εν παροδω / ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ / ''Τι μου θυμιζεις τωρα...''

''Τι μου θυμιζεις τωρα...''

[Εκπομπη της ΕΡΤ1, παραμονη Πρωτοχρονιας 1994]

Ενα γραμμα στη Μαρα Θρασυβουλιδου και τον Μακη Γαβριηλιδη, που δεν σταλθηκε.

ΠΟΣΟ Σ'ΕΧΩ ΣΥΜΠΑΘΗΣΕΙ,ΜΟΝΟ ΜΕ ΣΕΝΑ,ΣΥ ΜΟΥ ΠΗΡΕΣ,ΣΦΙΞΕ ΜΕ,ΣΤΟ ΣΤΟΜΑ - snapshot.jpgΠΟΣΟ Σ'ΕΧΩ ΣΥΜΠΑΘΗΣΕΙ,ΜΟΝΟ ΜΕ ΣΕΝΑ,ΣΥ ΜΟΥ ΠΗΡΕΣ,ΣΦΙΞΕ ΜΕ,ΣΤΟ ΣΤΟΜΑ - snapshot2.jpg


Capture5.PNG

Capture6.PNG


μαθηματα / ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΘΕΣ. / Ποιητικοι οριζοντες της ψυχαναλυσης

ψυχαναλυση / ΚΕΙΜΕΝΑ ΟΜΙΛΙΕΣ 2016- / Παιδοκτονοι γυναικες

Παιδοκτονοι γυναικες

Η ερημος μεγαλωνει. Αλοιμονο σ' αυτον που μεσα του κρυβει ερημους!

Friedrich Nietzsche, Ποιηματα

Εκτρωτικες υπαρξεις: Η Μηδεια του Ευριπιδη. Η Φονισσα του Παπαδιαμαντη

Στην ιατρικη "εκτρωτική μορφή" μια ασθενειας ειναι αυτη οπου η ασθενεια εκδηλωνεται με συμπτωματα ηπια, που δεν μπορουν ευκολα να αναγνωριστουν και να οδηγησουν στην διαγνωση. Μια αρρωστια που σχεδον δεν την παιρνεις καν για αρρωστια, "κουφια". Αντιστοιχα η "εκτρωτικη υπαρξη" θα ηταν ενας ανθρωπος οπου τα ανθρωπινα χαρακτηριστικα του, αυτα που του δινουν υποσταση και μια θεση στον κοινο μας κοσμο, ειναι ατονα, σχεδον ανυπαρκτα. Ενας ανθρωπος "κουφιος". Θα μπορουσαμε να τον παρομοιασουμε με ενα κτιριο εκπυρηνωμενο, οπου το εσωτερικο του εχει καταρρευσει, π.χ. απο βομβαρδισμο,

4893273406_4cdd29a230_b.jpg

η για ανακαινιση

facadism-2.jpg

και μενουν ορθιοι μονο οι εξωτερικοι τοιχοι.

Η αντιστοιχη εικονα ενος ανθρωπου θα ηταν ενα σωμα απο μεσα κενο, που του λειπουν τα σπλαχνα, οπως η γαλοπουλα πριν απο την γεμιση, οπως πουλερικα και ψαρια που υφιστανται "εκσπλαχνισμο" πριν οδευσουν στο εμποριο. Βεβαια ενας τετοιος ανθρωπος δεν θα ζουσε. Ομως σπλαχνα δεν ειναι μονο η καρδια και το στομαχι και το συκωτι. Με την λεξη "σπλαχνο", "σπλαχνο μου" οι μητερες αποκαλουν τα παιδια τους, και τα παιδια των παιδιων τους.

Η Μηδεια και η Φραγκογιαννου ειναι ασπλαχνες. Τωρα δεν χρησιμοποιουμε την λεξη ηθικολογικα, δεν τις καταδικαζουμε, αλλα προσπαθουμε να τις περιγραψουμε. Ειναι ασπλαχνες υπαρξεις, εκτρωτικες. Και γιατι σκοτωνουν παιδια; Γιατι πρεπει να σκοτωνουν παιδια; Γιατι ειναι οπως μια μητρα που δεν σηκωνει το εμβρυο και θα το αποβαλει. O κοσμος αυτων των γυναικων ειναι αφιλοξενος για τα παιδια. Τα απορριπτει, τα εκτρωνει, τα σκοτωνει οπως τα ζωα η ερημος.

468176756.jpg

Θα δοκιμασω να περιγραψω καποια στοιχεια αυτου του κοσμου της Μηδειας και της Φραγκογιαννους:

Το Ατοπο. Το Αμετρο. Η Αρνηση. Η Εκτελεση. Η Καθαρση.

Το Ατοπο

Η αρχαια λεξη ἄτοπος σημαινει:

1. παραδοξος, ασυνηθης, εκτακτος, επι συμπτωματων νοσηματος 2. παραλογος, αλλοκοτος, μη συνηθης, θαυμαστος 3. παρα φυσιν αηδης

Θα δουμε με ποιον καθε φορα τροπο η Μηδεια και η Φραγκογιαννου ειναι πλασματα ατοπα, με ολες τις σημασιες της λεξης.

Μηδεια

διαφερω απο πολλους θνητους σε πολλα.

λεει η Μηδεια στον Ιασωνα. Διαφερει ως προς την καταγωγη: ειναι βάρβαρον λέχος (591), βαρβαρο κρεβατι (=συζυγος). Το "βαρβαρο" της δεν εξαντλειται στο οτι ερχεται απο την Κολχιδα, στην ανατολικη ακτη του Ευξεινου Ποντου. Ο πατερας της ο Αιητης ειναι γιος του Ηλιου. Η ιδια η Μηδεια ειναι μαγισσα. Χαρη στην τεχνη της ο Ιασων μπορεσε να αρπαξει το Χρυσομαλλο Δερας.

Ομως διαφερει και κατα το οτι ο ερωτας της για τον Ιασονα ειναι χωρις ορια. Την ωθει να σφαξει τον μικρο της αδελφο Αψυρτο και να ριξει τα κομματια του στην θαλασσα για να τα περισυλλεξει ο πατερας της που τους καταδιωκε, να καθυστερησει, κι ετσι να του ξεφυγουν. Φτανοντας στην Ιολκο, πατριδα του Ιασονα, σκοτωνει τον βασιλια Πελια βαζοντας με δολο τις κορες του να τον κομματιασουν, δηθεν για να ξαναγινει νεος.

Η Μηδεια ειναι, με μια εκφραση του Παπαδιαμαντη, "σημαδιακη κι αταιριαστη". Η ιδια χαρακτηριζει τον εαυτο της σοφή (304), και γι' αυτο ἐπίφθονον, που προκαλει φθονο, και προσάντην: βρισκει τους παντες και τα παντα εναντια. Και ο ιδιος ο βασιλιας Κρεοντας που ερχεται να της ανακοινωσει την εξορια της, λεει δέδοικά σ', "σε φοβαμαι" (οπου στον φοβο του δέδοικα ακουμε και το ομορριζο δέος). Για ποιο δεος εδω προκειται, θα μπορουσαμε να το υποψιαστουμε σε μια φραση του Ιασωνα προς την Μηδεια:

Δεν ειναι τωρα η πρωτη φορα που το βλεπω

Η φραση δεν μοιαζει να εχει τιποτα ιδιαιτερο. Τα πραγματα αλλαζουν, και φερνουν δεος, οταν, οπως υποδεικνυει ενας μελετητης, προσεξουμε οτι ο Ιασων επαναλαμβανει κατα λεξη δικα της λογια (292) "ακουσια, λες και η Μηδεια ελεγχει ακομα και την ομιλια του".

Φραγκογιαννου

Ἡ Χαδούλα, ἡ λεγομένη Φράγκισσα, ἢ ἄλλως Φραγκογιαννού

ειναι ατοπη με πολλους τροπους. Ηδη το προσωπο της μητερας της εριξε πανω της μια πρωτη σκια:

Ἡ μάννα της ἦτον κακή, βλάσφημος καὶ φθονερά. Ἦτον μία ἀπὸ τὰς στρίγλας τῆς ἐποχῆς της. Ἤξευρε μάγια. Τὴν εἶχαν κυνηγήσει δύο-τρεῖς φορὰς οἱ κλέφτες, τὰ παλληκάρια τοῦ Καρατάσου καὶ τοῦ Γάτσου καὶ τῶν ἄλλων ὁπλαρχηγῶν τῆς Μακεδονίας. Ἔπραξαν τοῦτο διὰ νὰ τὴν ἐκδικηθοῦν, ἐπειδὴ τοὺς εἶχε κάμει μάγια, καὶ δὲν ἐπήγαιναν καλὰ οἱ δουλειές των.

Συνηθιζε να της δινει "νυχιές, … τσιμπιές, … δαγκωματιές". Προικιζει την μοναχοκορη της με ο,τι αχρηστο ειχε:

… μίαν οἰκίαν ἔρημον, ἑτοιμόρροπον, εἰς τὸ παλαιὸν Κάστρον, ὅπου ἐκατοικοῦσαν ἕνα καιρὸν οἱ ἄνθρωποι, πρὸ τοῦ 21. Τοῦ ἔδωκε κ᾽ ἕνα ὀνόματι Μποστάνι, τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο ἀκριβῶς ἔξω τοῦ ἐρήμου Κάστρου, ἐπί τινος κρημνώδους ἀκτῆς, καὶ ἀπεῖχε τρεῖς ὥρας ἀπὸ τὴν σημερινὴν πολίχνην. Ὁμοίως κ᾽ "ἕνα πινάκι χωράφι", ἓν ἀγριοχώραφον, τὸ ὁποῖον ἀμφεσβήτει ὁ γείτονας ὡς ἰδικόν του· οἱ δὲ ἄλλοι γείτονες ἔλεγον ὅτι καὶ τὰ δύο χωράφια διὰ τὰ ὁποῖα ἐμάλωναν οἱ δύο ἦσαν καταπατημένα, καὶ ἦσαν "καλογερικά", ἀνήκοντα εἰς μίαν διαλυθεῖσαν Μονήν.

Η ιδια η Φραγκογιαννου ειναι, κι εδω εχει ενα κοινο με την Μηδεια, μαγισσα:

Ἔδιδε βότανα, ἔκαμνε κηραλοιφάς, ἐξετέλει ἐντριβάς, ἐθεράπευε τὴν βασκανίαν, παρεσκεύαζε φάρμακα διὰ τὰς πασχούσας, διὰ τὰς χλωρωτικὰς καὶ ἀναιμικὰς κόρας, διὰ τὰς ἐγκύους καὶ τὰς λεχούς, καὶ τὰς ἐκ μητρικῶν ἀλγηδόνων πασχούσας. Μὲ τὸ καλάθιον ὑπὸ τὸν ἀγκῶνα τῆς ἀριστερᾶς χειρός, ἀκολουθουμένη ἀπὸ τὰ δύο τελευταῖα τέκνα της, τὸν Δημητράκην, ὀκτὼ ἐτῶν, καὶ τὴν Κρινιώ, ἑξαέτιδα, ἐξήρχετο εἰς τοὺς ἀγρούς, ἀνέβαινεν εἰς τὰ ὄρη, διέτρεχε φάραγγας, κοιλάδας καὶ ρεύματα, ἔψαχνε νὰ εὕρῃ τὰ βότανα, ὅσα αὐτὴ ἐγνώριζε ―τὴν ἀγριοκρομμύδα, τὴν δρακοντιά, τὸ τρίμερο, καὶ ἄλλ᾽ ἀκόμη― τὰ ἔκοπτεν ἢ τὰ ἐξερρίζωνεν, ἐγέμιζε τὸ καλάθιόν της, κ᾽ ἐπέστρεφε τὸ βράδυ εἰς τὴν οἰκίαν. Μὲ αὐτὰ τὰ βότανα κατεσκεύαζε διάφορα μαντζούνια, τὰ ὁποῖα ἐσύσταινεν ὡς ἀλάνθαστα ἰατρικὰ κατὰ τῶν χρονίων πόνων, τοῦ στήθους, τῆς κοιλίας, τῶν ἐντέρων κτλ.

Η Φραγκογιαννου δεν ζει στο τωρα. Οταν ξενυχτα διπλα στο νεογεννητο, οταν κυνηγημενη λουφαζει σε σπηλιες, θυμαται τα περασμενα. Και οχι μονο θυμαται αλλα  "καὶ οἱονεὶ τὰ ἀνέζη", τα ξαναζει - αυτο που σημερα ονομαζουμε day dreaming. Τα παιδικα χρονια, οι περιπετειες των αδελφων της, ο γαμος της "ἔρχονται ἐν εἴδει φαντασμάτων".

Και αλλα φαντασματα κυνηγανε την Φραγκογιαννου: βλεπει τα προσωπα των παιδιων που σκοτωσε. Ο τοπος στοιχειωνεται. Αυτα τα παιδια γινονται "ὁρμαθὸς κρεμασμένος ἀπὸ τὸν τράχηλόν της". Τα νερα απο τις στερνες μιλανε και την φωναζουν "Φραγκογιαννού!... Φραγκογιαννού!..." Καποτε ξυπνα απο τις ονειροφαντασιες της, κυριως οταν στριμωχνεται και πρεπει να βρει τροπο να ξεφυγει. Τοτε επανερχονται "οἱ λογισμοί της οἱ ἄλλοι, οἱ θετικώτεροι". Ομως ακομα και την ωρα που καταδιωκομενη πνιγεται, ο νους της αλαργευει στα περασμενα:

Τὰ κύματα ἐφούσκωναν ἀγρίως, ὡς νὰ εἶχον πάθος. Ἐκάλυψαν τοὺς μυκτῆρας καὶ τὰ ὦτά της. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην τὸ βλέμμα τῆς Φραγκογιαννοῦς ἀντίκρυσε τὸ Μποστάνι, τὴν ἔρημον βορειοδυτικὴν ἀκτήν, ὅπου τῆς εἶχον δώσει ὡς προῖκα ἕνα ἀγρόν, ὅταν νεάνιδα τὴν ὑπάνδρευσαν καὶ τὴν ἐκουκούλωσαν, καὶ τὴν ἔκαμαν νύφην οἱ γονεῖς της. ―Ὤ! νά τὸ προικιό μου! εἶπε. Αὐταὶ ὑπήρξαν αἱ τελευταῖαι λέξεις της.

Με την προσκολληση στο παρελθον συνδεονται και οι οικειοι της τοποι. Στην πολη, με τους ανθρωπους που ζουνε στο παρον, με τις δουλειες, τις διασκεδασεις, τα τρεχοντα γεγονοτα, η Φραγκογιαννου δεν ειναι ανετα. Οταν η Μαρουσα την κρυβει απο τους "ταχτικούς" σ' ενα καμαρακι, αυτη "ἐστενοχωρεῖτο, ἐπόθει τὸν ἀέρα τοῦ βουνοῦ":

Ἔσπευδε νὰ φθάσῃ τὸ ταχύτερον, πρὶν ἀνατείλῃ ἡ ἡμέρα, εἰς τὰ μέρη τὰ ὁποῖα αὐτὴ ἐγνώριζε. Ὑπῆρχον, κατὰ τοὺς βορείους αἰγιαλοὺς τῆς νήσου, πολλοὶ κλεφτότοποι, μέρη ἀπάτητα, σπήλαια καὶ βράχοι ὅπου ἐφύτρωνε τὸ ἀγριοβότανον καὶ ἡ κάππαρις, καὶ τὰ κρίταμα καὶ ἡ ἁρμυρήθρα, καὶ ὅπου τοὺς ὑπάρχοντας ὀλίγους δρόμους κατέστρεφον καθημερινῶς τὰ κοπάδια τῶν ἐρίφων καὶ τῶν αἰγῶν. Ἐκεῖ θὰ ἦτο τὸ ἄσυλόν της, ἐκεῖ ὅπου ἦσαν αἱ ἀναμνήσεις τῆς παιδικῆς ἡλικίας της. Εἰς ἐκείνους τοὺς βορείους αἰγιαλούς, σιμὰ εἰς τὸ ἄγριον καὶ γαλανὸν πέλαγος, εἰς τὸ παλαιὸν Κάστρον, τὸ κτισμένον ἐπὶ γιγαντιαίου θαλασσοπλήκτου βράχου, ἐκεῖ εἶχε γεννηθῆ ἡ Χαδούλα, κ᾽ ἐκεῖ εἶχεν ἀνατραφῆ ὣς δέκα ἐτῶν κόρη.

Τα βουνα ειναι ο τοπος της, μαζι με τα αγριμια. Ξερει τα παντα. Οταν την κυνηγανε και πρεπει να ξεφυγει, βγαζει τα παπουτσια της και τρεχει αναμεσα στα χορτα και στα αγκαθια ξυπολητη. Περνα μερη που οι αντρες δειλιαζουν:

Ὕστερον ἀπ᾽ ὀλίγων λεπτῶν τῆς ὥρας κυνηγητόν, ἡ Φραγκογιαννοὺ ἔφθασεν εἰς τὴν τοποθεσίαν, τὴν ὁποίαν ὁ Καμπαναχμάκης εἶχεν ὀνομάσει "τὸ Μονοπάτι στὸ Κλῆμα". Ἦτον βράχος εἰσέχων ἀποτόμως πρὸς τὰ ἔσω, σχηματίζων μικρὸν ζύγωμα, κάτωθεν τοῦ ὁποίου ἔχασκεν ἡ ἄβυσσος, ἡ θάλασσα. Ἄνω τοῦ ζυγώματος τούτου ὑπῆρχε πάτημα ἡμισείας παλάμης τὸ πλάτος, ὅλον δὲ τὸ πέραμα ἦτο τριῶν ἢ τεσσάρων βημάτων. Ὅπως τὸ διέλθῃ τις, ἔπρεπε νὰ πιασθῇ ἀπὸ τὸν ἄνω βράχον, βλέπων πρὸς τὴν θάλασσαν, νὰ πατῇ μὲ τὴν πτέρναν, καὶ νὰ βαδίζῃ ἐκ δεξιῶν πρὸς τὰ ἀριστερά. Ἡ ζωή του ἐκρέματο εἰς μίαν τρίχα. Ἡ Φραγκογιαννοὺ ἔκαμε τὸν σταυρόν της καὶ δὲν ἐδίστασε. Οὔτε ὑπῆρχεν ἄλλη αἵρεσις ἢ προσφυγή. Δρόμος ἄλλος δὲν ὑπῆρχεν ἐπάνω τοῦ βράχου. Ἡ γυνὴ ἐπῆρε τὸ καλάθι της εἰς τοὺς ὀδόντας, ἐπήδησεν ἀποφασιστικῶς, καὶ διέβη αἰσίως τὸ φοβερὸν πέραμα.

Ενω ο χωροφύλαξ:

Ἐδοκίμασε νὰ πατήσῃ ἐπὶ τοῦ στενοῦ, ἐπιάσθη ἀπὸ τὸν βράχον. Μετὰ ἓν βῆμα ὠπισθοδρόμησε. ― Μ᾽ ἔπιασε ζαλάδα, εἶπεν.

Σ' εκεινα τα μερη εχει μια βρυση.

Ἀπὸ τὴν βρύσιν ἐκείνην, πράγματι, μόνον τὰ πετεινὰ τ᾽ οὐρανοῦ ἠδύναντο νὰ πίνουν. Ἡ Χαδούλα ἔκυψε κ᾽ ἔπιε…

Το Αμετρο

την νυχτα, οταν ειν' ολα ανακατα κι επανερχεται παμπαλαια συγχυση

Friedrich Hölderlin, Ο Ρηνος

Αυτες οι γυναικες δεν παιζονται, γιατι το δικο τους παιχνιδι δεν εχει κανονες. Η ατοπικοτητα τους δεν παρεχει κανεναν κοινο τοπο στον οποιο θα μπορουσαμε να συναντηθουμε, να συνομιλησουμε, να ακουσουμε ο ενας τον αλλο. Ετσι οι ιδιες, στην μοναχικοτητα τους, στο ατοπικο τους, στο εκτρωτικο τους δεν ειναι δυνατο να συνομιλησουν, να συναντηθουν με αλλους ανθρωπους. Ειναι σαν να περιφερονται σε μια ερημο. Δεν περιφερονται καν μεσα σε ερημο. Μεσα τους ειναι που κρυβουν ερημους.

Στην ερημο τιποτα δεν μπορει να ριζωσει και να σταθει ορθιο. Δεν υπαρχει κανενα οριο και κανενα μετρο. Εδω μια υποθεση ειναι παντα υποθεση ζωης και θανατου - τιποτα ενδιαμεσο. Η ζωη στην ερημο απαιτει να θυσιασεις κατι. Πολλα. Ποια θυσια ειναι αυτη που η ερημος απαιτει; Ο Jean Baudrillard γραφει στο Amérique:

Το Death Valley ειναι μεγαλο και μυστηριακο οπως παντα. Φωτια, ζεστη, φως: ολα τα στοιχεια της θυσιας. Παντα πρεπει να φερνεις στην ερημο κατι για θυσια, και να της το προσφερεις ως θυσιαστηριο. Μια γυναικα. Αν κατι πρεπει να εξαφανιστει, κατι στην ερημο ταιριαστο της σε ομορφια, γιατι οχι μια γυναικα;

Στην ερημο Μηδεια πρεπει να θυσιαστει ο σπορος του Ιασωνα. Στην ερημο Φραγκογιαννου πρεπει να θυσιαστουν τα κοριτσια των φτωχων του κοσμου.

Ομως πως ερημωνονται Μηδεια και Φραγκογιαννου;

Μηδεια

Παει καιρος που στην Ελλαδα του Ευριπιδη, βεβαια και στην Κορινθο οπου διαδραματιζεται η τραγωδια, εχει συμβει μια κοσμογονια. Ειναι το μετρο, το οποιο θεσπιζεται με την ελευση των Ολυμπιων Θεων. Η υπερβαση του αποκτα επισης ονομα: ὕβρις. Στο μετρο ανατρεχει και ο χορος ως το κριτηριο με το οποιο θα συλλαβει και θα κρινει τα λογια και τα εργα της Μηδειας:

Το μετρο, ονομαζοντας το και μονο, ειναι ανωτερο· οταν γινεται πραξη, οι θνητοι αξιωνονται τοτε των αριστων το αριστο. Ο,τι πανω απ᾽ το μετρο υψωνεται, για τον ανθρωπο κερδος δεν ειναι, και οταν καποιος θεος οργισθει με το σπιτι, πιο βαρυ καταβαλλεται της ατης το τιμημα.

Και ακομα ο χορος, αποτεινομενος στην ιδια την Μηδεια, λεει:

ζεις σε γη ελληνικη και οχι βαρβαρη· γνωρισες τι εστι δικαιοσυνη και τι θα πει να ισχυουν οι νομοι, και οχι η αυθαιρεσια της βιας.

Η ὕβρις ειναι "ἄνω ποταμῶν", που θα πει: ειναι σαν το ποταμι οπου το ρευμα του νερου αναστρεφεται:

Των ιερων ποταμων οι ροες ρεουν προς τα ορη, και η δικαιοσυνη και τα παντα ανατρεπονται.

Η Μηδεια, οπως μαρτυρει η ατοπικοτητα της, ανηκει σε εναν αλλον, σε εναν αρχαϊκο κοσμο. Τον κατοικουν τερατα: οι Συμπληγαδες και οι Σειρηνες, οι Κυκλωπες και οι Λαιστρυγονοι, η Μεδουσα και η Σφιγγα, η Λερναια Υδρα κι ο Ερυμανθιος Καπρος και ολα τα αλλα που καταστρεψαν ο Οδυσσεας, ο Ιασωνας, ο Περσεας, ο Θησεας, ο Ηρακλης, και ανοιξαν χωρο για την ελευση του ελληνικου κοσμου. Η Μηδεια ειναι μορφη εκεινου του αρχαϊκου κοσμου. Εδω το καθε τι ειναι απολυτο. Ο ερωτας της για τον Ιασωνα:

6 ἔρωτι θυμὸν ἐκπλαγεῖσ᾽ Ἰάσονος

ἐκπλαγεῖσα: ο ερωτας την εξ-επληξε, και τουτο με τα δυο νοηματα της αρχαιας λεξης ἐκπλήσσω: την χτυπησε και, χτυπωντας την, την πεταξε εξω, την "εβγαλε απο τα ρουχα της", την εφερε "εκτος εαυτου". Ο ερωτας της Μηδειας για τον Ιασωνα ειναι απολυτος. Ο,τιδηποτε στεκει εμποδιο, θα παραμεριστει ριζικα και αδηριτα, μαινομένᾳ κραδίᾳ (433), (με καρδια μαινομενη), με ψυχὴ δηχθεῖσα κακοῖσιν (110), (με ψυχη καταδαγκωμενη απο τα κακα). Ο,τιδηποτε στεκει εμποδιο, θα παραμεριστει μ' εναν φονο - η καταδιωξη του πατερα με τον φονο του αδελφου της, η εχθροτητα του Πηλεα με τον θανατο του, η απατη του Ιασωνα με την βασιλικη κορη, με τον θανατο της, με τον θανατο του πατερα της Κρεοντα και τελος των ιδιων τους των παιδιων.

Και ενα στοιχειο κοινο σε ολα: παντου επεμβαινει σε αντρες μεσω των παιδιων τους: σκοτωνει και διαμελιζει τον αδελφο της για να καθυστερησει τον πατερα του, χρησιμοποιει τις κορες του Πηλεα για να κομματιασουν και να βρασουν τον πατερα τους, σκοτωνει την κορη του Κρεοντα μ' εναν δηλητηριασμενο χιτωνα που της φερνουν τα παιδια της ως γαμηλιο δωρο, σκοτωνει τον Κρεοντα που αγκαλιαζει την νεκρη κορη του κι ετσι ερχεται σ' επαφη μ' αυτον τον χιτωνα,

Ο χορος καλει τα παιδια της να φυλαχτουν απο

το αγριο φερσιμο και την αποτροπαιη φυση της αδυσωπητης ψυχης.

Το ατοπο της Μηδειας καθιστα την συνεννοηση μαζι της αδυνατη. Δεν ακουει. Η φωνη που θα της αποτεινονταν, βοα εν τη ερημω.

Φραγκογιαννου

Το αμετρο της Φραγκογιαννους, η υβρη της, αφορα

τὰ ἀπειράριθμα θηλυκὰ τῆς φτωχολογιᾶς

Αυτα, η αναπτυξη, η προικιση τους κλπ. ειναι για τους γονεις βαρος. Η υβρη της Φραγκογιαννους εγκειται στο οτι το βαρος το παιρνει απολυτα: τα κοριτσια της φτωχολογιας ειναι βαρος και μονο βαρος. Οταν ενα πεθανει, ο θανατος του θα

λυτρώσῃ τοὺς γονεῖς του ἀπὸ τόσα βάσανα

Η υβρη αποκτα μια νεα διασταση, γιγαντωνεται καθως η Φραγκογιαννου δεν ενδιαφερεται μονο για την προσωπικη της κατασταση. Εχει αναλαβει μια οικουμενικη αποστολη. Αποστολη να σωσει τον κοσμο της "φτωχολογιᾶς", να τον λυτρωσει απο τα βασανα της υπαρξης αυτων των κοριτσιων, απο τα "ἑφτάψυχα", που

Φαίνονται ὡς νὰ πληθύνωνται ἐπίτηδες, διὰ νὰ κολάζουν τοὺς γονεῖς των, ἀπ᾽ αὐτὸν τὸν κόσμον ἤδη. Ἄ! ὅσον τὸ συλλογίζεται κανείς, "ψηλώνει ὁ νοῦς του"!

’ψηλώνει ο νους του" θα πει: ο νους του τον ξεπερνα, σπαζει τα ορια, εκτεινεται σε περιοχες που υπερβαινουν τα δικα του τα μετρα, που δεν του αρμοζουν, που αγνοουν την περατοτητα του. Συνανταμε εναν τροπο που συγγενευει με την μανία των Αρχαιων. Η "γραῖα Χαδούλα" περιερχεται εκτος εαυτου.:

Τῆς Φραγκογιαννοῦς ἄρχισε πράγματι "νὰ ψηλώνῃ ὁ νοῦς της". Εἶχε "παραλογίσει" ἐπὶ τέλους. ... Δὲν ἐνόει καλὰ τί ἔκαμνε, καὶ δὲν ὡμολόγει εἰς ἑαυτὴν τί ἤθελε νὰ κάμῃ.

Η Αρνηση

Και οι δυο μορφες οριζονται απο ενα μεγαλο, ενα απολυτο Οχι προς τα πραγματα που τις αφορουν, προς την κατασταση στην οποια βρισκονται. Συνιστουν, η καθε μια με τον τροπο της, ακρα ενος φασματος, που ξεκινα ηδη με αυτον που στην καθημερινη ζωη θα χαρακτηριζαμε "γκρινιαρη", "πνευμα αντιλογιας", "στριμμενο", "ιδιοτροπο". Η αρνηση, στην ακρα μορφη της, στο απολυτο και αδιαπραγματευτο Οχι, δεν εννοει να συμβιβαστει με τον κοσμο τουτο. Τοτε η αρνηση γινεται αναγκη να αρνηθει αυτο το οποιο αρνειται ολοτελα. Τουτο, πιστευει η αρνηση, στην μανία της, θα συμβει με την εξαφανιση του. Το ακροτατο Οχι σε κατι ειναι η αρνηση και της ιδιας του της υπαρξης. Και θα συντελεστει με την πραξη του φονου. Και συχνα η καταιγιδα του Οχι συμπαρασυρει και τον αρνουμενο, καποτε και την δικη του την υπαρξη.

Μηδεια

Το Οχι της Μηδειας αναφερεται στην εγκαταλειψη της απο τον Ιασωνα, την οποια αντιλαμβανεται ως αδικια, και μαλιστα απεραντη, που με τιποτα δεν μπορει να δεχτει:

ΜΗ. Ω μεγαλη Θεμιδα και Αρτεμι κραταια, βλεπετε πως υποφερω, ας ειχα δεσει με ορκους μεγαλους τον καταραμενο τον αντρα μου; Που να τον δω μια μερα, αυτον και τη νυφη, να συντριβονται με τα παλατια τους μαζι, αυτοι που τολμησαν να με αδικησουν ετσι πρωτοι. Πατερα μου, πολη μου, εφυγα μακρια σας με τροπο αποτροπαιο: σκοτωνοντας τον ιδιο μου τον αδελφο.

Εκεινος που ητανε για μενα τα παντα —το ξερω καλα, ο αντρας μου, αποδειχθηκε ο χειροτερος ολων.

Τα παθη της γενικευονται, γινονται κατευθειαν απολυτα και καθολικα και αποληγουν στην αρνηση του ιδιου του γυναικειου φυλου:

Απο ολα παλι τα πλασματα που εχουν πνοη και λογικο οι γυναικες ειμαστε το πιο αξιολυπητο. Πρωτα πρωτα πρεπει, ξοδευοντας χρημα και χρημα, να αγορασουμε συζυγο και να τον εχουμε κυριο του κορμιου μας. Κακο το πρωτο, το δευτερο πικροτερο κακο. … Θα προτιμουσα να σταθω τρεις φορες πλαι στην ασπιδα παρα να γεννησω μια.

Η Μηδεια ειναι αδυνατο να δεχθει την αδικια του Ιασονα, ομως και παλι το γενικευει ως χαρακτηριστικο ολων των γυναικων: με εκμηδενισες, θα σε εκμηδενισω:

Η γυναικα, ολες τις αλλες φορες, ειναι γεματη φοβο, ειναι δειλη για πολεμο και δεν αντεχει ν᾽ αντικρισει λογχη. Οταν ομως αισθανθει αδικημενη στο κρεβατι, δολοφονικοτερη ψυχη δεν υπαρχει.

Εδω οπου βασιλευει το τελειο Οχι, η Μηδεια ειναι αὐθάδης: αγυριστο κεφαλι, δεν ακουει κανεναν, αδυσωπητη. Εχει καταληφθει απο την μανία ολοτελα:

Οσο και ο βραχος η το κυμα της θαλασσης ακουει τους φιλους που τη νουθετουν,

Φραγκογιαννου

Το Οχι της Φραγκογιαννους αφορα την ζωη της ολοκληρη:

Εἰς εἰκόνας, εἰς σκηνὰς καὶ εἰς ὁράματα, τῆς εἶχεν ἐπανέλθει εἰς τὸν νοῦν ὅλος ὁ βίος της, ὁ ἀνωφελὴς καὶ μάταιος καὶ βαρύς.

Τριγυριζει στο παρελθον της, το ξαναζει ξανα και ξανα, εμμονικα:

Οἱ λογισμοὶ καὶ αἱ ἀναμνήσεις της, ἀμαυραὶ εἰκόνες τοῦ παρελθόντος, ἤρχοντο ἀλλεπάλληλοι ὡς κύματα μέσα εἰς τὸν νοῦν της, πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν τῆς ψυχῆς της. … τυραννικαί και μελανόπτεροι

Ισως αυτη η απεχθεια για την ζωη να την εκανε και καπατσα, "ἐπιτηδειοτάτη μεταξὺ ὅλων τῶν γυναικῶν" και να την ωθησε να κοροϊδευει τον κοσμο ως "ψευδογιατρισσα":

(...) ἐθεράπευε τὴν βασκανίαν, παρεσκεύαζε φάρμακα διὰ τὰς πασχούσας, διὰ τὰς χλωρωτικὰς καὶ ἀναιμικὰς κόρας, διὰ τὰς ἐγκύους καὶ τὰς λεχούς, καὶ τὰς ἐκ μητρικῶν ἀλγηδόνων πασχούσας.

Αυτη η δουλεια της επετρεπε ακομα να τριγυρνα μακρια απο τους ανθρωπους, στα αγαπημενα της  βουνα:

(...) ἐξήρχετο εἰς τοὺς ἀγρούς, ἀνέβαινεν εἰς τὰ ὄρη, διέτρεχε φάραγγας, κοιλάδας καὶ ρεύματα, ἔψαχνε νὰ εὕρῃ τὰ βότανα (...)

Και, ειρωνεια, αναμεσα στις τεχνες που ασκουσε, ηταν κι αυτη της μαμμης …

Στα ματια καποιων οι στερησεις που τους ετυχαν εμφανιζονται ως σημα οτι η ζωη τους αδικησε. Καποιοι απ' αυτους ζητανε να επανορθωσουν την αδικια και να παρουν ο,τι η ζωη τους χρωσταει - κλεβοντας. Ετσι ηταν η μητερα της Φραγκογιαννους. Ετσι εγινε και η ιδια:

Πρὸ τοῦ γάμου της ἡ Χαδούλα εἶχεν ἀρχίσει νὰ κλέπτῃ ἀπ᾽ ὀλίγα ὀλίγα ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ πατρός της, ἀπ᾽ ὀλίγους παράδες, ἀπὸ μισὸν γρόσι. (...) Ἀργότερα, πάλιν ἐξανάρχισε νὰ κλέπτῃ περισσότερα, ἀλλὰ δὲν "ἔπιανε χαρτωσιὰ" ἐμπρὸς εἰς τὰς κλοπὰς τῆς μητρός της. Αὕτη εἶχε κλέψει πολλά, ἀλλὰ μὲ τέχνην καὶ μέθοδον. (...)  Ἀλλὰ τὴν παραμονὴν τοῦ γάμου, τὸ βράδυ, τὴν ὥραν ποὺ ἐνύχτωνεν ―ὅταν εἶδε τὴν ἐπιμονὴν τῶν γονέων της, νὰ μὴ θέλουν νὰ τῆς δώσουν ἀρκετὴν προῖκα, καὶ εἶδε τὴν ἀπονιὰν τῆς μητρός της― παραφυλάξασα τὴν ὥραν ὁπότε ἡ γραῖα ἐξῆλθε πρὸς στιγμὴν ἀπὸ τὴν οἰκίαν δι᾽ ἓν θέλημα, κατέβη μὲ παλμὸν καρδίας κρυφὰ στὸ κατώγι· ἔψαξε καὶ ἀνεῦρε τὸ κομπόδεμα (...) καὶ τὸ ἔλυσεν. (...) ἔλαβε μόνον ὀκτὼ ἢ ἐννέα τάλληρα, καταρχάς (...) ἀκολούθως πάλιν τὸ ἤνοιξε, ἔλαβεν ἄλλα πέντε ἢ ἕξ, τὸ ὅλον δεκαπέντε.

Τα παιδια ειναι το μετα απο μας. Εκεινος για τον οποιο το παρελθον, και το παρον, ειναι μαυρο κι αραχνο, καποιες φορες δεν βλεπει κανενα φως, καμια ακρη. Τα παιδια, ισως ιδιαιτερα τα κοριτσια, οχι μονο λογω του κοινωνικου τους αποκλεισμου, αλλα και ως μελλοντα να φερουν στον κοσμο νεα παιδια, ειναι ιδιαιτεροι φορεις αυτης της καταρας που διαιωνιζει μια κολαση. Γι' αυτο για την Φραγκογιαννου η κηδεια ενος μικρου κοριτσιου ειναι γιορτη:

Μεγάλην καὶ ἱερὰν ἀνακούφισιν ᾐσθάνετο ἡ πολυπαθὴς γυνή, ὅταν συνέβαινε, μετὰ τῆς μικρᾶς πομπῆς τοῦ ἱερέως, προπορευομένου τοῦ Σταυροῦ, ν᾽ ἀκολουθῇ βαστάζουσα εἰς τὰς χεῖράς της ἡ ἰδία, ὡς φιλεύσπλαγχνος καὶ συμπονετικὴ ὁποὺ ἦτον, τὸ ἐν εἴδει λίκνου μικρὸν φέρετρον. Προέπεμπε τὸ θυγάτριον μιᾶς γειτόνισσας, ἢ μακρινῆς συγγενοῦς, μέχρι τοῦ τάφου. (...) Ἀλλὰ μεγάλως εὐφραίνετο ὅταν ἡ μικρὰ πομπή, μετὰ δέκα λεπτῶν τῆς ὥρας δρόμον ἔφθανεν εἰς τὰ "Μνημούρια". Ὡραία ἐξοχή, παντοτινὴ ἄνοιξις, θάλλουσα βλάστη, ἀγριολούλουδα, ἐμύριζε κῆπος. Ἰδοὺ ὁ περίβολος τῶν νεκρῶν! Ὤ! ὁ Παράδεισος, ἀπ᾽ αὐτὸν τὸν κόσμον ἤδη, ἤνοιγε τὰς πύλας διὰ νὰ δεχθῇ τὸ μικρὸν ἄκακον πλάσμα, τὸ ὁποῖον ηὐτύχησε νὰ λυτρώσῃ τοὺς γονεῖς του ἀπὸ τόσα βάσανα. (...) Ὅταν ἐπέστρεφεν εἰς τὴν νεκρώσιμον οἰκίαν ἡ γραῖα Χαδούλα, διὰ νὰ παρευρεθῇ τὴν ἑσπέραν εἰς τὴν παρηγοριάν, ― παρηγορίαν καμμίαν δὲν εὕρισκε νὰ εἴπῃ, μόνον ἦτο χαρωπὴ ὅλη κ᾽ ἐμακάριζε τὸ ἀθῷον βρέφος καὶ τοὺς γονεῖς του. Καὶ ἡ λύπη ἦτο χαρά, καὶ ἡ θανὴ ἦτο ζωή, καὶ ὅλα ἦσαν ἄλλα ἐξ ἄλλων.

Η αποφαση

Σε αντιθεση με την πρακτικη της καθημερινοτητας, η αποφαση του κακου εχει την δικη της χρονικοτητα. Ο χρονος της καθημερινοτητας ειναι ενα συνεχες οπου, λιγοτερο η περισσοτερο, το ενα φερνει το αλλο και η ζωη κυλα. Η καθε αποφαση ειναι, λιγοτερο η περισσοτερο, βημα σε μια διαδικασια, αυτοματισμος του δια ταυτα.

Η αποφαση του κακου δεν ειναι ενα δια ταυτα. Γι' αυτο ποτε δεν αρκει η αναγωγη της σε ενα κινητρο. Συνηθως προηγειται μια μικρη, η μεγαλη περιοδος αμφιβολιων, αμφιθυμιας, δισταγμου. Και κατοπιν ενα ρηγμα, ενα αλμα. Οι αναστολες απωθουνται βιαια, η ωση προς την πραξη γιγαντωνεται. Ετσι κανεις απαρνειται εκεινον τον ανεσταλμενο εαυτο, απαρνειται ενα κομματι του εαυτου του, το αποδιωχνει βιαια, περιερχεται σε ενα ειδος τυφλωσης. Αντιστοιχα, με τον ιδιο βιαιο τροπο γιγαντωνεται ο αλλος εαυτος, η παρορμηση προς το κακο, το πραγμα ειναι πλεον μονοδρομος, ενα ορμητικο ρευμα, κανεις φερεται, αγεται προς αυτο πλεον ως υπνοβατης.

Μηδεια

Η Μηδεια ειναι ανισχυρη εμπρος στην παρορμηση, στον μονοδρομο που θα οδηγησει τα παιδια στο μαχαιρι της. Εδω ο μονοδρομος λεγεται με την λεξη αὐθάδεια, που ηδη ειπωθηκε απο τον χορο:

το αγριο φερσιμο και την αποτροπαιη φυση της αδυσωπητης ψυχης.

Η λεξη αὐθάδης ερχεται απο το αὐτός και το ἅδος: διαταγμα, εντολη. Ο αὐθάδης ειναι εντεταλμενος απο τον ιδιο τον εαυτο του και υποταγμενος στην εντολη του. Αυτο αποδιδει ο μεταφραστης με "μονοτροπος" (προτιμησα το "αδυσωπητος") και, στα παρακατω λογια της Μηδειας, με "πεισμα":

Τοση δυστυχια γι᾽ αυτο μου το πεισμα!

Και στο τελος:

Και καταλαβαινω βεβαια το κακο που παω να κανω, ομως πιο δυνατο απο τη λογικη μου ειναι το μενος της ψυχης, αυτο που ευθυνεται για των ανθρωπων τα δεινα τα πιο μεγαλα.

Παρακατω η ολη τραγικη πορεια προς το κακο:

Παιδια μου, αχ παιδια μου, εσεις εχετε πολη και σπιτι, οπου θα μεινετε για παντα χωρις τη μητερα, αφηνοντας με στη δυστυχια μου. Εγω πορευομαι ηδη εξοριστη σε αλλη γη. Δεν προλαβα να σας χαρω και να σας καμαρωσω ευτυχισμενα, να ετοιμασω το λουτρο του γαμου, να στολισω τη νυφη, να στρωσω το κρεβατι το νυφικο και να υψωσω λαμπαδες γαμηλιες. Τοση δυστυχια γι᾽ αυτο μου το πεισμα! Άδικα σας αναθρεψα, παιδια μου, αδικα εμοχθησα και τυραννηθηκα, υπομενοντας τις ανελεητες ωδινες της γεννας. Πολλες αληθεια ελπιδες στηριξα καποτε απανω σας η δυστυχη, να με φροντισετε οταν θα γερασω και οταν μια μερα θα με παρει ο θανατος να με νεκροστολισετε κατα την ταξη με τα χερια σας, κατι που το ζηλευει ο καθε ανθρωπος. Τωρα παει πια η γλυκια εκεινη απαντοχη. Χωρις εσας θα ειναι ολη μου η ζωη πονος και οδυνη. Και εσεις δεν θα κοιταξετε ποτε ξανα τη μητερα μ᾽ αυτα τ᾽ αγαπημενα ματια — αλλος βιος σας προσμενει. Αλιμονο! Αλιμονο! Πως με κοιταζουν, παιδια μου, τα ματια σας; Γιατι μου γελατε, το υστατο γελιο; Ωωω! Τι να κανω; Η καρδια μου, γυναικες, ελυγισε, οταν ειδα τα ματια των παιδιων μου που ελαμπαν. Δεν βρισκω τη δυναμη. Ωρα καλη στα σχεδια τα πριν. Θα παρω απο τη χωρα τα παιδια μου. Γιατι αραγε, για να πληγωσω τον πατερα τους με τη δικη τους δυστυχια,να γινω εγω διπλα δυστυχισμενη; Οχι, δεν θα γινει, οχι. Ωρα καλη στα σχεδια μου. Ομως, τι εχω παθει; Θελω μηπως να γινω περιγελως γιατι αφησα τους εχθρους μου ατιμωρητους; Πρεπει να τολμησω. Τι λιποψυχια και η δικη μου, και μονο που αφησα να περασουν απο τη σκεψη μου μειλιχια λογια. Πηγαινετε μεσα, παιδια μου. Και οποιος δεν πρεπει να παρισταται στη θυσια που ετοιμαζω, η ευθυνη δικη του. Το χερι μου δεν θα πτοηθει. Ααα! Ααα! Μη, ψυχη μου, μη, μην πραξεις αυτο που πας να πραξεις. Άφησε τα, δυστυχη, λυπησου τα παιδια. Οταν θα ζουν εκει μαζι μου, θα χαιρεσαι. Μα τους τιμωρους δαιμονες του Άδη, ενα πραγμα δεν θα γινει ποτε: να επιτρεψω εγω στους εχθρους μου να ταπεινωσουν τα παιδια μου. Ετσι και αλλιως αυτα εχουν πια τελειωσει. Διαφυγη δεν υπαρχει. Το στεφανι καθεται ηδη στην κομη της, φοραει τον πεπλο η βασιλικη νυφη και πεθαινει — το γνωριζω αριστα. Ομως τωρα που θα παρω τον δρομο τον πιο σκληρο και θα προπεμψω τα παιδια μου σε ακομα σκληροτερο, θελω να τ᾽ αποχαιρετησω. Δωστε, παιδια μου, δωστε το δεξι σας χερι στη μητερα σας να το φιλησει. Χερι μου αγαπημενο, αγαπημενο στομα, ευγενικη μορφη και προσωπο των τεκνων μου, να ειστε και τα δυο μου ευτυχισμενα, ομως εκει· τα εδω σας τα στερησε ο πατερας σας. Γλυκο μου αγκαλιασμα, δερμα μου τρυφερο και ανασα μυρωμενη των παιδιων μου! Πηγαινετε, πηγαινετε. Δεν αντεχω αλλο να σας κοιταζω, το κακο που με ζωνει με λυγισε. Και καταλαβαινω βεβαια το κακο που παω να κανω, ομως πιο δυνατο απο τη λογικη μου ειναι το μενος της ψυχης, αυτο που ευθυνεται για των ανθρωπων τα δεινα τα πιο μεγαλα.

Φραγκογιαννου

Στην Φραγκογιαννου επισης αρχικα κυριαρχει η αμφιθυμια:

― Τί νὰ σᾶς πῶ!… Ἔτσι τοῦ ᾽ρχεται τ᾽ ἀνθρώπου, τὴν ὥρα ποὺ γεννιῶνται, νὰ τὰ καρυδοπνίγῃ!… Ναὶ μὲν τὸ εἶπεν, ἀλλὰ βεβαίως δὲν θὰ ἦτον ἱκανὴ νὰ τὸ κάμῃ ποτέ… Καὶ ἡ ἰδία δὲν τὸ ἐπίστευε.

Ομως η Φραγκογιαννου ξερει κατι ακομα:

Ἄχ! κάθε ἁμαρτία ἔχει καὶ τὴ γλύκα της.

Το λεει βεβαια μιλωντας με την Μαρουσα, την οποια βοηθησε να αποβαλει μετα απο μια "αμαρτια" της. Ομως εδω μιλα και για τον εαυτο της. Η πλανη της υβρης, του κακου ειναι πλανευτρα. Αποπλανα. Και η καταστροφη, οσο πιο καθολικη ειναι, τοσο περισσοτερο φερνει μια φωτεινη νυχτα, μια γιορτη σκοτεινη.

Και καποια ωρα, διπλα στο κρεβατακι της εγγονης της, γινεται το αλμα:

Ἄ! ὅσον τὸ συλλογίζεται κανείς, "ψηλώνει ὁ νοῦς του"! … Τῆς Φραγκογιαννοῦς ἄρχισε πράγματι "νὰ ψηλώνῃ ὁ νοῦς της". Εἶχε "παραλογίσει" ἐπὶ τέλους. Ἑπόμενον ἦτο, διότι εἶχεν ἐξαρθῆ εἰς ἀνώτερα ζητήματα. Ἔκλινεν ἐπὶ τοῦ λίκνου. Ἔχωσε τοὺς δύο μακρούς, σκληροὺς δακτύλους μέσα εἰς τὸ στόμα τοῦ μικροῦ, διὰ νὰ "τὸ σκάσῃ".

Το κανει σαν υπνοβατης:

Ἤξευρεν ὅτι δὲν ἦτο τόσον συνήθεια "νὰ σκάζουν" τὰ πολὺ μικρὰ παιδία. Ἀλλ᾽ εἶχε "παραλογίσει" πλέον. Δὲν ἐνόει καλὰ τί ἔκαμνε, καὶ δὲν ὡμολόγει εἰς ἑαυτὴν τί ἤθελε νὰ κάμῃ. Καὶ παρέτεινε τὸ σκάσιμον ἐπὶ μακρόν· εἶτα ἐξάγουσα τοὺς δακτύλους της ἀπὸ τὸ μικρὸν στόμα τοῦ ὁποίου εἶχε κοπῇ ἡ ἀναπνοή, ἔδραξεν ἔξωθεν τὸν λαιμὸν τοῦ βρέφους, καὶ τὸν ἔσφιγξεν ἐπ᾽ ὀλίγα δευτερόλεπτα.

Το ιδιο επαναλαμβανεται με τα κοριτσακια που καθονται στο τοιχιο του πηγαδιου:

Ἐδίστασε πρὸς στιγμήν. ᾘσθάνθη μέσα της φοβερὰν πάλην. Εἶτα εἶπε, σχεδὸν μεγαλοφώνως: "Καρδιά!… αὐτὸ εἶναι μιὰ ἀπόφαση". Καὶ δράξασα μὲ τὰς δύο χεῖρας τὰ δύο κοράσια, τὰ ὤθησε μὲ μεγάλην βίαν. Ἠκούσθη μέγας πλαταγισμός. Τὰ δύο πλάσματα ἔπλεαν εἰς τὸ νερὸν τῆς στέρνας.

Και παλι:

Ὡς ἐν ἀλλοφροσύνῃ καὶ ἐν πλάνῃ ὀνείρου, ἔτεινε τὴν χεῖρα πρὸς τὸ λίκνον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ὠλόλυζε τὸ μικρόν… Ἔκαμε χειρονομίαν ὡς διὰ νὰ σχηματίσῃ τοὺς δακτυλους της εἰς διλαβίδα, εἰς ἁρπάγην καὶ στραγγαλιάν. ᾘσθάνετο τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἀγρίαν χαρὰν νὰ πνίξῃ τὸ μικρὸν θυγάτριον… Τῆς ἦλθεν εἰς τὸν νοῦν ὅτι ἦτο ἀβάπτιστον, καὶ ἂν τὸ ἔπνιγε, θὰ εἶχε διπλῆν ἁμαρτίαν… Ἡ σκέψις αὕτη ἐπὶ μίαν στιγμὴν τὴν ἀνεχαίτισεν, ἀλλ᾽ ὅμως ἀπεφάσισε νὰ ὑπερπηδήσῃ τὸν φραγμὸν τοῦτον… Παρὰ ἕνα δάκτυλον, ἡ χείρ της ἔψαυε τὸν λαιμὸν τοῦ μικροῦ πλάσματος…

Εκεινη η μορφη της που δισταζει, επανερχεται παλι και παλι με την μορφη τυψεων που την καταδιωκουν μεχρι το τελος:

Ἡ γραῖα Χαδούλα ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἔζησε ζωὴν τύψεων, ἀνησυχίας, καὶ μ᾽ ἐξωτερικὸν σχῆμα ὡς νὰ εἶχε τέφραν ἐπὶ τῆς κόμης τῆς ψαρᾶς, τόσον ἐλαφρῶς κυπτὴν καὶ ἀκίνητον ἐτήρει τὴν κεφαλήν της, καὶ ὡς νὰ ἐφόρει τὴν μακρὰν μαύρην μανδήλαν της ὡς σάκκον μετανοίας

(...)

Τὸ κῦμα ὑπὸ τοὺς πόδας της ἐρρόχθει, μὲ παρατεταμένους ὠρυγμοὺς λύσσης. Βαθιά, μέσα εἰς τὰ στέρνα της ἤκουε τὰ κλαυθμυρίσματα τῶν ἀκάκων νηπίων. Ὑπόκωφοι συριγμοὶ τοῦ μακρινοῦ ἀνέμου ἤρχοντο εἰς τὰς ἀκοάς της. Ὁ νεκρώσιμος χορὸς τῶν κορασίδων, μὲ ηὐξημένον τὸν φρικώδη ὁρμαθόν, ἐχοροπήδα τριγύρω της. "Εἴμαστε παιδιά σου! ― Μᾶς ἐγέννησες! ― Φίλησέ μας! ― Δῶσέ μας μαμμά! ― Πάρε μας στολίδια, στολίδια ὄμορφα! ― Χάϊδεψέ μας! ― Δὲν μᾶς ἀγαπᾷς;"

Ομως, οπως η Μηδεια, η Φραγκογιαννου ειναι ανημπορη εμπρος στην επιταγη του κακου:

Καὶ μέσα της ἔλεγε: "Τὸ ριζικό μου εἶναι πλιό! Ὢχ Θέ μου!"

Η καθαρση

Η λεξη εχει θεσπιστει απο τον Αριστοτελη στα Ποιητικα 1449b:

Η τραγωδια λοιπον ειναι μιμηση μιας πραξης σπουδαιας και τετελεσμενης, με εκταση, με λογο γλυκο, με καθε ειδος χωρισμενο σε μερη, με δρωντες και οχι με απαγγελια, περαιωνοντας μεσα απο ελεος και φοβο αυτων των παθηματων την καθαρση.

