κατι). Στο ξεχασμα δεν διαφευγει μονο κατι. Το ιδιο το ξεχασμα φευγει προς ενα κρυψιμο [61] και μαλιστα κατα εναν τροπο οπου εμεις οι ιδιοι μαζι με την αναφορα μας στο ξεχασμενο περιερχομαστε στο ξεχασμα. Γι' αυτο οι Ελληνες λεγουν κατ' επιταση στη μεση φωνη επιλανθανομαι. Ετσι η κρυπτοτητα, στην οποια περιερχεται ο ανθρωπος, ονομαζεται συναμα και για την αναφορα της προς αυτο το οποιο μεσω αυτης αποσυρεται απο τον ανθρωπο.
Τοσο κατα τον τροπο με τον οποιο η ελληνικη γλωσσα χρησιμοποιει το λανθανειν, την παραμονη εν κρυπτω, ως φερον και οδηγο ρημα, οπως και απο την εμπειρια του ξεχασματος, εννοημενου απο την παραμονη εν κρυπτω, δειχνεται αρκουντως σαφως οτι το λανθανω, μενω κρυφος, δεν εννοει εναν καποιο τροπο συμπεριφορας του ανθρωπου μεταξυ πολλων αλλων, αλλα τη βασικη ροπη καθε συμπεριφορας προς παροντα και αποντα, αν μη και τη βασικη ροπη της παρουσιας και απουσιας καθαυτης.


Περι της συμβολης του Freud

Ας το δουμε στο απλο παραδειγμα της γυναικας που φευγοντας απο το δωματιο του γνωστου ξεχνα την τσαντα της εκει. Ποια ειναι εδω η "αμεση εμπειρια"; Καταρχην το τιποτα στο χερι της γυναικας που εχει βγει στον δρομο. Ο Freud δεν το προσεχει, και δεν μπορει να το προσεξει γιατι, συμφωνα με την προκαταληψη του, το θεωρει ψευτικο και εχει εξαρχης στραφει στην αναζητηση μιας εξηγησης. Το μαρτυρει ηδη η πρωτη του φραση οπου μιλα για … ψυχικες ενεργειες που προϋποθετουν για την εξηγηση τους αλλες ενεργειες… Και οχι καν η φραση ολοκληρη αλλα ηδη το "ψυχικες ενεργειες". Διοτι οταν χαρακτηριζω το ξεχασμα "παραπραξη", δηλαδη "πραξη" και "ενεργεια", τοτε ηδη το εχω δει ως κατι το οποιο "κανω". Θυμιζω συνηθισμενες εκφρασεις ψυχιατρων και ψυχολογων οπου μιλαμε για καποιον που "κανει" καταθλιψη, "κανει" πανικο κλπ. Στον ιδιο τον Freud το ονειρο ειναι συνωνυμο με "εργο του ονειρου", το πενθος με "εργο του πενθους".
Και γιατι μιλω εδω για προκαταληψη; Διοτι το ιδιο το φαινομενο του ξεχασματος δεν μαρτυρει τιποτα που να δηλωνει τον χαρακτηρα μιας πραξης, μιας ενεργειας. Η γυναικα απλα καποια στιγμη βλεπει πως στο χερι της κρεμεται το τιποτα. Η γυναικα θα πει "ξεχασα". Και ηδη η λεξη "ξεχνω" μας παραπλανα. Διοτι η λεξη μιλαει σ' αυτο που η γραμματικη μας αποκαλει "ενεργητικη φωνη", σαν εξ ορισμου να επροκειτο για την ενεργεια ενος υποκειμενου.
Ο αυστριακος φιλοσοφος Ludwig Wittgenstein μας επεστησε την προσοχη στο οτι οι λεξεις μπορουν και να μας παγιδευουν, και πολυ συχνα μας παγιδευουν. Ήδη στον Nietzsche διαβαζουμε:
Το οτι υπαρχει ενα ξεχασμα, δεν εχει αποδειχθει ακομη. Αυτο που γνωριζουμε ειναι μονο οτι η επαναθυμηση δεν ειναι στο χερι μας. Σ' αυτο το κενο της δυναμης μας θεσαμε προσωρινα εκεινη τη λεξη 'ξεχνω': σαν να υπαρχει και μια ικανοτητα ακομα στο ευρετηριο. Μα τι ειναι τελικα στο χερι μας!
"Το οτι υπαρχει ενα ξεχασμα, δεν εχει αποδειχθει ακομη." Η φραση μοιαζει ανοητη. Αν δεν παρασυρθουμε απο την πρωτη μας αντιδραση και εγκυψουμε σ' αυτην, θα μπορουσαμε να βρεθουμε προ απροοπτων. Όπως οτι η λεξη "ξεχνω", εις πεισμα της γραμματικης, δεν εχει ενεστωτα χρονο. Διοτι στο ξεχασμα ανηκει το οτι ξεχνω πως ξεχνω. "Ξεχασα" θα πει και "ξεχαστηκα". Δεν μπορω να πω "ξεχνω" οπως μπορω να πω "σας μιλω". Και ομως η γυναικα θα πει "ξεχασα" οπως εγω το απογευμα θα μπορω να πω "σας μιλησα". Γιατι η γυναικα μιλα λαθος; Διοτι εγω το απογευμα θα μπορω να ανακαλεσω την ομιλια μου. Όμως ενα replay του ξεχασματος ειναι αδυνατο. Η γυναικα του δρομου δεν μπορει να ανακαλεσει τη γυναικα του δωματιου την ωρα που ξεχναει την τσαντα. Το ξεχασμα δεν δηλωνεται πουθενα ως εμπειρια. Το ξεχασμα ως ξεχασμα δεν ειναι φαινομενο και δεν ειναι εμπειρια! Και τι εχει συμβει στο δωματιο του φιλου;
Η γυναικα που θα πει "ξεχασα", θα συνοδευσει το "ξεχασα" ρητα η αρρητα με ενα "Δεν το πιστευω!" και "Πως το εκανα;" και "Εγω το εκανα αυτο;". Της μενει αναπαντητο. Και εχει δικιο, περισσοτερο απ' οσο φανταζεται. Διοτι η γυναικα του δωματιου που φευγει χωρις τσαντα ειναι οντως μια αλλη απο την γυναικα του δρομου, για την οποια η τσαντα με τα κλειδια, το πορτοφολι, το κινητο κλπ. συνιστα αναποσπαστο μερος της ζωης της, ειναι προεκταση των χεριων της. Η δευτερη τρομαζει οταν αντικριζει την πρωτη που κινειται με μια αδιανοητη ξεγνοιασια, με χερια γυμνα, που δεν λογαριαζει κλειδια και σπιτι και αυτοκινητο, πορτοφολι και αναγκες και δοσοληψιες, κινητο και δικτυωση με φιλους και συγγενεις. "Εγω το εκανα αυτο;" "Ναι," θα της ελεγα ισως, "και αυτο το εκανες, και αυτη υπηρξες!"
Τωρα το "ξεχασα" και το κενο του μας μιλα σε ενα αλλο φως. Το κενο δειχνεται ως η αποσταση που παιρνει η γυναικα του δρομου απο την γυναικα του δωματιου, την οποια δεν αναγνωριζει, δεν δεχεται, αλλα την προδιδει και την απαρνειται. Η γυναικα του δρομου εννοει τον εαυτο της μονοσημαντα, εκπροσωπει δηλαδη μονο αυτην την μορφη. Για την γυναικα του δωματιου λεει: "Αυτη δεν ειμαι εγω". Την γυναικα του δωματιου την εχει χασει, την εχει ξε-χασει.
Το προσωπο που αποδεχεται η γυναικα ως το μονο δικο της, ειναι αυτο που θελει τον ανθρωπο να τα εχει ολα στα χερια του – να ειναι ο μηχανικος της κοσμικης μηχανης. Οι ερμηνειες μας πολλες φορες εχουν το νοημα: αυτο εξηγειται, αυτοι ειναι οι λογοι, αρα ειναι στο χερι σου να τ' αλλαξεις. Βεβαια ο νοημων θεραπευτης θα πει, με τον Nietzsche: "Μα τι ειναι τελικα στο χερι μας!" – οχι επειδη τα χερια του δεν μπορουν ν' αδραχνουν και στεκουν αδρανη κι αβοηθητα αλλα επειδη γνωριζει κι αλλα χερια εκτος απ' αυτα – χερια που δειχνουν, χερια που αγγιζουν αναλαφρα, χερια που αρνουνται, χερια που χαιρετιζουν.
Γι' αυτον που δεν το ξερει, τα αβοηθητα χερια ειναι, γυριζουμε στον Nietzsche, "κενο της δυναμης μας", και τουτο το ονομαζουμε π.χ. "ξεχνω", σαν να επροκειτο κι αυτο για μια ενεργεια, μια πραξη, "σαν να υπαρχει και μια ικανοτητα ακομη στο ευρετηριο", η διεργασια της οποιας, θυμιζω τα λογια του Freud, μας εχει μεινει κρυφη. Έτσι ο Freud θα ελεγε π.χ. οτι η γυναικα ξεχνα την τσαντα της στο δωματιο γιατι εχει την "κρυφη", δηλαδη ασυνειδητη επιθυμια να ξαναγυρισει εκει. Το ξεχασμα εχει γινει ενεργεια και πραξη και ικανοτητα, το κενο της δυναμης μας εχει αποδειχθει πλαστο, η κρυφη διεργασια ερχεται στο φως, υπαρχει επιτελους μια, Freud, καταδειξιμη συσχετιση και ολα ειναι παλι στο χερι μας.
Αυτη η εξηγηση ειναι "περαν της αμεσης εμπειριας". (Εδω δεν μιλαμε λοιπον για την περιπτωση μιας μεθοδευσης απο μερους της γυναικας, που θα ηταν συνειδητη, ουτε για μια προσυνειδητη λεγομενη προθεση.) Τι προσφερει τοτε; Επιβεβαιωνει την προκαταληψη μας. Μας ησυχαζει. Wittgenstein:
Το ολεθριο στον επιστημονικο τροπο σκεψης, τον οποιο σημερα κατεχει ολος ο κοσμος, ειναι οτι θελει ν' απαντησει σε καθε ανησυχια με μια εξηγηση.
PDF

Video



Περίληψη


Υπολογιστές και ίντερνετ δεν είναι απλώς μέσα επικοινωνίας. Αλλάζουν αποφασιστικά την ίδια την επικοινωνία και τους επικοινωνούντες. Τους προσαρμόζουν στα μέτρα τους. Μεταβάλλουν την εικόνα του κόσμου και του εαυτού μας, τις σχέσεις μας. Σε μια μεγάλη μερίδα του πληθυσμού η δυνατότητα της κοινωνικής δικτύωσης ασκεί μια γοητεία ακατανίκητη. Τα κοινωνικά δίκτυα προάγουν μια ύπαρξη ελεύθερη από δεσμεύσεις σε τόπο, χρόνο, ταυτότητα, παράδοση, ήθη και έθιμα. Το πρόσωπο μεταλλάσσεται σε face (πρβ. Facebook).
To face είναι πέρα για πέρα αυτό που δηλώνει. Του λείπει η αύρα, η ατμόσφαιρα, η γεύση και η οσμή - του λείπει το φόντο μιας σκιάς που το μυθοποιεί, το κάνει πρόσφορο στον έρωτα, την εχθρότητα, τη φιλία. Το face είναι μοναχικό και αδέσμευτο. Δεν είναι σε θέση να συνάπτει σχέσεις. Μια σχέση, από την ίδια τη λέξη της, χαρακτηρίζεται από ιδιότητες όπως του έχω, συνέχω, κατέχω, προσέχω. Το face είναι υπερβολικά αδέσμευτο, αποσπασματικό, συγκεντρωμένο στο Εγώ του. Η επικοινωνία του είναι διάδραση. Της λείπει η ιστορία, η συνέχεια, η αφηγηματικότητα μιας σχέσης. Το face δεν διαβάζει κείμενα αλλά hyper-texts και δικτυώνεται σε υπερ-σχέσεις.
Η έλλειψη σκιών (αύρα, ατμόσφαιρα, γεύση, οσμή), μαζί με τη διαθεσιμότητα μιας απέραντης δικτύωσης, προσδίδει στο face μια ελευθερία χωρίς όρια, που φτάνει έως την ελευθεριότητα. Παθολογίες όπως το "σύνδρομο διάσπασης προσοχής και υπερκινητικότητας", φαινόμενα βίας όπως η "κυβερνητική κακοποίηση", ένας τρόπος ύπαρξης μονοδιάστατος και αυτιστικός συνοδεύουν ανθρώπους, το πρόσωπο των οποίων παραμορφώνεται σε face.
Και πάλι απέναντι σ' αυτόν τον χείμαρρο της δικτύωσης που πλανά, αποπλανά και συμπαρασέρνει τα πάντα στο ρεύμα του δεν υπάρχει άλλη δυνατότητα. Δεν κερδίζεται τίποτα ούτε με την αντίσταση ούτε με την προσφυγή στα παλιά. Ο εικονικός κόσμος είναι μαγευτικός και συνάμα ολέθριος. Μαζί με την αναπόφευκτη αποδοχή του παραμένει ζητούμενο μια άνεση απέναντι στην αξίωση του να μονοπωλήσει τον κόσμο.
 

Σκιες και Faces 1

Ο Marshall McLuhan, ο πρωτοπορος θεωρητικος των ηλεκτρονικων μεσων επικοινωνιας, στις ομιλιες του ανεφερε καποιες φορες το εξης ανεκδοτο:
"Δυο Ινδιανοι Ναβαχο συζητανε με σηματα καπνου διαμεσου μιας κοιλαδας στην Αριζονα. Την ωρα που τα λενε μ' αυτον τον τροπο, η επιτροπη ατομικης ενεργειας προχωρει σε μια ατομικη εκρηξη. Οταν το μανιταρι εχει διαλυθει, ο ενας Ινδιανος στελνει στον αλλο ενα σημα καπνου που λεει: "Πω! Πω! Νεαρε, θα 'θελα να το 'χα πει εγω αυτο!"

Ο Ινδιανος ειναι πολυ εντυπωσιασμενος. Το μανιταρι ειναι εκπληκτικο. Ειναι και ολεθριο, ομως αυτο δεν το γνωριζει ακομη. Πλαναται. Η πλανη ειναι πλανα, μαγευει και σαγηνευει, και "η τραγωδια περιμενει αναποτρεπτη στο τελος", οπως ειπε καποτε ο Σεφερης.2

Υπολογιστες και ιντερνετ, στις απαρχες τους, πριν γινουν αυτονοητα, προκαλεσαν εναν θαυμασμο αντιστοιχο μ' αυτον του Ινδιανου στη θεα του μανιταριου. Καπου 15 χρονια νωριτερα απο τον McLuhan ο γερμανος φιλοσοφος Martin Heidegger εκανε μια ομιλια με τιτλο "Το πραγμα". Στην ομιλια επισης γινεται λογος για την ατομικη βομβα. Εκεινα τα χρονια, αρχες της δεκαετιας του '50, ο Heidegger μιλαει για αεροπλανα, ραδιοφωνο και τηλεοραση. Ομως αυτα που λεει θα μπορουσαν κατα μειζονα λογο να αφορουν και τη σημερινη εποχη του ιντερνετ και των κοινωνικων δικτυων. Κατα τον Heidegger η νεα τεχνολογια και οι συγχρονες μορφες επικοινωνιας συνεπαγονται μια συρρικνωση των αποστασεων, χωρις ομως αυτη η συρρικνωση να οδηγει σε εγγυτητα. Προκυπτει ενα πεδιο οπου τα πραγματα δεν ειναι ουτε κοντα ουτε μακρια, δηλαδη ουτε παροντα ουτε αποντα. Καθοσον ομως παρουσια και απουσια συνιστουν τους τροπους με τους οποιους τα πραγματα υπαρχουν και μας αφορουν, η καταλυση παρουσιας και απουσιας ισοδυναμει με εναν, οπως λεει, "διαμελισμο" των πραγματων, πολυ πιο ουσιαστικο και πιο θεμελιακο απο την καταστροφη που επιφερει μια ατομικη βομβα. Η ομιλια αρχιζει ως εξης:
"Ολες οι αποστασεις στον χωρο και στον χρονο συρρικνωνονται. Οπου ο ανθρωπος καποτε χρειαζονταν εβδομαδες και μηνες δρομου, σημερα με το αεροπλανο φτανει εν μια νυκτι. Ο,τι παλαιοτερα ο ανθρωπος χρειαζονταν χρονια για να το μαθει, η δεν το μαθαινε καν, σημερα το πληροφορειται αμεσως καθε ωρα απο το ραδιοφωνο. (...) Το ακρον αωτον παραμερισμου καθε δυνατοτητας μιας αποστασης επιτυγχανεται με την τηλεοπτικη συσκευη, η οποια συντομα θα υφαρπαζει και θα κατακυριαρχει ολη τη συναρμοση και τη ροη της επικοινωνιας. (...) Τι συμβαινει εδω οταν με τον παραμερισμο των αποστασεων ολα βρισκονται το ιδιο κοντα και το ιδιο μακρια; Τι ειναι αυτο το ομοιομορφο οπου τα παντα δεν ειναι ουτε κοντα ουτε μακρια, τροπον τινα διχως αποσταση; Ολα συμπαρασυρονται στην ομοιομορφια και στην ελλειψη αποστασης. Πως λοιπον; Δεν ειναι η περισυλλογη σ' εναν τοπο χωρις κοντα και χωρις μακρια ακομη πιο δεινη απο εναν διαμελισμο των παντων; Ο ανθρωπος γουρλωνει τα ματια εμπρος σ' αυτο που θα μπορουσε να επελθει με την εκρηξη της ατομικης βομβας. Ο ανθρωπος δεν βλεπει αυτο που ηδη εχει επελθει (...) Τι περιμενει αυτη η αμηχανη αγωνια οταν το αποτροπαιο εχει ηδη συμβει;"3

Το μεσο επικοινωνιας, γραφει ο Mc Luhan στην αρχη του βιβλιου του "Understanding Media", ειναι "προεκταση του εαυτου μας"4, οπως, δικο μου παραδειγμα, τα ξυλοποδαρα. Τα ξυλοποδαρα δεν προεκτεινουν απλα τα ποδια. Μεταβαλλουν και τον τροπο του βηματισμου. Το ιντερνετ, αυτο το ηλεκτρονικο ξυλοποδαρο, μεταβαλλει επισης εμας και την επικονωνια μας. Πως λοιπον παρουσιαζονται σημερα ανθρωποι και πραγματα στην ηλεκτρονικη τους δικτυωση; Πως μας σημαδευει το ιντερνετ; Ποιους ανθρωπους μας κανει; Πως μεταλλασσει τις σχεσεις μας; Η επισκοπηση καποιων χαρακτηριστικων του μπορει να μας δωσει την εικονα αυτου του μεταλλαγμενου εαυτου μας, η, οπως λεει ο Elias Aboujaoude, μια εικονα της "ηλεκτρονικης μας προσωπικοτητας" και των διαπροσωπικων μας σχεσεων - αν οι λεξεις "προσωπο" και "διαπροσωπικες σχεσεις" ειναι καν πλεον δοκιμες.

Ας εχουμε βεβαια κατα νου πως καθε φορα, σε καθε χρηστη του υπολογιστη και του ιντερνετ, η εμπλοκη στον εικονικο κοσμο ποικιλλει. Ο εικονικος κοσμος μπορει να εξυπηρετει τον πραγματικο, οπως στην επαγγελματικη προβολη, στην ενημερωση και πληροφορηση, στην αναζητηση συντροφου, η απλα στην επικοινωνια μεταξυ γνωστων και φιλων. Στην αλλη ακρη του φασματος βρισκεται εκεινη η διαδραση η οποια αρχιζει και τελειωνει στο εικονικο, οπως "φιλοι" στο facebook που ποτε δεν γνωριστηκαν, και μαλλον δεν θα γνωριστουν ποτε, ταξιδια με το google ανα τον κοσμο, παιχνιδια, εικονικο η πορνογραφικο σεξ κλπ. Σ' αυτην την ομιλια θα επιχειρησω να περιγραψω καποια χαρακτηριστικα του αμιγως εικονικου κοσμου, τα οποια σημαδευουν τον καθενα μας σε αλλοτε αλλον βαθμο. Τον καθενα μας ... Και εδω θυμαμαι τωρα μια φραση του Nietzsche: "Η ερημος μεγαλωνει. Αλοιμονο σ' αυτον που μεσα του κρυβει ερημους."

Ενα παλιο διαφημιστικο σλογκαν της Microsoft για τα Windows '95 λεει: "Where do you want to go today?" Καποτε οι ερωτησεις κρυβουν τις δικες τους παγιδες. Απαντας στην ερωτηση και, πριν το καταλαβεις, με την απαντηση σου εχεις εμπλακει στους κανονες του παιχνιδιου με τους οποιους διατυπωνεται η ερωτηση. Οταν π.χ. οι γονεις ρωτουν το παιδι τους που γυριζει απο το παρτυ "Περασες καλα;", το μαθαινουν να κρινει καταστασεις σε ορους "Περνω καλα" / "Περνω ασχημα". Ο υπολογιστης γνωριζει μονο την ερωτηση του τυπου "Τι θελεις;" και μαθαινει στον χρηστη να επικοινωνει μαζι του σε ορους εντολων, στη μορφη "Θελω να...".

