ψυχαναλυση / ΚΕΙΜΕΝΑ ΟΜΙΛΙΕΣ 2001-2005 / Το αγχος μεσα απο εναν λογο του Martin Heidegger

Το Άγχος Μέσα Από Έναν Λόγο Του Martin Heidegger


Ο Heidegger μιλά για το άγχος ρητά κυρίως στα εξής κείμενα: "Sein und Zeit" ("Είναι και Χρόνος", 1927) §40, §68β, "Was ist Metaphysik?" ("Τι είναι Μεταφυσικη;", 1929), "Nachwort zu 'Was ist Metaphysik?'" ("Επίλογος στο 'Τι είναι Μεταφυσική;'",1943).

Όμως μια συνοπτική παρουσίαση των παραπάνω διόλου δεν θα εξαντλούσε το εύρος αυτού το οποίο στην νόηση του Heidegger συζητείται υπό το όνομα "Angst" ("Άγχος"). Επιγραμματικά θα λέγαμε ότι το άγχος συνιστά ορόσημο στην μετάβαση προς ό,τι ο Heidegger ονομάζει der andere Anfang, η άλλη απαρχή. Αναφορές συγγενικές προς το άγχος υπάρχουν σε λέξεις του όπως Furcht, τρόμος, Abgrund, άβυσσος: Gefahr, κίνδυνος.

Η πολυσήμαντη εμπειρία, η οποία αρχικά λέγεται με το όνομα του άγχους, σε διαφορετικές εποχές, μέσα από διαφορετικούς δρόμους της σκέψης του, απαντάται στα ονόματα Transzendenz, υπέρβαση, Untergang, χαμός, Verzicht, παραίτηση.

Εδώ συμβαίνει κάποτε ένα άλμα, Sprung, μια τροπή, Kehre, προς την άλλη νόηση, das andere Denken. Οι λέξεις της είναι: Το Μηδέν, Nichts, το οποίο συμπίπτει με το Είναι, Sein, η οντολογική διαφορά, die ontologische Differenz, η α-λήθεια, die Unverborgenheit, το Μεταξύ, das Zwischen, η Διάκριση, der Unterschied, το Ανοικτό, das Offene, το Διαυγές, die Lichtung, το Τετράπτυχο, das Geviert, το Συμβάν, das Ereignis, όπου το άγχος μεταλλάσσεται καθαυτό έτσι ώστε, τελικά, να συμπίπτει με την αιδώ, Scheu, την ευφορία, Heiterkeit. Δεν μπορούμε να μιλήσουμε επαρκώς για το άγχος στον Heidegger δίχως να λάβουμε υπόψη μας την συνόλη του νόηση - και πάλι, μιλώντας για μια καίρια λέξη του Heidegger, όπως εδώ για το άγχος, μιλούμε αναπόφευκτα για την συνόλη του νόηση.

Και πώς μπορούμε να μιλήσουμε για το άγχος στον Heidegger εμείς, στην γλώσσα μας; Βέβαια προϋποτίθεται η μετάφραση των λέξεων και των νοημάτων του στα ελληνικά. Όμως ο λόγος του Heidegger είναι βαθειά ριζωμένος στην γερμανική γλώσσα. Η απόπειρα της μετάφρασής του είναι μια υπόθεση άχαρη. Όσο πιστότερη φιλοδοξεί να είναι, προ πάντων στα κρίσιμα σημεία, τόσο μεγαλύτερη βία ασκεί επάνω στην μεταφράζουσα γλώσσα. Και όμως, μπορώ να πω από την δική μου πείρα, αυτή η αποτυχία άνοιξε έναν δρόμο. Ως έλληνόφωνο με ανάγκασε να εγκαταλείψω κατά έναν τρόπο τον Heidegger και να τον ξαναβρώ ως ένα, για να χρησιμοποιήσω μια έκφραση του Paul Celan, "μιλητό εσύ", ένα εσύ στο οποίο κανείς κάποτε μπορεί να μιλήσει, με το οποίο κανείς κάποτε μπορεί να συνομιλήσει.

Η προκείμενη λέξη του Heidegger είναι: Angst. Ο Γιάννης Τζαβάρας, στην μετάφρασή του του "Είναι και Χρόνος", την αποδίδει ως "αγωνία". Προτιμώ να την μεταφράσω με "άγχος", όπως άλλωστε έχει καθιερωθεί στον χώρο της ψυχιατρικής και της ψυχολογίας.

Ο χώρος αυτός δεν έχει καμιά παράδοση στην ελληνική γλώσσα. Υφίσταται εν πολλοίς παρασιτικά, μέσα από την άκριτη μετάφραση της ευρωπαϊκής και αγγλοσαξωνικής ορολογίας και την ασυλλόγιστη ανάληψη του σκεπτικού της. Ήδη αυτό απαιτεί από μας ν' αναλογιστούμε την λέξη Angst και το λεγόμενό της εκ νέου, αυτήν τη φορά μέσα από τον λόγο της ελληνικής γλώσσας.

Οι λέξεις Angst και άγχος έχουν πιθανώς κοινή ετυμολογική ρίζα, το αρχαίο ελληνικό ΑΓΧΙ, ΑΓΧΟΥ. Οπωσδήποτε το ΑΓΧΙ ανήκει στην ίδια ρίζα με την και σήμερα ακόμη καθομιλούμενη λέξη "αγχιστεία", αλλά και με την "αγχόνη". Τι μας λένε αυτές οι αναφορές για το άγχος; Είναι ένα ερώτημα. Την απάντηση δεν την έχουμε έτοιμη. Στην "οικογενειακή ομοιότητα", για να χρησιμοποιήσω ίσως αυθαίρετα μια έκφραση του Wittgenstein, άγχος-αγχιστεία-αγχόνη ανήκουμε όλοι όσοι έχουμε μητρική γλώσσα την ελληνική, και πάλι αυτή η συγγένεια μας είναι ξένη. Αν τούτο μας κάνει ανήσυχους, τότε το άγχος, σαν λέξη ελληνική που την λέμε δίχως να ξέρουμε τι λέμε, γίνεται, με μια έκφραση του Heidegger, άξιο ερωτήματος.

Τι εννοούμε όταν λέμε "άγχος"; Αυτό που λέει ο κόσμος; Αυτό που διαλογίζεται η φιλοσοφία; Αυτό που παρασταίνει η ψυχολογία και η ψυχιατρική; Αυτό που διαπιστώνει η νευρο-φυσιολογία; Το άγχος παρασταίνεται ως ψυχικό αίσθημα, ως απόρροια της σύγχρονης υπαρξιακής ανεστιότητας του ανθρώπου, ως κίνδυνος διάσπασης των αμυντικών μηχανισμών στο "ψυχικό όργανο", ως έλλειψη του γάμμα-αμινο-βουτυρικού οξέως στις νευρικές συνάψεις.

Παντού εδώ, ρητά ή άρρητα, ξεκινούμε από την ερώτηση "Τι είναι το άγχος;" και απαντούμε με την διατύπωση ενός ορισμού του.

Και τι θα πει "ορισμός"; Από τον Αριστοτέλη και έκτοτε σ' έναν ορισμό παρατίθενται, όπως έχει παραδοθεί στα λατινικά, genus proximum et differentia specificam, το προσήκον γένος και η ειδοποιός διαφορά. Ετσι το άγχος είναι π.χ. αίσθημα (προσήκον γένος) που χαρακτηρίζεται π.χ. από συγκεκριμένα σωματικά συμπτώματα (ειδοποιός διαφορά).

Ο ορισμός του άγχους δεν μένει στο άγχος. Αποδίδεται σ' ένα "γένος", π.χ. "αίσθημα", και διαφοροποιείται ως προς άλλα αισθήματα, π.χ. με κριτήριο τα συνοδά σωματικά του συμπτώματα. Ο ορισμός του άγχους δεν μένει στο άγχος. Το άγχος, ως άγχος, παρακάμπτεται. Ο ορισμός του άγχους υπεκφεύγει το άγχος.

Όμως για τον θεραπευτή οι υπεκφυγές, ακόμα κι αυτές, και προπάντων αυτές, είναι μοιραίες. Διότι ο θεραπευτής συνομιλεί με ανθρώπους για τους οποίους π.χ. το άγχος μπορεί να είναι, ή να γίνει, υπόθεση ζωής και θανάτου. Ο θεραπευτής, για να αρθεί στο ύψος μιας τέτοιας περίστασης, χρειάζεται να βλέπει τα πράγματα καταπρόσωπο. Προς τούτο, όπως ειπώθηκε, οι ψυχολογικές-ψυχιατρικές παραστάσεις του άγχους δεν επαρκούν. Χρειάζεται, αφού αναπόφευκτα περάσει από την ψυχιατρική και την ψυχολογία, να ξεχάσει πως είναι ψυχίατρος και ψυχολόγος και να παραμείνει αληθινός απέναντι σ' έναν άνθρωπο ο οποίος, στην συνομιλία τους, αναζητεί την δική του αλήθεια.

Και πώς μπορούμε να φθάσουμε στο άγχος ως άγχος; Εμείς λέμε, το άγχος είναι αίσθημα, το άγχος είναι σήμα κινδύνου, το άγχος είναι νευροχημική διαταραχή. Παντού εδώ προχωρούμε ένα βήμα περισσότερο απ' όσο χρειάζεται. Πριν απ' όλα το άγχος είναι άγχος. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο. Πρέπει να παραιτηθούμε από τους ποικίλους ορισμούς του, πρέπει να κάνουμε, με μιαν έκφραση του Heidegger, den Schritt zurück, το βήμα πίσω απ' αυτούς, πρέπει να το εννοήσουμε στην αλήθεια του.

Πού και πότε, είναι το άγχος; Εδώ, σε μια "αγχώδη κατάσταση"; Τώρα, που με πιάνει ένας κόμπος στον λαιμό και ιδρώνω και χτυπά η καρδιά μου και νομίζω πως θα πεθάνω; Όχι! Όλα αυτά γίνονται αισθητά συγκεχυμένα και διάσπαρτα. Πρώτα όταν έρθει το όνομα, το όνομα και όχι η διάγνωση, συλ-λέγονται, συγκεντρώνονται σ' αυτό, καθότι λέγονται ΕΝΙ ΟΝΟΜΑΤΙ, με ένα όνομα: άγχος. Το άγχος είναι όπου και όταν ονομάζεται. Το άγχος είναι εν ονόματί του.

Το άγχος ονομάζεται, και έτσι μόνον είναι. Το Είναι του δεν προκαλείται από τίποτε, από κανέναν "αγχογόνο παράγοντα", από κανένα αίτιο και καμιά κατάσταση. Και ο άνθρωπος δεν "κάνει" άγχος, όπως συχνά λέγεται. Καμιά εξήγηση και καμιά ερμηνεία του άγχους δεν φθάνει ποτέ στο άγχος καθαυτό. Οδηγεί σε κάτι άλλο, μακριά του, και τον άνθρωπο που το έχει μακριά από τον εαυτό του.

Και τι μπορούμε να πούμε, εμείς οι θεραπευτές, εάν δεν διαγνώσουμε και δεν εξηγήσουμε και δεν ερμηνεύσουμε; Υπάρχει τίποτ' άλλο που μπορούμε να κάνουμε; Υπάρχει. Το λέει ο Ηράκλειτος στην αρχή της αποσπασματικά παραδεδομένης γραφής του:

(...) ΦΡΑΖΩΝ [ΕΚΑΣΤΟΝ] ΟΚΩΣ ΕΧΕΙ

Μπορούμε να λέμε τα πράγματα όπως έχουν. Ας δοκιμάσουμε να πούμε το άγχος, όπως έχει.

Λέμε: Έχω άγχος. Το λέμε. Πρωτίστως, στην αλήθεια του, το άγχος είναι λόγος. Και τι θα πει "λόγος";

Ο ΛΟΓΟΣ, στο χθόνιο ελληνικό του νόημα, απαντάται εκπεφρασμένα στον Ηράκλειτο. Ένα απόσπασμα το λέει, τι θα πει ΛΟΓΟΣ:

[...] ΕΝ ΠΑΝΤΑ [...]

Ο ΛΟΓΟΣ δεν είναι η "γλώσσα" ως μια ιδιότητα του ανθρώπου μεταξύ άλλων. ΛΟΓΟΣ: ΕΝ ΠΑΝΤΑ. Έτσι π.χ. το ρολόι, το ωρο-λόγιον: το ένα, πασών των ωρών: το ημερο-λόγιο: το ένα, πασών των ημερών. Ο ΛΟΓΟΣ, όχι πλέον ως δεύτερο συνθετικό: Το ένα των πάντων.

Εξυπακούεται ότι αυτόν τον λόγο κανείς δεν τον ακούει μόνο με τ' αυτιά του και δεν τον εκφέρει μόνο με το κεφάλι του. Για ποιο άκουσμα και για ποιο μίλημα πρόκειται εδώ, μας το λέει ένα απόσπασμα του Ξενοφάνη:

ΟΥΛΟΣ ΟΡΑΙ ΟΥΛΟΣ ΔΕ ΝΟΕΙ ΟΥΛΟΣ Τ' ΑΚΟΥΕΙ

Εδώ είμαι όλος αυτιά, είμαι όλος μάτια, είμαι όλος εννόηση. Ο ΛΟΓΟΣ δεν είναι γενικά κι αόριστα "η γλώσσα". Ο ΛΟΓΟΣ είναι εκεί και μόνον εκεί όπου ο άνθρωπος υπάρχει ΟΥΛΟΣ.

ΕΝ ΠΑΝΤΑ. Ποια είναι τα ΠΑΝΤΑ, τα οποία στον ΛΟΓΟΝ συλ-λέγονται; Στα αποσπάσματα του Ηράκλειτου αναφέρονται:

Άδης Διόνυσος. Δούλος Ελεύθερος. Ημέρα Νύχτα. Ανήφορος Κατήφορος. Χειμώνας Θέρος. Πόλεμος Ειρήνη. Λιμός Κορεσμός. Ζωντανό Πεθαμένο. Νέο Γηραιό. Νόσος Υγεία. Κάματος Ανάπαυση. Υγρό Ξηρό.

Στο ΠΑΝΤΑ μιλούν όσα εμείς παρασταίνουμε ως εκάστοτε αντίθετα. Αυτά, στον ΛΟΓΟΝ, δεν αντιτίθενται μεταξύ τους αλλά έρχονται κοντά το ένα στο άλλο, ενούνται: ΕΝ.

Έρχονται κοντά το ένα στο άλλο και συγγενεύουν, ως μεταξύ τους ξένα και ως μεταξύ τους οικεία. Στην γλώσσα μας υπάρχει μια λέξη στην οποία η συγγένεια ξένου και οικείου λέγεται ενί ονόματι: ΑΓΧΙΣΤΕΙΑ. Ο Ηράκλειτος δεν την αναφέρει. Όμως στα αποσπάσματά του σώζεται μια άλλη λέξη από την ίδια ρίζα, ΑΓΧ-, η οποία έχει παραδοθεί μεμονωμένη, δίχως συμφραζόμενα, και η οποία θα μπορούσε να ονομάζει το προκείμενο. Ο Heidegger θέτει αυτήν την λέξη ως τίτλο ενός διαλόγου του από το 1945:

ΑΓΧΙΒΑΣΙΗ

ΑΓΧΙΒΑΣΙΗ. ΤοΑΓΧΙ- της μιλά και σήμερα στην λέξη μας "αγχιστεία". Δηλώνει την συγγένεια ανάμεσα στο ξένο και στο οικείο. Η ΒΑΣΙΗ, το ρήμα ΒΑΙΝΩ, μιλά για "βήματα προς...". ΑΓΧΙΒΑΣΙΗ είναι βήματα προς την αγχιστεία. Όμως μέσα από την ίδια ρίζα μιλά και το "άγχος". Το συναντούμε εκεί όπου φαινόταν πως είχαμε απομακρυνθεί απ' αυτό. Λόγω, ΛΟΓΩΙ της ρίζας του, στον ΛΟΓΟΝ της ρίζας του, το άγχος έχει συλλέξει τα πάντα στο ΕΝ της αγχιστείας τους. Όμως, το άγχος, επιτελώντας αυτήν την συλλογή, παραμένει πιστό στην ρίζα του και στον ΛΟΓΟΝ της. Παραμένει στον εαυτό του, μάλιστα απολήγει καταρχήν στον εαυτό του, είναι το άγχος το οποίο είναι. Το άγχος είναι άγχος. Κινούμαστε στον χώρο αυτού το οποίο ο Heidegger, στην συνομιλία του με τον Παρμενίδη, αποκαλεί das tautologische Denken, "η ταυτολογική νόηση". Δεν πρόκειται για μια "σημασία" του άγχους. Το αληθινό άγχος δεν είναι "σημαίνον" το οποίο κολλάει σαν ταμπέλα επάνω στο "σημαινόμενο", π.χ. ενός αισθήματος.

Το άγχος είναι άγχος. Το "είναι" ας ακουστεί εδώ μεταβατικά: Το άγχος (όνομα) "οντίζει", πραγματώνει, το άγχος (τον εαυτό του: το αγχ-, την ΑΓΧΙΒΑΣΙΗ προς την αγχιστεία). Εδώ μιλά η ίδια η γλώσσα, μιλά ο ΛΟΓΟΣ του άγχους, τον οποίο δεν ορίζουμε εμείς, τον οποίο καλούμαστε να ακούσουμε και να ομο-λογήσουμε.

Ας προσέξουμε τώρα το άγχος ως άγχος, την αγχιστεία των αντιθέτων στο ΕΝ. Συνήθως κατοικούμε έναν κόσμο διασπασμένο σε αντίθετα. Χωρίζουμε μεταξύ τους: την αυτονομία και την εξάρτηση, την ασφάλεια και τον κίνδυνο, τον εχθρό και τον φίλο, την χαρά και την λύπη, την νίκη και την ήττα, την ζωή και τον θάνατο. Επιδιώκουμε να αρκεστούμε στο ένα και να εξαλείψουμε το άλλο.

ΜΟΡΦΑΣ ΓΑΡ ΚΑΤΕΘΕΝΤΟ ΔΥΟ ΓΝΩΜΑΣ ΟΝΟΜΑΖΕΙΝ

ΤΩΝ ΜΙΑΝ ΟΥ ΧΡΕΩΝ ΕΣΤΙΝ ΕΝ ΩΙ ΠΕΠΛΑΝΗΜΕΝΟ ΕΙΣΙΝ

"(Οι θνητοί) καταθέτουν γνώμες που ονομάζουν δύο μορφές, η μία από τις οποίες να μην τους χρειάζεται - εδώ πλανώνται.", γράφει ο Παρμενίδης, σε μια τόσο κοντινή και συνάμα τόσο μακρινή συμφωνία με τον Ηράκλειτο. Οι θνητοί χωρίζουν τις μορφές. Έχουν την γνώμη πως τους αρκεί η μία και πως η άλλη δεν χρειάζεται. Πλανώνται. Διότι είναι τα ίδια τα πράγματα που κάπου, κάπως, κάποτε, θα ματαιώσουν τα σχέδιά μας: Η αυτονομία θα εκπέσει στην πλέον ανελεύθερη εξάρτηση, η οχύρωση στην ασφάλεια θα κινδυνεύσει, ο φίλος θα γίνει ο μεγαλύτερος εχθρός, την χαρά θα ακολουθήσει η λύπη, η νίκη θα γνωρίσει την ήττα, η ζωή θα τελειώσει.

Ό,τι είχε τεθεί ως αντίθετο μ' ένα αλλο και αντιτιθέμενο προς αυτό, θα το συναντήσει, ΑΓΧΙΒΑΣΙΗ, τα δύο τους θα καταδειχθούν ως αυτά τα οποία είναι: συγγενικά, εξ αγχιστείας. Είναι η ίδια συγγένεια που γνωρίζουμε και σήμερα: Αυτοί οι οποίοι, χάρη σ' έναν γάμο, συναντώνται και, στην συνάντησή τους, αναγνωρίζονται συνάμα ως ξένοι και οικείοι - όπου και πάλι οι άνθρωποι ως επί το πλείστον καθηλώνονται στο ένα από τα δύο και δέχονται (ΔΟΞΑ) - μόνον την μεταξύ τους ξένωση ή την μεταξύ τους οικειότητα.

Στο άγχος συνέρχονται τα μέχρι τότε αντίθετα στον δρόμο της χθόνιας αγχιστείας τους. Οι ψυχολογικές-ψυχιατρικές παραστάσεις καθιστούν το άγχος "περίπτωση". Όμως είναι ο δρόμος, ο μόνος στον οποιο η αντιθετικότητα χάνεται και συμβαίνει ο κοινός κόσμος, η πραγματικότητα, ότι το λεγόμενο, ακόμα και όταν λέγεται απορριπτικά, είναι.

Όταν έρχεται η ώρα και η καθήλωση στην μία μορφή δεν μπορεί πλέον να κρατηθεί, τα αντιτιθέμενα συναντώνται. Όταν το άγχος είναι, ο αφορώμενος άνθρωπος καταλαμβάνεται εξ απήνης. Ο κόσμος του ανθρώπου, ο συγκεντρωμένος στην μία μορφή και οχυρωμένος απέναντι στην άλλη, χάνεται. Το άγχος σε πιάνει απ' τον λαιμό και σου κόβει την ανάσα: Αγχόνη, μια ακόμη λέξη, ένα ακόμη συν-ώνυμο, καθότι από την ίδια ρίζα, του άγχους. Και πάλι εκείνο το πιάσιμο απ' τον λαιμό κι η ασφυξία, η αγχόνη του άγχους, απομονωμένη και παραστημένη μέσα από την τρέχουσα αξιολόγηση που απεχθάνεται κάθε τι το ακραίο, ανωδυνοποιείται και λογαριάζεται σαν "σύμπτωμα".

Η αγχόνη του άγχους έρχεται εκεί όπου η καθήλωση στην μία μορφή είχε φτάσει σε αδιέξοδο. Αυτή, ακριβώς αυτή είναι η ώρα όπου, με την ίδια σφοδρότητα, με την ίδια πιεστικότητα, με την οποία είχε προηγουμένως καταπολεμηθεί, εισβάλλει η άλλη μορφή και διατρανώνει την αγχιστεία της: Η εγγύτητα εκεί που κρατούνταν απόσταση, η απόσταση εκεί που κυριαρχούσε η εγγύτητα, ο ενήλικας εκεί όπου επέμενε το παιδί, το παιδί εκεί που ο ενήλικας το είχε ξεχάσει, η φιλία εκεί που υπήρχε η εχθρότητα, η εχθρότητα εκεί που μόνο η συμφιλίωση επιτρέπονταν, το άφημα εκεί που ασκούνταν ο έλεγχος, ο έλεγχος εκεί που όλα ήταν αφημένα, η υγεία εκεί που είχε εξαπλωθεί νοσηρότητα, η νόσος εκεί που τα πάντα σφύζαν από υγεία.

ΑΛΛΑΙ / ΟΔΩΝ ΟΔΟΙ ΠΕΡΑΙΤΕΡΑΙ

"Από κάποιους δρόμους, άλλοι δρόμοι προχωρούν 'περαιτέρω'", γράφει ο Πίνδαρος. Ο δρόμος του άγχους, η ΑΓΧΙΒΑΣΙΗ, λίγες φορές φθάνει μέχρι το τέλος και την συντέλεση. Συνήθως το άγχος παραμένει ουσιαστικά ανώνυμο, ο παθών δεν ονομάζει αυτό που του συμβαίνει. Ως επί το πλείστον κυριαρχεί κάποιου είδους αντίσταση και φυγή: Το άγχος παραμένει κάτι το άγνωστο, λέγεται δίχως να εννοείται, συγκαλύπτεται πίσω από αιτιάσεις φλυαρία υπερκινητικότητα, επικεντρώνεται στο "σωματικό σύμπτωμα", "ερμηνεύεται". Στην φυγή, ακόμη και όταν κανείς λέει "έχω άγχος", δεν το λέει ΟΥΛΟΣ.

Τι σημαίνουν αυτά για την θεραπευτική συνομιλία; Ο θεραπευτής καλείται να μην εννοήσει το άγχος του πελάτη του σαν κάτι το "νευρωτικό" το οποίο χρήζει ερμηνείας και "θεραπείας". Στο άγχος βλέπει έναν δρόμο. Το πρώτο του μέλημα είναι ν' αφήσει αυτόν τον δρόμο ν' ανοίξει, δηλαδή, με την τέχνη του, να καθοδηγήσει τον πελάτη του ώστε αυτός να ελευθερωθεί από την φυγή η οποία αρνείται επίμονα να αρμοστεί στον δρόμο του άγχους, ενώ έχει κληθεί σ' αυτόν.

Εδώ η αγχόνη, μέσα από την οποία ο πελάτης περνά, πρέπει να υποφερθεί. Ο θεραπευτής μπορεί να μείνει ελεύθερος από κάθε ανησυχία, από κάθε συμπονετική και από κάθε παρηγορητική στάση όταν έχει εμπεδώσει το ότι, εφόσον παίζεται η αλήθεια, αυτός ο δρόμος είναι αναγκαίος και αναπόφευκτος.

Όταν το άγχος έρθει καθαρά και φτάσει στην κορύφωση και στην κρίση, όταν ο πελάτης έχει ανοίξει για το άγχος του, ΟΥΛΟΣ, τότε γίνονται θεραπευτής και πελάτης, ο ένας για τον άλλον, ομιλητοί: Μπορούν να συνομιλήσουν, ν' ακούσουν ο ένας τον άλλο. Όμως ο θεραπευτής μπορεί να είναι επαρκής συνομιλητής όταν και εφόσον έχει διακρίνει μια απάντηση στο οδηγό πλέον ερώτημα: Ποια καθήλωση, σε ποιαν μία μορφή, κλονίζεται στο άγχος του ανθρώπου; Ποια άλλη, μέχρι τώρα αποκλεισμένη, μορφή την πλησιάζει και ζητά ν' αποκαταστήσει την αγχιστεία τους;

Το άνοιγμα του πελάτη στο άγχος και η επάρκεια του θεραπευτή για την συνομιλία τους πηγαίνουν μαζί. Κανένας δεν μπορεί να προχωρήσει μόνος του, δίχως τον άλλον - Όμως, πηγαίνοντας μαζί, ο καθένας πηγαίνει από τον δικό του δρόμο.

Και όλα θέλουν την ώρα τους. Κατά έναν θαυμαστό και ανεξερεύνητο τρόπο είναι η ώρα αυτή που φέρνει τα πάντα.

ΩΡΑΙ ΑΙ ΠΑΝΤΑ ΦΕΡΟΥΣΙ

Όλα αυτά πάλι δεν γίνονται με την έννοια μιας διαδικασίας. Έρχονται ώρες όπου, απρόσμενα, το Μεταξύ θεραπευτή και πελάτη διαυγάζει, και συνομιλούν. Και έρχονται ώρες όπου απλώνεται μια θόλωση και μένουν στην ουσία βουβοί και χρειάζεται να περιμένουν, ν' αφήσουν χρόνο στον εαυτό τους. Στην συνομιλία τους ο δρόμος του άγχους προχωρεί, μέχρι εκεί που προχωρεί, στα σκοτεινά. Αριά και πού εκλάμψεις τον φωτίζουν, και

μέσα στα χάσματα της αστραπής

διαγράφεται η χάραξή του. Και το τέλος, εφόσον η συνομιλία τους φθάσει καν σε αληθινό τέλος, δεν είναι η απόληξη σε κάποιον σκοπό αλλά η εξοικείωση σ' αυτούς τους δρόμους, η κατοίκηση σ' αυτούς τους δρόμους, με τα σκοτάδια στα οποία κάποτε χάνονται, με τις λάμψεις στις οποίες, πάντα κάπως διαφορετικοί, ξεπροβάλλουν.

ΤΑ ΔΕ ΠΑΝΤΑ ΟΙΑΚΙΖΕΙ ΚΕΡΑΥΝΟΣ

"Τα πάντα έχουν για δοιάκι τον κεραυνό."

Η συνομιλία ενός ελληνόφωνου με τον Heidegger για τους δρόμους του άγχους ας κλείσει με κάτι δικό του σχετικό με την φύση των δρόμων που μνημονεύτηκαν, των δρόμων μας:

Οδοί

Οδοί,

Οδοί της νόησης, οι ίδιες οδεύοντας,

σβήνοντας. Γυρίζοντας πότε πάλι,

θεάσεις προς τα πού φέρνοντας;

Οδοί, οι ίδιες οδεύοντας,

άλλοτε ανοιχτές, αιφνίδια οι κλειστές,

όψιμες· δείχνοντας ένα πρώιμο:

μηδέποτε κεκτημένο, προορισμένο για την παραίτηση -

τα βήματα λύνοντας

στην κλαγγή αξιόπιστης μοίρας.

Και πάλι η ένδεια

αργόσυρτου σκότους

στο αναμένον φως.





PDF

μαθηματα / ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΑΘΗΝΩΝ / Ομαδικη εποπτεια / Θεωρητικο σεμιναριο

Τριτη 13,9 κ.ε.


Απο το βιβλιο του Byung-Chul Han Ο εξοβελισμος του Αλλου, το πρωτο κεφαλαιο "Η τρομοκρατια του ομοιου".

18. Nov. Dr. med. Konstantin G e m e n e t z i s (Athen)

Das Heilende der Psychotherapie in Anklang an Martin Heideggers "Kehre"

Zwei Momente der "Kehre" aus dem Spätwerk Martin Heideggers werden in Bezug auf die Psychotherapie überdacht und erläutert:

- Das Rettende der Gefahr.

- Die paradoxe Einkehr in das Menschsein gerade durch eine Abkehr vom Menschen.

Verwandtes aus der psychoanalytischen Tradition, dem alten Griechenland, dem Fernen Osten, der Kunst und der Dichtung wird zur weiteren Klärung herangezogen.

Für den Gang des Vortrags und die Art der Darstellung bleibt die Sicht des Therapeuten durchgehend bestimmend.


13. Jän. Dr. med. Konstantin G e m e n e t z i s (Athen)

Scheu bei den Alten Griechen nach Heidegger (αίδώς), die heutige Ab-scheu und ihre

Relevanz für die Psychotherapie

Ausgehend von einer Stelle der Odyssee kommt Heidegger auf die dort erwähnte Scheu (αίδώς) zu sprechen. In dem Zusammenhang seiner Erörterung ist die Scheu kein Gefühl, und schon gar keines, das auf eine neurotische Einschränkung hinweist. Die Scheu der alten Griechen, so Heidegger, sei das menschliche Entsprechen zum "Anwesen des Anwesenden". das heisst: Die Scheu im Sinne der Zurückhaltung, des "Verhoffens", wäre die Grundstimmung, die das Anwesen erst anwesen liesse. Die heutige Ab-scheu lässt das Anwesende nur noch als Information im Dienste der "Machenschaft" auftreten.

Der Vortrag versucht, die Modifikationen des Mitseins im Lichte dieser Grundstimmungen (Scheu und Ab-scheu) zu erläutern, vor allem auch in Bezug auf die psychotherapeutische Begegnung.


Zeit: Freitag, 18.30 – 20.00 Uhr pünktlich!

Ort: Neues Institutsgebäude der Universität Wien, Wien I., Universitätsstraße 7, 2. Stock, Hörsaal 2i


Ενας δασκαλος

Αντι περιληψης

Wild war er und rauh zu Beginn, weiblüstern und toll wie die anderen Kentauren, und diesem die Knaben anzuvertrauen hieß wohl, sie der wilden Natur anheimzugeben zu Gedeih und Verderb. Denn die wilden Männer der Berge bedeuten ja nichts anderes, als die urgewaltigen und verheerenden Kräften der Natur. Sie peitschen das Wasser, ihr Atmen ist der Sturm, ihr dröhnender Hufschlag der Donner und das Beben der Erdtiefe. Dem Ansturm müssen die Knaben standhalten, im Wettkampf mit ihnen müssen sie ihre Kräfte erproben. Wer sich an der Mutterbrust der Natur nicht sättigen kann, wer nicht lernt, Heilsames von Schädigendem zu unterscheiden, wer nicht mit wachen Sinnen und gelenken Gliedern seine Nahrung greift, der ist verloren und bald vergessen. Die siegreich Zurückkehrenden aber finden sich zu großen Taten bestimmt.

Marie Luise Kaschnitz, Griechische Mythen. Chiron.

Αγριος ηταν στην αρχη και ωμος, θηλυμανης και αλλοφρονας οπως οι αλλοι Κενταυροι, και να του εμπιστευεσαι τα παιδια σημαινε βεβαια να τα παραδιδεις στο ελεος της αγριας φυσης. Αφου οι αγριοι αντρες των βουνων δεν σημαινουν παρα τις κοσμογονικες και καταστροφικες δυναμεις της φυσης. Μαστιγωνουν τα νερα, η ανασα τους ειναι η καταιγιδα, η βροντερη τους οπλη ο κεραυνος και η δονηση απο τα βαθη της γης. Τα αγορια πρεπει να σταθουν απεναντι στην επελαση, στον αγωνα μ' αυτα πρεπει να δοκιμασουν τις δυναμεις τους. Οποιος δεν μπορει να κορεστει απο τον μαστο της γης, οποιος δεν μαθαινει να ξεχωριζει το ιαματικο απο το βλαβερο, οποιος δεν αδραχνει την τροφη του με τις αισθησεις του οξυμμενες και τα μελη του ευκινητα, ειναι χαμενος και θα ξεχαστει γρηγορα. Ομως αυτοι που επιστρεφουν νικηφορα, ειναι προορισμενοι για μεγαλα εργα.

Ενας δασκαλος

Ο Μιλτος Θεοδοσιου, πασιγνωστος, μεταξυ πολλων αλλων, για την ευρηματικοτητα στις εικονες που συνοδευουν τις αναρτησεις του στο Facebook, κοσμησε την πρωτη προσκληση για την φετεινη μας συναντηση με το παραπανω GIF. Μας καλει, ετσι το ειδα εγω, δικην αλεξιπτωτιστων να ερθουμε απο τα τεσσερα σημεια του οριζοντα και να συναντηθουμε, ουρανοκατεβατοι, εδω στην Βυζιτσα. Στο Πηλιο.

Σημερα δεν θα σας μιλησω για εναν ουρανοκατεβατο, αλλα για ενα γεννημα-θρεμμα του Πηλιου. Τον Κενταυρο Χειρωνα. Οπου ισως θα ηταν πιο ταιριαστο να μιλησουμε συναμα για το Πηλιο ως γεννημα-θρεμμα του Χειρωνα, για μια υποθεση αμφιδρομη. Διοτι και το Πηλιο δεν θα ηταν αυτο που ειναι διχως την παρουσια, την νοερη, την μυθικη, την παραμυθενια παρουσια του.

Πως μπορουμε να εννοησουμε αυτο το αμοιβαιο παιχνιδι τοπου και τροπου κατοικησης ενος νοημονος πλασματος σ' αυτον τον τοπο; Για να παραφρασω την γνωστη εκφραση του Martin Ηeidegger για την ουσια του ανθρωπου ως εν-τω-κοσμω-ειναι: Πως θα μπορουσαμε να εννοησουμε μια υπαρξη, π.χ. τον Κενταυρο Χειρωνα ως εν-Πηλιω-ειναι;

Ο ιδιος ο Heidegger λεει:

Οι θνητοι κατοικουν καθοσον σωζουν την γη … Η σωτηρια δεν γλυτωνει μονο απο εναν κινδυνο. Σωζω θα πει ιδιως απολυω κατι στην δικη του ιδιαιτερη ουσια.

Στο πνευμα του Heidegger οι ανθρωποι σωζουν την γη. Την απολυουν, την απελευθερωνουν, την προ-καλουν να προβαλει στην δικη της ουσια. Ενα συγκεκριμενο παραδειγμα απο τον Jean Baudrillard στο βιβλιο του Amérique, οπου γραφει για μια ερημο:

Prototype 3.jpg

η Great Salt Lake Desert, οπου επρεπε να εφευρουν την ταχυτητα των πρωτοτυπων αυτοκινητων για να αντιμετωπισουν το απολυτο οριζοντιο

Πρωτα η απολυτη ταχυτητα "σωζει" την ερημο, την προ-καλει στην ουσια της, π.χ. αναδεικνυει το "απολυτο οριζοντιο".

Και η θαλασσα; Που βρισκει τον εαυτο της; Τι την σωζει; Την σωζει, μεταξυ αλλων, η μουσικη: Ο ρυθμος της βαρκαρολας, τα 6/8, στα οποια το κυμα ουσιωνεται.

Ενα τραγουδι του Αττικ, που αγαπουσε ο Ανδρεας Εμπειρικος:




Άσπρο πουλί τρεχαντήρι

πούθε μας ήρθες γοργό;

Ποιον έχεις καραβοκύρη;

Πού πας στερνά από δω;


Ποιος ξέρει τι σε προσμένει

στου κόσμου κάποια γωνιά.

Έχεις κι εσύ μοίρα γραμμένη

επάνω στα πανιά.

Τρεχαντήρι - Δανάη - snapshot.jpg

Και φτανουμε στον μυθικο Κενταυρο Χειρωνα. Ομως προς τι οι μυθοι; Ο Friedrich Hölderlin, στα οψιμα χρονια της παραφροσυνης, εγραφε ποιηματα κατα παραγγελια των επισκεπτων του. Ειναι απλα στιχακια, συνηθως σε ιαμβικο μετρο με ζευγαρωτη ομοιοκαταληξια. Ενα τετοιο εχει τον τιτλο "Ελλας" και τελειωνει ως εξης:

Griechenland

Die offnen Felder sind als in der Erndte Tage

Mit Geistigkeit ist weit umher die alte Sage,

Und neues Leben kommt aus Menschheit wieder

So sinkt das Jahr mit einer Stille nieder.

Ελλας

Οι ανοιχτοι αγροι ειναι σαν σ' εσοδειας ημερα,

Πνευματικα ο μυθος ο παλιος πλανιεται στον αερα,

Κι απο την ανθρωποτητα ξανα νεα ζωη αρχιζει

Ετσι το ετος σιγαλα στο γερμα του βαδιζει

Το ακουμε στην μελοποιηση του Wilhelm Killmayer. Στο τελος επαναλαμβανεται η λεξη του τιτλου: Griechenland (Ελλας).

Ποιο θα ηταν το ορος Πηλιο ως o τοπος, στον αερα του οποιου συνεχιζει να πλανιεται ο παλιος μυθος; Ποιος θα ηταν ο Χειρωνας, αν στην μορφη και στα εργα του συμπυκνωνεται και αποτιθεται ο πλανωμενος αερας του Πηλιου; Πως θα μπορουσε ο Κενταυρος Χειρων να σωζει αυτην την γη;

Στο Πηλιο βρεθηκα παιδι, για 4 καλοκαιρια, στην κατασκηνωση της ΧΑΝΘ στον Αη Γιαννη.

Τα μονοπατια του.

Τα νερα του.

Οι κορμοι των δεντρων και ο "σκοτεινος", "παναρχαιος", οπως τον αποκαλει ο Hölderlin, κισσος στην αρχεγονη, ερωτικη, μαλιστα οργιαστικη τους περιπτυξη.

Στο Πηλιο συναντησα και εμπειραθηκα για πρωτη φορα το μεθυστικο. Σημερα θα μπορουσα να μιλησω για φυση εν τω γεννασθαι. Την διακρινουμε και στον Θεοφιλο

που περασε σ' αυτα τα μερη τα περισσοτερα χρονια του.

Φυση εν τω γεννασθαι: τα στοιχεια των αρχαιων σοφων, φωτια, αερας, νερο και γη δεν εχουν ξεχωρισει ακομα, δεν εχουν απομονωθει, κανενα τους απο μονο του δεν εχει στοιχειωσει τα πραγματα, δεν τα εχει μονοπωλησει και δεν τα εχει καθηλωσει σε στερεα, σε υγρα, σε αερια. Οι μορφες ακομα διαχεονται η μια στην αλλη, καταιγιστικα και αναλαφρα, μεθυστικα, σ' εκεινη την αρχεγονη, οργιαστικη, ερωτικη και φονικη τους περιπτυξη.

Ολα ειναι, γραφει ο Hölderlin, σαν σε μια νυχτα

... wenn alles gemischt

Ist ordnungslos und wiederkehrt

Uralte Verwirrung.

… οταν ειναι τα παντα ανακατα

ατακτα κι επανερχεται

παμπαλαια συγχυση.

700 B.C..PNG

Αυτος λοιπον ειναι ο τοπος του Χειρωνα, του διπλομορφου Κενταυρου.

Ο Hölderlin μετεφρασε και σχολιασε αποσπασματα του Πινδαρου. Σε ενα απο αυτα γινεται λογος για τους Κενταυρους. Διαβαζω την πρωτη φραση:

Οι Κενταυροι εννοουνται βεβαια ως το πνευμα ενος ρεματος, καθοσον τουτο δημιουργει κατευθυνση και οριο, δια της βιας, επανω στην αρχικα απατητη, προς τα ανω βλασταινουσα γη.

Ο ποιητης αφηγειται μια κοσμογονια. Μιλα για την εικονα του ρεματος

ιδιαιτερα σε μερη οπου ... επρεπε να εγκαταλειψει την οροσειρα και να διαπερασει την κατευθυνση της καθετα. ...

Σε τετοιες περιοχες το ρεμα επρεπε πρωταρχικα να περιπλανιεται, μεχρι να χαραξει μια πορεια. Ετσι δημιουργηθηκαν, οπως σε λιμνουλες, υγρα λιβαδια, και σπηλιες για θηλαστικα ζωα, και στο μεταξυ ο Κενταυρος ηταν αγριος βοσκος, παρομοιος με τον Κυκλωπα του Οδυσσεα.

Cyclops, Huzar.jpg

Πως λοιπον μπορουμε να εννοησουμε την προϊστορια μας; Την "παμπαλαια συγχυση", οπου ολα ειναι ακομα "ανακατα" και "ατακτα", μεσα απο την παρομοιωση του Κενταυρου με τον Κυκλωπα της Οδυσειας; Στην 9η ραψωδια διαβαζουμε:

Κυκλώπων δ᾽ ἐς γαῖαν ὑπερφιάλων ἀθεμίστων

ἱκόμεθ᾽, οἵ ῥα θεοῖσι πεποιθότες ἀθανάτοισιν

οὔτε φυτεύουσιν χερσὶν φυτὸν οὔτ᾽ ἀρόωσιν,

ἀλλὰ τά γ᾽ ἄσπαρτα καὶ ἀνήροτα πάντα φύονται,

πυροὶ καὶ κριθαὶ ἠδ᾽ ἄμπελοι, αἵ τε φέρουσιν

οἶνον ἐριστάφυλον, καί σφιν Διὸς ὄμβρος ἀέξει.

τοῖσιν δ᾽ οὔτ᾽ ἀγοραὶ βουληφόροι οὔτε θέμιστες,

ἀλλ᾽ οἵ γ᾽ ὑψηλῶν ὀρέων ναίουσι κάρηνα

ἐν σπέσσι γλαφυροῖσι, θεμιστεύει δὲ ἕκαστος

παίδων ἠδ᾽ ἀλόχων, οὐδ᾽ ἀλλήλων ἀλέγουσιν.

φτασαμε στην γη των υπερφιαλων αθεμιτων Κυκλωπων. Αυτοι αφηνουν την τυχη τους στους αθανατους και ουτε φυτευουν με τα χερια τους ουτε οργωνουν, μα ολα φυτρωνουν διχως σπορα κι οργωμα - σταρι και κριθαρι κι αμπελια φορτωμενα με κρασοσταφυλα και βλασταινουν με την βροχη του Δια. Σ' αυτους δεν εχει ουτε αγορες να παιρνονται αποφασεις ουτε θεσμους, μα ζουνε σε κορφες ψηλων βουνων μεσα σε θολωτες σπηλιες κι ο καθενας οριζει μονος του παιδια και γυναικες, κι ουτε νοιαζονται ο ενας για τον αλλο.

