βιβλιοθηκη / ΝΟΗΣΗ / Byung-Chul Han


Απο το Η καρδια του Heidegger [Heidegger's Herz, 1996], σ. 40
("Θεμελιακη διαθεση")
Η "απαρχη μιας πραγματικης ζωντανης φιλοσοφησης", λεει ο Heidegger, ειναι η "αφυπνιση μιας θεμελιακης διαθεσης". Η "αφυπνιση" οπως η "ληθη", δεν ειναι ψυχολογικη-ψυχαναλυτικη κατηγορια. Η αφυπνιση ως "εγερτηριο για αυτο που κοιμαται" δεν καλυπτεται απο τη συνειδητοποιηση του προηγουμενως ασυνειδητου. Λαμβανει χωρα σε μια πιστα ολοτελα διαφορετικη απο αυτην του υποκειμενου και της συνειδησης: "Η αφυπνιση της διαθεσης και η αποπειρα να προσεγγιστει αυτο το παραξενο πραγμα, τελικα συμπιπτει με το αιτημα μιας ολοκληρωτικης μετατοπισης της αντιληψης μας για τον ανθρωπο" 


Περι Των Πραγματων. Heidegger, Nietzsche και το Χαϊκου [Über die Dinge, περιοδικο Merkur, 1998]
Περισσοτερα


Απο το Ειδη θανατου  [Todesarten, 1998]
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Αυτος ερμηνευει τον θανατο.
Ο θανατος δεν σωπαινει για τιποτα.

Elias Canetti, Fliegenpein

Ευχαριστως - και γιατι οχι - θα εκανα μια εκδρομη με μια παρεα απο ολωσδιολου Κανενες. Στα βουνα φυσικα, που αλλου αλλωστε; Πως συνωθουνται αυτοι οι Κανενες μεταξυ τους, αυτα τα πολλα απλωμενα και κρεμασμενα χερια, αυτα τα πολλα ποδια, χωρισμενα απο απειροελαχιστα βηματα! Εννοειται πως ολοι ειναι με φρακο. Προχωραμε τραλαλα, ο ανεμος φυσα μεσα απο τα κενα που αφηνουμε εμεις και τα μελη μας. Στα βουνα οι λαιμοι ανοιγουν! Ειναι θαυμα το πως δεν τραγουδαμε.
Franz Kafka, Der Ausflug ins Gebirge

ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ ΦΩΛΙΑΣΜΕΝΟΣ με το μαγουλο -
σ' εσενα, ζωη

Paul Celan

Ο θανατος προσελκυει μια ενικη ρητορικη η οποια τον πολλαπλασιαζει, τον κανει να γινεται ενα ζωντανο φαινομενο, εμπειρια. Μια ενικη ευφραδεια φερνει σε γλωσσα το Ειναι προς τον θανατο. Ο θανατος δεν ειναι ενα απλο τελικο σημειο αλλα ενα μηδενικο σημειο της ζωης, οπου αυτη αρχιζει. Εχει ηδη απο παντα αρχισει να μιλα, να μουρμουριζει, να μιλα εγκαστριμυθα διαμεσου της ζωης. Τριγυρω του ανοιγουν κλαδια τα φαινομενα. [8] Κανει να ευδοκιμουν μεταφορες και μετωνυμιες. Πρωτα αυτη η αναγκαια φαινομενικοτητα κανει τη ζωη να ειναι. Ομως το φαινομενικο δεν ειναι το λαθος, δεν ειναι καποιο αντιθετο του αληθους. Το φαινομενικο δεν νοθευει απλα το Ειναι αλλα κατα εναν τροπο τον κανει να φαινεται, κι ετσι να γινεται γλωσσα. Συζηταει τον θανατο. Ο θανατος ως εμφανες φαινομενο γινεται ιστορια. Η φυση ειναι ηδη απο παντα σμιλεμενη απο την φαινομενικοτητα του θανατου. Η ακτινοβολια, ο ηχος της ευγλωττιας του, υπερκαλυπτει τη βουβαμαρα. Θα πρεπει ν' αφησουμε τον θανατο να μιλησει, να του δωσουμε τον λογο, συνειδητα η ασυνειδητα, μεχρι αυτος να μας αφαιρεσει καθε λογο, να μας κανει αδυνατη καθε εκφραση, καθε δυνατοτητα της εκφρασης, μεχρι να συντηχθει με την αδιαφορη φυση, με τη βουβαμαρα της - σ' εκεινο το αβυσσαλεο, ομως συναμα πολυ συνηθισμενο σημειο, στο τελικο σημειο που εισαγει μια απολυτη παραλυση του λογου, της ομιλιας, της γλωσσας, ενα στομωμενο τιποτα διχως καμια ευφραδεια, που θα ηταν πιο γυμνο απο τη σιωπη.
Το παρον βιβλιο διαγραφει μερικα, ομως οχι οποιαδηποτε ειδη θανατου, τουτεστιν εκεινα που μοιαζουν να βρισκονται πιο κοντα στον θανατο, πιο ομοια, αντι να τον θαμπωνουν με μια ακαμπτη φαινομενικοτητα, να τον προσεγγιζουν ασυμπτωτικα, να φωλιαζουν σ' αυτον. Θα ηταν ευφραδη συμπτωματα αυτης της ασυμπτωτικης φωλευουσας κινησης. Μια μιμηση του θανατου που ομως μεσα της διατηρει παντα μια διαφορα, μια μη ταυτοτητα, που κανονιζει καθε μεμονωμενη ρητορικη. Ολα τα μιμητικα, ασυμπτωτικα συμπτωματα παραπεμπουν σ' εκεινον τον τροπον τινα ουτοπικο τοπο οπου αφυπνιζεται Κανεις. Οι ακολουθες σκεψεις για τον θανατο ειναι καθοδον προς μια Κανενολογια.
Περισσοτερα

Φιλοσοφια του Ζεν-Βουδισμου [Philosophie des Zen-Buddhismus, 2002]
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Προλογος
Θρησκεία δίχως θεό
Κενό
Κανείς
Κατοίκηση στο πουθενά
Θάνατος
Φιλότητα
Περισσοτερα
Διγλωσσο


Πληγιασμενη απο τα ονειρα [Wundgeträumt, εμβολιμοι στιχοι στο θεατρο μουσικης δωματιου "Mondschatten" ("Ισκιος του φεγγαριου") της Younghi Pagh-Paan
2004]
Κολωνος. Η Αντιγονη στον Οιδιποδα:
Δικασε τους θεους,
Σκοτωσε τους.
Αδιαφοροι ειναι για τους ανθρωπους,
Αυτοι οι θεοι μας χτυπανε
πληγη στην πληγη.
Πληγιασμενη απ' τις πορειες
Πληγιασμενη απο το κλαμα
Πληγιασμενη απο τα ονειρα
Καταπληγιασμενη ειν' η ψυχη σου.
Ανασανε μες απο τις πληγες σου!
Ασε τις πληγες σου ν' ανθισουν!
Η πληγιασμενη σου κεφαλη ακομα
Δεν ειναι προσωπο του κανενα,
Ηλιος και φεγγαρι,
Του φωτος και της σκιας
Η φιλικη αλλαγη
Δεν καθρεφτιζονται πανω της.
Η ψυχη σου ειναι
Πια μονο φορτος.
Μεχρι τον θανατο
Θα την υποφερεις.
Κοψε την, την ψυχη σου.


Υπερπολιτισμικοτητα [Hyperkulturalität, 2005]
Πολιτισμός και παγκοσμιοποίηση

Κι όμως το ανθρώπινο άγχος εμπρός στο νέο είναι συχνά τόσο μεγάλο όσο το άγχος εμπρός στο κενό, ακόμα κι αν το νέο είναι το ξεπέρασμα του κενού. Γι' αυτό οι πολλοί εκείνοι βλέπουν μόνο μια αταξία χωρίς νόημα εκεί που στην πραγματικότητα ένα νέο νόημα αγωνίζεται για την τάξη του. Βέβαια ο παλιός νόμος σωριάζεται, και μαζί του ένα ολόκληρο σύστημα από παραδεδομένα μέτρα, νόρμες και συσχετίσεις. Και πάλι όμως τούτο δεν σημαίνει ότι το ερχόμενο είναι κάτι το άμετρο ή ένα μηδέν εχθρικό σε νόμους. Ακόμα και στον αδυσώπητο αγώνα παλιών και νέων δυνάμεων γεννιούνται δίκαια μέτρα και διαμορφώνονται διαστάσεις με νόημα.

Ακόμα κι εδώ είναι θεοί, και κρατούν.
Μέγα είναι το μέτρο τους.

                                   Carl Schmitt
ΤΟΥΡΙΣΤΑΣ ΜΕ ΧΑΒΑΝΕΖΙΚΟ ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ
                                                          Where do you want to go today?
                                                          Microsoft
Ο Βρετανός εθνολόγος Nigel Barley κάποτε εξέφρασε την εικασία ότι το "αληθινό κλειδί του μέλλοντος" βρίσκεται στο ότι "βασικές έννοιες όπως ο πολιτισμός θα πάψουν να υπάρχουν". Αφού είμαστε, συνεχίζει ο Barley, "όλοι λίγο-πολύ τουρίστες με χαβανέζικα πουκάμισα". Μήπως μετά το τέλος του πολιτισμού ο άνθρωπος λέγεται "τουρίστας"; Ή μήπως επιτέλους ζούμε σ' έναν πολιτισμό που μας δίνει την ευκαιρία να ξεχυθούμε σαν χαρωποί τουρίστες στον κόσμο πέρα; Πώς μπορεί τότε να περιγραφεί αυτός ο νέος πολιτισμός;
Περισσοτερα
Διγλωσσο


Απο το Ο Hegel και η δυναμη [Hegel und die Macht, 2005]
Μια δοκιμη για την φιλοτητα
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Δεν ειναι παντοτε αναγκαιο να ενσωματωνεται το αληθινο• ηδη αρκει να αιωρειται τριγυρω πνευματικα και να προκαλει συμφωνια οταν, σαν χτυπος καμπανας, κυματιζει σοβαρα και φιλικα μες απο τους αιθερες.
                                                                                                                                            Johann Wolfgang Goethe
Το παρον βιβλιο διερευνα την εσωτερικη ζωη της φιλοσοφιας του Hegel καθως την φωτιζει ως προς το φαινομενο της δυναμης. Η δυναμη δεν ειναι περιθωριακος δομικος λιθος του συστηματος του Hegel αλλα η εσωτερικη του συσταση. Θα πρεπει να παρουσιαστει μ' ολη της την πολυπλοκοτητα, τοσο στη λαμψη οσο και στα ορια της. Συγχρονως η διερευνηση του πνευματος του Hegel με την οπτικη της δυναμης εξυπηρετει μιαν αλλη δοκιμη. Θα καταστησει ορατες μορφες του ειναι οι οποιες, στο εκτυφλωτικο φως της δυναμης, δεν μπορουν να φανουν.
Συχνα η δυναμη εξομοιωνεται επιπολαια με καταναγκασμο, καταπιεση η βια. Σιγουρα μπορει να αποκτα καποια στοιχεια βιας. Ομως δεν εγκειται σ' αυτην. Η δυναμη που παρουσιαζεται επιβλητικη δεν ειναι αναγκαστικα και δυναμη που βιαζει. Ακριβως εκει που η σκεπη και το περιβαλλον της δυναμης καταρρεουν, ξεσπουν διαφορες μορφες της βιας, αυτη γινεται εξοφθαλμη. Η βια απομονωνει. Η δυναμη ενωνει. Της παροντικοτητας της βιας προηγειται παντα μια υποχωρηση της δυναμης. Ουτε την ελευθερια η δυναμη δεν την αποκλειει. Το μεγαλειο της δυναμης δεν δειχνεται στο οχι αλλα στο ναι,ακριβεστερα στην πολυπτυχη τροπη του οχι στο ναι. Η ιδιαιτερη μορφη εκφρασης της δυναμης δεν ειναι η διχονοια αλλα η ομονοια. Κατα τουτο διαφερει ριζικα απο την βια και την καταπιεση. Η δυναμη, παρα την λαμπροτητα και την λαμψη, μαλιστα παρα μια ορισμενη ωραιοτητα, δεν εξαντλει το ειναι. Μαλιστα το φως της καλυπτει αλλες μορφες της λαμπροτητας, η τις κανει φωτα απατηλα. Η δοκιμη επανω στην φιλοτητα ξεκινα για την αναζητηση μιας αλλης λαμψης του ειναι.
Η δυναμη χαρακτηριζει επισης μια ιδιαιτερη σχεση με τον αλλο. Καθιστα τον ενα ικανο να συνεχιζει τον εαυτο του στον αλλο. Ετσι θεσπιζει μια συνεχεια του εαυτου. Ομως δεν εχει ως προϋποθεση τη βια και την καταπιεση. Πολυ περισσοτερο η δυναμη ειναι μεγιστη εκει που ο αλλος υποτασσεται στον πρωτο ελευθερα. Η υποταγη δεν εγκειται αναγκαστικα στην καταπιεση. Ετσι η "ελευθερη δυναμη", για την οποια γινεται λογος στον Hegel, δεν ειναι οξυμωρο σχημα αλλα, τη στιγμη οπου η δυναμη ανερχεται στην υψιστη μορφη της, πλεονασμος. Ο αλλος λεει ναι στον πρωτο, που εκτεινεται προς αυτον. Το απεριοριστο του ναι ειναι η απειροστικοτητα της δυναμης. Ο δυναμικος λογος του Hegel "Εισαι σαρκα απο τη σαρκα μου" επισφραγιζει τη συνεχεια του εαυτου. Ομως ο δυναμικος λογος δεν ειναι ο τελευταιος λογος, ουτε και ο λογος
ο οριστικος. Απεναντι στον δυναμικο λογο του Hegel, ο οποιος προβαλλει ως λογος της ελευθεριας, η και ως λογος της αγαπης, το παρον βιβλιο επιχειρει να καταστησει ακουστο εναν αλλο λογο ο οποιος λαμπει παρα, και μαλιστα δια της απουσιας της δυναμης. Στρεφεται προς εναν λογο φιλικο.
Περισσοτερα (διγλωσσο)


Από το Τι είναι δύναμη; [Was ist Macht?, 2005]
Δύναμη είναι η ικανότητα του εμβίου όντος, εν μέσω πολλών και ποικίλων διαπλοκών να μην χάνει τον εαυτό του στο άλλο, μα μέσα από αρνητικές εντάσεις να έχει τη συνέχεια του εαυτού του. Είναι »η δυνατότητα της αυτοκατάφασης παρά την εσωτερική και εξωτερική άρνηση«. Αντίθετα όποιος δεν είναι ικανός να μένει στην άρνηση, να την εγκλείει στον εαυτό του, έχει μόνο μικρό δυναμικό του είναι. Έτσι, ως προς το δυναμικό του είναι, >θεός< και νευρωτικός είναι αντίθετοι μεταξύ τους: »Ο νευρωτικός χαρακτηρίζεται από το ότι μπορεί να εγκλείει στον εαυτό του λίγο μη είναι μόνο• εμπρός στον κίνδυνο του μη είναι καταφεύγει στο μικρό, στενό του κάστρο. Ο μέσος άνθρωπος μπορεί να φέρει εντός του μη είναι σε περιορισμένο βαθμό, ο δημιουργικος άνθρωπος σε μεγάλο και ο θεός, συμβολικά, σε άπειρο βαθμό. Η αυτοκατάφαση ενός όντος παρά το μη είναι, είναι η έκφραση του δυναμικού του είναι του. Μ' αυτά φτάσαμε στη ρίζα της σύλληψης της δύναμης.«
Περισσοτερα (διγλωσσο)


Αφορισμοι
Ακριβως η εφεση χανει τον δρομο.
*
Η ευτυχης ημερα ειναι η βαθια καθ-ημερα που ησυχαζει στον εαυτο της.
*
Η κενοτητα ειναι το ανοιχτο που επιτρεπει μια αμοιβαια διεισδυση. Θεσπιζει φιλοτητα.
*
Καθε αναζητηση ενος ιδιαιτερου Επεκεινα κανει καποιον να ξεφευγει απο τον δρομο.
*
Το νερο ειναι ... των σοφων σωμα και πνευμα.


Απο το Καλη διασκεδαση [Gute Unterhaltung, 2007]
Μια αποδομηση της ιστοριας των παθων στη Δυση
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Προλογος
Γλυκος σταυρος
Ονειρα πεταλουδων
Για το λουσσο
Satori
Το Ειναι ως παθη
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Χαρακτηριστικο της ειναι τα παθη. Η μουσικη δεν πασχει μεσα στον ανθρωπο, δεν παιρνει μερος στις ιδιες τις πραξεις και στις συγκινησεις του: υποφερει γι' αυτον [...]. Η μουσικη εναποθετει σωματικα [...] στους ωμους του ανθρωπου τα παθη που επιφυλασσουν τ'αστρα γι' αυτον.
Theodor W. Adorno
Το γραψιμο ως μορφη προσευχης
Franz Kafka

Σημερα, με την απανταχου παρουσια της διασκεδασης, κανει την εμφανιση του κατι το θεμελιακα νεο. Δρομολογειται μια βασικη μεταβολη της εννοησης του κοσμου και της πραγματικοτητας. Στην εποχη μας η διασκεδαση αναδεικνυεται σ' ενα νεο παραδειγμα, μαλιστα σε μια νεα φορμουλα του Ειναι, η οποια κρινει τι εχει θεση στον κοσμο και τι οχι, μαλιστα τι ειναι καν. Ετσι η ιδια η πραγματικοτητα εμφανιζεται ως ιδιαιτερη πραγματωση της διασκεδασης.
Η καθολικοποιηση της διασκεδασης εχει ως επακολουθο εναν ηδονιστικο κοσμο, ο οποιος ερμηνευεται απο τον κοσμο των παθων ως παρακμη, ως κατι μηδαμινο, μαλιστα ως μη-ειναι και υποβαθμιζεται. Ομως κατα βαση παθη και διασκεδαση δεν ειναι τελειως διαφορετικα. Η απολυτη ανοησια της διασκεδασης γειτνιαζει οντως με το απολυτο νοημα των παθων. Το χαμογελο του τρελλου εχει μια αποκοσμη ομοιοτητα με το παραμορφωμενο απο τον πονο προσωπο του homo doloris. Αυτο το παραδοξο ειναι που θα παρακολουθησουμε.
Περισσοτερα (Η μεταφραση ατελης)

Απ-oυσια [Abwesen, 2007]
Πoλιτισμος και φιλoσoφια τnς Απω Αvατoλης
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Προλογος
Ουσια και απ-ουσια - Κατοικηση πουθενα
Κλειστο και Ανοιχτο - Χωροι της απ-ουσιας
Φως και σκια - Αισθητικη της απ-ουσιας
Γνωση και βλακεια - Καθοδον προς τον παραδεισο
Στερια και θαλασσα - Στρατηγικες της νοησης
Πραξη και συμβαν - Περαν ενεργητικου και παθητικου
Χαιρετισμος και υποκλιση - Φιλοτητα
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Μια χωρα οπου καποιος που λεει 'εγω' βυθιζεται γοργα μεσα στη γη.
Elias Canetti
Στη Δυση για πολυ καιρο το ξενο ηταν αντικειμενο βιαιου αποκλεισμου η ιδιοποιησης. Δεν ηταν παρον στο εσωτερικο του δικου. Και σημερα; Υπαρχει ακομα το ξενο; Σημερα κανεις τεινει να αφεθει στην πιστη πως καπου ολα μοιαζουν μεταξυ τους. Ετσι το ξενο και παλι εξαφανιζεται στο εσωτερικο του δικου. Ισως δεν θα ηταν κακο να πιστεψει κανεις πως οντως υπαρχει εκεινη n χωρα "οπου καποιος που λεει "εγω" βυθιζεται γοργα μεσα στη γη". Ειναι ιαματικο να κρατησει κανεις για τον εαυτο του εναν ελευθερο χωρο για το ξενο. Αυτο επισης θα ηταν εκφραση της φιλοτητας, η οποια καθιστα δυνατο και το οτι κανεις γινεται αλλιως ο ιδιος.1 Το παρον βιβλιο παρουσιαζει εναν ξενο πολιτισμο, εναν πολιτισμο της απ-ουσιας, o οποιος στους κατοικους του δυτικου πολιτισμου, που ειναι προσανατολισμενος στην ουσια, θα φανει πολυ παραξενος.
Περισσοτερα


Απο το Ευωδια του χρονου [Duft der Zeit, 2009]
Ενα φιλοσοφικο δοκιμιο για την τεχνη της σχολης
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Προλογος
Λαθος χρονος
Χρονος χωρις ευωδια
(Ταχυτητα της ιστοριας)
(Απο την εποχη του εμβατηριου στην εποχη του βομβου)
(Παραδοξοτητα του παροντος)
(Ευωδατος κρυσταλλος του χρονου)
(Εποχη του αγγελου)
Ευωδατο ρολοϊ: μια συντομη παρεκβαση στην αρχαια Κινα
(Κυκλιος χορος του κοσμου)
(Η οσμη του ξυλου της βαλανιδιας)
Η βαθια πληξη
Vita contemplativa
Ι. Μια συντομη ιστορια της σχολης
(2. Διαλεκτικη κυριου και δουλου)
(3. Vita activa, η περι της ζωης της δρασης)
4. Η vita contemplativa, η περι της στοχαστικης ζωης
Οπισθοφυλλο
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Η σημερα υφισταμενη κριση του χρονου δεν καλειται επιταχυνση. Η εποχη της επιταχυνσης ηδη εχει περασει. Ο,τι σημερα αντιλαμβανομαστε ως επιταχυνση ειναι μονο ενα απο τα συμπτωματα του διασκορπισμου του χρονου. Η σημερινη κριση του χρονου αναγεται σε μια δυσχρονια που οδηγει σε ποικιλλες διαταραχες και παρανοησεις του χρονου. Στον χρονο λειπει ενας ρυθμος που να βαζει σε ταξη. Ετσι ξεφευγει απο το μετρο. Η δυσχρονια κανει τον χρονο τροπον τινα να σβουριζει. Η αισθηση πως η ζωη επιταχυνεται, στην πραγματικοτητα ειναι μια αντιληψη του χρονου που σβουριζει ατακτα.
Η δυσχρονια δεν ειναι το αποτελεσμα της επιτεταμενης επιταχυνσης. Υπευθυνη για την επιταχυνση ειναι προπαντων η ατομικοποιηση του χρονου. Σ' αυτην αναγεται και η αισθηση πως ο χρονος περνα πολυ πιο γοργα απο παλιοτερα. Λογω του χρονικου διασκορπισμου δεν ειναι δυνατη καμια εμπειρια της διαρκειας. Τιποτα δεν συγκρατει τον χρονο. Η ζωη δεν εμπεδωνεται πλεον στο μορφωμα της ταξης, η στις συντεταγμενες που θεσπιζουν μια διαρκεια. Φευγαλεα κι εφημερα ειναι και τα πραγματα με τα οποια κανεις ταυτιζεται. Ετσι κανει γινεται ριζικα παροδικος ο ιδιος. Η ατομικοποιηση της ζωης συμβαδιζει με μια ατομιστικη ταυτοτητα. Κανεις εχει μονο τον εαυτο του, το μικρο εγω. Κανεις τροπον τινα αδυνατιζει ως προς χωρο και χρονο, μαλιστα ως προς κοσμο, ως προς συνειναι. Η ανεχεια ως προς κοσμο ειναι δυσχρονικο φαινομενο. Κανει τον ανθρωπο να συρρικνωνεται στο μικρο του σωμα, το οποιο προσπαθει να κραταει υγιες μ' ολα τα μεσα. Αφου αλλιως δεν εχει απολυτως τιποτε. Η υγεια του ευθραυστου κορμιου του υποκαθιστα κοσμο και θεο. Τιποτα δεν διαρκει περαν του θανατου. Ετσι σημερα πεφτει σε καποιον ιδιαιτερα βαρυ να πεθανει. Και γερναει διχως να γινει γερος.
Το παρον βιβλιο παρακολουθει ιστορικα και συστηματικα τις αιτιες και τα συμπτωματα της δυσχρονιας. Ομως συλλογαται και τις δυνατοτητες μιας αναρρωσης. Εδω αναζητουνται μεν ετεροχρονιες η ουχρονιες, ομως η παρουσα μελετη δεν περιοριζεται στην ανευρεση και στην αποκατασταση αυτων των ασυνηθιστων η μη καθημερινων τοπων της διαρκειας. Πολυ περισσοτερο μεσω μιας ιστορικης ανασκοπησης εφισταται προοπτικα η προσοχη στο οτι η ζωη, μεχρι και την καθημερινοτητα, πρεπει να παρει αλλη μορφη ωστε να αποσοβηθει εκεινη η κριση του χρονου. Δεν πενθειται η εποχη της αφηγησης. Το τελος της αφηγησης, το τελος της ιστοριας δεν χρειαζεται να συνεπιφερει ενα χρονικο κενο. Πολυ περισσοτερο διανοιγει τη δυνατοτητα ενος χρονου ζωης που βγαινει διχως θεολογια και τελεολογια, που και παλι εχει μια ευωδια δικη του. Ομως προϋποθετει μια αναζωογονηση της vita contemplativa.
Η σημερινη κριση του χρονου συσχετιζεται πρωτευοντως με την απολυτοποιηση της vita activa. Αυτη οδηγει σε μια επιταγη της εργασιας η οποια υποβαθμιζει τον ανθρωπο σε animal laborans. Η υπερκινητικοτητα της καθημερινοτητας αφαιρει απο την ανθρωπινη ζωη καθε στοιχειο στοχαστικοτητας, καθε ικανοτητα να εχεις καιρο. Οδηγει σε απωλεια κοσμου και χρονου. Οι λεγομενες στρατηγικες επιβραδυνσης δεν παραμεριζουν αυτην την κριση του χρονου. Μαλιστα συγκαλυπτουν το ιδιως προβλημα. Αναγκη ειναι μια αναζωογονηση της vita contemplativa. Η κριση του χρονου θα εχει ξεπεραστει πρωτα την στιγμη που η vita activa στην κριση της προσλαβει και παλι την vita contemplativa εντος της.
Περισσοτερα


Περι φαντασματων και αλλων απουσιαζοντωνμ [About ghosts and other absentees. Στη ζωγραφικη συλλογη της Moki "How to disappear", 2010]
Περισσοτερα


Κοινωνια της κοπωσης [Müdigkeitsgesellschaft, 2010]
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Η νευρωνικη βια
Περαν της κοινωνιας της πειθαρχιας
Η βαθια πληξη
Vita activa
Παιδαγωγικη του βλεμματοσ
Η περιπτωση bartleby
Κοινωνια της κοπωσης
Πισω αυτι
Οπισθοφυλλο
Περισσοτερα


Απο το Τοπολογια της βιας [Topologie der Gewalt, 2011]
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Πρωτο Μερος. ΜΑΚΡΟΦΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΒΙΑΣ
1. Τοπολογια της βιας
2. Αρχαιολογια της βιας
3. Ψυχη της βιας
4. Πολιτικη της βιας
Δευτερο Μερος. ΜΙΚΡΟΦΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΒΙΑΣ
4. Βια της διαφανειας
5. Το medium ειναι mass-age
6. Ριζωματικη βια
Περισσοτερα


Κοινωνια της διαφανειας [Transparenzgesellschaft, 2012]
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Κοινωνια του θετικου
Κοινωνια της εκθεσης
Κοινωνια του εμφανους
Κοινωνια πορνο
Κοινωνια της επιταχυνσης
Κοινωνια του ενδομυχου
Κοινωνια της πληροφοριας
Κοινωνια της αποκαλυψης
Κοινωνια του ελεγχου
Περισσοτερα

Προθανατια αγωνια του ερωτα [Agonie des Eros, 2012]
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Melancholia
Να μην μπορεις να μπορεις
Η απλως ζωη
Πορνο
Φαντασια
Πολιτικη του ερωτος
Το τελος της θεωριας
Περισσοτερα


Σχολιο στην συνεντευξη του Byung-Chul Han στην Zeit
"Tut mir leid, aber das sind Tatsachen" ["Λυπαμαι, ομως αυτα ειναι τα δεδομενα"]


εν παροδω / ΤΡΕΧΟΝΤΑ / Σεμιναρια 2014-2015


ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Ομαδικη εποπτεια και Θεωρητικο σεμιναριο (Ψυχιατροι - Ψυχολογοι)
Εβδομαδιαιο: Δευτερα 20.45-22.15. Εναρξη 6.10.2014
Τοπος: Πλατεια Ναυαρινου 6


ΑΘΗΝΑ

Ομαδικη εποπτεια (Ψυχιατροι - Ψυχολογοι)
Εβδομαδιαιο: Τριτη 21.00-22.00. Εναρξη 7.10.2014
Τοπος: Μαρασλη 37

Συγχρονα Υπαρξιακα Θεματα (Ανοιχτο)
Μηνιαιο: 1η Τεταρτη του μηνα, 21.00-23.00. Εναρξη 8.10.2014
Τοπος: Μαρασλη 37

Τεχνη και Ψυχαναλυση (Ανοιχτο)
Μηνιαιο: 2η Τεταρτη του μηνα, 21.00-23.00. Εναρξη 15.10.2014
Τοπος: Μαρασλη 37

Απο την ψυχαναλυτικη πρακτικη (Ψυχιατροι - Ψυχολογοι)
Μηνιαιο: 3η Τεταρτη του μηνα, 21.00-23.00. Εναρξη 22.10.2014
Τοπος: Μαρασλη 37

Το σωμα (Ανοιχτο)
Μηνιαιο: 4η Τεταρτη του μηνα, 21.00-23.00. Εναρξη 29.10.2014
Τοπος: Μαρασλη 37

Εισαγωγικα
Στα σεμιναρια διαβαζονται και συζητωνται κειμενα, δικα μου και αλλων. Θα καταβληθει προσπαθεια να ειναι κειμενα αρκετα συντομα ωστε να εξαντλουνται στο εκαστοτε διωρο. Προετοιμασια δεν ειναι απαραιτητη.
Τα τρια πρωτα θεματα καθε σεμιναριου μπορειτε να τα βρειτε
εδω.
Για καθε σεμιναριο, εφοσον ειναι επιθυμητο, μπορει να δημιουργηθει μια ομαδα στο Facebook, οπου θα γινεται περαιτερω βιβλιογραφικη ενημερωση και συζητηση επανω στα θεματα που αναφερθηκαν.


Πληροφοριες / Αιτησεις συμμετοχης

2107213534 / 2310271768

kon.gemenetzis@gmail.com

https://www.facebook.com/konstantin.gemenetzis

μαθηματα / ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΑΘΗΝΩΝ / Το σωμα

(4η Τεταρτη του μηνα 21.00-23.00, Ανοιχτο)

Δρομοι του σωματος και ψυχη

Φυσικο σωμα και ζωντανο σωμα (Απο το: 
Ενας καλος ταξιδιωτης δεν αφηνει πισω του ιχνη / Λογοτεχνια και ψυχαναλυση / Απο το Ο Hegel και η δυναμη)

Γυναικα και Αντρας: Το αρχαϊκο Οιδιποδειο (
Το Οιδιποδειο Συμπλεγμα, Καταστροφη)

εν παροδω / ΤΡΕΧΟΝΤΑ / Περι ανεκρων και θνητων


Η Εταιρεία Μελέτης Πολιτισμικής Ετερότητας (Ε.Μ.Π.Ε.) και ο Δήμος της Αθήνας (Ο.Π.Α.Ν.Δ.Α.) οργανώνουν την Εκδήλωση
"Τέχνη και Τρέλα"

Εγκαίνια: Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2014
Διάρκεια: 6 έως 25 Οκτωβρίου 2014
Κεντρικός Χώρος: Πολιτιστικό Κέντρο "Μελίνα", Ηρακλειδών 66, Γκάζι
Είσοδος Ελεύθερη

Επιστημονικό Συνέδριο
Παρασκευή 17 και Σάββατο 18 Οκτωβρίου
Πολιτιστικό Κέντρο "Μελίνα", Ηρακλειδών 66, Γκάζι
Εισηγητές
.....
Κώστας Γεμενετζής, Ψυχίατρος, Ψυχαναλυτής
"Περι ανεκρων και θνητων"

.....
Οργάνωση-Επιμέλεια: Φώτης Καγγελάρης


Περιλήψεις Εισηγήσεων Επιστημονικού Συνεδρίου

Κώστας Γεμενετζής, Ψυχίατρος, Ψυχαναλυτής

Περί άνεκρων και θνητών
Θα δοκιμάσω να προσεγγίσω το θέμα "Τέχνη και τρέλα" στην οπτική ενός φαινομένου που στην ψυχοπαθολογία είναι γνωστό ως "Διάσχιση" (Dissociation) και περιλαμβάνει την "αποπροποσωποποίηση" και την "αποπραγματοποίηση": Ο εαυτός ή/και τα πράγματα γίνονται ξένα, απόκοσμα: η ταυτότητά τους καταρρέει όπως ένα κτίσμα σε σεισμική δόνηση.
Κάποτε το κλείσιμο και η άμυνα απέναντι στην "διάσχιση" εμφανίζεται σε μια μορφή "τρέλας" - σε βουβό, ανείπωτο βάσανο, αλλά και στην κατάθλιψη, στην σχιζοφρένεια, στις ψυχαναγκαστικές ιδέες και πράξεις.
Πιο σπάνια η "διάσχιση", το άνοιγμα του σχίσματός της, γίνεται χώρος φιλοξενίας. Τότε εαυτός ή/και πράγματα χάνονται στην ξένωσή τους, για να προβάλουν, σε ευτυχείς ώρες, κεκαθαρμένα, εμπλουτισμένα κατά την μηδενικότητα που τα διαπέρασε. Προβάλλουν, μεταξύ πολλών άλλων τρόπων, και ως έργα τεχνης. Αλλά και ως "ερμηνεία" σε μια θεραπευτική συνάντηση, η οποία, σ' αυτήν την οπτική, θα μπορούσε να συγγενεύει περισσότερο με την τέχνη παρά με μια επιστημονική της παράσταση.

εν παροδω / ΤΡΕΧΟΝΤΑ / Το ψευδοπροβλημα του ψυχικου



Second Interdisciplinary Congress on Psychiatry and Related Sciences

30 October to 2 November 2014
Divani Caravel Hotel, Athens, Greece

Workshop: The Pseudoproblem of the Psychic
Organized by: Greek Society of Phenomenological – Existential Analysis and Psychotherapy
Chairs: K. Gemenetzis (Greece), M. Theodosiou (Greece)


Περιληψη

Προσοχη ατο κενο!

PDF

Ας υποθεσουμε πως εχω ενα προβλημα: Να αγορασω μια Maserati, η μια Lamborghini; Αν τα λεφτα μου φτανουν μετα βιας για ενα Φιατακι Cinquecento, ολες οι σκεψεις περι Maserati και Lamborghini ειναι κτισματα του αερα. Κτισματα του αερα, καθως εχουν αγνοησει ενα πρωτο: την πραγματικοτητα του πορτοφολιου μου. Το προβλημα "Maserati, η Lamborghini" ειναι ψευδοπροβλημα.
Το προβλημα του Freud ειναι τα "κενα", οπως λεει, π.χ. το κενο της ασυνεχειας μεταξυ ονειρου και ξυπνου. Ο Freud θελει να το γεφυρωσει. Οπως ο ανθρωπος του παραδειγματος, ζει στο παραληρημα οτι μπορει να θελει ο,τι θελει. Παραληρημα διοτι οπως το "θελω" του ανθρωπου ειναι εκτος της πραγματικοτητας του πορτοφολιου του, ετσι και το "θελω" του Freud ειναι εκτος της πραγματικοτητας του ονειρου, η οποια μαρτυρει πως το ονειρο ειναι ενα ριζικα διαφορο, μαλιστα ενα αλλοτριο απεναντι στην ξυπνια ζωη.
Τετοια “θελω” δεν λογαριαζουν τιποτα. Θα πραγματοποιηθουν βρεξει-χιονισει. Πως θα πραγματοποιηθουν; Ο ανθρωπος με το προβλημα "Maserati, η Lamborghini" θα γινει τυχοδιωκτης: θα κανει υπερογκα δανεια, θα εξαπατησει, θα κλεψει, θα κοψει πλαστο χρημα. Και ο Freud; Σε ενα γραμμα στον Fliess απο το 1900 γραφει: “Απο ιδιοσυγκρασια δεν ειμαι παρα conquistador - τυχοδιωκτης, αν θελεις αυτην τη λεξη μεταφρασμενη, με ολη την περιεργεια, την τολμη και το πεισμα που χαρακτηριζουν εναν ανθρωπο αυτου του ειδους.”
Ποιος ειναι τωρα ο τυχοδιωκτισμος του Freud; Τρεφεται απο τον οδοστρωτηρα του “θελω” που αξιωνει να βλεπει παντου μια συνδεση, μια συνεχεια, π.χ. αναμεσα στο ονειρο και στον ξυπνο. Ορμωμενος απο αυτην την θεληση, ο Freud συγκρινει τα ονειρα με τον ξυπνο, και στην οπτικη της συγκρισης ειναι που το αλλοτριο του ενος προς το αλλο προβαλλει ως "κενο" μεταξυ τους. Παραμεριζει την πραγματικοτητα τους αδιστακτα: "Κατα την αποψη μας τα αντιληπτα φαινομενα πρεπει να υποχωρουν εμπρος στις ορεξεις, τις οποιες απλως υποθετουμε."
Η συνδεση, η συνεχεια παραγεται με το κολπο της ερμηνειας: ονειρο και ξυπνος γινονται ομωνυμα, οπως τα ετερωνυμα κλασματα. Ο κοινος παρονομαστης, στον οποιο και τα δυο αναγονται, ειναι η κατασκευη του "ψυχικου οργανου" με τις "υποτιθεμενες ορεξεις" του. Τα μεταξυ τους ασυνεχη, π.χ. ονειρο και ξυπνια ζωη, εξοριζονται σ' αυτον τον εσωτερικο κοσμο, παριστανονται ως ενδοψυχικα μορφωματα και - γεφυρωνονται. Δηλαδη: Το ονειρο μετονομαζεται σε ενδοψυχικη "ονειρικη διεργασια" ("Traumarbeit"), η οποια μεταβολιζει "ορεξεις" του ξυπνου, που μπορει κανεις και να μην ειχε αντιληφθει ποτε (αλλα τοτε του λεμε πως ηταν "ασυνειδητες"), και τις οδηγει στην ονειρικη, δηλαδη ψευδαισθησιακη και παραλλαγμενη τους εκπληρωση. Ψευδολυσεις σε ψευδοπροβληματα.
Και απο που ασκει το ψευδοπροβλημα την γοητεια του; Απο το οτι αποκοιμιζει την ανησυχια εκεινου που επιζητει την εξηγηση και ταραζεται απο τα "κενα". Η πραγματικοτητα, την οποια ο τυχοδιωκτισμος του Freud παραμεριζει, ηδη πριν απο τα "κενα", εχει λοιπον και αυτην την διασταση: την ανησυχια του. Η ανησυχια του ειναι επισης μια πραγματικοτητα. Ομως δεν την κοιταζει, δεν την ακουει, δεν την επερωτα. Την ντριπλαρει, την προσπερνα με ενα πραξικοπημα: Την πνιγει σε μια θεωρια. Κλεινεται σε εναν αυτιστικο μικροκοσμο οπου τα πραγματα παρασταινονται οπως αυτος τα θελει να ειναι. (Οπως στην ανησυχια οτι η γυναικα μου με απατα, καταφευγω στη λυση να την κλεισω σε ενα μπουντρουμι.)

μαθηματα / ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΑΘΗΝΩΝ / Τεχνη και Ψυχαναλυση

(2η Τεταρτη του μηνα 21.00-23.00 Ανοιχτο)

Robert Rauschenberg

Λογοτεχνια και ψυχαναλυση

Καβαφης, Τυψις

μαθηματα / ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΑΘΗΝΩΝ / Απο την ψυχαναλυτικη πρακτικη

μαθηματα / ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΑΘΗΝΩΝ / Ομαδικη εποπτεια

 Τριτη 21.00-22.00 (Εβδομαδιαιο, Ψυχιατροι - Ψυχολογοι)

μαθηματα / ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΑΘΗΝΩΝ / Συγχρονα Υπαρξιακα Θεματα

(1η Τεταρτη του μηνα 21.00-23.00. Ανοιχτο)

Το χρημα [
Ρηχο χρημα / Τοπολογια της βιας / Αρχαιολογια της βιας]

Καταστροφη

Πληξη

ψυχαναλυση / ΚΕΙΜΕΝΑ ΟΜΙΛΙΕΣ 2011- / ''Ενας καλος ταξιδιωτης δεν αφηνει πισω του ιχνη''


Οφηλια του Millais
Οφηλια του Millais
Οφηλια της Moki
Οφηλια της Moki
[Ομιλια στο Εργοταξιο Ιδεων, Βυζιτσα Πηλιου, Αυγουστος 2014]

PDF (με μορφοποιηση)

1. Byung-Chul Han, Περι φαντασματων και αλλων απουσιαζοντων
2. Φαντασματα... 
Στοιχειωμενη γλωσσα. Το ιχνος ως η υπογραφη 
Στοιχειωμενη φυση. Πως να εξαφανιζεσαι. 
Στοιχειωμενος χωρος. Ασε τα χερια σου να ταξιδεψουν. 
3. Ψυχαναλυση 
Στοιχειωμενη συναντηση 


1. Byung-Chul Han, Περι φαντασματων και αλλων απουσιαζοντων

Μια ωραια ρηση του Laozi λεει: Ενας καλος ταξιδιωτης δεν αφηνει πισω του ιχνη. Μα πως μπορει κανεις να περπατα και να μην αφηνει πισω του ιχνη; Προτου πατησεις το ενα ποδι στο εδαφος, θα επρεπε να ειχες σηκωσει το αλλο, κι αυτο θα ηταν αδυνατο. Δεν γινεται να περπατας χωρις να αγγιζεις το εδαφος. Επομενως μοιαζει οτι ο Laozi απαιτει το αδυνατο. Η, ζηταει να αιωρουμαστε. Αυτοι που αιωρουνται, αυτοι που τριγυρνουν αιωρουμενοι, οντως δεν αφηνουν πισω τους ιχνη. Τα φαντασματα αιωρουνται επισης. Ειναι γνωστο οτι τα φαντασματα δεν βαδιζουν παρατεταγμενα σε γραμμες με τακτικο βημα.
Το Ο νομος της γης του
Carl Schmitt
(Nomos der Erde) ξεκινα με εναν υμνο της γης. Προπαντων υμνει την γη για την συσταση της, η οποια επιτρεπει να χαραζονται πανω της σταθερες γραμμες· και, λογω του συμπαγους της, καθισταται δυνατο να καθιερωνονται σαφη ορια, σταθεροι κανονες και θεσεις, συμπαγη πλαισια και διαφοροποιησεις. Το συμπαγες της γης καθιστα δυνατο να χτιζονται πανω της συνορα, τοιχοι, σπιτια και οχυρα: εδω γινονται εμφανη οι κανονες και η θεση της κοινωνικης υπαρξης του ανθρωπου. Οικογενεια, συγγενεις, φυλη και κοινωνικη ταξη, τα ειδη των αποκτηματων και η γειτονια, καθως και οι μορφες της δυναμης και των κανονων ειναι σε κοινη θεα. Περιουσια, αποκτηματα, δυναμη, κανονες, νομοι, ταξη και θεση, ολα οφειλονται στην ιδιαιτερη συσταση της γης. Ο Schmitt αντιπαραβαλλει την σταθερη επιφανεια της γης με την θαλασσα: η θαλασσα δεν γνωριζει καμια τοσο εμφανη οντοτητα [...] ταξης και τοπου. [...] Ουτε επιτρεπει η θαλασσα [...] να χαραχτουν επανω της σταθερες γραμμες. Ειναι ενδιαφερον οτι κατοπιν παρατηρει πως τα πλοια που ταξιδευουν στην θαλασσα δεν αφηνουν ιχνη. Η θαλασσα δεν εχει χαρακτηριστικα με την πρωταρχικη εννοια της λεξης χαρακτηρ, που σημαινει ενσωματωμενο, σκαλιστο, η εγχαραγμενο. Επομενως η θαλασσα, λογω της ελλειψης σταθεροτητας, δεν εχει χαρακτηρα. Και αυτο ειναι που καθιστα τον θαλασσοπορο ικανο να μην αφηνει πισω του ιχνη. Ο Carl Schmitt εχει γενικα μια φοβια για την θαλασσα και το νερο. Επισημαινει μια προφητεια του Βιργιλιου, οπου προεβλεψε οτι στην επερχομενη εποχη της ευτυχιας δεν θα υπαρχουν πλεον θαλασσοπορειες και οτι στην Αποκαλυψη του Ιωαννου αυτος προκηρυξε εναν νεο κοσμο που θα καθαιρονταν απο την αμαρτια και στον οποιο δεν θα υπηρχαν ωκεανοι.
Ο Carl Schmitt ειναι ενα ειδικα χερσαιο πλασμα με την εννοια οτι σχεφτεται μονο σε ορους σταθερων διακρισεων, διχοτομικων η δυαδικων αντιθετων, και δεν εχει καμια κατανοηση για το μη αποφασισμενο, η το αδιορατο. Συμφωνα με την θεωρια του η υπαρξη βασιζεται σε καθαρα ορια και σταθερα περιγραμματα, σε ακλονητη ταξη και αρχες. Αυτος ειναι ο λογος που γι' αυτον το νερο ειναι τοσο ενοχλητικο και αποκοσμο. Δεν επιτρεπει καθαρες οριοθετησεις η διαφοροποιησεις και, στο πολιτικο επιπεδο, καθιερωση σταθερων εθνικων η εδαφικων συνοριακων γραμμων.
Αυτο που ειναι ενδιαφερον στον Carl Schmitt ειναι οτι δεν πιστευει απλοϊκα σε μια σταθερη ταξη, αλλα προσκολλαται σ' αυτην εμπρος στην γενικη παρακμη, και προσπαθει να χτισει ψηλους τοιχους επανω σ' ενα εδαφος που εχει ηδη αρχισει να σειεται. Η σκεψη του Carl Schmitt ερχεται μεσα απο την καρδια μιας φυγοκεντρης δυναμης που διασκορπιζει την σταθερη ταξη και παρεκκλινει απο τον αρχικο δρομο της. Αισθανεται να απειλειται υπαρξιακα απο μια στοιχειωμενη αναποφασιστικοτητα και ελλειψη διακρισης. Στο εργο του 1919 Πολιτικος ρομαντισμος συνοψισε με μια δραματικη γλωσσα την κατασταση στην οποια περιηλθε ο κοσμος: συνεχεις νεες ευκαιριες δημιουργουν εναν συνεχως νεο, ομως βραχυβιο κοσμο, εναν κοσμο χωρις υποσταση [...] χωρις δυναμικη ηγεσια, χωρις συμπερασμα και χωρις ορισμο, χωρις αποφαση, χωρις μια μερα τελικης κρισης, που συνεχιζεται επ' αοριστον, οδηγημενος μονο απο το μαγικο χερι της τυχης [...] Γι' αυτον ενας κοσμος χωρις υποσταση, ενας κοσμος χωρις σταθερη διαφοροποιηση, χωρις καθαρα περιγραμματα, συμπαγεις τοιχους και φραγματα, ειναι ενας κοσμος στοιχειωμενος.
Απο την αλλη για τον Laozi η υπαρξη χωρις δυναμικη ηγεσια, οριστικους ορισμους και συμπερασματα, θα ηταν ενας ξεγνοιαστος περιπατος που δεν θα αφηνε πισω του ιχνη. Ο Carl Schmitt απορριπτει με ολη του την δυναμη την σκεψη ενος κοσμου χωρις υποσταση. Με καθε μεσον προσπαθει να αποκρουσει το στοιχειωμενο χερι της τυχης. Ο Carl Schmitt, σε προχωρημενη ηλικια, αισθανοταν καταδιωκομενος απο φωνες και θορυβους, ακομα κι απο φαντασματα. Αισθανομενος οτι ηταν στο ελεος αυτων των αποκοσμων θορυβων, επαναδιατυπωσε την περιφημη φραση του για την ανωτατη δυναμη: Μετα τον Πρωτο Παγκοσμιο Πολεμο ειπα "Κυριαρχος ειναι αυτος που κυβερνα σε κατασταση εκτακτης αναγκης." Μετα τον Δευτερο Παγκοσμιο Πολεμο, καταπροσωπο με τον θανατο, λεγω τωρα "Κυριαρχος ειναι αυτος που κυβερνα τα κυματα στο διαστημα." Επομενως το κυριαρχο ατομο ειναι αυτο που εχει την εξουσια επανω στα φαντασματα. Αυτο παντως ειναι μια απελπιδα επιχειρηση. Αναφερθηκε οτι ο Schmitt σ' ολη του την ζωη φοβοτανε τα κυματα. Αποδιωξε απο το δωματιο του και την τηλεοραση και το ραδιοφωνο, ωστε τιποτα απροσκλητο να μην μπορει να εισβαλει στον χωρο του απο τον αερα. Ο τοιχος, μια αρχαϊκη εγκατασταση που ανηκει στον Νομο της γης, δεν μπορει να συγκρατησει τα κυματα που αιωρουνται στον αερα και διαφευγουν καθε συλληψης, καθε συνορου, καθε προσπαθειας να καθηλωθουν σε μια ορισμενη θεση.
[...]
Και ο Carl Schmitt, κατα την καταρρευση, σκεφτοταν την παλια ταξη. Διανοιγε τον δρομο του μεσα απο ολοκληρους στρατους φαντασματων. Τα φαντασματα εμφανιζονται οταν το σταθερο πλαισιο της παλιας ταξης αρχιζει να αποσυντιθεται. Οσο περισσοτερο σθεναρη ειναι η ταξη, τοσο πιο θορυβωδη γινονται τα φαντασματα. Τα κυματα, απο τα οποια ο Schmitt νοιωθει να καταδιωκεται, ειναι οι δονησεις της παρακμης. Απο την αλλη, τα φαντασματα ειναι επισης αγγελιοφοροι απο το περαν του τοιχου, το οποιο ενδεχομενως θα εφερνε την σωτηρια. Κανεις θα μπορουσε να δανειστει λεξεις απο τον Heidegger η τον Hölderlin και να τις χρησιμοποιησει εκτος των συμφραζομενων και να πει: Οπου υπαρχει κινδυνος, βλασταινει και το σωτηριο.
Το φαντασμα, ηδη στην ετυμολογικη του προελευση, εχει επανω του κατι το αντιφατικο, η το αμφιθυμικο. Η λεξη φαντασμα (Gespenst) σχετιζεται με την λεξη της Παλαιας Υψηλης Γερμανικης spanan, που σημαινει βαζω σε πειρασμο, δελεαζω, πειράζω η πειθω. Επομενως το φαντασμα ειναι και δελεαστικο και ανησυχητικο. Θα εικαζαμε οτι ειναι τοσο δελεαστικο γιατι φερνει στον νου οπτασιες πραγματων που καποτε μας αποτραπηκε να δουμε, πραγματα που ειτε επρεπε να κατασταλουν ειτε να αποβληθουν απο την παρουσια μας. Κατα μια εννοια το φαντασμα ειναι ενα revenant, ενα προσωπο που γυρισε απο τους νεκρους, που ξεπερνα τους τοιχους της καταστολης και της προγραφης, τους τοιχους του διαχωρισμου και του αποκλεισμου. Οφειλει την δυναμη του να σαγηνευει σ' αυτην την επιδραση του revenant, στην συγχρονικοτητα παρουσιας και απουσιας. Επιτυγχανει να γινει οπτασια, ομως οπτασια απο κατι που βασικα θα επρεπε να ειναι απον. Στο συντακτικο του φαντασματος υπαρχει μια εμφατικη διακριση αναμεσα σ' αυτο που πρεπει να ειναι και σ' αυτο που δεν επιτρεπεται να ειναι.
[...]
Η σκεψη της Απω Ανατολης δεν γνωριζει καμια αναλλοιωτη δομη της ταξης. Καθε τι εννοειται σε ορους αλλαγης και εξελιξης. Δεν υπαρχει τιποτα στο οποιο κανεις θα προσδενονταν γερα. Που σημαινει: ενας καλος ταξιδιωτης δεν αφηνει πισω του ιχνη. Και τα φαντασματα δεν αφηνουν πισω τους ιχνη. Ενα ιχνος ειναι το αποτυπωμα μιας καταναγκαστικης καθηλωσης. Αυτοι που αιωρουνται δεν αφηνουν πισω τους ιχνη. Στην σκεψη της Απω Ανατολης καθε τι ειναι ρευστο. Κι αυτος ειναι ο λογος που η εξυμνηση του νερου ειναι θεμελιακα ενσωματωμενη μεσα της. Το νερο μεταβαλλει συνεχως την μορφη του για να ταιριαξει σε οποιαδηποτε κατασταση συναντησει. Το νερο δεν γνωριζει περιορισμους της ταυτοτητας. Η σκεψη της Απω Ανατολης, λογω της ελλειψης σε περιορισμους της ταυτοτητας, παρεχει στα φαντασματα περισσοτερο χωρο. Καθε τι ειναι περισσοτερο ανεσταλμενο απ' ο,τι στην Δυση. Σε μεγαλυτερη κλιμακα, καθε τι ειναι διχως ουδο και μεταβαση. Σπανια χρησιμοποιουνται συνορα και διαφοροποιησεις. Η φιλοσοφια της Απω Ανατολης δεν κυριαρχειται απο το 'ειτε-ειτε', κυριαρχειται απο το 'οχι μονον αλλα'. Αντιθετα ο Carl Schmitt, ενα χερσαιο πλασμα και πεζοπορος, ηταν ενας υδροφοβικος, φοβουνταν το νερο και την θαλασσα γιατι αυτο το μεσον δεν επιτρεπει καθαρα ορια η διακρισεις, δεν επιτρεπει σκεψη σε διχοτομικες αντιφασεις. Γι' αυτον ο κοσμος που ειναι η Απω Ανατολη θα ηταν ενας κοσμος χωρις υποσταση, ενας κοσμος κατοικουμενος απο φαντασματα. Στο φως ενος τετοιου ρευστου, μετεωρου κοσμου ο Carl Schmitt θα μπορουσε να ειχε πει: "Στην Κινα εχει μονο φαντασματα."
Στην Δυση φαντασματα εμφανιζονται σε μια κριση ταυτοτητας. Ο Jacques Derrida τονιζει οτι, σε μιαν αλλη οπτικη, αυτη η κριση μπορει να ειναι απελευθερωτικη. Η αποδομηση της ειναι η επιστημη των φαντασματων, μια μορφη φασματολογιας. Ερευνα εκεινα τα στοιχεια της "αλλοτριοτητας" που σαν φαντασματα πλανιωνται μεσα στην ταυτοτητα και την βγαζουν απο την ισσοροπια.
Ο Derrida αποδομει το φτιαξιμο μιας ταυτοτητας τονιζοντας τα πραγματα που τρομοκρατουν, που ειναι φοβερα, και τα οποια στην πορεια της διαμορφωσης της ταυτοτητας καταστελλονται για χαρη της φανταστικης της αγνοτητας. Η ταυτοτητα περιτριγυριζεται ουτως ειπειν απο την αυρα των φαντασματων. Ο Derrida διατηρει μια ηρεμια απεναντι στα φαντασματα, η οποια ανακουφιζει την σκεψη απο τους περιορισμους της ταυτοτητας και των νευρωσεων ταυτοτητας. Αντιτασσει την Λογικη του του φαντασματος εναντια ατην λογικη του νου, η οποια συνεχως προσπαθει να αποτιναξει την διαφορα, η την αλλοτριοτητα που βροντα υποκωφα μεσα στην ταυτοτητα του. Το μοττο του αποδομημενου τροπου ζωης ειναι: Μαθε να ζεις 'με' φαντασματα, σε συνομιλια [...] και σε κοινα ταξιδια [...] Να μαθεις να ζεις με φαντασματα θα πει τελικα: να μαθεις να ζεις φιλικα, να δεχεσαι ο,τι τα κανει ανωμαλα και απροβλεπτα, να μην ανεχεσαι παθητικα τις διαφορες τους, αλλα να βοηθας να πληθυνουν. Ισως ειναι δυνατο να ζει κανεις πιο αρμονικα με φαντασματα. [...] Παντως ο κοσμος του Zhuangzhi, η του Laozi ειναι ενας υπεριπταμενος, αιωρουμενος κοσμος χωρις καθαρα περιγραμματα, χωρις οριστικες διακρισεις, χωρις συμπερασματα, αποφασεις η ορισμους
· σ' αυτον τον κοσμο ειναι δυνατο να ταξιδευεις στον χωρο ξεγνοιαστα. Ισως στο μελλον, στην αλλη πλευρα της θεολογιας και της τελεολογιας, η αιωρηση θα γινει ο νεος τροπος περπατηματος, αφηνοντας πισω της τα πιο ακαμπτα βηματα του προσκυνηματος, του στρατιωτικου εμβατηριου και της γραμμικης κινησης προς τα μπρος.


2. Φαντασματα...

Ο ταξιδιωτης αφηνει ιχνη οταν ξεχωριζει και διακρινεται, π.χ. τα παπουτσια του απο το χωμα, η μορφη του απο τις γυρω μορφες, η φωνη του απο τις γυρω φωνες. Δεν αφηνει ιχνη, οχι οταν ειναι ολοτελα ξεχωριστος, π.χ αορατος και αφωνος, αλλα οταν ειναι ολοτελα μετοχος. Που θα πει, οταν δεν υπαρχει αναμεσα σ' αυτον και στο αλλο κανενα οριο - οταν εχει τον τροπο του φαντασματος. Ο τροπος αυτης της ολικης μεθεξης λεγεται στοιχειωμα.
Το φαντασμα, το στοιχειο, στοιχειωνει τον χωρο στο οποιο παρουσιαζεται. "Τον στοιχειωνει" θα πει: οντας ολοτελα ξενο διαπερνα τα ορια του χωρου σαν να μην υπηρχαν, η παρουσια του τον διαποτιζει, κατακρημνιζει την ταυτοτητα του σε μια δινη, σε μια ρουφηχτρα και την εξαφανιζει. Κανει τον χωρο αποκοσμο, αλλοκοτο, μετεωρο, καποτε εφιαλτικο και καποτε παραμυθενιο. Αναλογιστειτε μονο, οσοι το φοβαστε, πως αλλαζει το σπιτι σας οταν ξεπροβαλει ενα ποντικι.
Στην Καταιγιδα του Shakespeare λεει ο Prospero: "Ειμαστε απο υλικο σαν αυτο που 'ναι φτιαγμενα τα ονειρα κι η μικρη μας ζωη κυκλωνεται απο εναν υπνο."

Στοιχειωμενη γλωσσα. Το ιχνος ως η υπογραφη
(Απο το: Byung-Chul Han, Ειδη θανατου)
Τι εννοουσε ο Heidegger ως υπογραφη του; Ποιος υπογραφει, η φερει την ευθυνη για τα γραπτα που εχουν την υπογραφη "Martin Heidegger"; Εννοουσε καν ο Heidegger τον εαυτο του ως συγγραφεα; Ο Heidegger θα ειχε αποφυγει να χρησιμοποιησει την λεξη "Autor", και οχι μονον επειδη ειναι μια ξενικη λεξη. Εκει που οντως εμφανιζεται, πρεπει να παραμεριζει εμπρος στον αυθεντικο υπογραφοντα το εργο. [...]
Στη φανταστικη συνομιλια "Gelassenheit" ["αφεση"... ] βασικα δεν συμβαινει καμια ανταλλαγη γνωμων. Κανεις δεν λεει τη δικη του γνωμη. Κανεις δεν μοιαζει να ενδιαφερεται να υπογραψει τα εκφωνουμενα λογια. Μια παραξενη ελλειψη ενδιαφεροντος συν-τονιζει την πορεια της συνομιλιας. Παντως δεν ειναι απαθεια. Προκειται περισσοτερο για μια εγρηγορση χωρις ενδιαφερον, η χωρις προθεση. Οταν καταμεσις στη συνομιλια επεσαν παλι στη λεξη "Gelassenheit", ο διδασκαλος ερωτα: "L Τι ειναι αυτο που ονοματισατε με το ονομα Gelassenheit; F Το ονομα, αν επιτρεπετε, δεν το χρησιμοποιησα εγω αλλα εσεις. L [76] Οπως εσεις, αλλο τοσο κι εγω δεν επετελεσα την ονομασια. G Ποιος ηταν τοτε; Κανεις απο μας; L Μαλλον. Διοτι στην περιοχη που βρισκομαστε ολα ειναι ενταξει μονο εαν δεν ηταν κανενας."
Στη συνομιλια ο καθενας ειναι κατα ορισμενο τροπο εκτος εαυτου. Κανεις δεν υπογραφει την λεξη "Gelassenheit". Κανεις δεν ηταν εκει, οταν επεσε η λεξη. Καθενας παρευρισκονταν μονο σ' αυτο το συμβαν της λεξης. Η συνομιλια δεν λαμβανει χωρα μεταξυ φορεων απο γνωμες αλλα η συνομιλια δινεται, απροσωπα. Κανεις δεν εχει πει την λεξη "Gelassenheit". Κανεις δεν αναλαμβανει η δεν αξιωνει την πατροτητα. Η λεξη εχει πεσει, ετυχε στην συζητηση γιατι Κανενας ηταν εκει. Η συνομιλια προχωρει οταν "κινουμαστε στις λεξεις ελευθερα" . Η ελευθερια δεν εγκειται στο οτι κανεις εξουσιαζει τον λογο. Πολυ περισσοτερο να κινεισαι στις λεξεις ελευθερα θα πει να χανεσαι στις λεξεις, και μαλιστα ως Κανεις. Η ελευθερια ειναι μια αδιαφορη εγρηγορση οπου κανεις τις λεξεις που ερχονται τις απολυει, η τις προσδεχεται ως δωρεα. Η ελευθερια ειναι η απο-λυση της λεξης. Η λεξη ως δωρεα ερχεται στον αδιαφορο Κανενα, τον μη ενδιαφερομενο για πνευματικη ιδιοκτησια. Η ευθυνη του θα ενεκειτο μονο σ' αυτην την απολυση της δωρεας. [...]

Στοιχειωμενη φυση. Πως να εξαφανιζεσαι.
Ειπα πριν απο λιγο οτι ο ταξιδιωτης δεν αφηνει ιχνη, οχι οταν ειναι ολοτελα ξεχωριστος, π.χ αορατος και αφωνος, αλλα οταν ειναι ολοτελα μετοχος. Η Οφηλια, η ερωμενη του Hamlet. Δυο πινακες, του Millais και της συγχρονης γερμανιδας ζωγραφου Moki
Στον Millais, ενα πτωμα. Χους ει και εις χουν απελευσει, λεγεται. Και τι ειναι πιο κοντα στο χωμα απο εναν νεκρο; Δεν εχουμε εδω μια ολικη μεθεξη της νεκρης με την φυση; Οχι! Το ιχνος που αφηνει η Οφηλια του Millais ειναι ανεξιτηλο. Διοτι ακριβως ως νεκρη φερνει εμπρος στα ματια μας την εικονα της γυναικας που ζουσε, που πεθανε εναν τραγικο, εναν αδικο θανατο σε εναν καιρο που ηταν, με τα λογια του Hamlet, out of joint. Μια υπαρξη ολοτελα διαφορετικη λοιπον απο αυτην του νερου και τις οχθες και την τριγυρω βλαστηση.
Η Οφηλια τωρα της Moki.
Αυτην δεν την παιρνει το ποταμι. Στεκει ακινητη και το ρεμα προσκρουει επανω της και την παρακαμπτει, οπως κανει σ' εναν βραχο. Τα ορια μεταξυ ανθρωπου και βραχου εχουν καταργηθει. Και η καταργηση τους συμβαινει μεσα σε ενα τοπιο αλλοκοτο. Στοιχειωμενο.

Στοιχειωμενος χωρος. Ασε τα χερια σου να ταξιδεψουν.
Heidegger, Σεμινάρια του Zollikon:
[112] Στο εκαστοτε εδω, που ειμαι, το ζωντανο σωμα συμμετεχει παντα, ομως πως; Καθοριζεται το Εδω, που ειμαι, απο τον ογκο του φυσικου μου σωματος; Συμπιπτουν τα περατα του φυσικου και του ζωντανου μου σωματος; Κανεις μπορει το ζωντανο σωμα να το εκλαβει ως φυσικο σωμα. Καθομαι εδω στο τραπεζι και καταλαμβανω τον χωρο που περιβαλλεται απο την επιδερμιδα μου. Ομως τοτε δεν γινεται λογος για το Εδω, που ειμαι, αλλα μονο για την θεση αυτου του φυσικου σωματος σ’ αυτο το σημειο. [...] Δειχνοντας με το δαχτυλο στο παραθυρο εκει περα, δεν τελειωνω στις ακρες των δακτυλων. Που ειναι λοιπον τα περατα του ζωντανου σωματος; [...] Τα περατα του ζωντανου σωματος ειναι ο οριζοντας [...] στον οποιο διαμενω. Γι’ αυτο και η περατωση του ζωντανου σωματος μεταβαλλεται συνεχως με τη μεταβολη της εμβελειας της διαμονης μου.
(Απο σημειώσεις για το
Δρομοι του Σωματος και Ψυχη)
Εδω συναντουμε ενα αλλο χαρακτηριστικο του ζωντανου σωματος: Τα περατα του διαγραφονται απο τον οριζοντα των εκαστοτε αναφορων μου. Μονον μεσα απο μια τετοια εννοηση του ζωντανου σωματος μπορουμε να παρακολουθησουμε πραγματικα εναν ποιητικο λογο, οπως αυτον του Γιωργου Σεφερη απο το ποιημα ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ: "αφησε τα χερια σου αν μπορεις να ταξιδεψουν... / [...] με το καραβι / που αγγιξε τον οριζοντα."
Ετσι εδω δεν πρεπει να φανταστουμε χερια μεταφορικα, καπου σαν ανθρωπακια που κινουνται, ανεβαινουν στο καραβι και ταξιδευουν μεχρι τον οριζοντα. Οι στιχοι καλουν τα χερια του προσφωνουμενου, τα χερια του σωματος, του ζωντανου του σωματος. Τα καλουνε να απλωθουν σ' ενα καθοδον που φτανει εως τα ακρα. Προκειται ουσιαστικα για την ιδια εμπειρια του ζωντανου σωματος που λεγεται και στο δοκιμιο "Μια σκηνοθεσια για την Κιχλη": "Το φως της μερας και το αιμα του ανθρωπου ειναι το ιδιο πραμα." Οταν ανθρωπος και φως ειναι το ιδιο πραμα, τοτε το αιμα δεν αφηνει ιχνη...


3. Ψυχαναλυση

Στοιχειωμενη συναντηση
(Απο το
Η πολις των Αρχαιων...)
Ας επιχειρησουμε τωρα ν' αναγνωρισουμε το ετσι εννοουμενο σωμα, εδω και τωρα. Σας μιλω, ομως μιλω στο μικροφωνο. Το σωμα μου εκτεινεται εως το μηχανημα που εχω μπροστα μου. Τωρα αφηνω το μικροφωνο.
... Με τη φωνη μου, που τωρα μονο ακουτε πραγματικα, το σωμα μου εκτεινεται εως εσας, περατωνεται σ’ εσας. Με το ακουσμα σας, που δεχεται τη φωνη μου, το σωμα σας εκτεινεται εως εμενα, περατωνεται σ’ εμενα ...

Ο Ιαπωνας σκηνοθετης του θεατρου Toshiharu Takeuchi ανεπτυξε μια ασκηση γι' αυτο στο οποιο εγκειται καθε συνομιλια, οτι αποτεινεται καποιος σε καποιον. Σ' αυτην την ασκηση στεκονται δυο ανθρωποι αντικριστα. Ο Α αποτεινεται στον Β με μια συντομη φραση, π.χ. "Παμε στην καφετερια;", η: "Σημερα εισαι στις ομορφιες σου." Κατοπιν ο Β του γυριζει την πλατη, και ο Α αποτεινεται στην πλατη του Β. Οταν ο Β νοιωσει πως ο Α πραγματι του αποτεινεται, γυριζει και απαντα. Στην αρχη πολλοι δεν παρατηρουν τιποτα ιδιαιτερο, απλως γυριζουν και απαντουν. Ο δασκαλος, τους προτεινει ν’ ακουσουν τον Α να τους αποτεινεται ακομα μια φορα και να προσεξουν καλα, εαν πραγματι ο Α τους αποτεινεται. Και τοτε σιγα-σιγα οι μαθητευομενοι δειχνουν απορημενοι και δηλωνουν διαφορα, οπως:
- Μοιαζει σαν ο Α να μην αποτεινεται σ' εμενα αλλα σε καποιον διπλα μου. - Ο Α αποταθηκε σε καποιον που βρισκεται δυο-τρια βηματα πισω μου. - Ο Α αποταθηκε σε καποιον πανω και περα απ' το κεφαλι μου. - Η φωνη του Α δεν φτανει μεχρι εμενα. - Μου φανηκε πως ο Α μου αποταθηκε, μα δεν ειμαι τελειως σιγουρος.
Η, ακομα, μεταξυ αλλων: - Η φωνη του Α αγγιξε την πλατη μου. - Αγγιξε το αυτι μου και πεταξε περα. - Γλιστρησε πανω στην πλατη μου. - Τωρα η φωνη του Α με χτυπησε δυνατα.
Κι εκεινοι που συμμετεχουν στην ασκηση ως παρατηρητες, παρατηρουν πως σιγα-σιγα μπορουν να βλεπουν τα ιχνη της φωνης. Αυτα πολλες φορες διαγραφουν μια καμπυλη και πεφτουν κατω. Διασπωνται σε διαφορες κατευθυνσεις. Πετυχαινουν τον στοχο και πετουν περα, προς τα εξω.
(Απο το
Δρομοι του σωματος και ψυχη)
Στη διαρκεια της θεραπειας μια γυναικα μιλα για κατι που αναγνωρισε στον εαυτο της. Μιλα καθαρα, με τον ησυχο και δυνατο παλμο που χαρακτηριζει την φωνη της αφυπνισης σε μια ενοραση. Διαπιστωνω πως αυτη η καθαροτητα της φωνης, ο παλμος της, διατρεχουν και το δικο μου σωμα. "Ναι, ετσι ειναι", θα μπορουσα να πω. Δεν υπαρχει καμια δυσκολια, κανενα σταματημα αναμεσα στη φωνη της και στο αυτι μου. Ακομα κι αν αυτα που μου λεει δεν τα ηξερα προηγουμενως, ειναι σαν να ημουν γι αυτα ευκαιρος, σαν τα περιμενα. Ολα ειναι αναλαφρα, η φωνη της και το ακουσμα μου, που θα πει τελικα: τα σωματα μας, συνεχονται αβιαστα. Ειναι μια αισθηση που δεν μου μαρτυρειται απλως απο το περιεχομενο των λεγομενων της αλλα προπαντων απο την εμπειρια του σωματος μου.
[...]
Η πελατισσα μου προσθετει, τωρα με εναν τονο απογοητευσης και απελπισιας στη φωνη της:
- Αλλα βρισκομαι ετη φωτος μακρια απο τον εαυτο μου...
Εδω την χανω απο τ' αυτια μου. Η φωνη της ειναι σαν να μην φτανει μεχρι εμενα. Ακουω μονο λογια. Το σωμα μου μενει αμετοχο. Τι συμβαινει εδω; Οπου η συνεχεια λογου και σωματος χανεται; Αυτα που λεει, δεν τα εννοει. Της αντιτεινω λοιπον:
- Τα λετε αυτα, ομως καπου δεν τα αισθανομαι.
Μου απαντα, με φωνη σιγουρη και ζωντανη:
- Δεν σας πειθουν;
Τωρα μοιαζει να ξαναβρισκουμε ο ενας τον αλλον. Της απαντω:
- Οχι.
Αυτη:
- Και βεβαια. Οχι ετη φωτος, διπλα μου ειναι, ομως φοβαμαι να το παραδεχτω.
Δεν προκειται για καποιο ιδιαιτερο στιγμιοτυπο. Προκειται για τον τροπο με τον οποιο εργαζομαι. Οταν τα σημαδια του σωματος, του δικου μου και του πελατη μου, διακρινονται και ονομαζονται, τοτε, με τη συνομιλια μας, ειμαστε, ο ενας για τον αλλο, στη μοναδικη και ανεπαναληπτη πραγματικοτητα της στιγμης.
[...]
Στο θεραπευτικο μας στιγμιοτυπο, στην αρχη, η φωνη της πελατισσας μου με βρισκει κατευθειαν, με διαπερνα, σαν φαντασμα, με συγκινει, με συν-κινει. Κατοπιν, στην συνεχεια, οταν μιλα για τα δηθεν "ετη φωτος" που την χωριζουν απο τον εαυτο της, παραπλανα τον εαυτο της κι εμενα, και την φωνη της την χανω. Ξαναβρισκομαστε, οταν αυτην την πλανη την αναγνωριζουμε.
Η ασκηση οπου ο ενας αποτεινεται στον αλλο δειχνει οτι κανεις, ηδη με το οτι αποτεινεται σε καποιον, επιδρα πανω του. Ομως αυτο δεν πετυχαινει οταν κανεις "εξωτερικευει" μονον το δικο του "συναισθημα" και την "γνωμη" του ως αναφορα "προς τα εξω" για το τι συμβαινει "μεσα του". Δεν πετυχαινει διοτι εδω το ζωντανο του σωμα ειναι απεναντι στον αλλον κλειστο: Ο ομιλων κανει απλως αναφορα. Τα λογια του δεν ανοιγονται στον αλλο, δεν του αποτεινονται αληθινα.
[...]
Τουτο ειναι και το κυριολεκτικο νοημα της λεξης "απο-τεινομαι": εκτεινομαι εως... Τα ορια του ζωντανου μου σωματος εκτεινονται μεχρι εκει που φτανει η φωνη μου, και, στην ευτυχη περισταση, στον συνομιλητη μου. Ουτε πιο κοντα ουτε πιο μακρια απ' αυτον.
Η αποταση δεν φτανει τον συνομιλητη οταν κανεις π.χ. μιλαει "μεσα στο στομα του", η σιγα, η με κακη αρθρωση. Η αποταση φευγει περα απο τον συνομιλητη οταν κανεις π.χ. μιλαει σαν να βγαζει λογο, η πολυ δυνατα, η οταν το κεφαλι του ειναι γυρισμενο πανω και περα απο τα ματια του συνομιλητη κλπ.
Ο Α αποτεινεται στον Β θα πει, σε κανεναν αλλον παρα ακριβως στον Β. Για τον Β, τουτο θα πει οτι ο Β ακουει την φωνη, βλεπει την φωνη να αποτεινεται ακριβως σ' αυτον. Ομως εδω δεν προκειται για το οτι κανεις απλως διαπιστωνει πως καποιος του αποτεινεται απο το οτι αναφερει το ονομα του, στρεφεται προς αυτον κλπ. Το διαπιστωνει απο το οτι το ζωντανο σωμα του αποτεινομενου αναφερεται στο δικο του, τον αγγιζει, τον διαπερνα, τον διαποτιζει.
Τουτο μας βοηθα ακομα να εννοησουμε επαρκεστερα το φαινομενο το οποιο στην ψυχοθεραπεια καθιερωθηκε να λεγεται "μεταβιβαση". Ο ορος δεν αποδιδει αυτο που συμβαινει. Ο πελατης μας δεν μας μεταβιβαζει τιποτε. Ομως πολλες φορες, οταν μας αποτεινεται, η φωνη του δεν αποτεινεται σ' εμας, η μονο σ' εμας, αλλα και σε καποιον αλλο, διπλα μας, πισω μας, περα μακρια. Ποιον; Η ψυχοθεραπεια καλειται να τον φανερωσει, και να καταδειξει την συγχυση και την πλανη του, εφοσον δεν γνωριζει σε ποιον πραγματικα αποτεινεται.
Κι ακομα εμεις, ως θεραπευτες, χρειαζεται ν' αναρωτιομαστε και να εχουμε αναπτυγμενο το αισθητηριο: οταν μιλουμε στον πελατη μας, αποτεινομαστε πραγματι σ' αυτον, και μονο σ' αυτον; Και μπορουμε ν' αναρωτηθουμε γενικοτερα: Οταν οι ανθρωποι μιλουν μεταξυ τους, μιλουν πραγματι σ' αυτον στον οποιον καθε φορα αποτεινονται;

Ενας καλος ταξιδιωτης δεν αφηνει πισω του ιχνη. Καλοι συνταξιδιωτες ειναι αυτοι που στην συναντηση τους ο ενας δεν εγγραφει το ιχνος του επανω στον αλλο. Εδω η αρμοζουσα σταση του ψυχαναλυτη διατυπωνεται απο τον Freud με τον ορο "ελευθερα μετεωρη προσοχη". Αυτη η προσοχη, καθοτι ελευθερα μετεωρη, δεν αφηνει ιχνη. Και επειδη δεν αφηνει ιχνη, δεν μπορουμε καν να μιλουμε για "σταση". Τι ειδους προσοχη ειναι αυτη; Ποτε ειναι η προσοχη ελευθερα μετεωρη και δεν αφηνει ιχνη; Η προσοχη αφηνει ιχνη οταν τα ακουομενα ακουγονται ως πληροφοριες και υλικο. Οπου ο ψυχαναλυτης τα επεξεργαζεται: συνδεει, συγκρινει, εξηγει, ερμηνευει. Η προσοχη ειναι πραγματι ελευθερα μετεωρη οταν ειναι, οπως ακουσαμε, "μια εγρηγορση χωρις ενδιαφερον, η χωρις προθεση". Και δεν αφηνει ιχνη οταν ο ψυχαναλυτης ακουει διχως να σκεφτεται και μιλα σε πρωτο χρονο, και μαλιστα οταν δεν μιλαει ο ιδιος αλλα δια στοματος του μιλα ο αναλυομενος - ετσι που ο ιδιος δεν ειχε μιλησει ποτε μεχρι τωρα. Τουτο συμβαινει οταν ο ενας αναλυεται στον αλλο, οταν ανταλλασσουν τα ζωντανα τους σωματα.
Ενα τετοιο φαινομενο ειναι ο ερωτικος οργασμος. Το διευκρινιζω καταρχην με ενα θεραπευτικο στιγμιοτυπο που επισημαινει το φαινομενο - απο την ελλειψη του. Μια γυναικα λεει πως ποτε της δεν ειχε οργασμο. Της αποκρινομαι, με καποιον δισταγμο, καθως δεν ειμαι σιγουρος αν θα το ακουσει: "Μπορει να σας φανει τρελο, ομως θα μπορουσαμε να πουμε οτι τα ορια του σωματος σας δεν ξεπερνανε την επιδερμιδα του." Το ακουσε!
Ηδη η γερμανικη λεξη για την ηδονη, Lust, συγγενευει ετυμολογικα με το στερητικο μοριο los, εν μερει αναλογο του δικου μας στερητικου αλφα, η του πρωτου συνδετικου απο-. Η ηδονη ειναι κενωση, αδειασμα, που δεν αφηνει καποιον στην ερημο του μηδενος αλλα εκκενωνει το σπιτι, την επικρατεια του εαυτου, απαλειφει το αποτυπωμα του, και τον (οχι, δεν μπορουμε πια να χρησιμοποιουμε την προσωπικη αντωνυμια), και απολυει τον ενα στον - κανενα. Ο Freud το συλλαμβανει απο μακρια με την μπακαλικη ψυχολογιστικη εκφραση "αποφορτιση των ορμων". Η καθε στοιχειωμενη, δηλαδη ευτυχης συναντηση, αν ειναι αποφορτιση, τοτε αποφορτιζει απο τον φορτο του ιδιου του εαυτου.
Πολλες φορες και η θεραπευτικη συνομιλια εχει μια παρομοια υφη. Και στο τελος μια τετοιας ωρας, οταν αποχαιρετω, εχω την αισθηση πως τελειωσε μια ερωτικη συνευρεση, πως συνταξιδεψαμε σ' ενα ταξιδι - που, μ' ολο τον πλουτο του, δεν αφησε πισω του ιχνη.