"Where do you want to go today?" θα πει στην ουσια: μπορεις να πας οπου θελεις. Θα πει: σε βαθμο ασυγκριτα μεγαλυτερο απο το τηλεφωνο και την τηλεοραση, δεν εισαι δεσμευμενος απο το γεγονος οτι βρισκεσαι σε εναν ορισμενο τοπο και σε εναν ορισμενο χρονο, σε μια ορισμενη κοινωνικη συνθηκη, με τα ηθη και με τα εθιμα της πατριδας και του πολιτισμου στον οποιο μεγαλωσες, και που σε ακολουθει. Το ιντερνετ εχει εγκαταλειψει την αναφορα σε εναν πολιτισμο. Ειναι υπερ-πολιτισμικο. Ο χρηστης του δεν κατοικει κανενα σπιτι, κανεναν οικο που θα στεγαζε τα οικεια του πραγματα και θα ορθωνε εναν φρακτη απεναντι στο ανοικειο, το ξενικο. Η ερωτηση "Where do you want to go today?" απελευθερωνει τον αποδεκτη της απο καθε οικο και απο καθε διασταση οικειου / ανοικειου. Του αποτεινεται ως τουριστα, ως, οπως καθιερωνεται πλεον να λεγεται, "υπερπολιτισμικο τουριστα".5

Θα μπορουσαμε να πουμε οτι ενα κυριο χαρακτηριστικο της εικονικης πραγματικοτητας ειναι η αποδεσμευση απο το γεγονος - το γεγονος οτι ειμαι εδω, οτι εχω ενα φυλο και μια ηλικια, οτι γεννηθηκα σε μια ορισμενη χωρα και εχω μια ορισμενη μητρικη γλωσσα, οτι εζησα οπως εζησα και οτι ολα αυτα δεν ξεγινονται, οτι οι οποιες δυνατοτητες μου ειναι ανοιχτες, ειναι ανοιχτες στη βαση αυτης μου της γεγονοτητας. Τωρα, στην εικονικη πραγματικοτητα του διαδικτυου, εχει συμβει μια απο-γεγονοποιηση. Μπορω να εχω μια οποιαδηποτε αλλη ταυτοτητα. Σε ενα forum γραφει καποιος: "Το ονομα μου ειναι Caterina Fake, και ειμαι ενας φορτηγατζης 45 χρονων απο το νοτιο Σικαγο. (...) Πιστευω πως το ονομα μου αντανακλα τον εσωτερικο μου εαυτο καθως ειμαι ενας ευγενικος και τρυφερος παλιος παικτης του ραγκμπυ υψους 1,95."6

Ο υπερπολιτισμικος τουριστας, πορευομενος επανω στα ηλεκτρονικα ξυλοποδαρα, εχει εναν βηματισμο που δεν γνωριζει ορια. Ειναι ενας απολυτος τουριστας, δηλαδη χωρις εναν τοπο δικο του απο τον οποιο θα ξεκινουσε και στον οποιο θα επεστρεφε. Δεν πεφτει σε συνορα που να τον εμποδιζουν, η να τον απαγορευουν. Ολα ειναι ανα πασα στιγμη μπροστα του. Το Οχι του εκει που δεν ειναι εδω, το Οχι του παρελθοντος που δεν ειναι πια, το Οχι του μελλοντος που δεν ειναι ακομη, εξαφανιζονται με ενα κλικ. Δεν γνωριζει κανενα Οχι που θα του αντιστεκονταν, που θα δηλωνε πως υπαρχει ενα Αλλοτριο, ενας Αλλος που θα τον ξενιζε, θα τον ενοχλουσε, θα τον αμφισβητουσε. Ετσι δεν γνωριζει τον πονο της πτωσης επανω σε κλειστες πορτες, αλλα ουτε και τη χαρα στο ανοιγμα μιας φιλοξενης πορτας. Ο υπερπολιτισμικος τουριστας, καθοτι πουθενα δεν συναπαντα τον Αλλο, ειναι ενα αυτιστικο ον. Αυτιστικο, αχρωμο και αοσμο. Δεν πονα και δεν χαιρεται. Γνωριζει μονο τη ρηχη βουλιμικη ευφορια που του φερνει η ελευθεριοτητα την αυτιστικης του αυταρκειας.

Ο υπερπολιτισμικος τουριστας ειναι αγενης. Μιλα με τον υπολογιστη σε ορους εντολων. Δεν γνωριζει μορφες ευγενειας οπως "Θα ηθελα...", "Μηπως θα μπορουσες...", "Παρακαλω, μπορω να εχω...", μορφες δηλαδη που αφηνουν χρονο, ανασα, που αποτεινονται στη δυνατοτητα και στην προθυμια του Αλλου.
Ο υπερπολιτισμικος τουριστας ειναι κουτος. Δεν σκεφτεται. Η επικοινωνια με τον υπολογιστη δεν σηκωνει δευτερη κουβεντα. Δεν αφηνει περιθωριο για τον δισταγμο, για το ερωτημα, το οποιο, συμφωνα με τον Heidegger, ειναι η ευλαβικοτητα της σκεψης. Στο λεξιλογιο του δεν υπαρχει η απορια, το "Ισως...", το "Δεν ξερω..." και το αδιεξοδο, η αμφιθυμια και η συγκρουση. Αγνοει ολοτελα τη σιωπη και την σχολη, την ανετη, ελευθερη, αβιαστη, μετεωρη παραμονη στο ενα και το αλλο. Ειναι υπερκινητικος και διασπασμενος. Ειναι ο ανθρωπος ελαφροπετρα.

Ο υπερπολιτισμικος τουριστας δεν εχει προσωπο. Εχει face. Το συνειναι με τους αλλους, η διαπροσωπικη σχεση, με την εισοδο στο facebook και τα συναφη κοινωνικα δικτυα υφισταται μια μεταλλαγη. Το προσωπο δινει τη θεση του στο face. Το face ειναι διαφανο. Ειναι περα για περα αυτο που δηλωνει. Οχι οτι επικοινωνει τα παντα με ειλικρινεια. Ομως αυτα που επικοινωνει δεν αφηνουν τιποτα κρυφο. Το face παρουσιαζεται οπως αυτο και μονο με ειδοποιει για τον εαυτο του. Δεν εχει κανενα μυστηριο, καμια αυρα: Δεν εχει χρωματα και μυρωδιες, δεν εχει ατμοσφαιρα και ρυθμο, η οψη του δεν αφηγειται ιστοριες, το σωμα του, τα ματια, τα χερια του, δεν μιλουν. Το face δεν εχει δηλαδη σκιες. Δεν εχω τη δυνατοτητα να το γνωρισω εγω, μεσα απο τις σκιες του, και να γνωρισει κι αυτο τον εαυτο του μεσα απο τα δικα μου τα ματια. Ετσι δεν συνδιαλεγεται μαζι μου. Τα λογια του δεν λεγονται μεσα απο μια ανταποκριση στη δικη μου παρουσια, δεν τα γενναει η ατμοσφαιρα, η αυρα της συναντησης μας. Τα ερωτηματα, τα μυστηρια, η σαγηνη, ο μυθος λειπουν απο αναμεσα μας. Το face δεν συνομιλει. Κανει chat. Ολα εκτυλισσονται σε ενα απλετο κρυο φως. Το φως διχως σκιες ειναι τελικα, με μια ευρυτερη αλλα και στενοτερη εννοια, πορνογραφικο.

Ο Byung-Chul Han, ενας κορεατης φιλοσοφος που ζει στη Γερμανια, λεει σε μια συνεντευξη σχετικα: "(...) ενας διαφανος κοσμος θα ηταν ενας κοσμος που θα ειχε μια πολυ ατονη γευση. Το μυστηριο μπορει να εμβαθυνει το Ειναι. Σημερα τη θεση του πλανεματος την παιρνει η υπολογιστικη διαθεσιμοτητα. Η μαγεια παραμεριζεται απο τον αριθμο. Η διαφανεια δεν ευωδιαζει. Επισης η διαφανεια υφαρπαζει απο τον χρονο την ευωδια του. Ο διαφανος χρονος ειναι χωρις συμβαντα, χωρις αφηγηση, ειναι χρονος χωρις ιστορια. Το ερωτικο επισης προϋποθετει το μυστηριο. Εκει που χανεται τελειως, ξεκινα η πορνογραφια. Αυτη ισοπεδωνει το Ειναι. Το αδειαζει και το απομυθοποιει."7

Ομως για τις σκιες γραφει ο ποιητης Paul Celan:
"ΕΙΝ' ΟΛΑ ΑΛΛΙΩΤΙΚΑ απ' οτι νομιζεις, απ' οτι νομιζω,
το λαβαρο κυματιζει ακομα,
τα μικρα μυστηρια ειν' ακομη αυτουσια,
ριχνουν ακομα σκιες, απ' αυτο
ζεις εσυ, ζω εγω, ζουμε."8
και αλλου:
"Μιλαει αληθινα οποιος μιλαει σκιες"9

Ο Han, στη συνεντευξη που αναφερθηκε, παραπεμπει στο διηγημα "Η θαυμαστη ιστορια του Peter Schlemihl" του Adelbert von Chamisso. Ο Peter Schlemihl πουλα τη σκια του στον διαβολο για ενα θαυμαστο σακουλακι γεματο χρυσαφι που δεν στερευει ποτε. Στο τελος της ιστοριας ο Schlemihl, ο ηρωας της ιστοριας, δινει στον Chamisso, τον συγγραφεα, τη συμβουλη: "Κι εσενα, αγαπητε μου Chamisso, σε ανακηρυξα θεματοφυλακα της θαυμαστης ιστοριας μου, ωστε αυτη, οταν εχω χαθει απο τη γη, να γινει ισως χρησιμο μαθημα για πολλους απο τους κατοικους της. Εσυ ομως, φιλε μου, αν θελεις να ζεις αναμεσα στους ανθρωπους, μαθε προπαντων να τιμας τη σκια."

Η λεξη "σχεση" ειναι παραγωγο του εχω. Στο εχω συνηχουν, μεταξυ πολλων αλλων, τα κατεχω, παρεχω, συνεχω, προσεχω. Χαρακτηριστικο μιας σχεσης ειναι το οτι ο ενας "εχει" τον αλλο, αναφερεται σ' αυτον ως συνεχεια του εαυτου του. Γι' αυτο καμαρωνουμε η ντρεπομαστε για τον συντροφο και τα παιδια μας. Γι' αυτο μια συγκρουση ειναι επωδυνη, γι' αυτο ενας χωρισμος μοιαζει με ακρωτηριασμο. Ο υπερπολιτισμικος τουριστας δεν εχει σχεσεις. Η διαφορα με καποιο face δεν θα γεννησει καμια αμφισβητηση του, καμια κριση μεταξυ τους που θα μπορουσε ειτε να ανοιξει τον ενα για τον αλλο, ειτε να οδηγησει σε χωρισμο τους, και οπωσδηποτε να τους σημαδεψει.

Το face κανει "like". Το "like" δεν υποδηλωνει σχεση. Ειναι η εκφραση μιας αρεσκειας του αποστολεα που τρεφει την αυταρεσκεια του αποδεκτη. Ετσι ο καθενας μενει στον μικροκοσμο του δικου του Εγω, της δικης του εγωσφαιρας, που εχει οχι πορτες και παραθυρα αλλα windows. Η λεξη "σχεση" δεν ταιριαζει για το ειδος της επικοινωνιας στα κοινωνικα δικτυα. Ισως, αναλογα με το "hypertext", το κειμενο στο ιντερνετ, που με τα παρεμβαλλομενα links δεν αναπτυσσει καμια συνεχεια, καμια αφηγηση και καμια αυτοτελεια, και γι' αυτο δεν μπορει να σε αποροφησει, θα μπορουσαμε να μιλησουμε για "υπερσχεσεις". Το "υπερ..." υπερακοντιζει τη σχεση στο διαστημα, της αφαιρει τη βαρυτητα της συνεχειας, της ιστοριας της, της παιρνει αυτο που προπαντων της δινει τη ζωντανια της: την καρδια. Οι υπερσχεσεις ειναι ελλιποβαρεις και ανορεξικες, αναιμικες και αψυχες. Ανυδρες και ανισκιωτες. Μονολογοι που αυτοτροφοφοδοτουνται με τους μονολογους των αλλων.

Στις υπερσχεσεις ειναι εγγενης μια ιδιαιτερη βια. Οταν δινω στον αλλο μια γροθια, το χερι μου προσκρουει στο σωμα του. Οταν προσβαλλω καποιον, βλεπω την ενταση στο προσωπο του. Η βια των υπερσχεσεων δεν συναντα απεναντι της απολυτως τιποτα, και ετσι δεν γινεται καν αισθητη ως βια. Αμερικανοι πιλοτοι στον πολεμο του Κολπου δηλωναν πως οι βομβαρδισμοι που εκτελουσαν ηταν οπως ενα video game. Στην ηλεκτρονικη κακοποιηση στο σχολειο, στην εργασια, στην πολιτικη, δεν υπαρχει ο απεναντι που λοιδωρειται. Τιποτα δεν εμποδιζει τον υπερπολιτισμικο τουριστα να ειναι και υπερπολιτισμικος τρομοκρατης.

"Προβληματικες" τωρα με την στενοτερη εννοια θα ηταν εκεινες οι συμπεριφορες οπου ο εικονικος κοσμος συγχεεται με τον πραγματικο, μαλιστα αντικαθιστα τον πραγματικο. Προκειται ισως για τη σημερινη εκδοχη ανθρωπων που παλαιοτερα κατεφευγαν σε εναν φανταστικο κοσμο, με ροζ συννεφακια, με σεναρια, με νοερους διαλογους. Αυτος ο εσωτερικος κοσμος ηταν πολυ πιο ζωντανος απο τον αλλο, τον εξω, τον πραγματικο κοσμο, που τον ζουσαν ως γκριζο και ατονο, απελπιστικο και αφορητο. Το ιντερνετ, το facebook και τα συναφη, εκει που η χρηση τους ξεπερνα ενα οριο, θα ηταν η συγχρονη εκδοχη εκεινου του μοναχικου κοσμου που δεν θα χαρακτηριζονταν πλεον απο εσωτερικοτητα αλλα οπωσδηποτε απο το βυθισμα σε ενα αυτιστικο παραμυθι. Φαντασιωση που πλεον θα ανελισσονταν μεταλλαγμενη επανω στα ηλεκτρονικα ξυλοποδαρα. Ενδεχομενως παθολογιες της εποχης οπως ο εθισμος στο διαδικτυο, το "συνδρομο διασπασης προσοχης και υπερκινητικοτητας", μια ορισμενη μορφη καταθλιψης, να εγκεινται στη τοξικοτητα εκεινου του τροπου υπαρξης τον οποιο αφομοιωνουμε λιγοτερο η περισσοτερο οταν λειτουργουμε ως χρηστες του διαδικτυου.

Εκει που ανθρωποι με τετοια θεματα καταληγουν στον ψυχολογο και στον ψυχιατρο, αντιμετωπιζονται κατα κανονα με ορους του παρελθοντος, δηλαδη οπως οι εξαρτημενοι απο το αλκοολ και τα ναρκωτικα. Ισως θα επρεπε να προσεχθει περισσοτερο το ειδος αυτης της εξαρτησης, η ιδιαιτεροτητα της σχεσης με τον υπολογιστη και το ιντερνετ, αν ειναι να υπαρξει μια επικοινωνια, μια θεραπευτικη επικοινωνια μαζι τους.

Ξεκινησα με το ανεκδοτο του McLuhan για τον Ινδιανο που θαυμαζε το ατομικο μανιταρι. Το ιντερνετ ειναι εκπληκτικο και θαυμασιο. Ασκει μια ελξη παρομοια μ' αυτην που ασκουσαν οι Σειρηνες στους ναυτικους που περναγαν απο τα μερη τους. Ηταν τα υπεροχα τραγουδια τους. Στην ελληνικη μυθολογια τα αλλα μυθικα πλασματα που τραγουδουσαν ηταν οι Μουσες. Ο Martin Poltrum, αυστριακος ψυχιατρος, κανει μια ενδιαφερουσα επισημανση για τη διαφορα τους:
"Οι Μουσες (...) αρχιζουν να μιλουν οταν κανεις τις ρωτησει, τις υμνησει και τις τιμησει. Οι Μουσες ειναι αβλαβεις. Μπορει μεν να πουν λαθος πραγματα, ομως αυτο το παραδεχονται ηδη απο την αρχη του λογου τους. Παντως αυτο σημαινει και οτι οι Μουσες πρωταρχικα ακουνε. Ακουνε τον ποιητη και του λενε αυτο που ζητα. Οπως ο ποιητης παιρνει τις Μουσες στα σοβαρα, ετσι και οι Μουσες παιρνουν στα σοβαρα τον ποιητη, το ενδιαφερον του να γνωρισει, την ερωτηση του και την παρακληση του να μαθει. Εδω υφισταται μια θεμελιωδης διαφορα με τις Σειρηνες. Οι Σειρηνες τραγουδανε επισης. Μαλιστα τραγουδανε υπεροχα και αξιαγαπητα. Ετσι λεει ο μυθος. Τραγουδανε τοσο ομορφα και το τραγουδι τους υποσχεται τοσα, που οι περαστικοι ναυτικοι ειναι αδυνατο να απομακρυνθουν απο το ασμα τους. Οι ναυτικοι θελουν να ειναι κοντα στις Σειρηνες. Οι Σειρηνες με το ασμα τους υποσχονται ομορφια, γλυκα και ερωτα, ομως φερνουν ολεθρο, βασανο και θανατο. Λεγεται πως γυρω απο τις Σειρηνες ολα γινονται σταχτη. Οταν κανεις τις πλησιαζει, τροπον τινα φλεγεται απο το παθος και καιγεται. Η οντοτητα των Σειρηνων ειναι να προκαλουν με τον ερωτα και να φερνουν τον θανατο, οταν κανεις τις πλησιαζει. Οι Σειρηνες μιλουν χωρις να προσκληθουν προς τουτο. Τραγουδουν στους περαστικους ναυτες και θελουν την προσοχη τους. Οπου δεν εχουν ακριβως αυτο που χαρακτηριζει τις Μουσες: Οι Σειρηνες ειναι κουφες. Δεν ακουνε. Δεν ενδιαφερονται για τους περαστικους. Δεν ενδιαφερονται για τον Οδυσσεα που θελει το σπιτι του, την Πηνελοπη και τον Τηλεμαχο. Δεν ενδιαφερονται για το που θελουν να πανε ο Ορφεας και οι Αργοναυτες οταν περνανε απο το νησι τους. Οι Σειρηνες θελουν ενα και μονο: Προσοχη με καθε τιμημα. Αδιαφορο αν μ' αυτο αποτρεπουν τους περαστικους απο τον δρομο της ζωης τους η οχι. Η παραδοση στις Σειρηνες σημαινει πραγματικο η ψυχικο θανατο."10

Ο εικονικός κοσμος μοιαζει να ασκει μια γοητεια και μια ελξη ακατανικητη, οπως αυτη των Σειρηνων. Γιατι των Σειρηνων; Γιατι οι Σειρηνες δεν απαντουν σε μια δικη μας επικληση, δεν ακουν εμας, οπως κανουν οι Μουσες, αλλα μας καλουνε αυτες, μας προ-καλουν με τη σαγηνη τους. "Where do you want to go today?" Ειναι τοσο εκμαυλιστικο! Δεν μπορουμε να του πουμε οχι.

Ας δοκιμασουμε να δουμε αυτην τη σαγηνη προσεκτικοτερα. Η λεξη του Ομηρου για την επιρροη των Σειρηνων ειναι το "θελγουσιν". Μ' αυτην τη λεξη ο Ομηρος περιγραφει ακομα πως ο Ερμης με το μαγικο του ραβδι "ἀνδρῶν ὄμματα θέλγει"11, κλεινει τα ματια των ανθρωπων και τους κοιμιζει. Το ρημα θελγω χρησιμοποιειται σχεδον παντου με την εννοια του μαγευω, εξαπατω. Οι Σειρηνες θελγουν τους ανθρωπους. Αυτοι κατευθυνονται προς τις Σειρηνες σαν υπνοβατες. Ηδη ειναι ενας ουριος ανεμος που φερνει το καραβι του Οδυσσεα προς το νησι τους. Και καθως το προσεγγιζουν, ξαφνικα ο αερας παυει, απλωνεται μια γαληνη και, γραφει ο Ομηρος, ενας θεος κοιμιζει τα κυματα: "αὐτικ᾽ ἔπειτ᾽ ἄνεμος μὲν ἐπαυσατο ἠδὲ γαληνη / ἔπλετο νηνεμιη, κοιμησε δὲ κυματα δαιμων."12. Αυτο που συμβαινει ειναι ασυγκριτα ευρυτερο απο το φαινομενο της αποπλανησης αντρων απο ωραιες και πλανες γυναικες. Το νησι των Σειρηνων ειναι ο τοπος της απολυτης γαληνης. Δεν υπαρχουν τρικυμιες και κινδυνοι, τα παντα ειναι φιλικα και γλυκα, τοσο τα στοιχεια της φυσης οσο και οι "θεσπεσιες"13 Σειρηνες που σε καλουν: "δεῦρο" 14, "ελα!". Ειναι ο τοπος απ' οπου λειπει καθε αντιξοοτητα, καθε αμφισβητηση, καθε εχθροτητα, καθε κινδυνος, καθε πονος. Λειπει δηλαδη καθε Αλλοτριο. Δεν ειναι λοιπον μονο η αγκαλια των Σειρηνων. Ο τοπος ολος ειναι μια αγκαλια που σου προσφερεται. Σ' αυτον τον τοπο μπορεις επιτελους να ξαποστασεις. Να κοιμηθεις!

Ο Eric Schmidt, μεχρι περσι γενικος διευθυντης της Google, σε μια προσφατη ομιλια με τιτλο "Οικοδομωντας το ψηφιακο μελλον", παραθετει μια φραση του George Bernard Shaw που λεει: "Βλεπεις πραγματα και λες: γιατι; Ομως εγω ονειρευομαι πραγματα που δεν ηταν ποτε, και λεω, γιατι οχι;" Το παραθεμα ειναι απο το βιβλιο "Back to Methuselah" ("Πισω στον Μαθουσαλα"). Βρισκομαστε στον κηπο της Εδεμ. Τα λογια ερχονται απο ενα φιδι που μιλαει στην Ευα. Μαλιστα το φιδι μιλα, γραφει ο Bernard Shaw, "με ενα παραξενα γοητευτικο μουσικο ψιθυρισμα". Σαν Σειρηνα. Λεει πως εχει "κατακτησει τον θανατο". Ο Eric Schmidt συνεχιζει την ομιλια του. Τα λογια του εχουν παρει τον εκμαυλιστικο τονο του φιδιου: "Γιατι αυτο ειναι ετσι; Γιατι δεν θα μπορουσε να ειναι καλυτερο; Γιατι υπαρχει αδικια στον κοσμο; Γιατι δεν μπορουμε να το φτιαξουμε; 'Why can’t we fix that?'" Στο βιβλιο, το φιδι λεει και το πως γινεται: "Φανταζεσαι αυτο που επιθυμεις
· θελεις αυτο που φανταζεσαι· τελος δημιουργεις αυτο που θελεις."

Η τεχνολογια του ιντερνετ υποσχεται εναν κοσμο οχι μονο χωρις ορια, οχι μονο προσβασιμο παντου και παντοτε, αλλα ακομη και εναν κοσμο χωρις αδικια. Δεν θυμιζει τον τοπο των Σειρηνων; Και η ιδια η ομιλια του Eric Schmidt δεν καλει προς αυτον; Δεν μας τραγουδα ενα πλανο "Ελα!"; Δεν μας ανοιγει μια τεραστια αγκαλια; Δεν μας αποκοιμιζει, καλυτερα, δεν μας αποναρκωνει με την υποσχεση της ουτοπιας της;

Ομως σημερα ειναι, ας πουμε, μια ομορφη μερα. Ο Friedrich Hölderlin, σε μια εισαγωγη για το ποιημα του "Εορτη της Ειρηνης" ("Friedensfeier"), γραφει τα εξης:
"Αυτο το φυλλο παρακαλω να διαβαστει καλοπροαιρετα μονο. (...) Αν ομως παρολαυτα καποιοι βρουν μια τετοια γλωσσα υπερβολικα μη συμβατικη, πρεπει να τους ομολογησω: δεν μπορω διαφορετικα. Αλλωστε σε μια ομορφη μερα μπορει ν' ακουστει σχεδον καθε τροπος ασματος, και η φυση, απ' οπου προερχεται, το παιρνει και παλι."