Böcklin 1873 Centaurs.jpg

Ο Κενταυρος, στις απαρχες του, ειναι, οπως ο Κυκλωπας, ὑπερφίαλος. Με ποια εννοια; Το λεει η επομενη λεξη: ἀθέμιστος, ποιητικη παραλλαγη του ἀθέμιτος. Αθεμιτα δεν ειναι μονο τα μεσα που χρησιμοποιει. Αθεμιτος ειναι ο ιδιος, περα για περα. Και τι χαρακτηριζει το αθεμιτο της υπαρξης του; Η τελευταια φραση του παραθεματος λεει για τους Κυκλωπες και, κατ' επεκταση, τους Κενταυρους:

οὐδ᾽ ἀλλήλων ἀλέγουσιν.

Το ρημα ἀλέγω θα πει νοιαζομαι. Καθως μαλιστα ετυμολογικα συγγενευει με το ἄλγος, το 'νοιαζομαι' του ἀλέγω εχει την εννοια του ποναω κατι, ποναω καποιον.

Gericault Centaur kidnapping a nymph.jpg

Οι Κενταυροι αρχικα ειναι απονοι. Δεν νοιαζονται ο ενας για τον αλλο, γι' αυτο δεν εχουν αγορα και θεσμους, και ο καθενας κανει του κεφαλιου του. Ομως ουτε την γη τους πονανε. Δεν την σπερνουν και δεν την οργωνουν, κι ολα ειναι αφημενα στην τυχη.

Picasso 1955 Centaur.jpg

Αυτος ο τοπος ειναι, γραφει ο Hölderlin, απατητος, δηλαδη αφιλοξενος, ακατοικητος. Πως αυτη η προϊστορια μπορει να μας αφορα; Πως μπορει να κουβαλουμε τους Κυκλωπες στην ψυχη μας, κατα πως λεει ο Καβαφης στην Ιθακη; Πως μπορει ο κοσμος μας να ειναι τραχυς κι αφιλοξενος, κι εμεις να ειμαστε κλειστοι, τυφλοι και κουφοι και αναισθητοι για τους αλλους, απονοι, οπως γραφει καπου ο Hölderlin;

Θυμιζω τους στιχους του για την νυχτα, οταν

ειναι τα παντα ανακατα

ατακτα κι επανερχεται

παμπαλαια συγχυση.

Picasso 1948 Dance of the Centaur.jpg

Ενας μακρινος αποηχος της θα μπορουσε να ειναι και η νυχτα, η συσκοτιση, το νυχτωμα που κυριαρχει, τοσο στην τρελα που αφορα λιγους οσο και στην περιρρεουσα τρελα που αφορα ολους. Με τον ενα, η τον αλλο τροπο, μιλαμε για υπνοβατες που δεν εχουν ιδεα τι συμβαινει τριγυρω τους. Ενας κοσμος αγριος, αντιξοος. Ο τοπος μας δυστοπος. Οι ελπιδες μας, οι αγαπες μας, γραφει ο Eliot στο East Coker, ειναι για το "λαθος πραγμα". Οι γνωμες μας, λεει στον Κρεοντα ο φυλακας, ειναι παντα και λαθος γνωμες.

Ομως το πνευμα του ρεματος, συνεχιζει ο Hölderlin στο σχολιο του για το πινδαρικο αποσπασμα, τα νερα που "επρεπε πρωταρχικα να περιπλανιουνται" και να ακινητοποιουνται "σε λιμνουλες, υγρα λιβαδια"

The_Centaur_Rodin.jpg

αναζητουσαν με λαχταρα την κατευθυνση τους. Μα οσο περισσοτερο στις οχθες του ρεματος το ξηρο γινονταν συμπαγεστερο και με βαθυρριζα δεντρα και θαμνους και το αμπελι αποκτουσε κατευθυνση, τοσο περισσοτερο και το ρεμα, που επαιρνε την κινηση του απο την μορφη της οχθης, επρεπε να αποκτησει κατευθυνση, εως οτου, ωθουμενο απο την προελευση του, ξεχυθηκε σε ενα σημειο οπου τα βουνα που το εκλειναν συνεχονταν ελαφροτερα.

Στην κοσμογονικη αφηγηση του Hölderlin το πνευμα των νερων, δηλαδη ο Κενταυρος, ειναι φιγουρα της προελευσης, μιας προελευσης που, οπως γραφει, ωθει, "με λαχταρα" προς κατευθυνση και οριο, και κατα τουτο ειναι προελαυνουσα προελευση. Τα ρεματα, δηλαδη το πνευμα των ρεματων, δηλαδη οι Κενταυροι, δημιουργωντας κατευθυνση και οριο "επανω στην αρχικα απατητη γη", "κανουν την γη κατοικησιμη", οπως γραφει σ' ενα αλλο ποιημα, δηλαδη την προσφερουν στους ανθρωπους, και η ζωη, οπως παλι γραφει αλλου, γινεται "κατοικουσα ζωη". Και τουτο δεν γινεται μια φορα και τερμα. Καθε ωρα καλουμαστε, καλειται το πνευμα ενος ρεματος που μας παρασυρει, να αναζητησει κατευθυνση. Αυτη η κατευθυνση δεν αφηνει την αρχη πισω της. Το ρεμα, γραφει αλλου,

[...] μοιαζει σχεδον

Να προχωρα προς τα πισω [...]

Πολλα θα ειχανε

Να ειπωθουνε γι' αυτο.

Θα πει, η "παμπαλαια συγχυση" μας συνοδευει, ειναι ο ισκιος μας. Ειναι η νυχτα που μας πλακωνει και αναζητα "με λαχταρα" το φως. Την ιδια εποχη με τα σχολια για τον Πινδαρο, ο Hölderlin εγραψε εννεα ποιηματα με τον γενικο τιτλο Nachtgesänge, "Νυκτια ασματα". Ενα απο αυτα εχει τον τιτλο Χειρων. Εκει λεει ο Κενταυρος:

1948 Picasso2.PNG

Που εισαι, στοχαστικο εσυ, που παντα πρεπει

    Να παραμεριζει, κατα καιρους, που εισαι, φως;

         Η καρδια ειναι βεβαια ξυπνια, μα με οργιζει, με

              Ξαφνιαζει η νυχτα και με σαστιζει παλι και παλι.

[...] που εισαι, φως; 

         Η καρδια ειναι ξυπνια και παλι, μα ακαρδα 

              Με τραβαει παντα η μεγαλοδυναμη νυχτα.

Στα "Νυκτια ασματα" η νυχτα ειναι ο χρονος της "παμπαλαιας συγχυσης", των αθεμιτων και των απονων. Ημερα, φως, ειναι ο χρονος που χαριζει "κατευθυνση και οριο", κανει την ζωη "κατοικησιμη". Τι αλλαζει στην ελευση του φωτος; Χαριζονται οσα λειπουν πρωταρχικα απο τους Κενταυρους: το νοιαξιμο για τους αλλους και για την γη, που θα πει η μετοικηση απο τις "θολωτες σπηλιες" των βουνων και την αγριαδα τους στις πολεις, οι συνελευσεις στις αγορες, η θεσπιση νομων.

720 B.C..PNG

Και ποιον εχει αυτη η μετοικηση για οδηγο της; Πως γινεται η ζωη κατοικουσα ζωη; Ο Hölderlin, ηδη στην πρωτη παραγραφο του σχολιου του, μιλα για τα μερη οπου το πνευμα ενος ρεματος, στην λαχταρα του για κατευθυνση και οριο,

επρεπε να εγκαταλειψει την οροσειρα και να διαπερασει την κατευθυνση της καθετα.

Και αμεσως μετα ερχεται μια αινιγματικη φραση:

Λογω αυτου οι Κενταυροι ειναι οι πρωταρχικοι δασκαλοι της Φυσικης Επιστημης, διοτι σ' αυτην την οπτικη η φυση μπορει να κατανοηθει με τον καλυτερο τροπο.

500 B.C. Chiron at Wedding of Thetis.jpg

Η ζωη για να γινει κατοικουσα, για να αποκτησει "κατευθυνση και οριο", χρειαζεται εναν δασκαλο, εναν "πρωταρχικο" δασκαλο. Και ο πρωτος διδαξας, ο δασκαλος των δασκαλων, ειναι ο Κενταυρος. Βεβαια εδω 'Φυσικη Επιστημη' δεν σημαινει αυτο που σημερα εννοουμε. Στον Hölderlin "φυση" ειναι ονομα για τα παντα, οπως για παραδειγμα ονομαζει, με αλλον τροπο, τα παντα και στους Προσωκρατικους, στα εργα των οποιων αποδοθηκε ο τιτλος "Περι Φυσεως", η στον Αριστοτελη με τα ¨Φυσικα" του. Ετσι σ' αυτο που ο Hölderlin αποκαλει 'Φυσικη Επιστημη' ανηκουν τα παντα, ανηκει ακομα, οπως αναφερει στο τελος του σχολιου του, και το "παιξιμο της λυρας" που ο Χειρωνας εμαθε στον Αχιλλεα.

Οι Κενταυροι ειναι λοιπον, ως "πνευμα ενος ρεματος", οι δασκαλοι κατεξοχην. Τι χαρακτηριζει εναν τετοιο δασκαλο; Πως ειναι ενας τετοιος "πρωταρχικος" δασκαλος; Ποια ειναι η διδαχη του; Ερχεται απο το "απατητο" και κανει τον τοπο κατοικησιμο. Βασικα δεν "κανει". Δεν διδασκει "κατι", διοτι αυτο θα επρεπε να το ειχε μαθει ο ιδιος, οποτε δεν θα ηταν πρωταρχικος δασκαλος. Αν ειναι δασκαλος της 'Φυσικης Επιστημης', και αν 'Φυσικη Επιστημη' ειναι ενα επιστασθαι παντων, τοτε 'τα παντα' δεν ειναι εγκυκλοπαιδικες γνωσεις. Ουτε ειναι η mathesis universalis του Descartes, η υποθετικη επιστημη των παντων στην βαση των μαθηματικων, ουτε η "καθολικη θεωρια" που φιλοδοξει να συμπεριλαβει τις τεσσερεις βασικες δυναμεις: την βαρυτικη, την ηλεκτρομαγνητικη, την ασθενη και την ισχυρη πυρηνικη ενεργεια σε εναν παγκοσμιο τυπο. Ο πρωταρχικος δασκαλος δεν διδασκει τιποτα. Αν δεν διδασκει τιποτα, κι αν παρολαυτα ειναι δασκαλος, τοτε η διδαχη του ειναι η παρουσιαση και η προσφορα του ιδιου του εαυτου του, και του κοσμου διαμονης του, ως αυτου που ειναι.

500BC-480BC. Amphora suggested to be Achilles riding Chiron. British Museum.jpg

Ετσι π.χ. οταν ο Χειρων μαθαινει στον Αχιλλεα την ιππασια, δεν κανει τιποτ' αλλο απο το να τον παιρνει επανω του και να περπατα, να καλπαζει οπως αρμοζει στην φυση του.

Και πως ειναι ο Κενταυρος; Και γιατι, οπως γραφει ο Hölderlin, "σ' αυτην την οπτικη", δηλαδη του Κενταυρου ως "πνευματος ενος ρεματος", "η φυση μπορει να κατανοηθει με τον καλυτερο τροπο"; Πως ηδη στην παρουσια, στο Ειναι του Κενταυρου οδωνεται, και προσφερεται ενας δρομος που οδηγει απο την "παμπαλαια συγχυση" σε εναν κοσμο φιλοξενο, σε μια "κατοικουσα ζωη";

Capture1.PNG

Στο ποιημα "Χειρων" διαβαζουμε:

ein Schmerz,

Wenn einer zweigestalt ist,

ενας πονος, 

Οταν καποιος ειναι διπλομορφος

Γνωριζουμε οτι ο Κενταυρος Χειρωνας ειναι διπλομορφος, εχει μορφη αλογου και ανθρωπου μαζι. Και γιατι το διπλομορφο ειναι πονος; Στον πονο μιλα παντοτε ενα σχισμα. Ποιο σχισμα καθοριζει τον διπλομορφο Χειρωνα; Τα ματια μας βλεπουν αλογο και ανθρωπο μαζι. Δεν ειναι συνηθισμενα να προσεχουν και ο,τι δεν βλεπουν: Ο διπλομορφος Χειρωνας, οχι μονο αλογο και ανθρωπος, αλλα προπαντων: ουτε αλογο ουτε ανθρωπος. Διαπερασμενος περα για περα απο αρνητικοτητα, που θα πει: μη δυναμενος να κατοικησει μια ταυτοτητα. Ο Χειρωνας ειναι αλογο και ανθρωπος, οντας ουτε αλογο ουτε ανθρωπος.

Δεν ανηκει καν στην φυλη των Κενταυρων ολοτελα.

575-525 BC A senior Centaur

Σε αντιθεση με τους υπολοιπους απεικονιζεται, μονος αυτος, με τα μπροστινα ποδια ανθρωπινα.

Η αρνητικοτητα που οριζει τον Χειρωνα δεν εξαντλειται καν στο διπλο "ουτε" της μορφης του. Ο Χειρωνας

- Ειναι ο θεραπευτης ο αθεραπευτα πληγωμενος απο το δηλητηριασμενο βελος του Ηρακλη που τον βρηκε τυχαια. (Εδω αναφερεται και το ποιημα του Hölderlin "Χειρων".)

- Ειναι ο αθανατος που, για να απαλλαγει απο το φριχτο δηλητηριο, αποζητα να πεθανει, προσφερει την αθανασια του στον Προμηθεα, και ετσι πεθαινει εναν θανατο που ουτε καν αυτος δεν ειναι δικος του.

Ο Χειρων δεν περικλειεται, δεν καθηλωνεται, δεν ανηκει σε καμια ταυτοτητα. T. S. Eliot, East Coker:

Do not let me hear

Of the wisdom of old men, but rather of their folly,

Their fear of fear and frenzy, their fear of possession,

Of belonging to another, or to others, or to God.

Δεν θελω ν' ακουσω

Για την σοφια των παλαιων, μα περισσοτερο για την τρελα τους,

Τον φοβο τους του φοβου και την μανια, τον φοβο τους της κατοχης

Ν' ανηκουν σε αλλον, η σε αλλους, η στον Θεο.

Οι εδω αποκαλουμενοι "παλαιοι" κυριαρχουνται απο εναν τρελο φοβο: να κατεχονται απο καποιον, να ανηκουν σε καποιον, δηλαδη να εγκλωβιστουν μεσα σε μια ταυτοτητα. Να ειναι 'προσωπικοτητες'. Και γιατι ο ποιητης δεν θελει ν' ακουσει για την σοφια των παλαιων; Διοτι η σοφια ειναι σαν τον ηλιο. Ο ηλιος ξεγελα. Παραβλεπουμε το οτι με την ανατολη ανατελλει μαζι και η νυχτα, οτι με το πρωτο φως χαραζει και το σκοταδι της προελευσης του, ως σκοταδι. Γι' αυτο ο Eliot συνεχιζει:

The wisdom only the knowledge of dead secrets

Useless in the darkness into which they peered

Or from which they turned their eyes.

Η σοφια μονο γνωση νεκρων μυστικων

Αχρηστη στο σκοταδι στο οποιο στυλωσαν

Η απ' το οποιο αποστρεψαν το βλεμμα τους.

Η σοφια ειναι νεκρα μυστικα, γιατι ακριβως η σοφια εγκατελειψε, αφαιμαξε τα παλλομενα, τα γενετειρα μυστικα της, και, αποκομμενη απο την πηγη, εμεινε πλεον καταλληλη μονο ως γνωστικο αντικειμενο, διδακτεα υλη, αποθηκη τσιτατων και μεσο εντυπωσιασμου.

Ο Κενταυρος Χειρων δεν ειναι δασκαλος λογω της σοφιας του. Αυτος, ο πρωτος δασκαλος, δεν μεσολαβει γνωσεις. Ειναι εκεινη η διπλομορφη παρουσια του, εκεινο το πνευμα ενος ρεματος που απο το απατητο και αφιλοξενο κερδιζει κατευθυνση και οριο και πρσφερει κατοικησιμους τοπους, χωρις να ξεχναει τις απαρχες του. Ο Χειρων ειναι δασκαλος διοτι, ηδη ως σωμα, ηδη ως μορφη ζει, φερει, ειναι τα πραγματα απο την αρχη τους, φερει την νυχτα του κτηνους και το φως του νοημονος.

ενας πονος, 

Οταν καποιος ειναι διπλομορφος

γραφει ο Hölderlin.

Εδω με "πονος" ας μην σκεφτουμε συναισθηματα, δραμα και βασανο. Μιλαμε για μια υπαρξη στην οποια συγκεντρωνονται τα παντα και η οποια δεν κατεχεται απο κανενα. Μιλαμε για τον πονο ως ενα κενο που επιτρεπει ενα μεγιστο καταφασης με ενα ελαχιστο καθηλωσης. Ενα μεγιστο συνυπαρξης με ενα ελαχιστο συσχετισης.

Αυτο χρειαζεται διευκρινιση. Στην συσχετιση, στην σχεση μιλα το ρημα 'εχω' στις διαφορες παραλλαγες του: κατεχω, συνεχω, προσεχω, αντεχω κλπ. Με τον ενα, η τον αλλο τροπο στην σχεση υπαρχει η αντιστοιχη συνεχεια του εαυτου στον αλλο, π.χ. μεταξυ γονεων και τεκνων, μεταξυ συντροφων, μεταξυ οπαδων και μιας αθλητικης ομαδας, η ενος πολιτικου κομματος, κλπ. Γι' αυτο και εδω μια απωλεια βιωνεται ως ακρωτηριασμος.

Οσο εντονοτερη ειναι η καθηλωση στην σχεση, τοσο λιγοτερη καταφαση και συνυπαρξη ειναι δυνατη. Διοτι ο καθενας αναλαμβανει, σφετεριζεται, υποκλεπτει, αναλογα, τις υποθεσεις του αλλου, και ετσι δεν τον αφηνει να ειναι ο Αλλος που ειναι. Τουτο ισχυει και για την σχεση δασκαλου και μαθητη, θεραποντος και θεραπευομενου.

Επανερχομαστε στον Χειρωνα. Ενας πονος λοιπον, ως το κενο που επιτρεπει, οπως ειπα, ενα μεγιστο καταφασης με ενα ελαχιστο καθηλωσης, ενα μεγιστο συνυπαρξης με ενα ελαχιστο συσχετισης. Ποια ειναι τωρα η πραξη στην οποια τουτο πραγματωνεται; Στο ποιημα του Hölderlin ο Χειρων μιλα για εκεινη την νυχτα, εκεινη την απαρχη του ρεματος ψηλα στα βουνα, οπου "ολα ειναι ανακατα / κι επανερχεται παμπαλαια συγχυση":

Und bei der Sterne Kühle lernt' ich,

            Aber das Nennbare nur.

Και στων αστρων την δροσο μαθαινα, 

       Ομως το ονομασιμο μονον.

Εδω λοιπον λεγεται επιτελους: το πνευμα του ρεματος, ο Κενταυρος, που λαχταρα κατευθυνση και οριο, γινεται πρωταρχικος δασκαλος της Φυσικης Επιστημης, κανει εναν τοπο κατοικησιμο και την ζωη κατοικουσα ζωη, οταν γνωριζει το ονομασιμο. Η αποφασιστικη πραξη, το σημειο στο οποιο το ρεμα ξεχυνεται απο τα βουνα που το συγκρατουσαν μεσα στην αγριαδα, στο αθεμιτο μια κυκλωπειας υπαρξης, η αποφασιστικη πραξη ειναι η πραξη της ονομασιας. Σε ενα αλλο ποιημα λεει ο Hölderlin:

wenn das Gewünschte

Wir beginnen, und erst unsere Zunge gelöst,

Und gefunden das Wort, und aufgegangen das Herz ist

σαν το επιθυμητο

Αρχινησουμε και η γλωσσα μας πρωτα λυθει

Και η λεξη βρεθει, και η καρδια ανοιξει

Η γλωσσα λυνεται, βρισκεται η λεξη και η καρδια ανοιγει. Αυτο κανει ο πρωταρχικος δασκαλος.

Ομως τι θα πει 'ονομαζω'; Ας φανταστουμε οτι καποιος ερχεται και μου λεει:

- Η γυναικα μου με απατα! Το λεει μεσα σε λυγμους και κραυγες, σε συγχυση, μπορει να κανει πραγματα οπως να μεθυσει, να την δειρει, να φυγει απ' το σπιτι του, η να τη διωξει κτλ. Κι ας υποθεσουμε οτι μου λεει ακομα: - Τα 'χω χαμενα! Τι μου συμβαινει; Κι εγω του απανταω: - Πονας!

Πως γνωριζω οτι ο ανθρωπος ποναει; Η θεωρια λεει: με την "ενσυναισθηση", το "empathy": Ταυτιζομαι μαζι του, μπαινω στη θεση του και νιωθω τον πονο που ασυνειδητα νιωθει. Η θεωρια της ενσυναισθησης λεει λοιπον οτι τον πονο του τον συμπεραινω μεσα απο την διαδικασια της ενσυναισθησης.

Ομως αν προσεξω θα δω οτι τα πραγματα δεν συμβαινουν ετσι. Τον πονο του δεν τον συμπεραινω. Τον βλεπω ζωγραφισμενο στο προσωπο του, στα λογια του, στην φωνη, στο υφος και στον τονο και στους χρωματισμους της. Και τι κανω οταν του λεω "Πονας!"; Απαντηση: Του μαθαινω μια λεξη! Και μαλιστα μια λεξη ολοδικη του, λεξη που λεει το σωμα του χωρις να την αρθρωνει το στομα του.

Ειναι ενα απο τα θαυματα της θεραπευτικης συνομιλιας οτι λεξεις χιλιοειπωμενες μπορουν καποτε να λεγονται σαν να 'ταν η πρωτη φορα, σαν κανεις να τις ελεγε μεχρι τωρα διχως να ξερει τι λεει. Ο ανθρωπος μαθαινει τη λεξη "Ποναω!".

Ο Wittgenstein γραφει πως η λεξη 'πονος' αντικαθιστα την κραυγη [του πονου]. (Και, οταν λεμε 'κραυγη', ας ακουσουμε μαζι και ολη την "εκδραματιση" της!) Θα ελεγα: Η λεξη "πονος" δεν αντικαθιστα ακριβως την κραυγη του πονου. Η κραυγη ηχει παντα στο "Ποναω!", στον τονο της φωνης και στην εκφραση, σ' ολο το σωμα, και πολλες φορες ηχει τοσο καθαροτερα οσο λιγοτερο κραυγαλεα λεγεται το "Ποναω!".

Η σχεση αναμεσα στην αναρθρη κραυγη του πονου και στη αρθρωμενη λεξη του πονου ειναι σαν τη σχεση, π.χ., αναμεσα στον πεζο λογο και στο τραγουδι. Σκεφτειτε τις λεξεις "συννεφιασμενη Κυριακη" να λεγονται στο δελτιο καιρου και κατοπιν να τις τραγουδα ο Βασιλης Τσιτσανης.

Δεν γινεται τωρα, στο τραγουδι, η Κυριακη περισσοτερο Κυριακη και περισσοτερο συννεφιασμενη; Δεν ειναι εδω που η συννεφιασμενη Κυριακη πρωτη φορα ονομαζεται; Βρισκει το ονομα της; Καταλαγιαζει στο ονομα της;

Ο ανθρωπος που, ακουγοντας για την απατη της γυναικας του, την κραυγη του την αρθρωνει και λεει "Ποναω!" δεν ποναει τωρα πιο αληθινα; Δεν ειναι σαν η κραυγη να βαφτιζεται, να βγαινει απο τον ποταμο της γλωσσας κεκαθαρμενη, εχοντας τωρα ενα ονομα, ησυχασμενη στο ονομα της; "Ησυχασμενη" δεν θα πει οτι ο ανθρωπος δεν ποναει αλλα οτι κατα εναν τροπο τωρα για πρωτη φορα ποναει. Σε τετοιες ωρες ειναι που η γλωσσα λυνεται και ανοιγει η καρδια.

Σε τετοιες πραξεις ονομασιας, οπως τις αποκαλει ο ιστορικος της μουσικης Θρασυβουλος Γεωργιαδης, συμβαινει καθε μικρο και μεγαλο εργο που σημαδευει μια ζωη κι εναν θανατο, συμβαινει και το θεραπευτικο. Η πραξη της ονομασιας, γραφει,

ειναι η πρωτη αρχη, η πρωτη αρχη του ανθρωπου· κι ετσι η πρωτη αρχη για καθε τι αλλο οπου ο ανθρωπος καταδεικνυεται ως ανθρωπος.

Κι εδω συνανταμε μια κοσμογονια, συγγενικη μ' αυτην του Hölderlin:

[Η πραξη της ονομασιας] ειναι η καθιζηση της αιφνιδιας, γεματης θαυμασμο αφυπνισης του ανθρωπου μεσα απο το εμβιο ον, που φερνει εντος του την λανθανουσα καταβολη της γεννησης του ανθρωπου. Εμφανιση του ανθρωπου και εμφανιση της πραξης της ονομασιας ειναι ενα και το αυτο. Ο ανθρωπος εμφανιζεται, καθως μεσα του εγκαθισταται ενας θαυμασμος. Οχι θαυμασμος για τουτο κι εκεινο το οποιο αυτος (ως εμβιο ον) αισθανεται, πραττει, πασχει, επιθυμει, συλλαμβανει με τις αισθησεις, η (σε μια δευτερη σκεψη) "συνειδητοποιει". Και τα δυο θα εμεναν στο επιπεδο του φυσικου [δηλ. του απλως εμβιου οντος], κι ετσι θα ηταν δεσμια του. Ο θαυμασμος, ο οποιος συνιστα τον ανθρωπο, δεν ειναι ουτε παθητικη συλληψη ουτε "συνειδητοποιηση". Δεν συναγεται απο πουθενα αλλα ειναι κατι πρωτογενες, πηγαιο: "αυθορμητισμος", πραξη. Ετσι η πραξη της ονομασιας ειναι η αυθορμητη παραπομπη· ομως οχι στα "πραγματα", στο φυσικο, σε ο,τι κανεις επεθυμησε, αισθανθηκε, επραξε, επαθε, αντιληφθηκε, αλλα στο factum οτι ειναι εδω, στο συγκεκριμενο [οτι] ΕΙΝΑΙ.

Θυμιζω και παλι τον Hölderlin:

Και στων αστρων την δροσο μαθαινα, 

       Ομως το ονομασιμο μονον.

Το ονομασιμο "μονον". Τι σημαινει αυτο το "μονον"; Ο Martin Heidegger, σε ενα σεμιναριο στην Νοτια Γαλλια, αναφερεται στην διαφορα ονομασιας και αποφανσης:

In der einfachen Nennung lasse ich das Anwesende sein, was es ist. Zweifellos schließt die Nennung den ein, der nennt, - aber das Eigentümliche der Nennung ist gerade, daß der Nennende in sie nur eingeht, um selbst vor dem Seienden in den Hintergrund zu treten. Dann ist das Seiende reines Phänomen.

An der Aussage dagegen nimmt der, der aussagt, teil, indem er sich einschaltet, - und er schaltet sich ein als derjenige, der sich über das Seiende beugt, um über es zu sprechen. Sobald das geschieht, kann das Seiende nur mehr als υποκειμενον verstanden werden und der Name nur als ein Rest der αποφανσις.

Heute, wo alle Sprache von vornherein von der Aussage her verstanden wird, ist es sehr schwierig für uns, das Nennen als reine Nennung außerhalb aller καταφασις und auf solche Weise zu erfahren, daß es das Seiende als reines Phänomen anwesen läßt.

Στην απλη ονομασια αφηνω το παρον να ειναι αυτο που ειναι. Αναμφισβητητα η ονομασια περιλαμβανει αυτον που ονομαζει - ομως το ιδιαιτερο της ονομασιας ειναι ακριβως οτι ο ονομαζων υπεισερχεται σ' αυτην ετσι ωστε ενωπιον του οντος να υποχωρει απο το προσκηνιο. Τοτε το ον ειναι καθαρο φαινομενο.

Αντιθετα στην αποφανση ο αποφαινομενος συμμετεχει παρεμβαινοντας - και παρεμβαινει ως αυτος που εγκυπτει επανω στο ον ωστε να μιλησει για αυτο. Αφ' ης στιγμης τουτο συμβει, το ον μπορει πλεον να εννοηθει μονο ως υποκειμενο και το ονομα ως ενα υπολειμμα της αποφανσης.

Σημερα, οπου ολη η γλωσσα εκ των προτερων εννοειται μεσα απο την αποφανση, ειναι πολυ δυσκολο για μας να εμπειραθουμε την ονομασια ως καθαρη ονομασια εξω απο καθε καταφαση και να την εμπειραθουμε με εναν τετοιον τροπο που να αφηνει το ον να ειναι παρον ως καθαρο φαινομενο.

"το ονομασιμο μονον" θα πει λοιπον, οχι στο πλαισιο μιας αποφανσης, δηλαδη, θυμιζω τον Γεωργιαδη, οχι ως προς "ο,τι κανεις επεθυμησε, αισθανθηκε, επραξε, επαθε, αντιληφθηκε".

Ο ονομαζων, λεει ο Heidegger, ως υποκειμενο αποσυρεται. Ετσι αποσυρεται και απο αυτο που αναφερθηκε ως 'σχεση'. Διοτι αυτος που εχει, κατεχει, συνεχεται, προσεχει, αντεχει, ειναι υποκειμενο, δηλαδη χαρακτηριζεται απο μια σταση, μια υποσταση, μια ταυτοτητα. Σε αλλη ευκαιρια παρομοιασα τον ανθρωπο που ονομαζει, και ετσι αποσυρεται ως υποκειμενο, με τον νεκρο που, καθως γραφει ο Σεφερης, μονος αυτος μπορει να "αρμηνεψει", να συμβουλευσει, οπως ο Τειρεσιας τον Οδυσσεα στην Νεκυια. Και αλλου παλι, ειδα τον θεραπευτη, παρομοια με τον ποιητη και τον καλλιτεχνη ως διακατεχομενο απο μια ιδιαζουσα αποπροσωποποιηση. Θα μπορουσα να μιλησω και για αποταυτοποιηση.

Εχουμε συνηθισει σε μια σχεση με τα ονοματα οπου τα εκλαμβανουμε ως σημαινοντα και συστατικα ενος κωδικα επικοινωνιας. Σ' αυτο που ο Heidegger αποκαλει "απλη ονομασια", σ' αυτο που ο Γεωργιαδης αποκαλει "πραξη ονομασιας", το "ονομασιμο μονο" που ο Χειρων γνωριζει "στην δροσο των αστρων", το καθε ονομα γινεται τοπος κατοικησης.

Τοτε κατοικουμε τα ονοματα. Ποιοι, εμεις; Ο κατοικος του ονοματος εχει απεκδυθει της υποκειμενικοτητας του. Καποια εργα τεχνης ειναι, ειπαμε, επισης πραξεις ονομασιας. Ο Walter Benjamin αναφερει μια ιστορια που ερχεται απο την Κινα και μιλα για εναν γερο ζωγραφο που εδειξε στους φιλους του τον νεο του πινακα. Σ' αυτον ηταν ζωγραφισμενο ενα παρκο, ενας στενος δρομος που πηγαινε διπλα στο νερο και μεσα απο ενα φυλλωμα, και κατεληγε εμπρος σε μια μικρη αυλοπορτα που οδηγουσε στην πισω εισοδο απο ενα σπιτακι. Ομως οταν οι φιλοι αναζητησαν τον ζωγραφο, αυτος ηταν φευγατος και μεσα στον πινακα. Εκει περπαταγε στον στενο δρομο προς την πορτα, σταθηκε μπροστα της σιωπηλος, γυρισε, χαμογελασε και χαθηκε στην σχισμη της.

Θυμαμαι εναν θεραπευτη που φαινοταν να ανταποκρινεται στο κλιμα που περιγραφηκε. Ενας του ειπε:

Ειστε ο πρωτος και ο μονος ως τωρα ανθρωπος που ο θανατος του δεν μπορει να μου τον απωλεσει.

Ο πρωταρχικος δασκαλος χαρακτηριζεται απο ακρα οικειοτητα διηθημενη απο ακρα ξενωση. Συχνα κανεις μπαταρει ειτε προς την πλευρα της οικειοτητας με το κουκουλι της υπερπροστασιας, της ασφαλειας, της κατοχης, ειτε προς την πλευρα της ξενωσης με την μοναχικοτητα, την παραιτηση, την καταθλιψη. Το ισα βαρκα ισα νερα χρειαζεται την συνομιλια με εναν πρωταρχικο δασκαλο, οπου τα πραγματα θα ιδωθουν απο την αρχη, θα φωλιασουν στο ονομα τους. Το χαρακτηριστικο μιας τετοιας διδαχης ειναι η λεξη με την οποια ο Hölderlin δινει τον τιτλο στο σχολιο του: "Το ζωογονο". Για τον προηγουμενο θεραπευτη ειπωθηκε και αυτο:

Δεν ειστε πραγματικος. Ειστε σαν αερας: ποτε προσφερει οξυγονο, ποτε προωθει, ποτε χαϊδευει το προσωπο.

Και πως ζωογονουν τα ονοματα; Μιλησα για ενα ιδιαιτερο κενο, αυτο που επιτρεπει ενα μεγιστο συνυπαρξης με ενα ελαχιστο συσχετισης. Ειδαμε το ελαχιστο συσχετισης στην αποσυρση του υποκειμενου με τις προθεσεις, τους φοβους και τις επιθυμιες του. Ειναι ενδιαφερον οτι για την ψυχαναλυτικη συναντηση ο Freud διατυπωνει την λεγομενη "αρχη της αποχης": οι συνομιλητες καλουνται να απεχουν απο καθε ικανοποιηση επιθυμιων, καθε εκδραματιση αυτων που τους συμβαινουν. Και βεβαια ο,τι αρχικα ακουγεται ως απαγορευση, με τον καιρο γινεται τροπος επικοινωνιας - μια συνομιλια διχως προθετικοτητα. Αυτο το ελαχιστο συσχετισης ομως προετοιμαζει το εδαφος για να ερθουν τα ονοματα. Θυμιζω τον Hölderlin: η γλωσσα λυνεται, βρισκεται η λεξη και η καρδια ανοιγει. Οταν το ονομα ερχεται, το λεει ο ενας και το ακουει ο αλλος οχι με το στομα και τα αυτια, αλλα με ολο το σωμα του, και ησυχαζει και ξαναγεννιεται μεσα στο ονομα. Στο ονομα το καθαρο, και γι' αυτο αιωρουμενο στην αλω μιας ευεργετικης σιωπης. Ενα ακομη σχολιο για τον θεραπευτη μας:

Μου αρεσει η φωνη σας ... Η σιωπη ... Οταν μιλατε και για λιγο σωπαινετε ... Μου αρεσει πως μπαινετε στη σιωπη ... Με ξεκουραζει...

Ετσι καπως συμβαινει το μεγιστο της συνυπαρξης, αυτο που ο Γεωργιαδης αποκαλει "μια κοινότητα εν ονόματι του πραγματικού". Κι αυτη συμβαινει, επανερχομαστε στην κοσμογονια του Hölderlin, στο ξημερωμα της "μεγαλοδυναμης νυχτας". Τοτε γινομαστε "μια συνομιλια". Και συνομιλια, λεει στο ποιημα Εορτη της Ειρηνης, θα πει

ακουμε ο ενας τον αλλο.

Συνομιλω θα πει πρωτα ακουω. Δεν ακουω οταν συναισθανομαι, οταν δηλαδη ακουω με βαση δικα μου βιωματα. Δεν ακουω οταν με ενδιαφερει να πεισω, να προσηλυτισω, να αποστομωσω. Δεν ακουω οταν συγκρινω τον αλλο μ' εμενα. Και βεβαια δεν ακουω οταν μετερχομαι βια.

"ακουμε ο ενας τον αλλο." Δεν υπαρχει τιποτα πιο τρυφερο, πιο ευαισθητο απο μια τετοια συνομιλια. Την συναντας τοσο σπανια οσο διαττοντες στον νυχτερινο ουρανο. Στο σχεδιασμα του Hölderlin με τον τιτλο Κοlomb, Κολομβος, λεει:

Von wegen geringe Dinge

Verstimmt wie vom Schnee war

Die Glocke, womit

Man läutet

Zum Abendessen.

Απο λιγοστα πραματα

Παρατονη σαν απο χιονι ηταν

Η καμπανα με την οποια

Σημαινουν

Το δειπνο.

Τοσο τρυφερο και ευαισθητο οσο ο ηχος της καμπανας που χαλαει ηδη απο μια νιφαδα που θα πεσει επανω της. Ηδη μια νιφαδα σε ριχνει πισω στην "μεγαλοδυναμη νυχτα". Η συνομιλια χανεται και οι ανθρωποι μεταμορφωνονται σε κυκλωπεια οντα που δεν νοιαζονται ο ενας για τον αλλο. Ειναι η κολαση.

Ο Nobushige, ενας φημισμενος σαμουραϊ, πηγε στον δασκαλο Hakuin και τον ρωτησε: "Υπαρχει πραγματι παραδεισος και κολαση;" "Ποιος εισαι;", τον ρωτησε ο Hakuin. "Ενας σαμουραϊ", απαντησε ο Nobushige. "Εσυ;", εκραξε ο Hakuin. "Ποιο αφεντικο θα σ' επαιρνε; Σαν ζητιανος εισαι." Ο Nobushige, εξαλλος, τραβηξε το σπαθι του. Και τοτε ειπε ο Hakuin: "Εδω ανοιγουν οι πυλες της κολασης." Ο Nobushige καταλαβε, εβαλε το σπαθι στην θηκη του και υποκλιθηκε. "Εδω ανοιγουν οι πυλες του παραδεισου", ειπε ο Hakuin.

Τι καταλαβε ο σαμουραϊ; Οτι η κολαση απλωνεται εκει που αρχιζει η βια, εκει που η βια αντιμετωπιζεται με ακομα μεγαλυτερη βια και η συνομιλια πεθαινει. Hölderlin, Ημισυ της ζωης:

Weh mir, wo nehm ich, wenn

Es Winter ist, die Blumen, und wo

Den Sonnenschein,

Und Schatten der Erde?

Die Mauern stehn

Sprachlos und kalt, im Winde

Klirren die Fahnen.

Αλοιμονο μου, απο που να παρω, σαν

Ειναι χειμωνας, τα ανθη κι απο που

Το φως του ηλιου,

Και ισκιους της γης;

Οι τοιχοι στεκουν

Βουβοι και ψυχροι, στον ανεμο

Αχολογουνε τα λαβαρα

Σ' αυτον τον "χειμωνα", ομολογο της "μεγαλοδυναμης νυχτας", απλωνεται η βουβαμαρα. Ο μονος ηχος που ακουγεται ειναι αυτος απο τα λαβαρα, που παραπεμπουν σε επικρατεια, κατοχη, ταυτοτητα, διεκδικηση, βια και πολεμο.

Στους Αρχαιους ηταν ενας θεος που εφερνε την πλανη και την παραφροσυνη. Αν σημερα, αυτος ο χειμωνας της εποχης, στελνονταν επισης απο καποιον θεο; Τοτε η θυσια σ' αυτον τον θεο θα συνιστατο στην αποποιηση της γλωσσας, στην απονεκρωση της συνομιλιας, στην μουγγαμαρα; Κι αυτο, καθοτι θυσια σε εναν θεο, θα εκλαμβανονταν ως πραξη αγαπης. Ενα τραγουδι του Παυλου Σιδηροπουλου εχει τον τιτλο Τω αγνωστω Θεω:

Η Αννα μου 'πε Παύλο η Αθήνα είναι τρελή

τη νύχτα είναι ολοφώτιστη τη μέρα σκοτεινή

μ' αγάλματα κομμάτια στα μάτια της τα δυο

τριγύρναε στα μουσεία μ' ένα μπάσταρδο μωρό

κι ανάμεσα στις πέτρες θυσία τω άγνωστω Θεώ

κόβει η δόλια μάνα τη γλώσσα απ' το μωρό

τραγουδώντας σ' αγαπώ

τραγουδώντας...


Το τραγούδι τον μετανάστη

Καθώς αναλογιζόμουν το θέμα, να μιλήσω για τον εαυτό μου ως θεραπευτή, θυμήθηκα ένα τραγούδι. Είναι από τον κύκλο "Μετανάστες", οι στίχοι του Γιώργου Σκούρτη και η μουσική του Γιάννη Μαρκόπουλου. Το άκουγα τέλη της δεκαετίας του '70, όταν ήμουν ακόμα στο εξωτερικό. Είναι ένας διάλογος. Τον ξεκινά η γυναίκα του μετανάστη. Λέει στον άντρα της:

Είπες Απρίλη πως θα 'ρθείς

Κοντά μου να πλαγιάσεις

Κι όλες τις νύχτες ξαγρυπνώ

Μετρώ τα χρόνια και γερνώ

Ίσως και να με χάσεις Ίσως και να με χάσεις

Τα λόγια της δεν έχουν κανέναν τόνο απογοήτευσης ή οργής, δεν εκφράζουν απειλή και δεν διψούν για εκδίκηση. Ο τόνος είναι περισσότερο αυτός της αφήγησης μιας ιστορίας, μιας μοίρας σχεδόν που τους χώρισε, τους όρισε έναν χωρισμό που με τα χρόνια ίσως να έχει γίνει και αγεφύρωτος.

Η απάντηση του άντρα είναι η εξής:

Ξεχάστηκα κι απ' το θεό

Μα ελπίζω στο μικρό μου γιο

Η απάντηση είναι περίεργη. Δεν της αποκρίνεται άμεσα, δεν απολογείται, δεν κατηγορεί, δεν της απευθύνεται καν. Μιλάει για ένα ξέχασμα που δεν αφορά μόνο τη γυναίκα του, αλλά φτάνει μακρύτερα: Έχει ξεχαστεί κι απ' τον θεό, δηλαδή από τους πάντες και τα πάντα. Κι ακόμα περισσότερο: Είναι ξεχασμένος, χαμένος ο ίδιος. O μόνος που ελπίζει να τον θυμηθεί, δεν είναι κάποιος από το παρελθόν αλλά ένας ερχόμενος. O μικρός του γιος.

Η γυναίκα του μετανάστη δεν ξαφνιάζεται. Τα λόγια της που ακολουθούν συνεχίζουν τα δικά του. Είναι σαν οι δυο τους να μιλάνε με μια φωνή, που τώρα διά στόματος της γυναίκας είναι η φωνή της ίδιας της ελπίδας:

Σα μεγαλώσει το παιδί

Τα γράμματα θα μάθει

Για να σπουδάσει και να πει

Τι σ' έσμπρωξε να πας εκεί

Τα ίδια να μην πάθει

Το τραγούδι με συγκινούσε, μου έλεγε κάτι που τότε δεν ήμουν σε θέση να φέρω σε γλώσσα. "Ξεχάστηκα κι απ' το θεό / Μα ελπίζω στο μικρό μου γιο /[...]/ Για να σπουδάσει και να πει / Τι σ' έσμπρωξε να πας εκεί [...]"

Ποιο είναι το "εκεί", ο τόπος που ο πατέρας ξεχάστηκε κι απ' τον θεό; Η Γερμανία του '60 και του '70; Στην περίπτωση μου το τραγούδι δεν ταίριαζε κυριολεκτικά. Εγώ ήμουν τότε στο εξωτερικό, οι γονείς μου στο σπίτι τους στην Ελλάδα. Κάι όμως το "εκεί" μου μιλούσε, με αφορούσε, με συγκινούσε.

Σήμερα προσλαμβάνω το μίλημά του ευκρινέστερα. Το "ξεχάστηκα. .." μου φανερώνεται όχι σαν συνέπεια της μετανάστευσης αλλά σαν το πρώτο, σαν ένα ξέχασμα που αυτό καταρχήν αποφάσισε για τον πατέρα τον ξενιτεμό του, μια, με τα λόγια του Σεφέρη, "απόφαση της λησμονιάς" την οποία ο πατέρας δέχτηκε κι εξετέλεσε.