Η ρηση του Laozi: Ενας καλος ταξιδιωτης δεν αφηνει πισω του ιχνη, εχει το ομολογο της στην αρχαια ελληνικη επιταγη λαθε βιωσας, ζωντας, λανθανε. Στις αναφορες που προηγηθηκαν, η ρηση σημαινει: λανθανε, ως αυτος καθαυτον, αφησε τον ιδιο τον εαυτο σου λανθανοντα. Υπαρχει και ενα πρωτο επιπεδο, πιο καθημερινο, που καποιες φορες θα ηταν και ενα πρωτο βημα: ζωντας, μενε λανθανων ως προς τους αλλους. Τελειωνοντας θα σας φερω για παραδειγμα ενα τραγουδι απο την Ωραια Μυλωνου του Schubert. Λεγεται "Ζηλεια και περηφανεια". Η Ωραια Μυλωνου ειναι η ιστορια ενος νεου που παει να εργαστει σ' εναν μυλο, ερωτευεται την κορη του μυλωνα, αυτη αρχικα ανταποκρινεται, ομως αργοτερα τον εγκαταλειπει για χαρη ενος κυνηγου.
Τα λογια:
Για που τοσο γρηγορα, τοσο αλαφιασμενα και αγρια, αγαπημενο μου ρεμα; / Μηπως τρεχεις ολο θυμο πισω απ' αυτον τον τυπο, τον μαγκα τον κυνηγο; / Γυρνα πισω, γυρισε πισω και ψαλλε τα πρωτα στη μυλωνου σου / για το επιπολαιο, το χαζο, το μικρο της το μυαλουδακι. / Γυρνα πισω! Γυρνα πισω! Γυρισε πισω!
Δεν την ειδες ψες βραδυ να στεκει στην πορτα / με τεντωμενο λαιμο και να κοιτα προς τον μεγαλο δρομο; / Οταν ο κυνηγος κεφατος απ' το κυνηγι γυριζει στο σπιτι, / κανενα σωστο παιδι δεν βγαζει το κεφαλι απ' το παραθυρο.
Πηγαινε, ρεματακι, και πες της τα. / Μα μην της πεις, ακους, κουβεντα για το θλιμμενο μου προσωπο. / Πες της, ξυνει ενα καλαμι μου και φτιαχνει φλογερα, / και παιζει στα παιδια ομορφους χορους και τραγουδια.
Και τωρα
το τραγουδι
Kafka, Αφορισμος 97
"Μονον εδω ειναι το βασανο βασανο. Οχι με την εννοια οτι αυτοι που εδω υποφερουν, αλλου λογω αυτου του βασανου θα ανυψωθουν, αλλα με την εννοια οτι αυτο που σ' αυτον τον κοσμο καλειται βασανο, σ' εναν αλλο κοσμο, αναλλοιωτο και απλα απελευθερωμενο απο το αντιθετο του, ειναι ευδαιμονια."
Ο ζητουμενος και απορουμενος (Πλατων) οριζοντας της ψυχοθεραπειας.
Kafka, Αφορισμος 109
Δεν ειναι αναγκαστικο να βγεις απ' το σπιτι σου. Μεινε στο τραπεζι σου κι αφουγκρασου. Μην αφουγκραζεσαι καν, μονο περιμενε. Μην περιμενεις καν, μεινε απολυτα σιωπηλος και μοναχος. Ο κοσμος θα σου προσφερθει ν' αποκαλυφθει, δεν μπορει παρα να σφυζει εκστασιασμενα εμπρος σου.

Παλιο νησιωτικο δωματιο. Περπατας επανω στο σανιδενιο πατωμα και τριζουν τα επιπλα τριγυρω. Αυτη η πλουσια συνεχεια με τον χωρο που σου ανταποκρινεται. Ενας χωρος που χωραει και φαντασματα.

Ο τρουλος της εκκλησιας, γαλαζιος. Η συν-ουσιααη θαλασσας και ναου.

Που τελειωνει ο ανεμος; Που αρχιζει το δεντρο;

Μουντιαλ. Ελλαδα, Ακτη Ελεφαντοστου.
Χαμενες ευκαιριες εκατερωθεν, τρια δοκαρια για την ελληνικη ομαδα, στα τελευταια δευτερολεπτα ενα αμφισβητουμενο πεναλτι, νικη. Η εκβαση ανετα θα μπορουσε να ειναι διαφορετικη.
Η Τυχη και τα παιχνιδια της. Θα επρεπε να ειχαμε χτισει εναν ναο γι' αυτην, πριν απο τον αγωνα να ειχαμε κανει δεησεις και μετα τον αγωνα ευχαριστηριες τελετες για την ευνοια που μας χαρισε.
Και να υπηρχε κι ενας Πινδαρος που στα επινικια να μην θριαμβολογουσε, να μην αποθεωνε τον νικητη αλλα να υμνουσε την Τυχη, και να μας θυμιζε, ακριβως στην ωρα της νικης:
"Και πολλα στους ανθρωπους κατεπεσαν 'παρα γνωμαν', παρα τη γνωμη τους που περιμενε 'τερψιν'. Κι αλλοι παλι που αντιμετωπισαν 'ανιαραις', φορτικες παραζαλες, σε λιγο χρο¬νο 'πεδαμειψαν', αμοιβαια ανταλλαξαν τη βαθια συμφορα με το 'εσλον', το καλο. [«Πολλα δ' ανθρωποις παρα γνωμαν επεσεν εμπαλιν μεν τερψιος, οι δ' ανιαραις αντικυρσαντες ζαλαις εσλον βαθυ πηματος εν μικρω πεδαμειψαν χρονω» (12ος Ολυμπιονικης)]

Η Τυχη ασκει μια σαγηνη ακατανικητη. Μας καλει να παιξουμε μαζι της. Μας καλει να την δοκιμασουμε, να την δαμασουμε. Και την αναζητουμε οπως τα μυγακια την αναμμενη λαμπα. (Χθες στο ιατρειο βρηκα μαζεμενα ενα πληθος, νεκρα.) Και η Τυχη, χωρις βια, χωρις φοβο και παθος, σαν ανεπαισθητο φυσημα του αγερα, οταν φανει, και ποτε δεν ξερουμε τον χρονο και τον τοπο, ισοπεδωνει καθε υπεροπτικοτητα, βουβαινει καθε κομπορρημοσυνη, καταλυει καθε οχυρο ασφαλειας και βεβαιοτητας, ακυρωνει καθε προθετικοτητα.
Η Τυχη, τοσο η καλη οσο και η κακη, χαλαει καθε εικονα του εαυτου μας. Μας καθιστα ανυποστατους. Η σαγηνη της εγκειται ακριβως στο οτι ανομολογητα (και με τρομο) νοσταλγουμε την καταστροφη μας, η καταστροφη μας τραβα σαν μαγνητης, οπως τα μυγακια η λαμπα (εδω πονταρουν τα ΜΜΕ και με την καταστροφολογια πετυχαινουν μεγαλυτερη τηλεθεαση). Και τι ελκυστικο, αντιμοιρα ελκυστικο εχει η καταστροφη; Μας απαλλασσει απο τον εαυτο μας. Μας καθαιρει.

....................................

Υστερογραφο 

Απο συνεντευξη του αρχηγου της εθνικης Γερμανιας Philipp Lahm στην Zeit:

Ο χαμενος τελικος στο Champions League πριν απο δυο χρονια με την Bayern εναντιον της Chelsea ηταν σημαδιακος για την καρριερα του. Αυτην τη μερα εκανε ενα απο τα καλυτερα παιχνιδια του, "ομως παρολαυτα δεν ηταν αρκετο". Απο την αρχικη απογοητευση βγηκε η αναγνωριση: "Εμεις οι αθλητες βρισκομαστε σε συνεχη εξαρτηση απο συμπτωσεις πραγματων που δεν μπορουμε να επηρεασουμε – πολλα ειναι απλα και τυχη."

Η τυπικη σταση της Ολγας Τρεμη κατα την εκφωνηση του δελτιου ειδησεων. Το αριστερο χερι εκτεταμενο, ακουμπα στο τραπεζι και ειναι στραμμενο προς τα εμπρος, προς την καμερα, προς εμας. Μοιαζει να στηριζει το υπολοιπο σωμα, και μαλιστα να του δινει ενα εφαλτηριο, μια ωθηση για να προχωρησει.

Η σκηνη μοιαζει με πολεμικη ταινια. Το υπολοιπο σωμα λεει στο αριστερο χερι "Καλυψε με!", και ξεκινα για την εφοδο στη "μαχη της ενημερωσης".


[Μια συζητηση με τον Μιλτο Θεοδοσιου στο Εργοταξιο Ιδεων. Αθηνα 2014]

video 1  /  video 2  /  video 3  /  video 4  /  video 5



ΟΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

PDF


Περιεχομενα

Πως το θεραπευτικο αφορα τη ζωη μου;
Φιλοσοφικοι αρμονικοι. Η Αλλη
Γιατι φιλοσοφια;
- Σχολαζω απο σχολειο, δουλεια, δραστηριοτητα. Ελευθερος χρονος.
- Σχολαζω απο την πιεση της βιοτικης αναγκης, του φοβου και της επιθυμιας.
- Η επαναληψη της ζωης στην τεχνη, η επαναληψη ως τεχνη
- Χρονικοτητα της σχολης.
- Θεωρητικος βιος. Vita contemplativa
- Το ακρο της σχολης: σχολαζω απο τον ιδιο τον εαυτο μου.
- Η σχολη, παρουσα με την αρνητικη οψη της
Το αισθητηριο για το Αλλο, τον Αλλο
Επιστημη και καλυψη των κενων
Η αμφισβητηση της προτεραιοτητας της γνωσης
Το θεραπευτικο
Το θεμα της υποκειμενικοτητας
Η παθολογια σημερα
Γενικα θεματα

Πως το θεραπευτικο αφορα τη ζωη μου;
Απο το Το Γραμμα Α, σ. 248
Ποτε δεν μου σταθηκε δυνατο να πω, ολα ειναι καλα, και εφησυχασμενος να ενταχθω στην παραγωγικη διαδικασια προσφεροντας υπηρεσιες η διαχειριζομενος προϊοντα. Χρειαζεται, ενοιωθα, να σταματησουμε (βλ. παρακατω και "σχόλη"!) και να διανοηθουμε που παμε.
Σε μια ταινια του Antognoni αναφερεται η ιστορια μιας ομαδας αρχαιολογων στο Μεξικο, που πηγαινουν στον τοπο των ερευνων τους. Καποια στιγμη οι ιθαγενεις οδηγοι τους σταματουν. Οταν μετα απο μερες αποφασιζουν να συνεχισουν, δινουν και την εξηγηση: οι ψυχες τους ειχαν μεινει πισω, κι επρεπε να τις περιμενουν.
Λεει ο Σωκρατης στην "Απολογια" (38α): ... ο δε ανεξεταστος βιος ου βιωτος ανθρωπω...
Η ψυχαναλυση απεκτησε στα ματια μου τον χαρακτηρα ενος τετοιου σταματημου και μιας τετοιας <εξετασης>. Αυτο που ορισε ο Freud ως "αρχη της αποχης", εννοημενο στα ακρα , κανει την θεραπευτικη συναντηση σταθμο στην δινη της καθημερινης εγνοιας, σταθμο οπου παυουν τα παντα, παυση οπου δεν επιζητειται τιποτα, δεν αναμενεται τιποτα, εκτος απο την ψυχη που εμεινε πισω. Την ψυχη, οχι το "ψυχικο οργανο" της φροϋδικης ψυχαναλυσης αλλα το, Ελυτης, τετραφυλλο δακρυ, το τετραφυλλο τριφυλλι της χαρας και το δακρυ του πονου, που, ως "τετραφυλλο δακρυ" ειναι το αυτο. Τετοιοι σταθμοι ειναι που κανουν τον βιο βιωτο, βιωσιμο.
Φιλοσοφικοι αρμονικοι . Η Αλλη
- Εδω και μερικες μερες εντονη υπνηλια, ατονια...
- Ποτε ξεκινησε;
- Συνεδριαση στην υπηρεσια που δουλευει, οι θεσεις πιασμενες, καθησε μονη της, οι συνδικαλιστες μιλουσαν με καθαρα και σταρατα λογια, τους ζηλεψε... πολυ μικρη μπροστα τους ... Και κατοπιν η ατονια. Γυριζοντας με το αυτοκινητο επρεπε να προσεχει. Και μετα το πεσιμο, η υπνηλια, να πεθανω να τελειωνει... πεσιμο, υπνηλια ... να πεθανω ... να κουκουλωθω και να χαθω απο προσωπου γης ... μηχανικα [Να τελειωνει... Η κριση στην κορυφωση της! Κινδυνος και σωτηριο: Heidegger – Hölderlin]
Λεω:
- Ας υποθεσουμε οτι πεθαινατε. Πως θα ηταν τοτε, μετα θανατον; [Heidegger: Να γινουμε ελληνικοτεροι απο τους Ελληνες. Οχι empathy, ενσυναισθηση.]
- ... Σκοταδι ... μονο σκοταδι ...
- (Η εικονα ολο και σαφεστερη) Ας υποθεσουμε πως σας συνεβαινε μια μετενσαρκωση, μια μετεμψυχωση ... και μαλιστα να ειχατε ακριβως την ιδια μορφη, να ζουσατε στα περιβαλλοντα που ζειτε τωρα, και κανεις να μην καταλαβαινε την διαφορα ... [Wittgenstein: Μια καλη παρομοιωση φρεσκαρει τον νου.]
- Αυτη η αλλη ... καλοντυμενη .... τακουνια ... οχι οπως εγω ... το σπιτι μοντερνο και λιτο ... στα παιδια μου οχι υποχωρητικη ... στη δουλεια ... βρωμικο, αραχνιασμενο μερος ... κλεινω το πομολο και φευγω ... Η Αλλη εχει γνωρισει τον θανατο και δεν φοβαται τιποτα [Hegel: κυριος - δουλος / νεκυια / Byung-Chul Han, Ειδη θανατου / Απο εδω η ελευθερια και η φρεσκαδα της Aλλης (μεγαλος θανατος)] Τα λογια μου αντανακλαση, δεν πηγαινουν στο βαθος, δεν ψαχνουν κρυμμενα νοηματα του ψυχικου κοσμου. Επιφανειακες αβυσσοι (Les abîmes superficiels, Baudrillard)]
- Θα μεινω ετσι; Στον φοβο;
- Ισως ναι, ισως οχι [Δεν ενθαρρυνω. Δεν διαπραττω την υβρη να προκαταλαβω το απροκαταληπτο. Η ανωνυμια της τυχης Το απανθρωπο της. Το ατεγκτο της. Προσωκρατικοι.]

Γιατι φιλοσοφια;
Οχι μονη. Ποιηση, αρχαια μουσικη, τεχνες. Ζητωντας μια υποτροφια απο το Ινστιτουτο Goethe μετα το τελος της Ιατρικης: "Δεν θελω ειδικευση αλλα γενικευση..."

Σε μια εκθεση στο δημοτικο γραφω για την Κερκοπορτα, που στην πολιορκια της Κωνσταντινουπολης ξεχαστηκε ανοιχτη, και γι' αυτο, υποτιθεται καταληφθηκε απο τους Οθωμανους... Ο δασκαλος καλεσε τους γονεις μου, ολοι ταραχτηκαν, σαν να ειχε διαγνωστει λευχαιμια. Καταλαβα οτι ημουν μονος. Ενα ειδος αποπροσωποποιησης, αποπραγματοποιησης, που με τον ενα η με τον αλλο τροπο εκανε τα πραγματα ερωτηματα.

Ενα ειδος απελπισιας με την ζωη, οπου η μονη διεξοδος ηταν φυγη προς τα εμπρος, προς τα ακρα, χωρις επαναπαυση σε μισολογα, σε ημιμαθειες.

Eliot, Το ερωτικο τραγουδι του J. Alfred Prufrock:
Do I dare / Disturb the universe?
Τολμω / Να ταραξω το συμπαν;
Should I, after tea and cakes and ices, / Have the strength to force the moment to its crisis?
Θα ειχα, μετα το τσαϊ και τα κεϊκ και τα παγωτα / Θα ειχα την δυναμη να εξαναγκασω την στιγμη στην κριση της;

Στην φιλοσοφια δεν με ενδιεφεραν συστηματα και γνωσεις, αλλα το."φιλοσοφειν". Τα χαρακτηριστικα του: Το κριτικο ακουσμα της ερωτησης. Η σχολη. Το αισθητηριο για τον Αλλο.
1. Το κριτικο ακουσμα της ερωτησης
Δεν ακολουθω τυφλα το ερωτημα για να βρω την απαντηση, αλλα αναλογιζομαι την ερωτηση: Υπαρχουν οι προϋποθεσεις να απαντηθει; Η κατασταση επιτρεπει την πραξη καν; Ειναι αρκετα ελευθερος να κανει αυτο που ζητα; Μπορω π.χ. να ανταποκριθω στην ερωτηση για το τι να κανει με τα φαναρια του δρομου, να σταματα στο κοκκινο και να ξεκινα στο πρασινο, με μια προϋποθεση: να διακρινει τα χρωματα, να μην εχει αχρωματοψια. Σε μια αλλη περιπτωση να μην διακατεχεται απο αμφιθυμια, απο το και-ναι-και-οχι που θα εκανε καθε δικη μου παραινεση αχρηστη, .
Το κριτικο βλεμμα ως προς τα ερωτηματα. Τι εχει απαντηση και τι οχι.

2. Σχολη. Οι βαθμιδες της.
- Σχολαζω απο σχολειο, δουλεια, δραστηριοτητα. Ελευθερος χρονος.

- Σχολαζω απο την πιεση της βιοτικης αναγκης, του φοβου και της επιθυμιας.
> Ο τροπος που, οπως το βλεπω τωρα, πρωτοανοιξα, εγινα δεκτικος γι' αυτην. Επανεισαγωγη, 12κ.ε.:
Μια μερα, το θυμαμαι λες και ηταν χθες, ηρθε η σκεψη και γεμισαν ολα με φως: πρεπει να γνωρισω τον κοσμο. Οπως το αναλογιζομαι τωρα, εκεινο το "να γνωρισω" σιγουρα δεν εννοουσε καποια συσσωρευση εγκυκλοπαιδικων, η και επιστημονικων γνωσεων. Η γνωση, που τοτε με καλεσε, υποσχονταν προπαντων την δυνατοτητα να μην αναζητω την λυση σε εναν τροπο ζωης, αλλα ακριβως στην αποκτηση μιας αποστασης απο την "ζωη". Υπηρχε ισως μια ζωη η οποια δεν θα αναλωνονταν στον εαυτο της, και για τον εαυτο της, δεν θα τελειωνε στην "ζωη", στις αναγκες, στις υποχρεωσεις και στα βιωματα της, αλλα θα συνιστατο βασικα στην αναζητηση της γνωσης της, που θα μπορουσε να προσφερει καθαροτητα στο βλεμμα και γαληνη στην ψυχη μου. Αυτη η σκεψη δεν ειχε τον χαρακτηρα ενος προγραμματος ζωης. Περισσοτερο συνοδευονταν απο την αισθηση μιας παραξενης και πρωτογνωρης παλιννοστησης, το νεο που με φωτιζε εμοιαζε σαν κατι που ηξερα απο παντα, κατι στο οποιο βρισκομουν απο παντα. Αυτη η αισθηση εμελλε να ειναι ενας αλαθητος οδηγος, καθε φορα που την ακολουθησα.

> Η σχολη των Αρχαιων. Δεν οφειλεται οτι την λαντζα την εκαναν οι δουλοι, οπως καποιοι ισχυριζονται. Το βιοτικο δεν ειναι μονοπωλιο του φτωχου. Αντιθετα. Πουθενα δεν ειδα ανθρωπους τοσο κατειλημμενους απο βιοτικες αναγκες, οσο στο business lounge, οπου πηγαινω ως τακτικος επιβατης.

> Σε απορροφα κατι αλλο, ακομη και εν αγνοια σου, ακομη και εις πεισμα των προθεσεων σου: Ξεχασμα. Δαρειος

> Στην ψυχαναλυση:
- Η αμοιβη απαλλασσει απο βιοτικες αναγκες.
- Η "αρχη της αποχης", στην ακρα εννοηση της, και στην πληρη της αφομοιωση, δεν ειναι μονο απαγορευση εκπληρωσης επιθυμιων κατα την ψυχαναλυτικη συνεδρια, δεν ειναι ασκητισμος. Εφοσον η αποχη αφομοιωθει, πρωτα απο τον ιδιο τον θεραπευτη, χαριζει την ευρυχωρια της σχολης. Η ευρυχωρια αυτη καθαυτην ειναι το θεραπευτικο.

- Η επαναληψη της ζωης στην τεχνη, η επαναληψη ως τεχνη
Η επαναληψη ως χρονικο φαινομενο: Μια εμπειρια δεν εξαντλειται στην στενωπο του γεγονοτος της αλλα επιστρεφει πλουσιοτερο, σε μια αλλη διασταση, "ξαναγινεται" και αυτο το ξαναγινωμα εχει ολον τον χρονο που χρειαζεται για να ολοκληρωθει.

> Paul Celan: Το ποιημα ... επιμνημον των δεδομενων του - επ-ανα-ληψη των δεδομενων του

> Αποστολος Καλδαρας: Το επεισοδιο και το τραγουδι - "Μου σπασανε τον μπαγλαμα..."

> Villa Lobos, Bacchianas Brasileiras, Danca: Ο τραγουδιστης μιλα σε ενα πουλι της στεππας. Σε ενα κομβικο σημειο, του λεει: "canta mais..." ["τραγουδα ξανα ..."]. Αυτο το "ξανα" ειναι το τραγουδι του συνθετη!

> Martin Heidegger, απο επιστολη στον Erhart Kästner, 1.1.1954:
Στη ζωη μου ταξιδεψα λιγο και, οταν τουτο συνεβαινε, ποτε η εμπειρια της στιγμης δεν ηταν το ουσιαστικο. Αυτο σ' εμενα εκπτυσσεται αργοτερα στην μνημη, η οποια ειναι κατι διαφορετικο απο την αναμνηση των περασμενων.

- Χρονικοτητα της σχολης
> Ηδη η επαναληψη δινει στο συμβαν χρονο, το αφηνει να αναπνεει. Το συμβαν δεν εξαντλειται στο γεγονος του.

> Στην σχολη τα πραγματα εχουν εναν αλλο ρυθμο. Πρβλ. τα χορικα στις τραγωδιες.
Αντιγονη. Μια σφοδρη λογομαχια αναμεσα στον Κρεοντα και τον φυλακα (324-332).
Κρεων
λεγε εσυ. μα αν δεν
φανερωστε τους δραστες, τοτε θα το πειτε
πως τα ανιερα κερδη φερνουν ζημια.

Φυλαξ
θα 'τανε καλυτερα να βρισκοταν. μα
ειτε πιαστει ειτε οχι, γιατι αυτο η τυχη θα το κρινει,
εσυ δεν θα με δεις να ξαναρχομαι.
γιατι τωρα, χωρις ουτε να το ελπιζω ουτε να το περιμενω,
σωθηκα, κι οφειλω στους θεους ενα μεγαλο ευχαριστω.

Και κατοπιν ακολουθει ο χορος:
ειναι πολλα τα δεινα, μα κανενα δεν ειναι δεινοτερο απ' τον ανθρωπο...
Το ακουμε, ακουμε τον αλλο ρυθμο και στην μελοποιηση απο τον Carl Orff:
KREON
So mal' die Satzung aus! Wenn aber ihr
Nicht anzeigt, die's getan, so mögt ihr sagen,
Gewaltiges Gewinnen gebe Schaden.

DER BOTE
Dem kann denn doch wohl nachgespüret werden.
Ob's aber treffen auch sich läßt? So etwas
Geht nämlich, wie es zustößt eben; nun scheint's nicht,
Als sähest du mich wieder hieher kommen.
Denn unverhofft und gegen meine Meinung
Erhalten, sag ich jetzt viel Dank den Göttern.

CHOR der thebanischen Alten
Ungeheuer ist viel. Doch nichts
Ungeheuerer als der Mensch.


- Θεωρητικος βιος. Vita contemplativa
> Ραμφος, σε μια πρωινη εκπομπη του Mega, σχετικα με την φιλοσοφια. Τελειως αλλη ατμοσφαιρα απο π.χ. τα δελτια ειδησεων. Ο δημοσιογραφος Ιορδανης Χασαποπουλος, το βραδυ με τεντωμενο προσωπο και μαυρους κυκλους στα ματια, τωρα αλλος ανθρωπος. Φωτεινο προσωπο, αφημενος στον ρυθμο της συζητησης, εχει χρονο να ακουσει, να μιλησει, να ρωτησει.

> Byung-Chul Han, Σχολη

> Heidegger.
- O Heidegger, σε μια παραδοση, αναφερει μια ιστορια σχετικα με τον Θαλη που, «αστρονομουντα [...] και ανω βλεποντα», καθως μελετουσε τ' αστρα κι ειχε το βλεμμα του στραμμενο προς τα πανω, «πεσοντα εις φρεαρ», επεσε σ' ενα πηγαδι, «Θραττα τις εμμελης και χαριεσσα θεραπαινις», και μια ομορφη και χαριτωμενη δουλα θρακιωτισσα «αποσκωψαι λεγεται», λεγεται πως του ειπε περιπαιχτικα, «ως τα μεν εν ουρανω προθυμοιτο ειδεναι», πως τοσο επιθυμει να γνωρισει αυτα που ειναι στον ουρανο, «τα δ' εμπροσθεν αυτου και παρα ποδας λανθανοι αυτον», και χανει αυτα που θα του συμβουν και που ειναι μπροστα στα ποδια του.
- Απο την εμπειρια της νοησης Το αργο.
- Το δεντρο
Heidegger:
Στον κηπο υπαρχει ενα δεντρο. Λεμε γι αυτο: το δεντρο ειναι ομορφο. Ειναι μηλια. Αυτον τον χρονο δεν ειναι πολυ καρπερη. Ειναι τοπος οπου συχνα μαζευονται πουλια. Ο οπωροκαλλιεργητης μπορει να πει γι αυτην και αλλα. Ο επιστημων βοτανολογος, ο οποιος παρασταινει το δεντρο ως φυτο, μπορει να βρει για το δεντρο ενα σωρο πραγματα. Τελος φτανει ενας παραξενος ανθρωπος, και λεει: το δεντρο ειναι, δεν ειναι τιποτε.
//
Wittgenstein:
Καθομαι σε ενα κηπο μ’ ενα φιλοσοφο, ο οποιος μου λεει ξανα και ξανα, δειχνοντας ενα δεντρο κοντα μας: ‘Γνωριζω οτι αυτο ειναι ενα δεντρο.’ Καποια στιγμη ερχεται ενας τριτος και ακουει αυτο το πραγμα. Τοτε εγω του λεω: ‘O φιλος απο δω δεν ειναι τρελος. Απλως φιλοσοφουμε’

- Το ακρο της σχολης: σχολαζω απο τον ιδιο τον εαυτο μου.
> Σχολαζ-ομαι παραδιδομενος στο Αλλο: ερωτας, θανατος. Μικρη, η μεγαλη κατα-στροφη.

> Ρυθμιση στον ρυθμο της φυσης:
- Heidegger, Χωραφοδρομος:
Στο μεταξυ η σκληροτητα και η οσμη του ξυλου αρχισαν να μιλουν ευληπτοτερα για την αργη σταθεροτητα με την οποια το δεντρο μεγαλωνει. Η ιδια η βελανιδια μιλουσε κι ελεγε πως μονο σε μια τετοια βλαστηση θεμελιωνεται οτι διαρκει και καρπιζει: πως βλασταινω θα πει: ανοιγομαι στην εκταση του ουρανου και συναμα ριζωνω στο σκοταδι της γης.
- Περπατημα. Οταν δεν πηγαινεις τα ποδια σου, αλλα σε πηγαινουν αυτα, οπως αυτα "θελουν", τοτε το περπατημα ξεκουραστο και αναλαφρο
- Αφηνεις σε κατι χρονο να ωριμασει
- Ενα με την φυση = Μεγας θανατος
- Η Οφηλια του Millet (φωτο 1), μια νεκρη γυναικα στο ποταμι. Η Οφηλια της Moki (φωτο 2), ιδια με βραχο στην κοιτη του ποταμου.
[Moki, How to disappear]

> Baudrillard:
Καθε τι αποζητα τον θανατο του ... Η, μαλλον, καθε τι απαιτει να ανταλλαγει, να αντιστραφει, και να χαθει μεσα σ' εναν κυκλο.

- Η σχολη, παρουσα με την αρνητικη οψη της
> Το "δεν εχω χρονο". Το ξερουμε απο την αρνητικη του πλευρα ως κριση πανικου, καταθλιψη. Ως πιεστικοτητα της πληξης. Ως κουραση με τον εαυτο: με βαρεθηκα.

> "Τι να κανω;"

Το αισθητηριο για το Αλλο, τον Αλλο
> Η λεξη "σχεση" ειναι παραγωγο του "εχω" (αορ. "εσχον"). Στην σχεση ο ενας εχει τον αλλο: συν-εχεται μ' αυτον, τον κατ-εχει, τον προσ-εχει. Στο πεδιο του "εχω" ο Αλλος ως Αλλος χανεται: Ειναι κατανοητος, συγκρισιμος, προβλεψιμος. Η ψυχολογια δεν γνωριζει τον Αλλο.
- Φανερη αρμονια (Ηρακλειτος)
- "κολαση του ομοιου" (Baudrillard):
Τα πραγματα γινονται διαφανα οταν απεκδυονται καθε αρνητικοτητας, οταν ομαλοποιουνται και ισοπεδωνονται, οταν εναρμοζονται χωρις αντισταση σε ομαλες ροες του κεφαλαιου, της επικοινωνιας και της πληροφοριας. Οι πραξεις γινονται διαφανες οταν γινονται λειτουργικες, [6] οταν υπαγονται στη διαδικασια της υπολογισιμοτητας, της χειρισιμοτητας και ελεγξιμοτητας. Ο χρονος γινεται διαφανος οταν ισοπεδωνεται σε μια ακολουθια διαθεσιμου παροντος. Ετσι και το μελλον θετικοποιειται ως βελτιστοποιημενο παρον. Ο διαφανος χρονος ειναι ενας χρονος χωρις μοιρα και συμβαν. Οι εικονες γινονται διαφανες οταν, ελευθερωμενες απο καθε δραματουργια, χορογραφια και σκηνογραφια, απο καθε ερμηνευτικο βαθος, μαλιστα απο καθε νοημα, γινονται πορνογραφικες. Πορνογραφια ειναι η αμεση επαφη μεταξυ εικονας και ματιου. Τα πραγματα γινονται διαφανα οταν απεκδυονται της ενικοτητας τους και εκφραζονται ολοτελα σε τιμες. Το χρημα, που κανει τα παντα συγκρισιμα με τα παντα, καταλυει καθε ασυμβατοτητα, καθε ενικοτητα των πραγματων. Η κοινωνια της διαφανειας ειναι μια κολαση του ομοιου. [Byung-Chul Han, Κοινωνια της διαφανειας]

- Εδω ανηκει η εικονα του κοσμου που φερνουν σχεδον ολοι οσοι ερχονται στην ψυχαναλυση (και οχι μονον αυτοι!): το κλιμα του, η ατμοσφαιρα του, οι συνθηκες: μεγενθυμενο πατρικο! Η προσκολληση στο οικειο. (Ξενοφανης: αν τα αλογα ... ειχαν χερια και ζωγραφιζαν, ο θεος τους μορφη αλογου.)

> Ο Αλλος ως Αλλος
- αφανης αρμονιη (Ηρακλειτος)
- Martin Heidegger ( Βλ. Ο εαυτος στο ονειρο και αλλου),
- Byung-Chul Han (Κοινωνια της κοπωσης, Η προθανατια αγωνια του ερωτα),
- Jean Baudrillard (Σαγηνη)

> Ομως, ο Αλλος χανεται και εδω:
- Σεφερης:, "Ειναι παιδια πολλων ανθρωπων τα λογια μας."
- Απο το Ο εαυτος στο ονειρο και αλλου:
Μια τετοια Γη Κανενος θα μπορουσε καποτε να ειναι και σημειο συναντησης του Förster και του Γεμενετζη οπου ξενος και ξενοδοχος μεταβαινουν ελευθερα απο τη μια μορφη στην αλλη. Αυτο θα μπορουσε να αποδοθει στη φραση: Ο Förster ειναι ονειρο του Γεμενετζη, ο Γεμενετζης ειναι ονειρο του Förster.
Επιτρεψτε μου για λιγο να το περιγραψω λεπτομερεστερα. Ο κυριος Förster. Τον βλεπω. Η φραση "Τον βλεπω" σημαινει συγχρονως με βλεπει, ασχετα με το αν το βλεμμα του ειναι στραμμενο προς εμενα η οχι. (Πρβλ. Nietzsche, παραθετω απο μνημης: "Οταν κανεις κοιταζει αρκετη ωρα μεσα στην αβυσσο, αρχιζει η αβυσσος να τον κοιταζει αυτη.") Με κοιτα και η οψη του, σαν μαγικο ραβδι, με αγγιζει και κατευθειαν με αδειαζει και με ρυθμοποιει σε Förster. Ειμαι οπως ενα δεντρο που στην κορμοστασια του προβαλλουν οι κυριαρχοι ανεμοι της περιοχης, η οπως, ως οδηγος του αυτοκινητου μου, γινομαι συστατικο της μηχανης, η οπως η ευωδια της ρεσεντας διαποτιζει τον Κινεζο. Δεν εχω τιποτα να κρυψω. Γνωριζω μεν τον κυριο Förster εδω και 35 χρονια και ειμαι οδηγος εδω και σχεδον 50 χρονια, ομως η οικειοτητα δεν σημαινει τιποτα. Το ιδιο ισχυει για τα παντα και τους παντες, οπως για την αγνωστη μου κυρια που καθεται ακριβως απεναντι μου.



Επιστημη και καλυψη των κενων
Freud:
[Η υποθεση του ασυνειδητου] ειναι αναγκαια γιατι τα δεδομενα της συνειδησης εχουν σε μεγαλο βαθμο κενα• συχνα τοσο σε υγιεις οσο και σε ασθενεις συμβαινουν ψυχικες ενεργειες που προϋποθετουν για την εξηγηση τους αλλες ενεργειες, τις οποιες η συνειδηση δεν μαρτυρει. Τετοιες ενεργειες δεν ειναι μονο οι παραπραξεις αι τα ονειρα στους υγιεις, ολα οσα κανεις αποκαλει ψυχικα συμτωματα και καταναγκαστικα φαινομενα στους ασθενεις - η πλεον προσωπικη καθημερινη μας εμπειρια, μας γνωστοποιει ιδεες, την προελευση των οποιων δεν γνωριζουμε, και με συμπερασματα σκεψεων, η διεργασια των οποιων μας εχει μεινει κρυφη. Ολες αυτες οι συνειδητες ενεργειες θα εμεναν ασυνδετες και ακατανοητες αν επιμενουμε στην αξιωση να πρεπει να γνωριζουμε με την συνειδηση οσες ψυχικες ενεργειες συμβαινουν μεσα μας και τις εντασσουμε σε μια καταδειξιμη συσχετιση, οταν προβαλλουμε τις ασυνειδητες ενεργειες που αποκαλυφθηκαν. Ομως κερδος σε νοημα και συσχετιση ειναι ενα ολοτελα δικαιολογημενο κινητρο, το οποιο μπορει να μας οδηγησει περαν της αμεσης εμπειριας.

Η αμφισβητηση της προτεραιοτητας της γνωσης
> Nietzsche
Βλεπω, και εχω δει, χειροτερα και πολλες φορες τοσο απαισια που δεν θελω να μιλω για το καθενα, και για καποια ουτε καν να σωπαινω: ανθρωποι δηλαδη που τους λειπουν τα παντα, εκτος απο ενα που παραεχουν - ανθρωποι που δεν ειναι αλλο απο ενα μεγαλο αυτι, η ενα μεγαλο στομα, η μια μεγαλη κοιλια, η κατι αλλο μεγαλο - αντιστροφους σακατηδες τους αποκαλω τετοιους.
Και οταν βγηκα απο τη μοναξια μου και πρωτη φορα περασα αυτην τη γεφυρα: δεν πιστευα στα ματια μου και κοιταξα, και ξανακοιταξα, και τελικα ειπα: 'αυτο ειν' ενα αυτι! Ενα αυτι μεγαλο οσο ενας ανθρωπος!' Ειδα ακομα καλυτερα: και πραγματι κατω απο το αυτι κατι ακομα κινουνταν, κατι που ηταν μικρο και φτωχικο και καχεκτικο. Και πραγματι, το τεραστιο αυτι στεκοταν επανω σ' εναν μικρο λεπτο μισχο, - ομως ο μισχος ηταν ενας ανθρωπος! Μαλιστα οποιος εβαζε μπρος στο ματι του εναν φακο, μπορουσε ν' αναγνωρισει κι ενα μικρο ζηλοτυπο προσωπακι· επισης μια πρησμενη ψυχουλα που ταλαντευοταν στον μισχο. Ομως ο λαος μου ειπε οτι το μεγαλο αυτι δεν ειναι μονο ενας ανθρωπος, αλλα ενας μεγαλος ανθρωπος, μια ιδιοφυια. Ομως ποτε δεν πιστεψα τον λαο, οταν μιλουσε για μεγαλους ανθρωπους - και διατηρουσα την πιστη μου οτι ειναι ενας αντιστροφος σακατης που εχει πολυ λιγο απ' ολα και παρα πολυ απο ενα.”

Το θεραπευτικο
> Οποιος εχει ανοιξει πολυ νωρις για την εμπειρια του θανατου, δεν μπορει πια να κλεισει απεναντι της, μια πληγη που γινεται σαν πνευμονας και διαμεσου του ανασαινεις. Elias Canetti, Das Geheimherz der Uhr) ...
Κατα τον Heidegger εμπειρωμαι θα πει "προχωρωντας, καθοδον αποκτω κατι, φτανω σ' αυτο βηματιζοντας σ' εναν δρομο". [M. Heidegger, Unterwegs zur Sprache, Pfullingen 1959, σ. 169] Ο δρομος, στον οποιο μια εμπειρια καθισταται δυνατη, δεν ειναι ευθυς η γραμμικος αλλα καμπυλος, κυρτος η λοξος. Ετσι ο προβλητικος υπολογισμος δεν ειναι δυνατος. Στην εμπειρια ανηκει το οτι κανεις εκπλησσεται, συγκλονιζεται και καταλαμβανεται. Ειναι μια διαβαση στο αγνωστο, οπου κανεις θα επρεπε να εκτεθει σ' εναν απολυτο κινδυνο, οπως ο τυφλος σκαντζοχοιρος που περνα εναν αυτοκινητοδρομο: "Αυτος, ο σκαντζοχοιρος, καθιστα τον εαυτο του τυφλο. (...) οταν στον αυτοκινητοδρομο ψιλιαζεται κινδυνο, εκτιθεται στο ατυχημα (...) Κανενα ποιημα διχως ατυχημα, κανενα ποιημα που δεν ανοιγει σαν πληγη, ομως και που δεν πληγωνει συναμα." [J. Derrida, Was ist Dichtung?, Beirln 1990] Η πληγη γινεται πνευμονας δια του οποιου κανεις ανασαινει την φρεσκαδα του νεου, της νεας εμπειριας. Η εμπειρια εξαρταται απο αυτον τον ποιητικο βηματισμο. Το ατυχημα τραυματιζει. Η συμπτωση ως πτωση, ως μη περι-πτωση, ανοιγει πληγες στο λογικο, στο εγγενες της συνειδησης. Η εμπειρια πονα: "Η εμπειρια (...) ειναι στην ουσια της ο πονος, με τον οποιο αποκαλυπτεται η ουσιακη ετεροτητα του οντος απεναντι στο συνηθες." [M. Heidegger, GA 54, σ. 249] Η εμπειρια ανοιγει πληγες, η μονο μεσα απο τις πληγες που πονουν ειναι δυνατη η εμπειρια, και μαλιστα χωρις τη διαλεκτικη θεραπευτικη αγωγη του πονου και της πληγης.
(Byung-Chul Han, Η προθανατια αγωνια του ερωτα)

> Το "απολυτο κλεισιμο" (Byung-Chul Han, Η προθανατια αγωνια του ερωτα)
Ο "ορισμος του απολυτου", λεει ο Hegel, ειναι "οτι ειναι το κλεισιμο". Εδω το κλεισιμο δεν ειναι λογικη σχηματικη κατηγορια. Η ιδια η ζωη, θα ελεγε ο Hegel, ειναι ενα κλεισιμο.Το κλεισιμο θα ηταν μια βια, ενας βιαιος αποκλεισμος του Αλλου, εαν (33) δεν ηταν απολυτο κλεισιμο αλλα περιορισμενο, μαλιστα θα ηταν ενα βραχυκυκλωμα. Το απολυτο κλεισιμο ειναι ενα αργο, αργοσυρτο κλεισιμο, του οποιου προηγειται ενα διαγειν στον Αλλο. Η ιδια η διαλεκτικη ειναι μια κινηση του κλεισιματος, του ανοιγματος και της επανευρεσης. Το πνευμα θα αιμορραγουσε απο πληγες, τις οποιες θα του επεφερε η αρνητικοτητα του Αλλου, εαν δεν ηταν ικανο για κανενα κλεισιμο. Καθε κλεισιμο δεν ειναι βια. Κανεις κλεινει ειρηνη. Κανεις κλεινει μια φιλια. Η φιλια ειναι ενα κλεισιμο. Η αγαπη ειναι ενα απολυτο κλεισιμο. Ειναι απολυτο διοτι προϋποθετει τον θανατο, την εγκαταλειψη του εαυτου.
Η "αληθινη ουσια της αγαπης" συνισταται ακριβως στο "να παραδιδει τη συνειδηση του εαυτου της, να ξεχνιεται μεσα σε εναν αλλο εαυτο". Η συνειδηση του δουλου του Hegel ειναι περιορισμενη, δεν ειναι ικανη για το απολυτο κλεισιμο διοτι δεν ειναι σε θεση να παραδωσει τη συνειδηση του εαυτου του, δηλαδη δεν ειναι σε θεση να πεθανει. Η αγαπη ως απολυτο κλεισιμο περναει μεσα απο τον θανατο. Κανεις πεθαινει μεν μεσα στον Αλλο, ομως αυτον τον θανατο τον ακολουθει μια επανοδος στον εαυτο. Ομως η συμφιλιωμενη επανοδος στον εαυτο απο τον Αλλο ειναι καθε αλλο απο βιαιη ιδιοποιηση του Αλλου, η οποια λανθασμενα αναγορευτηκε sε κυρια φιγουρα της ακεψης του Hegel. Πολυ περισσοτερο ειναι το δωρο του Αλλου, του οποιου προηγειται η παραδοση, η εγκαταλειψη του εαυτου μου.

(34) Το καταθλιπτικο-ναρκισσιστικο υποκειμενο δεν ειναι ικανο για κανενα κλεισιμο. Ομως χωρις κλεισιμο ολα διαρρεουν και συγχεονται. Ετσι δεν εχει καμια σταθερη εικονα του εαυτου, η οποια επισης ειναι μια μορφη κλεισιματος. Δεν ειναι τυχαιο οτι στη συμπτωματολογια της καταθλιψης ανηκει η αναποφασιστικοτητα, η ανικανοτητα για ενα κλεισιμο. Η καταθλιψη ειναι χαρακτηριστικη για μια εποχη οπου κανεις, στην υπερβολη του ανοιγματος και του αμετρου, εχει χασει την ικανοτητα να κλεινει και να τελειωνει. Κανεις ξεμαθαινει να πεθαινει διοτι δεν μπορει να τελειωνει τη ζωη. Επισης το υποκειμενο της επιδοσης ειναι ανικανο για κλεισιμο, για τελειωμα. Καταρρεει κατω απο τον καταναγκασμο να πρεπει να κανει ολο και περισσοτερες επιδοσεις.

Ο βασικος κανονας στα ακρα
Η θεραπεια ως μη γνωση:
- Μετοικηση σε ενα αλλο κλιμα
- Το ζωντανο παραδειγμα του θεραπευτη

Το θεμα της υποκειμενικοτητας
(Σχεδιασμα και τελικο κειμενο απο το "... οταν ειν' ολα ανακατα / ατακτα και ξαναγυρνα / παμπαλαιη συγχυση")
Ως "υποκειμενικοτητα" ο Makari εννοει την "γνωση η οποια προερχεται απο τον νου που παρατηρει τον εαυτο του". Και ο νους τι ειδους πραγματα παρατηρει στον εαυτο του; "Σκεψη, συναισθημα, επιθυμια" . Ο εαυτος του θα ηταν τοτε ο τοπος της προελευσης μιας τετοιας γνωσης σκεψεων, συναισθηματων, επιθυμιων. Αν ο τοπος προελευσης ενος ονειρου ειναι το λεγομενο "λανθανον" ονειρο, τοτε η υποκειμενικοτητα θα αφορουσε τον λανθανοντα ανθρωπο: ολον εκεινο τον εσωτερικο κοσμο που ειναι ο πηγαιος του εαυτος. Οταν λοιπον μιλω για την υποκειμενικοτητα, μιλω για τον εσωτερικο κοσμο, η αλλιως, για τον ψυχισμο του, Υποκειμενικοτητα θα πει ουσιαστικα εσωτερικοτητα, και εσωτερικοτητα θα πει ψυχικος κοσμος. Ψυχη.
Η πιεστικη ερωτηση του Makari για το μελλον της ψυχαναλυσης ειναι: "Μπορει κανεις να σταθεροποιησει μια θεωρια της υποκειμενικοτητας;"
Το πνευμα της εποχης, που εκφραστηκε απο φιλοσοφους οικειους στον Freud, και καθοριστικους για το εργο του, οπως οι Locke, Hume, Kant, Schopenhauer, Fechner, Brentano, Nietzsche, Hartmann και αλλοι, στους οποιους με αλλοτε αλλον τροπο η υποκειμενικοτητα εδραιωνεται και καθιερωνεται, δεν ειναι η εποχη του Heidegger, του Wittgenstein και των νεοτερων, εποχη στην οποια η διασταση εσωτερικου και εξωτερικου κοσμου, υποκειμενικου και αντικειμενικου παυει να ειναι θεμα. Ο σημερινος ανθρωπος δεν χαρακτηριζεται απο υποκειμενικοτητα.
Σημερα δεν μπορουμε να μιλαμε για εσωτερικο κοσμο. Εδω θα περιοριστω σε λιγες νυξεις: Οταν σημερα εναν αντρας λεει σε μια γυναικα "Σ' αγαπω", δεν εκφραζει καποια εσωτερικα του συναισθηματα. Το "Σ' αγαπω" θα πει σημερα "Θελω να σε πηδηξω." Φυσικα κανεις μπορει ν' ακουσει αυτα τα λογια με τον παλιο τροπο και να τα εννοησει ως εκφραση συναισθηματων, ενδοψυχικης δραστηριοτητας. Υπαρχουν και ανθρωποι που ζουν σημερα σαν να ηταν σε αλλες εποχες. Ομως ο κοσμος μας δεν ειναι αυτος. Το "Like" του Facebook δεν εχει καμια εσωτερικοτητα, δεν ειναι λιβιδινικη επενδυση. Ακομα και η δημοφιλης πλεον παραπομπη θεματων της ψυχαναλυσης στην νευροφυσιολογια προς επιλυση, ανηκει στην σημερινη εποχη. Ο εγκεφαλος δεν ειναι αλλο ονομα για την ψυχη. Ειναι res extensa, εξωτερικοτητα. Το ιδιο συμβαινει με την κυριαρχια της ψυχοφαρμακολογιας, με την υποκατασταση της ψυχικης υγειας απο την λειτουργικοτητα και με την υποκατασταση της ψυχοθεραπειας απο το life coaching.
Για μενα λοιπον το ερωτημα του Makari θα επαιρνε αλλη μορφη: Μπορει να υπαρξει μια ψυχαναλυση απαλλαγμενη απο τον εσωτερικο κοσμο; Απαλλαγμενη απο ψυχη; Μια ψυχαναλυση ολοτελα επιφανειακη, ομως αντιθετα με τα τρεχοντα, αφημενη και προθυμη για το βημα μεσα στις "επιφανειακες αβυσσους" (Baudrillard);

//
Στον προλογο ο Makari θετει το ερωτημα που κατα την γνωμη του πυροδοτησε την περιπετεια της δημιουργιας της ψυχαναλυσης ως αποπειρας απαντησης του:
Πως μπορουσε να δημιουργηθει μια αντικειμενικη επιστημη της υποκειμενικοτητας; (σ. 4)
Και με το ιδιο καπου ερωτημα κλεινει την παρουσιαση του βιβλιου του που αναφερθηκε, σχετικα με το μελλον της ψυχαναλυσης:
Εν περιληψει, η ψυχαναλυση ηταν μια δυνατη συνθεση που παρεσχε ενα επιστημονικα αξιοπιστο μοντελο για την υποκειμενικοτητα. [...] Παντως την ιστορια της την διετρεχε ενα βασικο ερωτημα: μπορει κανεις να σταθεροποιησει μια θεωρια της υποκειμενικοτητας; [...] Σημερα το ερωτημα μενει για μας πιεστικο.
Η ψυχαναλυση, ηδη απο τις απαρχες της, εγειρει την αξιωση να εννοησει τον εαυτο της και να καθιερωθει ως επιστημη - που θα πει, να τοποθετηθει στον χωρο της γνωσης. Τουτο δεν αφορα μονο την συγκροτηση της ως θεωριας και την δημιουργια μοντελων. Αφορα και την ιδια την ψυχαναλυτικη ερμηνεια, αν την εννοησουμε ευρυτερα ως απαντηση στα "γιατι;" στα "απο που;", στα "πως;" και στα "προς τι;". Θυμιζω οτι ηδη οροι οπως π.χ. "απωθηση", "μεταβιβαση" δεν ονομαζουν φαινομενα της εμπειριας αλλα διαδικασιες, απο τις οποιες θεωρειται οτι τα φαινομενα προκυπτουν: το ξεχασμα ως αποτελεσμα μιας διαδικασιας απωθησης στο ασυνειδητο, η σχεση του αναλυομενου με τον αναλυτη του ως αποτελεσμα μιας διαδικασιας μεταβιβασης συναισθηματων, π.χ. απο εναν γονεα προς αυτον.
Στην επιστημη τα εμπειρικα δεδομενα δινουν την θεση τους στην επιστημονικη τους παρασταση, οπως π.χ. η εικονα του ηλιου, που διαγραφει την τροχια του πανω απο την ακινητη γη, υποχωρει εμπρος στην παρασταση της αστρονομιας, με την δικη της εικονα του ηλιακου μας συστηματος. Κατι αναλογο, σιγουρα οχι τοσο εδραιωμενο, ομως φιλοδοξωντας να παρασχει μια επιστημονικη θεση, επιχειρει και η ψυχαναλυση. Γραφει ο Freud:
Κατα την αποψη μας τα αντιληπτα φαινομενα πρεπει να υποχωρουν εμπρος στις ορμες, τις οποιες απλως υποθετουμε.
Ποιο ειναι εδω το προβληματικο; Η γνωση αποτελει μια μονο σχεση με τα πραγματα, με τους αλλους, με τον εαυτο. Και οχι καν την πηγαια. Ομως η ιδια η ασκηση της ψυχαναλυσης, η ζωντανη ψυχαναλυτικη συναντηση, δεν στριμωχνεται σε επιστημονικες στενωπους. Καθοριζεται απο τον λεγομενο "βασικο κανονα", δηλαδη την ζητουμενη ελευθερια του αναλυομενου να εκφραζει τα παντα, και την λεγομενη "ελευθερα μετεωρη προσοχη" του αναλυτη, δηλαδη ενα ακουσμα και μια ανταποκριση που δεν ειναι εστιασμενη αλλα μπορει να προσεγγιζει τα ερωτηματα με μια ευρυχωρια, ας το πω ετσι, μεσω Αυστραλιας. Η ψυχαναλυτικη συναντηση ειναι μια συναντηση ανοιχτη για τα παντα. Ειναι πηγαια συναντηση. Η γνωστικη οπτικη μενει πολυ πισω. Δεν φτανει σ' αυτην την πηγη.
Πιο κοντα στην πηγη βρισκονται τα λιγοστα κειμενα του Freud που ειναι γνωστα ως "Κειμενα για την θεραπευτικη τεχνικη". Αυτα ειναι σε μεγαλο βαθμο ελευθερα απο την θεωρια. Μια γερμανικη αποστροφη λεει πως Καθολικοι και Προτεσταντες εχουν διαφορες οσο ειναι εξω απο την εκκλησια. Τα πραγματα ειναι αλλιως οταν βρισκονται μεσα στην εκκλησια και προσευχονται. Και ο Sándor Radó απο την εταιρεια του Βερολινου ελεγε: "Οταν η θεωρια βαραινει περισσοτερο απο τα γεγονοτα, τοτε η επιστημη γινεται ζητημα γνωμης και οι διαφορες μετασχηματιζονται σε μαχη θελησεων."
Ισως απο εδω λοιπον, δηλαδη οχι απο τον τοπο της θεολογιας και της καθηλωσης σε δογματα αλλα απο τον τοπο της προσευχης, οχι απο τον τοπο των επιστημονικων παραστασεων αλλα απο τον τοπο των γεγονοτων θα μπορουσαν να προκυψουν προοπτικες για ενα μελλον της ψυχαναλυσης.
Το θεμα δεν τελειωνει εδω. Το ερωτημα του Makari ηταν: "Πως μπορει κανεις να σταθεροποιησει μια θεωρια της υποκειμενικοτητας;". Ομως πριν απ' αυτο θα μπορουσε κανεις να ρωτησει: Εξαντλειται καν ο ανθρωπος στην υποκειμενικοτητα;
Το φθινοπωρο του 1895 ο Freud εχει μια συναντηση με τον ωτορινολαρυγγολογο Wilhelm Fliess, "confidant" του, οπως τον χαρακτηριζει ο Makari, "φιλο εξ απορρητων". Ηδη στο τραινο της επιστροφης ο Freud, σε εναν πυρετο δημιουργιας, γραφει τα δυο πρωτα κεφαλαια απο ενα κειμενο με τον τιτλο "Σχεδιο μιας ψυχολογιας" . Σε μια παραγραφο του δευτερου κεφαλαιου γραφει: "Ας υποθεσουμε οτι το αντικειμενο, το οποιο παρεχει η αντιληψη, ειναι παρομοιο με το υποκειμενο, ενας δευτερος ανθρωπος." Το, οπως το αποκαλει, "συμπλεγμα του δευτερου ανθρωπου", χωριζεται σε δυο συστατικα μερη. Το ενα ειναι "αυτο που μπορει να κατανοηθει, δηλ. να αναχθει σε μια ειδηση απο το δικο μου σωμα". Αυτο το συστατικο του δευτερου ανθρωπου τον φανερωνει σαν παρομοιο με εμενα, καθως οι χειρονομιες του συνδεονται συνειρμικα με μνημες απο κινησεις του δικου μου σωματος, οι κραυγες του απο δικα μου βιωματα πονου. Αυτο το συστατικο του δευτερου ανθρωπου ειναι κατανοητο. Εχει νοημα. Επιτρεπει μια σχεση μαζι του. Συγκροτει ο,τι ο Makari αποκαλει "υποκειμενικοτητα".
Κι ερχομαστε στο αλλο συστατικο μερος του δευτερου ανθρωπου. Εδω ο Freud αναφερεται στα "χαρακτηριστικα του", π.χ. στην εμφανιση του. Αυτα ειναι "νεα και μη συγκρισιμα", δηλαδη δεν μου παρεχουν κανεναν συνειρμο, καμια "ειδηση", δεν υπαρχει τιποτα το αναλογο τους σ' εμενα, δεν εχουν νοημα, μενουν ακινητα και απροσιτα, "με σταθερη δομη", οπως γραφει. Αυτο το συστατικο μερος του δευτερου ανθρωπου, συνεχιζει ο Freud, "εντυπωσιαζει". Ακολουθει μια ωραια εκφραση για τον δευτερο ανθρωπο που θα μπορουσε να αποδοθει καπως ετσι: "μενει συμπυκνωμενος στον εαυτο του, σαν πραγμα." .
Ο δευτερος ανθρωπος λοιπον δεν εξαντλειται στην υποκειμενικοτητα του, στο κατανοησιμο και ενσυναισθητο μερος του. Προβαλλει και ως πραγμα, απροσιτο και ακατανοητο στην ενικοτητα των χαρακτηριστικων του, τοσο μακρινο και τοσο κοντινο, και ακριβως ως πραγμα ειναι που εντυπωσιαζει, που, με μια εκφραση του Jean Baudrillard, σαγηνευει. Το κατανοητο δεν εντυπωσιαζει.
Ο ανθρωπος ως πραγμα μενει απροσιτος στην γνωση. Καμια επιστημη δεν μπορει να τον συλλαβει. Ισως αυτος ειναι ο λογος που ο επιστημονας Freud, ηδη μετα απο δυο μηνες, βρισκει το "Σχεδιο μιας ψυχολογιας" αδιεξοδο, και γραφει στον Fliess: "Την πνευματικη κατασταση, στην οποια επωασα την Ψυχολογια, δεν την καταλαβαινω πια." Σαν να την ειχε γραψει ενας αλλος, που χαθηκε.
Εδω δεν μπορω να επεκταθω περισσοτερο. Ας αρκεσει το οτι αυτος ο ανθρωπος-πραγμα δεν ειναι τερατογενεση της σκεψης του Freud, οπως κατεληξε να το βλεπει ο ιδιος. Βρισκεται σε αγαστη συνυπαρξη με πολλες αλλες μορφες που εχουν αποβαλλει την υποκειμενικοτητα, στην φιλοσοφια, στην ποιηση και στην τεχνη, ειδωλα μας .
Ο Freud, στην "Αυτοπαρουσιαση" του απο το 1936, γραφει σχετικα με τις "αυθεντιες" που συναναστραφηκε: "Μου ειχαν πει περισσοτερα απ' ο,τι οι ιδιοι γνωριζαν και ηταν προθυμοι να εκπροσωπησουν." Τουτο θα μπορουσε να ισχυει και για πραγματα που ειπε ο ιδιος.


Βλεπε σχετικα:
Το αλλο φως
Η φυση του ψυχικου πονου
Αποηχοι απο το ονειρο πεταλουδας
"Μα πρεπει να μ' αρμηνεψουν οι πεθαμενοι"
Αποπροσωποποιηση
Λογοτεχνια και ψυχαναλυση
Για τελευταια φορα ψυχολογια

Η παθολογια σημερα
- Οι ανθρωποι δεν ερχονται πλεον οπωσδηποτε κατω απο την πιεση ενος "συμπτωματος". Υπερκινητικοτητα, υπερδραστηριοτητα, "multitasking". Η νοσταλγια του να μην σκεφτεσαι τιποτα - και που εχουν την δυνατοτητα να βρουν στην σχόλη της θεραπευτικης συναντησης.
- Η παγιδα του "κανω" [Θεραπευτικος ζηλος - 'Κανω']
- Η παλια "αγχωδης νευρωση" εχει μετονομαστει σε "κριση πανικου". Ειναι ενδεικτικη η οξυνση, το αιφνιδιο, σε βρισκε ακομα πιο απροετοιμαστο, σε αφηνει ακομα πιο αβοηθητο.
- Η απαλοιφη του Αλλου και ο ενδημικος ναρκισσισμος: δεν ξερουν πως να μιλησουν και να ακουσουν, πως ν' αγαπησουν, πως να πεθανουν.
- Κανεις ξερει μονο να "λειτουργει", και περαν αυτου χαοτικη συγχυση.

Γενικα θεματα
Ψυχοπαθολογια της ευμαρειας και της λιτοτητας / Ο Marx δεν γοητευει πια τις γυναικες ... / Το πενθος της απωλειας και η πτωση της πτωχευσης

Γυναικο-λογια

Σκιες και Faces / Το παιχνιδι των Faces

Γαμος των ομοφυλοφιλων

[Ομιλια στην παρουσιαση του βιβλιου Ludwig Wittgenstein, Συζητησεις για τον Freud, Αθηνα 2014.]

VIDEO

PDF


Ο εσωτερικος κοσμος, ο ψυχικος κοσμος, το μαυρο κουτι, το "ψυχικο οργανο", το "μεσα μου", τα "σωψυχα μου". Αυτη η πολυωνυμη παρομοιωση υφισταται μια ολεθρια σκληρυνση, αποτιθεται, οπως το αεριο που μετατρεπεται απευθειας σε στερεο, αποτιθεται στο χωνευτηρι της κυριολεξιας. και της υποστασιοποιησης και παρεχει εναν ου-τοπο για την ψυχιατρικη και την ψυχολογια.
Θα σας παρουσιασω μια αναθεωρημενη ομιλια απο το 2003 με τον τιτλο Η φυση του 'ψυχικου πονου' : αποπειρα να μιλησω για τον λεγομενο "ψυχικο πονο" διχως την προσφυγη στις παραπανω επιστημες και στην ατοπια τους. Οδηγο μου ειχα τον Wittgenstein.
"Ειναι παιδια πολλων ανθρωπων τα λογια μας", εγραφε ο Γιωργος Σεφερης . Ενας απο τους ανθρωπους, που καποιες φορες τα λογια μου ειναι παιδια του, καποτε ενδεχομενως και νοθα, ειναι ο Wittgenstein. Δεν θα μιλησω λοιπον για τον Wittgenstein, αλλα θα αφησω αυτον να μιλησει - δια στοματος μου.

Λεμε "ψυχικος" πονος σε αντιδιαστολη προς το "σωματικος" πονος. Τι διαφερει ο πονος στο δοντι απο τον πονο στην ειδηση πως η γυναικα μου με απατα; Και στις δυο περιπτωσεις ειναι η ιδια λεξη: "Ποναω!".
Η διαφορα θα φανει οταν καποιος με ρωτησει "Που πονας;". Στην πρωτη περιπτωση θα πω "Ποναω στο δοντι" και θα μου πει "Πηγαινε στον οδοντιατρο". Στην δευτερη περιπτωση θα πω "Ποναω στην ψυχη" και θα μου πει "Πηγαινε στον ψυχολογο". Κι αν με ρωτησει "Γιατι πονας;", στην πρωτη περιπτωση θα πω κατι σαν "Γιατι η τερηδονα εφτασε στο νευρο", στη δευτερη περιπτωση θα πω κατι σαν "Γιατι αυτο δεν το περιμενα απ' τη γυναικα μου".
Ας προσεξουμε: Οι ερωτησεις του και οι απαντησεις μου δεν αναφερονται στο "Ποναω!". Αναφερονται στο "που" ποναω και στο "γιατι" ποναω. Οι οροι "σωματικος πονος", "ψυχικος πονος" δινουν την εντυπωση πως χαρακτηριζουν δυο ειδη πονου. Ομως χαρακτηριζουν δυο ειδη αφορμης, εντοπισμου και αντιμετωπισης του πονου. Δεν αφορουν το "Ποναω!".
Ο ιδιος ο πονος μενει απροσιτος στις ερωτησεις του ειδους "που;", "πως;", "ποτε;", "γιατι;" κτλ. O ορος "ψυχικος" ειναι μια ορισμενη απαντηση στα "που;", "πως;", "ποτε;", "γιατι;" του πονου, ο ορος "σωματικος" ειναι μια αλλη απαντηση. Η αντιδιαστολη "σωματικου" και "ψυχικου" δεν ειναι αντιδιαστολη πονου και πονου!
Τι ειναι τοτε ο πονος; Δεν θα βιαστουμε ν' αναζητησουμε απαντηση. Θα προσεξουμε την ερωτηση, διοτι αυτη εχει προκαταλαβει την απαντηση. Πως την εχει προκαταλαβει; Εχει προεξοφλησει οτι ο πονος ειναι ενα "τι", ενα κατι, ενα πραγμα. Εχει καταστησει τον πονο αντικειμενο.
Και δεν ειναι ο πονος ενα κατι; Δεν μιλαμε για τον πονο; Π.χ. ο πονοδοντος ειναι αντικειμενο της οδοντιατρικης, ο ψυχικος πονος ειναι αντικειμενο της ψυχολογιας. Ομως αυτες οι επιστημες ασχολουνται με το που, το πως και το γιατι του πονου, οχι με το "Ποναω!". Και οταν μιλουν για "τον πονο", ειναι χρησεις της λεξης επι χαρτου, διοτι εδω ο πονος δεν λεγεται στην κατασταση στην οποια λεω "Ποναω!". Ο πονος εκλαμβανεται ως πραγμα, αποκομμενος απο την κατασταση στην οποια ανηκει. Η λεξη του ειναι πλεον αδειανο κελυφος.
Βεβαια για τον πονο δεν κανει λογο μονο η ιατρικη, αλλα πρωτα ο ανθρωπος που τον ζει. Μπορω, οταν ποναω, να πω "ο πονος ειναι αβασταχτος, σαν σουβλια". Ομως αυτο που λεω ειναι οτι ποναω αβασταχτα, σαν να με σουβλιζουν. Οταν ο πονος εκλαμβανεται ως πραγμα, ανοιγει ο δρομος για την καταχωρηση του ως αισθηση, ως συναισθημα κτλ. Επειδη ο πονος δεν ειναι πραγμα, οι φρασεις "νιωθω πονο", "αισθανομαι πονο", δεν εχουν νοημα διοτι δεν λενε τιποτα περισσοτερο απο το "Ποναω!".
Η ερωτηση "Τι ειναι ο πονος;" δεν ειναι λοιπον σε θεση να μας διαφωτισει για τον πονο διοτι θα εκανε λογο για ενα πραγμα, και ο πονος δεν ειναι πραγμα. Ο πονος δεν ειναι ενα "τι", δεν ειναι ενα κατι, ομως δεν ειναι και τιποτα.
Ερχεται λοιπον καποιος και μας λεει: "Η γυναικα μου με απατα!" Το λεει μεσα σε λυγμους και κραυγες, σε συγχυση, μπορει να κανει πραγματα οπως να μεθυσει, να την δειρει, να φυγει απ' το σπιτι του, η να την διωξει κτλ. Κι ας υποθεσουμε οτι μας λεει ακομα: "Τα 'χω χαμενα! Τι εχω παθει;" Κι εμεις του απανταμε: "Πονας!" Τι συμβαινει σ' αυτην την απαντηση;
Μια ψυχολογικη εξηγηση ειναι: O ανθρωπος απωθησε τον πονο και κατεφυγε σε ενα, οπως λεμε, "acting out", σε μια "εκδραματιση" με λυγμους, κραυγες, απονενοημενες ενεργειες. Οταν του εξηγουμε οτι ποναει, κανουμε τον απωθημενο του πονο συνειδητο.
Εδω η ψυχολογικη εξηγηση εχει διασπασει αυτο που του συμβαινει: Το εχει διαχωρισει αφενος στην εικονα της γυναικας του που τον απατα, "ερεθισμα", και αφετερου στις δικες του εκδηλωσεις, "αντιδραση", και αναμεσα στο ερεθισμα και στην αντιδραση εχει παρεμβαλει εναν "εσωτερικο κοσμο", εναν "ψυχισμο" οπου ο ανθρωπος αισθανθηκε τον πονο, αποφασισε λιγοτερο η περισσοτερο ασυνειδητα να μην τον νιωσει αλλα να τον απωθησει και στη συνεχεια να τον "εκδραματισει". Χωρισμος του φαινομενου σε ερεθισμα και αντιδραση και γεφυρωμα του χασματος με την ενεργοποιηση διεργασιων που συνδεουν τα χωρισμενα, παν χερι χερι.
Ας επιστρεψουμε στον ανθρωπο που ερχεται στο ιατρειο μου και μου περιγραφει την κατασταση. Πως γνωριζω οτι ο ανθρωπος ποναει; Η θεωρια απαντα: με την "ενσυναισθηση", το "empathy": Ταυτιζομαι μαζι του, μπαινω στη θεση του και νιωθω τον πονο που ασυνειδητα νιωθει. Η θεωρια της ενσυναισθησης λεει λοιπον οτι τον πονο του τον συμπεραινω μεσα απο μια ορισμενη διαδικασια. Ειναι σαν να ειχα μεσα μου εναν αισθητηρα, εναν ανιχνευτη πονου, κι αυτος τωρα να εδειχνε "θετικο", κι ετσι να διαπιστωνα οτι ο ανθρωπος ποναει.
Ομως τον πονο του δεν τον συμπεραινω μεσα απο εσωτερικες διεργασιες. Τον βλεπω, σε πρωτο χρονο, με τα ματια μου και με το σωμα μου, ζωγραφισμενο στο προσωπο του. Τον βλεπω σ' αυτα που λεει, με τη φωνη που τα λεει το στομα του και το σωμα του. Βλεπω τον πονο, που θα πει, σε ευτυχεις στιγμες σαν αυτην, πιανω ενα πουλι στον αερα και το απιθωνω στην ανοιχτη του παλαμη, που θα πει: τον ονομαζω: "Πονας!" Και τι κανω οταν του λεω "Πονας!"; Απαντηση: Του μαθαινω μια λεξη!
Ειναι ενα απο τα θαυματα της θεραπευτικης συνομιλιας οτι λεξεις χιλιοειπωμενες μπορουν καποτε να λεγονται σαν να 'ταν η πρωτη φορα, σαν κανεις να τις ελεγε μεχρι τωρα διχως να ξερει τι λεει. Ο ανθρωπος μαθαινει τη λεξη "Ποναω!". Η λεξη αποκτα, οπως θα ελεγε ο Wittgenstein, προσωπο, χαρακτηρα: τον κοιταζει, οπως σε κοιταζει το προσωπο ενος ζωγραφικου πινακα .
Ο Wittgenstein γραφει πως η λεξη "πονος" "αντικαθιστα την κραυγη" [του πονου] . Θα ελεγα: Η λεξη "πονος" δεν αντικαθιστα ακριβως την κραυγη του πονου. Η κραυγη συνηχει παντα στο "Ποναω!", στον τονο της φωνης και στην εκφραση του, και πολλες φορες ηχει τοσο καθαροτερα οσο λιγοτερο κραυγαλεα λεγεται το "Ποναω!". Θα ελεγα, τωρα με τον Wittgenstein, οτι με την εκμαθηση της λεξης "Ποναω!" το γλωσσοπαιγνιο, δηλαδη η "μορφη ζωης" της κραυγης αποκτα μια "νεα κλειδωση" .
"Η γυναικα μου με απατα. Ποναω!" Ειναι αυτο η ολη κατασταση; Oχι, διοτι σ' αυτην ανηκει και η εκπληξη μου: "Δεν το περιμενα απ' αυτην". Αυτο ειναι το καθοριστικο, οτι τωρα εχω μπροστα μου μια αλλη γυναικα απ' αυτην που νομιζα, μια απροσμενη γυναικα που με απατα. Το "Ποναω!" ανηκει σ' αυτην την εικονα της. Αυτη η εικονα αυτης της γυναικας που βρισκεται με τον αλλο, ειναι που ποναει: Η γυναικα μου δεν ειναι γυναικα μου, οπως νομιζα, κι εγω, ο αντρας της, δεν ειμαι αντρας της. Αυτη η εικονα, αν ειχα προσλαβει ντετεκτιβ, αυτες οι φωτογραφιες, αν μου το ειχε ομολογησει η ιδια, αυτα τα λογια της πονανε. Χτυπανε σαν πετριες. O πονος δεν συμβαινει σαν κατι το "ψυχικο" μεσα μου. Αυτες οι εικονες πονανε, αυτα τα λογια, αυτα τα πραγματα. Και αυτα δεν ειναι μεσα μου. Ειναι παρουσιες, εκει απεναντι, παρουσες με αλλον τροπο απο αυτον του αισθητηριακα αντιληπτου.
Ηδη η γλωσσα μας, η λεξη "Ποναω!", μας παγιδευει στην παρασταση ενος πονου που αναφερεται σε ενα πρωτο προσωπο, σε ενα "εγω" που ποναει, σαν ο τοπος του πονου να ηταν αυτο το "εγω", σαν ο πονος να ηταν μεσα μου. Ομως αυτο που ποναει ειναι η εικονα της, η γυναικα μου που αγκαλιαζεται μ' εναν αλλο. Στην λεξη "Ποναω!" να συμπληρωνουμε ρητα η αρρητα ενα "εγω", και να το εκλαμβανουμε σαν τον τοπο στον οποιο συμβαινει ο πονος, δεν εχει κανενα νοημα.
Η ψυχολογια, ορμωμενη απο την παρανοηση οτι ποναω "εγω", "μεσα μου", δεν μιλαει για πονο αλλα για "συναισθημα πονου", οπως βεβαια δεν μιλαει για αγχος αλλα για "συναισθημα αγχους" κτλ. Αντιστοιχα η παραδοσιακη φιλοσοφια της γλωσσας κατατασσει το "ποναω" στις λεγομενες "φι-προτασεις", στις προτασεις που αναφερονται σε εσωτερικες, "συνειδησιακες καταστασεις" . Ομως "Ποναω!" θα πει εξαρχης και μεχρι τελους: "(κατι) ποναει". "Ποναω στο δοντι" θα πει: "ποναει το δοντι μου". Επωδυνα μπορουν να ειναι τα πραγματα που μας αφορουν, και μονο αυτα. "Αλγεινα" τα λεει η Αντιγονη του Σοφοκλη .

Οι φιλοσοφοι ανηκουν σ' εκεινους που πρωτοι διακρινουν σημαδια μιας επερχομενης εποχης, και την εκφραζουν, δηλαδη ανοιγουν δρομους προς τις νεες μορφες. Τον 20ο αιωνα, προπαντων με το εργο των Ludwig Wittgenstein και Martin Heidegger ξεκινα το τελος της εσωτερικοτητας. Στην ψυχοθεραπεια η νεα εποχη εκδηλωνεται με την παραιτηση απο καθε αναζητηση νοηματος και απο καθε ερμηνεια. Η ακραια μορφη αυτης της εξελιξης οδηγει στο life coaching: προπονουμαι για την ζωη οπως προπονουμαι για αγωνα μπασκετ. Αυτη, η χυδαια εκδοχη της εξωτερικοτητας, ειναι πλεον κυριαρχη. Η ψυχαναλυση ακολουθησε την νεα εποχη συντηρητικα, καθως τα περι ασυνειδητου δεν εχουν μεν την παλια βαρυτητα, ωστοσο βασικα συνεχιζει να κινειται σε παρωχημενους ορους εσωτερικοτητας.
Θα ηταν ενα ζητουμενο της ψυχοθεραπειας να λυθει τοσο απο την ψυχη και τα βαθη της και την αναλυση και την ερμηνεια τους, οσο και απο το σημερινο αφασικο πλασμα το ρυθμισμενο σε μακροεντολες για το know-how της ζωης. Ζητουμενο θα ηταν μια ψυχοθεραπεια που θα πετουσε απο πανω της το πρωτο συνθετικο της, ισως και το δευτερο, και θα ανοιγονταν για ενα σερφαρισμα στις, οπως τις ονομαζει ο Jean Baudrillard, "αβυσσους της επιφανειας" . 














Διολου δεν ειναι καταναλωτες ενος επικοινωνιακου προϊοντος.
Ουτε ταυτισμενοι με την ομαδα τους.
Συνιστουν ενα φαινομενο αυτουσιο, κανουν μια δικη τους ζωη που ασυμμετρα μονο παρακολουθει (και καθοριζει) αυτην του γηπεδου και του αγωνα.
1
1
2
2
3
3
4
4
5
5
6
6
7
7
8
8
9
9
10
10
11
11
12
12
13
13
14
14
15
15
PDF

Το "Ονειρο πεταλουδας" του κινεζου σοφου Zhuangzi. Με απασχολησε ιδιαιτερα στη μελετη απο το 1989 Το ονειρο και στην ομιλια απο το 2007 Αποηχοι απο το "Ονειρο πεταλουδας.
Καποτε ο Zhuangzi ονειρευτηκε πως ειναι πεταλουδα, μια πεταλουδα που πεταριζε, που ενοιωθε καλα κι ευτυχισμενη και δεν γνωριζε τιποτα για τον Zhuangzi. Ξαφνικα ξυπνησε: εκει ηταν παλι, πραγματικα κι αληθινα ο Zhuangzi. Τωρα δεν ξερω αν ο Zhuangzi ονειρευτηκε πως ειναι πεταλουδα η αν η πεταλουδα ονειρευτηκε πως ειναι ο Zhuangzi (...).
Φετος την ανοιξη, στον κηπο ξαναφανηκαν πεταλουδες. Το σπαρταριστο πεταρισμα, η ευθραυστοτητα του, οι ατελειωτες και απροβλεπτες τεθλασμενες του, η αξαφνη ησυχια σαν καθισουν για λιγο επανω σ' ενα λουλουδι, και παλι ξανα…
Αρχες του 19ου αιωνα ο ιαπωνας ζωγραφος Hokusai φιλοτεχνησε ενα αλμπουμ με "εικονες απο τη φυση". Μια απ' αυτες τις εικονες παριστανει παιωνιες και μια πεταλουδα (φωτο 1).
Φυσαει αερας, απο δεξια προς τα αριστερα. Φυλλα και πεταλουδα γερνουν στο φυσημα του, ομοιοφορφα και τελεια συγχρονισμενα, σαν χορευτες κλασσικου μπαλετου. Η χθονια οικειοτητα τους.
Ο εντομολογος E. O. Wilson αποκαλει τις πεταλουδες "ανθους του αερα".
"Η πεταλουδα ειναι ανθος που πεταει, / Το ανθος, πεταλουδα που εδεσε στο χωμα."(Ponce Denis Écouchard Lebrun, γαλλος λυρικος του 18ου αιωνα)
Ειναι η πεταλουδα φυλλο που αποσπαστηκε απο το λουλουδι, η ειναι τα φυλλα του λουλουδιου πεταλουδες που το συνεθεσαν;

Απο τον Hokusai εχει παραδοθει και ο ακολουθος πινακας (φωτο 2)
Εχει τον τιτλο "Φιλοσοφος παρατηρωντας ενα ζευγαρι πεταλουδων". Πως παρατηρει ο φιλοσοφος;
Οχι οπως ενας αλλοτινος Μεξικανος, Ινδιανος, Απωασιατης, κατοικος της κεντρικης Ευρωπης και της Ελλαδας, που βλεπει σ' αυτες φιλους κι εχθρους: ψυχες και θεοτητες, καλους και κακους οιωνους, συμβολα της γεννησης και του θανατου και της αιωνιοτητας: (φωτο 3,4)
Οχι οπως ενας βιολογος με το μπλοκακι του, η που τις εχει καταγραψει σε βιντεο και, καθισμενος εμπρος απο το μονιτορ, μελετα σε slow motion π.χ. τον κωδικα της επικοινωνιας τους: (φωτο 5,6)
Οχι οπως ενας συλλεκτης που προχωρει καταπανω τους, ετοιμαζεται να τις πιασει στην αποχη του και τις βλεπει ηδη καρφιτσωμενες στα καδρα του. (φωτο 7,8)
Οχι οπως ενας αισθηματιας που σκιρτα, που δονειται απο συγκινηση και αναφωνει: "Υπεροχο!". (φωτο 9)

Ξαναβλεπουμε την εικονα: (φωτο 2)
Ο φιλοσοφος προφανως βρισκεται στον χωρο του. Δεν εχει αναζητησει τις πεταλουδες, δεν περιμενει τιποτα απ' αυτες. Οι πεταλουδες εχουν μπει στην καμαρη του τυχαια.
Ο φιλοσοφος αφηνει χαμω το φτερο, με το οποιο εγραφε, την βενταλια, με την οποια δροσιζονταν. Το σωμα του. Τεινει ολοκληρο προς τις πεταλουδες: (φωτο 10)
Το υφος του: (φωτο 11)
Κανενα συναισθημα, καμια προθετικοτητα. Μαζι με φτερο και βενταλια, εχει αποποιηθει καθε τι που τον προσδιοριζει ως ανθρωπινο ον.
Τα χερια του. (φωτο 12) Ακουμπισμενα στο τραπεζακι, διπλα-διπλα, ομως χωρις να σφιγγονται, λες και αντιγραφουν το ζευγαρι των πεταλουδων. (φωτο 13)

Ποιος ειναι αυτος ο φιλοσοφος, τωρα;
Καποτε ο δασκαλος Hui-tang πηγε με τον κοσμικο Huang-schan-gu στα βουνα. Ξαφνου ενας ευωδιαστος αερας φυσηξε καταπανω τους. Ο Hui-tang ρωτησε: "Νιωθεις την ευωδια της ρεσεντας;" Οταν ο Huang-schan απαντησε καταφατικα, ο Hui-tang του ειπε: "Δεν εχω τιποτα να σου κρυψω."
Τι θα πει εδω "Δεν εχω τιποτα να σου κρυψω"; Ο Byung-Chul Han γραφει: "Η ευωδια της ρεσεντας εκ-σωτερικευει τον Hui-tang." Εσωτερικοτητα ειναι ενα ονομα για τον πατριο τοπο τον οποιο θεσπιζουν το Εγω, το υποκειμενο, η ψυχη, το πνευμα, η σκεψη και το συναισθημα, η συνειδηση και το ασυνειδητο, η ταυτοτητα και ο Κανεις και ο Εαυτος. Αυτες οι λεξεις ακριβως και δεν ειναι εννοιες. Ειναι τοποι, σπιτια που κατοικουμε. Η ευωδια της ρεσεντας δεν αφηνει στον Hui-tang τιποτ' απ' αυτα ορθιο. Ο Hui-tang αναλυεται στην ευωδια της ρεσεντας. Δεν εχει τιποτα το εσωτερικο και γι' αυτο δεν εχει τιποτα να κρυψει. Ο Hui-tang ειναι "εξω στα πραγματα" με μια ακρως ριζικη εννοια. Δεν ειναι κανενα "Ειναι-μεσα-στον-κοσμο" αλλα, οπως γραφει καπου ο Han, απλα ενα "Ειναι-κοσμος" .
Ο φιλοσοφος δεν εχει τιποτα να κρυψει. Ειναι ολοτελα πεταλουδα. Αναλυεται στις πεταλουδες. Ποιος ειναι λοιπον ο φιλοσοφος; Ειναι ο φιλοσοφος που αναλυεται στις πεταλουδες, η ειναι οι πεταλουδες που μορφοποιουνται στον φιλοσοφο;
Αυτη η οικειοτητα, αυτη η φιλοτητα αναμεσα στον φιλοσοφο, στον Zhuangzi και στην πεταλουδα, δεν εχει καμια σχεση με καποια ομοιοτητα μεταξυ τους. Το μαρτυρουν δυο αλλοι παλιοι πινακες. Η διαφορα της μορφης τους, των ογκων τους ειναι τονισμενη: (φωτο 14,15)
Ομως τουτο ακριβως κανει την "αφανη αρμονια" τους (Ηρακλειτος) ακομα εμφατικοτερη: Τωρα δεν ξερω αν ο Zhuangzi ονειρευτηκε πως ειναι πεταλουδα, η αν η πεταλουδα ονειρευτηκε πως ειναι ο Zhuangzi (...).