Τι θα πει εδω κάθαρσις; Πως καθαιρονται τα παθηματα; Με την ελευση ενος Αλλου, που δεν ειναι καποιο μεγαλυτερο παθημα, αλλα ερχεται απ' αλλου, τα πραγματα μετατιθενται σ' εναν αλλο τοπο και τα παθηματα προβαλλουν σ' ενα αλλο φως. Τουτο, το τελειως Αλλο, η ελευση του μας αφηνει αφωνους, πλημμυρισμενους απο ελεος και φοβο - και καθαιρει, εμας, και τα προσωπα που συμμετεχουν στην ιστορια.

Δεν μπορω να μην σημειωσω εδω οτι ενα προδρομο ονομα του πρωτου συνεργατη του Sigmund Freud, Josef Breuer, για την ψυχαναλυση ηταν "καθαρτικη μεθοδος". Ισως το ιαματικο της ψυχαναλυσης να εγκειται παντα, μεσα απο "ελεος και φοβο", στην, πολλες φορες αδιορατη, καθαιρουσα ελευση ενος Αλλου και στην μετασταση σε ενα αλλο φως.

Μηδεια

Το καθαρτηριο Αλλο ειναι ενας ἀπὸ μηχανῆς θεός: Οταν πλεον ολοι ειναι νεκροι, ο Ιασων προσπαθει να ανοιξει την πυλη της κατοικιας της Μηδειας. Η Μηδεια, εχοντας μαζι της τα νεκρα σωματα των παιδιων, εμφανιζεται απο ψηλα πανω, με τη βοηθεια της "μηχανης", ενος γερανου, σε φτερωτο αρμα.

Deus ex machina.jpgMedea - Ending - snapshot.jpg

Η Μηδεια:

λεγε τι θελεις — το χερι σου δεν θα μ' αγγιξει ποτε. Τετοιο αρμα μου εδωσε του πατερα μου ο πατερας, ο Ηλιος, ασπιδα απεναντι σε χερι εχθρου.

Η δραματουργικη επινοηση του ἀπὸ μηχανῆς θεοῦ κατηγορηθηκε απο παλια, ηδη απο τον Πλατωνα και τον Αριστοτελη, ως φτηνο κολπο για την λυση αλυτων καταστασεων. Ισως ομως και να βρισκεται σε μια μακρινη συγγενεια με εναν στιχο του Friedrich Hölderlin απο το ποιημα Friedensfeier (Εορτη της ειρηνης):

Ενας σοφος μπορει να μου διευκρινισει πολλα∙ οπου ομως

Κι ενας θεος εμφανιζεται,

Τουτο οντως ειν’ αλλη καθαροτητα.

Η "Μηδεια" του Ευριπιδη κλεινει με τα παρακατω λογια:

Τα προσδοκωμενα δεν συντελεστηκαν. Ομως ενας θεος βρισκει πορους για τ' απροσδοκητα.

Φραγκογιαννου

Η Φραγκογιαννου, κυνηγημενη απο χωροφυλακες, θελει να καταφυγει στο ερημητηριο του Αι-Σωστη, κατοικια του Γεροντα Ακακιου,

παλαιὸν ἀναχωρητήριον μετὰ ἐρήμου ναΐσκου, τὸ ὁποῖον ἔκειτο ἐπὶ μικροῦ θαλασσοπλήκτου βράχου, ὅστις ἀπετέλει σκόπελον ἢ μικρὸν νησίδιον παρὰ τὴν βορείαν, μικρὸν πρὸς δυσμὰς κλίνουσαν, κρημνώδη ἀκτήν, καὶ μὲ τὴν ἄμπωτιν τῶν ὑδάτων, τὸ νησίδιον ἐγίνετο μικρὰ χερσόνησος.

Η Φραγκογιαννου εναποθετει πολλες ελπιδες στον Ακακιο:

Εἶχεν ἀκούσει πολλὰ νὰ λέγουν γυναῖκες εὐλαβεῖς περὶ τῶν ἀρετῶν τοῦ Γέροντος ἐκείνου. (...) ἦτο, ἔλεγαν, αὐστηρὸς πνευματικός, πλὴν εἶχε τὸ σπάνιον χάρισμα τῆς διακρίσεως τῶν λογισμῶν, κ᾽ ἔφθανε μέχρι προορατικότητος. Αἱ γυναῖκες ἐβεβαίουν ὅτι ἦτο σωστὸς κρυφιογνώστης, καὶ σοῦ ἔλεγε τί εἶχες μέσα σου. Καὶ πολλάκις ἐξωμολόγει τὸν μετανοοῦντα πολὺ περισσότερον ἢ ὅσον αὐτὸς ἤθελε νὰ ἐξομολογηθῇ.

Ομως στο περασμα η παλιρροια την προφταινει:

(...) ἀπεῖχεν ἀκόμη ὣς δέκα βήματα ἀπὸ τὸν Ἁι-Σώστην. Δὲν εἶχε πλέον ἔδαφος νὰ πατήσῃ· ἐγονάτισεν. Εἰς τὸ στόμα της εἰσήρχετο τὸ ἁλμυρὸν καὶ πικρὸν ὕδωρ. Τὰ κύματα ἐφούσκωναν ἀγρίως, ὡς νὰ εἶχον πάθος. Ἐκάλυψαν τοὺς μυκτῆρας καὶ τὰ ὦτά της. (...) Ἡ γραῖα Χαδούλα εὗρε τὸν θάνατον εἰς τὸ πέραμα τοῦ Ἁγίου Σώστη, εἰς τὸν λαιμὸν τὸν ἑνώνοντα τὸν βράχον τοῦ ἐρημητηρίου μὲ τὴν ξηράν, εἰς τὸ ἥμισυ τοῦ δρόμου, μεταξὺ τῆς θείας καὶ τῆς ἀνθρωπίνης δικαιοσύνης.

Η Φραγκογιαννου τελειωνει "μεταξὺ τῆς θείας καὶ τῆς ἀνθρωπίνης δικαιοσύνης". Διοτι δεν ανηκει σε καμια απο τις δυο. Καμια δικαιοσυνη δεν αρμοζει στις πραξεις της, ουτε η φυλακη ουτε η εξομολογηση. Ο θανατος, αυτο το τελειως Αλλο, ειναι που θα φερει την καθαρση.

μαθηματα / ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΑΘΗΝΩΝ / Απω Ανατολη

εν παροδω / ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ / Café-Finovo

(Σημειωσεις για μια τηλεοπτικη εκπομπη, στα γυρισματα της οποιας τελικα δεν παρευρεθηκα λογω ομιχλης.)

▶Σημειο αναφορας της εκπομπης ειναι το ντοκιμαντερ του Λευτερη Φυλακτου Café Finovo, ονομα ενος καφενειου μεσα στο παλιο νεκροταφειο του Βερολινου.

 

▶Οδηγος για την παρεμβαση μου ειναι ο θανατος ως το τελειως Αλλο. Πρβλ. Ηρακλειτος, απ. 27:

ανθρωπους μενει αποθανοντας ασσα ουκ ελπονται ουδε δοκεουσιν

στους ανθρωπους, οταν πεθανουν, μενουν αυτα που ουτε ελπιζουν ουτε διανοουνται

Με την καταβυθιση στο τελειως Αλλο αποσβενεται η ταυτοτητα, δηλαδη το Εγω ως υποσταση με την αριστοτελικη  εννοια της μονιμοτητας, της σταθεροτητας, της διαρκειας.

▶Το Εγω ως υποσταση, ως θεμελιο του εαυτου, θα εννοησει τον θανατο ως αντιθετο της ζωης και ασυμβατον μ' αυτην. Αυτο το Εγω δεν μπορει να πεθανει. Ενδεχομενως ετσι δεν μπορει και να ζησει, παρα μονον ασφυκτικα, σαν επανω στην σχεδια της ζωης μεσα στη θαλασσα του θανατου που καποτε θα την καταπιει. Πως αραγε να ηταν για τους Αρχαιους, οπου οι ανθρωποι καλουνταν "οι θνητοι";

▶Δεν θα βρεις τον θανατο στο νεκροταφειο. Ουτε στον νεκρο. Αλλο ο νεκρος, αλλο το πτωμα, αλλο ο ταφος κι η σταχτη του και αλλο ο θανατος, ετσι οπως μας αφορα στη ζωη. Ο θανατος δεν ειναι πραγμα, ουτε χειροπιαστο ουτε ιδεατο.


Σχετικα με τα παραπανω, καποιες χαρακτηριστικες σκηνες του ντοκιμαντερ

▶Ο θανατος γινεται θεμα:

13.15 ετοιμαζει τον ταφο της και τον σταυρο, επανω στον οποιο γραφει "εγω"

25.15 "ειναι ενα ωραιο συναισθημα … να ξερεις που θα καταληξεις"

27.50 "και να φανταστω οτι ξαπλωνω εκει κι ειμαι νεκρη"

31.47 "παροτι ασχολουνται με τον θανατο, ειναι ιστοριες για τη ζωη και δεν προετοιμαζουν για τον θανατο" [Το "προετοιμαζω" ειναι δυνατο μονο για πραγματα της ζωης. Πως να προετοιμαστεις για το τελειως Αλλο;]

34.50 "το ωραιοτερο πραγμα, θανατος και ζωη πλαι πλαι"

38.51 το ονομα "Finovo": fin / novo: "οταν ενα τελειωνει κατι αλλο ξεκινα"

▶η εικονα που εχει κανεις για τον θανατο του, στην πραγματικοτητα απεικονιζει, στον υπερθετικο, την ζωη του - εναν κυριαρχο τροπο σχεσης με ανθρωπους και πραγματα. Αυτη η σχεση εχει τετοια δυναμη που ονομαζεται ως συνωνυμο του θανατου.

11.34 "η μητερα πηρε πισω την καταρα" (Θανατος: το λυσιμο απο την καταρα που ειναι δυνατοτερη απο τον θανατο.)

39.27 "ειναι ωραιο συναισθημα να ξερεις οτι ο θανατος θα ερθει καποια στιγμη και θα τελειωσει το στρες" (Θανατος: η απαλλαγη απο το στρες που ειναι τοσο δυνατο ωστε μ' αυτο να ταυτιζεται η ζωη ολοκληρη, και τελειωνει μονο με το τελος της.)

43.54 "θα ειμαι παντα εκει" (θανατος: η απανταχου παρουσια μιας που ως νεκρη επιτελους θα εχει τους παντες ολοτελα δεσμιους της παρουσιας της.)

28.27 "νοιωθω ζωντανη εδω" (θανατος: η απολυτη νεκριλα καποιου που επιτελους θα βρεθει στο στοιχειο του, οπως π.χ. ο καταθλιπτικος που χαιρεται στην βροχη και στην συννεφια)

▶ η βολτα στο νεκροταφειο, η ανακουφιση ενος "μικρου θανατου" που αφηνει λιγοτερο ζωη, επομενως και λιγοτερα βαρη:

4.20 "Παιρνουμε τον εαυτο μας πολυ στα σοβαρα"

6.55 "μενω εκει μεχρι να νιωσω πιο ηρεμη"

15.30 "λες και ξεφορτωθηκαν κατι"

▶Το ντοκιμαντερ κλεινει με ενα close-up μαραμενων φυλλων. (48.10)

Στην Ιλιαδα ο Τυδεας, πριν φανερωσει στον Διομηδη την καταγωγη του, λεει:

οἵη περ φύλλων γενεὴ τοίη δὲ καὶ ἀνδρῶν.
φύλλα τὰ μέν τ' ἄνεμος χαμάδις χέει, ἄλλα δέ θ' ὕλη
τηλεθόωσα φύει, ἔαρος δ' ἐπιγίγνεται ὥρη·
ὣς ἀνδρῶν γενεὴ ἣ μὲν φύει ἣ δ' ἀπολήγει.

Σαν το γενος των φυλλων ειναι κι αυτο των ανθρωπων. Αλλα φυλλα ο ανεμος τα σκορπαει καταχαμα, αλλα παλι, σαν ερθει η ωρα της ανοιξης, αναφυει το θαλερο δασος. Ετσι και το γενος των ανθρωπων: το ενα φυτρωνει και το αλλο αποληγει.






ψυχαναλυση / ΚΕΙΜΕΝΑ ΟΜΙΛΙΕΣ 2011-2015 / ''Μα πρεπει να μ' αρμηνεψουν οι πεθαμενοι...''



"Μα πρεπει να μ' αρμηνεψουν οι πεθαμενοι..."

(Πρωτη δημοσιευση: "Ψυχαναλυση και νεοελληνικη λογοτεχνια", Αθηνα 2013. Μερικως αναθεωρημενο)


Εισαγωγη

1. Πως ειναι οι ζωντανοι, και δεν "φτανουν";

2. Πως ρωτα κανεις τους νεκρους;

3. Πως συμβουλευουν οι νεκροι;

Πινακας ποιηματων


Εισαγωγη

Ο Freud, στο "Συμβουλες προς τον ιατρο κατα την ψυχαναλυτικη αγωγη", γραφει για την "τεχνικη" του ψυχαναλυτη που ειναι γνωστη ως "ελευθερα μετεωρη προσοχη":

(...) αυτη η τεχνικη ειναι πολυ απλη (...) απορριπτει ολα τα βοηθητικα μεσα, ακομη και το κρατημα σημειωσεων, και συνισταται απλα στο οτι [ο ψυχαναλυτης] δεν θελει να προσεξει τιποτα ιδιαιτερα και ανταποκρινεται σε ολα οσα ακουει με την ιδια 'ελευθερα μετεωρη προσοχη'" (...).

Και συνοψιζει:

Να ακουει και να μη νοιαζεται να συγκρατησει κατι.

Η τεχνικη της "ελευθερα μετεωρης προσοχης" εξυπηρετει δυο τινα: την αποσυμφορηση της μνημης του ψυχαναλυτη και την "ασυνειδητη" προσληψη των λεγομενων του ασθενους.

Ο αναλυομενος παλι

δεν πρεπει να μας ανακοινωνει μονο αυτα που λεει σκοπιμα και προθυμα [...], αλλα και ο,τι αλλο του παρεχει η αυτοπαρατηρηση του, ο,τι του ερχεται στο νου, ακομα κι αν του ειναι δυσαρεστο να το πει, ακομα κι αν του φαινεται ασημαντο η ακομα και διχως νοημα.[...]

Το ζητουμενο ειναι "να αποκλεισει την αυτοκριτικη του". Η τεχνικη της ελευθερα μετεωρης προσοχης, δηλαδη

η συσταση να παρατηρουμε τα παντα ομοιομορφα, ειναι η αναγκαστικη ανταποκριση στην απαιτηση προς τον αναλυομενο να αφηγειται διχως κριτικη και διαλογη ο,τι του ερχεται.

Ο Freud ζητα απο τον αναλυομενο "πληρη ειλικρινεια". Ο θεραπευτης ανταποκρινεται με μια "τεχνικη". Αυτο ειναι εξαπατηση. Διοτι ο αναλυομενος ανοιγεται σε καποιον ο οποιος απλως παριστανει τον ανοιχτο. Τουτο με καποιον τροπο, αργα η γρηγορα, θα δηλητηριασει την επικοινωνια τους και θα την περιορισει.

Η τιμιοτητα, η δικαιοσυνη, η ευγενεια απεναντι στον αναλυομενο, απεναντι στον δρομο που λεγεται ψυχαναλυση, δεν θα ικανοποιουνταν με μια τεχνικη "ελευθερα μετεωρης προσοχης", αλλα θα διαμορφωνε εναν θεραπευτη ο οποιος θα ηταν αφεαυτου και απεριφραστα "ελευθερα μετεωρος". Η "ελευθερα μετεωρη προσοχη" δεν θα ηταν ρολος αλλα τροπος του ειναι του.

Πως ειναι ενας ελευθερα μετεωρος; ενας ο οποιος δεν παριστανει μονο αλλα οντως "δεν προσεχει τιποτα ιδιαιτερο", "δεν κανει επιλογες", "δεν ακολουθει τις προσδοκιες και τις κλισεις του"; Το Εγω χαρακτηριζεται ακριβως απο το οτι προσεχει το ενα και αγνοει το αλλο, επιλεγει, προσδοκα, κλινει προς αυτο κι εκεινο, εχει δηλαδη εναν χαρακτηρα, μια προσωπικοτητα, και ετσι τοποθετειται απεναντι σ' ενα Εσυ, συμφωνει και διαφωνει μαζι του. Το Εγω εχει ενα πεδιο βαρυτητας. Ο ελευθερα μετεωρος θα ηταν εκεινος ο οποιος δεν εχει κανενα Εγω. Ομως η καθαρη μορφη του ανθρωπου ο οποιος εχει απεκδυθει του Εγω του, ειναι αυτη του νεκρου.

- Δεν ειστε ανθρωπος εσεις; - Οχι! - Εξωγηινος ειστε; - Ναι!

Πως ειναι λοιπον δυνατο και ενας που εχει απεκδυθει του Εγω του, ενας νεκρος, και κατεξοχην αυτος, να ειναι σε θεση να συμβουλευει, να δινει κατευθυνση; Και τι θα πει καν εδω "νεκρος";

Στην 10η Ραψωδια της Οδυσσειας ο Οδυσσεας ακουει απο την Κιρκη οτι πρεπει να παει στον Αδη, να συναντησει τον Τειρεσια και να μαθει απ' αυτον πως θα επιστρεψει στον τοπο του (στ. 488-540). Το κανει στη λεγομενη "Νεκυια" (11η Ραψωδια).

Η φιγουρα της Νεκυιας, της μεταβασης ενος ανθρωπου στον Αδη για να παρει συμβουλη, υπαρχει σ' ενα δημοτικο τραγουδι: Στον Αδη θα κατεβω / και στον παραδεισο / Το χαρο ν' ανταμωσω / δυο λογια να του πω. / Χαρε για χαρισε μου / σαΐτες κοφτερες / να παω να σαϊτεψω / δυο τρεις μελαχρινες (...)

Ο Γιωργος Σεφερης γραφει στο ποιημα "Ο Στρατης Θαλασσινος αναμεσα στους αγαπανθους" (Π119):

Μα πρεπει να μ' αρμηνεψουν [=συμβουλεψουν] οι πεθαμενοι....

Σε ενα αλλο σημειο του ποιηματος λεει:

(...) δε μου φτανουν οι ζωντανοι / (...) πρεπει να ρωτησω τους νεκρους / για να μπορεσω να προχωρησω παρακατω.

Στον Σεφερη, σε αντιθεση με το δημοτικο τραγουδι, η Νεκυια δεν εννοειται ως μυθος και παραμυθι αλλα ως τροπος υπαρξης. Θα παρακολουθησουμε την ποιηση του Σεφερη με αξονα τρια σημεια: 1. Πως ειναι οι ζωντανοι, και δεν "φτανουν"; 2. Πως ρωτα κανεις τους νεκρους; 3. Πως συμβουλευουν οι νεκροι;

Παραλληλα θα επιχειρησω να περιγραψω το φαινομενο της ψυχαναλυσης οπως προβαλλει στην οπτικη αυτης της ποιησης της Νεκυιας.

1. Πως ειναι οι ζωντανοι, και δεν "φτανουν";

Στο "Μια σκηνοθεσια για την Κιχλη" ο Σεφερης απαριθμει τετοιους ανθρωπους:

  • ανθρωποι σαν του συντροφους του Οδυσσεα: (...) τι κακοκεφαλια / να φαμε στην ακρογιαλια / του ηλιου τ' αργα γελαδια (...) Πεινουσαμε στης γης την πλατη, / σα φαγαμε καλα / πεσαμε εδω στα χαμηλα / ανιδεοι και χορτατοι (Π006)

Ειναι ανθρωποι που ακολουθουν τυφλα, σαν υπνοβατες, την "αρχη της ηδονης" (Freud), δηλαδη παρασυρονται στην αμεση εκπληρωση των επιθυμιων τους.

κι επειτα κοιταζε μ᾿ ανυπομονησια / εκει που τηγανιζουν ψαρια· σαν τη γατα. (Π129)

Εδω ανηκουν, ως η αλλη οψη του νομισματος, και οσοι διακατεχονται απο την ερημια της στερησης:

(...) εγινε λιμνη η μοναξια / εγινε λιμνη η στερηση / ανεγγιχτη κι αχαραχτη. (Π108)

  • Οι "υπομονετικοι":

    Με τι καρδια, με τι πνοη, / τι ποθους και τι παθος / πηραμε τη ζωη μας· λαθος! / κι αλλαξαμε ζωη. (Π 005)

Ανθρωποι που "παιρνουν" τη ζωη τους: της προκαταβαλλουν καρδια και πνοη, ποθους και παθος. Πορευονται με μια εικονα για τον εαυτο τους, για τον συντροφο που θελουν, για τους γονεις τους και για τα παιδια τους, για την επικοινωνια τους με τους αλλους. Ομως το πως ειναι τα πραγματα, ειναι παντα τελικα ισχυροτερο απο το πως ποθω, θελω, πρεπει, φοβαμαι πως ειναι τα πραγματα. Ολα τουτα ειναι κτισματα στην αμμο:

(...) ωραια που φυσηξεν ο μπατης / και σβηστηκε η γραφη. (Π 005)

  • Οι "υποταγμενοι και σιωπηλοι":

Το παραδειγμα εδω ειναι οι "Αργοναυτες" (Π023).

ητανε καλα παιδια", / (...) δε φωναζαν / ουτε απο τον καματο ουτε απο τη διψα ουτε απο την παγωνια.

Κατα εναν τροπο ειναι οι αντιθετικες φιγουρες εκεινων που "παιρνουν" τη ζωη τους. Αυτοι τωρα εχουν "το φερσιμο των δεντρων και των κυματων / (...) δεχουνται τον ανεμο και τη βροχη / (...) τη νυχτα και τον ηλιο". Οι ψυχες τους γινονται "(...) ενα με τα κουπια και τους σκαρμους". Ομως, σε αντιθεση με το φερσιμο των δεντρων και των κυματων, τα "καλα παιδια" τραβανε κουπι "με χαμηλωμενα ματια" και ενα "δερμα υποταγμενο". Η δεκτικοτητα τους ειναι εκεινη της υποταγης σε μια εξουσια που τους εχει βουβανει. Περνανε απαρατηρητοι: "Κανεις δεν τους θυμαται."

  • Στην ποιηση του Σεφερη ερχονται και αλλοι, "συμπαθητικοι, αισθηματικοι, μεσοι, και σπαταλημενοι".

Κουρνιαζουν σ' εναν μικροκοσμο ο οποιος, στο μυωπικο τους βλεμμα, φανταζει ο κοσμος ολοκληρος:

οχι ερχομαι εκ Συνταγματος" απαντα κι ειν' ευχαριστημενος / "βρηκα το Γιαννη και με κερασε ενα παγωτο. (Π070).

...

οι διανοουμενοι που σκαρφαλωνουν στο ιδιο τους κεφαλι (Π046)

...

Βαρεθηκα το δειλινο, παμε στο σπιτι μας / παμε στο σπιτι μας ν' αναψουμε το φως (Π107).

  • Αντιπροσωπευουν "μαλακα πραγματα":

βολοδερνουν στο και-ναι-και-οχι, γαβγιζουν χωρις να δαγκωνουν, θετουν την σταθεροτητα και την ασφαλεια υπερανω ολων:

Κι ειναι η ζωη ψυχρη ψαρισια / - ετσι ζεις; - Ναι! Τι θες να κανω· / τοσοι και τοσοι ειναι οι πνιγμενοι / κατω στης θαλασσας τον πατο. / (...) / Α! να 'ταν η ζωη μας ισια / πως θα την παιρναμε κατοπι / μ' αλλιως η μοιρα το βουληθη / πρεπει να στριψεις σε μια κοχη. (Π007)

...

ηταν η μερα συννεφιασμενη. Κανεις δεν αποφασιζε / (...) / 'Δεν ειναι γρεγος ειναι σιροκος' η μονη αποφαση που ακουστηκε. (Π107)

Ολοι αυτοι οι ανθρωποι αποκαλουνται "οι ζωντανοι". Η ζωη τους περιοριζεται στη ζωη. Καποιες φορες αυτη η μονοδιαστατη υπαρξη μπορει να γινει εμπειρατη "σαν τα στεκαμενα νερα". Τοτε οδηγει σε μοναξια, βαρος, ασφυξια και αδιεξοδο:

Θεοι! πως αγωνιζεται η ζωη για να περασει, θα 'λεγες φουσκωμενο ποταμι απο την τρυπα βελονας. / Κανει ζεστη βαθια ως τη νυχτα, τ' αστρα πετανε σκνιπες, πινω αγουρες, γκαζοζες και διψω· / φεγγαρι και κινηματογραφος, φαντασματα και πνιγερος ανημπορος λιμωνας. (Π046)

Η προσφορη λυση εδω ειναι βεβαια η φυγη προς τα εμπρος, δηλαδη η ακομα μεγαλυτερη, καποτε απεγνωσμενη προσκολληση στα πραγματα:

(...) παμε στο σπιτι μας / παμε στο σπιτι μας ν' αναψουμε το φως. (Π107)

...

Κι αν κρατηθηκαμε απο λαγονια κι αν αγκαλιασαμε / μ’ ολη τη δυναμη μας αλλους αυχενες / κι αν σμιξαμε την ανασα μας με την ανασα / εκεινου του ανθρωπου / κι αν κλεισαμε τα ματια μας, δεν ηταν αλλη / μοναχα αυτος ο βαθυτερος καημος να κρατηθουμε / μεσα στη φυγη. (Π067)

Καποτε παλι γεννιεται μια απορια:

... Μες στον καθρεφτη η αγαπη μας, πως παει και λιγοστευει μεσα στον υπνο τα ονειρα, σκολειο της λησμονιας / μεσα στα βαθη του καιρου, πως η καρδια στενευει (Π016)

...

Μας φαινεται παραξενο που καποτε μπορεσαμε να χτισουμε / τα σπιτια τα καλυβια και τις στανες μας. / Κι οι γαμοι μας, τα δροσερα στεφανια και τα δαχτυλα / γινουνται αινιγματα ανεξηγητα για την ψυχη μας. / Πως γεννηθηκαν πως δυναμωσανε τα παιδια μας; / (...) / σωματα που δεν ξερουν πια πως ν' αγαπησουν. (Π029)

...

Θα πεθανει κι αυτη, πως θα πεθανει; (Π080)

...

Πως θα πεθανουμε; (Π107)

...

Πως πεσαμε, συντροφε, μεσα στο λαγουμι του φοβου; (Π117)

...

Προσεχετε καποτε τον καθρεφτη / πως κανει ενταφιο το προσωπο μας; Και τον ηλιο τον κλεφτη / πως παιρνει τα φτιασιδια μας καθε πρωι; (Π141)

...

Η θαλασσα· πως εγινε ετσι η θαλασσα; (Π161)

Οι προσκολλημενοι στη ζωη δεν θα ανατρεξουν ποτε στον ψυχιατρο η στον ψυχολογο, και φυσικα οχι στον ψυχαναλυτη. Εκεινοι για τους οποιους ο περιορισμος εχει γινει ασφυκτικος, θα αναζητησουν τη λυση στους ορους μιας ζωης που περιοριζεται μονοδιαστατα στη ζωη: Θα κοιταξουν να περασουν "το φουσκωμενο ποταμι απο τη βελονα". Θα καταφυγουν σε φαρμακα η σε ψυχοθεραπευτικες τεχνικες που υποσχονται να τους κανουν οπως ηταν, δηλαδη να εξαλειψουν τα συμπτωματα, η να τους μαθουν το know how της ζωης. Και τουτο γιατι εχουν παγιδευτει στην ολεθρια μεγγενη πραγματων της ζωης που φανταζουν απολυτα, πιο απολυτα κι απο τον ιδιο τον θανατο, που τον επιζουν.

Την ψυχαναλυση θα αναζητησουν καποιοι απο τους λιγους που θα φτασουν στην απορια. Η απορια μπορει να παρει και τη μορφη της απογνωσης ως απο-γνωσης, του "δεν γνωριζω πια", "δεν ξερω πια", "δεν παει αλλο", "δεν αντεχω αλλο".

κι ολα στεγνωσαν μονομιας στην πλατωσια του καμπου / στης πετρας την απογνωση στη δυναμη τη φαγωμενη / στον αδειο τοπο με το λιγοστο χορταρι και τ' αγκαθια / οπου γλιστρουσε ξεγνοιαστο ενα φιδι (Π149)

Εκει βρισκεις

κυκλο τα ποδια θερισμενα / κυκλο τα χερια πεθαμενα / κυκλο τα ματια σκοτεινα· (Π044)

Μπορει να συμβει οταν ανακαλυψεις οτι ξεγελαστηκες, οτι κυνηγησες χιμαιρες, οτι αγωνιστηκες και παλεψες για λαθος πραγματα. Στην τραγωδια του Ευριπιδη "Ελενη", αποκαλυπτεται πως στην Τροια δεν ηταν αυτη η ιδια ποτε. Ενα "ειδωλο" της ηταν εκει.

Τιποτε στην Τροια - ενα ειδωλο. / (...) Κι ο Παρης, μ' εναν ισκιο πλαγιαζε σα να ηταν πλασμα ατοφιο· / κι εμεις σφαζομασταν για την Ελενη δεκα χρονια / (...) / αν ειναι αληθεια πως αυτο ειναι παραμυθι, / αν ειναι αληθεια πως / (...) / καποιος αγνωστος, ανωνυμος, που ωστοσο / ειδε ενα Σκαμαντρο να ξεχειλαει κουφαρια, / δεν το 'χει μες στη μοιρα του ν' ακουσει / μαντατοφορους που ερχουνται να πουνε / πως τοσος πονος τοση ζωη / πηγαν στην αβυσσο / για ενα πουκαμισο αδειανο για μιαν Ελενη. (Π137)

Η απογνωση δεν ειναι μονο τραγικη και επωδυνη. Ειναι μαζι και ανοιγμα. Κανεις ειναι τωρα περισσοτερο ετοιμος να ακουσει πραγματα που δεν ανηκουν στον οικειο του κοσμο, αυτον που τον εφερε μεχρις εδω. Τουτο μπορει να συμβει στην αρχη, η στη διαρκεια της ψυχαναλυσης.

Και να ποθεις να κατοικησει κι ο αλλος κοσμος / στη σημερινη πνιγερη μοναξια / στ' αφανισμενο τουτο παρον (Π173)

Ο "αλλος κοσμος" θα ηταν σαν τον ερχομο της ανοιξης μεσα στο καταχειμωνο:

'Αυτος ο αγερας φερνει στο νου την ανοιξη' ελεγε η φιλη / περπατωντας στο πλευρο μου κοιταζοντας μακρια 'την ανοιξη / που επεσε ξαφνικα το χειμωνα κοντα στην κλειστη θαλασσα. / Τοσο απροσδοκητα. Περασαν τοσα χρονια. Πως θα πεθανουμε;' (Π107)

Η απορια "Πως θα πεθανουμε;" δινει μαζι και την κατευθυνση για την απαντηση της: οταν απροσδοκητα μεσα στο καταχειμωνο πεφτει η ανοιξη. Τουτο θυμιζει εναν στιχο απο το "Χειμερινο ταξιδι" του Wilhelm Müller που εγινε γνωστο απο την μελοποιηση του Franz Schubert: "Γελατε βεβαια για τον ονειροπολο που εβλεπε το χειμωνα λουλουδια;"

2. Πως ρωτα κανεις τους νεκρους;

Θυμιζω πως εδω ο ψυχαναλυτης παρομοιαζεται με την, ακομη αδιευκρινιστη, φιγουρα του νεκρου. Πριν ερθουμε σ' αυτον, θα αναζητησουμε εκεινον τον τροπο υπαρξης, εκεινη τη διαθεσιμοτητα η οποια καθιστα δυνατη την επικοινωνια με τους νεκρους, και, τηρουμενων των αναλογιων, την διαθεσιμοτητα του αναλυομενου για την ψυχαναλυτικη συνομιλια. Στον Ομηρο ειναι το ταξιδι του Οδυσσεα στον "Οριζοντα" των Αρχαιων, στην ακρη του κοσμου, και η καταβαση του στον Αδη. Στην οπτικη της Νεκυιας στην ποιηση του Σεφερη, γινεται λογος για ενα πολυσημαντο βυθισμα. Ενα καιριο στοιχειο παλι της ψυχαναλυσης ειναι οτι ο αναλυομενος ειναι ξαπλωμενος σ' ενα κρεβατι και ο ψυχαναλυτης βρισκεται πισω του. Ουτε αυτο ειναι απλα τεχνικη. Θα μπορουσαμε να δουμε τη μεταβαση στην υπτια θεση επισης ως βυθισμα. Στην ποιητικη εμπειρια εκφραζεται ως εξης:

Σκυψε αν μπορεις στη θαλασσα τη σκοτεινη (...) Γραψε αν μπορεις στο τελευταιο σου οστρακο τη μερα τ' ονομα τον τοπο / και ριξε το στη θαλασσα για να βουλιαξει. (...) αφησε τα χερια σου αν μπορεις, να ταξιδεψουν / εδω στην κοχη του καιρου με το καραβι / που αγγιξε τον οριζοντα. (...) αφησε τα χερια σου αν μπορεις να ταξιδεψουν (...) και βουλιαξε (Π044)

Το βυθισμα δεν ειναι εμβαθυνση στον εαυτο, ψυχολογια του βαθους και τα παρομοια. Στον Σεφερη το βυθισμα μιλα στον αποηχο της Νεκυιας και ειναι ταξιδι - το κατεξοχην ταξιδι:

Το πρωτο πραγμα που εκανε ο θεος ειναι το μακρινο ταξιδι (Π119)

Τουτο σε αντιθεση με τους "ζωντανους" που κατοικουν "λιμναζοντα νερα":

Ο τοπος μας ειναι κλειστος", "στα λιμανια (...) βλεπουμε (...) σπασμενα ξυλα απο ταξιδια που δεν τελειωσαν (...) (ΠΟ29)

...

Σφυριζουν τα καραβια τωρα που βραδιαζει στον Πειραια / σφυριζουν ολοενα σφυριζουν μα δεν κουνιεται κανενας αργατης / καμια αλυσιδα δεν ελαμψε βρεμενη στο στερνο φως που βασιλευει / ο καπετανιος μενει μαρμαρωμενος μες στ' ασπρα και στα χρυσα. (Π070)

Και πως μπαινει καν ο αναλυομενος σ' αυτο το ταξιδι; Ο Θανασης Γεωργας σε μια ομιλια του παραθετει το χωριο απο την Οδυσσεια οπου η Κιρκη ανακοινωνει στον Οδυσσεα το ταξιδι που εχει να κανει:

- Κιρκη, και ποιος θα με οδηγησει σ' αυτον τον δρομο; / Ποτε κανεις δεν εφτασε στον Αδη με μαυρο καραβι. - Μη νοιαζεσαι τοσο για οδηγο / μα στησε το αλμπουρο κι ανοιξε τα λευκα πανια / και καθισε: η πνοη του Βορια ειναι αυτη που θα σε φερει εκει. (10, 501-507)

Η αναλογια με τον βασικο κανονα της ψυχαναλυσης ειναι προφανης. Ο αναλυομενος καλειται να μην προσφευγει σε καποιον "οδηγο" οπου π.χ. θα εκανε επιλογες, θα απεκλειε οτι βρισκει δυσαρεστο, ασημαντο, χωρις νοημα, θα εμενε σε οτι του ειναι οικειο κλπ. Καλειται να αφεθει να παει οπου φυσαει ο ανεμος - να αφησει τα χερια του να ταξιδεψουν. Ομως τουτο συμβαδιζει με μια μεταβολη της συνειδητοτητας, η οποια πολλες φορες γινεται ρητα η αρρητα εμπειρατη ως βυθισμα. Η φωνη γινεται πιο απομακρη, αποκτα κατι το ονειρικο, ειναι ενας ρυθμος που τον παει, μια ανασα που τον οδηγει σαν την πνοη του ανεμου, καποτε κανεις απορει ο ιδιος με τα λογια του: "Τι λεω τωρα;"

Και τα παιδια που καναν μακροβουτια απ' τα μπαστουνια / πηγαινουν σαν αδραχτια γνεθοντας ακομη, / σωματα γυμνα βουλιαζοντας μεσα στο μαυρο φως / μ' ενα νομισμα στα δοντια, κολυμπωντας ακομη, / καθως ο ηλιος ραβει με βελονιες μαλαματενιες / πανια και ξυλα υγρα και χρωματα πελαγισια· / ακομη τωρα κατεβαινουνε λοξα / προς τα χαλικια του βυθου / οι ασπρες ληκυθοι. (Π132)

- Τωρα δεν εχω κανενα βαρος / - Πως ειναι αυτο; / - Ειναι σαν το στρωμα να πηρε ολο το βαρος.

Βεβαια στην ψυχαναλυση πολλοι ξαπλωνουν, ομως μιλουν σαν να καθονταν, η σαν να στεκονταν. Μενουν στον αφρο. Μενουν στο μονοδιαστατο της ζωης:

Βρεθηκαμε γυμνοι πανω στην αλαφροπετρα. / Εδω βρεθηκαμε γυμνοι κρατωντας / τη ζυγαρια που βαραινε κατα το μερος / της αδικιας. (Π043)

Στην ψυχαναλυση το ξαπλωμα στο κρεβατι και η υπτια θεση, το βυθισμα και το ταξιδι, δεν ειναι αυτονοητα. Ειναι τροπος υπαρξης, προς τον οποιο κανεις καποτε μετα-τρεπεται· ειναι το ταξιδι για τη συναντηση με εναν νεκρο, ειναι το απο τον αναλυομενο τεινομενο χερι ταξιδευοντας προς αυτον που θα τον "αρμηνεψει".

αφησε τα χερια σου αν μπορεις, να ταξιδεψουν (Π044)

...

και δαχτυλα χαϊδευοντας το φως σαν ενα χελι // χρυσο, που τρυπησε τον ασπρο θολο τ' ουρανου - / κι ολα μαζι λικνιζουνται στην ακρη της αβυσσου, / χωρις εγω, χωρις ειρμο (...) (Τ054)

Ο Αδης, ο Α-ιδης, ειναι ο τοπος οπου το ιδειν, η οραση και τα βλεμματα, λειπουν. Οι μετεχοντες στην θεραπευτικη συνομιλια παραμενουν αθεατοι μεταξυ τους. Κατοικουν εναν τοπο σκοτεινο. Παραεξω μενουν οι "ζωντανοι":

μαρμαρα και φωταψιες / κι ανθρωποι καθως ειναι πλασμενοι οι ανθρωποι. (Π171).

Ο τοπος της ψυχαναλυσης ειναι σαν ενα τοπιο το οποιο περιδιαβαινουν οι συνοδοιποροι.

Ειμαστε ολοι καθως η Νεκρη θαλασσα / πολλες οργιες κατω απ' την επιφανεια του Αιγαιου. Ελα μαζι μου να σου δειξω το τοπιο (Π122)

...

Τυφλη φωνη, που ψηλαφεις μεσα στη νυχτωμενη μνημη / βηματα και χειρονομιες (Π137)

3. Πως συμβουλευουν οι νεκροι;

Απο μια ομιλια μου:

(...) δεν εμπλεκομαι πλεον σε μια σχεση με τον πελατη μου. Απλα δεν μου ειναι θεμα. Δεν μου συμβαινει ουτε ως καταπιεση ουτε ως παραιτηση. Ο ανθρωπος που ερχεται σ' εμενα θα μπορουσε ανετα να ειναι φιλος η εχθρος, πατερας η μητερα, γιος η κορη, αδερφη η αδερφος, ερωμενη η ερωμενος, η απλα αδιαφορος, και ακριβως αυτος/αυτη δεν μπορει να ειναι κατι τετοιο. (...) Σε φιλοσοφικη γλωσσα: Στην ψυχοθεραπεια προσφωνουμαι μεν ως φιλος η εχθρος, πατερας η μητερα κλπ., ανταποκρινομαι βεβαιως – ομως διχως ὂρεξιν (appetitus). / Ηθικες και λοιπες αξιολογησεις μου ειναι ξενες. Ακομα η διασταση 'φυσιολογικο-παθολογικο' η 'αυθεντικο-αναυθεντικο' δεν μου ειναι θεμα. Δεν μ' ενδιαφερει να εκφερω κρισεις επανω στα λεγομενα. Αν 'σκεφτομαι' θα πει διακρινω και συνδεω, ταξινομω, εξηγω κλπ., τοτε δεν σκεφτομαι. (...) Δεν εφαρμοζω καμια μεθοδο και καμια τεχνικη. Δεν το παιζω 'θεραπευτης'. (...) Ισως ο θεραπευτης ειναι θεραπευτης ακριβως οταν δεν 'θεραπευει'.

Ο θεραπευτης ειναι κατα εναν τροπο απομακρος, απων, σαν την ψυχη της μητερας που συναντα ο Οδυσσεας στον Αδη:

Αυτα ειπε κι η καρδια μου φουντωσε απο τον ποθο ν' αγκαλιασω την ψυχη της πεθαμενης μητερας μου. Τρεις φορες ορμησα προς αυτην και τρεις φορες ξεγλιστρησε απ' τα χερια μου σαν σκια η σαν ονειρο. (11, 204-207)

Με μια τετοια εννοια δεν ειμαι "πραγματικος".

- Δεν ειστε πραγματικος. Ειστε σαν αερας: ποτε προσφερει οξυγονο, ποτε προωθει, ποτε χαϊδευει το προσωπο.

Σε τουτο ανηκει μια ιδιορρυθμη σιωπη. Ο ψυχαναλυτης σωπαινει, ειλικρινα και ολοψυχα, ακομα και οταν μιλα. Αυτο συμβαινει οταν, οπως αναφερω προηγουμενως, δεν εχει τιποτα δικο του, δεν εισαγει τιποτα δικο του, οταν λεει τα πραγματα οπως ειναι, οταν μαλιστα δια στοματος του μιλα ο αναλυομενος, ο συνομιλητης του.

τα λογια που αγγιζαν και σμιγαν το αιμα σαν αγκαλη (Π016)

"Μα πρεπει να μ' αρμηνεψουν οι πεθαμενοι...", γραφει ο Σεφερης. Πως ομως συμβουλευουν οι πεθαμενοι; Τι δινει στον θεραπευτη την ικανοτητα να θεραπευει;

Σε ενα ποιημα απο το "Μυθιστορημα" μιλουν οι "αδυναμες ψυχες μεσα στ' ασφοδιλια", και λενε για τους ζωντανους:

Εμεις που τιποτε δεν ειχαμε θα τους διδαξουμε τη γαληνη. (Π043)

Οι νεκροι δεν εχουν τιποτε. Θα ηταν ενα ερωτημα γιατι οι "ζωντανοι", που βεβαια χαρακτηριζονται απο το οτι "εχουν", π.χ. ενα εγω, μια ταυτοτητα, γονεις και παιδια και συντροφους και πραγματα, ειναι αποκλεισμενοι απ' αυτην τη γαληνη. Οι νεκροι παλι, για να μπορουν να την διδαξουν, πρεπει να την κατοικουν. Πως ειναι η γαληνη των νεκρων;

Στο "Με τον τροπο του Γ.Σ." ο Σεφερης παραθετει εναν λογο απο τον "Αγαμεμνονα" του Αισχυλου:

ορωμεν ανθουν πελαγος Αιγαιον νεκροις. (Π070)

Ειναι ο μαντατοφορος, και μιλα για μια νυχτερινη καταιγιδα στην οποια επεσαν τα καραβια των Αχαιων και με την ανατολη του ηλιου ειδαν το Αιγαιο "ανθισμενο νεκρους". Στο ποιημα του Σεφερη τωρα οι νεκροι ειναι

εκεινοι που θελησαν να πιασουν το μεγαλο καραβι με το κολυμπι / εκεινοι που βαρεθηκαν να περιμενουν τα καραβια που δεν μπορουν να κινησουν. (Π070)

Ο τοπος των νεκρων δεν ειναι τωρα ο κατω κοσμος αλλα η θαλασσα με τα βαθη της, που προσφερεται για ενα βυθισμα, για ενα ταξιδι. Επανειλημμενα ο Σεφερης παραθετει την Κλυταιμνηστρα απο τον "Αγαμεμνονα" του Αισχυλου: "εστιν θαλασσα, τις δε νιν κατασβεσει;"

Τη θαλασσα τη θαλασσα, ποιος θα μπορεσει να την εξαντλησει; (Π039)

...

κι ομως υπαρχει η θαλασσα και ποιος θα την εξαντλησει; (Π082)

...

- Ομως τη θαλασσα / δεν ξερω να την εχουν εξαντλησει. (Π084)

...

(...) κι η φωνη που ρωτουσε για τη θαλασσα / ποιος θα την εξαντλησει (Τ032)

Η ανεξαντλητη θαλασσα χωραει τα παντα. Ετσι δεν υπαρχει κανενα ξενο, κανενα ετερο που θα μπορουσε να την απειλησει, να την αμφισβητησει:

Εκεινοι αλαλαζαν / εμενες ριζωμενη στο χωμα, / (...) / Δουλοι τους εφεραν τα μαχαιρια· / εμενες ριζωμενη στο χωμα, / κυπαρισσι. / εσυραν τα μαχαιρια απ' τα θηκαρια / κι εψαχναν που να σε χτυπησουν. / Τοτε μοναχα φωναξες: / 'Ας ερθει να με κοιμηθει οποιος θελει, / μηπως δεν ειμαι η θαλασσα;' (Π160)

Η γαληνη που διδασκουν οι νεκροι ειναι η γαληνη αυτου του ανεξαντλητου, που ως ανεξαντλητο χωραει τα παντα. Ο κοσμος τους ειναι ο κοσμος, χωρις τη γενικη κτητικη που θα τον εκανε μικροκοσμο μιας ιδιωτικοτητας. Ο θεραπευτης δεν αιφνιδιαζεται, δεν εκπλησσεται με τιποτα διοτι, κατοικωντας τον μεγαλο κοσμο, οντας ο μεγαλος κοσμος, ειναι παντοτε ηδη εκει. Τετοιοι ανθρωποι "(...) χαμογελανε μεσα σε μια παραξενη ησυχια" (Π040). Μιλουν "ταπεινα και με γαληνη, χωρις προσπαθεια" (Π049). Η φωνη τους πεφτει "στην καρδια της μερας / ησυχη, σαν ακινητη" (Π131). Ξερουν "μοναχα τη γλωσσα των λουλουδιων" (Π119): "Ειτε βραδιαζει / ειτε φεγγει / μενει λευκο / το γιασεμι." (Π109)

Η γαληνη δεν διδασκεται ως γνωστικο αντικειμενο. Οι νεκροι την διδασκουν, την χαριζουν, οσο κι αν ακουγεται παραδοξο, με το ζωντανο τους παραδειγμα:

Μιλα... βλεπω ακομη τα χερια του που ξεραν να δοκιμασουν αν ηταν καλα σκαλισμενη στην πλωρη η γοργονα / να μου χαριζουν την ακυμαντη γαλαζια θαλασσα μεσα στην καρδια του χειμωνα. (Π049)

Αυτη η γαληνη ειναι το ιαματικο:

Και ποσο παραξενα αντρειευεσαι μιλωντας με τους πεθαμενους, οταν δε φτανουν πια οι ζωντανοι που σου απομεναν. (Π049)

...

Ξερω ενα πευκο που σκυβει / κοντα σε μια θαλασσα. Το μεσημερι, χαριζει στο κουρασμενο / κορμι εναν ισκιο μετρημενο σαν τη ζωη μας, / και το βραδυ, ο αγερας περνωντας μεσα απο τα βελονια του, πιανει ενα περιεργο τραγουδι, σαν ψυχες που καταργησαν / το θανατο, τη στιγμη που ξαναρχιζουν να γινουνται / δερμα και χειλια. Καποτε ξενυχτησα κατω απο / αυτο το δεντρο. Την αυγη ημουνα καινουργιος σα να με / ειχαν κοψει την ωρα εκεινη απο το λατομειο." (Π081)

- Ενας αντρας με εξαντλητικες κρισεις πανικου. Καποιο πρωι διακοπων, χαραμα, ξυπνα και, σαν υπνοβατης, βγαινει εξω απο τη σκηνη και καθεται στην καρεκλα. Εμπρος του δεντρα, τα φυλλα κουνιουνται στον αερα. Ειναι σαν να του λενε, φιλε, ετσι εισαι κι εσυ, σαν κι εμας, καποτε θα πεθανεις, κι αυτο δεν ειναι ουτε καλο ουτε κακο, ετσι συμβαινουν τα πραγματα. Τον πλημμυριζει γαληνη, μια ευδαιμονια, το ζει σαν γιατρεια.

Ο αντρας εμπειραται εναν λογο του Ηρακλειτου, που επανερχεται στον Σεφερη:

Αδης και Διονυσος ειναι το ιδιο (Π146)

Η υπαρξη αυτων των νεκρων συγγενευει, χωρις να ταυτιζεται, με ο,τι στο Ζεν αποκαλειται "μεγαλος θανατος":

Κι ομως τα παντα ηταν λευκα γιατι ο μεγαλος υπνος ειναι λευκος κι ο μεγαλος θανατος / ησυχος γαληνιος ξεχωριστος μεσα σε μια απεραντη σιγη. (Π112)

Για να τον γνωρισεις πρεπει, οπως ειπωθηκε, να αποποιηθεις καθε δικο,

(...) να σπειρεις το αιμα σου στις οχτω γωνιες των ανεμων (Π112)

Συμβαινει

οταν σε νικησει / το χαμογελο που ανασαινει πλαι σου, παει να σκυψει και δε συγκατανευει / οταν η ζαλη που σου απομεινε αρμενιζοντας στα βιβλια ξεκολλησει απο το μυαλο σου στις πιπεριες / δεξια και αριστερα / οταν αφησεις το πετρωμενο καραβι που ταξιδευει προς το βυθο μ' αρμενα συντριμμενα / (...) / οταν αφησεις τα κορμια τα πελεκημενα επιτηδες για να μετρουν και για να θησαυριζουν, / (...) / οταν αφησεις την καρδια σου και τη σκεψη σου να γινουν ενα / με το μαυριδερο ποταμι που τεντωνει ξυλιαζει και φευγει (Π048)

Τουτο θα ηταν μια ποιητικη εκφραση αυτου που ηδη γνωρισαμε ως τον "βασικο κανονα" που οδηγει τον αναλυομενο, και ως την "ελευθερα μετεωρη προσοχη" που χαρακτηριζει τον θεραπευτη.

Η ψυχαναλυση δεν σταματα στην αναμνηση και στην διαχειριση των ξεχασμενων "απωθημενων" παρελθοντων. Καποτε το παρελθον παυει να ειναι ζωντανο, λυνεται απο την παροντικοτητα, στην οποια δεν ανηκει πια. Ετσι κανεις μπορει να λυθει απο την προσκολληση στα φαντασματα της παιδικης ηλικιας που τον στοιχειωνουν ακομα - τραυματικες εμπειριες, η νοσταλγια μιας αγκαλιας, μιας αναγνωρισης, ο τρομος του σκοταδιου, το βασανο της απαξιωσης, των φοβιων, των ακαιρων ενοχων κλπ.

Φανταζομαι, εκεινος / που θα ξαναβρει τη ζωη, εξω απο τοσα χαρτια, τοσα / συναισθηματα, τοσες διαμαχες και τοσες διδασκαλιες, θα / ειναι καποιος σαν εμας, μονο λιγακι πιο σκληρος στη / μνημη. (...) / Τι μπορει να θυμαται μια φλογα; Α θυμηθει λιγο λιγοτερο απ' οτι χρειαζεται, σβηνει· α θυμηθει λιγο / περισσοτερο απ' οτι χρειαζεται, σβηνει. (Π081)

Το ταξιδι συνεχιζει, και δεν σταματα στις παλιες αφηγησεις:

Εκεινοι που ταξιδευουν κοιταζουν το πανι και τ' αστερια / ακουνε τον αγερα ακουνε περα απ' τον αγερα την αλλη θαλασσα / σαν ενα κοχυλι κλειστο κοντα τους, δεν ακουνε / τιποτε αλλο, δεν ψαχνουν μεσα στους ισκιους των κυπαρισσιων / ενα χαμενο προσωπο, ενα νομισμα, δε γυρευουν / κοιταζοντας ενα κορακι σ' ενα ξερο κλωνι, τι θυμαται. (Π091)

Στο ποιημα "Οι γατες τ' Αι-Νικολα" γινεται λογος, επανω στο καταστρωμα του πλοιου που προχωρα, για κατι γατες που εσωσαν εναν τοπο απο τα φιδια. Ερχονται αναμνησεις, οι σκεψεις φερνουν το ενα και τ' αλλο. Πραγματα του παρελθοντος. Σ' ολα αυτα ατεγκτα παρεμβαλλονται οι εντολες για την πορεια του καραβιου:

'(...) Τρια καρτινια αριστερα!' / Μη σταθεις ταξιδιωτη. / (...) / 'Τρια καρτινια αριστερα' μουρμουρισε ο τιμονιερης. / (...) / Γραμμη! / (...) 'Γραμμη!' αντιλαλησε αδιαφορος ο τιμονιερης.(Τ023)


Πινακας ποιηματων

ΣΤΡΟΦΗ Π001 - Π018

ΚΟΧΥΛΙΑ, ΣΥΝΝΕΦΑ

Π005 = αρνηση

Π006 = Οι συντροφοι στον Αδη

Π007 = Fog

ΕΡΩΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

Π016 = Γ΄

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ Π020 - Π043

Π029 = Ι΄. Ο τοπος μας ειναι κλειστος

Π039 = Κ΄. [Ανδρομεδα]

Π040 = ΚΑ΄. Εμεις που ξεκινησαμε

Π043 = ΚΔ΄. Εδω τελειωνουν

ΓΥΜΝΟΠΑΙΔΙΑ Π044 - Π045

Π044 = Α΄. Σαντορινη

Π045 = Β΄. Μυκηνες

ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΩΝ Π046 - Π097

ΔΟΣΜΕΝΑ

Π046 = Γραμμα του Μαθιου Πασκαλη

Π048 = Λεωφορος Συγγρου, 1930

Π049 = Πανω σ' εναν ξενο στιχο

Π067 = Φυγη

Π070 = Με τον τροπο του Γ.Σ.