Για μια "ζεστη και ποιητικη" μερα μιλα ο Κωνσταντινος Καβαφης στο ποιημα "Αλεξανδρινοι βασιλεις":
Μαζευθηκαν οι Aλεξανδρινοι
να δουν της Κλεοπατρας τα παιδια,
τον Καισαριωνα, και τα μικρα του αδερφια,
Aλεξανδρο και Πτολεμαιο, που πρωτη
φορα τα βγαζαν εξω στο Γυμνασιο,
εκει να τα κηρυξουν βασιλεις,
μες στη λαμπρη παραταξι των στρατιωτων.

Ο Aλεξανδρος- τον ειπαν βασιλεα
της Aρμενιας, της Μηδιας, και των Παρθων.
Ο Πτολεμαιος- τον ειπαν βασιλεα
της Κιλικιας, της Συριας, και της Φοινικης.
Ο Καισαριων στεκονταν πιο εμπροστα,
ντυμενος σε μεταξι τριανταφυλλι,
στο στηθος του ανθοδεσμη απο υακινθους,
η ζωνη του διπλη σειρα σαπφειρων κι αμεθυστων,
δεμενα τα ποδηματα του μ’ ασπρες
κορδελλες κεντημενες με ροδοχροα μαργαριταρια.
Aυτον τον ειπαν πιοτερο απο τους μικρους,
αυτον τον ειπαν Βασιλεα των Βασιλεων.

Οι Aλεξανδρινοι ενοιωθαν βεβαια
που ησαν λογια αυτα και θεατρικα.

Aλλα η μερα ητανε ζεστη και ποιητικη,
ο ουρανος ενα γαλαζιο ανοιχτο,
το Aλεξανδρινο Γυμνασιον ενα
θριαμβικο κατορθωμα της τεχνης,
των αυλικων η πολυτελεια εκτακτη,
ο Καισαριων ολο χαρις κι εμορφια
(της Κλεοπατρας υιος, αιμα των Λαγιδων)
·
κ’ οι Aλεξανδρινοι ετρεχαν πια στην εορτη,
κ’ ενθουσιαζονταν, κ’ επευφημουσαν
ελληνικα, κ’ αιγυπτιακα, και ποιοι εβραιικα,
γοητευμενοι με τ’ ωραιο θεαμα-
μ’ ολο που βεβαια ηξευραν τι αξιζαν αυτα,
τι κουφια λογια ησανε αυτες η βασιλειες.

Μια ομορφη μερα, τοσο στον Hölderlin οσο και στον Καβαφη, ειναι μια μερα φιλοξενη. Τα δεχεται ολα, και τα δεχεται με εγκαρδιοτητα, χωρις να τα εξεταζει, χωρις να τα κρινει, χωρις να τα επιτρεπει η να τα απαγορευει. Αλλα μια τετοια μερα τα αφηνει και να φευγουν, στην ωρα τους, χωρις να κραταει κανενα και χωρις να κρατιεται απο κανενα.

Ισως, σε μια τετοια μερα, το τραγουδι των Σειρηνων θα μπορουσε να ακουστει σαν ενας τροπος ασματος κι αυτο. Ισως καποιοι Αλεξανδρινοι να χαιροταν τα faces, να ενθουσιαζονταν. Ισως, γοητευμενοι, να μεταμφιεζονταν κι οι ιδιοι σε faces, "μ' ολο που βεβαια ηξευραν τι αξιζαν αυτα" ...


Σημειωσεις
  1. Ομιλια στην Στεγη Γραμματων και Τεχνων, Ιδρυμα Ωναση. 18.01.2011
  2. 28 Μαρτιου 1969: Δηλωση Σεφερη κατα της χουντας
  3. Martin Heidegger, Das Ding, GA 79, σ. 3 κ.ε.
  4. Marshall McLuhan, Understanding Media, New York 1964, Introduction
  5. πρβλ. Byung-Chul Han, Hyperkulturalität, Berlin 2005
  6. http://www.spiegel.de/netzwelt/netzpolitik/0,1518,776897,00.html
  7. Συνεντευξη στο brand eins, "Nur eine Maschine ist transparent"
  8. Paul Celan, ES IST ALLES ANDERS
  9. Paul Celan, SPRICH AUCH DU
  10. Martin Poltrum, Die Asche des toten Eros: zur tödlichen Erotik der Sirenen und zur guten „Besessenheit“ durch die Musen
  11. Il. 24.343, Od. 5.47
  12. Οd. Μ. 167-168
  13. Οd. Μ. 158
  14. Οd. Μ. 183

PDF
[Ομιλια στην ημεριδα "Φροιντ: ο ανθρωπος και το εργο του. Αφιερωμα στα 150 χρονια απο την γεννηση του." Ψυχιατρικο Νοσοκομειο Θεσσαλονικης, 19 Δεκεμβριου 2006.]

Ο τιτλος της ομιλιας μου ειναι "Περι της συμβολης του Freud". Το "περι" θελει καταρχην να υπογραμμισει οτι θα μιλησω μονο για μια διασταση του εργου του Freud. Κατοπιν το "περι" δηλωνει οτι δεν θα παραθεσω τη θεωρια του αλλα θα μιλησω για τη θεωρια του. Για ποια διαφορα μιλω; Μια τετοια θεωρια, αλλα και πολλες προτασεις στην καθημερινη μας ζωη, θεσεις μας για το ενα και το αλλο, δεν ειναι απλες αποφανσεις. Έχουν χαρακτηρα απαντησης, ανταποκρισης, που συχνα παραβλεπεται. Προσφατα π.χ. ενας πελατης μου και συναδελφος ελεγε οτι ντρεπεται να πει πως ειναι θεραπευτης. Αυτη η φραση δεν ειναι αποφανση. Λεγεται απεναντι σε καποιον, που τον αμφισβητει, τον κοιταζει επιφυλακτικα, ειρωνικα, κοροϊδευτικα. Το οτι ετσι ειναι, το ποιος ειναι αυτος ο καποιος, μπορει να αποκαλυφθει στην πορεια της ψυχοθεραπειας, ομως τουτο δεν ειναι του παροντος. Ας συγκρατησουμε το οτι η γλωσσα μας, ακομα και στον μονολογο, ακομα και στις σκεψεις μας, ακομα και στις σιωπες μας εχει εξαρχης και παντα αυτον τον διαλογικο χαρακτηρα.

Θα συζητησω λοιπον τη θεωρια του Freud για το ασυνειδητο οχι ως θεωρια αλλα στο φως ενος διαλογου στον οποιο βλεπω αυτην τη θεωρια να ανηκει. Σε ποιο ερωτημα, σε ποιαν απορια απαντα ο Freud με τη θεωρια του για το ασυνειδητο; Την κατευθυνση την δινει ο ιδιος. Στο κειμενο με τον τιτλο "Το ασυνειδητο" γραφει:
«[Η υποθεση του ασυνειδητου] ειναι αναγκαια γιατι τα δεδομενα της συνειδησης εχουν σε μεγαλο βαθμο κενα· συχνα τοσο σε υγιεις οσο και σε ασθενεις συμβαινουν ψυχικες ενεργειες που προϋποθετουν για την εξηγηση τους αλλες ενεργειες, τις οποιες ομως η συνειδηση δεν μαρτυρει. Τετοιες ενεργειες δεν ειναι μονο οι παραπραξεις και τα ονειρα σε υγιεις, καθως και ολα οσα κανεις αποκαλει ψυχικα συμπτωματα […] σε ασθενεις. - Η πλεον προσωπικη καθημερινη μας εμπειρια, μας γνωστοποιει ιδεες, την προελευση των οποιων δεν γνωριζουμε, και συμπερασματα σκεψεων, η διεργασια των οποιων μας εχει μεινει κρυφη. Όλες αυτες οι συνειδητες ενεργειες θα εμεναν ασυνδετες και ακατανοητες αν επιμενουμε στην αξιωση να πρεπει να γνωριζουμε με τη συνειδηση οσες ψυχικες ενεργειες συμβαινουν μεσα μας. Τις εντασσουμε σε μια καταδειξιμη συσχετιση οταν συμπεριλαμβανουμε τις ασυνειδητες ενεργειες που αποκαλυφτηκαν. Όμως κερδος σε νοημα και συσχετιση ειναι ολοτελα δικαιολογημενο κινητρο, το οποιο μπορει να μας οδηγησει περαν της αμεσης εμπειριας.»

Θα εξετασουμε αυτα τα λογια με προσοχη.

[Η υποθεση του ασυνειδητου] ειναι αναγκαια γιατι τα δεδομενα της συνειδησης εχουν σε μεγαλο βαθμο κενα· Για ποια κενα μιλα ο Freud; Τα βλεπει στις παραπραξεις, στα ονειρα, στα ψυχικα συμπτωματα, αλλα και στις ιδεες της καθημερινοτητας μας, την προελευση των οποιων δεν γνωριζουμε. Με ποιον τροπο υπεισερχεται εδω ενα κενο; Μια "παραπραξη" ειναι π.χ. το ξεχασμα: Μια γυναικα, φευγοντας απο το δωματιο ενος γνωστου της, αφηνει την τσαντα της εκει. Στον δρομο καποια στιγμη συνερχεται, ειναι σαν να ξυπνα απο ενα ονειρο, βλεπει πως στο χερι της, εκει που θα 'πρεπε να κρεμεται η τσαντα, δεν εχει τιποτα. Στο χερι της – ενα κενο. Ταραζεται, ξαφνικα βρισκεται η ιδια στο κενο, η ιδια κενωνεται, την πιανει κατι σαν ζαλη, αυτην, και τον Freud.

Πριν απο μερικους μηνες η γυναικα μου ονειρευτηκε πως ημασταν στη Σουματρα – ενα μερος που ποτε δεν πηγε, δεν πηγα, δεν σκεφτηκαμε και δεν αναφεραμε. Η ζωη της στην Ελλαδα, η ιστορια της, οι οριζοντες της απο τη μια και η Σουματρα απο την αλλη, και μεταξυ τους – ενα κενο.

Κενο υπαρχει καθε φορα που ενα λεγομενο "ψυχικο συμπτωμα", μια ιδεα, μια πραξη, μια αποφαση ερχεται, οπως λεμε, "απο το πουθενα". Βεβαια λεμε "απο το πουθενα", ομως δεν το πιστευουμε. Πολυ περισσοτερο τεινουμε να το αντιμετωπισουμε οπως ο Freud, δηλαδη να θεωρησουμε οτι το πουθενα δεν ειναι πραγματικο πουθενα αλλα οτι εμεις δεν γνωριζουμε ακομα τη συνδεση, την εξηγηση που γεφυρωνει το χασμα αναμεσα στη γυναικα με την τσαντα και τη γυναικα χωρις τσαντα, αναμεσα στην Ελλαδα του ξυπνου και τη Σουματρα του ονειρου.

Δεν παιρνουμε το κενο ως κενο. Ήδη το οτι ενα ξεχασμα, ενα ονειρο κλπ. μας ξαφνιαζουν, μαρτυρει οτι ειμαστε προκατειλημμενοι. Διοτι μονο σ' εναν κοσμο οπου κυριαρχει η εξηγηση, η συνδεση, το νοημα και η συσχετιση κανεις θα ξαφνιαστει απο ενα ξεχασμα κι απο ενα ονειρο, θα κανει λογο για κενα, θα ανησυχησει.

Στην οπτικη που εδω σας παρουσιαζω, η καθηλωση σ' αυτην την προκαταληψη ξεκινησε με την παρασταση του κοσμου ως μηχανης. "Machina mundi", κοσμικη μηχανη. Η εκφραση απανταται ηδη σε λατινικα χριστιανικα κειμενα των ελληνιστικων χρονων και αρχικα συμπεριλαμβανε τον θεο ως τον αρχιμηχανικο της κοσμικης μηχανης. Αργοτερα, στο διαστημα μεταξυ 15ου και 18ου αιωνα, η μηχανη απολυει τον μηχανικο της. Οι πρωτοι σταθμοι στη δομηση της νεας εικονας του κοσμου ακουν στα ονοματα Κοπερνικος, Γαλιλαιος, Descartes, Leibmiz, Νευτωνας. Η επιστημονικη παρασταση του κοσμου καθισταται κυριαρχη. Αυτη ειναι, με ακρα συντομια, η προκαταληψη που ανεφερα. Την εχουμε παρει οχι μονο με το μητρικο γαλα, οπως ελεγε ενας δασκαλος μου, αλλα και με το γαλα των γιαγιαδων και των προ-προγιαγιαδων μας.

Το λεγομενο "ψυχικο" ειναι κι αυτο μια παρασταση των νεοτερων χρονων – ενα θεμα στο οποιο εδω δεν μπορω να επεκταθω περισσοτερο. Η συμβολη του Freud εγκειται στο οτι με αποφασιστικο τροπο ενεταξε τη σφαιρα του ψυχικου στην machina mundi. Ο τιτλος υπο τον οποιο εδω το ψυχικο εντασσεται στην κοσμικη μηχανη ειναι: "ψυχικο οργανο", οπου η λεξη "οργανο" ειναι μεταφραση του γερμανικου "Apparat", που θα πει "συσκευη", οπου δηλαδη ειναι περισσοτερο εκδηλη η μηχανιστικη, εργαλειακη φυση του.

Ένα χαρακτηριστικο της μηχανης ειναι οτι τα γραναζια της δεν επιτρεπουν κανενα κενο μεταξυ τους. Η λειτουργια της, οσον αφορα το θεμα μας, επιτελειται με την εξηγηση - την ερμηνεια. Η ενεργεια για την κινηση της παρεχεται απο τις ορμες και τις επιθυμιες. Στο "ψυχικο οργανο" με τους "μηχανισμους" του συμβαινει μια αεναη και πολυσχιδης αλληλεπιδραση των μερων του. Η δομη του ειναι κατατεθειμενη στο μοντελο της φροϋδικης μεταψυχολογιας.

Ο Freud κλεινει το αποσπασμα που σας διαβασα με τη φραση: Όμως κερδος σε νοημα και συσχετιση ειναι ολοτελα δικαιολογημενο κινητρο το οποιο μπορει να μας οδηγησει περαν της αμεσης εμπειριας. Η φραση ειναι ολεθρια. Ουτε λιγο ουτε πολυ αναγορευει σε αληθες αυτο που για μενα εχει νοημα και συσχετιση. Δηλαδη αληθινο ειναι αυτο που αισθανομαι πως ειναι αληθινο. Οι πυλες της αυθαιρεσιας εχουν ανοιξει διαπλατα. Η "αμεση εμπειρια", η αναφορα στα ιδια τα πραγματα, που μονη αυτη μπορει να ειναι το μετρο για μια κοινοτητα αξια του ονοματος της, παραμεριζεται βαναυσα.

Ας το δουμε στο απλο παραδειγμα της γυναικας που φευγοντας απο το δωματιο του γνωστου ξεχνα την τσαντα της εκει. Ποια ειναι εδω η "αμεση εμπειρια"; Καταρχην το τιποτα στο χερι της γυναικας που εχει βγει στον δρομο. Ο Freud δεν το προσεχει, και δεν μπορει να το προσεξει γιατι, συμφωνα με την προκαταληψη του, το θεωρει ψευτικο και εχει εξαρχης στραφει στην αναζητηση μιας εξηγησης. Το μαρτυρει ηδη η πρωτη του φραση οπου μιλα για … ψυχικες ενεργειες που προϋποθετουν για την εξηγηση τους αλλες ενεργειες… Και οχι καν η φραση ολοκληρη αλλα ηδη το "ψυχικες ενεργειες". Διοτι οταν χαρακτηριζω το ξεχασμα "παραπραξη", δηλαδη "πραξη" και "ενεργεια", τοτε ηδη το εχω δει ως κατι το οποιο "κανω". Θυμιζω συνηθισμενες εκφρασεις ψυχιατρων και ψυχολογων οπου μιλαμε για καποιον που "κανει" καταθλιψη, "κανει" πανικο κλπ. Στον ιδιο τον Freud το ονειρο ειναι συνωνυμο με "εργο του ονειρου", το πενθος με "εργο του πενθους".

Και γιατι μιλω εδω για προκαταληψη; Διοτι το ιδιο το φαινομενο του ξεχασματος δεν μαρτυρει τιποτα που να δηλωνει τον χαρακτηρα μιας πραξης, μιας ενεργειας. Η γυναικα απλα καποια στιγμη βλεπει πως στο χερι της κρεμεται το τιποτα. Η γυναικα θα πει "ξεχασα". Και ηδη η λεξη "ξεχνω" μας παραπλανα. Διοτι η λεξη μιλαει σ' αυτο που η γραμματικη μας αποκαλει "ενεργητικη φωνη", σαν εξ ορισμου να επροκειτο για την ενεργεια ενος υποκειμενου.

Ο αυστριακος φιλοσοφος Ludwig Wittgenstein μας επεστησε την προσοχη στο οτι οι λεξεις μπορουν και να μας παγιδευουν, και πολυ συχνα μας παγιδευουν. Ήδη στον Nietzsche διαβαζουμε:
«Το οτι υπαρχει ενα ξεχασμα, δεν εχει αποδειχθει ακομη. Αυτο που γνωριζουμε ειναι μονο οτι η επαναθυμηση δεν ειναι στο χερι μας. Σ' αυτο το κενο της δυναμης μας θεσαμε προσωρινα εκεινη τη λεξη 'ξεχνω': σαν να υπαρχει και μια ικανοτητα ακομα στο ευρετηριο. Μα τι ειναι τελικα στο χερι μας!»

"Το οτι υπαρχει ενα ξεχασμα, δεν εχει αποδειχθει ακομη." Η φραση μοιαζει ανοητη. Αν δεν παρασυρθουμε απο την πρωτη μας αντιδραση και εγκυψουμε σ' αυτην, θα μπορουσαμε να βρεθουμε προ απροοπτων. Όπως οτι η λεξη "ξεχνω", εις πεισμα της γραμματικης, δεν εχει ενεστωτα χρονο. Διοτι στο ξεχασμα ανηκει το οτι ξεχνω πως ξεχνω. "Ξεχασα" θα πει και "ξεχαστηκα". Δεν μπορω να πω "ξεχνω" οπως μπορω να πω "σας μιλω". Και ομως η γυναικα θα πει "ξεχασα" οπως εγω το απογευμα θα μπορω να πω "σας μιλησα". Γιατι η γυναικα μιλα λαθος; Διοτι εγω το απογευμα θα μπορω να ανακαλεσω την ομιλια μου. Όμως ενα replay του ξεχασματος ειναι αδυνατο. Η γυναικα του δρομου δεν μπορει να ανακαλεσει τη γυναικα του δωματιου την ωρα που ξεχναει την τσαντα. Το ξεχασμα δεν δηλωνεται πουθενα ως εμπειρια. Το ξεχασμα ως ξεχασμα δεν ειναι φαινομενο και δεν ειναι εμπειρια! Και τι εχει συμβει στο δωματιο του φιλου;

Η γυναικα που θα πει "ξεχασα", θα συνοδευσει το "ξεχασα" ρητα η αρρητα με ενα "Δεν το πιστευω!" και "Πως το εκανα;" και "Εγω το εκανα αυτο;". Της μενει αναπαντητο. Και εχει δικιο, περισσοτερο απ' οσο φανταζεται. Διοτι η γυναικα του δωματιου που φευγει χωρις τσαντα ειναι οντως μια αλλη απο την γυναικα του δρομου, για την οποια η τσαντα με τα κλειδια, το πορτοφολι, το κινητο κλπ. συνιστα αναποσπαστο μερος της ζωης της, ειναι προεκταση των χεριων της. Η δευτερη τρομαζει οταν αντικριζει την πρωτη που κινειται με μια αδιανοητη ξεγνοιασια, με χερια γυμνα, που δεν λογαριαζει κλειδια και σπιτι και αυτοκινητο, πορτοφολι και αναγκες και δοσοληψιες, κινητο και δικτυωση με φιλους και συγγενεις. "Εγω το εκανα αυτο;" "Ναι," θα της ελεγα ισως, "και αυτο το εκανες, και αυτη υπηρξες!"

Τωρα το "ξεχασα" και το κενο του μας μιλα σε ενα αλλο φως. Το κενο δειχνεται ως η αποσταση που παιρνει η γυναικα του δρομου απο την γυναικα του δωματιου, την οποια δεν αναγνωριζει, δεν δεχεται, αλλα την προδιδει και την απαρνειται. Η γυναικα του δρομου εννοει τον εαυτο της μονοσημαντα, εκπροσωπει δηλαδη μονο αυτην την μορφη. Για την γυναικα του δωματιου λεει: "Αυτη δεν ειμαι εγω". Την γυναικα του δωματιου την εχει χασει, την εχει ξε-χασει.

Το προσωπο που αποδεχεται η γυναικα ως το μονο δικο της, ειναι αυτο που θελει τον ανθρωπο να τα εχει ολα στα χερια του – να ειναι ο μηχανικος της κοσμικης μηχανης. Οι ερμηνειες μας πολλες φορες εχουν το νοημα: αυτο εξηγειται, αυτοι ειναι οι λογοι, αρα ειναι στο χερι σου να τ' αλλαξεις. Βεβαια ο νοημων θεραπευτης θα πει, με τον Nietzsche: "Μα τι ειναι τελικα στο χερι μας!" – οχι επειδη τα χερια του δεν μπορουν ν' αδραχνουν και στεκουν αδρανη κι αβοηθητα αλλα επειδη γνωριζει κι αλλα χερια εκτος απ' αυτα – χερια που δειχνουν, χερια που αγγιζουν αναλαφρα, χερια που αρνουνται, χερια που χαιρετιζουν.

Γι' αυτον που δεν το ξερει, τα αβοηθητα χερια ειναι, γυριζουμε στον Nietzsche, "κενο της δυναμης μας", και τουτο το ονομαζουμε π.χ. "ξεχνω", σαν να επροκειτο κι αυτο για μια ενεργεια, μια πραξη, "σαν να υπαρχει και μια ικανοτητα ακομη στο ευρετηριο", η διεργασια της οποιας, θυμιζω τα λογια του Freud, μας εχει μεινει κρυφη. Έτσι ο Freud θα ελεγε π.χ. οτι η γυναικα ξεχνα την τσαντα της στο δωματιο γιατι εχει την "κρυφη", δηλαδη ασυνειδητη επιθυμια να ξαναγυρισει εκει. Το ξεχασμα εχει γινει ενεργεια και πραξη και ικανοτητα, το κενο της δυναμης μας εχει αποδειχθει πλαστο, η κρυφη διεργασια ερχεται στο φως, υπαρχει επιτελους μια, Freud, καταδειξιμη συσχετιση και ολα ειναι παλι στο χερι μας.