Και τωρα: Το "ονειρο πεταλουδας" δεν χρειαζεται μονο να ακουστει ως γενικη αντικειμενικη, οτι δηλαδη η πεταλουδα ειναι το αντικειμενο ενος ονειρου. Ουτε μονο ως γενικη υποκειμενικη: οτι η πεταλουδα ονειρευεται. Γιατι ο Zhuangzi μιλα για "ονειρο πεταλουδας", και οχι π.χ. για ονειρο φιδιου, η ελεφαντα; Ενδεχομενως διοτι ονειρο και πεταλουδα, ως ονειρο και ως πεταλουδα, συνεχονται σε μια "αφανη αρμονια". Ο τιτλος "Ονειρο πεταλουδας" θα μπορουσε να νευει προς μια σχεδον ταυτολογια: Το ονειρο ειναι σαν πεταλουδα. Η πεταλουδα ειναι σαν ονειρο.
[Ομιλια στο Πανεπιστημιο της Βιεννης με τον τιτλο «Träume» [Ονειρα]. Βιεννη 2003.]

PDF

Κυριες και κυριοι, τον περασμενο Απριλιο ελαβα ενα αρθρο για το ονειρο. Προσπαθησα επανειλημμενα να συνταξω μια απαντηση. Δεν μου 'βγαινε με τιποτα! Παντως μια φραση απο τα σχεδιασματα επεζησε. Σας τη μεταφερω: «Ολο και λιγοτερο ξερω τι θα μπορουσε να ειπωθει επανω στο ονειρο και σκεφτομαι με τρομο πως εχω να κανω μια ομιλια στη Βιεννη με τον τιτλο "Ονειρα"».
Και μια μερα, μαζι με τον τρομο και το δεν ξερω, ψηλαφωντας και γραφοντας βγηκα στο δρομο των ονειρων.
Για οδοσημα ειχα ενα σημειο απο την Οδυσσεια. Εκει περιγραφεται η πορεια των ψυχων των σκοτωμενων μνηστηρων στον Αδη. Οι σχετικοι στιχοι λενε: «ηδε παρ' Ηελιοιο πυλας και δημον 'Ονειρων / ηισαν αιψα δ' ικοντο κατ' ασφοδελον λειμωνα (περασαν απ' τις πυλες του ηλιου, απο το δημο ονειρων και κατοπιν εφτασαν γρηγορα στο σκοπο τους, στο λιβαδι των ασφοδελων).
O δημος ονειρων... Βρισκεται αναμεσα στις πυλες του Ηλιου και τον Αδη - το λιβαδι των ασφοδελων.
Αρχικα το σημειο μου ηταν γνωστο απο στιχους του Γιωργου Σεφερη: «Οι πεθαμενοι ξερουν μοναχα τη γλωσσα των λουλουδιων [των ασφοδελων]
· γι' αυτο σωπαινουν / ταξιδευουν και σωπαινουν, υπομενουν και σωπαινουν», και τωρα ακολουθουν οι ομηρικες λεξεις, που επαναλαμβανονται, «παρα δημον ονειρων, παρα δημον ονειρων».
Τους στιχους τους διαβασα πρωτη φορα πριν απο καπου σαραντα χρονια. Κανενας λογος για τα ονειρα δεν με συγκινησε ποτε οσο αυτος. Ομως η συγκινηση μου εμεινε βουβη. Ο,τι εχω να σας πω ερχεται μεσα απο την αποπειρα σημερα να τη φερω σε γλωσσα.
Πρωτα θα σας διηγηθω ενα συντομο ονειρο. Ειναι απο την εποχη της διαμονης μου στο γερμανοφωνο χωρο, που μου εγινε και παλι παρουσα με την ευκαιρια αυτης της ομιλιας:
Ειμαι με τον Medard Boss [τον αλλοτινο μου δασκαλο] σ' εναν αγνωστο τοπο, στο υπαιθρο. Μου χαριζει ενα δαχτυλιδι.
Το βραδυ που εβαλα αυτες τις αραδες για πρωτη φορα στο χαρτι εγραψα κι ενα γραμμα στον φιλο μου και συναδελφο Hansjörg Reck.
Μια νυχτα ηταν που ειδα το ονειρο με τον Boss. Μια νυχτα ηταν που εγραψα το γραμμα στον Reck. Ειναι εδω νυχτα και νυχτα το ιδιο; Ειναι δυο νυχτερινα συμβαντα αυτα που μολις σας αφηγηθηκα; Ονειρο με τον Boss και γραμμα στον Reck;
Η νυχτα του γραμματος στον Reck ηταν η νυχτα της 15ης Μαΐου. Ημουν στο ιατρειο μου στην Αθηνα. Ειχε πανσεληνο. Σκεφτομουν τη γυναικα μου στη Θεσσαλονικη, 500 χιλιομετρα μακρια. Καθομουν στο γραφειο μου μ' ενα ποτηρι τσιπουρο. Στις ειδησεις ειχε τα νεοτερα για την πνευμονια στην Κινα κτλ.
Το γραμμα στον Reck δεν ειναι νοητο διχως αυτην τη νυχτα. Ουτε κι οι αλλοι τοποι κι οι ανθρωποι που μνημονευτηκαν δεν νοουνται διχως αυτην, διοτι περισυνελεξαν το χρονο της ζωης μου στο παρον εκεινης της νυχτας.
Τι γινεται τωρα με τη νυχτα του ονειρου Boss; Αυτη, ως η νυχτα του ονειρου Boss, δεν μπορει να περιγραφει οπως η νυχτα του γραμματος στον Reck, αφου το ονειρο Boss μου ηρθε στο νου πρωτα με το ξυπνημα. Δεν υπηρξε καμια στιγμη που να ειπα η να μπορουσα να πω για το ονειρο Boss: «Αυτην τη νυχτα ονειρευομαι...».
Εχει το ρημα «ονειρευομαι» ενεστωτα χρονο; Ρωταει ο Wittgenstein. Ομως ο,τι ποτε δεν ηταν παροντικο ποτε δεν μπορει να γινει και παρελθον: Το ονειρο μου δεν παρηλθε οπως παρηλθε το γραμμα στον Reck. Καθοσον το ρημα «ονειρευομαι» δεν εχει ενεστωτα χρονο, δεν εχει ουτε και παρελθοντα χρονο. Η φραση «Ονειρευτηκα...» δεν μπορει να ειπωθει οπως η φραση «Εγραψα ενα γραμμα...».
Κανεις θα μπορουσε να αντιτεινει οτι, π.χ., σ' ενα εργαστηριο υπνου και βεβαια μπορω να γνωριζω ποτε κανεις ονειρευεται: μπορω να τον ξυπνησω, αυτος μπορει να το επιβεβαιωσει και να διηγηθει τ' ονειρο του. Λοιπον το ρημα «ονειρευομαι» οντως εχει ενεστωτα χρονο! Αυτη η ενσταση μου δινει την ευκαιρια να υποδειξω μια διαφορα: Αλλο γνωριζω, αλλο βλεπω.
Στην ψυχοθεραπεια η διαφορα μεταξυ γνωσης και βλεμματος εχει ιδιαιτερη σημασια. Σ' αυτην κρινεται κατα ποσον η ερμηνεια [στα γερμανικα «Deutung», απο το «δεικνυμι»] σημαινει μια αφεση βλεμματος που ενθαρρυνει καποιον ν' ανοιξει τα ματια του, η μια εξηγηση που οδηγει σε συνδεσεις και σε κατασκευες χωρις νοημα. Τη νυχτα του ονειρου Boss, ως τη νυχτα ενος ονειρικου συμβαντος, μπορω μεν να τη συμπερανω, ομως ποτε δεν μπορω να τη δω.
Η νυχτα που αναφερεται στην προταση «Ονειρευτηκα τη νυχτα. ..» δεν εγινε ουτε παρον ουτε παρελθον του χρονου της ζωης μου ποτε. Ποτε δεν με δεχτηκε εντος της. Ποτε δεν μου εγινε οικεια. Και παλι το ανοικειο της με αφορα, αφου ηταν η νυχτα εκεινου του ονειρου. Αυτη η νυχτα ειναι αποκοσμη.
Το εδω εννοουμενο αποκοσμο γινεται ακομα καθαροτερα ορατο οταν προκειται για τη νυχτα του ανονειρευτου υπνου. Η διαφορα της φρασης «Εγραψα ενα γραμμα...» απο τη φραση «Κοιμηθηκα» ειναι ακομα πιο οφθαλμοφανης. Εδω η ελλειψη ενεστωτα και παρελθοντος χρονου του ρηματος «κοιμαμαι» στη συνηθισμενη του χρηση χτυπαει στο ματι ιδιαιτερα. Ομως σημερα δεν μπορω να επεκταθω σ' αυτο περισσοτερο.
Το αποκοσμο ονειρων και υπνου, το απομακρο τους ως προς τα μερη της κατοικησης των ανθρωπων, το απ-ανθρωπο τους, εκανε τους αρχαιους να δουν ονειρα και υπνο σε αναφορα με το θειο και με το θανατο - το «λιβαδι των ασφοδελων». Μας απαγορευει τοσο να παραστησουμε το ονειρο με το συγχρονο ψυχολογικο νοημα σαν κατι που εκτυλισσεται σ' ενα φανταστικο «μεσα μου», οσο και να το εγκλωβισουμε στο ανθρωπολογικο, δηλαδη ως καθοριζομενο απο τις ανθρωπινες καταστασεις υπνου και ξυπνου.
Το αποκοσμο της νυχτας τους κανει τα ονειρα να εμφανιζονται σ' ενα αλλο φως. Αναγκαζει τ' απορημενα ματια να συνηθισουν σ' αυτο το αλλο φως.
Σκεφτομαι δυο ακομα ομαδες φαινομενων που διακρινονται απ' αυτο το αλλοκοτο αχρονο, αυτο το αποκοσμο.
Πρωτα, τα παλια παραμυθια. Συχνα ξεκινουν με τη φραση «Μια φορα κι εναν καιρο...»
Αυτη η «μια φορα» διαφερει ριζικα απο τη μια φορα, π.χ., που επισκεφτηκα τη Βιεννη το καλοκαιρι του 1965. Παραπεμπει σ' ενα παναρχαιο που βρισκεται τοσο εξω απο καθε αρχαιοτητα κι απο καθε ημερομηνια οσο η φαινομενικα τοσο χειροπιαστη «προηγουμενη νυχτα» που ονειρευτηκα το 'να και τ' αλλο. Κατοπιν σκεφτομαι τα περασμενα.
Με τη λεξη «περασμενα» δεν εννοω τωρα διολου, π.χ., εναν παιδικο φοβο που ζωντανευει στην ενηλικη ζωη ξανα και ξανα, η εναν πεθαμενο που σε καποιον μπορει για χρονια να παραμενει παρων, η το κακο που εγινε σ' εναν και δεν τον αφηνει σε ησυχια κι αποζηταει εκδικηση. Αυτα τα πραγματα μονο κατ' επιφαση παρηλθαν.
Το κυριολεκτικα παρελθον εχει μετατεθει στο ξενο μιας αποστασης και μιας εγγυτητας οπου η χρονολογια του εχει γινει πλεον ολοτελα αδιαφορη. Μπορει να συμβει μ' ολα τα προηγουμενα παραδειγματα. O δρομος αυτης της μεταμορφωσης αναλαμβανεται, μεταξυ αλλων, εκπεφρασμενα στη θεραπευτικη συναντηση: Το παρελθον ειναι καθοδον στην παρελθοντικοτητα του. Στο τελος αυτου του δρομου το κυριολεκτικα πλεον παρελθον παιρνει ακριβως μορφη ονειρικη, η παραμυθενια. Αυτο το τελος κανεις θα μπορουσε να το ονομασει «μνημη».
Οταν σας διηγηθηκα το ονειρο Boss, ανεφερα επι τουτου πως ηταν ονειρο. Εαν ειχα παραλειψει τη λεξη «ονειρο» κι ειχα πει οτι ο Boss μου χαρισε ενα δαχτυλιδι, σιγουρα θα ειχατε ξεγελαστει. Ομως, εαν σας ειχα πει «Στις 15 Μαΐου, στον ξυπνο, εγραψα ενα γραμμα στον Reck», τοτε η αναφορα μου στον ξυπνο θα ηταν παραταιρη.
Πως χρησιμοποιειται η λεξη «ονειρο» στη διηγηση του ονειρου Boss; Δεν ανηκει μεν στην υποθεση οπου ο Boss μου χαριζει ενα δαχτυλιδι, ομως για τη διηγηση της ειναι απαραιτητη. Γιατι; Διοτι πουθενα στη διηγηση της ιστοριας με τον Boss και το δαχτυλιδι δεν θ' αναγνωρισετε οτι ηταν ονειρο.
Εαν πω «Ο Ροναλντο εβαλε ενα φοβερο γκολ!», δεν χρειαζεται να το αναφερω οτι μιλω για ποδοσφαιρο, γιατι ο Ροναλντο ειναι γενικα γνωστος ως ποδοσφαιριστης και το γκολ ανηκει στο ποδοσφαιρο.
Με το ονειρο τα πραγματα εχουν αλλιως. Δεν υπαρχει τιποτα που ν' ανηκει στο ονειρο ειδικα, ετσι ωστε απο τη διηγηση ενος ονειρου ν' αναγνωριζαμε πως ειναι ονειρο. Και τα πιο παλαβα πραγματα θα μπορουσαν το ιδιο καλα ν' αναφερθουν σε μια φαντασιωση, σε μια ψευδαισθηση, σ' ενα παραμυθι, στη μυθοπλασια κτλ.
Κι αλλωστε, αν ηταν αληθινος ο ισχυρισμος πως οι ονειρικες εμπειριες διαφερουν απ' αυτες του ξυπνου, πως δηλαδη υπαρχουν ονειρικες εμπειριες, τοτε ενα ονειρο θα 'πρεπε να 'ναι αναγνωρισιμο σαν τετοιο ηδη και στην πιο ασημαντη περιγραφη, οπως το ποδοσφαιρο που ειναι αναγνωρισιμο στην περιγραφη καθε φασης. Τοτε απο τη φραση «Ο Boss μου χαρισε ενα δαχτυλιδι» θα 'πρεπε να καταλαβετε πως ηταν ονειρο. Εαν δεν μπορειτε να το καταλαβετε, τοτε η λεξη «ονειρικη εμπειρια» δεν εχει κανενα νοημα κι η υποτιθεμενη διαφορα ειναι αχρηστη.
Μ' αυτο δεν εννοω διολου πως ονειρο και ξυπνος ειναι ενα αδιαφοροποιητο μιγμα. Θελω μονο να δω καθαροτερα πως μπαινει στο παιχνιδι η λεξη «ονειρο».
Και τωρα θα δοκιμασω να περιγραψω αυτο το «παιχνιδι»: Ξυπνω και ρητα, η αρρητα μου ερχεται η λεξη: «ονειρο». Για την ακριβεια δεν ειναι λεξη αλλα ονομα. Κανεις θα μπορουσε να παρομοιασει το ονομα «ονειρο» με ανω κατω τελεια: διανοιγει μια θεαση οπου ολα φωτιζονται απο ενα ιδιαιτερο φως. Ο αγνωστος τοπος. O Boss. Εγω. Το δαχτυλιδι που μου χαριζει.
Το ξερω αυτο το φως απο αλλες περιστασεις οπου ξυπνησα κι ειπα φωναχτα η αφωνα το ονομα «ονειρο». Καθε φορα με βλεπω εκει, αυτην τη φορα με τον Boss και το δαχτυλιδι. Κανεις θα μπορουσε να πει οτι ο Boss μου χαριζει το δαχτυλιδι στο ονομα του ονειρου, εαν εδω ακουσουμε το «στο...» κυριολεκτικα: Ειναι σ' αυτο το φως που συμβαινει η ιστορια με τον Boss και το δαχτυλιδι.
Το ονειρο ως-ονειρο θα ηταν λοιπον φαινομενο του ξυπνηματος. Και το φαινομενο του ονειρου δεν θα 'πρεπε ν' αναζητηθει στο «ονειρικο υλικο», στα «ονειρικα δεδομενα» -αφου αυτα δεν ειναι ιδιαιτερα του ονειρου- αλλα σ' εκεινο το φως.
Σχετικα θα μπορουσαν να ειπωθουν καποια πραγματα - εφοσον δεν παραστησουμε το ξυπνημα σαν κατι το περιορισμενο στον ανθρωπο που το πρωι ανοιγει τα ματια του. Το ξυπνημα δεν ειναι νοητο διχως την ανατολη του ηλιου. Ξυπνημα και ανατολη ειναι με τον τροπο (Παρμενιδης) του ζευγους νοειν και ειναι: το αυτο. Ονειρα και ανατελλον φως: το αυτο!
Στους ομηρικους στιχους τουτο ηχει στη γειτνιαση δημου ονειρων και πυλων του ηλιου. Ομως για ποιο φως μιλαμε; Μπορει να περιγραφει περισσοτερο; Αυτα που μπορω να πω σχετικα τα εμαθα εμμεσα απο τον Boss - δεν ξερω πια αν τα διαβασα η τα ακουσα:
Μια γυναικα βλεπει στην κουζινα της ενα ποντικι να τριγυρναει. Βγαζει μια τσιριδα, ανεβαινει επανω στην καρεκλα κτλ. O Boss λεει λοιπον πως η γυναικα δεν βλεπει απλα το ζωακι «ποντικι». Διοτι το ποντικι καθως ξετρυπωνει απ' το σκοταδι της γης φερνει αυτο το σκοταδι μαζι του στην επιφανεια και στο σπιτι. Αυτο ειναι, λεει, που βλεπει η γυναικα και στο οποιο απανταει με πανικο.
Ειναι αναλογο προς τη σκεψη του υστερου Heidegger, ο οποιος συνελαβε την αληθειαν ως την α-ληθευουσα ληθη: το αληθες δεν «απαγεται» απο τη ληθη, οπως λεγεται ακομα στο Ειναι και χρονος. Α-ληθευει το ληθιο καθαυτο. Πρωτα το ποντικι μου το εδειξε καθαρα. Τετοιες στιγμες ηταν που εκαναν τον Boss δασκαλο μου.
Στο ανατελλον φως ανατελλει το σκοταδι της νυχτας! Στο απροσωπο της εκφρασης «ξημερωνει» εκ-προσωπειται η νυχτα! Η νυχτα ξημερωνει! Απο εδω θα μπορουσε ν' ακουστει η ρηση του Ηρακλειτου για τη μερα και νυχτα: εν.
Το φως δεν εξαντλειται στο φωτισμο του. Το φως ειναι καθαυτο αφωτο. Ο Σεφερης το προσφωνει: «Αγγελικο και μαυρο, φως».
«Προς τι ποιητες;» θα μπορουσε κανεις να ρωτησει μαζι με τον Hölderlin και τον Heidegger και τον κοινο νου. Απαντηση: Οσο προσεκτικοτερο ειναι το ματι τοσο ποιητικοτερος ειναι ο περιγραφικος του λογος.
«Η προσοχη ειναι η φυσικη προσευχη της ψυχης». Ειναι μια φραση του Malebranche η οποια, μεσα απο τις μελετες του Walter Benjamin για τον Kafka, αναληφθηκε απο τον Paul Celan.
Η προσοχη ειναι υποθεση του λεγοντος βλεμματος, του βλεποντος λογου, που ειναι χρεωμενος το πραγματικο. Αντιθετα η ακριβολογια ειναι υποθεση της παραστατικης σκεψης που ενδιαφερεται για τη δικη της διασφαλιση. Ο μαθητευομενος θεραπευτης πρεπει να οξυνει την προσοχη του και να ξεσυνηθισει να σκεφτεται.
Επιστρεφουμε στο ξυπνημα. Τωρα θα μπορουσαμε να πουμε οτι τα ονειρα ανηκουν σ' εκεινο το σκοταδι του υπνου, δηλαδη της νυχτας, το οποιο, οπως το ποντικι του Boss, φανερωνεται με το ανατελλον φως. Εκει, σ' αυτο το φως, διπλα στις πυλες του Ηλιου τα ονειρα εχουν τον τοπο τους. Εκει ειναι ο δημος τους - μακρια απο τις κατοικιες και τα οικεια πραγματα των μοναχα ζωντων ανθρωπων.
Τωρα στην περιγραφη μου μπορω να προσθεσω τα εξης: O τροπος με τον οποιο, ξυπνωντας, μου ερχεται στο νου ενα ονειρο ειναι καπου διαφορετικος απ' αυτον μιας αναμνησης, π.χ., του γραμματος στον Reck. Το ονειρο δεν ειναι μνημονικο φαινομενο (Wittgenstein).
O τροπος που το ονειρο ερχεται στο νου ειναι περισσοτερο ο τροπος μιας αναδυσης. Κανεις θα μπορουσε να τον αποδωσει με μια λεξη του Ηρακλειτου: «αγχιβασιη», προσεγγιση. Ενδεχομενως ειναι ενα ονομα για το ενουν εν, οταν στο αγγελικο και μαυρο φως συνερχονται μερα και νυχτα, ξυπνος και υπνος, ζωη και θανατος.
Τα ονειρα, ιδωμενα ετσι, δεν ανηκουν ουτε στη μια πλευρα (ημερα-ξυπνος) ουτε στην αλλη (νυχτα-υπνος), οπως το ποντικι δεν ανηκει ουτε στο σκοτεινο της γης ουτε στο ανοιχτο του υπαιθριου.
Δειχνονται μεσα απο εκεινο το, για να χρησιμοποιησω μια καιρια λεξη του Freud. που ομως σπανια εννοηθηκε περαν του Freud, ελευθερα μετεωρο μεσον που αναδυεται, στον προσεχοντα.
Οταν τα ονειρα αποσπωνται απ' αυτο το μεσον και συρονται στην πλευρα του ξυπνου, τιθενται στην υπηρεσια μιας «θεραπειας» που εχει θεσει ως στοχο της μια καποια «υγεια», «απαρτιωση», «ανοιχτοτητα» κτλ.
Οταν συρονται στην πλευρα του υπνου, ειτε μεταπιπτουν στο μαγικο, καπου με την εννοια του προφητικου, του συμβολικου, του αρχετυπικου κτλ., η χανονται στα μηχανηματα του εργαστηριου υπνου.
Ομως η υπερβαση του μετρου μπορει να συζητηθει και ως προς την αχρονικοτητα των ονειρων που αναφερθηκε: Οταν το ελευθερα μετεωρο τους κλινει προς την πλευρα του παρελθοντος, τοτε προκυπτει η γενετικη ερμηνεια της ψυχαναλυσης. Οταν κλινει προς την πλευρα του μελλοντος, τοτε ερμηνευονται, π.χ., στην προοπτικη ανολοκληρωτων δυνατοτητων, οπως καπου στη «Daseinsanalyse» του Boss.
Κανεις θα μπορουσε και παλι να αντιτεινει:
- Θελεις λοιπον ν' αρνηθεις το πασιφανες, οτι ενα ονειρο παντα συνδεεται καπως με τη ζωη του ονειρευομενου; Οτι το ονειρο σημαινει κατι γι' αυτον;
Απαντω:
- Το ονειρο φυσικα και συνδεεται με τη ζωη μου. Θα μπορουσε ποτε ο πενταχρονος γιος μου να ονειρευτει τον Medard Boss;
Ομως το μονο που λεει αυτο ειναι: ο,τι αντιλαμβανομαι καθε φορα γινεται αντιληπτο στους ορους της ζωης μου. Μ' αυτο δεν μιλω στο πνευμα καποιου μονισμου. Σκεφτομαι περισσοτερο τον προσωκρατικο Ξενοφανη που πρεπει να ειπε:
[....] αλλ' ει χειρας εχον βοες ιπποι τ' ηε λεοντες
η γραψαι χειρεσσι και εργα τελεΐν απερ ανδρες
ιπποι μεν θ' ιπποισι, βοες δε τε βουσιν ομοιας
και (κε) θεων ιδεας εγραφον και σωματ' εποιουν
τοιαυθ', οιον περ καυτοι δεμας ειχον (εκαστοι).
Αν ομως βοδια κι αλογα και λιονταρια ειχαν χερια
και με τα χερια ζωγραφιζαν κι εργαζονταν οπως οι ανθρωποι
τοτε τ' αλογα ομοιες μ' αλογα και τα βοδια ομοιες με βοδια
θα ζωγραφιζαν τις εικονες των θεων και θα 'καναν τα σωματα τους
με μορφη σαν κι αυτην που εχουν τα ιδια.
Καθοσον τα πραγματα του ονειρου πρεπει να εμφανιζονται στα μετρα των ματιων που τα βλεπουν, καθοσον δηλαδη το ασυνδετο μεταξυ ονειρων και ιδωματων του ξυπνου ειναι αδιανοητο, αυτος που αναζητει συνδεσεις παραβιαζει ανοιχτες πορτες.
Και τωρα ενα ονειρο μου απο τα πρωτα μου χρονια στη Ζυριχη: Δινω εξετασεις ειδικοτητας. Εξεταστης ειναι ενας αγνωστος μου επιμελητης. Με ρωτα αν ξερω αρχαια ελληνικα. Απορω τι σχεση μπορει να 'χουν τα αρχαια με την ψυχιατρικη.
Ειναι γεγονος οτι τα επομενα χρονια ασχοληθηκα ολο και περισσοτερο με αρχαια ελληνικα κειμενα. Μπορω εδω να μιλησω για συνδεση αναμεσα στο ονειρο και στην ξυπνια ζωη μου; Ηταν, π.χ., προφητικο ονειρο; Αρχετυπικο; Ειναι η εξεταση στα αρχαια η μετατεθειμενη και συμπυκνωμενη μορφη καταστασεων της πρωτης παιδικης μου ηλικιας; Επεστησε το ονειρο την προσοχη μου σε ακομα ανολοκληρωτες δυνατοτητες;
Αυτες οι ερωτησεις... Τις συλλογιζομαι. Παρατηρω πως σε καμια τους δεν θελω να υπεισελθω. Ειναι ενα ψυχανεμισμα πρωτα που με κανει δυσβουλο. Θα χαλαγε αν αφηνομουν σε καποια απο τις προτεινομενες ερμηνειες κι επεδιωκα ν' αποκαταστησω μια συνδεση του ονειρου μου με τη ζωη μου του ξυπνου.
Δεν θελω να του κανω αυτο το κακο. Αφουγκραζομαι. Αυτο που ψαχνω ειναι, λεει, κιολας εδω. Απο μακρια ερχεται η πνοη μιας, κι εδω χρησιμοποιω με πολυ δισταγμο μια λεξη του Pasul Celan, τροπης της ανασας.
Τωρα μου φαινεται πως βλεπω καθαροτερα: Η απασχοληση μου με τ' αρχαια δεν ειναι πια νοητη διχως αυτο το ονειρο. Με αλλα λογια: Τα αρχαια δεν ειναι πια απλα θεμα της ξυπνιας ζωης μου. Το ευρος τους ξεπερνα αυτο του ξυπνου ατελειωτα: Ειναι πλεον σημαδεμενα απ' το ονειρικο οπως ο Εβραιος της εποχης των Ναζι ειναι σημαδεμενος απο το αστρο του -τη μοιρα του.
Ετσι ειναι ακομα και με τον Boss και μ' ολους τους ανθρωπους και τα πραγματα που καποτε συναντησα στο ονειρο. Ολ' αυτα ειναι σημαδεμενα απο το αστρο του ονειρου. Συντροφευονται απο τον τοπο και το δαχτυλιδι, αλλα κι ολους τους ανθρωπους και τα πραγματα που στον ξυπνο μου ειναι αγνωστα.
Αυτα τα οντα περισυλλεγουν ξυπνο και ονειρο. Το ανοιγμα της περισυλλογης τους φτανει απο το Dr.-Karl-Lueger-Ring [Ο δρομος του κτιριου στο οποιο εγινε η ομιλια]  εως τις «πυλες του Ηλιου».
Στην Καταιγιδα του Shakespeare λεει μια φορα ο Prospero: «Ειμαστε απο υλικο σαν αυτο που 'ναι φτιαγμενα τα ονειρα κι η μικρη μας ζωη κυκλωνεται απο εναν υπνο».
«Κυκλωνεται απο εναν υπνο» θα πει: αθικτη απο παραπομπες κι απο αναφορες και συνδεσεις, διχως πριν και μετα, κειμενη στον εαυτο της, αποκοσμη.
Και τι γινεται με τη ζευξη η οποια περισυλλεγει ξυπνο κι ονειρα; Ειναι οπως με τα δεντρα του δασους. O Heidegger το υπονοει μια φορα με στιχους του Hölderlin: «Και μενουν αγνωστοι μεταξυ τους, / Ενοσω στεκουν, οι γειτονικοι κορμοι».
Προοδευτικα μου γινεται ολο και καθαροτερο που αναφεροταν ο τρομος μου στην προοπτικη μιας ομιλιας με τιτλο «Ονειρα». Ηταν η απορια πως να μπορεσω να μιλησω για τα ονειρα διχως να πρεπει να μιλησω επανω στα ονειρα - και τουτο μεταξυ αλλων και ως θεραπευτης, ως καποιος δηλαδη που ο λογος του τωρα αποτεινεται μεν σ' εσας, ομως βασικα ειναι στραμμενος σ' αυτον που ξαπλωνει στο κρεβατι εμπρος απ' την πολυθρονα μου.
Μ' αυτο δεν εννοω πως οσα ειπωθηκαν θα τα εφερνα ποτε στη θεραπευτικη συνομιλια. Συγκρινονται περισσοτερο με μια παρτιτουρα, που βεβαια γινεται πραγματικοτητα του μουσικου εργου πρωτα στην πραξη της μουσικης. Πως τωρα αυτο συμβαινει στη θεραπευτικη πραξη θα προσπαθησω να το περιγραψω καταρχην με τη διηγηση του ονειρου μιας γυναικας:
Βρισκεται σε μια ωρα αναλυσης. Συναδελφοι απ' τη δουλεια της ειναι παροντες. Ενας της φερνει ενα ποτηρι νερο. Το τοποθετει στο μαξιλαρι. Αναποδογυριζει. Σφουγγαριζω το νερο στο πατωμα. Σηκωνεται και περιμενει εξω. Εχει θυμωσει μ' ολο αυτο το χαος. Σκεφτεται πως δεν θελει να πληρωσει την ωρα...
Και τωρα γινεται μεταξυ μας ο εξης διαλογος:
Αυτη:
- Τι λετε για το ονειρο;
Εγω:
- Τι φανταζεστε; Μηπως ηδη εχετε καποια ιδεα; Μηπως ηδη εχω πει κατι γι' αυτο;
Αυτη:
-Οτι δεν ειναι θετικο, οτι ειμαι δυσπιστη...
Εγω:
- Εννοειτε πως το αρνητικο, πως η δυσπιστια δεν πρεπει να υπαρχουν μεταξυ μας;
[Ενα διαστημα γινεται λογος γι' αυτο. Κατοπιν:] Αυτη:
- Και τι γινεται με το ονειρο; Δεν μου το ειπατε...
Εγω:
- Βλεπετε λοιπον ποσα πρεπει να προετοιμαστουν για να φτασουμε στο ονειρο...
Αυτη:
- Και τωρα που τα ξερουμε...;
Εγω:
- Δεν αρκει. Πρωτα πρεπει ν' απελευθερωθειτε απ' ολ' αυτα. Το ονειρο ερχεται μετα. Η ερωτηση που ρωτα πραγματικα για το ονειρο δεν εχει τεθει ακομα!
Τι παρεμβαλλεται εδω; Η γυναικα ηδη εχει ερμηνευσει το ονειρο της, δηλαδη σαν σημαδι μιας δυσπιστιας προς εμενα, την οποια αξιολογει επιπλεον ως «αρνητικη». Κατα τουτο η ερωτηση της «Τι λετε για το ονειρο;» ειναι αστοχη. Εαν ετιθετο σωστα, θα ειχε καπου τη μορφη: «Βλεπετε κι εσεις το ονειρο αρνητικα;». Η, ακομα: «Το βλεπετε, κατι δεν παει καλα μεταξυ μας!».
Για τη δυσπιστια και για το αρνητικο κανεις μπορει να μιλησει με τη γυναικα, πραγμα που εκανα. Κανεις μπορει ακομα να σημειωσει την ταση της ν' ακουει κατευθειαν το «αρνητικο». Αυτα και αλλα θα μπορουσανε να συζητηθουν μαζι της και θεραπευτικα θα ειχαν και νοημα.
Μονο που δεν εχουν τιποτα να κανουν με τ' ονειρο της. Διοτι η ερωτηση της αναφερεται στη δικη της και στην υποτιθεμενη δικη μου ερμηνεια και η ερμηνεια αυτη ειναι προδιαγραμμενη σε τασεις και κλισεις της ξυπνιας ζωης της.
Το ιδιο ισχυει και για τις πιο δουλεμενες επιστημονικες ερμηνειες των ονειρων. Τα ερωτηματα με τα οποια στρεφονται προς ενα ονειρο, π.χ., «Ποια ασυνειδητη επιθυμια εκπληρωνεται στο ονειρο;» (Freud), η «Ποιες ανολοκληρωτες ακομα δυνατοτητες φανερωνονται εδω;» (Boss) κτλ. εχουν ηδη εκφερει την κριση τους για το θεμα των ονειρων: Το ονειρο ειναι εκπληρωση επιθυμιας. Το ονειρο ειναι η αισθητηριακα παροντικα αντιληπτη εκδοχη ανολοκληρωτων δυνατοτητων κτλ.
Κατα τουτο δεν ειναι γνησιες ερωτησεις. Δεν φθανουν εως το ονειρο. Δεν ειναι ερωτησεις που αφηνουν ενα ονειρο ν' αναπνευσει. Μιλουν ξεκινωντας απ' τον ξυπνο και κατευθυνομενες στον ξυπνο, σαν τ' αλογα και τα λιονταρια του Ξενοφανη. Δεν φθανουν εως το «ου τι δεμας θνητοισιν ομοιιος ουδε νοημα» (ουτε στη μορφη ομοιος ουτε στη νοηση), που λεγεται σ' ενα αλλο αποσπασμα και που εδω προσαγορευτηκε ως το αποκοσμο των ονειρων. Τους λειπει η (Heidegger) ευλαβικοτητα της νοησης. Ανηκει στην προετοιμασια που αναφερθηκε, αυτο να δειχτει - χωρις μεγαλα λογια και ιεραποστολικο ζηλο.
Οι ποικιλες θεσεις επανω στο ονειρο συνιστουν απαντησεις σε μια οδηγο ερωτηση που λεει «Τι ειναι το ονειρο;» η, διατυπωμενο ψυχολογικα, «Τι σημαινει το ονειρο;». Εδω εχει γινει σιωπηρα αποδεκτο πως το ονειρο κατι ειναι, κατι σημαινει. Η παμπαλαιη συνηθεια να ρωταει κανεις και να μιλαει σ' αυτο το στιλ εχει το ολεθριο επακολουθο οτι κανεις αποκλινει απο το ονειρο και κλινει προς αυτο το κατι. Τα ονειρα εκδιωκονται απ' τον τοπο τους - τον τοπο τους, θυμιζω μισο στα σοβαρα μισο στα αστεια, κοντα στις «πυλες του Ηλιου» και τον «ασφοδελον λειμωνα». Ριχνονται στην αγορα των ψυχολογικων και νευροβιολογικων υπολογισμων.
Μιση ωρα πριν καταγραψω για πρωτη φορα αυτους τους συλλογισμους ακουσα τη διηγηση του ονειρου μιας ψυχολογου. Και μετα:
Αυτη:
- Εχετε να πειτε κατι για το ονειρο;
Εγω:
- Ποιο ειναι το θεμα εδω; Σε τι προσβλεποντας με ρωτατε;
Αυτη:
- Ρωτω για μια εξηγηση του ονειρου.
Εγω:
- Και τι περιμενετε απο μια εξηγηση; Τι θα ηταν διαφορετικο μετα την εξηγηση;
Αυτη:
- Μια καλυτερη κατανοηση του εαυτου μου, αυτων των πραγματων.
Εγω:
- Το εχετε ηδη ζησει κατι τετοιο; Οτι μια εξηγηση μ' αυτην την εννοια σας βοηθησε;
Αυτη:
- Μια φορα ενα ονειρο με βοηθησε να παρω μια σημαντικη επαγγελματικη αποφαση. Μια αλλη φορα μετα απο ενα ονειρο μπορεσα να δω ενα λαθος σε μια εργασια μου.
Εγω:
- Σ' αυτες τις περιπτωσεις δεν ηταν λοιπον καποια εξηγηση που σας βοηθησε. Μαλλον αυτα τα πραγματα μετα το ονειρο φανηκαν σ' ενα αλλο φως.
Υπαρχουν παλι περιπτωσεις οπου σε μια ερωτηση του στιλ «Τι σημαινει το ονειρο;» σωπαινω, η απαντω «Δεν ξερω».
Το προκειμενο ειναι, κι αυτο το εμαθα απο τον Παρμενιδη και τους αρχαιους, απο τον Heidegger και τον Wittgenstein, η οξυνση του βλεμματος για τη διαφορα αναμεσα σ' αυτο που μπορει να ερωταται και να λεγεται και σ' αυτο για το οποιο ερωτησεις και λογια δεν εχουν νοημα - ειναι ανοητα.
Μια τετοια σταση, η οποια βεβαια δεν περιοριζεται στα ονειρα, φερνει συχνα οργη κι επανειλημμενες εφορμησεις εναντια στην αρνηση μου να συμπραξω εκει που υπερβαινονται μετρα. Αλλα μονο ετσι μαθαινει κανεις: Οχι με ερμηνειες κι εξηγησεις αλλα με την προσκρουση στον τοιχο που του δειχνεται απο τον θεραπευτη των αδυνατων πραγματων - των «ανοησιων» του. Συχνα ο θεραπευτης θα εκληφθει ως αυτος τουτος ο τοιχος.
Δεν ειναι μαθημα απο καθεδρας. Ουτε παθολογικοποιηση. Το θεμα μου ειναι η συναντηση μας, καλυτερα, το ξεκαθαρισμα του πεδιου στο οποιο καποτε μπορουμε να συναντιομαστε, δηλαδη να μιλουμε, δηλαδη (Hölderlin) ν' ακουμε ο ενας για τον αλλο.
Ευτυχει οταν πραγματικα ερχομαστε στο προκειμενο. Οταν βρισκομαστε στο ρυθμο του μετρου του. Ο τονισμος βρισκεται στο «ρυθμο», οχι σ' εμας.
Η θεραπευτικη συναντηση, αν κανεις μπορει ακομα να μιλα καν για «θεραπεια», θα ειχε τοτε ακριβως το χαρακτηρα της αντι-πα-ρα-θεσης. Αυτο που παιζεται ειναι τα μετρα, δηλαδη οι διαφορες παντου οπου παραβαινονται. Ομως η αντιπαραθεση δεν γινεται απο τον θεραπευτη με διαθεση εχθρικη αλλα δεκτικη και καλοπροαιρετη. Αφου γνωριζει πως οι δρομοι μας ειναι βατοι μονο με βηματα παραβατικα. Ο συνομιλητης του καλειται να ενστερνισθει προπαντων αυτο.
Οπου η συναντηση σ' ενα βαθμο ευτυχει, οπου, οπως γραφει ο Hölderlin σ' ενα οψιμο ποιημα, «υψηλοτερες δειχνονται οι διαφορες», το οικειο γινεται πιο οικειο και το ανοικειο πιο ανοικειο κι η ζωη γινεται (Hölderlin και παλι) «κατοικουσα ζωη».
Το εξαντλησα το ερωτημα για τα ονειρα; Με τιποτα! Απλα σταματω σαν ενας οδοιπορος που κουρασμενος καθεται κατω και, στην εξαντληση, οι μορφες της αρχης και του δρομου και του σκοπου γινονται συγκεχυμενες κι ο υπνος τις παιρνει μαζι του.
Κι ενας θεος ξερει που θα βρεθει σαν ξυπνησει. Κι ο,τι ειπε εδω και σημερα αυριο θα του μοιαζει σαν ονειρο.


Rafael Nadal, ο κορυφαιος τεννιστας. Η τελετουργια για το σερβις - πιανει: σορτακι πισω, σορτακι εμπρος, αριστερο αυτι, μυτη, δεξι αυτι.
Σαν να σιγουρευει τα ορια του σωματος του, σαν, πιανοντας τα, να τα ξαναβαζει στη θεση τους, να επιβεβαιωνει την ολοτητα της μορφης του.
Φαινομενα και διορθωτικες κινησεις αποπροσωποποιησης.
[Περιληψη ομλιας στο Workshop "The Pseudoproblem of the Psychic", Second Interdisciplinary Congress on Psychiatry and Related Sciences. Οκτωβριος-Νοεμβριος 2014, Αθηνα.]

PDF

Ας υποθεσουμε πως εχω ενα προβλημα: Να αγορασω μια Maserati, η μια Lamborghini; Αν τα λεφτα μου φτανουν μετα βιας για ενα Φιατακι Cinquecento, ολες οι σκεψεις περι Maserati και Lamborghini ειναι κτισματα του αερα. Κτισματα του αερα, καθως εχουν αγνοησει ενα πρωτο: την πραγματικοτητα του πορτοφολιου μου. Το προβλημα "Maserati, η Lamborghini" ειναι ψευδοπροβλημα.
Το προβλημα του Freud ειναι τα "κενα", οπως λεει, π.χ. το κενο της ασυνεχειας μεταξυ ονειρου και ξυπνου. Ο Freud θελει να το γεφυρωσει. Οπως ο ανθρωπος του παραδειγματος, ζει στο παραληρημα οτι μπορει να θελει ο,τι θελει. Παραληρημα διοτι οπως το "θελω" του ανθρωπου ειναι εκτος της πραγματικοτητας του πορτοφολιου του, ετσι και το "θελω" του Freud ειναι εκτος της πραγματικοτητας του ονειρου, η οποια μαρτυρει πως το ονειρο ειναι ενα ριζικα διαφορο, μαλιστα ενα αλλοτριο απεναντι στην ξυπνια ζωη.
Τετοια “θελω” δεν λογαριαζουν τιποτα. Θα πραγματοποιηθουν βρεξει-χιονισει. Πως θα πραγματοποιηθουν; Ο ανθρωπος με το προβλημα "Maserati, η Lamborghini" θα γινει τυχοδιωκτης: θα κανει υπερογκα δανεια, θα εξαπατησει, θα κλεψει, θα κοψει πλαστο χρημα. Και ο Freud; Σε ενα γραμμα στον Fliess απο το 1900 γραφει: “Απο ιδιοσυγκρασια δεν ειμαι παρα conquistador - τυχοδιωκτης, αν θελεις αυτην τη λεξη μεταφρασμενη, με ολη την περιεργεια, την τολμη και το πεισμα που χαρακτηριζουν εναν ανθρωπο αυτου του ειδους.”
Ποιος ειναι τωρα ο τυχοδιωκτισμος του Freud; Τρεφεται απο τον οδοστρωτηρα του “θελω” που αξιωνει να βλεπει παντου μια συνδεση, μια συνεχεια, π.χ. αναμεσα στο ονειρο και στον ξυπνο. Ορμωμενος απο αυτην την θεληση, ο Freud συγκρινει τα ονειρα με τον ξυπνο, και στην οπτικη της συγκρισης ειναι που το αλλοτριο του ενος προς το αλλο προβαλλει ως "κενο" μεταξυ τους. Παραμεριζει την πραγματικοτητα τους αδιστακτα: "Κατα την αποψη μας τα αντιληπτα φαινομενα πρεπει να υποχωρουν εμπρος στις ορεξεις, τις οποιες απλως υποθετουμε."
Η συνδεση, η συνεχεια παραγεται με το κολπο της ερμηνειας: ονειρο και ξυπνος γινονται ομωνυμα, οπως τα ετερωνυμα κλασματα. Ο κοινος παρονομαστης, στον οποιο και τα δυο αναγονται, ειναι η κατασκευη του "ψυχικου οργανου" με τις "υποτιθεμενες ορεξεις" του. Τα μεταξυ τους ασυνεχη, π.χ. ονειρο και ξυπνια ζωη, εξοριζονται σ' αυτον τον εσωτερικο κοσμο, παριστανονται ως ενδοψυχικα μορφωματα και - γεφυρωνονται. Δηλαδη: Το ονειρο μετονομαζεται σε ενδοψυχικη "ονειρικη διεργασια" ("Traumarbeit"), η οποια μεταβολιζει "ορεξεις" του ξυπνου, που μπορει κανεις και να μην ειχε αντιληφθει ποτε (αλλα τοτε του λεμε πως ηταν "ασυνειδητες"), και τις οδηγει στην ονειρικη, δηλαδη ψευδαισθησιακη και παραλλαγμενη τους εκπληρωση. Ψευδολυσεις σε ψευδοπροβληματα.
Και απο που ασκει το ψευδοπροβλημα την γοητεια του; Απο το οτι αποκοιμιζει την ανησυχια εκεινου που επιζητει την εξηγηση και ταραζεται απο τα "κενα". Η πραγματικοτητα, την οποια ο τυχοδιωκτισμος του Freud παραμεριζει, ηδη πριν απο τα "κενα", εχει λοιπον και αυτην την διασταση: την ανησυχια του. Η ανησυχια του ειναι επισης μια πραγματικοτητα. Ομως δεν την κοιταζει, δεν την ακουει, δεν την επερωτα. Την ντριπλαρει, την προσπερνα με ενα πραξικοπημα: Την πνιγει σε μια θεωρια. Κλεινεται σε εναν αυτιστικο μικροκοσμο οπου τα πραγματα παρασταινονται οπως αυτος τα θελει να ειναι. (Οπως στην ανησυχια οτι η γυναικα μου με απατα, καταφευγω στη λυση να την κλεισω σε ενα μπουντρουμι.)
Ζηλεια και περηφανεια [Eifersucht und Stolz]
Απο το "Η ωραια μυλωνου", Wilhelm Müller, Franz Schubert.

Για που τοσο γρηγορα, τοσο αλαφιασμενα και αγρια, αγαπημενο μου ρεμα; / Μηπως τρεχεις ολο θυμο πισω απ' αυτον τον τυπο, τον μαγκα τον κυνηγο; / Γυρνα πισω, γυρισε πισω και ψαλλε τα πρωτα στη μυλωνου σου / για το επιπολαιο, το χαζο, το μικρο της το μυαλουδακι.
Δεν την ειδες ψες βραδυ να στεκει στην πορτα / με τεντωμενο λαιμο και να κοιτα προς τον μεγαλο δρομο; / Οταν ο κυνηγος κεφατος απ' το κυνηγι γυριζει στο σπιτι, / κανενα σωστο παιδι δεν βγαζει το κεφαλι απ' το παραθυρο.
Πηγαινε, ρεματακι, και πες της τα. / Μα μην της πεις, ακους, κουβεντα για το θλιμμενο μου προσωπο. / Πες της, ξυνει απο ενα καλαμι μου μια φλογερα, / και παιζει στα παιδια ομορφους χορους και τραγουδια.


Wohin so schnell, so kraus, so wild, mein lieber Bach?
Eilst du voll Zorn dem frechen Bruder Jäger nach?
Kehr um, kehr um, und schilt erst deine Müllerin
Für ihren leichten, losen, kleinen Flattersinn.

Sahst du sie gestern abend nicht am Tore stehn,
Mit langem Halse nach der großen Straße sehn?
Wenn vom den Fang der Jäger lustig zieht nach Haus,
Da steckt kein sittsam Kind den Kopf zum Fenster 'naus.

Geh, Bächlein, hin und sag ihr das; doch sag ihr nicht,
Hörst du, kein Wort von meinem traurigen Gesicht.
Sag ihr: Er schnitzt bei mir sich eine Pfeif' aus Rohr
Und bläst den Kindern schöne Tänz' und Lieder vor.







Το περιοδικο της Aegean. Γκλασε αστραφτερο βαρυ χαρτι. Διαφημιση για τις χαρες της ζωης μεχρι σκασμου. Ξενοδοχεια, ρουχα, κοσμηματα, αξεσουαρ. Για τον κυριο, την κυρια, την γκομενα.
Κομματια ζαχαρη σαν αυτα που δινουν στα αλογα οταν τελειωσουν το νουμερο.
PDF

"... οταν ειν' ολα ανακατα / ατακτα και ξαναγυρνα / παμπαλαιη συγχυση"
Friedrich Hölderlin, Der Rhein

[Παρουσιαση του βιβλιου του George Makari,
Επανασταση στον νου, Αθηνα 2014. Τα μερη της παρουσιασης που για λογους χρονου δεν ειπωθηκαν, εδω.]

Ο αρχικος τρομος, οταν αντικρυσα τις καπου 800 σελιδες του "Επανασταση στον νου", χαθηκε γρηγορα. Το βιβλιο με κερδισε, το διαβασμα ηταν αβιαστο και, πολλες φορες, συναρπαστικο. Παραλληλα βρεθηκα συχνα να παρασερνομαι σε νοερες συζητησεις επανω σε θεματα που συναντουσα. Σημερα θα περιοριστω σε δυο επισημανσεις. Η πρωτη αφορα το μοντελο της αφηγησης. Η δευτερη αφορα το παρελθον και το μελλον της ψυχαναλυσης.

Το μοντελο των ερμηνευτικων κοινοτητων
Ο αναγνωστης του βιβλιου ευκολα θα προσεξει μια ορισμενη κανονικοτητα στην αφηγηση. Οταν ο συγγραφεας μιλα για ενα γεγονος, π.χ. το ταξιδι του Freud στο Παρισι, θα ανοιξει μια εκτεταμενη περιγραφη για το Παρισι της εποχης, που θα καλυπτει τα τοτε επιστημονικα, πολιτικα και πολιτιστικα ρευματα, τους ανθρωπους που συναναστραφηκε ο Freud, την δικη τους ιστορια. Μας τον παρουσιαζει δηλαδη μεσα σε ενα καδρο τοπων, ανθρωπων, ιδεων, μας τον παρουσιαζει ως μελος μιας κοινοτητας, στο περιβαλλον της οποιας, και σε διαδραση με την οποια διαμορφωνεται το εργο του. Μ' αυτον τον τροπο παρουσιαζονται σχεδον ολα τα προσωπα που αμεσα, η εμμεσα μετειχαν στην δημιουργια της ψυχαναλυσης.
Αυτον τον τροπο αφηγησης ο Makari δεν τον χρησιμοποιει τυχαια. Σε μια παρουσιαση του βιβλιου του δηλωνει οτι ακολουθησε ενα μοντελο της φιλολογικης κριτικης που καλειται "interpretative communities", "ερμηνευτικες κοινοτητες". Το μοντελο προταθηκε απο τον αμερικανο φιλολογο Stanley Fish, καθηγητη Αγγλικης Φιλολογιας στο Johns Hopkins, την δεκαετια του '70. Ο ιδιος ο Makari το διευκρινιζει παραπεμποντας στον Fish και το βασικο του σχετικο εργο Interpreting Variorum:
Ο Stanley Fish ελεγε "Εαν διαβασετε Milton , και διαβασετε ενα ολοκληρωμενο σχολιο για τον Milton, το σχολιο εχει πολυ λιγο να κανει με τον Milton. Εχει πολυ να κανει με τον χρονο και τον τοπο που γραφηκε. Υπαρχουν ερμηνευτικες κοινοτητες που συγκεντρωνονται σε εναν χρονο και τοπο. Ολες τους διαβαζουν Milton με τον ιδιο τροπο. Κατοπιν ερχεται μια νεα ομαδα. Διαβαζουν John Milton μεσα σε ενα ολοτελα διαφορετικο ερμηνευτικο πλαισιο· που θα πει, το ερμηνευτικο πλαισιο των αναγνωστων ανασυγκροτει το κειμενο και τις προθεσεις του συγγραφεα.
Το πως εννοει ο Fish μια ερμηνευτικη κοινοτητα, το βλεπουμε πιο παραστατικα στην τελευταια παραγραφο του βιβλιου του που αναφερθηκε, και που κλεινει με τις φρασεις:
Η μονη "αποδειξη" για το οτι κανεις ειναι μελος [μιας ερμηνευτικης κοινοτητας] ειναι η συναδελφικοτητα, το νευμα της αναγνωρισης απο καποιον της ιδιας κοινοτητας, καποιον που σου λεει αυτο που κανεις μας δεν θα μπορουσε ποτε να αποδειξει σ' εναν τριτο: "ξερουμε εμεις". Σας το λεω τωρα γνωριζοντας πληρως οτι θα συμφωνησετε μαζι μου (δηλαδη θα καταλαβετε) μονο αν ηδη συμφωνειτε μαζι μου.
Ο Makari τωρα συνεχιζει:
Υιοθετησα αυτο το μοντελο επειδη ενσωματωνει την πνευματικη και την κοινωνικη ιστορια. Εχει χωρο για την δυναμη των ιδεων. Εχει επισης εναν δυναμικο χωρο για τις κοινωνικες, πολιτικες και πολιτιστικες δυναμεις που συνενωνουν ανθρωπους και που διασπουν ανθρωπους. [...] εχει παρα πολυ να κανει με ανθρωπους σε εναν χρονο και τοπο.
Ενα παραδειγμα για το ιδιαιτερο κλιμα μιας ερμηνευτικης κοινοτητας, και μαλιστα της ψυχαναλυτικης: Δυο ψυχαναλυτες συζητουν επανω στην ερμηνεια ενος ονειρου:
Ψυχαναλυτης Α: Δεν πιστευω οτι προκειται για τριχοπτωση. Στο ονειρο ο ασθενης περιγραφει μονο ενα φαλακρο σημειο με λιγες μεμονωμενες τριχες επανω του, και ακουσαμε τον ασθενη να λεει για το ονειρο του τη λεξη «σκατα». Και ακομα επαναλαμβανει συχνα σε σχεση με το φαλακρο σημειο τη λεξη «πισω». Εξ ου και ο συνειρμος μου σε αυτην την εικονα του ονειρου: «Δεν τα βγαζω περα με τις ομοφυλοφιλικες ορμες μου».
Ψυχαναλυτης Γ: Εγω αντιθετα πιστευω οτι ο ασθενης θελει να πει: «Δεν τα βγαζω περα με την απωλεια του αυτοελεγχου μου, με την οργη μου, και γι’ αυτο πρεπει να καταφυγω σε μια υποτελη θηλυκια ομοφυλοφιλικη σταση, για να μην ξεσπασει κανενας καυγας που θα με κατεστρεφε.

Οι ψυχαναλυτες, εστω κι αν δεν συμφωνουν, καταλαβαινονται μεταξυ τους. Για εναν εξω απο την κοινοτητα τους, μιλανε κινεζικα.
Κατα ποσο το μοντελο των ερμηνευτικων κοινοτητων αρμοζει στην φυση της ψυχαναλυσης; Η διαμορφωση ερμηνευτικων κοινοτητων ειναι ενα γεγονος, ισως αναποφευκτο. Ξεκινα ηδη με τον μικροκοσμο της οικογενειας και αφορα καθε ειδους κοινοτητα - φιλων, επαγγελματικων συναδελφων, πολιτικα ομονοουντων κλπ. Ομως η ιδια η φυση της ερμηνευτικης κοινοτητας οδηγει ευκολα, ισως αναγκαστικα, σε μια παγιδα: Διαμορφωνεται μια ταυτοτητα της κοινοτητας, που θα πει μια οριοθετηση, ενας περιορισμος του μικροκοσμου της απεναντι σε αλλους μικροκοσμους, και απεναντι βεβαια στον μεγαλο κοσμο. Δημιουργειται μια μονιστικη νησιδα.
Απο την στιγμη που η ψυχαναλυση εννοειται ως δημιουργια και εξελιξη μιας ερμηνευτικης κοινοτητας, προβαλλει ως κινημα. Στον μικροκοσμο της αναπτυσσει μια ταυτοτητα, και αυτην πρεπει να την οριοθετησει απεναντι σε εσωτερικους και εξωτερικους εχθρους, να την υπερασπιστει απεναντι σε επιθεσεις. Μια κυριαρχη μορφη σχεσης καθοριζεται απο το δογμα: Οποιος δεν ειναι μαζι μας, ειναι εναντιον μας. Ειναι επομενο λοιπον, το βιβλιο του Makari να παιρνει μορφη θριλερ - μια ιστορια εκστρατειων, κατακτησεων, συγκρουσεων, συμμαχιων και διασπασεων.
Σ' αυτην την οπτικη τα κειμενα των ψυχαναλυτων γραφονται κυριως για να χρησιμοποιηθουν ως οπλα στις συγκρουσεις των μελων με τους αλλους και μεταξυ τους. Στις εσωτερικες τους αντιπαραθεσεις το πιο συνηθισμενο επιχειρημα ειναι η ψυχαναλυτικη ερμηνεια του αντιπαλου που τον καταδεικνυει ως νευρωτικο και τις θεσεις του ως προϊον της ψυχοπαθολογιας του.
Υπαρχουν κοινοτητες που παραμενουν κλειστες, χωρις αυτο να ενοχλει. Για να πεταξω π.χ. με το αεροπλανο δεν χρειαζεται να γνωριζω την γλωσσα με την οποια συνεννοουνται οι πιλοτοι με τον πυργο ελεγχου. Για να κανω ενα εμβολιο δεν χρειαζεται να εχω μυηθει στο λεξιλογιο της μοριακης βιοχημειας. Η ψυχαναλυτικη κοινοτητα αντιθετα, ως κοινοτητα θεραπευτων, εχει ενδομημενη την ουσιαστικη επικοινωνια με τους αναλυομενους, ανθρωπους δηλαδη που δεν ανηκουν σ' αυτην. Η ψυχαναλυτικη κοινοτητα δεν μπορει ποτε να κλειστει πραγματικα στον μικροκοσμο της. Παραμενει ανοιχτη για τον μεγαλο κοσμο που ερχεται με τον αναλυομενο, αλλα και με την καθημερινοτητα του ιδιου του αναλυτη, και οι ιδιες οι ζωες τους καποτε επικυρωνουν τις θεσεις της και καποτε τις διαψευδουν. Αυτο το χαρακτηριστικο της ψυχαναλυσης, η δομικη ανοικτοτητα της, υπερβαινει την παρασταση της ως ερμηνευτικης κοινοτητας.
Ακομα η ψυχαναλυτικη επικοινωνια χαρακτηριζεται απο μια εμφατικη ενικοτητα, απο το μοναδικο και ανεπαναληπτο του αναλυτη, του αναλυομενου, στην καθε θεραπεια, μαλιστα στην καθε θεραπευτικη ωρα. Η ψυχαναλυση δημιουργηθηκε και εξελιχθηκε προπαντων απο τα αδιεξοδα που ανεκυψαν και τους δρομους που διανοιχθηκαν μεσα απο τις περιπετειες αυτων των ενικων θεραπευτικων συναντησεων. Εδω το μοντελο των ερμηνευτικων κοινοτητων ειναι συντηρητικο: ισχυει μονον οπου η ενικοτητα αγνοειται και ο αναλυτης προχωρει με βαση την βιβλιογραφια, τα παραδεδομενα αξιωματα και την ισχυουσα διδαχη. Τοτε ομως δεν ακουει. Γραφει σε μια σημειωση ο Elias Canetti:
Ομως οι αλλαγες και οι διασπασεις της διδαχης συμβαινουν χαρη σε λιγοστες στιγμες στις οποιες κανεις ξεχαστηκε τοσο ωστε ν' ακουσει οντως. [...] Ο ιδιος ο Freud πρεπει να ειχε ακουσει πολυ ακομα, διαφορετικα δεν θα μπορουσε τοσο πολυ να ειχε [...] αλλαξει.

Επανω στο μελλον της ψυχαναλυσης
Στον προλογο ο Makari θετει το ερωτημα που κατα την γνωμη του πυροδοτησε την περιπετεια της δημιουργιας της ψυχαναλυσης ως αποπειρας απαντησης του:
Πως μπορουσε να δημιουργηθει μια αντικειμενικη επιστημη της υποκειμενικοτητας; (σ. 4)
Και με το ιδιο καπου ερωτημα κλεινει την παρουσιαση του βιβλιου του που αναφερθηκε, σχετικα με το μελλον της ψυχαναλυσης:
Εν περιληψει, η ψυχαναλυση ηταν μια δυνατη συνθεση που παρεσχε ενα επιστημονικα αξιοπιστο μοντελο για την υποκειμενικοτητα. [...] Παντως την ιστορια της την διετρεχε ενα βασικο ερωτημα: μπορει κανεις να σταθεροποιησει μια θεωρια της υποκειμενικοτητας; [...] Σημερα το ερωτημα μενει για μας πιεστικο.
Η ψυχαναλυση, ηδη απο τις απαρχες της, εγειρει την αξιωση να εννοησει τον εαυτο της και να καθιερωθει ως επιστημη - που θα πει, να τοποθετηθει στον χωρο της γνωσης. Τουτο δεν αφορα μονο την συγκροτηση της ως θεωριας και την δημιουργια μοντελων. Αφορα και την ιδια την ψυχαναλυτικη ερμηνεια, αν την εννοησουμε ευρυτερα ως απαντηση στα "γιατι;" στα "απο που;", στα "πως;" και στα "προς τι;". Θυμιζω οτι ηδη οροι οπως π.χ. "απωθηση", "μεταβιβαση" δεν ονομαζουν φαινομενα της εμπειριας αλλα διαδικασιες, απο τις οποιες θεωρειται οτι τα φαινομενα προκυπτουν: το ξεχασμα ως αποτελεσμα μιας διαδικασιας απωθησης στο ασυνειδητο, η σχεση του αναλυομενου με τον αναλυτη του ως αποτελεσμα μιας διαδικασιας μεταβιβασης συναισθηματων, π.χ. απο εναν γονεα προς αυτον.
Στην επιστημη τα εμπειρικα δεδομενα δινουν την θεση τους στην επιστημονικη τους παρασταση, οπως π.χ. η εικονα του ηλιου, που διαγραφει την τροχια του πανω απο την ακινητη γη, υποχωρει εμπρος στην παρασταση της αστρονομιας, με την δικη της εικονα του ηλιακου μας συστηματος. Κατι αναλογο, σιγουρα οχι τοσο εδραιωμενο, ομως φιλοδοξωντας να παρασχει μια επιστημονικη θεση, επιχειρει και η ψυχαναλυση. Γραφει ο Freud:
Κατα την αποψη μας τα αντιληπτα φαινομενα πρεπει να υποχωρουν εμπρος στις ορμες, τις οποιες απλως υποθετουμε.
Ποιο ειναι εδω το προβληματικο; Η γνωση αποτελει μια μονο σχεση με τα πραγματα, με τους αλλους, με τον εαυτο. Και οχι καν την πηγαια. Ομως η ιδια η ασκηση της ψυχαναλυσης, η ζωντανη ψυχαναλυτικη συναντηση, δεν στριμωχνεται σε επιστημονικες στενωπους. Καθοριζεται απο τον λεγομενο "βασικο κανονα", δηλαδη την ζητουμενη ελευθερια του αναλυομενου να εκφραζει τα παντα, και την λεγομενη "ελευθερα μετεωρη προσοχη" του αναλυτη, δηλαδη ενα ακουσμα και μια ανταποκριση που δεν ειναι εστιασμενη αλλα μπορει να προσεγγιζει τα ερωτηματα με μια ευρυχωρια, ας το πω ετσι, μεσω Αυστραλιας. Η ψυχαναλυτικη συναντηση ειναι μια συναντηση ανοιχτη για τα παντα. Ειναι πηγαια συναντηση. Η γνωστικη οπτικη μενει πολυ πισω. Δεν φτανει σ' αυτην την πηγη.
Πιο κοντα στην πηγη βρισκονται τα λιγοστα κειμενα του Freud που ειναι γνωστα ως "Κειμενα για την θεραπευτικη τεχνικη". Αυτα ειναι σε μεγαλο βαθμο ελευθερα απο την θεωρια. Μια γερμανικη αποστροφη λεει πως Καθολικοι και Προτεσταντες εχουν διαφορες οσο ειναι εξω απο την εκκλησια. Τα πραγματα ειναι αλλιως οταν βρισκονται μεσα στην εκκλησια και προσευχονται. Και ο Sándor Radó απο την εταιρεια του Βερολινου ελεγε: "Οταν η θεωρια βαραινει περισσοτερο απο τα γεγονοτα, τοτε η επιστημη γινεται ζητημα γνωμης και οι διαφορες μετασχηματιζονται σε μαχη θελησεων."
Ισως απο εδω λοιπον, δηλαδη οχι απο τον τοπο της θεολογιας και της καθηλωσης σε δογματα αλλα απο τον τοπο της προσευχης, οχι απο τον τοπο των επιστημονικων παραστασεων αλλα απο τον τοπο των γεγονοτων θα μπορουσαν να προκυψουν προοπτικες για ενα μελλον της ψυχαναλυσης.
Το θεμα δεν τελειωνει εδω. Το ερωτημα του Makari ηταν: "Πως μπορει κανεις να σταθεροποιησει μια θεωρια της υποκειμενικοτητας;". Ομως πριν απ' αυτο θα μπορουσε κανεις να ρωτησει: Εξαντλειται καν ο ανθρωπος στην υποκειμενικοτητα;
Το φθινοπωρο του 1895 ο Freud εχει μια συναντηση με τον ωτορινολαρυγγολογο Wilhelm Fliess, "confidant" του, οπως τον χαρακτηριζει ο Makari, "φιλο εξ απορρητων". Ηδη στο τραινο της επιστροφης ο Freud, σε εναν πυρετο δημιουργιας, γραφει τα δυο πρωτα κεφαλαια απο ενα κειμενο με τον τιτλο "Σχεδιο μιας ψυχολογιας" . Σε μια παραγραφο του δευτερου κεφαλαιου γραφει: "Ας υποθεσουμε οτι το αντικειμενο, το οποιο παρεχει η αντιληψη, ειναι παρομοιο με το υποκειμενο, ενας δευτερος ανθρωπος." Το, οπως το αποκαλει, "συμπλεγμα του δευτερου ανθρωπου", χωριζεται σε δυο συστατικα μερη. Το ενα ειναι "αυτο που μπορει να κατανοηθει, δηλ. να αναχθει σε μια ειδηση απο το δικο μου σωμα". Αυτο το συστατικο του δευτερου ανθρωπου τον φανερωνει σαν παρομοιο με εμενα, καθως οι χειρονομιες του συνδεονται συνειρμικα με μνημες απο κινησεις του δικου μου σωματος, οι κραυγες του απο δικα μου βιωματα πονου. Αυτο το συστατικο του δευτερου ανθρωπου ειναι κατανοητο. Εχει νοημα. Επιτρεπει μια σχεση μαζι του. Συγκροτει ο,τι ο Makari αποκαλει "υποκειμενικοτητα".
Κι ερχομαστε στο αλλο συστατικο μερος του δευτερου ανθρωπου. Εδω ο Freud αναφερεται στα "χαρακτηριστικα του", π.χ. στην εμφανιση του. Αυτα ειναι "νεα και μη συγκρισιμα", δηλαδη δεν μου παρεχουν κανεναν συνειρμο, καμια "ειδηση", δεν υπαρχει τιποτα το αναλογο τους σ' εμενα, δεν εχουν νοημα, μενουν ακινητα και απροσιτα, "με σταθερη δομη", οπως γραφει. Αυτο το συστατικο μερος του δευτερου ανθρωπου, συνεχιζει ο Freud, "εντυπωσιαζει". Ακολουθει μια ωραια εκφραση για τον δευτερο ανθρωπο που θα μπορουσε να αποδοθει καπως ετσι: "μενει συμπυκνωμενος στον εαυτο του, σαν πραγμα." .
Ο δευτερος ανθρωπος λοιπον δεν εξαντλειται στην υποκειμενικοτητα του, στο κατανοησιμο και ενσυναισθητο μερος του. Προβαλλει και ως πραγμα, απροσιτο και ακατανοητο στην ενικοτητα των χαρακτηριστικων του, τοσο μακρινο και τοσο κοντινο, και ακριβως ως πραγμα ειναι που εντυπωσιαζει, που, με μια εκφραση του Jean Baudrillard, σαγηνευει. Το κατανοητο δεν εντυπωσιαζει.
Ο ανθρωπος ως πραγμα μενει απροσιτος στην γνωση. Καμια επιστημη δεν μπορει να τον συλλαβει. Ισως αυτος ειναι ο λογος που ο επιστημονας Freud, ηδη μετα απο δυο μηνες, βρισκει το "Σχεδιο μιας ψυχολογιας" αδιεξοδο, και γραφει στον Fliess: "Την πνευματικη κατασταση, στην οποια επωασα την Ψυχολογια, δεν την καταλαβαινω πια." Σαν να την ειχε γραψει ενας αλλος, που χαθηκε.
Εδω δεν μπορω να επεκταθω περισσοτερο. Ας αρκεσει το οτι αυτος ο ανθρωπος-πραγμα δεν ειναι τερατογενεση της σκεψης του Freud, οπως κατεληξε να το βλεπει ο ιδιος. Βρισκεται σε αγαστη συνυπαρξη με πολλες αλλες μορφες που εχουν αποβαλλει την υποκειμενικοτητα, στην φιλοσοφια, στην ποιηση και στην τεχνη, ειδωλα μας .
Ο Freud, στην "Αυτοπαρουσιαση" του απο το 1936, γραφει σχετικα με τις "αυθεντιες" που συναναστραφηκε: "Μου ειχαν πει περισσοτερα απ' ο,τι οι ιδιοι γνωριζαν και ηταν προθυμοι να εκπροσωπησουν." Τουτο θα μπορουσε να ισχυει και για πραγματα που ειπε ο ιδιος.
[Απο το Στον κηπο του Wittgenstein]

Οι φιλοσοφοι ανηκουν σ' εκεινους που πρωτοι διακρινουν σημαδια μιας επερχομενης εποχης, και την εκφραζουν, δηλαδη ανοιγουν δρομους προς τις νεες μορφες. Τον 20ο αιωνα, προπαντων με το εργο των Ludwig Wittgenstein και Martin Heidegger ξεκινα το τελος της εσωτερικοτητας.

Στην ψυχοθεραπεια η νεα εποχη εκδηλωνεται με την παραιτηση απο καθε αναζητηση νοηματος και απο καθε ερμηνεια. Η ακραια μορφη αυτης της εξελιξης οδηγει στο life coaching: προπονουμαι για την ζωη οπως προπονουμαι για αγωνα μπασκετ. Αυτη, η χυδαια εκδοχη της εξωτερικοτητας, ειναι πλεον κυριαρχη. Η ψυχαναλυση ακολουθησε την νεα εποχη συντηρητικα, καθως τα περι ασυνειδητου δεν εχουν μεν την παλια βαρυτητα, ωστοσο βασικα συνεχιζει να κινειται σε παρωχημενους ορους εσωτερικοτητας.

Θα ηταν ενα ζητουμενο της ψυχοθεραπειας να λυθει τοσο απο την ψυχη και τα βαθη της και την αναλυση και την ερμηνεια τους, οσο και απο το σημερινο αφασικο πλασμα το ρυθμισμενο σε μακροεντολες για το know-how της ζωης. Ζητουμενο θα ηταν μια ψυχοθεραπεια που θα πετουσε απο πανω της το πρωτο συνθετικο της, ισως και το δευτερο, και θα ανοιγονταν για ενα σερφαρισμα στις, οπως τις ονομαζει ο Jean Baudrillard, "αβυσσους της επιφανειας".
Γραφειο τελετων, οπως γραφειο μεταφορων. Το αμπαλαρισμα του επιπλου και το ντυσιμο του πτωματος. Η ρουτινα, η μεθοδικοτητα, η διαδικασια αναμεσα στην αποβιωση και την ταφη. Τα μετρημενα λογια, τιποτα λιγοτερο και τιποτα περισσοτερο απ' οσο χρειαζεται για να προχωρησει η δουλεια. Και παραδιπλα το τελετουργικο της εκκλησιας, υπερκορο σημασιων και νοηματων. Ομως αυτοι εχουν το προσταγμα. Ειναι οι αφανεις πρωταγωνιστες της υποθεσης. Και ολα τοσο εξωστρεφη. Θαβεις καποιον οπως φυτευεις πατατες.
Η σαγηνη της απλοτητας, της απουσιας νοηματος και συναισθηματων. Ο θανατος, τοσο καθημερινος και τοσο φυσικος. Μπορεις να πεθανεις αυριο και δεν εγινε τιποτα.


Moki

Να, πως μπορει και το μολυσμενο περιβαλλον να προβαλλει ποιητικο. Να "αισθηματοποιειται" (Καβαφης)

[Ομιλια στην διημερίδα «Η ερμηνεία στη θεραπεία», Ασκληπιείον Άνω Βόλου, 2004]                        PDF

Υπηρξαν στη ζωη μου καποιες στιγμες που, οπως λεμε, «εγραψαν» - με συγκινησαν, με σημαδεψαν, πηραν μια μονιμη θεση στον κοσμο, τον στιγματισαν. Αρχικα και για μεγαλο διαστημα παρεμεναν βουβες. Επιμονες και αμετακινητες.
Τα τελευταια χρονια λοιπον μου συμβαινει κατι πρωτογνωρο: Τυχαινει καποτε να εχω μια αναλαμπη. Και ανακαλυπτω, οπως συμβαινει σε μερικα ονειρα, οτι ο κοσμος εχει μεταβληθει. Τοτε καποια απ' αυτες τις αλλοτινες στιγμες ανασαλευει. Αποκτα πλεον μια επισημη θεση στον κοσμο. Γινεται οικεια, μπορω και συνομιλω μαζι της.
Το ονομα που μου ηρθε γι' αυτες τις εμπειριες, δεν ξερω πως κι απο που, ηταν «γεραματα».
Η στιγμη τωρα με την οποια τουτη η ομιλια δοκιμαζει να συνομιλησει ηρθε πριν απο καπου σαραντα χρονια οταν διαβασα τους παρακατω στιχους απο το ποιημα του Γιωργου Σεφερη «Τελευταιος Σταθμος»:
Κι α σου μιλω με παραμυθια και παραβολες
ειναι γιατι τ' ακους γλυκοτερα,
κι η φρικη δεν κουβεντιαζεται γιατι ειναι ζωντανη
γιατι ειναι αμιλητη και προχωραει
·

Στην απορια αυτων των στιχων, μη με ρωτατε γιατι, συγκαταλεχθηκαν και λιγες φρασεις απο το δοκιμιο του ιδιου ποιητη με τον τιτλο Παντα πληρη θεων. Σας τις διαβαζω:
Οσο για τους ναους, αν ενας πολυ στενος μου φιλος γυρευε να τους προσεγγισει με τη συντροφια παλαιων κειμενων, θα τολμουσα να τον συμβουλεψω να εξοικειωθει με κειμενα που τον φερνουν προς αυτους απο δρομους πλαγιους, οχι με αμεσες περιγραφες. [...] Να προτιμησει αυτη την ευρυχωρια. Κι αν ο πολυ στενος μου φιλος επιμενει να ειμαι πιο συγκεκριμενος, θα του ελεγα οτι τουτες τις μερες που εγραφα τις παρουσες σελιδες ειχα στο νου τους στιχους του Ομηρου για τις πενηντα βαγιες στο παλατι του Αλκινοου [...]- τοσο απομακρος ημουν.
Εκεινα τα χρονια οι λογοι του Σεφερη δεν ειχαν ουσιαστικη θεση στον κοσμο μου. Σ' αυτον το δομημενο με τις παραστασεις της επιστημονικης σκεψης που μου εντυπωθηκαν στο σχολειο και στα αμφιθεατρα της Ιατρικης, αλλα και στις πρωτες μου περιδιαβασεις σε ψυχιατρικα και ψυχαναλυτικα κειμενα, σ' αυτον τον κοσμο λοιπον ισχυε το δογμα πως ολα «κουβεντιαζονται», εξηγουνται κι ερμηνευονται, καθως για ολα υπαρχει ενα «γιατι», και πως για καθε «απομακρο» υπαρχει μια υποσυνειδητη συνδεση και συσχετιση.
Και παλι εκεινοι οι λογοι ειχαν αρκετη δυναμη για να μην μπορω και να τους απορριψω. Ετσι εγινε κι εμειναν αποριες. Σκοτωματα στο οπτικο πεδιο του νεαρου επιστημονα.
Και ηδη καθως γραφω κι εξιστορω το τι εγινε και τελικα εφτασα να κατοικω εναν κοσμο οπου τα «παραμυθια» και οι «παραβολες» εχουν τοπο, οπου καποτε υπαρχει «ευρυχωρια» και μπορω να ειμαι, με την παραπανω εννοια, «απομακρος», εχω προς στιγμη την ταση να σας εκθεσω αυτην τη μεταβολη σαν μια διαδικασια, σαν να υπηρχε μια συνεχεια που οδηγησε απο το ενα στο αλλο.
Κυριες και κυριοι, τετοια συνεχεια δεν υπηρξε ποτε! Χωρις να το καταλαβω, καποτε αντιληφθηκα πως ειμαι πλεον αλλου και πως το παρελθον εχει γινει ενα «μια φορα κι εναν καιρο...», σαν παραμυθι. Μηπως ειμαι κι εγω ο ιδιος παραβολη; Και τωρα που τα λεω αυτα βλεπω αχνα ενα αλλο σκοτωμα να φωτιζεται. Ειναι ενα μικρο κειμενο του Kafka με τιτλο Για τις παραβολες. Σας το μεταφραζω:
Πολλοι παραπονιουνται πως οι λεξεις των σοφων ειναι παντα και μονο παραβολες, ομως ανεφαρμοστες στην καθημερινη ζωη κι εμεις αυτην εχουμε μονο. Οταν ο σοφος λεει «Περνα απεναντι», μ' αυτο δεν εννοει οτι κανεις πρεπει να περασει στην αλλη πλευρα του δρομου, κατι που κανεις θα μπορουσε και να το κανει αν αξιζε το αποτελεσμα, αλλα εννοει ενα καποιο μυθικο απεναντι, κατι που δεν γνωριζουμε, που ουτε κι απ' αυτον μπορει να προσδιοριστει περισσοτερο και που επομενως εδω δεν μπορει να μας βοηθησει καθολου. Ολες αυτες οι παραβολες το μονο που τελικα θελουν να πουν ειναι πως το ασυλληπτο ειναι ασυλληπτο, κι αυτο το ξεραμε. Ομως αυτα που καθημερινα μας παιδευουν ειναι αλλα πραγματα.
Οπου ενας ειπε: «Γιατι αμυνεστε; Αν ακολουθουσατε τις παραβολες, τοτε θα ειχατε γινει παραβολες οι ιδιοι, κι ετσι θα ειχατε απαλλαγει απο τους καθημερινους κοπους».
Ενας αλλος ειπε: «Παω στοιχημα πως κι αυτο ειναι παραβολη».
O πρωτος ειπε: «Κερδισες».
O δευτερος ειπε: «Ομως δυστυχως στην παραβολη μονο».
O πρωτος ειπε: «Οχι, στην πραγματικοτητα. Στην παραβολη εχασες».