Π080 = 4. Παλικαρι

Π081 = 5. Αντρας

Π082 = Δευτερα

Π084 = Τεταρτη

Π091 = Raven

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ, Α΄ Π098 - Π114

Π107 = Η τελευταια μερα

Π108 = ανοιξη μ.Χ.

Π109 = Το γιασεμι

Π112 = Les anges sont blancs

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ, Β΄ Π115 - Π127

Π117 = Η μορφη της Μοιρας

Π119 = Ο Στρατης Θαλασσινος αναμεσα στους αγαπανθους

Π122 = Ο Στρατης Θαλασσινος στη Νεκρη Θαλασσα

«ΚΙΧΛΗ» Π128 - Π132

Π129 = Β΄. Ο ηδονικος Ελπηνωρ

Π131 = Γ΄. Το ναυαγιο της «Κιχλης»

Π132 = Το φως

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ, Γ΄ Π133 - Π150

Π137 = Ελενη

Π141 = Στα περιχωρα της Κερυνειας

Π146 = Μνημη, β΄ εφεσος

Π149 = εγκωμη

ΤΡΙΑ ΚΡΥΦΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ Π151 - Π178

ΕΠΙ ΣΚΗΝΗΣ

Π160 = Γ΄. Εσυ τι γυρευες; Τραυλη στην οψη

Π161 = Δ΄. Η θαλασσα· πως εγινε ετσι η θαλασσα;

ΘΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙ

Π171 = Ζ΄. Η λευκα στο μικρο περιβολι

Π173 = Θ΄. Μιλουσες για πραγματα που δεν τα 'βλεπαν

Β΄ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ (1968-1971) T022 - T026

Τ023 = Οι γατες τ' αι-Νικολα

Τ032 = Ο τελευταιος χορος

Τ054 = Αριαδνη

Δευτερα 04.1 κ.ε.

Ο Ιατρος

Λιγα χρονια μετα τη δημοσιευση του Επανεισαγωγη στην ψυχαναλυση βαλθηκα να συγγραψω ενα "εργο ζωης". Το μεγαλοπνοο σχεδιασμα αποδειχτηκε φουσκα. Εδω παρατιθεται ο Προλογος, αποσπασματικος, και στη συνεχεια τα σχεδιασματα, οπως ανασυρθηκαν απο το χρονοντουλαπο.

Προλογος

Το θεμα που ακουει στο ονομα "Επανεισαγωγη στην Ψυχαναλυση" δεν αποτελει προσωπικη μου πρωτοτυπια. Καταρχην, παραπεμποντας αμεσα στην "Εισαγωγη στην Ψυχαναλυση", αναγνωριζει παντα στο εργο του Sigmund Freud την πρωταρχικη και αποφασιστικη διαμορφωση αυτου το οποιο εκτοτε καλειται "ψυχαναλυση". Ισως ομως το τι πραγματι συμβαινει στην ψυχαναλυση αποδιδεται επαρκεστερα μονον αφοτου με την φαινομενολογια, και ιδιαιτερα οπως αυτη αναπτυσσεται στην νοηση του Martin Heidegger, κατεστη δυνατη η απελευθερωση απο τον ακρατο επιστημονισμο ο οποιος καθοριζει την σκεψη του Freud.

Ο Ludwig Binswanger και ο Medard Boss επεχειρησαν ακριβως να μιλησουν για ενα ψυχαναλυτικο βλεμμα που βλεπει τα πραγματα οπως αυτα δειχνονται, αφεαυτων.

Διοτι οι συνηθεις προκαταληψεις της εποχης της τεχνικης και η απο τις επιστημες ακριτα  παραληφθεισα νοοτροπια της ψυχαναλυσης ειναι παντα φυγη εμπρος στα φαινομενα καθεαυτα και προσφυγη σε παραστασεις μοντελων τους.

Ομως και αυτη η με ευρυτατο νοημα φαινομενολογικη σταση δεν ειναι η επινοηση ενος φιλοσοφου και της σχολης του. Την δυναμη της η εδω εννοουμενη φαινομενολογια την αντλει απο το οτι συγκροτειται μεσα απο την συμφωνια με μια φωνη παμπαλαια, ομως ως επι το πλειστον ανεπαρκως ακουομενη: την φωνη των Αρχαιων. Και παλι η ελληνικη νοηση δεν πρεπει εδω να εκληφθει ως δανειο, ως βελτιωση και εξωραϊσμος μιας ηδη παγιωμενης ψυχαναλυτικης κατευθυνσης, αλλα ως η πηγη της, η οποια, οσο προθυμοτερα γινεται αποδεκτη, τοσο ριζικοτερα μεταβαλλει τον ιδιο τον ανθρωπο και τοσο καθαροτερα αφηνει το βλεμμα να εννοει τον κοσμο μας, στον οποιο βεβαιως ανηκει η ψυχαναλυση.

Οδηγος μου στην προσεγγιση του Ελληνισμου υπηρξε βασικα ο Martin Heidegger, ο τροπος με τον οποιο αφηνει να μιλησουν ο Αναξιμανδρος, ο Ηρακλειτος και ο Παρμενιδης, ο Σοφοκλης, ο Πλατων και ο Αριστοτελης. Ενας αλλος οδηγος μου ειναι ο Friedrich Hölderlin, η ποιητικη συνομιλια του οποιου με την Ελλαδα, διαγραφει εναν ουσιαστικο χαρακτηρα της σημερινης εποχης, που θα πει συγχρονως: αφηνει την Ελλαδα να μας συνοδευει, σημερα, με τον τροπο που της αρμοζει.

Σ' αυτο το πλαισιο πρεπει να αναφερω αλλους δυο συγγραφεις, τον ελβετο ψυχαναλυτη Hanspeter Padrutt και την ερμηνεια του των Προσωκρατικων (πρβλ. Und sie bewegt sich doch nicht, [Κι ομως δεν γυριζει], Ζυριχη 1992), ενα πρωτο σχεδιασμα του οποιου ειχα την τυχη να γνωρισω πριν απο δεκα χρονια, και τον ελληνα μουσικολογο Θρασυβουλο Γεωργιαδη, χαρη στον οποιο η μουσικη γινεται και παλι η ελληνικη λεξη που ειναι: ενα ονομα για τον κοσμο, δηλαδη ενα ονομα για εκεινο, μεσα απο το οποιο τα πραγματα μιλουν και ο ανθρωπος τους αντ-αποκρινεται.

Οπου πρεπει να τονισω πως ο,τι εκθετω εδω διολου δεν εχει την αξιωση της "ορθης ερμηνειας" των συγγραφεων που αναφερονται, και των εργων τους. Προκειται πολυ περισσοτερο για εκφανσεις της δικης μου συνομιλιας μαζι τους καθοσον αυτα τα εργα υπηρξαν καθοριστικα στην διαμορφωση του δικου μου βλεμματος. Δεν επιδιωκω λοιπον να παραθεσω τις "θεσεις" τους. Γι' αυτον τον λογο κατα κανονα αποφευγω τις παραπομπες, και ακομη δεν υπεισερχομαι στην νοοτροπια του λογιστη να διακρινω τι ειναι "δικο μου" και τι "βιβλιογραφια". Εδω προεχει η προσπαθεια να ειπωθει ο,τι ερχεται μεσα απο μιαν εμπειρια δικη μου πλεον, στο σημειο που αυτη η εμπειρια αγεται απο ενα καθαρο βλεμμα.

Η αναφορα στην ελληνικη νοηση ως το θεμελιο ενος μοντερνου φαινομενου οπως η ψυχαναλυση δεν αφορμαται απο καποια φολκλορικη ιδιορρυθμια η απο καποια εθνικιστικη εμμονη του συγγραφεα. Ισως δεν ειναι συμπτωση οτι απο τους αναφερθεντες οδηγους μου μονον ενας ειναι Ελληνας - και αυτος εζησε τον περισσοτερο χρονο σε μια ξενη χωρα και διδαξε κι εγραψε σε μια ξενη γλωσσα.

Ο ελληνικος κοσμος ειναι ο τοπος της προελευσης ολων μας - ακριβεστερα, οχι ο ελληνικος κοσμος αλλα ο Ελληνισμος ως η αρχη, ως το αρχαιο οπου συνεβη κοσμος και εκτοτε μπορουμε να μιλαμε καν για "κοσμο" και να κατοικουμε εναν κοσμο. Ομως αυτο που μας εδειξαν ο Martin Heidegger για τη φιλοσοφια και ο Θρασυβουλος Γεωργιαδης για τη μουσικη ειναι, οπως το βλεπω εγω, οτι μια επαρκης προσληψη του συγχρονου και μια επαρκης κατοικηση του κοσμου του ειναι δυνατη μονον οταν το συγχρονο γινεται εμπειρατο ως εμπεδομενο στην προελευση του - μια, ως προς τον τροπο της, επισης γνησια ψυχαναλυτικη ενοραση.

Ειναι η δυνατοτητα μιας τετοιας εμπειριας της ψυχαναλυσης, ειναι η δυνατοτητα μιας τετοιας, κυριολεκτικα μεγαλοθυμης εμπειριας του φαινομενου της ψυχαναλυσης, που απαιτει την τροπη προς την ελληνικη νοηση. Σ' αυτο το φως η ψυχαναλυση δεν πρεσβευει καποιες διαχρονικες αληθειες αλλα ειναι ενα συμβαν βαθυτατα ιστορικο.

Επιχειρω να εμπειραθω την ψυχαναλυση μεσα απο το πνευμα που διαπνεει αυτον τον αιωνα, στην συγκυρια του οποιου και μονον ειμαστε οπως ειμαστε. Ομως τουτο το πνευμα ερχεται απο μια περιοχη πολυ πριν απο εκεινην της τεχνικης και της επιστημης. Απο αυτο το "πριν" χρειαζεται ο ψυχαναλυτης οχι μονο να ξεκινα, αλλα και να κατευθυνεται προς αυτο συνεχως. Η δυνατοτητα εμπειρωσης του παλι προϋποθετει εκεινη την ευρυτητα βλεμματος και καρδιας, εκεινη την ακροαστικη ικανοτητα η οποια φθανει εως τους Ελληνες και διακρινει κατι απο την καθαρη, ομως σχεδον ανεπαισθητη φωνη τους. Οι αποηχοι αυτων των ψιθυρων φερνουν μεταξυ αλλων και σε δρομους τους οποιους αυτο το βιβλιο επιχειρει να ακολουθησει, στο σημειο που φθανουν τα ορια του.

Ομως τωρα η ψυχαναλυση φαινεται να αποκτα μια διασταση ασυνηθιστη. Και γι' αυτο ηδη πρεπει να περιμενουμε οτι η συνηθως εννοουμενη "θεραπεια" δεν αποδιδει τον σκοπο της, εαν η ψυχαναλυση εχει καν κατι σαν "σκοπο", και το πλαισιο των επιστημονικων μοντελων ειναι πολυ στενο για να αποδωσει το ευρος της. Ισως ισως το ιδιαιτερο της ψυχαναλυσης να εγκειται στο οτι ανηκει σ' εκεινα τα σπανια εργα τα οποια ειναι, ναι, αχρηστα και γι' αυτο δεν εχουν την αναγκη των μοντελων καθως αρκουνται σε κατι το λιγοστο και αθωο: στην παλιννοστηση στα πραγματα καθεαυτα και στην συγγενη λαμψη τους.

Επειδη για την αναπτυξη των θεματων αποφασιστικη υπηρξε η εμπειρια του συγγραφεα, το βιβλιο εχει εναν χαρακτηρα αυτοπαρουσιασης. Δεν αποτεινεται σε κανεναν, δεν αντιπαλευει κανεναν, δεν εχει τιποτα να διδαξει. Θα το προσεξουν μονον οσοι ετυχε να ειναι ηδη αφεαυτων ευηκοοι στον λογο του.,,,


ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ

Τα ματια σου πανω στα πραγματα του κοσμου

προσηλωμενα, σοβαρα.

Πρωτη στιγμη καθε φορα

και κανενας δε ρωτουσε

Ελενα Νουσια

Τι ειναι η ψυχαναλυση; Ο Freud σε ενα κειμενο του 1923 με τον τιτλο "Psychoanalyse" und "Libidotheorie" ["Ψυχαναλυση" και "Θεωρια του Libido"] γραφει:

"Ψυχαναλυση" ειναι το ονομα 1) μιας διαδικασιας για την ερευνα ψυχικων διεργασιων οι οποιες διαφορετικα θα ηταν απροσιτες· 2) μιας μεθοδου για την θεραπεια νευρωτικων διαταραχων η οποια βασιζεται σ' αυτην την ερευνα· 3) μιας σειρας ψυχαναλυτικων ενορασεων οι οποιες αποκτηθηκαν μ' αυτον τον τροπο και προοδευτικα απαρτιζουν μια νεα επιστημη.

Με ποιον τροπο η ψυχαναλυση ειναι "ονομα", εαν καν ονομαζει κατι, και τι ονομαζει, και τι αφηνει ακατανομαστο, θα το δουμε αργοτερα. Εδω ας μελετησουμε προσεκτικοτερα τα τρια στοιχεια τα οποια κατα τον Freud οριζουν την ψυχαναλυση. Πρωτον, η ψυχαναλυση αποβλεπει σε "ψυχικες διεργασιες" τις οποιες και ειναι σε θεση να διερευνησει. Δευτερον, η ψυχαναλυση συμβαλλει στην θεραπεια "νευρωτικων διαταραχων". Τριτον, η "νεα επιστημη" αποτελειται, οπως διευκρινιζει ο Freud στο ιδιο κειμενο, απο τις "μη ιατρικες εφαρμογες της ψυχαναλυσης".

Παντοτε η ψυχαναλυση εννοειται μεσα απο την αναφορα σε κατι αλλο, στην επιτευξη του οποιου και συμβαλλει: ερευνα και θεραπεια νευρωτικων διαταραχων, εφαρμογες της στις θεωρητικες επιστημες. Πραγματα φυσικα και αυτονοητα. Και ειναι επισης φυσικο, και δεν ξενιζει διολου, οτι η ψυχαναλυση ως ψυχαναλυση δεν αποτελει καν θεμα. Μαλλον ξενιζει το οτι εδω τιθεται. Τι θα πει, η ψυχαναλυση ως ψυχαναλυση; Αυτοσκοπος; Μα η ψυχαναλυση γινεται με καποιον σκοπο. Δεν κανουμε, θα συνεχισει ο αντιλογος, ψυχαναλυση για την ψυχαναλυση! Κανουμε ψυχαναλυση διοτι εχει αποδειχθει σε ορισμενες περιπτωσεις χρησιμη!

Ας αφησουμε για την ωρα τον αντιλογο αναπαντητο. Αργοτερα θα δουμε τι μπορει να σημαινει "κανω ψυχαναλυση" και ποια ειναι η σχεση της ψυχαναλυσης με την χρηστικοτητα. Ας συγκρατησουμε μονον τουτο: το δραμα της ψυχαναλυσης καθ' εαυτο στον ορισμο του Freud για την ψυχαναλυση μενει αγνοημενο.

Αυτο δεν θα πει οτι τωρα θα προσπαθησουμε να δωσουμε εναν "αλλο" ορισμο της ψυχαναλυσης ο οποιος θα λαμβανει υπ' οψιν του την ψυχαναλυση ως ψυχαναλυση. Το προβλημα δεν βρισκεται στον συγκεκριμενο ορισμο του Freud αλλα στο οτι ο Freud εννοει την ψυχαναλυση, ρητα, η αρρητα, μεσα απο εναν ορισμο της, μεσα απο ενα "η ψυχαναλυση ειναι …". Και πρεπει να κινειται στον οριζοντα ενος ορισμου της ψυχαναλυσης διοτι ολο σχεδον το εργο του δεν ειναι παρα η αναπτυξη μιας απαντησης στο ερωτημα "τι ειναι η ψυχαναλυση".

Το "τι ειναι…;" αξιωνει ως απαντηση εναν ορισμο. Και ενας ορισμος δινεται παραδοσιακα με την παραθεση του γενους, στο οποιο το οριζομενο ανηκει, και της ειδοποιου διαφορας του απο τα αλλα ειδη τα οποια περιλαμβανονται σ' αυτο το γενος. Ετσι ενας με την ευρεια εννοια ορισμος της ψυχαναλυσης θα την ενταξει σε ενα γενος (π.χ. "θεραπεια", "ψυχολογικη θεωρια") και θα την διαφοροποιησει ως προς αλλα ειδη αυτου του γενους (π.χ. "ψυχοθεραπεια", "θεωρια της μαθησης" αντιστοιχα). Ομως οταν αιφνης η ψυχαναλυση οριστει γενικα ως "θεραπεια", τοτε δεν μενει στον εαυτο της αλλα οριζεται μεσα απο την ενταξη της σ' αυτο το γενικο. Και οταν παλι διαφοροποιειται απο αλλα ειδη θεραπειας, τοτε και παλι δεν μενει στον εαυτο της αλλα οριζεται μεσα απο την αντιδιαστολη προς αλλες "θεραπειες".

Εαν λοιπον αναζητησουμε την ψυχαναλυση ως ψυχαναλυση, πρεπει να παραιτηθουμε απο την αναγκη ενος ορισμου της. Και τουτο σημαινει πως καταρχην πρεπει να παραιτηθουμε απο την ιδια την ερωτηση η οποια αξιωνει να μαθει "τι ειναι η ψυχαναλυση", αφου μια τετοια ερωτηση αποτρεπει το βλεμμα απο την ψυχαναλυση καθ' εαυτην. Πρεπει να δοκιμασουμε την δυνατοτητα ενος βλεμματος διχως ερωτησεις τετοιες και διχως λοξοκυτταγματα, "προσηλωμενου", οπως λεει η ποιητρια, "στα πραγματα". Πρεπει να δουμε το φαινομενο της ψυχαναλυσης καθ' εαυτην διχως να περιμενουμε να γνωρισουμε "τι ειναι" - και ισως ηδη, μ' αυτην την φραση, εφ' οσον της προσιδιαζει ακριβως ενας δρομος που δεν "οριζεται" και που σχετικες ερωτησεις ("που βρισκομαι;" "που πηγαινω;") μενουν κατα βαση διχως αμεση απαντηση.

Πρωτο μελημα του βιβλιου ειναι λοιπον να καθαρισει το βλεμμα ωστε η ψυχαναλυση να μπορεσει να αφεθει μονη της, α-οριστη, και ετσι να καταστει δυνατο να εννοηθει μεσα απο το ιδιο το δραμα της. Ομως η παραιτηση απο την ερωτηση "τι ειναι η ψυχαναλυση;" δεν επιτυγχανεται απλως παραμεριζοντας την, διοτι μια απαντηση, και κατ' επεκτασιν ενας εστω ασαφης ορισμος της εχει ηδη προ πολλου διαμορφωθει μεσα μας. Ηδη εχουμε καποια παρασταση του τι ειναι η ψυχαναλυση, και αυτη η παρασταση δεν φευγει απλως οταν απαγορευσουμε στον εαυτο μας το ερωτημα. Θα χρειαστει πρωτα να εισελθουμε στην περιοχη απο την οποια αυτη η οικεια μας παρασταση της ψυχαναλυσης καθοριζεται.

Τωρα λοιπον δεν θα επιχειρηθει μια κριτικη ψυχαναλυτικων θεωριων και δεν θα "προταθει" καποια αλλη ψυχαναλυτικη θεωρια. Η τομη θα γινει βαθυτερα. Θα επιχειρηθει να κριθει το πλαισιο το οποιο καθοριζει την οικεια μας παρασταση της ψυχαναλυσης. Τουτο ομως διαμορφωνεται απο εκεινες τις επιστημες οι οποιες παραδοσιακα θεωρουν τον εαυτο τους αρμοδιο να αποφαινεται για την ψυχαναλυση: ιατρικη και ψυχολογια.

Εαν λοιπον η ψυχαναλυση ειναι να εννοηθει μεσα απο τον εαυτο της, δηλαδη μεσα απο το ιδιο το δραμα της, δεν μπορει πλεον να παραμενει ακριτα εμπεδομενη σ' αυτο το πλαισιο. Διοτι η ιατρικη, ως πλαισιο της ψυχαναλυσης, της επιβαλλει ορους δικους της:

- την εννοια ενος βιολογικου υποστρωματος στον ανθρωπο ως τοπου των "ορμων" και των "αναγκων" του.

- την σχεση αιτιου-αποτελεσματος ως βασικη για την "παθογενεια" των "νευρωτικων" και "ψυχωτικων διαταραχων".

- την εννοια των "μηχανισμων αμυνας"

- την εννοια του "υγιους" και του "παθολογικου" ως διαταραχης του.

- την εννοια της θεραπειας ως αποκαταστασης της φυσιολογικοτητας.

- την εννοια του ψυχαναλυτη ως "θεραπευτου" και του αναλυομενου ως "ασθενους".

- την ψυχαναλυση ως "παροχη υπηρεσιων" με συμβολη στην "ψυχικη υγεια" του κοινωνικου συνολου.

Η ψυχολογια παλι, ως πλαισιο της ψυχαναλυσης, της επιβαλλει δικους της ορους:

- την εννοια της συνειδησης και του "ασυνειδητου"

- την εννοια των "συνειρμων"

- την σχεση υποκειμενου-αντικειμενου.

- την αντιπαραθεση "εξωτερικου" και "εσωτερικου" ("ψυχικου") κοσμου.

- την διαιρεση σε "ψυχικο" και "σωματικο" και την εννοια του "ψυχοσωματικου".

- την εννοια της "διαπροσωπικης σχεσης".

- την εννοια της "συμπεριφορας".

- την θεωρηση που ειναι γνωστη με το ονομα "ψυχολογισμος".

Ολα αυτα συνιστουν ακρογωνιαιους λιθους της θεωριας της ψυχαναλυσης. Και ομως, μια με την κυριολεκτικη σημασια της λεξης θεωρια της ψυχαναλυσης, δηλαδη μια θεαση της ψυχαναλυσης καθ' εαυτην, δεν υπαρχει σχεδον πουθενα στα βιβλια για την ψυχαναλυση. Διοτι η ιατρικη και η ψυχολογια την προφθασαν και της προσηψαν χαρακτηρες δικους τους, ξενους ομως προς την ψυχαναλυση, αφου δεν αναδεικνυονται απο το ιδιο το δραμα της.

Αυτη λοιπον η ιατρικη και αυτη η ψυχολογια πρεπει, σε μια αποπειρα να εννοηθει η ψυχαναλυση καθ' εαυτην, κατ' αρχην να αποκλειστουν. Αυτο παλι δεν σημαινει οτι η ψυχαναλυση θα επρεπε να υπαχθει καπου αλλου. Σημαινει μονον οτι η ψυχαναλυση πρεπει να αφεθει να μιλησει μεσα απο το ιδιο το δραμα της και να δειχθει ως αυτη η οποια ειναι.

Τουτο καθισταται ακομη επιτακτικοτερο εαν διαφανει η δυνατοτητα πως οχι μονον ειναι η ιατρικη και η ψυχολογια ακαταλληλες για να στεγασουν αυτο που συμβαινει στην ψυχαναλυση, αλλα πως η ψυχαναλυση θα μπορουσε να αποτελει ενα εμπρακτο δειγμα μιας κατοικησης επανω στην γη και κατω απο τον ουρανο αλλης απο εκεινην την οποια προσδιοριζει σημερα το κυριαρχο πνευμα της τεχνικης - στο οποιο και ανηκουν η ιατρικη και η ψυχολογια.

Εαν ετσι εχουν τα πραγματα, τοτε η ψυχαναλυση ισως αποτελει ενα ιχνος προς κατι το οποιο θα μπορουσε να εκπληρωσει την αποστολη της "ιατρικης" κατα εναν τροπο περισσοτερο αρμοζοντα στην ουσια του ανθρωπου. Τοτε ειναι στην ψυχαναλυση που θα υπηρχε λανθανουσα η δυνατοτητα μιας αλλης "ιατρικης" και μιας αλλης "ψυχολογιας" - τοσο αλλης, ωστε ισως και τα ονοματα αυτα να πρεπει να εκπεσουν.

Ο,τι εδω θιγεται δεν ειναι καποια ρομαντικη προταση για μια ακομη "εναλλακτικη ιατρικη", ουτε και φιλοδοξει να προφητευσει μελλοντικες "εξελιξεις". Προκειται μονον για μια δυνατοτητα την οποια νομιζω πως διακρινω, σημερα, στον τροπο της ψυχαναλυσης καθ' εαυτην. Τουτο θα φανει περισσοτερο σε επομενα κεφαλαια.

Ομως εαν η ψυχαναλυση μπορει να διαγραφει την δυνατοτητα μιας αληθινοτερης κατοικησης του ανθρωπου επανω στην γη και κατω απο τον ουρανο, οπου θα ανηκουν μια αλλη "ιατρικη" και μια αλλη "ψυχολογια", τουτο συμβαινει διοτι η ιδια η ψυχαναλυση δεν ανηκει σ' αυτο που λεμε "πραγματικοτητα" αλλα εχει τον χαρακτηρα της "δυνατοτητας". Η ψυχαναλυση ως ψυχαναλυση πραγματωνει μια δυνατοτητα ως δυνατοτητα.

Στο "Ειναι και Χρονος", κλεινοντας την Εισαγωγη του, ο Martin Heidegger γραφει μια ρηση: "Höher als die Wirklichkeit steht die Möglichkeit", "Υψηλοτερα απο την πραγματικοτητα στεκει η δυνατοτητα".

Η πραγματικοτητα. Αυτο το ονομα το εννοω εδω στο μεγαλυτερο δυνατο ευρος του. Δεν περιοριζεται στο "ρεαλιστικο" αλλα σημαινει το καθε "πραγμα", επισης εννοημενο ευρυτατα, ακομη και οταν αυτο ανηκει στον κοσμο της φαντασιας και του ονειρου, στον κοσμο του παιχνιδιου, στον κοσμο του μυθου, ακομη και οταν αναφερεται σε κατι το αναληθες, η το πλανημενο. Η πραγματικοτητα ειναι ενα ονομα για τα παντα.

Η συνηθης σχεση προς την πραγματικοτητα ειναι η καθηλωση σ' αυτην. "Καθηλωση στην πραγματικοτητα" θα πει οτι ο ανθρωπος εννοει την κατοικηση του στον κοσμο μεσα απο την αναφορα του στα πραγματα. Τα οποια μικρα και μεγαλα θεματα, τα προβληματα και οι λυσεις τους, ο,τι κανεις προσδοκα και ο,τι κανεις απευχεται, ολα αναφυονται και εξαντλουνται στον χωρο αυτης της ευρυτατα εννοημενης πραγματικοτητας.

Η καθηλωση στην πραγματικοτητα συμβαινει εκει οπου ενα πραγμα καθισταται εδαφος και αρχη. Σημερα, στην εποχη αυτων οι οποιοι καλουνται απο τον Hölderlin die enflohenen Götter, "οι φευγατοι θεοι", θεση αρχης κατεχει ο ανθρωπος καθ' εαυτον. Το cogito ειναι το εδαφος του. Και μια ιδιαιτερη μορφη του cogito συνιστουν σημερα οι λεγομενες "διαπροσωπικες σχεσεις", που γι' αυτον τον λογο ειναι και το κατ' εξοχην θεμα της ψυχολογιας. Γι' αυτο ακομα οι ψυχαναλυτες θεωρουν την "μεταβιβαση" ως τον τοπο στον οποιον η ψυχαναλυση διαδραματιζεται.

Η πρωταρχικοτητα του "ανθρωπου" και των "σχεσεων" του δεν εξαντλει το ευρος του cogito. Διοτι ο ανθρωπος, ο οποιος στηριζεται στον εαυτο του, επιζητει οπωσδηποτε να βεβαιωθει για αυτο το στηριγμα, να το διασφαλισει, να το ενισχυσει. Εδω εχουν την προελευση τους η πρωτοκαθεδρια του "θελω", η αναγκη εποπτειας και ελεγχου, η επιδιωξη της δυναμης, η παντος ειδους εξασφαλιση. (Και, με ενα ειδος αντιστιξης προς αυτο το cogito, ο βασικος κανονας της ψυχαναλυσης τελικα ματαιωνει καθε "θελω" και καθε ελεγχο!)

Ομως η καθηλωση στην πραγματικοτητα φερνει μαζι της εναν διπλο διχασμο: Κατ' αρχην, το οτι κατι αναδεικνυεται σε αρχη, χωριζει τα πραγματα σε ανωτερα και κατωτερα. Και κατοπιν, τα παντα αξιολογουνται σχετικα με το κατα ποσον εξυπηρετουν αυτην την αρχη, η την υποσκαπτουν. Στο φως αυτης της αξιολογησης τα παντα προβαλλουν ως "θετικα", η "αρνητικα", και η εκαστοτε διαθεση ενος ανθρωπου ειναι "καλη", η "κακη". Εδω εδραζεται ακομα η συνηθης σταση του ανθρωπου ο οποιος εχει γνωμες και προτιμησεις, αγαπα και μισει, επιδιωκει και αποφευγει, προσεχει και αγνοει. Και οι ανθρωποι εμπειρωνται ως "προβλημα" την αδυναμια τους να επαναπαυθουν σε ο,τι κρινουν πως θα μπορουσε να τους γινει ενα εδαφος για μια διαμονη στον κοσμο.

Παντου η εκαστοτε οικεια περιοχη της πραγματικοτητας θεωρειται περισσοτερο "πραγματικη" ενω η αλλη περιοχη υποβαθμιζεται ως λιγοτερο "πραγματικη". Σ' αυτον τον διχασμο κατοικει συνηθως ο ανθρωπος. Και αυτος ο ανθρωπος, επειδη αποβλεπει στην κτηση και στην διασφαλιση, δεν ειναι σε θεση να δεχτει κοντα του αληθινα τιποτε. Και επειδη την "αλλη" πλευρα την αποφευγει και την αντιμαχεται, δεν ειναι ποτε σε θεση να λυθει πραγματικα απ' αυτην. Ετσι οχι μονον παραδερνει αναμεσα στις δυο πλευρες, αλλα αυτη τουτη η σταση του, απαγορευοντας του καθε εγγυτητα και καθε αποσταση, δεν τον αφηνει καν να εμπειραθει τι ειναι αυτο, ενα πραγμα.

Ενα μονον υπαρχει, απεναντι στο οποιο η καθε καθηλωση στην πραγματικοτητα λυνεται ως δια μαγειας: ο θανατος. Ομως επειδη ο θανατος δεν ειναι κατι που ερχεται ως "το τελος", επειδη οι ανθρωποι ακριβως ζουν ως οι θνητοι, επειδη η θνητοτητα, η περατοτητα ειναι η ιδια η ζωη, γι' αυτο και η εμπλοκη στα πραγματα ειναι κατι το οποιο στην ζωη μπορει να ευρει την λυση του, στο σημειο που ο ανθρωπος γινει ο θνητος ο οποιος ειναι. Ο ανθρωπος ουτως η αλλως αποβιωνει. Ομως οποιος αποβιωνει δεν σημαινει και οτι ειναι ελευθερος να πεθανει. Ο ανθρωπος καλειται ο θνητος διοτι, οπως γραφει καπου ο Martin Heidegger, "μπορει να πεθανει". Τουτο, το να μπορει να πεθανει, ειναι η υψιστη δυνατοτητα του ανθρωπου, την οποια αυτος καλειται να ενστερνισθει - ζωντας την.

Η καθηλωση στην πραγματικοτητα δεν αφηνει τον ανθρωπο να πεθανει. Πρωτα η επαφεση στην θνητοτητα ειναι που τον ελευθερωνει απο την εμπλοκη στα πραγματα. Αυτη η απελευθερωση ομως ειναι κατι το τελειως διαφορετικο απο την καταπτωση σε μια ατελειωτη θανατολογια. Διοτι πρωτα η επαφεση στην θνητοτητα καθιστα την σχεση με τα πραγματα ελευθερη, και αυτα δεν χωριζουν και δεν αντιμαχονται αλλα χαιρετιζουν το ενα το αλλο, αμοιβαια χαριζοντας την παρουσια τους στον κοινο κοσμο. Τωρα και μονον τωρα, για εκεινον ο οποιος δυναται τον θανατο, η πραγματικοτητα γινεται αληθινα ενα ονομα για τα παντα.

Αυτος ειναι ενας τροπος, συμφωνα με τον οποιον η δυνατοτητα, οχι η οποιαδηποτε, αλλα η κατ' εξοχην δυνατοτητα του ανθρωπου ειναι "υψηλοτερη" απο την πραγματικοτητα, καθως αυτη ειναι που επιτρεπει, και χαριζει, στο βλεμμα ενα ανοιγμα, ωστε τα ματια να μπορουν να "προσηλωνονται", "σοβαρα", στα "πραγματα του κοσμου". Τοτε η καθε στιγμη μπορει να ειναι "πρωτη στιγμη" και "κανενας" να μην χρειαζεται να ψαχνει και να "ρωτα". Τοτε, οπως λεει ενας σοφος της Απω Ανατολης, "καθε μερα ειναι μια καλη μερα".

Ομως αυτη η απελευθερωση απο τα πραγματα προς τα πραγματα δεν σημαινει καπου την παραδοση σε ενα "ωκεανειο συναισθημα", δεν εννοει καμια συντηξη οπου ολα να γινονται ενα. Σημαινει μονον οτι τα μεταξυ τους αντιμοιρα μπορουν να αντεχονται ως αντιμοιρα, και αυτο κατ' αρχην θα πει οτι κανεις μπορει να πονα. Ζει πλουσιοτερα οποιος μπορει να πεθανει. Και μπορει να πεθανει οποιος μπορει να πονα.

Και ηδη, διχως να το παρουμε ειδηση, παλι βρισκομαστε καταμεσις στο δραμα της ψυχαναλυσης. Διοτι ο βασικος της κανονας, η ελευθερια του αναλυομενου να λεει, που θα πει να αφηνει να υπαρχει ο,τι ερχεται στον νου και στην καρδια του, δεν ανεχεται κανεναν διχασμο, ουτε και τους περιορισμους και τις διακρισεις που αυτος συνεπαγεται, αλλα καλει στην αποδοχη ακομη και του για τον αναλυομενο αντιξοου: στην υπομονη του πονου: στο ανοιγμα για την θνητοτητα: στην απελευθερωση για τα πραγματα.

Και τουτο δεν ειναι βεβαια ενα αμετοχο καλεσμα. Διοτι η απλη ανακοινωση του βασικου κανονα εκ μερους του ψυχαναλυτη δεν θα ειχε απολυτως καμια συνεχεια εαν ουσιαστικα το καλεσμα δεν ερχοταν, αφανως, απο την ιδια την ανοιχτοτητα του ψυχαναλυτη, στο σημειο που του εχει συμβει.

Ομως ο λογος του βασικου κανονα ουτε εδω δεν εξαντλειται. Ερχεται απο πολυ μακρια, καθως φερνει μαζι του κατι απο τον λογο της θεας, η οποια, στο ποιημα του Παρμενιδη, ┼προσαυδαει┼, "προσαδει", στον ┼κουρον┼ που την επισκεπτεται στο ┼δωμα┼ της: ┼χρεω δε σε παντα πυθεσθαι┼: χρειαζεται να προσεξεις και να ακουσεις, να μαθεις και να ενστερνισθεις τα παντα! Και τουτο βεβαια δεν σημαινει πως ο ανθρωπος πρεπει να γινει παντογνωστης. Αυτο που χρειαζεται ειναι να γινει ανοικτος, για τα παντα.

Ετσι λοιπον ο,τι αρχικα δηλωνεται ως "μεθοδος του ελευθερου συνειρμου" φαινεται να υποκρυπτει εντος του εναν πλουτο απροσμενο, ο οποιος εκτεινεται εως την παλαια συνομιλια θεων και ανθρωπων. Ομως εμεις, σημερα, ειμαστε σχεδον ολοτελα απροετοιμαστοι να τον παρακολουθησουμε τοσο. Αλλα ισως το διαισθανομαστε οτι προκειται για νευματα προς μια κατοικηση επανω στην γη και κατω απο τον ουρανο η οποια αρμοζει στον ανθρωπο περισσοτερο. Οπου η ψυχαναλυση δεν ειναι μια "μεθοδος" για την επιτευξη αυτης της κατοικησης. Η ψυχαναλυση ως ψυχαναλυση ειναι μια τετοια κατοικηση! Και δεν "εφαρμοζεται". Βεβαια αυτο που συμβαινει εκει αλλαζει την ολη ζωη του ανθρωπου. Ομως η ψυχαναλυση δεν ειναι η "προπονηση", αλλα ο χωρος στον οποιο παιζονται τα παντα, και αυτος ο χωρος με τον καιρο γινεται ευρυχωρος αρκετα για να συμπεριλαβει και πραγματα που συμβαινουν εκτος ψυχαναλυσης. Αυτο δεν ειπωθηκε σωστα! Διοτι η ψυχαναλυση με τον καιρο μεταβαλλεται η ιδια. Στοιχεια της οπως το οτι προκειται για μια συναντηση, μεταξυ δυο ανθρωπων, σε ορισμενον τοπο και χρονο, για ορισμενο διαστημα, υποχωρουν στην αφανεια. Και τον χωρο της κατοικησης, στον οποιον αυτα καποτε εφεραν, τον αφηνουν προσφορο για ο,τι τυχει να εγκατασταθει, να ζησει και να πεθανει εντος του.


Οταν ο ποιητης μαθαινει στον ψυχαναλυτη την αγαπη

 

Ο τιτλος του συμποσιου που μου κοινοποιηθηκε αρχικα ηταν: "Η ψυχαναλυση μπροστα στην εννοια της αγαπης". Η ομιλια μου ξεκινα με τη συζητηση του. Οταν εμαθα πως αλλαξε και εγινε "Περι αγαπης" ηταν πολυ αργα. Συνεχισα λοιπον να γραφω, ομως πλεον συνομιλουσα μ' ενα φαντασμα.

 

Ο Γιωργος Σεφερης, ο ποιητης με τον οποιο θ' ασχοληθω, σ' ενα ποιημα με τον τιτλο "Ελενη" αναφερεται στην ομωνυμη τραγωδια του Ευριπιδη. Συμφωνα μ' αυτην, ηταν το ειδωλο της Ελενης που ειχε κλεψει ο Παρης, ενω η ιδια ειχε μεταφερθει απο τον Ερμη στην αυλη του Πρωτεα.

[...] τοσος πονος τοση ζωη,

ετσι τελειωνει το ποιημα,

πηγαν στην αβυσσο

για ενα πουκαμισο αδειανο, για μια Ελενη.

Καποτε, για να αποδωσω το εδω εννοουμενο, χρησιμοποιησα την εικονα του νεκρου αστρου το οποιο, καθοτι ετη φωτος μακρια, συνεχιζει για ολα αυτα τα ετη να στελνει το φως του, να μας φωτιζει και να μας οδηγει. O ουρανος μας ειναι γεματος απο νεκρα αστρα. Το γνωριζουμε καλα, μεταξυ αλλων και απο την εμπειρια της ψυχαναλυσης. Ενα μικρο νεκρο αστρο ειναι κι ο ακυρος πλεον τιτλος του συμποσιου, για τον οποιο εγραψα οσα ακολουθουν.

"Η ψυχαναλυση μπροστα στην εννοια της αγαπης" λοιπον. O τιτλος με εκανε σκεπτικο. Ειναι, αναρωτηθηκα, η αγαπη "εννοια"; Ανοιξα ενα εγκυρο φιλοσοφικο λεξικο στο λημμα "αγαπη". Η πρωτη φραση ειναι η εξης: "Η αγαπη ειναι μια απο τις πλεον πολυστρωματικες και πολυσημαντες εννοιες της σκεψης". O συγγραφεας του αρθρου αναφερεται μεταξυ αλλων και στην ψυχαναλυση. Και παλι παρεμεινα σκεπτικος. Ειναι η αγαπη εννοια;

Εχω συνηθισει, οταν μιλω για την ψυχαναλυση, να εχω υποψη μου την πραξη της ψυχαναλυτικης συνομιλιας, το εργο, και στο εργο θεωρω οτι η ψυχαναλυση αποκτα το νοημα και τη δικαιωση της, ακριβως οπως το ποδοσφαιρο στο γηπεδο και η μουσικη στην εκτελεση. Το ερωτημα μου λοιπον αν η αγαπη ειναι εννοια δεν θα το προσεγγισω μεσα απο τη θεωρια, μεσα απο το "πολυστρωματικο" και το "πολυσημαντο" των αποψεων για την αγαπη αλλα μεσα απο το εργο της ψυχαναλυσης.

Ας υποθεσουμε λοιπον, κι αυτο ειναι κατι που συμβαινει, ας υποθεσουμε οτι ο πελατης μας αρχιζει καποια στιγμη να μιλα για την "εννοια της αγαπης". Πως το ακουμε αυτο; Δεν ακουμε στις λεξεις "εννοια της αγαπης" μια αποσταση, μια συστολη, μια αμυνα απεναντι στην αγαπη που τον αφορα; Και, με τον τροπο της τεχνης μας, δεν θα του το επισημανουμε;

Ομως αυτη η επισημανση μας τι λεει; Δεν λεει πως η αγαπη, εκει που μας αφορα αληθινα, δεν ειναι εννοια; Και τι ειναι τοτε η αγαπη; Κατα που θα κατευθυνουμε, παντα συμφωνα με τους κανονες της τεχνης μας, τον πελατη μας, που καποιες φορες εχοντας χασει το εδαφος που του προσφεραν οι "εννοιες", μενει συγχυσμενος και αβοηθητος;

Τι ειναι η αγαπη; Αναρωτιεται και ρωταει κι εμας. Η απαντηση μοιαζει να ειναι ευκολη: Φυσικα, η αγαπη ειναι συναισθημα. Την αγαπη την αισθανομαστε. Και θα τον ενθαρρυνουμε ν' αφεθει στα συναισθηματα του και να μιλησει για την αγαπη που "αισθανεται".

Την αισθανομαστε την αγαπη; Ειναι η αγαπη συναισθημα; Το φιλοσοφικο μου λεξικο παντως με προειδοποιει να μην παιρνω αυτην τη γνωμη τοσο απολυτα. Η αγαπη, διαβαζω, παρασταινεται σαν συναισθημα, δηλαδη ψυχολογικοποιειται, πρωτα στην αυγη των νεοτερων χρονων, στον Ντεκαρτ και τον Locke, και ετσι ανοιγεται η δυνατοτητα για την αναληψη της απο την επερχομενη ψυχολογια.

Ανηκει στο ιδιαιτερο πνευμα μιας ορισμενης ιστορικης εποχης η αγαπη να παρασταινεται σαν συναισθημα. Δεν ηταν απο παντα ετσι και επομενως δεν θα ειναι ετσι για παντα, Ομως κι εδω δεν θελω να παρασυρθω σε μια φιλοσοφικη συζητηση περι αγαπης. Θα παραμεινω στον δικο μου χωρο, αυτον της θεραπευτικης συνομιλιας, και απο κει θα εξετασω τι συμβαινει οταν η αγαπη παρασταινεται σαν συναισθημα.

O πελατης μου λοιπον, απο μονος του, η καθοδηγουμενος απο μενα, εχει εγκαταλειψει την εννοια της αγαπης και τωρα λεει, π.χ., "Αισθανομαι αγαπη για σας". Ειμαι τωρα, ως ο θεραπευτης του, ησυχος; Εφοσον η αγαπη ειναι συναισθημα κι αυτος λεει ο,τι αισθανεται, δεν ειναι ολα ενταξει;

Οχι, δεν ειναι ολα ενταξει. Η τεχνη μας, μας πηγαινει αλλου. Στις λεξεις "αισθανομαι αγαπη για σας" διακρινουμε και παλι μια αποσταση και μια συστολη, οπως συμβαινει και με τις παρεμφερεις εκφρασεις "αισθανομαι θυμο", "αισθανομαι ενοχη" κτλ. Και παλι θα του το επισημανουμε, διοτι αλλο ειναι να πεις "αισθανομαι αγαπη για σενα" και αλλο να πεις "σ' αγαπω". Τωρα τι λεει η επισημανση μας; Λεει πως αλλο ειναι το αισθημα της αγαπης και αλλο η αγαπη. Λεει πως η αγαπη δεν ειναι συναισθημα, αλλα...;

Τι ειναι η αγαπη; Κατα που μας κατευθυνει η πραξη της ψυχαναλυσης; Μας αναγκαζει να ομολογησουμε πως εδω, σ' αυτην τη συνομιλια που ειναι υποχρεωμενη στην αληθεια, δεν επιτρεπεται στην αγαπη ν' αρκεστει στην παρασταση της σαν εννοια και σαν συναισθημα.

Η αγαπη δεν ειναι αυτο, δεν ειναι το αλλο, τι ειναι η αγαπη; Ρωταει ρητα η αρρητα ο πελατης μας. Κι εμεις αρρητα, μεσα απο τις επισημανσεις μας, ισως χωρις να το εχουμε συνειδητοποιησει, ενθαρρυνοντας τον να εγκαταλειψει τις εννοιες και τα "αισθανομαι" και να μεινει στο απλο "σ' αγαπω" του λεμε: Η αγαπη δεν ειναι εννοια, δεν ειναι συναισθημα, η αγαπη ειναι αγαπη.

Η αγαπη ειναι αγαπη. Τι ειναι παλι τουτο; Πως μας προεκυψε αυτη η ανοητη ταυτολογια;

Πριν βιαστουμε να παρουμε θεση, ας θυμηθουμε οτι μιλουμε απο τον τοπο της θεραπευτικης συνομιλιας κι ας επιστρεψουμε στον πελατη μας. Κι ας υποθεσουμε πως εχει αφησει πισω του τις συστολες που τον εκαναν να μιλα για την εννοια της αγαπης και για το συναισθημα της αγαπης και πως εχει φτασει στο σημειο να λεει καθαρα και ξαστερα: "Σ' αγαπω".

Ειναι τωρα ο θεραπευτης επιτελους ικανοποιημενος και ησυχος; Οχι. Διοτι ευκολα θα φανερωθει οτι ο πελατης του μιλα μεν για αγαπη, ομως μ' αυτην τη λεξη εννοει κατι αλλο, π.χ., τρυφεροτητα, φροντιδα, κατανοηση, αυταπαρνηση, ερωτισμο κ.ο.κ. Λεει "αγαπη", ομως δεν το εννοει. Η "αγαπη" του ειναι απλα κελυφος για μια αλλη λεξη. Δεν ειναι ακομα αγαπη.

Ισως λοιπον η ταυτολογια "η αγαπη ειναι αγαπη" δεν ειναι ανοητη και κενη αλλα δειχνει ατεγκτα κι επιμονα προς την κατευθυνση στην οποια ο πελατης μας θ' αφησει τις παρανοησεις της αγαπης στις οποιες οδηγηθηκε μεσα απο τη μοιρα και την ιστορια του και θα μπορεσει να πει τη λεξη "αγαπη" αληθινα. Να την πει και να την εννοησει.

Η αγαπη ειναι αγαπη. Η παραξενη φραση, που αρρητα κατευθυνει τη θεραπευτικη συνομιλια για την αγαπη, αρχιζει να γινεται ολο και μεγαλυτερη απορια. Το μονο που γνωριζουμε γι' αυτην και το νοημα της ειναι πως οσο αποφασιστικοτερα αφηνομαστε στην καθοδηγηση της τοσο καθαροτερα αποκτα εναν σχεδον δαιμονικο χαρακτηρα, γινεται κατι σαν μαυρη τρυπα στην αβυσσο της οποιας χανεται καθε προσπαθεια να συλλαβουμε την αγαπη - σαν εννοια και συναισθημα, αλλα και σαν τρυφεροτητα και φροντιδα και τα συναφη.

Ακομα κι ενα απο τα τελευταια μας οχυρα, το οτι η αγαπη ειναι μια σχεση που προκυπτει μεσα απο οικειους στην ψυχαναλυτικη θεωρια μηχανισμους και διαδικασιες, ακομα κι αυτο εμπρος στη λεξη της κλονιζεται και σωριαζεται. Η αγαπη δεν ειναι σχεση: η αγαπη ειναι αγαπη.

Ο τιτλος του συμποσιου ειναι, ηταν "Η ψυχαναλυση μπροστα στην εννοια της αγαπης". Που μας οδηγησε η συζητηση του; Στο οτι η ψυχαναλυτικη θεωρια, μπροστα στην επιταγη της ψυχαναλυτικης πρακτικης να λεγονται τα πραγματα και να εννοουνται, στην επιταγη που επιτασσει η αγαπη να ειναι αγαπη, σηκωνει τα χερια.

Και καθε θεωρια, καθε ψυχολογικος η αλλος επιστημονικος λογος, καθοτι μιλα σε ορους εννοιων και συναισθηματων, με μοντελα στα οποια αναγει τα παντα και με τις αναγωγες του δεν αφηνει τιποτα να ησυχασει στον τοπο του, δεν αφηνει την αγαπη να ειναι αγαπη, καθε τετοιος λογος εξανεμιζεται μεσα στη μαυρη τρυπα της απλης μικρης φρασης "Η αγαπη ειναι αγαπη".

Ο επιστημονικος λογος δεν εχει την ευρυχωρια να αποδωσει τη συναντηση που ονομαζεται "ψυχαναλυση" και που ακολουθει αλλους νομους. Αυτο ο θεραπευτης χρειαζεται να το αναγνωρισει και να παραιτηθει απο μια τετοια προσδοκια. Μονο ετσι μπορει να κατευθυνει τον πελατη του να προσεγγ'ισει, π.χ., την αγαπη περνωντας μεσα απο τις ποικιλες παρανοησεις της και να φτασει στο σημειο να την πει και να την εννοησει, εφοσον εχει κληθει να το κανει.

Οταν η καθοδηγηση του γινει με τους κανονες της τεχνης μας, και παντα εφοσον το λεει η καρδια του, η παραιτηση απο εννοιες και συναισθηματα και σχεσεις ερχεται, ξεπερνωντας την απωλεια και το πενθος, σαν καθαρση κι ελευθερια. Το "ελευθερο" και το "μετεωρο" στο οποιο ο Freud καλει τους συνειρμους του ομιλουντος και την προσοχη του ακουοντος πρεπει να εννοηθει και να πραγματωθει μεχρι αυτα τα ακρα. Η θεραπευτικη συνομιλια της ψυχαναλυσης ειναι ενας δρομος σκληροτραχηλος, μα υποχρεωτικος προς μια τετοια ελευθερια.

Η αγαπη ειναι αγαπη. Εαν η φραση συνιστα το αφανες καθοδηγητικο νημα μιας θεραπευτικης συνομιλιας για την αγαπη, ο θεραπευτης χρειαζεται να ειναι προετοιμασμενος γι' αυτην την πορεια, και τουτο σημαινει ακομα να ειναι εξοικειωμενος με το λογο της αγαπης ως αγαπης. Ποιος ομως μιλα για την αγαπη ως αγαπη;

[...] μιλω για την αγαπη·

Η φραση εχει λεχθει. Ειναι απο ενα στιχο. Βρισκεται στο ποιημα που λεγεται "Κιχλη" και που εγραψε ο Γιωργος Σεφερης.

Για τον κοινο νου η τροπη προς την ποιηση αγγιζει τα ορια του σκανδαλου - αν σκανδαλιζεται καν απο τιποτα ο κοινος νους. Σκανδαλου, διοτι εδω αναζητουμε την αγαπη οχι μεταξυ τυρου και αχλαδιου αλλα ως θεραπευτες, δηλαδη ως υπευθυνοι για μια υποθεση που καποτε γινεται ακομα και υποθεση ζωης και θανατου. Επιτρεπεται λοιπον να επαφιεμεθα σ' εναν ποιητη, που μπορει μεν να λεει ομορφα λογια που τα απαγγελλουμε και τα τραγουδαμε στον ελευθερο χρονο μας, που ομως καπου τους αναγνωριζουμε το ακαταλογιστο, τα ανεχομαστε ποιητικη αδεια;

Για απαντηση ας αρκεσει ενας λογος του ιδιου του Σεφερη απο μια ομιλια του. Εκει λεει για τον ποιητη:

[...] μοιαζει καταδικασμενος στην αληθεια, την αληθεια του, επι ποινη θανατου. [...] ολοενα παραμεριζει τα στοιχεια που δεν ανταποκρινονται στο αληθινο που υπαρχει μεσα του.

Τουτο δεν εχει ειπωθει ποιητικη αδεια. Αφορα καθε μεγαλον της τεχνης. Επανω στο ιδιο θεμα ο Σεφερης μνημονευει τα λογια ενος νεαρου ζωγραφου για τον Θεοφιλο:

Μα αυτος μας γυρευει παρα πολλα· γυρευει να λεμε ολη την αληθεια.

Αλλου γραφει:

Η δουλεια μου δεν ειναι οι αφηρημενες ιδεες, αλλα ν' ακουω τι μου λενε τα πραγματα του κοσμου, να κοιταζω πως συμπλεκουνται με την ψυχη μου και με το σωμα μου και να τα εκφραζω.