Αυτη η εξηγηση ειναι "περαν της αμεσης εμπειριας". (Εδω δεν μιλαμε λοιπον για την περιπτωση μιας μεθοδευσης απο μερους της γυναικας, που θα ηταν συνειδητη, ουτε για μια προσυνειδητη λεγομενη προθεση.) Τι προσφερει τοτε; Επιβεβαιωνει την προκαταληψη μας. Μας ησυχαζει. Wittgenstein:
«Το ολεθριο στον επιστημονικο τροπο σκεψης, τον οποιο σημερα κατεχει ολος ο κοσμος, ειναι οτι θελει ν' απαντησει σε καθε ανησυχια με μια εξηγηση.»

Θα συμπληρωνα: Ήδη το οτι υπαρχει μια ανησυχια μιλα για την αναγκη μιας εξηγησης, μιας απαντησης στα "πως;" και στα "γιατι;" Τι τρεφει την ανησυχια; Η υποχρεωση να γινουμε, οπως το εθεσε ο Descartes, "maitres et possesseurs de la nature", "κυριοι και κτητορες της φυσης", δηλαδη να παραστησουμε τον κοσμο ως μηχανη κι εμας ως τους μηχανικους του. Και ποια ειναι εδω η ανησυχια για την οποια μιλα ο Wittgenstein; Ότι ο κοσμος δεν παρουσιαζεται αφεαυτου ως μηχανη. Η ανησυχια ερχεται με την συνεχη διαπιστωση πως ο γιαλος ειναι στραβος και πως πρεπει να τον ισιωσουμε. Στην "αμεση εμπειρια" το ξεχασμα της τσαντας δεν παρουσιαζεται ως πραξη. Ξεχναω θα πει ξε-χανω, χανω περα για περα, οντας χαμενος κι εγω ο ιδιος – εγω ως ο μηχανικος της κοσμικης μηχανης, π.χ. ως η γυναικα με τα κλειδια, το πορτοφολι και το κινητο της. Ο χαμος χρειαζεται να μεθερμηνευτει σε ικανοτητα και μηχανισμο.

Η μαγικη λεξη η οποια μεθερμηνευει το ξεχασμα σε μηχανισμο, και ισιωνει τον γιαλο, μας καθιστα δηθεν κυριους και κτητορες της πορειας μας και μας ησυχαζει, ειναι η: διαδικασια. Στο αποσπασμα που παρατεθηκε ο Freud μιλα για μια κρυφη διεργασια. Έχει σημασια λοιπον, οταν μιλαμε για διαδικασιες, να θυμομαστε οτι δεν μιλαμε για φυσικα πραγματα αλλα για το πως πρεπει τα πραγματα να παρασταθουν ωστε να προσαρμοστουν στην εικονα της κοσμικης μηχανης που μας εχει προκαταλαβει. Δεν προσεχουμε οτι κινουμαστε σ' εναν φαυλο κυκλο, οτι δηλαδη καταληγουμε σ' αυτο που ηδη θεσαμε ως προϋποθεση: την υπαρξη μιας "κρυφης διεργασιας", την οποια η εξηγηση αποκαλυπτει.

Μια σημειωση του Wittgenstein λεει τα εξης:
«Πως φθανουμε στο φιλοσοφικο προβλημα των ψυχικων διεργασιων και καταστασεων [...]; - Το πρωτο βημα ειναι αυτο που δεν προκαλει την προσοχη καθολου. Μιλαμε για διεργασιες και καταστασεις κι αφηνουμε τη φυση τους ανοιχτη! [Freud: Η πλεον προσωπικη καθημερινη μας εμπειρια, μας γνωστοποιει ιδεες, την προελευση των οποιων δεν γνωριζουμε, και συμπερασματα σκεψεων, η διεργασια των οποιων μας εχει μεινει κρυφη.] Ίσως καποτε γνωρισουμε περισσοτερα γι' αυτην - λεμε. [Freud, στο ιδιο κειμενο: Και τι δεν θα 'δινε κανεις να γνωρισει αυτα τα πραγματα περισσοτερο!] Όμως ακριβως μ' αυτο εχουμε καθηλωθει σε εναν ορισμενο τροπο θεωρησης. Διοτι εχουμε μια ορισμενη ιδεα γι' αυτο, τι θα πει: να γνωρισω μια διεργασια καλυτερα. (Το αποφασιστικο βημα στο ταχυδακτυλουργικο νουμερο εχει γινει, και αυτο ακριβως μας φανηκε αθωο.) [...]»

Το ξεχασμα της τσαντας δεν ειναι καταρχην διαδικασια. Όμως η παρασταση του ως διαδικασιας και η συνακολουθη μεθερμηνεια του, π.χ. ως ασυνειδητης επιθυμιας της γυναικας να ξαναγυρισει, μας ησυχαζει. Όπως μας ησυχαζει η ιδεα οτι "διαπραγματευομαστε" και "διαχειριζομαστε" και "δουλευουμε" και "επεξεργαζομαστε" τα προβληματα μας. Όλες αυτες οι εκφρασεις θα ηταν αδιανοητες αν τα προβληματα δεν παρασταινονταν ως "διαδικασια".

Το θεμα ειναι λοιπον το κριτηριο: η πλανερη ασφαλεια κι ο εφησυχασμος, η η αληθεια. Η αποφαση εναποκειται στο ηθος και στην καρδια του καθεκαστου θεραπευτη περαν σχολων, μεθοδων κλπ., και του καθεκαστου ανθρωπου που θα αναζητησει στην ψυχοθεραπεια μια λυση απο το βασανο του.

Ας δουμε τωρα το θεμα που λεγεται "διαδικασια" και σε μιαν αλλη οπτικη. Η λεξη ειναι μεταφραση του λατινικου processus, procedere. Κυριολεκτικα θα πει προχωρημα, προ-οδος. Απο τους αρχαιους Ρωμαιους και μεχρι σημερα μια τετοια προοδος παρασταινεται καταρχην ως μετακινηση στον χωρο, απο εναν τοπο σ' εναν αλλο, ομως κατοπιν και ως διαδοχη πραγματων και διεργασιων στον χρονο. Αυτο δεν ισχυει μονο για τις φυσικοχημικες διεργασιες στην περιοχη των φυσικων επιστημων. Η παρασταση μας π.χ. των συνειρμων ειναι ενα αξιωμα στο οποιο στηριζεται οχι μονο η φροϋδικη αλλα και γενικοτερα η ψυχολογικη, και ακομα και η βιολογικη εκδοχη αυτου που ονομαζουμε "σκεψη". Εμφανιζεται στην αγγλοσαξονικη φιλοσοφια τον 18ο αιωνα. Για το ζητημα της διαδικασιας σημασια εχει οτι η αλληλοδιαδοχη των σκεψεων εν ειδει συνειρμων, η προοδος τους, συμβαινει ως χρονικη διεργασια, οπου ο χρονος παρασταινεται αντιστοιχα ως προοδος στον αξονα μιας συντεταγμενης, ως διαρκεια και παροδος. Μια διαδικασια μπορει να εξελισσεται μονο σ' εναν χωρο και σ' εναν χρονο που παρασταινονται αντιστοιχα ως εκταση και διαρκεια, ως γραμμικα μεγεθη, για να μεινουμε στην κλασσικη φυσικη, και γι' αυτο ειναι μετρησιμα σε αξονες συντεταγμενων: Νευτωνας, machina mundi.

Ειναι αυτος ο χωρος κι αυτος ο χρονος "αμεση εμπειρια"; Θα κανω μονο μια επισημανση. Σημερα ξεκινησα απο το σπιτι μου για να ερθω στη Σταυρουπολη. Υπολογισα οτι χρειαζομαι σαραντα πεντε λεπτα. Εδω κινηθηκα, οπως καθε λογικος ανθρωπος, απο αυτην την παρασταση του χρονου ως διαρκειας, οτι δηλαδη η διαδρομη θα διαρκεσει καπου σαραντα πεντε λεπτα. Ποιος ειναι αυτος που μιλα εδω στο πρωτο προσωπο; Εγω βεβαια. Μονο που αυτο το εγω ειναι η αντωνυμια ενος φυσικου σωματος που κινειται με τους νομους της φυσικης, μετραει δηλαδη αποσταση, ταχυτητα κλπ. και υπολογιζει τον χρονο του. Επαναλαμβανω την ερωτηση: Ειναι αυτος ο χωρος κι αυτος ο χρονος η "αμεση εμπειρια" του; Όχι. Διοτι αυτο το εγω ειναι γραναζι της κοσμικης μηχανης, και ενα γραναζι δεν εχει εμπειριες, ουτε αμεσες ουτε εμμεσες. Ή, αν μιλουσαμε για εμπειριες, τοτε αυτη η λεξη θα σημαινε ελεγχος και καταγραφη της διαδικασιας της μετακινησης του απο το σπιτι στη Σταυρουπολη.

Τωρα ανατρεχω στις 23 Νοεμβριου. Βρισκομαι στο ιατρειο μου των Αθηνων και γραφω αυτες τις γραμμες. Το εγω που γραφει ειναι το ιδιο με το εγω που οδηγει το αυτοκινητο; Όχι. Το εγω που σας μιλουσε νοερα στις 23 Νοεμβριου, και που σημερα εκπροσωπει ο,τι εγραψε τοτε, ειναι αλλο απο το εγω του οδηγου. Ειναι η προσωπικη αντωνυμια μιας ζωης με την ιστορια της, με τα πραγματα που την σημαδεψαν, π.χ. το εργο του Freud, με τη μακροχρονη συνομιλια της μ' αυτο, με τα αδιεξοδα που συναντησε και με τους δρομους που της ανοιχτηκαν και με πολλα αλλα, που τελικα χανονται στον ανω και στον κατω βυθο των ακαταληπτων πραγματων, για να παραφρασω εναν λογο του Αλεξανδρου Παπαδιαμαντη.

Το εγω, που τα εγραφε αυτα και που σημερα σας μιλα δεν βρισκοταν στο σημειο του αξονα της συντεταγμενης του χρονου που λεει "23 Νοεμβριου" και στον αξονα των συντεταγμενων του χωρου που λεει "Αθηνα, οδος Μαρασλη". Και δεν βρισκοταν διοτι στην Αθηνα στις 23 Νοεμβριου ημουν ηδη σ' εσας, στη Σταυρουπολη της 19ης Δεκεμβριου. Ήσασταν και τοτε παροντες, και σας μιλουσα. Αθηνα και Σταυρουπολη, 23 Νοεμβριου και 19 Δεκεμβριου συνευρισκονταν.

Και σημερα το πρωι παλι, ξεκινωντας απο το σπιτι μου, ημουν ηδη στη Σταυρουπολη. Διαφορετικα ποτε δεν θα μπορουσα να παρω την κατευθυνση κατα δω και να φτασω.

Υπαινισσομαι μιαν αλλη εμπειρια χρονου και τοπου, αφου καμια συντεταγμενη δεν μπορει να εχει σε ενα σημειο δυο διαφορετικες ημερομηνιες και δυο διαφορετικους τοπους. Αν προσεξουμε θα διαπιστωσουμε οτι μ' αυτον τον τροπο ζουμε, σε τετοιους χρονους και σε τετοιους τοπους. Μιλαμε π.χ. για καποιον που μοιαζει αφηρημενος, τον ρωταμε "που εισαι;" η λεμε "ειναι αλλου". Αυτην την πρωινη ωρα της Τριτης, καποιος απο σας τους παρευρισκομενους μπορει να ειναι στην ταβερνα που θα συναντηθει το βραδυ με την παρεα του.

Σ' αυτο το φως, που ειναι το φως του καθημερινου μας κοσμου, ειδαμε τη γυναικα που αντικριζει στο χερι της το κενο. Και με παρομοιο τροπο θα μπορουσαμε να δουμε και τα ονειρα και τα ψυχικα συμπτωματα και οσα τυχαινουν σε καθε μας βημα. Δεν ειναι ευκολο καθως η προκαταληψη της κοσμικης μηχανης συνεχως επιφυλασσει παγιδες και καθιστα την προσπαθεια μιας καθαρσης απ' αυτην δοκιμασια, αλλα και συναρπαστικη περιπετεια, για την οποια κανεις αξιζει να ζει.

Δεν μπορω να επεκταθω αλλο. Ξεκινησα απο το εργο του Freud. Έφτασα σ' ενα τελος. Ό,τι σας ειπα ειναι σημαδι ενος δρομου στον οποιο τουτο το εργο σταθηκε οδοσημα κι εδωσε μια κατευθυνση. Χωρις αυτο δεν θα ηταν δυνατη και μια συνεχεια του δρομου, π.χ. οπως εδω συνεχισε, δεν θα ηταν δυνατη η αντιπαραθεση με τον λογο του, οπως εδω ελαβε χωρα, η επικληση αλλων λογων και παραδοσεων οπως εδω συνεβη, η διαμορφωση ενος θεραπευτη, οπως εγινε ο,τι εγινε, η σημερινη του ομιλια που ειναι συν-ομιλια - διοτι εσεις την γραψατε.4 Έτσι, στον βαθμο που δεν προκειται για προσωπικο παραληρημα, ειναι μια υποθεση που δεν αφορα μονο αυτον αλλα κι εσας και ολους μας - και τον Freud, που κι αυτος συγκαταλεγεται στους συντακτες της.

Και ετσι καπως θα μπορουσε να δρα και να πραγματωνεται η συμβολη του.



Σημειωσεις


1 "Morgenroethe" (ν. 126)
2 Ludwig Wittgenstein, Schriften, Beiheft3, σ. 16.
3 Philosophische Untersuchungen, § 308
4 Αυτο ας ακουστει οπως σε μια ιστορια για τον Πικασσο. Όταν οι Γερμανοι κατελαβαν το Παρισι, καποιοι πηγαν στο ατελιε του και ειδαν τον γνωστο του πινακα "Γκουερνικα". –Εσυ το εκανες αυτο;, τον ρωτησε καποιος. Ο Πικασσο απαντησε: -Όχι. Εσεις.

Περιληψη

Η Ψυχοπαθολογια, ανεξαρτητα απο την κατευθυνση που θα ακολουθησει, ξεκινα απο την περιγραφη αυτου το οποιο αιτιαται ο πασχων. Δεν ειναι λοιπον στον αερα αλλα ειναι κοινη υποθεση. Έτσι η περιγραφη δεν εξαντλειται στην παρατηρηση και στην καταγραφη της συμπεριφορας του απο τον θεραποντα. Τα λεγομενα του, με την πρωτη εννοια της λεξης, "θεωρουνται", δηλαδη η κατασταση που αναφερει ο πασχων ερχεται στο βλεμμα και των δυο, την παρατηρουν μαζι, και η συνομιλια τους, με την ειδημονα καθοδηγηση του θεραποντα, σαν μεγεθυντικος φακος, φερνει την κατασταση ολο και πιο αναγλυφα εμπρος στα ματια τους.
Εννοειται οτι σ' αυτην την περιγραφη υπεισερχονται μορφες και σκηνες του παρελθοντος και του μελλοντος που, αν και οχι αισθητηριακα αντιληπτες, ειναι επισης παρουσες.
Το εκαστοτε συμπτωμα, για το οποιο γινεται λογος, μπορει να ιδωθει σαν ενας ξενος και αγνωστος τοπος οπου μιλιεται μια δυσνοητη γλωσσα και κανεις αναποφευκτα θα περιελθει σε συγχυση και θα περιπεσει σε παρανοησεις.
Η εδω εννοουμενη περιγραφη εχει τον χαρακτηρα μιας προθυμης και προσεκτικης κοινης περιδιαβασης, εξερευνησης και τελικα εγκλιματισμου στη χωρα του περιγραφομενου, η οποια ετσι μπορει με τον καιρο να μεταμορφωθει σε ενα μερος φιλοξενο.


Ομιλια

Μια γυναικα λεει, ο αντρας της τελευταια τρωει ανεξελεγκτα, εχει παχυνει, κουραζεται, κι αυτη ολο του λεει να μην τρωει, μια αγωνια, αυτος θυμωνει, καταληγουνε να μαλωνουν, δεν ξερει τι να κανει...
Έτσι ξεκινα μια ψυχοθεραπευτικη συνεδρια.
Προσεχω το λαχανιασμενο και το σπασμωδικο της φωνης της, τον τροπο της που, ξαναμμενη, σαν υπνοβατης, λεει στον αντρα της τα ιδια και τα ιδια, πεφτοντας συνεχως πανω στον τοιχο της οργισμενης του αντιδρασης. Όμως στα λογια της δεν βλεπω τοσο τον αντρα, δεν εχω αυτον ζωντανο μπροστα στα ματια μου. Τη σκηνη την καταλαμβανει σχεδον η γυναικα. Τι θα πουν αυτα; Ότι δεν μιλα για μια δικη του υποθεση, οπως διατεινονται τα λογια της, δηλαδη για το παχος του και για την απειλουμενη υγεια του, αλλα για δικη της υποθεση.
Αυτη ηταν μια πρωτη περιγραφη του παραπανω στιγμιοτυπου. Ας δουμε καποια χαρακτηριστικα της.

1. Ακουω τη γυναικα. Όμως το ακουσμα μου δεν ειναι ακουστικο φαινομενο. Εδω "ακουω" θα πει "βλεπω". Η γυναικα με φερνει στο σπιτι της, στον καυγα με τον αντρα της. Με καθιστα αυτοπτη της σκηνης. Βεβαια ακουω και τον τονο και τα ηχοχρωματα της φωνης της, που μιλανε κι αυτα, που λενε κατι, και μαλιστα κατι αλλο απο τις λεξεις της, και ειναι σαν ενας προβολεας να πεφτει επανω της και να την θετει στο επικεντρο της προσοχης. Αυτην τη σκηνη βλεπω και περιγραφω.

2. Η περιγραφη δεν ενδιαφερεται να ταξινομησει και να εξηγησει, που θα πει: να μεταφρασει τα λογια της γυναικας στη γλωσσα ενος διαγνωστικου η ψυχολογικου μοντελου. Η περιγραφη δεν σκεφτεται – δεν συγκρινει, δεν αξιολογει, δεν συνδεει. Ακουει, βλεπει τα ακουομενα, λεγει τα βλεπομενα. Όπου δεν προκειται για χρονικη αλληλουχια μιας διαδικασιας. Άκουσμα, βλεμμα και λογος ειναι το αυτο. Φαινομενο ενιαιο.

3. Αυτο που βλεπω και περιγραφω στη συναντηση μου με τη γυναικα ειναι ενα στιγμιοτυπο. Εντυπωμα μιας στιγμης. Και διαπερναται ολοτελα απο την εκαστοτητα της στιγμης, το φευγαλεο της, την παροδικοτητα της.
Κατοικουμε στιγμες. Και αυτη η κατοικηση εχει τη δικη της ιδιαιτεροτητα. Ίσως θα ετυχε να δειτε καποιο σκουπιδι στον δρομο, ενα φυλλο η μια πλαστικη σακουλα, πως το ανασηκωνει το αυτοκινητο που περνα απο διπλα του, και στροβιλιζεται στον αερα για να ξαναπεσει σε λιγο καπου αλλου. Και αν προσεξετε περισσοτερο, θα δειτε την διολου ακαμπτη σιγουρια, την διολου εμμονη σταθεροτητα, την διολου σπαστικη ακινησια, την διολου χαζοχαρουμενη ελαφροτητα με την οποια διαγραφει την τρελη του τροχια. Αυτο ειναι στα ματια μου και ενα στοιχειο της θεραπευτικης συναντησης, ισως ενα στοιχειο της ιδιας μας της ζωης.

4. Η εμφαση στην περιγραφη που δεν σκεφτεται - δεν συγκρινει, δεν αξιολογει, δεν συνδεει, μιλα για ενα βλεμμα που ειναι εκει εξω, στο σπιτι της γυναικας και του αντρα της. Ειναι ενα βλεμμα χωρις αναστοχασμο, χωρις προθετικοτητα, χωρις αυτοαναφορα, χωρις εσωτερικοτητα, ναι, χωρις ψυχη. Αυτια, ματια και στομα χωρις ψυχη, χωρις μυαλο, χωρις καρδια. Μετεχουν στα γινομενα αμετοχα - οπως ενα ονειρο στη ζωη μας. Ή οπως η μορφη του ζωγραφου σε καποιους πινακες του Πικασσο. (Bloch 1567)

Προσεξτε αυτην την περιθωριακη μορφη, που ειναι μια ιδεα μονο πιο ζωντανη απο αγαλμα, μια ιδεα μονο εξω απο τον υπνο, μια ιδεα μονο εξω απο τον θανατο, και που ομως ακριβως γι' αυτο αφηνει ανοιχτο το πεδιο για εναν πλουτο απο παρουσιες, ενα πανδαιμονιο μορφων που συνευρισκονται, φιλιες μεταξυ τους.

Η περιγραφη μας δεν εχει τελειωσει. Ήμασταν στο οτι το ζητουμενο στην υποθεση της γυναικας δεν βρισκεται ακομα στον αντρα της και την πολυφαγια του, αλλα στον τροπο με τον οποιο η πολυφαγια του την αφορα. Αυτο ειναι το πρωτο. Και οσο αυτο, δηλαδη η ακομα αγνωστη δικη της υποθεση, την κρατα δεσμια, δεν θα ειναι σε θεση να στραφει στον αντρα της και στο ενδεχομενο προβλημα του πραγματικα.
Και πως μπορουν τα σημαδια, που μου σημαινουν οτι η γυναικα μιλα για δικη της υποθεση, να γινουν θεμα, εκει που τα λογια της εχουν για θεμα τον αντρα της; Απ' οσα ειπε, μου εντυπωνεται η λεξη της "αγωνια". Την ρωταω λοιπον:
- Αυτην την αγωνια, μπορειτε να την περιγραψετε περισσοτερο;
Η γυναικα:
- Έχω την αγωνια οτι θα πεθανει.
Η απαντηση της λεχθηκε καπου βιαστικα και, αν τα λογια της αποδιδονταν σε γραπτη γλωσσα, η τελεια στο τελος θα ηταν εντονη και παχια, σαν να 'λεγε: "Μεχρι εδω ... Φοβαμαι ... Τρομερα πραγματα ... Δε θελω να το σκεφτομαι ..."
Την ρωταω:
- Ας υποθεσουμε οτι οντως πεθαινει. Πως ειναι τοτε;
Η ερωτηση μου την καλει να φερει την εικονα που φοβαται εμπρος στο βλεμμα της, να σταθει απεναντι της και να την αντικρυσει.
Η απαντηση της:
- Θα φταιω.
Τωρα βλεπουμε καθαροτερα πως η πολυφαγια του αντρα της ειναι δικη της υποθεση. Ειναι υπευθυνη γι' αυτον. Κι εδω διακρινουμε ενα πεμπτο χαρακτηριστικο της περιγραφης:

5. Η περιγραφη δεν ειναι δικη μου, του θεραπευτη, αλλα κοινη μας υποθεση. Βρισκομαστε εμπρος στην εικονα και την παρατηρουμε, συμβαλλοντας ο καθενας με το δικο του. Και ειναι σαν να μιλουμε με ενα στομα και μια φωνη. Δεν ειναι δυο εγω που αλληλοσυμπληρωνονται αλλα ματια που εναλλασσονται και στοματα που διαδεχονται το ενα το αλλο. Και η εικονα γινεται ολο και πιο πολυχρωμη, πολυποικιλη, πολυδιαστατη.