Ήταν η απόφαση της παράδοσης στις λεγόμενες "βιοτικές ανάγκες", στην πιεστικότητα τους, και μαζί η απόφαση της αλλοτρίωσης του. Τώρα το "εκεί" είναι ο τόπος όπου κανείς πουλάει την ψυχή του για ένα πιάτο φακή ή για ένα ακριβό αυτοκίνητο ή για τη δουλειά την ίδια. Κι αυτός ο τόπος είναι και η Γερμανία και η Ελλάδα. Αυτά είχε να πει ο μικρός γιος που μεγάλωνε και σπούδαζε.

Ποτέ δεν μου στάθηκε δυνατό να πω πως όλα είναι καλά και εφησυχασμένος να ενταχθώ στην παραγωγική διαδικασία προσφέροντας υπηρεσίες ή διαχειριζόμενος προϊόντα. Χρειάζεται, ένιωθα, να σταματήσουμε και να διανοηθούμε πού πάμε.

Σε μια ταινία του Antognoni αναφέρεται η ιστορία μιας ομάδας αρχαιολόγων στο Μεξικό που πηγαίνουν στον τόπο των ερευνών τους. Κάποια στιγμή οι ιθαγενείς οδηγοί τους σταματούν. Όταν μετά από μέρες αποφασίζουν να συνεχίσουν, δίνουν και την εξήγηση: οι ψυχές τους είχαν μείνει πίσω κι έπρεπε να τις περιμένουν.

Λέει ο Σωκράτης στην Απολογία (38α):

ὁ δὲ ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ

Η ψυχανάλυση που "σπούδασα" απέκτησε στα μάτια μου το χαρακτήρα ενός τέτοιου σταματημού και μιας τέτοιας "εξέτασης". Αυτό που όρισε ο Φρόυντ ως "αρχή της αποχής", εννοημένο στα άκρα, κάνει τη θεραπευτική συνάντηση σταθμό στη δίνη της καθημερινής έγνοιας, σταθμό όπου παύουν τα πάντα, παύση όπου δεν επιζητείται τίποτα, δεν αναμένεται τίποτα, εκτός από την ψυχή που έμεινε πίσω. Την ψυχή, όχι το "ψυχικό όργανο" αλλά το (Ελύτης) "τετράφυλλο δάκρυ", το τετράφυλλο τριφύλλι της χαράς και το δάκρυ της λύπης, που ως τετράφυλλο δάκρυ είναι το αυτό. Τέτοιοι σταθμοί είναι που κάνουν το βίο βιωτό, βιώσιμο.

Όμως η αρχή, η ελπίδα ο μικρός γιος να μεγαλώσει, να σπουδάσει και να πει πώς γίνεται να ξεχνιέσαι κι απ' τον θεό δεν έμεινε πίσω. Εκείνο το ξέχασμα δεν ξεπερνιέται, δεν καταργείται. Βρίσκει κατάλυμα στο σταθμό. Σ' αυτόν έχουν καταλύσει ησυχασμένες και οι μορφές του πατέρα και της μητέρας.

Η θεωρία που θέλει την οικογένεια να προσδιορίζεται από το λεγόμενο "οιδιπόδειο", το "άγχος ευνουχισμού" και τα συναφή παριστάνει τα μέλη της σαν άσπονδους εχθρούς εμπλεγμένους σε "συμπλέγματα" από τα οποία ποτέ δεν μπορούνε ν' απαλλαγούν αληθινά.

Σίγουρα "αμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα": Το παιδί κάπως θα κολλήσει στα κολλήματα των γονιών του. Θα σημαδευτεί απ' το ξέχασμα και για χρόνια δεν θα γνωρίζει καν τι το σημάδεψε. Όμως το "παιδεύουσι" δεν σημαίνει μόνο την παιδωμή. Σημαίνει και την παιδεία.

Το κόλλημα του παιδιού, που είναι μαζί και κόλλημα ενός ολόκληρου γένους, είναι τα στενά από τα οποία, είτε το ξέρει είτε όχι, είτε το θέλει είτε όχι, μεγαλώνοντας χρειάζεται να περάσει. Άλλος δρόμος δεν υπάρχει. Εάν ευτυχήσει να περάσει και βγει στο ξάγναντο, τούτο θα συμβεί όχι μόνο για λογαριασμό του, ο άνθρωπος ποτέ δεν είναι ατομική υπόθεση, αλλά στο όνομα όλων. Στον καθένα μας και στην πολιτεία του χάνονται όλοι και σώζονται όλοι. Θυμάμαι μια γυναίκα που είπε πριν από χρόνια:

- Η μητέρα μου δεν έζησε το θάνατο της, κρυβόταν, κι εδώ οφείλω κάτι κι εγώ που καμιά φορά την απόπαιρνα, την αγρίευα, της λέγαμε ψέμματα... Τώρα νιώθω πως έχω χρέος να ζήσω το θάνατο της, που αυτή δεν έζησε, να νιώσω ό,τι αυτή δεν ένιωσε... Ό,τι νιώθω δεν είναι δικό μου... Είναι δικό της...

Εγώ, εσύ: τό αυτό!

Αυτά μου ψιθυρίζει σήμερα η αλλοτινή, βουβή τότε συγκίνηση με το τραγούδι του μετανάστη. Η φωνή της μου αποκαλύπτει μια λεπτομέρεια στην προσωπογραφία του θεραπευτή που μέχρι τώρα δεν είχα προσέξει.

Ψυχανάλυση και ψυχοθεραπεία στο ελληνικό φως




1. Περίληψη

2. Το ζήτημα

3. Η θεραπευτική συνομιλία στη διάσταση αληθείας και ύβρεως

3.1. Το αυτό

3.2. Σήματα

3.3. 'Ύβρις

3.4. Η γιορτή

4. Λόγος

4.1. Εισαγωγή

4.2. Η θεραπευτική συνομιλία ως κατοίκηση στη γλώσσα

4.3. Παράταξις

4.4 Η ερμηνεία ως άκουσμα και ομο-λογία του λόγου



1. Περίληψη

Το ιδιαίτερο αυτού που εδώ ονομάζεται «ελληνικό φως» είναι το ότι φτάνει στα όρια.

Στα όρια το φως δεν αποκτά τη μεγαλύτερη δυνατή φωτεινότη τα αλλά συναντάται με το σκοτάδι, όχι ως το αντίθετο αλλά ως το συμφερόμενό του.

Το «εν της αφανούς αρμονίας» φωτός και σκότους και κάθε τι άλλου που δείχνεται μ' αυτόν τον τρόπο, στον Ηράκλειτο, καλείται «λόγος». Αυτόν «ομο-λογούν» οι άνθρωποι, είτε το ξέρουν είτε όχι, είτε το θέλουν είτε όχι.

Στο λόγο η γλώσσα δεν είναι απλά «γλώσσα» αλλά η πραγμα τικότητα των πραγμάτων, η αφανής τους συνάρμοση στο εν: εν πάντα.

Στον Παρμενίδη το όριο λέγεται με το απρόσωπο «είναι».

Στο όριο, το είναι συναντάται με το νοείν, την ουσίαση του αν θρώπου, σε μια πρώτη και ύστατη ταυτοσημία που δεν επιτρέπει αποστασιοποίηση και χωρισμό, π.χ., σε εγώ κι εσύ, και δεν χρειά ζεται καμιά σύνδεση, π.χ., στη μορφή μιας «σχέσης».

Η προκείμενη ταυτοσημία, το αυτό, σημαίνει την «καρδιά» αυ τού που εδώ αποκαλείται «αλήθεια».

Η θεραπευτική που εκλαμβάνει τη γλώσσα ως κώδικα σημαινό ντων και πληροφορία δεν φτάνει στο όριο του λόγου.

Η θεραπευτική που προσανατολίζεται στο ψυχολογικό δεν φτά νει στο όριο της αληθείας.

O τίτλος «Ψυχανάλυση και ψυχοθεραπεία στο ελληνικό φως»

δηλώνει την απόπειρα να εννοηθεί και να πραγματωθεί αυτή η συ νάντηση σε μια προοπτική που φτάνει στα όρια.

2. Το ζήτημα

Ψυχανάλυση και ψυχοθεραπεία στο ελληνικό φως... Εύλογα θα ρωτούσε κανείς, προς τι;

Η ειλικρινής μου απάντηση είναι: δεν ξέρω. Ήταν ένας δρόμος για τον οποίο δεν μπορώ να πω τίποτα περισσότερο από το ότι μ' έφερε έως εδώ. Δεν τον μεθόδευσα εκ των προτέρων, αφού δεν ξε κίνησα από κάποια παράσταση του, και δεν τον δικαιολόγησα εκ των υστέρων, αφού δεν υπολόγιζα σε κάτι στο οποίο θα είχα τελικά να λογοδοτήσω.

Σ' αυτόν το δρόμο, τον δίχως πριν και μετά, δίχως γιατί και πώς, αναζήτηση και ζητούμενο έγιναν ένα και το αυτό. Και, μιλώντας έτσι, βλέπω πως ήδη έχουμε στραφεί προς το ελληνικό φως. Διότι η έκφραση «αναζήτηση και ζητούμενο, το αυτό» αντιλαλεί ένα λόγο του Παρμενίδη, σύμφωνα με τον οποίο «το γαρ αυτό νοείν εστίν τε και είναι» (νοείν και είναι: το αυτό).

Η αναζήτηση που φέρνει στο καθοδόν και το ζητούμενο που κα θοδηγεί αντιστοιχούν στα δύο νοήματα του δρόμου ως εκτελούμε-νης πορείας και ως προδιαγραμμένης κατεύθυνσης. Ο Μάρτιν Χάι ντεγκερ το διατύπωσε με την έκφραση «Οδοί, οι ίδιες οδεύοντας».

Τα δύο νοήματα, έτσι το θέλει η μία τους λέξη «δρόμος», είναι το αυτόν - με κεφαλαία γράμματα, διότι δεν είναι πράξη ταύτισης αλλά το όνομα για μια αλλόκοτη ταυτοσημία που βασιλεύει, ας μου επιτραπεί μια λέξη από τα παραμύθια, μια ταυτοσημία που βασι λεύει δίχως πριν και μετά, δίχως γιατί και πώς.

Ίχνη αυτού του δρόμου σημάδεψαν εμένα και συνάμα το έργο μου. Όμως ας μην νομιστεί πως διεκδικώ για τον εαυτό μου κάποια ιδιαιτερότητα. Τό αυτό αφορά τα πάντα και τους πάντες. Φτάνει τα μάτια ν' ανοίξουν στο ελληνικό φως. Τέτοιες ευτυχείς στιγμές εί ναι αναλαμπές.

Για τη λάμψη τους οι αρχαίοι δάσκαλοι είχαν πολλά ονόματα.

Θα αναφέρω εκείνο του Παρμενίδη που έμελλε να χαράξει τον κό σμο μας: αλήθεια.

Οι λέξεις «δίχως πριν και μετά», «δίχως γιατί και πώς» είναι «σήματα» - σημαίνουν. Όπως η καμπάνα σημαίνει τον όρθρο και τον εσπερινό, τον επιτάφιο και την ανάσταση, τα σήματα σημαίνουν το «άληθείης ήτορ» - όχι την αλήθεια απλά αλλά την «καρδιά» της. Αυτής το όνομα το κράτησα τελευταίο: Η καρδιά της αλήθειας εί ναι ο δρόμος του εστίν- του απρόσωπου «είναι».

Τα σήματα είναι τα οδοσήματα,

Το αυτό, το υλικό που είναι φτιαγμένος.

Αυτόν το δρόμο δοκίμασα και σ' αυτόν δοκιμάστηκα. Τούτο ισχύει ενδεχομένως και για τους υπόλοιπους ομιλητές14, στο σημείο που μπορώ να μιλήσω στο όνομα τους.

Οπωσδήποτε όμως μπορώ και πρέπει να μιλήσω στο όνομα τους όταν τους λογαριάσω σαν τους τακτικούς μου συνομιλητές των τε λευταίων χρόνων. Τα λόγια μου δεν είναι παρά συνομιλίες με ένα άλλο, συνομιλίες, για να χρησιμοποιήσω μιαν έκφραση του ποιητή Πάουλ Τσελάν, με ένα μιλητό εσύ - ένα απέναντι ανοιχτό, δεκτικό για μια προσφώνηση κι ένα μίλημα. Το «μιλητό εσύ» είναι ο άλλος άνθρωπος, κοντινός ή μακρινός, ζωντανός ή νεκρός, το άλλο πράγ μα, κάποτε κάποτε κι αυτό που ο Τσελάν ονομάζει το τελείως άλλο.

Όμως κι εδώ δεν διεκδικείται μοναδικότητα. Η γλώσσα είναι από τη φύση της διαλογική. Καθόσον οι άνθρωποι είμαστε τα όντα που έχουν το λόγο, είμαστε και τα όντα που τα έχει ο λόγος.

«Είμαστε συνομιλία» λέει ένας στίχος του ποιητή Φρίντριχ Χαίλντερλιν - ακόμα και στην απόσυρση και στο μονόλογο, ακόμα και στη σκέψη και στη φαντασία και στο όνειρο, ακόμα και στην αφωνία και στη σιωπή.

Το συν- αυτής της συνομιλίας σημαίνει το αυτό του νοείν και του είναι. Διότι το αυτό δεν είναι βουβή ταυτότητα. Το νοείν (Παρμενί δης) είναι πεφατισμένον, ειπωμένο στο εόν. Θα πει: η γλώσσα του νοείν οδώνεται ως αυτή τούτη η οδός του είναι. Θα πει: το είναι εί ναι το πρώτο και ύστατο, το αναγκαστικό και αναπόφευκτο, το «τελείως άλλο» μιλητό εσύ του νοείν.

Το αυτό του νοείν και του είναι, το συν- της συνομιλίας που εί μαστε, στη γραφή του Ηράκλειτου βρίσκει το όνομα του: λόγος.

Αληθείη, η λέξη του Παρμενίδη, και λόγος, η λέξη του Ηράκλειτου, μιλούν για το αυτό. Το σημερινό εργαστήριο αναφέρεται στα δύο νοήματα και στη φύση της θεραπευτικής συνομιλίας που επι χειρεί να τα παρακολουθήσει και να μετατεθεί στο φως τους και στο σκοτάδι του.

Όμως τώρα δεν σας κρύβω την ενόχληση μου. Μιλώ άσχημα. Χρησιμοποιώ μια λίγο πολύ δοκιμιακή γλώσσα, ολότελα ανεπαρκή, διότι εδώ δεν πραγματευόμαστε ένα γνωστικό αντικείμενο. Η γλώσσα στην οποία σήμερα οι λέξεις αληθείη και λόγος θα μπορού σαν να μας μιλήσουν πραγματικά δεν είναι η αποφαντική. Είναι μια άλλη. Θα την προσεγγίσουμε αργότερα. Εδώ ας σημειωθεί μόνο ότι και στη θεραπευτική συνομιλία, οι ώρες που αναλάμπει η αληθείη και συμβαίνει η παλιννόστηση στο αυτόν, οι ώρες που ακούγεται ο λόγος και οι λέξεις μιλούν σαν να μιλούσαν για πρώτη φορά, είναι ώρες γιορτής, σημάδι πως, και πάλι με λόγια του Χαίλντερλιν: «ποιητικά κατοικεί ο άνθρωπος επάνω σ' αυτήν τη γη». Εκείνος που το έζησε, θα το αναγνωρίσει.

3. Η θεραπευτική συνομιλία στη διάσταση αληθείας και ύβρεως

3.1. Το αυτό

Και καταρχήν η αλήθεια. Τη συναντήσαμε ως αναλαμπή του το αυτό του νοείν και είναι. Εάν, όπως ειπώθηκε, το αυτό αφορά τους πάντες και τα πάντα, θα πρέπει να αφορά και τη θεραπευτική συ νομιλία. Παράδειγμα:

Μια γυναίκα βλέπει να της ανοίγεται για πρώτη φορά η δυνατό τητα να κάνει παιδιά. Το λέει και ντρέπεται. Η ομιλία της είναι άτονη, δίνει απλώς αναφορά, το κέφι κι ο ενθουσιασμός που την διακατείχαν τις προηγούμενες ημέρες έχουν χαθεί. Της απαγορεύ εται, λέει, να μιλά έτσι. Τη ρωτάω:

- Μήπως διακρίνετε τη φωνή που σας το απαγορεύει;

Τη διακρίνει, είναι η φωνή της μητέρας. Λέω τότε:

- Φαίνεται πως αυτή η φωνή έχει ακόμα δύναμη πάνω σας. Όταν σας επιβάλλεται η απαγόρευση, είστε το μικρό κορίτσι που υπακούει στη μητέρα του. Και τώρα πάλι η ντροπή και η άτονη ομιλία δείχνουν πως είναι το μικρό κορίτσι που μιλάει κάτω από το βάρος της απαγόρευσης.

Τι της λέω; Της θυμίζω ότι η απαγορευτική φωνή της μητέρας δεν μιλά στο κενό αλλά πηγαίνει μαζί μ' ένα γι' αυτόν το λόγο εύ καιρο άκουσμα.

Ποιος ακούει; Όχι η γυναίκα όπως είναι τώρα, ενήλικη, αλλά σαν μικρό κορίτσι, ζώντας πάλι και πάλι το παρελθόν της σαν να 'ταν παρόν, σαν να μην είχε περάσει ο χρόνος.

Της θυμίζω πως η φωνή που απαγορεύει είναι η φωνή που ακού νε τ' αυτιά του μικρού κοριτσιού.

Απαγορευτική φωνή της μητέρας και αυτί του μικρού κοριτσιού: το αυτό!

Σας αναφέρω και άλλα παραδείγματα για να εξοικειωθείτε πε ρισσότερο με τη φύση του:

Κατάθλιψη και τα πράγματα μαύρα: το αυτό!

Άγχος και τα πράγματα που κλονίζονται: το αυτό!

Ο αισιόδοξος και το μισογεμάτο ποτήρι, ο απαισιόδοξος και το μισοάδειο ποτήρι: το αυτό!

Κι ακόμα:

Βασίλεμα του ήλιου και βασίλεμα των ματιών: το αυτό!

O Διονύσιος Σολωμός: Τα σπλάγχνα μου κι η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν.

Όσον αφορά στο κυρίαρχο πνεύμα της εποχής μας, τα πράγμα τα παραστημένα ως μετρήσιμα και υπολογίσιμα, ενταγμένα σε κύ κλους επανατροφοδότησης και ο ανθρώπινος εγκέφαλος ως ηλε κτρονικός υπολογιστής: τό αυτό!

Και η φράση από μια θεραπευτική ώρα:

- Να μπορώ να τελειώνω με τα πράγματα όταν αυτά τελειώνουν μ'εμένα.

Σημασία έχει να δούμε πως τίποτα δεν έχει προτεραιότητα: η απαγορευτική φωνή της μητέρας και το υπάκουο αυτί του μικρού

κοριτσιού, το τέλος που εγώ αποφασίζω και τα πράγματα που τε λειώνουν, καθότι το αυτό, δίνονται πάντα μαζί.

Μιλούν δυο μαθητευόμενοι του Ζεν για τους δασκάλους τους. O πρώτος λέει:

- O δικός μου μπορεί να μένει για'ένα μήνα δίχως φαγητό και δίχως ύπνο.

O δεύτερος λέει:

- O δικός μου όταν πεινάει τρώει κι όταν νυστάζει κοιμάται.

Πείνα και φαγητό, νύστα και ύπνος, το αυτό!

Κι ακόμα, αν προσέξουμε αυτό που συμβαίνει όταν πίνουμε μια γουλιά νερό, θα διαπιστώσουμε πως «ρουφώ το νερό» και «με ρου φά το νερό», το αυτό!

3.2. Σήματα

Τώρα ανακαλώ στιγμές όπου σήματα έδειχναν πως η συνομιλία είχε βρεθεί στο δρόμο της αληθείας, του εστίν, του απρόσωπου είναι:

Μια γυναίκα για την οποία με την έναρξη των καλοκαιρινών δια κοπών, με τη διακοπή της εργασίας, τη διακοπή της θεραπείας και με το χωρισμό από τους δικούς της ήταν σαν να χάνε τα πάντα ένα καλοκαίρι μου λέει:

- Φέτος τίποτα δεν τέλειωσε, η δουλειά δεν σταματά, εσείς δεν χάνεστε...

Τα μάτια της γυναίκας έχουν ανοίξει για εκείνο στο οποίο προ τρέπει μια φράση του Παρμενίδη: «λεύσσε δ' ομώς απεόντα νόωι παρέοντα βεβαίως». Μα δες με το νου όμοια βέβαια τα απόντα, τα παρόντα.

Η γυναίκα βλέπει πως η αλλαγή στην περίοδο των διακοπών, όπου ο τόπος της εργασίας της, οι συναντήσεις μας, τα στενά της πρόσωπα δεν είναι πια παρόντα, δηλαδή, για το συνηθισμένο βλέμ μα, έχουν μεταπέσει από την παρουσία στην απουσία, η γυναίκα βλέπει πως σ' αυτήν την αλλαγή δεν άλλαξε τίποτα.

Δεν άλλαξε διότι και απόντα και παρόντα με τρόπο όμοιο, με βεβαιότητα, είναι.

Τίποτα δεν τέλειωσε, λέει. Στο δρόμο της έχει διακρίνει το σήμα ανώλεθρον. Θα πει: είναι άφθαρτα. Τα απόντα παρελθόντα είναι.

Το «ήταν», το «δεν είναι πια» της απουσίας των παρελθόντων φέρνει πένθος και νοσταλγία, μίσος κι εκδίκηση. Εκεί που «τίποτα δεν τέλειωσε», το «ήταν» μένει ανύπαρκτο. Μαζί χάνονται πένθος και νοσταλγία, μίσος κι εκδίκηση.

Τα λόγια της γυναίκας όμως λένε κάτι ακόμα: Αφού «τίποτα δεν τέλειωσε», το Σεπτέμβριο δεν υπάρχει και τίποτα ν' αρχίσει. Για τη γυναίκα του Ιουλίου ο Σεπτέμβριος είναι ήδη εδώ. Και τα απόντα μελλούμενα είναι. Στο δρόμο της, μαζί με το ανώλεθρον έχει διακρίνει το σήμα αγένητον. Θα πει: είναι αγίνωτα. Τα απόντα επερχόμενα είναι.

Το «θα είναι», το δήθεν «δεν είναι ακόμα» της απουσίας των μελλούμενων φέρνει ελπίδες και προσδοκίες, αγωνίες και φόβους. Εκεί που τίποτα δεν έχει να γίνει, το «θα είναι» μένει ανύπαρκτο. Μαζί χάνονται ελπίδες και προσδοκίες, αγωνίες και φόβοι.

Στο δρόμο του είναι τίποτα δεν παύει και τίποτα δεν αρχίζει· είναι: άναρχον άπαυστον.

Έτσι «νυν έστιν ομού παν» θα πει: είναι τώρα, είναι όμοια, είναι πα ντού - τα απόντα, τα παρόντα.

Είναι έτσι διότι όλα τα πράγματα που μνημονεύτηκαν, μόλις βρεθούν στο δρόμο του είναι, εγκαταλείπουν τα ποικίλα ονόματα τους χάριν ενός και μοναδικού: εόν.

O εν λόγω δρόμος θα μπορούσε ν' ανταποκρίνεται στη νοερή γη όπου «τα πράγματα της ζωής χάνουν το όνομα τους», έτσι λέει σε μια μινιατούρα του Γιούλιους Μπισιέ, που τώρα μου μιλά ευκρινέστερα.

Αυτή η μετάπτωση των πραγμάτων σε εόντα, η οποία συμβαίνει (Παρμενίδης) «απ' ανθρώπων εκτός πάτου», πέραν των ανθρώπων (ελεύθερα κατά τον Τσελάν), συνιστά το υπέδαφος της συζήτησης όλων των παραδειγμάτων που ακολουθούν.

Μια γυναίκα παρουσιάζεται, όπως λέει, «σκληρή», σφιγμένη, με άμυνες που κρύβει πίσω από ένα φροντισμένο προσωπείο φυσικό τητας. Συνάμα ψυχανεμίζεται μιαν ακόμα πιο κρυμμένη μορφή της, μια, όπως την αποκαλεί, «μαλακή γυναίκα». Λέει:

- Αυτή θα πεθάνει, η σκληρή όχι.

Στο δρόμο της διακρίνει το σήμα τετελεσμένου, την περατότητα, το ήδη τελεσμένο: σ' ένα αληθινό τέλος όπου εκπλήρωση και πένθος δεν έχουν θέση καθώς τίποτα δεν αναμένεται και τίποτα δεν μένει υπόλοιπο.

Το είναι οδεύει άναρχον και άπαυστον και συνάμα, κατά παρά δοξο και θαυμαστό τρόπο, τετελεσμένου.

Όλα τους είναι σήματα ενός και του αυτού δρόμου.

Απόντα και παρόντα δεν χωρίζονται, δεν είναι αντίθετα. Το εί ναι οδεύει ομού και οδεύει βεβαίως.

Δεν σημαίνει πως απουσία και παρουσία γίνονται το ίδιο. Το τι σημαίνει μας δείχνεται κατά έναν τρόπο από τον ίδιο το δρόμο της ψυχανάλυσης: Το παρελθόν της παιδικής ηλικίας, ακριβώς στη θε ραπευτική συνομιλία, έρχεται αποζητώντας να γαληνέψει. Το πα ρελθόν, εκεί που δεν μας αφορά θεωρητικά και αποστασιοποιημέ να αλλά ζωτικά, έρχεται ως αποστολή και μέλημα, έρχεται ως το μέλλον που μας μέλλεται. Παρελθόν και μέλλον: το αυτό! Είναι το νυν που συναντήσαμε.

O ποιητής Τ. Σ. Έλιοτ, συνομιλώντας με τον Ηράκλειτο στα Τέσσερα Κουαρτέτα, γράφει: «O χρόνος ο παρελθών κι ο χρόνος ο μέλλων δείχνουν προς ένα τέλος που είναι πάντα παρόν».

Η ανάλυση μας δείχνει ανάγλυφα και τον αντίστροφο δρόμο: Ξεκινώντας από ένα παρόν, π.χ., ένα σύμπτωμα, θα φτάσουμε και πάλι στο πάν, στο παιχνίδισμα των απόντων παρελθόντων και μελ λούμενων που αναφέρθηκε, θα φτάσουμε στο νυν έστι ομού παν - όχι με τη σκέψη αλλά με τα μάτια της καρδιάς.

Με τα μάτια.

Λεύσσε, βλέπε, λέγεται στον Παρμενίδη. Καλούμαστε να δούμε. Η εδώ ζητούμενη αλήθεια δεν προσεγγίζεται με τη σκέψη και με την κατανόηση. Δεν είναι υπόθεση της γνώσης αλλά του νοήμονος βλέμματος.

Είπε κάποτε μια γυναίκα:

- Όταν έχεις αγαπηθεί μια φορά, ακόμα κι αν πέρασε, ξέρεις ότι έχεις αγαπηθεί.

Τέτοια λόγια, όπως και τα προηγούμενα που ακούστηκαν, λέ γονται πάντα μ' έναν δικό τους τρόπο: Είναι μια ασυνήθιστη στα θερότητα της φωνής, δεν είναι μόνο το στόμα που μιλά, μιλάει στην κυριολεξία το σώμα ολόκληρο, τ' ακούω εγώ και σιωπηλά απαντά αβίαστα μ' ένα ναι, όχι το μυαλό αλλά η ψυχή και το σώμα μου. Όλα είναι ανάλαφρα και γιορτινά. Αυτό είναι που ο Παρμενίδης ονομά ζει «πίστις αληθής».

-Όταν έχεις αγαπηθεί μια φορά, ακόμα κι αν πέρασε, ξέρεις ότι έχεις αγαπηθεί.

Σ' αυτόν το δρόμο η «μια φορά» φτάνει.

Εδώ το «μια» δεν είναι ποσοτικός προσδιορισμός, δεν είναι το λιγότερο από τις δυο φορές. Η «μια φορά» αρκεί. Δεν παραδέρνει στον μικρόψυχο λογαριασμό στέρησης και εκπλήρωσης, δεν μετρά ζημίες και κέρδη.

Το «ένα» αυτής της «μιας φοράς» είναι το ελληνικό εν. Δεν εί ναι αριθμός αλλά το ενούν, που στην πληρότητα του συγκεντρώνει τα πάντα. Για αυτήν την πληρότητα μιλούν τα παρακάτω λόγια μιας άλλης:

- Όπως ο αναπνευστικός άρρωστος μετά αναπνέει καλά, έτσι και η ανάλυση, σαν να αναπνέεις με πιο πολλές κυψελίδες.

O δρόμος της αληθείας, το απρόσωπο είναι, δεν μπορεί να πα ρασταθεί, δεν μπορεί να γίνει μοντέλο, δεν μπορεί να ανακληθεί κα τά βούληση, καθώς όλα αυτά χρειάζονται τη σκέψη. Εδώ καλούμα στε να παραιτηθούμε από τη σκέψη.

Στο δρόμο του είναι μπαίνει κανείς ορμητικά και απρόσμενα, με τρόπο μάλιστα που δεν ορίζει ο ίδιος - έτσι λέει ο Παρμενίδης. Για τον Ηράκλειτο είναι ο δρόμος του κεραυνού ο οποίος «πάντα οιακίζει», κατευθύνει τα πάντα όπως το δοιάκι το καράβι. Και χάνεται το ίδιο απρόσμενα. Θα επανέλθουμε.

3.3. 'Ύβρις

Ας θυμηθούμε τώρα τη στιχομυθία που ανέφερα στην αρχή: Η συνομιλήτρια μου βλέπει να της ανοίγεται για πρώτη φορά η δυνατότητα να κάνει παιδιά. Το λέει και ντρέπεται. Η ομιλία της

είναι άτονη, δίνει απλώς αναφορά, το κέφι κι ο ενθουσιασμός που τη διακατείχαν τις προηγούμενες ημέρες έχουν χαθεί. Της απαγο ρεύεται, λέει, να μιλά έτσι.

Ας ακούσουμε προσεκτικά. Η ντροπή, το άτονο της ομιλίας, το αμέτοχο της αναφοράς είναι σημάδια που σημαίνουν τη γυναίκα:

Είναι και δεν είναι δυνητική μητέρα. Ούτε είναι ούτε δεν είναι δυνητική μητέρα.

Και δεν το γνωρίζει καν, δεν μπορεί να το γνωρίζει διότι είναι δι χασμένη η ίδια: Αυτό που λέει το εννοεί και δεν το εννοεί. Ούτε το εννοεί ούτε δεν το εννοεί. «Δίκρανοι» λέγεται για τους ανθρώπους στον Παρμενίδη, «οις το πέλειν τε και ουκ είναι ταυτόν νενόμισται κ' ου ταυτόν».

Με δυο κεφάλια, διχασμένοι, νομίζουν πως είναι και μη είναι και ταυτίζονται και δεν ταυτίζονται, εμπλέκονται δηλαδή στο «είναι και δεν είναι» και συνάμα «ούτε είναι ούτε δεν είναι».

«Πάντων δε παλίντροπός έστι κέλευθος» συνεχίζει η γραφή, και τα πάντα οδεύουν παλινδρομικά, παλινδρομώντας ανάμεσα στο κι αυτό κι εκείνο, στο ούτε αυτό ούτε εκείνο.

Δίκρανοι και παλίντροπος κέλευθος - διχασμένη γυναίκα που τα λόγια της τα εννοεί και δεν τα εννοεί, ούτε τα εννοεί ούτε δεν τα εν νοεί, και η δυνητική μητέρα που και είναι και δεν είναι, που ούτε εί ναι ούτε δεν είναι: το αυτόΙ

Τι έχει συμβεί εδώ; Στο «είναι και δεν είναι», στο «ούτε είναι ούτε δεν είναι» η οδός του είναι έχει διαρραγεί - έχει παρεισφρήσει το «δεν είναι», το ουκ είναι.

Όμως εάν το νοείν βρίσκεται από πάντα στην οδό του είναι, εάν νοείν και είναι είναι το αυτό, τότε το ουκ είναι δεν είναι νοητό. O δρόμος του είναι ακριβώς (Παρμενίδης) «ανόητος ανώνυμος». Δεν νοείται και δεν ονομάζεται. Είναι κυριολεκτικά α-νόητος. (Ακούμε τη λέξη «α-νόητος» ελεύθερη από κάθε υπεροπτική και απορριπτι κή κριτική. Την παίρνουμε κατά λέξη και μένουμε στο λεγόμενο της.) Αντίστοιχα η ρήση του Παρμενίδη θα μπορούσε να συμπλη ρωθεί ως εξής: «ουκ είναι και ου νοείν, το αυτό!»

Στη διχασμένη γυναίκα, στη δυνατότητα που είναι και δεν είναι,

ούτε είναι ούτε δεν είναι, έχει συμβεί μια υπέρβαση του μέτρου του είναι προς την α-νοησία του ουκ είναι.

Στα ανόητα ανήκει να είναι (Παρμενίδης) «δια παντός πάντα περώντα», να διαπερνούν διαμέσου των πάντων τα πάντα.

Στη διχασμένη γυναίκα το παλίντροπον απαντάται παντού, όπου κι αν στρέψουμε το βλέμμα μας. Έτσι:

  • Το εσύ στο οποίο απευθύνεται είμαι εγώ και μαζί η μητέρα της. Δεν είμαι ούτε εγώ ούτε η μητέρα της.

  • Είναι στο ιατρείο μου και μαζί στο αλλοτινό πατρικό της. Δεν είναι ούτε στο ιατρείο μου ούτε στο πατρικό της.

  • Είναι στο παρόν και μαζί στο παρελθόν. Δεν είναι ούτε στο πα ρόν ούτε στο παρελθόν.

  • Η ανοησία της δεν είναι ιδιωτική της υπόθεση, η ανοησία ποτέ δεν είναι ιδιωτική υπόθεση, αλλά έχει σημαδέψει το γένος της. Εί ναι ήδη η ανοησία μιας διχασμένης μητέρας που της λέει «Δεν πρέ πει να είσαι όπως είσαι».

Το ανόητο χαρακτηρίζει, για να μείνουμε στο χώρο της ψυχολο γίας, τη στάση που περιγράφεται με τους λεγόμενους «αμυντικούς μηχανισμούς». Παντού εδώ, με τρόπους πολλούς και ποικίλους, κλεί νουμε τα μάτια, καλύτερα, μισοκλείνουμε τα μάτια σ' αυτό που είναι μπροστά μας, λέμε: είναι και δεν είναι. Λέμε: ούτε είναι ούτε δεν είναι.

Είναι/ ουκ είναι και μισάνοιχτα / μισόκλειστα μάτια: το αυτό!

Για την ανοησία, για την υπέρβαση του μέτρου του είναι, οι αρ χαίοι είχαν πολλά ονόματα. Το πιο οικείο σ' εμάς είναι: ύβρις.

Επειδή το δίκρανοι, το διχασμένο του νου, και το παλίντροπον, το παλινδρομικό των πραγμάτων, αναλύονται στο αυτό, η ύβρις εί ναι τυφλή: Δεν αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως ύβρη. Η ανοησία της πρώτιστα είναι άνους ως προς τον ίδιο τον εαυτό της. Η πλάνη της πρώτιστα πλανάται ως προς τον ίδιο τον εαυτό της. Η λησμοσύνη της πρώτιστα έχει λησμονήσει τον ίδιο τον εαυτό της.

Πώς τότε διαπιστώνεται η ύβρις; Δεν διαπιστώνεται. Ανοησία και πλάνη και λησμοσύνη δεν είναι ποτέ δυνατό να γνωρίζουν τον εαυτό τους.

Και πώς τότε αντιμετωπίζεται η ύβρις; Δεν αντιμετωπίζεται.

Δίκρανοι και παλίντροπος κέλευθος είναι υποχρεωμένα στο αυτό. Δεν μπορούμε να τα διαχωρίσουμε και είτε να «θεραπεύσου με» το διχασμένο του ανθρώπου είτε να διορθώσουμε το παλινδρο μικό των πραγμάτων. Το μαρτυρεί η ιστορία της γυναίκας, οι μά ταιες απόπειρες της να ησυχάσει, είτε προσπαθώντας μέσα από διάφορες θεραπείες ν' αλλάξει η ίδια, είτε αναζητώντας σ' άλλους ανθρώπους μιαν άλλη μητέρα.

Τέτοιες προσπάθειες θα είχαν νόημα μόνο εάν κανείς μπορούσε να βγει απ' τον ίσκιο του. Δεν μπορεί.

Η ανοησία και η πλάνη κι η λησμοσύνη, είπαμε, δεν είναι ποτέ δυνατό να γνωρίσουν τον εαυτό τους. Ποιος όμως είναι ο εαυτός τους; Εξαντλείται καν η ύβρις στην ύβριν; Όταν και στην ύβριν, δη λαδή στο ζεύγος δίκρανοι και παλίντροπος κέλευθος, μιλά το αυτό, η καρδιά της αληθείας;

Τότε ύβρις και αλήθεια θα ήταν αδελφά νοήματα. Πού μας πάει αυτό;

3.4. Η γιορτή

Επιστρέφουμε στην υπόδειξη μου προς τη γυναίκα για το αυτό, στο οποίο ανήκουν η απαγορευτική φωνή της μητέρας και το αυτί του μικρού κοριτσιού. Η γυναίκα ξαφνιάζεται, σοκάρεται, μένει άφωνη.

Η υπόδειξη του το αυτό, εφόσον εννοηθεί και αναληφθεί σε όλο το εύρος της, μεταθέτει το πρόβλημα, ακόμα και το αδιέξοδο και την απελπισία και την απόγνωση σε μιαν άλλη διάσταση.

Παντού εδώ ήταν ένα εγώ που, αποκομμένο από το αυτό, έλπι ζε κι επιζητούσε λύση ή δεν έβρισκε λύση και απελπίζονταν. Με την αφύπνιση στο αυτό και με τον εγκλιματισμό στον αέρα του, το εγώ δεν είναι, δεν μπορεί πλέον να είναι σημείο αναφοράς και θεμέλιο. Ελπίδες και φόβοι, προσπάθειες και παραιτήσεις, πατήματα κι ολι σθήματα χάνονται.

Το ξάφνιασμα της γυναίκας, η αφωνία της είναι ένα έστω αβέ βαιο κι ασταθές ίχνος αυτού του λυσίματος, της ανάλυσης όχι πλέον σε δάκρυα αλλά στον αέρα της βασιλεύουσας ταυτοσημίας.

Το αυτό. Στην καρδιά του διαυγάζει το πραγματικό, το είναι. Αντιλαλεί η γιορτή της αληθείας.

Η αφωνία της γυναίκας, καθόσον έχει αναλυθεί στο αυτό, είναι μεν επίσης γιορτή, όμως γιορτή από την άλλη, τη σκοτεινή όψη της.

Εδώ το αυτό δεν φανερώνεται στο δρόμο της αληθείας αλλά στο δρόμο της ύβρεως-έτσι γίνεται στην αρχή πάντα- ως η ανοησία και η πλάνη κι η λησμοσύνη που ορίζουν τον κόσμο και μαζί την ψυχή της. Και η ώρα της ύβρεως, όταν συμβαίνει η αφύπνιση στα σκοτά δια της, έχει κι αυτή κάτι γιορταστικό, είναι κι αυτή γιορτή -τραγική.

Ο Χάιντεγκερ, από διαφορετική προσέγγιση, την ονομάζει «φω τεινή νύχτα». Αλλού την παρομοιάζει, παραστατικά μεν αλλά επι πόλαια καθόσον παραλείπεται ο αφορώμενος άνθρωπος, με το αρ νητικό μιας φωτογραφίας.

Στη νεότερη ελληνική ποίηση, όσο γνωρίζω, έχει αποδοθεί εναρ γέστερα στο 2ο σχεδίασμα των «Ελεύθερων Πολιορκημένων» του Διονυσίου Σολωμού και στο «Θάνατος και Ανάστασις του Κωνστα ντίνου Παλαιολόγου» του Οδυσσέα Ελύτη.

Παντού εδώ η ύβρις είναι επί το έργον. Όπως η γυναίκα βλέπει πως το μικρό κορίτσι είναι που ακούει την απαγορευτική φωνή και μ' αυτό αναλαμβάνει την ανοησία της ίδιας και της μητέρας της, έτσι ακριβώς, και πολύ ριζικότερα, τα πρόσωπα των ποιητικών έρ γων, στην άμετρη βία που τους έχει πάρει τα πάντα αναγνωρίζουν και αναλαμβάνουν τον ίδιο τους το χαμό. Όμως τόσο η τελευταία νύχτα στο Μεσολόγγι, όσο και οι τελευταίες στιγμές στα τείχη της Πόλης, είναι γιορτή με την άλλη τη σκοτεινή της όψη.

Από εδώ, από τον τόπο αυτής της γιορτής, πρέπει να εννοηθεί κάθε μεγάλη ποίηση και κάθε μεγάλη νόηση. Από εδώ ανοίγεται και ο δρόμος της αληθινής συνομιλίας του δυτικού με τους άλλους πολιτισμούς. Αναφέρω ενδεικτικά αυτό που στο Ζεν αποκαλείται «μεγάλος θάνατος».

Η θεραπευτική συνομιλία, όταν ευτυχήσει να φθάσει στα άκρα, θα απολήξει κάποτε σ' αυτόν τον κόμβο, που είναι κόμπος και μαζί κομβικό σημείο μιας στροφής που καθιστά την άλλη όψη της γιορ τής ορατή. Ένα παράδειγμα για αυτήν τη στροφή:

Ένας άντρας που καθυστερημένα ανακάλυψε πως αγαπούσε τη γυναίκα που εγκατέλειψε ησυχάζει πρώτα στην ιδέα να την πάρει και μαζί να ξανοιχτούνε στη θάλασσα. Αυτή είναι η μία όψη, η σκο τεινή. Η στροφή συμβαίνει σε μια έκλαμψη και λέει ο άντρας στον εαυτό του:

- Αν μπορούμε να πεθάνουμε μαζί, τότε μπορούμε και να ζή σουμε μαζί!

Θα αναφέρω δυο οδηγούς ρήσεις για τη στροφή που για τον ευ ήκοο θεραπευτή τώρα μπορεί να είναι περισσότερο εύληπτες.

Η πρώτη είναι του ποιητή Πάουλ Τσελάν: «Πήγαινε στα ολόδικά σου στενά - κι απελευθερώσου».

Η δεύτερη είναι του Φρίντριχ Χαίλντερλιν: «Όπου όμως είναι κίνδυνος, βλασταίνει και το σωτήριο».

Φτάνει «στενά» και «απελευθέρωση», «κίνδυνο» και «σωτή ριο» να μην τα ακούσουμε κατά το αμερικανικό «happy end», το «αίσιον τέλος», ή κατά την πλατωνική-χριστιανική παράσταση μιας τελικής λύτρωσης αλλά να τα δούμε στο πρώτο ελληνικό φως όπου στενά και απελευθέρωση, κίνδυνος και σωτήριο, ύβρις και αληθείη συνευρίσκονται στο αυτό. Είναι αδελφά νοήματα.

Οι δρόμοι τους συναντώνται σ' ένα σταυροδρόμι, γράφει ο Χάι ντεγκερ, και το σταυροδρόμι είναι κι αυτό καθοδόν μαζί μας - έρ χεται, αν μου επιτραπεί εδώ μια συμπλήρωση, από πίσω και κατα πάνω μας. Οι τραγωδίες του Αισχύλου και του Σοφοκλή το μαρτυ ρούν με τον σαφέστερο τρόπο.

Εδώ ας σημειωθεί πως για τον ψυχίατρο και για τον ψυχολόγο τα στενά τα ολόδικά τους προς τα οποία καλούνται είναι αυτή τού τη η ψυχιατρική και η ψυχολογία - εφόσον τις πάρουν πολύ στα σο βαρά. «Πολύ» θα πει εφόσον τις πάρουν σοβαρότερα απ' όσο παίρνουν οι ίδιες τον εαυτό τους. Θα γίνει ανάγκη, εάν γίνει, απρό σμενα και απρόοπτα/Ενας τρόπος να συμβεί είναι η εισβολή αυτού που εδώ ονομάζεται «ελληνικό φως».