O δευτερος κερδισε στην πραγματικοτητα, καθως μονο μεσα απο την πραγματικοτητα μπορει να πει «Παω στοιχημα πως κι αυτο ειναι παραβολη». Αυτος που εχει γινει παραβολη ο ιδιος ποτε δεν θα μιλησει για παραβολη, οπως, συμφωνα μ' ενα παραδειγμα του Wittgenstein, ενα γραμμοφωνο ποτε δεν θα πει «Ειμαι μονο ενα μηχανημα».
Κυριες και κυριοι, αυτοι ειμαστε, «πραγματικοτητα» και «παραβολη». Σ' αυτο το αδηλο «και» δηλωνεται η «ευρυχωρια», δηλαδη το «απομακρο» του Σεφερη, σ' αυτο κερδιζεται και χανεται το στοιχημα μιας ζωης. Ο Hölderlin το αναφερει ως εξης: «Με την αξια του και ομως ποιητικα κατοικει ο ανθρωπος πανω σ' αυτην τη γη».
Και τι γινεται με την ψυχοθεραπεια; Μηπως την αφορουν μονο «αυτα που καθημερινα μας παιδευουν» (Kafka) και που ειναι «αλλα πραγματα»; Η μηπως τα «προβληματα» ανακυπτουν και υφιστανται ακριβως οταν ειμαστε τυφλοι για το «ασυλληπτο»; Μηπως, απο τη στιγμη που θα δει τις καταστασεις που ονομαζονται «προβληματα» σ' ενα, αναφερω την εκφραση οπως τη χρησιμοποιει ο Wittgenstein, «αλλο φως», διαλυονται και χανονται σαν τη ζαχαρη στο νερο; Μηπως το «Περνα απεναντι» ποτε δεν αρχιζει και ποτε δεν τελειωνει στο κρασπεδο του πεζοδρομιου αλλα μιλα συγχρονως και παντα, εστω αρρητα και αγνωρα, για κατι το «μυθικο»; Τις μερες που ετοιμαζα την ομιλια ενας αντρας παραπονεθηκε πως τον τελευταιο χρονο παχυνε, καθως τον πιανουν κρισεις βουλιμιας. Του ζητω να μου περιγραψει μια προσφατη. Λεει:
- Το απογεμα κατεβασα δεκα κομματια αποξηραμενο ανανα.
Του απαντω:
- Αν αυτη η, ας την πουμε, «δοσοληψια» με τον ανανα γινοταν σε γλωσσικο επιπεδο, τι θα λεγονταν μεταξυ σας; Τι θα σας ελεγε ο ανανας; Τι θα του λεγατε;
Ο αντρας, που τυχαινει να ειναι και ψυχιατρος, οταν μιλησε για τα κομματια του ανανα που κατεβασε, ειχε προσθεσει πως αυτο οφειλεται στην απογοητευση απο εναν στενο συγγενη του. Εκανε μια συνδεση των βουλιμικων του κρισεων με συναισθηματα που τον παιδευουν. Εκανε ενα ειδος ερμηνειας.
Η ερωτηση μου δεν επιδιωκει καποια συνδεση, δεν υπεισερχεται στη δικη του, δεν αποσκοπει σε καποια «καλυτερη». Αφηνει τη βουλιμια του να ερθει σ' ενα αλλο φως.
Ποια ειναι η διαφορα;
Πρωτον. Ο,τι αυτος χαρακτηρισε ως ενδοψυχικη διαδικασια, οπου ενα συναισθημα μεσα απο διαφορους μηχανισμους εκδηλωνεται ως βουλιμια, στην ερωτηση μου προς αυτον γινεται μια συνομιλια με τον ανανα ως ενα αλλο, ως ενα, κι εδω ερχεται μια λεξη του ποιητη Paul Celan, «απεναντι», μια συνομιλια που διαμειβεται οχι μεσα του αλλα στον κοινο κοσμο.
Δευτερον. Σ' αυτο το αλλο φως, το βουλιμικο επεισοδιο παιρνει μια διασταση, για να χρησιμοποιησω τη λεξη του Kafka, «μυθικη»: αντρας και ανανας μιλουν μεταξυ τους.
Τριτον. Αν επεδιωκα μια ερμηνευτικη συνδεση, θα το εκανα, περα και πριν απο καθε στοιχειο «ενσυναισθησης», μεσα απο την πιστη σε μια θεωρια που λεει πως βουλιμια κι απογοητευση συσχετιζονται. Λεω «πιστη» γιατι μια τετοια συσχετιση ουτε να αποδειχθει μπορει ουτε και να απορριφθει. Μια τετοια πιστη δεν εχει κανενα νοημα - ειναι α-νοητη (Wittgenstein). Και φυσικα η αντιδραση του πελατη, παρα το συχνα λεγομενο, δεν ειναι κριτηριο - κατω απο ορισμενες συνθηκες, οχι και τοσο σπανιες, κανεις μπορει να συμφωνησει ακομα και πως πεταει ο γαιδαρος.
Τεταρτον και κυριο. Η προσφυγη στην ερμηνεια ερχεται, ειπα, μεσα απο την πιστη σε μια θεωρια που λεει πως βουλιμια κι απογοητευση συσχετιζονται. Ομως η πραξη της συσχετισης ειναι πραξη σκεψης. Θα σκεπτομουν. Την ερωτηση που εκανα δεν τη σκεφτηκα. Μου ηρθε. Και μου χαρισε μια «ευρυχωρια» που μου επετρεψε να την πω μ' εναν τονο αναλαφρο, σχεδον σαν να του 'λεγα: «Ελα τωρα να παιξουμε!».
Στο αλλο φως, στο οποιο η ερωτηση μου μετεθεσε το βουλιμικο επεισοδιο του αντρα, δεν ανηκει μονο η λεκτικη της διατυπωση, αλλα προπαντων αυτο το αναλαφρο, ο χαρακτηρας του παιχνιδιου. Ειναι το καλεσμα που συναντησαμε ηδη «να γινει ο ιδιος παραβολη».
Με την απομακρυνση προς την «ευρυχωρια» της παραβολης δεν απομακρυνομαστε απο το βουλιμικο επεισοδιο, απο τον αντρα που κατεβαζει το ενα κομματι ανανα μετα το αλλο, οπως συμβαινει οταν το συσχετιζουμε, π.χ., με την απογοητευση του κι επικεντρωνομαστε πλεον σ' αυτην, αλλα το πλησιαζουμε.
Και γιατι πρεπει, για να πλησιασουμε κατι, να γινομαστε κατα εναν τετοιο τροπο απομακροι; O Θρασυβουλος Γεωργιαδης, ιστορικος της μουσικης και για μενα ενας απο τους σημαντικοτερους νοητες του 20ου αιωνα, γραφει στον προλογο ενος βιβλιου του:
Η διαφορετικοτητα της μεθοδου μου αναγνωριζεται ηδη εκ του οτι η παρουσιαση δειχνει μια προτιμηση στη χρηση αναλογιων (μεταφορες, εικονες). Ομως μια αναλογια δεν ειναι αποδειξη· το μονο που μπορει, ειναι να παραπεμπει στο μη αποδειξιμο και ομως εμφανες ενος πραγματος, ενος φαινομενου, ενος δεδομενου· μπορει απλα να βοηθησει να δουμε το φαινομενο.
Θα το πω αξιωματικα: Τα ουσιαστικα πραγματα, και η δουλεια μας των θεραπευτων με ουσιαστικα πραγματα εχει να κανει, δεν κατανοουνται, δεν εξηγουνται, δεν αποδεικνυονται. Φαινονται, και μαλιστα τοτε οταν ερθουν σ' ενα αλλο φως. Ειναι οπως, κι εδω ανακαλω τον καιρο που ημουν υποβοηθος στο εργαστηριο της Ανατομιας, ειναι οπως οταν κατω απο το μικροσκοπιο στον αδιαφοροποιητο ιστο προστεθει μια χρωστικη ουσια και τοτε διαγραφονται κυτταρα προηγουμενως αθεατα.
Στο θεραπευτικο μας στιγμιοτυπο μειναμε κει που ρωτησα τον αντρα:
- Αν αυτη η, ας την πουμε, «δοσοληψια» με τον ανανα γινοταν σε γλωσσικο επιπεδο, τι θα λεγονταν μεταξυ σας; Τι θα σας ελεγε ο ανανας; Τι θα του λεγατε;
Η απαντηση του ηταν:
- Ο ανανας θα μου ελεγε: «Ειμαι γλυκος!».
Εγω:
- Θα σας προσφερονταν;
Αυτος:
-Ναι.
Εγω:
- Το εχετε ζησει, καποιος να σας προσφερεται;
Κανεις θα ετεινε να αντιληφθει τα λογια του ανανα μεταφορικα και να υποθεσει οτι εδω εχουμε να κανουμε με εναν ανθρωπομορφισμο οπου ο ανανας παρασταινεται σαν ανθρωπος που προσφερεται στον αντρα, κατι που τελικα βοηθα τον θεραπευτη να το παει εκει που καιει, στο οτι, π.χ., η μητερα κι ο πατερας του δεν του προσφερθηκαν αληθινα ποτε. Τοτε η ιστορια με τον ανανα θα ηταν ενα κολπο του θεραπευτη, μια μικρη απατη με «καλο σκοπο».
Πρωτον, απο κολπα και μικροαπατες, που πολλες φορες κρυβονται πισω απο το μανδυα της «τεχνικης», τιποτα καλο δεν προκυπτει.
Δευτερον, αν ο ανανας ηταν ανθρωπομορφιζουσα μεταφορα, τοτε θα παρασταινονταν σαν ανθρωπος, θα χανονταν καθε «ευρυχωρια» και φυσικα δεν θα μπορουσε να γινει λογος για «αλλο φως» και το «παρα-» της παραβολης θα ηταν τελικα ψεμα.
Αν λοιπον ανανας και ανθρωπος διατηρουν τη διαφορα τους, πως ειναι δυνατο να παραβαλλονται μεταξυ τους; Να συνερχονται σε μια σχεση, καλυτερα, σε μια συναψη, αυτην της παραβολης;
Για τη δυνατοτητα μιας μη ανθρωπομορφιστικης εννοησης του λεγομενου «μεταφορικου λογου», για τη δυνατοτητα δηλαδη στη «μεταφορα» να μην μεταφερεται τιποτα αλλα τα δυο μερη να αντιπαραβαλλονται, και ετσι μονο να αποληγουν στη μεταξυ τους εγγυτητα, σταθηκε για μενα αποφασιστικη η ερμηνεια απο τον Heidegger ενος ποιηματος στο οποιο δεν αναφερεται μεν καποιος ανανας αλλα ο ηλιος, που εμφανιζεται σαν αγροτισσα. Γραφει ο Heidegger:
Ποιος θα το αμφισβητουσε οτι εδω [...] ο ηλιος παρομοιαζεται με τη μητρικη αγροτισσα; Η μηπως, αντιθετα, η ουσια της αγροτισσας και της μητερας εμφανιζεται στη μεγαλη ουρανια εικονα του ηλιου; Μηπως λοιπον εδω απλως παρομοιαζεται το ενα με το αλλο; Ενδεχομενως το ποιημα δεν μιλα με μια παρομοιωση αλλα με μιαν ομοιωση. Ομοιος [μεσα απο την ετυμολογια της γερμανικης λεξης «gleich», «gelich», «ge-lich»] θα πει περισυλλεγμενος στην αυτη μορφη.
Ομως ποια ειναι στο ποιημα η αυτη μορφη; Ο ηλιος, η η αγροτισσα; Η μηπως το αυτο στο οποιο η ουσια των δυο συμφερεται δεν ειναι ουτε ο ουρανος (ηλιος) καθαυτον ουτε η γη και οι ανθρωποι καθαυτους; Το αυτο στο οποιο ηλιος και αγροτισσα παρ-αγονται ποιητικα δεν ειναι αραγε πραγματι η συνηχηση εκεινης της συνολης περιοχης μεσα απο την οποια μιλα το ποιημα; Γι' αυτο και ο ηλιος ισως δεν προσωποποιειται και δεν υποκειται στον ανθρωπομορφισμο. Διοτι, ετσι πρεπει επιτελους να ερωτησουμε, τι θα πει σ' αυτον τον βεβιασμενο λογο περι προσωποποιησης και ανθρωπομορφισμου το ονομα «ανθρωπος»; Δεν ειναι εκεινος ο οποιος εκ φυσεως παραμενει αρμοσμενος σ' εκεινη την περιοχη που φανερωνεται στο μορφωμα του ποιηματος;

Την «περιοχη», στην οποια ο Heidegger αναφερεται, δεν μπορουμε να τη συζητησουμε διεξοδικα. Ας συγκρατησουμε μονο οτι ο ανθρωπος ως αρμοσμενος σ' εκεινη την περιοχη δεν ειναι πρωτιστα ενα υποστασιοποιημενο ον, δεν ειναι υποκειμενο, οργανισμος, ψυχικο οργανο και τα συναφη, και ο ανανας, συμπληρωνω, δεν ειναι πρωτα καρπος και αντικειμενο της γεωπονιας και του εμποριου και διατροφικο ειδος. Αν ηταν ετσι, τοτε ανθρωπος και ανανας δεν θα ειχαν τιποτα το κοινο και η φραση μου προς τον αντρα θα ειχε νοημα μονο εαν ο ανανας «προσωποποιουνταν».
O Heidegger υποδεικνυει τη δυνατοτητα αντρα και ανανα να συναρμοζονται στην αυτη μορφη, στο ταυτοσημο της οποιας συνηχει εκεινη η αινιγματικη «συνολη περιοχη». Ανανας και αντρας δεν ειναι το ιδιο, ομως αρμοζονται στο αυτο. Μονον ετσι γινεται και συνομιλουν κι ο ανανας του προσφερεται με τα λογια «Ειμαι γλυκος!».
Απο μια αποψη ακολουθωντας τον Heidegger, απο μιαν αλλη τον Wittgenstein, θα ελεγα οτι ενα ονομα γι' αυτην την περιοχη ειναι η λεξη «παιχνιδι». Τη συναντησαμε ηδη οταν εκανα λογο για την «ευρυχωρια» και τον αναλαφρο τονο με τον οποιο αποτανθηκα στον αντρα.
Το οτι ο ανανας μπορει να μιλαει, να λεει κατι στον αντρα, δεν ειναι τοσο περιεργο οσο εκ πρωτης οψεως φαινεται. Εχει τον τοπο του, π.χ., στα παραμυθια, στα δημοτικα μας τραγουδια -θυμηθειτε το «τρια πουλακια καθονται...»-, στον κοσμο των παιδιων.
Στην ενηλικιωση το παιδι δεν μενει πισω. Αντιθετα, γινεται περισσοτερο παιδι, γιατι τωρα, εναντια στην πιεστικοτητα (Kafka) των «αλλων πραγματων...για τα οποια κοπιαζουμε καθε μερα», πρεπει να κερδηθει απο την αρχη. Εδω το παιχνιδι δεν ειναι μια δραστηριοτητα του ανθρωπου αλλα ο τροπος με τον οποιο στα παιδικα και στα εσαει παιδικα ματια δειχνονται ολα τα πραγματα.
Και γιατι «πρεπει» ο κοσμος σαν παιχνιδι να ξανακερδηθει; Να σωθει; Διοτι αυτο το παιχνιδι ειναι δεσμευτικο: Δεν το παιζουμε αλλα ειμαστε εμεις καθαυτους παικτες του κατοικωντας αυτον τον κοσμο επανω στη γη και κατω απο τον ουρανο. Και μ' αυτο δεν λεγεται τιποτα διαφορετικο απο τη φραση του Kafka πως ειμαστε παραβολη. Και τιποτα διαφορετικο απο ενα λογο του Γεωργιαδη για την «ιδιομορφια της ελληνικης πραγματικοτητας, του ελληνικου νου»: «αφενος το απιστευτα φωτεινο, καθαρο, αξιοθαυμαστα λογικα ακριβες, αφετερου το "ονειρο"».
Και τιποτα διαφορετικο απο τη φραση του Hölderlin που ηδη ακουσαμε: «Με την αξια του και ομως ποιητικα κατοικει ο ανθρωπος επανω σ' αυτην τη γη».
Επειδη το παιχνιδι αυτο καποτε διαπερνα και διαμορφωνει και καθοριζει τα παντα, ο αντρας κι ο ανανας μπορουν να συνομιλουν, ο ανανας μπορει να του μιλα και να του προσφερεται.
Ενας δασκαλος μου, ο Medard Boss, ελεγε, θυμαμαι, σ' ενα σεμιναριο πως ο ισκιος του δεντρου ειναι μεν απο την αποψη της οπτικης φυσικο φαινομενο, ομως απο μιαν αλλη αποψη ισως, ειχε συμπληρωσει με τη συστολη που αρμοζει οταν λεγεται κατι καιριο, ισως το δεντρο χαριζει τον ισκιο του. Κι αυτην τη χαρη μονο σαν παιχνιδι κανεις μπορει να την εννοησει.
Ενα παραδειγμα ακομα. Μπορουμε να πουμε οτι σ' εναν ποδοσφαιρικο αγωνα παιζουν δυο ομαδες, με παικτες που διακρινονται η οχι, με τα γκολ, νικες και ηττες, με οπαδους που τα ζουν ολ' αυτα με τον δικο τους τροπο, κι ακομα, οταν προκειται για μεγαλες ομαδες, με σημαντικες οικονομικες, πολιτικες προεκτασεις κτλ.
Θελει μονο ενα αλλο φως για να δειχτει ο ποδοσφαιρικος αγωνας σαν τελετουργια για χαρη της μπαλας, της «στρογγυλης θεας», η χαρη της οποιας προσφερεται, οπως καλη ωρα ο ανανας κι ο ισκιος του δεντρου, σ' αυτους που ειναι δεκτικοι και ανταποκρισιμοι σε μια τετοια χαρη - που εχουν αυτο το χαρισμα.
Το ετσι εννοουμενο παιχνιδι ειναι η ανταποκριση στη χαρη, ειναι το εμπρακτο «ευ-χαριστω».
Στην πραξη της ευχαριστιας μπαλα και δεντρο και ανανας γινονται οικεια, συναπαρτιζουν την οικοσκευη της αλλης, της «ποιητικης κατοικησης» του ανθρωπου «επανω σ' αυτην τη γη». Υπαρχει η χαρα - οχι το «συναισθημα», οχι το μισο που το αλλο μισο του θα ηταν η λυπη, αλλα η ανασα της εμπρακτης ευχαριστιας, ο χαιρετισμος αυτου που με τη χαρη του χαρισε και παλι εναν κοσμο φιλοξενο.
Κυριο χαρακτηριστικο του ειναι οτι ο ανθρωπος δεν αποτελει θεμα. Ενας στιχος απο το ποιημα του Σεφερη «Φωτιες του Αϊ-Γιαννη» λεει: «Μηπως εγινε ποτες φωτια που να μην την αναψε καποιο παιδι, ω Ηροστρατε;»
Κατα την παραδοση, τον 4ο αιωνα π.Χ. ο Ηροστρατος εβαλε φωτια στο ναο της Αρτεμιδας στην Εφεσο για ν' απαθανατισει το ονομα του. Στο ποιημα η πραξη του φανταζει σ' ενα αλλο φως. Ειναι το παιχνιδι ενος παιδιου που συνεπαιρνεται απο τη μαγεια της φωτιας.
Στο θεραπευτικο μας στιγμιοτυπο, στην ερμηνεια του ψυχιατρου το θεμα επισης ειναι αυτος: η απογοητευση του, οι ματαιωμενες αναγκες του, η φυγη στο υποκαταστατο της βουλιμικης του ικανοποιησης.
Στο αλλο φως ειναι το εμπρακτο «Ναι!» στο «Ειμαι γλυκος!» του ανανα που του προσφερεται, ακριβως οπως καθε τι μπορει να μιλησει στα παιδικα αυτια και ματια και χερια και να πει «Ειμαι φωτια!» - και να γινει φωτια.
Προηγουμενως μιλησα για το α-νοητο της πιστης σε μια θεωρια που λεει πως βουλιμια κι απογοητευση συσχετιζονται. Και παλι η τελευταια μου ερωτηση στον ψυχιατρο ηταν:
- Το εχετε ζησει, καποιος να σας προσφερεται;
Φυσικα περιμενα, οπως κι εγινε, να απαντησει αρνητικα. Δεν το ειχε ζησει, ουτε με τους γονεις του ουτε αργοτερα. Η προσφορα της χαρης, ακομα και σαν ενα απλο χατηρι, του ηταν μια ξενη γλωσσα. Ηξερε να ειναι δεκτικος μονο γι' αυτο που μπορουσε να εξαγοραζει.
Ομως αυτην την απαντηση δεν την περιμενα ως το αιτιο που προκαλεσε τη βουλιμικη συμπεριφορα. Την περιμενα διοτι η προσφορα του ανανα ειναι υπερ-προσφορα. Ειναι υπερβολη. Ξεπερνα το μετρο. Ποιο μετρο; Το μετρο πεινας και χορτασης οπου ο ανανας στην πεινα προσφερεται και στη χορταση αποσυρεται.
Την υπερβολη ως υπερβαση του μετρου οι αρχαιοι την ονομαζαν «υβριν». Και υπαρχει ενας νομος που διατυπωνεται στον Αγαμεμνονα του Αισχυλου και λεει: «φιλει δε τικτειν υβρις μεν παλαια νεαζουσαν εν κακοις βροτων υβριν». (Η παλαια υβρη εχει την ταση να γεννα νεα υβρη στους θνητους και να προξενει νεα κακα).
Την υβρη παλι δεν πρεπει να την παραστησουμε ουτε χριστιανικα σαν αμαρτια ουτε ψυχολογικα σαν παθολογικη συμπεριφορα. Οι αρχαιοι την εννοουσαν σαν εμπαιγμο των θεων. Ας κρατησουμε το «εμπαιγμος» χωρις να ρωταμε απο ποιον και προς τι. Στη λεξη εξυπακουεται οτι ο ανθρωπος και παλι δεν ειναι θεμα. Γι' αυτο και η υβρη εχει επισης το χαρακτηρα του παιχνιδιου. Μονο που το παιχνιδι το μειλιχιο τωρα γινεται αμειλικτο και η χαρη γινεται Ερινυα και εκδικειται. Ποια ειναι η εκδικηση; «Ξερεις τα σπιτια πεισματωνουν ευκολα σαν τα γυμνωσεις» λεει ενας στιχος του Σεφερη απο την «Κιχλη».
Η εκδικηση ειναι η νεαζουσα, η νεα υβρη που γεννιεται απο την παλια, ειναι οι θυελλες που κανεις θεριζει οταν σπερνει ανεμους, ειναι η αμετρη και υπερμετρη απαντηση στο γυμνωμα της ποιητικης κατοικησης, στην αγνοηση της χαρης. Αυτο περιμενα, και το ακουσα στην απαντηση του αντρα.
Ομως ακομα και στην υβρη της βουλιμιας ανθρωπος και ανανας συνομιλουν. Και εδω κρατει το παιχνιδι. Ο ανανας λεει «Ειμαι γλυκος! » κι ο αντρας του απαντα με το εμπρακτο «Ναι!»: τον καταβροχθιζει.
Με την αναγνωριση του χαρακτηρα του παιχνιδιου στο οποιο αντρας και ανανας συμμετεχουν, ακομα και τωρα αποκαθισταται η δικαιοσυνη. Κι αυτο ειναι μια χαρη επισης. Θυμαμαι καποιον που μετα απο εναν καυγα και μια πληρη ασυνεννοησια με τη γυναικα του υπεφερε στη διαπιστωση του χασματος αναμεσα στις αντιληψεις και στη νοοτροπια τους. Κι αξαφνα πλημμυρισε απο ευγνωμοσυνη για το οτι, με τη γυναικα του, ειχε μπει στον κοσμο του και τον ειχε συμπληρωσει ακριβως αυτο που του ηταν εναντιο.
Αυτη η συμπληρωση του κοσμου που παντα κατα εναν τροπο συμβαινει, και συνηθως συμβαινει εις πεισμα των δικων μας προθεσεων, ειναι τελικα ο λογος που οι εμπειροι θεραπευτες δεν καταπολεμουν, π.χ., τα συμπτωματα αλλα καλουν τους πασχοντες να τα δεχτουν, να τα αναλαβουν.
Αν ποτε ο αντρας αναγνωρισει στη βουλιμια του τη χαρη της εκδικησης που αποκαθιστα τη δικαιοσυνη, δηλαδη εξισορροπει την παλια αγνοια της προσφορας με το αμετρο της νεας υπερπροσφορας, θα ειναι ευγνωμων γι' αυτην. Αν.
Η ψυχοθεραπεια, στην οπτικη που εδω συζηταμε, ειναι καλεσμα: «Ελα τωρα να παιξουμε!». Καλει στο ανοιγμα γι' αυτο το πολυπτυχο παιχνιδι, το μειλιχιο και αμειλικτο, το χαρουμενο και οδυνηρο. Το θεραπευτικο εγκειται στη δυνατοτητα της μετατοπισης, της μεταβασης σ' αυτον τον τοπο. Ο θεραπευτης προσφερει αυτην τη δυνατοτητα. Τη δυνατοτητα της χαρης.
Η χαρη δεν εκπορευεται φυσικα απ' αυτον. O θεραπευτης τη μεταφερει στο βαθμο που ο ιδιος την εχει προσδεχθει αρμοζομενος στο παιχνιδι. Ειναι φορεας της, οπως ενας που εχει τον ιο της γριππης και τον μεταδιδει. Στη δικη μας περιπτωση, τη μεταδιδει φεροντας το λεκτεο σε εναν επαρκη λογο. Τοτε ειναι, με μια λεξη της αρχαιας μας γλωσσας, «ερμηνευς». Αυτο το εμαθα απο τον Heidegger, που λεει:
[...] το ερμηνευτικο δεν σημαινει πρωτα την «ερμηνεια» αλλα ηδη προηγουμενως τη μεταφορα ενος αγγελματος και την αναγγελια.
Και παρακατω:
[...] Η εκφραση «ερμηνευτικο» αναγεται στο ελληνικο ρημα «ερμηνευειν». Αυτο αναφερεται στο ουσιαστικο «ερμηνευς» το οποιο μπορει να συνδεθει με το ονομα του θεου Ερμη, σε ενα παιχνιδι της νοησης δεσμευτικοτερο απο την αυστηροτητα της επιστημης. O Ερμης ειναι ο αγγελιοφορος των θεων. Φερνει το αγγελμα της μοιρας. «Ερμηνευειν» ειναι εκεινος ο λογος ο οποιος αναγγελλει, καθοσον ειναι σε θεση ν' ακουσει ενα αγγελμα. Ενας τετοιος λογος γινεται εκ-θεση αυτου που ηδη εχει ειπωθει απο τους ποιητες, οι οποιοι συμφωνα με τα λογια του Σωκρατη στο διαλογο Ιων (534 ε) «ερμηνης εισιν των θεων» (ειναι αγγελιοφοροι των θεων).
Και γιατι η χαρη ειναι μεταδοτικη; Γιατι ετσι. Ειναι νομος και ειπωθηκε απο τον Σοφοκλη στην τραγωδια του Αιας: «χαρις χαριν φερει».
Αυτον το νομο θεραπευει, δηλαδη υπηρετει, η ψυχοθεραπεια, στο βαθμο που ειναι ανταξια του ονοματος της.
Τελειωνοντας, σας αναφερω μερικα ακομη θεραπευτικα στιγμιοτυπα απο στιγμες που νομιζω πως τους ειχε δοθει μια τετοια χαρη.
*
[Λεει πως στη ζωη της απεφυγε προσεγγισεις. Ακολουθει σιωπη, θλιψη.]
- Απετυχα.
Εγω:
- Φανταζομαι πως αυτο σας ειναι μια οικεια κατασταση, εστω βασανιστικη καποτε, αλλα παντως σαν σπιτι, το σπιτι, ο «οικος» σας...
Αυτη:
- Απορω πως το καταλαβατε... Θελω να φυγω απ' αυτο... Προσπαθω...
Εγω:
- Μονο οταν κι εφοσον σας γινει φυλακη, αφορητο, θα το πεταξετε απο πανω σας.
*
Αυτη:
- Καμια φορα το πρωι ξυπναω και σκεφτομαι: δεν θελω να πεθανω.
Εγω:
- Αν εδω αυτο το «Δεν θελω να πεθανω» ηταν απαντηση σε μια ερωτηση ποια θα 'ταν η ερωτηση;
*
[Προκειται να λειψει λογω μιας επεμβασης.] Εγω:
- Δηλαδη θα ξαναρθειτε στις... Η μηπως οχι ακομα;
Αυτη:
- Ε, αλιμονο και να μην ερθω μεχρι τοτε... Εκτος κι αν εχω πεθανει.
Εγω:
- Και νομιζετε πως αυτο ειναι δικαιολογια για να μην ερθετε;
- Αυτη:
- Τι λετε τωρα; Κι οι πεθαμενοι ερχονται σ' εσας;
- Εγω:
- Και βεβαια!
Αυτη:
- Δεν ειμαι απο σιδερο...
Εγω:
-Ειστε!
Αυτη:
-Οχι, εχω συναισθηματα... Δεν αντεχω...κτλ.
Εγω:
- Εγω αποτεινομαι σε μια αλλη απ' αυτην που μιλα σε πρωτο προσωπο.
*
[Μιλα για καποιον που κατι της εκανε.]
-... και του ειπα οτι στεναχωρηθηκα...
Εγω:
- Του ειπατε οτι στεναχωρηθηκατε... Σαν καποιος στο δρομο να σας χτυπουσε κι εσεις να λεγατε «Πονεσα!». Θα μπορουσατε να σκεφτειτε αλλη αντιδραση;
Αυτη:
- Να του πω «Τι χτυπας;», να τον χτυπησω...
Εγω:
- Ποια ειναι η διαφορα απο το «στεναχωρηθηκα»;
Αυτη:
- Θα ημουν προς τα εξω...
Εγω:
- Αυτο θα πει θα μενατε στην κατασταση μαζι με τον αλλο. Αντιθετα, το να λετε «Πονεσα!» ειναι μια αποσυρση.
*
Αυτη:
- Γιατι δεν με βοηθατε; Θελετε να πεθανω απ' το φοβο μου;
Εγω:
-Ναι.
[Μετα απο μικρη σιωπη]
Αυτη:
- Ειναι σα ν' ανοιξατε μια πορτα και να μπηκε μεσα αερας.
*
Αυτη:
- Η δουλεια, το σπιτι, τοσο διαφορετικα, δεν μπορω να τα συμβιβασω...
Εγω:
- Σας αρεσε, σας αρεσει να ντυνεστε καρναβαλι;
Αυτος:
- Κι αν αυτα που σας λεω δεν ειν' ετσι; Που το ξερετε;
Εγω:
- Μιλαμε μονο γι' αυτα που μπορουμε ν' αντιληφθουμε.
Αυτος:
- Ω, πως μου ακουστηκε αυτο... Σαν μια περιπετεια... Σαν να καθομασταν το βραδυ γυρω απ' τη φωτια ...
Εγω:
- Ετσι ειναι.
Αυτος:
-.. .και να λεγατε: «Μπορουμε να φαμε απ' αυτα που εχουμε. Δεν μπορουμε να φαμε αυτα που δεν εχουμε... Γιατι ειπατε πριν «Ετσι ειναι»; Ειχατε κι εσεις την ιδια αισθηση;
Εγω:
-Ναι.
Αυτη:
- Πως θα βρω τον εαυτο μου; Γεννιεμαι ο εαυτος μου και πρεπει να τον βρω η ειναι στην καθε κατασταση που πρεπει να ειμαι ο εαυτος μου;
Εγω:
- Αν υποθεσουμε οτι η ζωη αποτελειται απο διαφορους ηχους, μουσικους ηχους. Εμεις καλουμαστε να τους ανταποκριθουμε, να τραγουδησουμε, να πιασουμε τον τονο, να ειμαστε μεσα στον τονο - η τουλαχιστον να ξερουμε πως τραγουδαμε φαλτσα, πως ειμαστε εξω απο τον τονο.
*
Και τωρα, στο τελος, σας παρακαλω να ξεχαστε αυτα που ειπωθηκαν. Αν κατι αξιζουν, καποια στιγμη μπορει να σας θυμηθουνε αυτα.
PDF

[Ομιλια στο 1ο Πανελλήνιο Συνέδριο «Η κατάθλιψη πριν από τα είκοσι χρόνια της ηλικίας». Θεσσαλονίκη 2003]

Μιλαμε για «ψυχικο» πονο σε αντιδιαστολη προς τον «σωματικο» πονο. Τι διαφερει ο πονος στο δοντι απο τον πονο στην ειδηση πως η γυναικα μου με απατα; Και στις δυο περιπτωσεις λεω: «Ποναω!».
Η διαφορα θα φανει οταν καποιος με ρωτησει: «Που πονας;». Στην πρωτη περιπτωση θα πω «Ποναω στο δοντι» και θα μου πει «Πηγαινε στον οδοντιατρο». Στη δευτερη περιπτωση θα πω «Ποναω στην ψυχη» και θα μου πει «Πηγαινε στον ψυχιατρο».
Κι αν με ρωτησει «Γιατι πονας;», στην πρωτη περιπτωση θα πω κατι σαν «Γιατι η τερηδονα εφτασε στο νευρο», στη δευτερη περιπτωση θα πω κατι σαν «Γιατι αυτο δεν το περιμενα απ' τη γυναικα μου».
Ομως ας προσεξουμε: Οι ερωτησεις του και οι απαντησεις μου δεν αναφερονται στο «Ποναω!», δεν αναφερονται στο φαινομενο «Ποναω!». Αναφερονται στο «που» ποναω και στο «γιατι» ποναω.
Οι οροι «σωματικος πονος», «ψυχικος πονος» δινουν την εντυπωση πως χαρακτηριζουν δυο ειδη πονου. Ομως χαρακτηριζουν δυο ειδη αφορμης, εντοπισμου και αντιμετωπισης του πονου. Δεν αφορουν το ιδιο το «Ποναω!». Αυτο ειναι παντα ενα και το αυτο. Και δεν γινεται αλλιως βεβαια διοτι, αν δεν ηταν ενα και το αυτο, τοτε δεν θα χρησιμοποιουσαμε και στις δυο περιπτωσεις την ιδια λεξη, «ποναω», αλλα δυο η περισσοτερες.
Το φαινομενο «πονος» μενει απροσιτο στις ερωτησεις του ειδους «που;», «πως;», «ποτε;», «γιατι;» κτλ. O ορος «ψυχικος» ειναι μια ορισμενη απαντηση στα «που;», «γιατι;» κτλ. του πονου, ο ορος «σωματικος» ειναι μια αλλη απαντηση. Η αντιδιαστολη «σωματικου» και «ψυχικου» δεν ειναι αντιδιαστολη πονου και πονου!
Τι σημασια εχει αυτο; Μας δειχνει πως η συνηθισμενη μας ταση να εκλαμβανουμε τον λεγομενο «ψυχικο» πονο σαν μεταφορικη χρηση της λεξης, σαν μη πραγματικο, σχεδον σαν ψευδαισθηση ειναι λαθεμενη, ειναι παρανοηση αυτου που εννοουμε οταν κανουμε λογο για «ψυχικο πονο». Αυτη η παρανοηση ειναι που μας παρασυρει κι εχουμε την ταση να πουμε πως ο απατημενος συζυγος που παραπονιεται οτι ποναει, δεν ποναει «πραγματικα».
Τι μας λειπει, οταν λεμε «δεν ποναει πραγματικα»; Μας λειπει μια επαρκης, και μ' αυτο εννοουμε επιστημονικη, εξηγηση του πονου. Ομως το «Ποναω!», ειδαμε, δεν εξαρταται απο ενα «γιατι;», δεν κατακυρωνεται με την παραθεση του και δεν ακυρωνεται με την ελλειψη του.
Αλλο το οτι ποναω κι αλλο το που και γιατι και ποτε ποναω.
Τι ειναι τοτε ο «ψυχικος πονος»; Καθως το «ψυχικος» συνιστα μια ορισμενη απαντηση στο «που;» και «γιατι;», ειπαμε, δεν αφορα το φαινομενο «πονος». Ας αφησουμε το «ψυχικος» για την ωρα στην ακρη και ας ρωτησουμε πρωτα τι ειναι ο πονος.
Ομως δεν θα βιαστουμε ν' αναζητησουμε απαντηση. Θα προσεξουμε την ερωτηση, διοτι αυτη εχει προκαταλαβει την απαντηση. Πως την εχει προκαταλαβει; Εχει προεξοφλησει οτι ο πονος ειναι ενα «τι», ενα κατι, ενα πραγμα. Εχει καταστησει τον πονο αντικειμενο.
Και δεν ειναι ο πονος ενα κατι; Δεν μιλαμε για τον πονο; Π.χ., ο πονοδοντος ειναι αντικειμενο της οδοντιατρικης, ο «ψυχικος πονος» ειναι αντικειμενο της ψυχολογιας. Ομως αυτες οι επιστημες ασχολουνται με το που, το πως και το γιατι του πονου, οχι με το οτι ποναω. Και οταν μιλουν για «τον πονο», ειναι χρησεις της λεξης επι χαρτου, διοτι εδω ο πονος δεν λεγεται στην κατασταση στην οποια λεω «Ποναω!». Ο πονος εκλαμβανεται σαν πραγμα, αποκομμενος απο την κατασταση στην οποια ανηκει. Ειναι πλεον αδειανο κελυφος, λεξη χωρις νοημα.
Βεβαια για τον πονο δεν κανει λογο μονο η ιατρικη, αλλα και πρωτα ο ανθρωπος που τον εχει. Μπορω οταν ποναω να πω «ο πονος ειναι αβασταχτος, σαν σουβλια» κτλ. Αυτο ομως που εννοω ειναι οτι ποναω αβασταχτα, σαν να με σουβλιζουν κτλ. Οταν ο πονος εκλαμβανεται σαν πραγμα, ανοιγει ο δρομος για την ταξινομηση του σαν αισθηση, σαν συναισθημα κτλ. Επειδη ο πονος δεν ειναι πραγμα, οι φρασεις «νιωθω πονο», «αισθανομαι πονο», δεν εχουν νοημα διοτι δεν λενε τιποτα περισσοτερο απο το «Ποναω!».
Η ερωτηση «Τι ειναι ο πονος;» δεν ειναι λοιπον σε θεση να μας διαφωτισει για τον πονο διοτι θα εκανε λογο για ενα πραγμα, κι ο πονος δεν ειναι πραγμα.
Ο πονος δεν αποδιδεται με λογια. Και παλι το αλεκτο του πονου δινει νοημα στην καθε περιπτωση που λεμε «πονος», «ποναω», δινει νοημα στο καθε «που;» και «πως;» και «γιατι;»του πονου.
Ο πονος δεν ειναι κατι, ομως δεν ειναι και τιποτα. Το ονομα του, με λογια του Ηρακλειτου, «ουτε λεγει ουτε κρυπτει αλλα σημαινει».
Η λεξη «πονος» ειναι σημα: Ουτε λεγει ουτε κρυβει.
Θα χρειαζονταν ο θεραπευτης, προπαντων αυτος, να εξοικειωθει με τα σηματα. Δηλαδη να μαθει να διακρινει αυτο που μπορει και πρεπει να ειπωθει κι αυτο που ειναι αναγκη και πρεπει να μενει ανειπωτο. Δηλαδη να μαθει ποτε να μιλα και ποτε να σωπαινει. Δηλαδη να μαθει μιλωντας να σωπαινει και σωπαινοντας να μιλα. Και τουτο η ψυχιατρικη κι η ψυχολογια δεν ειναι σε θεση να το διδαξουν γιατι δεν το γνωριζουν.
Η φυση του πονου ως σηματος μας προειδοποιει να ειμαστε συγκρατημενοι τοσο απεναντι στις επιστημονικες θεωριες που πιστευουν οτι μπορουν να συλλαβουν τον πονο, να τον παραστησουν και να τον εξηγησουν οσο κι απεναντι σ' εκεινες που τον εκλαμβανουν ως βιολογικη λειτουργια και του αρνουνται καθε νοημα.
Ερχεται λοιπον καποιος και μας λεει:
- Η γυναικα μου με απατα!
Το λεει μεσα σε λυγμους και κραυγες, σε συγχυση, μπορει να κανει πραγματα οπως να μεθυσει, να τη δειρει, να φυγει απ' το σπιτι του η να τη διωξει κτλ. Κι ας υποθεσουμε οτι μας λεει ακομα:
- Τα χω χαμενα! Τι μου συμβαινει;
Κι οτι εμεις του απανταμε:
- Πονας!
Τι κανουμε μ' αυτο;
Μια ψυχολογικη εξηγηση ειναι: O ανθρωπος απωθησε τον πονο και κατεφυγε σ' ενα, οπως λεμε, «acting out», σε μια «εκδραματιση» με λυγμους, κραυγες, απονενοημενες ενεργειες. Οταν του εξηγουμε οτι ποναει, κανουμε τον απωθημενο του πονο συνειδητο.
Εδω η ψυχολογικη εξηγηση εχει διασπασει αυτο που του συμβαινει: Το εχει διαχωρισει αφενος στην εικονα της γυναικας του που τον απατα, «ερεθισμα», και αφετερου στις δικες του εκδηλωσεις, «αντιδραση», και αναμεσα στο ερεθισμα και στην αντιδραση εχει παρεμβαλει εναν «εσωτερικο κοσμο», εναν «ψυχισμο» οπου ο ανθρωπος αισθανθηκε τον πονο, αποφασισε λιγοτερο η περισσοτερο ασυνειδητα να μην τον νιωσει αλλα να τον απωθησει και στη συνεχεια να τον «εκδραματισει».
Εδω υπαρχει ενα λαθος που στη φιλοσοφια λεγεται «φαυλος κυκλος»: Με την ερμηνεια μου θελω να καταδειξω οτι στον ανθρωπο υπαρχει ασυνειδητος πονος, κι αυτο το κανω προεξοφλωντας τον, δηλαδη λεγοντας του «Πονας αλλα δεν το ξερεις επειδη απωθησες τον πονο».
Πολλες ψυχολογικες ερμηνειες ειναι αυτου του ειδους. Σ' αυτην την οπτικη ο λεγομενος «εσωτερικος», «ψυχικος κοσμος» ειναι ενα πλεγμα φαυλων κυκλων, φανταστικων μορφωματων μεταξυ ερεθισματος και αντιδρασης, το οποιο οι μεν αποκαλουν «μαυρο κουτι», οι δε «ψυχικο οργανο».
Χωρισμος του φαινομενου σε ερεθισμα και αντιδραση και γεφυρωμα του χασματος με την επινοηση διεργασιων που συνδεουν τα χωρισμενα παν χερι χερι.
Ας επιστρεψουμε στον ανθρωπο που ερχεται στο ιατρειο μου και μου περιγραφει την κατασταση. Πως γνωριζω οτι ο ανθρωπος ποναει; Η θεωρια απαντα: με την «ενσυναισθηση», το «empathy»: Ταυτιζομαι μαζι του, μπαινω στη θεση του και νιωθω τον πονο που ασυνειδητα νιωθει. Η θεωρια της ενσυναισθησης λεει λοιπον οτι τον πονο του τον συμπεραινω μεσα απο μια ορισμενη διαδικασια. Ειναι σαν να ειχα ενα μηχανημα, «ανιχνευτη πονου», να το εβαζα μπροστα του κι αυτο να εδειχνε «θετικο» κι ετσι να διαπιστωνα οτι ο ανθρωπος ποναει.
Ομως τον πονο του δεν τον συμπεραινω μεσα απο μια διαδικασια. Τον βλεπω ζωγραφισμενο στο προσωπο του, σ' αυτα που λεει, με τη φωνη που τα λεει. Και τι κανω οταν του λεω «Πονας!»; Απαντηση: Του μαθαινω μια λεξη!
Ειναι ενα απο τα θαυματα της θεραπευτικης συνομιλιας οτι λεξεις χιλιοειπωμενες μπορουν καποτε να λεγονται σαν να 'ταν η πρωτη φορα, σαν κανεις να τις ελεγε μεχρι τωρα διχως να ξερει τι λεει. Ο ανθρωπος μαθαινει τη λεξη «Ποναω!».
Ο Wittgenstein γραφει πως η λεξη «πονος» αντικαθιστα την κραυγη [του πονου]. (Και, οταν λεμε «κραυγη», ας ακουσουμε μαζι και ολη την «εκδραματιση» της!)
Θα ελεγα: Η λεξη «πονος» δεν αντικαθιστα ακριβως την κραυγη του πονου. Η κραυγη ηχει παντα στο «Ποναω!», στον τονο της φωνης και στην εκφραση του, και πολλες φορες ηχει τοσο καθαροτερα οσο λιγοτερο κραυγαλεα λεγεται το «Ποναω!».
Η σχεση αναμεσα στην κραυγη του πονου και στη λεξη του πονου ειναι σαν τη σχεση, π.χ., αναμεσα στον πεζο λογο και στο τραγουδι. Σκεφτειτε τις λεξεις «συννεφιασμενη Κυριακη» να λεγονται στο δελτιο καιρου και κατοπιν να τις τραγουδα ο Βασιλης Τσιτσανης. Δεν γινεται τωρα, στο τραγουδι, η Κυριακη περισσοτερο Κυριακη και περισσοτερο συννεφιασμενη;
Ο ανθρωπος που ακουγοντας για την απατη της γυναικας του την κραυγη του την αρθρωνει και λεει «Ποναω!» δεν ποναει τωρα πιο αληθινα; Δεν ειναι σαν η κραυγη να βαφτιζεται, να βγαινει απο τον ποταμο της γλωσσας εξαγνισμενη, εχοντας τωρα ενα ονομα, ησυχασμενη στο ονομα της; «Ησυχασμενη» δεν θα πει οτι ο ανθρωπος δεν ποναει αλλα οτι κατα εναν τροπο τωρα για πρωτη φορα ποναει.
Σε τετοιες πραξεις ονομασιας, οπως τις αποκαλει ο ιστορικος της μουσικης Θρασυβουλος Γεωργιαδης, συμβαινει το θεραπευτικο. Θελει παντα το χρονο του, κι αυτος μπορει να ειναι μακρυς. Πολλα εμποδια χρειαζεται να ξεπεραστουν, ομως η συζητηση τους δεν ειναι του παροντος.
Η αντιληψη της θεραπευτικης συνομιλιας ως πραξης ονομασιας, εδω ως πορειας προς την καθαρη εκφορα της λεξης «ποναω», μας βοηθα να λυθουμε απο ενα σωρο ψευδοπροβληματα για τον εντοπισμο και τους μηχανισμους του πονου, τις γενικολογιες της σχετικης βιβλιογραφιας που μας εμπλεκουν στη σκεψη και δεν αφηνουν το βλεμμα ελευθερο να δει και να προσεξει αυτο που βρισκεται εμπρος στα ματια μας.
Η «φυση» του «ψυχικου πονου» δεν υπαρχει σαν κατι «πισω» απο τον «ψυχικο πονο», οπως ο μηχανισμος του ρολογιου πισω απο την πλακα και τους ωροδεικτες. Υπαρχει, αν ειναι να μεινουμε στα πραγματα, το καθε φορα ζητουμενο και λεγομενο «ποναω».
Το «ποναω» λεγεται παντα σε μια κατασταση, π.χ.: «Η γυναικα μου με απατα».
Ειναι αυτο η ολη κατασταση; 'Oχι, διοτι σ' αυτην ανηκει και η εκπληξη μου: «Δεν το περιμενα απ' αυτην». Αυτο ειναι το καθοριστικο, οτι τωρα εχω μπροστα μου μια αλλη γυναικα απ' αυτην που νομιζα, μια απροσμενη γυναικα που μπορει να με απατα.
Το «Ποναω!» ανηκει σ' αυτην την εικονα της. Αυτη η εικονα αυτης της γυναικας που βρισκεται με τον αλλον ειναι που ποναει: Η γυναικα μου δεν ειναι γυναικα μου, οπως νομιζα, κι εγω, ο αντρας της, δεν ειμαι ο αντρας της. Αυτη η εικονα, αν ειχα προσλαβει ντετεκτιβ, αυτες οι φωτογραφιες, αν μου το ειχε ομολογησει η ιδια, αυτα τα λογια της ειναι που πονανε σαν πετριες. O πονος δεν συμβαινει σαν κατι το «ψυχικο» μεσα μου. Πονανε αυτες οι εικονες, αυτα τα λογια, αυτα τα πραγματα.
Λεμε «με πονανε», ομως πολυ συχνα δεν μενουμε στα λογια μας, δεν τα ακουμε. Θεωρουμε τον πονο του ανθρωπου αποτελεσμα της πραξης της γυναικας του. Ομως μιλαμε για αποτελεσματα εκει οπου συμβαινουν διεργασιες. Θεωρουμε την πληροφορια «με απατα η γυναικα μου» ως ερεθισμα το οποιο κανεις, οπως συνηθιζουμε να λεμε, «επεξεργαζεται» μεσα του, στο «ψυχικο οργανο» η στο «μαυρο κουτι», κι οτι ο πονος ειναι το αποτελεσμα αυτης της διεργασιας.
Ηδη η γλωσσα μας, η λεξη «ποναω», μας παγιδευει στην παρασταση ενος πονου που αναφερεται στο «εγω» που ποναει, σαν ο τοπος του πονου να ηταν αυτο το «εγω», σαν ο πονος να ηταν μεσα μου. Ομως αυτο που ποναει ειναι η εικονα της, η γυναικα μου που αγκαλιαζεται μ' εναν αλλο. Στη λεξη «ποναω» να συμπληρωνουμε ρητα η αρρητα ενα «εγω» και να το εκλαμβανουμε σαν τον τοπο στον οποιο συμβαινει ο πονος δεν εχει κανενα νοημα.
Η ψυχολογια, ορμωμενη απο την παρανοηση οτι ποναω «εγω», δεν μιλαει για πονο αλλα για «αισθημα πονου», οπως βεβαια δεν μιλαει για αγχος αλλα για «αισθημα αγχους» κτλ. Αντιστοιχα η παραδοσιακη φιλοσοφια της γλωσσας κατατασσει το «ποναω» στις λεγομενες «φι-προτασεις», στις προτασεις που αναφερονται σε «συνειδησιακες καταστασεις».
Ομως «ποναω» θα πει εξαρχης και μεχρι τελους: «(κατι) με ποναει». «Ποναω στο δοντι» θα πει: «ποναει το δοντι μου». O πονος ανηκει σε μια περισταση και ποτε δεν υπαρχει πραγματικα αποκομμενος κι «εσωτερικευμενος» σαν «αισθημα». Επωδυνα μπορουν να ειναι τα πραγματα που μας αφορουν, και μονο αυτα «αλγεινα» τα λεει η Αντιγονη του Σοφοκλη.
Υπαρχουν πολλοι ανθρωποι που μιλουν αναφερομενοι σχεδον αποκλειστικα στα συναισθηματα τους, για το οτι «νιωθουν» αυτο κι εκεινο, και δεν εχουμε ιδεα για τι πραγμα μιλουν. Ειναι σαν να ρωταμε καποιον που μπαινει στο σπιτι τι καιρο εχει κι αυτος να μας απαντα «Ωραιο!». Ειναι ενα ζητουμενο της θεραπειας να επαναφερει αυτους τους ανθρωπους στον κοινο κοσμο.
Στον κοινο κοσμο ανηκει το «ποναω» - σε αναφορα οχι προς το εγω αλλα προς αυτο που ποναει. Τοτε η λεξη ειναι λογος με την εννοια των αρχαιων: Συλ-λεγει τη γυναικα που πηγε μ' εναν αλλο, τον ανθρωπο και τις ματαιωμενες του προσδοκιες κι ολη την ιστορια τους που τους εφερε μεχρι εδω.
Στο «ποναω», εκτος απο τον εγκλωβισμο στο «εγω», ανηκει συνηθως και κατι ακομα. Αν ηταν να εκφρασθει ο,τι θελει να πει το «ποναω», τοτε η φραση του ανθρωπου συχνα θα ηταν: «ποναω - και δεν θελω να ποναω!».
Ο θεραπευτης θα τον ενθαρρυνει να δεχτει τον πονο. Η θεραπεια προχωρει εναντια στην ταση του ανθρωπου μας να τον αποφυγει.
Το λεγομενο «κοινο αισθημα» τεινει στην αποφυγη του πονου. Αυτο το κοινο αισθημα διαπνεει και μια βασικη θεση της ψυχολογιας: «O ανθρωπος επιδιωκει το ευχαριστο κι αποφευγει το δυσαρεστο». Η ψυχαναλυτικη θεωρια το διατυπωνει με τον βαρυγδουπο τιτλο «Αρχη της ηδονης».
Το κοινο αισθημα λεει για το ποτηρι του πονου: Απελθετω απ' εμε... «Δεν θελω να ποναω!» μας λεει ο απατημενος αντρας. Αυτη η φραση δεν εχει νοημα διοτι ο πονος, το ειδαμε, δεν ειναι ενα κατι που μπορω να το θελω η να μην το θελω.
Το ιδιο α-νοητη ειναι και η φραση «Ο ανθρωπος επιδιωκει το ευχαριστο κι αποφευγει το δυσαρεστο». Μπορω να επιδιωκω και ν' αποφευγω ενα πραγμα, ομως, οπως κι ο πονος, το ευχαριστο και το δυσαρεστο δεν ειναι πραγματα. Και για οσους νομιζουν οτι μπορουν να διαχωριζουν ευχαριστο και δυσαρεστο, να προτιμουν το ενα και ν' αποκρουουν το αλλο, μνημονευω ενα διστιχο του Hölderlin που επιγραφεται «Σοφοκλης»: «Πολλοι δοκιμασαν ματαια το χαριεστατο χαρουμενα να το πουν. / Εδω μου μιλα επιτελους, εδω, στο πενθος μου φανερωνεται».
Και ο Ελυτης στην «Ωδη στον Πικασσο»: «χαρα και λυπη στο μετωπο του ανθρωπου μοιαζουν...».
Το «Δεν θελω να ποναω!», οταν ο πονος συγχεεται με την αφορμη του, μπορει να παρει και τη μορφη: «Δεν θελω να με απατησει η γυναικα μου» η «Θελω να μην το ειχε κανει».
Εδω και παλι ο ανθρωπος ξεπερνα τα ορια. Η γυναικα του, η οποια γυναικα, παντα μπορει να παει μ' εναν αλλον, η δυνατοτητα ως δυνατοτητα ειναι παντα δεδομενη, ακομα και εις πεισμα των δικων της προθεσεων.
Να θελω να μην συμβει κατι που μπορει να συμβει ειναι εκτος πραγματικοτητας, δεν εχει νοημα. Ειναι σαν να λεω «Δεν θελω να γινει σεισμος». O σεισμος, αν γινει, θα γινει ασχετα με τη βουληση μου. Πολλες φορες πρεπει κι αυτο να μαθευτει, τι μπορει κανεις να θελει και τι οχι. Πρεπει κανεις, αν ειναι να μενει στα πραγματα, να συμφιλιωθει περα για περα μ' εναν κοσμο στον οποιο ανηκει το ενδεχομενο η γυναικα του να τον αφησει και το σπιτι του να σειστει και να τον πλακωσει. Αλλον κοσμο δεν εχουμε, δεν μπορουμε καν να διανοηθουμε πραγματικα.
Θα χρειαστει με τη θεραπευτικη μας τεχνη να δειξουμε στον ανθρωπο που δεν θελει να ποναει αυτα τα ορια. Και δεν θα του δειξουμε κατι καινουριο. O πονος του ειναι αυτη τουτη η προσκρουση πανω τους, η προσκρουση, π.χ., του «Δεν το περιμενα απ' αυτην» επανω στην πραγματικοτητα του «και ομως...». Τα ορια του, τι μπορει να περιμενει και τι οχι, τι μπορει να θελει και τι οχι δεν τα γνωριζε. Τωρα τα μαθαινει πονωντας, και μονο ετσι μαθαινει.
Το αληθινο μαθημα συμβαινει παντα στο παθημα. Ετσι και μονο ετσι προχωρανε οι δρομοι μας. Τα οδοσηματα τους, επιτρεψτε μου τελειωνοντας να γινω μελοδραματικος, ειναι γραμμενα με αιμα. Και το υλικο τους, οι ταμπελες, οι στυλοι και το τσιμεντο ειναι φτιαγμενα απο πονο.
Τοσο οδυνηρα καλο κι αληθινο ειναι αυτο που ζει
Κι αναλαφρα σ' αγγιζει μια πετρα παλια:
Αληθεια, θα 'μαι παντα μαζι σας.

Ειναι στιχοι απο ενα ποιημα με τον τιτλο «Ευφροσυνη Ανοιξη». Η παλια πετρα που μας μιλα σ' αυτην την ποιηση ειναι η μορφη του πονου.
Victor Sydorenko, Depersonalization
Victor Sydorenko, Depersonalization
Anthony Gormley, Wirebody
Anthony Gormley, Wirebody
Το βασανο
Ενα παλιο αγγλοσαξωνκο ονομα για τον ψυχιατρο ειναι "alienist" - αυτος που σχετιζεται με το alien: το ξενικο, το αλλοτριο, το αποκοσμο. (Και εδω σκεφτομαι εναν στιχο του αυστριακου ποιητη
Georg Trakl: Η ψυχη ειναι ενα ξενο επι γης…) Αν τετοια φαινομενα αφορουν τον ψυχιατρο, ισως το πλεον ξενικο, αλλοτριο, αποκοσμο, ειναι εμπειριες που υπεισηλθαν στην ψυχοπαθολογια με τους τιτλους "αποπροσωποιηση" και "αποπραγματοποιηση". Συμπεριλαμβανονται στη διαγνωστικη κατηγορια "Διασχιση" - ελευθερη μεταφραση του αγγλικου "Dissociation".
Η λεξη "αποπροσωποποιηση" χρησιμοποιηθηκε πρωτη φορα περι τα μεσα του 19ου αιωνα απο τον ελβετο φιλοσοφο Henri Frederic Amiel. Γραφει στο προσωπικο του ημερολογιο:
… βρισκω τον εαυτο μου να βλεπει την υπαρξη σαν περα απο τον ταφο, απο εναν αλλο κοσμο· τα παντα μου ειναι ξενα· ειμαι σαν εξω απο το ιδιο μου το σωμα και την ατομικοτητα μου· ειμαι αποπροσωποιημενος [depersonalizé], αποκομμενος, φτερο στον ανεμο.
Παρομοιες εμπειριες, συνηθως σε ηπιες μορφες, συμβαινουν στο περιπου 50% των εφηβων και παραμενουν, σε αλλοτε αλλον βαθμο βαρυτητας, στο 1% του ενηλικα πληθυσμου. Καταρχην καποιες περιγραφες :
Νοιωθω σε καποιον βαθμο συνεχως 'εξω απ' αυτο', ομως πλεον καταντησε να ειναι ο τροπος που ειμαι. Εχω ωρες που νοιωθω πολυ εξω απο το σωμα μου. Κοιταζω τον κοσμο, ξερω ποιοι ειναι, αλλα δεν μπορω να τοποθετησω τον εαυτο μου εκει. Θυμαμαι γεγονοτα του παρελθοντος αλλα δεν μπορω παντα να 'με' δω εκει. Ακομα και δικες μου φωτογραφιες φαινονται αλλιως. Δεν μου αρεσει το ατομο που θυμαμαι να ημουν. Να κοιταζομαι στον καθρεφτη γινεται δυσκολο καθως δεν αναγνωριζω παντα το προσωπο που με κοιταζει.
Οταν στη διαρκεια ενος κακου επεισοδιου κοιταζω οικεια πραγματα, αυτα απλα δεν μοιαζουν πραγματικα, δεν φανταζουν τα ιδια και πια δεν φανταζουν οικεια, αν και κατα βαθος ξερω το πως ειναι. Βλεπω τα πραγματα διαφορετικα απ' ο,τι συνηθιζα, σχεδον σαν να βλεπω κατι που ξερω, ομως αυτο πια σαν να μην μοιαζει μ' αυτο που ξερω. Νοιωθω σαν να κοιταζω με τα ματια ενος αλλου. Μιλω και οι λεξεις απλα βγαινουν εξω. Δεν νοιωθω να ελεγχω τι λεω. Σαν να μπηκε ο αυτοματος πιλοτος. Η φωνη μου, οταν βγαινει, δεν ακουγεται σαν 'εγω'. Καποιες φορες απορω, πως μενω μεσα σε συζητησεις, αισθανομαι πως δεν ειμαι καθολου εκει.
Μπορω να καθομαι και να κοιταζω το ποδι μου, το χερι μου και δεν νοιωθω να ειναι δικα μου. Αυτο μπορει να συμβει οταν γραφω, γραφει μονο το χερι μου, αλλα δεν του λεω εγω να το κανει. Ειναι η αισθηση σαν να εχω πεθανει, αλλα κανεις να μην σκεφτηκε να μου το πει. Ετσι μενω να ζω μεσα σ' ενα κελυφος που πια δεν αναγνωριζω.
Μπορει να νοιωθω τα συναισθηματα αποναρκωμενα, σχεδον αδειος μεσα μου. Μισω το οτι δεν μπορω να νοιωθω τα πραγματα οπως συνηθιζα. Ειναι σκληρο στην καθημερινη ζωη, οπου πολλη ωρα παλευω να διακρινω τι ειναι ονειρο και τι πραγματικη ζωη και τι πραγματικα εγινε.
-------------------
Δεν νοιωθω το πως ειναι να εχω σωμα. Οταν κοιταζω κατω, βλεπω τα ποδια μου και το σωμα, αλλα η αισθηση ειναι πως δεν ημουν εκει. Οταν κινουμαι, βλεπω τις κινησεις καθως κινουμαι, αλλα δεν ειμαι εκει μαζι με τις κινησεις. Ανεβαινω τα σκαλοπατια, βλεπω τα ποδια μου, ακουω βηματα και αισθανομαι τους μυες, αλλα η αισθηση ειναι οτι δεν εχω σωμα, δεν ειμαι εκει. Αισθανομαι οτι το προσωπο και το σωμα μου δεν ειναι εκει καθολου - σχεδον ειναι αορατα. Βλεπω τα χερια μου και το σωμα μου να κανουν πραγματα, αλλα δεν μοιαζει να ειμαι εγω και δεν ειμαι καθολου συνδεδεμενος μ' αυτα. Με κανεναν τροπο δεν αισθανομαι ζωντανος. Δεν αισθανομαι ενα πραγμα εκτος απο το αν ειναι κρυο, η ζεστο· ισως πεινα. Ακομα κι αν αγγιξω το προσωπο μου, εχω την αισθηση απο κατι, ομως το προσωπο μου δεν ειναι εκει. Καθως το νοιωθω, εχω την αναγκη να βεβαιωθω και τριβω, αγγιζω και χτυπω τον εαυτο μου για να αισθανθω κατι. Για παραδειγμα αγγιζω τον λαιμο μου με το χερι μου, αλλα η αισθηση δεν ειναι οτι το χερι μου αγγιζει τον λαιμο μου. Δεν μπορω να νοιωσω οτι εγω αγγιζω το δικο μου το σωμα … Οταν κινουμαι και περπατω και μιλαω, δεν αισθανομαι απολυτως τιποτα. Κανω γυμναστικη, αλλα δεν αισθανομαι να κανω κατι, κινουνται οι μυες μου αλλα οχι το σωμα μου, ειναι μια τρελλα να μην νοιωθω τον εαυτο μου να κινειται, να μιλαει…
-------------------
Ειναι σαν να σας μιλαει μια μηχανη. Διολου ενας ανθρωπος, μονο ενα μηχανικο πραγμα, η αντικειμενο. Μπορω να καταλαβω οτι κινουνται τα χερια μου και τα ποδια μου, αλλα ειναι σαν να μην μου ανηκουν, και κινουνται αυτοματα.
-------------------
Διασχισαμε τον δρομο και, αν και τα ποδια μου κινουνταν καθως περπατουσαμε, ειχα την αισθηση οτι ο νους μου ηταν αλλου, και με παρατηρουσε απο εκει … Δεν μπορουσα να ξερω αν ημουν εκει, η αν ημουν το μερος που ειχε φυγει.
-------------------
[Ακουω μουσικη] αλλα μεσα μου δεν υπαρχει αντιδραση. Συνηθως η μουσικη με συγκινει, αλλα τωρα θα μπορουσε να ειναι και καποιος που καθαριζει πατατες … Νοιωθω να τριγυριζω σ' εναν κοσμο που αναγνωριζω, αλλα δεν αισθανομαι. Χθες βραδυ ειδα το Big Ben φωτισμενο, κανονικα ειναι ενα θεαμα που με συγκινει, αλλα ενοιωσα οτι θα μπορουσε να ειναι κι ενα ξυπνητηρι. … Ο αντρας μου κι εγω ημασταν παντα ευτυχισμενοι, αλλα τωρα καθεται εκει και θα μπορουσε να ειναι καποιος τελειως ξενος. Ξερω πως ειναι ο αντρας μου μονο απο την εμφανιση του - απο το τι νοιωθω γι' αυτον, θα μπορουσε να ειναι ενας οποιοσδηποτε.
-------------------
Οταν καποιος υποφερει, η ποναει, δεν μπορω να αισθανθω τιποτα. Πριν μερικους μηνες διαγνωστηκε καρκινος στον καλυτερο μου φιλο. Ολοι του λεγαμε ποσο στεναχωρεθηκαμε, ομως εγω δεν νοιωθω απολυτως τιποτα, και επρεπε να υποκριθω και να πω ολα τα σωστα λογια … Ηταν το ιδιο οπως οταν πεθανε η γιαγια μου …
-------------------
Ειναι σκληρο στην καθημερινη ζωη, οπου πολλη ωρα παλευω να διακρινω τι ειναι ονειρο και τι πραγματικη ζωη και τι πραγματικα εγινε.

-------------------
Ενας αντρας, γυρω στα τριαντα πεντε, στην πρωτη μας συναντηση, μου μιλησε για μια "μεμβρανη" που υπαρχει συνεχως αναμεσα σ' αυτον και τον κοσμο. Η πρωτη κριση συνεβη στα επτα του. Ηταν ενα "αγχος", οπως το ονομαζε, ενα "κενο", οπου για πρωτη φορα διαπιστωσε οτι η μητερα του, η αγκαλια της "δεν μπορουσε να τον παρηγορησει". Στα επομενα χρονια το "κενο" παρεμενε με διαφορες μορφες: "Ποιος ειμαι;" Καποιες φορες κοιτουσε μια καρεκλα απορωντας. Αυτο που εβλεπε ηταν ενα πραγμα, και ελεγε στον εαυτο του: "Αυτο ειναι καρεκλα …" Για μεγαλα διαστηματα ενοιωθε την καθημερινοτητα του στοιχειωμενη απο αυτο το αποκοσμο κενο, ακομα και χωρις να του συμβαινουν συγκεκριμενες εμπειριες αποπροσωποποιησης / αποπραγματοποιησης.

Το κλεισιμο
Τι κανει αυτους τους ανθρωπους ασθενεις; Οχι η ιδια η εμπειρια. Δεν υπαρχουν φυσιολογικες και παθολογικες εμπειριες. Τους αρρωσταινει η σταση που παιρνουν απεναντι σ' αυτην την εμπειρια.
Και τι χαρακτηριζει αυτον τον τροπο; Στις εμπειριες διασχισης τιναζεται κυριολεκτικα στον αερα η ταυτοτητα ανθρωπων, πραγματων, εαυτου. Ο ιδιος, η ενα πραγμα, δεν ειναι ταυτοσημο με τον εαυτο του:
- Αυτο ειναι το Big Ben - και δεν ειναι το Big Ben.
- Αυτος ειναι ο αντρας μου - και δεν ειναι ο αντρας μου.
- Αυτα ειναι τα χερια μου - και δεν ειναι τα χερια μου.
Ομως η ταυτοτητα δεν τιναζεται στον αερα για να αντικατασταθει απο μια αλλη, οπως π.χ. στον τρελλο που λεει πως ειναι ο Μεγας Ναπολεων, η στην παραισθηση, οπου π.χ. στα ματια της κορης η μητερα της εξαφνα παιρνει τη μορφη του διαβολου. Στη διασχιση τιναζεται στον αερα η ιδια η εννοια της ταυτοτητας!
Για ποιον λοιπον ειναι μια τετοια εμπειρια βασανιστικη; Για εκεινον για τον οποιο η αρχη της ταυτοτητας ειναι θεμελιο της υπαρξης του. Γι' αυτον απο-προσωποποιηση και απο-πραγματοποιηση ειναι ο χειροτερος εφιαλτης. Εφιαλτης γιατι το τελειως αλλο, που δεν ειναι καν ενα κατι αλλο, το ριζικα ξενο, που δεν ειναι καν ενα καποιο ξενο, εισβαλλει στην περιοχη του, στον νου και στο σωμα του. Εισβαλλει, διαρρηκτης, γιατι δεν βρισκει φιλοξενια. Μενει το ξενο σωμα που, επειδη δεν αφομοιωθηκε, γινεται αγκαθι. Γι' αυτο η παραμονη του στον τοπο της εισβολης ειναι για τον οικοδεσποτη βασανιστικη.
Τοτε κανεις, ακριβως επειδη παραμενει κλειστος απεναντι στο αλλο, μενει και καθηλωμενος στο βασανο. Το κλεισιμο απεναντι στο ξενο κραταει την πληγη ανοιχτη. Γινεται ασθενης.

Η επανασταση εναντια στο κενο. Déscartes
Το 1641 ο γαλλος φιλοσοφος René Déscartes δημοσιευσε ενα βιβλιο που εμελλε να αποτελεσει σταθμο: "Meditationes de prima philosophia" ["Στοχασμοι επανω στην πρωτη φιλοσοφια"]. Στις πρωτες παραγραφους διαβαζουμε τα εξης:
Εστω λοιπον οτι οχι ο παναγαθος θεος, η πηγη της αληθειας, αλλα ενα καποιο κακο πνευμα, που ειναι παντοδυναμο και συναμα πανουργο, εβαλε ολα τα δυνατα του να μ' εξαπατησει. Θελω να πιστευω πως ο ουρανος, ο αερας, η γη, τα χρωματα, οι μορφες, οι ηχοι και ολα τα εξωτερικα πραγματα δεν ειναι παρα το απατηλο παιχνιδι ονειρων με τα οποια στηνει παγιδες στην ευπιστια μου. Εμενα τον ιδιο θελω να με θεωρω σαν να μην ειχα χερια, ματια, σαρκα, αιμα, σαν να μην ειχα καθολου αισθησεις αλλα σαν να πιστευα λανθασμενα πως ολ' αυτα τα κατειχα. [...]
Και λιγο αργοτερα:
Η χθεσινη θεωρηση μ' εριξε σε τετοιες τεραστιες αμφιβολιες που πια δεν μπορω να τις ξεχασω, και παλι δεν βλεπω το πως μπορουν να λυθουν. Και, οπως σ' ενα ανυποπτο πεσιμο σε μια βαθια δινη, βρισκομαι σε τετοια συγχυση που ουτε μπορω να πατησω γερα στον βυθο ουτε ν' ανεβω κολυμπωντας στην επιφανεια.
Η περιγραφη μιλα εμφανως για μια εμπειρια διασχισης: Αποπραγματοποιηση (...ολα τα εξωτερικα πραγματα δεν ειναι παρα το απατηλο παιχνιδι ονειρων...), αποπροσωποποιηση (...σαν να μην ειχα χερια, ματια, σαρκα, αιμα...). Βεβαια στην βιβλιογραφια αναφερεται ως "μεθοδικη αμφιβολια", δηλαδη ως μεθοδος που εφαρμοζει ο Déscartes για να αποληξει σε μια σταθερη αληθεια, σε ενα αρχιμηδειο σημειο που να μην κλονιζεται ουτε απο τη μεγαλυτερη πλανη. Ομως θα μπορουσε ποτε να ειχε καν διανοηθει μια τετοια κατασταση, αν δεν την ειχε ζησει ο ιδιος;
Η "διασχιστικη" εμπειρια του Déscartes δεν τον καταβαλλει. Δεν τον τρεπει σε υποχωρηση. Ειναι μια ηρωικη φυγη προς τα εμπρος:
Μα θα επιμεινω σ' αυτην την σκεψη πεισματικα και - αν και δεν ειμαι σε θεση να γνωρισω κατι αληθινο - θα ειμαι αποφασισμενος να προσεξω, οσο περνα απ' το χερι μου, να μην συμφωνησω σε τιποτε λανθασμενο, ουτε να παρασυρθω απο εκεινον τον απατεωνα, οσο δυνατος και πανουργος κι αν ειναι.
Η επιμονη του, η παραμονη του στη "βαθια δινη", τον εντασσει στην χορεια εκεινων με τους οποιους δρομολογειται μια επανασταση της σκεψης που κυριαρχησε τον πλανητη και μπορει να αποτυπωθει με τo γνωστο "cogito ergo sum", "σκεφτομαι, αρα ειμαι".

Επιστημη
Σκεφτομαι, αρα ειμαι. Ποσο ξενος πρεπει να του εχει γινει ο κοσμος, ωστε να χρειαζεται μια αποδειξη για το οτι ... ειναι;
Σκεφτομαι, αρα ειμαι. Εδω βρισκεται η αφετηρια της επιστημης των νεοτερων χρονων. Η σημερινη εικονα της εχει μεν αλλαξει ριζικα. Αυτο που δεν εχει αλλαξει ειναι το σημειο εκκινησης - ωστοσο εχει γινει ακομα πιο απροσωπο, ακομα πιο αποκοσμο. Μυριζω ενα τριανταφυλλο. Τι θα πει αυτο στην οπτικη της επιστημης; Θα πει ενα παιχνιδι διαδρασης ηλεκτρομαγνητικων κυματων και φυσικοχημικων διεργασιων αναμεσα σε ενα πραγμα Χ (τριανταφυλλο) και ενα αλλο πραγμα Υ (ο ανθρωπος που μυριζει). Ομως και τα ιδια τα πραγματα Χ και Υ δεν ειναι ο,τι παραδοσιακα θεωρουσαμε: οντα, αλλα ενα παιχνιδι κι αυτα διαδρασης συστηματων της υλης, ανωνυμων δεδομενων, στο οποιο δινουμε εκ των υστερων ονοματα και νοηματα: "τριανταφυλλο", "εγω", "μυριζω", "ωραιο" κλπ.
Εμπρος στην αποπροσωποποιηση και αποπραγματοποιηση που θεμελιωνει τη συγχρονη επιστημη, η εμπειρια του Déscartes ειναι σχεδον γραφικη. Μοιαζει να ειναι η μοιρα της επιστημης, η "ερευνα", δηλαδη ο πολεμος εναντιον του αποκοσμου, να το ξαναγεννα σε μια ακομα πιο τερατωδη μορφη.

Καθοδον προς το απολυτο κλεισιμο
Mια πληγη που γινεται σαν πνευμονας και δια μεσου του ανασαινεις.
Elias Canetti
Η εννοηση του "απολυτου κλεισιματος" αναγεται στον Hegel. Σε αντιθεση με το απλως κλεισιμο, οπου το αρνητικο αποκλειεται και παραμενει παρον βασανιστικα, σαν ξενο σωμα, εδω το αρνητικο φιλοξενειται. Αυτη η φιλοξενια ειναι απολυτη: ο οικοδεσποτης στεγαζει το ξενο τοσο ουσιαστικα, που ξενωνεται ο ιδιος. Ομως σ' αυτην την ξενωση, περνωντας απο αυτην την ξενωση, αργα, ξαναβρισκει τον εαυτο του, αλλιως. "Περνωντας απο αυτην την ξενωση" θα πει: Η επιστροφη στον εαυτο ειναι δωρο του ξενου. Το ξενο, που μεσα του χαθηκα, με ξαναφερνει στον εαυτο μου.
Ενα τετοιο, απολυτο κλεισιμο, θα ηταν και η μορφη του τελους μιας ψυχαναλυσης που ευτυχησε. Διοτι το απλως κλεισιμο που αποκλειει, που εκφραζεται σαν πληγη που αιμορραγει ατελειωτα, εκδηλωνεται ως συμπτωμα και αρρωστια. Το απολυτο κλεισιμο σημαινει την ιαση. Συμβαινει τελειως διαφορετικα απ' ο,τι κανεις περιμενε. Σαν θαυμα. Το απολυτο κλεισιμο διατυπωνεται και με εναν στιχο του Hölderlin: Ομως οπου υπαρχει κινδυνος / Βλασταινει και το σωτηριο.
Το φαινομενο που μας απασχολει εδω, και που στην ψυχοπαθολογια καλειται "διασχιση", δεν μπορει πλεον, εχοντας αποληξει στο απολυτο κλεισιμο, να αποκαλειται ετσι. Θα το διευκρινισω με μερικα παραδειγματα απο τον χωρο της νοησης και την ποιησης. Τα εργα που θα μνημονευτουν ειναι αυτα καθαυτα αποτυπωσεις ενος απολυτου κλεισιματος.

Η φιλοσοφια
Μια σημειωση του Ludwig Wittgenstein:
Καθομαι σε ενα κηπο μ’ ενα φιλοσοφο, ο οποιος μου λεει ξανα και ξανα, δειχνοντας ενα δεντρο κοντα μας: ‘Γνωριζω οτι αυτο ειναι ενα δεντρο.’ Καποια στιγμη ερχεται ενας τριτος και ακουει αυτο το πραγμα. Τοτε εγω του λεω: ‘O φιλος απο δω δεν ειναι τρελος. Απλως φιλοσοφουμε’
Γιατι ο "φιλος απο δω" θα μπορουσε να ειναι τρελος; Καθε φορα που εχουμε να κανουμε με ενα δεντρο, οταν το φυτευουμε, το κλαδευουμε, οταν βγαζει φυλλα και καρπους κλπ., η προταση 'Γνωριζω οτι αυτο ειναι ενα δεντρο" εξυπακουεται. Ο φιλοσοφος ομως την λεει, και μαλιστα ξανα και ξανα. Λες και προσπαθει να το εντυπωσει, οτι αυτο ειναι ενα δεντρο, λες και χρειαζεται κατι ακομα για να τον ησυχασει. Λες και το δεντρο, ως δεντρο, του ειναι ανοικειο, ξενο - αποπραγματοποιημενο.
Ομως ο "φιλος απο δω" δεν ειναι τρελος. Γιατι οχι; Γιατι καθεται στον κηπο με τον συνομλητη του, απεναντι του εχει το δεντρο που του παρουσιαζεται ξενο κι ανοικειο, και μιλα γι' αυτο προφανως ησυχα και χωρις ταραχη. Δεν κλεινεται απεναντι του. Εχει προσδεχτει το ξενο του δεντρου στον εαυτο του, ειναι και ο ιδιος παρα-ξενος. Ειναι καθοδον προς το απολυτο κλεισιμο.
Ομως ηδη η πρωτη ερωτηση της φιλοσοφιας: "Τι το ον;", δεν μαρτυρει μια διασχιση; Το ον, τα πραγματα, δεν πρεπει να εχουν γινει αποκοσμα, για να ρωταει κανεις "Τι ειναι το ον;" Δηλαδη: "Τι ειναι αυτο που ειναι;";

Martin Heidegger
Ενας αλλος φιλοσοφος, ο Martin Heidegger, μιλα για το "αγχος". Κι εδω προκειται για μια εμπειρια διασχισης.
Στο αγχος κανεις "αγριευεται".
Στο αγχος τα πραγματα χανονται, διαρρεουν, και μαζι διαρρεω κι εγω ο ιδιος, διαρρεει αυτο που αναγνωριζω ως τον εαυτο μου. Μενω ενας "κανεις":
[Το αγχος] κανει το ον συνολικα να εξολισθαινει. Σ' αυτο ανηκει οτι κι εμεις οι ιδιοι - αυτοι οι οντες ανθρωποι - που ειμαστε εν μεσω του οντος εξολισθαινουμε μαζι του. Γι' αυτο βασικα δεν αγριευομαι "εγω" κι "αυτος" αλλα "κανεις".
Στην αγριαδα του αγχους εχει χαθει καθε τι το οικειο. Αν ο εαυτος ειναι ενα ειδος σπιτι που κατοικουμε, μια εστια, χανεται ακομη κι αυτο:
"Ομως εδω η αγριαδα εννοει συναμα την αν-εστιοτητα." Δεν υπαρχουν τα λογια να ειπωθει: "Το αγχος μας αφηνει αφωνους." Ειναι ενα Μηδεν που διαποτιζει τα παντα και συντονιζει αυτον που προσεβαλε στον τονο του:
Μια ουσιακη στεγη της αφωνιας ειναι το αγχος με την εννοια του τρομου, στον οποιο η αβυσσος του μηδενος συντονιζει τον ανθρωπο.
Το αγχος: "η αφωνη φωνη η οποια μας συντονιζει στον τρομο της αβυσσου."
Ετσι λοιπον
Δεν μενει κανενα κρατημα. Μενει μονο και μας πλημμυριζει - με την εξολισθηση του οντος - αυτο το "κανενα". Το αγχος αποκαλυπτει το Μηδεν.
Σ' αυτην την αγριαδα και την ανεστιοτητα, στην αφωνια εμπρος στον τρομο της αβυσσου, ο νοητης δεν καθηλωνεται απο το αποκοσμο που τον συνεπαιρνει. Δεν βυθιζεται στο βασανο και δεν ακινητοποιειται απο τον τρομο και δεν τρεπεται σε φυγη. Δεν καταλαμβανεται απο το "'αγχος' για το αγχος". Αντιθετα, μιλαμε για μια "προθυμια για το αγχος". Και τουτο
Διοτι στην εγγυτητα του ουσιακου αγχους ως του τρομου της αβυσσου κατοικει η αιδως.
Αιδως, οχι ως ντροπη αλλα ως ταπεινη δεκτικοτητα. Απεναντι σε τι; Ακριβως στο Μηδεν, το οποιο αποκαλυπτεται στο αγχος. Δεν προκειται πλεον για το μηδενιστικο Μηδεν της αμυνας αλλα για ενα πλουσιο Μηδεν που φανερωνεται ως το ιδιο το Ειναι:
Το καθαρο θαρρος για το ουσιακο αγχος εγγυαται την μυστηριακη δυνατοτητα της εμπειριας του Ειναι. [...] Μονος μεταξυ ολων ο ανθρωπος, καλουμενος απο την φωνη του Ειναι, εμπειραται το θαυμα θαυματων: ο τ ι το ον ε ι ν α ι.
Το απολυτο κλεισιμο: Το Μηδεν, ως αυτο τουτο, περνωντας μεσα απο την εμπειρια του, και ακριβως επειδη γινεται το περασμα μεσα απο την εμπειρια του, γινεται πληγη που διαμεσου της ανασαινεις, γινεται θαυμα θαυματων.