Αυτη η φραση θα μπορουσε να αποδωσει το νοημα του βασικου κανονα της ψυχαναλυσης πιστοτερα απο πολλες αναφορες της σχετικης βιβλιογραφιας.

Αναζητωντας την αγαπη στην θεραπευτικη συνομιλια βρεθηκαμε στα ιχνη μιας πορειας παραλληλης μ' εκεινην του ποιητη, μιας πορειας οπου παραμεριζονται "τα στοιχεια που δεν ανταποκρινονται στο αληθινο που υπαρχει μεσα μας", μιας πορειας η οποια, με τον τροπο της, "γυρευει" κι αυτη "να λεμε ολη την αληθεια".

Και ποιο ειναι "το αληθινο που υπαρχει μεσα μας"; Ποια ειναι "ολη η αληθεια"; Το οτι η αγαπη ειναι αγαπη. Και καποιοι στην θεραπευτικη συνομιλια, εξαναγκασμενοι απο την αναγκη να ειπωθει ο,τι εχει να ειπωθει, αφηνονται στη μαυρη τρυπα που κοβει την ζωη τους στα δυο και γυρευουν την αληθεια τους, μερικες φορες και "επι ποινη θανατου".

Ηδη απ' αυτα τα λιγα υποψιαζομαστε οτι ποιηση και ψυχαναλυση κατοικουν εναν κοσμο κοινο. Ομως αυτο μπορουν και το κανουν, που θα πει μπορουν και συνομιλουν μεταξυ τους, στον βαθμο που η ποιηση δεν περιοριζεται στην αισθητικη και η ψυχαναλυση δεν καθηλωνεται στον ψυχολογισμο.

O κοινος κοσμος για τον οποιο τωρα γινεται λογος κοσμειται απο την γλωσσα, εφοσον βεβαια αυτη με την σειρα της δεν καταντα κωδικας σημαινοντων. O Σεφερης χαρακτηριζει το εργο του ποιητη αγωνα:

[...] για να βρει εκεινη τη φωνη που ταυτιζεται [...] με τα πραγματα που θελει να δημιουργησει, η, αν θελουμε, που δημιουργει τα πραγματα ονομαζοντας τα. Το ακραιο οριο οπου τεινει ο ποιητης ειναι να μπορεσει να πει "γενηθητω φως" και να γινει φως.

Αυτο ακριβως συμβαινει και στις ευτυχεις στιγμες της θεραπευτικης συνομιλιας - στην ερμηνεια, εκει που ο λογος της "γραφει", οπως λεμε, κι ο κοσμος φωτιζεται και ποτε πια δεν ειναι αυτος που ηταν.

Τωρα διακρινουμε καλυτερα το ζητουμενο νοημα της φρασης "Η αγαπη ειναι αγαπη". Η φραση ειναι το καλεσμα της αγαπης, να ονομαστει και ονομαζομενη να αληθευσει. Η αγαπη δεν ειναι εννοια και συναισθημα και σχεση, δεν ειναι αυταπαρνηση και φροντιδα και σεξ. Η αγαπη ειναι αγαπη. Τουτο θα πει τωρα: Η αγαπη ειναι στο ονομα της.

Εαν μια τετοια εμπειρια μας ειναι ανοικεια, τουτο οφειλεται στο οτι η αγαπη, ως αγαπη, ειναι κατι πολυ διαφορετικο απ' ο,τι νομιζουμε και οφειλεται ακομα στο οτι δεν ειμαστε εξοικειωμενοι με τα ονοματα, δηλαδη δεν εχουμε μαθει να τα κατοικουμε.

*Η δυσκολια να κατοικησουμε τα ονοματα εγκειται προπαντων στην ταση μας να μενουμε στο αμεσα αντιληπτο. Αυτο, στα πραγματα που αφορουν τον ανθρωπο, ειναι η συμπεριφορα. Θεωρουμε ακριτα πως κι η αγαπη δεν μπορει παρα να ειναι μια συμπεριφορα. Ομως δεν ειναι. Η αγαπη ειναι αγαπη. Δεν οριζεται απο μια σταση η απο πραξεις, δεν αποδεικνυεται και δεν ακυρωνεται απο κατι που κανεις λεει και κανει.

Δεν ειναι η συμπεριφορα αυτο στο οποιο ο ανθρωπος ουσιαζεται. Ο ανθρωπος ουσιαζεται στον λογο. Κι εδω ακριβως αναδεικνυεται η ευγενεια της ψυχαναλυτικης συνομιλιας: Οι οροι της, η υπτια θεση, η λεγομενη "αρχη της αποχης", η ελευθερια στην οποια καλουνται οι "συνειρμοι" του λεγοντος και η "προσοχη" του ακουοντος, η απαγορευση της προσφυγης σε καποια συμπεριφορα, καθως μια συμπεριφορα ως "εκδραματιση" εχει εδω χαρακτηρα φυγης, ολα αυτα τεινουν στον περιορισμο, που θα πει συναμα στο ανοιγμα στον λογο - ολα αυτα εφοσον βεβαιως παρουμε το εργο της ψυχαναλυσης στα σοβαρα, σοβαροτερα ακομα κι απ' οσο την επαιρνε ο ιδιος ο Freud που την θεωρουσε προβα για την υποτιθεται "πραγματικη ζωη". Μονο οταν παρουμε την ψυχαναλυση στα σοβαρα θα την ανακαλυψουμε, οπως την ποιηση, ως καλεσμα για κατοικηση στα ονοματα.

Ο κοινος κοσμος που πραγματωνεται καθε φορα οταν συμβαινει μια πραξη ονομασιας, ειτε στην μορφη ενος εργου τεχνης ειτε στην εκλαμψη μιας ερμηνειας στον δρομο της θεραπευτικης συνομιλιας ειτε σε ανυποπτες στιγμες στον καθενα μας, ειναι το συμβαν της αληθειας. Θεσπιζει, οπως γραφει ο ιστορικος της μουσικης Θρασυβουλος Γεωργιαδης, "μια κοινοτητα εν ονοματι του πραγματικου".

Η πραγματικοτητα δεν ειναι ο κοσμος του ρεαλιστη που καταλαβαινει τον εαυτο του μεσα απο τη διαχειριση των υποθεσεων του και την ικανοποιηση των αναγκων του. Στην Καταιγιδα του Σαιξπηρ διαβαζουμε:

Ειμαστε απο υλικο σαν απ' αυτο που ειναι φτιαγμενα τα ονειρα κι η μικρη μας ζωη κυκλωνεται απο εναν υπνο.

Ουτε αυτα γραφηκαν ποιητικη αδεια.

Ο τιτλος της ομιλιας μου ειναι: "Οταν ο ποιητης μαθαινει στον ψυχαναλυτη την αγαπη". Και γιατι ο ψυχαναλυτης χρειαζεται να μαθει απο τον ποιητη; Διοτι η ψυχαναλυση δεν ειναι δογματικη θεωρια και θεραπευτικη μεθοδος. Ειναι η ιδια, ως προς τον εαυτο της, ενα ζητουμενο. Η ψυχαναλυση αναζητει τον εαυτο της. Τουτο θα πει: αναζητει, σ' εναν αφασικο κοσμο, την δυνατοτητα μιας συναντησης, ενος ακουσματος και μιας ομιλιας. Προς τουτο ειναι αναγκη να στραφει σ' εκεινους τους λογους, σ' εκεινα τα εργα που, καθως γραφει ο Rimbaud σε μια επιστολη, βρισκονται "en avant", προηγουνται. Γι' αυτο ο ποιητης μπορει να μαθει στον ψυχαναλυτη την αγαπη.

Ετσι φτανουμε στον Γιωργο Σεφερη.

Τα ποιηματα του Σεφερη αναφερουν την αγαπη συχνα. Μερικα μαλιστα κορυφωνονται σ' αυτην την λεξη. Στην προετοιμασια, καλυτερα, στην προδιαθεση η οποια μας καθιστα διατεθειμενους να ακουσουμε τον λογο της αγαπης οχι μονο με τ' αυτια αλλα με τον νου και με την καρδια μας χρειαζεται κατι ακομα. Το λεει ο ιδιος ο Σεφερης στο ποιημα με τον τιτλο "Πανω σ' εναν ξενο στιχο":

Παρακαλω τον θεο να με συντρεξει να πω, σε μια στιγμη μεγαλης ευδαιμονιας, ποια ειναι αυτη η αγαπη .

Ο λογος για την αγαπη ειναι δυνατος "σε μια στιγμη μεγαλης ευδαιμονιας". Το δυνητικο ακουσμα του απο εμας υπακουει στον ιδιο νομο. Αφορα εμενα που σας μιλω, αφορα εσας που μ' ακουτε. Τοσο ευαισθητα κι ευπαθη ειναι αυτα τα πραγματα, τοσο επαφημενα στην ωρα που τα φερνει, η που τα αποκλειει.

Το ιδιο ισχυει για την ψυχαναλυτικη συνομιλια. Μονο που το γνωστο μας "timing" υποβαλλει την πλανη πως εμεις διαχειριζομαστε το χρονο. Και ενα απο τα σημαντικοτερα που μαθαινει οποιος περασει απο την ψυχαναλυση ειναι ακριβως να αρμοζεται στα μετρα του χρονου, στο τωρα και στο οχι πια και στο οχι ακομα, στο ηδη απο παντα και στο ποτε. Ομως εδω δεν μπορουμε να επεκταθουμε περισσοτερο. Ας αρκεστουμε στην αναγνωριση πως το μιλημα μου και το ακουσμα σας, δηλαδη η ανταποκριση μας στον ποιητικο λογο της αγαπης, κρινεται απο πραγματα που μας ξεπερνουν, που, καθως γραφει καπου ο Ελυτης, "ερχονται απ' αλλου".

Στην περιληψη της ομιλιας μου χρησιμοποιω για τα ποιηματα του Σεφερη την εκφραση "ποιητικος λογος της αγαπης". Εδω η γενικη "της αγαπης" δεν ειναι γενικη αντικειμενικη, η αγαπη δεν συνιστα θεμα και αντικειμενο των ποιηματων. Πρεπει ν' ακουστει περισσοτερο ως γενικη υποκειμενικη: τα ποιηματα αυτα ειναι λογια της αγαπης, ειναι η αγαπη που μιλα μεσα απο τον εαυτο της για τον εαυτο της. Σ' αυτο το μιλημα συντελειται η ονομασια της. Ουσιαζεται.

Βεβαια και αυτο τεινουμε να μην το παρουμε στα σοβαρα. Αφου ο ανθρωπος ειναι που μιλα. Η αγαπη ανηκει στον ανθρωπο. Αυτα λεμε εμεις. Ας δουμε τωρα τι λεει ο Σεφερης, που ανηκει η αγαπη. Στο ποιημα "Μνημη Α'" διαβαζουμε για την αγαπη

[...] που ανηκει και στις Σεμνες / καθως και στον ανθρωπο και στην πετρα και στο νερο και στο χορταρι / και στο ζωο που κοιταει καταματα το θανατο που ερχεται να το παρει.

Η αγαπη δεν ανηκει λοιπον στον ανθρωπο μονο. Ανηκει "και στις Σεμνες", ετσι ονομαζονται στον Αισχυλο οι Ερινυες, που εχουν επιφορτιστει την τιμωρια και την εκδικηση, ο,τι δηλαδη εμεις θεωρουμε ως το αντιθετο της αγαπης. Σ' αυτο θα επανελθουμε. Εδω ας αρκεσει πως ο λογος της αγαπης εχει μια καταγωγη κι ενα ευρος που δεν το υποψιαζομαστε: Η αγαπη ανηκει πρωτα στις Σεμνες, κατοπιν στον ανθρωπο, κι ανηκει ακομα στην πετρα, στο νερο, στο χορταρι, στο ζωο που κοιταει το θανατο που ερχεται να το παρει καταματα.

Αρχιζουμε να υποψιαζομαστε πως μπορουν και λεγονται οι στιχοι απο το ποιημα "Πανω σ' εναν ξενο στιχο" που μιλουν για μια αγαπη:

[...] με ακατελυτο ρυθμο, ακατανικητη σαν τη μουσικη και παντοτινη γιατι γεννηθηκε οταν γεννηθηκαμε και, σαν πεθαινουμε, αν πεθαινει δεν το ξερουμε ουτε εμεις ουτε αλλος κανεις.

Υποψιαζομαστε πως μπορει και λεγεται ο στιχος απο το "O Στρατης Θαλασσινος αναμεσα στους αγαπανθους":

Το πρωτο πραγμα που εκανε ο θεος ειναι η αγαπη.

Εκεινος ο δαιμονικος χαρακτηρας που διαφανηκε στη φραση "η αγαπη ειναι αγαπη", εκεινη η μαυρη τρυπα που στην πορεια της ψυχαναλυτικης συνομιλιας αφαιρει καθε κρατημα της αγαπης σε μια εννοια, σ' ενα συναισθημα κτλ. μας αγγιζει και παλι, αυτην τη φορα στον λογο της ποιησης.

Ομως εδω λεγεται και κατι ακομα: Το δαιμονικο της αγαπης, που φανερωνεται στον ποιητη "σε μια στιγμη μεγαλης ευδαιμονιας", εγκειται στο οτι η αγαπη δεν ειναι του ανθρωπου. Εδω, στα βαθη του λογου της αγαπης, αναγνωριζουμε εκεινο που κανει την ψυχαναλυτικη συνομιλια, την επισης υποχρεωμενη στην αληθεια, να μην σταματα στον ανθρωπο, στις εννοιες και στα συναισθηματα του, στις σχεσεις και στη συμπεριφορα του.

Εαν η αγαπη δεν ειναι υποθεση, για να το πω φιλοσοφικα, της ανθρωπολογιας, εαν δεν εχει την αρχη και το τελος της στον ανθρωπο, τοτε με ποιον τροπο τον αφορα; Καποτε ο Σεφερης μετεφρασε μια ρηση του Κινεζου σοφου Μεγκ Τσου. Η ρηση λεει:

Η αγαπη, το γαληνεμενο σπιτι του ανθρωπου.

Εδω δεν χρειαζεται να καταπιαστουμε με μεταφραστικα ζητηματα, π.χ., απο ποια γλωσσα μετεφρασε ο Σεφερης την ρηση, ποια κινεζικη λεξη φτανει στα ελληνικα ως αγαπη κτλ. Σημασια εχει πως ο Σεφερης σ' αυτην τη μεταφραση αναλαμβανει την ρηση ο ιδιος μ' αυτες τις λεξεις. Η αγαπη, το γαληνεμενο σπιτι του ανθρωπου.

Θα τονισω και παλι την αναγκη να ακουστει η φραση κυριολεκτικα. Ακομα και οταν δεν την παρακολουθουμε και μας ξεπερνα. Ο ανθρωπος κατοικει την αγαπη. Πως μπορουμε να συλλαβουμε αυτην την κατοικηση;

"Μιλω για την αγαπη" γραφει ο Σεφερης. Αυτο θα πει τωρα: ο ποιητης μιλα για το σπιτι του ανθρωπου, για εκεινο το σπιτι που ανοιγει και τον δεχεται "σε μια στιγμη μεγαλης ευδαιμονιας". Ας ακουσουμε αυτο το μιλημα για να γνωρισουμε, οσο μας επιτρεπουν τα ορια του βλεμματος και της καρδιας μας, αυτο το σπιτι, τον κοσμο αυτης της κατοικησης.

Στο ιδιο ποιημα διαβαζουμε:

οποιος ποτε του δεν αγαπησε θ' αγαπησει,

στο φως.

Το υλικο απο το οποιο ειναι φτιαγμενο "το γαληνεμενο σπιτι του ανθρωπου" ειναι το φως.

"Το φως" ειναι ο τιτλος του κομματιου απο την "Κιχλη" οπου βρισκονται οι παραπανω στιχοι. Εκει λεει:

ΤΟ ΦΩΣ

[...]

Αγγελικο και μαυρο, φως,

γελιο των κυματων στις δημοσιες του ποντου,

δακρυσμενο γελιο,

σε βλεπει ο γεροντας ικετης

πηγαινοντας να δρασκελισει τις αορατες πλακες

καθρεφτισμενο στο αιμα του

που γεννησε τον Ετεοκλη και τον Πολυνεικη.

Αγγελικη και μαυρη μερα·

η γλυφη γεψη της γυναικας που φαρμακωνει το φυλακισμενο

βγαινει απ' το κυμα δροσερο κλωναρι στολισμενο σταλες.

Τραγουδησε μικρη Αντιγονη, τραγουδησε, τραγουδησε...

δεν σου μιλω για περασμενα, μιλω για την αγαπη·

στολισε τα μαλλια σου με τ' αγκαθια του ηλιου,

σκοτεινη κοπελα·

η καρδια του Σκορπιου βασιλεψε,

ο τυραννος μεσα απ' τον ανθρωπο εχει φυγει,

κι ολες οι κορες του ποντου, Νηρηιδες, Γραιες

τρεχουν στα λαμπυρισματα της αναδυομενης·

οποιος ποτε του δεν αγαπησε θ' αγαπησει,

στο φως·

[...]

Το ακουμε απαγγελμενο απο τον Γιωργο Σεφερη:

Στο δοκιμιο "Ξεστρατισματα απο τους Ομηρικους Υμνους" γραφει ο Σεφερης:

Μονο μια φορα, ενα τελος του φθινοπωρου, μου φανηκε πως με κεραυνοβολα εναργεια περασε ο θεος...κοντα μου. Και ειπα: "Κατα βαθος ειμαι ζητημα φωτος". Ηταν μια εμπειρια που πρεπει να ερχεται πραγματικα σπανια στη ζωη μας και τη φωτιζει ολοκληρη· δεν μπορει κανεις ρηματικα να τη μεταδωσει.

Και σ' ενα γραμμα στον φιλο του Γιωργο Κατσιμπαλη με τιτλο "Μια Σκηνοθεσια για την Κιχλη", αναφερομενος σ' ενα αποσπασμα του Ηρακλειτου: O ηλιος δεν μπορει να ξεπερασει τα μετρα, ειδεμη θα τονε βρουν οι Ερινυες που βοηθουν τη Δικαιοσυνη.

Οι Ερινυες θα κυνηγησουν τον ηλιο, καθως κυνηγησαν τον Ορεστη· για σκεψου αυτους τους λωρους που δενουν τους ανθρωπους με τα στοιχεια της φυσης· αυτη η τραγωδια που ειναι συναμα φυσικη και ανθρωπινη, αυτη η οικειοτητα. Αν το φως γινοτανε ξαφνικα Ορεστης; Ειναι τοσο ευκολο, για σκεψου: αν το φως της μερας και το αιμα του ανθρωπου ηταν το ιδιο πραγμα; Ως που μπορει να το αισθανθει κανεις αυτο;

Το γραμμα επιχειρει μια ερμηνεια της "Κιχλης", ολοφανερα με μιση καρδια. Οταν ο Σεφερης φτανει στο σημειο που μας απασχολει εδω, στο "Φως", αρνειται να συνεχισει και συμπληρωνει:

[...] το φως δεν το εξηγει κανεις, το βλεπει [...].

Αυτο ας ειναι και για μας προειδοποιηση πως υπαρχουν πραγματα που δεν τους αρμοζει η εξηγηση, αυτη η βουβη διαδικασια που βιαζει το καθε αλλοτριο στην προκρουστεια κλινη των τετριμμενων μας μοντελων και παραστασεων.

Η φραση του Σεφερη ειναι ενα καλεσμα και για μας εκει που πρεπει να εξηγουμε λιγοτερο και ν' ανοιξουμε τα ματια μας περισσοτερο.

Το ποιημα δεν ειναι αψυχο κειμενο, ειναι ομιλουμενη γλωσσα, ειναι "ανασα", για να χρησιμοποιησω μια λεξη προσφιλη στον Σεφερη. Οπως ενα μουσικο κομματι γινεται υπαρκτο και πραγματικο μονο στην εκτελεση, ετσι και το ποιημα μιλα μονο απαγγελλομενο. Γι' αυτο ας ακουσουμε τον πρωτο στιχο αλλη μια φορα: "Αγγελικο και μαυρο, φως". Τι μας λεει αυτη η ανασα; Ειναι μια φωνη ησυχη και βαθια, προφερει τις λεξεις με προσοχη, αφηνει στην καθε μια ολο το βαρος του λεγομενου της. Μας πειθει. "Αγγελικο και μαυρο, φως". Ακουτε με τι οικειοτητα, με τι καρδια λεγονται αυτα τα αλλοκοτα λογια, πως τα λεει ο ποιητης τους και τα εννοει, οπως δεν θα το καταφερνε ο καλυτερος ηθοποιος με την τελειοτερη αρθρωση.

Οι λεξεις "αγγελικο και μαυρο" μας ειναι γνωστες σαν αντιθετα: το αγγελικο παραπεμπει στο φωτεινο και ουρανιο, το μαυρο στο σκοτεινο και χθονιο.

"Αγγελικο και μαυρο, φως". Οι λεξεις ειπωμενες απο τον Σεφερη δεν εχουν τιποτα το αντιθετικο, καμια αντιπαλοτητα δεν τις εναντιωνει μεταξυ τους, τις ακουμε και λεμε ναι, το φως, αγγελικο και μαυρο!

Εδω το "και" αποκλειει καθε εξηγηση, καθε επιχειρημα, καθε διευκρινιση: αγγελικο και μαυρο. Το οτι δεν καταλαβαινουμε δεν ειναι, δεν πρεπει ποτε να ειναι λογος αρκετος για ν' αμφισβητησουμε αυτο που ακουσαμε. Μονο οταν παρουμε αποσταση απο την ζωντανη γλωσσα, οταν αγνοησουμε το μιλημα της, οταν επιμεινουμε να καταλαβουμε, θα παραστησουμε τα φιλια ως αντιθετα, θα μεινουμε καθηλωμενοι στη μεταξυ τους αντιπαλοτητα και συγκρουση.

Η δουλεια μας εχει το σπανιο προνομιο να αφορα τη ζωντανη γλωσσα, να ειναι στην φυση της συνομιλια. Ομως για να επαρκεσουμε ως συνομιλητες, χρειαζεται να ακουμε. Και για να ακουμε χρειαζεται πολλες φορες να παψουμε να σκεφτομαστε, να παψουμε να καταλαβαινουμε.

"Αγγελικο και μαυρο, φως". Ετσι ακουμε και το "δακρυσμενο γελιο", ακουμε τους αδελφικους εχθρους, τον Ετεοκλη και τον Πολυνεικη στο φως, κυριολεκτικα στο φως του αιματος του Οιδιποδα, του πατερα τους.

Επεκταθηκα και ο χρονος δεν μου επιτρεπει να μεινω στο ποιημα οσο θα του επρεπε. Θα ερθω κατευθειαν σ' εκεινη την μορφη στην οποια αποτεινομενος ο Σεφερης λεει "μιλω για την αγαπη". Ειναι η Αντιγονη.

Η ομιλια μας, ειτε το ξερουμε ειτε οχι, ειτε το θελουμε ειτε οχι, ειναι παντα συνομιλια. Και καθε φορα αποτεινομαστε σ' εκεινο το εσυ το οποιο ειναι μιλητο, δηλαδη ανοιχτο για να του μιλησουμε. Στο ποιημα μας το μιλητο εσυ για την αγαπη ονομαζεται Αντιγονη.

Στην τραγωδια του Σοφοκλη η Αντιγονη, σε μια στιχομυθια με τον Κρεοντα, αρνειται ν' αφησει τον νεκρο αδελφο της κι εχθρο του Κρεοντα Πολυνεικη διχως τις πρεπουσες νεκρικες τιμες: "ουτοι συνεχθειν, αλλα συμφιλειν εφυν".

Η Αντιγονη μιλα για τη φυση της, εφυν, για το πρωτο που την καθοριζει. Τουτο ειναι το συμφιλειν, η απορριψη της εχθροτητας, της μεροληψιας, η ανοικτοτητα, η δεκτικοτητα για τα παντα. Δεν ειναι στοιχειο του χαρακτηρα της αλλα η αναληψη εκ μερους της της αγαπης, την οποια οφειλει να προασπιστει "επι ποινη θανατου". Αυτη η Αντιγονη ειναι το μιλητο εσυ του τωρινου ποιητικου λογου της αγαπης, σ' αυτην μπορει να ειπωθει το "μιλω για την αγαπη".

Το σπιτι το οποιο συν-κατοικουν τα πραγματα του κοσμου φιλια μεταξυ τους βρισκει στον Σεφερη το ονομα αγαπη. Σ' αυτο το σπιτι:

η καρδια του Σκορπιου βασιλεψε, / ο τυραννος μεσα απ' τον ανθρωπο εχει φυγει, / κι ολες οι κορες του ποντου, Νηρηιδες, Γραιες / τρεχουν στα λαμπυρισματα της αναδυομενης.

Σε μια τετοια γιορτη καλει την Αντιγονη ο ομιλων με τους στιχους:

στολισε τα μαλλια σου με τ' αγκαθια του ηλιου, / σκοτεινη κοπελα.

Γιατι η γιορτη της αγαπης θυμιζει θανατο; Γιατι ο ηλιος αυτης της μερας εχει αγκαθια; Γιατι η κοπελα πρεπει να στολισει τα μαλλια της με τετοιες ακτινες, με τετοιο αγκαθινο στεφανι; Η "σκοτεινη κοπελα"; Να γινει "ζητημα" ενος τετοιου "φωτος"; "Αγγελικου και μαυρου";

Διοτι η μορφη η χρεωμενη αυτην την αγαπη πρεπει να πει "οχι" στους αλλους που δεν ειναι της μοιρας τους να μοιραστουν, να συν-χωρεσουν το ανοικτο της. Η μορφη, στο ονομα της Αντιγονης, λεει το "οχι" στον Κρεοντα, στο ονομα της Αρετουσας, η οποια, συμφωνα με μια σημειωση του Σεφερη, υποδηλωνεται στη "γλυφη γεψη της γυναικας που φαρμακωνει το φυλακισμενο" και "βγαινει απ' το κυμα δροσερο κλωναρι στολισμενο σταλες", θα το πει στους γονεις της, τον Ηρακλη και την Αρτεμη, βασιλια και βασιλισσα της Αθηνας, που εξορισαν τον Ερωτοκριτο και την προσταζουν να παντρευτει τον ρηγα του Βυζαντιου.

Το "οχι" της Αρετουσας και της Αντιγονης δεν ειναι περιστασιακο. Η αγαπη αυτη παντα θα βρισκει μπροστα της εναν Κρεοντα, εναν Ηρακλη και μια Αρτεμη, θα βρισκει εναν "τυραννο", εξω η "μεσα στον ανθρωπο" και παντα θα πρεπει να τους πει το "οχι", "επι ποινη θανατου".

Η αγαπη σ' αυτο το "οχι" ειναι που πραγματωνεται, σ' αυτο ονομαζεται, γιορταζεται. Ευτυχια και δυστυχια ειναι πολυ στενοκαρδα πραγματα για ν' αποδωσουν ο,τι εδω παιζεται. Εδω θανατος και γιορτη, Αδης και Διονυσος ειναι ενα. Θα το ακουσουμε σε λιγο απο τον πρωτο διδαξαντα, τον Ηρακλειτο.

Το ενα το οποιο, στο ονομα της αγαπης, σ' αυτην τη διολου παραδεισενια αλλα τραγικη φιλοτητα, συν-χωρει τα παντα, χαριζει στην αγαπη το "ακατελυτο", το "ακατανικητο" και το "παντοτινο" της, το οτι ειναι "το πρωτο πραγμα που εκανε ο θεος". Σ' αυτο το ενα, στο εν, στο ενουν εν, πλανιεται το "γαληνεμενο σπιτι του ανθρωπου".

Η αγαπη λεει δια στοματος Ηρακλειτου: "εν παντα". Το εν παντα δεν ειναι φιλοσοφικη θεση αλλα λογος της αγαπης.

O Ηρακλειτος μιλαει ο ιδιος σ' ενα αλλο ποιημα του Σεφερη με τον τιτλο "Μνημη Β" και υποτιτλο "Εφεσσος". Καθως γι' αυτο, οσο γνωριζω, δεν υπαρχει δημοσιευμενη απαγγελια του Σεφερη, θα σας διαβασω ενα αποσπασμα του εγω. Λεει λοιπον ο Ηρακλειτος:

[...]

Ειναι παντου το ποιημα. Η φωνη σου

καμια φορα προβαινει στο πλευρο του

σαν το δελφινι που για λιγο συντροφευει

μαλαματενιο τρεχαντηρι μες στον ηλιο

και παλι χανεται. Ειναι παντου το ποιημα

σαν τα φτερα του αγερα μες στον αγερα

που αγγιξαν τα φτερα του γλαρου μια στιγμη.

Ιδιο και διαφορο απο την ζωη μας, πως αλλαζει

το προσωπο κι ωστοσο μενει το ιδιο

γυναικας που γυμνωθηκε. Το ξερει

οποιος αγαπησε· στο φως των αλλων

ο κοσμος φθειρεται· μα εσυ θυμησου

Αδης και Διονυσος ειναι το ιδιο.

Το προηγουμενο ποιημα λεει "μιλω για την αγαπη". Ονομαζει την αγαπη. Το τωρινο ποιημα λεει "Το ξερει οποιος αγαπησε". Μιλα γι' αυτον που αγαπησε και ξερει.

Οσα προηγηθηκαν δεν μας επιτρεπουν να φανταστουμε το "ξερει" ουτε σαν αναρθρη συναισθηματικη εμπειρια ουτε σαν εννοιολογικη γνωση. Το "ξερω" θα πρεπει να το ακουσουμε περισσοτερο μεσα απο την πρωτη μορφη του ρηματος, "ξευρω", που ερχεται απο το εκ- και τον αοριστο του αρχαιου "ευρισκω","ευρον". "Το ξερει" θα πει τοτε: το εχει βρει, το εχει δει, τον εχει σημαδεψει. Αυτο που ξερει οποιος αγαπησε ειναι ο νομος που διατυπωνεται στα λογια του Ηρακλειτου: "εν παντα".

Σε πρωτη ματια κανεις θα νομιζε πως εδω ο ποιητης μιλα για το ποιημα, για κατι που ενδιαφερει τους ποιητες, οχι εμας. Ομως δεν αναφερεται στους ποιητες. Αναφερεται σε "οποιον αγαπησε". Αυτος "το ξερει". Και το ποιημα δεν ειναι στις ποιητικες συλλογες. Σ' αυτες ειναι τα ποιηματα. "Το ποιημα", το λεει δυο φορες, "ειναι παντου". Θυμομαστε τα λογια του Σαιξπηρ: "Ειμαστε απο υλικο σαν αυτο που ειναι φτιαγμενα τα ονειρα...".

"Το ποιημα ειναι παντου" θα πει: το ποιημα ονομαζει εναν τροπο με τον οποιο παρουσιαζονται τα πραγματα του κοσμου, ονομαζει εναν τροπο παρουσιας, εναν τροπο που κανει κατι να παρουσιαζεται "ιδιο και διαφορο απο τη ζωη μας". O τροπος αυτος ειναι οπως "[...] αλλαζει το προσωπο κι ωστοσο μενει το ιδιο γυναικας που γυμνωθηκε".

"Στο φως των αλλων", που δεν το ξερουν γιατι δεν αγαπησαν, το γυμνωμα γινεται αντιληπτο στην αφαιρεση των ενδυματων, στην αλλαγη, στο πριν της ντυμενης γυναικας και στο τωρα της γυμνης. Στο φως τους "ο κοσμος φθειρεται" με την εμπλοκη στα αντιθετα, στο πριν και στο τωρα, στο ντυμενο και στο γυμνο κορμι, στην επιθυμια και στην εκπληρωση.

"Οποιος αγαπησε" θα δει τα παντα στο προσωπο της: "πως αλλαζει κι ωστοσο παραμενει το ιδιο". Κι αυτο επισης ειναι κατι που "δεν το εξηγει κανεις, το βλεπει". Βλεπει οχι εκεινο που απλως αλλαζει μα εκεινο που "αλλαζει κι ωστοσο παραμενει το ιδιο". Αυτο το "ιδιο και διαφορο απο τη ζωη μας" εδω ονομαζεται: "το ποιημα". Και "ειναι παντου". Το ποιημα ονομαζει τη ζωη μας γυμνη. Η, οταν η ζωη μενει γυμνη, τοτε γινεται, με λογια του Hölderlin, "ποιητικη κατοικηση πανω σ' αυτην την γη".

"Η γυμνια ολοκληρης της ζωης" γραφει ο Σεφερης στο τελευταιο του ποιημα. "Καμια φορα", "σε μια στιγμη μεγαλης ευδαιμονιας", η φωνη του ποιητη συμ-φωνει με "το ποιημα". Το εργο αυτης της συμ-φωνιας ειναι ενα ποιημα.

Ειναι παντου το ποιημα. Η φωνη σου

καμια φορα προβαινει στο πλευρο του.

Ενα ποιημα ομο-λογει, για να μεινω σε λεξεις του Ηρακλειτου, ομο-λογει το ποιημα, που ειναι παντου, και που στον Ηρακλειτο ονομαζεται "λογος".

Η σχεση λογου και ομο-λογιας συνιστα ομως και τον ακρογωνιαιο λιθο της θεραπευτικης συνομιλιας. O νομος της διεπει την ερμηνεια, εφοσον αυτη πραγματωθει ως ομο-λογια του λογου που καθε φορα θελει να ερθει σε λογο. Η ερμηνεια δεν ειναι πρωταρχικα εργο του θεραπευτη. Ειναι εργο της αγαπης.

Απο εδω, απο τον Ηρακλειτο, με την καθοδηγηση του Σεφερη, ο ποιητης μπορει να μαθει στον ψυχαναλυτη και αυτο. Διοτι ενδεχομενως η συναντηση που αρμοζει στη θεραπευτικη συνομιλια, στις στιγμες που συμβαινει αληθινα, αλλα και σ' αυτες που προετοιμαζεται, αλλα και σ' αυτες που λειπει, αυτη η συναντηση ειναι ενα "ιδιο και διαφορο απο τη ζωη μας", ενα γυμνωμα κι αυτη, οπου καποιος, το προσωπο του, "αλλαζει / [....] κι ωστοσο παραμενει το ιδιο".

Το ξερει οποιος αγαπησε.


Γεραματα, εκτος και εντος εισαγωγικων, και επι τα αυτα

Στην παρασταση της Γεωργιας Μαυραγανη αναφερεται το 3ο στασιμο απο την τραγωδια του Σοφοκλη "Οιδιπους επι Κολωνω". Εδω ο χορος μιλα για τα επονειδιστα γηρατεια που μπαινουν τελευταια στη ζωη μας

ανευρα, αφιλα, ασυντροφευτα, οπου του κοσμου τα χειροτερα κακα συγκατοικουν.

Η κατακλειδα μιας ζωης η οποια, λεει ο χορος, οταν περασει η αμυαλια της νιοτης, ειναι γεματη απο μοχθους και πονους,

φθονο και στασεις, μαλωματα και μαχες και φονους

Στην Ιλιαδα ο Τυδεας, πριν φανερωσει στον Διομηδη την καταγωγη του, λεει:

οἵη περ φύλλων γενεὴ τοίη δὲ καὶ ἀνδρῶν.
φύλλα τὰ μέν τ' ἄνεμος χαμάδις χέει, ἄλλα δέ θ' ὕλη
τηλεθόωσα φύει, ἔαρος δ' ἐπιγίγνεται ὥρη·
ὣς ἀνδρῶν γενεὴ ἣ μὲν φύει ἣ δ' ἀπολήγει.

Σαν το γενος των φυλλων ειναι κι αυτο των ανθρωπων. Αλλα φυλλα ο ανεμος τα σκορπαει καταχαμα, αλλα παλι, σαν ερθει η ωρα της ανοιξης, αναφυει το θαλερο δασος. Ετσι και το γενος των ανθρωπων: το ενα φυτρωνει και το αλλο αποληγει.

Οι γεροι ειναι σαν τα γερικα φυλλα, σαν πατσαβουρια, "ανευρα", που λεει κι ο χορος, πανευθραυστα, ετοιμα να τα σαρωσει ο φθινοπωρινος ανεμος. Αχαρη αποληξη μιας ζωης γεματης κοπους και βασανα.

Γῆρας οὐλόμενον

γραφει ο Ησιοδος στην Θεογονια. οὐλόμενος, καταραμενος, απο το ρημα ὄλλυμαι: χανομαι, καταστρεφομαι.

Και στον ομηρικο υμνο Εἲς Ἀφροδίτην, λεει η Αφροδιτη (244-246):

νῦν δέ σε μὲν τάχα γῆρας ὁμοίιον ἀμφικαλύψει

νηλειές, τό τ᾽ ἔπειτα παρίσταται ἀνθρώποισιν,

οὐλόμενον, καματηρόν, ὅτε στυγέουσι θεοί περ.

μα γρηγορα τα γηρατεια, τα κοινα σε ολους, θα σε πλακωσουν, τα ανηλεη, που καποια ωρα θα παρευρευρεθουν στους ανθρωπους, τα ολεθρια, τα κουραστικα, τα μισητα κι απο τους θεους

Για αυτην τη ζωη μιλα ο χορος, και ξεστομιζει εκεινο το ανηκουστο (στ. 1224 κ.ε.):

μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νι- [αντ.]

κᾷ λόγον· τὸ δ᾽, ἐπεὶ φανῇ,

βῆναι κεῖσ᾽ ὁπόθεν περ ἥ-

κει πολὺ δεύτερον ὡς τάχιστα.

να μην εχεις γεννηθει - αυτος ο λογος νικαει ολα τα λογια. Και πολυ δευτερος ειναι τουτος: αν  γεννηθεις, να βαδισεις το γρηγοροτερο κατα κει απ' οπου προερχεσαι

Η ζωη ειναι διαμονη στην "vallis lacrimarum", την "κοιλαδα των δακρυων". Ετσι παραμενει και στον Μεσαιωνα. Ο ανθρωπος, φτερο στον ανεμο, τραγικο ερμαιο της τυχης. "Τυχη, κυβερνητη του κοσμου" - ειναι ενα τραγουδι απο τον 13ο αιωνα:

O Fortuna

velut luna

statu variabilis,

semper crescis

aut decrescis;

vita detestabilis

nunc obdurat

et tunc curat

ludo mentis aciem,

egestatem,

potestatem,

dissolvit ut glaciem.

Ω Τυχη

που σαν το φεγγαρι

αλλαζεις συνεχεια

παντα μεγαλωνεις

και μικραινεις.

Μισητη ζωη

τωρα βασανιζει

και κατοπιν γλυκαινει

εμπαιζοντας τον οξυ νου,

ανεχεια,

δυναμη,

τις λειωνει σαν παγο

Το ακουμε στην μελοποιηση του Carl Orff: Fortuna Imperatrix Mundi.

Καποτε φτανει η ωρα που ο ανθρωπος σηκωνει κεφαλι. Το 1637 ο γαλλος φιλοσοφος René Déscartes εκδιδει μια μελετη με τον τιτλο Discours de la méthode, "Λογος περι μεθοδου". Εκει γραφει τα εξης:

... ειναι δυνατο να φτασουμε σε γνωσεις που ειναι πολυ χρησιμες στη ζωη, και ... μπορουμε να βρουμε μια πρακτικη με την οποια να γνωρισουμε την δυναμη και τα εργα της φωτιας, του νερου, του αερα, των αστρων, των ουρανων κι ολων των αλλων σωματων που μας περιβαλλουν ..., ετσι που να τις εφαρμοσουμε ... σ' ολες τις χρησεις για τις οποιες ειναι καταλληλες, κι ετσι να καταστουμε κυριοι και κατοχοι της φυσης.

Ακολουθει η επελαση της επιστημης, η Γαλλικη, η Βιομηχανικη Επανασταση. Ο γερος παλιοτερα συμμετειχε στη ενεργο ζωη οπως και οσο τον πηγαιναν τα ποδια του. Η υγειονομικη και οικονομικη διασφαλιση των γηρατειων του, που πλεον λιγο-πολυ ξεκινουν με την εξοδο στην συνταξη, με ολα τα καλα της, εχει ενα τιμημα: γινεται αχρηστος, απομονωνεται περισσοτερο, βαριεται, σκοτωνει τον χρονο που του απομενει.

Μες στα παληα τα σωματα των τα φθαρμενα
καθονται των γεροντων η ψυχες.
Τι θλιβερες που ειναι η πτωχες
και πως βαρυουνται την ζωη την αθλια που τραβουνε.
Πως τρεμουν μην την χασουνε και πως την αγαπουνε
η σαστισμενες κι αντιφατικες
ψυχες, που καθονται - κωμικοτραγικες -
μες στα παληα των τα πετσια τ’ αφανισμενα.

Με την μεταλλαξη του τροπου ζωης στην βιομηχανικη εποχη, συχνα τον διακατεχει απογοητευση και οργη για τα χρονια που εζησε, οπως τα εζησε, για ονειρα που εμειναν ονειρα. Viktor Eberhardt, απο το μυθιστορημα του ελβετου λογοτεχνη Gerold Späth Commedia:

Δες τα πως κουρνιαζουν τα γερικα καυλιαρικα ορνια, κι οι αχυροσακκοι κι οι ψωλες τους τρεμουλιαζουν σα σκουριασμενα γλωσσιδια στα προστατοσωβρακα. Καπνιζουν και ρουθουνιζουν και σαχλαμαριζουν για τα παλια, οι κωλογεροι. Τους μισω, μα ελα που ειμαι κι εγω ενας απο δαυτους, 67 χρονων κι απο μερα σε μερα σαπιζω κι αποβλακωνομαι περισσοτερο. Παλια! Και τι δε γινοταν! Δουλευαμε σαν τα βοδια, αντι να τα σπασουμε στο ξυλο τα γουρουνια και να τα ποδοπατησουμε και να τα λιωσουμε, τα βρωμοσκυλα, τους λογαδες κυριους πολυκερδους. Με τις βιλες τους. Μη μου πειτε τιποτα! Την πατησαμε περα για περα. Μας πατησανε. Μας τη στησανε με προοπτικες γι’ αυξηση του μισθου, περισσοτερο ελευθερο χρονο, περισσοτερες κοινωνικες παροχες και τετοια ζεστα γελαδοσκατα. Τωρα τα 'χουμε κι ειμαστε γερικα σακια. Στα 30 μου μπορουσα ν’ αλωνιζω παντου. Και τωρα τι, να παρει ο διαολος; Ν’ ακουω τα ξερατα σας; Ρεμαλια ηρωων της ζωης! Μα δεν ειναι για να κρεμαστεις. Γιατι ο ηλιος λαμπει. Γιατι δε σε υποχρεωνουν. Γιατι αργοτερα, η ισως κι αυριο, θα τα τιναξεις, κι αυτο ειναι παντα πολυ νωρις. Χες τα! Ωραια ειναι μονο που ακομα δεν εχεις ψοφησει, οταν ομως το 'χεις πισω σου κι εχεις αρχισει κιολας να σαπιζεις, δεν φερνεις αντιρρηση. Ετσι κι αλλιως δεν τη γλιτωνεις. Σουρωνω σιγα-σιγα απ’ το μεσημερι ολο τ’ απογεμα μεχρι αργα τη νυχτα. Μολις και φτανει. Μα γιατι κανεις ξερνα τ’ αντερα του δεκαετιες τωρα; Τα τρια παιδια μου φευγατα. Οι δυο μου γυναικες κουραστηκαν. Ζω με τις φαντασιες μου μονο κι οι αλλοι αμολανε σαχλες απ’ το πρωι ως το βραδυ η εκτρεφουν κουνελια η κοπροσκυλα η καταριουνται τ’ αχαριστα παιδια τους η υμνουν τα προκομμενα παιδια τους, ολα τους νεαροι ηρωες, κιολας βηματιζουν σπασικλαδικα και προκομμενα μεσα στα δοκανα. Μπορεις να τους εμπιστευεσαι, τους νεαρους κωλους, το ξερω, και τα βρωμοσκυλα το ξερουν ακομα καλυτερα.

Και σημερα; Στην μεταβιομηχανικη εποχη; Οσον αφορα το θεμα μας, θα περιοριστω σε ενα χαρακτηριστικο αυτης της εποχης: την διαφορετικη εμπειρια του χρονου. Αναφερομαι στον χαμο της διαρκειας. Τα Χριστουγεννα, για παραδειγμα. Πλεον δεν παραπεμπουν στην παμπαλαιη αφηγηση που καθε χρονο ξαναγυρνα. Εχουν μεταλλαχθει σε ενα επεισοδιο του σιριαλ που λεγεται "ζωη". Που θα παμε αυτα τα Χριστουγεννα; Τι θ' αγορασουμε αυτα τα Χριστουγεννα; Τι θα φαμε αυτα τα Χριστουγεννα; Και τελειωνοντας "αυτα τα Χριστουγεννα", οδευουμε προς το επομενο επεισοδιο του σιριαλ. Στην πολιτικη, στην κοινωνικη ζωη, στον αθλητισμο πραγματα και προσωπα, αν οι μορφες τους δεν επανερχονται στην τηλεοραση και στο διαδικτυο, ξεχνιουνται οπως χανονται τα αυλακια που κανει το καραβι στη θαλασσα. Η γνωση, που επισης συνιστα μια αφηγηση με αρχες, εξελιξη, ερωτηματα, προοπτικες, χανεται. Την θεση της παιρνει η πληροφορια, που δηλωνει το προκειμενο ως ενα στιγμα, ενα δεδομενο, τοσο φτωχο και αφασικο οσο οι συντεταγμενες στις οποιες αποξηραινεται ολος ο πλουτος π.χ. απο ενα υπερωκεανειο που, Εμπειρικος, τραγουδα και πλεχει. Ο ερωτας δεν θα σε ριξει στην μαυρη τρυπα του, δεν θ' ανοιξει μια περιπετεια αβυσσαλεα οπως ο σεισμος που ανοιγει ενα χασμα στη γη. Ο ερωτας ονομαζει πλεον ενα παθος που ζητα να ικανοποιηθει με το σωμα του Αλλου οπως η πεινα με το φαγητο.

Μιλαμε για την διαρκεια που χανεται. Και καθως η τεχνη ξερει να αποδιδει μια εποχη ουσιαστικοτερα απο την επιστημη, και καθως η διαρκεια ειναι χρονικο φαινομενο, θα σας δωσω δυο παραδειγματα απο την τεχνη που ειναι κατεξοχην χρονος, την μουσικη. Εδω, στις παλιοτερες εποχες, η διαρκεια, που θα πει, η αφηγηση, αποτυπωνεται ως μελωδια: My Way.

And now, the end is near

And so I face the final curtain

My friend, I'll say it clear

I'll state my case, of which I'm certain

I've lived a life that's full

I've traveled each and every highway

But more, much more than this

I did it my way

Και τωρα το τελος ειναι κοντα

Κι ετσι ειμ' εμπρος στην τελικη αυλαια

Φιλε μου, θα το πω καθαρα

Θα δηλωσω τη θεση μου, κι ειμαι σιγουρος γι' αυτην

Εζησα μια ζωη που ειναι γεματη

Ταξιδεψα σε καθε, μα καθε μεγαλο δρομο

Μα πιο πολυ, και πανω απ’ ολα,

Το εκανα με τον δικο μου τον τροπο

Η αφηγηση μπορει βεβαια να αφορα και το τωρα, και τα επερχομενα. "Τουτη την νυχτα, η ποτε". Γερμανικο τραγουδι απο το 1932. Heute Nacht oder nie:

Heute Nacht oder nie sollst du mir sagen nur das Eine: Ob du mich liebst.

Τουτη τη νυχτα, η ποτε: πες μου αυτο το ενα, αν μ' αγαπας

Heute Nacht oder nie will ich dich fragen, ob du deine Liebe mir gibst.

Τουτη τη νυχτα, η ποτε: θελω να σε ρωτησω αν την αγαπη σου θα μου δωσεις

Heute Nacht oder nie will ich für dich allein nur singen bis morgen früh

Τουτη τη νυχτα, η ποτε: θελω να τραγουδαω για σενα μονο ως το πρωι

Nur die Melodie: Heute Nacht oder nie.

Μονο τη μελωδια: Τουτη τη νυχτα, η ποτε.

Σημερα, στην εποχη της κατακερματισμενης διαρκειας, ακουμε αλλα πραγματα. Για παραδειγμα το συγκροτημα Swans στο τραγουδι Screen Shot Swans, Screen Shot.

Love, child, reach, rise; sight, blind, steal, light

Mind, scar ...

Αγαπη, παιδι, φτανω, υψωνομαι. Θεα, τυφλος, κλεβω, φως

Νους, ουλη ...

Μελωδια ειναι σχεδον ανυπαρκτη. Ανυπαρκτη ειναι και η αφηγηση. Απλα λεξεις πεταμενες εδω κι εκει χωρις νοημα, χωρις να δονουν σ' εμας τιποτα. Μας δονει ο ρυθμος. Ποιος ρυθμος; Στην παλαιοτερη μουσικη ο ρυθμος δινονταν απο το μουσικο μετρο, π.χ. τα ¾ του βαλς, τα ⁶/₈ της βαρκαρολας, τα ⅞ του συρτου καλαματιανου. Το μουσικο μετρο ηταν ο καμβας στον οποιο υφαινονταν η μελωδια, ο κορμος στον οποιο περιτυλιγονταν κι ανεβαινε το τραγουδι οπως ο κισσος στο δεντρο. Σημερα συχνα το μετρο μενει γυμνο, οπως το παιζουν τα μπασα, που δινουν απλα ρυθμο οπως τα τυμπανα στο στρατιωτικο αγημα. Αυτος ο ρυθμος συγγενευει με τον αρχαϊκο εκεινον των χτυπων της καρδιας, η της εισπνοης και της εκπνοης. Γι' αυτο και τα βαρια αυτιστικα, η καθυστερημενα παιδια, εχοντας στη διαθεση τους μονο εκεινο το πρωτο, αρχεγονο δυναμικο του εμβιου οντος,  κινουνται συνεχεια μπρος-πισω σ' εναν τετοιο πρωτογονο, μονοτονο, επαναλαμβανομενο ρυθμο. Και δεν βρισκονται πολυ μακρυα τους οι νεοι και γεροι που σημερα "χορευουν" σε μια μουσικη οπως η τελευταια.

Οταν λεμε "γερος" μιλαμε και για το παιδι, τον νεο και τον ενηλικα που δεν ειναι πια, μιλαμε για τον νεκρο που δεν ειναι ακομα. Η ιδια η λεξη αφηγειται πραγματα, αφηγειται μια ιστορια ζωης και θανατου. Ο ανθρωπος της σημερινης εποχης που ειναι, η θα γινει 70 και 80; Στον βαθμο που δεν ζει στο κλιμα προηγουμενων δεκαετιων και αιωνων, στον βαθμο που ειναι οντως ανθρωπος της σημερινης εποχης, δεν διαρκει, δεν διαγει στον χρονο, κι ετσι η λεξη "γερος" δεν εχει να αφηγηθει τιποτα. Ειναι μια λεξη νεκρη. Η εποχη μας δεν γνωριζει ουτε νεους ουτε γερους. Κινουμαστε σε ενα ισοηλεκτρικο συνεχες  του χρονου οπου οι μικροι ειναι μικρομεγαλοι και οι μεγαλοι μεγαλομικροι.

Ισως η πιο υπουλη καταλυση της διαρκειας ειναι αυτη της διαρκειας διχως τελος. Στην ερημο του φοβου, για τον οποιο θα ακουσουμε απο την Κατερινα Αγγελακη-Ρουκ, στην ερημο του φοβου ο αντικατοπτρισμος προβαλλει εμπρος στα ματια του φοβισμενου μια οαση, ενα φαινομενικα γλυκο παραμυθι που λεγεται "ageless ageing", "αν-ηλικη γηρανση". Στον βωμο του οι Αμερικανοι εναποθετουν καθε χρονο καπου 50 δισεκατομυρια για φαρμακα που υποτιθεται οτι επιμηκυνουν την ζωη. Η ακραια μορφη του παραμυθιου ειναι οι transhumanists, "μετανθρωποι". Ενα μανιφεστο τους λεει:

Προσβλεπουμε στην δυνατοτητα της διευρυνσης του ανθρωπινου δυναμικου υπερνικωντας την γηρανση, τις γνωστικες ανεπαρκειες, τα ακουσια βασανα και τον εγκλεισμο μας στον πλανητη γη.

Οι σημερινες επεμβασεις της πλαστικης χειρουργικης ειναι λοιπον μονο η απαρχη. Ομως ηδη αυτα που τωρα υπαρχουν, μεταμορφωνουν καποιον, το βλεπουμε καθημερινα στις οθονες και στον κυκλο μας, τον παραμορφωνουν, τον "κακοφορμιζουν", οπως λεει η Κατερινα. Η μορφη του πλησιαζει το cyborg. Γινεται, με μια εκφραση του Jean Baudrillard, "υπερπραγματικος" ανθρωπος.

Digital Ageing.PNG

Βεβαια η φθορα, παρολη την τεχνολογια, ερχεται, και "οι Μηδοι επιτελους θα διαβουν". Καποτε ερχεται αργα-αργα, καποτε σκαει ενας καρκινος, καποιο εμφραγμα και παει λεγοντας. Αυτα τα συμβαντα, καθως δεν ακουμπανε στο λικνο μιας ιστοριας ζωης, αιφνιδιαζουν, εκπλησσουν, πανικοβαλλουν. Ερχονται παντα σε λαθος χρονο. "Σαστισμενες κι αντιφατικες ψυχες", λεει ο ποιητης. Η ιδια η φθορα γινεται αντιληπτη περισσοτερο ως αναπηρια. Ποια ειναι η διαφορα; Η αναπηρια μπορει να συμβει σε οποιαδηποτε ηλικια και ειναι μια λεξη στερητικη. Τα γεραματα, οταν μπορουσαμε να μιλαμε για γεραματα, ειναι ενας χρονος και ενας τοπος στον οποιο καποιος, σαν ερθει η ωρα του, εισερχεται και τον κατοικει. Σημερα αυτα τα γεραματα τεινουν να γινουν, εχουν γινει μια ξενη, μια νεκρη γλωσσα. Στο ποιημα της Κατερινας υπαρχουν οι στιχοι

Φοβος για την καταρρευση
της φυσης, του κορμιου, του κοσμου.