Αλήθεια και ύβρις, ως δρόμοι πλέον της θεραπευτικής συνομι λίας, επιβάλλουν να εννοηθούν οι τρέχοντες όροι και οι βασικές έν νοιες της ψυχοθεραπείας και της ψυχανάλυσης σ' ένα άλλο, στο ελ-

στο ελληνικό φως. Οι ομιλίες που προηγήθηκαν15 επιχείρησαν μια τέτοια εννόηση.

4. Λόγος

4.1. Εισαγωγή

Στο μαντείο των Δελφών, στην είσοδο, υπήρχε η επιγραφή: « Γνώθι σαυτόν».

Οι αδαείς επισκέπτες έρχονταν και ρωτούσαν για τα μελλούμε να. Η αινιγματική απάντηση τους έλεγε άρρητα: «γνώρισε τον εαυ τό σου».

Το γνώθι σαυτόν, δίχως να λέγεται καθαυτό και δίχως να κρύβε ται, συνηχούσε στα λόγια του χρησμού. Διότι αυτά μιλούσαν ακρι βώς μια γλώσσα η οποία, κατά τον Ηράκλειτο, «ούτε λέγει ούτε κρύπτει αλλά σημαίνει», μιλούσαν μια γλώσσα σημάτων.

Τα σήματα ούτε λέγουν ούτε κρύβουν.

Δεν μας είναι τόσο ξένο όσο ενδεχομένως νομίζουμε. Σε γλώσσα σημάτων μιλούν τα όνειρα, τα μικρά παιδιά και οι ανοϊκοί γέροι, οι παράφρονες κι οι προφήτες. Τη μιλούν οι θρύλοι και τα παραμύθια, η ποίηση. Τη μιλά ο Γιώργος Βασιλάκος16 στο πρόσφατο βιβλίο του «Υπαίθριοι στοχασμοί και φαινόμενα». Είναι η λεγόμενη «γλώσσα του σώματος», είναι η ίδια η γλώσσα μας σε ώρες που μας δίνεται η χάρη και είμαστε αληθινοί.

Αν σε γλώσσα σημάτων πρόκειται, σύμφωνα με την επιγραφή του μαντείου, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας, τότε εμείς οι ίδιοι εί μαστε σήμα. Το λέει σε μια μακρινή συμφωνία με τον Ηράκλειτο ένας στίχος του Χαίλντερλιν: «Σήμα είμαστε [...]».

Τα σήματα - ούτε λέγουν ούτε κρύβουν. Εμείς πάλι μένουμε στο «λέγουν» και στο «κρύβουν», παραβλέπουμε το ένα, προ-σκολλόμαστε στο άλλο.

Στα όνειρα, για παράδειγμα, η ψυχαναλυτική ερμηνεία παρα βλέπει το «κρύβει». Ισχυρίζεται ότι στη μορφή του «λανθάνοντος ονείρου» το όνειρο λέγεται, αποκαλύπτεται. Η βιολογική εξήγηση των ονείρων παραβλέπει το «λέγει». Ισχυρίζεται ότι το όνειρο

οφείλεται σε αποδιοργάνωση των εγκεφαλικών λειτουργιών κι επομένως στερείται νοήματος.

Στο «λέγει» μένει προσκολλημένος αυτός που έχει την απάντη ση για τα πάντα - ή θεωρεί πως υπάρχει η απάντηση για τα πάντα. Η θεραπεία που ακολουθεί το «λέγει», έχει τη λύση στο πρόβλημα και τη δίνει στη μορφή της εξήγησης, της συμβουλής, της κατευθυ νόμενης συμπεριφοράς.

Στο «κρύβει» μένει προσκολλημένος αυτός για τον οποίο τα προβλήματα δεν έχουν νόημα. Η θεραπεία που ακολουθεί το «κρύ βει» θα προσανατολιστεί στο φάρμακο και στην παρηγορική αντι μετώπιση.

Η προσκόλληση στο «λέγει», η οποία φέρνει φράσεις όπως «Το όνειρο σου σημαίνει αυτό...», αποστομώνει. O άλλος δεν έχει να πει τίποτα/Εχει να το δεχτεί ή να το απορρίψει. Εδώ ο λόγος του ενός κλείνει το στόμα του άλλου. Αυτό δεν είναι συνομιλία. Για να το ξε καθαρίσουμε: Αποτέλεσμα μπορεί να έχει. Όμως δεν είναι συνομιλία.

Η προσκόλληση στο «κρύβει» φέρνει τη βουβαμάρα, το αδιά φορο σήκωμα των ώμων, την απλή διαχείριση της κατάστασης. Αποτέλεσμα μπορεί να έχει. Όμως δεν είναι συνομιλία.

Και αν έχει αποτέλεσμα; Αν, όπως λέμε, «βοηθάει», τι χρειάζε ται η συνομιλία; Δεν χρειάζεται. Και τούτο θα μας εφησυχάζει όσο υπνωτισμένοι μένουμε δέσμιοι εκείνης της ολέθριας ιδιοτέλειας που έχει εγκλωβίσει τον άνθρωπο στα συμφέροντα του και στις ανάγκες του και τον κατευθύνει στη διαφύλαξη και την ενίσχυση της ισορ ροπίας του.

Εάν η θεραπεία θεραπεύει, που στα ελληνικά θα πει: υπηρετεί το γνώθι σαυτόν, τότε οφείλει ν' ανταποκριθεί δίχως λοξοκοιτάγματα σ' αυτό το κάλεσμα. O Πίνδαρος το διατυπώνει ως εξής: «γένοι' οίος εσσί μαθών» (μάθε ποιος είσαι και γίνε).

Και τι είμαστε; Σήμα. Κι επειδή είμαστε σήμα, είμαστε και συ νομιλία. Θα το διευκρινίσω επιστρέφοντας στο αρχικό μου παρά δειγμα:

Μια γυναίκα βλέπει να της ανοίγεται για πρώτη φορά η δυνατό τητα να κάνει παιδιά. Το λέει και ντρέπεται. Η ομιλία της είναι

άτονη, δίνει απλώς αναφορά, το κέφι κι ο ενθουσιασμός που την διακατείχαν τις προηγούμενες ημέρες έχουν χαθεί. Της απαγορεύ εται, λέει, να μιλά έτσι.

Προσκολλημένος στο «λέγει» θα μπορούσα να της πω: «Θέλεις να κάνεις παιδιά μαζί μου». Προσκολλημένος στο «κρύβει» θα μπορούσα να διακρίνω κάποιο καταθλιπτικό σύνδρομο και να της δώσω φάρμακα.

Δεν αμφισβητώ πως αυτά μπορεί να συμβαίνουν. Όμως, για ν' απαντήσω με τον τρόπο των δύο παραπάνω θεραπευτών, πρέπει να έχω ακούσει τα λόγια της σαν πληροφορίες για την κατάσταση της, τις οποίες επεξεργάζομαι μέσα μου και κατόπιν αποφαίνομαι αντίστοιχα.

Η γλώσσα δεν είναι πρώτα πληροφορία, όπως εικάζει η αντί στοιχη θεωρία, ούτε υποκατάστατο της πραγματικότητας, όπως το θέλει η φροϋδική θεώρηση, ούτε σημαίνον ενός σημαινόμενου, όπως το παρουσιάζει η γλωσσολογία.

Η γλώσσα δεν αντικειμενοποιείται σε κάτι σαν «υλικό», «περιε χόμενο», «νόημα».

Η γλώσσα δεν «σημαίνει» τίποτα.

Ακούω τη γυναίκα δίχως ν' αναζητώ τίποτα πέρα από τα λόγια της, δίχως να σκέφτομαι, δίχως να συνδυάζω, δίχως να συσχετίζω. Απλώς ακούω. Ακούω τη φωνή της - την ντροπή, το άτονο και παλ λόμενο και συγκοπτόμενο του ήχου της.

Ούτε λέγει τίποτα ούτε κρύβει. Σημαίνει, όπως η καμπάνα, δη λαδή αναγγέλλει. Αναγγέλλει αυτήν την ίδια. Την εισάγει. Την εμ φανίζει.

Η γλώσσα, ως συγκεκριμένη συγκινημένη φωνή, είναι σήμα: ση μαίνει τη γυναίκα με τις δυνατότητες και τις λαχτάρες και την ντρο πή της, την απαγορευτική μητέρα, εμένα, άλλα που δεν λέχθηκαν και άλλα που δεν είναι λεκτά.

Σημαίνεται το πάν- σ' αυτήν την ορισμένη στιγμή, σ' αυτόν τον ορισμένο τόπο.

Το πάν, το οποίο σημαίνεται στη φωνή, στην ομιλούμενη γλώσ σα, βρίσκει στον Ηράκλειτο το όνομα του: «λόγος».

Συλλέγει, συλ-λέγει, έχει από πάντα συλλέξει τα πάντα σε μία «αφανήν αρμονίη» - σε μια συνάρμοση που δεν λέγεται και δεν κρύβεται.

«Εν πάντα» διαβάζουμε σ' ένα άλλο απόσπασμα.

Στο λόγο είναι τα πάντα περισυλλεγμένα στο εν, εκείνο της «μιας φοράς» που αγαπήθηκες και αρκεί.

Η φωνή της γυναίκας, εννοημένη ως σήμα, συλ-λέγει όσα ανα φέρθηκαν καθόσον ομολογεί, ομο-λογεί, δηλαδή μιλά καθ' ομοίωσιν του λόγου.

4.2. Η θεραπευτική συνομιλία ως κατοίκηση στη γλώσσα

Η φωνή είναι σήμα: σημαίνει, αναγγέλλει, εμφανίζει. Τα λεγό μενα τα βλέπω. Και όσο καθαρότερα λέγονται, τόσο πιο ζωντανά προβάλλουν εμπρός μου.

O Γιώργος Βασιλάκος το λέει στο πρόσφατο βιβλίο του με ζη λευτή απλότητα: «όταν ο άνθρωπος μπορέσει να δει τις φωνές». Αλλού μιλάει για «εκείνον που βλέπει τον ήχο της λέξης του άμα την πει».

Σας διαβάζω ένα ενδεικτικό απόσπασμα για τη «συγκομιδή των φυτών, ανάλογη και ταυτόσημη ζωγραφιά που συνθέτουν ήχοι ανα πνοής και κινήσεων, φορέματα που πάλλονται και κροταλίζουν στον άνεμο, κοτσάνια που σπάνε [...]». Ακούστε κι αυτό:

Ήτανε το κελάρυσμα του νερού που φαινόταν ν' απεικονίζεται· αντιπαραβολή των ήχων και της σιωπής, μια ζωγραφιά του θορύ βου στο φόντο και τον ορίζοντα της σιγής, νερομπογιά των ρημά των και φράσεων, βλέμμα πνιγμένο στους ήχους. Όραση βυθισμένη στην ακρόαση του αντίλαλου, στη θαυμάσια όψη της ροής των ομι λούμενων συλλαβών, πρωτοφανής μεταμόρφωση της φωνής του νερού σε εικόνα. Δεν άκουγε τον κυματισμό του, την ταπεινή μου σική και της ελάχιστης δίνης του, το ηχηρό οδοιπορικό των φύλλων που παρασύρονται, έβλεπε μόνο τη μορφοποίηση του λόγου και του νοήματος, τη νεράιδα.

Να βλέπεις τις φωνές, τον ήχο της λέξης... Είναι η πραγμάτωση

του νόμου που έχει ορίσει το «φωνή» και το «φαίνομαι», καθότι ανήκουν στην ίδια ρίζα, να είναι «ανάλογα και ταυτόσημα».

Ομολογώ πως είμαι πολύ φτωχός απέναντι στον πλούτο με τον οποίο εκφράζεται στον Βασιλάκο η ταυτοσημία που συλλέγει φωνή και εικόνα, δηλαδή το εν πάντα τού λόγου, δηλαδή το αυτό του νοείν και του είναι. Όμως το λέω τιμή μου να βλέπω πως βρίσκομαι στο πρώτο σκαλοπάτι μιας σκάλας που μου την έδειξε ένας άλλος γιατί την ανέβηκε έως επάνω.

Άκου να δεις... Υπάρχει ένα απόσπασμα του Ηράκλειτου που λέει: «'Όσων όψις ακοή μάθησις, ταύτα εγώ προτιμέω».

Ενδεχομένως ο Ηράκλειτος δεν προτιμά αυτά που δίνονται με τις αισθήσεις της όρασης και της ακοής σε σύγκριση με δεδομένα άλλων αισθήσεων, αλλά εκείνα των οποίων όφις ακοή μάθησις: εκείνα που μαθαίνονται όταν όψις ακοή είναι ένα. Όταν ακούοντας βλέπει.

Τότε κανείς ακούει όχι με τα αυτιά του αλλά ολόκληρος. Τότε κανείς βλέπει όχι με τα μάτια του αλλά ολόκληρος. Ένα απόσπα σμα του Ξενοφάνη λέει: «ούλος οράι, ούλος δε νοεί, ούλος δε τ' ακούει» (όλος βλέπει κι όλος εννοεί κι όλος ακούει).

Αυτό συμβαίνει όταν τα ειδώματα και τα νοήματα και τα ακού σματα μας χτυπούν.

Μια γυναίκα μου είπε:

- Να σε χτυπήσει το νόημα μιας λέξης είναι κάτι άλλο...

Η λέξη, όταν σε χτυπάει το νόημα της, δεν είναι πια «γλώσσα». Είναι όφις ακοή, είναι το ίδιο το πράγμα στην πραγματικότητα του. Μόνο όταν βλέπουμε αυτά που λέμε κι ακούμε είμαστε στα πράγ ματα* η συνάντηση μας είναι συνομιλία* η συνομιλία μας είναι κοι νή κατοίκηση.

Τότε η πραγματικότητα γίνεται τόπος διαμονής. Τότε το «είμα στε συνομιλία» θα πει «είμαστε κατοίκηση». Τότε η ζωή είναι (Χαίλντερλιν) «κατοικούσα ζωή».

Η θεραπευτική συνομιλία είναι δρόμος προς αυτήν την κατοίκηση.

Γι' αυτό ως θεραπευτής προσέχω ό,τι ακούω να το βλέπω, και στα λόγια μου εκείνο που λέω να το έχω δει.

Αυτό χάνεται όταν ο συνομιλητής μου δεν περιγράφει αλλά σκέφτεται και όταν εγώ δεν βλέπω αλλά προσπαθώ να τον καταλάβω. Τότε ο καθένας μας μένει κλεισμένος στο άτομο του, σ' αυτό που ο Ηράκλειτος ονομάζει «ιδία φρόνησις».

4.3. Παράταξις

Επειδή, στα όρια οπωσδήποτε που μου δόθηκαν, ως θεραπευτής έχω στραμμένη την ακοή και το βλέμμα μου στο λόγο, στο μεταξύ της εκάστοτε συνάντησης, δεν είμαι ποτέ κλεισμένος στον εαυτό μου: δεν σκέφτομαι και δεν αισθάνομαι. Κατανόηση, ενσυναίσθηση και τα συναφή έχουν φύγει.

Ο συνομιλητής μου δεν υπάρχει σε τρίτο πρόσωπο, ως «αυτός / αυτή». Εξαρχής και μέχρι τέλους είναι για μένα ένα επερωτήσιμο, όπως εγώ είμαι γι' αυτόν ένα μιλητό «εσύ» - είτε μιλάμε είτε σω παίνουμε. Εκεί τον περιμένω, στον τόπο των δεύτερων προσώπων των στραμμένων το ένα προς το άλλο. Κατά κει τον καθοδηγώ με την τέχνη μου.

Τον προσκαλώ να μάθει τρόπον τινά μια ξένη γλώσσα. Αυτή η γλώσσα είναι δομημένη κατά το λόγο:

Η αρμονία (συνάρμοση) της είναι αφανής: Δεν συνδέει και δεν συσχετίζει. Δεν νοιάζεται για το «γιατί» και το «πώς». Αφήνει τα πράγματα τα δεδομένα σ' έναν τόπο και χρόνο, «ενόσο στέκουν» (Χαίλντερλιν), να εμφανίζονται όπως είναι: «γειτονικά / και συνά μα / μεταξύ τους άγνωρα».

Αυτήν την καθαρή γειτνίαση, θα μπορούσαμε να την αποκαλέ σουμε, αν δεν ακούσουμε τη λέξη μόνο με τη στενή γραμματική έννοια, « παράταξη ».

Γνωρίζω τέσσερις τρόπους παράταξης: Περιγραφή, ταυτολογία, επανάληψη, ονομασία. Θα τους συζητήσω εν συντομία.

4.3.1 Η περιγραφή, στην αυστηρή της μορφή, δεν απαντάται κάπου σε μια αναφορά όπου κανείς μεταδίδει αυτό που είδαν τα μάτια του και άκουσαν τ' αυτιά του. Όσο πιστότερος είναι ο περι γραφικός λόγος τόσο γίνεται και ποιητικότερος - εφόσον το ποιη τικό δεν προσβλέπει στο ωραίο και στο συναισθηματικό. Ένα πα ράδειγμα:

Πάντα μνημόνευες τον Όμηρο και τη γενιά του.

Σ' ένα τεράστιο δέντρο ο σκίουρος,

σπασμωδική περισπωμένη, σκαρφάλωνε

ολοένα πιο ψηλά και τον εκοίταζες

γελώντας.

Ζωή μας είναι πάντα ο αποχωρισμός

κι η πιο δύσκολη παρουσία.

(Σεφέρης, «Γράμμα στον Ρεξ Γουόρνερ»)

Όμως σαν παράδειγμα παρατακτικής περιγραφής, τουλάχιστον ως προς την πρόθεση, μπορούμε να φέρουμε στο νου μας οποιαν δήποτε ομιλία από μια θεραπευτική ώρα την οποία η ψυχολογία έχοντας παντελή άγνοια της αφανούς αρμονίας αποκαλεί «ελεύθε ρο συνειρμό». Το «ελεύθερο» βρίσκεται ακριβώς στο ότι κανείς λέ ει αυτό που έρχεται στο νου του δίχως να σκέφτεται, δηλαδή δίχως να το καθιστά αντικείμενο κριτικής μιας «λογοκρισίας».

4.3.2 Σαν παράδειγμα για την ταυτολογία αναφέρω τη φράση: Η αγάπη είναι αγάπη.

Την ανέφερα σε μια ομιλία πριν από τέσσερα χρόνια. Τον τόπο της τον έχει εκεί όπου η αγάπη είναι επί το έργον, δηλαδή εκεί που δηλώνεται, δηλαδή στο «σ' αγαπώ» - όταν λέγεται και εννοείται.

Το <<σ' αγαπώ» δεν μιλά για την «έννοια» της αγάπης· δεν μιλά για «συναισθήματα αγάπης»· δεν αντικαθίσταται από άλλες λέξεις όπως τρυφερότητα, φροντίδα, κατανόηση, ερωτισμός κτλ. · δεν πα-ρασταίνεται ως «σχέση»· δεν κατευθύνεται από «μηχανισμούς»· δεν ανάγεται σε νευροχημικές διεργασίες. Η αγάπη είναι αγάπη. Δεν «Σ' αγαπώ γιατί 'σαι ωραία» αλλά «γιατί σ' αγαπώ».

4.3.3 Η επανάληψη.

Θα τη δούμε στον Βιντζέντζο Κορνάρο, στην αρχή του «Ερωτόκριτου»:

Του κύκλου τα γυρίσματα π' ανεβοκατεβαίνου, και του τροχού π'

ώρες ψηλά κι ώρες στα βάθη πηαίνου,

και του καιρού τ' αλλάηματα π' αναπαημό δεν έχου, μα στο καλό

κι εις κακό περίπατου και τρέχου,

και των αρμάτω οι ταραχές, όχτριτες και τα βάρη, του έρωτα οι

μπορεσιές και τση φιλιάς η χάρη [...].

Εδώ η επανάληψη έχει το χαρακτήρα νόμου της φύσης. Σ' αυτά τα «γυρίσματα» οι άνθρωποι συνήθως αντιστέκονται, είτε κυνηγώ ντας το καινούριο είτε πλήττοντας στη μονοτονία του ίδιου. Η επα νάληψη δεν λογαριάζει τον άνθρωπο και τις προτιμήσεις του. Είναι απ-άνθρωπη.

Όμως ένας άνθρωπος μπορεί κάποιες φορές να ελευθερωθεί από τα δεσμά της ιδιοτέλειας και ν' αρμοστεί στον κύκλο ολότελα, να γίνει ένα με το φως της μέρας κι ένα με το σκοτάδι της νύχτας, να γίνει όλος «ταραχή» κι όλος «έρωτας» κι όλος «φιλία». Τότε, μέσα από αυτό το ένα και μέσα απ' αυτήν την ολότητα θα πει, με τον Διονύσιο Σολωμό: «Τα σπλάχνα μου κι η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν».

Και θα πει, με τον Γιώργο Σεφέρη: «Είτε βραδιάζει / είτε φέγγει / μένει λευκό /το γιασεμί». Θα πει, με τη γυναίκα των θερινών δια κοπών:

- Φέτος τίποτα δεν τέλειωσε, η δουλειά δεν σταματά, εσείς δεν χάνεστε...

Η επανάληψη επ-ανα-λαμβάνει τον εαυτό της αληθινά καθόσον παραμένει στο αυτό.

4.3.4 Η ονομασία

Η κοινή μας κατοίκηση ευτυχεί όταν ο λόγος μας ομο-λογεί το λόγο, δηλαδή σύμφωνα με τα προηγούμενα όταν ακούμε και βλέ πουμε σε ένα χρόνο* όταν παραιτούμαστε από την ιδίαν φρόνησιν, από το κράτημα στον εαυτό μας.

Πραγματώνεται όταν έρχονται τα ονόματα. Όμως τι είναι ένα όνομα, εάν αυτό πρώτα προσφέρει μια τέτοια κατοίκηση;

Ας ξεκινήσουμε με τη λεγόμενη «μεταβίβαση». Η «μεταβί βαση» δεν ονομάζει τίποτα. Είναι τίτλος μιας εξήγησης που κάνει λόγο για μεταβίβαση συναισθημάτων κτλ. από τους γονείς στον θε ραπευτή. Δεν είναι όνομα διότι δεν ονομάζει ένα πράγμα. Το πράγ μα είναι ανύπαρκτο. Έχει εξαρχής υπεισέλθει στην εξήγηση του. Είναι μια σκιά που υφίσταται μέσα από την εξήγηση και χάριν της εξήγησης. Όμως το ξεχνάμε. Μιλάμε για τη «μεταβίβαση» όπως μιλάμε για το ποτήρι που έχω μπροστά μου ή για την αγάπη που

έχω για τη γυναίκα μου ή για την ενόχληση που μου προξενεί ο γείτονας.

Δεν είναι το ίδιο. Η «μεταβίβαση» δεν είναι πράγμα. Είναι λέξη, όμως όχι όνομα. Καθότι συσχέτιση και εξήγηση, είναι ιδία φρόνησις.

Ο όρος «αντίσταση» πάλι αποκαλεί κάτι που ο θεραπευτής αντιλαμβάνεται ως μη συμμορφούμενο με την άποψη του για την θεραπεία και το πώς πρέπει να προοδεύει. Δεν είναι όνομα διότι δεν ονομάζει ένα πράγμα. Το πράγμα είναι ανύπαρκτο, σκιώδες. Το κατασκευάζει η πρόσκρουση επάνω στην πραγματικότητα μιας στάσης που δεν δέχεται πως τα πράγματα μπορεί και να μην πη γαίνουν όπως το φαντάζεται. Η αντίσταση, καθότι οριζόμενη αυτι στικά, είναι ιδία φρόνησις.

Εάν το δούμε πως οι λέξεις που αναφέρθηκαν, «μεταβίβαση», «αντίσταση», εάν το δούμε πως αυτές οι λέξεις και τόσες πάμπολ λες άλλες κανένα πράγμα δεν ονομάζουν «ανώνυμον» και μαζί κανένα πράγμα δεν εννοούν «ανόητον», εάν το δούμε πως ως δήθεν ονόματα μας υπόσχονται κάτι που κατευθείαν χάνεται απ' το βλέμ μα μας, δεν μας πιάνει ένας ίλιγγος; Μια ναυτία; Όπου, καθώς χάνεται το πράγμα, χανόμαστε κι εμείς οι ίδιοι;

Ανόητον ανώνυμον: το αυτό!

Και από εδώ δεν αναλάμπει το όνομα ως αυτό που χαρίζει στα πράγματα την πραγματικότητα τους και σ' εμάς την κατοίκηση μας (Χάιντεγκερ) στη «γειτονία των πραγμάτων»;

Ένα ποίημα του Στέφαν Γκεόργκε κλείνει διατυπώνοντας το νό μο: «Πράγμα κανένα να μην είναι όπου λείπει η λέξη».

Συνομιλώντας μ' αυτόν το στίχο έγραψε ο Πάουλ Τσελάν τους εξής: «Κανένα πράγμα, καμιά λέξη / και των δυο τους το μοναδικό όνομα».

Εδώ το «μοναδικό» όνομα αποκαλύπτεται ως το αυτό λέξης και πράγματος, ως το εν πάντα του λόγου που τα συλ-λέγει, ως το πε-φατισμένον του νοείν στο είναι.

Όμως το όνομα δεν υπάρχει αφ' εαυτού. Είναι πράξη, η πράξη της ονομασίας, η οποία δεν μας έχει δοθεί ως κεκτημένο αλλά ως αποστολή και χρέος. Γράφει γι' αυτήν ο ιστορικός της μουσικής Θρασύβουλος Γεωργιάδης:

Στην πράξη της ονομασίας το παν περισυλλέγεται ως το τώρα. Η πράξη της ονομασίας [...] είναι η αντίληψη του Παντός ως δίπολου {νοείν-είναι) [...], η αιφνίδια, γεμάτη θαυμασμό αφύπνιση του αν θρώπου [...]. Εμφάνιση του ανθρώπου και εμφάνιση της πράξης ονομασίας είναι ένα και το αυτό. Η πράξη ονομασίας [...] είναι η πηγαία αναφορά* όμως όχι στα «πράγματα», στο φυσικό, αυτό που κανείς επεθύμησε, αισθάνθηκε, έπραξε, έπαθε, αντιλήφθηκε αλλά στο δεδομένο τους, πως αυτά είναι εδώ, στο συγκεκριμένο είναι.

Κατοικούμε πάνω στη γη. Η κατοίκηση μας έχει χαρακτήρα συ νάντησης. Μια συνάντηση είναι αληθινή εκείνες τις ώρες που τα λό για και τα έργα, όπως λέμε, «γράφουν», δηλαδή ονομάζουν. Και το «γράφουν» είναι η πράξη της ονομασίας.

Η ονομασία πραγματώνεται στη μορφή του έργου της μεγάλης τέχνης αλλά και όλων εκείνων των άσημων περιστατικών από την (Καβάφης) «πρώτη ποίησι της ζωής μας [...]» που κανείς ποτέ δεν «εκόμισεν εις την Τέχνην».

Από το ζητούμενο όνομα τρέφεται και προς αυτό τείνει η κάθε συνομιλία* και η θεραπευτική, προπάντων αυτή, είτε το ξέρει είτε όχι:

- Να μπορώ την πόρτα εκεί να τη λέω πόρτα! μου είπε ένας.

Η θεραπευτική συνομιλία γίνεται αληθινή κάθε φορά που απο λήγει σε μια πράξη ονομασίας και τα λόγια «γράφουν». Προς αυ τήν την απόληξη ζήτησε να κατευθυνθεί, π.χ., μια συνομιλία όταν κάποιος μου είπε πως κουράστηκε να γυρνάει γύρω από το ίδιο κι εγώ απάντησα:

- Ίσως δεν έχετε ακόμα τη σωστή λέξη γι' αυτό που σας αφορά.

Ένα ακόμη παράδειγμα για την εισαγωγή στο δρόμο της πράξης ονομασίας. Ρωτώ κάποιον:

  • Κάνει καμιά διαφορά το ότι έρχεστε; Αλλάζει κάτι; Αυτός:

  • Το ψέμα δεν είναι εύκολο - το λάθος είναι περισσότερο λάθος.

Θυμήθηκα ένα στίχο του όψιμου Χαίλντερλιν που μου είναι ιδιαίτερα αγαπητός: «Και υψηλότερες δείχνονται οι διαφορές».

Θα παρατηρήσατε ότι δεν έμεινα στο χώρο του «θεραπευτι κού». Ο θεραπευτής, παρά την τεχνική του, δεν θα μπορέσει ποτέ να βγει απ' τον ίσκιο του. Κι ο ίσκιος του συγκροτείται από τα σή ματα του βίου και της πολιτείας του. Στο βαθμό που εκπροσωπεί τον ίσκιο του, θα είναι και τα λόγια κι οι σιωπές του θεραπευτικά δραστικά.

Ό,τι ειπώθηκε σε αδρές γραμμές για το παρατακτικό, έχει νόη μα και επιρροή μόνο όταν ασκηθεί και με το χρόνο αφομοιωθεί, ώστε ο θεραπευτής, στη δουλειά και στη σχόλη, στον ξύπνο και στον ύπνο του μένει πλέον σημαδεμένος απ' αυτό.

4.4 Η ερμηνεία ως άκουσμα και ομο-λογία του λόγου

Η θεραπευτική συνομιλία είναι μια περιπετειώδης πορεία. Θα την αναζητήσει και θα την ακολουθήσει όχι αυτός που πιέζεται από τα προβλήματα, όχι αυτός που εκπληρώνει τις προϋποθέσεις που θέτει η σχετική βιβλιογραφία, αλλά, για να το πω απλά, αυτός που το λέει η καρδιά του.

Όμως, για να ξεκινήσει καν την πορεία του, χρειάζεται έναν συ νοδοιπόρο, με μια λέξη του Παρμενίδη, έναν «πρόφρονα». Η λέξη μεταφράζεται συνήθως ως «πρόθυμος» και θα μπορούσαμε να τη δεχτούμε εάν την ακούγαμε όχι σαν το όνομα μιας συναισθηματικής κατάστασης αλλά σαν το όνομα εκείνου που μπορεί να είναι «πρό θυμος», με την τρέχουσα έννοια, μόνο και μόνο επειδή οι φρένες και το θυμικό του βρίσκονται προ-, έχουν προπορευτεί και είναι σε θέ ση ν' αναγνωρίζουν τα σήματα και να κατευθύνουν. Κατά πού;

4.4.1 Τραγωδία

Στο κάθε πρόσωπο είναι γραμμένη η τραγωδία του. Όταν μιλώ για «τραγωδία» δεν εννοώ διόλου τις συμφορές που μπορεί να μας βρίσκουν. Απ' αυτές κρατάμε μιαν απόσταση που μας επιτρέπει να αγανακτούμε και να λυπόμαστε, να πολεμάμε και να εγκαταλεί πουμε. Δεν είμαστε οι συμφορές μας.

Στο όνομα της τραγωδίας ακούω τον απόηχο του αρχαίου δράματος. Εννοώ την ύβριν που έχει γιγαντωθεί, που στη δίνη της έχουν χαθεί τα πάντα, που κι ο ίδιος ο άνθρωπος που τον αφορά έχει χαθεί σ' αυτόν το χαμό. Εννοώ την άλλη όψη της γιορτής, το μαύρο φως της ανάδυσης του το αυτό.

Στο κάθε πρόσωπο είναι γραμμένη η τραγωδία του. Είναι η ίδια η τραγωδία που καιροφυλακτεί στις γραμμές του προσώπου, - θυ μηθείτε το «δια παντός πάντα περώντα». Καιροφυλακτεί τη στιγ μή να ξεσπάσει δίχως φραγμούς. Οι «αμυντικοί μηχανισμοί» δεν εί ναι παρά αναχώματα στην απειλή της επέλασης του προπεμπόμενου ίσκιου της. Βέβαια κάπως, κάποτε (Καβάφης) «[...] ο Εφιάλτης θα διαβεί στο τέλος, / κ' οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε».

Το «προβλέπουν» εκείνοι που «[...] στη ζωή των / ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες».

Θερμοπύλες: τα πρώτα στενά. Οι δικές μας, οι σχεδόν πάντα (Καβάφης και πάλι) «[...] σαστισμένες κι αντιφατικές / ψυχές [...]» δεν το γνωρίζουν και δεν θέλουν να το γνωρίζουν.

Η θεραπευτική συνομιλία σπάνια θα φτάσει μέχρις εκεί. Οι δρό μοι μας, τόσο των θεραπευτών όσο και των συνομιλητών μας, είναι περιορισμένοι και μένουνε στα μισά. Και όσο πιο πίσω μένουν απ' τα στενά, τόσο πιο ξεψυχισμένο είναι και το άνοιγμα. Όμως η ανά λυση προς τα εκεί τείνει, αυτό είναι στο ελληνικό φως το αποφασι στικό της σημείο και το απόλυτο όριο.

Στο κάθε πρόσωπο είναι γραμμένη η τραγωδία του. O θεραπευ τής χρειάζεται να διακρίνει αυτά τα σημάδια που σημαίνουν το δρόμο του συνομιλητή του προς τα «ολόδικά του στενά». Και να στραφεί κατά κει απαρέγκλιτα. Απαρέγκλιτα και τυφλά. Το βλέμ μα του θεραπευτή δεν φτάνει μακρύτερα απ' αυτό που υπάρχει στον αέρα και που ζητάει να έρθει σε γλώσσα, να ησυχάσει στο όνο μα του. Συνάμα (Χαίλντερλιν) «μ' ένα μάτι περίσσιο» βρίσκεται εκεί, στα στενά.

O θεραπευτής χρειάζεται μόνο να διακρίνει το δρόμο και να κρατά την πορεία. Τούτο συμβαίνει όταν ακούει το λόγο: Όταν ακούει τα λεγόμενα του συνομιλητή του ευκρινέστερα απ' όσο τα ακούει ο ίδιος και τον ενθαρρύνει να υπεισέλθει σ' αυτά περισσότερο. Να τα αναλάβει. Να τα εκπροσωπήσει. Να τα ονομάσει. Να γίνει τα λεγόμενα του ο ίδιος. Το απλό καθημερινό παράδειγμα της ντροπαλής κι άτονης φωνής που κρύβει και φανερώνει τις μορφές του μικρού κοριτσιού, της απαγορευτικής μητέρας, της δικής μου το δείχνει νομίζω καθαρά.

Να γίνει τα λεγόμενα του ο ίδιος θα πει: να κατοικήσει το εν του λόγου, το αυτό της αληθείας. Προς τούτο ο θεραπευτής οφείλει να μιλά όπως γράφει ο Ηράκλειτος για το μίλημα της Σίβυλλας: «αγέ λαστα και ακαλλώπιστα και αμύριστα», δίχως ψεύτικα χαμόγελα, δίχως καλλωπισμούς, χωρίς πασαλείμματα.

Ο θεραπευτής ακούει και φέρνει σε λόγο τα λεγόμενα του συνο μιλητή του, του επιστρέφει τρόπον τινά τα λόγια του, αυτήν τη φο ρά γραμμένα με καθαρά έντονα γράμματα: του φέρνει τα λόγια του ως εικόνες εμπρός στα μάτια του, και τα βλέπει. Αυτό το μπορεί διότι τα ακούει, τα λόγια που θα μπορούσαν να ακουστούν και τε λείως κοινότυπα ως ομολογία του λόγου.

Γράφει κάπου ο Χάιντεγκερ πως η καθημερινή μας γλώσσα εί ναι ένα «φθαρμένο ποίημα». O θεραπευτής, και στην πιο επιπό λαιη κουβέντα, αφουγκράζεται το εν πάντα, το αυτό της αληθείας. Στα αθώα ίχνη διακρίνει την επερχόμενη τραγωδία.

O Σολωμός περιγράφει την πορεία με δυο κουβέντες: «Σε βυθό πέφτει από βυθό ως που δεν ήταν άλλος».

Όμως η πτώση δεν είναι τρομακτική διότι μαζί μεταβάλλεται κι αυτός που πέφτει, καθότι αρμοσμένος στο αυτό. Γι' αυτό και ο επόμενος στίχος λέει: «Εκείθ' εβγήκε ανίκητος».

4.4.2 Νόμος

Και είναι πλέον καιρός να υπεισέλθουμε περισσότερο στην εδώ εννοούμενη ερμηνεία.

Η γυναίκα μιλά για τη δυνατότητα της να κάνει παιδιά, μιλά συ νεσταλμένα και αμέτοχα και άτονα. Γιατί; Διότι, αυτή θα ήταν μια πιθανή απάντηση, θέλει να κάνει παιδιά μ' εμένα, η «λογοκρισία» της δεν της επιτρέπει μια τέτοια επιθυμία κτλ. Μπορεί όντως να εί ναι έτσι. Μπορεί.

Το θέμα, πάντα στο ελληνικό φως, δεν είναι αυτό τελικά. Η παραπάνω ερμηνεία αποκαλύπτει ενδεχομένως μια προσυνειδητή ή ασυνείδητη επιθυμία της και ικανοποιεί το «γιατί;». Όμως καμιά στιγμή δεν στέκεται ν' αναρωτηθεί για εκείνο το «γιατί;» από το οποίο αυτονόητα αφορμήθηκε.

Με την απαραίτητη συντομία ας σημειωθεί ότι το «γιατί;» θέ λει μια απάντηση που εντάσσει το επερωτούμενο στους νόμους της επιστήμης του. Ένας τέτοιος νόμος είναι και η πρόταση, τη διατυπώνω σχηματικά, «Τα πάντα προέρχονται από...και ανάγο νται σε ασυνείδητες επιθυμίες». Τότε στην περίπτωση που συζη τούμε εδώ το «γιατί;» θα μπορούσε να παραφραστεί ως εξής: «Ποια ασυνείδητη επιθυμία εγείρεται και από ποιους μηχανισμούς λογοκρισίας περνάει για να πάρει τη μορφή των λόγων της που ειπώθηκαν;».

O νόμος της ασυνείδητης επιθυμίας, αξιώνοντας να ισχύει κα θολικά, πρέπει να παρασταίνει τα πάντα ως υποκείμενα στην αξίωση του. Τέτοιοι νόμοι επιβάλλονται καθόσον καθηλώνουν τα πράγματα στην προκρούστεια κλίνη του γλωσσοπαίγνιού τους. Στο παράδειγμα μας τα λόγια της γυναίκας ακούγονται κι ερμη νεύονται στην οπτική ασυνειδήτων επιθυμιών και μηχανισμών λο γοκρισίας.

Το τονίζω διότι η φράση του Παρμενίδη «Το γαρ αυτό νοείν έστιν τε και είναι» έχει τον χαρακτήρα εκείνου το οποίο και οι αρ χαίοι αποκαλούσαν «νόμος». Μόνο που τώρα πρόκειται για κάτι ολότελα διαφορετικό.

O νόμος των αρχαίων σε έναν μακρινό παραλληλισμό είναι σαν μια παρτιτούρα: Αποζητά την πράξη της εκτέλεσης, καθώς τότε μόνο γίνεται υπαρκτός, δίχως ποτέ και να εξαντλείται σε μία εκτέ λεση. Όμως σε αντίθεση με την παρτιτούρα, για τους νόμους λέει η Αντιγόνη: «ουδείς οιδεν έξ ότου 'φάνη» (κανείς δεν γνωρίζει από πού εμφανίστηκαν).

Τους υπαγορεύει ένα απρόσωπο «χρή», ένα χρέος που μας έχει ορίσει ως τους χρεωμένους την εκτέλεση τους.

Το αυτό είναι χρέος το οποίο δεν έχουμε, αλλά το οποίο είμα στε. Κι επειδή το χρέος που είμαστε μπορούμε να το ικανοποιούμε

ή να το αμελούμε, γι' αυτό, στο ελληνικό φως, ο νόμος μας έχει θέ σει υπό κρίσιν, κατά πόσον τον αναγνωρίζουμε και κατά πόσον τον αγνοούμε στις πορείες μας στο σταυροδρόμι αληθείας και ύβρεος.

«Κρίναι» λέει στον Παρμενίδη η θεά σ' ένα αποφασιστικό ση μείο του λόγου της.

Το «γιατί;» ενδιαφέρεται μόνο να επιβεβαιώνει πάλι και πάλι την ισχύ του νόμου που υπηρετεί, προσαρμόζοντας το κάθε τι στα μέτρα του.

Στο ελληνικό φως οι νόμοι δεν νοιάζονται να προσαρμόζουν στα μέτρα τους αλλά «αγέλαστα και ακαλλώπιστα και αμύριστα» αντι τείνουν τα άλλα μέτρα, τα οποία υπερβαίνει η ύβρις, στα οποία νω ρίτερα ή αργότερα ο πλανημένος νους θα προσκρούσει.

Η ψυχανάλυση και η ψυχοθεραπεία στο ελληνικό φως αυτά τα μέτρα προσέχει. Προσέχει τη δίκην που επαγρυπνεί, τις ερινύες επάνω που φέρνουν κύκλους. Προσέχει την προπεμπόμενη σκιά της τραγωδίας που έρχεται. Προσέχει και ονομάζει.

Εδώ ο θεραπευτής δεν είναι ούτε δικαστής ούτε δάσκαλος ούτε σύμβουλος. Δεν είναι καν θεραπευτής αλλά ως προς την κατεύθυν ση, κι εδώ επιτρέψτε μου μια σχεδόν υβριστική σύγκριση, μάντης: Προ-βλέπει προσέχοντας και ονομάζοντας τους νόμους και τις υπερβάσεις τους.

Στο όνομα τους γίνονται οι σκληρές και φίλιες συγκρούσεις μ' αυτούς που δεν θέλουν ν' ακούσουν, έως ότου καταρρεύσουν από την ιδίαν τους φρόνησιν.

Στην «Πόλι» του Καβάφη ένας άντρας για τον οποίο η πόλη του είναι κάτι σαν τάφος λέει:

«θα πάγω σ' άλλη γη, θα πάγω σ' άλλη θάλασσα». O ποιητής του απαντά: «Η πόλις θα σε ακολουθεί».

O ποιητής δεν κάνει κάποια υπόδειξη. Απλά προβλέπει. O άντρας θα δοκιμάσει όντως να δραπετεύσει από την πόλη του κι από τη μίζερη ζωή του. Κάπως κάποτε θ' ανακαλύψει ότι η πόλη τον ακολούθησε.

Και από μια θεραπευτική ώρα. Εγώ:

- Θέλετε να τον κρατήσετε [τον γιο σας] μέσα στο κουκούλι.

Αυτή:

  • Ναι! Κακό είναι; Εγώ:

  • Δεν είναι κακό. Είναι αδύνατο.

Η γυναίκα θα προσπαθήσει μ' όλη της τη δύναμη να κρατήσει τον γιο της στο κουκούλι. O θεραπευτής πρέπει να την αφήσει απρόσκοπτα να το προσπαθήσει - θα το κάνει ούτως ή άλλως. Όμως την ώρα της κατάρρευσης, ακριβώς στον τόπο με τα συντρίμμια, θα είναι εκεί, θα είναι, όπως σ' ένα παραμύθι των Γκριμ είπε ο σκαντζόχοιρος στον λαγό, «ήδη εκεί», σ' εκείνον τον καθαρτήριο τόπο στον οποίο μπορεί να συμβεί μια τροπή.

Έτσι ο θεραπευτής με την τέχνη του το πάει στα άκρα, στο ελ ληνικό φως, εκεί που η ύβρις συναντά το αδελφό της νόημα, την αληθείη, εκεί που οι άνθρωποι (Σολωμός) «αναγκάζονται να ξε σκεπάσουν εις τα βάθη της την αγιοσύνη της ψυχής τους».


"Για τελευταια φορα ψυχολογια."