Και συνεχιζουμε. Διοτι η γυναικα θα μπορουσε ποτε να πει "Θα φταιω" αν δεν ηταν κατα καποιον τροπο προκατειλημμενη ωστε να αντιδρα ετσι και οχι αλλιως; Μπορει ποτε τετοια λογια να ειπωθουν απο το πουθενα; Μηπως στο "θα φταιω" βλεπουμε να διαγραφονται αχνα στον αερα μορφες μιας ακομη αγνωστης ιστοριας;
Βλεπει κανεις πως τα πραγματα αναπτυσσουν εναν δικο τους ρυθμο και, αν ξερουμε να του ανταποκριθουμε, καθοδηγουνε τα βηματα μας με μια σιγουρια απειρως ανωτερη απο την πιστη σε μια ερμηνεια και στη θεωρια στην οποια στηριζεται. Ειναι η σιγουρια του σκουπιδιου στην ασφαλτο.
"Θα φταιω", λεει η γυναικα. Αντιλαμβανομαι το προκατειλημμενο των λογων της, την ρωτω:
- Αυτο το "θα φταιω", σας λεει κατι; Που το πρωτογνωρισατε; Ποτε το πρωτακουσατε; Ποτε το πρωτοειπατε; Ξερετε;
Η γυναικα ανακαλει μια σκηνη. Μικρη, στο πατρικο της, πηγαινει στην τουαλετα. Εκει ειναι η μητερα και κρατα στα χερια της μια ματωμενη σερβιετα. Το κοριτσι τρομαζει στη θεα του αιματος και ακουει τη μητερα να της λεει: "Βλεπεις, οταν με στεναχωρεις, τι παθαινω;"

6. Εδω δεν γινεται καποιου ειδους συνειρμικη η ερμηνευτικη συνδεση της παρουσας ιστοριας με μια παρελθουσα. Τα παρελθοντα ειναι παροντα εδω και τωρα. Έτσι δεν χρειαζονται συνδεσεις αλλα απλα η περιγραφη αυτου που ειναι, οπως ειναι. Φτανει να θυμομαστε οτι το παρον δεν περιοριζεται στις αισθητηριακα αντιληπτες παρουσιες. Την ωρα που η γυναικα μαλωνει με τον αντρα της και πλημμυριζεται απο αγωνια γιατι "θα φταιει", δεν βρισκεται μονο στο σπιτι της με τον αντρα της. Ειναι παρουσα και η μητερα της, που ερχεται απο αλλον χρονο και απο αλλον τοπο, την μεταφερει και παλι εκει, στον αλλο χρονο και τοπο, και η γυναικα ακουει με τα αυτια του αλλοτινου κοριτσιου στην πορτα της τουαλετας κι επιφορτιζεται με ενα φταιξιμο εφιαλτικο, καθοτι συγκεχυμενο και ακατανοητο.
Η γυναικα, μαλωνοντας με τον αντρα της, βρισκεται εκτος τοπου και χρονου, πεφτει σ' εκεινη την παλια συγχυση, σαν σε παραληρημα. Όντας σαν σε ναρκη, ξεχνα οτι δεν ειναι πια το μικρο κοριτσι στο πατρικο του.
Το "εκτος τοπου και χρονου" δεν ειναι μια κριση δικη μας. Ειναι παρον φαινομενο. Δειχνεται. Το αντιλαμβανονται τα αυτια που ακουν, τα ματια που βλεπουν, το στομα που περιγραφει. Που δειχνεται; Στο "παραληρητικο" του τροπου της, οπου στον σημερινο καυγα η γυναικα δεν αποτεινεται πραγματικα στον αντρα της, ειναι κυριολεκτικα αλλο-παρμενη. Αν την ρωτουσατε, ισως θα σας ελεγε πως εκεινη την ωρα δεν ειναι απλα στο σπιτι της μαζι του αλλα και σ' ενα δικαστηριο στην πορτα της τουαλετας, πως αποτεινεται σε μια μορφη που εχει μαζι στοιχεια του αντρα και της μητερας της, πως δεν ειναι μονο η γυναικα που νοιαζεται για τον αντρα της αλλα συγχρονως και προπαντων η ανηλικη κατηγορουμενη για ανθρωποκτονια απο αμελεια.
Το παρελθον δεν εχει παρελθει αλλα ειναι παρον. Αυτο ειναι που την χαλαει, την αρρωσταινει, την κανει πασχουσα. Έτσι εκφραζεται η παραβιαση των μετρων του χρονου και του τοπου. Και απο εδω θα μπορουσε να εννοηθει μια Ψυχοπαθολογια, μια διακριση φυσιολογικου και παθολογικου που δεν θεσπιζεται απο την ψυχιατρικη επιστημη αλλα υπαγορευεται απο τα ιδια τα πραγματα.

7. Επειδη η συγχυση της γυναικας καταδειχθηκε μεσα απο την κοινη μας περιγραφη, και βεβαια με τον τροπο της ψυχοθεραπευτικης τεχνης, στον οποιο εδω δεν μπορω να επεκταθω, εγινε αντιληπτη απο τη γυναικα αβιαστα. Τουτο ομως θα πει οτι ειδε την κατασταση πλεον με αλλα ματια - και μαλιστα οχι απο πιστη στην αυθεντια μου αλλα μεσα απο ενα καθαροτερο βλεμμα για το πως εχουν τα πραγματα. Όμως ακριβως σε τουτο εγκειται το θεραπευτικο.
Το θεραπευτικο της περιγραφης, οπως την εννοω, βρισκεται λοιπον σε μια μετατοπιση. Ο τοπος του ανθρωπου που ερχεται στον θεραπευτη στοιχειωνεται απο πολλα και ποικιλα φαντασματα, οπως η μορφη της μητερας στο στιγμιοτυπο που ανεφερα. Η ιδια η περιγραφη, στον βαθμο που θα ευτυχησει, θα μας φερει σε εναν τοπο που δεν ειναι αλλος απο τον εδωδιμο κοσμο, απελευθερωμενο απο μορφες παρεισακτες. Έτσι π.χ. η παρελθουσα κατασταση αναγνωριζεται σαν τετοια και καποτε αφηνεται να παρελθει, να χαθει στο παρελθον στο οποιο ανηκει. Τοτε τα παροντικα πραγματα αποκτουν τη ζωντανια τους και ο ανθρωπος τη γαληνη του, ακομα και μεσα σε θυελλες. Τα προβληματα αποκαλυπτονται ως ψευδοπροβληματα, οπως εκεινο το "φταις-φταιω" που εχει καθηλωσει στη μεγγενη του μητερα και κορη.

Ας θυμηθουμε τωρα τα επτα χαρακτηριστικα της περιγραφης που αναφερθηκαν: Άκουσμα που βλεπει και λεγει, χωρις σκεψη και κριση και ερμηνεια, διαγοντας στην παροδικοτητα της στιγμης, κενο απο εσωτερικοτητα, με μια συμμετοχη αμετοχη, υποθεση κοινη του θεραπευτη και του πασχοντα, οπου διακρινονται τα ορια τοπου και χρονου, οι ποικιλες παραβιασεις τους και συναμα η ιαματικη αναγνωριση και αποδοχη τους.
Η εδω εννοουμενη περιγραφη ειναι κατι σαν τροπος ζωης, εγκλιματισμος στο παρον, στα πραγματα, οπως ειναι. Εξοικειωνει με μια ελευθερια απο την προθετικοτητα, δηλαδη απο στοχους, απο επιθυμια και φοβο, απο βουληση και αμυνα, απο ενεργητικοτητα και παθητικοτητα, οταν αυτα παραβιαζουν τα μετρα και εννοουν να επιβαλουν το δικο τους. Κανεις γνωριζει τον εαυτο του και με μιαν αλλη μορφη, πιο ανιδιοτελη, που θα πει με ενα λιγοτερο εμφατικο, λιγοτερο επιμονο εγω. Όσο αφανεστερο το εγω, δηλαδη οσο περισσοτερο εναρμοσμενο στα ορια τοπου και χρονου, τοσο εναργεστερη η λαμψη του κοσμου στην απλα της στιγμης.

Αυτα που σας ανεφερα δεν συνιστουν προταση για μια θεραπευτικη θεωρια και τεχνικη, δεν επιδιδονται σε συγκρισεις με τρεχουσες σχολες και μεθοδους. Όπως και στη γενικοτερη συγγραφικη και διδακτικη μου δραστηριοτητα, εχουν εναν χαρακτηρα αυτοπαρουσιασης. Παρουσιασης ενος θεραπευτη. Θα μπορουσε να εχει ενα νοημα για εκεινον που, γνωριζοντας ετσι εναν θεραπευτη, και αντιπαρατιθεμενος μ' αυτον, θα προχωρουσε στον δρομο της διαμορφωσης του δικου του θεραπευτικου τροπου. Τιποτα περισσοτερο.
PDF
Η Ψυχοπαθολογια ειναι για την Ψυχιατρικη ο,τι ηταν η τεχνη της Διαγνωστικης για την Κλινικη Ιατρικη: Η κλινικη παρατηρηση, η ασκηση της ψηλαφησης, της επικρουσης και της ακροασης οξυνε ενα διαγνωστικο και θεραπευτικο αισθητηριο που σημερα εχει ατροφησει καθως υποκατασταθηκε σε μεγαλο βαθμο απο το εργαστηριο. Ο ψυχιατρος, που βεβαια δεν μπορει να προσβλεπει αντιστοιχα στη συνδρομη της τεχνολογιας, χρειαζεται παντα το ψυχοπαθολογικο ομολογο εκεινου του αισθητηριου. Αποκταται με την απροκαταληπτη, αμετοχα-συμμετοχη παρατηρηση και περιγραφη οσων δειχνονται και λεγονται απο τον πασχοντα. Εδω βρισκεται η απαρχη καθε επαρκους ανταποκρισης του θεραποντα στο εργο που καλειται να επιτελεσει.
Η λέξη "πτωχός" συγγενεύει με το "πίπτω". Η εμπειρία της πτώχευσης είναι εμπειρία μιας πτώσης. Αυτή μπορεί να φτάνει από τον ξεπεσμό στα μάτια του κόσμου, της οικογένειας, του ίδιου του εαυτού, μέχρι το πέσιμο από το μπαλκόνι, ή στη θηλιά γύρω από τον λαιμό.

Η πτώχευση έρχεται μετά από μια απώλεια. Η απώλεια μπορεί να αφορά πράγματα του παρόντος: Δεν μπορώ να αγοράζω στο σούπερ μάρκετ αυτά που αγόραζα, δεν μπορώ να προσφέρω στα παιδιά μου το ιδιωτικό σχολείο που πρόσφερα, δεν μπορώ να πληρώσω το δάνειο για το σπίτι ή το αυτοκίνητο, δεν μπορώ να κάνω τα ταξίδια που έκανα κ.ο.κ. Η απώλεια μπορεί όμως να αφορά και μελλοντικά πράγματα: Γίνονται ανέφικτα τα σχέδια και τα όνειρα που είχα για μια καλύτερη ζωή, τη δική μου, της οικογένειας, των παιδιών μου, για τις προοπτικές μιας γενικότερης ευημερίας, στην οποία θα συμμετείχα μαζί με τους περισσότερους.

Απώλειες τέτοιου είδους δεν οδηγούν αναγκαστικά στην πτώση της πτώχευσης. Στην απώλεια κάτι δικό μου, κάτι που βρίσκονταν στην περιοχή του δικού μου μικρόκοσμου, απομακρύνεται και χάνεται. Εγώ στέκω εκεί, το χάνω από τα μάτια μου, βλέπω τον ορίζοντα του κόσμου μου να στενεύει, πενθώ. Πενθώ θα πει: ό,τι χάθηκε εξακολουθεί να είναι παρόν, δια της απουσίας του όμως. Και γι' αυτό πονάει, όπως το ακρωτηριασμένο "μέλος φάντασμα". Το πένθος είναι η σύγκρουση ανάμεσα στο αυγό του "Κι άλλο!" με την πέτρα του "Όχι πια!".

Εκεί που την απώλεια ακολουθεί η πτώση του ξεπεσμού, της κατάπτωσης και της βουτιάς στο κενό, δεν στέκω πλέον. Πέφτω ο ίδιος. Πότε συμβαίνει τούτο; Πότε μια απώλεια με "ρίχνει"; Όταν τα πράγματα που χάνονται αποτελούν συνέχεια του εαυτού μου. Όταν ένας τρόπος ζωής, τα όνειρά μου για μένα και για τα παιδιά μου έχουν γίνει αναπόσπαστο μέρος της εικόνας που έχω για τον εαυτό μου. Τότε δεν χάνεται απλά το ένα και το άλλο. Χάνεται το ίδιο το έδαφος κάτω από τα πόδια μου. Όσο ριζικότερα αυτή η εικόνα με καθορίζει, τόσο εμφατικότερα η συντριβή της ισοδυναμεί με πτώση, με μια λιγότερο ή περισσότερο ελεύθερη πτώση στο κενό.

Στην εμπειρία της πτώχευσης, ό,τι με στήριζε χάνεται. Η εικόνα του εαυτού μου γίνεται συντρίμμια. Χάνομαι ο ίδιος, χάνομαι μέσα σε μια βουβαμάρα, γίνομαι βουβαμάρα ο ίδιος. Δεν υπάρχει καν πένθος, καθώς το πένθος προϋποθέτει ένα Εγώ που στέκει, ίσταται και υφ-ίσταται την απώλεια. Τώρα έχει σιγάσει όπως ένα τοπίο που το σκέπασε χιόνι.

[Η παρατήρηση του Freud ότι στη "μελαγχολία" δεν υπάρχει πένθος, έχει τον λόγο της στο φαινόμενο της σίγασης του Εγώ, που εδώ περιγράφηκε μέσα από την εμπειρία της "πτώχευσης".]

Η κύρια διαφορά των δυο φαινομένων είναι ότι ο θυμός αφορά κάτι συγκεκριμένο, όμως η λύσσα το παν.

Ο θυμός στρέφεται προς ένα ορισμένο πρόσωπο για μια λίγο-πολύ ορισμένη πράξη. Εκτείνεται στον χρόνο, στο παρελθόν κακό που έγινε και στο μέλλον που απαιτεί να είναι διαφορετικό. Κάποιοι "Αγανακτισμένοι" εμφορούνται από θυμό. Καταφέρονται εναντίον πολιτικών, πραγμάτων που έκαναν ή παραμέλησαν, και ζητούν άλλη πολιτική, άλλους πολιτικούς. Ανάλογα συμβαίνουν σε έναν περισσότερο ατομικό χώρο με γονείς, συντρόφους, παιδιά κλπ.

Ο θυμός, όντας περιβεβλημένος παρελθόντα και μέλλοντα, κινούμενος μέσα στα όρια παρελθόντων και μελλόντων, έχει συντηρητικό χαρακτήρα. Παραμένει στην ίδια συνθήκη, για την οποία αξιώνει απλά διορθώσεις. Γαβγίζει χωρίς να δαγκώνει.

Η λύσσα έχει κόψει τις γέφυρες με παρελθόν και μέλλον. Στο βλέμμα της προβάλλει αποκλειστικά το παρόν, το οποίο πλέον αρνείται ολότελα. Ένα σύνθημα αυτών των "Αγανακτισμένων" είναι το "Κάψτε τη Βουλή!". Η λύσσα απογυμνώνει το παρόν από παρελθόντα και μέλλοντα. Δεν την συγκρατεί τίποτα. Γι' αυτό και είναι ελεύθερη. Κατά τούτο διαφέρει από πράξεις απελπισίας και απόγνωσης, που παραμένουν προσκολλημένες σε ό,τι χάθηκε, και από την εκδίκηση, που επαναλαμβάνει το κακό που υπέστη, τώρα ανταποδίδοντάς το στα ίσα.

Η λύσσα δεν γαβγίζει. Δαγκώνει. Επιτελεί τομές και ρήξεις που δεν γεφυρώνονται πλέον. Έτσι διανοίγει το πεδίο για μια αληθινά νέα κατάσταση. Όχι σπάνια τούτο επιτυγχάνεται με την άσκηση άκρατης βίας: τον φόνο, την αυτοκτονία.

Τόσο ο θυμός όσο και η λύσσα συνιστούν ύβρη. Χάνουν το μέτρο. Ο θυμός χάνει το μέτρο καθόσον εμπλέκεται στη σύγχυση του "και ναι και όχι", του "μαζί δεν κάνουμε και χώρια δεν μπορούμε". Η λύσσα χάνει το μέτρο καθόσον παίρνει τα πράγματα απόλυτα. Η απονενοημένη της δράση κόβει το κεφάλι που πονάει.

Ο θυμός χάνεται στη θολούρα της σύγχυσης. Η λύσσα χάνεται σε μια φανταστική καθαρότητα. Ενδεχομένως τα δυο φαινόμενα έχουν τον τόπο τους στην εικόνα μιας ζωής μυωπικά περιορισμένης στη γεγονότητα (facticity) του διαπροσωπικού και του κοινωνικού.

Και το μέτρο;
"Μη στα χείλη μου ζητήσεις το στόμα σου,
μη μπροστά στην πόρτα τον ξένο,
μη στο μάτι το δάκρυ.
Εφτά νύχτες ψηλότερα διαβαίνει κόκκινο προς κόκκινο,
εφτά καρδιές βαθύτερα βαρά το χέρι την πόρτα,
εφτά ρόδα αργότερα κελαρεί το πηγάδι."
Paul Celan, Kristall

[Δημοσιευτηκε στις 13.11 στο
protagon.gr]


ΑΛΗΘΕΑ ΛΕΓΕΙΝ ΚΑΙ ΠΟIΕΙΝ θα πει στον Ηράκλειτο ΚΑΤΑ ΦΥΣΙΝ ΕΠΑΪΟΝΤΑΣ (απ. 112), και ΚΑΤΑ ΦΥΣΙΝ θα πει πως κάτι λέγεται ΟΚΩΣ ΕΧΕΙ (απ. 1), όπως έχει.

Τα ΑΛΗΘΕΑ είναι τα πράγματα, όπως έχουν, δηλαδή: όπως είναι.

Παράδειγμα: "Είμαι αγχωμένος."

Συνήθως λέμε κι ακούμε την φράση στον τονισμό: "Είμαι αγχωμένος". Εδώ το "αγχωμένος" προσδιορίζει το "είμαι", δηλαδή: Το είναι μου ορίζεται από το άγχος μου, εξαντλείται στο άγχος μου. Είμαι έγκλειστος μέσα του. Το άγχος προ-βάλλει, γίνεται πρό-βλημα, κι εγώ γίνομαι προβληματικός.

Τώρα η φράση, ίδια κι απαράλλαχτη, μπορεί να ειπωθεί με άλλον τρόπο: "Είμαι αγχωμένος". Τώρα το άγχος δεν είναι το κλουβί τού είναι μου. Τώρα το "είμαι" είναι σαν ένας δρόμος όπου, στην πορεία, πέφτω στο άγχος όπως πέφτω π.χ. σε μια καταιγίδα. Παρόλη της την σφοδρότητα και τους κινδύνους που κρύβει, ακόμα κι αν δεν βγω ζωντανός, το είναι μου, ο δρόμος που κάνω, που έκανα, και που ίσως ακόμα έχω να κάνω, δεν εξαντλείται στην καταιγίδα, δεν εξαντλείται στο άγχος μου.

Αυτή είναι μια δυνατότητα περιγραφής του "Είμαι αγχωμένος".

Σ' αυτήν την οπτική το κρίσιμο σημείο κάθε ψυχοθεραπείας βρίσκεται στην αφανή μετάπτωση από τον πρώτο τρόπο στον δεύτερο, από το "είμαι αγχωμένος" στο "είμαι αγχωμένος". Με μια έκφραση του Wittgenstein:
Δίνουμε στο γλωσσοπαίγνιο [το οποίο δεν είναι παιχνίδι με τις λέξεις αλλά "μορφή ζωής"] νέα κλείδωση.

Η θεραπεία που προσβλέπει στα πράγματα όπως είναι, και σαν τέτοια εννοείται εδώ η "φαινομενολογική-υπαρξιακή ανάλυση", είναι χρεωμένη την ΑΛΗΘΕΙΑ. Την θεραπεύει: την υπηρετεί.

Η "νέα κλείδωση", ο δρόμος τού είναι, δεν εφαρμόζεται μόνο εκεί που η λέξη αναφέρεται ρητά, όπως στο παράδειγμα που χρησιμοποίησα. Το είναι εξυπακούεται σε κάθε λέξη, διότι η κάθε λέξη συνοδεύεται από το είναι όπως η κάθε μελωδία της τσαμπούνας από τον πάντα ίδιο ήχο του δεύτερου σωλήνα που κρατάει το ίσο.

Η ΑΛΗΘΕΙΑ ονομάζει τον δρόμο στον οποίο τα πράγματα λέγονται και νοούνται - όπως είναι. Επαναλαμβάνω: Το "όπως είναι" δεν τονίζει το "όπως", δηλαδή δεν απαντά στο ερωτηματικό "πώς;", αλλά ακολουθεί το αναφορικό "πως", "πως είναι": Μιλά στην τονικότητα του είναι.

Στην έκφραση "τονικότητα του είναι" πρέπει ν' ακουστεί το βασικό στοιχείο τής "νέας κλείδωσης" που αποκτά η "μορφή της ζωής". Θα χρησιμοποιήσω έναν λόγο του Αλέξανδρου Βιζυηνού από "Το Φάσμα μου" και θα υπογραμμίσω ότι "μετάπτωση στην τονικότητα του είναι" θα πει: αλλάζει ο ρυθμός του κόσμου.