Dschuang Dschou
Λεει ενας ασθενης.
Ειναι σκληρο στην καθημερινη ζωη, οπου πολλη ωρα παλευω να διακρινω τι ειναι ονειρο και τι πραγματικη ζωη και τι πραγματικα εγινε.
Ρωταει ο Jack στο εργο "Fight Club".
Κοιμαμαι; Κοιμομουνα; Ο Tyler ειναι το κακο μου ονειρο, η εγω ειμαι το κακο ονειρο του Tyler;
Καπου την ιδια ερωτηση κανει και ο κινεζος σοφος Dschuang Dschou στην ιστορια του με τον τιτλο "Ονειρο πεταλουδας":
Καποτε ο Dschuang Dschou ονειρευτηκε πως ηταν πεταλουδα - μια χαρωπη πεταλουδα που χαιροτανε τη ζωη της και δεν γνωριζε τιποτα για καποιον Dschou. Αξαφνα, καθως ξυπνησε, ηταν ο Dschou με σαρκα και οστα. Ομως δεν ξερω αν ο Dschou ονειρευτηκε πως ειναι πεταλουδα, η αν η πεταλουδα [τωρα] ονειρευεται πως ειναι ο Dschou.
- Ομως αναμεσα στον Dschou και στην πεταλουδα θα 'πρεπε βεβαια να υπαρχει μια διαφορα!
- Αυτο ειναι που λεμε μεταβολη των πραγματων.

Ποια ειναι η διαφορα; Γιατι ο ασθενης και ο Jack βασανιζονται, ενω ο Dschuang Dschou μιλα τοσο ησυχα και αυτονοητα για τη "μεταβολη των πραγματων"; Γιατι ο εαυτος του, ως Dschuang Dschou, δεν ειναι το σπιτι του, η εδρα και το θεμελιο της υπαρξης του. Στο σπιτι του εαυτου του μπαινοβγαινει ελευθερα. Γι' αυτο δεν χρειαζεται να ερμηνευει τα ονειρα του, να τα εντασσει δηλαδη στην σφαιρα του ξυπνητου του Εγω.

T.S. Eliot
Το 1922 ο ποιητης T. S. Eliot δημοσιευσε μια μεγαλη συνθεση που εμελλε να γινει οροσημο: "Waste Land". (Ο Σεφερης μεταφραζει "Ερημη χωρα").
Στο πρωτο μερος του ποιηματος λεει:
Αποκοσμη πολη, / Μεσα στην καφετια αχλη μιας χαραυγης του χειμωνα, / Ενα πληθος πλημμυριζε τη γεφυρα του Λονδινου, τοσοι πολλοι, / Δεν το 'χα σκεφτει πως ο θανατος ειχε ξεκανει τοσους πολλους.
Στον ποιητη η πολη παρουσιαζεται αποκοσμη [unreal]. Το πληθος επανω στην Γεφυρα του Λονδινου φανταζει πομπη νεκρων. Προβαλλει ενας κοσμος αποπραγματοποιημενος. Αν κανεις
διαβασει το ποιημα, θα βρει αμετρητα παρομοια σημεια.
Γιατι αυτη, και οι συναφεις εμπειριες του Eliot, δεν τον καθιστα ασθενη; Πως γινονται καθοριστικες για ενα εργο τεχνης; Δυο χρονια νωριτερα ο Eliot δημοσιευσε ενα δοκιμιο με τον τιτλο "Tradition and the Individual Talent" . Σε ενα σημειο αναφερεται ακριβως στην αποπροσωποποιηση:
Αυτο που συμβαινει ειναι μια συνεχης υποταγη του εαυτου του [του καλλιτεχνη], καθως εκεινη την στιγμη βρισκεται σε κατι που εχει μεγαλυτερη αξια. Η προοδος ενος καλλιτεχνη ειναι μια συνεχης θυσια, μια συνεχης εξαλειψη της προσωπικοτητας.
Απομενει να ορισουμε αυτην την διαδικασια της αποπροσωποποιησης και την σχεση της με την αισθηση της παραδοσης. Σ' αυτην την αποπροσωποποιηση μπορει να ειπωθει οτι η τεχνη προσεγγιζει την κατασταση της επιστημης. Γι' αυτο θα σας καλεσω να αναλογιστειτε, σαν ενδεικτικη αναλογια, αυτο που συμβαινει οταν ενα κομματι απο λεπτα νηματα πλατινας εισαγεται σε ενα δοχειο που περιεχει οξυγονο και διοξειδιο του θειου
[...] Η αλλη οψη αυτης της απροσωπης θεωριας της ποιησης ειναι η σχεση του ποιηματος με τον συγγραφεα του. Και υπαινιχθηκα, με μια αναλογια, οτι ο νους του ωριμου ποιητη διαφερει απο αυτον του ανωριμου οχι ακριβως ως προς την αξιολογηση της "προσωπικοτητας", οχι επειδη ειναι πιο ενδιαφερων, η επειδη εχει "να πει περισσοτερα", αλλα μαλλον επειδη ειναι ενα πιο εκλεπτυσμενα τελειοποιημενο μεσον στο οποιο ειδικα, η πολυ ποικιλα αισθηματα ειναι ελευθερα να υπεισελθουν σε νεους συνδυασμους.
Η αναλογια ηταν αυτη του καταλυτη. Οταν τα δυο αερια που αναφερθηκαν προηγουμενως αναμειγνυονται με την παρουσια νηματων πλατινας, σχηματιζουν θεϊκο οξυ. Αυτος ο συνδυασμος συμβαινει μονο οταν ειναι παρουσα η πλατινα·· παρ' ολα αυτα το νεο οξυ που παραχθηκε δεν περιεχει ιχνος πλατινας, και η ιδια η πλατινα ειναι προφανως ανεπαφη· εμεινε αδρανης, ουδετερη, και αναλλοιωτη. Ο νους του ποιητη ειναι το κομματι της πλατινας. Μπορει εν μερει, η αποκλειστικα, να λειτουργει επανω στην πειρα του ιδιου του ανθρωπου· ομως, οσο τελειοτερος ειναι ο καλλιτεχνης, τοσο πιο ξεχωρα μεσα του θα ειναι ο ανθρωπος που υποφερει και ο νους που δημιουργει· τοσο τελειοτερα ο νους θα αφομοιωνει και θα μεταλλασσει τα παθη που ειναι το υλικο του.
[...] Ο νους του ποιητη ειναι οντως ενα δοχειο για την αποθηκευση αναριθμητων αισθηματων, φρασεων, εικονων, που παραμενουν εκει εως οτου ολα τα στοιχεια που μπορουν να ενωθουν για να σχηματισουν ενα νεο μιγμα, να ειναι παροντα μαζι.

Η αποπροσωποποιηση, συνοδος της αποπραγματοποιηση της παραδοσης, αφηνει τα δεδομενα της γυμνα, τα αποσυρει απο τα συμφραζομενα της παραδοσης, το κλιμα της. Τετοια δεδομενα παραθετει ο Eliot σε σημειωσεις για την "Ερημη χωρα", 52 τον αριθμο. Ηδη στο τετραστιχο μας, η "αποκοσμη πολη" ειναι αποηχος του Baudelaire: Fourmillante cité, cité pleine de rêves, / Où le spectre en plein jour raccroche le passant. Και το "τοσοι πολλοι, / Δεν το 'χα σκεφτει πως ο θανατος ειχε ξεκανει τοσους πολλους." φερνει τον Dante, Inferno, iii. 55–7: "si lunga tratta / di gente, ch'io non avrei mai creduto / che morte tanta n' avesse disfatta".
Ο καλλιτεχνης περνα απο την "αυτο-θυσια" της αποπροσωποποιησης, και τοτε τα αποπραγματοποιημενα κομματια, καποτε, ισως, "ενωνονται για να σχηματισουν ενα νεο μειγμα" - οπως η γυμνη παρουσια της πλατινας οδωνει τον σχηματισμο του διοξειδιου του θειου.
Εχουμε και παλι το "απολυτο κλεισιμο" του Hegel: Ο καλλιτεχνης περνα απο τον θανατο, αφηνει τον κοσμο, και καποτε ο κοσμος ξαναγυριζει σ' αυτον – στο εργο του.

Keiji Nishitani
Ο Nishitani (1900–1990) ειναι ενας απο τους σημαντικοτερους νοητες της Απω Ανατολης. Στο βιβλιο του με τον τιτλο της αγγλικης μεταφρασης "
Religion and Nothingness" και της γερμανικης "Was ist Religion?" λεει: "Ομως η ζωη ειναι εξαρχης ενα με τον θανατο." Πως εννοει αυτο το "εξαρχης ενα"; Προκειται για την εμπειρια του χρονου: Στην πραγματικοτητα αυτο που θα συμβει σε εκατο χρονια, ειναι ηδη εδω:
Αφου λεγεται πως μια στιγμη ειναι δεκα χιλιαδες χρονια και δεκα χιλιαδες χρονια ειναι μια στιγμη. Σε μια τετοια εκλαμψη, στο φως ενος τετοιου "πνευματικου οφθαλμου", αυτο που θα ειναι επικαιρο σ' εκατο χρονια ειναι επικαιρο ηδη σημερα.
Ο Nishitani μιλα για εναν "διπλο φωτισμο" των πραγματων, η για μια "διπλη θεαση". Ο δευτερος φωτισμος, η δευτερη θεαση βλεπει εναν σημερα ζωντανο ανθρωπο νεκρο, βλεπει εναν σκελετο. Ο Basho, σημειωνει ο Nishitani, προλογιζει ενα χαϊκου ως εξης:
Στο σπιτι του Homma Shume κρεμεται στον τοιχο της θεατρικης του σκηνης-Νο ενας πινακας που δειχνει μια σκηνη-Νο με μια ομαδα σκελετων που παιζουν με φλογερες και τυμπανα. Πειτε μου, γινεται η οψη της ζωης να διαφερει σε τιποτα απ' αυτο το παιξιμο; Ο αρχαιος θρυλος οπου εκεινος που βρισκεται σε υπνο με μια νεκροκεφαλη για μαξιλαρι, ειναι μεχρι τελους ανικανος να διακρινει ονειρο και πραγματικοτητα, επισης απεικονιζει την ζωη μας.
Ο "πνευματικος οφθαλμος" ειναι ενα ματι αποπροσωποιημενο! Το χαϊκου που ακολουθει λεει:
Ριπες κεραυνων - / Στο προσωπο μου / Χορτα της στεππας!
Και το σχολιο του Nishitani:
Καποτε ο ποιητης, σε μια απο τις περιπλανησεις του, επρεπε να περασει μια νυχτα σε μια τεφρα στεππα. Πανω στον ουρανο μαινονταν κεραυνοι, κι αξαφνα ειδε τον εαυτο του να κειτεται στο χορτο, με μια τουφα απο χορτα της στεππας στο προσωπο του. Ο βουδιστικος "διαλογισμος νεκροκεφαλης" και το παραδοσιακο θεμα της τεχνης απαρτιζουν το φοντο αυτου του χαϊκου. Ομως νεο εδω ειναι το οτι ενας ζωντανος ανθρωπος αναγνωριζει τον εαυτο του, ετσι οπως ειναι, στην εικονα της νεκροκεφαλης στο χορτο της στεππας. Σ' αυτο το ποιημα δεν προκειται λοιπον μονο για μια νεκροκεφαλη στο χορτο της στεππας. Μια ρηση του zen λεει: "Στο χωραφι παντου κρανια νεκρα." Αυτο το χωραφι μπορει να ειναι η Kinza [κεντρο του Tokio] η το Broadway. Βεβαια θα 'ρθει καιρος που εκει θα φυτρωσει και παλι το χορταρι της στεππας.
Ετσι διαβαζει και τους στιχους του Eliot που παρατεθηκαν προηγουμενως:
Το ματι γι' αυτην την διπλη θεαση μπορει κανεις να το βρει και σε μερικους μοντερνους δυτικους ποιητες. Στον T.S.Eliot λεει:
Αποκοσμη πολη, / Μεσα στην καφετια αχλη μιας χαραυγης του χειμωνα, / Ενα πληθος πλημμυριζε τη γεφυρα του Λονδινου, τοσοι πολλοι, / Δεν το 'χα σκεφτει πως ο θανατος ειχε ξεκανει τοσους πολλους.
Στην τελευταια γραμμη δειχνει την περιγραφη της κηδειας στην Κολαση του Dante, πως οι ανθρωποι χυνονται πανω στην Γεφυρα του Λονδινου. Η δραστηρια πολη Λονδινο, μια οφθαλμοφανης πραγματικοτητα, εμφανιζεται στον ποιητη ως αυτη τουτη ως "αποκοσμη", που θα πει: ως νεκρη. (Στο τελευταιο μερος της Ερημης Χωρας ονομαζονται "αποκοσμα" οχι μονο το Λονδινο αλλα κι η Ιερουσαλημ, η Αθηνα κι η Αλεξανδρεια, τα κεντρα γεννησης του δυτικου πολιτισμου. Το διπλωπικο ματι στρεφεται και στην ιστορια.)
Ενας τετοιος διπλος φωτισμος αρμοζει στην αληθινη οψη των πραγματων στην πραγματικοτητα τους. Την απαιτουν τα ιδια τα πραγματα.


Σχετικα κειμενα μου
Ο θανατος
[...] έτσι κι η νεκρή μητέρα μου δεν είναι τίποτα. Μόνο που καμιά παράσταση της δεν μπορεί να την αποδώσει όπως είναι σήμερα. Είναι λοιπόν, όμως χωρίς τη μορφή της, χωρίς τη φωνή της, όπως την είδα και την άκουσα άλλοτε. Είναι δίχως μορφή, δίχως φωνή, δίχως πρόσωπο, δίχως καν ν' αναγνωρίζεται ως μητέρα μου, γυναί¬κα του πατέρα μου κτλ. Δεν έχει καν φύλο. Ακόμα και το «την», η προσωπική της αντωνυμία, ηχεί παράταιρα. Όλα τους εξανεμίζο¬νται. Η νεκρή μητέρα μου, ως νεκρή, έχει απο-προσωποιηθεί. Είναι, όμως είναι ένα τίποτα - ο τονισμός τώρα πέφτει στο «είναι»: είναι ένα τίποτα.
Αυτό το τίποτα έχει αφήσει εκείνη τη μορφή που λεγόταν «μητέρα μου» πίσω. Και πάλι τη φέρνει μαζί του, απρόσωπη πια. Αυ¬τό το τίποτα έκτοτε με συντροφεύει. Όταν βλέπω το φως του ήλιου, αυτό το τίποτα βλέπει μαζί μου. Όταν χρησιμοποιώ το τηγάνι και την κατσαρόλα που πήρα από το σπίτι της, αυτό το τίποτα μαγει¬ρεύει μαζί μου. Τις ώρες που συνομιλώ έτσι μ' αυτό το τίποτα, απο-προσωποποιούμαι κι εγώ. Γίνομαι ένα τίποτα.
[...]
«Δεν μου φτάνουν οι ζωντανοί» γράφει ο Γιώργος Σεφέρης. Πρώτα στη συνομιλία με τους νεκρούς, στην οποία, επαναλαμβάνω τα λόγια του Ηράκλειτου, οι νεκροί πεθαίνουν τη ζωή των ζώντων, οι ζώντες ζουν το θάνατο των νεκρών, σ' αυτήν την αποπροσωποποίηση όπου συναντώνται το τίποτα με το τίποτα, γίνονται, είπα πριν, το φως περισσότερο φως, τα πράγματα περισσότερο πράγματα, γίνεται το σκοτάδι περισσότερο σκοτάδι. «Περισσότερο» θα πει εδώ: τώρα τα πάντα «βγάζουν σπίθες», αναφλέγονται, ο κόσμος γίνεται φωτιά «πῦρ άείζωον» τον αποκάλεσε ο Ηράκλειτος. Αυτόν τον κόσμο, λέει ο Εφέσιος στο ίδιο απόσπασμα, δεν τον εποίησε ούτε θεός ούτε άνθρωπος αλλά ήταν, είναι και θα είναι - πῦρ ἀείζωον.
''Μα πρεπει να μ' αρμηνεψουν οι πεθαμενοι...''

Θεραπεια
Η θεραπεια ως εργο τεχνης

Η ξενωση της μνημης. Βλεπε:

ψυχαναλυση_ΚΕΙΜΕΝΑ ΟΜΙΛΙΕΣ 1996-2000
Η εκδικηση
ψυχαναλυση_ΚΕΙΜΕΝΑ ΟΜΙΛΙΕΣ 2011-
Λογοτεχνια και Ψυχαναλυση
ψυχαναλυση_ΚΕΙΜΕΝΑ ΟΜΙΛΙΕΣ 2011-
''Μα πρεπει να μ' αρμηνεψουν οι πεθαμενοι...''
εν παροδω_ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
Επιζωντας τον θανατο
εν παροδω_ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
Ονειρα
μαθηματα_ΣΧΌΛΗ
- Λαθος χρονος
μαθηματα_ΕΠΟΠΤΕΙΕΣ
Οι ομορφες ωρες
ψυχαναλυση_ΚΕΙΜΕΝΑ ΟΜΙΛΙΕΣ 1996-2000
Η ψυχαναλυση στο τελος της Μεταφυσικης και η ελληνικη νοηση
εν παροδω_ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
Ηρακλειτος, απ. 50: ΟΥΚ ΕΜΟΥ ...
μαθηματα_ΕΠΟΠΤΕΙΕΣ
Μια ιστορια του Nietzsche
πυρ αειζωον
πυρ αειζωον
Ikebana
Ikebana
 

Πρόσφατα σε μια θεραπευτική συνάντηση μια γυναίκα μου μίλησε για το φόβο της του θανάτου. Την ρώτησα ποια εικόνα έχει για το θάνατο· τι την φοβίζει σ' αυτήν την εικόνα. Είπε το να είναι μέσα στο φέρετρο. Και, σ' αυτήν την εικόνα, ποιο στοιχείο της είναι το φοβερό; Το ότι είναι καταχωμένη βαθιά μέσα στο χώμα. Και τι της κάνει αυτήν την εικόνα, όπου είναι καταχωμένη, αφόρητη; Η απάντηση που μας προέκυψε μετά από κάποια αναζήτηση ήταν: Εκεί μέσα, στο φέρετρο, είναι πέρα για πέρα κρυμμένη.
Εδώ είναι το κρίσιμο σημείο σε κάθε λόγο για το θάνατο. Το διέκρινα με την αφορμή ενός αποσπάσματος του Ηράκλειτου που λέει: «ἀνθρώπους μένει ἀποθανόντας ἃσσα οὐκ ἔλπονται οὐδὲ δοκέουσιν» (στους ανθρώπους όταν έχουν πεθάνει απομένουν αυτά για τα οποία ούτε ελπίζουν ούτε και αποφαίνονται).
Ελπίζω για τα πράγματα τα μελλοντικά. Αποφαίνομαι για τα παρόντα και τα παρελθόντα. Στους ανθρώπους, όταν έχουν πεθάνει, απομένουν όσα πράγματα δεν είναι ούτε μελλοντικά ούτε παρόντα ούτε παρελθόντα. Δεν τους απομένει τίποτα.
Ποιο είναι λοιπόν το κρίσιμο σημείο στη συνομιλία με τη γυναίκα; Το ότι νεκρή μέσα στο φέρετρο δεν θα της έχει απομείνει κανένα κρύψιμο και κανένας φόβος. Αυτά που λέει δεν μπορεί λοιπόν να αφορούν το θάνατο της καθαυτόν. Από πού έρχονται τότε; Από πού αλλού παρά από τον τρόπο με τον οποίο τώρα την αφορούν τα πράγματα; Τώρα, όσο ζει;
Τη ρωτώ λοιπόν για τη σχέση της με πράγματα που έχουν τον χαρακτήρα του κρυμμένου. Για να γίνει πιο συγκεκριμένο, τη ρωτώ αν, π.χ., μικρή της άρεσε να παίζει κρυφτό, αν είχε μυστικά κτλ.
Στη συνομιλία που ακολουθεί διακρίνουμε μια στάση που την έχει σημαδέψει και που μέχρι σήμερα δεν είχε βρει το όνομα της: Παιδί γρήγορα σταμάτησε να παίζει κρυφτό· δεν μπορεί να έχει μυστικά, δεν θέλει να της εκμυστηρεύονται πράγματα· απεχθάνεται τις σκιές· το «δεν ξέρω» γυμνό, χωρίς την προσφυγή σε υποθέσεις και εικασίες, της φέρνει τρόμο.
Για το σημερινό μας θέμα αυτά αρκούν. Μόνο σαν αντίφωνο και σαν πρελούδιο για ό,τι θ' ακολουθήσει σας διαβάζω στίχους από ένα ποίημα του Paul Celan με τον τίτλο «Μίλα κι εσύ»:

Μίλα κι εσύ,
μίλησε τελευταίος,
πες το λόγο σου.
Μίλα -
Μα μην χωρίσεις το όχι απο το ναι.
Δώσε στο λόγο σου και το νόημα:
δώσε του τη σκιά.
Δώσ' του σκιά άφθονη,
δώσ' του τόση
όση γνωρίζεις γύρω σου μοιρασμένη ανάμεσα σε
μεσάνυχτα και μεσημέρι και μεσάνυχτα.
Κοίτα τριγύρω:
δες πώς όλα ζωντανεύουν παντού -
Μα το θάνατο! Ζωντανεύουν!
Αληθινά μιλάει όποιος μιλάει σκιές

Θα επανέλθουμε στον Celan.
Η γυναίκα πιστεύει πως μιλά για το θάνατο, όμως μιλάει για τη ζωή. Αυτό συμβαίνει κάθε φορά που αναφερόμαστε στο θάνατο. Λέμε «Θα πεθάνω» και χρησιμοποιούμε τη λέξη σαν ο θάνατος να ήταν ένα μελλοντικό συμβάν. Λέμε για κάποιον που πέθανε «Έφυγε», λες κι θάνατος είναι μια απομάκρυνση. Στα ιατρικά αρχεία των νοσοκομείων ο θάνατος σημειώνεται με το βαρύγδουπο και σχεδόν ακαταλαβίστικο λατινικό «exitus», έξοδος, σαν να ήταν κι αυτός ένα είδος «εξιτηρίου». O θάνατος δεν είναι ούτε συμβάν ούτε απομάκρυνση ούτε έξοδος ούτε τίποτε άλλο, καθώς όλες αυτές οι λέξεις μόνο στη ζωή έχουν μια χρήση κι ένα νόημα. Στο θάνατο δεν τους απομένει κανένα.
Όσο κι αν προσπαθήσουμε να μιλήσουμε για το θάνατο μας, θα βρεθούμε να μιλάμε με όρους της ζωής για πράγματα της ζωής μας. Και μάλιστα, όπως μας δείχνει το παράδειγμα της γυναίκας, για πράγματα που έχουν σημαδέψει ιδιαίτερα τη ζωή μας.
Είναι ένα απίστευτο παράδοξο: Ξεκινήσαμε από την αυτονόητη αντίληψη ότι ο θάνατος είναι το τελείως άλλο από τη ζωή. Ποιο είναι για τη γυναίκα το τελείως άλλο από τη ζωή της; Αυτό που της είναι αδιανόητο, αυτό που δεν έχει γνωρίσει αρκετά και απέναντι στο οποίο είναι κλειστή; Το κρυφό. Ε, λοιπόν ακριβώς αυτό, στη μορφή της εικόνας της μέσα στο φέρετρο, είναι και το όνομα που έχει δώσει στο θάνατο της!
Αν δεν το έχετε κάνει, επιχειρείστε να προσέξετε τι σας φοβίζει στο θάνατο. Εκεί θα βρείτε την ίδια σας τη ζωή. Μίλα μου για το θάνατο σου και θα σου μιλήσω για τη ζωή σου! Η παράδοξη αλήθεια που εδώ δηλώνεται είναι πως ζωή και θάνατος λέγονται ως ένα και το αυτό. Τούτο το ένα και το αυτό συναρμόζεται από το φόβο.
Η ζωή της γυναίκας, καθόσον είναι μια ζωή όπου φανερό και κρυφό διαχωρίζονται και το κρυφό μένει εξορισμένο, είναι μισή ζωή. Και κάθε φορά που μιλάμε για τη «ζωή» δίχως να περιλαμβάνουμε το θάνατο μιλάμε για μισή ζωή. Ζούμε μισή ζωή. Μοιάζει με το αρνητικό μιας φωτογραφίας όπου τα πάντα προβάλλουν σε αποχρώσεις του γκρίζου. Στην προοπτική του θανάτου εισβάλλει και το άλλο μισό, εφορμούν όλα τα χρώματα - μέσα σε ανείπωτο, λιγότερο ή περισσότερο συγκαλυμμένο φόβο.
Είναι όμως ο φόβος η μόνη δυνατότητα για τη σχέση ζωής και θανάτου; Ήδη στη συζήτηση του παραδείγματος μας διαφαίνεται μια άλλη: Όσο περισσότερο είναι κανείς ανοιχτός για τα πράγματα της ζωής τόσο λιγότερα έχει να φοβάται, τόσο λιγότερο είναι ο θάνατος θέμα. Τότε παύει και η «ζωή» να είναι θέμα. Αν η γυναίκα μπορέσει να δεχτεί τα κρυφά, τα μυστικά και τα μυστήρια, το παιχνίδισμα του φωτός με το σκοτάδι που υπάρχει στα πάντα, αν μπορέσει να «μιλήσει σκιές», τότε θα ζήσει το θάνατο της, δηλαδή εδώ: το κρύψιμο εν ζωή θα βρεθεί στο δρόμο που η απωασιατική παράδοση αποκαλεί «μέγα θάνατο».
Γράφει ο Σεφέρης: «Κι όμως κερδίζει κανείς το θάνατο του, τον δικό του θάνατο, που δεν ανήκει σε κανέναν άλλον και τούτο το παιχνίδι είναι η ζωή».
Όταν ήμουν παιδί και ξάπλωνα να κοιμηθώ, σκεφτόμουν ότι μπορεί να πεθάνω στον ύπνο μου κι ότι θα 'πρεπε να 'μαι έτοιμος. Γύριζα λοιπόν ανάσκελα, σταύρωνα τα χέρια στο στήθος, όπως κάνουν στους πεθαμένους, κι έλεγα φωναχτά τρεις φορές: «Α». Γιατί; Διότι ο τελευταίος μου λόγος έπρεπε να είναι το πιο ανοιχτό γράμμα: «Α»! Αργότερα, νέος άντρας πια, βασανιζόμουν, όπως καλή ώρα η γυναίκα που αναφέρθηκε, από την εικόνα μου νεκρού βαθιά κάτω στο χώμα. Νεκρού, αυτό ήταν το δικό μου σαράκι, που κρύωνε και κρύωνε δίχως να μπορεί να προστατευτεί. Αν είχα συναντήσει εκείνον τον νέο σήμερα, θα τον ρωτούσα μήπως αυτό το κρύο τον διαπερνά τώρα, μήπως η νοσταλγία μιας θαλπωρής τον διακατέχει τώρα, ενόσο ζει.
Γιατί σας τα λέω αυτά; Γιατί μια μέρα ανακάλυψα, με όχι μικρή έκπληξη, πως αυτή η εικόνα του νεκρού που ξεπαγιάζει κάτω στο χώμα με άφηνε παντελώς αδιάφορο. Δεν έχει νόημα να αναρωτηθούμε για το ποια εξέλιξη και ποιες διεργασίες με έφεραν σ' αυτόν τον νέο τόπο. Θα χανόμασταν σ' ένα δαίδαλο άκαρπων εκλογικεύσεων.
Ίσως έτσι λύνονται οι κόμποι ζωής και θανάτου, μ' ένα απροσδόκητο και ανύποπτο ξύπνημα σε μιαν άλλη ανοιχτότητα, σαν να σου δόθηκε μια χάρη. Άραγε εκείνο το «Α» του μικρού παιδιού είχε ξαναγυρίσει; Εκφρασμένο στη νέα ανοιχτότητα; Ίσως στα παιδικά μάτια έτσι λέγονταν, και κρύβονταν, εκείνη η αλήθεια που λέει πως μπορώ να πεθάνω ήσυχα μόνο αν έχω ζήσει ανοιχτά. Ίσως.
«Πώς θα πεθάνουμε;» ρωτά ο Σεφέρης στο όνομα όλων μας. «Οι άνθρωποι καλούνται οι θνητοί διότι το μπορούν, να πεθάνουν. Πεθαίνω θα πει: δύναμαι το θάνατο ως θάνατο» λέει ο Martin Heidegger.
Ενδεχομένως ο δρόμος της απάντησης στην ερώτηση του ποιητή και ο δρόμος της ανταπόκρισης στην πρόταση του νοητή είναι αυτός στον οποίο ο θάνατος παύει να είναι θέμα, δηλαδή παύει να διαχωρίζεται από τη ζωή. Τότε, όπως ειπώθηκε ήδη, παύει να είναι θέμα και η ζωή. Είναι μεγάλη υπόθεση. Είναι υπόθεση ζωής και θανάτου. Μη με ρωτάτε πώς γίνεται αυτό. Θα σας πω μόνο: κάποτε γίνεται.
Μόνο τούτο ακόμη, σαν μετάβαση στα επόμενα: Μην αναζητάς το θάνατο στο φέρετρο και στο πτώμα. Αλλού, μακρύτερα βρίσκεται, και συνάμα κοντύτερα. Χρειάζεται αυτή η «ευρυχωρία» - μια λέξη του Σεφέρη. Είναι ο τόπος όπου οι νεκροί συναντώνται με τους ζωντανούς, όχι σαν ξέχωροι αλλά όταν (Ηράκλειτος) εκείνοι πεθαίνουν τη ζωή αυτών και αυτοί ζουν το θάνατο εκείνων. Σ' αυτόν τον τόπο το φιλί και ο ξένος και το δάκρυ είναι αληθινότερα. Γι' αυτά μιλά και πάλι ένα ποίημα του Paul Celan:

ΚΡΥΣΤΑΛΛΟΣ
Μη στα χείλη μου ζητήσεις το στόμα σου,
μη μπροστά στην πόρτα τον ξένο,
μη στο μάτι το δάκρυ.
Εφτά νύχτες ψηλότερα διαβαίνει κόκκινο προς κόκκινο,
εφτά καρδιές βαθύτερα βαράει το χέρι την πόρτα,
εφτά ρόδα αργότερα κελαρεί το πηγάδι.

Πριν από τρία χρόνια πέθανε η μητέρα μου. Ας υποθέσουμε πως ο θάνατος της με άφησε αδιάφορο. Λέει αυτό κάτι ειδικά για τη σχέση με τη νεκρή μητέρα μου; Ή μήπως ήμασταν ο ένας για τον άλλο αδιάφοροι και όσο ζούσε; Ας υποθέσουμε πως μου λείπει, π.χ., πως τώρα αισθάνομαι ορφανεμένος. Λέει αυτό κάτι ειδικά για τη σχέση με τη νεκρή μητέρα μου; Ή μήπως όσο ζούσε παρέμενα ο μικρός γιος που «μαμαδίζονταν»; Ας υποθέσουμε πως ο θάνατος της με ανακούφισε και με απελευθέρωσε. Λέει αυτό κάτι ειδικά για τη σχέση με τη νεκρή μητέρα μου; Ή μήπως όσο ζούσε με ήθελε δορυφόρο της;
Μήπως ζωή και θάνατος της μητέρας μου είναι όψεις του ίδιου νομίσματος; Ακριβώς αντίστοιχα με τη γυναίκα την καταχωμένη στο φέρετρο και με τον νεαρό άντρα που κρυώνει κάτω από το χώμα; Μήπως κι εδώ ζωή και θάνατος είναι ένα και το αυτό; Όπου τούτο το ένα και το αυτό συναρμόζεται κάθε φορά από την αδιαφορία, το μαμάδισμα, τον εγωισμό;
Όμως εξαντλείται εδώ η σχέση με τη νεκρή μητέρα μου; Ή μήπως κι εδώ έχουμε να κάνουμε με το αρνητικό μιας φωτογραφίας; Με μισή ζωή;
Ας ξαναδούμε τα πράγματα από την αρχή. Από τη νεκρή μητέρα μου έχω διάφορες αναμνήσεις. Τη θυμάμαι, π.χ., παλιά σε συγκεντρώσεις στο σπίτι να έχει βγάλει τις γόβες της και να χορεύει όλο κέφι. Όμως σε μια τέτοια ανάμνηση είναι ζωντανή, ολοζώντανη. Όταν τη βλέπω τώρα νοερά να χορεύει είναι σαν ένα replay. Η ανάμνηση μου την αναβιώνει. Αυτή δεν είναι η νεκρή μητέρα μου. Βέβαια μια τέτοια ανάμνηση ποτέ πια δεν θα μπορέσω να τη μοιραστώ μαζί της. Όμως και πάλι αυτό και όλα τα «ποτέ πια» λέγονται σε αναφορά με τη ζωή της και την κοινή μας ζωή. Δεν αναφέρονται στη νεκρή μητέρα μου καθαυτήν. Η εικόνα της που χορεύει εξανεμίζεται.
Τη θυμάμαι και νεκρή, στο φέρετρο. Όμως ακόμα κι αυτό είναι ένα replay. Δεν είναι η νεκρή μητέρα μου σήμερα. Κάθε παράσταση της μένει πίσω από τη σημερινή νεκρή μητέρα μου.
Όσα ειπώθηκαν τελευταία τα ακούμε σ' ένα μοιρολόι των ελληνόφωνων της Κάτω Ιταλίας:

Μοιρολόι
[...] Στο καλάθι της θυγατέρας μου
έπρεπαν άσπρα τα προικιά.
Ήρθε ο θάνατος και της έβαλε
την αγιαστούρα και τα κεριά.
Ποιος το ξέρει, μικρό μου κορίτσι,
πού σε πήραν οι παπάδες;
- Εκεί που δε σειέται φύλλο απ' τον άνεμο καλύτερα, μάνα μου, να μην το ξέρεις.
- Ποιος σου πλένει τα ρουχάκια σου
απ' αυτούς που 'σαι μαζί, για να τον δούμε;
- Κανείς ποτέ απ' όσους είμαστ' εδώ πέρα
δε θωριέται και δε θωρεί.

Η κόρη λέει το ίδιο: Στον Άδη, εκεί που σύμφωνα με το όνομα του δεν υπάρχει κανένα ίδείν, κάθε εικόνα της, κάθε τρόπος της μητέρας της ν' αναφέρεται σ' αυτήν εξανεμίζεται. Και πάλι, όπως η κόρη, έτσι κι η νεκρή μητέρα μου δεν είναι τίποτα. Μόνο που καμιά παράσταση της δεν μπορεί να την αποδώσει όπως είναι σήμερα. Είναι λοιπόν, όμως χωρίς τη μορφή της, χωρίς τη φωνή της, όπως την είδα και την άκουσα άλλοτε. Είναι δίχως μορφή, δίχως φωνή, δίχως πρόσωπο, δίχως καν ν' αναγνωρίζεται ως μητέρα μου, γυναίκα του πατέρα μου κτλ. Δεν έχει καν φύλο. Ακόμα και το «την», η προσωπική της αντωνυμία, ηχεί παράταιρα. Όλα τους εξανεμίζονται. Η νεκρή μητέρα μου, ως νεκρή, έχει απο-προσωποιηθεί. Είναι, όμως είναι ένα τίποτα - ο τονισμός τώρα πέφτει στο «είναι»: είναι ένα τίποτα.
Αυτό το τίποτα έχει αφήσει εκείνη τη μορφή που λεγόταν «μητέρα μου» πίσω. Και πάλι τη φέρνει μαζί του, απρόσωπη πια. Αυτό το τίποτα έκτοτε με συντροφεύει. Όταν βλέπω το φως του ήλιου, αυτό το τίποτα βλέπει μαζί μου. Όταν χρησιμοποιώ το τηγάνι και την κατσαρόλα που πήρα από το σπίτι της, αυτό το τίποτα μαγειρεύει μαζί μου. Τις ώρες που συνομιλώ έτσι μ' αυτό το τίποτα, απο-προσωποποιούμαι κι εγώ. Γίνομαι ένα τίποτα. Celan:

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΙΑ
αυτή
η βαρύτητα που
κάποτε βυθίζεται μαζί σου
μέσα στην ώρα. Είναι
μια άλλη.
Είναι το βαρίδι που συγκρατεί το κενό
που θα συν-
παρασέρνονταν μαζί σου.
Δεν έχει, όπως κι εσύ, κανένα όνομα. Ίσως
είστε το ίδιο/Ισως
κάποτε κι εσύ να με ονομάσεις
έτσι.

Τώρα όμως, σ' αυτές τις ώρες, το φως του ήλιου είναι περισσότερο φως γιατί δεν υπάρχει ένα εγώ που να παρεμβαίνει με τις αντιλήψεις του και με τις προτιμήσεις του. Το φως είναι περισσότερο φως και τα πράγματα, όπως το τηγάνι και η κατσαρόλα, περισσότερο πράγματα. Μέχρι τις παρυφές αυτής της ενόρασης έφτασα.
Εδώ επιτρέψτε μου μια παρέκβαση. Η «φαινομενολογία», δηλαδή ο λόγος που λέγει τα φαινόμενα, εκφράζει τα πράγματα όπως δείχνονται καθαυτά, μπορεί να τα λέγει αληθινά μόνο όταν το υποκείμενο του λόγου απεκδύεται κάθε δική του υπόσταση. Αυτό είναι που ζητάει ο Freud, για να μείνουμε στη θεραπευτική, έστω κι αν δεν το εννοεί σε όλο το εύρος του, όταν περιμένει απ' τον πελάτη να πει ό,τι του έρχεται στο νου δίχως να παρεμβάλλει τίποτα δικό του, δηλαδή δίχως να επιλέγει, να αλλοιώνει, να αποσιωπά, να τονίζει. Και αυτό είναι που ζητάει από τον θεραπευτή όταν περιμένει απ' αυτόν μια προσοχή «ελεύθερα μετέωρη».
Όμως οι παροτρύνσεις δεν φτάνουν. Δείχνουν την κατεύθυνση μόνο, και προς τα εκεί οδηγεί ο θεραπευτής με την τέχνη του - όχι την τεχνική του. Είναι τα ίδια τα πράγματα που εξαναγκάζουν σ' αυτόν το δρόμο, καθώς δείχνονται πάντα με το φως και με τη σκιά τους. Ένα τέτοιο πράγμα είναι ο θάνατος, ως αυτό που (Σεφέρης) «χαρίζει τη ζωή».
Η αληθινή συνομιλία με τους νεκρούς όπου ο κόσμος δεν βυθίζεται στη θανατίλα αλλά «μα το θάνατο, ζωντανεύει» σπάνια πραγματώθηκε στην ιστορία της Δύσης. Όσο εγώ γνωρίζω, και όπως θα διαπιστώσατε, μια από τις πιο ολοκληρωμένες πραγματώσεις της είναι η ποίηση του Paul Celan. Αυτός, πιστεύω, είναι ο κρυφός λόγος που ο Celan συχνά αναγνωρίζεται ως ο μεγαλύτερος ποιητής της εποχής μας. Κανένας άλλος ποιητής, και κανένας νοητής, ούτε ο Heidegger, δεν το κατάφεραν σε τέτοια πληρότητα, εννοώ τη συνομιλία με τους νεκρούς που χαρίζει μια -κι εδώ χρησιμοποιώ τον τίτλο μιας ποιητικής συλλογής του- χαρίζει μια «τροπή της ανάσας» και ικανοποιεί ό,τι ο Ηράκλειτος διατύπωσε με απίστευτη απλότητα, δίχως επιφωνήματα, σχεδόν στη ρύμη του λόγου του: «ταὐτὸ τ' ἔνι ζῶν καὶ τεθνηκὸς» (το αυτό είναι ζωντανό και πεθαμένο). Το αυτό: Η συνάντηση του τίποτα με το τίποτα. Celan:

ξέρω,
ξέρω και ξέρεις, ξέραμε,
δεν ξέραμε,
άλλωστε εδώ είμασταν κι όχι εκεί,
και κάποτε, όταν
μόνο το τίποτα έστεκε ανάμεσα μας, βρίσκαμε
ο ένας τον άλλο ολότελα.

Κι ακόμα:

ΨΑΛΜΟΣ
Κανείς δεν θα μας ξαναπλάσει από χώμα και λάσπη,
κανείς δεν θα διαβάσει τη στάχτη μας.
Κανείς.
Δοξασμένος να 'σαι, Κανείς εσύ.
Για χάρη σου θε ν'
ανθίσουμε.
Κατά
σένα.
Ένα Μηδέν
ήμασταν, είμαστε, θα
μείνουμε, ανθώντας:
του Μηδενός, του
Κανενός το ρόδο.

«Δεν μου φτάνουν οι ζωντανοί» γράφει ο Γιώργος Σεφέρης. Πρώτα στη συνομιλία με τους νεκρούς, στην οποία, επαναλαμβάνω τα λόγια του Ηράκλειτου, οι νεκροί πεθαίνουν τη ζωή των ζώντων, οι ζώντες ζουν το θάνατο των νεκρών, σ' αυτήν την αποπροσωποποίηση όπου συναντώνται το τίποτα με το τίποτα, γίνονται, είπα πριν, το φως περισσότερο φως, τα πράγματα περισσότερο πράγματα, γίνεται το σκοτάδι περισσότερο σκοτάδι. «Περισσότερο» θα πει εδώ: τώρα τα πάντα «βγάζουν σπίθες», αναφλέγονται, ο κόσμος γίνεται φωτιά «πῦρ άείζωον» τον αποκάλεσε ο Ηράκλειτος. Αυτόν τον κόσμο, λέει ο Εφέσιος στο ίδιο απόσπασμα, δεν τον εποίησε ούτε θεός ούτε άνθρωπος αλλά ήταν, είναι και θα είναι - πῦρ ἀείζωον.
Τότε το κάθε τι είναι μια φλόγα που ξεκινά απ' το τίποτα και μένει στέρεα μετέωρη στο κενό. Κι εδώ, σ' αυτήν την εικόνα συναντώνται η απαρχή της δυτικής νόησης με μια κορύφωση της ανατολικής. Μια τέτοια εικόνα υπάρχει:
[φωτο]
Είναι μια καλλιγραφία του συγχρόνου ζεν-φιλοσόφου Hisamatsu. To φλεγόμενο ιδεόγραμμα στη μέση είναι η καρδιά. Στο περιθώριο λέει: «Πρέπει να κατοικείς ή να μένεις στο πουθενά και πρέπει ν' αφήνεις την καρδιά να ξεσπάσει». Ίσως κι εδώ λέγεται ό,τι συναντήσαμε επανειλημμένα: ζωή και θάνατος είναι το αυτό.
Ο βουδισμός, ιδιαίτερα ο ζεν-βουδισμός, είναι εξαρχής στραμμένος στο θάνατο. Ό,τι σχετικό εκφράστηκε στη Δύση, στο χριστιανισμό, στην ποίηση, στη νόηση, στην τέχνη είναι ψήγματα σε σύγκριση με την Ανατολή όπου αναπτύχθηκε σ' ένα μοναδικό εύρος και βάθος μέσα από μια μακραίωνη παράδοση. Εκείνο πάλι που εδώ λείπει σχεδόν ολότελα είναι η δεκτικότητα για την πλάνη, όχι με την έννοια της συμπάθειας και της συγκατάβασης αλλά σαν δρόμος που κάποτε μπορεί να φέρει στην αλήθεια. Αν η γυναίκα κι ο νέος μιλούσαν για την εικόνα τους του θανάτου σ' έναν δάσκαλο του ζεν, φαντάζομαι πως για απάντηση θα εισέπρατταν μια ξυλιά από το ραβδί του. O άλλος, ο δικός μας δρόμος, δρομολογήθηκε με την αρχαία τραγωδία: Είναι η πλάνη που κάνει αυτόν που έχει μπει στο λούκι της να τσακίζεται, όπου αυτή ακριβώς η συμφορά θα φέρει την κάθαρση. Θα το δούμε και παρακάτω.
Μ' αυτήν την επιφύλαξη μου φαίνεται πως έχουμε πολλά να μάθουμε από την Ανατολή - όπως τώρα, που κι αυτοί έγιναν σαν εμάς, θα χρειαστεί να μάθουν ν' αντιμετωπίζουν το ανθρώπινο βάσανο με άλλη κατανόηση.
Για το θέμα του διαλόγου Δύσης κι Ανατολής θα γίνει μια ακόμη παρέκβαση. Γράφει ο Keiji Nishitani, ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Ιάπωνες νοητές:

Σήμερα, όπου σε όλες τις περιοχές της ανθρώπινης πρακτικής λαμβάνουν χώρα συναντήσεις μεταξύ Ανατολής και Δύσης με εκπληκτική ταχύτητα, η αμοιβαία κατανόηση είναι δίχως άλλο μια από τις σημαντικότερες αποστολές της ανθρωπότητας. [...]
Σήμερα στέκουμε εμπρός στο πλέον οξύ αίτημα, δηλαδή να υπερβούμε τα δικά μας πνευματικά σχήματα και πρότυπα, τον άκαμπτο σκελετό δόγματος και δογματικής. Αυτό το αίτημα είναι σαν τομή, διότι μας καλεί να επιστρέψουμε στον πηγαίο μας «εαυτό» -πέραν κάθε δόγματος-, να απεκδυθούμε άπαξ δια παντός εκείνων των παγιωμένων σχημάτων και προτύπων που εγκλείουν τη σκέψη, την αίσθηση και τη βούληση μας σε τυποποιημένα και φαινομενικά αιώνια πλαίσια. Καλούμαστε να επιστρέψουμε στο πλέον θεμελιακό επίπεδο όπου ο άνθρωπος είναι απλώς άνθρωπος ή πλέον μόνο γιος του ανθρώπου, τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο· όπου είναι ολότελα έκθετος, άσκεπος, γδυτός, με άδεια χέρια, ανυπόδητος, όμως επίσης όπου μπορεί και ν' ανοίξει το ενδότατο της καρδιάς του απερίφραστα. [...] Όσο δύσκολο κι αν είναι, πάντως φαίνεται αναγκαίο να επιστρέψουμε σ' ένα τέτοιο θεμελιακό επίπεδο μέσα μας για να προετοιμάσουμε τον ανοιχτό τόπο για τη ζητούμενη γνήσια συνάντηση.

Δεν θα συμπληρώσω τίποτα. Η ίδια η ομιλία είναι μια απόπειρα προς αυτήν την κατεύθυνση.
Στο ζεν μια λέξη-κλειδί για την εννόηση του θανάτου είναι η «παροδικότητα». Επηρεασμένοι από την κρατούσα παράδοση η οποία παρασταίνει ως έγκυρο ό,τι έχει υπόσταση και μένει σταθερό στο χρόνο, θεωρούμε το παροδικό σαν το μηδαμινό που συμβαίνει σ' ένα τώρα για να χαθεί στο μετά. O Dogen, ένας από τους σημαντικότερους δασκάλους του ζεν, γράφει λίγο πριν από το θάνατο του:

Με τι λοιπόν να συγκρίνω
τον κόσμο και τη ζωή του ανθρώπου;
Με τον ίσκιο του φεγγαριού
όταν στη δροσοσταλίδα αγγίζει
το ράμφος από ένα θαλασσοπούλι.

O Byung-Chul Han, Ιάπωνας καθηγητής της φιλοσοφίας στη Βέρνη, σχολιάζει:

Εδώ κανείς έχει να κάνει με μια ιδιαίτερη εμπειρία της παροδικότητας [...] Όπου ανακινείται μια αντίσταση ενάντια στην παροδικότητα διαμορφώνεται ένας εμφατικός εαυτός. Κανείς μεγενθύνεται, τρόπον τινά κάνει το εγώ του να μεγαλώσει ενάντια στο θάνατο, που είναι ο θάνατος μου, που δίνει στο εγώ ένα τέλος. Μια άλλη αντίληψη της θνητότητας είναι εκείνη η «αφύπνιση στην παροδικότητα», στην οποία κανείς αφήνει τον εαυτό του να παρέλθει.
Εκεί που κανείς δίνει τον εαυτό του στο θάνατο, εκεί που κανείς κενώνεται, ο θάνατος δεν είναι πια θάνατος μου. Δεν έχει πια τίποτα το δραματικό. Δεν είμαι πια δέσμιος του θανάτου, που θα ήταν ο θάνατος μου.

Στη συνέχεια γίνεται αναφορά στον «μέγα θάνατο», που μνημονεύτηκε επιτροχάδην στην συζήτηση του παραδείγματος της γυναίκας:

Ο «μέγας θάνατος» δεν αποτελειώνει τη ζωή. Ο θάνατος που θα ερχόταν στο τέλος της ζωής θα ήταν ένας «μικρός» θάνατος. Σίγουρα μόνο ο άνθρωπος είναι ικανός για τον «μέγα θάνατο». Συνιστά εκείνο το τόλμημα, να πεθάνεις και να φύγεις καθαυτόν. Και όμως δεν εκμηδενίζει τον εαυτό. Πολύ περισσότερο τον διαυγάζει στο ανοιχτό. O εαυτός κενώνεται καθώς πληρούται με μια κοσμική ευρύτητα. Αυτό το ιδιάζον είδος θανάτου αφήνει να προκόψει ένας εαυτός πλήρης ευρύτητας, ένας ανιδιοτελής εαυτός.
Η εδώ εννοούμενη παροδικότητα αποδίδεται παραστατικά στην τέχνη του ikebana, όπου λουλούδια κόβονται και τοποθετούνται σ' ένα βάζο με χώμα.
[φωτο]
Ακούστε τι λέει σχετικά ο Nishitani έχοντας κατά νου πως η ανθρώπινη ύπαρξη είναι σαν λουλούδι του ikebana. Γράφει ο Han:

O Nishitani ερμηνεύει την ιαπωνική τέχνη της τοποθέτησης των λουλουδιών από την πλευρά του φαινομένου του κοψίματος. Όταν κάποιος χωρίζει το λουλούδι από τη ρίζα της ζωής του, τρόπον τινά το αποκόβει από την ψυχή του. Έτσι του αφαιρείται η ενστικτώδης ορμή, το appetitus. Στο λουλούδι αυτή η αποκοπή δίνει το θάνατο. Το κάνει να πεθάνει επί τούτου. Αυτός ο θάνατος διαφέρει από το μαρασμό, που για το λουλούδι θα ήταν ένα είδος απο-βίωσης ή φυσικού θανάτου. Κανείς δίνει στο λουλούδι το θάνατο προτού αυτό ζήσει μέχρι τέλους. [...]
Το κομμένο λουλούδι, που πλέον δεν ορέγεται τίποτα, διάγει τον εκάστοτε χρόνο του. Διαμένει ολότελα στο εκάστοτε παρόν δίχως μέριμνα για το πριν και το μετά. Γίνεται ολότελα χρόνος δίχως αντίσταση εναντίον του. Όπου πηγαίνει με το χρόνο, συμφιλιωμένο μαζί του, ο χρόνος δεν παρέρχεται. [...] Ανακύπτει εν μέσω του χρόνου μια ιδιάζουσα διάρκεια, μια διάρκεια δίχως συνέχεια, που δεν παριστάνει καμιά άχρονη απεραντοσύνη, κανέναν σταματημένο χρόνο. Είναι μια έκφανση εκείνης της περατότητας που ησυχάζει στον εαυτό της, φέρει η ίδια τον εαυτό της, που δεν αλληθωρίζει προς το «άπειρο», που κατά έναν τρόπο έχει ξεχάσει τον εαυτό της. [...] Ikebana θα πει κατά λέξη: «ζωογόνηση του λουλουδιού». Πρόκειται για μια ιδιάζουσα ζωογόνηση. Κανείς ζωογονεί το λουλούδι, το υποβοηθεί προς μια βαθύτερη ζωντάνια δίνοντας του το θάνατο. Το ikebana κάνει το περατό ως αυτό τούτο να λάμπει δίχως το φως της απεραντοσύνης. Ωραία εδώ είναι η καταλαγιασμένη, ατάραχη περατότητα, η ησυχασμένη στον εαυτό της, μια περατότητα που φωτίζεται δίχως να κοιτά πέρα από τον εαυτό της. [...]

Και γιατί η ανθρώπινη ύπαρξη είναι σαν λουλούδι του ikebana; Διότι οι άνθρωποι είναι οι θνητοί. Μια λέξη του Ηράκλειτου για τον άνθρωπο είναι ο «μόρος». Θα πει: θνητή μοίρα. Γεννιέμαι θα πει συνάμα και εξαρχής πεθαίνω. Η αποκοπή που δίνεται στο λουλούδι στην τέχνη του ikebana, έχει δοθεί στον άνθρωπο εξαρχής και χωρίς να παρέμβει κανένα χέρι.
Ακούσαμε: «Το κομμένο λουλούδι, που πλέον δεν ορέγεται τίποτα, διάγει τον εκάστοτε χρόνο του. Διαμένει ολότελα στο εκάστοτε παρόν δίχως μέριμνα για το πριν και το μετά». Αν το ύστατο «μετά» είναι ο θάνατος, τότε η «μέριμνα» γι' αυτόν θα έλειπε στο βαθμό που κανείς θα είχε πεθάνει τον «μέγα θάνατο», ή, στα καθ' ημάς, στο βαθμό που θα είχε αναλάβει τη θνητότητα του, είχε γίνει ο θνητός που είναι. Αντίστοιχα, θα συμπλήρωνα, το πρώτο «πριν» είναι η γέννηση. Όμως η γέννηση η οποία προσιδιάζει στον άνθρωπο θα ήταν μια «μεγάλη γέννηση», όπως όταν κανείς, όπως λέμε, «ξαναγεννιέται».Ίσως δεν πρόκειται καν για δυο ξεχωριστά πράγματα: Όταν πεθαίνω τον «μεγάλο θάνατο», ξαναγεννιέμαι. Τότε «μικρός θάνατος» και «μικρή γέννηση» δεν θα ήταν θέμα καμιάς «μέριμνας».
Τα λέμε αυτά με οδηγό τη σοφία της Ανατολής, όμως για μας τουλάχιστον μένει μια επιφύλαξη: Αυτή η σοφία μιλά αξιωματικά. Δεν μας λέει, ίσως δεν έχει καν ανάγκη να το σκεφτεί, από πού αντλεί το κύρος της. Στη γραφή του Παρμενίδη του Ελεάτη λέγεται: «τώς γένεσις μεν άπέσβεσται καί ἂπυστος ὂλεθρος» (έτσι η γέννηση έσβησε κι ο χαμός χάθηκε).
Και εδώ συναντούμε έναν τρόπο ύπαρξης όμοιο μ' εκείνον της παροδικότητας του κομμένου λουλουδιού και της ανθρώπινης ύπαρξης: πριν και μετά, και τα άκρα τους, γέννηση και χαμός, παύουν να είναι θέμα. Όμως στον Παρμενίδη, όπως και σ' όλη την πρώιμη ελληνική νόηση και τέχνη, τούτο δεν λέγεται αξιωματικά αλλά υπαγορεύεται απ' αυτό που οι αρχαίοι αποκαλούσαν «ανάγκη». Δεν την επιβάλλει κανένας άνθρωπος και κανένας θεός. Τα ίδια τα πράγματα εξαναγκάζουν σ' αυτήν.
Ας θυμηθούμε τη γυναίκα που φοβάται το θάνατο. Αυτό δεν είναι «ψυχολογικό πρόβλημα» και η λύση δεν βρίσκεται σε κάποιον τρόπο με τον οποίο θα θεραπευτεί από τη φοβία της και θα επανέλθει στο «φυσιολογικό». Ποια θα ήταν άλλωστε η «φυσιολογική» αντιμετώπιση του θανάτου; Η ψυχολογία, όπως η επιστήμη συνολικά και σχεδόν όλη η παραδοσιακή φιλοσοφία, γνωρίζει μόνο το θάνατο του εμβίου όντος, την απο-βίωση. Ο λόγος της για το θάνατο ακόμα, και προπάντων όταν τον κάνει αντικείμενο της έρευνας της, είναι ένας λόγος αφασικός. Όμως η αφασία, το είδαμε επανειλημμένα, δεν είναι η πραγματικότητα του θανάτου που αρμόζει στον άνθρωπο. Η γυναίκα που μιλά για το θάνατο της, όπως μιλά, δεν έχει ψυχολογικό πρόβλημα. Είναι εκτός πραγματικότητας.
Για ποια πραγματικότητα μιλάμε; Είπα στην αρχή, ακολουθώντας ένα λόγο του Ηράκλειτου: «Νεκρή μέσα στο φέρετρο δεν θα της έχει απομείνει κανένα κρύψιμο και κανένας φόβος». Μιλάμε για την πραγματικότητα όπου κάθε κρύψιμο και κάθε φόβος χρειάζονται τον άνθρωπο ο οποίος, ρητά ή άρρητα, λέγει και εννοεί: «κρύβομαι», «φοβάμαι». Το δρόμο αυτής της «χρείας», του χρή, ο Παρμενίδης τον ονομάζει δρόμο του «είναι»: ἔστιν.
Στα λόγια της γυναίκας αυτή η αρραγής ταυτότητα, όπου τα πράγματα είναι καταλογισμένα στον άνθρωπο, ο άνθρωπος είναι χρεωμένος τα πράγματα, διασπάται: Η γυναίκα μιλά για ένα κρύψιμο για το οποίο, όντας νεκρή, ποτέ δεν θα πει «κρύβομαι», μιλά για έναν φόβο για τον οποίο, όντας νεκρή, ποτέ δεν θα πει «φοβάμαι». Αυτόν το δρόμο τον εκτός πραγματικότητας ο Παρμενίδης τον ονομάζει δρόμο του «μη είναι»: οὐκ ἔστιν.
Ας τα ανακεφαλαιώσουμε ακούγοντας τώρα λίγα από τον ίδιο τον Παρμενίδη:

και κρίνεται τούτο:
είναι, ή δεν είναι
έχει λοιπόν κριθεί, όπως είναι ανάγκη
ο ένας δρόμος [του «δεν είναι»] να εγκαταλειφθεί καθότι δεν έχει νόημα και όνομα, αφού δεν είναι αληθινός δρόμος, όμως ο άλλος [ο δρόμος του «είναι»] κρίθηκε ότι υπάρχει και είναι αληθινός
σ' αυτόν τον δρόμο [του «είναι»] λοιπόν έχει πάμπολλα σήματα: «είναι» αγίνωτα και «είναι» άφθαρτα...

Τα σήματα ἀγένητον και ἀνώλεθρον δεν σημαίνουν κάποια θεϊκή αιώνια ύπαρξη δίχως αρχή και τέλος. Σημαίνουν πως το πριν της γέννησης και το μετά το θάνατο δεν μπορεί ποτέ να εννοηθεί και να ειπωθεί. Κάθε τέτοια απόπειρα προσκρούει στο άβατο του «μη είναι». Τα ερωτήματα για τη γέννηση και το θάνατο είναι ψευδο-ερωτήματα. Ακριβώς γι' αυτό φέρνουν σύγχυση και ταλανίζουν, όπως στην περίπτωση της γυναίκας και του νεαρού άντρα. Τούτο αφορά κατά έναν τρόπο κάθε πριν και μετά, όμως η συζήτηση του δεν είναι της ώρας.
Θα προσέξατε πως στον Παρμενίδη δεν γίνεται λόγος γι' αυτό ή εκείνο το πράγμα, αλλά για το «είναι».Ίσως ένας τρόπος να βρεθεί κανείς στο δρόμο του είναι κι αυτός που δοκίμασα να περιγράψω μιλώντας για τη νεκρή μητέρα μου, την αποπροσωποποιημένη, που είναι, όμως είναι ένας κανείς, ανύπαρκτη, ένα τίποτα, το οποίο τελικά διαπερνά και μεταβάλλει κι εμένα και τα πάντα. Η αφορμή εδώ ήταν ο θάνατος της μητέρας μου, όμως τελικά πρόκειται για την κάθε συνάντηση των νεκρών με τους ζωντανούς, στην οποία συν-ουσιάζονται και απ-ουσιάζονται μεταξύ τους. Αυτό το τίποτα, είπα ακόμη, δεν είναι «τίποτα» αλλά στο φως του κάθε τι γράφει ο Celan «μα το θάνατο, ζωντανεύει». Το ακούσαμε με διάφορους τρόπους από τον Ηράκλειτο, τον Σεφέρη, τους Ανατολικούς.
Το «είναι» στον Παρμενίδη, θυμίζω, ονομάζει εκείνη την αρραγή ταυτότητα όπου τα πράγματα είναι καταλογισμένα στον άνθρωπο, ο άνθρωπος είναι χρεωμένος τα πράγματα. Αυτός ο δρόμος υπαγορεύεται από την ανάγκη, το κράτος της οποίας, θυμίζω ακόμα, επιβάλλεται τραγικά, δηλαδή με τον πόλεμον, μια λέξη του Ηράκλειτου όπου οι πλανημένοι δρόμοι είναι γραφτό να φθάσουν σε αδιέξοδο και οι οδοιπόροι τους να τσακιστούνε στον τοίχο του. Ακούσαμε την αντίστοιχη λέξη του Παρμενίδη: «κρίσις». Η «κρίση» δεν είναι απλά ένα κακό. Σημαίνει τη διάκριση. Γι' αυτό η κρίση πάντα μας βάζει στο αλλόκοτο σταυροδρόμι πλάνης κι αλήθειας και δρομολογεί τις πορείες μας. Ο φόβος της γυναίκας και του νεαρού άντρα, αλλά και κάθε φόβος θανάτου, δεν είναι ψυχολογικό συναίσθημα αλλά κρίσις, σημάδι της πρόσπτωσης επάνω σε τέτοιους τοίχους.
Ομόλογο του φόβου του θανάτου είναι η κρίση του πένθους. Ποια πλάνη οδηγεί τον πενθούντα στα άκρα; Όπως στην εικόνα του φέρετρου για τη γυναίκα και τον νέο, έτσι και στο πένθος ο νεκρός διατηρεί την υπόσταση του: Είναι νοερά παρών με τη μορφή του, κανείς πολλές φορές μιλά μαζί του. O Ελβετός θεραπευτής Hanspeter Padrutt στο βιβλίο του για τον Παρμενίδη, στο οποίο οφείλω μια αποφασιστική ώθηση για όσα σας ανέπτυξα, στο σχετικό κεφάλαιο αναφέρει σαν μότο ένα ανέκδοτο του Kleist. Σας το διαβάζω μεταφρασμένο:

O Bach, όταν πέθανε η γυναίκα του, έπρεπε να κάνει τις προετοιμασίες για την κηδεία της. Όμως ο καημένος είχε συνηθίσει ν' αφήνει τα πάντα στη φροντίδα της γυναίκας του· τόσο που, όταν ήρθε ένας γέρος υπηρέτης και του ζήτησε χρήματα για τα λουλούδια που θα στόλιζαν το φέρετρο, αυτός με βουβά δάκρυα, με το κεφάλι πεσμένο πάνω σ' ένα τραπέζι, απάντησε: «Πες της γυναίκας μου».

Στον Bach η γυναίκα του διατηρεί την υπόσταση της - όπου, μεταξύ άλλων, φροντίζει για τα πάντα. Η οδύνη του πένθους, αυτό που πονάει, είναι το πέσιμο στον τοίχο του «όχι πια»: Η γυναίκα του ποτέ δεν θα ξαναφροντίσει το σπίτι, ποτέ δεν θα δώσει λεφτά για τα λουλούδια της κηδείας της. O Bach βρίσκεται στον αδιέξοδο, αδιανόητο και ακατανόμαστο δρόμο του «μη είναι». Η ανάγκη τον κάνει να πέφτει πάνω στον τοίχο του αδιέξοδου. Η οδύνη του πένθους δεν είναι άλλο από το συμβάν αυτής της πρόσπτωσης, που τσακίζει τον πλανημένο νου, πάλι και πάλι. Έτσι και μόνον έτσι, παθαίνοντας, μαθαίνουμε.
Μια ιστορία ακόμα από τη μυθολογία μας. O Σίσυφος ήταν, λέγεται, ο πιο πονηρός και πανούργος άντρας. Μετά το θάνατο του πήγε να ξεγελάσει τους θεούς και να γυρίσει στον πάνω κόσμο, και για λίγο το κατάφερε. Οι θεοί τον τιμώρησαν και του επέβαλαν για ποινή ν' ανεβάζει ένα βράχο σ' ένα ύψωμα. Όχι τόσο γνωστή είναι μια λεπτομέρεια: O βράχος βρίσκεται στον κάτω κόσμο κι ο Σίσυφος καλείται να τον ανεβάσει στο ύψωμα του πάνω κόσμου. Δηλαδή καλείται να επαναλάβει αυτό που με κόλπα και με ραδιουργίες όντως προσπάθησε. Το ότι ο βράχος ξανακυλά κάτω, πάλι και πάλι, του υπογραμμίζει ξανά και ξανά την ανάγκην η οποία απαγορεύει κάθε αναβίωση.
Το πένθος φέρνει πάλι και πάλι τον νεκρό ανάμεσα μας. «Ποιος σου πλένει τα ρουχάκια σου;» ρωτά η μάνα την κόρη που έχασε. «Πες της γυναίκας μου» λέει ο Bach. Ακόμα και τα μαύρα ρούχα, και η μαυρισμένη ψυχή, ανήκουν στην πλάνη που πάει να φέρει τον κάτω κόσμο με το σκοτάδι του επάνω στο φως. Και πάλι και πάλι πέφτει κανείς στον τοίχο του «όχι πια», κι όλα κατρακυλάνε πίσω εκεί που ανήκουν. Χρειάζεται να περάσουμε απ' αυτό για να μάθουμε, για να πετάξουμε κάποτε τα μαύρα και ν' αφήσουμε τους νεκρούς μας να ησυχάσουν.
Θα τελειώσω με λόγια του Οδυσσέα Ελύτη για το θάνατο του Ανδρέα Εμπειρίκου. Πριν πολλά χρόνια μου χάρισαν μια πρώτη αναλαμπή γι' αυτά που είχα σήμερα να σας πω:

Δεν ήταν θάνατος αυτός αλλά ένα φύσημα ελαφρύ, κι ύστερα τα πουλιά και το κελαηδητό τους - μια συνέχεια στην ποίηση κείνου που χανόταν εδώ για να ξαναβρεθεί κερδισμένος αλλού, για πάντοτε, μέσα στους γαλάζιους ατμούς τ' ουρανού και τις λευκές πέτρες.
Εισαγωγικά για τη σεξουαλικότητα
Η λέξη «σεξουαλικότητα» είναι όρος της ψυχολογίας. Υποδηλώνει, γενικά κι αόριστα, το σύνολο της κυριολεκτικά και συμβολικά εννοούμενης ερωτικής συμπεριφοράς. Όπως κι η «επιθετικότητα», δεν ανταποκρίνεται σε τίποτα, σε κανένα πράγμα, σε καμιά πραγματική κατάσταση. Κι όμως μιλάμε για «σεξουαλικότητα» κι «επιθετικότητα» όπως μιλάμε για αναβολισμό και καταβολισμό. Αυτές οι λέξεις απλά υποβάλλουν την ψευδαίσθηση ότι αναφέρονται σε κάτι, όμως δεν αναφέρονται σε τίποτα. Είναι λέξεις χωρίς νόημα.
Νόημα αντιθέτως έχει η λέξη στην οποία προστέθηκε το «-ότητα» της «σεξουαλικότητας»: το «sexus», το φύλο. Είναι το άρρητο θέμα σε κάθε συνάντηση που στον αέρα της υπάρχει το «σεξ».
To sexus είναι το θέμα του σεξ.
Αυτό είναι ταυτολογία. Μας προτρέπει όταν μιλάμε για «σεξ» ν' αφήσουμε κατά μέρος βιολογικές, ψυχολογικές, κοινωνικές και λοιπές προσεγγίσεις και προεκτάσεις και να προσέξουμε το προκείμενο, ότι στο φαινόμενο του σεξ αυτό που φαίνεται, αυτό που προβάλλει είναι το φύλο.
Τέλη του 19ου και αρχές του 20ού αιώνα εμφανίζεται αυτό που ο Φρόυντ στις Τρεις πραγματείες για τη θεωρία της σεξουαλικότητας αποκαλεί «θεωρία του ψυχικού ερμαφροδιτισμού». Σε μια υποσημείωση γράφει:
Είναι απαραίτητο να ξεκαθαρίσουμε ότι οι έννοιες «αρσενικό» και «θηλυκό», το περιεχόμενο των οποίων για τη γνώμη του κόσμου μοιάζει τόσο αδιαμφισβήτητο, στην επιστήμη ανήκουν στις πλέον περίπλοκες και μπορούν να κατατμηθούν προς τουλάχιστον τρεις κατευθύνσεις. Κανείς χρησιμοποιεί αρσενικό και θηλυκό άλλοτε με την έννοια ενεργητικότητας και παθητικότητας, άλλοτε με βιολογική έννοια και κατόπιν πάλι με κοινωνιολογική.
Ο λόγος περί «αρσενικών» και «θηλυκών» στοιχείων στο χαρακτήρα του καθένα, κάπου στη διάσταση «ενεργητικότητας και παθητικότητας», είναι πλέον κοινός τόπος. Αυτή η αντίληψη θεωρεί ότι «αρσενικό» και «θηλυκό» είναι «έννοιες» όπου κανείς είναι αυτό που νιώθει πως είναι (αρσενικός, θηλυκός, και η ποικιλόμορφη μίξη τους) και όχι ονόματα της πραγματικότητας του, ότι κανείς είναι εξαρχής δεδομένος ως άντρας ή ως γυναίκα.
Τι κάνει τον Φρόυντ να περιφρονεί τη γνώμη του κόσμου που διακρίνει άντρα και γυναίκα και από τα ύψη της επιστήμης να καθιστά αρσενικό και θηλυκό «έννοιες», και μάλιστα να τις υπολογίζει στις «πλέον περίπλοκες»; Είναι η προσπάθεια του να εξηγήσει. Εδώ, να εξηγήσει αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «Inversion», «αναστροφή» του λεγόμενου «σεξουαλικού ενστίκτου», δηλαδή την ομοφυλοφιλία.
Ήδη ο όρος «αναστροφή» δεν αναφέρεται πια στο φαινόμενο που μιλά για τη φιλία προς το όμοιο φύλο αλλά σε μια εξήγηση του. Αυτή πάλι βασίζεται σ' ένα μαγικό πράγμα που λέγεται «σεξουαλικό ένστικτο» και που εδώ «αναστρέφεται». Η μανία της εξήγησης τον τυφλώνει σε σημείο που να μην μπορεί να ξεχωρίσει άντρα και γυναίκα.
Είναι σαν ένας ψυχολόγος που έχει μπροστά του έναν άντρα ή μια γυναίκα και τους λέει μ' ελαφριά ειρωνεία:
- Λες πως είσαι άντρας; Κι εσύ γυναίκα; Για να δούμε τι είστε!
Κατόπιν ανοίγει τα χαρτιά του, π.χ., ένα προβλητικό τεστ προσωπικότητας, και τους το κάνει για να διαπιστώσει πόσο «αληθινά» είναι κανείς άντρας, γυναίκα και σε ποιο βαθμό μίξη τους.
Όμως η πραγματικότητα, το ότι κανείς ήδη είναι άντρας ή γυναίκα πριν «νιώσει» οτιδήποτε, είναι αδήριτη, είναι το όριο στο οποίο προσκρούει κάθε τάση αμφισβήτησης της. Ενδεχομένως πολλά βάσανα ανθρώπων με «σεξουαλικά προβλήματα» είναι αυτή τούτη η πρόσκρουση της αμφιβολίας, της αμφισβήτησης, της αντίστασης τους στην πραγματικότητα του φύλου που τους έχει δοθεί και που αρνούνται να τη δεχθούν και να την αναλάβουν.
Η λέξη «φύλον» έρχεται από το ρήμα «φύναι»: αναφύομαι και προβάλλω. Από την ίδια ρίζα έρχεται και το «φαίνομαι», το «φαινόμενον». Το φύλο φαίνεται, το βλέπεις!
Η διαφορά της γνώμης του κόσμου και της επιστήμης είναι ότι η πρώτη βλέπει αυτό που είναι μπροστά της, η δεύτερη ζητάει να το συλλάβει με τη γνώση: να το εξηγήσει, να το αποδείξει. Κι εδώ αναφέρω μια φράση του Αριστοτέλη που συνήθιζε να παραθέτει ο Χάιντεγκερ: «εστί γαρ άπαιδευσία το μη γιγνώσκειν τίνων δει ζητείν απόδειξιν και τίνων ου δεί [...] (είναι απαιδευσία, αμορφωσιά να μην γνωρίζει κανείς για ποια πράγματα χρειάζεται απόδειξη και για ποια όχι).
Για τα πράγματα που μας αφορούν στην ψυχοθεραπεία δεν χρειάζεται η γνώση κι η απόδειξη αλλά το προσεκτικό βλέμμα. Το ζητούμενο δεν είναι ν' απορρίψουμε τη «γνώμη του κόσμου» αλλά αυτό που βλέπει ο κόσμος, τον άντρα και τη γυναίκα, να επιχειρήσουμε να το δούμε ακόμα ευκρινέστερα.
Η θεώρηση της ανατομίας μας υποβάλλει την εντύπωση ότι «άντρας» και «γυναίκα» ορίζονται από ένα σύνολο σωματικών χαρακτηριστικών στα οποία εκτός από τα γεννητικά όργανα περιλαμβάνονται, π.χ., οι μαστοί, το σχήμα του προσώπου, η μυϊκή ανάπτυξη, το ύψος, η φωνή κτλ.
Το λάθος που γίνεται εδώ είναι ότι παίρνουμε αυτήν τη θεώρηση απόλυτα, σαν να ίσχυε παντού και πάντα. Έχει μεν νόημα στην ιατρική, στο σχέδιο ρούχου, στις υπηρεσίες δημόσιας τάξης κι αλλού. Όμως στην ερωτική συνάντηση, στο «σεξ», δεν έχει.
Φέρτε μπροστά σας μια κοπέλα το βράδυ σ' ένα μπαρ με τις φίλες της. Βλέπει κάποιον να την κοιτάζει επίμονα και τη διαπερνά μια ανατριχίλα. Σκύβει ελαφρά προς τη φίλη της και της ψιθυρίζει:
- Εκείνος ο άντρας! Στ' αριστερά σου!
Όταν η κοπέλα λέει εδώ τη λέξη «άντρας», δεν τη λέει όπως ο γιατρός κι ο μόδιστρος κι ο αστυνόμος. Ανάμεσα σ' όλα τ' ανθρώπινα όντα γένους αρσενικού αναγνωρίζει απέναντι της τον έναν άντρα που εκείνη τη στιγμή είναι άντρας γι' αυτήν και αναγνωρίζει συνάμα τον εαυτό της σαν γυναίκα που εκείνη τη στιγμή είναι γυναίκα γι' αυτόν.
Σ' αυτό το «συνάμα» οι λέξεις «άντρας», «γυναίκα» έχουν αποκτήσει διαφορετικό νόημα. Είναι το νόημα της ερωτικής συνάντησης.
Ο έρωτας, γράφω σε μια μελέτη, είναι η συνάντηση στην οποία άντρας και γυναίκα βρίσκουν το όνομα τους.
Τώρα βλέπουμε καθαρότερα σε ποια κατεύθυνση μας εξαπέστειλε η ετυμολογία των λέξεων «σεξουαλικότητα», «sexus» και «σεξ» και η ταυτολογία της φράσης «Το sexus, το φύλο, είναι το θέμα του σεξ»: Μας κάλεσε να δούμε την ερωτική συνάντηση ως τον ιδιαίτερο και αποκλειστικό μάλιστα τρόπο με τον οποίο το φύλο, άντρας, γυναίκα, λέγεται έμφωνα ή άφωνα και αποκαλύπτεται.
Από εδώ μπορούμε να δούμε (λέω να δούμε, όχι να ερμηνεύσουμε και να εξηγήσουμε) την κατάσταση στην οποία αναφέρεται το λεγόμενο «οιδιπόδειο σύμπλεγμα»: Το παιδί μαθαίνει τον άντρα και τη γυναίκα στο ζωντανό παράδειγμα των γονέων. Στον πατέρα που απέναντι στη μητέρα δεν είναι πια πατέρας αλλά άντρας, στη μητέρα που απέναντι στο πατέρα δεν είναι πια μητέρα αλλά γυναίκα. Το μαθαίνει ακόμα στη στάση τους απέναντι του, που το αναγνωρίζουν σαν εκκολαπτόμενο άντρα ή γυναίκα.
Είναι μια ιστορία μακρόχρονη, επώδυνη κάποτε, καθώς το παιδί καλείται να δει πατέρα και μητέρα και τον εαυτό του διαφορετικά απ' ό,τι τους έβλεπε μέχρι τώρα και μάλιστα σε μια προοπτική που δεν πρόκειται να μοιραστεί μαζί τους:
Το αγόρι ποτέ δεν θα είναι άντρας γι' αυτήν τη γυναίκα που είναι η μητέρα του, το κορίτσι ποτέ δεν θα είναι γυναίκα γι' αυτόν τον άντρα που είναι ο πατέρας της.
Εδώ όλοι οι ενεχόμενοι είναι εκτεθειμένοι σε παρανοήσεις και παραβιάσεις των παραπάνω ορίων. Η συζήτηση τους δεν είναι του παρόντος. Θα σημειώσω μόνο εκείνη την παραβίαση κατά την οποία για τον άντρα είναι μία με δυο ονόματα: μητέρα και γυναίκα, «διπλούν έπος» λέγεται στον Σοφοκλή. Είναι η μοίρα του Οιδίποδα.