(Paul Celan: "Φρανκφουρτη, Σεπτεμβριος")

[Ομιλια στην Στρογγυλη Τραπεζα "Η ψυχολογικη διασταση του ποιητικου λογου" στο αμφιθεατρο Δρακοπουλου, Αθηνα, Μαϊος 2012. Δημοσιευτηκε στο Ποίηση – Φιλοσοφία – Ψυχιατρική. Αφιερωματικός Τόμος στον Καθηγητή Μάριο Μαρκίδη (1940 - 2003), εκδοσεις Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών]

Το βιντεο [Η ομιλια μου στο διαστημα 20.10-37.50. Καλη ακουστικη μετα  το 20.44]


Σκεφτομαι το θεμα της σημερινης μας εκδηλωσης: "Η ψυχολογικη διασταση του ποιητικου λογου". Η διατυπωση μου γεννα ερωτηματα. Εχει ο ποιητικος λογος διαστασεις; Οπου μια απο αυτες θα ηταν η ψυχολογια; Τοτε η ψυχολογια θα ηταν διασταση του, οπως π.χ. το υψος ειναι διασταση του χωρου. Και πως το διανοουμαστε καν να μιλουμε για ψυχολογικη διασταση; Δεν θα διανοουμασταν να πουμε π.χ. "η φυσικοχημικη διασταση του ποιητικου λογου", καθως ενας τετοιος τιτλος δεν θα ειχε νοημα, τουλαχιστον οχι περισσοτερο απο οτι εχει η συσχετιση μιας πεταλουδας που πεταριζει στο Λονδινο με εναν τυφωνα που ξεσπαει στην Κινα. Το "Η ψυχολογικη διασταση του ποιητικου λογου" δεν μας προκαλει την ιδια εντυπωση. Εχει νοημα. Σε τι διαφερει η ψυχολογια απο τη φυσικοχημεια; Γιατι η ψυχολογια μπορει να ειναι διασταση του ποιητικου λογου;

Η απαντηση θα μπορουσε να ειναι: Ο ανθρωπος ειναι ενα ον με "ψυχη", δηλαδη με εναν εσωτερικο, ψυχικο κοσμο, και η οποια συμπεριφορα του συνιστα εκφραση, εξωτερικευση του ψυχισμου του. Η ψυχολογια λοιπον δεν ειναι μια επιστημη μεταξυ αλλων, αλλα η θεμελιακη επιστημη για την ερευνα, την ερμηνεια και, οπου χρειαζεται, τη θεραπευτικη αγωγη της ανθρωπινης συμπεριφορας - και ως ανθρωπινη συμπεριφορα νοειται βεβαια και η ποιητικη συγγραφη. Ο καμβας, επανω στον οποιο συντιθεται ενα ποιημα, ειναι φτιαγμενος, μεταξυ αλλων, απο ψυχολογια. Απο την ψυχολογια του ποιητη.

Μια τετοια, η περιπου τετοια θεωρηση για την απανταχου παρουσια της ψυχολογιας ξεκινα απο αντιληψεις που κυριαρχησαν σε μεγαλο βαθμο απο τον 18ο μεχρι το πρωτο μισο του 20ου αιωνα. Στη φιλοσοφια καταχωρηθηκαν με τον ορο "ψυχολογισμος". Η σχετικη συζητηση ατονησε με την εμφανιση ενος ριζικα αλλιως δομημενου κοσμου και ενος αλλου τυπου ανθρωπου. Στη συγχρονη εποχη η αξιωση της ψυχολογιας για εκεινη την καθολικοτητα εχει σιγασει.

Σημερα θα μιλησω για ενα ποιημα του Paul Celan, γερμανοεβραιου ποιητη ρουμανικης καταγωγης, που εζησε 1920 με 1970. Γραφηκε τον Σεπτεμβριο του 1965 και εχει τον τιτλο "Φρανκφουρτη, Σεπτεμβριος". Ειναι το δευτερο απο τη συλλογη "Fadensonnen" ["Νηματινοι ηλιοι"]. Στο ποιημα υπαρχει η φραση "Για τελευταια / φορα ψυχο- / λογια!".

FRANKFURT, SEPTEMBER

Blinde, licht-

bärtige Stellwand.

Ein Maikäfertraum

leuchtet sie aus.


Dahinter, klagegerastert,

tut sich Freuds Stirn auf,


die draußen

hartgeschwiegene Träne

schießt an mit dem Satz:

"Zum letzten-

mal Psycho-

logie."


Die Simili-

Dohle

frühstückt.


Der Kehlkopfverschlusslaut

singt.

ΦΡΑΝΚΦΟΥΡΤΗ, ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ

Τυφλο, φωτο-

γενειοφορο διαχωριστικο.

Ενα ονειρο σκαθαριου

το καταφωτιζει.


Απο πισω, θρηνοπλεκτο,

το μετωπο του Freud ανοιγει,


το εξω

επιμονα αποσιωπημενο δακρυ

ξεσπα με τη φραση:

"Για τελευταια

φορα ψυχο-

λογια."


Η ιμιτασιον

καργας

προγευματιζει.


Ο ηχος της λαρυγγικης αποφραξης

αδει.

Ο Celan λεει σε μια ομιλια του: "Ομως το ποιημα μιλα βεβαια! (...) μιλα παντα μονο για δικη του, ολοδικη του υποθεση." Τουτο θα σημαινε οτι το ποιημα, οπως το εννοει, δεν ειναι υποθεση αλλου, π.χ. της ψυχολογιας. Θα επιχειρησω λοιπον να το ακουσω στο πνευμα του ποιητη του, δηλαδη χωρις αλλη ψυχολογια πλεον: να το ακουσω α-ψυχολογητα. Δεν ειναι απλο διοτι, τουλαχιστον οι παλιοτερες γενιες, εχουν γαλουχηθει με την ψυχολογιστικη νοοτροπια. Το ζητουμενο λοιπον θα ηταν μια πορεια, διαμεσου μιας αποδομησης της ψυχολογικης διαστασης του ποιητικου λογου, προς τον ιδιο τον αδιαστατο ποιητικο λογο. Χωρις αλλη ψυχολογια, παρα το οτι στο ποιημα ο Freud αναφερεται ρητα, παρα το οτι ο Celan, δραπετης απο ναζιστικο στρατοπεδο συγκεντρωσεως, στο οποιο πεθαναν οι γονεις του, ταλανιζονταν απο τυψεις που τους εγκατελειψε, υπεφερε απο παρανοϊκη ψυχωση, αυτοκτονησε πεφτοντας στον Σηκουανα.

Στο προηγουμενο παραθεμα που ξεκινα "Ομως το ποιημα μιλα βεβαια!", υπερπηδησα μια φραση, που φερνω τωρα: "Παραμενει επιμνημον των δεδομενων του." Ποια ειναι τα δεδομενα, των οποιων επιμνημον μενει το "Φρανκφουρτη, Σεπτεμβριος"; Φιλολογοι και φιλοσοφοι που ασχοληθηκαν με το ποιημα, τα αναζητησαν, και αναφερουν τα εξης:

"ΦΡΑΝΚΦΟΥΡΤΗ, ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ". Ενδεχομενως εννοειται η μεγαλη εκθεση βιβλιου στη Φρανκφουρτη, που γινεται καθε Οκτωβριο. Το ποιημα γραφηκε εναν μηνα νωριτερα. Η αναφορα στην εκθεση μοιαζει να υποδηλωνεται και απο το "διαχωριστικο" που αναφερεται στον 2ο στιχο.

Ο τιτλος συντιθεται απο τον ονομα μιας πολης και ενος μηνα. Αναλογα δομημενος τιτλος υπαρχει σ' ενα προηγουμενο ποιημα του Celan, "Τυβιγγη, Γεναρης" [Tübingen, Jänner]. Μαλιστα εδω για πρωτη φορα συναντουμε μια λεξη συγγενικη με το "φωτογενειοφορο", σε αναφορα με τον Hölderlin:

Αν ερχοταν,

αν ερχοταν ενας ανθρωπος,

αν ερχοταν ενας ανθρωπος στον κοσμο με

το φωτογενειο των

πατριαρχων ...

Το "ονειρο σκαθαριου". Με αυτον τον τιτλο αναφερεται ενα ονειρο στην "Ερμηνεια των ονειρων" του Freud. Τη δεκαετια του '60 ο Celan διαβασε πολλα βιβλια του. Εμμεσες αναφορες στον Freud υπαρχουν και σε αλλα ποιηματα. Το "Το ονειρο του σκαθαριου" ειναι το εξης:

[μια γυναικα] Σκεφτεται οτι εχει δυο σκαθαρια σ' ενα κουτι στα οποια πρεπει να δωσει την ελευθερια τους, γιατι διαφορετικα θα σκασουν. Ανοιγει το κουτι, τα σκαθαρια ειναι τελειως αδυναμα· το ενα πετα εξω απο το ανοιχτο παραθυρο, ομως το αλλο συνθλιβεται απ' το παραθυροφυλλο καθως αυτη κλεινει το παραθυρο, οπως καποιος της ζηταει να κανει (εκφρασεις φρικης).

Ενα ονειρο σκαθαριου υπαρχει και στο διηγημα του Kafka, "Προετοιμασιες ενος γαμου στην επαρχια" ["Hochzeitsvorbereitungen auf dem Lande"]:

Γιατι εγω, εγω στο μεταξυ ειμαι ξαπλωμενος στο κρεβατι μου, ολοτελα σκεπασμενος με καφεκιτρινη κουβερτα, εκτεθειμενος στον αερα που φυσα απο το μισανοιγμενο παραθυρο. (...) ακομα ονειρευομαι. (...) Καθως ειμαι ξαπλωμενος στο κρεβατι εχω τη μορφη ενος μεγαλου σκαθαριου, μου φαινεται ενος μαυρου η ενος χρυσοκανθαρου.

Κι ακομα ενα παιδικο τραγουδι που πρεπει να γνωριζε ο Celan:

Πετα, σκαθαρι!

Ο μπαμπας ειναι στον πολεμο.

Η μαμα στην Πομμερανια.

Κι η Πομμερανια εγινε σταχτη.

Πετα, σκαθαρι!"

Η φραση "Για τελευταια φορα ψυχολογια" ειναι μια σημειωση απο τα καταλοιπα του Kafka. Η σημειωση ειναι αυτοτελης, χωρις συμφραζομενα, και μαλιστα στο χειρογραφο ειναι διαγραμμενη. Υπαρχει παντα στους λεγομενους "Αφορισμους", καταχωρημενη υπο τον αριθμο 93.

Ο Kafka παραμενει εντονα παρων και στη συνεχεια του ποιηματος. Καταρχην στο ονομα της καργας, καθως στα τσεχικα η "καργα" λεγεται "kafka" - λογος για τον πατερα του να την χρησιμοποιησει στο οικογενειακο εμβλημα. Emblem.jpg

Ο Kafka, στην τελευταια φαση της φυματιωσης του, προσβληθηκε στον λαρυγγα, ο οποιος στο τελος αποφραχθηκε. Δεν μπορουσε ουτε να φαει ουτε να μιλησει. Αυτο ενδεχομενως ανακαλει ο "ηχος της λαρυγγικης αποφραξης". Eιναι ενας ηχος οπως στην αμερικανικη εκφραση για το 'οχι': uh-uh.

Αυτα θα ηταν εν συντομια τα κυριοτερα δεδομενα του ποιηματος. Επαναλαμβανω τη φραση του Celan: "[το ποιημα] Παραμενει επιμνημον των δεδομενων του". Η φραση δεν τελειωνει εδω. Ακολουθει μια παυλα, και οι λεξεις "- ομως μιλα". Το εμφατικο "ομως μιλα" δεν μας επιτρεπει να εκλαβουμε το ποιημα, το μιλημα του ποιηματος, ως αφηγηση των δεδομενων του. Το ποιημα μιλα, ακουσαμε, "παντα μονο για δικη του, ολοδικη του υποθεση." Δεν μιλα ουτε για υποθεση της ψυχολογιας, οπως ειπωθηκε προηγουμενως, ομως, βλεπουμε τωρα, ουτε και για υποθεση της ιστοριας ενος ανθρωπου. Celan:

Η γνησια ποιηση ειναι αντιβιογραφικη. Η πατριδα του ποιητη ειναι το ποιημα του, αλλαζει απο το ενα ποιημα στο αλλο.

Και ακομη:

Το παρον του ποιηματος ειναι - κι αυτο δεν <εχει να κανει> με βιογραφικα δεδομενα, το ποιημα ειναι γραφη ζωης - το παρον του ποιηματος ειναι το παρον ενος προσωπου [...]

"Γραφη ζωης". Η γενικη "ζωης" δεν ειναι λοιπον γενικη αντικειμενικη, δεν προκειται δηλαδη για καταγραφη μιας ζωης, αλλα γενικη υποκειμενικη: Η γραφη ως φαινομενο της ζωης, η γραφη ως διαγωγη μιας ζωης.

Πως μιλα λοιπον το "Φρανκφουρτη, Σεπτεμβριος"; Διαβαζω τις δυο πρωτες αραδες: "Τυφλο, φωτο- / γενειοφορο διαχωριστικο." Ενας μελετητης γραφει:

Ενα διαχωριστικο 'τυφλο', δηλ. ενα αδιαφανες παραπετασμα απο γαλακτουχο γυαλι, που τα σχεδια του, λωριδες η κυματισμοι, φεγγουν λευκα και 'φωτεινα' σαν βοστρυχοι γενειαδας.

Αλλου παλι διαβαζουμε:

Αυτο το διαχωριστικο, οντας κατι που ενισχυει διαφορα ειδη τυφλοτητας με την εννοια συζητησεων με ορους επιλεκτικους, που αποκλειουν [ψυχαναλυση, πνευμα, σωμα], χαρακτηριζεται απο το 'φωτο-/γενειο'. Το φωτογενειο αναφερεται μετωνυμικα σε ενα ειδος ομιλιας, τον logos lux. Η ιδιαιτερη γενειαδα που τρεμολαμπει σ' αυτην την αραδα παραπεμπει στη φροϋδικη ψυχαναλυση.

Αυτες, και πολλες παρομοιες, ειναι ερμηνειες του 'δηλαδη'. Μας εξηγουν τι λεει ο ποιητης. Αντικαθιστουν καθε φορα μια φραση του ποιηματος με μιαν αλλη. Αν ηταν ετσι, δεν θα επροκειτο για ενα κακο ποιημα; Γιατι ο ποιητης να μας τα λεει με τοσες περικοκλαδες, οταν θα μπορουσε να μας τα πει κατευθειαν;

Αν δεν προκειται για κακο ποιημα, τοτε η φραση "Τυφλο, φωτο- / γενειοφορο διαχωριστικο" δεν ειναι αντικαταστασιμη. Δεν ανεχεται κανενα ερμηνευτικο 'δηλαδη'. Εδω σκεφτομαι μια σημειωση του Ludwig Wittgenstein:

Μιλουμε για την κατανοηση μιας προτασης με την εννοια με την οποια μπορει ν' αντικατασταθει απο μιαν αλλη που λεει το ιδιο. Αλλα και με την εννοια με την οποια δεν μπορει ν' αντικατασταθει απο καμια αλλη. (...) / Στην πρωτη περιπτωση ειναι η σκεψη μιας προτασης που ειναι κοινη για πολλες προτασεις· στην αλλη κατι που μονο αυτες οι λεξεις, σ' αυτες τις θεσεις, εκφραζουν. (Κατανοηση ενος ποιηματος).

"Τυφλο, φωτο- / γενειοφορο διαχωριστικο." Ο λογος ειναι για ενα διαχωριστικο. Ακουμε τη λεξη και φερνουμε εμπρος στο βλεμμα μας ενα καποιο πραγμα, ενα διαχωριστικο, π.χ. οπως αυτα που στηνονται στις εκθεσεις. Ομως οι προσδιορισμοι του μας τα χαλανε: "τυφλο, φωτογενειοφορο". Δεν υπαρχει κανενα διαχωριστικο μ' αυτα τα χαρακτηριστικα. Ερμηνειες οπως η προηγουμενη επιδιωκουν παρολαυτα μια παρασταση του. Ετσι αναγκαστικα το βιαζουν, καθως ενα "τυφλο, φωτο- / γενειοφορο διαχωριστικο" δεν ειναι παραστασιμο.

Ισως να μην εχουν αλλο τροπο. Διοτι πολλες φορες μια ερμηνεια, και τουτο αφορα και την ψυχοθεραπεια, ειναι η μεταλλαξη των λεγομενων σε μια παραστατικη αφηγηση, οπως π.χ. συμβαινει σε μια κλασσικη ερμηνεια ενος ονειρου, οπου το αλαλουμ του φανερου ονειρου αντικαθισταται απο μια ιστορια με αρχη, μεση και τελος, το λεγομενο "λανθανον ονειρο".

Η παραστατικοτητα ειναι ο κυριαρχος τροπος σκεψης των νεωτερων χρονων. Ο λατινικος ορος για αυτο που αποκαλουμε "παρασταση" ειναι perceptio. Συγγενευει με το ρημα percapere που σημαινει αδραχνω, αρπαζω, συλλαμβανω. Εκεινος που θελει να κατανοει τα λεγομενα, δηλαδη να τα συλλαμβανει, δηλαδη να τα εγκλειει σε μια παρασταση, ειτε κατασκευαζοντας μια εικονα τους, ειτε εντασσοντας τα σε ενα μοντελο, εχει τη μορφη του αρπαχτικου. Η πραξη της κατανοησης ειναι πραξη βιας και βιασμος. Τουτο το αρπαχτικο το συναντουμε στον εαυτο μας, στους αλλους, στις σχεσεις μας, στα λογια μας και στα εργα μας. Σ' αυτον τον πνιγηρο κοσμο το ποιημα, που "μιλα παντα μονο για δικη του, ολοδικη του υποθεση", ειναι για τον Celan "διαλειμμα ανασας".

Το ποιημα, ειδαμε, δεν μιλα για υποθεση της ψυχολογιας, δεν μιλα για υποθεση της βιογραφιας. Δεν μιλα για υποθεση καμιας κατανοουσας παραστασης, ουτε ψυχολογικης, ουτε ιστορικης, ουτε οποιας αλλης. Τωρα θα μπορουσε να ειναι καθαροτερο, με ποιον τροπο για τον Celan το ποιημα δεν αντικαθισταται με προτασεις που θα επεδιωκαν μια συλληψη, μια κατανοηση, μια ερμηνεια του.

Το ποιημα παραμενει στο δικο του, ολοδικο του παρον. "Το παρον του ποιηματος ειναι (...) το παρον ενος προσωπου", ακουσαμε. Αυτο το παρον δεν λογοδοτει για κανενα παρελθον και δεν προσβλεπει σε κανενα μελλον. Αυτο το παρον ειναι σημαδεμενο περα για περα απο παροδικοτητα.

(...) κωπηλατεις

μες απο τα καναλια, τις λιμνοθαλασσες και τις διωρυγες,

στο φεγγος της λεξης,

στην πλωρη κανενα γιατι, στην πρυμνη κανενα για που.

Η εδω εννοουμενη παροδικοτητα δεν ειναι στερητικη, δεν ειναι ελλειψη μονιμοτητας. "Η πατριδα του ποιητη ειναι το ποιημα του", ακουσαμε ακομη. Το παρον του ποιηματος, η παροδικοτητα του ειναι μια πατριδα, ειναι, οπως η πατριδα, τοπος κατοικησης. Το παρον του ποιηματος, η παροδικοτητα του ειναι μια ανασα, ειναι, οπως η ανασα, τοπος κατοικησης.

Ο ποιητης κατοικει την παροδικοτητα του ποιηματος του. Την κατοικει "στο φεγγος της λεξης". Το οτι η ποιητικη φραση δεν αντικαθισταται απο αλλη, ειναι σημαδι της παροδικοτητας της. Διοτι η αντικατασταση της απο μια αλλη θα σημαινε και τη δυνατοτητα της γενικευσης της. Και η χρονικοτητα της γενικευσης ειναι αυτη της εμμονης στην ακαμψια της σταθεροτητας και της μονιμοτητας. Ο χρονος της παροδικοτητας ειναι ενα, οχι στιγμιαιο αλλα ατελειωτο, απεριοριστο, φιλοξενο, παμφιλο τωρα. Θα μπορουσε να ειναι ο παλμος αυτου που ο Celan καποτε ονομαζει "καρδια".

Ας ακουσουμε το ποιημα και παλι:

ΦΡΑΝΚΦΟΥΡΤΗ, ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ

Τυφλο, φωτο-

γενειοφορο διαχωριστικο.

Ενα ονειρο σκαθαριου

το καταφωτιζει.


Απο πισω, θρηνοπλεκτο,

το μετωπο του Freud ανοιγει,


το εξω

επιμονα αποσιωπημενο δακρυ

ξεσπα με τη φραση:

"Για τελευταια

φορα ψυχο-

λογια."


Η ιμιτασιον

καργας

προγευματιζει.


Ο ηχος της λαρυγγικης αποφραξης

αδει.

Το ποιημα απαρτιζουν αποκλειστικα κυριες προτασεις. Δεν σχετιζονται μεταξυ τους με χρονικους, αναφορικους, αιτιολογικους προσδιορισμους. "κανενα γιατι (...) κανενα για που", ακουσαμε. Απλα παρατασσονται η μια διπλα στην αλλη. Αυτον τον τροπο γραφης και ομιλιας τον διεκρινε ο γερμανος ομηρικος ερευνητης Friedrich Wilhelm von Thiersch και τον χαρακτηριζει ως εξης:

(...) μια σκεψη μοιαζει να ακολουθει την αλλη, (...) και ολες τους τοποθετουνται σε μια σειρα με τη βοηθεια των πλεον απλων συνδεσμων των γλωσσων, του κ α ι, ο μ ω ς και παρομοιων, του τε, και, μεν, δε κ.α. Μολις τελειωσει η μια, ξεκινα η αλλη διχως να την αγγιζει (...). Αυτην την α κ ο λ ο υ θ ι α θα την ονομασουμε π α ρ α τ α ξ η." Στον τροπο της παραταξης μιλα αυτος, "του οποιου η αυτοσυνειδηση και η σκεψη δεν εχουν ακομη αναπτυχθει." Ετσι "σ' αυτην την α κ ο λ ο υ θ ι α μιλα το παιδι, οπως κι ο ανθρωπος σε πρωτογονη κατασταση· παρομοια κι αυτος που συγγενευει μαζι του, ο ανθρωπος της Ανατολης, και συχνα επισης ο επικος ποιητης.

Κατα τον Thiersch η "σ υ ν τ α ξ η" αντιθετα ερχεται σε ενα ανωτερο σταδιο εξελιξης, οταν

το ανθρωπινο πνευμα αρχιζει να διεισδυει στην πλοκη και στη συναρμοση του λογου κρινοντας και ταξινομωντας (...), οπου οι προτασεις (...) που παρουσιαζονται η μια διπλα στην αλλη, η μετα την αλλη βρισκονται σε μια σχεση, η σε μια αναφορα ετσι ωστε η μια εμφανιζεται ε π ε ι δ η, η  ο τ α ν  η αλλη προηγηθηκε, την προϋποθετει, την συμπληρωνει, την καθοριζει, αναφερεται σ' αυτην και γι' αυτο ειναι, χωρις αυτην, αδιανοητη και ακατανοητη.

Οπου κρινουμε και ταξινομουμε, δηλαδη σχεδον παντου και παντα, οπου συνυφαινουμε τη ζωη μας με τα επειδη και τα οταν, που θα πει οπου εχουμε υιοθετησει τη συνταξη ως τροπο λογου και ζωης, το αναμεσο της παραθεσης φανταζει ως ελλειψη, ως ενα κενο που επιβαλλεται να γεφυρωθει. Ετσι γραφει ο Freud στο κειμενο με τον τιτλο "Το ασυνειδητο":

[Η υποθεση του ασυνειδητου] ειναι αναγκαια γιατι τα δεδομενα της συνειδησης εχουν σε μεγαλο βαθμο κενα· (...) Η πλεον προσωπικη καθημερινη μας εμπειρια, μας γνωστοποιει ιδεες, την προελευση των οποιων δεν γνωριζουμε, και συμπερασματα σκεψεων, η διεργασια των οποιων μας εχει μεινει κρυφη. Ολες αυτες οι συνειδητες ενεργειες θα εμεναν ασυνδετες και ακατανοητες αν επιμενουμε στην αξιωση να πρεπει να γνωριζουμε με τη συνειδηση οσες ψυχικες ενεργειες συμβαινουν μεσα μας. Τις εντασσουμε σε μια καταδειξιμη συσχετιση οταν συμπεριλαμβανουμε τις ασυνειδητες ενεργειες που αποκαλυφτηκαν. Ομως κερδος σε νοημα και συσχετιση ειναι ολοτελα δικαιολογημενο κινητρο, το οποιο μπορει να μας οδηγησει περαν της αμεσης εμπειριας.

Η παραταξη, ειναι ενας αλλος τροπος ζωης. Ο γερμανος λογοτεχνης Peter Handke, στο "Δοκιμιο για την κοπωση", μιλα για αυτην τη ζωη και φερνει το παραδειγμα μιας ολλανδικής νεκρής φύσης:

Εκείνες τις νεκρές φύσεις με τα λουλούδια από τον δέκατο έβδομο αιώνα, κατά κανόνα από τις Κάτω Χώρες, όπου στα άνθη κάθεται, σαν να 'ταν αληθινό, εδώ ένα ζουζούνι, εδώ ένα σαλιγκάρι, εκεί μια μέλισσα, εκεί μια πεταλούδα και, παρόλο που κανένα ίσως δεν έχει ιδέα για την παρουσία του άλλου, προς στιγμή, στη δική μου στιγμή, όλα γειτονεύουν μεταξύ τους.

C:\Users\K\Google Drive\ALIENIST\2. [ψυχ]αναλυση\3. ΚΕΙΜΕΝΑ ΟΜΙΛΙΕΣ\Κειμενα Ομιλιες 2011-2015\Celan\Ambrosius Bosschaert the Elder.jpg

Η ριζικη μοναδικοτητα του ποιηματος, το αμετοχο του σε καθε ψυχολογικη, βιογραφικη, η αλλη παραστατικη αναφορα δεν ειναι και μοναχικοτητα. Στο ποιημα ΤΟΣΑ ΑΣΤΡΑ λεει:

(...) και καποτε, οταν

μονο το τιποτα εστεκε μεταξυ μας, βρισκαμε

ο ενας τον αλλο ολοτελα.

Το ποιητικο συνειναι επιτελει ενα μαξιμουμ συνυπαρξης με ενα μινιμουμ συσχετισης. Απο τι ειναι φτιαγμενο το συν- αυτης της συνυπαρξης; Διαβαζω απο το ποιημα ΕΙΝ' ΟΛΑ ΑΛΛΙΩΤΙΚΑ:

Ελαφρα

ανοιξε η αγκαλια σου, σιγαλο

ενα χνωτο

υψωθηκε στον αιθερα,

κι αυτο που συννεφωσε δεν ηταν,

δεν ηταν μορφη κι απ’ το μερος μας

δεν ηταν

σχεδον σαν ονομα;

Ο Martin Heidegger σε μια ομιλια του ξεκινα απο το ποιημα του Stefan George "Das Wort" ("Η λεξη"). Η ομιλια εστιαζει στον τελευταιο στιχο:

Πραγμα κανενα δεν ειναι οπου λειπει η λεξη.

Για τον Heidegger η λεξη πρωτα δινει, χαριζει παρουσια, παρεχει στην παρουσια μια στεγη. "Η γλωσσα ειναι ο οικος του Ειναι", λεει μια συχνα παρατιθεμενη αποστροφη του. Ο Celan, που ειχε διαβασει Heidegger, και τον γνωριζε προσωπικα, απαντωντας ενδεχομενως σ' αυτο, γραφει σε ενα ποιημα:

Καμια λεξη, κανενα πραγμα

και των δυο τους το μοναδικο ονομα.

Μας ειναι ανοικειο να ακουμε χωρις να προσφευγουμε σε μια κατανοουσα παρασταση των λεγομενων. Ισως ηταν ανοικειο απο ανεκαθεν. Ο Ξενοφανης γραφει

Ομως αν τα βοδια και τ' αλογα και τα λιονταρια ειχανε χερια και ζωγραφιζαν και εκτελουσαν εργα οπως οι ανθρωποι, τα αλογα θα ζωγραφιζαν τις εικονες των θεων ομοιες με αλογα και τα βοδια ομοιες με βοδια, και θα εκαναν τα σωματα τους ετσι οπως ειναι η μορφη του καθενα τους.

Καποτε σε μια ωρα ψυχαναλυσης ενας ελβετος αντρας μου ανεφερε ενα ονειρο οπου αυτος ειχε μορφη πιθηκου, ηταν σκαρφαλωμενος σ' ενα κλαδι και εκλαιγε. Δεν υπαρχει καμια εικονα που να ανταποκρινεται σ' αυτα τα λογια, χωρις να ασκησει βια επανω τους. Θα ηταν δυνατο να ακουσουμε αυτο το ονειρο χωρις να το βαλουμε στην προκρουστεια κλινη μιας παραστασης; Να το ακουμε διχως να το παρασταινουμε; Διχως να το καταλαβαινουμε; Να μενουμε στις ακουομενες λεξεις; Στον πλουτο των ακουομενων λεξεων;

Οσο περισσοτερο η λεξη μενει στην "ολοδικη της υποθεση", οσο λιγοτερο τιθεται στην υπηρεσια ενος αλλου, τοσο περισσοτερο λαμπει η ιδια. Ακουσαμε: "(...) κωπηλατεις / στο φεγγος της λεξης". Ανατρεχω και παλι στον Wittgenstein:

Καθε λεξη - ετσι θα 'λεγε κανεις - μπορει μεν σε διαφορετικες συσχετισεις να εχει και διαφορετικο χαρακτηρα, ομως παντα οντως εχει εναν χαρακτηρα - ενα προσωπο. Οντως μας κοιταζει. (...)

Ισως ενα τετοιο ακουσμα, ενα ακουσμα που συμβαινει για ολοδικη του υποθεση, να χρειαζεται μια ιδιαζουσα προσοχη, μια προσοχη την οποια ο Celan καποτε, παραθετοντας τον Malebranche, χαρακτηρισε ως τη "φυσικη προσευχη της ψυχης". Αυτη η προσοχη ειναι αλλη απο την επιστημονικη ακριβεια. Η ακριβεια επιδιωκει τη βεβαιοτητα. Η βεβαιοτητα ειναι υποθεση του επιστημονα. Αφορα αυτον. Ικανοποιει τη δικη του επιδιωξη, που ειναι η μονοσημαντοτητα, η υπολογισιμοτητα, η προβλεψιμοτητα, το ελεγξιμο και το επαληθευσιμο των προτασεων του. Η προσοχη δεν ειναι υποθεση του προσεχοντος. Ειναι δοσμενη σ’ αυτο το οποιο προσεχει. Η προσοχη ειναι ανιδιοτελης. Γι’ αυτο μπορει, σε αντιθεση με την ακριβεια, να ειναι ευλαβικη. Να αναλωνεται στο απεναντι.

Η προσοχη στη λεξη απαιτει να δωσει κανεις χρονο στην εκφορα της. Ο ιδιος ο Celan το ζηταει. Το "Φρανκφουρτη, Σεπτεμβριος" δεν υπαρχει σε δικη του απαγγελια. Θα τον ακουσουμε σε ενα αλλο ποιημα απο την ιδια συλλογη. Στην απαγγελια, ακομα και μη γνωριζοντας τη γλωσσα, μπορουμε ισως να αντιληφθουμε πως καθε λεξη λεγεται και εννοειται για ολοδικη της υποθεση. Πως καθε λεξη γινεται τοπος κατοικησης:

FADENSONNEN

über der grauschwarzen Ödnis.

Ein baum-

hoher Gedanke

greift sich den Lichtton: es sind

noch Lieder zu singen jenseits

der Menschen.

ΝΗΜΑΤΙΝΟΙ ΗΛΙΟΙ

πανω απο τη γκριζομαυρη ερημια.

Ενας δενδρο-

ϋψης λογισμος

αδραχνεται στον φωτοηχο: εχει

ακομα τραγουδια να ειπωθουν περαν

των ανθρωπων.

Ας επιχειρησουμε λοιπον να ακουσουμε και παλι το "Φρανκφουρτη, Σεπτεμβριος", τωρα κατα το δυνατον παραμενοντας σε ενα αψυχολογητο, ανιστορητο, ανεικονιστο, παρατακτικο, αμιγες ακουσμα:

FRANKFURT, SEPTEMBER

Blinde, licht-

bärtige Stellwand.

Ein Maikäfertraum

leuchtet sie aus.


Dahinter, klagegerastert,

tut sich Freuds Stirn auf,


die draußen

hartgeschwiegene Träne

schießt an mit dem Satz:

"Zum letzten-

mal Psycho-

logie."


Die Simili-

Dohle

frühstückt.


Der Kehlkopfverschlusslaut

singt.

ΦΡΑΝΚΦΟΥΡΤΗ, ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ

Τυφλο, φωτο-

γενειοφορο διαχωριστικο.

Ενα ονειρο σκαθαριου

το καταφωτιζει.


Απο πισω, θρηνοπλεκτο,

το μετωπο του Freud ανοιγει,


το εξω

επιμονα αποσιωπημενο δακρυ

ξεσπα με τη φραση:

"Για τελευταια

φορα ψυχο-

λογια."


Η ιμιτασιον

καργας

προγευματιζει.


Ο ηχος της λαρυγγικης αποφραξης

αδει.



pdf

''Γιατι;''

Θα ξεκινησω με δυο στιγμιοτυπα απο μια αναλυση. Η γυναικα αναφερεται σ' αυτα που της ερχονται στο νου και δεν μου τα λεει:

- Δεν τα λεω γιατι δεν τα εχω κατανοησει... Απο μονα τους, ατοφια, δεν στεκουν... Πρεπει ενα ''γιατι''... Να τα δικαιολογησω... Ν' απολογηθω... Πρωτα το κανω στον εαυτο μου... Θα το σκεφτοσαστε κι εσεις: ''Τι μου λεει τωρα...''.

Εγω:

- Σαν να σας περιμενω να λογοδοτησετε...

Αυτη:

- Για καθε τι... Λες κι ειμαι εξωπραγματικη, εξωγηινη... Ειναι επικινδυνο να εκφραζω αυτα που αισθανομαι, λες κι ειμαι το παραδοξο, που δεν ειναι κι αποδεκτο...

Εμενα παντως το ''λογοδοτησω'' μου εμεινε... Πρεπει να υπαρχει λογος γι' αυτα που λεω, πρεπει να πω γιατι... Να τα δικαιολογησω.. . Πριν βγουνε εξω... Προς τα εξω πρεπει να πασαρω κατι, το πραγμα πρεπει να διαμορφωθει... Ποιος με σωζει αλλιως...

Εγω:

- Σαν ολη η ζωη να 'ναι μια ατελειωτη δικη...

Αυτη:

- Ναι, εγω στο σκαμνι... Ατελειωτη δικη... Εγω εκει στο εδωλιο. .. Λες κι ειμαι υπευθυνη για ολα... Και φταιω για ολα...

Επομενη συναντηση. Οπως συνηθως, στην αρχη μενει σιωπηλη. Μετα απο ενα διαστημα, εγω:

- Στην αρχη της συναντησης συνηθως σωπαινετε. Τι σας κρατα σιωπηλη; Ξερετε;

Αυτη:

- Ειστε ξενος... Σαν να 'μουν Χειλουδακη θα πειτε: ''Τι λεει τωρα. ..''. Αυτο που θα πω πρεπει να εχει κρατημα, να ειναι πακεταρισμενο, να στεκει...

Εγω:

- Σαν σε απολογια... Σαν ν' απαντατε σ' ενα ''Γιατι;''...

Αυτη:

- Βεβαια... Ξεγυμνωμενο δεν γινεται... Θα πληγωθω...

Εγω:

- Να ειναι οχυρωμενο πισω απο ενα ''Γιατι...'', εναν λογο...

Αυτη:

- Βεβαια, μηπως ετσι περασει απαρατηρητο... Αλλιως...

Εγω:

- Οταν λοιπον μιλω πρωτος ειναι σημαδι πως δειχνω ενδιαφερον...

Αυτη:

- Ναι, μια ζεστασια...

Εγω:

- Που θα πει, στα ματια σας εξαρχης ειμαι αδιαφορος...

Αυτη:

- Ου! Και μονο αδιαφορος!

Η γυναικα, ο,τι λεει, κοιταζει να ειναι ''κατανοητο'', δηλαδη ''δικαιολογημενο''. Σχεδον με καθε φραση της λογοδοτει, απολογειται. Τοτε, λεει, τα λογια της πακεταρισμενα μ' αυτον τον τροπο εχουν κρατημα, στεκουν, ειναι αποδεκτα.

Αν ηταν ''απο μονα τους, ατοφια'', ''ξεγυμνωμενα'', ο κοσμος θα την εβλεπε σαν ''το παραδοξο'', ''εξωπραγματικη'', ''εξωγηινη''. Κι εγω θα 'λεγα μαζι τους ''Τι μου λεει τωρα...'' - σαν ν' ακουγα τη Χειλουδακη. Ετσι ειναι σαν να καθεται στο σκαμνι, οι συνανθρωποι ειναι δικαστες, ειναι ''επικινδυνοι'', πρεπει να εχει καλες δικαιολογιες για να ''περναει απαρατηρητη ''.

Ο,τι λεει ξεκινα μ' ενα γιατι. Απαντα σε μια αφωνη ερωτηση που εχει ξεκινησει μ' ενα ''Γιατι;''. Ποια ειναι η φυση αυτου του γιατι; Τι εχει και μπορει να καθισταται κυριαρχο; Απο που το δικαιολογημενο ειναι και εγκυρο; Κι ετσι παρεχει εδαφος και κρατημα και ασφαλεια; Η προταση που εκφραζει την κυριαρχια του γιατι λεει: τιποτα δεν ειναι διχως γιατι.

Θετικα: ''Τα παντα εχουν ενα γιατι''. Η προταση, καθοσον ισχυει για τα παντα, υπεχει θεση αρχης. Η αυστηρη της διατυπωση ειναι: ''Τιποτα δεν ειναι διχως λογο''.

Στην πρωτη γραφη στα λατινικα, οπως κατατεθηκε τον 17ο αιωνα απο τον Γερμανο φιλοσοφο και διπλωματη και θεολογο και μαθηματικο και νομικο και ιστορικο Gottfried Wilhelm Leibniz ειναι: ''Nihil est sine ratione''.

Ειναι γνωστη ως αρχη του αποχρωντος λογου.

Για καθε τι, κι εδω φερνω λεξεις της γυναικας, για καθε τι που μας ειναι ''ακατανοητο'', ''παραδοξο'', ''μη αποδεκτο'', ''εξωπραγματικο'', στον μεγαλο και στο παιδι, στην καθημερινοτητα και στην επιστημη, ρωταμε ''Γιατι;'' και απαιτουμε για απαντηση ενα λογο, μια εξηγηση, μια δικαιολογια, μια απολογια.

Θα ειχα να παρατηρησω πως η αρχη του αποχρωντος λογου δεν ισχυει για τα παντα με τον τροπο που ισχυει για τα παντα, π.χ., ο νομος της βαρυτητας. Ρωταμε ''Γιατι;'' οποτε αντιμετωπιζουμε κατι με διαθεση καχυποψιας, αμφισβητησης, απορριψης. Εδω μονο ενας ''αποχρων'', δηλαδη επαρκης λογος, μπορει να μας ησυχασει. Το οτι ο Leibniz διατυπωνει την αρχη μ' αυτον τον καθολικο τροπο δεν σημαινει παρα οτι ο ανθρωπος των νεοτερων χρονων ειναι καχυποπτος στα παντα. Καχυποπτος και απειλουμενος και ανασφαλης. Οταν παρεχεται ο λογος, το πραγμα γινεται ''κατανοητο'', ''οικειο'', ''αποδεκτο'', ''πραγματικο''.

Το προτυπο της αρχης του αποχρωντος λογου ειναι η επιστημονικη σκεψη. Ενα φημισμενο αγγλικο πανεπιστημιο εχει στο εμβλημα του την φραση ''Rerum cognoscere causas'' (να γνωριζεις τα αιτια των πραγματων). Ολη η εκπαιδευση, η υποχρεωτικη εκπαιδευση, δεν ειναι παρα η επιβολη της υποχρεωσης σ' αυτην τη σκεψη. Η καθυποταξη στην κυριαρχια του γιατι.

Η ψυχιατρικη και η ψυχολογια, σχετικα νεες επιστημες, επιδιωκουν ακριβως να κατακτησουν τα τελευταια εδαφη που η κυριαρχια του ''γιατι'' ειχε αφησει ακομη απατητα.

Μ' αυτα δεν θελω να στειλω το ''γιατι'' στο πυρ το εξωτερον. Μιλω εναντια στην αξιωση του να κυριαρχει ανευ ορων. Μιλω για την προειδοποιηση του Αριστοτελη που ελεγε πως ειναι ''απαιδευσια'', αμορφωσια να μην γνωριζεις για ποια πραγματα χρειαζεται αποδειξη και για ποια οχι. Ομως ο Leibniz γραφει: ''Μια αληθεια ειναι μονο τοτε [υπογραμμιζω εγω] αληθεια οταν μπορει να παρατεθει ο λογος''.

Δεν μου 'χει μεινει οτι καποτε διδαχτηκα πως η γη γυριζει γυρω απο τον ηλιο. Μου 'χει μεινει οτι μου πηραν τον ουρανο και την ανατολη και τη δυση, οτι τα αναγορευσαν σε οπτικη απατη. Οτι μου ειπαν πως οταν λειπει το γιατι, τοτε λειπει και η δικαιωση. Τοτε (λεξεις της γυναικας και παλι) το πραγμα, π.χ., η ανατολη κι η δυση, δεν εχει ''κρατημα'', δεν ''στεκει''.

Τοτε κανεις ειναι ενοχος. Στη γλωσσα του Freud η λεξη ειναι ''schuldig'': Ενοχος ειναι αυτος που ''οφειλει''. Οφειλει ακριβως, την επαρκη ανταποκριση στο αιτημα της αρχης του αποχρωντος λογου. Σε απλα ελληνικα: ενοχος οχι μονο στην καθομιλουμενη γλωσσα αλλα και στη νομικη και στην ψυχολογια ειναι αυτος που για την πραξη του ''δεν εχει δικαιολογια'', δεν εχει ''αποχρωντα'', επαρκη λογο. Τοτε η πραξη του δεν ειναι αληθινη, δεν ειναι εγκυρη. Απορριπτεται. Μαζι της απορριπτεται κι αυτος. Ειναι ''ενα τιποτα''. Δεν εχει δικαιολογια και εχει ''προβλημα''.

Απο εδω φωτιζεται και η ταραχη που καταλαμβανει πολλους οταν τους αποτεινεται μια κατηγορια. Στην οπτικη του ''γιατι'' η κατηγορια λεει: ''Εισαι αδικαιολογητος. Δεν εχεις θεση στον κοσμο μας. Απορριπτεσαι''.

Κι απο που ως που ειναι ο ενοχος ''ενα τιποτα'';

Για την αρχη του αποχρωντος λογου ο ανθρωπος δεν ειναι υπολογος απλα γι' αυτο η εκεινο. Οταν δινω επαρκη λογο για κατι συναμα δικαιωνεται η ιδια η υπαρξη μου. Ειμαι καποιος. Αντιθετα ως κατηγορουμενος κι ενοχος, δηλαδη μην εχοντας δικαιολογια, δεν ελεγχομαι μονο ως προς αυτην τη μια περισταση. Ειμαι εγω ο ιδιος ανεπαρκης, ανυποστατος - ενα τιποτα. Και, οπως λεει η γυναικα, ''ποιος με σωζει μετα...''.

Ο παραδοσιακος θεραπευτης εχει αλλη προσεγγιση στο θεμα. Πορευεται με αξονα μια ερμηνεια, μια εξηγηση του προβληματος. Στους ορους της θεωριας και του μοντελου του αναζητα και λιγο πολυ φτανει σε μια απαντηση του γιατι η γυναικα εχει το προβλημα. Αυτη η εξηγηση αποτελει τη βαση των χειρισμων του. Το ιδιο κανει ακομα κι οταν δινει μια φαρμακευτικη αγωγη, π.χ., με αντικαταθλιπτικα. Η μεθοδος του εχει λοιπον ενα λογο, ειναι ''δικαιολογημενη'', ειναι ''εγκυρη'', ειναι για κεινους που δεχονται αυτον το λογο ''αποδεκτη ''.