Τα πράγματα, όπως είναι, ονομάζονται όντα, και στην πρώτη εποχή του Ελληνισμού ΕΟΝΤΑ. Το ΕΟΝ στον Παρμενίδη καλείται ΑΛΗΘΕΙΗΣ ΗΤΟΡ (απ. 1): το σπλάχνο, η καρδιά της αλήθειας: το ίσο της μουσικής που παίζει στον εκάστοτε ρυθμό του κόσμου.

Τα όντα λέγονται από παλιά και με δύο προθέματα: παρ-όντα, απ-όντα, ΠΑΡΕΟΝΤΑ, ΑΠΕΟΝΤΑ.
Παρμενίδης (4,1):
ΛΕΥΣΣΕ Δ' ΟΜΩΣ ΑΠΕΟΝΤΑ ΝΟΩΙ ΠΑΡΕΟΝΤΑ ΒΕΒΑΙΩΣ
"Και βεβαίως δες όμοια με τον νου τα απόντα, τα παρόντα." (Η μετάφραση δική μου.)

Πώς μπορούν να είναι ποτέ όμοια, παρόντα και απόντα; Ρωτάει αυτός που ακούει τις λέξεις στο τονισμό παρόντα, απόντα. Διότι απο- και παρα- δεν είναι όμοια. "Απ-όντα" ονομάζουμε τα απόμακρα πράγματα, τα παρελθόντα και τα μελλοντικά, τα πράγματα της φαντασίας και των ονείρων. "Παρ-όντα" ονομάζουμε τα αισθητηριακά αντιληπτά πράγματα στο εδώ και τώρα.

Ο χωρισμός απόντων και παρόντων πηγαίνει μαζί με μια στάση απέναντί τους η οποία κάθε φορά έχει την μορφή στέρησης και πληρότητας, νοσταλγίας και λησμοσύνης, επιθυμίας και φόβου, εξάρτησης και φυγής κλπ. και των ποικιλόμορφων σύμμεικτων μορφών τους.

Όμως η γραφή του Παρμενίδη λέει: "δες με τον νου", και ο νους, το ΝΟΕΙΝ, βρίσκεται στην τονικότητα του ΕΙΝΑΙ (απ. 3). Το ΛΕΥΣΣΕ ΝΟΩΙ μας παροτρύνει να δούμε απόντα και παρόντα ως παρόντα, απόντα. Τι θα πει αυτό; Θα πει ότι απόντα και παρόντα είναι, πριν από κάθε τι άλλο, - όντα:
Κατά όμοιο τρόπο, απόντα και παρόντα είναι.

Τι θα πει αυτό; Θα πει ότι στο ΛΕΥΣΣΕ Δ' ΟΜΩΣ ΝΟΩΙ η λάμπα απέναντί μου, που με φωτίζει, ο Hanspeter Padrutt (που κυρίως σε συνομιλία μαζί του γράφονται αυτές οι αράδες) εκεί πέρα στην Ζυρίχη, οι ώρες που παλιά περάσαμε μαζί, η ώρα που ίσως κάποτε, με τα ατελή του νέα ελληνικά, κοπιάσει να παρακολουθήσει αυτό το κείμενο, όλα τους, κατά όμοιο τρόπο, είναι.

Σ' αυτό το ΛΕΥΣΣΕ ΟΜΩΣ, στο όμοιο ίδωμα απόντων και παρόντων, οι ποικίλες και περιστασιακές στάσεις απέναντι στο απο- και στο παρα- (στέρηση και πληρότητα, νοσταλγία και λησμοσύνη, επιθυμία και φόβος, εξάρτηση και φυγή κλπ.) χάνουν κάθε νόημα και διαλύονται σαν την ζάχαρη στο νερό.

Δυο παραδείγματα ενός τέτοιου βλέμματος (Οι στίχοι που μας αφορούν εδώ, με πλάγιους χαρακτήρες):
Καβάφης, Θυμήσου, σώμα...

Σώμα, θυμήσου όχι μόνο το πόσο αγπήθηκες,
όχι μονάχα τα κρεββάτια όπου πλάγιασες,
αλλά κι εκείνες τες επιθυμίες που για σένα
γυάλιζαν μες στα μάτια φανερά,
κ' ετρέμανε μες στην φωνή - και κάποιο
τυχαίον εμπόδιο τες ματαίωσε.
Τώρα που είναι όλα πια μέσα στο παρελθόν,
μοιάζει σχεδόν και στες επιθυμίες
εκείνες σαν να δόθηκες
- πώς γυάλιζαν,
θυμήσου, μες στα μάτια που σε κύτταζαν•
πώς έτρεμαν μες στην φωνή, για σε, θυμήσου, σώμα.



Σεφέρης, Θερινό Ηλιοστάσι

Τώρα,
Με το λιωμένο μολύβι του κλήδονα
Το λαμπύρισμα του καλοκαιρινού πελάγου,
η γύμνια ολόκληρης της ζωής•
και το πέρασμα και το σταμάτημα και το πλάγιασμα και το τίναγμα
τα χείλια το χαϊδεμένο δέρας,
όλα γυρεύουν να καούν.
Όπως το πεύκο καταμεσήμερα
Κυριεμένο απ' το ρετσίνι
Βιάζεται να γεννήσει φλόγα
Και δε βαστά πια την παιδωμή -
Φώναξε τα παιδιά να μαζέψουν τη στάχτη
Και να τη σπείρουν.
Ό,τι πέρασε πέρασε σωστά.
Κι εκείνα ακόμη που δεν πέρασαν
πρέπει να καούν

τούτο το μεσημέρι που καρφώθηκε ο ήλιος
στην καρδιά του εκατόφυλλου ρόδου.

Στην θεραπεία, όταν κανείς έχει τ' αυτιά να τ' ακούσει, που θα πει και να τα προκαλέσει, αυτό συμβαίνει π.χ. εκεί που κανείς λύνεται από την καθήλωση στους γονείς που έχει, αλλά και στους γονείς που ενδεχομένως θα ήθελε να έχει, από την καθήλωση στα πράγματα που ευτύχησαν να συμβούν, αλλά και σ' εκείνα που δεν ευοδώθηκαν, από την καθήλωση σ' αυτό στο οποίο βρίσκεται, αλλά και σ' αυτό στο οποίο ελπίζει, περιμένει να βρεθεί.

Η λύση από το βάσανο της στέρησης, η προσκόλληση στην επιδίωξη της πληρότητας κλπ. δεν επιτυγχάνεται με ψυχολογίστικες ερμηνείες και με συμπεριφορικές τεχνικές. Χαρίζεται στα μάτια που ανοίγουν για την ΑΛΗΘΕΙΑ, δηλαδή ανοίγουν με όμοιο τρόπο για παρόντα και απόντα.

Το όμοιο βλέμμα για απόντα και παρόντα καθιστά αδύνατη την μονομέρεια ως καθήλωση π.χ. σε έναν άνθρωπο, σε ένα πράγμα, στη ζωή: Κανείς μπορεί αληθινά να βρίσκεται με τον άλλον όταν ξέρει και να χωρίζει, μπορεί αληθινά να χαίρεται κάτι όταν ξέρει και να το χάνει, μπορεί αληθινά να ζει όταν ξέρει και να πεθαίνει.

Τι μας υποχρεώνει σε μια τέτοια αλήθεια; Μια φράση του Παρμενίδη λέει (απ. 6,1):
ΧΡΗ ΤΟ ΛΕΓΕΙΝ ΤΕ ΝΟΕΙΝ Τ' ΕΟΝ ΕΜΜΕΝΑΙ.
"Χρέος είναι τούτο, να λέγεται και να νοείται: το ον είναι." (Μετάφραση δική μου.)

Η φράση του Παρμενίδη, αν είχε τον χαρακτήρα της εντολής, θα μας μιλούσε για την υποχρέωση να λέμε και να σκεφτόμαστε: "Το ον είναι ... Το ον είναι ... Το ον είναι ... κ.ο.κ.". Όμως αυτό δεν έχει νόημα.

Η φράση του Παρμενίδη έχει τον χαρακτήρα αυτού το οποίο οι Αρχαίοι αποκαλούν ΝΟΜΟΣ, και την διευκρίνιση του οποίου οφείλουμε στο έργο του Θρασύβουλου Γεωργιάδη.

Στο κελάιδημα ενός πουλιού, π.χ. της δεκαοχτούρας, υπ-άρχει ένας ΝΟΜΟΣ: Το ακούμε κι αναγνωρίζουμε το χαρακτηριστικό κελάιδημα της δεκαοχτούρας. Ο Αριστοφάνης μιλά για τον ΕΠΙΚΛΑΥΤΟΝ ΑΗΔΟΝΙΟΝ ΝΟΜΟΝ (Βάτραχοι, στ. 684).

Ο ΝΟΜΟΣ της δεκαοχτούρας χρειάζεται την δεκαοχτούρα, το κελάιδημά της, καθώς μόνο σ' αυτήν την πράξη αποκτά υπόσταση, κάθε φορά για πρώτη και τελευταία φορά.

ΝΟΜΟΣ: Η δεκαοχτούρα νέμεται αυτό που της έχει απομεμηθεί, και σ' αυτήν την νομή είναι.

Το "Είναι-στον-κόσμο" του Heidegger, το "γλωσσοπαίγνιο" του Wittgenstein είναι ΝΟΜΟΙ: Ανανωρίζουμε σ' αυτούς το τέλος μιας εποχής, την δυνατότητα μιας άλλης, αυτό που είμαστε κι αυτό που μπορούμε να είμαστε.

Τέτοιοι ΝΟΜΟΙ χρειάζονται τον άνθρωπο και τα πουλια και τα πάντα. Όμως, όπως και στο παράδειγμα της δεκαοχτούρας, το "χρειάζονται" δεν αναφέρεται σε κάτι περιστασιακό, όπως π.χ. όταν ο υπάλληλος ρωτάει τον προϊστάμενό του: "Με χρειάζεστε;", κι αυτός απαντά: "Σε χρειάζομαι" ή "Δεν σε χρειάζομαι."

Όπως η δεκαοχτούρα είναι εκτελώντας τον ΝΟΜΟ της, έτσι κι ο άνθρωπος είναι κάνοντας την ζωή του και πεθαίνοντας τον θάνατό του με το να εκτελεί τους ΝΟΜΟΥΣ που τον χρειάζονται. Τον χρειάζονται με τον ίδιο τρόπο που οι ψυχές στην Νέκυια της Οδύσσειας χρειάζονται να πιουν το αίμα για να βρουν την λαλιά τους και να μιλήσουν με τον άνθρωπο που κατέβηκε να τις συναντήσει.

Αυτό είναι το ΧΡΗ στην φράση του Παρμενίδη ΧΡΗ ΤΟ ΛΕΓΕΙΝ ΤΕ ΝΟΕΙΝ Τ' ΕΟΝ ΕΜΜΕΝΑΙ.

Ο δρόμος τού είναι, είναι ΝΟΜΟΣ. Χρειάζεται τον άνθρωπο. Όπως με την δεκαοχτούρα στο κελάιδημά της, στο καθοδόν τού είναι αναγνωρίζουμε τον άνθρωπο σε κάθε λέξη του, σε κάθε ανάσα του. Είμαστε εκτέλεσή του, είτε το ξέρουμε είτε όχι, είτε το θέλουμε είτε όχι.

Και όπως μόνον αυτός που βλέπει μπορεί να είναι τυφλός, μόνον αυτός που έχει χρεωθεί την τονικότητα τού είναι μπορεί, και πρέπει, ευρισκόμενος μέσα στον τόνο, να είναι παράτονος, π.χ. στο βάσανο της στέρησης και στην επιδίωξη της πληρότητας κλπ. που αναφέρθηκαν, μπορεί, ευρισκόμενος στο "είμαι αγχωμένος", να λέει: "είμαι αγχωμένος".

Αυτό το χρέος, που είμαστε, είναι που στον Παρμενίδη έρχεται και με τα ονόματα ΜΟΙΡΑ, ΘΕΜΙΣ, ΑΝΑΓΚΗ: Το χρέος που είμαστε είναι η μοίρα μας. Μας θεσπίζει. Είναι ανάγκη.

Και γιατί αυτό το χρέος είναι μοίρα και θεσμός κι ανάγκη; Μάς το λέει το απόσπασμα 3 που αναφέρθηκε επιτροχάδην:
ΤΟ ΓΑΡ ΑΥΤΟΝ ΝΟΕΙΝ ΕΣΤΙΝ ΤΕ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ.
"Καθότι είναι το αυτό, νόηση και είναι." (Μετάφραση δική μου.)

Αν το ΝΟΕΙΝ ονομάζει το ιδιαίτερο του ανθρώπου, τότε το απόσπασμα λέει πως ο άνθρωπος δεν έχει καμιά ιδιαιτερότητα: Δεν υπάρχει τίποτα που να ξεκινά και να τελειώνει αληθινά σ' αυτόν, είτε σαν άτομο είτε σαν οικογένεια είτε σαν κοινωνία είτε σαν ανθρωπότητα. Το αγχωμένος, για παράδειγμα, δεν ανήκει στο "εγώ" αλλά στο είμαι, με τον τρόπο που αναφέρθηκε.

Το χρέος για το οποίο γίνεται λόγος εδώ, "στην ηχώ του Παρμενίδη" (Heidegger), είναι όπως το χρέος του μήλου να πέφτει κάτω από την μηλιά. Αυτό θα πει, σε αναφορά με τα προηγούμενα: Είναι μοίρα και θεσμός και ανάγκη, το μήλο να βρεθεί στο μέρος που ήδη ανήκει και που το περιμένει, ο άνθρωπος, μέσα από δρόμους παράξενους, να βρίσκει, δηλαδή να χάνει, την ταυτότητά του στην ταυτότητα με το είναι. Το άγχος "μέσα μου" απολύεται στην καταιγίδα του δρόμου.

Και η θεραπευτική συνάντηση που είναι χρεωμένη την ΑΛΗΘΕΙΑ;

Είναι ο δρόμος από το παράτονο της σύγχυσης και της πλάνης στην κατοίκηση μέσα στον τόνο. Δεν σημαίνει πως η πλάνη εξοβελίζεται. Δεν πρόκειται για μύηση. Όταν κανείς έχει βρεθεί μια φορά μέσα στον τόνο, τότε γνωρίζει και τις ώρες που μιλά και πράττει παράτονα: Αναγνωριζονται τόσο η αλήθεια όσο και η πλάνη, που και τα δύο έχουν τον τόπο τους. Αναγνωρίζεται, και μένει αποδεκτή, η ώρα της σύγχυσης, της συσκότισης.

Δεν πρόκειται για "γνώση". Περισσότερο πρόκειται για το ότι αλήθεια και πλάνη παύουν να είναι καν θέμα: Μαθαίνεις να προχωράς στα τυφλά, καλύτερα, μαθαίνεις ότι προχωράς στα τυφλά, δηλαδή ποτέ αληθινά με την δική σου προαίρεση. Αναγνωρίζεται η περατότητα, η θνητότητα. Μαθαίνεται η ταπεινοσύνη.

Το ζητούμενο δεν είναι η θεραπεία με στόχο την καλύτερη ισορροπία, την αποτελεσματικότερη "λειτουργία", την ψυχική υγεία, αλλά η επάφεση σ' αυτό που δεν εξυπηρετεί τον άνθρωπο αλλά τον ορίζει. Είναι η ανιδιοτέλεια ως παραίτηση από την πρωτοκαθεδρία του "θέλω", του "πρέπει" και αποδοχή ότι το είμαι είναι πάντα δυνατότερο από το "θέλω" ή "πρέπει" να είμαι.

Αυτό δεν είναι "αυτογνωσία", "αυτοπραγμάτωση" αλλά η εμπράγματη, επώδυνη και συνάμα λυτρωτική άρρητη εξοικείωση στο πολύμορφο, πολυσήμαντο, πολύφωνο παιχνίδι ζωής και θανάτου.

Η εξοικείωση συμβαίνει στο πεδίο της γλώσσας, ως ονομασία. Ονόματα χιλιοειπωμένα, τώρα λέγονται στην πραγματικότητα για πρώτη φορά, και "γράφουν" - Πατέρας. Μητέρα. Καλημέρα. Καληνύχτα. Όπως ένα έργο της τέχνης, της νόησης, όπως εδώ κι εκεί στην καθημερινότητα, έτσι και η θεραπεία, η χρεωμένη την ΑΛΗΘΕΙΑ, δεν είναι παρά μια σειρά από πράξεις ονομασίας που ευτύχησαν να συμβούν - μια σειρά από πράξεις αλήθευσης, στις οποίες μέσα άνθρωπος και κόσμος ξαναβαφτίζονται.

PDF

Σεμινάριο της 8ης Σεπτεμβρίου στο μεγάλο αμφιθέατρο του Burghölzli (ψυχιατρικής πανεπιστημιακής κλινικής της Ζυρίχης)

Heidegger:

Αυτό το σχέδιο είναι μόνο για να καταστήσει σαφές ότι η ανθρώπινη ύπαρξη, στο ουσιακό της θεμέλιο, ποτέ δεν είναι ένα κάπου παρόν αντικείμενο, και βεβαίως διόλου δεν είναι ένα αντικείμενο κλεισμένο στον εαυτό του. Πολύ περισσότερο αυτή η ύπαρξη συνίσταται "απλώς" σε δυνατότητες πρόσληψης, απρόσιτες οπτικά και απτικά, που είναι στραμμένες προς ό,τι την συναντά και της μιλάει. Όλες οι μέχρι τούδε συνήθεις στην Ψυχολογία και Ψυχοπαθολογία αντικειμενοποιούσες κυστοειδείς παραστάσεις μιας ψυχής, ενός υποκειμένου, ενός προσώπου, ενός Εγώ, μιας συνείδησης, στην οπτική της Αναλυτικής του Dasein πρέπει να εξαφανιστούν χάριν μιας τελείως άλλης κατανόησης. H νέα θεμελιακή οντότητα που έχει να ιδωθεί, πρόκειται να ονομαστεί Da-sein ή Είναι-στον-κόσμο. Όπου πάντως το Da αυτού του Da-sein ακριβώς και δεν εννοεί, όπως απλοϊκά συμβαίνει, ένα για τον παρατηρητή κοντινό σημείο του χώρου. Πολύ περισσότερο η ύπαρξη ως Da-sein σημαίνει το κράτημα ανοιχτής μιας περιοχής, που μέσα από την διαύγασή της γίνεται δυνατή η πρόσληψη των σημασιοτήτων των δεδομένων που της μιλούν. Το ανθρώπινο Da-sein είναι ως περιοχή δυνητικής πρόσληψης, και ποτέ ένα απλά παρόν αντικείμενο. Μάλιστα δεν είναι διόλου και σε καμιά περίπτωση κάτι που μπορεί να αντικειμενοποιηθεί.


Συζήτηση

Αυτό το σχέδιο είναι μόνο για να καταστήσει σαφές ότι η ανθρώπινη ύπαρξη,
Ποια η διαφορά ανάμεσα στο "άνθρωπος" και στο "ανθρώπινη ύπαρξη";
Όταν λέμε "ο άνθρωπος" μιλούμε για ένα κάτι, ένα αντικείμενο (Μ' αυτήν την έννοια και το "υποκείμενο", καθότι επίσης συνιστά ένα "κάτι", στην φιλοσοφία εννοείται ως αντικείμενο.) Τότε τα ζητήματα για τον άνθρωπο συνιστούν άμεσες ή έμμεσες απαντήσεις στην ερώτηση "τι είναι [αυτό το "κάτι",] ο άνθρωπος;"
Όταν τώρα μιλούμε για την "ανθρώπινη ύπαρξη", δεν αναφερόμαστε στον άνθρωπο ως "κάτι", αλλά ως προς την οπτική του ότι υπάρχει, ότι είναι.
Το κείμενο του Heidegger έχει την μορφή της αντιπαράθεσης των δύο αυτών οπτικών.

στο ουσιακό της θεμέλιο,
Θα πει: Στις πρώτες προϋποθέσεις της. Έτσι π.χ. η προϋπόθεση του τι είναι ο άνθρωπος, το "ουσιακό θεμέλιο" για κάθε τι που είναι ο άνθρωπος, είναι το ότι ο άνθρωπος είναι.
Το "ουσιακό θεμέλιο" του ανθρώπου είναι η "ύπαρξή" του.

ποτέ δεν είναι ένα κάπου παρόν αντικείμενο,
"Ποτέ"; Όταν π.χ. οδηγώντας το αυτοκίνητο προσέχω να αποφύγω τον πεζό που περνάει τον δρόμο, δεν τον αντιλαμβάνομαι σαν ένα φυσκό σώμα σε ένα ορισμένο σημείο, που κινείται προς αυτήν την κατεύθυνση με αυτήν την ταχύτητα, και προσαρμόζω την δική μου κατεύθυνση και ταχύτητα ανάλογα;
Και βέβαια εδώ αντιλαμβάνομαι τον άνθρωπο ως αντικείμενο. Όμως τότε δεν τον αντιλαμβάνομαι "στο ουσιακό του θεμέλιο". Τον αντιλαμβάνομαι στο "τι είναι", δηλαδή εδώ ως φυσικό σώμα με ορισμένα χαρακτηριστικά. Το ότι είναι, μένει εδώ, και πάντα σχεδόν στις καθημερινές μας συναλλαγές, αγνοημένο.
Και πότε χρειάζεται να αντιληφθώ την "ανθρώπινη ύπαρξη στο ουσιακό της θεμέλιο";
Όταν κι εφόσον μου γίνει ανάγκη: Όταν κι εφόσον μου ανοίξουν τα μάτια και αναγνωρίσω πως στον άνθρωπο ως αντικείμενο ο άνθρωπος ως άνθρωπος, δηλαδή στο "ουσιακό του θεμέλιο", κινδυνεύει να χαθεί.
Η ψυχοθεραπεία και η φαρμακοθεραπεία που προσβλέπουν στην διαχείριση προβλημάτων, εκλαμβάνουν τον άνθρωπο ως αντικείμενο.
Η "φαινομενολογική-υπαρξιακή" ψυχοθεραπεία κατευθύνεται προς την άλλη δυνατότητα

και βεβαίως διόλου δεν είναι ένα αντικείμενο κλεισμένο στον εαυτό του.
Ο Heidegger εδώ αναφέρεται στην θεώρηση του ανθρώπου που στην φιλοσοφία καλείται "μονισμός": Ο άνθρωπος ως "μόνος".
Κυρίως χάρη στο έργο του Heidegger και του Wittgenstein, ο μονισμός ανήκει σε μια εποχή της φιλοσοφικής νόησης που πλέον αποτελεί παρελθόν. Παρολαυτά, σαν συνηθισμένη ανθρώπινη στάση, παραμένει κυρίαρχος.
Κυριαρχεί επίσης στην επιστημονκή σκέψη, και ακόμη στο σύνολο των ψυχιατρικών και ψυχολογικών θεωρήσεων. (Βλέπε παρακάτω.)