Αρμονία
Το θέμα μου είναι «Η αρμονία του ομοφυλόφιλου». Η τονιζόμενη λέξη, θα δούμε αργότερα γιατί, είναι η «αρμονία». Θα την ακούσουμε στην κατεύθυνση που τη χρησιμοποιούν οι αρχαίοι και ιδιαίτερα ο Ηράκλειτος.
Ποιο το νόημα της αναδρομής στους αρχαίους; O λόγος τους μας παρέχει μια δυνατότητα να δούμε πράγματα που μας αφορούν σ' ένα άλλο φως. Και πολλές φορές σ' αυτό το άλλο φως τα προβλήματα δεν λύνονται, αλλά και δεν χρειάζεται πια να λυθούν, διότι δεν τίθενται καν.
Θα προσεγγίσουμε το θέμα του ομοφυλόφιλου μέσα από την αρχαία λέξη «άρμονίη». Το απόσπασμα του Ηράκλειτου λέει: «άρμονίη αφανής φανερής κρείττων» (η αφανής αρμονία είναι ανώτερη της φανερής).
Τι θα πει «αφανής αρμονία»; Τι «φανερή»; Γιατί η «αφανής» είναι «ανώτερη» της «φανερής»; Τι σχέση έχει μ' αυτά η ομοφυλοφιλία; Ας τα πάρουμε με τη σειρά.
Καταρχήν πρέπει να έχουμε υπόψη ότι εδώ η λέξη «αρμονία» δεν χαρακτηρίζει ούτε ένα είδος «διαπροσωπικής σχέσης» ούτε κάτι το «ψυχικό». Οι αρχαίοι δεν τα γνωρίζουν αυτά, καθώς δεν γνωρίζουν κάποιον «εσωτερικό» κόσμο. Κι ακόμα η άρμονίη δεν έχει τίποτα να κάνει με την αισθητική, τη θεώρηση του «ωραίου», γιατί ούτε αυτό το γνωρίζουν.
Στους αρχαίους η άρμονίη, μεταξύ άλλων, ονομάζει το μουσικό διάστημα της ογδόης, της οκτάβας. Και τι έχει να κάνει η μουσική με το θέμα μας; Μα, ακριβώς η οκτάβα είναι το διάστημα μεταξύ ανδρικής και γυναικείας φωνής!
Στην οκτάβα ως αρμονίη θα γνωρίσουμε την αρμονία των δύο φύλων, αρσενικού και θηλυκού, και την αρμονία του ομού φύλου: αρσενικού και αρσενικού, θηλυκού και θηλυκού. Αυτό θα μπορούσε να είναι μια δυνατότητα να προβάλουν τα πράγματα σ' ένα άλλο φως. Ας δούμε τι έχει να μας δείξει.
Η φωνή της γυναίκας είναι λοιπόν ψηλότερη από τη φωνή του άντρα βασικά κατά μια οκτάβα. Η οκτάβα δεν είναι ένα απλό μουσικό διάστημα που αρχίζει, π.χ., από ένα ντο και μετά από έξι φθόγγους καταλήγει στο επόμενο ντο. Καταρχήν ακούμε τα διαστήματα που περιέχονται στην οκτάβα:
Καθώς ακούμε, π.χ., το διάστημα της τρίτης, ντο-μι, το διάστημα της πέμπτης, ντο-σολ, μετά από μερικές επαναλήψεις μπορούμε να διαπιστώσουμε μια σχέση του ντο με τον εκάστοτε υψηλότερο φθόγγο, το ρε, το μι, το φα, το σολ κτλ.
Οι επτά φθόγγοι, ντο - ρε - μι - φά - σολ - λα - σι, απαρτίζουν μια οικογένεια, στο παράδειγμα μας την κλίμακα του ντο:
Η αρμονία τους είναι η αρμονία μιας συγγένειας, μιας ομοιότητας, όπως αυτής μεταξύ των μελών της οικογένειας. Η ομοιότητα τους είναι εμφανής: ακούγεται, αλλά και δηλώνεται με το όνομα της κλίμακας στην οποία ανήκουν. Είναι μια αρμονία φανερή.
Μετά το τελευταίο διάστημα, το ντο-σι, φθάνουμε στην ογδόη, στην οκτάβα ντο-ντο:
Όλα τώρα αλλάζουν άρδην! Έχει γίνει ένα άλμα έξω από τον κλειστό κόσμο των επτά φθόγγων. Εδώ το χαμηλότερο ντο δεν σχετίζεται με το υψηλότερο ντο όπως σχετίζονταν με το ρε, το μι, το φα κτλ. Όμως ούτε μπορούμε να πούμε ότι τα δυο ντο είναι άσχετα μεταξύ τους. Δεν μπορούμε να πούμε ούτε πως είναι ίδια ούτε πως δεν είναι ίδια. Η αρμονία τους είναι αμεσολάβητη, ανείπωτη, αφανής.
Η αφανής αρμονία μπορεί να περιγραφεί με εκφράσεις όπως, π.χ., «φιλότητα των ξένων / ξένωση των φίλιων». Το τι θα πει «φίλος» είναι φανερό. Το τι θα πει «ξένος» είναι φανερό. Στην έκφραση «φιλότητα των ξένων / ξένωση των φίλιων» η δεύτερη λέξη ακυρώνει το φανερό της πρώτης, το α-φανίζει. Η αφανής αρμονία μόνο με τέτοιες εκφράσεις σημαίνεται.
Στη συνάντηση άντρα και γυναίκας, οι φωνές τους και το μεταξύ τους διάστημα είναι σημάδι της συνάντησης τους. Ήδη στη λέξη «συνάντηση» λέγονται συνάμα «συν-» και «αντί-» και φέρνουν άντρα και γυναίκα τόσο κοντά - και τόσο μακριά μεταξύ τους.
Οι φωνές τους, καθώς διίστανται στο διάστημα τους, τραγουδάνε και αγγέλλουν την αφανή αρμονία τους. Είναι μάταιο να προσπαθήσουμε να την καταλάβουμε. Δεν συλλαμβάνεται με τη γνώση. Δεν εξηγείται και δεν ερμηνεύεται. Θα επανέλθουμε.
Η φανερή άρμονίη είναι, είπαμε, η αρμονία των φθόγγων μέσα στην οικογένεια τους, η αρμονία του όμοιου. Συμβαίνει εκεί που, όσον αφορά στην ερωτική σχέση, υπάρχει η φιλότητα του όμοιου φύλου.
O ομο-φυλό-φιλος, το λέει η ίδια η λέξη, προσβλέπει στη φανερή αρμονία του όμοιου: στη χειροπιαστή, ανεμπόδιστη, αδιατάρακτη συμφωνία, καλύτερα ομο-φωνία, την οποία υπόσχεται η συνεύρεση με ένα μέλος του δικού του φύλου.
Θυμάμαι έναν και τη λαχτάρα του για μια τέτοια ομοφωνία. Γενικά ο τόνος του ήταν απόμακρος, άχρωμος, ουδέτερος. Εκείνη τη φορά καθώς μιλούσε δονούνταν ολόκληρος.
O Γκίλμπερτ Ροζ, ψυχαναλυτής από τη Νέα Υόρκη, σ' ένα άρθρο του με τον τίτλο «Fusion States» (Καταστάσεις Σύντηξης) αναφέρει μια συνάντηση που του περιέγραψε ένας ομοφυλόφιλος:
Ανάμεσα σ' αυτόν και σ' έναν ξένο ξεπήδησε ένα άμεσο και απόκοσμο αίσθημα. [...] Ένιωθε ότι κανένα άλλο άτομο δεν θα ήταν δυνατό να περπατήσει ανάμεσα τους, αν και οι δυο τους καθόταν στις αντίθετες άκρες του χώρου. Ήταν για τρεις μέρες σε διεγερτική κατάσταση - βηματίζοντας, σφίγγοντας και στρίβοντας τα χέρια του, κάνοντας συνεχή ντους. [...] Όμως μετά απ' αυτήν την [...] καταιγίδα [...] ήταν σε θέση ν' αντιλαμβάνεται και ν' αντιδρά στους ανθρώπους πιο θερμά κι αυθόρμητα απ' όσο θεωρούσε πως έκανε ποτέ μέχρι τώρα.
Ήδη ο τίτλος του άρθρου αναφέρεται σε μια εξήγηση του φαινομένου το οποίο ο συγγραφέας παρασταίνει ως «σύντηξη». Όμως, είπαμε, η γνώση εδώ είναι ανεπαρκής για ν' αποδώσει αυτό που συμβαίνει.
Τη συνάντηση που περιγράφεται παραπάνω δεν έχουμε να την καταλάβουμε αλλά να την προσέξουμε:
Αυτός ο άνθρωπος βλέπει, κυριολεκτικά βλέπει ένα δεσμό να τον δένει με τον άλλο, ένα δεσμό που δεν μπορεί να διαρραγεί από κανέναν. Τίποτα δεν μπορεί να μπει ανάμεσα τους. Δεν υπάρχει χωρισμός, υπάρχει μόνο το «μαζί»: το φίλιο που αποκλείει κάθε χωρισμό, κάθε ξένωση.
Ο άνθρωπος γνωρίζει τη φιλία του όμοιου φύλου, τη φανερή αρμονία, όχι με τη γνώση, όχι με τη βουβή εμπειρία και τη συνήθεια αλλά τη βλέπει σε μια έκλαμψη που τον βρίσκει σαν κεραυνός. Του αποκαλύπτεται το όνομα «ομοφυλόφιλος» με όλη του την ενάργεια.
Χρησιμοποιώντας μια έκφραση του ιστορικού της μουσικής Θρασύβουλου Γεωργιάδη, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η εμπειρία αυτού του ανθρώπου είναι μια πράξη ονομασίας: «ομο-φυλό-φιλος». Βαπτίζεται στη λέξη και αναδύεται απ' αυτήν έχοντας το όνομα του έτσι όπως δεν το είχε μέχρι τώρα ποτέ. Κάπου αυτά θα του έλεγα σε μια θεραπευτική ώρα.
Σε όσα ακολούθησαν τις επόμενες μέρες δεν θα υπεισέλθω διότι δεν αφορούν το θέμα μας άμεσα. Ανήκουν στη δοκιμασία της αποδοχής της πραγματικότητας του. Με τη συντελεσμένη αποδοχή είναι πλέον, όπως ακούσαμε, ανοιχτός κι ελεύθερος προς τους άλλους μ' έναν τρόπο πρωτόγνωρο.
Επανερχόμαστε στην αφανή αρμονίην. Γιατί είναι κρείττων, «ανώτερη», της φανερής; Διότι η ομοφωνία στην οποία προσβλέπει ο ομοφυλόφιλος, εκείνος ο δεσμός που δεν διασπάται από κανέναν, που δεν διαπερνάται από τίποτα, αυτό το αδιάσπαστο και αδιαπέραστο μεταξύ είναι χίμαιρα.
Ο ομοφυλόφιλος είναι τραγική μορφή καθόσον κυνηγάει μια χίμαιρα, αυτήν της φανερής αρμονίας.
Επειδή η φανερή αρμονία είναι χίμαιρα, δεν φτάνει ποτέ σ' ένα τέλος, σε μια τελείωση. Σ' αυτόν το δρόμο τον δίχως τέλος ανήκει το αχόρταγο που ωθεί κάποιους στην ασταμάτητη αναζήτηση συντρόφων, άλλους πάλι σ' ένα παράφορο πάθος κατά τις ερωτικές τους συνευρέσεις. Αυτή είναι η τραγικότητα του ομοφυλόφιλου.
Φανερή και αφανής αρμονία είναι δρόμοι, οι δρόμοι μας στους οποίους βρισκόμαστε από πάντα, είτε το ξέρουμε είτε όχι, είτε το θέλουμε είτε όχι.
Ήδη στο πεδίο των ερωτικών συνευρέσεων η φανερή αρμονία δεν αφορά μόνο τον ομοφυλόφιλο. O άντρας κι η γυναίκα, π.χ., που θεωρούν τη σχέση τους σαν επιβεβαίωση της αρσενικότητάς του ο μεν και της θηλυκότητας της η δε ή εκεί που η ερωτική τους συνάντηση μοιάζει περισσότερο με αμοιβαίο αυνανισμό ή εκεί που πιστεύουν στο «έσονται ες σάρκα μία» βρίσκονται στο δρόμο της φανερής αρμονίας.
Στο δρόμο της φανερής αρμονίας βρίσκονται ακόμα οι άνθρωποι που αντιμετωπίζουν τον άλλο με έναν τρόπο, π.χ., όπως έμαθαν με τον πατέρα και τη μητέρα τους· οι άνθρωποι για τους οποίους, π.χ., η εκπλήρωση των επιθυμιών τους είναι μονόδρομος
· οι επιστήμονες που επιζητούν να εντάξουν τα φαινόμενα σε μια θεωρία· η κοινωνία, στο σημείο που οργανώνεται όλο και περισσότερο σε ένα σύστημα.
Κάπου, κάπως, αυτός ο δρόμος θα προσκρούσει επάνω στην πραγματικότητα που δεν ανέχεται το μονοδιάστατο και τη μονομέρεια. Και κανείς, αν σταθεί τυχερός, μέσα από την πρόσκρουση θα το μάθει, ότι, π.χ., μπορεί να χαίρεται μόνο όταν μπορεί να πονά
· ότι μπορεί να ζει με τον άλλο μόνο όταν μπορεί να χωρίσει απ' αυτόν ότι μπορεί να ζει σαν άνθρωπος μόνο όταν μπορεί σαν άνθρωπος να πεθαίνει.
Δεν έμεινα στο θέμα μου, στον ομοφυλόφιλο. Το έκανα επίτηδες. O ομοφυλόφιλος δεν είναι το θέμα.
Το θέμα είναι ο δρόμος του που εδώ, στο φως των αρχαίων, μνημονεύτηκε ως δρόμος της φανερής άρμονίης, και που δεν είναι μόνο δικός του αλλά με τον ένα ή τον άλλο τρόπο δρόμος και αδιέξοδο και δοκιμασία για όλους μας. Γι' αυτό είπα προηγουμένως ότι στον τίτλο της ομιλίας μου «Η αρμονία του ομοφυλόφιλου» τονιζόμενη λέξη είναι η «αρμονία».
Η ομοφυλοφιλία ονομάζει τη φιλότητα του όμοιου φύλου. Όταν όμως μιλάμε για τον ομοφυλόφιλο πολύ εύκολα παρασυρόμαστε στην εικόνα ενός ανθρώπου που καθορίζεται ολοκληρωτικά από την ομοφυλοφιλική του συμπεριφορά, σχεδόν σαν να ανήκε σ' ένα ξεχωριστό ανθρώπινο είδος. Έτσι ανοίγει ο δρόμος του στιγματισμού, της παθολογικοποίησης και της απομόνωσης ή, που είναι ίδιο και χειρότερο, της αναγνώρισης αυτών των ανθρώπων ως «μειονότητας», ανοίγει ο δρόμος ακόμα για λαθεμένους τρόπους με τους οποίους οι ίδιοι κατανοούν τον εαυτό τους.
Θέμα δεν χρειάζεται να γίνεται ο ομοφυλόφιλος ούτε από την ηθική ούτε από την ψυχοπαθολογία ούτε από τη «γνώμη του κόσμου». Πολλά προβλήματα θ' αποκαλύπτονταν ως ψευδοπροβλήματα και θα έφευγαν απ' τη μέση εάν το βλέπαμε ότι «ο ομοφυλόφιλος» είναι μια λέξη δίχως νόημα κι εάν πλέον, π.χ., στα ψυχιατρικά συνέδρια κανένας δεν θα το διανοούνταν, σαν τον υποφαινόμενο καλή ώρα, να βγει μπροστά σας και να μιλήσει γι' αυτόν.
Ο Wilfred Bion λεει σ' ενα Σεμιναριο στο Παρισι:
Bion: … Υποστηριζω ομως οτι θα αξιζε τον κοπο να το βλεπαμε [το δωματιο της ψυχοθεραπειας] οχι σαν δωματιο ψυχοθεραπειας, αλλα σαν το ατελιε σας. Τι ειδους καλλιτεχνης ειστε; Αγγειοπλαστης; Ζωγραφος; Μουσικος; Συγγραφεας; Με βαση την εμπειρια μου αρκετοι αναλυτες δεν γνωριζουν πραγματικα τι ειδους καλλιτεχνες ειναι.
Ερωτηση: Και αν δεν ειναι καλλιτεχνες;
Bion: Τοτε βρισκονται σε λαθος επαγγελμα.

Και τι χαρακτηριζει εναν καλλιτεχνη; Μια νυξη κανει ο T. S. Eliot στο Tradition and the Individual Talent1. (Η εμφαση δικη μου)
Αυτο που συμβαινει ειναι μια συνεχης υποταγη του εαυτου του [του καλλιτεχνη], καθως εκεινη την στιγμη βρισκεται σε κατι που εχει μεγαλυτερη αξια. Η προοδος ενος καλλιτεχνη ειναι μια συνεχης θυσια, μια συνεχης εξαλειψη της προσωπικοτητας.
[...] Σ' αυτην την αποπροσωποποιηση μπορει να ειπωθει οτι η τεχνη προσεγγιζει την κατασταση της επιστημης. Γι' αυτο θα σας καλεσω να αναλογιστειτε, σαν ενδεικτικη αναλογια, αυτο που συμβαινει οταν ενα κομματι απο λεπτα νηματα πλατινας εισαγεται σε ενα δοχειο που περιεχει οξυγονο και διοξειδιο του θειου
[...] Η αλλη οψη αυτης της απροσωπης θεωριας της ποιησης ειναι η σχεση του ποιηματος με τον συγγραφεα του. Και υπαινιχθηκα, με μια αναλογια, οτι ο νους του ωριμου ποιητη διαφερει απο αυτον του ανωριμου οχι ακριβως ως προς την αξιολογηση της "προσωπικοτητας", οχι επειδη ειναι πιο ενδιαφερων, η επειδη εχει "να πει περισσοτερα", αλλα μαλλον επειδη ειναι ενα πιο εκλεπτυσμενα τελειοποιημενο μεσον στο οποιο ειδικα, η πολυ ποικιλα αισθηματα ειναι ελευθερα να υπεισελθουν σε νεους συνδυασμους.
Η αναλογια ηταν αυτη του καταλυτη. Οταν τα δυο αερια που αναφερθηκαν προηγουμενως αναμειγνυονται με την παρουσια νηματων πλατινας, σχηματιζουν θεϊκο οξυ. Αυτος ο συνδυασμος συμβαινει μονον οταν ειναι παρουσα η πλατινα· παρ' ολα αυτα το νεο οξυ που παραχθηκε δεν περιεχει ιχνος πλατινας, και η ιδια η πλατινα ειναι προφανως ανεπαφη
· εμεινε αδρανης, ουδετερη, και αναλλοιωτη. Ο νους του ποιητη ειναι το κομματι της πλατινας. Μπορει εν μερει, η αποκλειστικα, να λειτουργει επανω στην πειρα του ιδιου του ανθρωπου· ομως, οσο τελειοτερος ειναι ο καλλιτεχνης, τοσο πιο ξεχωρα μεσα του θα ειναι ο ανθρωπος που υποφερει και ο νους που δημιουργει· τοσο τελειοτερα ο νους θα αφομοιωνει και θα μεταλλασσει τα παθη που ειναι το υλικο του.
[...] Ο νους του ποιητη ειναι οντως ενα δοχειο για την αποθηκευση αναριθμητων αισθηματων, φρασεων, εικονων, που παραμενουν εκει εως οτου ολα τα στοιχεια που μπορουν να ενωθουν για να σχηματισουν ενα νεο μιγμα, να ειναι παροντα μαζι.
_______

Αυτο θα ηταν η "ερμηνεια": Ο θεραπευτης ακουει τα λεγομενα του πασχοντος, τα προσλαμβανει αποπροσωποποιημενος: αποξενωμενα απο το πλαισιο, τα συμφραζομενα, τα παθη, τις προθεσεις και τις προσδοκιες του. Αλλα αποξενωμενα και απο το δικο του προσωπο. "Πλατινα." Τοτε, καποιες φορες, αυτα θα "σχηματισουν ενα νεο μιγμα", και τουτο θα εκφραστει ως η ερμηνεια του.

Σχετικα:
''Μα πρεπει να μ' αρμηνεψουν οι πεθαμενοι...''



1.
The Sacred Wood, Edinburgh 1920, σσ. 42-54


[Συνεδριο της Βορειοελλαδικης Εταιρειας Ψυχαναλυτικης Ψυχοθεραπειας "Περι αγαπης". Θεσσαλονικη, 2001]

Ο τίτλος του συμποσίου που μου κοινοποιήθηκε αρχικά ήταν: "Η ψυχανάλυση μπροστά στην έννοια της αγάπης". Η ομιλία μου ξεκινά με τη συζήτηση του. Όταν έμαθα πως άλλαξε και έγινε "Περί αγάπης" ήταν πολύ αργά. Συνέχισα λοιπόν να γράφω, όμως πλέον συνομιλούσα μ' ένα φάντασμα.
Ο Γιώργος Σεφέρης, ο ποιητής με τον οποίο θ' ασχοληθώ, σ' ένα ποίημα με τον τίτλο "Ελένη" αναφέρεται στην ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη. Σύμφωνα μ' αυτήν, ήταν το είδωλο της Ελένης που είχε κλέψει ο Πάρης, ενώ η ίδια είχε μεταφερθεί από τον Ερμή στην αυλή του Πρωτέα.
[...] τόσος πόνος τόση ζωή,
έτσι τελειώνει το ποίημα,
πήγαν στην άβυσσο
για ένα πουκάμισο αδειανό, για μια Ελένη.

Κάποτε, για να αποδώσω το εδώ εννοούμενο, χρησιμοποίησα την εικόνα του νεκρού άστρου το οποίο, καθότι έτη φωτός μακριά, συνεχίζει για όλα αυτά τα έτη να στέλνει το φως του, να μας φωτίζει και να μας οδηγεί. O ουρανός μας είναι γεμάτος από νεκρά άστρα. Το γνωρίζουμε καλά, μεταξύ άλλων και από την εμπειρία της ψυχανάλυσης.
Ένα μικρό νεκρό άστρο είναι κι ο άκυρος πλέον τίτλος του συμποσίου, για τον οποίο έγραψα όσα ακολουθούν.
"Η ψυχανάλυση μπροστά στην έννοια της αγάπης" λοιπόν. O τίτλος με έκανε σκεπτικό. Είναι, αναρωτήθηκα, η αγάπη "έννοια";
Άνοιξα ένα έγκυρο φιλοσοφικό λεξικό στο λήμμα "αγάπη". Η πρώτη φράση είναι η εξής: "Η αγάπη είναι μια από τις πλέον πολυστρωματικές και πολυσήμαντες έννοιες της σκέψης". O συγγραφέας του άρθρου αναφέρεται μεταξύ άλλων και στην ψυχανάλυση. Και πάλι παρέμεινα σκεπτικός. Είναι η αγάπη έννοια;
Έχω συνηθίσει, όταν μιλώ για την ψυχανάλυση, να έχω υπόψη μου την πράξη της ψυχαναλυτικής συνομιλίας, το έργο, και στο έργο θεωρώ ότι η ψυχανάλυση αποκτά το νόημα και τη δικαίωση της, ακριβώς όπως το ποδόσφαιρο στο γήπεδο και η μουσική στην εκτέλεση. Το ερώτημα μου λοιπόν αν η αγάπη είναι έννοια δεν θα το προσεγγίσω μέσα από τη θεωρία, μέσα από το "πολυστρωματικό" και το "πολυσήμαντο" των απόψεων για την αγάπη αλλά μέσα από το έργο της ψυχανάλυσης.
Ας υποθέσουμε λοιπόν, κι αυτό είναι κάτι που συμβαίνει, ας υποθέσουμε ότι ο πελάτης μας αρχίζει κάποια στιγμή να μιλά για την "έννοια της αγάπης". Πώς το ακούμε αυτό; Δεν ακούμε στις λέξεις "έννοια της αγάπης" μια απόσταση, μια συστολή, μια άμυνα απέναντι στην αγάπη που τον αφορά; Και με τον τρόπο της τέχνης μας δεν θα του το επισημάνουμε;
Όμως αυτή η επισήμανση μας τι λέει; Δεν λέει πως η αγάπη, εκεί που μας αφορά αληθινά, δεν είναι έννοια; Και τι είναι τότε η αγάπη; Κατά πού θα κατευθύνουμε, πάντα σύμφωνα με τους κανόνες της τέχνης μας, τον πελάτη μας, που κάποιες φορές έχοντας χάσει το έδαφος που του πρόσφεραν οι "έννοιες", μένει συγχυσμένος και αβοήθητος;
Τι είναι η αγάπη; Αναρωτιέται και ρωτάει κι εμάς. Η απάντηση μοιάζει να είναι εύκολη: Φυσικά, η αγάπη είναι συναίσθημα. Την αγάπη την αισθανόμαστε. Και θα τον ενθαρρύνουμε ν' αφεθεί στα συναισθήματα του και να μιλήσει για την αγάπη που "αισθάνεται".
Την αισθανόμαστε την αγάπη; Είναι η αγάπη συναίσθημα; Το φιλοσοφικό μου λεξικό πάντως με προειδοποιεί να μην παίρνω αυτήν τη γνώμη τόσο απόλυτα. Η αγάπη, διαβάζω, παρασταίνεται σαν συναίσθημα, δηλαδή ψυχολογικοποιείται, πρώτα στην αυγή των νεοτέρων χρόνων, στον Ντεκάρτ και τον Locke, και έτσι ανοίγεται η δυνατότητα για την ανάληψη της από την επερχόμενη ψυχολογία.
Ανήκει στο ιδιαίτερο πνεύμα μιας ορισμένης ιστορικής εποχής η αγάπη να παρασταίνεται σαν συναίσθημα. Δεν ήταν από πάντα έτσι και επομένως δεν θα είναι έτσι για πάντα, Όμως κι εδώ δεν θέλω να παρασυρθώ σε μια φιλοσοφική συζήτηση περί αγάπης. Θα παραμείνω στον δικό μου χώρο, αυτόν της θεραπευτικής συνομιλίας, και από κει θα εξετάσω τι συμβαίνει όταν η αγάπη παρασταίνεται σαν συναίσθημα.
O πελάτης μου λοιπόν, από μόνος του, ή καθοδηγούμενος από μένα, έχει εγκαταλείψει την έννοια της αγάπης και τώρα λέει, π.χ., "Αισθάνομαι αγάπη για σας". Είμαι τώρα, ως ο θεραπευτής του, ήσυχος; Εφόσον η αγάπη είναι συναίσθημα κι αυτός λέει ό,τι αισθάνεται, δεν είναι όλα εντάξει;
Όχι, δεν είναι όλα εντάξει. Η τέχνη μας, μας πηγαίνει αλλού. Στις λέξεις "αισθάνομαι αγάπη για σας" διακρίνουμε και πάλι μια απόσταση και μια συστολή, όπως συμβαίνει και με τις παρεμφερείς εκφράσεις "αισθάνομαι θυμό", "αισθάνομαι ενοχή" κτλ. Και πάλι θα του το επισημάνουμε, διότι άλλο είναι να πεις "αισθάνομαι αγάπη για σένα" και άλλο να πεις "σ' αγαπώ". Τώρα τι λέει η επισήμανση μας; Λέει πως άλλο είναι το αίσθημα της αγάπης και άλλο η αγάπη. Λέει πως η αγάπη δεν είναι συναίσθημα, αλλά...;
Τι είναι η αγάπη; Κατά πού μας κατευθύνει η πράξη της ψυχανάλυσης; Μας αναγκάζει να ομολογήσουμε πως εδώ, σ' αυτήν τη συνομιλία που είναι υποχρεωμένη στην αλήθεια, δεν επιτρέπεται στην αγάπη ν' αρκεστεί στην παράσταση της σαν έννοια και σαν συναίσθημα.
Η αγάπη δεν είναι αυτό, δεν είναι το άλλο, τι είναι η αγάπη; Ρωτάει ρητά ή άρρητα ο πελάτης μας. Κι εμείς άρρητα, μέσα από τις επισημάνσεις μας, ίσως χωρίς να το έχουμε συνειδητοποιήσει, ενθαρρύνοντας τον να εγκαταλείψει τις έννοιες και τα "αισθάνομαι" και να μείνει στο απλό "σ' αγαπώ" του λέμε: Η αγάπη δεν είναι έννοια, δεν είναι συναίσθημα, η αγάπη είναι αγάπη.
Η αγάπη είναι αγάπη. Τι είναι πάλι τούτο; Πώς μας προέκυψε αυτή η ανόητη ταυτολογία;
Πριν βιαστούμε να πάρουμε θέση, ας θυμηθούμε ότι μιλούμε από τον τόπο της θεραπευτικής συνομιλίας κι ας επιστρέψουμε στον πελάτη μας. Κι ας υποθέσουμε πως έχει αφήσει πίσω του τις συστολές που τον έκαναν να μιλά για την έννοια της αγάπης και για το συναίσθημα της αγάπης και πως έχει φτάσει στο σημείο να λέει καθαρά και ξάστερα: "Σ' αγαπώ".
Είναι τώρα ο θεραπευτής επιτέλους ικανοποιημένος και ήσυχος; Όχι. Διότι εύκολα θα φανερωθεί ότι ο πελάτης του μιλά μεν για αγάπη, όμως μ' αυτήν τη λέξη εννοεί κάτι άλλο, π.χ., τρυφερότητα, φροντίδα, κατανόηση, αυταπάρνηση, ερωτισμό κ.ο.κ. Λέει "αγάπη", όμως δεν το εννοεί. Η "αγάπη" του είναι απλά κέλυφος για μια άλλη λέξη. Δεν είναι ακόμα αγάπη.
Ίσως λοιπόν η ταυτολογία "η αγάπη είναι αγάπη" δεν είναι ανόητη και κενή αλλά δείχνει άτεγκτα κι επίμονα προς την κατεύθυνση στην οποία ο πελάτης μας θ' αφήσει τις παρανοήσεις της αγάπης στις οποίες οδηγήθηκε μέσα από τη μοίρα και την ιστορία του και θα μπορέσει να πει τη λέξη "αγάπη" αληθινά. Να την πει και να την εννοήσει.
Η αγάπη είναι αγάπη. Η παράξενη φράση, που άρρητα κατευθύνει τη θεραπευτική συνομιλία για την αγάπη, αρχίζει να γίνεται όλο και μεγαλύτερη απορία. Το μόνο που γνωρίζουμε γι' αυτήν και το νόημα της είναι πως όσο αποφασιστικότερα αφηνόμαστε στην καθοδήγηση της τόσο καθαρότερα αποκτά έναν σχεδόν δαιμονικό χαρακτήρα, γίνεται κάτι σαν μαύρη τρύπα στην άβυσσο της οποίας χάνεται κάθε προσπάθεια να συλλάβουμε την αγάπη - σαν έννοια και συναίσθημα, αλλά και σαν τρυφερότητα και φροντίδα και τα συναφή.
Ακόμα κι ένα από τα τελευταία μας οχυρά, το ότι η αγάπη είναι μια σχέση που προκύπτει μέσα από οικείους στην ψυχαναλυτική θεωρία μηχανισμούς και διαδικασίες, ακόμα κι αυτό εμπρός στη λέξη της κλονίζεται και σωριάζεται. Η αγάπη δεν είναι σχέση: η αγάπη είναι αγάπη.
Ο τίτλος του συμποσίου είναι, ήταν "Η ψυχανάλυση μπροστά στην έννοια της αγάπης". Πού μας οδήγησε η συζήτηση του; Στο ότι η ψυχαναλυτική θεωρία, μπροστά στην επιταγή της ψυχαναλυτικής πρακτικής να λέγονται τα πράγματα και να εννοούνται, στην επιταγή που επιτάσσει η αγάπη να είναι αγάπη, σηκώνει τα χέρια.
Και κάθε θεωρία, κάθε ψυχολογικός ή άλλος επιστημονικός λόγος, καθότι μιλά σε όρους εννοιών και συναισθημάτων, με μοντέλα στα οποία ανάγει τα πάντα και με τις αναγωγές του δεν αφήνει τίποτα να ησυχάσει στον τόπο του, δεν αφήνει την αγάπη να είναι αγάπη, κάθε τέτοιος λόγος εξανεμίζεται μέσα στη μαύρη τρύπα της απλής μικρής φράσης "Η αγάπη είναι αγάπη".
Ο επιστημονικός λόγος δεν έχει την ευρυχωρία να αποδώσει τη συνάντηση που ονομάζεται "ψυχανάλυση" και που ακολουθεί άλλους νόμους. Αυτό ο θεραπευτής χρειάζεται να το αναγνωρίσει και να παραιτηθεί από μια τέτοια προσδοκία. Μόνο έτσι μπορεί να κατευθύνει τον πελάτη του να προσεγγίσει, π.χ., την αγάπη περνώντας μέσα από τις ποικίλες παρανοήσεις της και να φτάσει στο σημείο να την πει και να την εννοήσει, εφόσον έχει κληθεί να το κάνει.
Όταν η καθοδήγηση του γίνει με τους κανόνες της τέχνης μας, και πάντα εφόσον το λέει η καρδιά του, η παραίτηση από έννοιες και συναισθήματα και σχέσεις έρχεται, ξεπερνώντας την απώλεια και το πένθος, σαν κάθαρση κι ελευθερία. Το "ελεύθερο" και το "μετέωρο" στο οποίο ο Φρόυντ καλεί τους συνειρμούς του ομιλούντος και την προσοχή του ακούοντος πρέπει να εννοηθεί και να πραγματωθεί μέχρι αυτά τα άκρα.
Η θεραπευτική συνομιλία της ψυχανάλυσης είναι ένας δρόμος σκληροτράχηλος, μα υποχρεωτικός προς μια τέτοια ελευθερία.
Η αγάπη είναι αγάπη. Εάν η φράση συνιστά το αφανές καθοδηγητικό νήμα μιας θεραπευτικής συνομιλίας για την αγάπη, ο θεραπευτής χρειάζεται να είναι προετοιμασμένος γι' αυτήν την πορεία, και τούτο σημαίνει ακόμα να είναι εξοικειωμένος με το λόγο της αγάπης ως αγάπης. Ποιος όμως μιλά για την αγάπη ως αγάπη;
[...] μιλώ για την αγάπη
Η φράση έχει λεχθεί. Είναι από ένα στίχο. Βρίσκεται στο ποίημα που λέγεται "Κίχλη" και που έγραψε ο Γιώργος Σεφέρης.
Για τον κοινό νου η τροπή προς την ποίηση αγγίζει τα όρια του σκανδάλου - αν σκανδαλίζεται καν από τίποτα ο κοινός νους. Σκανδάλου, διότι εδώ αναζητούμε την αγάπη όχι μεταξύ τυρού και αχλαδιού αλλά ως θεραπευτές, δηλαδή ως υπεύθυνοι για μια υπόθεση που κάποτε γίνεται ακόμα και υπόθεση ζωής και θανάτου. Επιτρέπεται λοιπόν να επαφιέμεθα σ' έναν ποιητή, που μπορεί μεν να λέει όμορφα λόγια που τα απαγγέλλουμε και τα τραγουδάμε στον ελεύθερο χρόνο μας, που όμως κάπου τους αναγνωρίζουμε το ακαταλόγιστο, τα ανεχόμαστε ποιητική αδεία;
Για απάντηση ας αρκέσει ένας λόγος του ίδιου του Σεφέρη από μια ομιλία του. Εκεί λέει για τον ποιητή: "[...] μοιάζει καταδικασμένος στην αλήθεια, την αλήθεια του, επί ποινή θανάτου. [...] ολοένα παραμερίζει τα στοιχεία που δεν ανταποκρίνονται στο αληθινό που υπάρχει μέσα του".
Τούτο δεν έχει ειπωθεί ποιητική αδεία. Αφορά κάθε μεγάλον της τέχνης. Επάνω στο ίδιο θέμα ο Σεφέρης μνημονεύει τα λόγια ενός νεαρού ζωγράφου για τον Θεόφιλο: "Μα αυτός μας γυρεύει πάρα πολλά• γυρεύει να λέμε όλη την αλήθεια". Αλλού γράφει: "Η δουλειά μου δεν είναι οι αφηρημένες ιδέες, αλλά ν' ακούω τι μου λένε τα πράγματα του κόσμου, να κοιτάζω πώς συμπλέκουνται με την ψυχή μου και με το σώμα μου και να τα εκφράζω".
Αυτή η φράση θα μπορούσε ν' αποδώσει το νόημα του βασικού κανόνα της ψυχανάλυσης πιστότερα από πολλές αναφορές της σχετικής βιβλιογραφίας.
Αναζητώντας την αγάπη στη θεραπευτική συνομιλία βρεθήκαμε στα ίχνη μιας πορείας παράλληλης μ' εκείνη του ποιητή, μιας πορείας όπου παραμερίζονται "τα στοιχεία που δεν ανταποκρίνονται στο αληθινό που υπάρχει μέσα μας", μιας πορείας η οποία με τον τρόπο της "γυρεύει" κι αυτή "να λέμε όλη την αλήθεια".
Και ποιο είναι "το αληθινό που υπάρχει μέσα μας"; Ποια είναι "όλη η αλήθεια"; Το ότι η αγάπη είναι αγάπη. Και κάποιοι στη θεραπευτική συνομιλία εξαναγκασμένοι από την ανάγκη να ειπωθεί ό,τι έχει να ειπωθεί αφήνονται στη μαύρη τρύπα που κόβει τη ζωή τους στα δυο και γυρεύουν την αλήθεια τους, μερικές φορές και "επί ποινή θανάτου".
Ήδη απ' αυτά τα λίγα υποψιαζόμαστε ότι ποίηση και ψυχανάλυση κατοικούν έναν κόσμο κοινό. Όμως αυτό μπορούν και το κάνουν, που θα πει μπορούν και συνομιλούν μεταξύ τους, στο βαθμό που η ποίηση δεν περιορίζεται στην αισθητική και η ψυχανάλυση δεν καθηλώνεται στον ψυχολογισμό.
O κοινός κόσμος για τον οποίο τώρα γίνεται λόγος κοσμείται από τη γλώσσα, εφόσον βέβαια αυτή με τη σειρά της δεν καταντά κώδικας σημαινόντων. O Σεφέρης χαρακτηρίζει το έργο του ποιητή αγώνα: "[...] για να βρει εκείνη τη φωνή που ταυτίζεται [...] με τα πράγματα που θέλει να δημιουργήσει, ή, αν θέλουμε, που δημιουργεί τα πράγματα ονομάζοντας τα. Το ακραίο όριο όπου τείνει ο ποιητής είναι να μπορέσει να πει "γενηθήτω φως " και να γίνει φως".
Αυτό ακριβώς συμβαίνει και στις ευτυχείς στιγμές της θεραπευτικής συνομιλίας - στην ερμηνεία, εκεί που ο λόγος της "γράφει", όπως λέμε, κι ο κόσμος φωτίζεται και ποτέ πια δεν είναι αυτός που ήταν.
Τώρα διακρίνουμε καλύτερα το ζητούμενο νόημα της φράσης "Η αγάπη είναι αγάπη". Η φράση είναι το κάλεσμα της αγάπης, να ονομαστεί και ονομαζόμενη να αληθεύσει. Η αγάπη δεν είναι έννοια και συναίσθημα και σχέση, δεν είναι αυταπάρνηση και φροντίδα και σεξ. Η αγάπη είναι αγάπη. Τούτο θα πει τώρα: Η αγάπη είναι στο όνομα της.
Εάν μια τέτοια εμπειρία μάς είναι ανοίκεια, τούτο οφείλεται στο ότι η αγάπη, ως αγάπη, είναι κάτι πολύ διαφορετικό απ' ό,τι νομίζουμε και οφείλεται ακόμα στο ότι δεν είμαστε εξοικειωμένοι με τα ονόματα, δηλαδή δεν έχουμε μάθει να τα κατοικούμε.
Η δυσκολία να κατοικήσουμε τα ονόματα έγκειται προπάντων στην τάση μας να μένουμε στο άμεσα αντιληπτό. Αυτό, στα πράγματα που αφορούν τον άνθρωπο, είναι η συμπεριφορά. Θεωρούμε άκριτα πως κι η αγάπη δεν μπορεί παρά να είναι μια συμπεριφορά. Όμως δεν είναι. Η αγάπη είναι αγάπη. Δεν ορίζεται από μια στάση ή από πράξεις, δεν αποδεικνύεται και δεν ακυρώνεται από κάτι που κανείς λέει και κάνει.
Δεν είναι η συμπεριφορά αυτό στο οποίο ο άνθρωπος θυσιάζεται. Ο άνθρωπος θυσιάζεται στο λόγο. Κι εδώ ακριβώς αναδεικνύεται η ευγένεια της ψυχαναλυτικής συνομιλίας: Οι όροι της, η ύπτια θέση, η λεγόμενη "αρχή της αποχής", η ελευθερία στην οποία καλούνται οι "συνειρμοί" του λέγοντος και η "προσοχή" του ακούοντος, η απαγόρευση της προσφυγής σε κάποια συμπεριφορά, καθώς μια συμπεριφορά ως "εκδραμάτιση" έχει εδώ χαρακτήρα φυγής, όλ' αυτά τείνουν στον περιορισμό, που θα πει συνάμα στο άνοιγμα στο λόγο - όλ' αυτά εφόσον βεβαίως πάρουμε το έργο της ψυχανάλυσης στα σοβαρά, σοβαρότερα ακόμα κι απ' όσο την έπαιρνε ο ίδιος ο Φρόυντ που τη θεωρούσε πρόβα για την υποτίθεται "πραγματική ζωή". Μόνο όταν πάρουμε την ψυχανάλυση στα σοβαρά θα την ανακαλύψουμε, όπως την ποίηση, ως κάλεσμα για κατοίκηση στα ονόματα.
Ο κοινός κόσμος που πραγματώνεται κάθε φορά όταν συμβαίνει μια πράξη ονομασίας, είτε στη μορφή ενός έργου τέχνης είτε στην έκλαμψη μιας ερμηνείας στο δρόμο της θεραπευτικής συνομιλίας είτε σε ανύποπτες στιγμές στον καθένα μας, είναι το συμβάν της αλήθειας. Θεσπίζει, όπως γράφει ο ιστορικός της μουσικής Θρασύβουλος Γεωργιάδης, "μια κοινότητα εν ονόματι του πραγματικού".
Η πραγματικότητα δεν είναι ο κόσμος του ρεαλιστή που καταλαβαίνει τον εαυτό του μέσα από τη διαχείριση των υποθέσεων του και την ικανοποίηση των αναγκών του. Στην Καταιγίδα του Σαίξπηρ διαβάζουμε: "Είμαστε από υλικό σαν απ' αυτό που είναι φτιαγμένα τα όνειρα κι η μικρή μας ζωή κυκλώνεται από έναν ύπνο".
Ούτε αυτά γράφηκαν ποιητική αδεία.
Ο τίτλος της ομιλίας μου είναι: "Όταν ο ποιητής μαθαίνει στον ψυχαναλυτή την αγάπη". Και γιατί ο ψυχαναλυτής χρειάζεται να μάθει από τον ποιητή; Διότι η ψυχανάλυση δεν είναι δογματική θεωρία και θεραπευτική μέθοδος. Είναι η ίδια, ως προς τον εαυτό της, ένα ζητούμενο. Η ψυχανάλυση αναζητεί τον εαυτό της. Τούτο θα πει: αναζητεί, σ' έναν αφασικό κόσμο, τη δυνατότητα μιας συνάντησης, ενός ακούσματος και μιας ομιλίας. Προς τούτο είναι ανάγκη να στραφεί σ' εκείνους τους λόγους, σ' εκείνα τα έργα που, καθώς γράφει ο Ρεμπώ σε μια επιστολή, βρίσκονται "en avant", προηγούνται. Γι' αυτό ο ποιητής μπορεί να μάθει στον ψυχαναλυτή την αγάπη.
Έτσι φτάνουμε στον Γιώργο Σεφέρη.
Τα ποιήματα του Σεφέρη αναφέρουν την αγάπη συχνά. Μερικά μάλιστα κορυφώνονται σ' αυτήν τη λέξη. Στην προετοιμασία, καλύτερα, στην προδιάθεση η οποία μας καθιστά διατεθειμένους να ακούσουμε το λόγο της αγάπης όχι μόνο με τ' αυτιά αλλά με το νου και με την καρδιά μας χρειάζεται κάτι ακόμα. Το λέει ο ίδιος ο Σεφέρης στο ποίημα με τον τίτλο "Πάνω σ' έναν ξένο στίχο": "Παρακαλώ τον θεό να με συντρέξει να πω, σε μια στιγμή μεγάλης ευδαιμονίας, ποια είναι αυτή η αγάπη ".
Ο λόγος για την αγάπη είναι δυνατός "σε μια στιγμή μεγάλης ευδαιμονίας". Το δυνητικό άκουσμα του από εμάς υπακούει στον ίδιο νόμο. Αφορά εμένα που σας μιλώ, αφορά εσάς που μ' ακούτε. Τόσο ευαίσθητα κι ευπαθή είναι αυτά τα πράγματα, τόσο επαφήμένα στην ώρα που τα φέρνει ή που τα αποκλείει.
Το ίδιο ισχύει για την ψυχαναλυτική συνομιλία. Μόνο που το γνωστό μας "timing" υποβάλλει την πλάνη πως εμείς διαχειριζόμαστε το χρόνο. Και ένα από τα σημαντικότερα που μαθαίνει όποιος περάσει από την ψυχανάλυση είναι ακριβώς να αρμόζεται στα μέτρα του χρόνου, στο τώρα και στο όχι πια και στο όχι ακόμα, στο ήδη από πάντα και στο ποτέ. Όμως εδώ δεν μπορούμε να επεκταθούμε περισσότερο. Ας αρκεστούμε στην αναγνώριση πως το μέλημα μου και το άκουσμα σας, δηλαδή η ανταπόκριση μας στον ποιητικό λόγο της αγάπης, κρίνεται από πράγματα που μας ξεπερνούν, που, καθώς γράφει κάπου ο Ελύτης, "έρχονται απ' αλλού".
Στην περίληψη της ομιλίας μου χρησιμοποιώ για τα ποιήματα του Σεφέρη την έκφραση "ποιητικός λόγος της αγάπης". Εδώ η γενική "της αγάπης" δεν είναι γενική αντικειμενική, η αγάπη δεν συνιστά θέμα και αντικείμενο των ποιημάτων. Πρέπει ν' ακουστεί περισσότερο ως γενική υποκειμενική: τα ποιήματα αυτά είναι λόγια της αγάπης, είναι η αγάπη που μιλά μέσα από τον εαυτό της για τον εαυτό της. Σ' αυτό το μίλημα συντελείται η ονομασία της. Θυσιάζεται.
Βέβαια και αυτό τείνουμε να μην το πάρουμε στα σοβαρά. Αφού ο άνθρωπος είναι που μιλά. Η αγάπη ανήκει στον άνθρωπο. Αυτά λέμε εμείς. Ας δούμε τώρα τι λέει ο Σεφέρης, πού ανήκει η αγάπη. Στο ποίημα "Μνήμη α'" διαβάζουμε για την αγάπη "[...] που ανήκει και στις Σεμνές / καθώς και στον άνθρωπο και στην πέτρα και στο νερό και στο χορτάρι / και στο ζώο που κοιτάει κατάματα το θάνατο που έρχεται να το πάρει".
Η αγάπη δεν ανήκει λοιπόν στον άνθρωπο μόνο. Ανήκει "και στις Σεμνές", έτσι ονομάζονται στον Αισχύλο οι Ερινύες, που έχουν επιφορτιστεί την τιμωρία και την εκδίκηση, ό,τι δηλαδή εμείς θεωρούμε ως το αντίθετο της αγάπης. Σ' αυτό θα επανέλθουμε. Εδώ ας αρκέσει πως ο λόγος της αγάπης έχει μια καταγωγή κι ένα εύρος που δεν το υποψιαζόμαστε: Η αγάπη ανήκει πρώτα στις Σεμνές, κατόπιν στον άνθρωπο, κι ανήκει ακόμα στην πέτρα, στο νερό, στο χορτάρι, στο ζώο που κοιτάει το θάνατο που έρχεται να το πάρει κατάματα.
Αρχίζουμε να υποψιαζόμαστε πώς μπορούν και λέγονται οι στίχοι από το ποίημα "Πάνω σ' έναν ξένο στίχο" που μιλούν για μια αγάπη: "[...] με ακατέλυτο ρυθμό, ακατανίκητη σαν τη μουσική και παντοτινή γιατί γεννήθηκε όταν γεννηθήκαμε και, σαν πεθαίνουμε, αν πεθαίνει δεν το ξέρουμε ούτε εμείς ούτε άλλος κανείς".
Υποψιαζόμαστε πώς μπορεί και λέγεται ο στίχος από το "O Στρατής Θαλασσινός ανάμεσα στους αγάπανθους": "Το πρώτο πράγμα που έκανε ο θεός είναι η αγάπη".
Εκείνος ο δαιμονικός χαρακτήρας που διαφάνηκε στη φράση "η αγάπη είναι αγάπη", εκείνη η μαύρη τρύπα που στην πορεία της ψυχαναλυτικής συνομιλίας αφαιρεί κάθε κράτημα της αγάπης σε μια έννοια, σ' ένα συναίσθημα κτλ. μας αγγίζει και πάλι, αυτήν τη φορά στο λόγο της ποίησης.
Όμως εδώ λέγεται και κάτι ακόμα: Το δαιμονικό της αγάπης που φανερώνεται στον ποιητή "σε μια στιγμή μεγάλης ευδαιμονίας" έγκειται στο ότι η αγάπη δεν είναι του ανθρώπου. Εδώ, στα βάθη του λόγου της αγάπης, αναγνωρίζουμε εκείνο που κάνει την ψυχαναλυτική συνομιλία, την επίσης υποχρεωμένη στην αλήθεια, να μην σταματά στον άνθρωπο, στις έννοιες και στα συναισθήματα του, στις σχέσεις και στη συμπεριφορά του.
Εάν η αγάπη δεν είναι υπόθεση, για να το πω φιλοσοφικά, της ανθρωπολογίας, εάν δεν έχει την αρχή και το τέλος της στον άνθρωπο, τότε με ποιον τρόπο τον αφορά; Κάποτε ο Σεφέρης μετέφρασε μια ρήση του Κινέζου σοφού Μεγκ Τσου. Η ρήση λέει: "Η αγάπη, το γαληνεμένο σπίτι του ανθρώπου".
Εδώ δεν χρειάζεται να καταπιαστούμε με μεταφραστικά ζητήματα, π.χ., από ποια γλώσσα μετέφρασε ο Σεφέρης τη ρήση, ποια κινεζική λέξη φτάνει στα ελληνικά ως αγάπη κτλ. Σημασία έχει πως ο Σεφέρης σ' αυτήν τη μετάφραση αναλαμβάνει τη ρήση ο ίδιος μ' αυτές τις λέξεις. Η αγάπη, το γαληνεμένο σπίτι του ανθρώπου.
Θα τονίσω και πάλι την ανάγκη να ακουστεί η φράση κυριολεκτικά. Ακόμα και όταν δεν την παρακολουθούμε και μας ξεπερνά. Ο άνθρωπος κατοικεί την αγάπη. Πώς μπορούμε να συλλάβουμε αυτήν την κατοίκηση;
"Μιλώ για την αγάπη" γράφει ο Σεφέρης. Αυτό θα πει τώρα: ο ποιητής μιλά για το σπίτι του ανθρώπου, για εκείνο το σπίτι που ανοίγει και τον δέχεται "σε μια στιγμή μεγάλης ευδαιμονίας". Ας ακούσουμε αυτό το μίλημα για να γνωρίσουμε, όσο μας επιτρέπουν τα όρια του βλέμματος και της καρδιάς μας, αυτό το σπίτι, τον κόσμο αυτής της κατοίκησης.
Στο ίδιο ποίημα διαβάζουμε: "όποιος ποτέ του δεν αγάπησε θ' αγαπήσει, / στο φως".
Το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένο "το γαληνεμένο σπίτι του ανθρώπου" είναι το φως.
"Το φως" είναι ο τίτλος του κομματιού από την "Κίχλη" όπου βρίσκονται οι παραπάνω στίχοι. Ακούμε ένα απόσπασμα του απαγγελμένο από τον Γιώργο Σεφέρη:
ΤΟ ΦΩΣ
[...]
Αγγελικό και μαύρο, φως,
γέλιο των κυμάτων στις δημοσιές του πόντου,
δακρυσμένο γέλιο,
σε βλέπει ο γέροντας ικέτης
πηγαίνοντας να δρασκελίσει τις αόρατες πλάκες
καθρεφτισμένο στο αίμα του
που γέννησε τον Ετεοκλή και τον Πολυνείκη.
Αγγελική και μαύρη μέρα
·
η γλυφή γέψη της γυναίκας που φαρμακώνει το φυλακισμένο
βγαίνει απ' το κύμα δροσερό κλωνάρι στολισμένο στάλες.
Τραγούδησε μικρή Αντιγόνη, τραγούδησε, τραγούδησε...
δεν σου μιλώ για περασμένα, μιλώ για την αγάπη
·
στόλισε τα μαλλιά σου με τ' αγκάθια του ήλιου,
σκοτεινή κοπέλα
·
η καρδιά του Σκορπιού βασίλεψε,
ο τύραννος μέσα απ' τον άνθρωπο έχει φύγει,
κι όλες οι κόρες του πόντου, Νηρηίδες, Γραίες
τρέχουν στα λαμπυρίσματα της αναδυόμενης
·
όποιος ποτέ του δεν αγάπησε θ' αγαπήσει,
στο φως
·
[...]

Στο δοκίμιο "Ξεστρατίσματα από τους Ομηρικούς Ύμνους" γράφει ο Σεφέρης:
Μόνο μια φορά, ένα τέλος του φθινοπώρου, μου φάνηκε πως με κεραυνοβόλα ενάργεια πέρασε ο θεός...κοντά μου. Και είπα: "Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός". Ήταν μια εμπειρία που πρέπει να έρχεται πραγματικά σπάνια στη ζωή μας και τη φωτίζει ολόκληρη· δεν μπορεί κανείς ρηματικά να τη μεταδώσει.
Και σ' ένα γράμμα στον φίλο του Γιώργο Κατσίμπαλη με τίτλο "Μια Σκηνοθεσία για την Κίχλη", αναφερόμενος σ' ένα απόσπασμα του Ηράκλειτου:
O ήλιος δεν μπορεί να ξεπεράσει τα μέτρα, ειδεμή θα τόνε βρουν οι Ερινύες που βοηθούν τη Δικαιοσύνη.
Οι Ερινύες θα κυνηγήσουν τον ήλιο, καθώς κυνήγησαν τον Ορέστη
· για σκέψου αυτούς τους λώρους που δένουν τους ανθρώπους με τα στοιχεία της φύσης· αυτή η τραγωδία που είναι συνάμα φυσική και ανθρώπινη, αυτή η οικειότητα. Αν το φως γινότανε ξαφνικά Ορέστης; Είναι τόσο εύκολο, για σκέψου: αν το φως της μέρας και το αίμα του ανθρώπου ήταν το ίδιο πράγμα; Ως πού μπορεί να το αισθανθεί κανείς αυτό;
Το γράμμα επιχειρεί μια ερμηνεία της "Κίχλης", ολοφάνερα με μισή καρδιά. Όταν ο Σεφέρης φτάνει στο σημείο που μας απασχολεί εδώ, στο "Φως", αρνείται να συνεχίσει και συμπληρώνει: "[...] το φως δεν το εξηγεί κανείς, το βλέπει [...]".
Αυτό ας είναι και για μας προειδοποίηση πως υπάρχουν πράγματα που δεν τους αρμόζει η εξήγηση, αυτή η βουβή διαδικασία που βιάζει το κάθε αλλότριο στην προκρούστεια κλίνη των τετριμμένων μας μοντέλων και παραστάσεων.
Η φράση του Σεφέρη είναι ένα κάλεσμα και για μας εκεί που πρέπει να εξηγούμε λιγότερο και ν' ανοίξουμε τα μάτια μας περισσότερο.
Το ποίημα δεν είναι άψυχο κείμενο, είναι ομιλούμενη γλώσσα, είναι "ανάσα", για να χρησιμοποιήσω μια λέξη προσφιλή στον Σεφέρη. Όπως ένα μουσικό κομμάτι γίνεται υπαρκτό και πραγματικό μόνο στην εκτέλεση, έτσι και το ποίημα μιλά μόνο απαγγελλόμενο. Γι' αυτό ας ακούσουμε τον πρώτο στίχο άλλη μια φορά: "Αγγελικό και μαύρο, φως". Τι μας λέει αυτή η ανάσα; Είναι μια φωνή ήσυχη και βαθιά, προφέρει τις λέξεις με προσοχή, αφήνει στην κάθε μια όλο το βάρος του λεγομένου της. Μας πείθει. "Αγγελικό και μαύρο, φως". Ακούτε με τι οικειότητα, με τι καρδιά λέγονται αυτά τα αλλόκοτα λόγια, πώς τα λέει ο ποιητής τους και τα εννοεί, όπως δεν θα το κατάφερνε ο καλύτερος ηθοποιός με την τελειότερη άρθρωση.
Οι λέξεις "αγγελικό και μαύρο" μας είναι γνωστές σαν αντίθετα: το αγγελικό παραπέμπει στο φωτεινό και ουράνιο, το μαύρο στο σκοτεινό και χθόνιο.
"Αγγελικό και μαύρο, φως". Οι λέξεις ειπωμένες από τον Σεφέρη δεν έχουν τίποτα το αντιθετικό, καμιά αντιπαλότητα δεν τις εναντιώνει μεταξύ τους, τις ακούμε και λέμε ναι, το φως, αγγελικό και μαύρο!
Εδώ το "και" δεν το ακούμε και δεν το επαναλαμβάνουμε ως συνδετικό αλλά ως επεξηγηματικό: αγγελικό, δηλαδή μαύρο. Το ότι δεν καταλαβαίνουμε δεν είναι, δεν πρέπει ποτέ να είναι λόγος αρκετός για ν' αμφισβητήσουμε αυτό που ακούσαμε. Μόνο όταν πάρουμε απόσταση από τη ζωντανή γλώσσα, όταν αγνοήσουμε το μίλημά της, όταν επιμείνουμε να καταλάβουμε, θα παραστήσουμε τα φίλια ως αντίθετα, θα μείνουμε καθηλωμένοι στη μεταξύ τους αντιπαλότητα και σύγκρουση.
Η δουλειά μας έχει το σπάνιο προνόμιο να αφορά τη ζωντανή γλώσσα, να είναι στη φύση της συνομιλία. Όμως για να επαρκέσουμε ως συνομιλητές, χρειάζεται να ακούμε. Και για να ακούμε χρειάζεται πολλές φορές να πάψουμε να σκεφτόμαστε, να πάψουμε να καταλαβαίνουμε.
"Αγγελικό και μαύρο, φως". Έτσι ακούμε και το "δακρυσμένο γέλιο", ακούμε τους αδελφικούς εχθρούς, τον Ετεοκλή και τον Πολυνείκη στο φως, κυριολεκτικά στο φως του αίματος του Οιδίποδα, του πατέρα τους.
Επεκτάθηκα και ο χρόνος δεν μου επιτρέπει να μείνω στο ποίημα όσο θα του έπρεπε. Θα έρθω κατευθείαν σ' εκείνη τη μορφή στην οποία αποτεινόμενος ο Σεφέρης λέει "μιλώ για την αγάπη". Είναι η Αντιγόνη.
Η ομιλία μας, είτε το ξέρουμε είτε όχι, είτε το θέλουμε είτε όχι, είναι πάντα συνομιλία. Και κάθε φορά αποτεινόμαστε σ' εκείνο το εσύ το οποίο είναι μιλητό, δηλαδή ανοιχτό για να του μιλήσουμε. Στο ποίημα μας το μιλητό εσύ για την αγάπη ονομάζεται Αντιγόνη.
Στην τραγωδία του Σοφοκλή η Αντιγόνη, σε μια στιχομυθία με τον Κρέοντα, αρνείται ν' αφήσει τον νεκρό αδελφό της κι εχθρό του Κρέοντα Πολυνείκη δίχως τις πρέπουσες νεκρικές τιμές: "ούτοι συνέχθειν, άλλα συμφιλείν εφυν".
Η Αντιγόνη μιλά για τη φύση της, εφυν, για το πρώτο που την καθορίζει. Τούτο είναι το συμφιλείν, η απόρριψη της εχθρότητας, της μεροληψίας, η ανοικτότητα, η δεκτικότητα για τα πάντα. Δεν είναι στοιχείο του χαρακτήρα της αλλά η ανάληψη εκ μέρους της της αγάπης, την οποία οφείλει να προασπιστεί "επί ποινή θανάτου". Αυτή η Αντιγόνη είναι το μιλητό εσύ του τωρινού ποιητικού λόγου της αγάπης, σ' αυτήν μπορεί να ειπωθεί το "μιλώ για την αγάπη".
Το σπίτι το οποίο συν-κατοικούν τα πράγματα του κόσμου φίλια μεταξύ τους βρίσκει στον Σεφέρη το όνομα αγάπη. Σ' αυτό το σπίτι: "η καρδιά του Σκορπιού βασίλεψε, / ο τύραννος μέσα απ' τον άνθρωπο έχει φύγει, / κι όλες οι κόρες του πόντου, Νηρηίδες, Γραίες /τρέχουν στα λαμπυρίσματα της αναδυομένης".
Σε μια τέτοια γιορτή καλεί την Αντιγόνη ο ομιλών με τους στίχους: "στόλισε τα μαλλιά σου με τ' αγκάθια του ήλιου, / σκοτεινή κοπέλα".
Γιατί η γιορτή της αγάπης θυμίζει θάνατο; Γιατί ο ήλιος αυτής της μέρας έχει αγκάθια; Γιατί η κοπέλα πρέπει να στολίσει τα μαλλιά της με τέτοιες ακτίνες, με τέτοιο αγκάθινο στεφάνι; Η "σκοτεινή κοπέλα"; Να γίνει "ζήτημα" ενός τέτοιου "φωτός"; "Αγγελικού και μαύρου";
Διότι η μορφή η χρεωμένη αυτήν την αγάπη πρέπει να πει "όχι" στους άλλους που δεν είναι της μοίρας τους να μοιραστούν, να συν-χωρέσουν το ανοικτό της. Η μορφή, στο όνομα της Αντιγόνης, λέει το "όχι" στον Κρέοντα, στο όνομα της Αρετούσας, η οποία, σύμφωνα με μια σημείωση του Σεφέρη, υποδηλώνεται στη "γλυφή γέψη της γυναίκας που φαρμακώνει το φυλακισμένο" και "βγαίνει απ' το κύμα δροσερό κλωνάρι στολισμένο στάλες", θα το πει στους γονείς της, τον Ηράκλη και την Αρτέμη, βασιλιά και βασίλισσα της Αθήνας, που εξόρισαν τον Ερωτόκριτο και την προστάζουν να παντρευτεί τον ρήγα του Βυζαντίου.
Το "όχι" της Αρετούσας και της Αντιγόνης δεν είναι περιστασιακό. Η αγάπη αυτή πάντα θα βρίσκει μπροστά της έναν Κρέοντα, έναν Ηράκλη και μια Άρτεμη, θα βρίσκει έναν "τύραννο", έξω ή "μέσα στον άνθρωπο" και πάντα θα πρέπει να τους πει το "όχι", "επί ποινή θανάτου".
Η αγάπη σ' αυτό το "όχι" είναι που πραγματώνεται, σ' αυτό ονομάζεται, γιορτάζεται. Ευτυχία και δυστυχία είναι πολύ στενόκαρδα πράγματα για ν' αποδώσουν ό,τι εδώ παίζεται. Εδώ θάνατος και γιορτή, Άδης και Διόνυσος είναι ένα. Θα το ακούσουμε σε λίγο από τον πρώτο διδάξαντα, τον Ηράκλειτο.
Το ένα το οποίο, στο όνομα της αγάπης, σ' αυτήν τη διόλου παραδεισένια αλλά τραγική φιλότητα, συν-χωρεί τα πάντα, χαρίζει στην αγάπη το "ακατέλυτο", το "ακατανίκητο" και το "παντοτινό" της, το ότι είναι "το πρώτο πράγμα που έκανε ο θεός". Σ' αυτό το ένα, στο εν, στο ενούν εν, πλανιέται το "γαληνεμένο σπίτι του ανθρώπου".
Η αγάπη λέει δια στόματος Ηρακλείτου: "εν πάντα". Το εν πάντα δεν είναι φιλοσοφική θέση αλλά λόγος της αγάπης.
O Ηράκλειτος μιλάει ο ίδιος σ' ένα άλλο ποίημα του Σεφέρη με τον τίτλο "Μνήμη Β'" και υπότιτλο "Έφεσσος". Καθώς γι' αυτό, όσο γνωρίζω, δεν υπάρχει δημοσιευμένη απαγγελία του Σεφέρη, θα σας διαβάσω ένα απόσπασμα του εγώ. Λέει λοιπόν ο Ηράκλειτος:
[...]
Είναι παντού το ποίημα. Η φωνή σου
καμιά φορά προβαίνει στο πλευρό του
σαν το δελφίνι που για λίγο συντροφεύει
μαλαματένιο τρεχαντήρι μες στον ήλιο
και πάλι χάνεται. Είναι παντού το ποίημα
σαν τα φτερά του αγέρα μες στον αγέρα
που άγγιξαν τα φτερά του γλάρου μια στιγμή.
Ίδιο και διάφορο από την ζωή μας, πώς αλλάζει
το πρόσωπο κι ωστόσο μένει το ίδιο
γυναίκας που γυμνώθηκε. Το ξέρει
όποιος αγάπησε
· στο φως των άλλων
ο κόσμος φθείρεται· μα εσύ θυμήσου
Άδης και Διόνυσος είναι το ίδιο.
Το προηγούμενο ποίημα λέει "μιλώ για την αγάπη". Ονομάζει την αγάπη. Το τωρινό ποίημα λέει "Το ξέρει όποιος αγάπησε". Μιλά γι' αυτόν που αγάπησε και ξέρει.
Όσα προηγήθηκαν δεν μας επιτρέπουν να φανταστούμε το "ξέρει" ούτε σαν άναρθρη συναισθηματική εμπειρία ούτε σαν εννοιολογική γνώση. Το "ξέρω" θα πρέπει να το ακούσουμε περισσότερο μέσα από την πρώτη μορφή του ρήματος, "ξεύρω", που έρχεται από το εκ- και τον αόριστο του αρχαίου "εύρίσκω","εύρον". "Το ξέρει" θα πει τότε: το έχει βρει, το έχει δει, τον έχει σημαδέψει.
Αυτό που ξέρει όποιος αγάπησε είναι ο νόμος που διατυπώνεται στα λόγια του Ηράκλειτου: "εν πάντα".
Σε πρώτη ματιά κανείς θα νόμιζε πως εδώ ο ποιητής μιλά για το ποίημα, για κάτι που ενδιαφέρει τους ποιητές, όχι εμάς. Όμως δεν αναφέρεται στους ποιητές. Αναφέρεται σε "όποιον αγάπησε". Αυτός "το ξέρει". Και το ποίημα δεν είναι στις ποιητικές συλλογές. Σ' αυτές είναι τα ποιήματα. "Το ποίημα", το λέει δύο φορές, "είναι παντού". Θυμόμαστε τα λόγια του Σαίξπηρ: "Είμαστε από υλικό σαν αυτό που είναι φτιαγμένα τα όνειρα...".
"Το ποίημα είναι παντού" θα πει: το ποίημα ονομάζει έναν τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται τα πράγματα του κόσμου, ονομάζει έναν τρόπο παρουσίας, έναν τρόπο που κάνει κάτι να παρουσιάζεται "ίδιο και διάφορο από τη ζωή μας". O τρόπος αυτός είναι όπως "[...] αλλάζει το πρόσωπο κι ωστόσο μένει το ίδιο γυναίκας που γυμνώθηκε".
"Στο φως των άλλων", που δεν το ξέρουν γιατί δεν αγάπησαν, το γύμνωμα γίνεται αντιληπτό στην αφαίρεση των ενδυμάτων, στην αλλαγή, στο πριν της ντυμένης γυναίκας και στο τώρα της γυμνής. Στο φως τους "ο κόσμος φθείρεται" με την εμπλοκή στα αντίθετα, στο πριν και στο τώρα, στο ντυμένο και στο γυμνό κορμί, στην επιθυμία και στην εκπλήρωση.
"Όποιος αγάπησε" θα δει τα πάντα στο πρόσωπο της: "πώς αλλάζει κι ωστόσο παραμένει το ίδιο". Κι αυτό επίσης είναι κάτι που "δεν το εξηγεί κανείς, το βλέπει". Βλέπει όχι εκείνο που απλώς αλλάζει μα εκείνο που "αλλάζει κι ωστόσο παραμένει το ίδιο". Αυτό το "ίδιο και διάφορο από τη ζωή μας" εδώ ονομάζεται: "το ποίημα". Και "είναι παντού". Το ποίημα ονομάζει τη ζωή μας γυμνή.
"Η γύμνια ολόκληρης της ζωής" γράφει ο Σεφέρης στο τελευταίο του ποίημα. "Καμιά φορά", "σε μια στιγμή μεγάλης ευδαιμονίας", η φωνή του ποιητή συμ-φωνεί με "το ποίημα". Το έργο αυτής της συμ-φωνίας είναι ένα ποίημα. "Είναι παντού το ποίημα. Η φωνή σου / καμιά φορά προβαίνει στο πλευρό του".
Ένα ποίημα ομο-λογεί, για να μείνω σε λέξεις του Ηράκλειτου, ομο-λογεί το ποίημα, που είναι παντού, και που στον Ηράκλειτο ονομάζεται "λόγος".
Η σχέση λόγου και ομο-λογίας συνιστά όμως και τον ακρογωνιαίο λίθο της θεραπευτικής συνομιλίας. O νόμος της διέπει την ερμηνεία, εφόσον αυτή πραγματωθεί ως ομο-λογία του λόγου που κάθε φορά θέλει να έρθει σε λόγο.
Η ερμηνεία δεν είναι πρωταρχικά έργο του θεραπευτή. Είναι έργο της αγάπης.
Από εδώ, από τον Ηράκλειτο, με την καθοδήγηση του Σεφέρη, ο ποιητής μπορεί να μάθει στον ψυχαναλυτή και αυτό. Διότι ενδεχομένως η συνάντηση που αρμόζει στη θεραπευτική συνομιλία, στις στιγμές που συμβαίνει αληθινά, αλλά και σ' αυτές που προετοιμάζεται, αλλά και σ' αυτές που λείπει, αυτή η συνάντηση είναι ένα "ίδιο και διάφορο από τη ζωή μας", ένα γύμνωμα κι αυτή, όπου κάποιος, το πρόσωπο του, "αλλάζει / [....] κι ωστόσο παραμένει το ίδιο".
Το ξέρει όποιος αγάπησε.
PDF

Το λόγο για την ενασχόληση με το φαινόμενο της εκδίκησης, μου τον έδωσε ένα επεισόδιο κατά τη διάρκεια της ψυχανάλυσης ενός άντρα, του κυρίου Α, με μια γυναίκα, την κυρία Γ. Ένα μήνα μετά το χωρισμό τους, που είχε γίνει με δική του πρωτοβουλία, ο κύριος Α για πρώτη φορά στη ζωή του τόσο καθολικά και παράφορα την ερωτεύτηκε. Η κυρία Γ ανταποκρίθηκε αμέσως στην έκκληση του κι εγκατέλειψε τον κύριο Μ, με τον οποίο στο μεταξύ είχε συνάψει μια ερωτική σχέση.
Το δεύτερο βράδυ της επανασύνδεσης τους η κυρία Γ δεν ήρθε. Ο κύριος Α τη βρήκε το άλλο πρωί στο τηλέφωνο του διαμερίσματος του κυρίου Μ, με τον οποίο η κυρία Γ είχε περάσει τη νύχτα. Συναντήθηκαν λίγη ώρα αργότερα. Η κυρία Γ του μίλησε για τη δυσπιστία της απέναντι στις προθέσεις του, για το θυμό της που την εγκατέλειψε έτσι απρόσμενα και ανεξήγητα. Γι' αυτό έκανε ό,τι έκανε...
Το επεισόδιο με έβαλε σε σκέψεις σχετικά με τη φύση αυτού που λέγεται «εκδίκηση». Και ιδιαίτερα αναρωτήθηκα πώς και κατά πόσο η εμπλοκή στα δίχτυα της, όπου ο ένας κρατάει στον άλλον και του ανταποδίδει το κακό που του έκανε, είναι δυνατό να έχει πραγματικά ένα τέλος.
Σαν να 'χαν ποτέ τελειωμό
τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου

λέει «μετεφρασμένον εις ανθρώπινα λόγια» το Μοιρολόι της Φώκιας του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.
Έχει η εμπλοκή στα δίχτυα της εκδίκησης «τελειωμό»;
Διότι το να λυτρωθεί ο άνθρωπος από την εκδίκηση: αυτό μου είναι η γέφυρα προς τη μεγαλύτερη ελπίδα κι ένα ουράνιο τόξο μετά από ατέλειωτες καταιγίδες.
Το γράφει ο Nietzsche στον Ζαρατούστρα, στο κεφάλαιο με τον τίτλο «Οι ταραντούλες».
Η ταραντούλα ή σφαλάγγι είναι φαρμακερή αράχνη. Διακρίνεται από μια μαύρη τριγωνική κηλίδα στη ράχη της. Σύμφωνα με την παράδοση, το δάγκωμά της οδηγεί σε μια μανική κατάσταση όπου το θύμα της στροβιλίζεται για μέρες σ' έναν χορό, την ταραντέλα. Το κεφάλαιο αρχίζει ως εξής:
Κοίτα! Να η σπηλιά με τις ταραντούλες! Θες να τη δεις ο ίδιος; Εδώ κρέμεται το δίχτυ τους. Άγγιξε το για ν' αρχίσει να τρέμει.
Και να, έρχεται πρόθυμα. Καλώς ήρθες, ταραντούλα! Μαύρο απλώνεται στη ράχη σου το τρίγωνο, το γνώρισμα σου.
Εκδίκηση απλώνεται στην ψυχή σου: Κει που δαγκώνεις βγαίνει μαύρο κακάδι. Το φαρμάκι σου κάνει την καρδιά να στροβιλίζεται στην εκδίκηση!
Έτσι, με μια παρομοίωση σας μιλώ εσάς που κάνετε τις ψυχές να στροβιλίζονται, κήρυκες της εξομοίωσης, της ισότητας! Ταραντούλες μου είστε και διψασμένοι κρυφά για εκδίκηση!
Μα τώρα θέλω τις κρυψώνες σας να τις φέρω στο φως [...]
Γι' αυτό προσπαθώ να ελευθερωθώ απ' το δίχτυ σας, για να σας παρασύρει η λύσσα σας έξω απ' τη σπηλιά των ψεμάτων σας και πίσω από τη λέξη σας «δικαιοσύνη» να προβάλει η εκδίκηση σας.
Διότι το να λυτρωθεί ο άνθρωπος από την εκδίκηση: αυτό μου είναι η γέφυρα προς τη μεγαλύτερη ελπίδα κι ένα ουράνιο τόξο μετά από ατέλειωτες καταιγίδες.

Εδώ ας περιοριστούμε στη συζήτηση λίγων σημείων από το παραπάνω κείμενο:
1. Ο τόπος της εκδίκησης είναι το δίχτυ. Σ' αυτό κατοικούν, παγιδευμένοι ο καθένας με τον τρόπο του, θύτης και θύμα.
Ας θυμηθούμε ότι ο κύριος Α αλλά και η κυρία Γ στο επεισόδιο που αναφέρθηκε στην αρχή βρέθηκαν πιασμένοι σ' ένα τέτοιο δίχτυ, αυτός με τον έρωτα του, που ανακάλυψε όψιμα, εκείνη με την αγάπη της γι' αυτόν, αλλά και με τη δυσπιστία και το θυμό της.
Κι ας θυμηθούμε ακόμα ότι στον πρώτο και καθοριστικό λόγο όπου στην παράδοση μας η εκδίκηση λέγεται και φανερώνεται στην ουσίασή της, στην «Ορέστεια» του Αισχύλου, η Κλυταιμνήστρα σφάζει τον Αγαμέμνονα αφού πρώτα τον αιχμαλωτίζει σ' ένα δίχτυ...
2. Ανήκει στη φύση της εκδίκησης ν' αποζητάει την αντεκδίκηση κι έτσι να εμπλέκει τους ενεχόμενους σ' ένα τυφλό στροβίλισμα παρόμοιο μ' εκείνο του «ταραντισμού», όπως λέγεται η κατάσταση αυτού που δαγκώθηκε από την ταραντούλα και ο χορός του.
O κύριος Α μετά το επεισόδιο αισθάνθηκε αρχικά μια ροπή προς αυτήν την κατεύθυνση, δηλαδή να προβεί σε κάποιου είδους αντεκδίκηση, όμως η προοπτική να χαθεί σ' έναν τέτοιο στρόβιλο και να δώσει συνέχεια σε μια τέτοια ολέθρια αλληλοεξόντωση τον τρόμαξε ακόμα περισσότερο και γρήγορα παραιτήθηκε απ' αυτήν τη σκέψη.
Όμως έτσι εκτυλίσσεται η ιστορία των Ατρειδών, με τελευταία πράξη το φόνο της Κλυταιμνήστρας από τον Ορέστη:
O Ατρέας με τον αδελφό του Θυέστη και με τη μητέρα τους σκοτώνουν τον ετεροθαλή αδελφό τους Χρύσιππο. O πατέρας τους ο Πέλοπας διώχνει τα δυο αδέλφια και τα καταριέται. Ατρέας και Θυέστης καταφεύγουν στις Μυκήνες, όπου μετά το θάνατο του βασιλιά διεκδικούν μεταξύ τους το θρόνο. O Θυέστης με τη βοήθεια της γυναίκας του Ατρέα και ερωμένης του κερδίζει τον πρώτο γύρο, όμως ο Ατρέας χάρη στην παρέμβαση του Δία είναι ο τελικός νικητής.
Όταν ο Ατρέας μαθαίνει για τη σχέση της γυναίκας του με τον Θυέστη, σκοτώνει τους τρεις γιους του, τους προσφέρει γεύμα στον Θυέστη, κατόπιν του αποκαλύπτει τι έφαγε και τον εξορίζει.
O Θυέστης αποκτά από την ίδια του την κόρη έναν γιο, τον Αίγισθο. Η κόρη του Θυέστη παντρεύεται τον Ατρέα, αυτός ανατρέφει τον Αίγισθο, δίχως να γνωρίζει τον πραγματικό του πατέρα, και κάποτε τον διατάζει να σκοτώσει τον Θυέστη. Ο Αίγισθος ανακαλύπτει έγκαιρα ότι ο Θυέστης είναι πατέρας του και σκοτώνει τον Ατρέα.
Όταν οι γιοι του Ατρέα, ο Αγαμέμνονας κι ο Μενέλαος, φεύγουν για την Τροία, ο Αίγισθος κερδίζει την Κλυταιμνήστρα και μαζί σκοτώνουν τον Αγαμέμνονα εκδικούμενοι ο μεν Αίγισθος τον πατέρα του, η δε Κλυταιμνήστρα τη θυσία της κόρης της Ιφιγένειας.
Οι δυο τους, με τη σειρά τους, υποκύπτουν στο σπαθί του Ορέστη, όταν αυτός, μεγάλος πια, επιστρέφει στις Μυκήνες για να εκδικηθεί το φόνο του πατέρα του.
Χρειαζόμαστε μόνο λίγη ειλικρίνεια απέναντι στον εαυτό μας για να διαπιστώσουμε ότι η ιστορία των Ατρειδών μας μιλάει για τη δική μας ιστορία - μια ιστορία τραυμάτων που έχουμε υποστεί και που ίσως κάποτε έχουμε ανταποδώσει, λιγότερο ή περισσότερο φανερά, έχοντας τα ομολογήσει στον εαυτό μας λιγότερο ή περισσότερο. Ας το θυμόμαστε αυτό, πως ό,τι λέγεται για την εκδίκηση στο επεισόδιο ανάμεσα στην κυρία Γ και στον κύριο Α, και προπάντων στο μύθο των Ατρειδών, μας αφορά όλους μας άμεσα.
Μπορεί τελικά να υπάρξει «τελειωμός»; Λύτρωση από την εκδίκηση; Μπορεί ο κύριος Α όχι μόνο να παραιτηθεί από μια πράξη αντεκδίκησης, όχι μόνο ν' αποδιώξει από το νου του και να παραλλάξει ό,τι έγινε, αλλά να λυτρωθεί αληθινά δίχως να κοροϊδέψει τον εαυτό του; Και πώς θα ήταν μια λύτρωση δυνατή; Τέτοια ερωτήματα τον βασάνιζαν για καιρό. Τα ακούω ξανά καθώς διαβάζω τις φράσεις με τις οποίες κλείνει ο λόγος του Ζαρατούστρα για τις «ταραντούλες»:
Ωι! Με δάγκωσε κι εμένα η ταραντούλα, ο παλιός μου εχθρός! Με θεϊκή ακρίβεια κι ομορφιά με δάγκωσε στο δάχτυλο! [...]
Ναι, εκδικήθηκε! Κι αλίμονο! Τώρα θα κάνει και τη δική μου καρδιά να στροβιλίζεται στην εκδίκηση!
Όμως, για να μην στροβιλιστώ, φίλοι μου, δέστε με γερά σ' αυτόν το στύλο. Καλύτερα στυλίτης παρά στρόβιλος της δίψας για εκδίκηση!
Πράγματι, ο Ζαρατούστρα δεν είναι ανεμοστρόβιλος. Και, αν και χορευτής, ποτέ πια χορευτής της ταραντούλας!