Μια στιγμη ομως! Αυτα ακριβως δεν ακουσαμε κι απο τη γυναικα; Δεν ειναι η ιδια σταση; Μηπως ο θεραπευτης μας θελει να την απαλλαξει απο την κυριαρχια του γιατι υποτασσοντας την και παλι σ' ενα γιατι; Μηπως ειναι ''δασκαλος που διδασκε και νομον δεν εκρατει'';

Προσοχη. Δεν λεω οτι δεν θα ειναι αποτελεσματικος, οτι η γυναικα δεν θα μπορεσει να βρει μια καποια ισορροπια και να υποφερει λιγοτερο. Μονο που κατα τη γνωμη μου αξιζει να δουμε για τι ειδους αποτελεσμα προκειται.

Ο θεραπευτης μας προσβλεπει στο λεγομενο ''φυσιολογικο'' και στην ''ισορροπια''. Ετσι, για να το πουμε, π.χ., σε φροϋδικους ορους, το ''υπερτροφικο'' και ''ατεγκτο'' ''υπερεγω'' της γυναικας πρεπει να συνυπαρχει σχετικα αρμονικα με τα αλλα συστηματα του ''ψυχικου οργανου'', το ''εγω'' και το ''αυτο''.

Η γυναικα, για να επανελθουμε σ' αυτην, που βρισκεται κατω απο τη σχεδον απολυτη κυριαρχια του γιατι, πρεπει να νερωσει το κρασι της, να μην παιρνει τα γιατι τοσο απολυτα, τοσο στα σοβαρα.

Πως γινεται αυτο; O Γερμανος φιλοσοφος Martin Heidegger αναφερει ενα τετοιο παραδειγμα. Ενας πανεπιστημιακος, ενας νευροφυσιολογος, για τον οποιο βεβαια ισχυει τα μεγιστα οτι ''τιποτα δεν ειναι διχως γιατι'', πηγαινει διακοπες στην Ελλαδα. Heidegger:

Τοτε, για παραδειγμα, η εκτιμηση ενος αγαλματος ελληνικου θεου στο Μουσειο Ακροπολεως κατα τις διακοπες του εξαμηνου, αρα εξω απο την ερευνητικη εργασια, στην πραγματικοτητα και στην αληθεια δεν ειναι παρα η συμπτωση μιας εγκεφαλικης διεργασιας του παρατηρητη με το προϊον μιας εγκεφαλικης διεργασιας, την παρασταση του αγαλματος. Εαν κανεις στη διαρκεια των διακοπων διαβεβαιωσει πως φυσικα δεν το εννοουσε ετσι, τοτε ζει με διπλα η τριπλα βιβλια, κατι που βεβαια δυσκολα ταιριαζει με την κατα τα αλλα αξιωση της επιστημονικοτητας για αυστηροτητα.

Ο ''δασκαλος που διδασκε και νομον δεν εκρατει'' δεν παιρνει το ''νομο'' παντα στα σοβαρα. Κραταει διπλα βιβλια. Χαρη σ' αυτα μπορει να χαιρεται τις διακοπες του, τη γυναικα του, τα παιδια του.

Ολοι μας καπου κραταμε κι ενα κρυφο βιβλιο. Εξαπατουμε εαυτους και αλληλους οπως εξαπατουμε την εφορια.

Το ιδιο κανει κι ο θεραπευτης μας. Με τα διπλα βιβλια υπο μαλης γινεται πρεσβης του ''φυσιολογικου'' και της ''ισορροπιας''. Ενθαρρυνει τη γυναικα να κανει το ιδιο: ''Κλεψε λιγακι! Ολοι κλεβουν! Δεν γινεται αλλιως!''. Και βεβαια, καθως ολοι λιγο πολυ κλεβουμε, σε πολλους μια τετοια θεραπεια θα πιασει, η γυναικα μπορει καλλιστα να βρει μια ''ισορροπια''.

Σ' αυτην την οπτικη μπορουμε να διακρινουμε τη διαφορα της γυναικας απο τον θεραπευτη της. Εκεινη ειναι πιο τιμια. Παιρνει το ''τιποτα δεν ειναι διχως γιατι'' στα σοβαρα. Το ζει και το υποφερει με την ψυχη της. Αυτος, με τα διπλα του βιβλια, ζει στο ''και ναι και οχι''.

Καποτε πρεπει να δουμε πως οι λεγομενοι ''ψυχικα διαταραγμενοι'' διαταρασσουν εμας. Μας δοκιμαζουν. Οπως και τα μικρα παιδια. Τα ψεματα μας και τα κολληματα μας τα φτανουν στα ορια. Μας καλουν να ξεσκεπαστουμε κι εμεις - και συνηθως το κανουν παρα τη δεδηλωμενη τους θεληση κι επιθυμια να γινουν αυτοι σαν κι εμας.

Βεβαια μην ξεχναμε πως τα διπλα βιβλια κινουνται στην παρανομια. Η αρχη του αποχρωντος λογου μοιαζει με την εξουσια ενος ολοκληρωτικου καθεστωτος. Ηδη η αρνητικη μορφη της διατυπωσης, ''τιποτα δεν ειναι διχως γιατι'', εχει τη σημασια της. Μας λεει: ''Τιποτα... Μην νομισεις πως θα βρεις κατι διχως γιατι... Τιποτα δεν θα βρεις''. Στο αρνητικο της διατυπωσης ακουγεται ο τονος μιας αρνησης, μιας απαγορευσης, μιας αμυνας απεναντι στο ενδεχομενο να ειναι κατι διχως γιατι.

Και παλι η αρνηση διαολιζει! Δινει στο ενδεχομενο του ''διχως γιατι'' μια σπιρταδα. O αποκλεισμος του το φερνει κοντα με μια παραξενη εγγυτητα. Το ''ατοφιο, απο μονο του'' (λεξεις της γυναικας) αντιμετωπιζεται απο την αρχη του αποχρωντος λογου ως απειλητικο κι επικινδυνο, ομως συναμα ασκει μια αλλοκοτη γοητεια, σαν απαγορευμενος καρπος, σαν το γλυκο στο ντουλαπι ψηλα που τα παιδια δεν πρεπει να πλησιασουν και που ολο εκει εχουν τον νου τους.

Υπαρχει λυση απο την κυριαρχια του γιατι; Λυση αληθινη και οχι η απλη παρηγορια και το παραμυθιασμα των διπλων βιβλιων; Και προς ποια κατευθυνση θ' αναζητηθει;

O Leibniz σ' ενα γραμμα τονιζει πως το γιατι παρεχει το λογο ''γιατι το πραγμα εγινε ετσι και οχι αλλιως''.

Παρτε για παραδειγμα τα ιστορικα μας. Το νοημα τους ειναι οτι ο ασθενης, μ' αυτους τους γονεις, μ' αυτες τις συνθηκες, μ' αυτα τα περιστατικα, επρεπε να καταληξει στην παρουσα ασθενεια και δεν γινοταν αλλιως.

Οταν δικαιολογουμαι, λεω πως γι' αυτους και γι' αυτους τους λογους επρεπε να κανω ο,τι εκανα και δεν γινοταν αλλιως.

Στην επιστημονικη μεθοδο κανεις πρεπει να προχωραει απο το αλφα στο βητα και δεν γινεται αλλιως. Φανταστειτε, π.χ., τι θα συνεβαινε αν μπροστα στον υπολογιστη δεν ακολουθουσατε τις εντολες που σας λενε ''ετσι και οχι αλλιως'' κι αρχιζατε να κανετε τα δικα σας...

Παλια σε μια ομιλια σ' ενα γενικο νοσοκομειο στην Ελβετια ειχα τονισει πως η ιατρικη απαιτει την υποταγη των παντων στην ακολουθουμενη αγωγη, η οποια πρεπει να γινεται ετσι και οχι αλλιως. Η ιατρικη ειναι απο τη φυση της εξουσιαστικη - με μια εξουσια που δεν ανηκει καν σ' ενα προσωπο, που ομως ολοι την πρεσβευουν και την υπηρετουν.

Οι ιδιες οι κοινωνιες μας, στο βαθμο που οργανωνονται σ' επιστημονικες βασεις, και τουτο συμβαινει ολο και περισσοτερο, γινονται μονοδιαστατες και δυσανεκτικες σε καθε ''αλλιως''.

Η γυναικα υποφερει απο το οτι ειναι αλλιως και δεν μπορει το αλλιωτικο της ουτε να το εκπροσωπησει ουτε να το καταχωνιασει.

Αναζητουμε μια λυση απο την κυριαρχια του γιατι. Ομως καθε αληθινη λυση ερχεται μεσα απο το ιδιο το πραγμα που τη ζηταει, που ζηταει τη λυση του. Φτανει να το προσεξουμε περισσοτερο. Επανερχομαστε στον Λαιμπνιτζ.

Υπαρχουν προτασεις του στιλ ''Και κοιτα μη τυχον και κανεις αυτο...'' και που ακριβως ετσι μας δινουν ιδεες - μας διαολιζουν. Μηπως στο ''και οχι αλλιως'' του Leibniz δηλωνεται η δυνατοτητα οτι οντως γινεται κι αλλιως;

Τοτε θα μπορουσαμε να ζουμε και διχως γιατι. Ενα ιχνος της δυνατοτητας μιας ζωης διχως γιατι βρισκεται εμπρος στα ποδια μας. Ειναι το οδηγο νημα της ψυχαναλυσης και σε καποιον βαθμο καθε μορφης ψυχοθεραπειας. O Freud το αποκαλεσε ''βασικο κανονα''. ''O ασθενης, γραφει, δεν πρεπει να μας ανακοινωνει μονο αυτα που λεει σκοπιμα [...], αλλα και ο,τι αλλο του παρεχει η αυτοπαρατηρηση του, ο,τι του ερχεται στο νου, ακομα κι αν του ειναι δυσαρεστο να το πει, ακομα κι αν του φαινεται ασημαντο η ακομα κι ανοητο''.

Στο φως του σημερινου μας θεματος, ο βασικος κανονας καταρχην μας υπενθυμιζει οτι συνηθως μιλαμε ''σκοπιμα'', δηλαδη εχουμε η τουλαχιστον κανουμε σαν να εχουμε ενα λογο για ο,τι λεμε και για ο,τι αποσιωπουμε. Π.χ., κανεις λεει κατι γιατι θεωρει πως ανηκει στη θεραπεια και θα τον βοηθησει, γιατι πιστευει πως ο θεραπευτης αυτο θελει ν' ακουσει, γιατι τον ενδιαφερει να κανει καλη εντυπωση, γιατι θελει να παει κοντρα κτλ. Αποσιωπα κατι γιατι ντρεπεται, γιατι φοβαται, γιατι ειναι ''προσωπικο'', γιατι το θεωρει ''ασημαντο'' κι ''ανοητο''.

Κανεις μιλα υποταγμενος στην αρχη του αποχρωντος λογου. Στις φρασεις του λεγεται η εξυπακουεται ενα γιατι. Υποταγμενος στο γιατι ειναι ακομα οταν πειθαρχωντας απλως στον βασικο κανονα το ''παιζει'' ελευθερος. (Παρεμπιπτοντως, αυτο κανει και η λεγομενη ''αυτοματη γραφη'' των πρωτων Γαλλων σουρεαλιστων.)

Ο βασικος κανονας, εννοημενος στην ουσια του, δεν τονιζει τοσο την αποφυγη του ''σκοπιμου'' και την παραμονη στο ''ασημαντο'' και ''ανοητο'', αλλα καλει στην απελευθερωση απο τη διασταση σημαντικου και ασημαντου, σκοπιμου και ασκοπου, ετσι που αυτα να μην ειναι κριτηρια για το τι κανεις λεει και δεν λεει, και η αξιολογηση σημαντικο-ασημαντο, σκοπιμο-ασκοπο να μην γινεται καν θεμα.

Σχετικα ο Freud αναφερει μια γαλλικη παροιμια: ''Pour faire une omelette il faut casser des oeufs'' (Για να κανεις ομελετα πρεπει να σπασεις τ' αυγα). Παντα στο φως του θεματος μας, το τσοφλι ειναι η αρχη του αποχρωντος λογου. Το σφυρι, ο βασικος κανονας. Δειχνει το δρομο για τη ρηξη προς μια υπαρξη διχως γιατι. Δεν ειναι μεθοδος αλλα οδοδεικτης. Η Anna Freud γραφει καπου οτι η αναλυση δεν ειναι παρα ο αγωνας για τον βασικο κανονα. Τουτο θα πει εδω: η θεραπευτικη συνομιλια καλειται σε μια σχεση με τον κοσμο διχως γιατι. Θα επιχειρησουμε να διακρινουμε αυτην τη σχεση καθαροτερα.

Τον 17ο αιωνα εζησε στη Γερμανια ενας γιατρος ονοματι Johann Scheffler. Τα γραπτα του τα υπεγραφε ως Angelus Silesius. Τον κατατασσουν στους λεγομενους ''μυστικους''. Το κυριο εργο του ειναι ο Χερουβικος Οδοιπορος. Ενα διστιχο εχει τον τιτλο ''Διχως γιατι''. Το γνωρισα απο μια παραδοση του Heidegger με θεμα ''Η αρχη του αποχρωντος λογου''; που μου εδωσε και μια πρωτη κατευθυνση για οσα εχω να σας πω σημερα. Το διστιχο του Angelus Silesius ειναι το εξης:

Το ροδο ειναι διχως γιατι· ανθει διοτι ανθει,

Δεν προσεχει τον εαυτο του, δεν ερωτα μηπως κανεις το θωρει'.

Το ροδο ειναι διχως γιατι. ''Γιατι''. Το ροδο δεν ειναι ''για'' ενα ''τι'', δεν ειναι για εναν λογο τον οποιο παραθετει, π.χ., η βοτανολογια. Δεν τον χρειαζεται. Δεν χρειαζεται να δωσει λογο, ''rationem reddere'' το λεει ο Leibniz, μια παραμορφωμενη εκδοχη του ''λογον διδοναι'' των αρχαιων, δεν χρειαζεται να ''δωσει λογο'' στον ανθρωπο για να δικαιωσει το ''ειναι'' του και ν' αναγνωριστει ως ''αληθινο''.

Ανθει διοτι ανθει. Το διοτι δεν αναφερεται σ' ενα λογο εξω απο την ανθιση του ροδου στον οποιο η ανθιση οφειλει την υπαρξη της.

''Δι-οτι'', ''δια το οτι''. Ανθει για το οτι του: Το μονο που μπορουμε να πουμε ειναι οτι το ροδο ανθει. Ησυχασμενο και αυταρκες στον εαυτο του.

Δεν προσεχει τον εαυτο του. Η αρνητικη διατυπωση ακριβως διαφοροποιει το ροδο απο τον ανθρωπο. O ανθρωπος προσεχει τον εαυτο του. Μια γυναικα μου ελεγε τις προαλλες πως αγκαλιαζει τον μικρο της γιο και λεει στον εαυτο της: ''Τι κανω τωρα; Μηπως τον κανω εξαρτημενο; Το οιδιποδειο;''.

Δεν ερωτα μηπως κανεις το θωρει. Δεν εξαρτα την ανθιση του απ' τη θωρια των αλλων. Αντιθετα ποσοι και ποσοι δεν λογαριασαν το βλεμμα του αλλου και κατω απ' αυτο το βλεμμα αμελησαν πραγματα που σ' αυτους εναποκειτο να μπορεσουν ν' ανθισουν!

Ομως ο ανθρωπος μπορει κι αλλιως. Heidegger:

Βεβαια θα σκεφτομασταν πολυ μυωπικα εαν νομιζαμε οτι το νοημα της ρησης του Angelus Silesius εξαντλειται στο να ονομαζει απλως τη διαφορα των τροπων κατα τους οποιους ροδο και ανθρωπος ειναι ο,τι ειναι. Το αρρητο της ρησης -και απ' αυτο εξαρτωνται τα παντα- λεει μαλλον οτι ο ανθρωπος, στον πιο μυχιο βυθο της ουσιας του, ειναι τοτε μονο αληθινος οταν με τον τροπο του ειναι οπως το ροδο - διχως γιατι. Εδω αυτην τη σκεψη δεν μπορουμε να την παρακολουθησουμε περισσοτερο.

Θα δοκιμασω αυτη τη σκεψη να την παρακολουθησω περισσοτερο.

Ποια γλωσσα μιλαει καποιος διχως γιατι; Η ερωτηση ακουγεται παραξενη. Ας ρωτησουμε πρωτα: Ποια γλωσσα μιλαει καποιος κατω απο την κυριαρχια του γιατι;

Εδω πρεπει να εχουμε υποψη μας οτι οι φρασεις του ανθρωπου δεν χρειαζεται απαραιτητα να περιεχουν τη λεξη ''γιατι''. Η αρχη του αποχρωντος λογου απαιτει ολα να συνδεονται με ολα. Οπου υφισταται συνδεση, συσχετιση καθε μορφης, εκει ειναι επι το εργον, εκει κυριαρχει το ''γιατι''. Η γλωσσα που της ανταποκρινεται ειναι εκεινη στην οποια οι προτασεις εχουν δομη συν-τακτικη: Τα πραγματα εμφανιζονται μεταξυ τους συντεταγμενα, συμφωνα παντα με καποιο λογο. Ανακαλεστε, για παραδειγμα, οποιαδηποτε ψυχιατρικη η ψυχολογικη εξηγηση κι ερμηνεια. O συντακτικος της λογος μας λεει, στην ηχω της φρασης του Leibniz: ''Ετσι γινεται και οχι αλλιως''. Κι αν παλι ο οπαδος μιας αλλης θεωριας πει ''Οχι! Δεν εξηγειται, δεν ερμηνευεται ετσι αλλα αλλιως!'', το αλλιως του ειναι σχετικο: Κι αυτος παλι συμφωνα με τα δικα του θα πει: ''Ετσι. Οχι αλλιως''.

Ομως υπαρχει κι ενα πραγματικο ''αλλιως''. Το γνωρισα εκπεφρασμενα στο εργο του Ludwig Wittgenstein, ομως δεν θα υπεισελθω σ' αυτο.

Με τις λεξεις ''Ειν' ολα αλλιωτικα'' ξεκινα ενα ποιημα του Paul Celan. Στο ποιημα υπαρχουν οι παρακατω στιχοι:

Ανεμομυλοι

Σου ωθουν αερα στον πνευμονα, κωπηλατεις

Μεσ' απ' τα καναλια, λιμνοθαλασσες και διωρυγες,

Στο φεγγος της λεξης,

Στην πρυμνη κανενα γιατι, στην πλωρη κανενα για που [...].

Αυτο το ''αλλιως'' μιλα μιαν αλλη γλωσσα. Εδω το καθε πραγμα στεκει στον εαυτο του, στο διοτι του -θυμηθειτε το ''ανθει διοτι ανθει''-, το ενα παραδιπλα στο αλλο. Ειναι η λεγομενη παρατακτικη συνταξη. Σ' αυτην ειναι που μιλουν τα πραγματα - διχως γιατι.

Εχω γνωρισει τεσσερις τροπους παρατακτικης με την ευρυτερη εννοια συνταξης: Την περιγραφη, την ταυτολογια, την επαναληψη, την ονομασια. Θα διευκρινισω επιγραμματικα τον καθενα.

Η περιγραφη, στην πλεον αυστηρη της μορφη, δεν βρισκεται σε καποιου ειδους μαρτυρια οπου κανεις μεταφερει ο,τι ειδαν τα ματια του κι ακουσαν τ' αυτια του. Οσο πιστοτερα περιγραφει κανεις τοσο ο λογος του γινεται ποιητικοτερος. Η αυστηρη περιγραφη ειναι αυτος τουτος ο ποιητικος λογος.

Θ' ακουσουμε σαν παραδειγμα παρατακτικης συνταξης στον τροπο της περιγραφης στιχους απο ενα ποιημα του Γιωργου Σεφερη:

Η μορφη της μοιρας πανω απ' τη γεννηση ενος παιδιου,

γυροι των αστρων κι ο ανεμος μια σκοτεινη βραδια του Φλεβαρη,

γεροντισσες με γιατροσοφια ανεβαινοντας τις σκαλες που τριζουν

και τα ξερα κλωναρια της κληματαριας ολογυμνα στην αυλη.

Η μορφη πανω απ' την κουνια ενος παιδιου μιας μοιρας μαυρομαντιλουσας

χαμογελο ανεξηγητο και βλεφαρα χαμηλωμενα και στηθος ασπρο σαν το γαλα

κι η πορτα που ανοιξε κι ο καραβοκυρης θαλασσοδαρμενος

πετωντας σε μια μαυρη κασελα το βρεμενο σκουφι του.

Σαν παραδειγμα ταυτολογιας θα σας αναφερω τη φραση: ''Η αγαπη ειναι αγαπη''. Τη χρησιμοποιησα σε μια ομιλια μου πριν απο δυομισι χρονια. Αναφερομαι εκει που η αγαπη γινεται πραξη, δηλαδη εκει που δηλωνεται, δηλαδη στο "σ' αγαπω'' - οταν λεγεται ψυχη τε και σωματι.

Το "σ' αγαπω'' δεν μιλα για την ''εννοια'' της αγαπης. Δεν λεει ''Αισθανομαι αγαπη για σενα''. Δεν αντικαθισταται απο αλλες λεξεις οπως τρυφεροτητα, φροντιδα, κατανοηση, αυταπαρνηση, ερωτισμο κ.ο.κ. Δεν παρασταινεται ως ''σχεση''. Δεν αναλυεται σε ''μηχανισμους''. Δεν αναγεται σε νευροχημικες διεργασιες.

Η αγαπη ειναι αγαπη. Σ' αγαπω οχι ''γιατι εισ' ωραια'' αλλα, θυμηθειτε το ροδο του Angelus Silesius, γιατι σ' αγαπω.

Ερχομαστε στην επαναληψη. Θα τη δουμε οπως την εννοει ο Βιντζεντζος Κορναρος ξεκινωντας τον Ερωτοκριτο:

Του κυκλου τα γυρισματα π' ανεβοκατεβαινου,

και του τροχου π' ωρες ψηλα κι ωρες στα βαθη πηαινου,

και του καιρου τ' αλλαηματα π' αναπαημο δεν εχου,

μα στο καλο κι εις το κακο περιπατου και τρεχου,

και των αρματω οι ταραχες, οχτριτες και τα βαρη,

του ερωτα οι μπορεσιες και τση φιλιας η χαρη [...].

Εδω η επαναληψη εχει τον χαρακτηρα νομου της φυσης. Σ' αυτα τα ''γυρισματα'' οι ανθρωποι συνηθως αντιστεκονται, ειτε κυνηγωντας το καινουριο ειτε πληττοντας στη μονοτονια του ιδιου. Η επαναληψη δεν λογαριαζει τον ανθρωπο και τις προτιμησεις του. Ειναι απ-ανθρωπη.

Ομως ενας ανθρωπος μπορει καποιες φορες να ελευθερωθει απο τα δεσμα της ιδιοτελειας και ν' αρμοστει στον κυκλο ολοτελα, να γινει ενα με το φως της μερας κι ενα με το σκοταδι της νυχτας, να γινει ολος ''ταραχη'' κι ολος ''ερωτας'' κι ολος ''φιλια''. Τοτε, μεσα απο αυτο το ενα και μεσα απ' αυτην την ολοτητα θα πει, με τον Διονυσιο Σολωμο: ''Τα σπλαχνα μου κι η θαλασσα ποτε δεν ησυχαζουν''.

Και θα πει, με τον Γιωργο Σεφερη: ''Ειτε βραδιαζει / ειτε φεγγει / μενει λευκο / το γιασεμι''.

Η ονομασια τελος θα υποδηλωθει με αφορμη ενα χαϊκου, το παραδοσιακο ιαπωνικο τριστιχο. Το εγραψε ο Basho: ''Ανθρωπο κανενα δεν βλεπεις, / την ανοιξη, σαν πισω απ' τον καθρεφτη, / ο ανθος της δαμασκηνιας''.

Σας διαβαζω τα εισαγωγικα σχολια ενος συγχρονου Ιαπωνα φιλοσοφου:

Καθε χαϊκου ονομαζει ενα πραγμα [Εδω: ο ανθος της δαμασκηνιας]. Η ονομασια ενος πραγματος ειναι ενας απ' τους κανονες του. Το χαϊκου το ονομαζει σαν ενα αγαπημενο ονομα. [...] Τα πραγματα [...] ησυχαζουν στον εαυτο τους. Ουτε ωθουνται προς μια σημασια ουτε πιεζονται απο το [...] εγω. Κανεις αισθανεται μια προς-τιποτα-πιεση των πραγματων, μια σιγη η μια μοναδικη κενοτητα. Αρχιζουν να μιλουν διοτι κανενας, τιποτα δεν τα αναγκαζει να μιλησουν. Ετσι αποκτουν ενα δικο τους βαρος και μια δικη τους γλωσσα. Απελευθερωμενα απο το στομφο της σημασιας κι απο την ψυχη του [...] Εγω, τα πραγματα εμφανιζονται τροπον τινα καθαυτα. Καθε επιτυχημενο χαϊκου ακτινοβολει μια χαρη [Το ''φεγγος της λεξης'' του Celan!]. Ενδεχομενως αυτη η χαρη αναγεται σε μια πολυποικιλη απουσια του ''εγω'', του ''ποθου'', της ''δραματικοτητας'' και του ''νοηματος''. Αυτη η απουσια καθιστα δυνατη μια ολο χαρη παρουσια των πραγματων.

Τη διαφορα συντακτικου και παρατακτικου μπορουμε να τη συνοψισουμε στο οτι ο συντακτικος λογος ειναι παραστατικη σκεψη, ο παρατακτικος λογος ειναι βλεμμα που ακουει. Το ''αλλιως'' σημαινει τη δυνατοτητα να σκεφτομαστε λιγοτερο και ν' ανοιξουμε τα ματια μας περισσοτερο.

Θα παρατηρησατε οτι δεν εμεινα στο χωρο της θεραπειας. O θεραπευτης, οσο κι αν εφαρμοζει τεχνικες, δεν θα μπορεσει να βγει απ' τον ισκιο του, και ο ισκιος του ειναι το δικο του ζωντανο παραδειγμα. Αυτο θα εχει τελικα και την οποια θεραπευτικη επιδραση. Το ζωντανο του παραδειγμα ο θεραπευτης δεν μπορει να το αποφυγει, οπως δεν το μπορουν οι γονεις, οσο κι αν προσπαθουν να φερθουν στα παιδια τους με γνωμονα μια καποια παιδαγωγικη θεωρια. Θα κανει καλα να το δεχτει και μαλιστα να ενσκηψει σ' αυτο.

Οσα λοιπον ενδεικτικα ειπωθηκαν για τον παρατακτικο λογο εχουν νοημα μονο στο βαθμο που με τον καιρο θ' αφομοιωθουν απο. τον θεραπευτη, θα τον διαμορφωσουν ως ανθρωπο, στη δουλεια και στη σχολη, στον ξυπνο του και στον υπνο του.

Προς τουτο δεν χρειαζεται η εκμαθηση απο κατι καινουριο. Το παρατακτικο ειναι το πρωτο. Ειναι ο τροπος με τον οποιο καταρχην ειμαστε. Συνηθως το λησμονουμε. Αυτο που χρειαζεται ειναι το καθαρο βλεμμα για το πως συμβαινουν τα λογια μας και τα εργα μας. Το μονο που χρειαζεται να μαθει κανεις ειναι να τα προσεχει περισσοτερο.

Προσεχω θα πει ακουω. Και πιο πριν: αφουγκραζομαι. Τελειωνοντας θα επανελθουμε στη γυναικα και θα επιχειρησω να σας περιγραψω τον τροπο που την ακουω, για να δειτε αυτο που θα μπορουσαμε να αποκαλεσουμε ''παρατακτικο ακουσμα'' - στο σημειο που μπορεσα να το φτασω εγω.

Τι θα πει εδω ακουω τη γυναικα θα σας το διευκρινισω αναφεροντας τροπους με τους οποιους την παρακουμε.

Την παρακουω οταν παραφραζω τα λεγομενα της. Ετσι, π.χ., μου λεει ''Φταιω για ολα'' κι εγω ακουω ''Καταθλιψη''. Μου λεει ''Ειμαι υπευθυνη για ολα'' κι εγω, π.χ., ακουω ''Υπερτροφικο υπερεγω''.

Στη θεραπευτικη συναντηση δεν αποζητα κανεις παντα εναν γιατρο να του εξαφανισει το συμπτωμα, αλλα καποτε ρητα η αρρητα εναν ανθρωπο να τον ακουσει. Και ο θεραπευτης, επαναλαμβανω, για να μπορει ν' ακουει, δεν πρεπει να γινει πιο ''εξειδικευμενος'' αλλα περισσοτερο ανθρωπος.

Ακομα: Δεν ακουω τη γυναικα οταν εχω στυλωμενα τ' αυτια μου. Δεν την ακουω οταν παιρνω τα λογια της κατα γραμμα. Δεν την ακουω οταν εχω σημειο αναφορας τα δικα μου.

Ακουω, κι αυτο θα ξενισει, ομως ερχεται απο τη σοφια της μεγαλης μας παραδοσης, ακουω οταν εχω ηδη ακουσει. Τοτε ειμαι, με μια λεξη του Παρμενιδη, ''προφρων''. Θα πει κατι σαν ''προ-θυμος'': Το θυμικο μου, και οχι οι γνωσεις μου, ειναι ηδη εκει, την καλει και την περιμενει.

Στην περιπτωση της στιχομυθιας με τη γυναικα, το ''εκει'' απ' οπου εχω ακουσει τα λογια της μπορει να περιγραφει, πρωτον, ως ο τοπος στον οποιο εχει εγκλειστει και, δευτερον, ως ο τοπος προς τον οποιο καλειται ν' ανοιξει, να μετα-τοπιστει. Ο πρωτος ειναι η δικτατορια του αποχρωντος λογου. Ο δευτερος ειναι το ''διχως γιατι''.

O θεραπευτης, αν θελει ν' ακουσει τη γυναικα, χρειαζεται να ειναι εξοικειωμενος σ' αυτους τους τοπους. Μονο αυτη η εξοικειωση θα καταστησει το θυμικο του προ-θυμο και το αυτι του ευηκοο. Ο,τι ακουει θα το εχει ηδη ακουσει.

Δεν θα επεκταθω περισσοτερο. Το πως η προ-θυμια του θεραπευτη αφυπνιζεται κι εκτελειται στην πραξη της θεραπευτικης συνομιλιας δειχνεται στο εργαστηρι του μαθηματος και της εποπτειας, οχι σε μια ομιλια.

Ομως αυτο που χρειαζεται ακομα να ειπωθει ειναι η διαθεση στην οποια το ''διχως γιατι'' εκπροσωπειται απο τον θεραπευτη και μεταδιδεται στον συνομιλητη του.

Στην αρχαια μας γλωσσα ο χρονος μιας ζωης καλειται ''αιων''. Γι' αυτον γραφει ο Ηρακλειτος: ''αιων παις εστι παιζων, πεσσευων. παιδος η βασιληιη''. Ο χρονος μιας ζωης ειναι ενα παιδι που παιζει. Η βασιλεια ειναι ενος παιδιου.

Αυτο το παιχνιδι δεν το παιζουμε. Ειμαστε. Ειτε το ξερουμε ειτε οχι, ειτε το ενστερνιζομαστε ειτε οχι. Ειμαστε παικτες και παιχνιδι μαζι, αναλαφρο και συναμα δεσμευτικο, οδυνηρο και συναμα χαρουμενο. Παιχνιδι στους ρυθμους απο ''του κυκλου τα γυρισματα''.

Αν φτασεις εκει θα μπορεσεις να πεις ο,τι λεει ενας στιχος απο το τελευταιο ποιημα του Γιωργου Σεφερη: ''Οτι περασε περασε σωστα''.


Η ευτυχια, απο τα γαλλικα

Το "Αναζητωντας τον χαμενο χρονο" του Marcel Proust αρχιζει με τα λογια:

Longtemps, je me suis couché de bonne heure.

Η συνηθισμενη μεταφραση ειναι:

Πολυ καιρο πηγαινα για υπνο νωρις.

de bonne heure θα πει "στον σωστο χρονο". Στα γαλλικα η ευτυχια λεγεται bonheur. Οταν τα πραγματα γινονται στον σωστο χρονο, στην ωρα τους, αυτο ειναι σημαδι της ευτυχιας. Ετσι η φραση του Proust θα μπορουσε να μεταφραστει:

Πολυ καιρο πηγαινα να κοιμηθω ευτυχισμενος.

Στην οπτικη της γαλλικης λεξης, η ευτυχια δεν ειναι συναισθημα. Ειναι χρονικο φαινομενο. Ονομαζει μια ζωη που διαγει στον σωστο χρονο.

Και ποιος ειναι ο σωστος χρονος; Σε μια παλια ιστορια του Ζεν, ενας μαθητης λεει για τον δασκαλο του:

Οταν πειναει, τρωει, και οταν νυσταζει, κοιμαται.

Και πως αναγνωριζω, οτι πειναω; Δεν ειναι ενα "θελω να φαω". Δεν ειναι η πειθαρχια σε ενα προγραμμα διατροφης. Το πιανω στον αερα. Ερχεται η στιγμη που το αναγνωριζω, και λεω "Πειναω". Και, τρωγοντας, ερχεται παλι μια στιγμη οπου το πιανω στον αερα και λεω: "Χορτασα": Αν σταματησω να τρωω νωριτερα, το παιχνιδι χανεται. Αν συνεχισω να τρωω, το παιχνιδι χανεται.

Το φιλι αναμεσα σ' εναν αντρα και μια γυναικα. Ειναι μια στιγμη, που το αποζητα, οπως το φεγγαρι οταν προβαλλει αναμεσα στο συννεφο απ' οπου βγηκε και το συννεφο που σε λιγο θα το καλυψει και παλι. Λιγη βιασυνη, και το παιχνιδι χαθηκε. Λιγη αναβολη, και το παιχνιδι χαθηκε.

Ευτυχια: Το παρον, το οποιο δεν νοθευεται απο την εμμονη σε παρελθοντα (γονεϊκη υπερπροστασια, ματαιωμενες προσδοκιες παιδιων για αγαπη, αναγνωριση, επιβραβευση, κακα που δεν λενε να ξεχαστουν και αποζητανε εκδικηση).

Ευτυχια: Το παρον, το οποιο δεν νοθευεται απο την ελκτικη βαρυτητα των μελλοντων (το τι θα γινει, ονειροφαντασιες καλων και κακων, η παλη να προσαρμοσουμε γονεις και παιδια και συντροφους και τον κοσμο στις εικονες τους που μας ταιριαζουν).

Αγχος και καταθλιψη θα μπορουσαν να ειναι ονοματα της δυστυχιας: χρονικα φαινομενα, ως φαινομενα του λαθος χρονου. Σαν τραγουδι που φαλτσαρει. Η ευτυχια, ενα τραγουδι που ειναι μεσα στον τονο.

Στην οπτικη της γαλλικης λεξης, η ψυχοθεραπεια θα ηταν, στην ιδια την πραξη της θεραπευτικης συνομιλιας, η αναπτυξη του αισθητηριου για τον σωστο χρονο. Αυτο συμβαινει οταν ο θεραπευτης φερνει μαζι του ενα αντιστοιχο κλιμα. Σ' αυτο το κλιμα, στις ευτυχεις περιπτωσεις, σε αλλοτε αλλον βαθμο, ο συνομιλητης του μπορει να εγκλιματιστει.

ή χάρις χάριν φέρει (Σοφοκλης, Τραχινιαι)

Πηγαινω, με μια γερμανικη εκφραση, "aufs Ganze", με μια αγγλικη εκφραση, "all out". Στα ελληνικα, ας πουμε, "τα θελω ολα". Αυτο στο οποιο προσβλεπω, και ευελπιστω να αγγιξουμε στην πορεια της θεραπευτικης συναντησης, ειναι μια ουτοπια, που μερικες φορες γινεται και τοπος κατοικησης, ειναι ενας καποιος τοπος της - ευτυχιας.


Ο αϋπνος κομης και το γατακι

Σημερα θα μιλησω για την βασανιστικη αϋπνια, την απελπιδα παλη με τον ξυπνο που δεν λεει να φυγει, με τον υπνο που δεν λεει να ερθει. Καταρχην η περιγραφη μιας εμπειριας της. Ο Arno Geiger, αυστριακος λογοτεχνης, μιλα για την στιγμη οπου:

[...] ακολουθει η αλλαγη απο την απουσια του υπνου στην παρουσια της αϋπνιας. Την απουσια του υπνου συχνα δεν την παρατηρω. Η παρουσια της αϋπνιας εχει κατι κυριαρχικο.

Συνεχιζει:

Τα επιπλα με τρομαζουν με το τριξιμο τους. Το γουργουρισμα του δικου μου του στομαχιου το παιρνω για διαρρηκτες. Το κρεβατι τριζει, η ο θολος τ' ουρανου; (...)

Ο υπνος πλησιαζει. Ομως δυσανασχετει σ' ενα λοξοκοιταγμα, με το οποιο ηθελα να μετρησω τις δυναμεις μας. Ακομα μια ευκαιρια χαμενη. Δεν πρεπει να ριχνεις στον υπνο βλεμματα σαν θηριοδαμαστης. Δεν του αρεσουν αυτα.

Με ολη μου τη δυναμη της θελησης προσπαθω να μην σκεφτομαι τιποτα. Δεν το καταφερνω, παντα κατι χωνεται, μια κακια αναμνηση, η μια αχρηστη σκεψη. Εναν γερο λυκο τον καβαλανε τα κορακια. Εναν αϋπνο ανθρωπο τον καβαλανε αχρηστες σκεψεις. (...) Κανω ακομα μια προσπαθεια να μη σκεφτομαι τιποτα. Μαζευω οση δυναμη μου απομεινε. Μα καμια λαθος κινηση. Μα καμια λαθος σκεψη, καμια κακη αναμνηση. Υπνος;... μουρμουριζω μ' ενα πολυ απομακρο ερωτηματικο. (...)

Ο αϋπνος φοβαται τη νυχτα οπως αυτος που δεν ξερει να κολυμπα το νερο. Δεν καταφερνεις να βυθιστεις ουτε σπιθαμη. Το προσωρινο ζαλισμα ειναι τοσο ρηχο οσο ενας νερολακκος. Εδω δεν χρειαζεται μολυβι καταδυσης. Εδω δεν εχει βαθη. Μονο μολυβενια κουραση. Ποσο αργα ειναι, δεν ξερω. Τα μεσανυχτα περασαν εδω και ωρες.

Θυμαμαι πως το πρωι πρεπει να σηκωθω στην ωρα μου. Η επομενη περιττη σκεψη. Στο κρεβατι να παζαρευεις για λεπτα της ωρας - αυτο ειναι κακο. Ο,τι και να παζαρευεις στο κρεβατι - ειναι κακο. Μονο μην αρχισεις να λογαριαζεις, αλλιως θα ξεκινησει ενας αγωνας δρομου. Κι εδω μονο ενας μπορει να ειναι ο χαμενος: εγω, που θελω να κοιμηθω σ' εναν αγωνα δρομου με τον χρονο.

Ολη η ματαιοτητα αυτου που εδω μενει ανεκπληρωτο, με καταβαλλει. Συγχρονως η κουραση μεγαλωνει. Σιγα-σιγα η κουραση γινεται τοσο κακη που κανενας υπνος δεν τολμαει να πλησιασει. Πλεον δεν υπολογιζω σε καμια αισια εκβαση. Στις πεντε, οταν χαραζει, πλεον δεν υπολογιζω σε καμια αισια εκβαση.

Με το χλωμο φως αναγγελεται η μερα. Ο πρωινος ανεμος κουναει τα φυλλα απο τις βατομουριες κατω απο το παραθυρο. Τα δεντρα λυγιζουν. Αντιθετα το σωμα μου ειναι ακαμπτο. Το σβερκο μου ποναει. (...)

Εξαντλημενος, αϋπνος, με ηθικο στο μηδεν και με πεσμενους κροταφους, σηκωνομαι. Το κρεβατι ειναι ενα χαλι. Βυθισμενος στον αδειο μου εαυτο κινουμαι μεσα στο σπιτι. Ειμαι σημαδεμενος απο ακοιμητο υπνο. Πινοντας καφε το αποτυπωμα του σεντονιου φευγει αργα μονο απο το δερμα. Πηγαινω με μικρα γρηγορα κι αδεξια βηματα στο μπανιο. Η γλωσσα μου ειναι ασπρη. Σημερα η οδοντοπαστα εχει αλλη γευση.

Το φωτεινο προσωπο του κοιμισμενου.

Picasso, War and Piece.jpg

Picasso, War and Piece

Το σκοτεινο προσωπο του αϋπνου

Munch, Self-portrait. The night wanderer.jpg

Munch, Self-portrait. The Night Wanderer

Στην αϋπνια μεταβαλλεται και ο ιδιος ο, με λογια του Γεωργιου Βιζυηνου, "ρυθμος του κοσμου". Ο Peter Handke γραφει πως ο αϋπνος

βλεπει την υπαρξη πλεον σαν δυστυχια, καθε πραξη χωρις νοημα, καθε ερωτα γελοιο. (...) μενει ξαπλωμενος μεχρι το αχνο φως του πρωινου, που σημαινει γι' αυτον την καταρα, περα απο μονο αυτον, εκει στην κολαση της αϋπνιας του, καταρα και για το ανθρωπινο ειδος συνολικα (...) Τα ξεφυσηματα και τα τσιριγματα δυο γατων που ορμουν ο ενας στον αλλο, μεσα στην ακινησια, ειναι σαν να βοα και να διαγραφεται ξεκαθαρο το κτηνωδες στο κεντρο του κοσμου μας.

Δεν μιλω, θυμιζω, μονο για τον αϋπνο που ζει εντονες καταστασεις οπως ερωτικη απογοητευση, στρες στη δουλεια, οικονομικα αδιεξοδα, αγωνια για το τι θα γινει. Σ' αυτους τους ανθρωπους, με τις ομιχλες και τα αλυτα αδιεξοδα, η μερα επιμενει, δεν λεει να τ' αφησει να πεσουν κατω, να κανει χωρο στη νυχτα και τον υπνο. Δεν μιλω ουτε μονο για εκεινον που πασχει απο καποια ασθενεια, τα συμπτωματα της οποιας δεν τον αφηνουν να κοιμηθει, οπως βουλωμενη μυτη απο συναχι, η πονοι στα οστα απο καρκινικες μεταστασεις.

Ουτε μιλω μονο για αυτον που καταναγκαστικα θελει να εχει την εποπτεια και τον ελεγχο της ζωης του. Ο υπνος, οπως ο θανατος, ερχεται διχως να το αντιληφθουμε. Παντα ο υπνος μας πιανει στον υπνο. Το ρημα "αποκοιμαμαι", οπως αλλωστε και το "πεθαινω", στην χρηση του, δεν εχει ενεστωτα χρονο! Γι' αυτο οι ανθρωποι της δρασης και του ελεγχου, ανθρωποι του ενεστωτα χρονου και της ενεργητικης φωνης, μισουν τον υπνο. Thomas Edison:

Ο υπνος ειναι μια εγκληματικη σπαταλη χρονου και κληρονομια απο την εποχη μας των σπηλαιων.

Η Margaret Thatcher, που την εβγαζε με τεσσερεις ωρες υπνο:

Ο υπνος ειναι για τα ψοφιμια

Και ενα παλιο σλογκαν της Citibank:

Citi never sleeps

Παντου εδω μονο ξυπνιος. Ακριβεστερα, μια ζωη στην πριζα - αδιαλειπτη δραση, εργασια και παραγωγη.

Εδω λοιπον μιλω για τον αϋπνο που, ανεξαρτητα απο την αφορμη, οταν υπαρχει καν αφορμη, εχει μονη του εγνοια να κοιμηθει, αναλωνεται στον αγωνα εναντια στον ξυπνο. Ισως δεν υπαρχει αλλη εμπειρια οπου υπνος και ξυπνος ειναι τοσο στεγανα χωριστοι μεταξυ τους. Οπου ο υπνος ειναι κοντα, και συναμα περα για περα απροσιτος.