Ενδεχομενως σημερα ο φοβος δεν ειναι η κυριαρχη διαθεση απεναντι στα γεραματα που εισβαλλουν. Διοτι φοβασαι μονο κατι που ξερεις, η νομιζεις πως ξερεις. Ομως ο σημερινος ανθρωπος αντικρυζει την καταρρευση οπως θα στεκοταν εμπρος σε μινωικη γραφη: δεν του λεει τιποτα. Ισως ομως και να καταλαμβανεται απο ενα αλλο ειδος φοβου, εναν φοβο που συνανταμε περισσοτερο στα μικρα παιδια - κατι το μυθικο, το απεραντα ζοφερο, που παει να σε ρουφηξει και να σε βυθισει στον σκοταδι του, να σε σκοτεινιασει τον ιδιο, και που ειναι πιο τρομερο κι απο την οποια απωλεια, πιο φοβερο κι απ' τον θανατο. Και οπου δεν υπαρχει πλεον καμια αγκαλια που να μπορεις να πας και να κουρνιασεις στην θαλπωρη της.

Πολυ συχνα, οπως ανεφερα, κανεις δεν φτανει καν στον φοβο. Η ελλειψη της διαρκειας, που θα πει συναμα η αναιθησια για την περατοτητα, κανει καποιον να αναλωνεται σε κατι που ειναι πιο δυνατο απο την φθορα και τον θανατο. Οπως για παραδειγμα, η διαχειριση. Κανεις μανατζαρει την ζωη του και αυτη η απασχοληση μπορει να τον απορροφα μεχρι τελους, μεχρι και την διαχειριση της εκπτωσης, της ασθενειας, της διαθηκης. Υπαρχουν και αλλα πραγματα στα οποια μπορει μια ζωη να εξαντλειται: η αγαπη, ο ερωτας, η ενοχη, το μισος και η εκδικηση, η αυταρεσκεια, η γνωμη των αλλων, αλλα και παθη κι επιθυμιες και ορμες που δεν εννοουν να παρελθουν, ενω εχει παρελθει ο χρονος τους - βλεπε viagra, τεστοστερονη και τα παρομοια.

Η, κατι σαν αυτο που μου συμβαινει τωρα που γραφω τις τελευταιες γραμμες και επιμενω ν' αναζητω ενα ωραιο τελειωμα - λες και η ζωη αποκτα ποτε πληροτητα και ολοκληρωση!

(Τελος του εκφωνηθεντος κειμενου)

Ομως πως οριζονται τα γεραματα; Οι κοινωνιολογοι τα εννοουν ως την μεταβαση απο την αναπτυξη στην συντηρηση και στην διαχειριση των απωλειων. Ομως ποια ειναι η εμπειρια του "γερναω"; Θα μπορουσε να γινει μια διακριση αναμεσα στο αυτοπροσδιοριζομενο και στο ετεροπροσδιοριζομενο γηρας.

Το δευτερο, το ετεροπροσδιοριζομενο γηρας. Η εμπειρια του ερχεται απο την συγκριση με το πριν: Πριν λιγο καιρο βρεθηκα σ' ενα γηπεδο μπασκετ, κατω απο το καλαθι. Εβλεπα το στεφανι και απορουσα: εγω ημουν που μαθητης, δηλαδη πριν απο πενηντα και βαλε χρονια, πηδαγα και το εφτανα; Απιστευτο! Στο μετρο, οταν πλεον καποιες φορες μου προσφερουν την θεση τους να καθησω. Εμενα; Πως το σκεφτηκαν; Οι φωτογραφιες, οταν αρχισαν τα μαλλια μου να πεφτουν. Οταν βλεπω μια μορφη κουρασμενη, ρυτιδιασμενη, σαν το σαπιο φυλλο, με την εκφραση του Ομηρου: Εγω ειμαι αυτος;

Ο αυτοπροσδιορισμος τωρα. Εδω τα πραγματα αλλαζουν. Διοτι ελευθερος απο συγκρισεις, μενοντας στον χρονο μου, το στεφανι ειναι απλα πολυ ψηλα, τα μαλλια κι η φαλακρα μου ειναι οπως ειναι, στο μετρο μπορω να δεχτω την θεση, η να αρνηθω, αναλογα με το ποιος μου την προσφερει, αν ειμαι κουρασμενος, κλπ. Ετσι ειμαι, απλα.

Και η εμπειρια των γηρατειων; Ποτε ονομαζονται με το ονομα τους; Η πρωτη φορα ηρθε πριν καπου δεκα χρονια κατα την συγγραφη μιας ομιλιας. Εκει αναφερομαι σε μια φραση απο το δοκιμιο του Γιωργου Σεφερη "Γλωσσες στον Αρτεμιδωρο", που μου εντυπωθηκε. Στην ομιλια λεω:

Υπηρξαν στη ζωη μου καποιες στιγμες που, οπως λεμε, "εγραψαν" - με συγκινησαν, με σημαδεψαν, πηραν μια μονιμη θεση στον κοσμο, τον στιγματισαν. Αρχικα και για μεγαλο διαστημα παρεμεναν βουβες. Επιμονες και αμετακινητες. Τα τελευταια χρονια λοιπον μου συμβαινει κατι πρωτογνωρο: Τυχαινει καποτε να εχω μια αναλαμπη. (...) Τοτε καποια απ' αυτες τις αλλοτινες στιγμες ανασαλευει. (...) Γινεται οικεια, μπορω και συνομιλω μαζι της. Το ονομα που μου ηρθε γι' αυτες τις εμπειριες, δεν ξερω πως κι απο που, ηταν "γεραματα".

Ποιος ειναι αυτος που γερναει; Το ειδωλο των συγκρισεων; Σ' αυτες εγω ετεροπροσδιοριζομαι, δηλαδη εχω μια εικονα του εαυτου μου μεσα απο την αναφορα σε ενα πριν, σε ενα ειδωλο στον καθρεφτη, στο βλεμμα των αλλων. Φυσικα ειμαι εγω, ομως και δεν ειμαι εγω.

Ποιος ειναι αυτος που γερναει; Στην εμπειρια μου οπου τα γεραματα ονομαζονται; Η λεξη ηρθε. Δεν ειμαι γερος, δεν νοιωθω γερος. Βλεπω γεραματα. Που τα βλεπω; Σε ποιον τα βλεπω; Η λεξη ηρθε. Απροσωπα. Σκεφτομαι και τα λογια της Αφροδιτης που αναφερθηκαν προηγουμενως: Το γηρας παρίσταται ἀνθρώποισιν, παρευρισκεται στους ανθρωπους, τους παρα-στεκεται, ερχεται κοντα τους. Ας το ακουσουμε οπως λεγεται, διχως να το παραφραζουμε στην γλωσσα ενος υποκειμενου, οπου θα ηταν το υποκειμενο, θα ημουν εγω, που γερναω. Το γηρας παρίσταται, ερχεται και με βρισκει. Το γηρας δεν ειμαι εγω. Δεν ειναι ενα υποκειμενο και γι' αυτο δεν εχει προσωπο. Ερχεται, απροσωπα και με συναντα. Με συναντα και με κανει εναν αλλο, με αποπροσωποποιει. Για αυτην την αποπροσωποποιηση εγραψα πριν δυο χρονια:

Ισως πλεον εχει να κανει και με την προχωρημενη μου ηλικια, αυτην που οι παλιοτεροι, που ζουσανε και πεθαινανε συντονοι με τον χρονο, αποκαλουσαν "γεραματα". Ενα χαρακτηριστικο των γηρατειων ειναι λοιπον οτι κανεις, μετα απο τα πολλα "του κυκλου τα γυρισματα", στην γειτονευση πια με τον θανατο, χανει την ντροπη: Σε εναν αγνωστο μου, π.χ. στο μετρο, οταν ζητω να περασω για να κατεβω στην επομενη σταση, θα απευθυνθω με μια οικειοτητα σαν να τον ηξερα απο παντα. Κι αυτο ειναι ενα φαινομενο αποπροσωποποιησης: Τα προσωπα μας, δηλαδη ανθρωποι, αυτος κι εγω, με ολοτελα διαφορετικη ιστορια, αναφορες, προσωπικοτητες, ειναι παντελως αδιαφορα. Η οικειοτητα, με την οποια του, η της, απευθυνομαι, ειναι μια τελειως αλλη, που δεν βασιζεται σε τιποτα που θα μπορουσε να μας ενωνει, η να μας χωριζει.

Πολλοι απο αυτους τους ανθρωπους θα μπορουσαν να ειναι παιδια μου. Τι θα πει αυτο το "θα μπορουσαν"; Δεν τους βλεπω σχεδον σαν παιδια μου; Δεν ειμαι ενας, αποπροσωποποιημενος, πατερας τους;

Η αποπροσωποποιηση του γηρατος συμβαινει επανω σε ενα κεκλιμενο επιπεδο οπου κυλωντας το σωμα φθινει: γινεται ολο και περισσοτερο ανυποστατο. Στην χαμενη τραγωδια του Ευριπιδη "Αιολος" ενας γερος λεει:

γεροντες ουδεν εσμεν αλλο πλην οχλος

και σχημ', ονειρων δ' ερπομεν μιμηματα

εμεις οι γεροι δεν ειμαστε παρα …

σκηνωματα και ερπουμε πανω στη γη, απομιμησεις ονειρων

Αυτο θα πει οτι απεναντι στον Αλλο ο γερος, με την υποσταση του να φθινει, στεκει διχως αντισταση: διχως επιθυμια και φοβο, διχως ανταγωνισμο και συγκρουση, μαλιστα κενος καθε προθετικοτητας. Ακριβως αυτο το στοιχειο του γηρατος ηρεμει τον Αλλο, διοτι τον απαλλασσει απο την πιεση της ανταποκρισης. Τον κανει φιλικο και προσηνη. Για αυτην την κοπωση, οχι απο εξαντληση αλλα απο την καταληψη του σωματος απο το ανυποστατο, ο Peter Handke γραφει:

Μιλω εδω για την κοπωση σε καιρο ειρηνης, στα μεσοδιαστηματα. Και σ' εκεινες τις ωρες υπηρχε ειρηνη (...). Και το εκπληκτικο ειναι πως η κοπωση μου εκει εμοιαζε να συντελει στην προσκαιρη ειρηνη, καθως το βλεμμα της καθε φορα ηρεμουσε, μαλακωνε - αφοπλιζε εκφρασεις της βιας, της εριδας, η και μονο καποιας αγενειας ηδη στο ξεκινημα τους...

Πως λυνονται τα προβληματα: Ενας γερος

Στου καφενειου του βοερου το μεσα μερος
σκυμενος στο τραπεζι καθετ’ ενας γερος·
με μιαν εφημεριδα εμπρος του, χωρις συντροφια.

Και μες των αθλιων γηρατειων την καταφρονια
σκεπτεται ποσο λιγο χαρηκε τα χρονια
που ειχε και δυναμι, και λογο, κ’ εμορφια.

Ξερει που γερασε πολυ· το νοιωθει, το κυτταζει.
Κ’ εν τουτοις ο καιρος που ηταν νεος μοιαζει
σαν χθες. Τι διαστημα μικρο, τι διαστημα μικρο.

Και συλλογιεται η Φρονησις πως τον εγελα·
και πως την εμπιστευονταν παντα — τι τρελλα! —
την ψευτρα που ελεγε· «Aυριο. Εχεις πολυν καιρο.»

Θυμαται ορμες που βασταγε· και ποση
χαρα θυσιαζε. Την αμυαλη του γνωσι
καθ’ ευκαιρια χαμενη τωρα την εμπαιζει.

.... Μα απ’ το πολυ να σκεπτεται και να θυμαται
ο γερος εζαλισθηκε. Κι αποκοιμαται
στου καφενειου ακουμπισμενος το τραπεζι.

Ο γερος δεν ησυχαζει βρισκοντας απαντησεις. Κουραζεται με τα προβληματα, τα ερωτηματα, κι αποκοιμαται. Ειναι σοφος, οχι μετα απο γνωσεις και προσπαθειες αλλα απο το οτι ετσι ειναι: καποτε ζαλιζεται κι αποκοιμαται. Διοτι τα προβληματα της ζωης καπως ετσι λυνονται: οταν κανεις κουραζεται, τα βαριεται και τα αφηνει να πεσουν κατω. Ο Buson, συνθετης χαϊκου:

Έλα, πάμε για ύπνο!

Ο νέος χρόνος είναι μια

υπόθεση του αύριο.

Αυτη η κουραση απροσωποποποιει, κανει μια ζωη, την ζωη σου, να ειναι, χωρις να σε αφορα,  χωρις να αφηνει καποιο εντυπωμα στο Εγω.  Καβαφης, "Μακρυα":

Θαθελα αυτην την μνημη να την πω...
Μα ετσι εσβυσθη πια... σαν τιποτε δεν απομενει -
γιατι μακρυα, στα πρωτα εφηβικα μου χρονια κειται.

Δερμα σαν καμωμενο απο ιασεμι...
Εκεινη του Aυγουστου - Aυγουστος ηταν; - η βραδυα...
Μολις θυμουμαι πια τα ματια· ησαν, θαρρω, μαβια...
A ναι, μαβια· ενα σαπφειρινο μαβι.

Η μνημη. Τα παρελθοντα χρονολογουνται ολο και περισσοτερο στο "μια φορα κι εναν καιρο": Παλια συμβαντα, παλια προσωπα, παλια τραγουδια, ερχονται, οταν ερχονται, στην αισθηση ενος νεκρου, ενος που τα ξαναζει απο μακρια πλεον, σαν μεσα απο εναν ταφο. Γινονται κυριολεκτικα παρελθοντα, γινεται παρελθων και αυτος ο αλλοτινος που τα εζησε. Καβαφης και παλι, ¨Επιθυμιες":

Σαν σωματα ωραια νεκρων που δεν εγερασαν
και τακλεισαν, με δακρυα, σε μαυσωλειο λαμπρο,
με ροδα στο κεφαλι και στα ποδια γιασεμια —
ετσ’ η επιθυμιες μοιαζουν που επερασαν
χωρις να εκπληρωθουν· χωρις ν’ αξιωθει καμια
της ηδονης μια νυχτα, η ενα πρωι της φεγγερο.

Και σε μια μελοποιηση του Νικολα Σπανου.


Το οδυνηρα ωραιο

Εισηγησεις στον σεμιναριακο κυκλο Φιλοσοφικες και Θεραπευτικες Προσεγγισεις στην Τεχνη

Ο Ηροδοτος αφηγειται μια ιστορια [5.18.1] για Περσες μαντατοφορους του Δαρειου που πηγαν στον βασιλεα της Μακεδονιας Αμυντα και ζητησαν "γην και υδωρ".

ὁ δὲ ταῦτά τε ἐδίδου καί σφεας ἐπὶ ξείνια καλέει, παρασκευασάμενος δὲ δεῖπνον μεγαλοπρεπὲς ἐδέκετο τοὺς Πέρσας φιλοφρόνως. ὡς δὲ ἀπὸ δείπνου ἐγίνοντο, διαπίνοντες εἶπαν οἱ Πέρσαι τάδε· Ξεῖνε Μακεδών, ἡμῖν νόμος ἐστὶ τοῖσι Πέρσῃσι, ἐπεὰν δεῖπνον προτιθώμεθα μέγα, τότε καὶ τὰς παλλακὰς καὶ τὰς κουριδίας γυναῖκας ἐσάγεσθαι παρέδρους· σύ νυν, ἐπεί περ προθύμως μὲν ἐδέξαο, μεγάλως δὲ ξεινίζεις, διδοῖς τε βασιλέϊ Δαρείῳ γῆν τε καὶ ὕδωρ, ἕπεο νόμῳ τῷ ἡμετέρῳ. εἶπε πρὸς ταῦτα Ἀμύντης· Ὦ Πέρσαι, νόμος μὲν ἡμῖν γέ ἐστι οὐκ οὗτος, ἀλλὰ κεχωρίσθαι ἄνδρας γυναικῶν· ἐπείτε δὲ ὑμεῖς ἐόντες δεσπόται προσχρηίζετε τούτων, παρέσται ὑμῖν καὶ ταῦτα. εἴπας τοσαῦτα ὁ Ἀμύντης μετεπέμπετο τὰς γυναῖκας. αἱ δ᾽ ἐπείτε καλεόμεναι ἦλθον, ἐπεξῆς ἀντίαι ἵζοντο τοῖσι Πέρσῃσι. ἐνθαῦτα οἱ Πέρσαι ἰδόμενοι γυναῖκας εὐμόρφους ἔλεγον πρὸς Ἀμύντην φάμενοι τὸ ποιηθὲν τοῦτο οὐδὲν εἶναι σοφόν· κρέσσον γὰρ εἶναι ἀρχῆθεν μὴ ἐλθεῖν τὰς γυναῖκας ἢ ἐλθούσας καὶ μὴ παριζομένας ἀντίας ἵζεσθαι ἀλγηδόνας σφίσι ὀφθαλμῶν.

Αυτος δεχτηκε, τους καλεσε να τους φιλοξενησει, και προθυμα τους ετοιμασε πλουσιο γευμα. και καθως οι Περσες τελειωσαν και αρχισαν να πινουν, ειπαν: "Φιλοξενε Μακεδονα, οι Περσες εχουμε μια συνηθεια, οταν προσφερουμε λαμπρο δειπνο, να φωναζουμε τις παλλακιδες και τις γυναικες μας να παρευρισκονται. Αφου λοιπον εσυ μας δεχτηκες τοσο προθυμα, μας φιλοξενεις και δινεις στον βασιλια Δαρειο γη και υδωρ, ακολουθησε το δικο μας εθιμο". Ο Αμυντας αποκριθηκε: "Εμεις, Περσες, δεν εχουμε τετοια εθιμα. Οι ανδρες ζουν χωριστα απο τις γυναικες, αλλα αφου ειστε οι κυριαρχοι και ζητατε κατι τετοιο, θα σας το παραχωρησουμε". Αυτα ειπε ο Αμυντας και εστειλε να φωναξουν τις γυναικες. Εκεινες ηρθαν και καθισαν η μια κοντα στην αλλη, απεναντι απο τους Περσες. Οπου οι Περσες ειδαν τις ομορφες γυναικες και ειπαν στον Αμυντα οτι αυτο που κανει δεν ηταν φρονιμο, διοτι θα ηταν προτιμοτερο να μην ειχαν ερθει καθολου οι γυναικες, παρα να ερθουν και να καθισουν απεναντι κι οχι διπλα τους - ετσι ηταν "ἀλγηδόνες ὀφθαλμῶν".

Στο βιβλιο του Λογγινου, λογιου των ελληνιστικων χρονων, Περι Υψους, το υψηλο και το ωραιο δεν διαφερουν ακομα μεταξυ τους. Ετσι το ωραιο συγκλονιζει, οπως το υψηλο. Το ωραιο ειναι περαν της αρεσκειας. Και δεν ειναι μακρια, "ου πορρω", γραφει, "το Ηροδοτειον", η ρηση του Ηροδοτου που λεει "τας καλας γυναικας 'αλγηδονας οφθαλμων'", πως οι ωραιες γυναικες "πονανε τα ματια". Το ωραιο ειναι οδυνηρα ωραιο.

Και ο Πλατωνας λεει στο Συμποσιο πως εκεινος που θα "παιδαγωγηθει" στα "ερωτικα", στο τελος του δρομου θα αντικρυσει ἐξαίφνης, θαυμαστόν ... καλόν, θεῖον καλὸν. Ο θεατης περιερχεται εκτος εαυτου, απορει και τρομαζει (εκπλήττονται). Τον καταλαμβανει μια μανία, μια τρελλα.

Το "μου αρεσει", η αρεσκεια εχει παντα κατι το αυτοερωτικο: μου αρεσει, και αρεσκομαι σ' αυτην την αρεσκεια. Κατα τουτο διαφερει απο το ωραιο ως οδυνηρο. Οταν εδω γινεται λογος για το οδυνηρο, ο πονος δεν πρεπει να εννοηθει ως συναισθημα. Στον πονο διανοιγεται ενα χασμα, ο πονος ειναι σχισμα, π.χ. ο πονος του χωρισμου. Στον πονο κανεις πετιεται εξω απο το κλεισιμο στον εαυτο του, απο την αυτοερωτικη του εσωτερικοτητα και ανοιγεται για τον Αλλο, για το Αλλο. Αυτο ειναι που επιτελει η τεχνη. Διχως τον πονο διαιωνιζεται το ιδιο, το οικειο, το συνηθες. Ο Heidegger εννοει την εμπειρια μεσα απο αυτην την συνθηκη:

Η εμπειρια [...] στην ουσια της ειναι ο πονος στο οποιο αποκαλυπτεται το ουσιαστικα αλλοτριο των οντων ως προς το συνηθες.

Το πλοιο των τρελλων

masterpieceoriginalbierly.jpg

Ο πινακας βαραινει προς τα κατω, στη γη. Ο ουρανος ειναι αδειος, το φως δεν εχει αναφορα στον ηλιο αλλα ειναι μονο το χρωμα του ηλιου, που τον βαφει ομοιομορφα. Λιβαδι (μηπως θαλασσα;) και πλαγια του βουνου ειναι ατονα, χλωμα, ανυποστατα. Δεσποζει το φυλλωμα ενος δεντρου. Ο ασυνηθιστα μακρυς και λεπτος κορμος του μοιαζει ευθραυστος. Μαλιστα σε ενα σημειο του εχει κοπει, θα μπορουσε ευκολα να καταρρευσει. Στο κεντρο του φυλλωματος προβαλλει ενα κεφαλι, μια σκοτεινη μορφη, σκυθρωπη, κατι αναμεσα σε νεκροκεφαλη και σε κουκουβαγια. Αμεσως χαμηλοτερα επανω στον κορμο ειναι δεμενο ενα λαβαρο, σε χρωμα λιγο πιο σκουρο απο τον ουρανο, λεπτο και υπερβολικα μακρυ, επανω του αχνη μια ημισεληνος στο χρωμα του ουρανου, που κυματιζει σε εναν ανεμο που μοιαζει να πνεει μονο γι' αυτο.

Αμεσως πιο κατω δεμενα μαζι στον κορμο ενα μπουκετο και μια ψητη χηνα. Απο τον θαμνο ξεπροβαλλει ενας νεαρος μ' ενα μεγαλο μαχαιρι που μολις και φτανει για να κοψει το λουρι που την κρατα δεμενη στον κορμο. Στον θαμνο εχει ενα ακομα κεφαλι, σκοτεινο κι αυτο, που τωρα μοιαζει κεφαλι γριας με τσεμπερι. Θα 'λεγες οτι τα δυο κεφαλια ειναι κατι σαν οι θεοτητες δεντρου και θαμνου, που ομως δεν εχουν τιποτα απο την χαρη μιας νυμφης, η μιας δρυιαδας. Μοιαζουν ενοχλημενες, σαν να τους συμβαινει κατι κακο εκει κατω, σαν η αρμονια της φυσης να εχει διαταραχτει και να της ηρθαν τα πανω κατω.

Χαμηλοτερα απο την χηνα και το μπουκετο ξεκινουν δυο σχοινια, λεπτα και αχνα, σαν συνεχομενες χαντρες, που αποληγουν στις ακρες ενος μικρου καραβιου: ρελια, και ο κορμος - το καταρτι του. Απο το πισω ρελι ξεκινα ενα αλλο σχοινι προς τα κατω. Στην ακρη του κρεμεται μια κρεπα, κι απο κατω της μια ταβλα, και τριγυρω της ανθρωποι, κι ολα αυτα μεσα σ' ενα καραβι που πλεει στο ποταμακι. Μεσα στο ποταμι δυο ανθρωποι ακομα, γυμνοι, επεκτεινουν την κατωβαρη κινηση του πινακα κατω και απο την επιφανεια γης και νερων.

Η γη μοιαζει να ασκει στα παντα μια ακατανικητη ελξη και να τα καθηλωνει επανω της. Αν θυμηθουμε πως εκεινα τα χρονια κυριαρχη κατευθυνση ειναι η ανοδικη, προς το υψηλο, το πνευματικο, το θειο, το υπερβατικο, τοτε η τρελλα θα εκφραζονταν ακριβως με την αντιστροφη κατευθυνση: προς το υλικο, το γηινο, το εγγενες.

Το ιδιο το καραβακι εχει μια παιδικη τρυφεροτητα. Μοιαζει περισσοτερο με παιχνιδι. Επανω και τριγυρω του ειναι 12 ανθρωποι. Δυο πραγματα κανουν εντυπωση: Πρωτον, κανεις δεν ασχολειται με το ταξιδι, με την πορεια του καραβιου. Ειναι μαλιστα ζητημα, αν το καραβι κινειται καν. Ηδη διοτι το δεντρο, που παριστανει το καταρτι, παραπεμπει περισσοτερο στο ριζωμα στη γη, παρα στην ελευθερη πλευση επανω στα νερα. Οπωσδηποτε αυτο μοιαζει να μην ενδιαφερει κανεναν. Ο μονος που θα μπορουσε να μαρτυρει καποιον σχετικο ρολο ειναι ενας που κραταει κατι σαν κουπι, η  πηδαλιο. Ομως αυτο ειναι μια τεραστια κουταλα, και ο ιδιος ο, ας τον πουμε, πηδαλιουχος ειναι απασχολημενος με αλλα πραγματα.

Το δευτερο που κανει εντυπωση ειναι οτι οι 12 ανθρωποι, μεμονωμενοι, η σε ομαδες, επιδιδονται σε 6 διαφορετικες δρασεις, μεταξυ τους αποκομμενες. Ειδαμε τον πρωτο που παει να παρει την ψητη χηνα την δεμενη στον κορμο-καταρτι. Ενας καρναβαλος καθεται στο κλαδι ενος κουτσουρου που παριστανει το "μπαστουνι" του καραβιου, εχει γυρισμενη την πλατη στους αλλους και αργοπινει απο μια κουπα απορροφημενος στον εαυτο του. Απο κατω του ενας αλλος κρατιεται απο το κουτσουρο, σκυβει εξω απο το καραβι και κανει εμετο. Στη μεση του καραβιου, κατω απο την κρεμαμενη κρεπα, η ταβλα που, ανισα μεγαλη, εξεχει απο το καταστρωμα. Αντικριστα καθονται μια μοναχη κι ενας μοναχος. Η μοναχη παιζει λαουτο, τα στοματα τους ειναι ανοιχτα, οπως κι αυτα του πηδαλιουχου και δυο αλλων. Τραγουδανε προφανως, αλλα παιζουν κι ενα παιχνιδι της εποχης: πανε να δαγκωσουν την κρεπα χωρις να χρησιμοποιησουν τα χερια τους. Αριστερα ειναι πλαγιασμενος ενας αλλος. Κραταει ενα μεγαλο φλασκι μισοβυθισμενο στο νερο. Ομως η προσοχη του ειναι στραμμενη σε μια γυναικα που στεκεται απο πανω του κι ειναι ετοιμη να του καταφερει μια κανατα στο κεφαλι. Στο νερο, διπλα στο καραβι, ειναι δυο ανθρωποι. Ο ενας ορθιος, γυμνος, κραταει με τα δυο χερια την κουπαστη στο σημειο που καθεται ο μοναχος. Δεν ειναι καθαρο αν σπρωχνει το καραβι να ξεκινησει, αν θελει ν' ανεβει, η κατι αλλο. Ο αλλος, ενας νεος, κολυμπα προς αυτον, κρατα μια μεγαλη κουπα και του την προσφερει με τα δυο του χερια, σχεδον ιεροτελεστικα. Αριστερα στο μεσον του πινακα αιωρειται κι ενα κανατι.

Ενα χαρακτηριστικο του "πλοιου των τρελλων" ειναι λοιπον η ασχετοσυνη, τοσο ως προς το πλοιο και το ταξιδι, οσο και ως προς την συνυπαρξη των ανθρωπων μεταξυ τους. Η τρελλα τους συνισταται στην παντελη ασχετοσυνη. Και παλι το εργο του Bosch "Το πλοιο των τρελλων" ειναι ωραιο. Πως μπορει η ασχετοσυνη της τρελλας να ειναι ωραια;

Το 1494, μαλλον λιγα χρονια πριν απο το εργο του Bosch, κυκλοφορησε το βιβλιο του Sebastian Brant, γερμανου νομικου και ουμανιστη με τον τιτλο Das Narrenschiff - "Το πλοιο των τρελλων", οπου σατιριζει διαφορους χαρακτηρες. Γνωρισε μεγαλη επιτυχια, επισης λογω της εικονογραφησης που κατα πασα πιθανοτητα εκανε ο Albrecht Dürer. Το εξωφυλλο ειναι αυτο:

1-B125-P3-1494-1
Brant, Narrenschiff / Holzschn.v.Duerer
Brant, Sebastian
Dichter und Humanist
um 1457/58 - 1521.
Werke: Das Narrenschiff.
- Titelblatt. -
Holzschnitt, Albrecht Duerer (1471-1528)
zugeschrieben.
Gedruckt bei Johann Bergmann von Olpe,
Basel 1494.
E:
Brant, Ship of Fools / Woodcut / Duerer
Brant, Sebastian
poet and scholar
c.1457/58 - 1521.
Works: Das Narrenschiff (Ship of Fools).
- Title page. -
Woodcut, Albrecht Duerer (1471-1528)
attributed.
Printed by Johann Bergmann von Olpe,
Basel 1494.
F:
Brant, Sebastien , humaniste et poete sa
Brant, Sebastien , humaniste et poete
satirique alsacien , v. 1457/58-1521.
Oeuvre : La Nef des fous.
- Page de titre. -
Gravure sur bois, Albrecht Duerer (1471-
1528) attribuee.
Imp. par Johann Bergmann d'Olpe, Bale
1494.

Εδω καθε εικονα εχει συνοχη. Υπαρχει κατευθυνση, οι τρελλοι ειναι συγκεντρωμενοι στην κοινη υποθεση. Η ωραιοτητα που αναδιδει εργο του Bosch, η ιδιαιτερη ωραιοτητα, η τρυφερη, αποκοσμη ωραιοτητα της ασχετοσυνης, λειπει.

Για ποια ωραιοτητα μιλαμε εδω; Ας το δουμε στο παραδειγμα των θεων του Ολυμπου ο οποιος Ολυμπος, συμφωνα με τον γερμανο φιλοσοφο Hegel, θα ηταν ενα "πλοιο των τρελλων".

Συμφωνα με τον Hegel η φιλοτητα και η ευφορια της ελληνικης θρησκειας οφειλεται στην συνειδηση της πολλαπλοτητας: "Η ευφορια της ελληνικης θρησκειας (...) εχει τον λογο της στο οτι βεβαιως και υπαρχει ενας σκοπος, κατι τιμωμενο, ιερο· ομως συναμα υπαρχει αυτη η ελευθερια απο σκοπο, πιο αμεσα κατα το οτι οι ελληνικοι θεοι ειναι πολλοι" (17.164). Καθε θεος, λεει, εχει μεν μια ιδιαιτερη ιδιοτητα. Ομως καθως υπαρχουν πολλοι θεοι, κανενας θεος δεν εμμενει στην ιδιαιτεροτητα του. Ετσι ενας θεος του πολεμου ανεχεται και την ειρηνη. Αυτη η συνειδηση της πολλαπλοτητας λοιπον παραγει μια φιλικη ευφορια. Κανεις δεν κρατιεται σπαστικα απο τον εαυτο του, απο την ιδιαιτεροτητα του. Κανεις δεν θεωρει τον εαυτο του απολυτο. Κανεις δεν ειναι αποκλειστικος. Η συνειδηση της πολλαπλοτητας κανει επισης να προκυπτει η αποσταση μιας αυτοειρωνειας, οπου ο καθεκαστος, τροπον τινα αυτοειρωνευομενος, αυτοαναιρειται. Επισης η πολλαπλοτητα των καθοριστικων σκοπων γεννα μια "ευφορια της ανοχης", μια "φιλικοτητα της υπαρξης": "(...) ο σκοπος δεν ειναι ενας μονο, (...) γινονται πολλοι σκοποι (…). Εδω ο πραγματικος σκοπος δεν ειναι πια αποκλειστικος, αφηνει πολλα, ολα να ισχυουν μαζι μ' αυτον, και η ευφορια και η ανοχη εδω ειναι θεμελιακος καθορισμος. Υπαρχουν πολλαπλα υποκειμενα που ισχυουν το ενα διπλα στο αλλο, πολλες ενοτητες, απο τις οποιες η υπαρξη αντλει τα μεσα της· μ' αυτο εχει κατατεθει η φιλικοτητα της υπαρξης" (17.47f.). (...) "Αντιθετα εκει που ειναι μια αρχη, μια ανωτατη αρχη κι ενας ανωτατος στοχος, εκει δεν μπορει να συμβαινει αυτη η ευφορια" (17.164).

Αντιστοιχη ειναι και μια σημειωση του Peter Handke απο το Περι κοπωσεως:

Εκεινες οι νεκρες φυσεις με τα λουλουδια απο τον δεκατο εβδομο αιωνα, κατα κανονα απο τις Κατω Χωρες, οπου στα ανθη καθεται, σαν να 'ταν αληθινο, εδω ενα ζουζουνι, εδω ενα σαλιγκαρι, εκει μια μελισσα, εκει μια πεταλουδα και, παρολο που κανενα ισως δεν εχει ιδεα για την παρουσια του αλλου, προς στιγμη, στη δικη μου στιγμη, ολα γειτονευουν μεταξυ τους.

C:\Users\K\Google Drive\ALIENIST\2. [ψυχ]αναλυση\3. ΚΕΙΜΕΝΑ ΟΜΙΛΙΕΣ\Κειμενα Ομιλιες 2011-2015\Celan\Ambrosius Bosschaert the Elder.jpg

Η γειτονευση των ασχετων δεν χαρακτηριζεται απο καποιον συνδεσμο χρονικο, αιτιολογικο, επεξηγηματικο, υποθετικο κλπ., αλλα απο το απλο "και". Για αυτο γραφει ο Byung-Chul Han:

Το παραδιπλα-του-ενος-με-το-αλλο των αντικειμενικα απομακρων δεν χρειαζεται να εγκειται σε υποκειμενικη "αυθαιρεσια" η σε "ιδεες της στιγμης". Ο Hegel, κολλημενος στην οργανικη συνεχεια, δεν αναπτυσσει κανενα αισθητηριο για την εγγυτητα του απομακρου, για εκεινη την εμπειρια του κοσμου που συνισταται στην αντιληψη του ΚΑΙ, σε μια ιδιαιτερη επαναληψη: "Και: η ευωδια μιας μυρικης και μια ανοιχτη εξωπορτα". - "Και: Χαραμα και ποντικι (εμπρος απο το παραθυρο)". Ο κοσμος που γινεται ορατος με το ΚΑΙ, που αποκαλυπτεται με την "επαναληψη", ειναι μπαροκ με μια ιδιαιτερη εννοια. Η εγγυτητα του εννοιολογικα απομακρου ακτινοβολει εκεινο το γιορταστικο που λειπει ολοτελα απο την οργανικη συνδεση (...) Το ΚΑΙ δεν ειναι ουτε 'απλως υποκειμενικο' ουτε 'απλως αισθητικο'. Παραπεμπει στην φιλοτητα του κοσμου, που δρα συμφιλιωτικα. Σε τουτο θα συνιστατο η ηθικη του ΚΑΙ.

Μιλησαμε για το οδυνηρα ωραιο, και για τον πονο ως σχισμα. Τωρα βλεπουμε καθαροτερα σε τι συνισταται το σχισμα: Αυτο που σχιζεται ειναι μια καποια συνδεση μιας καποιας "οργανικης ενοτητας", ενας χρονικος, αιτιολογικος, επεξηγηματικος κλπ συνδεσμος. Σκιζεται π.χ. η χρονικη συνεχεια εκει που ερχεται το οχι-πια και το οχι-ακομα. Σκιζεται η αιτιολογικη και η επεγηξηματικη συνδεση εκει που δεν υπαρχει απαντηση στο "γιατι" και στο "πως". Ομως βλεπουμε και κατι αλλο: Με τον εγκλιματισμο στη "ηθικη του ΚΑΙ", ο πονος μεταμορφωνεται. Δεν σκιζει πλεον τα σωθικα. Το σχισμα του γινεται ανοιγμα, φερνει μια "φιλικοτητα" και μια "ευφορια", ακουσαμε, επιτρεπει την "γιορτη". Το σχισμα του πονου γινεται το ανοιγμα, που απο μεσα του ανασαινεις

 

 

 

 


Για ενα δεντρο

Σημερα θα διαβασουμε και θα συζητησουμε ενα αποσπασμα απο την παραδοση που εκανε ο γερμανος φιλοσοφος Martin Heidegger το 1951 με τιτλο "Τι καλειται νοηση;". Στο κειμενο αναφερονται ζητηματα που απτονται του θεματος της διημεριδας, ιδιαιτερα οσον αφορα τον εγκεφαλο και τη συνειδηση.

Στο αποσπασμα ο Heidegger συζητα την εννοια της παραστασης. Ο ορος "παρασταση" εννοει την ανα-παρασταση των πραγματων καπου μεσα μας, στην ψυχη, στη συνειδηση, στον εγκεφαλο. Τι νοημα εχει αυτη η αναπαρασταση; Ας θυμηθουμε εδω τον λατινικο ορο που μεταφραστηκε ως "παρασταση" και "αναπαρασταση": perceptio. Η λεξη συγγενευει με το ρημα percapere, που θα πει συλλαμβανω, αδραχνω. Η αναπαρασταση ειναι λοιπον συλληψη. Στην αναπαρασταση αντι-λαμβανομαι και συλ-λαμβανω το εκαστοτε πραγμα. Το ανα- της αναπαραστασης συμβαινει ως ληψη, ως αντιληψη και συλληψη. Καταλαβαινω κατι θα πει καταρχην το συλλαμβανω και το αναπαριστω μεσα μου. Θα μπορουσαμε να το δουμε στην οικεια μας ψυχιατρικη-ψυχοθεραπευτικη πρακτικη: Οταν ακουμε εναν ασθενη, συγχρονως παραλαμβανουμε τα λεγομενα του, καθως και τα στοιχεια της δικης μας παρατηρησης, και αποσυρομαστε σε ενα ειδος εσωτερικο εργαστηριο οπου επεξεργαζομαστε ολο αυτο το υλικο για να καταλαβουμε, δηλαδη να καταληξουμε σε μια διαγνωση, σε μια ερμηνεια, σε μια συμβουλη.

Ομως και καθε φορα που σκεφτομαστε, ειτε στο πεδιο της επιστημης, ειτε στην καθημερινοτητα μας, θεωρουμε λιγο-πολυ αυτονοητο οτι η σκεψη ειναι μια διαδικασια που συμβαινει μεσα μας, καθως αποσυρομαστε στο εσωτερικο εργαστηριο που καλειται, μεταξυ αλλων, εγκεφαλος και συναψεις, συνειδηση και ασυνειδητο, ψυχη και ψυχικο οργανο. Εδω δημιουργουνται οι παραστασεις των πραγματων.

Αυτο θα ηταν καπου το πλαισιο στο οποιο κινειται το αποσπασμα απο την παραδοση του Heidegger.

Παρασταση; Ποιος απο μας δεν γνωριζει τι καλειται παρασταση; Οταν παρασταινουμε κατι, π.χ. φιλολογικα ενα κειμενο, τεχνοκριτικα ενα πλαστικο εργο, στη χημεια μια διαδικασια καυσεως, τοτε εχουμε μια εκαστοτε παρασταση των αναφερθεντων αντικειμενων.

Που θα πει: το εχουμε συλλαβει και καταλαβει.

Και που τις εχουμε αυτες τις παραστασεις; Τις εχουμε στο κεφαλι. Τις εχουμε στη συνειδηση. Τις εχουμε στην ψυχη. Εχουμε τις παραστασεις μεσα μας, τις παραστασεις των αντικειμενων.


Οι "παραστασεις των αντικειμενων" δεν ειναι παντως ειδωλα τους, που σχηματιζονται σε εναν εσωτερικο καθρεφτη. Πρωτα εδω, στην παρασταση, δηλαδη στην αναπαρασταση και στη συλληψη τους αποκτουν υποσταση και νοημα, γινονται πραγματικα.

Βεβαιως εδω και λιγους αιωνες παρενεβη η φιλοσοφια και κατεστησε αμφισβητησιμο το κατα ποσον οι παραστασεις εντος μας ανταποκρινονται και στην πραγματικοτητα εκτος μας. Οι μεν λεγουν: ναι. Οι αλλοι: οχι. Αλλοι παλι λεγουν οτι αυτο δεν μπορει καν να κριθει και κανεις μπορει απλως να πει οτι κοσμος, που θα πει εδω το ολον του πραγματικου, ειναι, καθοσον παρασταινεται απο εμας. "Die Welt ist meine Vorstellung", "Ο κοσμος ειναι η παρασταση μου". Σ' αυτην την προταση ο Schopenhauer συνοψισε τη νοηση της νεοτερης φιλοσοφιας. Ο Schopenhauer πρεπει εδω να αναφερθει διοτι το κυριο εργο του "Die Welt als Wille und Vorstellung", "Ο κοσμος ως βουληση και παρασταση", απο την εμφανιση του το ετος 1818, καθορισε σε υψιστο βαθμο τη νοηση ολου του 19ου αιωνα και του 20ου (...) Ο ιδιος ο Schopenhauer λεγει γι' αυτην την προταση στην αρχη του δευτερου τομου (Κεφ. 1) του κυριου εργου του τα εξης: "(...) οσο απεραντος και συμπαγης κι αν ειναι ο κοσμος, και παλι η υπαρξη του κρεμεται απο μια και μονη κλωστη: και αυτη ειναι η εκαστοτε συνειδηση, μεσα στην οποια βρισκεται."

Ηδη αυτη η συντομη παραπομπη θα μπορουσε να μας βαλει σε σκεψεις. Διοτι μας θυμιζει οτι αυτονοητες και κυριαρχες αντιληψεις, οπως αυτη της παραστασης του κοσμου μεσα στη συνειδηση, δεν ειναι καποια αδιαμφισβητητη και αταλαντευτη αληθεια, δεν ειναι η βεβαιοτητα ενος δεδομενου, οπως π.χ. ο ηλιος που βγαινει απο την ανατολη και χανεται στη δυση. Η οπτικη του κοσμου ως "βουληση και παρασταση" εμφανιστηκε σε μια ορισμενη εποχη και ηδη σημερα, στη μεταμοντερνα κοινωνια, εχει υποχωρησει. Απηχει μια διαγνωση του πνευματος της εποχης των νεωτερων χρονων, και μενει στα ορια αυτης της σημασιας της και αυτης της βαρυτητας της.

Ομως πολλες φορες τεινουμε να την εκλαμβανουμε απολυτα, την αναγορευουμε σε πεποιθηση, και μαλιστα, στον δικο μας χωρο, την ψυχολογικοποιουμε και μιλαμε π.χ. για "εσωτερικευση" σαν φυσικη διαδικασια της εξελιξης, οπως π.χ. το περπατημα του μωρου και η τριχοφυια του εφηβου. Ετσι ακομα εκλαμβανουμε π.χ. ως δεδομενο αυτο που ονομαζεται "συνειδηση", ως σχεδον ανατομικο, η λειτουργικο μορφωμα.

Με τη διαφωνια στη φιλοσοφια για το τι ειναι η παρασταση στην ουσια της, υπαρχει προφανως μονο μια διεξοδος. Κανεις εγκαταλειπει το πεδιο των φιλοσοφικων θεωριων και κατ' αρχην ερευνα διεξοδικα και επιστημονικα τι συμβαινει καν με τις παραστασεις οι οποιες απαντωνται στα εμβια οντα, προπαντων στον ανθρωπο και στα ζωα. Με τετοιες ερευνες ασχολειται μεταξυ αλλων η ψυχολογια. Σημερα ειναι μια καλα συγκροτημενη και ηδη εξαπλωμενη επιστημη, η σημασια της οποιας μεγαλωνει απο ετους εις ετος. Ομως ας αφησουμε κατα μερος τα ερευνητικα αποτελεσματα της ψυχολογιας σχετικα με ο,τι αυτη ονομαζει "παρασταση", οχι διοτι αυτα τα αποτελεσματα ειναι λανθασμενα, η ακομη κι ασημαντα, αλλα διοτι ειναι επιστημονικα αποτελεσματα. Καθοτι ως επιστημονικες προτασεις κινουνται ηδη μεσα σε μια περιοχη η οποια και για την ψυχολογια πρεπει να παραμενει στην προηγουμενως αναφερθεισα αλλη μερια.

Μια γνωστη φραση του Heidegger λεει: "Οι επιστημες δεν σκεφτονται." Τι εννοει μ' αυτο; Επιστημονικα αποτελεσματα ειναι δυνατα μονο εφοσον στηριζονται σε ακλονητες προϋποθεσεις. Ετσι π.χ. η ψυχοπαθολογικη εξεταση ενος ψυχωσικου, οπου γινεται λογος για τη σκεψη και το συναισθημα του, ειναι δυνατη μονο εφοσον η ψυχοπαθολογια εχει ηδη μια σαφη και λιγο-πολυ αδιαμφισβητητη παρασταση για το τι θα πει "σκεψη" και "συναισθημα". Αν η ψυχοπαθολογια αιφνης αναρωτιουνταν, αν εβλεπε σκεψη και συναισθημα ως ζητηματα αξια ερωτηματος και αξια αποριας, τοτε θα εχανε το εδαφος κατω απο τα ποδια της, θα κατερρεε ως επιστημη. Η ψυχοπαθολογια λοιπον, για να υφισταται και να εχει αποτελεσματα, ειναι αναγκη, με την εννοια του Heidegger, να μην σκεφτεται!

Γι' αυτο και δεν ειναι αξιο αποριας οταν στην ψυχολογια κατα κανεναν τροπο δεν καθισταται καθαρο τι ειναι αυτο στο οποιο εντασσονται οι παραστασεις: δηλαδη ο οργανισμος του εμβιου οντος, η συνειδηση, η ψυχη, το ασυνειδητο και ολα τα βαθη και τα στρωματα στα οποια υποδιαιρειται η περιοχη της ψυχολογιας. Εδω ολα παραμενουν ερωτηματικα. Και ομως τα επιστημονικα αποτελεσματα ειναι ορθα.

Ορθα θα πει, συνεπη με τις προϋποθεσεις τους. Μπορω π.χ. να μιλησω για εναν ανθρωπο εξυπνο οχι γενικα και αοριστα, οχι απολυτα, αλλα συμφωνα με τις προϋποθεσεις με τις οποιες οριζω την εξυπναδα, π.χ. ως επιδοση στο τεστ νοημοσυνης.

Ετσι μπορω να μιλησω ως επιστημονας, ως νευροφυσιολογος, για το αγχος. Ομως μην ξεχνουμε οτι αυτος ο λογος μου ειναι παντα ορθος υπο προϋποθεσεις. Πρεπει καταρχην αυτο που λεμε "αγχος" να το καταστησω μετρησιμο και υπολογισιμο. Να το διατυπωσω δηλαδη σε ορους τετοιους, που να μου επιτρεπουν την πειραματικη και την στατιστικη ερευνα. Ειναι η διαδικασια της λεγομενης "operationalization", της "λειτουργικοποιησης". Με αυτην την προϋποθεση, μπορω να καταληξω σε ορθα συμπερασματα, δηλαδη συμπερασματα που πληρουν τις προϋποθεσεις μου.

Η παγιδα βρισκεται σε μια γενικευση, οταν ξεχνω οτι π.χ. αυτος που βγαινει εξυπνος, ειναι εξυπνος μονο οσον αφορα το τεστ νοημοσυνης και τις παρομοιες επιδοσεις. Αυτο το "εξυπνος" δεν τον αφορα σε ολες τις καταστασεις της ζωης του. Οταν αντιστοιχα μιλω για "αγχος", μιλω μονο για την αντιδραση και τις νευροφυσιολογικες μεταβολες που παρατηρω π.χ. στην aplysia californica, ενα ειδος γυμνοσαλιαγκου, οταν χτυπησω την ουρα της. Η αποσταση αναμεσα σ' αυτο και σε ο,τι εγω μπορω να αναφερομαι οταν λεω πως εχω αγχος, θα αφορουσε περισσοτερο τη θεωρια του χαους.


Εαν λοιπον τωρα με το ερωτημα μας, τι ειναι η παρασταση, δεν στηριζομαστε στην επιστημη, προς τουτο δεν μας παρακινει η υπεροψια του παντογνωστη αλλα η προσοχη της αγνοιας.

Στο σημειο αυτο του κειμενου μας, ο λογος του Heidegger παιρνει μια τροπη:

Στεκουμε εκτος της επιστημης. Αντ' αυτου στεκουμε π.χ. εμπρος σ' ενα ανθισμενο δεντρο - και το δεντρο στεκει εμπρος μας. Το δεντρο κι εμεις παρ-ισταμεθα ο ενας στον αλλο, καθως το δεντρο στεκει εκει κι εμεις στεκουμε απεναντι του. Ισταμενοι στη σχεση του ενος προς το αλλο, του ενος παρα το αλλο ειμαστε, το δεντρο κι εμεις.

Εδω λοιπον μιλαμε για παρασταση κυριολεκτικα, παρα-σταση, οπως την γνωριζουμε π.χ. απο τον "παραστατη" στην παρελαση, απο το "παραστεκω", στεκω διπλα σε καποιον.

Σ' αυτην την παρασταση δεν προκειται λοιπον για "παραστασεις" που σβουριζουν μεσα στο κεφαλι μας. Ας συγκεντρωθουμε για μια στιγμη, οπως οταν παιρνουμε μια ανασα πριν και μετα απο ενα αλμα. Καθοτι τωρα καναμε ενα αλμα εξω απο την τρεχουσα περιοχη των επιστημων και ακομη, οπως θα φανει, και της φιλοσοφιας. Και προς τα που καναμε το αλμα; Μηπως σε μιαν αβυσσο; Οχι. Μαλλον σ' ενα εδαφος. Σε ενα; Οχι. Αλλα στο εδαφος στο οποιο ζουμε και πεθαινουμε, οταν δεν παριστανουμε τιποτα. Παραξενη υποθεση, η μαλιστα και δεινη υποθεση, να πρεπει πρωτα να κανουμε το αλμα ακριβως στο εδαφος στο οποιο στεκουμε. Εαν ειναι αναγκαιο κατι τοσο παραξενο οσο αυτο το αλμα, τοτε θα εχει συμβει κατι το οποιο θα πρεπει να εμβαλει σε σκεψεις. Παντως επιστημονικα παραμενει το πλεον ασημαντο πραγμα του κοσμου, οτι ο καθενας μας ηδη καποτε σταθηκε απεναντι σ' ενα ανθισμενο δεντρο. Και λοιπον; Εμεις, οπως ειμαστε, στεκουμε απεναντι σ' ενα δεντρο και το δεντρο μας παρα-στεκει. (...)

Τι συμβαινει εδω ωστε το δεντρο να μας παρα-στεκει, κι εμεις να στεκουμε απεναντι στο δεντρο; Που διαδραματιζεται αυτη η παρασταση οταν στεκουμε απεναντι σ' ενα ανθισμενο δεντρο, εμπρος του; Αιφνης στο κεφαλι μας; Σιγουρα. Στον εγκεφαλο μας μπορουν να γινονται πολλα και ποικιλα οταν στεκουμε σ' ενα λιβαδι κι εχουμε εμπρος μας να στεκει ενα ανθισμενο δεντρο, και το προσλαμβανουμε με τη λαμψη και τις μυρωδιες του. Σημερα μαλιστα κανεις μπορει να καταστησει τις διαδικασιες μεσα στο κεφαλι ως ηλεκτροφυσιολογικα φαινομενα, ακουστικα προσληψιμες μεσω καταλληλων συσκευων μεταλλαγης και ενισχυσης, και να καταγραψει την προοδο τους σε καμπυλες. Κανεις μπορει – σιγουρα! Και τι δεν μπορει ο σημερινος ανθρωπος! Και μαλιστα, μπορωντας, ειναι μεχρις ενος σημειου σε θεση και να βοηθα. Και βοηθα παντου με τις καλυτερες των προθεσεων. Κανεις μπορει - ενδεχομενως κανενας μας δεν υποψιαζεται τι θα μπορει σε λιγο ο ανθρωπος επιστημονικα. Ομως που μενει, για να περιοριστουμε στην περιπτωση μας, που μενει σε ολα τα επιστημονικα καταγραψιμα ηλεκτρoφυσιoλoγικα φαινομενα το ανθισμενο δεντρο; Που μενει το λιβαδι; Που μενει ο ανθρωπος; Οχι ο εγκεφαλος αλλα ο ανθρωπος που ισως αυριο μας πεθανει και που καποτε μας ειχε ερθει; Που μενει η παρασταση κατα την οποια το δεντρο παρ-ισταται και ο ανθρωπος στεκει απεναντι στο δεντρο;

Τωρα λοιπον "παρασταση" οχι μεσα μας αλλα με τη δευτερη εννοια, ως σταση του ενος παρα τον αλλο!