Πολύ περισσότερο αυτή η ύπαρξη συνίσταται "απλώς" σε δυνατότητες πρόσληψης,
Δηλαδή: Αυτή, η ανθρώπινη, ύπαρξη, καθότι μη "κλεισμένη στον εαυτό της", συνίσταται σε "δυνατότητες πρόσληψης".
Δηλαδή καθαυτήν δεν είναι παρά ένα άνοιγμα προς ..., μια δεκτικότητα για ..., μια έκθεση σε ... ό,τι την συναντά και της μιλάει.
Εδώ δεν λέγεται το τι είναι ο άνθρωπος αλλά περιγράφεται το ότι του Είναι του.

απρόσιτες οπτικά και απτικά ,
Οι "δυνατότητες πρόσληψης", και οι διευκρινιστικές μου λέξεις "άνοιγμα", "δεκτικότητα", "έκθεση", δεν αναφέρονται σε περιστασιακά γεγονότα ή καταστάσεις που άλλοτε συμβαίνουν κι άλλοτε όχι.
Γι' αυτό και εδώ δεν πρόκειται για "πρόσληψη" με την έννοια της αισθητηριακής, "οπτικής, απτικής" αντίληψης από κάτι: Η άνθρώπινη ύπαρξη είναι, υπάρχει εξ υπαρχής, ως "δυνατότητες πρόσληψης"

που είναι στραμμένες προς ό,τι την συναντά και της μιλάει.
Το "και" πρέπει να το ακούσουμε επεξηγηματικά: "την συναντά" θα πει "της μιλάει".
Όπως λέμε πως αυτό κι εκείνο "μου μιλάει", "μου λέει κάτι".
Κάθε αληθινή, δηλαδή στον άνθρωπο ως άνθρωπο προσιδιάζουσα και τον άνθρωπο ως άνθρωπο εκπληρούσα συνάντηση άγεται από ένα τέτοιο, άφωνο, μίλημα.

Όλες οι μέχρι τούδε συνήθεις στην Ψυχολογία και Ψυχοπαθολογία αντικειμενοποιούσες κυστοειδείς παραστάσεις μιας ψυχής, ενός υποκειμένου, ενός προσώπου, ενός Εγώ, μιας συνείδησης,
Ο μονισμός στην ψυχολογία και στην ψυχοπαθολογία δηλώνεται στις βασικές τους έννοιες, που έχουν μορφή αντικειμένου και "κύστης":
-Η ψυχή, ένα αντικείμενο "μόνο", ως π.χ. το "μαύρο κουτί" μεταξύ ερεθίσματος και αντίδρασης, ως το κλειστό σύστημα ενός "ψυχικού οργάνου", ως γενικό όνομα για κύκλους επανατροφοδότησης, στην "συστημική", στην γνωσιακή-νευροχημκή θεώρηση κλπ.
-Το υποκείμενο, ένα αντικείμενο "μόνο", ως ιστάμενο από την μία πλευρά κι έχοντας απέναντί του τα "αντικείμενα", προς τα οποία πρέπει να κατασκευάζει γέφυρες.
-Το πρόσωπο, ένα αντικείμενο "μόνο", κθόσον εννοεί τον εαυτό του μέσα από το "προσωπικό", απ' αυτό που είναι μόνο δικό του.
-Το Εγώ, ένα αντικείμενο "μόνο", ως ιστάμενο απέναντι σ' ένα Εσύ και χωρισμένο απ' αυτό.
-Η συνείδηση (και, άρρηκτα δεμένο μ' αυτήν, το "υποσυνείδητο"), ένα αντικείμενο "μόνο", ως ή έδρα του "μέσα μου", του εσωτερικού κόσμου απέναντι σ' έναν εξωτερικό κόσμο και χωρισμένη απ' αυτόν.

στην οπτική της Αναλυτικής του Dasein
δηλαδή στην οπτική της ανθρώπινης ύπαρξης, του ότι ο άνθρωπος είναι, και όχι στην οπτική του τι είναι

πρέπει να εξαφανιστούν
ως αναρμόδιες

χάριν μιας τελείως άλλης κατανόησης. H νέα θεμελιακή οντότητα που έχει να ιδωθεί, πρόκειται να ονομαστεί Da-sein
Το Da είναι δεικτικό επίρρημα του τόπου: Να! Εδώ!, ή: Να! Εκεί!).
Sein θα πει: Είναι.
Στην καθομιλουμένη γερμανική Dasein θα πει κάτι σαν "ύπαρξη".

ή Είναι-στον-κόσμο.
Το δεικτικό Da δείχνει στον κόσμο.
Το Είναι-στον-κόσμο καταρχήν στρέφεται εναντίον του μονισμού και, όσο μας αφορά ιδιαίτερα, εναντίον των "αντικειμενικών-κυστοειδών παραστάσεων" ψυχής, υποκειμένου, προσώπου, Εγώ, συνείδησης.
Da-sein ως Είναι-στον-κόσμο θα πει ότι ο άνθρωπος στο Είναι του είναι ήδη από πάντα "έξω", ανοιχτός και μέτοχος στον κόσμο.
Αυτό για τον Heidegger δεν θα πει ότι κανείς δεν μπορεί και να αποσύρεται, να κλείνεται "στον εαυτό του", να είναι μόνος, "στον κόσμο του", κλπ. Θα πει ότι, όπως μόνον ένας βλέπων μπορεί και να είναι τυφλός, μόνον εκείνος που καταρχήν είναι-στον-κόσμο μπορεί και να αποσύρεται, να κλείνεται, να είναι μόνος, "στον κόσμο του".

Όπου πάντως το Da αυτού του Da-sein ακριβώς και δεν εννοεί, όπως απλοϊκά συμβαίνει, ένα για τον παρατηρητή κοντινό σημείο του χώρου. Πολύ περισσότερο η ύπαρξη ως Da-sein σημαίνει το κράτημα ανοιχτής μιας περιοχής,
Αυτό το "κράτημα" δεν είναι ποτέ απόφαση και πράξη, όπως όταν κρατάω μια θέση στο τραπέζι ή στην κερκίδα για τον φίλο μου. Ο άνθρωπος ως άνθρωπος θα πει: "Κράτημα ανοιχτής μιας περιοχής ..."
Και αυτή η περιοχή πάλι δεν είναι ένα αντικείμενο, δεν είναι η μια και η άλλη "περιοχή", όπως χρησιμοποιούμε την λέξη αναφερόμενοι σε έναν γεωγραφικό ή ιδεατό τόπο τον οποίο μπορούμε να πλησιάζουμε, να αποφεύγουμε, να αγνοούμε κλπ.
Η εδώ εννοούμενη περιοχή είμαστε εμείς οι ίδιοι, ακριβώς όπως το εκάστοτε οπτικό μας πεδίο είναι το ίδιο το βλέμμα μας.
Ο άνθρωπος ως άνθρωπος θα πει: "Κράτημα ανοιχτής μιας περιοχής ..."
Αυτή ακριβώς η περιοχή είναι το Da του Da-sein, είναι ο "κόσμος" του Είναι-στον-κόσμο.

που μέσα από την διαύγασή της
Η εν λόγω περιοχή χαρακτηρίζεται από ένα Διαυγές [Lichtung]. Όμως και πάλι όχι με την έννοια μιας ατμόσφαιρας, μιας νύχτας κλπ. που μπορεί να είναι διαυγής, μπορεί και όχι.
Εδώ το Διαυγές ονομάζει αυτήν τούτη την περιοχή, είναι το προχωρημένο όνομα του Heidegger για το Da- του Dasein, για τον κόσμο του Είναι-στον-Κόσμο.
Ο άνθρωπος, καλύτερα: η ανθρώπινη ύπαρξη, έτσι λέγεται στο όψιμο έργο, είναι η Έν-σταση στο Διαυγές.
Αυτό θα πει το "ανοιχτό", το "έκθετο", το "δεκτικό" του ανθρώπου ως ανθρώπου.

γίνεται δυνατή η πρόσληψη
Και εδώ πάλι δεν πρόκειται για την μια ή την άλλη πρόσληψη, αλλά για το ότι σ' αυτό το Διαυγές ανήκει η πρόσληψη.
Και τούτο όχι σαν χρονική ακολουθία, όπου πρώτα είναι το Διαυγές και μέσα απ' αυτό μπορούμε να προσλαμβάνουμε, αλλά Διαυγές και Πρόσληψη είναι το αυτο, με τον ίδιο τρόπο που ΤΟ ΑΥΤΟΝ είναι, Παρμενίδης, το ΝΟΕΙΝ (πρόσληψη...) και το ΕΙΝΑΙ (διαυγές ...), με τον ίδιο τρόπο που "βλέμμα" και "οπτικό πεδίο", για την ελεύθερη εμπειρία και όχι για την επιστημονική σκέψη, είναι το αυτό.
Στην "οπτικά, απτικά απρόσιτη" περιοχή του Αυτού "γίνεται δυνατή η πρόσληψη", γίνεται δυνατή αυτή τούτη η ανθρώπινη ύπαρξη,
Έτσι πρόσληψη θα πει διαύγαση, και διαύγαση θα πει αναφύηση και εμφάνιση: ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ.Τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο. Η Φαινομενολογία, καθόσον έχει για μέλημά της το φαινομενο, δεν είναι μέθοδος. Είναι ο τρόπος εννόησης που αρμόζει στην ανθρώπινη ύπαρξη, καθόσον "εν-ίσταται στο Διαυγές".

των σημασιοτήτων των δεδομένων που της μιλούν.
Τι θα πει "σημασιότητα";
Είναι μια λέξη από το Είναι και Χρόνος του Heidegger. Εκεί γράφει [σ. 87]:
"Συλλαμβάνουμε τον αναφορικό [με την έννοια του "Το Αυτόν" "μιλήματος" και "πρόσληψης"] χαρακτήρα των παραπεμπτικών αναφορών [των "δεδομένων που μας μιλούν"] ως σημασία. Στην οικειότητα μ' αυτές τις αναφορές το Dasein 'αυτοσημαίνεται' [Διαφορετικά "αυτοσημαίνομαι" απέναντι στην γυναίκα μου και διαφορετικά απέναντι στην θεραπευτική συνάντηση.] Δίνει του εαυτού του να καταλάβει πρωτογενώς [όχι διανοητικά αλλά ψυχή τε και σώματι, όπως π.χ. στην έκφραση "του έδωσα να καταλάβει"] το Είναι του και το δυνητικό Είναι του ως προς το Είναι του-στον-κόσμο. Ονομάζουμε το όλον των αναφορών αυτής της σημασίας σημασιότητα. Συνιστά την κοσμικότητα του κόσμου."
"Σημασιότητα": Η σημασία, η αυτή για τα πράγματα του κόσμου και για τον ευρισκόμενο σε αναφορά προς αυτά τα πράγματα. Έτσι είναι δομημένος ο κόσμος στον οποίο βρισκόμαστε ήδη από πάντα και ανα πάσα στιγμή. Αυτή είναι η "κοσμικότητα" του κόσμου. Το κράτος του ΤΟ ΑΥΤΟΝ.

Το ανθρώπινο Da-sein είναι ως περιοχή δυνητικής πρόσληψης, και ποτέ ένα απλά παρόν αντικείμενο. Μάλιστα δεν είναι διόλου και σε καμιά περίπτωση κάτι που μπορεί να αντικειμενοποιηθεί.
Το μη αντικειμενοποιήσιμο της ανθρώπινης ύπαρξης και του κόσμου στην πρώτη αρχή τους, αποδίδεται συνήθως με την εικόνα του δρόμου - στην πρώτη ελληνική νόηση (ΟΔΟΣ), στην απωασιατική νόηση (Tao) -, όπου ο τονισμός δεν είναι το στατικό-αντικειμενικό αλλά ακριβώς το καθοδόν ως ο αληθινός τόπος της διαμονής μας, η αληθινή μας διαμονή. Πρόκειται για ό,τι λέει η λέξη "πορεύομαι", αν την ακούσουμε στην μέση φωνή της: Ανήκω στον "πόρο", στον δρόμο στον οποίο βρίσκομαι, έτσι που να είμαι ένα μαζί του, στις στροφές του να στρέφομαι και ν' αλλάζω ο ίδιος, στην άσφαλτο και στο κακοτράχαλο, στο αυτοκίνητο και και στο περπάτημα να είναι η ίδια μου η ύπαρξη αυτού του είδους.
Οπωσδήποτε μένει ερώτημα, κατά πόσον το μη αντικειμενοποιήσιμο μπορεί ποτέ να αποδοθεί με λέξεις που έχουμε συνηθίσει να χρησιμοποιούμε για αντικείμενα ("δρόμος", "περιοχή", "διαυγές", "κόσμος").
Ο Heidegger γνωρίζει το πρόβλημα, και μάλιστα σαν την βασική πρόκληση της σκέψης του.
Ο Wittgenstein το γνωρίζει επίσης, και θεωρεί πως εδώ δεν υπάρχει άλλη δυνατότητα από το να σωπαίνει κανείς.
Η Φαινομενολογία, κι εκεί που ασκείται στην μορφή της θεραπευτικής συνομιλίας, είναι δοκιμασία στα όρια της γλώσσας, αυτού που μπορεί, και πρέπει να ειπωθεί, του "λεκτέου", και αυτού για το οποίο οι λέξεις δεν υπάρχουν.
Η ίδια η δοκιμασία εκφράζεται πολύ συχνά με τον επαρκέστερο τρόπο παίρνοντας μορφή απορίας και ερωτήματος.
Heidegger: "Το ερώτημα είναι η ευλαβικότητα της νόησης".

PDF

''Μανιφεστο'' της Ελληνικής Εταιρείας Φαινομενολογικής-Υπαρξιακής Ανάλυσης και Ψυχοθεραπείας


Η Εταιρεία ιδρύθηκε αρχές του 2004. Αποτελεί μετεξέλιξη μιας ομάδας μελέτης που υφίσταται τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια. Είναι συνδεδεμένη με την "International Federation of Daseinsanalysis".

Η κατεύθυνση της Εταιρείας προέρχεται από την ψυχανάλυση. Διατηρεί το πλαίσιο και τους βασικούς όρους της φροϋδικής πρακτικής, όμως δεν εκπροσωπεί το θεωρητικό της υπόβαθρο και την αντίστοιχη θεραπευτική τεχνική.

Ο ορίζοντας των αναφορών της διαμορφώνεται στην διαρκή συνομιλία με νοητές και ποιητές των αρχαίων και των νεωτέρων χρόνων: Martin Heidegger, Ludwig Wittgenstein, Προσωκρατικοί, αρχαίοι Λυρικοί και Τραγωδοί, Friedrich Hoelderlin, Paul Celan, Θρασύβουλος Γεωργιάδης, σύγχρονοι δάσκαλοι του Ζεν κ.α.

Η αντίστοιχη θεραπευτική στάση ακολουθεί τον δρόμο των μεγάλων παραδόσεων της Δύσης και της Ανατολής που βλέπουν την σχέση του ανθρώπου με τον εαυτό του και τον κόσμο στο παιχνίδι αλήθειας και πλάνης. Έχει χαρακτήρα "παιδείας", όπως την εννοούσε ο Πλάτωνας: "Περιαγωγή όλης της ψυχής". Χαρακτηρίζεται από τα εξής:

- Αντί για την αναφορά στο "φυσιολογικό" και την επιδίωξη καλύτερης "ισορροπίας" καλεί τον πρόθυμα διακείμενο στην ελευθερία: Ανοίγουν τα μάτια του, η γλώσσα και τα χέρια του λύνονται, η ζωή του πλουτίζει.

- Αντί για το καθιερωμένο οπλοστάσιο του θεραπευτή (μοντέλα, μέθοδοι, τεχνικές) απλώνεται σε μια ευρύτητα βλέμματος, καρδιάς και νου, που τού δόθηκε σαν χάρισμα και διαμορφώθηκε κατά την μαθητεία του.

- Αντί για τον μονόλογο του "ειδικού" και "υγιούς" με τον "ασθενή" και "ανίδεο" αποτολμά την συνομιλία, στην οποία και μόνο γίνονται οι συμμετέχοντες αυτό που είναι: Ο ένας θεραπευτής, δείχνοντας τον δρόμο, ο άλλος πελάτης, προσ-πελάζοντας τον εαυτό του.

- Αντί για τις εκ των υστέρων κατασκευές μιας "ερμηνείας" κορυφώνεται στην πράξη της ονομασίας: Καταμεσής στο βουβό, στο συγκεχυμένο, στο ταραγμένο αναλάμπει το όνομα, το πράγμα ξεκαθαρίζει και παίρνει μορφή, ησυχάζει σε μια πρωτόγνωρη καθαρότητα.

- Αντί για την παράσταση του υποκειμένου που παραπατάει διχασμένο ανάμεσα στο "μέσα" και στο "έξω", είναι λογοδοσμένη στον άνθρωπο που κατοικεί τον κόσμο, μένει στα πράγματα, δοκιμάζεται στην πραγματικότητα.

PDF

Η αντίστοιχη θεραπευτική στάση ακολουθεί τον δρόμο των μεγάλων παραδόσεων της Δύσης και της Ανατολής που βλέπουν την σχέση του ανθρώπου με τον εαυτό του και τον κόσμο στο παιχνίδι αλήθειας και πλάνης.

"Αλήθεια" και "πλάνη" εννοούνται σε αυστηρή αναφορά προς την πραγματικότητα και τους νόμους που την διέπουν. Ένα άλλο όνομα για την αλήθεια είναι η καθαρότητα του βλέμματος και του λόγου. Ένα άλλο όνομα για την πλάνη είναι η σύγχυση.

Παράδειγμα

Ο άνθρωπος που έχει μείνει προσκολλημένος σε τρόπους που οικειοποιήθηκε σαν παιδί, αγνοεί το όχι-πια του παρελθόντος του. Το ζει σαν να ήταν παρόν.

Έχει χαρακτήρα "παιδείας", όπως την εννοούσε ο Πλάτωνας: "Περιαγωγή όλης της ψυχής".

Αυτός που έρχεται δεν θεωρείται σαν τίποτα λιγότερο (π.χ. νευρωτικός, άντρας/γυναίκα, καλός/κακός κλπ.) από άνθρωπος, δηλαδή μια κάθε φορά ιδιαίτερη συγκέντρωση του παντός [1] [2] [Κυριακη στο κρεβατι...], στο οποίο και καλείται αυτός, ο καταρχήν πλανημένος μέσα σε εγκλωβισμούς και σε σύγχυση, να ανοίξει (αλήθεια).

Παράδειγμα

[Πρόκειται να λείψει λόγω μιας επέμβασης]

- Δηλαδή θα ξαναρθείτε στις... Ή μήπως όχι ακόμα;

- Ε, αλίμονο και να μην έρθω μέχρι τότε ... Εκτός κι αν έχω πεθάνει.

- Και νομίζετε πως αυτό είναι δικαιολογία για να μην έρθετε;

- Τι λέτε τώρα; Κι οι πεθαμένοι έρχονται σ' εσάς;

- Και βέβαια!

Παράδειγμα

- Έτσι κι αλλιώς όλα είναι μάταια...

- Φαντάζομαι πως αυτό είναι ένα οικείο φως που βλέπετε τα πράγματα του κόσμου σας.

- Ναι. Και δεν ξέρω από πού να το πιάσω.

- Και δεν μπορείτε να το πιάσετε από πουθενά. Είναι σαν κάποιος που φοράει μαύρα γυαλιά, να ψάχνει να βρει κάτι άσπρο τριγύρω.

Παράδειγμα

- Γιατί δε με βοηθάτε; Θέλετε να πεθάνω απ' τον φόβο μου;

- Ναι.

[Μετά από μικρή σιωπή:]

- Είναι σα ν' ανοίξατε μια πόρτα και να μπήκε μέσα αέρας.

Παράδειγμα

- Θα χάσω τη ζωή μου χωρίς νά 'χω ζήσει και χωρίς νά 'χω πεθάνει.

Αντί για την αναφορά στο "φυσιολογικό" και την επιδίωξη καλύτερης "ισορροπίας" καλεί τον πρόθυμα διακείμενο στην ελευθερία: Ανοίγουν τα μάτια του, η γλώσσα και τα χέρια του λύνονται, η ζωή του πλουτίζει.

Το λεγόμενο "φυσιολογικό" ορίζεται μέσα από ένα είδος "ισορροπίας". Όμως για "ισορροπία" μιλάμε εκεί που υπάρχουν δύο αντιτιθέμενα, εκεί δηλαδή που συμβαίνει μια σύγκρουση. Το "παθολογικό", η διαταραγμένη ισορροπία και η σύγκρουση παν χέρι-χέρι. Στην ισορροπία του "φυσιολογικού" η σύγκρουση δεν καταργείται. Μένει απλά περίπου ισόπαλη, τα αντιτιθέμενα είναι ισοδύναμα.

Η σύγκρουση λύνεται αληθινά μόνο όταν τα αντιτιθέμενα χάσουν το έδαφός τους, όταν δηλαδή το πεδίο της μάχης τους φύγει κάτω από τα πόδια τους.

Παράδειγμα

Μια γυναίκα που στην δουλειά της είναι υπερφορτωμένη. Τής μιλούν δύο φωνές. Η μία διαμαρτύρεται, λέει "Δεν μπορώ!". Η άλλη λέει "Δεν έχει 'δεν μπορώ'!": Σύγκρουση!

Το κοινό έδαφος είναι η ηθική αξιολόγηση, το τι θα πουν οι άλλοι, όπου οι δυο φωνές είναι αντίστοιχα η κακή, καθότι απορριπτέα από τον κόσμο, και η καλή, που προσβλέπει στο "Μπράβο!".

Η λύση: "καλό" και "κακό" παύουν να είναι θέμα. Μένει η παραμονή στα πράγματα, στην εκτίμηση της κατάστασης και μόνο, όπου το "δεν μπορώ" ή το "μπορώ" είναι αυτό που συμβαίνει και τίποτ' άλλο.

Η εδώ εννοούμενη ελευθερία είναι ένα τέτοιο ξεκαθάρισμα, απελευθέρωση από δεσμεύσεις αλλότριες και άνοιγμα στα ίδια τα πράγματα, ώστε π.χ. ο φόρτος εργασίας να μένει φόρτος εργασίας.

Αντί για το καθιερωμένο οπλοστάσιο του θεραπευτή (μοντέλα, μέθοδοι, τεχνικές) απλώνεται σε μια ευρύτητα βλέμματος, καρδιάς και νου, που τού δόθηκε σαν χάρισμα και διαμορφώθηκε κατά την μαθητεία του.