3. Όμως εκείνο που στα λόγια του Νίτσε ξενίζει περισσότερο είναι ότι ο Ζαρατούστρα βλέπει στην αξίωση της κοινωνίας για «ισότητα» και για «δικαιοσύνη» να υποκρύπτεται η εκδίκηση!
Εάν είναι έτσι, τότε θα χρειαστεί να μάθουμε να εννοούμε την εκδίκηση μ' έναν τρόπο διαφορετικό από το συνηθισμένο μας. Διότι εδώ η εκδίκηση φαίνεται πως δεν αποτελεί απλώς ένα περιστασιακό φαινόμενο μεταξύ άλλων αλλά, τουλάχιστον από τον καιρό της γαλλικής επανάστασης και έκτοτε, συνιστά το θεμέλιο της κυρίαρχης νοοτροπίας με την οποία ο άνθρωπος των νεοτέρων χρόνων εννοεί τους κανόνες που διέπουν τη σχέση του με τους άλλους και με τον εαυτό του.
Πώς μπορούμε ν' ακούσουμε αυτόν τον τολμηρό λόγο του Ζαρατούστρα;
Το «δίκαιο» στηρίζεται στην αξίωση για ισότητα. Όμως εδώ δεν εννοείται μόνο η ισότητα απέναντι στο νόμο. Ο ίδιος ο νόμος αποβλέπει σε μια εξίσωση: Η εκάστοτε προβλεπόμενη ποινή έχει την έννοια της αποκατάστασης μιας ισορροπίας που διαταράχτηκε. Η διαταραχθείσα ισορροπία δεν ανέχεται να μένει η άδικη πράξη δίχως απάντηση. Ακριβώς αυτή η απάντηση, ως επανόρθωση και αποζημίωση, συνιστά την εκδίκηση. Γι' αυτό ο Ζαρατούστρα μπορεί ν' αποκαλεί το σημερινό για εκδίκηση διψασμένο άνθρωπο «κήρυκα της ισότητας».
Η εκδίκηση θέλει ν' αποκαταστήσει την ισορροπία. Και τούτο συμβαίνει είτε με τη μορφή της αυτοδικίας στην καθημερινή μας συναναστροφή με κοντινούς και μακρινούς ανθρώπους που μας αδικούν είτε με τη μορφή της επιβολής του θεσμοθετημένου δίκαιου, όταν αυτό παραβιάζεται. Το λεγόμενο «περί δικαίου αίσθημα» και στις δύο περιπτώσεις δεν είναι άλλο από την ανάγκη ή, όπως λέει ο Νίτσε, τη «δίψα» για εκδίκηση.
Η κυρία Γ αδικήθηκε από τον κύριο Α, που την εγκατέλειψε επιπόλαια. Στα μάτια της η αιφνίδια επιστροφή του δεν ήταν απλώς εκπλήρωση και της δικής της επιθυμίας αλλά προπάντων επιβεβαίωση της επιπολαιότητας του, και αυτήν την επιπολαιότητα την είδε να βρίσκεται σε μια γι' αυτήν αβάσταχτη ανισορροπία με το δικό της βαθύ και σίγουρο αίσθημα. «Αφού εσύ είσαι επιπόλαιος μαζί μου, θα γίνω κι εγώ το ίδιο». Αυτή η φωνή οδήγησε την κυρία Γ εκείνη τη νύχτα στο διαμέρισμα του κυρίου Μ. Η «ισορροπία» ζητούσε αποκατάσταση...
Επειδή ο άνθρωπος που διψά για εκδίκηση είναι μαζί και κήρυκας της ισότητας, γι' αυτό η δικαιοσύνη παρασταίνεται κρατώντας μια ζυγαριά. Αυτή η παράσταση είναι παμπάλαιη. Αναφέρεται για πρώτη φορά από τον Βακχυλίδη τον 6ο αιώνα π.Χ. Όμως μια συζήτηση για το τι θα πει στους αρχαίους «δίκη» και «ίσον» δεν είναι του παρόντος. Ας μείνουμε στην εποχή μας κι ας επιχειρήσουμε να διακρίνουμε τον αρμό που επιτρέπει στη ζυγαριά να ταλαντεύεται, να κλίνει κάποτε προς τη μια πλευρά και ν' αναζητεί με την εκδίκηση το καντάρι που θα επαναφέρει την ισορροπία της.
Η εκδίκηση έχει την αρχή της ήδη στην κατηγορία η οποία προσαγορεύει κάποιον ως τον «υπαίτιο» και ρέπει, ρητά ή άρρητα, άμεσα ή έμμεσα, προς ένα «δια ταύτα...»:
- Επειδή μου το έκανες αυτό, επειδή είσαι ο υπαίτιος, γι' αυτό σου αξίζει...
Η εκδίκηση εννοείται ως συνέπεια, δηλαδή αποτέλεσμα της πράξης του υπαίτιου. Η εκδίκηση υπακούει στην ανάγκη το αίτιο, η αρχή, να έχει ένα επακόλουθο, μια συνέπεια, ένα αποτέλεσμα. Η εκδίκηση υπακούει στο νόμο αιτίου-αποτελέσματος. Κι επειδή η σχέση αιτίου-αποτελέσματος δεν έχει τέλος, καθώς το αποτέλεσμα είναι το αίτιο για ένα νέο αποτέλεσμα, η εκδίκηση δεν μπορεί παρά να προκαλεί την αντεκδίκηση και ούτω καθεξής.
Έτσι είναι η εκδίκηση καταβύθιση σε μια δίνη, έτσι «στροβιλίζονται» οι άνθρωποι μέσα της. Ο νόμος αιτίου-αποτελέσματος προβλέπει για την αδικία την ποινή, για την ποινή το αντίποινο, και μ' αυτόν τον τρόπο καταδεικνύεται ως ο αρμός γύρω από τον οποίο ταλαντεύονται οι δίσκοι της ζυγαριάς της αδικίας, της εκδίκησης, της αντεκδίκησης και ούτω καθεξής, είναι το δίχτυ της ταραντούλας, είναι το δίχτυ στο οποίο βρέθηκαν πιασμένοι ο κύριος Α και η κυρία Γ.
Η εκδίκηση δρομολογείται στην κάθε ώρα, κι αυτές οι ώρες είναι πολλές, όπου τα λόγια και τα έργα μας καθορίζονται απ' αυτό που «μας κάνουν», το οποίο και εκλαμβάνουμε ως αίτιο, και από τη δική μας στάση ως αντίδραση προς αυτό, ως αναγκαστική υποτίθεται συνέπεια. Η στάση τού «αφού εσύ...τότε κι εγώ...», η στάση όπου η πράξη μας συνιστά αντίδραση στην πράξη του άλλου, είναι ακριβώς η στάση που τρέφει την εκδίκηση.
Εάν έτσι έχουν τα πράγματα, η λύτρωση από την εκδίκηση θα σήμαινε πρωτίστως μια λύση από τα δεσμά της σχέσης αιτίου-αποτελέσματος. Τούτο θα σήμαινε ότι η κατηγορία δεν θα προσαγόρευε κάποιον ως τον «υπαίτιο», ότι ένα «δια ταύτα...» δεν θα ήταν πλέον αναπόφευκτο.
Είναι καν νοητή μια τέτοια μεταστροφή; Είναι δυνατό ο κύριος Α να ελευθερωθεί από το δίχτυ που απαιτεί από μέρους του αντεκδίκηση και να πάψει να στροβιλίζεται; Όχι με το να δεθεί σ' ένα στύλο, όπως εδώ ο Ζαρατούστρα, όχι δηλαδή μέσα από την καταπίεση μιας αυτοπειθαρχίας και αυτοσυγκράτησης αλλά ειλικρινά και ελεύθερα, διαφυλάσσοντας ανοιχτό όλο τον πλούτο της ύπαρξης του και της σχέσης του με την κυρία Γ;
Το ερώτημα μας σχετικά με τη δυνατότητα μιας λύτρωσης από την εκδίκηση έχει γίνει κάπως καθαρότερο. Όμως απέχουμε ακόμα πολύ από τη ζητούμενη απάντηση.
Για μια τέτοια απάντηση η ψυχαναλυτική θεωρία, και η ψυχαναλυτική πρακτική που την ακολουθεί, δεν μπορεί να μας βοηθήσει. Πρεσβεύει τον ήδη από τον Φρόυντ διατυπωμένο νόμο του «ντετερμινισμού της ψυχικής ζωής» με τη μορφή των λεγομένων «συνειρμών», όπου η μια παράσταση φέρνει την άλλη, αυτή μια τρίτη κ.ο.κ., έχει δηλαδή ως θεμέλιο τη σύνδεση αιτίου-αποτελέσματος.
Όμως και ρητά η ψυχαναλυτική θεωρία και πρακτική καθαυτήν είναι δομημένη επάνω στο νόμο της εκδίκησης, π.χ. στη μορφή του λεγομένου «οιδιπόδειου συμπλέγματος», όπου η αγάπη του γιου προς τη μητέρα προκαλεί τον «ευνουχισμό» του εκ μέρους του πατέρα και τούτος πάλι το «φόνο» του πατέρα από τον γιο, ακόμα κι αν όλα συμβαίνουν, όπως λέγεται, συμβολικά.
Για αυτήν τη θεώρηση της ψυχανάλυσης, μια λύτρωση από την εκδίκηση είναι δυνατή μόνο με την επιστράτευση των λεγομένων «αμυντικών μηχανισμών», με «άρνηση» και «απώθηση», με «μετάθεση» και με «εξιδανίκευση». Μια τέτοια «λύτρωση» είναι τελικά αυθυποβολή και αυταπάτη.
Είναι αυτή η μοίρα του κυρίου Α και της κυρίας Γ; Είναι το επεισόδιο στο διαμέρισμα του κυρίου Μ μια όψιμη παραλλαγή των «οιδιποδειακών» τους συγκρούσεων; Επανάληψη, ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία, μιας μοίρας που τους θέλει να έχουν γεννηθεί και μεγαλώσει στροβιλιζόμενοι στις δίνες της εκδίκησης;
Η κυρίαρχη ψυχαναλυτική θεωρία, ακριβώς επειδή θεμελιώνεται στην εκδίκηση και στις προϋποθέσεις της, τη θεωρεί τόσο αυτονόητη που δεν είναι καν σε θέση να την επερωτήσει ως προς τη φύση της. Εάν ποτέ το επιχειρούσε αληθινά, θα έβαζε ερωτηματικό στα ίδια της τα θεμέλια.
Όπως σε κάθε οριακό ερώτημα για τον άνθρωπο, έτσι κι εδώ, όπου αναζητούμε μια διευκρίνιση του φαινομένου της εκδίκησης, η ψυχολογία, η ψυχιατρική, η ψυχανάλυση δεν αρκούν. Χρειάζεται να στραφούμε προς την ίδια τη «σπουδή του ανθρώπου», δηλαδή να καταστούμε ευήκοοι για τα πρώτα και ύστατα ερωτήματα της ύπαρξης του. Έτσι θα άκουγα και τον τίτλο του συνεδρίου1: Η ψυχιατρική όχι ως αυτόνομη και αυτάρκης επιστήμη αλλά ανοιχτή και δεκτική προς τη «σπουδή του ανθρώπου», η οποία και μόνο μπορεί να της προσφέρει το εύρος που χρειάζεται για να είναι σε θέση ν' ανταποκριθεί επαρκώς στον άνθρωπο ως άνθρωπο.
Βέβαια μια δυνατότητα λύτρωσης από την εκδίκηση αναφέρεται μέσα από έναν άλλον χώρο, αυτόν του χριστιανισμού: «Όταν σε χαστουκίσουν στο ένα μάγουλο, γύρισε και τ' άλλο». Όμως ο ίδιος αυτός χριστιανισμός δεν είναι νοητός δίχως τον τελικό κολασμό του αμετανόητου με την αποπομπή του στην κόλαση. Υπάρχει ριζικότερη εκδίκηση απ' αυτήν; Ούτε εδώ λοιπόν διακρίνουμε κάποια αληθινή δυνατότητα λύτρωσης. Μήπως κάτι τέτοιο είναι τελικά πλάνη; Μήπως η εκδίκηση είναι όντως αναπόφευκτη μοίρα;
Και μ' αυτό στρεφόμαστε σ' ένα ζήτημα η συζήτηση του οποίου αποκτά πλέον πιεστική προτεραιότητα. Διότι ακόμα κι αν δεχτούμε πως η εκδίκηση, όπως εννοείται από τον Νίτσε και όπως αναπτύσσεται εδώ, είναι πράγματι ένα φαινόμενο πολύ πιο καθολικό και καθοριστικό απ' όσο μέχρι τώρα πιστεύαμε, δεν βλέπουμε γιατί χρειάζεται οπωσδήποτε μια «λύτρωση» απ' αυτήν, πόσο μάλλον όταν μ' αυτήν αποδίδεται τόσο το νομικά όσο και το εξωνομικά εννοούμενο «δίκαιο». Δεν έχει ακόμα απαντηθεί ικανοποιητικά η απορία μας γιατί τέλος πάντων η εκδίκηση, εφόσον όντως αποσκοπεί στην αποκατάσταση της «ισότητας» και του «δίκαιου», είναι κάτι «κακό». Δεν του «άξιζε» τελικά του κυρίου Α αυτό που έπαθε; Δεν θα της «άξιζε» της κυρίας Γ μια τιμωρία γι' αυτό που «του έκανε»; Δεν απαιτεί κάτι τέτοιο η αξίωση για την αποκατάσταση μιας απαραίτητης, όπως φαίνεται, και αναπόδραστης «ισορροπίας»;
Η απάντηση μου είναι: όχι. Διότι αυτή η έννοια της «ισορροπίας» και της «ισότητας» είναι πλάνη. Η κάθε ώρα μας, και ό,τι αυτή φέρνει, έχει τον χαρακτήρα του πεπερασμένου. Την εγκατάλειψη της και τη δυσπιστία της η κυρία Γ δεν μπορεί να την απαλύνει, δεν μπορεί να την εξισορροπήσει αληθινά με τίποτα. Και η νύχτα της στο διαμέρισμα του κυρίου Μ δεν αφήνει στον κύριο Α καμία αληθινή δυνατότητα ανταπάντησης από μέρους του. Ό,τι έγινε, έγινε. Σαν ένα κομμάτι από γρανίτη στέκει το «ήταν» του και δεν υπάρχει κανένας αληθινός τρόπος που να μπορεί να το εξισορροπήσει, να το απαλύνει, να το καταστήσει ουδέτερο, να το εξουδετερώσει. Όμως αυτό ακριβώς θέλει η εκδίκηση. Το λέει ο Ζαρατούστρα στο κεφάλαιο με τον τίτλο «Η λύτρωση»: «Αυτό, ναι, αυτό και μόνο είναι η ίδια η εκδίκηση: Η εναντίωση της θέλησης στο χρόνο και στο "ήταν" του».
Το «ήταν» της εγκατάλειψης της κυρίας Γ και η θέληση της να του εναντιωθεί την οδήγησαν στο διαμέρισμα του κυρίου Μ.
«Όπου υπήρχε πόνος, εκεί έπρεπε πάντα να υπάρξει και τιμωρία» λέει ο Ζαρατούστρα λίγο αργότερα. Όμως, απέναντι στο πεπερασμένο του «ήταν» κάθε θέληση που θέλει να το αντιρροπήσει, δηλαδή να το ακυρώσει, δηλαδή κάθε εκδίκηση συντρίβεται. Γι' αυτό η εκδίκηση είναι πάντα βιασμός των ορίων που μας τίθενται από τα ίδια τα πράγματα. Η εκδίκηση είναι ύβρη. Γι' αυτό και δεν έχει «τελειωμό» αλλά ετοιμάζει το έδαφος για την αντεκδίκηση.
«Φιλεί δε τίκτειν ύβρις μεν παλαιά νεάζουσαν έν κακοίς βροτών υβριν» άδει ο χορός στον «Αγαμέμνονα»: Η παλαιά ύβρη έχει την τάση να γεννά νέα ύβρη στους θνητούς και να προξενεί νέα κακά.
Η εκδίκηση ποτέ δεν φέρνει την προσδοκώμενη λύτρωση. Γι' αυτό και, σύμφωνα με τα λεγόμενα του κυρίου Α, η κυρία Γ για αρκετό διάστημα μετά από εκείνη τη νύχτα δεν είχε διόλου ησυχάσει με την πράξη της. Ήταν σε κακή κατάσταση. Γι' αυτό ο Ορέστης μετά το φόνο της μητέρας του λέει: «ώσπερ ξύνίπποις ήνιοστροφώ δρόμου / έξωτέρω
· φέρουσι γαρ νικώμενον / φρένες δύσαρκτοι». Όπως ένας ηνίοχος στρέφομαι έξω απ' το δρόμο και νικημένος παραφέρομαι από τις φρένες μου δίχως αρχή και τέλος.
O Ορέστης, εκδικούμενος, έχει βγει απ' το δρόμο, έχει υπερβεί τα όρια, έχει διαπράξει ύβρη. Και συνεχίζει: «προς δε καρδία φόβος / άδειν ετοίμος» (και στην καρδιά μου ετοιμάζεται να τραγουδήσει ο φόβος).
Ποια είναι τα όρια που υπερβαίνει η εκδίκηση; Στο «ήταν» μιλά ένα άτεγκτο και ακατάλυτο «όχι (πια)». Το «όχι πια» απαγορεύει στον άνθρωπο να συμπεριφέρεται προς το «ήταν» σαν να επρόκειτο για κάτι παροντικό: του απαγορεύει τώρα, στο παρόν, να φέρεται στο «ήταν» σαν «είναι». Και όμως αυτό κάνουμε, και μάλιστα ακριβώς όταν δεν το γνωρίζουμε, όταν ο χρόνος σταματά στο κακό που έγινε.
Όταν σταματά ο χρόνος, παγώνει και η μορφή του ανθρώπου. Τότε κανείς είναι «σαν να μην πέρασε ο χρόνος από πάνω του». Στο ζευγάρι μας, η κυρία Γ λέει στον κύριο Α: «Μου το 'κάνες αυτό, και τώρα θα δεις!» Σε ποιον αποτείνεται; Σ' αυτόν που έχει αποκρούσει την αγάπη της; Μα αυτός δεν είναι πια εδώ! Εδώ είναι ένας που την αγαπά ανοιχτά κι απροκάλυπτα! Αυτός τον οποίο η κυρία Γ με την πράξη της εκδικήθηκε είναι πια ένα φάντασμα, ένα πουκάμισο αδειανό.
Αυτό το «όχι πια» η κυρία Γ το αγνόησε γιατί ο χρόνος σταμάτησε τότε που ο κύριος Α «της το έκανε αυτό».
Αλλά και η ίδια η κυρία Γ, την οποία ο κύριος Α εγκατέλειψε, στις συναντήσεις που είχαν κατά το διάστημα του χωρισμού τους άλλαξε, δείχτηκε μια γυναίκα διαφορετική και αυτήν ερωτεύτηκε ο κύριος Α. Και μετά από κείνη τη νύχτα η κυρία Γ ήταν και πάλι μια άλλη. Δεν άλλαζαν απλώς τα «συναισθήματα» του κυρίου Α γι' αυτήν. Η ίδια η κυρία Γ άλλαζε εμπρός στα δικά του αλλαγμένα κάθε φορά μάτια.
Ο άνθρωπος δεν είναι κάτι το μονοσήμαντο, δεν αποδίδεται από καμιά απόλυτη εκτίμηση κι από κανένα «προφίλ προσωπικότητας», και γι' αυτό ποτέ δεν μπορεί να υπεισέλθει σε μια εξίσωση, όπως αυτή την οποία η εκδίκηση επιζητεί. Ένα «ήταν» ποτέ δεν αφορά κάποιο υποτίθεται «αντικειμενικό» συμβάν στη ζωή ενός ανθρώπου με μια υποτίθεται άπαξ διά παντός καθορισμένη «ταυτότητα». Γι' αυτό «και κάθε στιγμή είναι μια νέα και συνταρακτική / αποτίμηση απ' ό,τι υπήρξαμε» γράφει ο Έλιοτ στα Τέσσερα Κουαρτέτα.
Η πρόσκρουση επάνω στο αναγνωριζόμενο όριο του «όχι πια» είναι ο πόνος. Το «όχι πια» δεν προκαλεί πόνο αλλά είναι αυτός τούτος ο πόνος. Ο αληθινός πόνος είναι η αναγνώριση του «όχι πια» και η διαφύλαξη του στη μνήμη ως ενός «ήταν».
Ο πόνος δεν είναι ένα συναίσθημα μεταξύ άλλων αλλά συγκροτεί τη συνέχεια του χρόνου, όταν το «όχι πια» του παρελθόντος, το «τώρα» του παρόντος, το «όχι ακόμα» του επερχόμενου δεν βιάζονται αλλά παραμένουν σαν τέτοια, το καθένα με τον δικό του τρόπο, παρόντα.
Η κυρία Γ δεν αναγνώρισε αυτά τα όρια, δεν γνώρισε τον πόνο. Γνώρισε «πάθη και καημούς». Αυτά, καθόσον δεν αναγνωρίζουν το «ήταν», καθόσον δεν αναγνωρίζουν το χρόνο, είναι άχρονα: δεν έχουν «τελειωμό».
Η εκδίκηση είναι «η εναντίωση της θέλησης στο χρόνο και στο "ήταν του"» λέει ο Ζαρατούστρα. Και, όπως σχολιάζει ο Μάρτιν Χάιντεγκερ αυτήν τη φράση, η θέληση δεν είναι μια νοητική πράξη μεταξύ άλλων αλλά στους νεότερους χρόνους έχει αναγορευτεί στην υπέρτατη αρχή η οποία καθορίζει τη σχέση του ανθρώπου με τα πράγματα και με τον εαυτό του. Στην κυρίαρχη ψυχαναλυτική θεωρία το γνωρίζουμε ως την πρωτοκαθεδρία της ψυχολογιστικής εκδοχής της θέλησης, της επιθυμίας. «Μόνο η επιθυμία είναι σε θέση να κινητοποιεί το ψυχικό όργανο» γράφει ο Φρόυντ ήδη το 1900.
Όμως η θέληση είναι ολότελα αδύναμη απέναντι στο παρελθόν του «ήταν», το οποίο με το «όχι πια» που της αντιτάσσει ματαιώνει την αξίωση της να είναι η απόλυτη αρχή. Γι' αυτό και του εναντιώνεται. Η θέληση μισεί το «ήταν». Το μίσος δεν είναι κι αυτό κάποιο αφηρημένο «συναίσθημα». Είναι η μανιασμένη αντίσταση της θέλησης εναντίον του «ήταν».
Η εκδίκηση, τώρα το διακρίνουμε καθαρότερα, συνιστά μια ουσιαστική σχέση του σύγχρονου, από τη θέληση και από την επιθυμία καθοριζόμενου ανθρώπου, με τα πράγματα και με τον εαυτό του.
(Και, ειρήσθω εν παρόδω, ο σύγχρονος άνθρωπος εφορμά επίσης εναντίον του άλλου ορίου, του «όχι ακόμα»: Η επιθυμία δεν ξέρει να περιμένει. Το «όχι ακόμα» τής είναι ο μεγαλύτερος εχθρός: Η θέληση της, όταν προσκρούει στα όρια του χρόνου, δεν μπορεί να είναι κυρίαρχη.)
Μήπως από εδώ ανοίγεται ένας δρόμος για τη «μεγαλύτερη ελπίδα» του Νίτσε και γι' αυτό που αναζητούσε ο κύριος Α και πριν απ' όλους ο ίδιος ο Ορέστης όταν μετά την πράξη του κατέφυγε στο μαντείο των Δελφών; Μήπως από εδώ ανοίγεται ένας δρόμος προς τη λύτρωση του ανθρώπου από την εκδίκηση; Μήπως αυτή θα καθίστατο δυνατή στο σημείο που η θέληση θα έπαυε να είναι καθοριστική για τα λόγια και για τα έργα του;
Η «αποτοξίνωση από τη θέληση» αναφέρεται όντως ως δυνατότητα σε ένα διάλογο του Χάιντεγκερ. Πώς θα μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο;
*Θα περιοριστώ στον οικείο μου χώρο, σ' αυτόν της ψυχανάλυσης, και θα δείξω ότι η ψυχανάλυση στην ουσία της ενέχει μια δυνατότητα «αποτοξίνωσης από τη θέληση», επομένως μια δυνατότητα λύτρωσης από την εκδίκηση.
Υπενθυμίζω τον λεγόμενο «βασικό κανόνα»: ο αναλυόμενος είναι ελεύθερος να λέει ό,τι έρχεται στο νου του. Πάντα με εντυπωσιάζει το ότι νωρίτερα ή αργότερα, σε άλλοτε άλλο βαθμό, αναστατώνεται από κάτι το γι' αυτόν πρωτόγνωρο: Άλλα θέλει να πει και άλλα του έρχονται στο νου, και μάλιστα τόσο επιτακτικά που η θέληση του τελικά συντρίβεται και υποχωρεί.
Αυτό το φαινόμενο έχει τέτοια βαρύτητα που θα 'λεγα ότι, σ' αυτήν την οπτική, η ψυχανάλυση δεν είναι παρά μια πορεία, μια αργή και επίπονη πορεία απ' αυτό που κανείς θέλει να είναι προς αυτό που είναι.
Ο αναλυόμενος, καθώς ξαπλώνει στο κρεβάτι και καλείται να εκφράσει ό,τι του έρχεται, έχει μια εμπειρία παρόμοια μ' εκείνη του ποιητή εμπρός στο άσπρο χαρτί. Γι' αυτήν την εμπειρία γράφει ο Γιώργος Σεφέρης:
Τ' άσπρο χαρτί σκληρός καθρέφτης επιστρέφει μόνο εκείνο που ήσουν. Τ' άσπρο χαρτί μιλά με τη φωνή σου, τη δική σου φωνή όχι εκείνη που σ' αρέσει.
Και τούτο δεν είναι παρά ένας μακρινός απόηχος της έκκλησης προς τον άνθρωπο η οποία ηχεί στις ωδές του Πινδάρου: «γένοι' οίος έσσί μαθών» (μάθε και γίνε αυτός που είσαι).
Όμως η πορεία της ψυχανάλυσης στην οποία συντελείται η «αποτοξίνωση από τη θέληση» προχωρεί μέχρι του σημείου στο οποίο ο ψυχαναλυτής έχει φθάσει ο ίδιος. Ο ψυχαναλυτής όχι με διδαχές και με τεχνικές αλλά τελικά με το ζωντανό του παράδειγμα δείχνει στον αναλυόμενο αυτόν το δρόμο και τον καλεί σ' αυτόν. Διότι μη καθηλούμενος στη λεγόμενη «αντιμεταβίβαση», μην αντιδρώντας δηλαδή και μην ανταποδίδοντας στον αναλυόμενο ό,τι αυτός του προσάπτει, τον καθιστά αυτόπτη μάρτυρα της υπαρκτής δυνατότητας μιας λύτρωσης από την εκδίκηση.
Βέβαια αυτή η δυνατότητα έχει ν' αναληφθεί από τον ίδιο τον αναλυόμενο όταν, μέσα από πένθος και πόνο, πάψει να «εναντιώνεται στο χρόνο» και αναγνωρίσει και αποδεχτεί την ιστορικότητα του: το «όχι πια» του παιδιού που ήταν και που κάποτε αδικήθηκε από τους γονείς του, το «όχι ακόμα» του εαυτού του που ζει περισσότερο στην επιθυμία και στην φαντασίωση παρά στα ίδια τα πράγματα.
Αυτή η αποδοχή από τον αναλυόμενο της εκαστότητάς του, του μοναδικού και ανεπανάληπτου της ύπαρξης του στο χρόνο που του έχει δοθεί, μπορεί να τον απελευθερώσει από την εμπλοκή στην αλλοτρίωση μιας τυφλής αντίδρασης προς ό,τι του τυχαίνει στον κοινό κόσμο και να τον λύσει από το δίχτυ της εκδικητικότητας.
Έτσι, μετά από μήνες, μοιάζει πως ο κύριος Α γνώρισε κάτι σαν λύτρωση από την εκδίκηση. Στη μνήμη του η νύχτα της κυρίας Γ με τον κύριο Μ μεταλλάχθηκε, έπαψε να επανέρχεται στο νου του με την ίδια ενάργεια, με την ίδια παροντικότητα, λες κι ο χρόνος είχε σταματήσει εκεί. Χρειάστηκε χρόνος για ν' αναγνωρίσει και να δεχτεί ό,τι έγινε «αγέλαστα και άκαλλώπιστα και αμύριστα» όπως λέει ο Ηράκλειτος. Χωρίς ξεγελάσματα, χωρίς καλλωπισμούς και χωρίς πασαλείμματα.
Χρειάστηκε χρόνος, λέω, και το εννοώ κυριολεκτικά. Διότι ο χρόνος στα ουσιαστικά πράγματα δεν είναι μια αδιάφορη διάσταση που μετράει την αντικειμενική διάρκεια. Για τον κύριο Α ο χρόνος είχε σταματήσει, καλύτερα, είχε χαθεί. Κάποτε ήρθε, χρονίζοντας παρελθόντα, παρόντα και επερχόμενα.
Όταν λοιπόν στον κύριο Α ο χρόνος, το «ήταν» εκείνης της νύχτας εννοήθηκε αληθινά ως «ήταν», παρόν πάντα, όμως όχι πλέον παροντικό αλλά με τον χαρακτήρα του παρελθόντος, αυτή ακριβώς η μεταλλαγή, η αποκοπή του παρελθόντος από το παροντικό παρόν και η εμπέδωση του στο χώρο των παρελθόντων του έφεραν μια ησυχία.
Αφηνόμενος στο «ήταν» και μη εναντιούμενος, ήταν πλέον σε θέση να συγχωρήσει την κυρία Γ, με την κυριολεκτική έννοια της λέξης «συγ-χωρώ»: Ήταν σε θέση να της αφήσει χώρο στην κοινή τους κατοίκηση.
Το παρελθόν, όταν έχει πάψει να είναι «ζωντανό», όταν έχει λυθεί από το πάγωμα στην παροντικότητα κι έχει γίνει αληθινά παρελθόν, δεν μετράται ποτέ με όρους χρονικής διάρκειας. Το χωρίζει από το παρόν μια άβυσσος. Θα μπορούσαμε να αποδώσουμε καλύτερα το χαρακτήρα ενός παρελθόντος (πράγματος) όταν τον παρομοιάσουμε με κάτι από τα παραμύθια, που έγινε «μια φορά κι έναν καιρό» και που ποτέ δεν αναφέρθηκε σ' ένα παρόν. Στη μνήμη του κυρίου Α η νύχτα εκείνη έμοιαζε πλέον με παραμύθι. Ίσως έτσι, σαν παραμύθι, είναι πλέον παρόντα τα περασμένα όταν έχουν περάσει πραγματικά.
Με τη λύτρωση από την εκδίκηση επέρχεται μια ουσιαστική μεταβολή. Τώρα η «ισότητα» και η «ισορροπία» δεν συνιστούν κατεύθυνση και κανόνα. Ευτυχώς. Διότι ο άνθρωπος που νοιάζεται να «κρατά ισορροπίες» έχει χάσει τον εαυτό του. Στραβίζει δεξιά κι αριστερά κοιτάζοντας πώς ν' αντιρροπήσει το ένα με τ' άλλο. Και συγχρόνως έχει χάσει τους συνανθρώπους του διότι κοιτάζει τον καθένα όχι όπως αυτός είναι αλλά ως αντίποδα του άλλου.
Εκείνη τη νύχτα η κυρία Γ είχε χάσει τον εαυτό της διότι δεν είχε σταθεί στην αγάπη της για τον κύριο Α, την απαρνήθηκε ανταποδίδοντας τη στάση που είχε ο κύριος Α απέναντι της. Και είχε χάσει τη σχέση της τόσο με τον κύριο Α όσο και με τον κύριο Μ διότι φέρθηκε στον καθένα τους όπως φέρθηκε έχοντας κατά νου τον άλλο.
Όμως και το φύσει εκδικητικό «δίκαιο» των νεότερων χρόνων, που θεμελιώνεται στην ισότητα, αλλοτριώνει τον άνθρωπο και τον αποξενώνει από τον εαυτό του. Τον ωθεί στο να αποποιείται τη δική του μοναδική και ανεπανάληπτη ευθύνη για τα λόγια και για τα έργα του. Εδώ «ευθύνη» σημαίνει την αποστολή ν' αναγνωρίσει και να δεχτεί και ν' αναλάβει τα έργα του και τα λόγια του ως τα δικά του, που είναι, που έγιναν ακολουθώντας έναν άλλο νόμο, αινιγματικό και απρόσιτο.
Γι' αυτόν το νόμο κάνει λόγο ένα κείμενο του Franz Kafka με τον τίτλο «Vor dem Gesetz» (Ενώπιον του Νόμου). Μιλά για έναν «άνθρωπο από την επαρχία» που φτάνει ενώπιον του Νόμου, στην ανοιχτή πύλη του οποίου στέκει ένας τρομακτικός θυροφύλακας και του απαγορεύει την είσοδο. O άνθρωπος από την επαρχία μένει εμπρός από την πύλη για όλη του τη ζωή προσπαθώντας να βρει τρόπο να εισέλθει στο Νόμο. Είναι αδύνατο να παρατεθεί εδώ και να συζητηθεί ο πλούτος των αναφορών αυτού του κειμένου, καθώς και η θέση του στο ημιτελές χειρόγραφο του Κάφκα, στο οποίο αργότερα δόθηκε ο τίτλος Der Prozess (Η Δίκη). Θα περιοριστούμε στις τελευταίες φράσεις, που αφορούν το θέμα μας ιδιαίτερα:
Τέλος το φως των ματιών του [του ανθρώπου από την επαρχία] γίνεται αδύναμο και δεν γνωρίζει αν γύρω του πράγματι σκοτεινιάζει ή αν απλώς τα μάτια του τον ξεγελούν. Μα τώρα διακρίνει στο σκοτάδι μια λάμψη που άσβηστα ξεχύνεται απ' την πύλη του Νόμου. Τώρα πια δεν πρόκειται να ζήσει πολύ. Πριν απ' το θάνατο του όλες οι εμπειρίες όλου αυτού του καιρού συγκεντρώνονται στο μυαλό του σε μια ερώτηση που ακόμα δεν έχει θέσει στον θυροφύλακα. Του κάνει νεύμα, καθώς δεν μπορεί πια να σηκώσει το σώμα του που περιπίπτει σε ακαμψία. O θυροφύλακας πρέπει να σκύψει βαθιά προς αυτόν γιατί η διαφορά αναστήματος μεταβλήθηκε πολύ εις βάρος του ανθρώπου. «Τώρα τι θες επιτέλους να μάθεις ακόμα;» ρωτά ο θυροφύλακας «είσαι αχόρταγος». «Όλοι δεν προσπαθούν για το Νόμο;» λέει ο άνθρωπος. «Πώς γίνεται και όλ' αυτά τα χρόνια κανείς εκτός από μένα δεν ζήτησε να μπει μέσα;» O θυροφύλακας αντιλαμβάνεται ότι ο άνθρωπος ήδη βρίσκεται στα τελευταία του και για να προλάβει ακόμα την ακοή του που χάνεται, του ξεφωνίζει: «Εδώ κανείς άλλος δεν μπορούσε να μπει γιατί αυτή η είσοδος ήταν προορισμένη μόνο για σένα. Τώρα πάω και την κλείνω».
Είναι ένας νόμος που δεν θεμελιώνεται πουθενά, δεν εξηγείται και δεν δικαιολογείται, αποκλείει δηλαδή κάθε εισδοχή εντός του και κάθε παρέμβαση και συνάμα είναι ανοιχτός για μένα: Με καλεί και με κρατεί ενώπιον του.
O νόμος, μέσα από το άβατο της περιοχής του, μου υπαγορεύει αυτό που είμαι: ένας «ενώπιον του νόμου». Και κατά μια αδιανόητη, ανεξήγητη και αμεσολάβητη συγκυρία όσο περισσότερο αναλαμβάνω τον δικό μου, σ' εμένα καταλογισθέντα νόμο, τόσο περισσότερο αβίαστα και καλά κατοικώ τον κοινό κόσμο.
Και τώρα πώς συμβαίνει η μεταστροφή από τη δίψα του «κήρυκα της ισότητας» για εκδίκηση στη λύτρωση απ' αυτήν;
Μια τέτοια μεταστροφή, εφόσον συμβεί καν, συμβαίνει. Δεν επιτελείται από μια θέληση, αφού, το είδαμε, η λύτρωση από την εκδίκηση είναι αποτοξίνωση από τη θέληση. Δεν επιτελείται ως επακόλουθο και αποτέλεσμα μιας διαδικασίας, αφού, το είδαμε, η τυφλή έκπτωση στη μέγγενη αιτίου-αποτελέσματος, όπου το ένα φέρνει το άλλο και οι άνθρωποι απλώς αντιδρούν σε ό,τι τους τυχαίνει και σε όποιον εκλαμβάνουν ως τον υπαίτιο, είναι η μήτρα στην οποία η εκδίκηση μεγαλώνει. Η μεταστροφή συμβαίνει. Τι θα πει λοιπόν αυτό το «συμβαίνει»;
Στο τρίτο μέρος από την Ορέστεια του Αισχύλου, τις Ευμενίδες, έρχονται οι Ερινύες. Τα ονόματα τους μαρτυρούν τη φύση τους:
Στην Τισιφόνη μιλά η τίσις, η απότιση, η ανταπόδοση που επιζητεί ν' αποκαταστήσει την επίφαση μιας ισορροπίας.
Στην Αληκτώ μιλά αυτό που δεν έχει λήξη. Το «ήταν» που συνεχίζεται εσαεί στο παρόν, ως παρόν σ' ένα χρόνο που έχει σταματήσει.
Στη Μέγαιρα μιλά το μέγα που εξαπλώνεται, παραβιάζοντας κάθε όριο.
Οι Ερινύες, στο δικαστήριο των Αθηναίων, που τότε συστήνεται, νικώνται από τους νέους θεούς, τον Απόλλωνα και την Αθηνά, και δέχονται τη μετονομασία τους σε Ευμενίδες. Δεν νικώνται από τους θνητούς δικαστές τους, που ισοψηφούν, αλλά από την καθοριστική ψήφο της θεάς.
Η πρώτη λύτρωση από την εκδίκηση, αυτή του Ορέστη, και μαζί του όλου του γένους των Ατρειδών, και μαζί τους δυνητικά όλων μας, δρομολογείται με την έλευση των νέων θεών.
Έλευση των νέων θεών... Είναι το θέμα των τραγωδιών του Αισχύλου. Όχι, δεν είναι θέμα. Οι τραγωδίες του Αισχύλου καθαυτές είναι το άγγελμα της διαδοχής των παλαιών θεών από τους νέους.
Τι θα μπορούσε αυτό να μας πει, εμάς, σήμερα; Γράφει ο Χαίλντερλιν στο ποίημα «Friedensfeier» (Εορτή της ειρήνης): «Όπου όμως / Κι ένας θεός εμφανίζεται, / Τούτο είναι πράγματι άλλη καθαρότητα».
Αυτό θα ήταν η έλευση ενός νέου θεού: μια «άλλη καθαρότητα» στην οποία ο κόσμος γίνεται ένας «άλλος»...
Και τι μας λέει η εμφάνιση ενός θεού ως «άλλη καθαρότητα»; Προσέχουμε την ελληνική λέξη «θεός» και τη συγγένεια της με το ρήμα «θεάω», «βλέπω», τη θέασιν και τη «θέα» [«θέα - θεά»].
«Θεός» είναι το όνομα για μια θέα που έχει ανοίξει εμπρός στα μάτια μας, ένα διαύγασμα, μια «καθαρότητα» στην οποία κάθε φορά προβάλλουν τα πράγματα που μας αφορούν.
Το ότι αυτή η θέαση έχει το όνομα ενός «θεού» αποκτά νόημα εκεί που κάποιος αναγνωρίζει ότι το βλέμμα του δεν έχει την αρχή του στη δική του προαίρεση, ότι δηλαδή δεν ορίζει αυτός το τι προβάλλει εμπρός στα μάτια του. (Φυσικά υπάρχουν άνθρωποι που βλέπουν ό,τι θέλουν να βλέπουν, έτσι όπως το θέλουν. Όμως, με κάποιον τρόπο, θα το πληρώσουν.)
«Είναι άλλη καθαρότητα», π.χ., ο έρωτας, ο πόλεμος, η μέθη, ο θάνατος: Τα πράγματα διαυγάζουν, παίρνουν μορφή, είναι θεατά, όπως κάθε φορά είναι, η θέα κι η θέαση τους έχει όνομα: Αφροδίτη, Άρης, Διόνυσος, Άδης.
Ο Πίνδαρος άδει επίσης αυτήν την «άλλη καθαρότητα» όταν ονομάζει την αίγλα, την αίγλη που κάποτε μπορεί να έρχεται «διόσδοτος», δοσμένη από τον Δία. Δεν έρχεται σαν ο Δίας να την έστελνε «προσωπικά». «Δίας» είναι αυτή τούτη η αίγλα.
Η λύτρωση από την εκδίκηση χαρίζεται πρώτα με την έλευση αυτών των νέων θεών. Τούτο θα σήμαινε τώρα: μια άλλη καθαρότητα, μια άλλη θέα και θέαση ανοίγεται, όπου τα πράγματα πλέον δείχνονται και μιλούν με άλλον τρόπο. Σε μια τέτοια έλευση, σ' ένα τέτοιο άλλο φως είναι που οι 'Ερινύες μεταβάλλονται κι αυτές, μετονομάζονται, δηλαδή μεταλλάσσονται και υπάρχουν εφεξής ως Ευμενίδες.
Τι χαρακτηρίζει το «άλλο» των νέων θεών και της «καθαρότητας» που φέρνουν μαζί τους; Το λέει ο Αισχύλος στον Αγαμέμνονα σχετικά με τον ύψιστο των νέων θεών, τον Δία: «τον φρονείν βροτούς/όδώσαντα,τόν πάθει μάθος/θέντα κυρίως έχειν».
Στη νέα, στην «άλλη καθαρότητα», δρομολογείται στους θνητούς το φρονείν. Τούτο θα πει: το πάθημα γίνεται μάθημα. Οι θνητοί δεν είναι πλέον τυφλά παραδομένοι σε ό,τι παθαίνουν, ώστε στα πάθη τους ν' απαντούν άφρονα προκαλώντας άλλα πάθη, π.χ., υπακούοντας στην εκδίκηση σχεδόν ενστικτώδικα. Δεν βρίσκονται νυχτωμένοι στη νύχτα της «αγριάδας» στην οποία, όπως γράφει ο Χαίντερλιν στο ποίημα «O Ρήνος»: «[...] όλα ανάκατα / Είναι, άτακτα κι επανέρχεται/ Πανάρχαια σύγχυση».
Το «πανάρχαιο» αφορά την εποχή των παλαιών θεοτήτων και τα πλάσματα που αλωνίζανε ξέφρενα και μας παρουσιάζει ο Σεφέρης: «τον υπεράνθρωπο Κύκλωπα που βλέπει μ' ένα μάτι, τις Σειρήνες που σαν τις ακούσεις ξεχνάς, τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη [...]». Στο συρφετό τους λυσσομανάνε κι οι Ερινύες, που στο δίχτυα τους υφαίνεται η εκδίκηση.
Όμως το πανάρχαιο δεν το έχουμε αφήσει πίσω μας. Επανέρχεται κάθε φορά που το ένα συνδέεται με το άλλο με ποικίλες μορφές σχέσεων και συσχετίσεων κι όλα είναι «ανάκατα», «άτακτα» και κανείς δεν ξέρει τι κάνει και για ποιο πράγμα μιλάει.
Με τους νέους θεούς έρχονται τα μέτρα, έρχεται κόσμος, μεταξύ άλλων σαν χρόνος, χρονίζοντας παρελθόν ως το «όχι πια», χρονίζοντας μέλλον ως το «όχι ακόμα».
Όταν αυτή, η «άλλη καθαρότητα», έρχεται εκεί που «ένας θεός εμφανίζεται», τότε έρωτας, πόλεμος, μέθη, θάνατος είναι «εμφάνιση», είναι φαινόμενα. Έχουν μορφή και όνομα, είναι διακριτά: Δεν συνδέονται, δεν εξηγούνται, δεν ερμηνεύονται, δεν υπολογίζονται. O έρωτας είναι έρωτας, ο πόλεμος πόλεμος, η μέθη μέθη, ο θάνατος θάνατος.
Το παρελθόν είναι παρελθόν. Τώρα οι θνητοί έχουν μνήμη, που δεν είναι το «δεν ξεχνώ» αλλά η γειτονία των παρελθόντων ως παρελθόντων/Εχουν μνήμη θα πει πάντα: αντέχουν τη μνήμη, το «όχι πια» του «ήταν», κι αυτή η αντοχή δεν είναι άλλο από τη δυνατότητα που τους χαρίζεται, ναι, τους χαρίζεται, να πονούν. Γι' αυτό οι επόμενοι στίχοι του Αγαμέμνονα άδουν: «στάζει δ' άνθ' ύπνου προ καρδίας/ μνησιπήμων πόνος». Εδώ ο πόνος είναι η δοκιμασία που μαθαίνει την αντοχή στη μνήμη.
Το μάθος οδώνει το φρονείν, την οδό της λύτρωσης από την αγριάδα της εκδίκησης, μέσα από τον πόνο που αποτρέπει την υπνωτισμένη παράδοση στην ύβρη και διατηρεί διακριτά μεταξύ τους το «ήταν», το παρόν, το «θα είναι».
Το μάθος, ως το φρονείν, συμβαίνει ακούσια, όχι μέσα από την ανθρώπινη θέληση και πρωτοβουλία. Γι' αυτό και ο χορός συνεχίζει: «και παρ' άκοντας ήλθε σωφρονείν». Η λύτρωση από την εκδίκηση συμβαίνει ακούσια. Έρχεται, και τώρα μιλώ σε γλώσσα άλλη από τη δική μας, έρχεται όταν κι εφόσον ο άνθρωπος βρεθεί σε μια «άλλη καθαρότητα», στην αίγλα ενός παρόντος θεού.



Ονειρο της γυναικας μου:

Εκδρομη με γκρουπ στο Λονδινο. Ημερα της επιστροφης. Το πουλμαν, φορτωμενο ανθρωπους και αποσκευες, φτανει στο αεροδρομιο. Ανοιγει η μπαγαζιερα, η βαλιτσα της πουθενα. Ρουχα, κοσμηματα, πανε. Στο λεωφορειο για το αεροπλανο, απελπισμενη. Συγκρατει τα δακρυα της με κοπο. Διπλα της – ο Σταυρος θεοδωρακης. Με το γνωστο απο τις σατιρικες εκπομπες υφος του, της λεει:
- Γι' αυτο εγω κουβαλαω μονο σακκιδιο.

Την εποχη που, φοιτητης, εφτασα στο ετος που καναμε Ψυχιατρικη και ανοιξα το σχετικο "συγγραμα", περισσοτερο με κεντρισε μια διαγνωση που δεν γνωριζα μεχρι τοτε: "Ψυχοπαθης" (Να μην συγχεεται με το "ψυχασθενης", "ψυχωτικος" κοκ). Αργοτερα οι Αμερικανοι το ονομασαν "Αντικοινωνικη διαταραχη προσωπικοτητας", η "sociopath" – "κοινωνιοπαθης". Βασικα το ιδιο πραγμα σε νεα συσκευασια.
Και τι με κεντρισε στον ψυχοπαθη; Το κυριο χαρακτηριστικο του: του λειπει, λεει, η (ηθικη) συνειδηση – επι το φροϋδικοτερον, του λειπει το "Υπερεγω". Του λειπει η συνειδηση, οπως σ' εναν αλλο μπορει να λειπει ενα χερι, η ενα ποδι. Ομως αυτη η αναπηρια εμοιαζε να φερνει μαζι της ενα αλλοκοτο ανοιγμα, μια ελευθερια σχεδον διαστροφικα αχαλινωτη. Με κεντρισε... Δεν ξερω αν η εκφραση αποδιδει. Ηταν περισσοτερο ενα "Ω...!", οπου κανεις, εμπρος σε μια απροσμενη και αλλοκοτη ομορφια, πιανεται κατευθειαν στα διχτυα της σαγηνης της, γινεται ολοκληρος ενα θαυμαστικο. Και δεν ειχα πεσει εξω. Διαβαζω σ' ενα βιβλιο που γραφηκε σαραντα χρονια αργοτερα:
"Ενα απο τα πιο συχνα απαντωμενα χαρακτηριστικα ειναι μια ευφραδεια και μια επιφανειακη γοητεια που επιτρεπει τον αληθινο κοινωνιοπαθη να σαγηνευει αλλους, μεταφορικα η κυριολεκτικα – κατι σαν λαμψη, η χαρισμα που αρχικα μπορει να κανει τον κοινωνιοπαθη να φαινεται πιο γοητευτικος, η πιο ενδιαφερων απο τους περισσοτερους φυσιολογικους ανθρωπους γυρω του. Ειναι πιο αυθορμητος, η πιο εντονος, η καπου πιο "περιπλοκος", η πιο σεξυ, η πιο διασκεδαστικος απο καθε αλλον." (Martha Stout, "The Sociopath Next Door" ["Ο κοινωνιοπαθης της διπλανης πορτας"])
Το ενδιαφερον ειναι πως αν ζησεις τον ψυχοπαθη απο κοντα, αν δηλαδη η αυρα του ασκησει την ελκτικη της δυναμη επανω σου και σε καταπιει, εκει, στα εγκατα της, αυτος θα σε περιμενει και θα τον γνωρισεις. Ποιον ανθρωπο βλεπεις τοτε; Η συγγραφεας συνεχιζει:
"Οι κοινωνιοπαθεις χαρακτηριζονται ιδιαιτερα για την επιφανειακοτητα τους, για την κουφια και παροδικη φυση στοργικων συναισθηματων που ενδεχομενως ισχυριζονται οτι εχουν, για μια ιδιαιτερη αναισθησια που σου κοβει την ανασα. Δεν εχουν ιχνος ενσυναισθησης και δεν εχουν κανενα γνησιο ενδιαφερον για συναισθηματικο δεσμο με εναν συντροφο. Οταν η γοητεια της επιφανειας μαδησει, οι γαμοι τους ειναι διχως αγαπη, μονοπλευροι και σχεδον παντα βραχυβιοι. Αν ενας συζυγος εχει καν καποια αξια για τον κοινωνιοπαθη, ειναι γιατι αυτος τον βλεπει σαν κτημα του, κτημα του που αν το χασει θα νοιωσει ισως οργισμενος, αλλα ποτε θλιμμενος η υπευθυνος. Οι κοινωνιοπαθεις, πολυ περισσοτερο απο τους φυσιολογικους [...] παιρνουν κοινωνικα, σωματικα, οικονομικα η νομικα ρισκα."
Η συγγραφεας προειδοποιει με τρομο: Μακρια τους! Το κεφαλαιο "How to recognize the remorseless" ("Πως να αναγνωριζεις τον ασυνειδητο"), ξεκινα με το μοττο της ανθρωπολογου Loren Eiseley (1907–1977): "Στην ερημο ενας γερος μοναχος καποτε συμβουλευσε τον ταξιδιωτη οτι η φωνη του θεου και η φωνη του διαβολου, μολις που ξεχωριζουν." Ο σατανικος κοινωνιοπαθης με το αγγελικο προσωπο ...
Οι ψυχιατροι δεν εχουν κανενα αισθητηριο για την σαγηνη του κοινωνιοπαθους. Στο Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders (Διαγνωστικο και στατιστικο εγχειριδιο ψυχικων διαταραχων) της Αμερικανικης Ψυχιατρικης Εταιρειας διαβαζουμε για τα σημεια που οδηγουν στην διαγνωση "αντικοινωνικη διαταραχη προσωπικοτητας":
1. Αδυναμια να προσαρμοστει σε κοινωνικες νορμες
2. Εξαπατηση, χειριστικοτητα
3. Παρορμητισμος, αδυναμια προγραμματισμου
4. Ευερεθιστοτητα, επιθετικοτητα
5. Παρατολμη παραβλεψη της ασφαλειας του ιδιου η αλλων
6. Διαρκης ανευθυνοτητα
7. Απουσια τυψεων οταν προξενει πονο, κακοποιει, η κλεβει ενα αλλο ατομο.
Ηδη οταν διαπιστωνονται τρια απο τα παραπανω, αρκει για την διαγνωση...
Εαν το παθολογικο οριζεται ως η αποκλιση απο το φυσιολογικο, και εαν στην περιπτωση του κοινωνιοπαθους το φυσιολογικο ταυτιζεται με την κοινωνια και με ο,τι την εδραιωνει και την προαγει, τοτε ο κοινωνιοπαθης ειναι ο απολυτα παθολογικος. Συνιστα την μεγιστη απειλη εναντιον της κοινωνιας. Ειναι ο τρομοκρατης της.
Ομως ποιας κοινωνιας ειναι τρομοκρατης; Ειναι ενδιαφερον οτι πολυ συχνα οι στυλοβατες της κοινωνιας μας, αυτοι που ασκουν την πολιτικη, οικονομικη, και καθε αλλη εξουσια, συμπληρωνουν οχι τρια, αλλα τα περισσοτερα απο τα κριτηρια της διαγνωσης. Οι λυκοι ταχθηκαν να φυλανε τα προβατα.
Οι ψυχιατροι, και οχι μονο αυτοι, εχουν την παρασταση μιας κοινωνιας απο πολιτες που τους διακρινει ο,τι λειπει απο τον κοινωνιοπαθη:
1. Προσαρμοζονται σε κοινωνικες νορμες
2. Ειναι ειλικρινεις και δεν εκμεταλλευονται
3. Ειναι συνετοι και προγραμματιζουν το μελλον τους
4. Ειναι ανεκτικοι και φιλειρηνικοι
5. Μεριμνουν για την ασφαλεια του εαυτου τους και των αλλων
6. Ειναι διαρκως υπευθυνοι
7. Οταν προξενουν πονο, κακοποιουν, η κλεβουν, εχουν τυψεις.
Ας το χαρισουμε στους αμερικανους συναδελφους, οτι φυσιολογικος πολιτης ειναι αυτος που πληροι τα τρια μονο απο τα παραπανω κριτηρια. Και παλι. Η κοινωνια τους ειναι ενα φανταστικο μορφωμα, ενα χολυγουντιανο σκηνικο χωρις καμια σχεση με την πραγματικοτητα.1
Αυτο το φαντασμα πληττουν οι κατ' ονομα τρομοκρατες, συμφωνα με το πρωτο κριτηριο ("αδυναμια να προσαρμοστει σε κοινωνικες νορμες"), αυτου του φαντασματος αναγορευονται σε προστατες οι δυνατοι, συμφωνα με το δευτερο κριτηριο ("εξαπατηση, χειριστικοτητα") – τα υπολοιπα κριτηρια τα μοιραζονται απο κοινου.

1 Δεν υπεισερχομαι καν στις κοσμογονικες αλλαγες που φερνει μαζι της η ψηφιακη εποχη, οπου οι παραστασεις μας για την κοινωνια, τις σχεσεις, την καθημερινοτητα κλπ. εχουν ανατραπει ολοτελα, εστω κι αν ονομαζουμε το νεο με τα παλια ονοματα και νομιζουμε πως δεν αλλαξε τιποτα.


PDF

BBC, Τεταρτη 12 Μαρτιου. Αρθρο με τιτλο: Malaysia Airlines: How is the search being carried out?

Which countries are taking part?

Malaysia
has deployed 18 aircraft and 27 ships, including the submarine support vessel MV Mega Bakti which is able to detect objects in water at depths of up to 1,000m. / Huge numbers of maritime police, air force and other personnel are also taking part in the hunt.
China
A search boat carrying rescue workers is set down from the Chinese Mianyang warship / The majority of the 239 people on board flight MH370 were Chinese, and Beijing has dispatched nine warships to help in the search and rescue mission. / First to be sent was the frigate Mianyang which was diverted from the Nansha Sea to the south-east of Vietnam. It was joined by the landing craft Jinggangshan and its support vessels. / Destroyer Haikou and amphibious landing ship Kunlunshan set off on Sunday from two southern Chinese ports with a 50-strong marine corps as well as assault boats and rubber dinghies aboard, according to the People's Liberation Army ( PLA) Navy. / They are expected to arrive in the main search area early on Tuesday and Beijing said two specialised ocean rescue boats were also on standby.
Vietnam
Vietnam has set up command posts at Phu Quoc island - the closest port to the plane's last known location - and Ca Mau airport on the country's southern tip. / On board a Vietnamese search flight / It has dispatched a total of eight ships and seven aircraft and is expected to send more. / Nga Pham, reporter with the BBC's Vietnamese service said personnel from the navy, air force and coastguard were being mobilised.[...]
United States
The United States has deployed the USS Pinckney and Kidd from the Seventh Fleet, which had been on training and security operations in the South China Sea. / The Arleigh Burke-class destroyers carry MH60 Seahawk helicopters, which can operate missions lasting more than 10 hours at a time and cover a range of 245 nautical miles. / They have been flying at night over the Gulf of Thailand using Forward Looking Infra-red (FLIR) cameras. / A US P-3C Orion aircraft, normally based in Okinawa, Japan is also on the scene, bringing long-range surveillance capabilities. / Commander William Marks from the US Seventh Fleet said the P-3's search equipment was highly sensitive. / "Just from the air we can see things as small as almost the size of your hand, or a basketball. So it's not a matter of if we can see it - it's an extremely large area," he told the BBC. / "They [flight recorders] typically have a radio beacon and so for example our P-3 - if they are flying within a certain range of that - will pick up that radio beacon." / The P-3 can cover more than 1,500 square miles every hour (about 4,000 square kilometres) and on Monday is scheduled to search over the Malacca Strait to the west of Malaysia.
Other countries
Australia and New Zealand have sent a total of three P-3C Orion aircraft to join the search for the missing aircraft, which had six Australians and two New Zealanders on board. / Singapore has sent two warships, a submarine support and rescue vessel, a Sikorsky naval helicopter and a C-130 aircraft. / The submarine has divers on board who can help search for clues underwater, the Ministry of Defence said. / The Thai Navy has dispatched a Super Lynx helicopter and a patrol ship to the Andaman Sea, west of Thailand. / It has also put two other ships on standby in the Gulf of Thailand, awaiting a request for assistance from Malaysia. / Indonesia has dispatched a corvette, four rapid patrol vessels and a maritime surveillance plane after Malaysia requested assistance to scour the waters around Penang Island in the Malacca Strait. / The Philippines has also dispatched a Fokker F-27 and an Islander plane and two patrol ships. / It has also placed on alert a Hamilton-class cutter vessel and a C-130 plane to join in the mission, if needed.

Η απιστευτη κινητοποιηση ειναι υπερβολικη στο επακρο. Ξεπερνα καθε μετρο. Ο μονος λογος: Επανω σ' αυτον τον πλανητη δεν ειναι ανεκτο κανενα μυστηριο.

ΤΙΣ ΚΑ ΤΙΣ ΠΟΚΑ ΡΑ ΑΛΛΩ ΝΟΟΝ ΑΝΔΡΟΣ ΕΝΙΣΠΟΙ
Ποιος, ποιος ποτε ευκολα τον νου αλλου ανθρωπου θα πει;

Ως "ενικοτητα" εχω μεταφρασει την λεξη "singularity", την οποια συναντησα σε φιλοσοφικα κειμενα. Η λεξη μου κινησε το ενδιαφερον, καθως μοιαζει να αποδιδει μια καιρια συνθηκη της ψυχοθεραπειας: το γεγονος οτι αφορα εναν ανθρωπο ως ακριβως αυτον τον ενα - στην ενικοτητα του.
Κανεις θα ελεγε πως υπαρχουν συγγενικες λεξεις που εκ πρωτης οψεως σημαινουν το ιδιο: μοναδικοτητα, ιδιαιτεροτητα, αυθεντικοτητα κ.α. Αυτο που με ενδιεφερε στην "ενικοτητα" ειναι η λιτη παραμονη στο "ενα", διχως την επιβαρυνση απο προσδιορισμους ως ανεπαναληπτου (μοναδικοτητα), διακριτου (ιδιαιτεροτητα), αληθινου (αυθεντικοτητα).

Θα μπορουσε λοιπον να ειπωθει οτι ορος της δυνατοτητας της ψυχοθεραπειας, της συνομιλιας με τον εκαστοτε Ενα, ειναι η ενικοτητα. Αντιστοιχα, ζητουμενο για τον ψυχοθεραπευτη θα ηταν ενα ανεπτυγμενο αισθητηριο για την ενικοτητα. Και, σ' αυτην την οπτικη, ιαματικο για τον πασχοντα, η κατοικηση στην ενικοτητα του.
Παρατιθενται σχετικα κειμενα των
Keiji Nishitani, Elias Canetti, Byung-Chul Han, και ενα δικο μου.

Εδω μια σημειωση μονο: Η μικρη ερευνα της
λεξης στο διαδικτυο επεφυλασσε μια εκπληξη: Στις θετικες επιστημες, με τον ορο "singularity" δηλωνεται ενα σημειο του χωροχρονου οπου μια μεταβλητη τεινει στο μηδεν, και αντιστοιχα μια αλλη στο απειρο. Ειναι σημεια οπου
- ολες οι παραλληλες τεμνονται
-
μια εξισωση, μια επιφανεια εκρηγνυται, η εκφυλιζεται.
- η θεση, η η ρυθμιση ενος μηχανισμου, η μιας μηχανης ειναι τετοια που η συνακολουθη συμπεριφορα ειναι απροβλεπτη
- βαρυτικες δυναμεις προκαλουν την υλη να αποκτησει απειρη πυκνοτητα και μηδενικο ογκο (μαυρες τρυπες)

Η ενικοτητα ονομαζει σημεια στα οποια οι κλασσικες επιστημες καταρρεουν. (Στα ελληνικα το "singularity" μεταφραζεται μεσα απο μια αμυντικη θεση: "ανωμαλια".)

Ισως θα μπορουσαμε να πουμε οτι καθε επιστημη, στην κλασσικη της μορφη, στην λογικη της εξελιξης της, θα πεσει επανω στις ενικοτητες της: στο τελος της. Ειναι εγγεγραμμενο στην φυση της να κοβει το κλαδι που καθεται.

Στην ενικοτητα μιας ανθρωπινης παρουσιας, με αναλογο τροπο, χανονται ολες οι συνηθισμενες παραστασεις μας των ανθρωπων. Ψυχιατρικη και Ψυχολογια τιναζονται στον αερα. Ενας ανθρωπος, στην ενικοτητα του, αποκτα μια διασταση δαιμονικη - μουσικη; ποιητικη; θρησκευτικη; ολα αυτα; τιποτα απ' αυτα;

Keiji Nishitani, απο το Βουδισμος

Elias Canetti, απο το Σημειωσεις 1942-1985

Byung-Chul Han, απο το
Ειδη θανατου

Κωστας Γεμενετζης,
Λογοτεχνια και ψυχαναλυση
Για το πενθος μιλουσα σε αναφορα με τον πενθουντα: Αναζητει τον εκλιποντα παλι και παλι, και παντα πεφτει στον τοιχο του οχι-πια. Το πενθος θα ηταν ο πονος της προσπτωσης επανω στον τοιχο του οχι-πια.

Ομως το πενθος συμβαινει και σε αναφορα προς τον εκλιποντα. Ο εκλιπων εχει ενα δικο του πεδιο βαρυτητας, που ελκει τον πενθουντα προς αυτον, τον ελκει προς τον κοσμο των νεκρων. Εδω συμβαινει μια δευτερη προσπτωση: Ο πενθων ειναι ζωντανος. Δεν εχει πεθανει. Η ελξη που ασκει ο νεκρος επανω του ανακοπτεται απο το οχι-ακομα του.

Το πενθος ως η συνθλιψη στις Συμπληγαδες του οχι-πια και του οχι-ακομα.

 
 
Μεταφρασεις απο την "Αντιγονη" (με την αντιστοιχη μελοποιηση της μεταφρασης του Hölderlin απο τον Karl Orff)
Χορικα
 
Ο εισαγωγικος διαλογος της Αντιγονης με την Ισμηνη
στ. 305-331 Κρεων και Φυλακας
στ. 705-718 Ο Αιμων στον Κρεοντα
στ. 1261-1269 Ο Κρεων κρατωντας αγκαλια τον νεκρο γιο του
στ. 1271-1276 Ο Κρεων μαθαινει
 
Κειμενα με κυρια αναφορα στον Σοφοκλη
 Αποσπασματα απο:
 
Επανεισαγωγη στην ψυχαναλυση
Τι κανει η ψυχαναλυση;
"Ηχοσωμα" και "H γλωσσα μεσα απο την αρχαια ελληνικη μουσικη"
Η σχεση του Freud με τους Ελληνες: Το «οιδιποδειο συμπλεγμα»
Το γραμμα Α
Δρόμοι του σώματος και ψυχή
Συνέντευξη στη NET
Παραστατική σύλληψη και οδική εννόηση της παραφροσύνης
Όταν ο ποιητής μαθαίνει στον ψυχαναλυτή την αγάπη
Η πόλις των αρχαίων και η σημερινή κατοίκηση τον ανθρώπου επάνω στη γη
Ψυχανάλυση και ψυχοθεραπεία στο ελληνικό φως
Η φύση τον «ψυχικού πόνου»
Υπνοβάτες
Η αρμονία του ομοφυλόφιλου
«Καθημερινή ζωή». «Καθημερινότητα». Ήθος
Το άλλο φως
Το γραμμα Α – Παρουσιαση 4 .4. 2006
Αδιεξοδα
Το ΔΕΙΝΟΝ
Σοφοκλέους Αντιγόνη, πρώτο χορικό (στ. 332-375)
Παθολογια της ευμαρειας και της λιτοτητας
Γυναικο-λογια
Το Οιδιποδειο Συμπλεγμα
Καταστροφη
Ω τυμβος



PDF

Το παρακατω κειμενο ειναι αποσπασμα απο την Αντιγονη του
Σοφοκλη. Παρατιθεται η μεταφραση του Hölderlin, η αποδοση της στα νεα ελληνικα, καθως και η μελοποιηση της απο τον Carl Orff.
Παντου εδω, και φυσικα εξαρχης στο αρχαιο κειμενο, συναντουμε το υφος το οποιο θα μπορουσε να εννοηθει απο την διαλεκτικη Κυριου και Δουλου του Hegel ως το υφος του Κυριου.
Η διαλεκτικη Κυριου και Δουλου δεν αφορα οπωσδηποτε σχεσεις κυριαρχιας. Ο Κυριος ειναι αυτος που στην αναμετρηση δεν δειλιαζει εμπρος στον θανατο. Ειναι αποφασισμενος για ολα. Δεν εχει δευτερες σκεψεις για τον εαυτο του, την ασφαλεια, την αυτοσυντηρηση του. (βλ. και Byung-Chul Han,
Η απλως ζωη) Διακατεχεται απο μια ολοκληρωτικη αυταπαρνηση.
Ο Κυριος του Hegel θυμιζει τον σαμουραϊ του
Musashi, για τον οποιο "Ο δρομος του πολεμιστη ειναι η αποφασιστικη αποδοχη του θανατου".
Παρεμπιπτοντως: Θα ειχε ενα νοημα, να εννοηθουν οι "ψυχικες παθησεις", η καταθλιψη, τα αγχη, οι πανικοι, οι ψυχαναγκασμοι, οι υστεριες στην οπτικη του Δουλου: που με τα κρατηματα του αναζητει να συμβιβασει τα ασυμβιβαστα.




891-930
η μεταφραση του Hölderlin
Antigonae
O Grab! o Brautbett! unterirdische / Behausung, immerwach! Da werd ich reisen / Den Meinen zu, von denen zu den Toten / Die meiste Zahl, nachdem sie weiter gangen, / Zornigmitleidig dort ein Licht begrüßt hat; / Von denen ich, die letzte, nun am schlimmsten / In weiter Welt vergehn muß, ehe mir / Des Lebens Grenze kommt. Doch komm ich an, / So nähr ich das mit Hoffnungen gar sehr, / Daß lieb ich kommen werde für den Vater, / Auch dir lieb, meine Mutter! lieb auch dir, / Du brüderliches Haupt! Denn als ihr starbt, / Hab ich genommen euch mit eigner Hand / Und ausgeschmückt und über eurem Grabe / Trankopfer euch gebracht. Nun, Polynikes, / Indem ich decke deinen Leib, erlang ich dies, / Obgleich ich dich geehrt, vor Wohlgesinnten. / Nie nämlich, weder wenn ich Mutter / Von Kindern wäre oder ein Gemahl / Im Tode sich verzehret, hätt ich mit Gewalt, / Als wollt ich einen Aufstand, dies errungen. / Und welchem Gesetze sag ich dies zu Dank? / Wär ein Gemahl gestorben, gäb es andre, / Und auch ein Kind von einem andern Manne, / Wenn diesen ich umarmt. Wenn aber Mutter / Und Vater schläft, im Ort der Toten beides, / Steht's nicht, als wüchs ein andrer Bruder wieder. / Nach solchem Gesetze hab ich dich geehrt, / Dem Kreon aber schien es eine Sünde / Und sehr gewagt, o brüderliches Haupt! / Und jetzt führt er mich weg, mit Händen so mich greifend, / Mich ohne Bett und Hochzeit; noch der Ehe Teil / Hab ich empfangen, noch ein Kind zu nähren. / Doch einsam so von Lieben, unglückselig, / Lebendig in die Wildnis der Gestorbnen / Komm ich hinab. Welch Recht der Geister übertretend? / Was soll ich Arme noch zu himmlischen / Gewalten schaun? Wen singen der Waffengenossen? / Da ich Gottlosigkeit aus Frömmigkeit empfangen. / Doch wenn nun dieses schön ist vor den Göttern, / So leiden wir und bitten ab, was wir / Gesündiget. Wenn aber diese fehlen, / So mögen sie nicht größer Unglück leiden, / Als sie bewirken offenbar an mir.
Chor
Noch von demselben Stürmen hat / Sie noch dieselben Stöße in der Seele.

η μεταφραση της μεταφρασης του Hölderlin
Αντιγονη
Ταφε! νυφικο κρεββατι! υπογεια κατοικια, αγρυπνη παντα! Εκει θα υπαγω, στους δικους μου, που τους περισσοτερους απ' αυτους, σαν φυγανε παραπερα, φως οργισμενο και συμπονετικο τους υποδεχτηκε στους νεκρους: Οπου τωρα εγω, απο τουτους η τελευταια, πρεπει να χαθω σε κοσμο αχανη με τον χειροτερο τροπο, προτου να ερθει το οριο της ζωης μου.
Μα σαν φτασω, τρεφω μεγαλες ελπιδες οτι θα φτασω αγαπημενη για τον πατερα, και για σενα αγαπημενη, μητερα μου! αγαπημενη και για σενα, αδελφικη κεφαλη! Γιατι σαν πεθανατε σας πηρα με τα ιδια μου τα χερια και σας εστολισα και σας εφερα επανω στον ταφο σας θυσιαστηριες σπονδες.
Και τωρα, Πολυνεικη, καθως καλυπτω το σωμα σου, με βρισκουν αυτα, αν και, για τους σωφρονες, σε ετιμησα. Αφου ποτε, ουτε αν ημουν μητερα παιδιων, η αν εναν συζυγο ειχε κατασπαραξει ο θανατος, δεν θα το ειχα κανει με τη βια, σαν να 'θελα επανασταση.
Και χαρη σε ποιον νομο τα λεω αυτα; Αν ειχε πεθανει συζυγος, θα ειχε αλλους, και παιδι απο αλλον αντρα, αν τον αγκαλιαζα. Μα οταν μητερα και πατερας κοιμουνται κι οι δυο στον τοπο των νεκρων, αλλος αδελφος δεν θα μπορεσει να γινει.
Συμφωνα μ' αυτον τον νομο σε τιμησα, ομως στον Κρεοντα φανηκε αμαρτια κι αποκοτια, αδελφικη κεφαλη! Και τωρα με πιανει απο τα χερια και με παιρνει απο εδω, εμενα, χωρις κλινη και γαμηλια τελετη· δεν πηρα μερος ουτε σε γαμο ουτε στο να θρεψω παιδι. Αλλα, απο αγαπημενους ξεχωρη, δυσμοιρη, ζωντανη κατεβαινω στην αγριαδα των πεθαμενων.
Παραβιαζοντας ποιο δικαιο των πνευματων; Τι να προσβλεπω πια, εγω η φτωχη, σε ουρανιες δυναμεις; Ποιον απο τους συμμαχους να τραγουδησω; Καθως απο την ευσεβεια εισεπραξα θεΪκη απουσια. Μα αν τουτο ειναι καλο στους θεους, εμεις θα υποφερουμε και θα ζητησουμε αφεση για ο,τι αμαρτησαμε. Ομως αν λειπουν αυτοι, ας μην υποφερουν μεγαλυτερη δυστυχια απ' οση προφανως προκαλουνε σ' εμενα.
Χορος
Απο τις ιδιες θυελλες εχει ακομα τις ιδιες ριπες στην ψυχη.

το αρχαιο κειμενο
Αντιγονη
ω τυμβος, ω νυμφειον, ω κατασκαφης / οικησις αειφρουρος, οι πορευομαι / προς τους εμαυτης, ων αριθμον εν νεκροις / πλειστον δεδεκται Φερσεφασσ' ολωλοτων: / ων λοισθια 'γω και κακιστα δη μακρω / κατειμι, πριν μοι μοιραν εξηκειν βιου. / ελθουσα μεντοι καρτ' εν ελπισιν τρεφω / φιλη μεν ηξειν πατρι, προσφιλης δε σοι, / μητερ, φιλη δε σοι, κασιγνητον καρα: / επει θανοντας αυτοχειρ υμας εγω / ελουσα κακοσμησα καπιτυμβιους / χοας εδωκα. νυν δε Πολυνεικες, το σον / δεμας περιστελλουσα τοιαδ' αρνυμαι. / καιτοι σ' εγω 'τιμησα τοις φρονουσιν ευ. / ου γαρ ποτ' ουτ' αν, ει τεκνων μητηρ εφυν, / ουτ' ει ποσις μοι κατθανων ετηκετο, / βια πολιτων τονδ' αν ηρομην πονον. / τινος νομου δη ταυτα προς χαριν λεγω; / ποσις μεν αν μοι κατθανοντος αλλος ην, / και παις απ' αλλου φωτος, ει τουδ' ημπλακον, / μητρος δ' εν Αιδου και πατρος κεκευθοτοιν / ουκ εστ' αδελφος οστις αν βλαστοι ποτε. / τοιωδε μεντοι σ' εκπροτιμησασ' εγω / νομω Κρεοντι ταυτ' εδοξ' αμαρτανειν / και δεινα τολμαν, ω κασιγνητον καρα. / και νυν αγει με δια χερων ουτω λαβων / αλεκτρον, ανυμεναιον, ουτε του γαμου / μερος λαχουσαν ουτε παιδειου τροφης, / αλλ' ωδ' ερημος προς φιλων η δυσμορος / ζωσ' εις θανοντων ερχομαι κατασκαφας. / ποιαν παρεξελθουσα δαιμονων δικην; / τι χρη με την δυστηνον ες θεους ετι / βλεπειν; τιν' αυδαν ξυμμαχων; επει γε δη / την δυσσεβειαν ευσεβουσ', εκτησαμην. / αλλ' ει μεν ουν ταδ' εστιν εν θεοις καλα, / παθοντες αν ξυγγνοιμεν ημαρτηκοτες: / ει δ' οιδ' αμαρτανουσι, μη πλειω κακα / παθοιεν η και δρωσιν εκδικως εμε.
Χορος
ετι των αυτων ανεμων αυται / ψυχης ριπαι τηνδε γ' εχουσιν.

Η μελοποιηση του Orff
Der Leiermann [Ο οργανιστας]. Απο το χειρογραφο
Der Leiermann [Ο οργανιστας]. Απο το χειρογραφο
Μεταφρασεις

Winterreise [Χειμερινο ταξιδι]

Nacht und Träume [Νυχτα και ονειρα] Εδω στην ερμηνεια του Kwangchul Youn.


Κλισεις και πτωσεις του ερωτα


Αλλες αναφορες στον Schubert
Irerê
Irerê
Το τραγουδι αποτεινεται στο Irerê, ενα πουλι απο το Cariri, τοπο στην βορειοανατολικη Βραζιλια. 

Κορυφωνεται στο Canta mais! [Τραγουδησε κι αλλο!]

Αυτο το "κι αλλο!" δεν λεγεται πια απο το πουλι. Το επιτελει η συνθεση καθαυτη!


Τα λογια

Irerê, meu passarinho do Sertão do Cariri,
Irerê, meu companheiro,
Cade viola?
Cade meu bem?
Cade Maria?
Ai triste sorte a do violeiro cantado!
Ah! Sem a viola em que cantava o seu amo
Ah! Seu assobio e tua flauta de Irerê:
Que tua flauta do Sertão quando assobia. Ah!
a gente sofre sem quere!
Ah! Teu canto chega la do fundo do sertão, ah!
Como una brisa amolecendo o coracao, ah!
Irerê! Solta teu canto!
Canta mais!
Canta mais! Pra alembra o Cariri!
Canta, cambaxirra! Canta, juriti!
Canta Irerê! Canta, canta sofre,
Palativa! Bemtevi! Maria, acorda que e dia.
Cantem todos voces, Passarinhos do sertão!
Bemtevi! Eh! Sabiá!
La! Lia! Lia! Lia! Lia! Lia! Eh! Sabiá da mata cantando.
Lia! Lia! Lia! Lia!
La! Lia! Lia! Lia! Lia! Lia! Eh! Sabiá da mata sofredo!
O vosso canto vem do fundo de sertão
Como una brisa amolecendo o coracao.

Irerê, meu passarinho do Sertão do Cariri,
Irerê, meu companheiro,
Cade viola?
Cade meu bem?
Cade Maria?
Ai triste sorte a do violeiro cantado!
Ah! Sem a viola em que cantava o seu amo
Ah! Seu assobio e tua flauta de Irerê:
Que tua flauta do Sertão quando assobia.
Ah! a gente sofre sem quere!
Ah! Teu canto chega la do fundo do sertão, ah!
Como una brisa amolecendo o coracao, ah!
Irerê! Solta teu canto!
Canta mais!
Canta mais! Pra alembra o Cariri!

Η αγγλικη μεταφραση

Νοτες 1
Νοτες 1
Νοτες 2
Νοτες 2
Ο φθογγος μι
Ο φθογγος μι

Ο
Θρασυβουλος Γεωργιαδης διακρινει στο εργο τεχνης αυτο που αποκαλει πραξη ονομασιας (Nennakt).

Το
πρελουδιο ν.4 για κιθαρα του Villa Lobos θα ηταν η πραξη ονομασιας της νοτας μι.

Οι νοτες σε PDF

PDF

[Ομιλια στην επιστημονικη διημεριδα "Εγκεφαλος Συνειδηση Ελευθερια της βουλησης" στο Ψυχιατρικο Νοσοκομειο θεσσαλονικης. Μαϊος 2012.]