Που μενει ο ανθρωπος... Πολλοι παραπονιουνται πως οι γιατροι δεν μιλανε, δεν εξηγουν, βιαζονται κλπ. Ισως μας διαφευγει το οτι για τον γιατρο που ειναι συγκεντρωμενος στον εγκεφαλο, στην καρδια, στο εντερο, στον οργανισμο, ο ανθρωπος δεν μενει πουθενα, και δεν μπορει να μενει πουθενα. Ο γιατρος, ως γιατρος, δεν εχει να πει τιποτα. Ως ανθρωπος, μπορει. Ομως ως γιατρος οχι, διοτι, για να το πω ακραια, δεν εχει, και δεν μπορει να εχει μπροστα του εναν ανθρωπο. Εκει που θα επικοινωνουσε ως ανθρωπος προς ανθρωπο, θα επαυε να ειναι γιατρος. Εδω θα ηταν ενα ενδιαφερον ερωτημα, κατα ποσον ο ψυχοθεραπευτης, εκει που ανοιγεται σε μια θεραπευτικη συνομιλια, μια ανθρωπινη συνομιλια με τον πελατη του, μπορει να ειναι επιστημονας...

Ενδεχομενως κατα την τωρα αναφερθεισα παρασταση γινονται επισης πολλα και ποικιλα μεσα σε ο,τι κανεις περιγραφει ως σφαιρα της συνειδησης και θεωρει ως το ψυχικο. Ομως στεκει το δεντρο "μεσα στην συνειδηση" η στεκει στο λιβαδι; Βρισκεται το λιβαδι ως βιωμα μεσα στην ψυχη η εκτεινεται πανω στη γη; Ειναι η γη μεσα στο κεφαλι μας; 'Η στεκουμε πανω στη γη;

Κανεις θα ηθελε να αντικρουσει: προς τι λοιπον τετοια ερωτηματα για μια υποθεση την οποια κανεις ευλογα παραδεχεται αμεσως, καθως για ολον τον κοσμο ειναι ηλιου φαεινοτερο οτι στεκουμε πανω στη γη και, συμφωνα με το επιλεχθεν παραδειγμα, απεναντι σ' ενα δεντρο; Ομως μ' αυτην την παραδοχη ας μην βιαζομαστε υπερβολικα, αυτο το ηλιου φαεινοτερο ας μην το παιρνουμε υπερβολικα αψηφιστα. Διοτι αιφνης τα εγκαταλειπουμε ολα μολις οι επιστημες της φυσικης, της φυσιολογιας και της ψυχολογιας καθως και η επιστημονικη φιλοσοφια, με ολη την βαρυτητα των στοιχειων και των αποδειξεων, εξηγουν πως κατα βαση δεν αντιλαμβανομαστε κανενα δεντρο αλλα στην πραγματικοτητα ενα κενο στο οποιο εδω κι εκει ειναι διεσπαρμενα ηλεκτρικα φορτια τα οποια με ιλιγγιωδη ταχυτητα κινουνται περα δωθε. Δεν αρκει το οτι μονο για τις ουτως ειπειν επιστημονικα αφυλακτες στιγμες παραδεχομαστε οτι φυσικα στεκουμε απεναντι σ' ενα ανθισμενο δεντρο, για να βεβαιωνουμε το ιδιο αυτονοητα την επομενη στιγμη οτι εκεινη η γνωμη φυσικα χαρακτηριζει μονο την απλοϊκη, καθοτι προεπιστημονικη συλληψη των αντικειμενων. Ομως μ' αυτην τη βεβαιωση εχουμε παραδεχτει κατι, η βαρυτητα του οποιου σχεδον μας διαφευγει, δηλαδη τουτο, οτι βασικα οι αναφερθεισες επιστημες κρινουν τι στο ανθισμενο δεντρο μπορει να ισχυει ως πραγματικοτητα και τι οχι.


Freud: "Κατά την άποψη μας, τα αντιληπτά φαινόμενα πρέπει να υποχωρούν εμπρός στις ορέξεις τις οποίες απλώς υποθέτουμε." π.χ. το φανερο ονειρο να υποχωρει εμπρος στην υποτιθεμενη ασυνειδητη επιθυμια που το γεννα. Εδω ανηκει και αυτο που θετει ο Δημητρης Σκαραγκας ως ερωτημα στον προλογο του νεου βιβλιου του: "Είναι τα γονίδια που καθορίζουν την ανθρωπινη συμπεριφορά και την εμφάνιση των ψυχικων διαταραχων;"

Εαν η φυσικη, η φυσιολογια, η ψυχολογια κρινουν τι στον ανθρωπο ισχυει ως πραγματικοτητα, ποια θα ηταν τοτε η πραγματικοτητα αυτου του ανθρωπου; Ποια θα ηταν η μορφη του; Θα ηταν κατι σαν τη μορφη που βλεπουμε στο προγραμμα της διημεριδας:

C:\Users\K\Google Drive\ΕΡΓΑ\Κειμενα Ομιλιες 2011-2015\Για ενα δεντρο\Αφισα.jpg

Αυτος ο ανθρωπος ειναι ενα τερας!

Απο που εχουν οι επιστημες (...) την δικαιοδοσια για τετοιες κρισεις; Απο που εχουν οι επιστημες το δικαιωμα να καθοριζουν τη θεση του ανθρωπου και να προβαλλουν τον εαυτο τους ως το μετρο ενος τετοιου καθορισμου; Ομως τουτο συμβαινει ηδη και οταν ακομη συμβιβαζομαστε σιωπηρα με το οτι η θεση μας απεναντι στο δεντρο ειναι μια προ-επιστημονικα εννοημενη σχεση προς αυτο το οποιο συνεχιζουμε να ονομαζουμε "δεντρο".

Στην πραγματικοτητα σημερα μαλλον τεινουμε το ανθισμενο δεντρο να το καταρριψουμε χαριν υποτιθεται υψηλοτερων γνωσεων της φυσικης και της φυσιολογιας.

Οταν το αναλογιστουμε, τι ειναι τουτο, το οτι ενα ανθισμενο δεντρο μας παρα-στεκει, ουτως ωστε εμεις να μπορουμε να στεκουμε στο απεναντι του, τοτε προπαντων και επιτελους πρεπει το ανθισμενο δεντρο να μην το αφησουμε να πεσει αλλα, για μια φορα, να το αφησουμε να στεκει εκει που στεκει. Γιατι λεμε "για μια φορα"; Διοτι μεχρι τωρα η νοηση ποτε δεν το αφησε να στεκει εκει που στεκει.

Αυτα τα λογια τα πρωτοδιαβασα πριν απο καπου σαραντα χρονια. Εκεινο τον καιρο, ενα απογευμα στο ινστιτουτο που εκανα την ψυχαναλυτικη μου εκπαιδευση, στη διαρκεια ενος σεμιναριου, καθομουν απεναντι απο το παραθυρο. Απεξω εβλεπες ενα δεντρο, ισως μια φλαμουρια, αν θυμαμαι καλα.

Capture2.PNG

Αυτο που θυμαμαι, ειναι εκεινη την στιγμη μια συγκινηση να πλημμυριζει το σωμα μου, μια θερμη που ζεσταινε και συναμα πονουσε, μια αποφαση που αναδυονταν απο τα βαθη της καρδιας μου, και θυμαμαι ακομη να λεω στον εαυτο μου: "Οχι, αυτο το δεντρο δεν θα το αφησω να πεσει."

Και μαζι ηχουσε εκεινη την εποχη στην καρδια μου το τραγουδι για ενα αλλο δεντρο:

Defiende el fin de sus corolas,

comparte las noches hostiles,

vigila el ciclo de la aurora,

respira la altura estrellada,

sosteniendo el árbol, el árbol

que crece en medio de la tierra.

Υπερασπίσου τα χείλη κάθε στεφάνης του,

μοιράσου τις εχθρικές του νύχτες,

άγρυπνα για το τόξο της αυγής,

ανάσανε το εναστρο υψος,

στηρίζοντας το δέντρο, το δέντρο

που μεστώνει καταμεσής στη γη.

 

 

2.jpg

Συνάντηση 2η

"Η κοιλάδα των δακρύων"

Ιερώνυμος Μπος,Φρανθίσκο Γκόγια

Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου, ώρα 18:15

Δηλώσεις συμμετοχής: psychotherapyart@yahoo.gr & 2310257070 6970898814
Κόστος συμμετοχής:15,00 ευρώ
Κύκλος:  120,00 ευρώ  Άνεργοι και φοιτητές 100,00 ευρώ

"Τι μαρτυρούν τα γηρατειά"

Συμμετέχουν ο ψυχαναλυτής Κώστας Γεμενετζής, η ποιήτρια Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, ο βιολόγος Στάθης Γκόνος  και ο Καθηγητής Διοικητικής Επιστήμης και Δημοσίου Δικαίου στο ΕΚΠΑ  Γιάννης Υφαντόπουλος.

Τη συζήτηση συντονίζει η σκηνοθέτις της παράστασης "Το γήρας - Ένα χορικό" Γεωργία Μαυραγάνη.

Σαββατο 12 Δεκεμβρίου, 19.00, Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, Πανεπιστημίου 48 (Υπογειο του "Ρεξ")

http://www.n-t.gr/el/experimental/panel/

 

Ο τρελος, ο σοφος, ο ποιητης

Ο τρελος, ο σοφος, ο ποιητης. Ειναι τρεις μορφες που μοιαζει να μην κατοικουν αναμεσα μας. Βρισκονται, λεμε, "αλλου": Ο τρελος στον κοσμο του, ο σοφος στις ευχες των παιδικων γενεθλιων, ο ποιητης στα συννεφα.

Κι εμεις; Που βρισκομαστε;

Ας παρουμε προς στιγμη στα σοβαρα το λαϊκο ρητο που λεει πως απ’ τον τρελο, συμπληρωνω, παραλλαζοντας τη συνεχεια, κι απ’ τον σοφο κι απο τον ποιητη θα μαθουμε την αληθεια. Προς τουτο θα τους δωσουμε τον λογο και θα δουμε τι εχουν να μας πουν.

Ο τρελος εκπροσωπειται απο εναν ελβετο αντρα που δηλωνεται με το ονομα "Otto Alder". Ο λογος του παρατιθεται σ' ενα βιβλιο με τον τιτλο Commedia [Βλ. Μαθηματα / Ποιητες].

Ecce homo Bloch 1865b.jpg

Πρεπει να εζησε στα μερη του συγγραφεα Gerold Späth, το Rapperswil, μια μικρη πολη της γερμανοφωνης Ελβετιας. Στο αποσπασμα που ακολουθει μιλαει ο Επιμελητης ενος μουσειου που παρουσιαζει σ’ ενα γκρουπ τουριστων τα εκθεματα, μεταξυ των οποιων και χαλκογραφιες απο την συλλογη του "τρελου" μας, του Alder. Ο Επιμελητης:

[...] Ο Alder συνελεγε χαλκογραφιες, τοτε η χαλκογραφια δεν αξιζε ακομα τιποτα, ηταν εκτεθειμενος στις κοροϊδιες των συναδελφων και συγγενων, σε πολλους το πολυ ειναι παρα πολυ, μα κι αυτος με την ηλικια εγινε καπως αλλοκοτος, θα μπορουσα να πω και: τρελος, μα ετσι ηταν απο παντα, πιστευε ο κοσμος, τελικα ακουγε, οπως λεγεται, φωνες, του εδιναν εντολες η του αφηγουνταν ιστοριες, και απο μια νεαρη κοπελα που επανειλημμενα παθαινε λοξυγκα για βδομαδες λαμβανε τακτικα για καπου δυο χρονια σηματα Μορς, τα σηματα Μορς ειχαν εφευρεθει μολις τοτε, και σ' ορισμενες μερες μπορουσε να βλεπει διαμεσου των γυναικων, ελεγε πως ειχαν χασει την αντισταση τους, επισης διατηρουσε αλληλογραφια με καθε ειδους νεκρους βασιλιαδες και θεους, με τον Ουρανο, τον Αλεξανδρο, τον Θεοδεριχο, η αλληλογραφια συνεβαινε στην εξοχη, η γραφη περνουσε απο ψηλα, οπως στις μερες μας τα κυλιομενα φωτεινα γραμματα, αλλα δεν ηταν ηλεκτρικη, ηταν απο συννεφα κι ο αγερας φυσουσε κι εσμπρωχνε, ακομα και το θροϊσμα των φυλλων ηταν γραφη, το φτεροκοπημα των πουλιων, τα κυματα στο νερο, ο Alder στις αλλοκοτες υστερες μερες του μπορουσε να διαβαζει καθε γραφη, μα ποτε δε μαρτυρησε λεξη [...]

Τον λογο του σοφου θα τον ακουσουμε δια στοματος ενος γερμανου στοχαστη, του Martin Heidegger, σ' ενα κειμενο με τον τιτλο Ο Χωραφοδρομος. Αναφερεται στον τοπο που γεννηθηκε κι εζησε, στην ανατολικη πλαγια του Μελανα Δρυμου. Εκει ηταν κι ο χωραφοδρομος που μνημονευεται.

Feldweg.jpg

Γραφει ο Heidegger:

Στο μεταξυ η σκληραδα κι η μυρωδια του ξυλου της βαλανιδιας αρχισαν να μιλουν ευληπτοτερα για την βραδυτητα και την σταθεροτητα με την οποια βλασταινει το δεντρο. Η ιδια η βαλανιδια μιλουσε κι ελεγε πως ο,τι διαρκει και καρπιζει, το οφειλει μονο σ’ ενα τετοιο βλαστεμα: πως βλασταινω θα πει: ανοιγομαι στην απλα τ’ ουρανου και συναμα ριζωνω στο σκοτος της γης· πως καθε ευδοκιμο ευδοκιμει μονο οταν ο ανθρωπος ειναι στον ιδιο βαθμο και τα δυο: ετοιμος για το καλεσμα του υψιστου ουρανου κι επαφημενος στην προστασια της φερουσας γης.

Παντα συνεχιζει να το λεει η βαλανιδια στον χωραφοδρομο που, σιγουρος για την πορεια του, περνα απο διπλα της. Ό,τι εχει την οντοτητα του γυρω απο τον δρομο, αυτος το περισυλλεγει και αποδιδει στον καθενα που τον διαβαινει το δικο του.

Ο ποιητης που ακολουθει ειναι ο Γιωργος Σεφερης. Οι στιχοι βρισκονται στο ποιημα Ο ΣΤΡΑΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΑΓΑΠΑΝΘΟΥΣ. Το εγραψε το 1942, στο Transvaal της Νοτιας Αφρικης, και αναφερεται στον τοπο που βρεθηκε τον καιρο της Κατοχης ακολουθωντας την εξοριστη κυβερνηση. Εκει οι "αγαπανθοι" ειναι το κοινο λουλουδι.

Αγαπανθος.jpg

Η πρωτη στροφη ειναι η εξης:

Δεν εχει ασφοδιλια, μενεξεδες, μητε υακινθους·

πως να μιλησεις με τους πεθαμενους.

Οι πεθαμενοι ξερουν μοναχα τη γλωσσα των λουλουδιων·

γι' αυτο σωπαινουν

ταξιδευουν και σωπαινουν, υπομενουν και σωπαινουν

παρα δημον ονειρων, παρα δημον ονειρων.

Η τριτη στροφη αρχιζει ετσι:

Ειναι βαρυ και δυσκολο, δε μου φτανουν οι ζωντανοι·

πρωτα γιατι δε μιλουν, κι υστερα

γιατι πρεπει να ρωτησω τους νεκρους

για να μπορεσω να προχωρησω παρακατω.

Αλλιως δε γινεται [...]

Ακουσαμε τον Επιμελητη του μουσειου να λεει: "σε πολλους το πολυ ειναι παρα πολυ".

Τα λογια του τρελου, του σοφου, του ποιητη εχουν κατι το "πολυ". Μας ξεπερνανε. Το "πολυ" τους μας ειναι "παρα πολυ". Το "παρα πολυ", αυτο που μας ξεπερνα, οχι μονο δεν το εννοουμε, αλλα συχνα και δεν το δεχομαστε.

Ο Alder, ακουσαμε, ειναι εκτεθειμενος στις κοροϊδιες των συναδελφων και συγγενων.

Ο Heidegger, σε μια παραδοση, αναφερει μια ιστορια για τον Θαλη που, αστρονομουντα [...] και ανω βλεποντα, καθως μελετουσε τ' αστρα κι ειχε το βλεμμα του στραμμενο προς τα πανω, πεσοντα εις φρεαρ, επεσε σ' ενα πηγαδι, θραττα τις εμμελης και χαριεσσα θεραπαινις, και μια ομορφη και χαριτωμενη δουλα θρακιωτισσα αποσκωψαι λεγεται, λεγεται πως του ειπε περιπαιχτικα, ως τα μεν εν ουρανω προθυμοιτο ειδεναι, πως τοσο επιθυμει να γνωρισει αυτα που ειναι στον ουρανο, τα δ' οπισθεν αυτου και παρα ποδας λανθανοι αυτον, και χανει αυτα που θα του συμβουν και που ειναι μπροστα στα ποδια του.

Ο Σεφερης γραφει στο ποιημα "Θερινο Ηλιοστασι Θ': Μιλουσες για πραγματα που δεν τα 'βλεπαν / κι αυτοι γελουσαν.

Κι εμεις επισης, γελωντας, παραπεμπουμε τον τρελο στον κοσμο του, τον σοφο στο μελλον των παιδιων μας, τον ποιητη στα συννεφα.

Με τον τρελο, με τον σοφο, με τον ποιητη, γελαμε. Όμως οσο θεωρουμε το γελιο απλα εκφραση υποτιμησης, η οσο δεν επιτρεπουμε στον εαυτο μας να γελασει μαζυ τους, γιατι αυτο θα ηταν υποτιμητικο για μας, δεν εχουμε προσεξει αρκετα το ιδιο το γελιο μας. Το γελιο, πριν απο την οποια σημασια εμεις του προσδιδουμε, ειναι μια απαντηση, η αναρθρη απαντηση μας στα λογια τους. Τα λογια και τα εργα τους μας αφηνουν αναρθρους. Η απαντηση μας, το γελιο μας, ειναι ενα επιφωνημα εκει που μας λειπουν οι λεξεις. Ας δοκιμασουμε λοιπον, οχι να καταπνιξουμε το γελιο αλλα να το αφησουμε να γελασει ακομα πιο ελευθερα, δηλαδη διχως την αμυνα της υποτιμησης και της απορριψης. Έτσι θα μπορεσουμε καλυτερα να εντοπισουμε αυτο στο οποιο απανταμε με ενα γελιο.

Και στους τρεις λογους που ακουσαμε προκειται για την σχεση με την γλωσσα:

Στον τρελο ενας λοξυγγας, τα συννεφα, το θροισμα των φυλλων, το φτεροκοπημα των πουλιων, τα κυματα στο νερο ειναι γραφη, τα διαβαζει. Στην γλωσσα αυτη του μιλανε η νεαρη κοπελλα, οι νεκροι βασιλιαδες κι οι θεοι, ο Ουρανος, ο Αλεξανδρος, ο αγνωστος Θεοδεριχος.

Στον σοφο μιλα η βαλανιδια. Η σκληραδα κι η μυρωδια του ξυλου της μιλανε για το βλαστεμα. Και μαλιστα η βαλανιδια δεν μιλαει καν σ’ αυτον. Μιλαει στον χωραφοδρομο. Ο σοφος απλως ακουει και καταγραφει την συνομιλια τους.

Στον ποιητη δεν ειναι οι ζωντανοι που μιλουν αληθινα αλλα οι νεκροι, οι πεθαμενοι. Μιλουν την γλωσσα των λουλουδιων, των ασφοδελων, των μενεξεδων, των υακινθων. Τους νεκρους πρεπει να ρωτησει, οι πεθαμενοι πρεπει να τον αρμηνεψουν, να τον συμβουλεψουν, γραφει στην τελευταια στροφη, για να προχωρησει παρακατω.

Το κοινο τρελου, σοφου και ποιητη ειναι πως τον πρωτο λογο δεν τον εχουν αυτοι. Αυτοι ακουν. Ακουν και ανταποκρινονται. Με μια λεξη του Ηρακλειτου: ομο-λογουν τον λογο που ακουσαν. Ο λογος τους δεν αρχιζει λοιπον απ’ αυτους και δεν ειναι καταρχην ανθρωπινη λειτουργια και δραστηριοτητα. Ειναι ενας λογος, με την εκφραση ενος αλλου ποιητη, περαν των ανθρωπων.

Και ποια ειναι η ιδιαιτεροτητα του λογου τους; Στον καθενα αναγνωριζουμε τους αλλους δυο: Ο λογος του τρελου ειναι σοφος και ποιητικος, ο λογος του σοφου ειναι τρελος και ποιητικος, ο λογος του ποιητη ειναι τρελος και σοφος.

Ο καθενας εγκαταλειπει τον εγωισμο του, μιλα εν ονοματι ολων, ολοι μιλουν δια στοματος του. Ο κοσμος που φερνουν σε γλωσσα ειναι ενας κοσμος κοινος, με μια κοινοτητα πρωτογενης, πρωταρχικη, και για τον κοινο μας νου, ο οποιος δυσκολα συλλαμβανει κατι περαν των ανθρωπων, πρωτακουστη. Δεν υπαρχει παγιωμενος σε κανενα συνταγμα, σε κανενα καταστατικο, σε καμια συμβαση.

Το φανερωμα αυτου του κοσμου χρειαζεται καθε φορα την πραξη, και μαλιστα την υψιστη ανθρωπινη πραξη, τον λογο, και μαλιστα στην υψιστη εκφανση του, που ειναι η ομο-λογια ενος μιληματος αλλοτριου. Ο κοινος κοσμος χρειαζεται τον λογο για ν' αποκτησει καθε φορα εκ νεου υποσταση και να μας προσφερει παλι και παλι εναν τοπο κατοικησης, καθως τετοιοι λογοι λεγονται παντοτε εν ονοματι ολων μας.

Τι συγκροτει αυτον, τον αληθινα κοινο κοσμο; Το ακουσαμε απο τον τρελο. Ειναι το χωρις αντισταση. Εδω τιποτα δεν εμμενει στον εαυτο του, κανενα πραγμα και κανενας ανθρωπος και κανενας θεος. Δεν επικρατει καμια αρχη, καμια σκοπιμοτητα και καμια χρηστικοτητα, τιποτα δεν ειναι ανωτερο απο το αλλο, τιποτα δεν ειναι κατωτερο απο το αλλο. Καθε τι αποδιδει στο αλλο, χαριζει στο αλλο αυτο που ειναι. Με μια λεξη του σοφου, του αποδιδει την οντοτητα του, το δικο του. Ο ποιητης, στο ιδιο ποιημα, το ονομαζει αγαπη: το πρωτο πραγμα που εκανε ο θεος. Το "χωρις αντισταση", η "αποδοση του δικου", η "αγαπη", λενε ενα και το αυτο.

Η εδω απαιτουμενη σταση ειναι η προσοχη, μια προσοχη η οποια δεν παρατηρει, δεν αισθανεται, δεν ελεγχει, δεν εκφερει κρισεις αλλα αφηνει, που θα πει τωρα: χαριζει, στο καθε τι αυτο που ειναι. Αυτη η προσοχη, ειπωθηκε, ειναι η φυσικη ευλαβικοτητα της ψυχης.

Στο βλεμμα της οι γυναικες, οι νεκροι βασιλιαδες και οι θεοι, τα συννεφα και τα κυματα, η βαλανιδια κι ο χωραφοδρομος, η γη κι ο ουρανος, τα ασφοδιλια και οι μενεξεδες και οι υακινθοι, οι ζωντανοι και οι πεθαμενοι και τα ονειρα, με τις φωνες και τις σιωπες τους, αναφυονται και προβαλλουν στη λαμψη και στο σκοταδι τους.

Υπαρχει ενας στιχος του Friedrich Hölderlin που λεει:

Με την αξια του, και ομως ποιητικα, κατοικει ο ανθρωπος επανω σ’ αυτην τη γη.

Με την οποια αξια μας, με τις εγνοιες και τις φροντιδες, με τα κερδη και τις ζημιες, με τις επιτυχιες και τις αποτυχιες μας ζουμε δω πανω και πολλες φορες θεωρουμε πως αυτοι ειμαστε και πως αυτη ειναι η ζωη μας. Και ομως, ο τρελος, ο σοφος, ο ποιητης ειναι αναμεσα μας και μας καλουνε αναμεσα τους, και καποιες στιγμες ανυποπτες μας συνεπαιρνουν προς μια αλλη, μια ποιητικη κατοικηση επανω σ’ αυτην τη γη.


Η Ιατρικη


Η Ιατρικη εχει φθασει στο τελος. Αυτο δεν σημαινει πως αποδειχθηκε αναποτελεσματικη, πως η προοδος της ανακοπηκε, πως χρειαζεται μια στροφη προς "εναλλακτικες" μεθοδους. Η Ιατρικη ειναι αποτελεσματικη οσο ποτε, προχωρει με ιλιγγιωδεις ρυθμους, χωρος για εναλλακτικες μεθοδους υπαρχει. Οταν λεω πως η Ιατρικη εχει φθασει στο τελος, εννοω το "τελος" με την πρωτη ελληνικη εννοια της λεξης ως συντελεση. Η Ιατρικη εχει φθασει στο τελος. Αυτη η φραση θελει να πει οτι η Ιατρικη εχει συντελεσθει. Ομως πως συμβιβαζεται τουτο με ο,τι ειπωθηκε προηγουμενως, και που ολοι γνωριζουμε, πως η Ιατρικη ακμαζει; Πως μπορουμε να μιλουμε για συντελεση, για ολοκληρωση της Ιατρικης και της αποστολης της;


Η φραση "η Ιατρικη εχει φθασει στο τελος" δεν αναφερεται σε επιμερους ιατρικα θεματα. Η φραση εχει υποψη εκεινο που οριζει την Ιατρικη στην ουσια της, θεσπιζει τα ορια και διαγραφει τη μορφη της. Η Ιατρικη εχει φθασει στο τελος, εχει συντελεσθει, ως Ιατρικη. Η Ιατρικη εχει εξαντλησει τη δυνατοτητα της ουσιας της, δηλαδη να ειναι αυτο που ειναι.


Η Ιατρικη, και μ’ αυτην τη λεξη εννοειται η αρχαια ελληνικη, η δυτικη και σημερα η πλανητικη Ιατρικη, παιρνει τη μορφη της με την ελευση σε λογο ενος κυριαρχου στοιχειου της οψιμης ελληνικης νοησης: της αντιδιαστολης τεχνης και φυσης. Εδω η ΤΕΧΝΗ οριζεται ως η αρχη για τα "τεχνητα" πραγματα, τα οποια και εχουν την ΚΙΝΗΣΙΝ (αριστοτελικα: κινηση και σταση, αυξηση και φθιση, αλλοιωση) ΕΝ ΑΥΤΟΙΣ ΜΕΝ ΑΛΛ' ΟΥ ΚΑΘ' ΑΥΤΑ. Η ΦΥΣΙΣ οριζεται ως η αρχη για ενα "φυσικο" πραγμα, το οποιο εχει την ΚΙΝΗΣΙΝ ΚΑΘ' ΕΑΥΤΟ ΚΑΙ ΜΗ ΚΑΤΑ ΣΥΜΒΕΒΗΚΟΣ. Τουτο διευκρινιζεται απο τον Αριστοτελη ακριβως με το παραδειγμα της Ιατρικης - ενα "παραδειγμα" το οποιο συγχρονως διατυπωνει και καθοριζει και ετσι θεσπιζει απαξ δια παντος αυτο που στην ιστορια του Ελληνισμου και της Δυσης εκτοτε καλειται "Ιατρικη":

ΛΕΓΩ ΔΕ ΤΟ ΜΗ ΚΑΤΑ ΣΥΜΒΕΒΗΚΟΣ, ΟΤΙ ΓΕΝΟΙΤ' ΑΝ ΑΥΤΟΣ ΑΥΤΩΙ ΤΙΣ ΑΙΤΙΟΣ ΥΓΙΕΙΑΣ ΩΝ ΙΑΤΡΟΣ. ΑΛΛ' ΟΜΩΣ ΟΥ ΚΑΘΟ ΥΓΙΑΖΕΤΑΙ ΤΗΝ ΙΑΤΡΙΚΗΝ ΕΧΕΙ, ΑΛΛΑ ΣΥΜΒΕΒΗΚΕΝ ΤΟΝ ΑΥΤΟΝ ΙΑΤΡΟΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΥΓΙΑΖΟΜΕΝΟΝ. ΔΙΟ ΚΑΙ ΧΩΡΙΖΕΤΑΙ ΠΟΤ' ΑΠ' ΑΛΛΗΛΩΝ.


Ο Heidegger μεταφραζει αυτο το χωριο στο κειμενο με τον τιτλο "Vom Wesen und Begriff der φύσις. Aristoteles, Physik, B, 1" ["Για την ουσίωση και την εννοια της ΦΎΣΕΩΣ. Αριστοτελης, Φυσικα, Β, 1"]:


“Ich füge aber hinzu <das nicht in der Weise des Beihergekommenen>, weil ja einer wohl von sich aus für sich selbst das (Ausgängliche und Verfügende) Urtümliche der <Gesundheit> werden dürfte und dabei doch zugleich Arzt sein könnte; aber gleichwohl hat er das ärztliche Sichauskennen bei sich, nicht sofern er gesundet, vielmehr sind für diesen Fall in einem und demselben Menschen zusammengekommen, Arzt zu sein und zu gesunden; deshalb besteht auch Beides je und je für sich voneinander getrennt.”

“Προσθετω δε <το οχι με τον τροπο του συμβεβηκοτος> διοτι βεβαιως καποιος θα μπορουσε αφεαυτου να γινει για τον εαυτο του το (απαρχιζον και διαθετον) αρχεγονο της “υγειας”, και παλι συγχρονως να ειναι και ιατρος αλλα ομως την ιατρικη γνωση την εχει συμπτωματικα, και οχι καθοσον γινεται υγιης. Απλως σ’ αυτην την περιπτωση συνεπεσε σε εναν και τον αυτο ανθρωπο να ειναι ιατρος και να γινεται υγιης γι’ αυτο και ειναι τα δυο παντοτε χωριστα το ενα απο το αλλο.”


Και ο Heidegger συνεχιζει:


Aristoteles, der Sohn eines Arztes, gebraucht gern, auch in anderen Zusammenhängen, Beispiele aus der ärztlichen “ΠΡΑΞΙΣ”. Hier setzt er den Fall eines sich selbst behandelnden und dabei gesundenden Arztes. Zwei Arten von Bewegtheit sind da eigentümlich ineinander verschränkt: die ΙΑΤΡΕΥΣΙΣ, d.h. die Verarztung als ΤΕΧΝΗ, und die ΥΓΙΑΙΣΙΣ, d.h. die Gesundung als “ΦΥΣΙΣ”. Beide Bewegungen sind für den gesetzten Fall des sich selbst behandelnden Arztes in einem und demselben Seienden, in diesem bestimmten Menschen. Das gilt sogar von der jeweiligen ΑΡΧΗ der beiden “Bewegungen”. Der “Arzt” hat die ΑΡΧΗ der Gesundung ΕΝ ΕΑΥΤΩ, in sich, aber nicht ΚΑΘ’ ΑΥΤΟΝ, nicht gemäß seiner selbst, nicht sofern er Arzt ist. Das Arztsein ist nicht die ausgängliche Verfügung über die Gesundung, sondern das Menschsein und dieses auch nur sofern der Mensch ein ΖΩΟΝ ist, Lebendes, das nur lebt, indem es “leibt”. Wie wir ja auch sagen: die gesunde, widerstandsfähige “Natur” ist der eigentliche Ausgang der und die ausgängliche Verfügung über die Gesundung; ohne diese ΑΡΧΗ bleibt alle Verarztung vergeblich. Dagegen hat der Arzt die ΑΡΧΗ der Verarztung in sich; das Arztsein ist der Ausgang und die Verfügung der Behandlung. Aber diese ΑΡΧΗ, nämlich der sich auskennende Vorblick (ΤΕΧΝΗ) auf das, was Gesundheit ist und zu ihrer Erhaltung und Rückgewinnung gehört (das ΕΙΔΟΣ ΤΗΣ ΥΓΙΕΙΑΣ), diese ΑΡΧΗ ist nicht in dem Menschen, sofern er Mensch ist, sondern sie ist dazu gekommen, von ihm erst durch Kenntnisnahme und Lernen angeeignet; und demzufolge ist auch die ΤΕΧΝΗ selbst in bezug auf die Gesundung je nur solches, was sich beiher einstellen kann.

Ο Αριστοτελης, γιος ιατρου, χρησιμοποιει συχνα, και σε αλλες περιστασεις, παραδειγματα απο την ιατρικη ΠΡΑΞΙ. Εδω παιρνει την περιπτωση ενος ιατρου ο οποιος θεραπευει τον εαυτο του και γινεται υγιης. Εδω δυο ειδη κινησεως συμπλεκονται μεταξυ τους κατα ιδιαζοντα τροπο: η ΙΑΤΡΕΥΣΙΣ, δηλαδη το "γιατρεμα" ως ΤΕΧΝΗ και η ΥΓΙΑΙΣΙΣ, δηλαδη η υγιανση ως "ΦΥΣΙΣ". Και οι δυο κινησεις, σ’ αυτην την περιπτωση του ιατρου ο οποιος θεραπευει τον εαυτο του, ειναι σε ενα και το αυτο ον, σ’ αυτον τον ορισμενο ανθρωπο. Αυτο μαλιστα ισχυει για την εκαστοτε ΑΡΧΗ των δυο "κινησεων". Ο ιατρος εχει την ΑΡΧΗ της υγειας ΕΝ ΕΑΥΤΩ, εντος του, ομως οχι ΚΑΘ’ ΑΥΤΟΝ, οχι καθοσον ειναι ιατρος. Η αρχη για την υγεια δεν ειναι ο ιατρος ως ιατρος αλλα ο ανθρωπος ως ανθρωπος, και τουτο παλι μονον καθοσον ο ανθρωπος ειναι ΖΩΟΝ, ενα ζωντανο το οποιο ζει μονον "εχοντας σαρκα και οστα". Οπως αλλωστε το λεμε κι εμεις: η υγιης, ανθεκτικη "φυση" ειναι η ακτεξοχην απαρχη και η κατεξοχην προδιαθεση για την υγιανση διχως αυτην την ΑΡΧΗ καθε ιατρευση ειναι ματαιη. Αντιθετως ο ιατρος εχει την αρχη της ιατρευσης εντος του. Ο ιατρος ως ιατρος ειναι η αρχη της θεραπειας. Ομως αυτη η ΑΡΧΗ, δηλαδη το προϋπαρχον ειδημον βλεμμα (ΤΕΧΝΗ) αυτου το οποιο ειναι η υγεια και το οποιο ανηκει στη διατηρηση και στην επανακτηση της (το ΕΙΔΟΣ ΤΗΣ ΥΓΙΕΙΑΣ), αυτη η ΑΡΧΗ δεν ειναι ιδιον του ανθρωπου καθοσον αυτος ειναι ανθρωπος, αλλα ηρθε επιπροσθετως. Αυτος την ιδιοποιηθηκε μονον, μετα απο επιγνωση και μαθηση και επομενως και η ΤΕΧΝΗ η ιδια σε σχεση με την υγιανση ειναι παντοτε μονον κατι το οποιο μπορει να συμβει εκ περιτροπης.


Η ιατρικη θεσπιζεται ως τεχνη, η οποια τεχνη παρεμβαινει (συμ-βαινει!) στη φυση και την υποβοηθει στον δρομο προς την "υγεια". Η ιατρικη τεχνη δεν ειναι πρωταρχικα επιδεξιοτητα αλλα το ειδημον βλεμμα. Η τεχνη του ιατρου ειναι ενα ΕΙΔΕΝΑΙ και ενα ΕΠΙΣΤΑΣΘΑΙ. Η ιατρικη τεχνη ειναι μαλιστα εκεινο το ληθιο βλεμμα το οποιο εχει δει τον ανθρωπο στο φως της διατηρησης και της αποκαταστασης της υγειας. Ομως μια τετοια γνωση δεν αναφερεται μεμονωμενα στον ανθρωπο. Τα ιδια τα πραγματα ειναι που "δινουν γνωριμια" ως προς την δυνητικη τους ωφελεια, η βλαπτικοτητα για την υγεια. Σημερα αυτη η γνωση εχει παρει καθολικο χαρακτηρα. Η τροφη, ο αερας, οι λεγομενες "συνηθειες της ζωης", τα παντα δηλωνονται με τον χαρακτηρα φαρμακου, η τοξινης. Η ιατρικη δεν ειναι πλεον μια τεχνη ορισμενη και περιορισμενη στην περιοχη της νοσου, αλλα εχει γινει "τεχνη του ζην" καθολου. Εδω ανηκει και η ψυχολογικοποιηση της καθε αναφορας του ανθρωπου προς τους αλλους, προς τα πραγματα, προς τον εαυτο του. Ο σημερινος ανθρωπος "ψαχνεται", επιδιωκει την "αυτοεμπειρια" και την "αυτογνωσια", "επενδυει" στις "σχεσεις" του, μαθαινει τα παιδια του απο βιβλια για την "παιδικη ψυχολογια". Η δουλεια του εχει πολλες φορες τον χαρακτηρα "εργασιοθεραπειας" και στον ελευθερο χρονο του "εκτονωνεται" "βγαζοντας" συναισθηματα "προς τα εξω".


Και εδω ακομη μπορουμε να παρακολουθησουμε την αριστοτελικη εκθεση της ιατρικης στις σημερινες της εκφανσεις. Διοτι η ιατρικη, ακομη και ως "τεχνη του ζην", μπορει να εννοηθει ως η στο επακρο φθανουσα διαχειριση της φυσης. Η "φυση" διατηρει τον τελευταιο λογο, ειναι ακομη "αιτιο της υγειας".


Ομως αυτη η θεωρηση κρυβει την ουσιαστικη διασταση του τι εχει συμβει: Η φυση εχει παυσει να ειναι το στον εαυτο του θεμελιουμενο, στον εαυτο του αναφερομενο, απολυτο ΚΑΘ’ ΑΥΤΟ. Η φυση εκχωρειται στην τεχνη. Ο,τι απο αιωνες προετοιμαζονταν, ξεσπα απροκαλυπτα ιδιως με την ελευση της επιστημης η οποια καλειται "γενετικη". Ο ανθρωπος δεν εννοειται πλεον ΚΑΘ’ ΑΥΤΟΝ, ως ανθρωπος, αλλα ως αποτελεσμα προγραμματισμου του "γενετικου κωδικα", για το οριστικο "σπασιμο" του οποιου σημερα, το 1994, βρισκεται σε εξελιξη ο "Γαλιλαιος", ενα απο τα πλεον μεγαλεπηβολα προγραμματα που γνωρισε ποτε ο κοσμος.


Τα κειμενα του Αριστοτελη, τα οποια πραγματευονται το Ειναι των οντων, ειναι τα "Φυσικα". Σημερα ο Heidegger, για να ονομασει την ουσιαστικη διασταση αυτου το οποιο ειναι, χρησιμοποιει το ονομα "Τεχνικη". Η πορεια απο τα "Φυσικα" στην "Τεχνικη" ειναι η πορεια της αναληψης της φυσης απο την τεχνη.


Η δυνατοτητα μιας τετοιας πορειας δεν θα μπορουσε ποτε να προκυψει εαν δεν υπηρχε ηδη στον λογο του Αριστοτελη. Διοτι εδω πρωτα, στον Αριστοτελη, διαφοροποιουνται: αυτο το οποιο οφειλεται στην ΠΟΙΗΣΙ, και διαγραφει τον χωρο της ΤΕΧΝΗΣ, και αυτο το οποιο αναφυεται "φυσικα" - ΦΥΣΙΣ. Αυτη η ΦΥΣΙΣ λοιπον, ως "αναφυηση", εννοειται ως το συμβαν της ελευσης στην μορφη. Η ΦΥΣΙΣ καθισταται ΓΕΝΕΣΙΣ. Αντιθετως η φθορα φαινεται να θεωρειται "φυσικη" μονον ως ΣΤΕΡΗΣΙΣ. Εδω εχει την αρχη της και η εννοηση της "υγειας" ως του "φυσικου" και της νοσου ως στερητικου φαινομενου της. Το "φυσιολογικο" καθισταται κυριαρχο.


Ο διττος περιορισμος της ΦΥΣΕΩΣ, αφενος αναφορικα με τον ανθρωπο ως το ΠΟΙΗΤΙΚΟΝ ΑΙΤΙΟΝ για την περιοχη της ΤΕΧΝΗΣ και αφετερου με τον τονισμο της γενεσης απεναντι στη φθορα, διαγραφει εναν ουσιαστικο χαρακτηρα της μοιρας της δυτικης νοησης. Και η φυση ως ΓΕΝΕΣΙΣ, στις εποχες που ακολουθουν, γινεται προοδευτικα αντικειμενο της ΤΕΧΝΗΣ, π.χ. με την αναζητηση του "γενεσιουργου αιτιου", και, στο τελος, δινει τη θεση της στη "γενετικη"...


Αργοτερα θα εκτεθουν ιχνη μιας αλλης δυνατοτητας για την εννοηση της "φυσης", της "γενεσης" και της "φθορας", της σχεσης του ανθρωπου μαζι τους. Αυτα τα ιχνη ερχονται απο την πρωτη ελληνικη νοηση, την πρωτη ΜΟΥΣΙΚΗ, ομως η δυνατοτητα την οποια υπαινισσονται εμεινε ανεκπτυκτη. Ισως τωρα, οπου ο δρομος της πλατωνικης – αριστοτελικης μεταφυσικης εχει φθασει στο τελος, εκεινη η αλλη δυνατοτητα να καταστει αναγκη. Και ισως ενας τροπος αυτης της αναγκης να υποδηλωνεται με την ψυχαναλυση, οπως επιχειρειται να γινει νοητη εδω. Ομως προεχει να παρακολουθησουμε την ελευση αυτου του τελους καθαροτερα, μεσα απο την συντελεση της ιατρικης.


Το οτι η ιατρικη στην καθημερινοτητα της ασκειται διχως να χανει στιγμη για τετοιες σκεψεις, δεν σημαινει τιποτε για το δεινο, το υπερβολικα δεινο για να αποτελει απλως κατι "αρνητικο", το οποιο εχει ηδη απλωσει τη σκια του επανω στον κοσμο και στον ανθρωπο που τον κατοικει - λαθος, ποιον ανθρωπο; Οταν εδω ο ιδιος ο "ανθρωπος" εχει καταστει αντικειμενο της τεχνης; Ποια ονοματα μπορουν ακομη να βασταζουν ο,τι για χιλιετιες ονομαζαν; Φυση; Ανθρωπος; Κοσμος;


Το κειμενο, απο το οποιο παρατεθηκε το προηγουμενο αποσπασμα, ο Heidegger το εγραψε το 1939, περιπου εικοσι χρονια πριν απο την ελευση του "γενετικου κωδικα". Σ’ αυτο το κειμενο, λιγο αργοτερα, ο Heidegger συνεχιζει:

Die TEXNH kann der ΦΥΣΙΣ nur entgegenkommen, kann die Gesundung mehr oder weniger fördern; sie kann jedoch als ΤΕΧΝΗ niemals die ΦΥΣΙΣ ersetzen und selbst an ihre Stelle zur ΑΡΧΗ der Gesundheit a.s. werden. Das träfe nur dann zu, wenn das Leben a.s. zu einem “technisch” herstellbaren Gemächte würde; in demselben Augenblick aber gäbe es auch keine Gesundheit mehr, so wenig wie Geburt und Tod. Bisweilen sieht es so aus, als rase das neuzeitliche Menschentum auf dieses Ziel los: daß der Mensch sich selbst technisch herstelle;

Η ΤΕΧΝΗ μπορει την ΦΥΣΙΝ μονο να την διευκολυνει, την υγιανση λιγοτερο η περισσοτερο να την προωθησει ομως ως ΤΕΧΝΗ ποτε δεν μπορει να αντικαταστησει την ΦΥΣΙΝ, να παρει την θεση της και να γινει η ιδια ΑΡΧΗ της υγειας (με τον παλαιο τροπο). Αυτο θα συνεβαινε μονον εαν η ζωη (με τον παλαιο τροπο) γινοταν ενα "τεχνικα" δημιουργησιμο προϊον την ιδια στιγμη δεν θα υπηρχε πλεον υγεια, ουτε γεννηση και θανατος. Μερικες φορες φαινεται πως η συγχρονη ανθρωποτητα κατευθυνεται ιλιγγιωδως προς αυτον τον σκοπο: ο ανθρωπος να παραγει τον εαυτο του τεχνικα.



Η γενετικη, με την οποια η συγχρονη ιατρικη φερεται προς μια κορυφωση της, εχει αδραξει αυτην ακριβως την δυνατοτητα: "Ο ανθρωπος να παραγει τον εαυτο του τεχνικα". Και η ιατρικη, η οποια ως τεχνη υπηρετει τη φυση, οταν συλλαμβανει και τη φυση ακομη τεχνικα, εξαντλει πλεον τον ορο της υπαρξης της. Διοτι οπου δεν υπαρχει πλεον φυση, χανει και η υγεια την αρχη και το εδαφος της. Και ακομη, οπου δεν υφισταται καμμια ΟΔΟΣ ΕΙΣ ΦΥΣΙΝ, δηλαδη καμμια υγιανση, δεν υπαρχει και ιατρικη. Αυτο που υπαρχει και απλωνεται με το ονομα της ιατρικης, ειναι κατι αλλο, διχως ονομα δικο του. Ομως η ιατρικη καθεαυτην εχει φτασει στο τελος. Και το τελος της τωρα μολις αρχιζει.


Η ιατρικη, η οποια εμφανιζεται στην Ελλαδα με τη διαφοροποιηση τεχνης και φυσης, και συντελειται στις μερες μας, ειναι για τον ανθρωπο επικινδυνη. Ναι, αυτη η ιδια ιατρικη, η οποια υπερηφανευεται για τα επιτευγματα της, η οποια, λεγεται, "κανει θαυματα", στην οποια πολλοι απο μας αναγνωριζουμε καποια αποφασιστικη παρεμβαση για την υγεια την δικη μας, η κοντινων μας ανθρωπων, ειναι για τον ανθρωπο επικινδυνη - για τον ανθρωπο οχι ως νοσουντα αλλα για τον ανθρωπο ως ανθρωπο. Ο λογος βρισκεται στο οτι η ιατρικη θεσπιζεται απο τους Ελληνες ως τεχνη. Στην ιατρικη ο ανθρωπος εξ υπαρχης δεν εννοειται στην φυση του, δηλαδη ως ανθρωπος. Ο ανθρωπος εννοειται τεχνικα, μεσα απο την επιχειρηση της "ιατρευσης".


Ο ανθρωπος, τον οποιο εμαθα στις ιατρικες μου σπουδες, ηταν αρχικα ενας σκελετος. Τα πρωτα ετη επανω στο γραφειο καθε φοιτητη ανηκε "το κρανιο", το οποιο κανεις προμηθευονταν απο τους παλαιοτερους η αγοραζε σε καποιο συνοικιακο νεκροταφειο, και μελετουσε επανω του τα "τρηματα" και τις "αποφυσεις". Γρηγορα ομως η μελετη επικεντρωθηκε στο "πτωμα". Τα πτωματα ηταν στο Ανατομειο, μεσα σε δεξαμενες απο φορμολη. Τα αδραχναμε μ’ ενα αγκιστρο, τα απλωναμε σε μακροστενα μαρμαρινα τραπεζια και οταν τελειωναμε την "ασκηση" τα επιστρεφαμε στις δεξαμενες τους. Μαθαιναμε επανω τους της ανατομια. Ομως πολυ πριν απο τις ανατομικες γνωσεις συνεβαινε μια αλλη μαθηση, αφανης και γι’ αυτο ριζικοτερη. Αλλαζαμε εμεις οι ιδιοι. Εξοικειωνομασταν μ’ αυτα τα σκηνωματα ανθρωπων ως τα πλεον αρμοζοντα αντικειμενα μελετης των νοσουντων ανθρωπων. Ο ανθρωπος της ιατρικης, την οποια οι ιατροι μαθαινουν και εξασκουν, και σωζουν ζωες, κρυβει στο βαθος του εναν σκελετο κι ενα πτωμα. Ετσι βλεπει παντα ο ιατρος τον νοσουντα ανθρωπο. Οσο ασκει την ιατρικη δεν εχει, και δεν μπορει να εχει αλλη δυνατοτητα.


Αντικειμενο τεχνικης ειναι ο ανθρωπος και για την ψυχαναλυση, στο σημειο που η ιατρικη της επιβαλλει τους ορους της. Ομως τωρα διακρινουμε την ιδια την ουσια της ιατρικης να υιοθετειται απο την ψυχαναλυση. Διοτι η την ιατρικη θεσπιζουσα σχεση τεχνης και φυσης υπαρχει στο θεμελιο της συνηθους θεωρησης της ψυχαναλυσης ως η σχεση Ich-Es. Η προγραμματικη ρηση του Φροϋντ “Wo Es war, soll Ich werden” ["Οπου ηταν Es πρεπει να γινει Εγω"] ειναι το ψυχαναλυτικο ομολογο της πορειας της τεχνης, η οποια προοδευτικα υφαρπαζει ο,τι ανηκε στην φυση. Αυτη η ψυχαναλυση ειναι, με μια λεξη του Heidegger για την ψυχολογια εν γενει, ψυχο-τεχνικη.


Ομως οχι μονον ο ιατρος και ο ψυχαναλυτης αλλα ο ιδιος ο ανθρωπος, οταν εννοει τον εαυτο του στο πλαισιο υγειας και νοσου, δεν τον εννοει πλεον ως ανθρωπο αλλα τεχνικα. Σε απολυτη αντιστοιχια με τη βλαβη ενος μηχανηματος, θεωρει οτι στις δικες του "λειτουργιες" υπαρχει καποια "ζημια". Αυτος ειναι ο εξευτελισμος του ανθρωπου. Η ιατρικη ειναι επικινδυνη διοτι εξευτελιζει τον ανθρωπο - τον καθιστα ευτελη με το να εξαντλει την υποσταση του σε τεχνικους ορους. Ο ανθρωπος συρρικνωνεται και παραμορφωνεται, καταντα μοντελο ενος πλεγματος "μηχανισμων", γινεται κατι το περα για περα υπολογισιμο, κατανοησιμο και προβλεψιμο. Η ιατρικη, και μαζι της η ψυχαναλυση στη συνηθη της θεωρηση, αγνοουν παντελως το ΔΕΙΝΟΝ, το οποιο καποτε λεχθηκε ως ονομα για την ουσιωση του ανθρωπου. Η ιατρικη, και αυτη η ψυχαναλυτικη εννοηση του ανθρωπου παραμενουν κλειστες για το μυστηριο. Ετσι κανουν τον ανθρωπο να λησμονει πως ειναι ανθρωπος. Και ακομη περισσοτερο: να μην γνωριζει πλεον καν τι θα πει, να εισαι ανθρωπος.


Και αυτη η ιατρικη, με τον κινδυνο που εγκυμονει για τον ανθρωπο ως ανθρωπο, εχει φθασει στο σημερα απαρχιζον τελος της. Εχει συντελεστει η αποστολη της, η οποια και την εθεσπισε ως ιατρικη στους χρονους του Αριστοτελη.


Εδω ομως θα εγερθει επιτελους ο κοινος νους: η ιατρικη, θα μου θυμισει, δεν ειναι, ουτε μπορει να ειναι η ιατρικη του Αριστοτελη και του Ιπποκρατη. Δεν μενει η ιδια. Εξελισσεται. Αυτο, θα συνεχισει, το λησμονησα τελειως, την εξελιξη. Και γι’ αυτο βρεθηκα μπλεγμενος σε παραδοξολογιες. Και εαν του ζητησω να μου διευκρινισει αυτο που αποκαλει "εξελιξη της ιατρικης", με απορια και με καχυποψια, μηπως του στηνω καποια παγιδα, θα μου πει οτι η ιατρικη, "οπως ολα", δεν μενει η ιδια, αλλα με τον καιρο αλλαζει μορφη στην προσπαθεια της να αντιμετωπισει τις ασθενειες αποτελεσματικοτερα κλπ. Ετσι η εδω επαναλαμβανομενη φραση, πως η ιατρικη εχει φθασει στο τελος, ειναι, λογω ακριβως της εξελιξης της, ανοητη.


Ηδη απο ωρα νοιωθω να με βαραινει, την κοπωση του κοινου νου, ο οποιος λεει "πρωτα υγεια", ο οποιος χρησιμοποιει στις καθημερινες του συναντησεις ως χαιρετισμο τις λεξεις "γεια σου", και δεν καταλαβαινει τιποτε απο την "γκρινια" μου. Ας ειναι. Τον αφηνω λοιπον και συνεχιζω. Τι ακουσα εγω στις διευκρινισεις του για την εννοια της "εξελιξης"; Καταρχην η εξελιξη καθεαυτην δεν ειναι φαινομενο, δηλαδη δεν ειναι κατι το οποιο δειχνεται αφεαυτου. Αφεαυτης δειχνεται η ιατρικη του Ιπποκρατη, αφεαυτης δειχνεται η ιατρικη των πατερων μας. Η "εξελιξη" ομως ειναι εκεινη η επινοηση η οποια επιχειρει να ενοποιησει φαινομενα τα οποια αφεαυτων δειχνονται ως διαφορα. Ετσι η δαρβινικη "εξελιξη των ειδων" συνενωνει σε ενα συνεχες ολον τις διαφορες μορφες της "ζωης", ετσι η "εξελικτικη ψυχολογια" συλλαμβανει στην ιδια οπτικη τις μορφες του βρεφους, του παιδιου, του ενηλικα, του γεροντα. Και η "εξελιξη της ιατρικης" τοποθετει στον ιδιο παρονομαστη τα Ασκληπιεια και τα συγχρονα κεντρα "υπηρεσιων υγειας". Η εννοια της εξελιξης ματαιωνει εξαρχης καθε δυνατοτητα να αφεθει ενα φαινομενο ως αυτο το οποιο ειναι. Αφ’ ης στιγμης ομως τουτο, το ΣΩΖΕΙΝ ΤΑ ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ, καταστει αναγκη, τοτε ολα αλλαζουν. Τοτε το καθε πραγμα ειναι αυτο που ειναι, και ειναι εν ονοματι του, και το ονομα του διαγραφει τη μορφη του και του χαριζει την υποσταση του. Τοτε και τα ονοματα ΦΥΣΙΣ, ΤΕΧΝΗ, ΙΑΤΡΙΚΗ, ΥΓΕΙΑ, επανακτουν τη σοβαροτητα τους. Τοτε η ιατρικη μπορει να ειναι και παλι κατι το αφορισμενο και το περατο, και ετσι μπορει καποτε να φθασει στο τελος της.