Σκεφτειτε την αλλη κατασταση, εκεινο το αβιαστο κυλισμα, οπου τα βλεφαρα βαραινουν αναλαφρα και το κρεβατι σε καλει, σε υπνωτιζει, χανεσαι στη σαγηνη της αγκαλιας του. Το κρεβατι, η πυλη, ορθανοιχτη τωρα, αναμεσα σε υπνο και ξυπνο. Ποσο διαφορετικο το κρεβατι απεναντι στον αϋπνο! Ποσο εχθρικο! Σαν το αγονο, το αντιξοο χωμα που δεν επιτρεπει σε τιποτα να βλαστησει. Το κρεβατι σε δεχεται οταν το ιδιο μενει αφανες, αδηλο, σπιτι φιλοξενο που προσφερει χωρις να ζητα τιποτα. Το κρεβατι του αϋπνου ειναι ανησυχο, θορυβωδες, σκορπιο. [video]

Το ονομα που ονομαζει την κατασταση της εγρηγορσης ειναι "ξυπνος". Ενδιαφερουσα λεξη: εξ-υπνου, εκτος υπνου, εχοντας βγει απο τον υπνο. Η κατασταση της εγρηγορσης δεν εχει λοιπον δικο της ονομα. Η μητρα, το πρωτο ειναι ο υπνος, απο τον οποιο καποτε-καποτε βγαινουμε, και τοτε ειμαστε - ξυπνιοι. Ο Shakespeare το εξέφρασε δια στοματος του Prospero στην "Καταιγιδα":

Ειμαστε απο υλικο σαν αυτο που ειναι φτιαγμενα τα ονειρα, κι η μικρη μας ζωη κυκλωνεται απο εναν υπνο.

Θα μπορουσαμε να δουμε την ζωη μας και ετσι: νησιδες εγρηγορσης μεσα σε μια θαλασσα υπνου. (Μονο στον αϋπνο υπνος και ξυπνος ειναι απολυτα ασυμβατοι μεταξυ τους.) Ο υπνος διαποτιζει, διηθει την καθημερινοτητα μας, π.χ. οταν καποιος κινειται σαν υπνοβατης και του λεμε "Ξυπνα!". Αλλες παλι φορες οπου αρμοζει τα ματια να ειναι κλειστα, π.χ. στη μουσικη, σε μια ευωδια, σε μια γευση, στην περισυλλογη, στον ερωτα, σε ευτυχιες και δυστυχιες. Με αλλο τροπο παλι στο παραληρημα και στην ψευδαισθηση. Καποτε και στην ψυχαναλυτικη συναντηση. Ομως και ο ξυπνος διαποτιζει και διηθει τον υπνο μας - στην υπνοβασια, στο παραμιλητο, προπαντων στα ονειρα. Το "αμυγδαλο του κοσμου", ετσι αποκαλει καπου ο Ελυτης τους τοπους και τις ουτοπιες του κοσμου,

[...] δεν

γινεται να το βρεις παρεχτος αν

κοιμηθεις μισος εξω απ' τον υπνο

Απο αυτον τον τοπο, κι απο εναν ακομα απωτερο, μιλα ο Ηρακλειτος:

ταὐτὸ τ' ἔνι, ειναι το αυτο, (...) ἐγρηγορὸς καὶ καθεῦδον, εγρηγορση και υπνος

Το μαρτυριο της αϋπνιας δειχνει ευγλωττα πως ο κοσμος της εγρηγορσης, οταν καταλαμβανει τα παντα, ειναι ανυποφορος. Βεβαια υπαρχουν οι Edison και Thatcher, υπαρχουν οι ανθρωποι της δυναμης, της επιδοσης και της εξουσιας που εδω βρισκονται στο στοιχειο τους. Ομως πληρωνουν ενα τιμημα, συνηθως χωρις να το ξερουν: ζουν μια αφανταστα περιορισμενη, μονοδιαστατη ζωη. Χωρις να το αντιλαμβανοναι, οι τοποι τους μοιαζουν μ' εκεινα τα κελια των βασανιστηριων οπου το εκτυφλωτικο φως δεν σβυνει ποτε. Για τους υπολοιπους αϋπνους ο μονο-ξυπνιος-κοσμος ειναι η κολαση επι γης.

Και πως αντιμετωπιζουμε την αϋπνια; Το "Αναζητωντας τον χαμενο χρονο" του Marcel Proust αρχιζει με τα λογια:

Longtemps, je me suis couché de bonne heure.

Η συνηθισμενη μεταφραση ειναι: "Πολυ καιρο πηγαινα για υπνο νωρις." de bonne heure θα πει "στον σωστο χρονο". Οταν τα πραγματα γινονται στον σωστο χρονο, στην ωρα τους, αυτο ειναι σημαδι της ευτυχιας. Στα γαλλικα η ευτυχια λεγεται: bonheur. Ετσι η φραση του Proust θα μπορουσε να μεταφραστει: "Πολυ καιρο πηγαινα να κοιμηθω ευτυχισμενος." Ο καλος υπνος δειχνει οτι κανεις εχει μια καλη, μια ευτυχισμενη ζωη.

Το 1741 ο κομης Keyserlingk, ρωσος πρεσβης στην Σαξωνια, ζητησε απο τον Bach, μεσω του τσεμπαλιστα του και μαθητη του Bach Goldberg, να γραψει κατι που να του φτιαχνει την διαθεση στις μακρες, αϋπνες νυχτες του. Ο Bach συνεθεσε τις γνωστες "Παραλλαγες Goldberg". Ειναι κι αυτες ενα διαλειμμα ευτυχιας [video].

Πως λοιπον αντιμετωπιζουμε την αϋπνια; Οπως και σ' αλλα πραγματα που ταλανιζουν καποιον, δεν εφαρμοζω μια ιδιαιτερη μεθοδο και δεν στοχευω σε μεμονωμενα συμπτωματα. Αυτο στο οποιο προσβλεπω, και ευελπιστω να αγγιξουμε στην πορεια της θεραπευτικης συναντησης, ειναι μια ουτοπια, που μερικες φορες γινεται και τοπος κατοικησης, ειναι ενας καποιος τοπος της - ευτυχιας.

Πριν απο χρονια, μια γυναικα μου διηγηθηκε ενα ονειρο: Ερχεται στην αναλυση. Εγω ειμαι στο διπλανο δωματιο απασχολημενος μ' ενα νεογεννητο γατακι. Της ζηταω να το φροντισει αυτη, γιατι το μονο που εγω εχω να του προσφερω ειναι - βαθυς υπνος.


Αθηνα 2016


Η ψυχαναλυτικη ερμηνεια ως σωμα εν τω γεννασθαι

Το 1965 ο Martin Heidegger, σε ενα σεμιναριο στη Ζυριχη, κανει μια συντομη αναφορα στο σωμα. Εκει μιλα για τη διαφορα του σωματος ως φυσικου σωματος, το οποιο τελειωνει στην επιδερμιδα, απο το ζωντανο σωμα, για το οποιο οι Γερμανοι εχουν μια ιδιαιτερη λεξη, Leib. Στους Αρχαιους ονομαζεται Δέμας. Ας το αποκαλεσουμε 'βιοσωμα'.  Ποια ειναι τωρα τα ορια του βιοσωματος; Heidegger:

Καθομαι εδω στο τραπεζι και καταλαμβανω τον χωρο που περιβαλλεται απο την επιδερμιδα μου. Ομως τοτε δεν γινεται λογος για το εδω, που ειμαι, αλλα μονο για τη θεση αυτου του φυσικου σωματος σ’ αυτο το σημειο. [...] Δειχνοντας με το δαχτυλο στο παραθυρο εκει περα, δεν τελειωνω στις ακρες των δακτυλων. Που ειναι λοιπον τα ορια του βιοσωματος; [...] Τα ορια του βιοσωματος ειναι ο οριζοντας [...] στον οποιο διαμενω. Γι’ αυτο και τα ορια του βιοσωματος μεταβαλλονται συνεχως με τη μεταβολη της εμβελειας της διαμονης μου.

Οταν λοιπον δειχνω στο παραθυρο, το βιοσωμα μου εκτεινεται, περα απο τις ακρες των δακτυλων μου, μεχρις εκει. Αλλο παραδειγμα:

βοτσαλο στη θαλασσα

Το βιοσωμα των παιδιων δεν τελειωνει στα ακροδακτυλα τους αλλα εκει που το βοτσαλο χτυπα το νερο, εκει που οι κυματισμοι απο την προσκρουση στο νερο χανονται. Τα παιδια, πετωντας βοτσαλα στο νερο, εμπειρωνται ακριβως αυτο το μαγευτικο, οτι το σωμα τους δεν τελειωνει στην επιδερμιδα τους. Γι' αυτο, μαγεμενα, παιζουν αυτο το παιχνιδι εμμονικα.

Τωρα ζωντανευουν παραξενα οι παρακατω στιχοι του Γιωργου Σεφερη απο το "Σαντορινη":

αφησε τα χερια σου αν μπορεις, να ταξιδεψουν

εδω στην κοχη του καιρου με το καραβι

που αγγιξε τον οριζοντα. (...)

αφησε τα χερια σου αν μπορεις, να ταξιδεψουν

και βουλιαξε.

Το ποιημα αναφερεται στην Νεκυια, στο καραβι του Οδυσσεα που φτανει στον Κατω Κοσμο. Τα χερια, δηλαδη το βιοσωμα, καλουνται να ταξιδεψουν, δηλαδη να φτασουν, μεχρις εκει, μεχρι τον τοπο των πεθαμενων.

Η φωνη. Οπως το σωμα μου εκτεινεται, ταξιδευοντας με το καραβι, η ακολουθωντας  το βοτσαλο στην τροχια του, ετσι συμβαινει και με την φωνη μου, που τανυζει το σωμα μου, το βιοσωμα, μεχρις αυτον στον οποιο αποτεινομαι.

Ο ιαπωνας σκηνοθετης του θεατρου Toshiharu Takeuchi ανεπτυξε μια ασκηση γι' αυτο στο οποιο εγκειται καθε συνομιλια, οτι αποτεινεται καποιος σε καποιον. Σ' αυτην την ασκηση στεκονται δυο ανθρωποι αντικριστα. Ο Α αποτεινεται τον Β με μια συντομη φραση, π.χ. "Παμε στην καφετερια;", η: "Σημερα εισαι στις ομορφιες σου." Κατοπιν ο Β του γυριζει την πλατη, και ο Α αποτεινεται στην πλατη του Β. Οταν ο Β νοιωσει πως ο Α πραγματι του αποτεινεται, γυριζει και απαντα. Στην αρχη πολλοι δεν παρατηρουν τιποτα ιδιαιτερο, απλως γυριζουν και απαντουν. Ο δασκαλος, τους προτεινει ν’ ακουσουν τον Α να τους αποτεινεται ακομα μια φορα και να προσεξουν καλα, εαν πραγματι ο Α τους αποτεινεται. Και τοτε σιγα-σιγα οι μαθητευομενοι δειχνουν απορημενοι και δηλωνουν διαφορα, οπως:

- Μοιαζει σαν ο Α να μην αποτεινεται σ' εμενα αλλα σε καποιον διπλα μου. - Ο Α αποταθηκε σε καποιον που βρισκεται δυο-τρια βηματα πισω μου. - Ο Α αποταθηκε σε καποιον πανω και περα απ' το κεφαλι μου. - Η φωνη του Α δεν φτανει μεχρι εμενα. - Μου φανηκε πως ο Α μου αποταθηκε, μα δεν ειμαι τελειως σιγουρος.

Η ακομα, μεταξυ αλλων: - Η φωνη του Α αγγιξε την πλατη μου. - Αγγιξε το αυτι μου και πεταξε περα. - Γλιστρησε πανω στην πλατη μου. - Τωρα η φωνη του Α με χτυπησε δυνατα.

Κι εκεινοι που συμμετεχουν στην ασκηση ως παρατηρητες, παρατηρουν πως σιγα-σιγα μπορουν να βλεπουν τα ιχνη της φωνης. Αυτα πολλες φορες διαγραφουν μια καμπυλη και πεφτουν κατω. Διασπωνται σε διαφορες κατευθυνσεις. Πετυχαινουν τον στοχο και πετουν περα, προς τα εξω.

Ας επιχειρησουμε τωρα ν' αναγνωρισουμε το ετσι εννοουμενο βιοσωμα, εδω και τωρα. Σας μιλω, ομως μιλω στο μικροφωνο. Το σωμα μου εκτεινεται εως το μηχανημα που εχω μπροστα μου. Τωρα αφηνω το μικροφωνο. Με τη φωνη μου, που τωρα μονο ακουτε πραγματικα, το σωμα μου εκτεινεται εως εσας. Το βιοσωμα μου εχει τα ορια του σ' εσας. Οριζεται απο εσας. Με το ακουσμα σας, που δεχεται τη φωνη μου, το σωμα σας εκτεινεται εως εμενα. Το βιοσωμα σας εχει τα ορια του σ' εμενα. Οριζεται απο εμενα.

Ετσι το βιοσωμα μου δεν ειναι ποτε δικο μου, με την εννοια που θεωρω δικο μου το φυσικο μου σωμα. Οταν μιλαμε ο ενας στον αλλο, οταν ακουμε ο ενας τον αλλο, ειμαστε ενα σωμα, διαχεομαστε σ' ενα σωμα. Σ' ενα ποιημα ο Paul Celan αναφερεται στον ρωσο ποιητη Ossip Mandelstamm:

τ’ ονομα Ossip ερχεται κατα σενα, του μιλας

για ο,τι ηδη γνωριζει, σου το παιρνει, με χερια,

του λυνεις απο τον ωμο το μπρατσο, το δεξι, τ’ αριστερο,

κολλας τα δικα σου στη θεση τους, με χερια, με δαχτυλα, με γραμμες,

- ο,τι αποσπαστηκε δενει και παλι -

να, τα 'χεις, να παρ’ τα, να, τα 'χεις και τα δυο,

τ’ ονομα, τ’ ονομα, το χερι, το χερι,

να, παρ’ τα ενεχυρο,

το παιρνει κι αυτο, κι εχεις

παλι ο,τι ηταν δικο σου, ο,τι ηταν δικο του

Ο Heidegger δεν φτανει μεχρις εδω. Εδω φτανει ο Merleau-Ponty, και μαλιστα 20 χρονια πριν, στο εργο του "Φαινομενολογια της αντιληψης":

Ειναι σαν η προθεση του αλλου ανθρωπου να κατοικουσε το σωμα μου, και το δικο μου το δικο του.

Υπνωτισμενοι απο τον κυριαρχο τροπο αισθησης και σκεψης, αγνοουμε τετοια πραγματα. Εκπεφρασμενες εμπειριες τους υπαρχουν, συνεχιζει ο Merleau-Ponty,

στο παιδι που μαθαινει να μιλα, η στον συγγραφεα που λεει και σκεφτεται κατι για πρωτη φορα, τελικα σε ολους που μεταμορφωνουν ενα ορισμενο ειδος σιωπης σε ομιλια. … Η οπτικη μας του ανθρωπου παραμενει επιφανειακη οσο παραλειπουμε να παμε πισω σ' εκεινη την προελευση, οσο παραλειπουμε να βρουμε, κατω απο την φλυαρια των λεξεων, την αρχεγονη σιωπη, και οσο δεν περιγραφουμε την πραξη που σπαζει αυτην την σιωπη.

Το αρχεγονο στρωμα. Μας ενδιαφερει διοτι η ψυχαναλυτικη συνομιλια κορυφωνεται ακριβως στις ωρες που ευτυχει η επανοδος σε μια τετοια "πρωτη φορα". Οπως στο παιδι και στον συγγραφεα. Για το συμβαν της πρωτης φορας μιλα και ο Ιαπωνας νοητης Keiji Nishitani:

Αυτο το αιτημα ειναι σαν τομη, διοτι μας καλει να επιστρεψουμε στον πηγαιο μας "εαυτο" […], να απεκδυθουμε απαξ δια παντος εκεινων των παγιωμενων σχηματων και προτυπων που εγκλειουν την σκεψη, την αισθηση και την βουληση μας σε τυποποιημενα και φαινομενικα αιωνια πλαισια. Καλουμαστε να επιστρεψουμε στο πλεον θεμελιακο επιπεδο, οπου ο ανθρωπος ειναι απλως ανθρωπος η πλεον μονο υιος του ανθρωπου, τιποτα λιγοτερο και τιποτα περισσοτερο· οπου ειναι ολοτελα εκθετος, ασκεπος, γδυτος, με αδεια χερια, ανυποδητος, ομως επισης οπου μπορει και ν' ανοιξει το ενδοτατο της καρδιας του απεριφραστα.

Μια λεξη που γεννιεται απο τη σιωπη, δεν ειναι απλα λεξη. Ο Merleau-Ponty την αποκαλει geste, που, οπως και το αγγλικο gesture, δεν ειναι μονο χειρονομια αλλα αφορα την εκφραστικοτητα ολου του σωματος, αφορα το παλλομενο βιοσωμα. Η λεξη που γεννιεται απο τη σιωπη, γραφει ο Merleau-Ponty,

ειναι geste, και το νοημα της ο κοσμος.

Τι θα πει "το νοημα της ο κοσμος"; Ο Σεφερης δινει μια απαντηση οταν μιλα για το εργο του ποιητη ως αγωνα

[...] για να βρει εκεινη τη φωνη που ταυτιζεται [...] με τα πραγματα που θελει να δημιουργησει, η, αν θελουμε, που δημιουργει τα πραγματα ονομαζοντας τα. Το ακραιο οριο οπου τεινει ο ποιητης ειναι να μπορεσει να πει "γενηθητω φως " και να γινει φως.

Δηλαδη, ο Merleau-Ponty συνεχιζει,

(...) οταν παιρνουμε υποψη το συγκινησιακο περιεχομενο των λεξεων, αυτο που προηγουμενως αποκαλεσαμε την 'σωματικη τους εκφραστικοτητα', που ειναι σημαντικοτατη στην ποιηση, για παραδειγμα, θα μπορουσε να φανει οτι οι λεξεις, τα φωνηεντα και τα φωνηματα ειναι τοσο πολλοι τροποι να 'τραγουδιεται' ο κοσμος (...)

Στους Αρχαιους ἑρμηνεύω θα πει: μεταφραζω, ιδιαιτερα απο μια ξενη γλωσσα. Ομως η ξενη γλωσσα δεν ειναι μονο η γλωσσα που μιλανε αλλοι λαοι. Ξενη γλωσσα ειναι κι αυτη, προπαντων αυτη, της αρχεγονης σιωπης απο την οποια κατι λεγεται για πρωτη φορα. Ετσι ο Περικλης, γραφει ο Θουκυδιδης, μιλα για τον εαυτο του ως εναν αντρα ο οποιος ειναι σε θεση

γνῶναί τε τὰ δέοντα καὶ ἑρμηνεῦσαι ταῦτα

να γνωριζει τα δεοντα και να τα ερμηνευει. Εδω τὰ δέοντα δεν ειναι καποιοι γραπτοι κανονες και νομοι. Ειναι η κατασταση του Πελοποννησιακου Πολεμου, ομως οχι στην οπτικη των γεγονοτων του, αλλα στην ακουστικη της σιωπης του, σιωπης που κυοφορει τὰ δέοντα. Η ερμηνεια μεταφραζει αυτην την σιωπη και η μεταφραση της ειναι ενας λογος της πρωτης φορας.

Γι' αυτο και οι ποιητες, λεει ο Πλατωνας,

ἑρμηνῆς εἰσιν τῶν θεῶν

Μεταφραζουν σε λογο μιαν αλλη σιωπη.

Ο ψυχαναλυτης, οπως το βλεπω, ειναι ἑρμηνεύς: διερμηνεας, αν θελετε, οχι των λογων του πελατη του, αυτοι μεταφραζονται μονο σε τετριμμενη γλωσσα μοντελων, αλλα της σιωπηλης αλω, της σιγαλης αυρας τους. Κατα τουτο συγγενευει με το μικρο παιδι που πρωτοαρθρωνει τις λεξεις, με τον πολιτικο που ερμηνευει τὰ δέοντα, με τον ποιητη που αφουγκραζεται τις σιωπες στον αερα. Εδω ο ψυχαναλυτης μιλα οχι με το κεφαλι μονο, ουτε με την καρδια μονο, και οχι βεβαια με το στομα του μονο. Μιλα με ολο το σωμα του, καλυτερα, μιλα το σωμα του ολο. Κι αυτο ειναι ενα ζητημα που, οσο γνωριζω, η ψυχολογια και η ψυχαναλυση αγνοουν. Διοτι αυτες ειναι εγκλωβισμενες στην γνωστικη διχοτομια ψυχης και σωματος και δεν υποψιαζονται καν εκεινο που αναφερθηκε ως το βιοσωμα. Το γνωριζουν, οχι ως γνωση αλλα ως εμπειρια οι ποιητες. Σεφερης:

Κατα βαθος, ο ποιητης εχει ενα θεμα: το ζωντανο σωμα του.

Και ο Celan σε μια επιστολη:

Μονο αληθινα χερια γραφουν αληθινα ποιηματα. Δεν βλεπω καμια βασικη διαφορα μεταξυ χειραψιας και ποιηματος.

Ακουστε κι αυτο απο τον Peter Handke:

Σηκωσα το χερι να χαιρετησω το πουλι στον θαμνο, κι ενιωσα την μορφη του χαιρετουμενου στην παλαμη μου.

Στο εργο του Ingmar Bergman "Persona"

η Elisabeth Fogler, ηθοποιος, στη διαρκεια μιας παραστασης παθαινει αφωνια, που συνεχιζει τους επομενους τρεις μηνες, εισαγεται σε μια ψυχιατρικη κλινικη και η διευθυντρια την αναθετει σε μια νεαρη νοσηλευτρια,

την Alma. Στελνει και τις δυο στο εξοχικο της. Προς το τελος της διαμονης τους εκει, η Alma μιλα στην Fogler. Αναφερεται στον μικρο της γιο. Εδω η Alma ερμηνευει την Fogler: Δεν εξηγει, δεν απαντα στα γιατι και στα πως της αφωνιας της. Μεταφραζει την σιωπη της αφωνιας της σε λογο:

Μα το βασανο δεν ειχε τελειωσει

Το αγορι κυριευτηκε απο μια κατακλυσμικη

και ανειπωτη αγαπη για τη μητερα του

Αντισταθηκες απελπισμενα

γιατι ενοιωθες

οτι δεν μπορουσες να του την επιστρεψεις

Προσπαθεις ξανα και ξανα …

... αλλα οι συναντησεις μαζι του

ειναι σκληρες κι αδεξιες

Δεν μπορεις.

Εισαι ψυχρη και αδιαφορη

Κι αυτο σε κοιταει

Σε αγαπα κι ειναι μαλακο

κι εσυ θελεις να το χτυπησεις

που δεν σ' αφηνει σε ησυχια.

Σκεφτεσαι πως ειναι αποκρουστικο,

με τα παχια χειλη του και το ασχημο σωμα του

και με τα υγρα και παρακλητικα του ματια.

Σκεφτεσαι πως ειναι αποκρουστικο,

και φοβασαι.

Ειναι αυτη η σκηνη.

Στα τελευταια λογια Alma και Fogler γινονται ενα προσωπο. Η μια κατοικει, θυμομαστε τον Merleau-Ponty, το σωμα της αλλης. Νοιωθει, θυμομαστε τον Peter Handke, την μορφη της προσφωνουμενης στο προσωπο της.

Σε μια παλιοτερη ομιλια στην Βιεννη γραφω για εναν παρισταμενο συναδελφο και φιλο μου:

Ο κυριος Förster. Τον βλεπω. Η φραση 'Τον βλεπω' σημαινει συγχρονως 'με βλεπει', ασχετα με το αν το βλεμμα του ειναι στραμμενο προς εμενα η οχι. Με βλεπει και η οψη του, σαν μαγικο ραβδι, με αγγιζει και κατευθειαν με αδειαζει και με ρυθμοποιει σε Förster. Ειμαι

οπως ενα δεντρο που στην κορμοστασια του βοουν οι κυριαρχοι ανεμοι, οι "σημαντορες ανεμοι" λεει ο Ελυτης, της περιοχης, η οπως,

Los Angeles’ Complex.jpg

Daido Moriyama, Los Angeles’ Complex

οδηγωντας το αυτοκινητο, γινομαι μερος του, και του δρομου. Γνωριζω μεν τον κυριο Förster εδω και 40 χρονια και ειμαι οδηγος πανω απο 50 χρονια, ομως η οικειοτητα δεν σημαινει τιποτα. Το ιδιο ισχυει για τα παντα και τους παντες, οπως για την αγνωστη κυρια που καθεται απεναντι μου.

Οταν η μητερα αποκαλει το παιδι της "σπλαχνο μου", "τζιερι μου", ο ενας συντροφος τον αλλο "καρδια μου", οταν η αθλητικη ομαδα, μαζι με τους οπαδους της, ειναι "μια γροθια", η στρατιωτικη δυναμη "σωμα στρατου", αυτες οι εκφρασεις πρεπει να εννοηθουν κυριολεκτικα: με παμπολλους τροπους ο εαυτος εκτεινεται σε αλλους εαυτους, απορροφαται σε αλλους εαυτους. Προσφατα ενας αντρας μιλουσε για ενα περιστατικο οπου, ειπε, φεροταν οπως ακριβως η μητερα του. "Ειναι σαν η μητερα σας να ζουσε και να δρουσε δια σωματος σας", του ειπα. Το ακουσε.

Απο εδω μπορουμε να εννοησουμε το φαινομενο το οποιο ο Freud οριζει ως "μεταβιβαση". Η λεξη δεν ονομαζει το φαινομενο αλλα μια εξηγηση του με βαση κυριαρχα δογματα και μοντελα της σκεψης. Μιλα για συναισθηματα π.χ. προς τον πατερα  που μεταβιβαζονται στον ψυχαναλυτη. Κατι τετοιο ποτε δεν το αναγνωριζουμε ως εμπειρια μας γιατι τα συναισθηματα δεν ειναι οπως τα πακετα που μεταφερονται με το Amazon. Αν την ωρα της λεγομενης "μεταβιβασης" ζητουσα απο τον πελατη μου να ζωγραφισει το προσωπο στο οποιο αποτεινεται, κι αν αυτος ειχε το καταλληλο αισθητηριο, τοτε θα προεκυπτε μια μορφη παρομοια με εκεινη οπου τα προσωπα της Vogler και της Alma συντηκονται: μια μορφη με χαρακτηριστικα τοσο δικα μου οσο και του πατερα του.

Οταν συμβαινει μια ερμηνεια οπως αυτη που εδω αναφερθηκε, σε ανυποπτο χρονο και τοπο, σε μια ωρα της "πρωτης φορας" οπου, συνοψιζω, ενα ειδος σιωπης μεταμορφωνεται σε ομιλια και τραγουδιεται ο κοσμος, η φωνη φτανει στον αλλο σαν χαδι, τα σωματα φτανουν να κατοικουν το ενα το αλλο.

Πως να τη μαθω ετουτη τη θρησκεια;

 

Εικονες του θανατου

Οσο παραδοξο και ν' ακουγεται, οταν ξεκινω για το Συνταγμα, ειμαι ηδη εκει. Διαφορετικα δεν θα μπορουσα ποτε να παρω κατευθυνση και να φτασω. Οταν σχεδιαζω ενα ταξιδι, ειμαι ηδη σ' εκεινον τον τοπο, μ' εκεινους τους ανθρωπους, και, οντας εκει, προ-διατεθειμενος απο το εκει, θα το αποφασισω, θα το οργανωσω και θα ξεκινησω.

Τουτο δεν αφορα μονο την μετατοπιση στον χωρο. Η κινηση εννοειται με την ευρεια αριστοτελικη εννοια: γένεσις που ηδη βρισκεται στην φθορά, αὔξησις που ηδη βρισκεται στην φθίσιν, ἀλλοίωσις που ηδη βρισκεται στο αλλο της.

Στην εναρξη ενεχεται η προδρομη καταληξη. Ο καθε δρομος ειναι καθοδον εποχουμενος επι του τελους του. Εαν δεν ηταν ετσι, κανεις θα παραδερνε αδιακοπα, η θα ακινητοποιουνταν παραυτα.

Ομως ο καθε δρομος προχωρει καταμεσις στην ροη εκεινου του μεγαλου ρευματος που καλειται ζωη. Η προδρομη καταληξη που κατευθυνει στο Συνταγμα, που πραγματωνει την εκδρομη, η καθε προδρομη καταληξη στην φθορα, στην φθιση, στο Αλλο της αλλοιωσης ρεει η ιδια μεσα στο ρευμα της ζωης.

Και απο που παιρνει το ρευμα της ζωης την κατευθυνση του; Η προδρομη, οχι πλεον καταληξη, αλλα εκβολη του ρευματος της ζωης ειναι ο θανατος. Αν καθε κινηση ειναι καν δυνατη και υπαρκτη μεσα απο την προδρομη καταληξη της, τελικα καθισταται δυνατη και υπαρκτη μεσα απο την προδρομη εκβολη στον θανατο.

Η εικονα καθε προδρομης καταληξης σε κατι, προβαλλει στο φοντο του θανατου. Αυτο που δινει στα πραγματα της ζωης κινηση και, ναι, ζωντανια ειναι ο θανατος.

Ζωντας, κινουμενοι προς τον θανατο, βρισκομαστε ηδη εκει. Εκει, που; Καταρχην και κατα το πλειστον στην εκαστοτε εικονα μας του θανατου: εικονα του τελους, εικονα ματαιωσης, εικονα σηψης, εικονα μοναξιας μεσα στο χωμα, εικονα επιβραβευσης και καταδικης σε μια μελλουσα ζωη, εικονα εξαλειψης του Εγω, εικονα αναπαυσης κ.ο.κ.

Οι εικονες μας του θανατου δεν αφορουν τον θανατο. Ειναι προεκτασεις, υπερθετικες μορφες του καθοριστικου τροπου με τον οποιο ζουμε την ζωη μας:

- Ο θανατος ως τελος: μια ζωη-σιριαλ με επιμερους επεισοδια οπου το καθενα, τελειωνοντας, χανεται, σαν ποτε να μην εγινε.

- Ο θανατος ως αιωνια ματαιωση: μια ζωη που κατεχεται απο το ακορεστο "ο,τι φαμε κι ο,τι πιουμε".

- Ο θανατος ως σηψη: μια ζωη που επιμενει ως αντισταση στην καταπτωση και στην φθορα .

- Ο θανατος ως απολυτη μοναξια: μια ζωη εγκλωβισμενη στην φυλακη της ατομικοτητας.

- Ο θανατος ως τελικη επιβραβευση, η καταδικη: μια ζωη που κυριαρχειται απο την λογοδοσια σε εναν κριτη.

- Ο θανατος ως εξαλειψη του Εγω: μια ζωη ως αυτοερωτικη διαγωγη.

- Ο θανατος ως αναπαυση: μια ζωη ως αγωνας και βασανο.

ἀνθρώπους μένει ἀποθανόντας ἃσσα οὐκ ἔλπονται οὐδὲ δοκέουσιν

Στους ανθρωπους, οταν πεθανουν, μενουν οσα ουτε ελπιζουν ουτε διανοουνται, λεει ο Ηραλειτος.

Οι εικονες μας του θανατου δεν αφορουν τον θανατο. Ειναι εικονες διαιωνισης του τελους, της ματαιωσης, της φθορας, της μοναξιας, εικονες της τελικης κρισης, εικονες του κοσμου απο τις οποιες το Εγω λειπει, εικονες επιτελους αναπαυσης.

Ο τρομος του θανατου ειναι τελικα τρομος εμπρος στην ατελειωτη προεκταση της ζωης: τρομος εμπρος στο μαρτυριο της αθανασιας, δηλαδη της διαιωνισης αυτου το οποιο εχει καθορισει, μονοπωλησει, μαλιστα υπεξαιρεσει την ζωη μας. Ο τοπος ενος τετοιου θανατου ειναι ο Ταρταρος. Εκει ο Σισυφος, o Τανταλος, οι Δαναϊδες, διαγουν ακριβως την προεκταση πραξεων που σημαδεψαν την ζωη τους στον αιωνα τον απαντα. Αυτα τα πλασματα δεν μπορουν να πεθανουν. Οσο περισσοτερο το αδιανοητο του θανατου παραβιαζεται απο μια παρασταση του, η οποια θεωρει οτι τον εχει συλλαβει σε μια εννοια, τοσο δυσκολοτερο ειναι για αυτον τον ανθρωπο να πεθανει. Στον Ταρταρο δεν μπορεις ουτε να ζησεις, ουτε και να πεθανεις.

Δεν μπορεις να ζησεις διοτι η ζωη σου δεν εχει καμια προδρομη καταληξη για οδηγο. Και δεν εχει οδηγο διοτι αγεσαι απο μια εικονα του θανατου κατ' εικονα και ομοιωση σου - εναν θανατο σαν τα μουτρα σου. Εισαι δισκος που κολλησε σε μια αεναη επαναληψη του ιδιου.

Και δεν μπορεις να πεθανεις διοτι δεν εισαι αρκετα καθαρος για να αφεθεις στο αδιανοητο, στην προδρομη εκβολη στο αδιανοητο.

Αυτος ο ανθρωπος ειναι ανεκρος.

Οι εικονα σου του θανατου δεν αφορα τον θανατο. Διοτι καθε τελος, καθε ματαιωση, καθε φθορα, καθε μοναξια, καθε λογοδοσια και καθε εγωτητα, καθε βασανο και καθε αναπαυση, με τον θανατο πεθαινουν μαζι σου. Προδρομη εκβολη στον θανατο θα πει:

- Οι εικονες δεν εμμενουν στον εαυτο τους. Φωλιαζουν στο λικνο του ανεικονιστου. (Γι' αυτο λεει ο Heidegger σε μια παραδοση για τον Ηρακλειτο: "... καθε εικονα εμφανιζεται μεσα απο το ανεικονιστο, το οποιο προσ-καλει την εικονα."

- Τα λογια δεν εμμενουν στον εαυτο τους. Φωλιαζουν στο λικνο της σιωπης. (Γι' αυτο γραφει ο Beckett για τις λεξεις: "Σταλες της σιωπης μεσα στην σιωπη." [The Unnamable])

- Οι γνωμες δεν εμμενουν στον εαυτο τους. Φωλιαζουν στο λικνο του αδιανοητου. (Γι' αυτο στην "Αντιγονη" του Σοφοκλη λεει ο Φυλακας: "Αλοιμονο, τι δεινο, οποιος εχει γνωμη να εχει και λαθος γνωμη!")

Με τι να παρομοιασω

κοσμο και ζωη των ανθρωπων

Με τον ισκιο του φεγγαριου

οταν στην δροσοσταλιδα αγγιζει

το ραμφος απο το νεροπουλι

Σαν την παρεις στο χερι

Η παχνη του φθινοπωρου διαλυεται

Σε καυτα δακρυα.

Dôgen


Σισυφος

Ο μυθος

καὶ μὴν Σίσυφον εἰσεῖδον κρατέρ' ἄλγε' ἔχοντα,

λᾶαν βαστάζοντα πελώριον ἀμφοτέρῃσιν.

ἦ τοι ὁ μὲν σκηριπτόμενος χερσίν τε ποσίν τε

λᾶαν ἄνω ὤθεσκε ποτὶ λόφον· ἀλλ' ὅτε μέλλοι

ἄκρον ὑπερβαλέειν, τότ' ἀποστρέψασκε Κραταιΐς·

αὖτις ἔπειτα πέδονδε κυλίνδετο λᾶας ἀναιδής.

αὐτὰρ ὅ γ' ἂψ ὤσασκε τιταινόμενος, κατὰ δ' ἱδρὼς

ἔῤῥεεν ἐκ μελέων, κονίη δ' ἐκ κρατὸς ὀρώρει.

(Οδύσσεια, Λ, στ. 593-600)

SISYPHUS, in Greek mythology, son of Aeolus and Enarete, and king of Ephyra (Corinth). He was the father of the sea-god Glaucus and (in post-Homeric legend) of Odysseus. He was said to have founded the Isthmian games in honour of Melicertes, whose body he found lying on the shore of the Isthmus of Corinth (Apollodorus iii. 4). He promoted navigation and commerce, but was avaricious and deceitful. From Homer onwards Sisyphus was famed as the craftiest of men. When Death came to fetch him, Sisyphus put him into fetters, so that no one died till Ares came and freed Death, and delivered Sisyphus into his custody. But Sisyphus was not yet at the end of his resources. For before he died he told his wife that when he was gone she was not to offer the usual sacrifice to the dead. So in the under world he complained that his wife was neglecting her duty, and he persuaded Hades to allow him to go back to the upper world and expostulate with her. But when he got back to Corinth he positively refused to return, until forcibly carried off by Hermes (Schol. on Pindar, Ol. i. 97). In the under world Sisyphus was compelled to roll a big stone up a steep hill; but before it reached the top of the hill the stone always rolled down, and Sisyphus had to begin all over again (Odyssey, xi. 593). The reason for this punishment is not mentioned in Homer, and is obscure; according to some, he had revealed the designs of the gods to mortals, according to others, he was in the habit of attacking and murdering travellers. The subject was a commonplace of ancient writers, and was depicted by the painter Polygnotus on the walls of the Lesche at Delphi (Pausanias x. 31).

Ποια ειναι η τιμωρια του Σισυφου; Ανεβαζει εναν βραχο ψηλα, κι αυτος κυλα παλι προς τα κατω. Ομως αυτο δεν ειναι που ο ιδιος ο Σισυφος επεχειρησε επανειλημμενα; Και ματαια; Να ανεβει απο τον κατω στον επανω κοσμο;

Η τιμωρια του δεν ειναι μια αεναη επαναληψη της υβρης του; Η τραγικοτητα του δεν ειναι ακριβως αυτη η τυφλη επαναληψη που δεν εννοει να μαθει;

Η Περσεφονη φυλαγει τον Σισυφο στον Αδη.

Μελλανομορφη Αμφορα Αττικης, 530 π.Χ.

Και στην εικονα, η Περσεφονη, πισω του, εχοντας ανοιχτο των χιτωνα της, σαν να τον αφηνει να φυγει και μαζι τον περιμενει οταν, σιγουρα, θα ξαναγυρισει;

Καταστροφη

(Με αφορμη το Melancholia του Lars von Trier)

Η καταστροφη ειναι κατα-στροφη. Εδω το κατα- εχει τον χαρακτηρα μιας αναποδραστης μοιρας, ενος ρευματος που κινει, συμπαρασυρει προς ... μια - στροφη, και η στροφη ειναι τοσο αποτομη, τοσο επιτακτικη, τοσο βιαιη, που δεν εχει γυρισμο. Ειναι πορεια διχως επι-στροφη. Γεφυρα, που την περνας και γκρεμιζεται.

Η καταστροφη ειναι ακραιο φαινομενο. Καταλαμβανει ολη την υπαρξη. Απεναντι σ' αυτην τη μοιραια πορεια υπαρχουν δυο βασικες στασεις. Ακριβως επειδη προκειται για ακραιο φαινομενο, και επειδη καταλαμβανει ολη την υπαρξη, δεν υπαρχουν περιθωρια για διαβαθμισεις. Οι δυο στασεις ειναι απολυτες. Στο Melancholia εκπροσωπουνται αντιστοιχα απο τις δυο αδελφες, την Justine και την Claire (μαζι με την Claire και οι αντρες τους Michael και John).

Ηδη στην αρχη της ταινιας συμβαινει μια μικρη καταστροφη: Η πληθωρικη καταλευκη λιμουζινα μεταφερει τους νεονυμφους Justine και Michael στο κτημα της Claire, οπου θα λαβει χωρα το γαμηλιο παρτυ.

Σκοτεινα προσωπα. Και σε μια κλειστη στροφη, δυο ωρες ποδαροδρομο για το κτημα, η μικρη καταστροφη:

Limo X.jpg

Η λιμουζινα κολλα! Στον στενο δρομακο δεν χωραει να παρει την στροφη!

Τοτε λοιπον το προσωπο της Justine φωτιζεται.

Μοιαζει να το γλενταει. Γινεται τρυφερη και ερωτικη. Στις μανουβρες, οπου καποτε καθεται κι αυτη στο τιμονι, κανει πως τον παταει!

Η αναπαντεχη αντιδραση της, το προσωπο που φωτιζεται, συμβαινει οταν κατι παει να χαλασει στο γαμηλιο παρτυ. Το ηθελε καν, το παρτυ; Μηπως στην καταστροφη βρισκεται στο στοιχειο της; Μας προϊδεαζει για την σταση που θα παρει απεναντι σε μιαν αλλη, καθολικη αυτην τη φορα καταστροφη;

Φτανουν λοιπον στο κτημα πεζοι, με 2 ωρες καθυστερηση. Η Justine με τις γοβες στο χερι, λιγο κουρασμενη αλλα κεφατη.

Ειναι ξεγνοιαστη και παιζει.

Η Claire ομως τους περιμενει συγκρατημενα εξαλλη. Κραταει το προγραμμα και δειχνει στην αδελφη της τι χαθηκε μεχρι τωρα, τι αναστατωση προκληθηκε:

This is very much not my project. OK?

Αυτο δεν ειναι καθολου το πλανο μου. ΟΚ;

Η Justine εχει μαζευτει σαν παιδι που το μαλλωνουν.

Παντως, αντι να βιαστει να μπει στην αιθουσα, στους καλεσμενους που ξεροσταλιασαν να τους περιμενουν, πρωτα θα παει στους σταβλους, στον Abraham, το αγαπημενο της αλογο, να το χαιρετησει και να το αγκαλιασει.

Η ιστορια ξεκινα σε ενα κλιμα ακρας θετικοτητας: η καταλευκη λιμουζινα, σαν νυφουλα κι η ιδια, στην θαλπωρη της το ζευγαρι να λικνιζεται απαλα, ο σωφερ φοραει στολη και τους πηγαινει σ' ενα πανεμορφο κτημα, εκει τους περιμενει μια γιορτη τελεια οργανωμενη και πολυδαπανη, και ολα παραπεμπουν σε ενα μελλον στρωμενο με ροδοπεταλα.

Το μεγεθος και η χλιδη της λιμουζινας συμβολιζει την υπερ-θετικοτητα της καταστασης. Και τι συμβαινει;

Εμφραγμα. Οπως ενας θρομβος στην αρτηρια, η λιμουζινα, αυτο το υπερμεγεθες χλιδατο οχημα, στον στενο δρομο φρακαρει.

Μια δυνατοτητα να δουμε τι συμβαινει εδω, οδηγει στην ιστορια του Οιδιποδα. Ο Οιδιποδας ζητα απο το μαντειο να μαθει για τους γονεις του. Ο χρησμος δεν του λεει ποιοι ειναι. Ομως του λεει οτι θα σκοτωσει τον πατερα του και θα παντρευτει τη μητερα του. Ο Οιδιποδας, για να αποφυγει τη μοιρα του, φευγει απο την Κορινθο, στην οποια ζουσε υιοθετημενος απο τον εκει βασιλια που νομιζε πατερα του, και πηγαινει στη Θηβα. Οδευει κατευθειαν προς τη μοιρα του. Και οχι μονο σκοτωνει τον πατερα του και παντρευεται τη μητερα του. Μεσα απο τις δικες του ερωτησεις, μεσα απο τον δικο του τροπο να ερμηνευει ο,τι ακουει, καταληγει να αναγνωρισει τον ενοχο - αυτον τον ιδιο. [>Ποιος ειναι ο Οιδιποδας;]

Αραγε θα μπορουσε καπως ετσι να μας αφορα το Οιδιποδειο - οχι του Freud, αλλα του Σοφοκλη; Να υπογραμμιζει δηλαδη οτι εκει που εννοουμε να παιρνουμε την τυχη στα χερια μας, σκαβουμε οι ιδιοι τον λακκο μας; Ας το αποκαλεσουμε, το "αρχαϊκο οιδιποδειο". [> Το οιδιποδειο συμπλεγμα … "Δευτερη βολτα" ]

Θα το δουμε καθαροτερα σε μερικα παραδειγματα:

- Το λεγομενο "αιτημα" του ανθρωπου που απευθυνεται στον ψυχοθεραπευτη, δηλαδη η εικονα που εχει για τον τροπο με τον οποιο θα λυθει το προβλημα του. Ομως το αιτημα αναγκαστικα προκυπτει απο την ιδια νοοτροπια που εχει γεννησει και το προβλημα! Δεν οδηγει στη λυση του, αλλα ειναι μερος του προβληματος και η εκπληρωση του, αν ηταν καν δυνατη, θα εκανε το προβλημα ακομη οξυτερο.