Το "οπλοστάσιο" υπαγορεύει στον θεραπευτή "τι να σκεφτεί και τι να κάνει". Τον περιορίζει σε μια λιγότερο ή περισσότερο χειριστική στάση επίλυσης προβλημάτων.

Η απαιτούμενη ευρύτητα τον ελευθερώνει προς μια αληθινά "ελεύθερα μετέωρη προσοχή" που τού επιτρέπει ν' ακούει και να μιλά όχι με τ' αυτιά και το στόμα και το κεφάλι του αλλά όλος: Συν-κινείται, ακούει όλος και μιλά όλος.

Παράδειγμα

Στην διάρκεια της θεραπείας μια γυναίκα μιλά για κάτι που αναγνώρισε στον εαυτό της. Μιλά καθαρά, με τον ήσυχο και δυνατό παλμό που χαρακτηρίζει την φωνή της αφύπνισης σε μια ενόραση. Διαπιστώνω πως αυτή η καθαρότητα της φωνής, ο παλμός της, διατρέχουν και το δικό μου σώμα. "Ναι, έτσι είναι", θα μπορούσα να πω. Δεν υπάρχει καμιά δυσκολία, κανένα σταμάτημα ανάμεσα στην φωνή της και στο αυτί μου. Ακόμα κι αν αυτά που μού λέει δεν τα ήξερα προηγουμένως, είναι σαν να ήμουν γι αυτά εύκαιρος, σαν τα περίμενα. Όλα είναι ανάλαφρα, η φωνή της και το άκουσμά μου, που θα πει τελικά: τα σώματα μας, συνέχονται αβίαστα. Είναι μια αίσθηση που δεν μού μαρτυρείται απλώς από το περιεχόμενο των λεγομένων της αλλά και από την εμπειρία του σώματος μου. 

Η πελάτισσά μου προσθέτει, τώρα με έναν τόνο απογοήτευσης και απελπισίας στη φωνή της:

- Αλλά βρίσκομαι έτη φωτός μακριά από τον εαυτό μου...

Εδώ την χάνω από τ' αυτιά μου. Η φωνή της είναι σαν να μην φτάνει μέχρι εμένα. Ακούω μόνο λόγια. Το σώμα μου μένει αμέτοχο. Τι συμβαίνει εδώ; Όπου η συνέχεια λόγου και σώματος χάνεται; Αυτά που λέει, δεν τα εννοεί. Της αντιτείνω λοιπόν:

- Τα λέτε αυτά, όμως κάπου δεν τα αισθάνομαι.

Μου απαντά, με φωνή σίγουρη και ζωντανή:

- Δεν σας πείθουν;

Τώρα μοιάζει να ξαναβρίσκουμε ο ένας τον άλλον. Της απαντώ:

- Όχι.

Αυτή:

- Και βέβαια. Όχι έτη φωτός, δίπλα μου είναι, όμως φοβάμαι να το παραδεχτώ.

Αντί για τον μονόλογο του "ειδικού" και "υγιούς" με τον "ασθενή" και "ανίδεο" αποτολμά την συνομιλία, στην οποία και μόνο γίνονται οι συμμετέχοντες αυτό που είναι: Ο ένας θεραπευτής, δείχνοντας τον δρόμο, ο άλλος πελάτης, προσ-πελάζοντας τον εαυτό του.

Οι παραπάνω χωρισμοί συνεπάγονται ερμηνείες του τύπου "αυτό σημαίνει αυτό". Τέτοιες φράσεις, με τον αποφαντικό χαρακτήρα τους, δεν αφήνουν χώρο για διάλογο. Το μόνο που περιμένουν από τον άλλο είναι να τις αποδεχθεί - ή να μην τις αποδεχθεί.

Κατά πόσον η συνομιλία είναι τόλμη; Μια κινεζική παροιμία λέει: "Όταν ο σοφός δείχνει το φεγγάρι, ο μωρός κοιτάει το δάχτυλο." Στην ψυχολογία ασχολούμαστε κατά κόρον με τα δάχτυλά μας - τα "εγώ" των υποκειμένων μας. Ο συνάνθρωπος γίνεται θέμα. Τούτο θα πει: Ο αγγελιοφόρος εκλαμβάνεται ως το άγγελμα.

Παράδειγμα

- Είστε ο βασικός κανόνας!

μου είπε πρόσφατα σε μια ώρα ανάλυσης ένας ψυχίατρος.

Παράδειγμα

Εγώ:

- Αν σας πω ότι στον τοίχο κρέμεται ένας πίνακας [στην πραγματικότητα είναι ένα απλό ρολόι], θα τείνατε όντως να δείτε εκεί έναν πίνακα;

Αυτός, σχεδόν σε διέγερση:

- Ναι, θα προσπαθούσα να δω το ρολόι κάπου σαν έργο τέχνης, ή θά 'λεγα πως εκεί αντί για ρολόι θά 'πρεπε να είναι ένας πίνακας, ναι, βασικά θά 'βλεπα το ρολόι σχεδόν σαν πίνακα!

Η τόλμη συνίσταται στο να λυθούμε από την μυωπική προσκόλληση στα δάχτυλά μας και να μιλήσουμε για το φεγγάρι (γι' αυτό που εκείνη την ώρα μας αφορά).

Όταν μιλάμε για το φεγγάρι μ' αυτόν τον τρόπο, ξεκινάμε την συνομιλία μας από μηδενική βάση, που περιλαμβάνει κι εμάς τους ίδιους: Δεν είμαστε θέμα, ούτε το φεγγάρι έχει πριν και μετά, είμαστε πέρα για πέρα η αυτή η στιγμή αυτού του φεγγαριού. (Έτσι είναι και με τον πελάτη μας, στην κάθε καινούργια συνάντηση.)

Η θεραπεία συνίσταται στην καθοδήγηση του πελάτη μας να δει κι αυτός το φεγγάρι από μηδενική βάση. Τότε είναι που το βλέπουμε αληθινά μαζί, όταν είμαστε πέρα για πέρα αυτή η στιγμή.

Έκλειψη: Πάντα παρών ο μηχανισμός: Την έκλειψη, δεν την είδα!

Αντί για τις εκ των υστέρων κατασκευές μιας "ερμηνείας" κορυφώνεται στην πράξη της ονομασίας: Καταμεσής στο βουβό, στο συγκεχυμένο, στο ταραγμένο αναλάμπει το όνομα, το πράγμα ξεκαθαρίζει και παίρνει μορφή, ησυχάζει σε μια πρωτόγνωρη καθαρότητα.

Παράδειγμα 

Να μπορώ την πόρτα εκεί να την λέω πόρτα!

μου είπε κάποιος. Η θεραπευτική συνομιλία γίνεται αληθινή κάθε φορά που απολήγει σε μια πράξη ονομασίας και τα λόγια "γράφουν".

Παράδειγμα

Ο Gilbert Rose, ψυχαναλυτής από την Νέα Υόρκη, σ' ένα άρθρο του με τον τίτλο "Fusion States" ["Καταστάσεις Σύντηξης"], αναφέρει μια συνάντηση που τού περιέγραψε ένας ομοφυλόφιλος:

Ανάμεσα σ' αυτόν και σ' έναν ξένο ξεπήδησε ένα άμεσο και απόκοσμο αίσθημα. [...] Ένοιωθε ότι κανένα άλλο άτομο δεν θα ήταν δυνατό να περπατήσει ανάμεσά τους, αν και οι δυο τους καθόταν στις αντίθετες άκρες του χώρου. Ήταν για τρεις μέρες σε διεγερτική κατάσταση - βηματίζοντας, σφίγγοντας και στρίβοντας τα χέρια του, κάνοντας συνεχή ντους. [...] Όμως μετά απ' αυτήν την [...] καταιγίδα [...] ήταν σε θέση ν' αντιλαμβάνεται και ν' αντιδρά στους ανθρώπους πιο θερμά κι αυθόρμητα απ' όσο θεωρούσε πως έκανε ποτέ μέχρι τώρα.

Ήδη ο τίτλος του άρθρου αναφέρεται σε μια ερμηνεία, μια εξήγηση του φαινομένου, το οποίο ο συγγραφέας παρασταίνει ως "σύντηξη".

Την συνάντηση που περιγράφεται παραπάνω δεν έχουμε να την καταλάβουμε αλλά να την προσέξουμε:

Αυτός ο άνθρωπος βλέπει, κυριολεκτικά βλέπει έναν δεσμό να τον δένει με τον άλλο, έναν δεσμό που δεν μπορεί να διαρραγεί από κανέναν: Τίποτα δεν μπορεί να μπει ανάμεσά τους. Δεν υπάρχει χωρισμός, υπάρχει μόνο το "μαζί": το φίλιο που αποκλείει κάθε χωρισμό, κάθε ξένωση.

Ο άνθρωπος γνωρίζει την φιλία του όμοιου φύλου, όχι με την γνώση, όχι με την βουβή εμπειρία και την συνήθεια, αλλά την βλέπει σε μια έκλαμψη που τον βρίσκει σαν κεραυνός. Τού αποκαλύπτεται το όνομα "ομοφυλόφιλος" με όλη του την ενάργεια.

Η εμπειρία αυτού του ανθρώπου είναι μια πράξη ονομασίας: "ομο-φυλό-φιλος". Βαπτίζεται στην λέξη και αναδύεται απ' αυτήν έχοντας το όνομά του έτσι όπως δεν το είχε μέχρι τώρα ποτέ. Κάπου αυτά θα τού έλεγα σε μια θεραπευτική ώρα.

Αντί για την παράσταση του υποκειμένου που παραπατάει διχασμένο ανάμεσα στο "μέσα" και στο "έξω", είναι λογοδοσμένη στον άνθρωπο που κατοικεί τον κόσμο, μένει στα πράγματα, δοκιμάζεται στην πραγματικότητα.

Ο διχασμός σε ψυχή και σώμα, πνεύμα και ύλη, που φέρνει μαζί και τον διχασμό "μέσα" κι "έξω", όχι μόνο αφήνει τον κόσμο λειψό και διασπασμένο, αλλά γεννά και τα ατέλειωτα προβλήματα για το πώς τα διχασμένα μέρη, το υποκείμενο κι ο εξωτερικός κόσμος, τα υποκείμενα μεταξύ τους, μπορούν να συνδέονται το ένα με τ' άλλο. Κι εδώ κανείς επινοεί μαγικές λέξεις, π,χ. "libido", "empathy", "επενδυση", που δεν ονομάζουν τίποτα το πραγματικό.

Όλα αυτά λύνονται με μιας όταν ο άνθρωπος ιδωθεί σαν ευρισκόμενος εξαρχής και ολότελα μέσα στον κόσμο και στα πράγματα - όταν τα πάντα που τον αφορούν εννοηθούν σαν πράξη, σαν δοκιμασία της πράξης.

Παράδειγμα

[Παιδεύεται με σκέψεις και σενάρια, πώς θα είναι αν αφήσει την Χ (η γυναίκα του), πώς θα είναι αν αφήσει την Ψ (με την οποία είναι ερωτευμένος), παίδεμα, αδιέξοδο.]

- Η έγνοια σας είναι να κάνετε μια προσομοίωση ... τρόπον τινά να ζήσετε από τα πριν, μέσα σας, δοκιμαστικά, το πώς θα είναι ...

- Θέλω να το ελέγξω, να κρατήσω την ισορροπία ... ο πόνος πολύς ... Ποιο είναι το πρώτο βήμα;

- Δεν προέχει να κάνετε κάποιο βήμα αλλά να δείτε ότι αυτός ο τρόπος, η προσομοίωση, τα σενάρια, δεν είναι δρόμος.

Παράδειγμα

- Τι ωραία, το πρόβλημά μου να ήταν λυμένο, να μην ντρεπόμουν, να μην δυσκολευόμουν με τις γυναίκες...

- Μιλάτε για κάτι που δεν ξέρετε. Δεν ξέρετε πώς θα είστε χωρίς την ντροπή, χωρίς τις δυσκολίες με τις γυναίκες.


 

[1] Κυρίες και Κύριοι, οι δρόμοι μας, αυτοί που ο καθένας μας πήρε από κει που ξεκίνησε, σήμερα το βράδυ μας έφεραν και μας συγκέντρωσαν σ' αυτόν τον χώρο. Ο καθένας μας πέρασε από γειτονιές και πλατείες, από δρομάκια και λεωφόρους, πέρασε περπατώντας, με το αυτοκίνητο, με το λεωφορείο, με το μετρό. Διαδρομές που τις έχουμε ξανακάνει πηγαίνοντας σε μιαν άλλη συνάντηση, φεύγοντας από μιαν άλλη συνάντηση, διαδρομές που μας κάλεσαν και μας απέτρεψαν, που ανταποκριθήκαμε και αποφύγαμε, που μας σημάδεψαν και μείναν αδιάφορες, διαδρομές που άνοιξαν δρόμους και που κατέληξαν σε αδιέξοδα.

Οι δρόμοι που περάσαμε σήμερα ερχόμενοι κατά δω είναι γεμάτοι από τέτοια σημάδια. Δοκιμάστε να τα φέρετε για λίγο και πάλι στον νου σας.

Όλα αυτά δεν χάθηκαν. Τίποτα δεν χάθηκε. Είναι εδώ, είναι ανάμεσά μας, είναι συγκεντρωμένα στον αέρα αυτού του χώρου και αυτής της συνάντησης.

Υπάρχει ένα όνομα, που θα μπορούσε να εκφράζει αυτήν την συνάντηση, με όλα όσα σήμερα συναντώνται εδώ, να την συλ-λέγει στην λέξη του. Το όνομα θα ήταν: ΠΟΛΗ. Τότε η ΠΟΛΗ θα κρατούσε στο όνομά της περισυλλεγμένα τα πάντα και θα απέδιδε στον καθένα αυτό που του ανήκει. Η ΠΟΛΗ θα ήταν ένα όνομα για την συνάντηση όλων των συναντήσεων, όχι κάτι αφηρημένο και γενικό αλλά κάτι που θα πραγματώνονταν κάθε ώρα και κάθε στιγμή, πάντα διαφορετικό και πάντα το ίδιο, στην κάθε συνάντηση. Παραδείγματος χάριν εδώ και τώρα.

[2] - Την Κυριακή έμεινα κάτω απ' τις κουβέρτες.

[Ο θεραπευτής, από μέσα του:

Άκου βρε παιδί μου! Εγώ ποτέ δεν θα το έκανα!]

[Εγώ στον θεραπευτή:]

- Μόνο αν δεχτείτε ότι η μοίρα είναι κοινή, δίχως στεγανά, ότι κάποτε κι εσείς θα μπορούσατε να περάσετε μια Κυριακή κάτω από τις κουβέρτες, θα μπορέσετε μια τέτοια φράση να την ακούσετε.

 

PDF
 

"Τα όνειρα είναι προφητικά." Είναι η θέση του ονειροκρίτη.

"Τα όνειρα είναι εκπλήρωση ασυνειδήτων επιθυμιών." Είναι η θέση της ψυχανάλυσης.

"Τα όνειρα είναι προϊόντα νευροχημικών διεργασιών." Είναι η θέση της νευροβιολογίας.

"Τα όνειρα είναι θεραπευτικό εργαλείο." Είναι η θέση των περισσότερων ψυχοθεραπευτικών μεθόδων.

Θέσεις. Εύκολα τις παίρνουμε. Σπανιώτερα θυμόμαστε πως μια θέση δεν υπάρχει αυτούσια αλλά απαντά σε μια ερώτηση. Κι ακόμη σπανιώτερα θυμόμαστε πως η ερώτηση έχει ήδη καθορίσει την μορφή της απαντώσας θέσης. Κι ακόμη σπανιώτερα θέτουμε την ίδια την ερώτηση υπό κρίση. Τα βήματα που εκτέθηκαν δείχνουν τον δρόμο που θα ακολουθήσει η παρούσα συζήτηση των ονείρων.

Οι κυρίαρχες θέσεις για τα όνειρα, που λένε: "Τα όνειρα είναι αυτό κι εκείνο ...", απαντούν στη ερώτηση: "Τι είναι τα όνειρα;"

Τι είναι τα όνειρα; Αυτήν την φορά δεν θα ικανοποιήσουμε την ερώτηση και την αξίωσή της ν' απαντηθεί, δεν θα την υπακούσουμε. Όμως θα την ακούσουμε.

Τι είναι τα όνειρα; Η υπάκουη απάντηση θα δεχθεί και θα εκτελέσει την άρρητη επιταγή της ερώτησης που θέλει τα όνειρα να παρασταίνονται ως ένα "τι", ως κάτι. Τι; Εδώ είναι που η απάντηση πλέον θα πάρει τον λόγο. Θα αναλάβει τα όνειρα, θα τα φέρει και θα τα εντάξει στο εκάστοτε νομιζόμενο "Τι":

- στην προφητεία που παραβιάζει το αφανέρωτο των μελλούμενων, το όριο του "όχι ακόμη"

- στην επιθυμία, και την πλέον απίθανη, που πρέπει εξάπαντος να εκπληρωθεί, έστω και στα ψέμματα, στην "ψευδαίσθηση" του ονείρου

- στην αξίωση της επιστήμης για μια βεβαιότητα, χαριν της οποίας τα όνειρα ανάγονται στο μετρήσιμο και στο υπολογίσιμό τους ως ισχνό κατάλοιπο της αλλοτινής τους πληρότητας

- στην ιδιοτέλεια μιας "θεραπευτικής διαδικασίας" που τα ορίζει υποπροϊόντα του ξύπνου και εξάγει απ' αυτά ό,τι τους έχει προσάψει η ίδια.

Ήδη με την, τώρα μπορούμε να το πούμε, ολέθρια ερώτηση "Τι είναι τα όνειρα;" έχει ανοίξει ο δρόμος για την υπέρβαση των μέτρων τους, για την διάπραξη μιας ύβρης που τα βιάζει στην προκρούστεια κλίνη των  παραστάσεων μιας αχαλίνωτης αυθαιρεσίας.

Ποια φύση κάνει τα όνειρα τόσο ευάλωτα στην ανθρώπινη ύβρη; Ίσως το ότι μιλούν την γλώσσα των σημάτων: ούτε λέγουν ούτε κρύβουν (Ηράκλειτος). Δεν ανέχονται την απεριόριστη αποκάλυψη, όπως την επιδιώκει ο ονειροκρίτης και η κυρίαρχη ψυχαναλυτική θεωρία, δεν ανέχονται την απεριόριστη συγκάλυψη και αφασία, στην οποία τα καταδικάζει η νευροβιολογία και η επιστήμη της συμπεριφοράς.

Τα όνειρα μιλούν την γλώσσα των σημάτων. Ούτε λέγουν ούτε κρύβουν. Η Α., που ονειρεύτηκες, είναι η Α. που γνωρίζεις στον ξύπνο, και πάλι δεν είναι. Κι αν έχεις τo ήθος και την καρδιά να σεβαστείς την Α. του ονείρου, χρειάζεται να την αφήσεις να κατοικήσει τον κόσμο με τον τρόπο της. Δεν σου επιτρέπεται ούτε να την ταυτίσεις με την Α. του ξύπνου ούτε να την πεις ψευδαίσθηση.

Αυτό που λέγει, μα λέγοντας κρύβει, αυτό που κρύβει, μα κρύβοντας λέγει, έχει τον χαρακτήρα του σήματος - εκείνου που ποτέ δεν σημαίνει "κάτι", που ποτέ δεν απαρνείται τον εαυτό του.

Τα όνειρα σημαίνουν - αμετάβατα. Στην ίδια την φύση τους οφείλεται η ευπάθειά τους: Κάθε λόγος για τα όνειρα θα παραβιάσει τα μέτρα τους, είτε λέγοντας κάτι παραπάνω, είτε κρύβοντας κάτι παραπάνω.

Αυτές τις παραβιάσεις, και τούτο μπορεί να είναι και δρόμος μιας θεραπευτικής συνάντησης, είναι ανάγκη να τις διακρίνουμε, να τις επισημαίνουμε, να τις απαγορεύουμε. Είναι ανάγκη να  προασπιζόμαστε τα μέτρα: να μεριμνούμε ώστε τα όνειρα να μένουν όνειρα - και οι άνθρωποι να μένουν άνθρωποι, που θα πει, να βρίσκουν κι εδώ, στα όνειρα, τον εαυτό τους.

Dreamwork in Greece 2001

Πως χρησιμοποιειται η λεξη χρονος στην ψυχοθεραπεια; 

Παραδειγμα: Μια αδιεξοδη κατασταση του ειδους "μαζι δεν κανουμε και χωρια δεν μπορουμε". 

Λεω σ' αυτον τον ανθρωπο: 

- Χρειαζεστε χρονο!

Τι του λεω; Τι νοημα εχει εδω η λεξη χρονος;

Ακριβως την ιδια φραση, "Χρειαζεστε χρονο", μπορω να την πω σαν απαντηση και σε καποιον που αρχιζει να μαθαινει αγγλικα και με ρωταει: 

- Ποτε θα τα μαθω τα αγγλικα;

Σε τι διαφερει η χρηση της λεξης χρονος, εδω κι εκει; 

Ας παρουμε το παραδειγμα των αγγλικων. Του λεω λοιπον "Χρειαζεστε χρονο", και με ρωτα: 

- Δηλαδη;

Μια απαντηση θα μπορουσε να ειναι:

- Οταν περασετε αυτες κι αυτες τις ταξεις, οταν παρετε αυτο κι αυτο το διπλωμα, θα εχετε μαθει τα αγγλικα. 

Εδω η λεξη χρονος ισοδυναμει καπου με 'x ετη σπουδων', 'καλυψη x διδακτικης υλης', 'αποκτηση του διπλωματος ταδε' κλπ. Επομενως θα μπορουσα και να του απαντησω κατευθειαν: "Οταν περασετε κλπ.", και να μην αναφερω καθολου τη λεξη χρονος

Ας παρουμε τωρα το παραδειγμα της ψυχοθεραπειας, του "μαζι δεν κανουμε και χωρια δεν μπορουμε". Ας υποθεσουμε οτι και τωρα, στην φραση μου "Χρειαζεστε χρονο!" ο συνομιλητης μου ρωτα:

- Δηλαδη;

Εδω δεν εχω να τον παραπεμψω σε μια διαδικασια αναλογη της εκμαθησης των αγγλικων. Η λεξη χρονος δεν εχει τωρα κανενα ισοδυναμο, κανενα συνωνυμο, δεν αντικαθισταται κι επομενως δεν εξηγειται. 

Το μονο που μπορω να κανω ειναι να απαντησω με μια παρομοιωση, π.χ. καπως ετσι.:

-  Ειναι οπως δυο κωπηλατες σε μια βαρκα, που το μονο που ξερει ο καθενας τους ειναι να κανει κουπι προς την