Ο,τι σημερα καλειται "ιατρικη" δεν αποδιδεται με τουτο το ονομα επαρκως. Η ιατρικη εχει φθασει στο τελος. Το ονομα της ανηκει σε μια γλωσσα ομιλουμενη μεν, ομως στην πραγματικοτητα νεκρη.


Και ο,τι εδω αναπτυχθηκε σχετικα με την ιατρικη, δεν περιοριζεται στην ιατρικη. Ειναι η ιδια η εποχη, και η μοιρα που την οριζει. Οχι μονον η ιατρικη. Ολα εχουν φθασει στο τελος. Ακομη σπανια γινεται συνειδηση πως ονοματα τα οποια διαγραφουν τον χωρο της κατοικησης μας: ημερα και νυχτα, ανδρας και γυναικα, ζωη και θανατος, θεος και ανθρωπος, ειναι ονοματα μιας γλωσσας νεκρης. Ο ουρανος που μας χαριζε την σκεπη του ειναι αστρα σβυσμενα απο καιρο, που μονον λογω της αποστασεως εξακολουθουνε να στελνουν την λαμψη τους. Η ειδηση του τελους τους ακομη δεν εχει φτασει παντου, κι ας ταξιδευει με την ταχυτητα του φωτος. Ο κοσμος εγινε ολοκληρος μια απορια. Τα ιδια τα πραγματα ειναι τα ΑΠΟΡΟΥΜΕΝΑ, και γυρευουν το ονομα τους. Ισως ενας σημερα αρμοζων τοπος διαμονης για τον ανθρωπο να ειναι ακριβως η γειτονια του απορουμενου.


Αυτη η απορια διαφερει απο ο,τι εννοουμε συνηθως οταν λεμε "εχω μια απορια". Διοτι τωρα η απορια του κοσμου ειναι τετοια που δεν επιτρεπει πλεον την αποσταση του Εγω το οποιο "εχει μια απορια", και εχοντας την παραμενει αυτο το "Εγω". Τωρα η γειτονια του απορουμενου συμπαρασερνει καθε αποσταση στο περασμα της. Σ’ αυτην την απορια ο ΑΠΟΡΟΣ ειμαι πρωτα εγω, και μαλιστα πρωτα ως προς τον ιδιο μου τον εαυτο. Και τουτο επισης ειπωθηκε σε εναν ελληνικο λογο, ομως επρεπε, φαινεται, να μεινει αγνοημενο.


Και καποτε, στο χαραμα του τελους, συμβαινει μια συνομιλια μαζυ του. Ενα σχεδιασμα του Hölderlin με τον τιτλο Mnemosyne αρχιζει ως εξης:

Ενα σημαδι ειμαστε, ανερμηνευτοι

Ein Zeichen sind wir, deutungslos

Απονοι ειμαστε κι εχουμε σχεδον

Schmerzlos sind wir und haben fast

Χασει τη γλωσσα στα ξενα.

Die Sprache in der Fremde verloren


Πεταλουδες και ονειρα

Το "Ονειρο πεταλουδας" του κινεζου σοφου Zhuangzi. Με απασχολησε ιδιαιτερα στη μελετη απο το 1989 Το ονειρο και στην ομιλια απο το 2007 Αποηχοι απο το "Ονειρο πεταλουδας.

Καποτε ο Zhuangzi ονειρευτηκε πως ειναι πεταλουδα, μια πεταλουδα που πεταριζε, που ενοιωθε καλα κι ευτυχισμενη και δεν γνωριζε τιποτα για τον Zhuangzi. Ξαφνικα ξυπνησε: εκει ηταν παλι, πραγματικα κι αληθινα ο Zhuangzi. Τωρα δεν ξερω αν ο Zhuangzi ονειρευτηκε πως ειναι πεταλουδα η αν η πεταλουδα ονειρευτηκε πως ειναι ο Zhuangzi (...).

Φετος την ανοιξη, στον κηπο ξαναφανηκαν πεταλουδες. Το σπαρταριστο πεταρισμα, η ευθραυστοτητα του, οι ατελειωτες και απροβλεπτες τεθλασμενες του, η αξαφνη ησυχια σαν καθισουν για λιγο επανω σ' ενα λουλουδι, και παλι ξανα…

Αρχες του 19ου αιωνα ο ιαπωνας ζωγραφος Hokusai φιλοτεχνησε ενα αλμπουμ με "εικονες απο τη φυση". Μια απ' αυτες τις εικονες παριστανει παιωνιες και μια πεταλουδα:

C:\Users\K\Google Drive\ΕΡΓΑ\Ατελη\Πεταλουδα\Hokusai, peonies-with-butterfly.jpg

Φυσαει αερας, απο δεξια προς τα αριστερα. Φυλλα και πεταλουδα γερνουν στο φυσημα του, ομοιοφορφα και τελεια συγχρονισμενα, σαν χορευτες κλασσικου μπαλετου. Η χθονια οικειοτητα τους.

Ο εντομολογος E. O. Wilson αποκαλει τις πεταλουδες "ανθους του αερα".

"Η πεταλουδα ειναι ανθος που πεταει, / Το ανθος, πεταλουδα που εδεσε στο χωμα."(Ponce Denis Écouchard Lebrun, γαλλος λυρικος του 18ου αιωνα)

Ειναι η πεταλουδα φυλλο που αποσπαστηκε απο το λουλουδι, η ειναι τα φυλλα του λουλουδιου πεταλουδες που το συνεθεσαν;


Απο τον Hokusai εχει παραδοθει και ο ακολουθος πινακας:

C:\Users\K\Google Drive\ΕΡΓΑ\Ατελη\Πεταλουδα\Hokusai - Philosopher watching a pair of butterflies.jpg

Εχει τον τιτλο "Φιλοσοφος παρατηρωντας ενα ζευγαρι πεταλουδων". Πως παρατηρει ο φιλοσοφος;

Οχι οπως ενας αλλοτινος Μεξικανος, Ινδιανος, Απωασιατης, κατοικος της κεντρικης Ευρωπης και της Ελλαδας, που βλεπει σ' αυτες φιλους κι εχθρους: ψυχες και θεοτητες, καλους και κακους οιωνους, συμβολα της γεννησης και του θανατου και της αιωνιοτητας:

C:\Users\K\Google Drive\ΕΡΓΑ\Ατελη\Πεταλουδα\Psyche & the sleeping Eros, Roman mosaic C3rd A.D., Antakya Museum.jpg    C:\Users\K\Google Drive\ΕΡΓΑ\Ατελη\Πεταλουδα\Symbol.jpg

Οχι οπως ενας βιολογος με το μπλοκακι του, η που τις  εχει καταγραψει σε βιντεο και, καθισμενος εμπρος απο το μονιτορ, μελετα σε slow motion π.χ. τον κωδικα της επικοινωνιας τους.

C:\Users\K\Google Drive\ΕΡΓΑ\Ατελη\Πεταλουδα\daniels_jaret.jpg     C:\Users\K\Google Drive\ΕΡΓΑ\Ατελη\Πεταλουδα\research_center_work.jpg

Οχι οπως ενας συλλεκτης που προχωρει καταπανω τους, ετοιμαζεται να τις πιασει στην αποχη του και τις βλεπει ηδη καρφιτσωμενες στα καδρα του.

C:\Users\K\Google Drive\ΕΡΓΑ\Ατελη\Πεταλουδα\download.jpg      C:\Users\K\Google Drive\ΕΡΓΑ\Ατελη\Πεταλουδα\butterfly_eps.jpg

Οχι οπως ενας αισθηματιας που σκιρτα, που δονειται απο συγκινηση  και αναφωνει: "Υπεροχο!".

C:\Users\K\Google Drive\ΕΡΓΑ\Ατελη\Πεταλουδα\4873.jpg

Ξαναβλεπουμε την εικονα:

C:\Users\K\Google Drive\ΕΡΓΑ\Ατελη\Πεταλουδα\Hokusai - Philosopher watching a pair of butterflies.jpg

Ο φιλοσοφος προφανως βρισκεται στον χωρο του. Δεν εχει αναζητησει τις πεταλουδες, δεν περιμενει τιποτα απ' αυτες. Οι πεταλουδες εχουν μπει στην καμαρη του τυχαια.

Ο φιλοσοφος αφηνει χαμω το φτερο, με το οποιο εγραφε, την βενταλια, με την οποια δροσιζονταν. Το σωμα του. Τεινει ολοκληρο προς τις πεταλουδες:

Το υφος του:

C:\Users\K\Google Drive\ΕΡΓΑ\Ατελη\Πεταλουδα\Νέα εικόνα.png

Κανενα συναισθημα, καμια προθετικοτητα. Μαζι με φτερο και βενταλια, εχει αποποιηθει καθε τι που τον προσδιοριζει ως ανθρωπινο ον.

Τα χερια του. Ακουμπισμενα στο τραπεζακι, διπλα-διπλα, ομως χωρις να σφιγγονται, λες και αντιγραφουν το ζευγαρι των πεταλουδων.

C:\Users\K\Google Drive\ΕΡΓΑ\Ατελη\Πεταλουδα\Hokusai - Philosopher watching a pair of butterflies - Copy (2).jpg                   C:\Users\K\Google Drive\ΕΡΓΑ\Ατελη\Πεταλουδα\Hokusai - Philosopher watching a pair of butterflies - Copy.jpg

Ποιος ειναι αυτος ο φιλοσοφος, τωρα;

Καποτε ο δασκαλος Hui-tang πηγε με τον κοσμικο Huang-schan-gu στα βουνα. Ξαφνου ενας ευωδιαστος αερας φυσηξε καταπανω τους. Ο Hui-tang ρωτησε: "Νιωθεις την ευωδια της ρεσεντας;" Οταν ο Huang-schan απαντησε καταφατικα, ο Hui-tang του ειπε: "Δεν εχω τιποτα να σου κρυψω."

Τι θα πει εδω "Δεν εχω τιποτα να σου κρυψω"; Ο Byung-Chul Han γραφει: "Η ευωδια της ρεσεντας εκ-σωτερικευει τον Hui-tang." Εσωτερικοτητα ειναι ενα ονομα για τον πατριο τοπο τον οποιο θεσπιζουν το Εγω, το υποκειμενο, η ψυχη, το πνευμα, η σκεψη και το συναισθημα, η συνειδηση και το ασυνειδητο, η ταυτοτητα και ο Κανεις και ο Εαυτος. Αυτες οι λεξεις ακριβως και δεν ειναι εννοιες. Ειναι τοποι, σπιτια που κατοικουμε. Η ευωδια της ρεσεντας δεν αφηνει στον Hui-tang τιποτ' απ' αυτα ορθιο. Ο  Hui-tang αναλυεται στην ευωδια της ρεσεντας. Δεν εχει τιποτα το εσωτερικο και γι' αυτο δεν εχει τιποτα να κρυψει. Ο Hui-tang ειναι "εξω στα πραγματα" με μια ακρως ριζικη εννοια. Δεν ειναι κανενα "Ειναι-μεσα-στον-κοσμο" αλλα, οπως γραφει καπου ο Han, απλα ενα "Ειναι-κοσμος".

Ο φιλοσοφος δεν εχει τιποτα να κρυψει. Ειναι ολοτελα πεταλουδα. Αναλυεται στις πεταλουδες. Ποιος ειναι λοιπον ο φιλοσοφος; Ειναι ο φιλοσοφος που αναλυεται στις πεταλουδες, η ειναι οι πεταλουδες που μορφοποιουνται στον φιλοσοφο;

Αυτη η οικειοτητα, αυτη η φιλοτητα αναμεσα στον φιλοσοφο, στον Zhuangzi και στην πεταλουδα, δεν εχει καμια σχεση με καποια ομοιοτητα μεταξυ τους. Το μαρτυρουν δυο αλλοι παλιοι πινακες. Η διαφορα της μορφης τους, των ογκων τους ειναι τονισμενη:

C:\Users\K\Google Drive\ΕΡΓΑ\Ατελη\Πεταλουδα\213277_230914057_2.jpg


C:\Users\K\Google Drive\ΕΡΓΑ\Ατελη\Πεταλουδα\images.jpg

Ομως τουτο ακριβως κανει την "αφανη αρμονια" τους (Ηρακλειτος) ακομα εμφατικοτερη: Τωρα δεν ξερω αν ο Zhuangzi ονειρευτηκε πως ειναι πεταλουδα, η αν η πεταλουδα ονειρευτηκε πως ειναι ο Zhuangzi (...).


Και τωρα: Το "ονειρο πεταλουδας" δεν χρειαζεται μονο να ακουστει ως γενικη αντικειμενικη, οτι δηλαδη η πεταλουδα ειναι το αντικειμενο ενος ονειρου. Ουτε μονο ως γενικη υποκειμενικη: οτι η πεταλουδα ονειρευεται. Γιατι ο Zhuangzi μιλα για "ονειρο πεταλουδας", και οχι π.χ. για ονειρο φιδιου, η ελεφαντα; Ενδεχομενως διοτι ονειρο και πεταλουδα, ως ονειρο και ως πεταλουδα, συνεχονται σε μια "αφανη αρμονια". Ο τιτλος "Ονειρο πεταλουδας" θα μπορουσε να νευει προς μια σχεδον ταυτολογια: Το ονειρο ειναι σαν πεταλουδα. Η πεταλουδα ειναι σαν ονειρο.


"Ενας καλος ταξιδιωτης δεν αφηνει πισω του ιχνη"

1. Byung-Chul Han, Περι φαντασματων και αλλων απουσιαζοντων

size500_lineweight_moki_untitled_river_.jpg

Μια ωραια ρηση του Laozi λεει: Ενας καλος ταξιδιωτης δεν αφηνει πισω του ιχνη. Μα πως μπορει κανεις να περπατα και να μην αφηνει πισω του ιχνη; Προτου πατησεις το ενα ποδι στο εδαφος, θα επρεπε να ειχες σηκωσει το αλλο, κι αυτο θα ηταν αδυνατο. Δεν γινεται να περπατας χωρις να αγγιζεις το εδαφος. Επομενως μοιαζει οτι ο Laozi απαιτει το αδυνατο. Η, ζηταει να αιωρουμαστε. Αυτοι που αιωρουνται, αυτοι που τριγυρνουν αιωρουμενοι, οντως δεν αφηνουν πισω τους ιχνη. Τα φαντασματα αιωρουνται επισης. Ειναι γνωστο οτι τα φαντασματα δεν βαδιζουν παρατεταγμενα σε γραμμες με τακτικο βημα.

041.jpg

Το Ο νομος της γης του Carl Schmitt (Nomos der Erde) ξεκινα με εναν υμνο της γης. Προπαντων υμνει την γη για την συσταση της, η οποια επιτρεπει να χαραζονται πανω της σταθερες γραμμες· και, λογω του συμπαγους της, καθισταται δυνατο να καθιερωνονται σαφη ορια, σταθεροι κανονες και θεσεις, συμπαγη πλαισια και διαφοροποιησεις. Το συμπαγες της γης καθιστα δυνατο να χτιζονται πανω της συνορα, τοιχοι, σπιτια και οχυρα: εδω γινονται εμφανη οι κανονες και η θεση της κοινωνικης υπαρξης του ανθρωπου. Οικογενεια, συγγενεις, φυλη και κοινωνικη ταξη, τα ειδη των αποκτηματων και η γειτονια, καθως και οι μορφες της δυναμης και των κανονων ειναι σε κοινη θεα. Περιουσια, αποκτηματα, δυναμη, κανονες, νομοι, ταξη και θεση, ολα οφειλονται στην ιδιαιτερη συσταση της γης. Ο Schmitt αντιπαραβαλλει την σταθερη επιφανεια της γης με την θαλασσα: η θαλασσα δεν γνωριζει καμια τοσο εμφανη οντοτητα [...] ταξης και τοπου. [...] Ουτε επιτρεπει η θαλασσα [...] να χαραχτουν επανω της σταθερες γραμμες. Ειναι ενδιαφερον οτι κατοπιν παρατηρει πως τα πλοια που ταξιδευουν στην θαλασσα δεν αφηνουν ιχνη. Η θαλασσα δεν εχει χαρακτηριστικα με την πρωταρχικη εννοια της λεξης χαρακτηρ, που σημαινει ενσωματωμενο, σκαλιστο, η εγχαραγμενο. Επομενως η θαλασσα, λογω της ελλειψης σταθεροτητας, δεν εχει χαρακτηρα. Και αυτο ειναι που καθιστα τον θαλασσοπορο ικανο να μην αφηνει πισω του ιχνη. Ο Carl Schmitt εχει γενικα μια φοβια για την θαλασσα και το νερο. Επισημαινει μια προφητεια του Βιργιλιου, οπου προεβλεψε οτι στην επερχομενη εποχη της ευτυχιας δεν θα υπαρχουν πλεον θαλασσοπορειες και οτι στην Αποκαλυψη του Ιωαννου αυτος προκηρυξε εναν νεο κοσμο που θα καθαιρονταν απο την αμαρτια και στον οποιο δεν θα υπηρχαν ωκεανοι.

qA7qoafENpcm8jh94CucB76io1_500

Ο Carl Schmitt ειναι ενα ειδικα χερσαιο πλασμα με την εννοια οτι σχεφτεται μονο σε ορους σταθερων διακρισεων, διχοτομικων η δυαδικων αντιθετων, και δεν εχει καμια κατανοηση για το μη αποφασισμενο, η το αδιορατο. Συμφωνα με την θεωρια του η υπαρξη βασιζεται σε καθαρα ορια και σταθερα περιγραμματα, σε ακλονητη ταξη και αρχες. Αυτος ειναι ο λογος που γι' αυτον το νερο ειναι τοσο ενοχλητικο και αποκοσμο. Δεν επιτρεπει καθαρες οριοθετησεις η διαφοροποιησεις και, στο πολιτικο επιπεδο, καθιερωση σταθερων εθνικων η εδαφικων συνοριακων γραμμων.

021 moki_three

Αυτο που ειναι ενδιαφερον στον Carl Schmitt ειναι οτι δεν πιστευει απλοϊκα σε μια σταθερη ταξη, αλλα προσκολλαται σ' αυτην εμπρος στην γενικη παρακμη, και προσπαθει να χτισει ψηλους τοιχους επανω σ' ενα εδαφος που εχει ηδη αρχισει να σειεται. Η σκεψη του Carl Schmitt ερχεται μεσα απο την καρδια μιας φυγοκεντρης δυναμης που διασκορπιζει την σταθερη ταξη και παρεκκλινει απο τον αρχικο δρομο της. Αισθανεται να απειλειται υπαρξιακα απο μια στοιχειωμενη αναποφασιστικοτητα και ελλειψη διακρισης. Στο εργο του 1919 Πολιτικος ρομαντισμος συνοψισε με μια δραματικη γλωσσα την κατασταση στην οποια περιηλθε ο κοσμος: συνεχεις νεες ευκαιριες δημιουργουν εναν συνεχως νεο, ομως βραχυβιο κοσμο, εναν κοσμο χωρις υποσταση [...] χωρις δυναμικη ηγεσια, χωρις συμπερασμα και χωρις ορισμο, χωρις αποφαση, χωρις μια μερα τελικης κρισης, που συνεχιζεται επ' αοριστον, οδηγημενος μονο απο το μαγικο χερι της τυχης [...] Γι' αυτον ενας κοσμος χωρις υποσταση, ενας κοσμος χωρις σταθερη διαφοροποιηση, χωρις καθαρα περιγραμματα, συμπαγεις τοιχους και φραγματα, ειναι ενας κοσμος στοιχειωμενος.

072

Απο την αλλη για τον Laozi η υπαρξη χωρις δυναμικη ηγεσια, οριστικους ορισμους και συμπερασματα, θα ηταν ενας ξεγνοιαστος περιπατος που δεν θα αφηνε πισω του ιχνη. Ο Carl Schmitt απορριπτει με ολη του την δυναμη την σκεψη ενος κοσμου χωρις υποσταση. Με καθε μεσον προσπαθει να αποκρουσει το στοιχειωμενο χερι της τυχης.102 078Ο Carl Schmitt, σε προχωρημενη ηλικια, αισθανοταν καταδιωκομενος απο φωνες και θορυβους, ακομα κι απο φαντασματα. Αισθανομενος οτι ηταν στο ελεος αυτων των αποκοσμων θορυβων, επαναδιατυπωσε την περιφημη φραση του για την ανωτατη δυναμη: Μετα τον Πρωτο Παγκοσμιο Πολεμο ειπα "Κυριαρχος ειναι αυτος που κυβερνα σε κατασταση εκτακτης αναγκης." Μετα τον Δευτερο Παγκοσμιο Πολεμο, καταπροσωπο με τον θανατο, λεγω τωρα "Κυριαρχος ειναι αυτος που κυβερνα τα κυματα στο διαστημα." Επομενως το κυριαρχο ατομο ειναι αυτο που εχει την εξουσια επανω στα φαντασματα. Αυτο παντως ειναι μια απελπιδα επιχειρηση. Αναφερθηκε οτι ο Schmitt σ' ολη του την ζωη φοβοτανε τα κυματα. Αποδιωξε απο το δωματιο του και την τηλεοραση και το ραδιοφωνο, ωστε τιποτα απροσκλητο να μην μπορει να εισβαλει στον χωρο του απο τον αερα. Ο τοιχος, μια αρχαϊκη εγκατασταση που ανηκει στον Νομο της γης, δεν μπορει να συγκρατησει τα κυματα που αιωρουνται στον αερα και διαφευγουν καθε συλληψης, καθε συνορου, καθε προσπαθειας να καθηλωθουν σε μια ορισμενη θεση.

[...]

m8

Και ο Carl Schmitt, κατα την καταρρευση, σκεφτοταν την παλια ταξη. Διανοιγε τον δρομο του μεσα απο ολοκληρους στρατους φαντασματων. Τα φαντασματα εμφανιζονται οταν το σταθερο πλαισιο της παλιας ταξης αρχιζει να αποσυντιθεται. Οσο περισσοτερο σθεναρη ειναι η ταξη, τοσο πιο θορυβωδη γινονται τα φαντασματα. Τα κυματα, απο τα οποια ο Schmitt νοιωθει να καταδιωκεται, ειναι οι δονησεις της παρακμης. Απο την αλλη, τα φαντασματα ειναι επισης αγγελιοφοροι απο το περαν του τοιχου, το οποιο ενδεχομενως θα εφερνε την σωτηρια. Κανεις θα μπορουσε να δανειστει λεξεις απο τον Heidegger η τον Hölderlin και να τις χρησιμοποιησει εκτος των συμφραζομενων και να πει: Οπου υπαρχει κινδυνος, βλασταινει και το σωτηριο.

101

Το φαντασμα, ηδη στην ετυμολογικη του προελευση, εχει επανω του κατι το αντιφατικο, η το αμφιθυμικο. Η λεξη φαντασμα (Gespenst) σχετιζεται με την λεξη της Παλαιας Υψηλης Γερμανικης spanan, που σημαινει βαζω σε πειρασμο, δελεαζω, πειράζω η πειθω. Επομενως το φαντασμα ειναι και δελεαστικο και ανησυχητικο. Θα εικαζαμε οτι ειναι τοσο δελεαστικο γιατι φερνει στον νου οπτασιες πραγματων που καποτε μας αποτραπηκε να δουμε, πραγματα που ειτε επρεπε να κατασταλουν ειτε να αποβληθουν απο την παρουσια μας. Κατα μια εννοια το φαντασμα ειναι ενα revenant, ενα προσωπο που γυρισε απο τους νεκρους, που ξεπερνα τους τοιχους της καταστολης και της προγραφης, τους τοιχους του διαχωρισμου και του αποκλεισμου. Οφειλει την δυναμη του να σαγηνευει σ' αυτην την επιδραση του revenant, στην συγχρονικοτητα παρουσιας και απουσιας. Επιτυγχανει να γινει οπτασια, ομως οπτασια απο κατι που βασικα θα επρεπε να ειναι απον. Στο συντακτικο του φαντασματος υπαρχει μια εμφατικη διακριση αναμεσα σ' αυτο που πρεπει να ειναι και σ' αυτο που δεν επιτρεπεται να ειναι.

[...]

046

Η σκεψη της Απω Ανατολης δεν γνωριζει καμια αναλλοιωτη δομη της ταξης. Καθε τι εννοειται σε ορους αλλαγης και εξελιξης. Δεν υπαρχει τιποτα στο οποιο κανεις θα προσδενονταν γερα. Που σημαινει: ενας καλος ταξιδιωτης δεν αφηνει πισω του ιχνη. Και τα φαντασματα δεν αφηνουν πισω τους ιχνη. Ενα ιχνος ειναι το αποτυπωμα μιας καταναγκαστικης καθηλωσης. Αυτοι που αιωρουνται δεν αφηνουν πισω τους ιχνη. Στην σκεψη της Απω Ανατολης καθε τι ειναι ρευστο. Κι αυτος ειναι ο λογος που η εξυμνηση του νερου ειναι θεμελιακα ενσωματωμενη μεσα της. Το νερο μεταβαλλει συνεχως την μορφη του για να ταιριαξει σε οποιαδηποτε κατασταση συναντησει. Το νερο δεν γνωριζει περιορισμους της ταυτοτητας. Η σκεψη της Απω Ανατολης, λογω της ελλειψης σε περιορισμους της ταυτοτητας, παρεχει στα φαντασματα περισσοτερο χωρο. Καθε τι ειναι περισσοτερο ανεσταλμενο απ' ο,τι στην Δυση. Σε μεγαλυτερη κλιμακα, καθε τι ειναι διχως ουδο και μεταβαση. Σπανια χρησιμοποιουνται συνορα και διαφοροποιησεις. Η φιλοσοφια της Απω Ανατολης δεν κυριαρχειται απο το 'ειτε-ειτε', κυριαρχειται απο το 'οχι μονον αλλα'. Αντιθετα ο Carl Schmitt, ενα χερσαιο πλασμα και πεζοπορος, ηταν ενας υδροφοβικος, φοβουνταν το νερο και την θαλασσα γιατι αυτο το μεσον δεν επιτρεπει καθαρα ορια η διακρισεις, δεν επιτρεπει σκεψη σε διχοτομικες αντιφασεις. Γι' αυτον ο κοσμος που ειναι η Απω Ανατολη θα ηταν ενας κοσμος χωρις υποσταση, ενας κοσμος κατοικουμενος απο φαντασματα. Στο φως ενος τετοιου ρευστου, μετεωρου κοσμου ο Carl Schmitt θα μπορουσε να ειχε πει: "Στην Κινα εχει μονο φαντασματα."

047

Στην Δυση φαντασματα εμφανιζονται σε μια κριση ταυτοτητας. Ο Jacques Derrida τονιζει οτι, σε μιαν αλλη οπτικη, αυτη η κριση μπορει να ειναι απελευθερωτικη. Η αποδομηση της ειναι η επιστημη των φαντασματων, μια μορφη φασματολογιας. Ερευνα εκεινα τα στοιχεια της "αλλοτριοτητας" που σαν φαντασματα πλανιωνται μεσα στην ταυτοτητα και την βγαζουν απο την ισσοροπια.

2907056005_16f4c4351e

Ο Derrida αποδομει το φτιαξιμο μιας ταυτοτητας τονιζοντας τα πραγματα που τρομοκρατουν, που ειναι φοβερα, και τα οποια στην πορεια της διαμορφωσης της ταυτοτητας καταστελλονται για χαρη της φανταστικης της αγνοτητας. Η ταυτοτητα περιτριγυριζεται ουτως ειπειν απο την αυρα των φαντασματων. Ο Derrida διατηρει μια ηρεμια απεναντι στα φαντασματα, η οποια ανακουφιζει την σκεψη απο τους περιορισμους της ταυτοτητας και των νευρωσεων ταυτοτητας. Αντιτασσει την Λογικη του του φαντασματος εναντια ατην λογικη του νου, η οποια συνεχως προσπαθει να αποτιναξει την διαφορα, η την αλλοτριοτητα που βροντα υποκωφα μεσα στην ταυτοτητα του. Το μοττο του αποδομημενου τροπου ζωης ειναι: Μαθε να ζεις 'με' φαντασματα, σε συνομιλια [...] και σε κοινα ταξιδια [...] Να μαθεις να ζεις με φαντασματα θα πει τελικα: να μαθεις να ζεις φιλικα, να δεχεσαι ο,τι τα κανει ανωμαλα και απροβλεπτα, να μην ανεχεσαι παθητικα τις διαφορες τους, αλλα να βοηθας να πληθυνουν. Ισως ειναι δυνατο να ζει κανεις πιο αρμονικα με φαντασματα. [...] Παντως ο κοσμος του Zhuangzhi, η του Laozi ειναι ενας υπεριπταμενος, αιωρουμενος κοσμος χωρις καθαρα περιγραμματα, χωρις οριστικες διακρισεις, χωρις συμπερασματα, αποφασεις η ορισμους· σ' αυτον τον κοσμο ειναι δυνατο να ταξιδευεις στον χωρο ξεγνοιαστα. Ισως στο μελλον, στην αλλη πλευρα της θεολογιας και της τελεολογιας, η αιωρηση θα γινει ο νεος τροπος περπατηματος, αφηνοντας πισω της τα πιο ακαμπτα βηματα του προσκυνηματος, του στρατιωτικου εμβατηριου και της γραμμικης κινησης προς τα μπρος.

2. Φαντασματα...

Kandinsky, Mit und Gegen.jpg

Vasily Kandinsky, Mit und Gegen

Ο ταξιδιωτης αφηνει ιχνη οταν ξεχωριζει και διακρινεται, π.χ. τα παπουτσια του απο το χωμα, η μορφη του απο τις γυρω μορφες, η φωνη του απο τις γυρω φωνες. Δεν αφηνει ιχνη, οχι οταν ειναι ολοτελα ξεχωριστος, π.χ αορατος και αφωνος, αλλα οταν ειναι ολοτελα μετοχος. Που θα πει, οταν δεν υπαρχει αναμεσα σ' αυτον και στο αλλο κανενα οριο - οταν εχει τον τροπο του φαντασματος. Ο τροπος αυτης της ολικης μεθεξης λεγεται στοιχειωμα.

Το φαντασμα, το στοιχειο, στοιχειωνει τον χωρο στο οποιο παρουσιαζεται. "Τον στοιχειωνει" θα πει: οντας ολοτελα ξενο διαπερνα τα ορια του χωρου σαν να μην υπηρχαν, η παρουσια του τον διαποτιζει, κατακρημνιζει την ταυτοτητα του σε μια δινη, σε μια ρουφηχτρα και την εξαφανιζει. Κανει τον χωρο αποκοσμο, αλλοκοτο, μετεωρο, καποτε εφιαλτικο και καποτε παραμυθενιο. Αναλογιστειτε μονο, οσοι το φοβαστε, πως αλλαζει το σπιτι σας οταν ξεπροβαλει ενα ποντικι.

Στην Καταιγιδα του Shakespeare λεει ο Prospero: "Ειμαστε απο υλικο σαν αυτο που 'ναι φτιαγμενα τα ονειρα κι η μικρη μας ζωη κυκλωνεται απο εναν υπνο."


Στοιχειωμενη γλωσσα. Το ιχνος ως η υπογραφη

(Απο το: Byung-Chul Han, Ειδη θανατου)

Τι εννοουσε ο Heidegger ως υπογραφη του; Ποιος υπογραφει, η φερει την ευθυνη για τα γραπτα που εχουν την υπογραφη "Martin Heidegger"; Εννοουσε καν ο Heidegger τον εαυτο του ως συγγραφεα; Ο Heidegger θα ειχε αποφυγει να χρησιμοποιησει την λεξη "Autor", και οχι μονον επειδη ειναι μια ξενικη λεξη. Εκει που οντως εμφανιζεται, πρεπει να παραμεριζει εμπρος στον αυθεντικο υπογραφοντα το εργο. [...]

Στη φανταστικη συνομιλια "Gelassenheit" ["αφεση"...] βασικα δεν συμβαινει καμια ανταλλαγη γνωμων. Κανεις δεν λεει τη δικη του γνωμη. Κανεις δεν μοιαζει να ενδιαφερεται να υπογραψει τα εκφωνουμενα λογια. Μια παραξενη ελλειψη ενδιαφεροντος συν-τονιζει την πορεια της συνομιλιας. Παντως δεν ειναι απαθεια. Προκειται περισσοτερο για μια εγρηγορση χωρις ενδιαφερον, η χωρις προθεση. Οταν καταμεσις στη συνομιλια επεσαν παλι στη λεξη "Gelassenheit", ο διδασκαλος ερωτα: "L Τι ειναι αυτο που ονοματισατε με το ονομα Gelassenheit; F Το ονομα, αν επιτρεπετε, δεν το χρησιμοποιησα εγω αλλα εσεις. L [76] Οπως εσεις, αλλο τοσο κι εγω δεν επετελεσα την ονομασια. G Ποιος ηταν τοτε; Κανεις απο μας; L Μαλλον. Διοτι στην περιοχη που βρισκομαστε ολα ειναι ενταξει μονο εαν δεν ηταν κανενας."

Στη συνομιλια ο καθενας ειναι κατα ορισμενο τροπο εκτος εαυτου. Κανεις δεν υπογραφει την λεξη "Gelassenheit". Κανεις δεν ηταν εκει, οταν επεσε η λεξη. Καθενας παρευρισκονταν μονο σ' αυτο το συμβαν της λεξης. Η συνομιλια δεν λαμβανει χωρα μεταξυ φορεων απο γνωμες αλλα η συνομιλια δινεται, απροσωπα. Κανεις δεν εχει πει την λεξη "Gelassenheit". Κανεις δεν αναλαμβανει η δεν αξιωνει την πατροτητα. Η λεξη εχει πεσει, ετυχε στην συζητηση γιατι Κανενας ηταν εκει. Η συνομιλια προχωρει οταν "κινουμαστε στις λεξεις ελευθερα". Η ελευθερια δεν εγκειται στο οτι κανεις εξουσιαζει τον λογο. Πολυ περισσοτερο να κινεισαι στις λεξεις ελευθερα θα πει να χανεσαι στις λεξεις, και μαλιστα ως Κανεις. Η ελευθερια ειναι μια αδιαφορη εγρηγορση οπου κανεις τις λεξεις που ερχονται τις απολυει, η τις προσδεχεται ως δωρεα. Η ελευθερια ειναι η απο-λυση της λεξης. Η λεξη ως δωρεα ερχεται στον αδιαφορο Κανενα, τον μη ενδιαφερομενο για πνευματικη ιδιοκτησια. Η ευθυνη του θα ενεκειτο μονο σ' αυτην την απολυση της δωρεας. [...]


Στοιχειωμενη φυση. Πως να εξαφανιζεσαι.

Ειπα πριν απο λιγο οτι ο ταξιδιωτης δεν αφηνει ιχνη, οχι οταν ειναι ολοτελα ξεχωριστος, π.χ αορατος και αφωνος, αλλα οταν ειναι ολοτελα μετοχος. Η Οφηλια, η ερωμενη του Hamlet. Δυο πινακες, του Millais και της συγχρονης γερμανιδας ζωγραφου Moki

Ophelia, John Everett Millais.jpg

Στον Millais, ενα πτωμα. Χους ει και εις χουν απελευσει, λεγεται. Και τι ειναι πιο κοντα στο χωμα απο εναν νεκρο; Δεν εχουμε εδω μια ολικη μεθεξη της νεκρης με την φυση; Οχι! Το ιχνος που αφηνει η Οφηλια του Millet ειναι ανεξιτηλο. Διοτι ακριβως ως νεκρη φερνει εμπρος στα ματια μας την εικονα της γυναικας που ζουσε, που πεθανε εναν τραγικο, εναν αδικο θανατο σε εναν καιρο που ηταν, με τα λογια του Hamlet, out of joint. Μια υπαρξη ολοτελα διαφορετικη λοιπον απο αυτην του νερου και τις οχθες και την τριγυρω βλαστηση.

Η Οφηλια τωρα της Moki.

082.jpg

Αυτην δεν την παιρνει το ποταμι. Στεκει ακινητη και το ρεμα προσκρουει επανω της και την παρακαμπτει, οπως κανει σ' εναν βραχο. Τα ορια μεταξυ ανθρωπου και βραχου εχουν καταργηθει. Και η καταργηση τους συμβαινει μεσα σε ενα τοπιο αλλοκοτο. Στοιχειωμενο.


Στοιχειωμενος χωρος. Ασε τα χερια σου να ταξιδεψουν.

Heidegger, Σεμινάρια του Zollikon:

guernica3.jpg

[112] Στο εκαστοτε εδω, που ειμαι, το ζωντανο σωμα συμμετεχει παντα, ομως πως; Καθοριζεται το Εδω, που ειμαι, απο τον ογκο του φυσικου μου σωματος; Συμπιπτουν τα περατα του φυσικου και του ζωντανου μου σωματος; Κανεις μπορει το ζωντανο σωμα να το εκλαβει ως φυσικο σωμα. Καθομαι εδω στο τραπεζι και καταλαμβανω τον χωρο που περιβαλλεται απο την επιδερμιδα μου. Ομως τοτε δεν γινεται λογος για το Εδω, που ειμαι, αλλα μονο για την θεση αυτου του φυσικου σωματος σ’ αυτο το σημειο. [...] Δειχνοντας με το δαχτυλο στο παραθυρο εκει περα, δεν τελειωνω στις ακρες των δακτυλων. Που ειναι λοιπον τα περατα του ζωντανου σωματος; [...] Τα περατα του ζωντανου σωματος ειναι ο οριζοντας [...] στον οποιο διαμενω. Γι’ αυτο και η περατωση του ζωντανου σωματος μεταβαλλεται συνεχως με τη μεταβολη της εμβελειας της διαμονης μου.

(Απο σημειώσεις για το Δρομοι του Σωματος και Ψυχη)

Εδω συναντουμε ενα αλλο χαρακτηριστικο του ζωντανου σωματος: Τα περατα του διαγραφονται απο τον οριζοντα των εκαστοτε αναφορων μου. Μονον μεσα απο μια τετοια εννοηση του ζωντανου σωματος μπορουμε να παρακολουθησουμε πραγματικα εναν ποιητικο λογο, οπως αυτον του Γιωργου Σεφερη απο το ποιημα ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ: "αφησε τα χερια σου αν μπορεις να ταξιδεψουν... / [...] με το καραβι / που αγγιξε τον οριζοντα."

Ετσι εδω δεν πρεπει να φανταστουμε χερια μεταφορικα, καπου σαν ανθρωπακια που κινουνται, ανεβαινουν στο καραβι και ταξιδευουν μεχρι τον οριζοντα. Οι στιχοι καλουν τα χερια του προσφωνουμενου, τα χερια του σωματος, του ζωντανου του σωματος. Τα καλουνε να απλωθουν σ' ενα καθοδον που φτανει εως τα ακρα. Προκειται ουσιαστικα για την ιδια εμπειρια του ζωντανου σωματος που λεγεται και στο δοκιμιο "Μια σκηνοθεσια για την Κιχλη": "Το φως της μερας και το αιμα του ανθρωπου ειναι το ιδιο πραμα." Οταν ανθρωπος και φως ειναι το ιδιο πραμα, τοτε το αιμα δεν αφηνει ιχνη...

3. Ψυχαναλυση


Στοιχειωμενη συναντηση

(Απο το Η πολις των Αρχαιων...)

Ας επιχειρησουμε τωρα ν' αναγνωρισουμε το ετσι εννοουμενο σωμα, εδω και τωρα. Σας μιλω, ομως μιλω στο μικροφωνο. Το σωμα μου εκτεινεται εως το μηχανημα που εχω μπροστα μου. Τωρα αφηνω το μικροφωνο.

... Με τη φωνη μου, που τωρα μονο ακουτε πραγματικα, το σωμα μου εκτεινεται εως εσας, περατωνεται σ’ εσας. Με το ακουσμα σας, που δεχεται τη φωνη μου, το σωμα σας εκτεινεται εως εμενα, περατωνεται σ’ εμενα ...

Ο Ιαπωνας σκηνοθετης του θεατρου Toshiharu Takeuchi ανεπτυξε μια ασκηση γι' αυτο στο οποιο εγκειται καθε συνομιλια, οτι αποτεινεται καποιος σε καποιον. Σ' αυτην την ασκηση στεκονται δυο ανθρωποι αντικριστα. Ο Α αποτεινεται στον Β με μια συντομη φραση, π.χ. "Παμε στην καφετερια;", η: "Σημερα εισαι στις ομορφιες σου." Κατοπιν ο Β του γυριζει την πλατη, και ο Α αποτεινεται στην πλατη του Β. Οταν ο Β νοιωσει πως ο Α πραγματι του αποτεινεται, γυριζει και απαντα. Στην αρχη πολλοι δεν παρατηρουν τιποτα ιδιαιτερο, απλως γυριζουν και απαντουν. Ο δασκαλος, τους προτεινει ν’ ακουσουν τον Α να τους αποτεινεται ακομα μια φορα και να προσεξουν καλα, εαν πραγματι ο Α τους αποτεινεται. Και τοτε σιγα-σιγα οι μαθητευομενοι δειχνουν απορημενοι και δηλωνουν διαφορα, οπως:

- Μοιαζει σαν ο Α να μην αποτεινεται σ' εμενα αλλα σε καποιον διπλα μου. - Ο Α αποταθηκε σε καποιον που βρισκεται δυο-τρια βηματα πισω μου. - Ο Α αποταθηκε σε καποιον πανω και περα απ' το κεφαλι μου. - Η φωνη του Α δεν φτανει μεχρι εμενα. - Μου φανηκε πως ο Α μου αποταθηκε, μα δεν ειμαι τελειως σιγουρος.

Η, ακομα, μεταξυ αλλων: - Η φωνη του Α αγγιξε την πλατη μου. - Αγγιξε το αυτι μου και πεταξε περα. - Γλιστρησε πανω στην πλατη μου. - Τωρα η φωνη του Α με χτυπησε δυνατα.

Κι εκεινοι που συμμετεχουν στην ασκηση ως παρατηρητες, παρατηρουν πως σιγα-σιγα μπορουν να βλεπουν τα ιχνη της φωνης. Αυτα πολλες φορες διαγραφουν μια καμπυλη και πεφτουν κατω. Διασπωνται σε διαφορες κατευθυνσεις. Πετυχαινουν τον στοχο και πετουν περα, προς τα εξω.

(Απο το Δρομοι του σωματος και ψυχη)

Στη διαρκεια της θεραπειας μια γυναικα μιλα για κατι που αναγνωρισε στον εαυτο της. Μιλα καθαρα, με τον ησυχο και δυνατο παλμο που χαρακτηριζει την φωνη της αφυπνισης σε μια ενοραση. Διαπιστωνω πως αυτη η καθαροτητα της φωνης, ο παλμος της, διατρεχουν και το δικο μου σωμα. "Ναι, ετσι ειναι", θα μπορουσα να πω. Δεν υπαρχει καμια δυσκολια, κανενα σταματημα αναμεσα στη φωνη της και στο αυτι μου. Ακομα κι αν αυτα που μου λεει δεν τα ηξερα προηγουμενως, ειναι σαν να ημουν γι αυτα ευκαιρος, σαν τα περιμενα. Ολα ειναι αναλαφρα, η φωνη της και το ακουσμα μου, που θα πει τελικα: τα σωματα μας, συνεχονται αβιαστα. Ειναι μια αισθηση που δεν μου μαρτυρειται απλως απο το περιεχομενο των λεγομενων της αλλα προπαντων απο την εμπειρια του σωματος μου.

[...]

Η πελατισσα μου προσθετει, τωρα με εναν τονο απογοητευσης και απελπισιας στη φωνη της:

- Αλλα βρισκομαι ετη φωτος μακρια απο τον εαυτο μου...

Εδω την χανω απο τ' αυτια μου. Η φωνη της ειναι σαν να μην φτανει μεχρι εμενα. Ακουω μονο λογια. Το σωμα μου μενει αμετοχο. Τι συμβαινει εδω; Οπου η συνεχεια λογου και σωματος χανεται; Αυτα που λεει, δεν τα εννοει. Της αντιτεινω λοιπον:

- Τα λετε αυτα, ομως καπου δεν τα αισθανομαι.

Μου απαντα, με φωνη σιγουρη και ζωντανη:

- Δεν σας πειθουν;

Τωρα μοιαζει να ξαναβρισκουμε ο ενας τον αλλον. Της απαντω:

- Οχι.

Αυτη:

- Και βεβαια. Οχι ετη φωτος, διπλα μου ειναι, ομως φοβαμαι να το παραδεχτω.

Δεν προκειται για καποιο ιδιαιτερο στιγμιοτυπο. Προκειται για τον τροπο με τον οποιο εργαζομαι. Οταν τα σημαδια του σωματος, του δικου μου και του πελατη μου, διακρινονται και ονομαζονται, τοτε, με τη συνομιλια μας, ειμαστε, ο ενας για τον αλλο, στη μοναδικη και ανεπαναληπτη πραγματικοτητα της στιγμης.

[...]

Στο θεραπευτικο μας στιγμιοτυπο, στην αρχη, η φωνη της πελατισσας μου με βρισκει κατευθειαν, με διαπερνα, σαν φαντασμα, με συγκινει, με συν-κινει. Κατοπιν, στην συνεχεια, οταν μιλα για τα δηθεν "ετη φωτος" που την χωριζουν απο τον εαυτο της, παραπλανα τον εαυτο της κι εμενα, και την φωνη της την χανω. Ξαναβρισκομαστε, οταν αυτην την πλανη την αναγνωριζουμε.

Η ασκηση οπου ο ενας αποτεινεται στον αλλο δειχνει οτι κανεις, ηδη με το οτι αποτεινεται σε καποιον, επιδρα πανω του. Ομως αυτο δεν πετυχαινει οταν κανεις "εξωτερικευει" μονον το δικο του "συναισθημα" και την "γνωμη" του ως αναφορα "προς τα εξω" για το τι συμβαινει "μεσα του". Δεν πετυχαινει διοτι εδω το ζωντανο του σωμα ειναι απεναντι στον αλλον κλειστο: Ο ομιλων κανει απλως αναφορα. Τα λογια του δεν ανοιγονται στον αλλο, δεν του αποτεινονται αληθινα.

[...]

Τουτο ειναι και το κυριολεκτικο νοημα της λεξης "απο-τεινομαι": εκτεινομαι εως... Τα ορια του ζωντανου μου σωματος εκτεινονται μεχρι εκει που φτανει η φωνη μου, και, στην ευτυχη περισταση, στον συνομιλητη μου. Ουτε πιο κοντα ουτε πιο μακρια απ' αυτον.

Η αποταση δεν φτανει τον συνομιλητη οταν κανεις π.χ. μιλαει "μεσα στο στομα του", η σιγα, η με κακη αρθρωση. Η αποταση φευγει περα απο τον συνομιλητη οταν κανεις π.χ. μιλαει σαν να βγαζει λογο, η πολυ δυνατα, η οταν το κεφαλι του ειναι γυρισμενο πανω και περα απο τα ματια του συνομιλητη κλπ.

Ο Α αποτεινεται στον Β θα πει, σε κανεναν αλλον παρα ακριβως στον Β. Για τον Β, τουτο θα πει οτι ο Β ακουει την φωνη, βλεπει την φωνη να αποτεινεται ακριβως σ' αυτον. Ομως εδω δεν προκειται για το οτι κανεις απλως διαπιστωνει πως καποιος του αποτεινεται απο το οτι αναφερει το ονομα του, στρεφεται προς αυτον κλπ. Το διαπιστωνει απο το οτι το ζωντανο σωμα του αποτεινομενου αναφερεται στο δικο του, τον αγγιζει, τον διαπερνα, τον διαποτιζει.

Τουτο μας βοηθα ακομα να εννοησουμε επαρκεστερα το φαινομενο το οποιο στην ψυχοθεραπεια καθιερωθηκε να λεγεται "μεταβιβαση". Ο ορος δεν αποδιδει αυτο που συμβαινει. Ο πελατης μας δεν μας μεταβιβαζει τιποτε. Ομως πολλες φορες, οταν μας αποτεινεται, η φωνη του δεν αποτεινεται σ' εμας, η μονο σ' εμας, αλλα και σε καποιον αλλο, διπλα μας, πισω μας, περα μακρια. Ποιον; Η ψυχοθεραπεια καλειται να τον φανερωσει, και να καταδειξει την συγχυση και την πλανη του, εφοσον δεν γνωριζει σε ποιον πραγματικα αποτεινεται.

Κι ακομα εμεις, ως θεραπευτες, χρειαζεται ν' αναρωτιομαστε και να εχουμε αναπτυγμενο το αισθητηριο: οταν μιλουμε στον πελατη μας, αποτεινομαστε πραγματι σ' αυτον, και μονο σ' αυτον; Και μπορουμε ν' αναρωτηθουμε γενικοτερα: Οταν οι ανθρωποι μιλουν μεταξυ τους, μιλουν πραγματι σ' αυτον στον οποιον καθε φορα αποτεινονται;


Ενας καλος ταξιδιωτης δεν αφηνει πισω του ιχνη. Καλοι συνταξιδιωτες ειναι αυτοι που στην συναντηση τους ο ενας δεν εγγραφει το ιχνος του επανω στον αλλο. Εδω η αρμοζουσα σταση του ψυχαναλυτη διατυπωνεται απο τον Freud με τον ορο "ελευθερα μετεωρη προσοχη". Αυτη η προσοχη, καθοτι ελευθερα μετεωρη, δεν αφηνει ιχνη. Και επειδη δεν αφηνει ιχνη, δεν μπορουμε καν να μιλουμε για "σταση". Τι ειδους προσοχη ειναι αυτη; Ποτε ειναι η προσοχη ελευθερα μετεωρη και δεν αφηνει ιχνη; Η προσοχη αφηνει ιχνη οταν τα ακουομενα ακουγονται ως πληροφοριες και υλικο. Οπου ο ψυχαναλυτης τα επεξεργαζεται: συνδεει, συγκρινει, εξηγει, ερμηνευει. Η προσοχη ειναι πραγματι ελευθερα μετεωρη οταν ειναι, οπως ακουσαμε, "μια εγρηγορση χωρις ενδιαφερον, η χωρις προθεση". Και δεν αφηνει ιχνη οταν ο ψυχαναλυτης ακουει διχως να σκεφτεται και μιλα σε πρωτο χρονο, και μαλιστα οταν δεν μιλαει ο ιδιος αλλα δια στοματος του μιλα ο αναλυομενος - ετσι που ο ιδιος δεν ειχε μιλησει ποτε μεχρι τωρα. Τουτο συμβαινει οταν ο ενας αναλυεται στον αλλο, οταν ανταλλασσουν τα ζωντανα τους σωματα.

Ενα τετοιο φαινομενο ειναι ο ερωτικος οργασμος. Το διευκρινιζω καταρχην με ενα θεραπευτικο στιγμιοτυπο που επισημαινει το φαινομενο - απο την ελλειψη του. Μια γυναικα λεει πως ποτε της δεν ειχε οργασμο. Της αποκρινομαι, με καποιον δισταγμο, καθως δεν ειμαι σιγουρος αν θα το ακουσει: "Μπορει να σας φανει τρελο, ομως θα μπορουσαμε να πουμε οτι τα ορια του σωματος σας δεν ξεπερνανε την επιδερμιδα του." Το ακουσε!

Ηδη η γερμανικη λεξη για την ηδονη, Lust, συγγενευει ετυμολογικα με το στερητικο μοριο los, εν μερει αναλογο του δικου μας στερητικου αλφα, η του πρωτου συνδετικου απο-. Η ηδονη ειναι κενωση, αδειασμα, που δεν αφηνει καποιον στην ερημο του μηδενος αλλα εκκενωνει το σπιτι, την επικρατεια του εαυτου, απαλειφει το αποτυπωμα του, και τον (οχι, δεν μπορουμε πια να χρησιμοποιουμε την προσωπικη αντωνυμια), και απολυει τον ενα στον - κανενα. Ο Freud το συλλαμβανει απο μακρια με την μπακαλικη ψυχολογιστικη εκφραση "αποφορτιση των ορμων". Η καθε στοιχειωμενη, δηλαδη ευτυχης συναντηση, αν ειναι αποφορτιση, τοτε αποφορτιζει απο τον φορτο του ιδιου του εαυτου.

Πολλες φορες και η θεραπευτικη συνομιλια εχει μια παρομοια υφη. Και στο τελος μια τετοιας ωρας, οταν αποχαιρετω, εχω την αισθηση πως τελειωσε μια ερωτικη συνευρεση, πως συνταξιδεψαμε σ' ενα ταξιδι - που, μ' ολο τον πλουτο του, δεν αφησε πισω του ιχνη.