- Εκεινος που κυριαρχειται απο την αναγκη της ασφαλειας θα καταληξει να εχει ματια μονο για ο,τι θα την διαταρασσει. Περιφρουρωντας την ασφαλεια ζει σε διαρκη ανασφαλεια.

- Εκεινος που θελει τον συντροφο του "δικο του", τον θελει κτημα του, τον εκμηδενιζει ως Αλλον και, ακριβως ετσι, θα τον χασει - ειτε αυτος συνεχισει να μενει κοντα του χαμενος ως Αλλος, ειτε φυγει και χαθει για τα καλα.

- Εκεινος που λαχταρα για τους δικους του, γονεις, συντροφους, παιδια, να μην τους αγγιζει τιποτα στεναχωρο, θα κανει ανθρωπους δυσφορικους, ανικανοποιητους και δυσαρεστημενους.

- Η επιστημονικη ερευνα και η χιμαιρα μιας εξαντλητικης εξηγησης του κοσμου: Χρονια, αιωνες τωρα η καθε απαντηση που δινεται δεν ησυχαζει, αλλα γεννα πολλαπλασια ερωτηματα.

- Η κατακλυσμικη πληθωρα των πληροφοριων που αντι για μεγαλυτερη καθαροτητα, τελικα αρρωσταινει: Information Fatigue Syndrome.

- Η δυναμη ειναι δυναμη μονο οταν συνεχως υπερβαινει τον εαυτο της, οταν γινεται μεγαλυτερη. Το ιδιο συμβαινει με την εξουσια και τον πλουτο. Στον αυχενα αυτων των ανθρωπων δεν απλωνεται μαξιλαρι, αλλα επικρεμαται η δαμοκλειος σπαθη της αδυναμιας, της υποτελειας, της φτωχειας. (Καποτε, και πολυ πριν απο την οικονομικη κριση, στη Χαλκιδικη ενας αντρας καθοτανε μεσα στο αυτοκινητο του, μια Jaguar, και τραγουδουσε με παθος: "... στη Δραπετσωνα πια δεν εχουμε ζωη …")

- Η ιδια μοιρα διεπει τις φουσκες των ακινητων και των υπερακτιων συναλλαγων, την χιμαιρα της ευμαρειας, το πλανερο παραμυθι ενος τελικου εφησυχασμου που καποτε θα θαψει τον πλανητη κατω απο τα ιδια του τα σκουπιδια.

Αυτα για το αρχαϊκο οιδιποδειο.

Επιστρεφουμε στο Melancholia. Ενα σημερινο μαντειο θα διαμηνυε στο ζευγαρι οτι ο δρομος για το κτημα και τη γαμηλια τελετη θα ειναι δυσκολος, κουραστικος, με απροοπτα. Τι κανει το ζευγαρι μας; Φροντιζει να αποφυγει τις δυσκολιες, την κουραση και τα απροοπτα. Και πως κοιταζει να το πραγματοποιησει αυτο; Μα, ακριβως παιρνοντας για τη μετακινηση του την καλυτερη, ασφαλεστερη, ανετοτερη λιμουζινα που υπαρχει στην αγορα. Και ακριβως ετσι ο λογος του χρησμου εκπληρωνεται!

Απο την αρχη, ηδη εμπρος σ' αυτην τη μικρη καταστροφη, οι δυο αδελφες προβαλλουν με μια διαμετρικα αντιθετη σταση. Το εμφραγμα, ειδαμε, φερνει στην Justine μια αναταση, το προσωπο της φωτιζεται, βγαινει στον φρεσκο αερα κυριολεκτικα και μεταφορικα. Αντιθετα η Claire εξοργιζεται με την ανατροπη του προγραμματος. Αντιμετωπιζει τη μικρη καταστροφη με υφος αγερωχο. Δεν ανεχεται τιποτα να της χαλασει τα σχεδια. Δεν υπαρχει δικαιολογια!

Αυτα βεβαια δεν ερχονται απο το πουθενα. Οι δυο τους ειναι διαφορετικοι χαρακτηρες. H Justine ειναι καπως ουφο. Απο διασπαρτες αναφορες μαθαινουμε οτι ειναι περιεργη, κανει "σκηνες"… Δεν ειναι τελειως του κοσμου τουτου. Γι' αυτο ακριβως και βλεπει πραγματα που οι αλλοι δεν προσεχουν. Ετσι ειναι η μονη στην παρεα που διακρινει τον πλανητη Melancholia, 10 φορες μεγαλυτερο απο τη γη, που κατευθυνεται πανω της και σε λιγες μερες θα την συντριψει:

What star is that?

Τι αστρο ειν' αυτο;

Η Justine "ξερει πραγματα". Ενας διαλογος με την Claire:

Justine: The earth is evil. We don't need to grieve for it.

Claire: What?

Justine: Nobody will miss it.

Claire: But where would Leo grow?

Justine: All I know is, life on earth is evil.

Claire: Then maybe life somewhere else.

Justine: But there isn't.

Claire: How do you know?

Justine: Because I know things.

Claire: Oh yes, you always imagined you did.

Justine: I know we're alone.

Claire: I don't think you know that at all.

Justine: 678. The bean lottery. Nobody guessed the amount of beans in the bottle.

Claire: No, that's right.

Justine: But I know. 678.

Claire: Well, perhaps. But what does that prove?

Justine: That I know things. And when I say we're alone, we're alone. Life is only on earth, and not for long.

Justine: Η γη ειναι κατι κακο. Δεν χρειαζεται να την θρηνησουμε.

Claire: Τι;

Justine: Δεν θα λειψει σε κανεναν.

Claire: Μα που θα μπορεσει να μεγαλωσει ο Leo;

Justine: Αυτο που ξερω ειναι πως η ζωη πανω στη γη ειναι κατι κακο.

Claire: Τοτε ισως η ζωη καπου αλλου.

Justine: Μα δεν υπαρχει.

Claire: Πως το ξερεις;

Justine: Γιατι ξερω πραγματα.

Claire: Ω, ναι. Παντα φανταζοσουν πως ηξερες.

Justine: Ξερω πως ειμαστε μονοι.

Claire: Δεν νομιζω καθολου οτι τα ξερεις ολ' αυτα.

Justine: 678. Η λοτταρια των φασολιων. Κανενας δεν μαντεψε τον αριθμο των φασολιων στο μπουκαλι.

Claire: Οχι, αυτο ειναι σωστο.

Justine: Αλλα εγω ξερω. 678.

Claire: Ενταξει, ισως. Μα τι αποδεικνυει αυτο;

Justine: Οτι ξερω πραγματα. Και οταν λεω πως ειμαστε μονοι, ειμαστε μονοι. Ζωη υπαρχει μονο στη γη, και οχι για πολυ ακομα.

Για το ουφο, γι' αυτον που φερνει μια τρελλα, η ζωη επανω στη γη ειναι κατι κακο, διοτι η αποκλειστικη καθηλωση σ' αυτην, η "ζωη του σκουληκιου", οπως γραφει καπου ο Hölderlin αναφερομενος στους Γερμανους, ειναι κολαση. Το ουφο ασφυκτια μεσα της. Στους Ελληνες της αρχαιοτητας, αντιθετα, συνεχιζει ο Hölderlin, ειναι δοσμενη η "φωτια του ουρανου". Κατι απ' αυτην τη φωτια εχει σημαδεψει την Justine. Τα χερια της δεν τελειωνουν στα ακροδακτυλα αλλα τεινουν, με μια δικη τους φωτια, προς εκεινη του ουρανου. VIDEO

Ετσι αυτο το ουρανιο σωμα, ο πλανητης Melancholia, ειναι κατι σαν ο αγνωστος φιλος απο παλια τον οποιο, χωρις να το υποψιαζεται, περιμενε μια ζωη, και τωρα ερχεται και θα κατακυριευσει τη γη. Η Justine, στην καθοριστικη σκηνη του εργου,

θα μπορουσε να πει στη φωτια του ουρανου που πλησιαζει, με τα λογια της Αρετουσας:

Για σεναν εγεννηθηκε στον κοσμο το κορμι μου.

Το δοσιμο, η απογυμνωση της απεναντι του, που, υπογραμμιζω, δεν ειναι εκουσια, αλλα της συμβαινει, ξεκινα με την απεκδυση των πραγματων που την κρατουσαν δεμενη στη γη:

> Οταν στη γαμηλια τελετη δεν μπορει να συμμετασχει και περιερχεται σε απογνωση, οι γονεις της, απο τους οποιους αποζητα συμπαρασταση, ενα τελευταιο κρατημα, την εγκαταλειπουν.

> Παραιτειται απο την εταιρεια που δουλευε, και οπου πριν λιγο ο διευθυντης της, στην προποση του, ειχε ανακοινωσει την προαγωγη της. Του λεει λιγο αργοτερα:

Nothing is too much for you, Jack. I hate you and your firm so deeply I couldn't find the words to describe it. You are a despicable power-hungry little man, Jack.

Τιποτα δεν ειναι υπεραρκετο για σενα, Jack. Σε μισω, εσενα και την εταιρεια σου τοσο βαθια που δεν θα ειχα τις λεξεις να το περιγραψω. Εισαι ενα ποταπο ανθρωπακι διψασμενο για δυναμη, Jack.

> Η χωρις νοημα, σαν φτυσιμο συνευρεση με εναν υπαλληλο της εταιρειας που γνωρισε εκεινο το βραδυ. Εξευτελιζει την ερωτικη πραξη, της δινει τροπον τινα τη χαριστικη βολη, την αποχαιρετα. VIDEO

> Ο αντρας, που πλεον δεν της σημαινει τιποτα, φευγει το ιδιο βραδυ.

Michael: So I guess … we'll take off now.

Justine: Yes.

Michael: This could have been a lot different.

Justine: Yes, Michael, it would have been ... But, Michael, what did you expect?

Michael: Jeah...You're right.

Michael: Λοιπον φανταζομαι … πως τωρα τελειωσαμε.

Justine: Ναι.

Michael: Θα μπορουσε να ηταν πολυ διαφορετικο.

Justine: Ναι, Michael, θα μπορουσε … Αλλα, Michael, τι περιμενες;

Michael: Ναι … εχεις δικιο. VIDEO

Ακολουθει μια βαρια καταθλιψη Τα παντα, της ειναι βαρος ασηκωτο.

Καταθλιψη Μπανιο2.jpg

Ακομα και να μπει στο μπανιο. Η Claire της κανει το αγαπημενο της φαγητο. Η Justine το δοκιμαζει:

Ειναι σαν σταχτη VIDEO

Η καταθλιψη θα χαθει εκεινη τη νυχτα που η Justine γυμνωνεται απεναντι στον πλανητη Melancholia.

Και το τελευταιο βραδυ τον βλεπει να ανατελλει. Ευδαιμονια.

Μενει λιγη ωρα ακομα μεχρι ο Melancholia να πεσει στη γη. Η Claire θελει να περασει τις τελευταιες στιγμες με ενα κρασι στην ταρατσα.

Claire: I want us to be together when it happens. Maybe out- outside on the terrace. Help me Justine. I want to do this the right way.

Justine: You'd better do it quickly.

Claire: A glass of wine, together, maybe.

Justine: You want me to have a glass of wine on your terrace?

Claire: Yes. Will... will you do it, Sis?

Justine: How about a song? Beethoven's Ninth. Something like that? Maybe we could light some candles. You want us to gather on your terrace to sing a song, have a glass of wine, the three of us?

Claire: Yes. That would make me happy.

Justine: Do you know what I think of your plan?

Claire: No. I was hoping you might like it.

Justine: I think it's a piece of shit.

Claire: Justine, please. I just want it to be nice.

Justine: Nice? Why don't we meet on the fuckin' toilet?

Claire: Then let's not.

Justine: You're damn right, let's not.

Claire: Sometimes I hate you so much, Justine.

Claire: Θελω να ειμαστε μαζι οταν θα συμβει. Ισως εξω - εξω στην ταρατσα. Βοηθησε με Justine. Θελω να το κανω με τον σωστο τροπο.

Justine: Κοιταξε να το κανεις γρηγορα.

Claire: Ενα ποτηρι κρασι, μαζι ισως;

Justine: Θελεις να παρω ενα ποτηρι κρασι στην ταρατσα σου;

Claire: Ναι. Θα … θα το κανεις αδελφουλα;

Justine: Τι θα 'λεγες και για ενα τραγουδι; Ενατη του Beethoven. Κατι τετοιο; Ισως ν' αναβαμε μερικα κερια. Θελεις να μαζευτουμε στην ταρατσα σου, να πουμε ενα τραγουδι, να παρουμε ενα ποτηρι κρασι, οι τρεις μας;

Claire: Ναι. Αυτο θα μ' εκανε ευτυχισμενη.

Justine: Ξερεις τι σκεφτομαι για το σχεδιο σου;

Claire: Οχι. Ελπιζα να σου αρεζε.

Justine: Σκεφτομαι πως ειναι ενα ματσο σκατα.

Claire: Justine, σε παρακαλω. Θελω μονο να ειναι ομορφο.

Justine: Ομορφο; Γιατι δεν μαζευομαστε στην γαμημενη την τουαλετα;

Claire: Τοτε ας το αφησουμε.

Justine: Εχεις πολυ δικιο. Ας το αφησουμε.

Claire: Καποιες φορες σε μισω τοσο πολυ, Justine. VIDEO

Αμεσως μετα η Justine μιλα με τον μικρο γιο της Claire Leo, που φοβαται. Εδω η Justine εχει τη δικη της απαντηση για τον τροπο που θα περασουν τις τελευταιες στιγμες.

Leo: I'm afraid that the planet will hit us anyway.

Justine: Don't be. Please.

Leo: Dad says there's nothing to do then. Nowhere to hide.

Justine: If your dad said that, then he's forgotten about something. He's forgotten about the magic cave.

Leo: Φοβαμαι πως ο πλανητης θα μας χτυπησει οπωσδηποτε.

Justine: Μη φοβασαι, σε παρακαλω.

Leo: Ο μπαμπας λεει πως τοτε δεν μπορεις να κανεις τιποτα. Δεν εχει πουθενα να κρυφτεις.

Justine: Αν το ειπε ο μπαμπας σου, τοτε ξεχασε κατι. Ξεχασε τη μαγικη σπηλια. VIDEO

Το αλλοτριο, το αλλοκοτο, το αποτροπαιο της καταστροφης φωλιαζει μεσα στο Αλλο του παραμυθενιου κοσμου, του μαγικου, του "πνευματικου κοσμου". Το σκουληκι εχει συν-ουσιαστει με τη φωτια του ουρανου.

Ο Franz Kafka γραφει σε εναν απο τους "Αφορισμους":

Die Tatsache, daß es nichts anderes gibt als eine geistige Welt, nimmt uns die Hoffnung und gibt uns die Gewißheit.(62)

Το γεγονος οτι δεν υπαρχει παρα ενας πνευματικος κοσμος, μας παιρνει την ελπιδα και μας δινει τη βεβαιοτητα.

Η Claire τωρα.

Ειναι ολοτελα συντονισμενη στον τροπο του σκουληκιου. Μελημα της η ισορροπια, η ευμαρεια, η ασφαλεια. Δυο-τρεις φορες στο εργο, αντιμετωπη με τις παραξενιες της αδελφης της, αλλα και με τα ασυμβατα που θα της πεταξει στο κεφαλι, σαν συγχρονη Κασσανδρα, θα της πει:

Sometimes I hate you so much, Justine.

Καποιες φορες σε μισω τοσο πολυ, Justine.

Το γαμηλιο παρτυ ειναι σε εξελιξη. Η χλιδη και παλι κυριαρχη:

Η Claire, στην εγνοια της να πανε ολα καλα, να μην παρεισφρυσει καμια αρνητικοτητα, βλεπει την Justine να εχει πεσει. Την παιρνει σε ενα δωματιο.

Listen to me! We agreed that you weren't going to make any scenes tonight.

Ακουσε με καλα! Συμφωνησαμε οτι σημερα δεν θα κανεις σκηνες.

Η γιορτη τελειωνει και στο επικεντρο πλεον προβαλλει ο Melancholia.

That stupid planet

Αυτος ο χαζος πλανητης

λεει καπου η Claire, και προσωρινα καθησυχαζεται απο τον John, τον αντρα της, που ειναι ερασιτεχνης αστρονομος και στρουθοκαμηλιζει, για τον εαυτο του και ακομη περισσοτερο για να καθησυχαζει την Claire. Αυτη παντως παραμενει ανησυχη. Βρισκεται σε θεση αμυνας, καθως ειναι προσανατολισμενη σ' ολα αυτα που θα χασει.

Ενα βραδυ κοιταζει τον Melancholia απο το τηλεσκοπιο με εναν βουβο τρομο. Αναζητα πληροφοριες στο ιντερνετ. Ο John την πειθει για μια φορα ακομα. Ομως οχι για πολυ. Γυριζει απο το χωριο με κατι χαπια. Ο John καταλαβαινει την προθεση της:

Trying to kill us all?

Θελεις να μας σκοτωσεις ολους; VIDEO

Που σημαινει οτι επικοινωνουν και σ' ενα αλλο επιπεδο, ειλικρινεστερο, απο ο,τι μαρτυρουν τα λογια τους. Η αυτοκτονια ως υστατη φυγη απο την καταστροφη, η ακραια αρνηση της: Αν ειναι να μου συμβει, τοτε να το κανω εγω!

Τελευταιο βραδυ. Ο Melancholia ανατελλει. Ολοι βγαινουν στην ταρατσα.

Η Justine.

Η Claire.

Για μια τελευταια φορα ο John, σε μια κριση πανικου της Claire, την καθησυχαζει με ενα ψεμα, οτι ο Melancholia δηθεν απομακρυνεται.

It's moving away from us with over 60000 miles per hour

Απομακρυνεται απο μας με πανω απο 60000 μιλια την ωρα VIDEO

Ο Melancholia δεν απομακρυνεται πραγματικα. Απλα φευγει για τον τελευταιο του κυκλο πριν πεσει επανω στη γη, οπως εδειχνε ενα σχεδιαγραμμα που κατεβασε η Claire απο το ιντερνετ.

Ξημερωνει η τελευταια μερα. Η Claire απορει που ο υπηρετης τους δεν ηρθε να εργαστει. Σε μια κουβεντα με την Justine επιμενει, αν και οχι τελειως σιγουρη:

Claire: It will pass us by tonight. John is quite calm about it.

Justine: Does that calm you down?

Claire: Yes, of course … I don't study things as the scientists

Claire: Σημερα το βραδυ θα μας προσπερασει. Ο John ειναι πολυ ησυχος.

Justine: Αυτο σε ησυχαζει;

Claire: Ναι, βεβαια. Εγω δεν μελετω τα πραγματα οπως οι επιστημονες.

Η Justine επισης δεν μελετα τα πραγματα. Ομως, στον διαλογο που αναφερεται προηγουμενως λεει: "I know things." Δεν μελετα γιατι ξερει. Κινειται σε εναν αλλο χωρο απο αυτον της γνωσης. Ο Pablo Picasso φερεται να ειπε καποτε:

Je ne cherche pas; je trouve.

Δεν ψαχνω. βρισκω.

Η Claire κατεβαινει στην ταρατσα με τον καφε της, χαλαρη και ευδιαθετη, αφου το κακο εχει, υποτιθεται, περασει, χουχουλιαζει στην πολυθρονα κατω απο τον γλυκο ηλιο. Ο John, σκοτεινιασμενος, παρατηρει στο τηλεσκοπιο του με ενταση. Η Claire κλεινει για λιγο τα ματια. Οταν τα ανοιγει, ο John δεν ειναι πια εκει. Θα τον βρει νεκρο στον σταβλο με το κουτι χαπακια που ειχε αγορασει η ιδια.

Αυτη παλι ανακαλυπτει οτι ο Melancholia εχει μεγαλωσει πολυ και πλησιαζει ακρατητος.

Απονεννοημενες ενεργειες: Αρπαζει το παιδι της και πηγαινει για το χωριο, το αυτοκινητο την προδιδει, γυριζει κουβαλωντας το, ποτε στην αγκαλια και ποτε στους ωμους της.

Ακολουθει ο διαλογος με την Justine. Θελει την ωρα του τελους να καθονται στην ταρατσα με ενα ποτηρι κρασι, κερακια και μουσικη. Θελει να φερει ακομα και αυτην την ωρα στα μετρα της. Η Justine, ειδαμε, θα το ματαιωσει.

Και φτανουμε στη μαγικη σπηλια, οπου, πιασμενοι απο τα χερια, περιμενουν το τελος. VIDEO

Η Claire ειναι μια οικεια μορφη. Καταλαβαινει τον εαυτο της μεσα απο την οικογενεια, τον αντρα και το παιδι της, το κτημα της, τον τροπο ζωης που ολα αυτα τα διασφαλιζει και τα ενισχυει. Ακριβως επειδη η ιδια ειναι αυτα που εχει, η καταστροφη τους ειναι ο απολυτος εφιαλτης. Η απολυτη απογνωση. Το μονο που της μενει ειναι η αμυνα, που ζηταει να περισωσει, και που εδω ειναι καταδικασμενη εμπρος στην σαρωτικη επελαση του Melancholia. Αυτη η καταστροφη δεν ειναι στροφη. Εκσφενδονιζει στο κενο. Η Claire κυριαρχειται απο τον απολυτο τρομο.

Και η Justine; Ποια ειναι η Justine; Θα την δουμε σε αναφορα με την παρακατω σκηνη: VIDEO

kirsten-dunst-topless.jpg

"Σου δινομαι", λεει στον Melancholia. Το δωσιμο της μοιαζει, ομως δεν ειναι ερωτικο. Λειπει καθε διεγερση. Και δεν περιμενει τιποτα απο τον αλλο. Καλυτερα, αν το ερωτικο δωσιμο περιμενει απο τον αλλο να σβυσει τον οιστρο του ερωτα, η Justine δινεται στην καταστροφη, του κοσμου και της δικης της.

βλεπουμε το σωμα μιας ερωσας - snapshot2.jpg

Και το χαδι δεν ειναι απαραιτητα αυτοερωτικο. Θα μπορουσε να ειναι ο ιδιος ο Melancholia που, δια χειρος της, απλωνεται στο σωμα της, το προδιαθετει, το προκαταλαμβανει για την εξαλειψη. Αν μιλουσαμε εδω για ερωτα, θα επρεπε να τον εννοησουμε σε ενα τελειως αλλο φως.

Για την Claire, που ειναι ο,τι εχει, αυτο το δωσιμο ειναι αδιανοητο. Της ειναι αδιανοητο να τα αφησει ολα να φυγουν, να γυμνωθει απο τα εχει και τα θελω της, να αφεθει να φυγει.

Οταν η Justine ενωπιον του Melancholia  γυμνωνεται, τουτο ειναι η τελευταια πραξη της απεκδυσης της των πραγματων που συναντησαμε προηγουμενως: γονεις, αντρας, δουλεια, ερωτας. Στεκοντας πλεον γυμνη απεναντι στον Melancholia, του αντ-αποκρινεται. Μιλα μαζι του, του αποκρινεται με το να του δινεται. Το δωσιμο της ειναι αυτοπαθες. Διδεται, παραδιδεται αυτο τουτο το Ειναι της. Διεγερση, παθος, συγκινηση προϋποθετουν ενα υποκειμενο-φορεα τους. Στο αυτοπαθες δωσιμο δεν υπαρχουν διοτι ο φορεας τους δεν ειναι πλεον εκει. Εχει, αυτος καθαυτον, υπεισελθει στην παραδοση.

Η γαληνη της λυτρωσης. Που ομως και παλι δεν ειναι η λυτρωση απο…, οπως συχνα συμβαινει στην αυτοκτονια, καλη ωρα του John, και εχει χαρακτηρα φυγης προς τα εμπρος. Εδω συμβαινει μια λυτρωση προς… Ειναι ενα Ναι που δεν λεγεται καν απο εναν φορεα της καταφασης. Ειναι η Justine καθαυτην που γινεται ενα Ναι.

Ποιο ειναι λοιπον το υποκειμενο της ανταποκρισης στην καταστροφη; Ταιριαζει καν εδω η λεξη "υποκειμενο"; Ταιριαζει καν να ονομαζεται; Μπορει καν να ανταποκριθει στον Melancholia με το ονομα της; Μπορει να το κρατησει; Δεν μπορει διοτι το "Justine" ανηκει στον κοσμο της Claire, οπου η ζωη περιοριζεται στη ζωη που χανεται. Το "Justine" δεν φτανει μεχρι τον χαμο. Ο ανθρωπος που καταλαβαινει τον εαυτο του μεσα απο το ονομα του, το κυριο ονομα του, δεν μπορει να πεθανει.

Τα κυρια ονοματα… Ηδη παιδι μου γεννηθηκε μια απορια με το ονομα μου. Ο κοσμος μου αποτεινονταν και με προσφωνουσε "Κωστα...", "Κωστακη...", "Γεμενετζη...". Καποια στιγμη λοιπον, θολα στην αρχη και φευγαλεα, αναρωτηθηκα: Περιεχομαι, περα για περα, στο ονομα μου; Η απαντηση μου ηταν σαφης: Οχι! Αυτοι που μου μιλουν, αποτεινονται σ' εμενα. Και, αν το "Κωστας" δεν καλυπτει το "εμενα", εχει η αντ-ωνυμια "εμενα" ενα ονομα, αντι του οποιου λεγεται; Η απαντηση μου ηταν και παλι σαφης: Οχι!

Θα μπορουσε αυτο το περαν του ονοματος, που σημαινει ("σημαινει", με την εννοια που η καμπανα σημαινει) το Ειναι μου, να εγκειται σε μια σιωπη, οχι στερητικη, αλλα που με περιβαλλει; Με αποπερατωνει; Με φερει στο λικνο της;

Θα μπορουσε ο Melancholia, θα μπορουσε η στροφη της καταστροφης να αφηνει πισω της την μονο-ζωη, αυτο που η Claire εκπροσωπει, και να στρεφει προς εκεινη τη σιωπη η οποια, και μονον αυτη, θα του ανταποκρινονταν, θα μιλουσε μαζι του; Θα μπορουσε μαλιστα καποιες φορες πρωτα η καταστροφη να αφυπνιζει το αναισθητο αισθητηριο εκεινης της σιωπης;

Στον Πορφυρα του Διονυσιου Σολωμου ενας νεος κολυμπα στη θαλασσα. Ωρα ευδαιμονιας, η ζωη σε ολον τον πλουτο της:

Kι η φύσις όλη τού γελά και γένεται δική του.

Οπου προβαλλει "ο τίγρης του πελάγου". Εκει,

Πριν πάψ' η μεγαλόψυχη πνοή

ερχεται η στροφη της καταστροφης του στα δοντια του καρχαρια. Και τοτε:

Άστραψε φως κι εγνώρισεν ο νιος τον εαυτό του.

Τελειωνοντας επιβαλλεται να εγκυψουμε σ' ενα ερωτημα που τιθεται πιεστικα ηδη απο τον τιτλο της ταινιας: "Melancholia". Δεν θα μπορουσε κανεις να ισχυριστει οτι η υποθεση αφορα μια γυναικα καταθλιπτικη και αυτοκτονικη, που εχει αναθεσει την αυτοκτονια της στον ομωνυμο πλανητη; Τα συμπτωματα αποδιδονται με ακριβεια - αλλωστε τοσο ο Lars von Trier οσο και η Kirsten Dunst, που υποδυεται την Justine, γνωριζουν την καταθλιψη ως εμπειρια. Δεν θα μπορουσαμε να πουμε οτι η ταινια αφηγειται απλα την ιστορια μιας ψυχοπαθολογιας;

Θα μπορουσαμε. Ομως τοτε θα ειχαμε μιλησει μεσα απο τον νου και τα ματια της Claire και των ομοιων της, δηλαδη της κυριαρχης κοινης γνωμης η οποια βλεπει καθε τι που της ειναι ασυμβατο, π.χ. την καταθλιψη, ως διαταραχη και ασθενεια. Σε μεγαλο βαθμο το βασανο του καταθλιπτικου εγκειται ακριβως στην εκθεση του στην πιεστικοτητα των αλλων. Το "δεν μπορω", οπως αυτο της Justine στο γαμηλιο παρτυ, στο μπανιο, στο φαγητο, γινεται βασανιστικο καθως πρεπει να διαψευσει τις προσδοκιες των γονιων, του αντρα της, της αδελφης της.

Πριν απο λιγο καιρο διαβασα στο Facebook το ποιημα μιας γυναικας που μιλα για την εμπειρια της, της καταθλιψης. Τελειωνει ως εξης:

Καταθλιψη καποιες φορες σημαινει

Ν' αγνοεις το καθε τηλεφωνο για εναν ολοκληρο μηνα

Γιατι, ναι, εχουνε τον σωστο αριθμο

Μα συ δεν εισαι το προσωπο που ζητανε, οχι πια.

Αν προσεξουμε θα δουμε οτι, τουλαχιστον σε καταστασεις οπου δεν ειμαστε αμετοχοι, η απλα λειτουργικοι, δεν ειμαστε ποτε οι ιδιοι. Τοτε, οπως υποδηλωνουν και οι τελευταιοι στιχοι, η καταθλιψη δεν θα ηταν παθηση ενος ατομου, αλλα μεταβαση σε ενα αλλο "ατομο", οπως λεει.

Τα πραγματα θα ηταν πολυ διαφορετικα αν βλεπαμε την καταθλιψη ως εναν αλλο τροπο υπαρξης. Οταν ο καταθλιπτικος βρεθει στο περιβαλλον που του αρμοζει, ανθιζει. Ετσι καποιος σε μια κλινικη της Ζυριχης αγαλλιαζε ακουγοντας το "Χειμερινο ταξιδι" του Schubert. Ειναι ακομα γνωστο το φθινοπωρο ως η εποχη στην οποια ο καταθλιπτικος βρισκεται στο στοιχειο του. Και, για να επανελθουμε στην Justine: η ελευση της καταστροφης, της μικρης καταρχην, οταν η λιμουζινα φρακαρει, και της μεγαλης καταστροφης, που δεν ειναι τιποτα, καθως η Justine χαριζει στον εαυτο της, στην Claire και στον γιο της εναν καλο θανατο.


Yayoi Kusama, Infinity

Καταπινε αντικαταθλιπτικα και θα περασει

Γκρεμισε την πυλη των ψευδαισθησεων

Μεσα στην αγωνια των λουλουδιων, το παρον δεν τελειωνει ποτε

Στα σκαλοπατια του ουρανου η καρδια μου αφηνει στην τρυφεραδα τους την τελευταια πνοη της

Καλωντας απο τον ουρανο, σιγουρη, διαφανη στη γαλανη της αποχρωση

Αγκαλιασμενη με τον ισκιο της συσκοτισης

Συννεφα καταιγιδας υψωνονται

Ηχοι δακρυων που χυνονται τρωγοντας το χρωμα του υβισκου

Γινομαι πετρα

Οχι στον χρονο τον απαντα

Αλλα στο παρον που οζει.

Swallow antidepressants

Η Yayoi Kusama, γεννηθηκε το 1929 σε μια μικρη ιαπωνικη πολη, στα 28 της μεταναστευσε στις Ηνωμενες Πολιτειες. Μετα απο 16 χρονια, το 1973 επεστρεψε στην Ιαπωνια. Το 1977 αποσυρθηκε σε μια ψυχιατρικη κλινικη, οπου ζει μεχρι σημερα. Πριν λιγες εβδομαδες το Time την συγκατελεξε στους 100 ανθρωπους που ασκουν την μεγαλυτερη επιρροη στον πλανητη.

Ηδη απο τα δεκα, γραφει στην αυτοβιογραφια της:

1952 A Flower

αρχισα να εχω καθημερινες οπτικες και ακουστικες ψευδαισθησεις (...) Απο πολυ νεαρη ηλικια συνηθιζα (...) να καθομαι σε λιβαδια αναμεσα σε μενεξεδες, χαμενη σε σκεψεις.

Going out into the Field 2006

Μια μερα ξαφνικα σηκωσα το κεφαλι μου και παρατηρησα οτι καθε μενεξες χωριστα ειχε τη δικη του, σχεδον ανθρωπινη φυσιογνωμια και εκπληκτη ακουσα ολους να μου μιλουν. Γρηγορα οι φωνες μεγαλωσαν σε αριθμο και σε ενταση, μεχρι που τ' αυτια μου αρχισαν να πονανε απο τους ηχους τους.

2009 flowers that bloom at midnight.jpg

flowers that bloom at midnight, 2009

fiberglass reinforced plastic, metal, urethane paint

Νομιζα πως μονο τα ανθρωπινα οντα μιλανε, και ξαφνιαστηκα που οι μενεξεδες χρησιμοποιουσαν λεξεις για να επικοινωνουν. Ολοι τους ηταν σαν μικρα ανθρωπινα προσωπα που με κοιταζαν. Τρομαξα τοσο που τα ποδια μου αρχισαν να τρεμουν.

Στηριχτηκα με δυσκολια στα ποδια μου κι αρχισα να τρεχω πισω στο σπιτι οσο πιο γρηγορα μπορουσα.

20130502000868_0.jpg

Ειχα σχεδον φτασει οταν ο σκυλος μας αρχισε να με κυνηγαει και να μου γαβγιζει - με ανθρωπινες λεξεις. Ορμηξα στο σπιτι μεσα σε πανικο και σκεφτομουν: Τι συμβαινει; Τι επαθα; Χλωμη και τρεμοντας χωθηκα σε μια ντουλαπα κι εκλεισα την πορτα, και μονο τοτε μπορεσα να παρω ανασα.

1939 Untitled

Καθομουν εκει στο σκοταδι, σκεφτομουν αυτο που ειχε συμβει και δεν μπορουσα να πω αν ηταν πραγματικο, η ενα ειδος ονειρο.

1939-01.jpeg

Untitled 1939

Οποτε συνεβαιναν πραγματα σαν αυτα, ετρεχα πισω στο σπιτι και σχεδιαζα στο τετραδιο μου της ζωγραφικης ο,τι ειχα μολις δει, ξεπετωντας το ενα σκιτσο μετα το αλλο.

Study of a Peony from a Sketchbook 1945

Αυτες τις ωρες δεν ημουν εδω. Ημουν σ' εναν ξεχωριστο κοσμο και ζωγραφιζα για να τεκμηριωσω τις εικονες που ειχα δει εκει.

1952-57.jpg

Ειχα πολλα σημειωματαρια γεματα απ' αυτες τις ψευδαισθησεις. Να τις καταγραφω βοηθουσε να μαλακωσει το σοκ και ο φοβος αυτων των επεισοδιων.

Και καταληγει:

Αυτη ειναι η προελευση των εργων μου. Ολη τη μερα δεν εκανα τιποτ' αλλο απο το να ζωγραφιζω. Εικονες αναδυονταν η μια μετα την αλλη, τοσο γρηγορα που ειχα δυσκολια να τις συλλαβω ολες. Και το ιδιο ειναι μεχρι σημερα, μετα απο πανω απο εξηντα χρονια σχεδιου και ζωγραφικης.

Και αλλου:

Η ζωγραφικη ηταν ενας πυρετος γεννημενος απο την απελπισια, ο μονος τροπος για μενα να συνεχισω να ζω σ' αυτον τον κοσμο. Επομενως θα μπορουσατε να πειτε οτι η ζωγραφικη μου γεννηθηκε με εναν πρωτογενη, διαισθητικο τροπο που λιγο εχει να κανει με την ιδεα της 'τεχνης'.

Και αλλου:

Η τεχνη μου εχει την προελευση της σε ψευδαισθησεις που μονο εγω βλεπω. Μεταφραζω τις ψευδαισθησεις και τις εμμονικες εικονες που με βασανιζουν, σε γλυπτα και πινακες. Ολα τα εργα μου σε παστελ ειναι παραγωγα της καταναγκαστικης νευρωσης κι επομενως ειναι αρρηκτα συνδεδεμενα με την αρρωστια μου. Παντως κανω και κομματια οταν δεν εχω ψευδαισθησεις.

Αν η Yayoi Kusama γνωριζε την σημειωση του Elias Canetti

Mια πληγη που γινεται σαν πνευμονας και διαμεσου του ανασαινεις.

θα ελεγε οτι γραφηκε γι' αυτην. Τουτο παντως μαζι με ενα acting out, εκδραματιση των συμπτωματων της. Στην πρωτη περιπτωση η πληγη συνιστα διασταση του Ειναι της. Στην δευτερη περιπτωση, της εκδραματισης, εν μερει κεκτημενη ταχυτητα, εναν υπερθετικο της τροπης απο την πληγη στην ανασα, εν μερει αντικειμενο εκμεταλλευσης και marketing - και τουτο ισως μεσα απο την υπερμετρη φλογα που την ωθουσε να ανταγωνιστει, να κατακτησει τον κοσμο. Τελη του 1980, καθως διαπραγματευονταν με την επιμελητρια της Tate Modern για μια εκθεση της, την ρωτησε αν μπορει να της υποσχεθει οτι θα την κανει πιο φημισμενη απο τον ζωγραφο Donald Judd, που ειχε επισης εκθεσει στην γκαλερι…

Και τα δυσκολα πρωτα χρονια στην Αμερικη, σε μια επισκεψη στο Empire State Building:

Κοιταζοντας κατω απο τον μεγαλυτερο ουρανοξυστη του κοσμου, αισθανομουν οτι στεκομουν στο οριο καθε εγκοσμιας φιλοδοξιας οπου πραγματι ολα ηταν δυνατα. Τωρα τα χερια μου ειναι αδεια, αλλα θα τα γεμισω με ο,τιδηποτε ποθει η καρδια μου, εδω ακριβως, στην Νεα Υορκη. Ενας τετοιος ποθος ηταν μεσα μου σαν βουερη φωτια.

Ο Rainer Maria Rilke γραφει στην Πρωτη Ελεγεια του Duino:

Γιατι το ωραιο δεν ειναι

παρα η απαρχη του τρομερου που μολις κι αντεχουμε,

Στην Kusama το τρομερο ειναι οι ψευδαισθησεις της.

Οταν τις καταγραφει σε εργα τεχνης, το βλεμμα της ειναι σαν αυτο της Μεδουσας:

οι ψευδαισθησιακες παρουσιες πετρωνουν, δηλαδη καθιζανουν σε μια μορφη.

Στο διηγημα του Georg Büchner Lenz, σ' ενα σημειο λεει ο Lenz:

Χθες καθως ανηφοριζα διπλα στην κοιλαδα, ειδα δυο κοπελλες να καθονται πανω σ’ εναν βραχο: η μια εδενε τα μαλλια της, η αλλη την βοηθουσε· και τα χρυσαφενια μαλλια επεφταν κατω, κι ενα σοβαρο χλωμο προσωπο, κι ομως τοσο νεανικο, κι η μαυρη στολη, κι η αλλη να νοιαζεται με τοση φροντιδα. Οι ωραιοτερες, οι βαθυτερες εικονες της παλιας γερμανικης σχολης δεν αποδιδουν τιποτε απ’ αυτο. Μερικες φορες κανεις θα ‘θελε να ‘ναι μεδουσοκεφαλη για να μπορεσει ενα τετοιο συμπλεγμα να το μεταμορφωσει σε πετρα και να φωναξει τον κοσμο.

Και ο Paul Celan, που παραθετει το σχετικο αποσπασμα σε μια ομιλια, συνεχιζει:

Κυρίες και Κυριοι, προσεξτε παρακαλω: "Κανεις θα 'θελε να ‘ναι μεδουσοκεφαλη" για να ... συλλαβει το φυσικο ως το φυσικο μεσω της τεχνης!

Εδω βεβαια "Μεδουσοκεφαλη" δεν σημαινει copy (του φυσικου) - paste (στον καμβα). Kusama:

Βαθια στα βουνα του Nagano, δουλευοντας με φυλλα λευκου χαρτιου σε μεγεθος letter, ειχα βρει την δικη μου μοναδικη μεθοδο εκφρασης: πινακες με μελανι που παρισταναν συσσωρευσεις απο μικροσκοπικες βουλες και σχεδια με μολυβι απο ατερμονες και συνεχομενες αλυσσιδες απο διαβαθμισμενες κυτταρικες μορφες, η παραξενες δομες που εμοιαζαν με μεγενθυμενα τμηματα απο κοτσανια φυτων.

1962 Net Covering the River.jpg

Net covering the river 1962

Τις σκοτεινες μερες του πολεμου, το σκηνικο της κοιτης του ποταμου πισω απο το σπιτι μας, οπου περασα απαρηγορητη μεγαλο μερος της παιδικης μου ηλικιας, εγινε η θαυμαστη πηγη ενος οραματος: τα εκατονταδες εκατομμυρια απο λευκες κηλιδες, η καθε μια ατομικα επαληθευσιμη, πραγματι "υπηρχαν" εκει,

1990 The Yangtze River.jpg

The Yangtze River 1990

μουσκεμενες στον ηλιο του κατακαλοκαιρου.

Με αλλο τροπο γραφει ο Friedrich Hölderlin σε ενα σχεδιασμα για το "τρομερο που μολις αντεχουμε":

Doch uns gebührt es, unter Gottes Gewittern,

Ihr Dichter! mit entblößtem Haupte zu stehen,

Des Vaters Strahl, ihn selbst, mit eigner Hand

Zu fassen und dem Volk ins Lied

Gehüllt die himmlische Gabe zu reichen.

Αλλά σ’ εμάς αρμόζει, στις καταιγίδες των θεών,

Ω ποιητές, με γυμνή να στέκουμε την κεφαλή

Του Πατέρα την αχτίδα, αυτήν, με το ίδιο μας το χέρι

Να συλλαμβάνουμε και στον λαό στο τραγούδι μέσα

Συγκαλυμμένο να παρέχουμε το ουράνιο δώρο.

Επειδη οι ποιητες, θα μπορουσαμε να πουμε οι καλλιτεχνες, με το εργο τους, ως το εργο τους, μεσολαβουν την "αχτιδα του Πατερα" στους ανθρωπους, ο Hölderlin τους ονομάζει Ημίθεους.

Την υποθεση της εμμονικης ενασχολησης της Kusama με το τρομερο, θα την δουμε στο παραδειγμα του φαλλου.

1963 aggregation-one-thousand-boats-show1.jpg

Aggregation: One Thousand Boats Show

Τον Δεκεμβριο του 1963 εκανα μια ατομικη εκθεση στην γκαλερι Gertrude Stein Gallery στη Νεα Υορκη με τον τιτλο Aggregation: One Thousand Boats Show. [Συσσωρευση: Το σοου "Χιλιες βαρκες"]. Ηταν η πρωτη μου εγκατασταση. Αναριθμητοι λευκοι, παραγεμισμενοι και ραμμενοι φαλλοι σκεπαζαν ολοτελα μια βαρκα με κουπια σε φυσικο μεγεθος. Παντου τριγυρω στη βαρκα, στο ταβανι και στους τοιχους, ηταν 999 μαυροασπρες φωτογραφιες της σε μεγεθος ποστερ. Οταν στεκοσουν σ' αυτο το δωματιο, οι χιλιες βαρκες αρχιζαν να στροβιλιζονται γυρω σου και να σου φερνουν ναυτια και παραισθησεις.

Ο λογος γι' αυτα τα πρωτα μου μαλακα γλυπτα ηταν οτι φοβομουν το σεξ σαν κατι βρωμικο. Ο κοσμος συχνα θεωρει οτι πρεπει να ειμαι μανιακη με το σεξ γιατι κανω τοσο πολλα τετοια αντικειμενα, ομως αυτο ειναι ολοτελα παρανοηση. Ειναι ακριβως το αντιθετο - κανω τα αντικειμενα γιατι με φρικαρουν. Αρχισα να κανω πεη για να θεραπευσω την αισθηση μου της αηδιας απεναντι στο σεξ. Το να αναπαραγω τα αντικειμενα παλι και παλι ηταν ο τροπος μου να κυριαρχησω στον φοβο. Ηταν ενα ειδος αυτοθεραπειας στην οποια εδωσα το ονομα 'ψυχοσωματικη τεχνη'. Σε καθε περιπτωση ημουν τ