Η ρηση του Laozi: Ενας καλος ταξιδιωτης δεν αφηνει πισω του ιχνη, εχει το ομολογο της στην αρχαια ελληνικη επιταγη λαθε βιωσας, ζωντας, λανθανε. Στις αναφορες που προηγηθηκαν, η ρηση σημαινει: λανθανε, ως αυτος καθαυτον, αφησε τον ιδιο τον εαυτο σου λανθανοντα. Υπαρχει και ενα πρωτο επιπεδο, πιο καθημερινο, που καποιες φορες θα ηταν και ενα πρωτο βημα: ζωντας, μενε λανθανων ως προς τους αλλους. Τελειωνοντας θα σας φερω για παραδειγμα ενα τραγουδι απο την Ωραια Μυλωνου του Schubert. Λεγεται "Ζηλεια και περηφανεια". Η Ωραια Μυλωνου ειναι η ιστορια ενος νεου που παει να εργαστει σ' εναν μυλο, ερωτευεται την κορη του μυλωνα, αυτη αρχικα ανταποκρινεται, ομως αργοτερα τον εγκαταλειπει για χαρη ενος κυνηγου.

Τα λογια:

Για που τοσο γρηγορα, τοσο αλαφιασμενα και αγρια, αγαπημενο μου ρεμα; / Μηπως τρεχεις ολο θυμο πισω απ' αυτον τον τυπο, τον μαγκα τον κυνηγο; / Γυρνα πισω, γυρισε πισω και ψαλλε τα πρωτα στη μυλωνου σου / για το επιπολαιο, το χαζο, το μικρο της το μυαλουδακι. / Γυρνα πισω! Γυρνα πισω! Γυρισε πισω!

Δεν την ειδες ψες βραδυ να στεκει στην πορτα / με τεντωμενο λαιμο και να κοιτα προς τον μεγαλο δρομο; / Οταν ο κυνηγος κεφατος απ' το κυνηγι γυριζει στο σπιτι, / κανενα σωστο παιδι δεν βγαζει το κεφαλι απ' το παραθυρο.

Πηγαινε, ρεματακι, και πες της τα. / Μα μην της πεις, ακους, κουβεντα για το θλιμμενο μου προσωπο. / Πες της, ξυνει ενα καλαμι μου και φτιαχνει φλογερα, / και παιζει στα παιδια ομορφους χορους και τραγουδια.

Και τωρα το τραγουδι

 

 

 Video (Παρουσιαση Αθηνων)

Υποκειμενο του αρρητου

Επανω στο βιβλιο του Φωτη Καγγελαρη Το Βλεμμα και το Ειναι στην Ψυχωση


Στις 30 Οκτωβριου του 1965 εγινε μια γιορτη προς τιμη του ψυχιατρου Ludwig Binswanger στο Amriswil, μικρη πολη της βορειας Ελβετιας. Παρευρεθηκε ο Martin Heidegger, ο οποιος εκφωνησε εναν λογο. Οι δυο πρωτες παραγραφοι της ομιλιας του ειναι οι εξης:

Αυτο το εορταστικο βραδυ ακουσαμε οτι ο Ludwig Binswanger, στον δρομο της ιατρικης του δραστηριοτητας και της επιστημονικης του αναζητησης, διετρεξε και τα διαφορα σταδια και τις κατευθυνσεις της φιλοσοφιας του αιωνα μας.

Καθε επιστημη εδραζεται σε θεμελια τα οποια, με τον τροπο που θετει τα ερωτηματα και με τις μεθοδους της ερευνας της, παραμενουν γι' αυτην την ιδια βασικα απροσιτα. Ομως καθε ερευνητης μπορει να στραφει στοχαστικα προς αυτα τα θεμελια, εφοσον το πνευμα του ειναι εναργες και τολμησει μ' αυτο το πνευμα να αφεθει στη συνομιλια με τη φιλοσοφια. Μια τετοια τολμη ανηκει στη ζωη του αντρα, τη θεληση και το εργο του οποιου γιορταζουμε σημερα.

Για ποια τολμη μιλα ο Heidegger; Ψυχιατρικη και Ψυχολογια εχουν ως θεμελιο τους τον ανθρωπο. Ομως, με τον τροπο που θετουν τα ερωτηματα και με τις μεθοδους της ερευνας τους, ο ανθρωπος ως ανθρωπος δεν ειναι ζητημα. Εαν στους ψυχιατρους και στους ψυχολογους ο ανθρωπος ως ανθρωπος γινοταν ερωτημα και ζητουμενο, εαν ο ανθρωπος προεβαλλε, οπως γραφει καπου ο Binswanger, ως ενα "mysterium tremendum", ενα συγκλονιστικο μυστηριο, εαν οι ψυχιατροι και οι ψυχολογοι γινοταν ποτε να θαυμασουν και να απορησουν εμπρος σ' αυτο που λεγεται "ανθρωπος", τοτε μαζι θα γινοταν ερωτημα κι απορια ολο το οικοδομημα της επιστημης τους. Σ' αυτην την τολμη αναφερεται ο Heidegger, και λιγοι την εχουν.

Στην χορεια αυτων των λιγων ανηκει ο Φωτης Καγγελαρης. Το μαρτυρει, μεταξυ αλλων, το βιβλιο που παρουσιαζουμε σημερα. Ο Καγγελαρης συνομιλει με πληθος φιλοσοφων, ψυχιατρων, ανθρωπων του λογου και της τεχνης, οπου διακρινει συγγενειες αναμεσα σε τελειως ετεροκλητα πεδια και θεωρησεις. Δεκαδες φορες συνανταμε την εκφραση "θα ελεγε ο" ... Bakhtin, Lacan, Aulagner, Blondel, Žižek, Agamben, Scheler, Foucault, Sartre, Heidegger και παει λεγοντας. Μιλαμε για ενα ατελειωτο συμποσιο μεταξυ "φιλων", οπως τους προσφωνει σε ενα αλλο κειμενο. Απειρες ειναι και οι παραπομπες που αφηνουν πολλους απο μας με την εντυπωση οτι ειμαστε τραγικα αμορφωτοι, π.χ. "Φαινεται οτι οι πρωτοι στιχοι απο τον «Faust» του Goethe ειναι προτιμοτεροι απο τους γνωστους του Mallarmé για τη σαρκα και τα βιβλια."

Το υφος του συγγραφεα διακατεχεται απο ενα παθος, ισως ισως και απο καποια αγωνια: Δεν εννοει να αφησει να πεσει κατω τιποτα. Εννοει να ξεκινησει, να παραμεινει και να παλεψει με τα πρωτα και υστατα ερωτηματα. Γραφει π.χ.:

Προτείνουμε να ξαναδούμε τη φιλοσοφία της γλώσσας από τις ιστορικές της καταβολές τουλάχιστον στον δυτικό πολιτισμό, από τον Πλάτωνα έως τον Rorty σήμερα – εστιάζοντας στον Wittgenstein, τον Derrida και τον Gadamer–

Το βιβλιο λοιπον θελει να διαβαστει αργα και διχως ωφελιμισμο - θελει μια αναγνωση που να ανταποκρινεται στην γραφη του: μια αφηγηση της σχιζοφρενειας (γεν υποκειμενικη και αντικειμενικη), μια στοχαστικη-ποιητικη περιπλανηση στον, με μια εκφραση του Αλεξανδρου Παπαδιαμαντη, "βυθο των ακαταληπτων πραγματων". Ποιον βυθο; Καθως τους λιγους, στους οποιους αναφερθηκε ο Heidegger, διεπει καποιο κοινο πνευμα, θα μπορουσα να τον υποδηλωσω με λογια ενος αλλου ψυχιατρου, του ελβετου Medard Boss:

Στους ψυχικα ασθενεις εχουν διανοιγει τοιχοι οι οποιοι προστατευουν ευεργετικα τα ματια των 'υγιων' απο τις υπερμετρα εκτυφλωτικες αστραπες που ερχονται απο τις ουρανιες και κολασμενες αβυσσους εκεινης της αβυσσου που μας περιβαλλει και συναμα μας ειναι απροσιτη.

Θα μπορουσαμε να πουμε οτι το βιβλιο ειναι μια αποπειρα, μια αποτολμη αποπειρα συνδιαλλαγης με ο,τι ο συγγραφεας αποκαλει καπου το "καρναβαλικο γελιο" του σχιζοφρενους, γελιο που μοιαζει να αναδυεται απο εκεινες τις αβυσσους. Και που ενδεχομενως δεν ειναι ασχετο με ενα αλλο που ερχεται απο την Απω Ανατολη:

Διηγουνται πως μια νυχτα ο δασκαλος Yüe-shan ανεβηκε σ' ενα βουνο, κοιταξε το φεγγαρι και ξεσπασε σ' ενα βροντερο γελιο. Το γελιο του, λενε, αντιλαλησε τριαντα χιλιομετρα μακρια.

Θυμαμαι τον Erwin, εναν χρονιο σχιζοφρενη σε μια κλινικη της Ζυριχης. Εγραφε ποιηματα, μαλιστα μου ειχε αφιερωσει ενα. Καποια μερα λοιπον, καθως μιλουσαμε, ορθιοι, ο ενας απεναντι στον αλλο, ξαφνικα ξεσπαει σ' αυτο το ασχετο γελιο, μου δινει μια κουτουλια, και τα γυαλια που τοτε φορουσα επεσαν κατω. Ο Helmut Plessner, γερμανος φιλοσοφος και κοινωνιολογος, βλεπει το γελιο ως εκφραση μιας κρισης, οπου τα λογια ειναι ανεπαρκη για να αρθρωσουν μια ανταποκριση. Ομως ενω στους "φυσιολογικους" το γελιο λιγοτερο η περισσοτερο το μοιραζομαστε, εκεινο το αποκοσμο, καρναβαλικο γελιο ακριβως κατεστρεψε καθε μοιρασμα, καθε κοινωνια μεταξυ μας. Κοιταζα τον Erwin σαν χαζος, κι αυτος με κοιταζε με μια αδιορατη εκφραση ψιλοντροπης παιδιου που εκανε αταξια, αλλα και θριαμβου που εμοιαζε να τον απολαμβανει. Ο Καγγελαρης μιλα για

υποκειμενο ρηξης του σημαινοντος, που επιφερει τη ρηξη της ιστορικοτητας του υποκειμενου, τη ρηξη της σημαινουσας αλυσιδας. Υποκειμενο του αρρητου.

Ισως οπως το μικρο παιδι που χτιζει ενα σπιτι με τα κυβακια του και σε καποια ανυποπτη στιγμη τους δινει μια και παρ' το κατω το σπιτι.

Η ρηξη για την οποια μιλαμε, και της οποιας ενας δρομος ειναι το αποκοσμο, "καρναβαλικο" γελιο, φερνει εμπρος στο αρρητο, καταποντιζει στο αρρητο. Στον βυθο του τα πραγματα, τα νοηματα και οι σημασιες του κοσμου αποσυρονται. Αποσυρεται και το ιδιο το υποκειμενο, αυτοπαθως, διανοιγεται η ερημος της αποπροσωποποιησης που αναφερεται στον υποτιτλο του βιβλιου. Στο ευρυτερο πεδιο αυτης της εμπειριας βρισκεται και ο,τι ο Martin Heidegger αποκαλει "αυθεντικο αγχος", το οποιο ανοιγει την υπαρξη για το πρωτο και εσχατο, το "Ειναι", η το "Μηδεν". Ακομα η ρηξη φερνει κοντα σε ο,τι ο Καγγελαρης αποκαλει "το αλεκτο, το 'εκτος του σημαινοντος' ως ο τοπος - και - της τρελας". Ο τρελος τοτε θα ηταν "ενα σκηνωμα στον τοπο του αρρητου." Γι' αυτο ο συγγραφεας μπορει και να λεει: "Η «φυσιολογικοτητα» δεν ειναι η φυση του ανθρωπου.", και μπορει να χαρακτηριζει το ανθρωπινο Ειναι, παραλλασσοντας μια εκφραση του Heidegger, ως "ειναι-προς-τρελα". Η "φυσιολογικοτητα", γραφει o Καγγελαρης, δηλαδη "η ασχολια μας και η σκεψη μας με τα ανθρωπινα", "μας εγκλωβιζει, μας προφυλασσει ταυτοχρονα … απο αυτο."

"... το αλεκτο, το 'εκτος του σημαινοντος' ως ο τοπος - και - της τρελας". Ισως βρισκεται πιο κοντα σ' αυτο που ακουσαμε προηγουμενως απο τον Boss, πιο κοντα δηλαδη στις "ουρανιες και κολασμενες αβυσσους εκεινης της αβυσσου που μας περιβαλλει και συναμα μας ειναι απροσιτη", εστω και αν οι δυο συγγραφεις φτανουν εκει απο διαφορετικους δρομους. Ενδεχομενως παλι, καθως μαλιστα μιλαμε για ψυχοθεραπευτες, το βλεμμα τους εχει ως κοινη καταγωγη εκεινη την τιτανια, ασυγκρατητη και αφρονη, πυρηνικη ψυχικη διασταση που θυμιζει τα τερατα στην εποχη πριν απο τους Ολυμπιους θεους, τις Σειρηνες, τους Κυκλωπες, τους Λαιστρυγονες, τις Αρπυιες. Αυτην την ψυχικη διασταση ο Freud αποκαλει das Es, το Αυτο. Το προσεγγιζει με "μεταφορες":

ενα χαος, ενα καζανι γεματο απο κοχλαζουσες διεγερσεις … που δεν παιρνει υποψη του τιποτα και στην τυφλη του εφεση για ικανοποιηση των επιθυμιων δεν θα απεφευγε την καταστροφη.

Για ενα χαος μιλα και ο Καγγελαρης σε μια προσφατη ομιλια του. Τουτο, λεει, "είναι φτιαγμένο από επιθυμία και φόβο." Κατα τον Καγγελαρη το χαος καλειται, περαν του Freud, με πολλα αλλα ονοματα: "το ‘άρρητον’, το ακατανόητο, το ακατανόμαστο, το ‘πραγματικό’". Και αυτο ειναι, συνεχιζει, που "υπαγορεύει το ίδιο το γεγονός της ζωής." Πως συμβαινει αυτο; Στον ορισμο του Καγγελαρη για τον ανθρωπο ως "υποκειμενο του αρρητου", η γενικη μαλλον πρεπει να ακουστει ως γενικη υποκειμενικη. Υποκειμενο ειναι το αρρητο. Ο ανθρωπος υποκειται στο αρρητο, στην μαυρη τρυπα του αρρητου, στην αβυσσο της αρχεγονης μεγαλοδυναμης επιθυμιας. Η κυριαρχη σταση απεναντι στο αρρητο ειναι ο φοβος. Ο συγγραφεας το υπονοει με μια υπεροχη παρομοιωση:

Ο φόβος του ‘άρρητου’, του ‘πραγματικού’, γίνεται η ταξιθέτρια στην αίθουσα των λέξεων και των εικόνων.

Τοτε τα λογια και οι εικονες των ανθρωπων θα ηταν οχυρωματικα εργα, και αυτο το οχυρο θα ηταν η ιδια η ζωη. Η αμυνα λοιπον απεναντι στο horror vacui, στον τρομο εκεινου του αρχαϊκου κενου, διαμορφωνει, "ταξιθετει", δινει υποσταση στην "φυσιολογικοτητα", αλλα, με αλλον τροπο, και στην σχιζοφρενεια ως, Καγγελαρης,

προσπαθεια της υπαρξης προς την αυτοϋπερβαση της, προσπαθεια υπερβασης του θανατου, παλη εναντια στο Μηδεν.

Βεβαια καποτε, εν μερει στην τρελα, εν μερει στην τεχνη, και οπωσδηποτε με τον θανατο το οχυρο θα καταρρευσει και, οπως λεει ο ποιητης, "οι Μηδοι επιτελους θα διαβουν".

Η διαφορα φυσιολογικοτητας και τρελας τωρα βρισκεται στην σχεση τους με την απουσια. Καγγελαρης:

Το γεγονος της αντιληψης συντελειται οταν το αντικειμενο ειναι απον. Πρεπει να λειπει για να το δουμε. Σαν το «πουλακι» στη φωτογραφια.

Το πουλακι στην φωτογραφια… Σε μια προσφατη ομιλια του ο Καγγελαρης λεει:

Το ‘πουλάκι’ συλλαμβάνεται κι απεικονίζεται στο βλέμμα, ως εικόνα μιας ανύπαρκτης πραγματικότητας, απαραίτητης ωστόσο, για την πραγματική εικόνα της φωτογραφίας.

Την παρομοιωση με το πουλακι ακολουθει μια αλλη παρομοιωση: "Σαν μια σχεση στην αρχη της." Υποθετω πως εδω εννοει μια, ας την πουμε αυρα, που ηδη μας εχει φερει κοντα, μας εχει δεσμευσει, πολυ πριν αυτη η δεσμευση, με οποιον τροπο παντα, γινει αντιληπτη και πραγματωθει. Ο Καγγελαρης συμπληρωνει με τον de Sade: "η αναμονη αποντων αντικειμενων, και οχι η παρουσια τους, δημιουργει ηδονη." Δεν εχω διαβασει de Sade και δεν το παρακολουθω. Παντως η "αναμονη αποντων αντικειμενων" μου δινει την αφορμη για κατι αλλο που ενδεχομενως θα ειχε εδω νοημα: Η απουσια ανηκει στην φυση ενος ερωτηματος ως ερωτηματος, καθως η προθετικοτητα του, δηλαδη η ζητουμενη απαντηση, για μικροτερο, η μεγαλυτερο διαστημα δεν ειναι ακομα εδω, παραμενει παρουσα - δια της απουσιας της. Και η ανθρωπινη υπαρξη, μας θυμιζει ο συγγραφεας τον Gadamer, "δεν εχει τοσο απαντησεις οσο ερωτηματα". Η ανθρωπινη υπαρξη κατοικει χωρους της απουσιας.

Θα μπορουσαμε να πουμε οτι ο σχιζοφρενης σχεδον δεν εχει ερωτηματα. Εχει απαντησεις, και μαλιστα στην μορφη των παραληρητικων πεποιθησεων. Πολλες φορες, σ' ολους μας, τα ερωτηματα φαλτσαρουν - ειτε γιατι ρωταμε για το λαθος πραγμα, ειτε γιατι οι απαντησεις μας συνιστουν φυγη απ' αυτα. Στον σχιζοφρενη τουτο συμβαινει σε βαθμο ακραιο. Το ερωτημα ως ερωτημα, δηλαδη το μετεωρο και το αχαρτογραφητο της απουσιας που το ερωτηματικο διανοιγει, το ερωτημα, ηδη ως ερωτημα, κανει τζιζ! Και αυτο επειδη στον σχιζοφρενη ακριβως λειπει μια φιλικη σχεση με την απουσια.

Ο Καγγελαρης λεει: "Οφειλει να λειπει η εικονα μου για να τη δω το πρωι στον καθρεφτη". Θα ελεγα οτι η εικονα μου λειπει ουτως η αλλως, οπως το ματι που βλεπει τον κοσμο τριγυρω δεν βλεπει τον εαυτο του ποτε. Απεναντι στον καθρεφτη ειναι που βλεπω την εικονα μου, π.χ. το πρωι οταν ριχνω νερο στο προσωπο μου. Απεναντι στον καθρεφτη ειναι που αποκτω καν εικονα. (Καθρεφτης μπορουν να ειναι βεβαια και τα ματια των αλλων). Καθοτι αυτος καθαυτον ανεικονιστος, η απεικονιση μου στον καθρεφτη με εμφανιζει ως εναν Αλλον. Ο σχιζοφρενης, λεει ο Καγγελαρης,  "δεν βλεπει την εικονα του στον καθρεφτη γιατι δεν εχει ελλειψη της εικονας του: Ειναι η εικονα του." Προφανως διοτι ο σχιζοφρενης δεν εχει καθολου υποψη τον Αλλο, δεν εχει κανενα αισθητηριο για τον Αλλο. Αυτον τον Αλλο απεναντι, επανω στον καθρεφτη, που ποτε δεν θα ταυτιστει μ' εσενα, που παραμενει παντα απων. Ο Martin Heidegger, σε ενα σεμιναριο για ψυχιατρους στη Ζυριχη, λεει:

Ο ψευδαισθανομενος μπορει να δει τον κοσμο του μονο με μια αισθητηριακα αντιληπτη, παροντικη παρουσια ολων των δεδομενων, διοτι δεν μπορει να επιτελεσει το Ειναι παροντος και αποντος … Δεν αφηνει την απουσια να ειναι απουσια.

Ο σχιζοφρενης, θα λεγαμε στο πνευμα του Καγγελαρη, εχει δυσανεξια στα ερωτηματα και στην απουσια που αυτα φερνουν μαζι τους. Του λειπει ολοτελα η εμπειρια του ποιητη Paul Celan: "αληθινα μιλαει οποιος μιλαει σκιες". Η, το "Σε κοιταζα με ολο το φως και το σκοταδι που εχω" του Γιωργου Σεφερη.

Ο λογος του σχιζοφρενους δεν ειναι απαντηση, αντ-αποκριση. Ειναι λογια, κυριολεκτικα, του αερα. Γι' αυτο και η συνομιλια ειναι απο εκτρωτικη εως ανυπαρκτη.

Ειμαι τραγουδιστης γιατι, αφου με λενε Πανο και εχω βγει απο μητρα, ειμαι ο Μητροπανος.

Αν αυτο ηταν καλαμπουρι, ο Πανος θα το μοιραζοταν μ' εμας, θα μοιραζομασταν ολοι μας ενα γελιο, οχι "καρναβαλικο" αλλα ως επιφωνημα μιας καθαρτικης κατακρημνισης στις παραδοξολογιες και στα κολπα της γλωσσας, στα ανοιγματα των ατελειωτων παιχνιδιων της. Ο Πανος ομως μιλα μεσα απο μια, γραφει ο Καγγελαρης, "γλωσσικη ακαμψια", μια, ακριβως λογω της απουσιας του αποντος, "αδιαμεσολαβητη επαφη με την πραγματικοτητα". Μητρο- και -Πανος ειναι μπαζα, η συντριμμια μιας Waste Land που κουμπωνουνε μεταξυ τους στο "Μητροπανος", η δυο διαστημοπλοια που συνδεονται συντονιζοντας τις πλανητικες τους τροχιες.

Η φραση του Πανου, αλλα και καθε παραληρημα, ειναι, καθως ελεγε μια παλια μου δασκαλα, salto mortale. Βοα εν τη ερημω. Πηδα στην αντιπερα οχθη χωρις να εχει στηθει γεφυρα. Γι' αυτο ο Καγγελαρης μιλα για "επικινδυνοτητα" τετοιων απελπιδων λογων. Ομως ακριβως γι' αυτο ο Μητροπανος του Πανου, η κουτουλια που εισεπραξα στη Ζυριχη, και ολα τα συναφη, παραληρημα, ψευδαισθηση, κατατονικα φαινομενα ειναι σπαραγματα στα οποια, εμφατικοτερα απο τα λεγομενα, μιλουν, εκρηγνυνται, τα διακενα, οι αβυσσοι του αρρητου.

Καγγελαρης:

Η αποπροσωποποιημενη σχιζοφρενικη υπαρξη προσωποποιει τον λογο της πεπερασμενης και αιωνιας συνειδησης του ανθρωπου ως ενα ατελευτητο οροσημο στην απροσωπη οδυνη του ειναι.

Τι θα ειχε την δυναμη να αποπροσωποποιησει την "σχιζοφρενικη υπαρξη"; Δηλαδη να την καταστησει καν σχιζοφρενικη; Η "οδυνη του ειναι", γραφει ο Καγγελαρης. Και γιατι οδυνη; Διοτι για τον ανθρωπο η αβυσσος του Ειναι, που εδω θα πει συγχρονως: η αβυσσος του Μηδενος, με μια εκφραση του Martin Heidegger ειναι "αναποφευκτη", ομως και συναμα "απροσιτη". Αναποφευκτη οπως ο ηλιος για την ζωη μας και απροσιτη διοτι αν τον πλησιασεις εξαερωνεσαι. Στο πνευμα του Καγγελαρη η οδυνη του παντα αναποφευκτου και παντα  απροσιτου θυμιζει το μαρτυριο του Τανταλου που οταν, πεινωντας, απλωνε το χερι του προς το δεντρο να κοψει καρπους, οι κλαδοι ανερχονταν αμεσως σε μεγαλο υψος, και οταν, διψωντας, εσκυβε να πιει νερο, αυτο απομακρυνονταν απ' τα πόδια του.

Το Ειναι, το Μηδεν, καθοτι το πρωτο, ειναι πιο αρχεγονο απο το προσωπο. Γι' αυτο και η, τανταλεια, οδυνη του ειναι επισης απροσωπη. Ο Τανταλος δεν λεει "ποναω". Λεει "ποναει" (απροσωπα, οπως "βρεχει"). Διαχεεται σ' αυτο το "ποναει". Ετσι οταν η απροσωπη οδυνη του Ειναι πλημμυριζει και καθοριζει μια υπαρξη, την αποπροσωποποιει και την ιδια. Και παλι ποναει η ιδια η συγκεκριμενη καθε φορα υπαρξη προσωπικα. Γινεται περσονα, τραγικο οροσημο του απροσωπου "ποναει". Ακουμε την φραση του Καγγελαρη μια φορα ακομα:

Η αποπροσωποποιημενη σχιζοφρενικη υπαρξη προσωποποιει τον λογο της πεπερασμενης και αιωνιας συνειδησης του ανθρωπου ως ενα ατελευτητο οροσημο στην απροσωπη οδυνη του ειναι.

Το ποιημα που μου αφιερωσε ο Erwin ηταν το εξης:Kameraden.jpg

Συντροφοι

Αυτη 'ναι της ζωης

Η εσωτερικη αντιφαση

Πως μοναχοι συχνα

Και χαμενοι στον κοσμο

Ατενιζουμε τα ερχομενα

Κι αισθηματα αγχους

Μας καταδιωκουνε παντα

Μεσα στο ακαθοριστο.

Ο χαρακτηρας του σχιζοφρενους απαιτει απο τον θεραπευτη επαρκη ανταποκριση. Απαιτει, σε βαθμο πολυ πιο ριζικο απο την ψυχοθεραπεια του νευρωτικου, την αποπειρα της συνομιλιας, που τωρα ειναι ακροβασια στο τεντωμενο σκοινι του αδιαμεσολαβητου, δηλαδη χωρις το διχτυ προστασιας που παρεχει η μεσολαβηση των νοηματων, η αυρα των λεγομενων. Καγγελαρης:

Στην ψυχωση, κατ’ αρχας, δεν ερμηνευουμε, ακουμε. Να ακουσουμε, κατ’ αρχας, την κυριολεξια των λογων του υποκειμενου, την οδυνη, τον πονο, την αγωνια. Η ερμηνεια, αν και οποτε εισαχθει, ας αρχισει απο την κυριολεξια, και οχι τη μεταφορα – τον τροπο, δηλαδη, με τον οποιο εμεις συλλαμβανουμε διαμεσολαβημενη την πραγματικοτητα.

Και, πολυ πιο ριζικα απο την ψυχοθεραπεια του νευρωτικου, η συνομιλια με τον ψυχωτικο ειναι και για τον θεραπευτη μαθητεια. Στον προλογο για την Γ' εκδοση ο Πανος εισαγεται ως ενας με τον οποιο "'μεγαλωσαμε' και 'γερναμε' μαζι". Και λεει στον θεραπευτη του:

Θα σου δινω τα σημαδια να βρισκεις τον δρομο σου. Ειμαι πολυ πλουσιος μεσα μου. Ομως μην τα θελεις ολα μαζι.

Σε δυο σημεια ο συγγραφεας θετει, απο το πουθενα, την ιδια ερωτηση:

Εχουμε σκεφτει γιατι, αραγε, προσπαθουμε να ερμηνευσουμε το χαμογελο της Gioconda, και οχι το βλεμμα της;

Δεν δινει απαντηση. Η δικη μου θα ηταν: Το χαμογελο επιδεχεται ερμηνειας γιατι μιλαει το ιδιο. Ειναι χαιρετισμος, ανταποκριση στο απεναντι, και γι' αυτο ειναι εμφορτο σημασιων. Εγκυμονει ερμηνειες που το αρθρωνουν. (Το χαμογελο του τρελου, αν υφισταται καν τρελο χαμογελο, ειναι κατι αλλο.) Το βλεμμα τωρα, το βλεμμα καθαυτο, δεν ειναι καταρχην ανταποκριση, αλλα - υποδοχη. Δεχεται τα πραγματα του κοσμου, νωπα, πριν τα αποστεγνωσει η φορτιση με μνημη και με επιθυμια. Αυτο το πρωτο βλεμμα, η prima vista, ειναι καθε φορα, θυμιζω εκεινα τα ομορφα λογια του Καγγελαρη, "μια σχεση στην αρχη της". Ετσι δεν εχει βαθυτερα νοηματα, δεν εχει τιποτα να ερμηνευσεις. Ομως γι' αυτο ακριβως μπορει και να σαγηνευει. Στο βλεμμα διανοιγεται, με την εκφραση του Jean Baudrillard, μια "επιφανειακη αβυσσος". Θυμομαστε, τις αβυσσους που αναφερθηκαν...

 

Η περιοχη στην οποια κινουνται οι στοχασμοι του βιβλιου εκτεινεται απο το αβυσσαλεο μεχρι το εγκοσμιο, απο ενα βλεμμα μεχρι ενα χαμογελο.


Υπνοβάτες

Αφορμή ν' ασχοληθώ με το σημερινό θέμα στάθηκε, καλά ακούτε, μια κυρία στην πλατεία Κολωνακίου που είδα το περασμένο φθινόπωρο. Περίμενα πεζός στο φανάρι κι αυτή περνούσε οδηγώντας ένα τζιπ. Ηταν γύρω στα σαρανταπέντε, με διακριτικά κομψό ντύσιμο και με χαρακτηριστικά τόσο μαλακά που θα 'λεγες ότι στον κόσμο της δεν έχει ψωμί αλλά παντεσπάνι, κι αν στο κρεββάτι της κάτω από εννιά στρώματα είχε ένα μπιζέλι, θα την ενοχλούσε και θα πάθαινε αϋπνίες.

Αυτή η κυρία οδηγούσε ένα ογκώδες δυνατό τζιπ που θα μπορούσε να είναι στρατιωτικό όχημα, να πάρει μέρος στο ράλι της Σαχάρας ή να τριγυρίζει στα πιο κακοτράχαλα μέρη των ελληνικών βουνών. Όμως το οδηγούσε αυτή, στην πλατεία Κολωνακίου.

Ήταν ο καιρός που στο σεμινάριο μου μελετούσαμε το δοκίμιο του Γιώργου Σεφέρη με τίτλο «"Γλώσσες" στον Αρτεμίδωρο». (O Αρτεμίδωρος ο Δαλδιανός έγραψε τον πρώτο ελληνικό ονειροκρίτη.) Εκεί ο Σεφέρης αναφέρει ένα απόσπασμα του Ηράκλειτου, που σας διαβάζω: «Τους καθεύδοντας [...] εργάτας είναι και συνεργούς των εν τω κόσμω γινομένων». Οι κοιμισμένοι, μας λέει, είναι εργάτες, δηλαδή επιτελούν έργο, δηλαδή είναι συνεργοί σ' αυτά που γίνονται στον κόσμο.

Το παράξενο απόσπασμα δεν είναι από κείνα που συζητούνται ιδιαίτερα στη σχετική βιβλιογραφία. Βέβαια για έναν που είναι σχετικά εξοικειωμένος με την ψυχολογική σκέψη και προπάντων με τη θεωρία και την πράξη της ψυχοθεραπείας η ερμηνεία του αποσπάσματος μοιάζει να μην έχει ιδιαίτερη δυσκολία: Πώς συνεργεί ο κοιμισμένος σ' αυτά που γίνονται στον κόσμο, δηλαδή στον ξύπνο; Με τα όνειρα του. Σ' αυτά, μας διδάσκει η θεωρία, ο ονειρευόμενος παράγει έργο - για τον Φρόυντ «Traum» (όνειρο) και «Traumarbeit» (ονειρικό έργο) είναι συνώνυμα.

«Ονειρεύομαι» θα πει εδώ: επεξεργάζομαι τα θέματα που με αφορούν στον ξύπνο, συγκεκριμένα, εκπληρώνω επιθυμίες που στον ξύπνο μου είναι αδιανόητες κι ασυνείδητες, η πιεστικότητα τους υποχωρεί και μπορώ να συνεχίσω τον ύπνο μου ανενόχλητος. Αφού ξυπνήσω, εξηγώ τα όνειρα του μόνος ή μιλώντας με συγγενείς και φίλους ή ανοίγοντας τον ονειροκρίτη ή ακούγοντας τον θεραπευτή μου και μαθαίνω πράγματα για τον εαυτό μου που μέχρι τότε μου ήταν λίγο πολύ άγνωστα.

Η ερμηνεία μας του αποσπάσματος μοιάζει αβίαστη και μάλιστα κανείς θα μπορούσε εδώ να υποστηρίξει πως ο Ηράκλειτος διατυπώνει την αρχή στην οποία στηρίζονται οι σύγχρονες αντιλήψεις μας για τα όνειρα.

Μια προσεκτικότερη ανάγνωση θα μας κάνει σκεπτικούς. Πρώτον, το απόσπασμα μιλά για καθεύδοντας, κοιμισμένους, όχι για ονειρευόμενους. Δεύτερον, αν και δεν γνωρίζουμε τα συμφραζόμενα του αποσπάσματος, μπορούμε να πούμε ότι κάθε φορά που ο Ηράκλειτος μιλά για τους ανθρώπους γενικά, για τους «πολλούς», αναφέρεται σε μια πλάνη που τους διακατέχει. Το ότι οι κοιμισμένοι λοιπόν συνεργούν στα πράγματα του κόσμου λέγεται μεν, το είπαμε προηγουμένως κι εμείς, όμως λέγεται, κατά τον Ηράκλειτο, υπό το κράτος μιας πλάνης. Οι αμφιβολίες μας ενισχύονται όταν στη συζήτηση μας συμπεριλάβουμε ένα άλλο απόσπασμα που λέει: «Ου δεί ώσπερ καθεύδοντας ποιείν και λέγειν».

Δεν πρέπει, μας προειδοποιεί ο Ηράκλειτος, να πράττουμε και να μιλούμε σαν τους κοιμισμένους, δεν πρέπει να έχουμε τον ύπνο συνεργό στα έργα μας και στα λόγια μας.

Και πότε συμβαίνει αυτό; Πώς μας αφορούν τα λόγια του Ηράκλειτου;

Εδώ είναι που τα σχόλια του Σεφέρη μου έδωσαν μια απάντηση, όχι τόσο όταν τα διάβασα όσο τη στιγμή που συνάντησα την κυρία στο Κολωνάκι. Επαναλαμβάνω το απόσπασμα: «Τους καθεύδοντας [...] εργάτας είναι και συνεργούς των εν τώ κόσμω γινομένων».

Γράφει λοιπόν ο Σεφέρης, έχοντας κατά νου τα χρόνια του '40:

Τα είχα ολοένα στη σκέψη μου αυτά τα λόγια· και τον καιρό που ετοιμαζότανε η ανθρωποσφαγή· και τον καιρό της μεγάλης κρίσης - δεν ξέρω αν τέλειωσε. Έβλεπα αυτούς τους «καθεύδοντας», αρματωμένους με τα πιο καταχθόνια μέσα, να ξολοθρεύονται χωρίς να έχουν ξυπνήσει [...] Κι αναρωτιόμουν έμμονα με πόσην εγρήγορση και με πόσην υπνοβασία κατεργάζεται η ανθρωπότητα αυτά που γίνονται στον κόσμο.

O Σεφέρης χρησιμοποιεί μια λέξη που μας κάνει να δούμε τα λεγόμενα του Ηράκλειτου ζωντανά: Οι «καθεύδοντες» οι οποίοι συνεργούν σ' αυτά που γίνονται στον κόσμο αποκαλούνται «υπνοβάτες».

Ο Σεφέρης αναφέρεται σε χρόνια που οι περισσότεροι από μας δεν ζήσαμε. Αυτές τις μέρες που γράφω την ομιλία ζούμε από μακριά έναν άλλο πόλεμο. Κατά πόσον αυτοί που τον κάνουν, αρματωμένοι με τα πιο καταχθόνια μέσα, ξολοθρεύονται χωρίς να έχουν ξυπνήσει;

Ο υπνοβάτης είναι αυτός που περπατάει στον ύπνο. Κατευθύνεται προς ένα ορισμένο σημείο, π.χ., προς την εξώπορτα. Γιατί λέμε ότι το κάνει στον ύπνο; Τι διαφέρει η πράξη του από τη δική μου όταν, για να 'ρθω σ' εσάς, για να βγω έξω από το χώρο που ήμουν, κατευθύνθηκα επίσης προς μια εξώπορτα; Τι θα πει: εγώ ήμουν ξυπνητός, ενώ εκείνος υπνοβατούσε;

Καταρχήν θα 'λεγα ότι εγώ μπορούσα κι αλλιώς. Μπορούσα να ξεκινήσω λίγο νωρίτερα ή λίγο αργότερα, μπορούσα να μην βγω απ' την πόρτα αλλά απ' το παράθυρο, μπορούσα να μην βγω ποτέ και να περάσω την υπόλοιπη ζωή μου σ' εκείνο το δωμάτιο. Μπορούσα, σ' ένα ακόμα τολμηρότερο παιχνίδι της φαντασίας, να έρθω πετώντας πάνω σ' ένα μαγικό χαλί ή να ξεπροβάλλω μέσα από τη γη και κάτω από τα πόδια σας σαν ένας τεράστιος αρουραίος. Όσο πιθανά ή παλαβά κι αν ακούγονται τα παραπάνω, θα τα μπορούσα στην πραγματικότητα και στο παραμύθι.

Ο υπνοβάτης όχι. Αυτός θα πάει προς την εξώπορτα και το κάθε «αλλιώς» του είναι αποκλεισμένο. Περπατάει «στον ύπνο» θα πει: ο δρόμος προς την εξώπορτα του είναι μονόδρομος - ούτε μονόδρομος, διότι δεν τον γνωρίζει καν ως τον μόνο του δρόμο. Είναι παραδομένος σ' αυτόν πριν από κάθε επίγνωση.

Κατά πόσον υπνοβατούν λοιπόν αυτοί που κάνουν τον σημερινό πόλεμο; Καθόσον προχωρούν υπνωτισμένοι, δηλαδή σαν αυτόματα, δηλαδή παραδομένοι σ' έναν μοναδικό και υπέρτατο και αδιαπραγμάτευτο στόχο. Η δική τους εξώπορτα είναι η διασφάλιση και ο έλεγχος του πλανήτη και των ενεργειακών του αποθεμάτων. Πολεμούν για τη συντήρηση και την προαγωγή του κόσμου της κυρίας μας, με το παντεσπάνι στο τραπέζι και με τα εννιά στρώματα στο κρεβάτι της.

Σ' αυτήν την πορεία ό,τι δεν είναι ευθυγραμμισμένο και προσαρμοσμένο στα μέτρα της είναι εχθρικό και πρέπει να εξουδετερωθεί. Αυτός ο κόσμος κι εκείνος ο πόλεμος συνάδουν. Το τεθωρακισμένο όχημα της κυρίας μετέχει στην οπισθοφυλακή του εκστρατευτικού σώματος που περιοδεύει «εκεί έξω», πότε δω πότε κει, για να επιβάλει την τάξη στη Μεσοποταμία και στην Ελλάδα κάθε φορά με τον τρόπο του.

Η κυρία δεν υπνοβατεί όταν κάνει τη ζωή που κάνει. Υπνοβατεί καθόσον σ' αυτήν τη ζωή είναι παραδομένη, καθόσον χωρίς το παντεσπάνι και τα εννιά στρώματα ο κόσμος χάνεται. Και δεν αποκλείεται μια τέτοια κυρία, αν χάσει παντεσπάνι και στρώματα, να φτάσει ως την αυτοκτονία. Όμως δεν αποκλείεται και να ξυπνήσει απ' την υπνοβασία της. Τι απ' τα δυο θα συμβεί άγνωστο.

Έτσι είναι κάποτε η ζωή μας, προχωρεί πάνω στην κόψη του ξυραφιού.

Αν υπνοβάτης είναι αυτός για τον οποίο το «αλλιώς» είναι αδιανόητο, τότε η υπνοβασία δεν είναι εξαίρεση αλλά, ας θυμηθούμε τον Ηράκλειτο, αφορά τους «πολλούς», αφορά όλους μας.

Επαναλαμβάνω: Όταν λέω ότι στους υπνοβάτες το «αλλιώς» είναι αδιανόητο, δεν εννοώ μια γνώση, μια γνώμη, μια πεποίθηση που πρεσβεύουν αλλά έναν τρόπο ζωής, το ρεύμα που βρίσκονται μέσα του και που είναι η ίδια τους η ζωή.

Σε μια θεραπευτική ώρα μια γυναίκα με κατηγορεί ασταμάτητα: Δεν ενδιαφέρομαι, δεν έγινε τίποτα, τι ψυχαναλυτής είμαι που της φέρομαι έτσι, κι έτσι, οι θεωρίες μου πάντως στην περίπτωση της δεν δουλεύουν, τη βλέπω σαν αποτυχία μου και τη μισώ γι' αυτό κτλ. κτλ.

Στην επόμενη συνάντηση είναι διαφορετική. Μου λέει:

- Τα έλεγα και συγχρόνως σκεφτόμουν «Τι ανοησίες λέω!», μα δεν μπορούσα να το σταματήσω.

Της απαντώ στο κλίμα της σημερινής ομιλίας που εκείνες τις μέρες ετοίμαζα:

- Είναι σαν να κοιμάστε, να το αντιλαμβάνεστε στον ύπνο και να μην μπορείτε να ξυπνήσετε. (Παλιότερα, σε παρόμοιες περιπτώσεις, ούτε αυτό αντιλαμβανόταν.)

Ο υπνοβάτης δεν χρειάζεται να είναι, όπως στο παράδειγμα που ανέφερα, εκτός εαυτού. Η κυρία στην πλατεία Κολωνακίου ήταν τελείως νηφάλια. Νηφάλιοι είναι πιθανότατα αυτοί που κατευθύνουν τον πόλεμο. Νηφάλιοι είναι οι επιστήμονες που σχεδιάζουν τα «έξυπνα όπλα», νηφάλια είναι μια ολόκληρη κοινωνία που ζει στο παραλήρημα της ασφάλειας, της ανάπτυξης, της προόδου.

Και ο νηφάλιος υπνοβάτης βρίσκεται ακόμα μακρύτερα από ένα δυνητικό ξύπνημα.

Οι βέδες, οι αρχαίες ινδικές γραφές, παρομοιάζουν έναν τέτοιο άνθρωπο επίσης με υπνοβάτη. Βρίσκεται σε μια κατάσταση, λένε, η οποία «συγκαλύπτει την πραγματική φύση ενός πράγματος και το κάνει να εμφανίζεται σαν διαφορετικό απ' αυτό που είναι [...]»

Μια έξυπνη κι επιτυχημένη γυναίκα νοιάζεται διαρκώς πώς θα εκμαιεύσει από τους άλλους τον έπαινο και το θαυμασμό τους. Αυτή η γυναίκα δεν ζει στο τώρα, δεν αποτείνεται στους συνεργάτες και στους γνωστούς της αλλά στη μητέρα της. Αποτείνεται στη γυναίκα, που όταν αυτή ήταν παιδί, μόνο σαν άριστη μπορούσε να την αναγνωρίζει και να την ανέχεται. Αυτή η γυναίκα βλέπει σ' όλους τη μορφή της μητέρας της και τους ανταποκρίνεται με τον τρόπο που ανταποκρίνονταν στη μητέρα της. Ζει εκτός τόπου και χρόνου. Υπνοβατεί.

Ένας νεαρός γιατρός που έμαθε ν' αφήνει τις υποθέσεις του στα χέρια των άλλων (ή που έμαθε να του παίρνουν τις υποθέσεις του οι άλλοι) στο νοσοκομείο βρίσκεται αντιμέτωπος με μια κατάσταση, με κόπο, όπως το ζώο στη χειμερία νάρκη, πάει ν' αναλάβει δράση και μην μπορώντας, μην θέλοντας να ξυπνήσει τελικά το αφήνει με την πίστη πως θα το κάνει ο επιμελητής του.

Κι ένα παράδειγμα από τη σ' όλους μας προσιτή καθημερινότητα: Κάθε βράδυ ο κύριος Χατζηνικολάου βγαίνει στο MEGA και μας λέει τις ειδήσεις της ημέρας. Εμείς καθόμαστε στον καναπέ και τον ακούμε και μεταφερόμαστε μαζί του στον πόλεμο, στη Βουλή των Ελλήνων, στον Λευκό Οίκο, στα σπίτια πολιτών που τους έτυχε κάτι συνταρακτικό, στα μέρη που κάνουν την εμφάνιση τους οι αστέρες του κινηματογράφου. Όμως ο κύριος Χατζηνικολάου μιλά σ' ένα μηχάνημα κι εμείς βλέπουμε σκιές που παράγει ένα άλλο μηχάνημα.

Αν ο κύριος Χατζηνικολάου πιστεύει ότι μιλά σ' εμάς, όταν λέει, π.χ., «Κυρίες και κύριοι, καλησπέρα σας», υπνοβατεί. Στην περίπτωση που θα μιλούσε όντως σε κάποιον από μας, τα πράγματα θα 'ταν τελείως αλλιώς. Εάν εμείς παίρνουμε τις σκιές που μας μεταδίδει το κανάλι για πραγματικότητα, υπνοβατούμε. Ούτως ή άλλως σ' όλα αυτά τα μέρη δεν θα μπορούσαμε να βρεθούμε στη μία ώρα που διαρκεί το δελτίο ειδήσεων. Κι αν όντως βρισκόμασταν σ' ένα απ' αυτά, τα πράγματα θα 'ταν τελείως αλλιώς. Και τελείως αλλιώς θα 'ταν εάν βρισκόμασταν εκεί με τον κύριο Χατζηνικολάου.

Σ' όλους εμάς λοιπόν, σε μια από τις ώρες που υπνοβατούμε, θα μπορούσε να έρθει ένας άνθρωπος και να μας πει «Κοιμάσαι! Ξύπνα!»

Για ποιον ύπνο μιλάει εδώ; Για ποιο ξύπνημα; Συνηθίσαμε να χαρακτηρίζουμε αυτό το νόημα των λέξεων «Κοιμάσαι! Ξύπνα!» μεταφορικό. Όμως αυτό σημαίνει ότι κρατάμε την κυριολεκτική σημασία για εκείνον τον ύπνο και για εκείνο το ξύπνημα που διαπιστώνουμε το βράδυ όταν κανείς κλείνει τα μάτια του, το πρωί όταν τ' ανοίγει.

Το «Κοιμάσαι! Ξύπνα!» είναι καταρχήν μια διαφορετική χρήση των λέξεων. Διαφορετική διότι, αν έχουμε υπόψη μας τη ζωντανή κατάσταση, θα διαπιστώσουμε ότι το «Κοιμάσαι!» μόνο εδώ το λέω. Ποτέ δεν θα πάω στο κρεββάτι ενός κοιμισμένου να του πω «Κοιμάσαι!». Το «Ξύπνα» πάλι το λέω μ' έναν τόνο και με μια έκφραση που ποτέ δεν θα χρησιμοποιούσα για να πω, π.χ., το πρωί στα παιδιά ότι είναι ώρα να σηκωθούν απ' το κρεβάτι για να πάνε στο σχολείο.

«Κοιμάσαι!», με την έννοια που εδώ η λέξη μας αφορά, λέω μόνο σ' έναν που είναι ξυπνητός, που είναι, για να θυμηθούμε τον Ηράκλειτο, «συνεργός των εν τω κόσμω γινομένων».

O άνθρωπος στον οποίο λέω «Κοιμάσαι!» ούτε ακριβώς κοιμάται ούτε είναι ακριβώς ξυπνητός. Βρίσκεται μεταξύ ύπνου και ξύπνου. O ύπνος του είναι ο ύπνος του υπνοβάτη. Με τις λέξεις «Κοιμάσαι! Ξύπνα!» παροτρύνω τον υπνοβάτη να ξυπνήσει. Εδώ το ξύπνημα στο οποίο τον καλώ είναι ένα διαφορετικό από εκείνο της πρωινής έγερσης.

Πώς ξυπνάει κανείς σ' ένα τέτοιο ξύπνημα; Θα επιχειρήσω να το περιγράψω με το παράδειγμα από μια αρχαία τραγωδία, την Αντιγόνητου Σοφοκλή. Θυμίζω την υπόθεση:

Οι αδελφοί της Αντιγόνης και της Ισμήνης, ο Ετεοκλής και ο Πολυνείκης, σκοτώθηκαν στη μάχη μεταξύ τους. Προηγουμένως ο Ετεοκλής είχε εκδιώξει τον Πολυνείκη από την κοινή τους πατρίδα τη Θήβα. Όμως κατόπιν ο Πολυνείκης εξεστράτευσε εναντίον της Θήβας με νέα στρατιωτική δύναμη υπό επτά στρατηγούς. O Κρέων, ο αδελφός της μητέρας τους Ιοκάστης, ο οποίος μετά το θάνατο των δυο αδελφών είχε αναλάβει την εξουσία στη Θήβα, κηδεύει τον Ετεοκλή επίσημα και συγχρόνως απαγορεύει επί ποινή θανάτου να ταφεί ο Πολυνείκης. Η Αντιγόνη είναι αποφασισμένη να ενεργήσει εναντίον αυτής της απαγόρευσης.

Εδώ καταρχήν μας ενδιαφέρει ο Κρέων. Για όσους δεν συμφωνούν μαζί του, την Αντιγόνη, τον γιο του και μνηστήρα της Αντιγόνης Αίμωνα, τον φύλακα, τον Τειρεσία υποψιάζεται συνωμοσίες, θεωρεί ότι αποσκοπούν σε κέρδος- μια λέξη που διατρέχει τα λόγια του ως βασικό μοτίβο. Η στάση του φανερώνεται στο λόγο του Αίμωνα όταν του αποτείνεται προσπαθώντας να τον συνετίσει:

μη νυν εν ήθος μούνον έν σαυτώ φόρει

Μην φέρεσαι λοιπόν μ' έναν και μόνο τρόπο,

ως φής σύ, κούδέν άλλο, τούτ' ορθώς εχειν

Σαν αυτό που συ λες να 'ταν σωστό και κανένα άλλο,

όστις γαρ αυτός ή φρονείν μόνος δοκεΐ

η γλώσσαν ην ούκ άλλος ή ψυχην εχειν,

γιατί όποιος θωρεί πως μόνος αυτός έχει φρόνηση

κι ομιλία όπως κανένας άλλος και ψυχή,

ούτοι διαπτυχθέντες ώφθησαν κενοί.

αυτοί οι άνθρωποι, σαν αποκαλυφθούν, φανερώνονται κενοί.

'Αλλ' άνδρα, κει τις ή σοφός, τό μανθάνειν

πόλλ' αίσχρόν ουδέν και το μη τείνει άγαν.

Αλλά σ έναν άνθρωπο, κι αν είναι σοφός, το να μαθαίνει

και να μην το παρατραβά δεν είναι ντροπή.

Οράς παρά ρείθροισι χειμάρροις όσα

δένδρων ύπείκει, κλώνας ως έκσωζεται,

Το βλέπεις στα ρείθρα των χειμάρρων: όσα

δέντρα κάνουν πίσω τα κλωνιά τους σώζονται,

τα δ' άντιτείνοντ' αύτόπρεμν' άπόλλυται.

κι αυτά που αντιστέκονται ξεριζώνονται και χάνονται.

Αυτως δέ ναός όστις εγκρατής πόδα

τείνας υπείκει μηδέν, ύπτίοις κάτω

στρέψας το λοιπόν σέλμασιν ναυτίλλεται.

Το ίδιο ένα καράβι, όποιος σφιχτά τ' άρμενα

τα τεντώνει και δεν τα χαλαρώνει καθόλου, θ' αναποδογυρίσει

και θα ταξιδεύει πια με την καρίνα προς τα πάνω.

'Αλλ' είκε, θυμω και μετάστασιν δίδου.

Αλλά δώσε τόπο στην οργή κι άλλαξε την κατάσταση!

Η άτεγκτη στάση του Κρέοντα, η καχυποψία κι η δυσπιστία του απέναντι σ' όλους, το εν μούνον ήθος του τον φανερώνουν σαν έναν που έχει, όπως λέμε, «μουλαρώσει» - σαν το αλύγιστο κλωνάρι στο ρέμα, σαν τα τεντωμένα άρμενα στην καταιγίδα.

O Κρέων μιλά και πράττει υπνωτισμένος: υπνοβατεί. Κλείνει την Αντιγόνη σε μια σπηλιά, όπου αυτή κρεμιέται. O Αίμωνας τη βρίσκει κι αυτοκτονεί με το σπαθί του.

Όταν ο Κρέων εμφανίζεται και πάλι κρατάει στην αγκαλιά τον νεκρό γιο του. Τώρα μιλάει αλλιώς (στ. 1261-1269):

Ίώ

φρενών δυσφρόνων αμαρτήματα

στέρεα θανατόεντ'

Ωι!

ενός παράφρονα αμαρτήματα

επίμονα, θανατηφόρα!

ώ κτανόντας τε και

θανόντας βλέποντες εμφυλίους.

Ω δολοφόνο και

πεθαμένο δείτε, συγγενείς μεταξύ τους!

"Ωμοι έμών ανολβα βουλευμάτων.