Σημερα θα διαβασουμε και θα συζητησουμε ενα αποσπασμα απο την παραδοση που εκανε ο γερμανος φιλοσοφος Martin Heidegger το 1951 με τιτλο "Τι καλειται νοηση;". Στο κειμενο αναφερονται ζητηματα που απτονται του θεματος της διημεριδας, ιδιαιτερα οσον αφορα τον εγκεφαλο και τη συνειδηση.
Στο αποσπασμα ο Heidegger συζητα την εννοια της παραστασης. Ο ορος "παρασταση" εννοει την ανα-παρασταση των πραγματων καπου μεσα μας, στην ψυχη, στη συνειδηση, στον εγκεφαλο. Τι νοημα εχει αυτη η αναπαρασταση; Ας θυμηθουμε εδω τον λατινικο ορο που μεταφραστηκε ως "παρασταση" και "αναπαρασταση": perceptio. Η λεξη συγγενευει με το ρημα percapere, που θα πει συλλαμβανω, αδραχνω. Η αναπαρασταση ειναι λοιπον συλληψη. Στην αναπαρασταση αντι-λαμβανομαι και συλ-λαμβανω το εκαστοτε πραγμα. Το ανα- της αναπαραστασης συμβαινει ως ληψη, ως αντιληψη και συλληψη. Καταλαβαινω κατι θα πει καταρχην το συλλαμβανω και το αναπαριστω μεσα μου. Θα μπορουσαμε να το δουμε στην οικεια μας ψυχιατρικη-ψυχοθεραπευτικη πρακτικη: Οταν ακουμε εναν ασθενη, συγχρονως παραλαμβανουμε τα λεγομενα του, καθως και τα στοιχεια της δικης μας παρατηρησης, και αποσυρομαστε σε ενα ειδος εσωτερικο εργαστηριο οπου επεξεργαζομαστε ολο αυτο το υλικο για να καταλαβουμε, δηλαδη να καταληξουμε σε μια διαγνωση, σε μια ερμηνεια, σε μια συμβουλη.
Ομως και καθε φορα που σκεφτομαστε, ειτε στο πεδιο της επιστημης, ειτε στην καθημερινοτητα μας, θεωρουμε λιγο-πολυ αυτονοητο οτι η σκεψη ειναι μια διαδικασια που συμβαινει μεσα μας, καθως αποσυρομαστε στο εσωτερικο εργαστηριο που καλειται, μεταξυ αλλων, εγκεφαλος και συναψεις, συνειδηση και ασυνειδητο, ψυχη και ψυχικο οργανο. Εδω δημιουργουνται οι παραστασεις των πραγματων.
Αυτο θα ηταν καπου το πλαισιο στο οποιο κινειται το αποσπασμα απο την παραδοση του Heidegger.
[Τα σχολια μου εισαγονται με '''' και γραφονται με κανονικους χαρακτηρες.]

Παρασταση; Ποιος απο μας δεν γνωριζει τι καλειται παρασταση; Οταν παρασταινουμε κατι, π.χ. φιλολογικα ενα κειμενο, τεχνοκριτικα ενα πλαστικο εργο, στη χημεια μια διαδικασια καυσεως, τοτε εχουμε μια εκαστοτε παρασταση των αναφερθεντων αντικειμενων.

Που θα πει: το εχουμε συλλαβει και καταλαβει.

Και που τις εχουμε αυτες τις παραστασεις; Τις εχουμε στο κεφαλι. Τις εχουμε στη συνειδηση. Τις εχουμε στην ψυχη. Εχουμε τις παραστασεις μεσα μας, τις παραστασεις των αντικειμενων.

Οι "παραστασεις των αντικειμενων" δεν ειναι παντως ειδωλα τους, που σχηματιζονται σε εναν εσωτερικο καθρεφτη. Πρωτα εδω, στην παρασταση, δηλαδη στην αναπαρασταση και στη συλληψη τους αποκτουν υποσταση και νοημα, γινονται πραγματικα.

Βεβαιως εδω και λιγους αιωνες παρενεβη η φιλοσοφια και κατεστησε αμφισβητησιμο το κατα ποσον οι παραστασεις εντος μας ανταποκρινονται και στην πραγματικοτητα εκτος μας. Οι μεν λεγουν: ναι. Οι αλλοι: οχι. Αλλοι παλι λεγουν οτι αυτο δεν μπορει καν να κριθει και κανεις μπορει απλως να πει οτι κοσμος, που θα πει εδω το ολον του πραγματικου, ειναι, καθοσον παρασταινεται απο εμας. "Die Welt ist meine Vorstellung", "Ο κοσμος ειναι η παρασταση μου". Σ' αυτην την προταση ο Schopenhauer συνοψισε τη νοηση της νεοτερης φιλοσοφιας. Ο Schopenhauer πρεπει εδω να αναφερθει διοτι το κυριο εργο του "Die Welt als Wille und Vorstellung", "Ο κοσμος ως βουληση και παρασταση", απο την εμ¬φανιση του το ετος 1818, καθορισε σε υψιστο βαθμο τη νοηση ολου του 19ου αιωνα και του 20ου (...) Ο ιδιος ο Schopenhauer λεγει γι' αυτην την προταση στην αρχη του δευτερου τομου (Κεφ. 1) του κυριου εργου του τα εξης: "(...) οσο απεραντος και συμπαγης κι αν ειναι ο κοσμος, και παλι η υπαρξη¬ του κρεμεται απο μια και μονη κλωστη: και αυτη ειναι η εκαστοτε συνειδηση, μεσα στην οποια βρισκεται."

Ηδη αυτη η συντομη παραπομπη θα μπορουσε να μας βαλει σε σκεψεις. Διοτι μας θυμιζει οτι αυτονοητες και κυριαρχες αντιληψεις, οπως αυτη της παραστασης του κοσμου μεσα στη συνειδηση, δεν ειναι καποια αδιαμφισβητητη και αταλαντευτη αληθεια, δεν ειναι η βεβαιοτητα ενος δεδομενου, οπως π.χ. ο ηλιος που βγαινει απο την ανατολη και χανεται στη δυση. Η οπτικη του κοσμου ως "βουληση και παρασταση" εμφανιστηκε σε μια ορισμενη εποχη και ηδη σημερα, στη μεταμοντερνα κοινωνια, εχει υποχωρησει. Απηχει μια διαγνωση του πνευματος της εποχης των νεωτερων χρονων, και μενει στα ορια αυτης της σημασιας της και αυτης της βαρυτητας της.
Ομως πολλες φορες τεινουμε να την εκλαμβανουμε απολυτα, την αναγορευουμε σε πεποιθηση, και μαλιστα, στον δικο μας χωρο, την ψυχολογικοποιουμε και μιλαμε π.χ. για "εσωτερικευση" σαν φυσικη διαδικασια της εξελιξης, οπως π.χ. το περπατημα του μωρου και η τριχοφυια του εφηβου. Ετσι ακομα εκλαμβανουμε π.χ. ως δεδομενο αυτο που ονομαζεται "συνειδηση", ως σχεδον ανατομικο, η λειτουργικο μορφωμα.

Με τη διαφωνια στη φιλοσοφια για το τι ειναι η παρασταση στην ουσια της, υπαρχει προφανως μονο μια διεξοδος. Κανεις εγκατα¬λειπει το πεδιο των φιλοσοφικων θεωριων και κατ' αρχην ερευνα διεξοδικα και επιστημονικα τι συμβαινει καν με τις παραστασεις οι οποιες απαντωνται στα εμβια οντα, προπαντων στον ανθρωπο και στα ζωα. Με τετοιες ερευνες ασχολειται μεταξυ αλλων η ψυχολογια. Σημερα ειναι μια καλα συγκροτημενη και ηδη εξαπλωμενη επιστημη, η σημασια της οποιας μεγαλωνει απο ετους εις ετος. Ομως ας αφησουμε κατα μερος τα ερευνητικα αποτελεσματα της ψυχολογιας σχετικα με ο,τι αυτη ονομαζει "παρασταση", οχι διοτι αυτα τα αποτελεσματα ειναι λανθασμενα, η ακομη κι ασημαντα, αλλα διοτι ειναι επιστημονικα αποτελεσματα. Καθοτι ως επιστημονικες προτασεις κινουνται ηδη μεσα σε μια περιοχη η οποια και για την ψυχολογια πρεπει να παρα¬μενει στην προηγουμενως αναφερθεισα αλλη μερια.

Μια γνωστη φραση του Heidegger λεει: "Οι επιστημες δεν σκεφτονται." Τι εννοει μ' αυτο; Επιστημονικα αποτελεσματα ειναι δυνατα μονο εφοσον στηριζονται σε ακλονητες προϋποθεσεις. Ετσι π.χ. η ψυχοπαθολογικη εξεταση ενος ψυχωσικου, οπου γινεται λογος για τη σκεψη και το συναισθημα του, ειναι δυνατη μονο εφοσον η ψυχοπαθολογια εχει ηδη μια σαφη και λιγο-πολυ αδιαμφισβητητη παρασταση για το τι θα πει "σκεψη" και "συναισθημα". Αν η ψυχοπαθολογια αιφνης αναρωτιουνταν, αν εβλεπε σκεψη και συναισθημα ως ζητηματα αξια ερωτηματος και αξια αποριας, τοτε θα εχανε το εδαφος κατω απο τα ποδια της, θα κατερρεε ως επιστημη. Η ψυχοπαθολογια λοιπον, για να υφισταται και να εχει αποτελεσματα, ειναι αναγκη, με την εννοια του Heidegger, να μην σκεφτεται!

Γι' αυτο και δεν ειναι αξιο αποριας οταν στην ψυχολογια κατα κανεναν τροπο δεν καθισταται καθαρο τι ειναι αυτο στο οποιο εντασσονται οι παραστασεις: δηλαδη ο οργανισμος του εμβιου οντος, η συνειδηση, η ψυχη, το ασυνειδητο και ολα τα βαθη και τα στρωματα στα οποια υποδιαιρειται η περιοχη της ψυχολογιας. Εδω ολα παραμενουν ερωτηματικα. Και ομως τα επιστημονικα αποτελεσματα ειναι ορθα.

Ορθα θα πει, συνεπη με τις προϋποθεσεις τους. Μπορω π.χ. να μιλησω για εναν ανθρωπο εξυπνο οχι γενικα και αοριστα, οχι απολυτα, αλλα συμφωνα με τις προϋποθεσεις με τις οποιες οριζω την εξυπναδα, π.χ. ως επιδοση στο τεστ νοημοσυνης.
Ετσι μπορω να μιλησω ως επιστημονας, ως νευροφυσιολογος, για το αγχος. Ομως μην ξεχνουμε οτι αυτος ο λογος μου ειναι παντα ορθος υπο προϋποθεσεις. Πρεπει καταρχην αυτο που λεμε "αγχος" να το καταστησω μετρησιμο και υπολογισιμο. Να το διατυπωσω δηλαδη σε ορους τετοιους, που να μου επιτρεπουν την πειραματικη και την στατιστικη ερευνα. Ειναι η διαδικασια της λεγομενης "operationalization", της "λειτουργικοποιησης". Με αυτην την προϋποθεση, μπορω να καταληξω σε ορθα συμπερασματα, δηλαδη συμπερασματα που πληρουν τις προϋποθεσεις μου.
Η παγιδα βρισκεται σε μια γενικευση, οταν ξεχνω οτι π.χ. αυτος που βγαινει εξυπνος, ειναι εξυπνος μονο οσον αφορα το τεστ νοημοσυνης και τις παρομοιες επιδοσεις. Αυτο το "εξυπνος" δεν τον αφορα σε ολες τις καταστασεις της ζωης του. Οταν αντιστοιχα μιλω για "αγχος", μιλω μονο για την αντιδραση και τις νευροφυσιολογικες μεταβολες που παρατηρω π.χ. στην aplysia californica, ενα ειδος γυμνοσαλιαγκου, οταν χτυπησω την ουρα της. Η αποσταση αναμεσα σ' αυτο και σε ο,τι εγω μπορω να αναφερομαι οταν λεω πως εχω αγχος, θα αφορουσε περισσοτερο τη θεωρια του χαους.

Εαν λοιπον τωρα με το ερωτημα μας, τι ειναι η παρασταση, δεν στηριζομαστε στην επιστημη, προς τουτο δεν μας παρακινει η υπερ¬οψια του παντογνωστη αλλα η προσοχη της αγνοιας.

Στο σημειο αυτο του κειμενου μας, ο λογος του Heidegger παιρνει μια τροπη:

Στεκουμε εκτος της επιστημης. Αντ' αυτου στεκουμε π.χ. εμπρος σ' ενα ανθισμενο δεντρο - και το δεντρο στεκει εμπρος μας. Το δεντρο κι εμεις παρ-ισταμεθα ο ενας στον αλλο, καθως το δεντρο στεκει εκει κι εμεις στεκουμε απεναντι του. Ισταμενοι στη σχεση του ενος προς το αλλο, του ενος παρα το αλλο ειμαστε, το δεντρο κι εμεις.

Εδω λοιπον μιλαμε για παρασταση κυριολεκτικα, παρα-σταση, οπως την γνωριζουμε π.χ. απο τον "παραστατη" στην παρελαση, απο το "παραστεκω", στεκω διπλα σε καποιον.

Σ' αυτην την παρασταση δεν προκειται λοιπον για "παραστασεις" που σβουριζουν μεσα στο κεφαλι μας. Ας συγκεντρωθουμε για μια στιγμη, οπως οταν παιρνουμε μια ανασα πριν και μετα απο ενα αλμα. Καθοτι τωρα καναμε ενα αλμα εξω απο την τρεχουσα περιοχη των επιστημων και ακομη, οπως θα φανει, και της φιλοσοφιας. Και προς τα που καναμε το αλμα; Μηπως σε μιαν αβυσσο; Οχι. Μαλλον σ' ενα εδαφος. Σε ενα; Οχι. Αλλα στο εδαφος στο οποιο ζουμε και πεθαινουμε, οταν δεν παριστανουμε τιποτα. Παραξενη υποθεση, η μαλιστα και δεινη υποθεση, να πρεπει πρωτα να κανουμε το αλμα ακριβως στο εδαφος στο οποιο στεκουμε. Εαν ειναι αναγκαιο κατι τοσο παραξενο οσο αυτο το αλμα, τοτε θα εχει συμβει κατι το οποιο θα πρεπει να εμβαλει σε σκεψεις. Παντως επιστημονικα παραμενει το πλεον ασημαντο πραγμα του κοσμου, οτι ο καθενας μας ηδη καποτε σταθηκε απεναντι σ' ενα ανθισμενο δεντρο. Και λοιπον; Εμεις, οπως ειμαστε, στεκουμε απεναντι σ' ενα δεντρο και το δεντρο μας παρα-στεκει. (...)
Τι συμβαινει εδω ωστε το δεντρο να μας παρα-στεκει, κι εμεις να στεκουμε απεναντι στο δεντρο; Που διαδραματιζεται αυτη η παρασταση οταν στεκουμε απεναντι σ' ενα ανθισμενο δεντρο, εμπρος του; Αιφνης στο κεφαλι μας; Σιγουρα. Στον εγκεφαλο μας μπορουν να γινονται πολλα και ποικιλα οταν στεκουμε σ' ενα λιβαδι κι εχουμε εμπρος μας να στεκει ενα ανθισμενο δεντρο, και το προσλαμβανουμε με τη λαμψη και τις μυρωδιες του. Σημερα μαλιστα κανεις μπορει να καταστησει τις διαδικασιες μεσα στο κεφαλι ως ηλεκτροφυσιολογικα φαινομενα, ακουστικα προσληψιμες μεσω καταλληλων συσκευων μεταλλαγης και ενισχυσης, και να καταγραψει την προοδο τους σε καμπυλες. Κανεις μπορει – σιγουρα! Και τι δεν μπορει ο σημερινος ανθρωπος! Και μαλιστα, μπορωντας, ειναι μεχρις ενος σημειου σε θεση και να βοηθα. Και βοηθα παντου με τις καλυτερες των προθεσεων. Κανεις μπορει - ενδεχομενως κανενας μας δεν υποψιαζεται τι θα μπορει σε λιγο ο ανθρωπος επιστημονικα. Ομως που μενει, για να περιοριστουμε στην περιπτωση μας, που μενει σε ολα τα επιστημονικα καταγραψιμα ηλεκτρoφυσιoλoγικα φαινομενα το ανθισμενο δεντρο; Που μενει το λιβαδι; Που μενει ο ανθρωπος; Οχι ο εγκεφαλος αλλα ο ανθρωπος που ισως αυριο μας πεθανει και που καποτε μας ειχε ερθει; Που μενει η παρασταση κατα την οποια το δεντρο παρ-ισταται και ο ανθρωπος στεκει απεναντι στο δεντρο;


Τωρα λοιπον "παρασταση" οχι μεσα μας αλλα με τη δευτερη εννοια, ως σταση του ενος παρα τον αλλο!
Που μενει ο ανθρωπος... Πολλοι παραπονιουνται πως οι γιατροι δεν μιλανε, δεν εξηγουν, βιαζονται κλπ. Ισως μας διαφευγει το οτι για τον γιατρο που ειναι συγκεντρωμενος στον εγκεφαλο, στην καρδια, στο εντερο, στον οργανισμο, ο ανθρωπος δεν μενει πουθενα, και δεν μπορει να μενει πουθενα. Ο γιατρος, ως γιατρος, δεν εχει να πει τιποτα. Ως ανθρωπος, μπορει. Ομως ως γιατρος οχι, διοτι, για να το πω ακραια, δεν εχει, και δεν μπορει να εχει μπροστα του εναν ανθρωπο. Εκει που θα επικοινωνουσε ως ανθρωπος προς ανθρωπο, θα επαυε να ειναι γιατρος. Εδω θα ηταν ενα ενδιαφερον ερωτημα, κατα ποσον ο ψυχοθεραπευτης, εκει που ανοιγεται σε μια θεραπευτικη συνομιλια, μια ανθρωπινη συνομιλια με τον πελατη του, μπορει να ειναι επιστημονας...

Ενδεχομενως κατα την τωρα αναφερθεισα παρασταση γινονται επισης πολλα και ποικιλα μεσα σε ο,τι κανεις περιγραφει ως σφαιρα της συνειδησης και θεωρει ως το ψυχικο. Ομως στεκει το δεντρο "μεσα στην συνειδηση" η στεκει στο λιβαδι; Βρισκεται το λιβαδι ως βιωμα μεσα στην ψυχη η εκτεινεται πανω στη γη; Ειναι η γη μεσα στο κεφαλι μας; 'Η στεκουμε πανω στη γη;
Κανεις θα ηθελε να αντικρουσει: προς τι λοιπον τετοια ερωτηματα για μια υποθεση την οποια κανεις ευλογα παραδεχεται αμεσως, καθως για ολον τον κοσμο ειναι ηλιου φαεινοτερο οτι στεκουμε πανω στη γη και, συμφωνα με το επιλεχθεν παραδειγμα, απεναντι σ' ενα δεντρο; Ομως μ' αυτην την παραδοχη ας μην βιαζομαστε υπερβολικα, αυτο το ηλιου φαεινοτερο ας μην το παιρνουμε υπερβολικα αψηφιστα. Διοτι αιφνης τα εγκαταλειπουμε ολα μολις οι επιστημες της φυσικης, της φυσιολογιας και της ψυχολογιας καθως και η επιστημονικη φιλοσοφια, με ολη την βαρυτητα των στοιχειων και των αποδειξεων, εξηγουν πως κατα βαση δεν αντιλαμβανομαστε κανενα δεντρο αλλα στην πραγματικ¬οτητα ενα κενο στο οποιο εδω κι εκει ειναι διεσπαρμενα ηλεκτρικα φορτια τα οποια με ιλιγγιωδη ταχυτητα κινουνται περα δωθε. Δεν αρκει το οτι μονο για τις ουτως ειπειν επιστημονικα αφυλακτες στιγμες παραδεχομαστε οτι φυσικα στεκουμε απεναντι σ' ενα ανθισμενο δεντρο, για να βεβαιωνουμε το ιδιο αυτονοητα την επομενη στιγμη οτι εκεινη η γνωμη φυσικα χαρακτηριζει μονο την απλοϊκη, καθοτι προεπιστημονικη συλληψη των αντικειμενων. Ομως μ' αυτην τη βεβαιωση εχουμε παραδεχτει κατι, η βαρυτητα του οποιου σχεδον μας διαφευγει, δηλαδη τουτο, οτι βασικα οι αναφερθεισες επιστημες κρινουν τι στο ανθισμενο δεντρο μπορει να ισχυει ως πραγματικοτητα και τι οχι.


Freud: "Κατά την άποψη μας, τα αντιληπτά φαινόμενα πρέπει να υποχωρούν εμπρός στις ορέξεις τις οποίες απλώς υποθέτουμε." π.χ. το φανερο ονειρο να υποχωρει εμπρος στην υποτιθεμενη ασυνειδητη επιθυμια που το γεννα. Εδω ανηκει και αυτο που θετει ο Δημητρης Σκαραγκας ως ερωτημα στον προλογο του νεου βιβλιου του: "Είναι τα γονίδια που καθορίζουν την ανθρωπινη συμπεριφορά και την εμφάνιση των ψυχικων διαταραχων;"
Εαν η φυσικη, η φυσιολογια, η ψυχολογια κρινουν τι στον ανθρωπο ισχυει ως πραγματικοτητα, ποια θα ηταν τοτε η πραγματικοτητα αυτου του ανθρωπου; Ποια θα ηταν η μορφη του; Θα ηταν κατι σαν τη μορφη που βλεπουμε στο προγραμμα της διημεριδας (βλ. εικονα). Αυτος ο ανθρωπος ειναι ενα τερας!

Απο που εχουν οι επιστημες (...) την δικαιοδοσια για τετοιες κρισεις; Απο που εχουν οι επιστημες το δικαιωμα να καθοριζουν τη θεση του ανθρωπου και να προβαλλουν τον εαυτο τους ως το μετρο ενος τετοιου καθορισμου; Ομως τουτο συμβαινει ηδη και οταν ακομη συμβιβαζομαστε σιωπηρα με το οτι η θεση μας απεναντι στο δεντρο ειναι μια προ-επιστημονικα εννοημενη σχεση προς αυτο το οποιο συνεχιζουμε να ονομαζουμε "δεντρο".
Στην πραγματικοτητα σημερα μαλλον τεινουμε το ανθισμενο δεντρο να το καταρριψουμε χαριν υποτιθεται υψηλοτερων γνωσεων της φυσικης και της φυσιολογιας.
Οταν το αναλογιστουμε, τι ειναι τουτο, το οτι ενα ανθισμενο δεντρο μας παρα-στεκει, ουτως ωστε εμεις να μπορουμε να στεκουμε στο απεναντι του, τοτε προπαντων και επιτελους πρεπει το ανθισμενο δεντρο να μην το αφησουμε να πεσει αλλα, για μια φορα, να το αφησουμε να στεκει εκει που στεκει. Γιατι λεμε "για μια φορα"; Διοτι μεχρι τωρα η νοηση ποτε δεν το αφησε να στεκει εκει που στεκει.


Αυτα τα πρωτοδιαβασα πριν απο καπου σαραντα χρονια. Εκεινο τον καιρο, ενα απογευμα στο ινστιτουτο που εκανα την ψυχαναλυτικη μου εκπαιδευση, στη διαρκεια ενος σεμιναριου, καθομουν απεναντι απο το παραθυρο. Απεξω εβλεπες ενα δεντρο, ισως μια φλαμουρια, αν θυμαμαι καλα. Αυτο που θυμαμαι, ειναι εκεινη την στιγμη μια συγκινηση να πλημμυριζει το σωμα μου, μια θερμη που ζεσταινε και συναμα πονουσε, μια αποφαση που αναδυονταν απο τα βαθη της καρδιας μου, και θυμαμαι ακομη να λεω στον εαυτο μου: "Οχι, αυτο το δεντρο δεν θα το αφησω να πεσει."

Και μαζι ηχουσε εκεινη την εποχη στην καρδια μου το τραγουδι για ενα αλλο δεντρο:

Defiende el fin de sus corolas,
Υπερασπίσου τα χείλη κάθε στεφάνης του,
comparte las noches hostiles,
μοιράσου τις εχθρικές του νύχτες,
vigila el ciclo de la aurora,
άγρυπνα για το τόξο της αυγής,
respira la altura estrellada,
ανάσανε το εναστρο υψος,
sosteniendo el árbol, el árbol
στηρίζοντας το δέντρο, το δέντρο
que crece en medio de la tierra.
που μεστώνει καταμεσής στη γη.
[Pablo Neruda, απο το Canto General, Los Libertadores. Μελοποιηση Μικη Θεοδωρακη.]


Ποιηματα
(οι μεταφρασεις μου, με καποιες μελοποιησεις απο τον Wilhelm Killmayer)

►"Φυση"
Η φυση στον Hölderlin
Το ζωογονο
Χειρων


Αντιγονη
Antigonae (η μεταφραση του Hölderlin και το πρωτοτυπο)
Ω τυμβος... (μεταφραση μου της μεταφρασης του 
Hölderlin)
Anmerkungen zur Antigonae (Σημειωσεις για την Αντιγονη. Χειρογραφη μεταφραση.)
Σχολιο στην ''Αντιγονη'' του Heidegger

Η μελοποιηση της "Αντιγονης" στη μεταφραση του Hölderlin απο τον Karl Orff
Wozu Dichter? (Προς τι ποιητες;]
Vorwort zur Lesung von Hölderlins Gedichten [Προλογος για την αναγνωση ποιηματων του Hölderlin]
Hölderlins Hymnen 'Germanien' und 'Der Rhein' [Οι υμνοι του Hölderlin 'Germanien' και 'Der Rhein']
Ο Friedrich Hölderlin στη νοηση του Martin Heidegger

Θρασυβουλος Γεωργιαδης
Hölderlin. Απο το: "Nennen und Erklingen" ["Ονομασια και ηχος"]






[Δημοσιευτηκε ως επιμετρο στο "Συζητησεις για τον Freud", Αθηνα 2013]
 
 
Ο άνθρωπος - ίσως και οι λαοί - πρέπει πρώτα να ξυπνήσουν για τον θαυμασμό.
Η επιστήμη είναι ένα μέσο να τους κοιμίζει και πάλι.

Όσο θυμάμαι, για πρώτη φορά πρόσεξα τον Wittgenstein από ένα βιβλίο του Medard Boss, αλλοτινού μου δασκάλου, με τον τίτλο "Ονειρεύτηκα την προηγούμενη νύχτα" . Ο Boss, μαθητής του Freud, και τα πρώτα 25 χρόνια της θεραπευτικής του δραστηριότητας κλασσικός ψυχαναλυτής, επιδόθηκε αργότερα, εν μέρει υπό την καθοδήγηση του Martin Heidegger, στην προσπάθεια μιας φαινομενολογικής εννόησης και πρακτικής της ψυχανάλυσης. Το παλιό του δέσιμο με τον Freud συνεχίστηκε στη μορφή μιας έμμονης πολεμικής εναντίον του.
Στο περί ου ο λόγος βιβλίο ο Boss, ασκώντας και πάλι το αγαπημένο του άθλημα της κριτικής στον Freud, επιστρατεύει μεταξύ άλλων τον Wittgenstein. Αναφέρεται ένα "ωραίο όνειρο" μιας ασθενούς όπου αυτή κατεβαίνει από ένα ύψωμα, βλέπει λουλούδια και θάμνους, κόβει ένα κλαρί από ένα δέντρο κλπ. Ο Freud, γράφει τώρα ο Wittgenstein, ερμηνεύει αυτό το όνειρο με κάθε λογής σεξουαλικούς συνειρμούς:
"Τα χονδροειδέστερα σεξουαλικά πράγματα, οι φρικωδέστερες αδιαντροπιές, αδιάντροπο από το άλφα μέχρι το ωμέγα, για να το πούμε έτσι. (...) Μα δεν ήταν ωραίο το όνειρο; Θα έλεγα στην ασθενή: 'Αυτοί οι συνειρμοί δεν κάνουν το όνειρο άσχημο; Ήταν ωραίο. Γιατί να μην ήταν; (...) Ο Freud της προσέφερε μια εξήγηση που απλά αδικεί το περιεχόμενο αυτού που έζησε στο όνειρο, που δεν μπορεί παρά να το αδικεί - που κατά τούτο δεν είναι εξήγηση, και όμως κάνει σαν να ήταν. Διότι γενετικές εξηγήσεις ποτέ δεν συλλαμβάνουν (όχι μόνον μη πλήρως αλλά διόλου) το βιωμένο περιεχόμενο ενός πράγματος."
Με εξέπληξε η απλότητα και η αφοπλιστική ευκρίνεια της τελευταίας φράσης: "Διότι γενετικές εξηγήσεις ποτέ δεν συλλαμβάνουν (...) το βιωμένο περιεχόμενο ενός πράγματος." Το "γιατί", το "πώς", το "από πού" και "προς τι" ενός ονείρου, μιας συμπεριφοράς, δεν λένε για το ίδιο το όνειρο, για τη συγκεκριμένη συμπεριφορά, τίποτα!
Η εξήγηση είναι ένας δρόμος που με απομακρύνει από τον Άλλο. Εξηγώντας τον Άλλο, τον χάνω. Συνάμα, εξηγώντας π.χ. ένα σύμπτωμα, το έχω καταλάβει, το έχω συλλάβει, και τούτο με ησυχάζει. "Το ολέθριο στον επιστημονικό τρόπο σκέψης, τον οποίο σήμερα κατέχει όλος ο κόσμος, είναι ότι θέλει ν' απαντήσει σε κάθε ανησυχία με μια εξήγηση."

Σκέφτομαι ότι ο Wittgenstein με κέρδισε με την τιμιότητά του. Ήταν πολύ ξεκούραστο να ακούω έναν άνθρωπο που δεν υποκρίνεται. (Ο Freud είναι επίσης τίμιος. Γι' αυτό και τον αγαπώ. Ένας τίμιος - επιστήμονας. Γι' αυτό και δεν με κέρδισε.) Ο Boss και ο Heidegger, και άλλοι πολλοί, οι περισσότεροι που συνάντησα, κάποτε υποκρίνονται. Ήταν δύσκολο και χρονοβόρο να ξεχωρίζω την ήρα από το στάρι. Και δεν το κατάφερνα πάντα. Πολλές φορές, κάποτε και για χρόνια, παρασυρόμουν από φράσεις, στάσεις, οπτικές που μου φάνταζαν ελκυστικές, όμως δεν εννοούσαν αυτά που πρέσβευαν, και μ' έκαναν κι εμένα να υποκρίνομαι - και ενδεχομένως το κάνω ακόμη, κάτι που θα το γνωρίσω, αν το γνωρίσω καν, αργότερα.
Η τιμιότητα συμβαδίζει με μια ιδιάζουσα αφέλεια. Ο βηματισμός της αφέλειας, της νοήμονος αφέλειας, μοιάζει με αυτόν του υπνοβάτη - με μια εξαίρεση: Παραμένει η εγρήγορση εμπρός στον κίνδυνο να εξολισθήσεις στην υποκρισία. Ο κίνδυνος θα ήταν να μην αφήνεις την γλώσσα σου να μιλήσει, αλλά να ορίζεις ο ίδιος αυτά λες, τα λόγια σου να βιάζονται για να ταιριάξουν σε μια εικόνα προκρούστεια, την εικόνα που εσύ έχεις για τον εαυτό σου, ή που θέλεις να υποβάλεις στους άλλους. "Σκέφτομαι πράγματι με την πένα, γιατί συχνά το κεφάλι μου δεν έχει ιδέα γι' αυτά που γράφει το χέρι μου." Ο αφελής προχωρά στα τυφλά. Πρώτα στη διαδρομή το έργο του παίρνει μορφή. Όμως αυτή είναι για μένα και η κρίσιμη εμπειρία της ψυχανάλυσης. Και κανείς μαθαίνει τα περισσότερα όχι από γνώσεις αλλά από το ζωντανό παράδειγμα ανθρώπων όπως ο Wittgenstein. Στη θεραπευτική συνάντηση τα μαθαίνει από το ζωντανό παράδειγμα του θεραπευτή.
Στην τιμιότητα ανήκει η λιτότητα. Η τιμιότητα είναι λιτή. Όμως η λιτότητα του Wittgenstein δεν είναι λακωνικότητα. Ο λόγος του έχει αρμονικούς. Διατρέχουν το τοπίο του λόγου του και το πληρούν με μια ανεπαίσθητη, αλλά και απλησίαστη, τρυφερότητα. "Ω, γιατί όταν γράφω φιλοσοφία νοιώθω σαν νά 'γραφα ένα ποίημα; Είναι σαν εδώ να υπήρχε κάτι μικρό που νά 'χε μια υπέροχη σημασία. Όπως ένα φύλλο ή ένα λουλούδι." Και αλλού: "Πιστεύω ότι συνόψισα τη θέση μου για τη φιλοσοφία λέγοντας: βασικά φιλοσοφία κανείς μπορεί μόνο να συνθέτει όπως ένα ποίημα."

Δεν τον διάβασα ως φιλόσοφος αλλά ως θεραπευτής. Μου φάνηκε πως η ίδια η γραφή του προσκαλούσε προς τούτο, προς μια ανάγνωσή του από έναν θεραπευτή: "Ο φιλόσοφος αντιμετωπίζει ένα ερώτημα· όπως μια ασθένεια." Η έμφαση βρίσκεται στο "αντιμετωπίζει" . Και το ερώτημα; Αυτό προκύπτει από τους "πειρασμούς" και τις "τάσεις" που παρασύρουν κάποιον σε γνώμες, απόψεις, στις οποίες και εγκλωβίζεται.
Έτσι κανείς έρχεται στον θεραπευτή συχνά με ένα "αίτημα", δηλαδή με μια παράσταση για το πώς έχει το πρόβλημά του και πώς θα επιτευχθεί η λύση του. Αυτή είναι η "πρώτη ύλη" του. Είναι σαν να κατοικεί ένα τοπίο στο οποίο, με τον τρόπο του να διαμένει εκεί, να το μοιράζεται, να τρέφεται, να κινείται, έχει περιέλθει σε αδιέξοδο. Ο θεραπευτής, που προθυμοποιείται να τον ακούσει, μπαίνει σ' αυτό το τοπίο. Ο συνομιλητής του τον φέρνει εμπρός στους τοίχους, στα βράχια και στα ποτάμια που τον έχουν ανακόψει, που έκαναν την πορεία του αδιέξοδη, και συχνά περιμένει απ' αυτόν τη βαριοπούλα, την μπουλντόζα, τη βάρκα που θα τον πάει παρακάτω.
Ο θεραπευτής δεν υιοθετεί το βλέμμα του ανθρώπου. Δεν ανασκουμπώνεται και δεν καταπιάνεται με το άνοιγμα των κλειστών δρόμων. Ο θεραπευτής "αντιμετωπίζει" τον τόπο του προβλήματος: πριν από κάθε ανάληψη δράσης, στέκει απέναντί του και τον προσέχει. Πολλές φορές "η ατμόσφαιρα που περιβάλλει αυτό το πρόβλημα είναι φοβερή. Πυκνές ομίχλες (...) έχουν εναποτεθεί γύρω από το προβληματικό σημείο. Είναι σχεδόν αδύνατο να διεισδύσεις μέχρι αυτό." Η "φοβερή ατμόσφαιρα", οι "πυκνές ομίχλες", αρρωσταίνουν και τον ίδιο. "Έτσι κανείς (...) καταλήγει εκεί όπου το μόνο που θά 'θελε είναι να βγάλει έναν άναρθρο ήχο." Ο άναρθρος ήχος δεν θα ήταν κραυγή απελπισίας. Η προηγούμενη σημείωση συνεχίζει: "- Όμως ένας τέτοιος ήχος είναι μια έκφραση μόνο σ' ένα ορισμένο γλωσσοπαίγνιο, που τώρα πρέπει να περιγραφεί." Το πρώτο βήμα στην "αντιμετώπιση" του προβλήματος θα ήταν, ο θεραπευτής να ενθαρρύνει τον συνομιλητή του να εγκύψουν με προσοχή επάνω στο πρόβλημα, επάνω στο αδιέξοδο και να το περιγράψουν.
Ένα θεραπευτικό στιγμιότυπο: (Μιλά με συγκρατημένη απελπισία:) -Σχεδόν δεν αντέχω. -Και αν έρθει η στιγμή που όντως δεν θα αντέχετε, πώς το βλέπετε τότε; -Θα φουντάρω. -Με ποιον τρόπο; Το έχετε σκεφτεί καθόλου; -Το έχω σκεφτεί. Ή με τη μηχανή, σε μια στροφή στη Βάρκιζα, που μ' αρέσει, ή πηδώντας από έναν βράχο. -Τι έχουν αυτοί οι τρόποι, που απ' όλους τους άλλους σας τραβάνε περισσότερο; -Η επιτάχυνση. Είναι η καλύτερη μου, προπάντων στο αεροπλάνο, όταν απογειώνεται. -Και τι έχει η επιτάχυνση; -Σε κολλάει στο κάθισμα ... δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. -Αν λοιπόν λυνόσασταν από το παραμύθι ότι παντού πρέπει και μπορείτε να κάνετε κάτι, θα είχατε και εν ζωή τέτοιες εμπειρίες. -Τον τελευταίο καιρό μια-δυο φορές το έζησα ... Πόσο καλό, που τα πράγματα κάποτε είναι πιο δυνατά!
Στην οπτική του θεραπευτή, που με αφορά, το ζητούμενο του Wittgenstein είναι να δούμε τα πράγματα - με μεγαλύτερη καθαρότητα. Όμως αυτό δεν ζητά και η φαινομενολογία; Την επιστροφή στα ίδια τα πράγματα; "Είναι ουσιαστικό για την έρευνά μας το ότι μ' αυτήν δεν θέλουμε να μάθουμε τίποτα καινούργιο. Θέλουμε να κατανοήσουμε κάτι που ήδη βρίσκεται ανοιχτό εμπρός στα μάτια μας. Γιατί φαίνεται πως αυτό είναι, που κατά έναν τρόπο δεν κατανοούμε." Και αλλού: "Οι για μας σημαντικότερες απόψεις των πραγμάτων είναι κρυμμένες λόγω της απλότητας και της καθημερινότητάς τους." -Να μπορώ την πόρτα απέναντι να την λέω 'πόρτα'! Έτσι εξέφρασε ένας άντρας το ζητούμενο στη διάρκεια μιας ψυχαναλυτικής ώρας.

Καθώς γράφω τούτο το κείμενο, με βλέπω πριν από κάπου 35 χρόνια στη Ζυρίχη: Έχω βγει από ένα βιβλιοπωλείο και κρατώ το "Tractatus Logico-Philosophicus". Ο τίτλος, το φραουλί εξώφυλλο. Είναι σαν να κάθισε στα χέρια μου ένα εξωτικό πουλί. Λίγα κατάλαβα, καθώς εδώ μου έλειψε η ζωντανή συνομιλία με έναν δάσκαλο, που είναι σημαντική για τη μελέτη ενός φιλοσόφου. Όμως ήδη ο πρόλογος ήταν μια συναρπαστική έκπληξη:
"Κανείς θα μπορούσε να περιλάβει όλο το νόημα του βιβλίου κάπου στις λέξεις: Ό,τι μπορεί καν να ειπωθεί, μπορεί να ειπωθεί καθαρά
· και για ό,τι κανείς δεν μπορεί να μιλήσει, πρέπει να σωπαίνει. Το βιβλίο λοιπόν θέλει να θέσει στη διάνοια ένα όριο, ή, πολύ περισσότερο - όχι στη διάνοια αλλά στην έκφραση των διανοημάτων: Διότι για να θέσουμε ένα όριο γύρω από τη διάνοια, θα έπρεπε να μπορούμε να διανοηθούμε και τις δυο πλευρές αυτού του ορίου (θα έπρεπε λοιπόν να μπορούμε να διανοούμαστε αυτό που δεν είναι διανοητό). 
Επομένως το όριο θα τεθεί μόνο στο πλαίσιο της γλώσσας, και ό,τι βρίσκεται πέραν του ορίου θα είναι απλά α-νόητο."
Με συνάρπασε και με εξέπληξε η φιγούρα αυτού του λόγου, καθώς μου φάνηκε ότι εδώ ξαναέβρισκα κάτι γνώριμο από τα αποσπάσματα του Παρμενίδη. Ήταν σαν στα φιόρδ της Νορβηγίας να πέφτεις επάνω σ' έναν φίλο από τα καλοκαίρια στις ακρογιαλιές της νότιας Ιταλίας. Γιατί κι ο Παρμενίδης μιλά για ένα ανάλογο όριο, ανάμεσα στον λάλο, ευφραδή, αξιόπιστο δρόμο του Είναι ("οπως εστιν" ) και στον δρόμο του μη-Είναι ("ως ουκ εστιν" ) που σημαδεύει τις ανθρώπινες πλάνες και που δεν είναι ούτε "φατός" ούτε "νοητός", που δεν έχει όνομα: "ανοητον ανωνυμον" . Στον βαθμό που ένα πρόβλημα σημαίνει την εμπλοκή στην α-νοησία, αποκαλύπτεται ως ψευδοπρόβλημα: "παναπευθεα αταρπος" και "κτίσματα του αέρα"
·"πλαγκτος νοος" και "ομίχλες" .
Παράδειγμα: Κάποιος περιμένει από τον σύντροφό του κυρίως πράγματα όπως ασφάλεια, προστασία· τον θέλει ομπρέλα ώστε να μην φτάνει σ' αυτόν τίποτα το δύσκολο, το αντίξοο· στο σεξ κεντρική θέση έχει η ζεστασιά της αγκαλιάς· κυριαρχεί η ανάγκη για επιβεβαίωση ότι ο άλλος είναι 'δικός μου'. Εκεί που μια τέτοια εικόνα είναι πρωτεύουσα, αυτός ο άνθρωπος θα μπορούσε να αναζητά κατά βάση έναν καλύτερο πατέρα, μια καλύτερη μητέρα. Θα μπορούσε ακόμη να προσδοκά κάτι παρόμοιο από τον θεραπευτή του.
Και γιατί μια τέτοια προσδοκία δεν έχει νόημα; Είναι ανόητη: Ένα replay της παιδικής ηλικίας δεν είναι δυνατό. Αυτός ήταν ο πατέρας σου, αυτή ήταν η μητέρα σου, και δεύτερος γονέας δεν γίνεται. Συγχέονται παρελθόν και μέλλον, γονείς και υποκατάστατα, και κανείς τυφλώνεται για αυτόν που είναι εμπρός στα μάτια του τώρα. Και που δεν είναι, και δεν μπορεί να είναι ούτε πατέρας του ούτε μητέρα του. Αυτά είναι που κάνουν τέτοιες προσδοκίες ανόητες. Όπερ άτοπον, όπως λέμε στα μαθηματικά. Η σύγχυση είναι το αναγκαστικό επακόλουθο της καθήλωσης στην ανοησία. Το ίδιο ανόητη είναι η αρκετά συνηθισμένη αντίστοιχη θεραπευτική στάση που υπόσχεται μια λεγόμενη "corrective emotional experience" .

Το ανόητο, το άτοπο ενός προβλήματος, καταδεικνύει τούτο ως ψευδοπρόβλημα, διότι η λύση του ψευδοπροβλήματος δεν βρίσκεται στην επεξεργασία του αλλά στην αναγνώρισή του σαν τέτοιου. Και πώς το αναγνωρίζει κανείς; Με την υπόδειξη, π.χ. στον παραπάνω άνθρωπο, ότι με τις προσδοκίες του πέφτει συνεχώς επάνω σε τοίχο. Η επίμονη και αδιέξοδη πρόσπτωση στον τοίχο μπορεί κάποτε να του δείξει το ανόητο της προσπάθειάς του. "Τα αποτελέσματα της φιλοσοφίας είναι η ανακάλυψη μιας κάποιας απλώς ανοησίας και καρούμπαλα που έπαθε ο νους πέφτοντας επάνω στα όρια της γλώσσας. Αυτά, τα καρούμπαλα, μας κάνουν ν' αναγνωρίσουμε την αξία εκείνης της ανακάλυψης."
Η "αντιμετώπιση" του προβλήματος έγκειται καταρχήν στην περιγραφή και κατόπιν στην κατάδειξή του ως ανόητου, ως ψευδοπροβλήματος. Το ανόητο ως ανόητο, και τώρα χρησιμοποιώ μια σημείωση του Wittgenstein εκτός του πλαισίου της, για τα εδώ συμφραζόμενα, "παρουσιάζει εκείνη τη σκέψη η οποία είναι στον δρόμο προς την καταστροφή αυτής της πλάνης." Το ανόητο έχει την αυτοκαταστροφή, δηλαδή τη λύτρωση απ' αυτό, εγγεγραμμένη εντός του: δεν είναι ο τοίχος που θα υποχωρήσει από την πρόσπτωση του ανθρώπινου σώματος επάνω του, δεν είναι η πέτρα που θα σπάσει από το αυγό που πάει να την τσουγκρίσει. Σ' αυτήν την οπτική θα μπορούσαμε να δούμε την κατεύθυνση που οδώνεται σε μια ψυχοθεραπεία: Κρατά ανοιχτό τον δρόμο προς την αυτοκαταστροφή της πλάνης που ταλανίζει τον πάσχοντα. Αν και κατά πόσον θα φτάσει εκεί, και με ποιον τρόπο, θα φανεί στην πορεία.
Προέχει η αναγνώριση του ανόητου ως ανόητου. "Αυτό που θέλω να διδάξω είναι: η μετάβαση από μια μη προφανή ανοησία σε μια προφανή." Και πώς συμβαίνει αυτή η μετάβαση; Wittgenstein: "Από πού παίρνει αυτή η θεώρηση τη σπουδαιότητα της, αφού άλλωστε μοιάζει να καταστρέφει κάθε τι το ενδιαφέρον, δηλαδή κάθε μεγάλο και σπουδαίο; (Τρόπον τινά όλα τα οικοδομήματα. Καθώς αφήνει πίσω της μόνο κομμάτια πέτρες και μπάζα.) Μα είναι μόνο κτίσματα του αέρα, που καταστρέφουμε..."
Βέβαια αυτό το "καταστρέφουμε" απαιτεί, τουλάχιστον στον χώρο της ψυχοθεραπείας, μια διόρθωση. Πριν από λίγο καιρό σε ένα σεμινάριο έγινε λόγος για έναν άντρα δυσανεκτικό σε οτιδήποτε αλλότριο προς αυτόν: η επικοινωνία με έναν Άλλο τον ταράζει, τον θυμώνει· όταν η θεραπεύτριά του εκφράσει μια άποψη άλλην από τη δική του, η επωδός του είναι ένα οργισμένο, παρεξηγημένο, πικραμένο: -Δεν με καταλαβαίνετε! Έτσι, σε μια τέτοια περίπτωση, η θεραπεύτρια είπε: -Ναι, δεν μπορώ να μπω στα παπούτσια σας... Όπου εγώ παρατήρησα: -Και όμως, δεν θα ήταν ωραίο, δεν θα ήταν μαγικά ωραίο να μπορούσαμε να ζούμε σ' έναν κόσμο χωρίς τριβές, όπου να πορευόμαστε χωρίς αντίσταση, χωρίς αμφισβήτηση, χωρίς το 'αλλά...' των Άλλων; Δεν μπορούμε αυτό να το παρακολουθήσουμε; Τα παπούτσια του δεν θα ήταν και δικά μας παπούτσια; Μήπως θα μπορούσαμε να του απαντήσουμε με μια τέτοια, εγκάρδια στάση, γνωρίζοντας και πάλι ότι αυτό δεν γίνεται; "Οπωσδήποτε μη διστάζεις να λες ανοησίες! Μόνο πρέπει τις ανοησίες σου να τις διακρίνεις."
Αν δεν γελιέμαι, ο Wittgenstein δεν γνωρίζει μια εγκαρδιότητα όπως η παραπάνω. Και δεν γνωρίζει πως η εγκάρδια αποδοχή, που διόλου δεν σημαίνει ενσυναίσθηση και συμφωνία, μπορεί ακριβώς να οδώσει μια συνομιλία που θα απελευθέρωνε τον πάσχοντα από τα μάγια της πλάνης του. Οι σημειώσεις του βρίθουν από διαλόγους. Όμως αυτοί είναι πολύ συχνά διάλογοι, αναμετρήσεις καλύτερα με έναν Άλλον που πρέπει να αποστομωθεί. Αυτό που ο Wittgenstein επιζητεί, είναι να πάψει η βασανιστική αντιπαράθεση μαζί του.
Μια άλλη δυνατότητα επικοινωνίας αναφέρεται στους προλόγους δύο βιβλίων του: "Αυτό το βιβλίο θα το κατανοήσει ίσως αυτός που ήδη έκανε ο ίδιος τις σκέψεις που εκφράζονται εδώ - ή έκανε τουλάχιστον σκέψεις παρόμοιες." "Αυτό το βιβλίο γράφηκε για τέτοιους οι οποίοι διάκεινται φιλικά στο πνεύμα του." Εδώ και πάλι δεν υπάρχει επικοινωνία, καθώς ο Wittgenstein αποτείνεται σε όμοιους, σ' αυτούς όπου τα λόγια τους είναι τρόπον τινά ηχώ των δικών του.

Από το Tractatus μου εντυπώθηκε, μεταξύ άλλων, και το παρακάτω σημείο: "6.341 Η μηχανική του Νεύτωνα π.x. δίνει στην περιγραφή του κόσμου μια ενιαία μορφή. Ας σκεφτούμε μια λευκή επιφάνεια στην οποία υπάρχουν ακανόνιστες μαύρες κηλίδες. Λέμε λοιπόν: Όποια εικόνα και να προκύψει έτσι, πάντα μπορώ να προσεγγίσω την περιγραφή της λιγότερο ή περισσότερο κατά βούληση, εάν καλύψω την επιφάνεια με ένα αντίστοιχα λεπτό δίχτυ τετραγώνων, και τώρα πω για κάθε τετράγωνο ότι είναι λευκό ή μαύρο. Μ' αυτόν τον τρόπο θα έχω φέρει την περιγραφή της επιφάνειας σε μια ενιαία μορφή. (...)
6.342 (...) Το ότι μια εικόνα, όπως αυτή που αναφέρθηκε, μπορεί να περιγραφεί με ένα δίχτυ δεδομένης μορφής, δεν λέει για την εικόνα τίποτα. (...)
Έτσι και δεν λέει τίποτα για τον κόσμο, το ότι μπορεί να περιγραφεί με τη νευτωνική Μηχανική· (...)"
Δεν ξέρω εάν ο Wittgenstein γνώριζε ότι η παρομοίωση του διχτυού όντως εφαρμόστηκε στις απαρχές της επιστημονικής σύλληψης του κόσμου. Ο Albrecht Dürer στο βιβλίο του "Underweysung der Messung" ("Οδηγίες για τη μέτρηση"), ένα διδακτικό βιβλίο για "νέους με έφεση στην τέχνη", παραθέτει μια
ζωγραφιά.
Ο σχεδιαστής της ξαπλωμένης γυναίκας θέλει να παραστήσει τη γυναίκα. Σταθεροποιεί το μάτι του με τη βοήθεια από ένα στέρεα τοποθετημένο ραβδί και παρατηρεί το περίγραμμα της γυναίκας μέσα από ένα ράστερ από κλωστές. Καθώς το χαρτί στο τραπέζι έχει το ίδιο ράστερ, ο άντρας μπορεί να αντιγράψει το περίγραμμα τετράγωνο προς τετράγωνο.
Τα ψυχιατρικά και τα ψυχολογικό μοντέλα μοιάζουν μ' ένα τέτοιο ράστερ. Η ύφανσή του είναι η δομή του εκάστοτε μοντέλου. Όπως στην εικόνα του Dürer, ο ψυχίατρος και ο ψυχολόγος υψώνουν απέναντι σ' ένα όνειρο, σ' ένα σύμπτωμα, σε μια συμπεριφορά, το ράστερ του μοντέλου τους. Η περιγραφή που προκύπτει δεν μιλά πλέον για το όνειρο, το σύμπτωμα, τη συμπεριφορά. Αποτυπώνει σημεία του ράστερ. Το ράστερ π.χ. του Freud περιλαμβάνει την υπόθεση ότι ένα όνειρο καθορίζεται από ασυνείδητες ορέξεις οι οποίες, περνώντας από "λογοκρισία" και τα φίλτρα των "αμυντικών μηχανισμών", κάνουν το όνειρο να αναδύεται στην επιφάνεια του συνειδητού και του αντιληπτού αποσπασματικό, παραλλαγμένο, μεταμφιεσμένο. Το ράστερ που θα τοποθετηθεί απέναντι σ' αυτό, το "φανερό" όνειρο, θα το "ερμηνεύσει", δηλαδή θα το περιγράψει στους δικούς του όρους των ασυνειδήτων ορέξεων. Freud: "Κατά την άποψη μας, τα αντιληπτά φαινόμενα πρέπει να υποχωρούν εμπρός στις ορέξεις τις οποίες απλώς υποθέτουμε."
Το ράστερ, το μοντέλο είναι ένα αυτιστικό μόρφωμα που απορροφά και αφομοιώνει τα πάντα. Η ερμηνεία ενός ονείρου, η διάγνωση μιας συμπεριφοράς δεν λέει πλέον για το όνειρο, τη συμπεριφορά τίποτα. Για την πράξη της ψυχοθεραπείας, που είναι πρωταρχικά συνάντηση και συνομιλία, τούτο σημαίνει ότι ο θεραπευτής, στον βαθμό που προχωρά by the book, είναι σαν τον σχεδιαστή του Dürer. Βλέπει και ακούει μέσα από το ράστερ του. Ο συνομιλητής του, ως Άλλος, εξαλείφεται. Απέναντι στον καθαρόαιμο ψυχίατρο ή ψυχολόγο είναι σαν να πέφτω σε μια έρημο, σ' ένα σεληνιακό τοπίο. Ο Freud παρατηρεί σχετικά με το "ωραίο όνειρο" της ασθενούς του που αναφέρθηκε στην αρχή: "Μετά από την ερμηνεία το ωραίο όνειρο δεν άρεζε πια καθόλου στη γυναίκα που το ονειρεύτηκε."
Σ' αυτήν την επικοινωνία υπάρχει μια δεινή βία. Το ράστερ είναι σαν μια τσουγκράνα που περνά από πάνω μου, ξεριζώνει ό,τι με ορίζει ως Άλλον, ως ενικότητα, και αφήνει πίσω του ένα απρόσωπο μόρφωμα από αυλακιές. "Ο εθισμός στην εξήγηση είναι εμπόδιο στην πλήρη αντίληψη των γεγονότων, δηλαδή στην περιγραφή. Η προσχηματισμένη υπόθεση δρα σαν ένα κόσκινο που αφήνει ένα πολύ μικρό κομμάτι των γεγονότων να φτάσει στο βλέμμα μας." Ο ίδιος ο Wittgenstein εικάζει μέχρι πού μπορεί να φτάνει η βία αυτού του είδους: "Διότι η επιστήμη & η βιομηχανία όντως αποφασίζουν τους πολέμους, η έτσι φαίνεται."

Πάντως η κριτική του Wittgenstein στον Freud είναι κάθε άλλο από απόρριψη. Ο ίδιος φέρεται να είπε στον μαθητή του Rush Rhees: "... μετά από μερικά χρόνια έτυχε να διαβάσω κάτι του Freud και αναπήδησα από έκπληξη. Εδώ ήταν κάποιος που είχε κάτι να πει." Σε κάποια περίοδο αποκαλούσε τον εαυτό του "μαθητή του Freud" και "οπαδό του Freud". Και μαζί έλεγε "δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο" από την ψυχανάλυση. Και ακόμα: "Το είδος της κριτικής που θα βοηθούσε στη μελέτη του Freud, θα έπρεπε να πάει βαθιά· και τούτο δεν είναι συνηθισμένο." Πόσο βαθιά; Βαθιά προς τα πού;
Ας γυρίσουμε προς στιγμή στον άνθρωπο που αποζητά έναν δεύτερο, καλύτερο γονέα. Του μίλησα για έναν τοίχο στον οποίο πέφτει συνέχεια. Θα μπορούσα να του πω και το εξής: Είναι σαν να πηγαίνει στον μανάβη να πάρει φρούτα, χειμώνα. Βλέπει στο μαγαζί μήλα, πορτοκάλια, μανταρίνια, αχλάδια. Αυτός ζητάει καρπούζι - όταν αυτό το καλοκαίρι, όπου είχε καρπούζια, έχει περάσει ανεπιστρεπτί.
Εδώ δεν μιλάμε λοιπόν για την εφαρμογή ενός ψυχιατρικού μοντέλου που θα οδηγούσε στη διάγνωση, ενός ψυχαναλυτικού μοντέλου που θα οδηγούσε στην ερμηνεία, όπου θα καταλήγαμε σε ένα "αυτό είναι ..." π.χ. "κατάθλιψη" (ψυχίατρος), "παλινδρόμηση", "μεταβίβαση" (ψυχαναλυτής). Στο παραπάνω πλαίσιο το "αυτό είναι ..." θα εξυπονοούσε ακόμη: αυτό και μόνο, και όχι κάτι άλλο, π.χ. κατάθλιψη και όχι σχιζοφρένεια, παλινδρόμηση και όχι άρνηση κλπ. Το επιστημονικό παράδειγμα προχωρά σε τέτοιους μονόδρομους: "αυτό είναι αυτό". "... μονοδίαιτα: τρέφεις τη σκέψη σου με ένα μόνο είδος παραδειγμάτων."
Όπως είπα, ο Wittgenstein δεν απορρίπτει τον Freud. Όμως δεν βλέπει τις ερμηνείες του στην οπτική του "αυτό είναι ...": "Ό,τι λέει ο Freud για το υποσυνείδητο ακούγεται ως επιστήμη, όμως στην πραγματικότητα είναι μόνο ένας τρόπος αναπαράστασης. Δεν ανακαλύφτηκαν νέες περιοχές της ψυχής, όπως υπαινίσσονται τα γραπτά του. Η παρουσίαση στοιχείων ενός ονείρου, για παράδειγμα ενός καπέλου (που πρακτικά μπορεί να σημαίνει οτιδήποτε) [και που ο Freud ερμηνεύει ως φαλλικό σύμβολο] είναι μια παρουσίαση παρομοιώσεων. Όπως στην αισθητική, πράγματα τοποθετούνται δίπλα-δίπλα ώστε να καταδειχθούν ορισμένα χαρακτηριστικά. Αυτά φωτίζουν τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε ένα όνειρο."
Το καπέλο δεν "είναι" φαλλικό σύμβολο. Αυτή η ερμηνεία δεν είναι πρόταση για την ουσία του καπέλου, αλλά παρομοίωση· μια μεταξύ αναρίθμητων δυνατών. Έτσι, στο παράδειγμά μου, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε μεν για παλινδρόμηση· όμως "παλινδρόμηση" μόνο ως παρομοίωση μιας κίνησης όπου ο άνθρωπος που ζητά αγκαλιά, προστασία κλπ. γυρίζει πίσω στα παιδικά του χρόνια. Θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι "σαν" παλινδρόμηση στο πατρικό του· όχι ότι "κάνει" παλινδρόμηση, που ακούγεται όπως το "κάνει πυρετό". Και αυτή η παρομοίωση, αυτή η αναλογία θα ήταν μόνο μία από αναρίθμητες που θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω, όπως αυτή του δεύτερου, καλύτερου γονιού, αυτή της πρόσκρουσης στον τοίχο, αυτή του καρπουζιού από το αγύριστο καλοκαίρι. Και είναι εντυπωσιακό το πώς η προσφυγή σε μια αναλογία, όταν αυτή είναι επιτυχημένη, πολλές φορές ξανανιώνει κάποιον σαν ένα μπάνιο στη θάλασσα. "Μια καλή παρομοίωση φρεσκάρει τον νου." Ο Wittgenstein με απελευθέρωσε από την προσκόλληση στην ουσία, στο "αυτό είναι αυτό", από την επίκληση της αλήθειας. Μου έλυσε τη γλώσσα.
Η επίκληση της ουσίας εγκαταλείπει το εκάστοτε περιστατικό. Όταν χαρακτηρίζω το καπέλο φαλλικό σύμβολο, χάνω το καπέλο και θέμα γίνεται το φαλλικό σύμβολο. Όταν ακούω ένα όνειρο και αναρωτιέμαι για την ασυνείδητη επιθυμία που το γέννησε, δεν προσέχω το όνειρο αλλά την υποτιθέμενη ασυνείδητη επιθυμία. Όταν αντιλαμβάνομαι τα πράγματα μέσα από το όποιο ράστερ, ασχολούμαι πλέον μ' αυτό, και όχι με τα πράγματα. Δεν έχω μάτια για την ενικότητα του ανθρώπου που βρίσκεται απέναντί μου. Όμως ερευνώ την ουσία ενός φαινομένου δεν θα πει οπωσδήποτε στρέφω το βλέμμα μου αλλού, προς κάτι το οποίο υποτίθεται ότι συνιστά την αλήθεια του. "Ερευνώ την ουσία ενός φαινομένου θα πει: κοιτάζω προσεκτικότερα."
Η θεραπευτική συνομιλία διαμείβεται με αναφορές σε εκάστοτε μεμονωμένα περιστατικά της ζωής. Πολλές φορές δεν έχουμε μάθει τον τρόπο να τα προσέχουμε, αυτά τα ίδια. Εξολισθαίνουμε στις γενικότητες των μοντέλων και των κοσμοθεωριών που μας κρατάνε στα δίχτυα τους. Ένας τρόπος συνδιαλλαγής με την ενικότητα θα ήταν ακριβώς, όσο κι αν ακούγεται παράδοξο, ο τρόπος των αναλογιών, των παρομοιώσεων, των παραδειγμάτων. Ο Wittgenstein δεν είναι ο μόνος που τον εφαρμόζει. Όμως τον εφαρμόζει με μια μοναδική ευκρίνεια, συνέπεια και γλαφυρότητα. (Τούτο δεν σημαίνει βέβαια την υιοθέτηση μιας νέας μεθόδου και τον εγκλωβισμό σε μια καινούργια "μονοδίαιτα".)

"Προσπάθησα ν' αλλάξω την οπτική γωνία. Όλα έχουν τη μορφή 'δες το έτσι!', 'μην το συγκρίνεις μ' αυτό αλλά μ' εκείνο'." Και αλλού: "(...) δίνεις στο παιχνίδι της γλώσσας μια νέα κλείδωση." Μιλάμε για μια νέα ελευθερία, για ένα λύσιμο από τα μάγια που κρατούν κάποιον εγκλωβισμένο στη "μονοδίαιτα", δηλαδή στην τάση κάποιου να απαντά με έναν και μόνο τρόπο π.χ. με θυμό, η με ενοχές, με άγχος. Τότε μια αντίστοιχη διάγνωση (ναρκισσιστική προσωπικότητα, κατάθλιψη, κρίση πανικού) δεν θα ήταν η ονομασία μιας πάθησης, όπως π.χ. 'πνευμονία', αλλά χαρακτηρισμός μιας "μονοδίαιτας": κανείς τείνει να συνδέει καταστάσεις, να τις τοποθετεί "δίπλα-δίπλα" με τον θυμό, τις ενοχές, το άγχος.
Τότε η θεραπεία θα συνίστατο στη λύση από τα μάγια της "μονοδίαιτας", στο λύσιμο του Μίδα από την κατάρα, ό,τι, μα ό,τι πιάνει να γίνεται χρυσάφι. Αυτό που γράφει ο Wittgenstein για τα φιλοσοφικά προβλήματα, ισχύει και για τα "ψυχικά": "Η λύση των φιλοσοφικών προβλημάτων μοιάζει με το μαγικό ραβδί των παραμυθιών το οποίο, όσον καιρό βρίσκεται μέσα στο μαγικό κάστρο, φαίνεται κι εκείνο μαγικό. Αν όμως το πάρεις και το δεις έξω στο φως της μέρας, δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα κομμάτι σίδερο (ή κάτι τέτοιο)."

Η μετάθεση της θεραπευτικής επικοινωνίας στο πεδίο των παρομοιώσεων και των αναλογιών συμβαίνει, όταν και όπου συμβαίνει, σε ένα κλίμα ευρύχωρο και ανάλαφρο. Γίνεται κάτι σαν παιχνίδι - με την έννοια του Wittgenstein, δηλαδή "μορφή ζωής" . Αυτό το παιχνίδι, για να παιχθεί, θέλει μια χρονική άπλα - και δίνει χρονική άπλα. Δεν είναι δυνατό εκεί που η πιεστικότητα για μια άμεση λύση δεν ανέχεται κανένα παιχνίδι, εκεί που η σκέψη έχει τόσο εθιστεί στη "μονοδίαιτα" ώστε να αποστρέφεται οτιδήποτε άλλο. "O χαιρετισμός των φιλοσόφων [συμπληρώνω εγώ: και των θεραπευτών] θα έπρεπε να είναι: 'Πάρε χρόνο!'"
Η ψυχοθεραπεία προχωρεί με την εξοικείωση σε μια τέτοια ελευθερία, σε μια τέτοια "σχόλη" . Στην ευτυχή περίπτωση κανείς κάποια μέρα απλά αντιλαμβάνεται πως εκείνο που τον βασάνιζε δεν είναι πια εδώ. Έτσι απλά. "Τη λύση του προβλήματος της ζωής την παρατηρεί κανείς στην εξαφάνιση αυτού του προβλήματος. (...)"

Η εννόηση τέτοιων προβλημάτων ως ψευδο-προβλημάτων, όπως εκτίθεται από τον Wittgenstein και από τους ως προς αυτό μακρινούς συγγενείς του, όπως νομίζω, τους Προσωκρατικούς, βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με την επιστημονική τους παράσταση ως διεργασιών. Δεχόμαστε εξαρχής και χωρίς δεύτερη σκέψη ότι π.χ. το όνειρο είναι μια διεργασία. Ο Freud χρησιμοποιεί ως συνώνυμο του ονείρου τον όρο "έργο του ονείρου" ("Traumarbeit"), ως συνώνυμο του πένθους το "έργο του πένθους" ("Trauerarbeit") κλπ. Οι ψυχολογικές θεωρίες, οι μεθοδολογίες και οι ερμηνείες, οι θεραπείες με ψυχοφάρμακα θα ήταν όλες τους αδιανόητες χωρίς το βασικό αξίωμα για τη φύση του αντικειμένου τους ως διεργασίας. Στη βάση λοιπόν αυτής της πρώτης παραδοχής, ότι εδώ πρόκειται για μια διεργασία, αναπαριστάνουμε τη ζητούμενη διεργασία επινοώντας το υποσυνείδητο, μελετώντας τα νευροφυσιολογικά δεδομένα σε εργαστήρια ύπνου κλπ. Η εξήγηση του ονείρου δεν είναι άλλη από την παράθεση της διεργασίας του. Παρακάτω μια σημείωση του Wittgenstein και, εμβόλιμα, φράσεις του Freud από το κείμενό του "Το ασυνείδητο" :
Wittgenstein: "Πώς φθάνουμε στο φιλοσοφικό πρόβλημα των ψυχικών διεργασιών και καταστάσεων (...); - Το πρώτο βήμα είναι αυτό που δεν προκαλεί την προσοχή καθόλου. Μιλάμε για διεργασίες και καταστάσεις κι αφήνουμε τη φύση τους ανοιχτή!
(Freud: "Η πλέον προσωπική καθημερινή μας εμπειρία, μας γνωστοποιεί ιδέες, την προέλευση των οποίων δεν γνωρίζουμε, και συμπεράσματα σκέψεων, η διεργασία των οποίων μας έχει μείνει κρυφή.")
Wittgenstein: Ίσως κάποτε γνωρίσουμε περισσότερα γι' αυτήν - λέμε.
(Freud: "Και τι δεν θα 'δινε κανείς να γνωρίσει αυτά τα πράγματα περισσότερο!")
- Wittgenstein: "Όμως ακριβώς μ' αυτό έχουμε καθηλωθεί σε έναν ορισμένο τρόπο θεώρησης. Διότι έχουμε μια ορισμένη ιδέα γι' αυτό, τι θα πει: να γνωρίσω μια διεργασία καλύτερα. (Το αποφασιστικό βήμα στο ταχυδακτυλουργικό νούμερο έχει γίνει, και αυτό ακριβώς μας φάνηκε αθώο.)"

Οι "ψυχικές διεργασίες" λοιπόν "κτίσματα στην άμμο"... Τα γραπτά του Wittgenstein, σε μιαν άλλη οπτική από αυτήν του Heidegger, θέτουν ολόκληρο το οικοδόμημα της ψυχιατρικής και της ψυχολογίας υπό αμφισβήτηση. Για μένα τούτο δεν σήμαινε κάποιον ιδιαίτερο κλονισμό. Η αγάπη που είχα για τη θεραπευτική πρακτική δεν αφορούσε άλλωστε και τις παραπάνω επιστήμες. Μάλλον σαν συναρπαστικό και ανακουφιστικό το έζησα.
Πώς είναι να είσαι χωρίς ψυχή; Χωρίς εσωτερικό κόσμο; "Το 'εσωτερικό' είναι πλάνη. Αυτό θα πει: όλο το σύμπλεγμα ιδεών που υπονοείται μ' αυτήν τη λέξη, είναι σαν μια ζωγραφισμένη κουρτίνα, τραβηγμένη μπροστά από τη σκηνή της πραγματικής χρήσης της λέξης." Η πλάνη θα ενέκειτο στο ότι "το εσωτερικό", ως τρόπον τινά ανατομικό όργανο μέσα στο σώμα, δεν ανήκει στην "πραγματική χρήση της λέξης". "Όπου η γλώσσα μας, μας επιτρέπει να υποθέτουμε ένα σώμα, και δεν είναι κανένα σώμα, εκεί, θα τείναμε να πούμε, είναι ένα πνεύμα." Λέμε βεβαίως: "... είπα μέσα μου ..." Όμως όταν τούτο μας παρασύρει και μιλάμε για "το μέσα μου", τότε έχουμε ξεφύγει. Τότε, όταν έχουμε έναν άνθρωπο απέναντί μας, είναι σαν να βλέπουμε ένα επιφαινόμενο, σαν η συμπεριφορά του να ήταν ένα είδος έκκρισης του "μέσα" του, της "ψυχής" του, ένα τελικό αποτέλεσμα των διαδικασιών που συμβαίνουν εκεί. Σαν ένα κείμενο του Word όπου, όταν πιέσουμε το "¶", εμφανίζονται τα κρυφά σύμβολα της μορφοποίησης. Όμως "Το ανθρώπινο σώμα είναι η καλύτερη εικόνα της ανθρώπινης ψυχής."
Το έτος 1946-47 ο Wittgenstein έκανε μια παράδοση επάνω στη φιλοσοφία της ψυχολογίας. Εκεί αναφέρεται δια μακρών σε ένα περίεργο παράδειγμα:
"Μια φυλή που θέλουμε να υποδουλώσουμε. Η κυβέρνηση και οι επιστήμονες λένε ότι οι άνθρωποι αυτής της φυλής δεν έχουν ψυχή· μπορούμε λοιπόν να τους χρησιμοποιήσουμε ανενδοίαστα για οποιονδήποτε σκοπό. Φυσικά παρολαυτά μας ενδιαφέρει η γλώσσα τους· αφού βέβαια πρέπει π.χ. να τους δίνουμε εντολές και να παίρνουμε αναφορές απ' αυτούς. Ακόμη θέλουμε να ξέρουμε τι λένε μεταξύ τους, καθώς αυτό σχετίζεται με την υπόλοιπη συμπεριφορά τους. Όμως ακόμη πρέπει να μας ενδιαφέρει ό,τι σ' αυτούς αντιστοιχεί στις δικές μας 'ψυχολογικές εκδηλώσεις', γιατί θέλουμε να τους κρατάμε ικανούς για εργασία, και γι' αυτό έχουν σημασία για μας οι εκδηλώσεις τους του πόνου, της αδιαθεσίας, της κατάθλιψης, της ευζωίας κλπ. κλπ. (...)"
Δεν μπορώ να επεκταθώ στην όλη συζήτηση του παραδείγματος, από την οποία φαίνεται πώς η επικοινωνία με μια άψυχη φυλή είναι όντως δυνατή! Εδώ με ενδιαφέρει κάτι που ο Wittgenstein δεν θίγει άμεσα: Όταν κάποιος μιλά με ένα άψυχο πλάσμα και συνεννοείται μαζί του, γίνεται άψυχος και ο ίδιος: ο εσωτερικός του κόσμος μένει έξω απ' το παιχνίδι. Ως θεραπευτής είμαι ένα τέτοιο άψυχο πλάσμα. Είμαι όλος "έξω". Τούτο, σε άλλοτε άλλον βαθμό, κάνει άψυχο και τον συνομιλητή μου. Όμως εάν πολλές από τις συγχύσεις και τα βάσανα έρχονται από την αδιέξοδη εμπλοκή στις πλάνες και στα φαντάσματα της ψυχής, τότε το θεραπευτικό θα ήταν ακριβώς η αποκόλληση από την ψυχή! Παραδείγματα από θεραπευτικά στιγμιότυπα:
- Μου τα λέτε αυτά και δεν σας νοιάζει καθόλου πώς αισθάνομαι ... - Αν υποθέσουμε πως περπατώντας κολλάτε στη λάσπη και πρέπει να σας βοηθήσω να ξεκολλήσετε. Θα είχε κανένα νόημα να μου λέτε και να σκέφτομαι πώς αισθάνεστε;
- Για τον μπαμπά μου είναι η πιο μεγάλη αγάπη. Τέτοια αγάπη φαντάζομαι πως θα υπάρχει με τα παιδιά μου κλπ. - Μπορείτε να περιγράψετε αυτό που σας συμβαίνει εδώ και που το αποκαλείτε "αγάπη"; - Δεν καταλαβαίνω... Πώς να το περιγράψω; - Ας υποθέσουμε πως ήμουν ένας ξένος που δεν ξέρει τη λέξη "αγάπη", και θα πρέπει να του την εξηγήσετε περιφραστικά. Τι θα μου λέγατε; - Έχω πάρει κάποια καλά του, την καλοσύνη του, τη θερμότητα του... - Η "αγάπη" εδώ λοιπόν σημαίνει ότι είστε κάπως συνέχειά του.
- Δεν είναι δυνατό να μιλούν μεταξύ τους δυο κομμάτια του εαυτού μου; - Είναι σαν το δεξί και το αριστερό χέρι να κάνανε χειραψία.
- Δεν είστε άνθρωπος εσείς; - Όχι. - Εξωγήινος είστε; - Ναι.
Στον πρόλογο για το "Γράμμα Α" λέω: "Κατά κόσμον λέγομαι ψυχαναλυτής. (Το άλλο μου όνομα δεν το βρήκα ποτέ.)" Πριν από δυο-τρία χρόνια, στο μενού της ιστοσελίδας μου, έκανα μια αλλαγή. Τον τίτλο "Ψυχαναλυση" τον μετέβαλα σε "Ψυχαναλυση". Γράφω: "Ψυχαναλυση: Το όνομα δεν ονομάζει κάτι, (...) δεν μιλά για την ψυχή ως αντικείμενο της θεραπείας αλλά ως αυτό από το οποίο η θεραπεία επιζητεί να απαλλαγεί."
Ο Wittgenstein κλείνει την παράδοσή του ως εξής:
"Προσπάθησα ν' αλλάξω την οπτική γωνία. Όλα έχουν την μορφή 'Δες το έτσι!', 'Μην το συγκρίνεις μ' αυτό αλλά μ' εκείνο'. Η ερώτηση 'Τι είναι η σκέψη;' χάνεται από τη στιγμή που σταματούμε να συγκρίνουμε τα σχετικά φαινόμενα με φαινόμενα που διαδραματίζονται στο εσωτερικό των πραγμάτων και είναι από μας κρυμμένα."

"Εξαφάνιση του προβλήματος" δεν σημαίνει πάντα και εξάλειψή του από προσώπου γης. "... όποιος ζει σωστά δεν αισθάνεται το πρόβλημα ως λύπη, επομένως και όχι ως προβληματικό, αλλά πολύ περισσότερο ως χαρά· επομένως ως τρόπον τινά καθάριο αιθέρα γύρω από τη ζωή του, όχι ως αμφίβολο φόντο." Μ' αυτή την παράδοξη σκέψη ο Wittgenstein δεν βρίσκεται μόνος. Υπάρχουν, για να χρησιμοποιήσω μια έκφρασή του, "οικογενειακές ομοιότητες":
Elias Canetti: "Mια πληγή που γίνεται σαν πνεύμονας και δια μέσου του ανασαίνεις."
Paul Celan: "Με τ' αδιέξοδα να μιλάς"
Byung-Chul Han: "Ανάσανε μες από τις πληγές σου!"
Ο Wittgenstein το εννοεί ενδεχομένως σε σχέση και με την παρακάτω σημείωση: "Αν στη ζωή περιβαλλόμαστε από τον θάνατο, τότε και στην υγεία του νου από την τρέλα." Η λύπη, ο θάνατος, η τρέλα δεν "περιβάλλουν" τη χαρά, τη ζωή, την υγεία του νου με την έννοια του επικίνδυνου πολιορκητή. Πολύ περισσότερο η λύπη, ο θάνατος, η τρέλα θα ήταν αντίστοιχα το "περιβάλλον" της χαράς, της ζωής, της υγείας του νου, ο τόπος κατοίκησής τους, το χώμα και ο αέρας που τα τρέφουν. Η "λύση" των προβλημάτων θα μπορούσε να βρίσκεται ακριβώς στην αφομοίωση μιας τέτοιας οπτικής τους. "Μόνο ο θάνατος είναι που δίνει στη ζωή το νόημά της." Μια παραδείσια ζωή απαλλαγμένη από λύπη, τρέλα και θάνατο θα ήταν νεκρίλα. Ο ίδιος ο Wittgenstein ήταν από μια άποψη ένας βασανισμένος άνθρωπος που έζησε στα όρια της τρέλας και της αυτοκτονίας. Δεν νομίζω πως ήταν ψέματα τα τελευταία του λόγια: "Πες τους πως είχα μια υπέροχη ζωή."

Το κειμενο της εκδοσης
Χειρογραφο Καβαφη
Χειρογραφο Καβαφη
Η γραφη ως συμβαν
Η γραφη ως συμβαν

[Ομιλια στα Εκπαιδευτηρια Βασιλειαδη, Θεσσαλονικη, Φεβρουαριος 2014]

"Ψυχολογισμος" ειναι εκεινο το δογμα, συμφωνα με το οποιο καθε σχεση του ανθρωπου με τους αλλους και με τα πραγματα: αντιληψη, μνημη, αισθηση, επιθυμια, θεληση, αλλα και η σκεψη και η γνωση, συνιστουν ψυχικες διεργασιες και επομενως ειναι αντικειμενα ψυχολογικης μελετης και ερμηνειας. Ο ψυχολογισμος διαποτιζει βεβαια και την ψυχαναλυση. Ηδη ο Freud παιρνει το δικαιωμα να εφαρμοσει την ερμηνευτικη τεχνικη του οχι μονο σε φαινομενα που ειχαν περιελθει στην αρμοδιοτητα της ψυχιατρικης και καταταχτηκαν στις κατηγοριες των νευρωσεων και των ψυχωσεων, οχι μονο σε καθημερινα πραγματα οπως τα ονειρα, τα αστεια, οι λεγομενες "παραπραξιες" και τα ολισθηματα της γλωσσας, που μαλιστα οι Αγγλοσαξωνες εκτοτε αποκαλουν "freudian slips", αλλα και στα εργα της τεχνης, της λογοτεχνιας και της φιλοσοφιας. Χαρακτηριστικο παραδειγμα το λεγομενο "οιδιποδειο": Η υποθεση μιας αρχαιας τραγωδιας παρασταινεται ως ψυχικο συμπλεγμα.
Ετσι λοιπον, αν κανεις ξεστρατιζε στην ιστοσελιδα μου, στο μενου "βιβλιοθηκη" και στο υπομενου "ΛΟΓΟΣ", θα ειχε εμπρος του μια σειρα απο ελληνες και ξενους λογοτεχνες και, προϊδεασμενος, θα ετεινε να δει αυτα τα ονοματα καπου σαν πεταλουδες καρφιτσωμενες στον καμβα του ψυχαναλυτικου ερμηνευτικου μοντελου:
Αν ομως ανοιγε π.χ. τις μεταφρασεις μου αποσπασματων του Elias Canetti, ισως επεφτε και σ' αυτο:
255 Τα ονειρα τα αντεχω μονον αθικτα και ολοκληρα, σαν μυστηριο. Ειναι τοσο ξενα που κανεις τα συλλαμβανει πολυ αργα μονο. ... Αλοιμονο στον τρελλο που τα ερμηνευει κατευθειαν, τα χανει και δεν τα συλλαμβανει ποτε πια, μαραινονται προτου πρασινισουν….
Γιατι ειναι "τρελλος" οποιος ερμηνευει τα ονειρα; Γιατι "τα χανει και δεν τα συλλαμβανει"; Συνεχιζει ο Canetti:
Το μοναδικο καθε ονειρου το υποψιαζονται ελαχιστοι, διαφορετικα πως θα το απογυμνωναν καθιστωντας το κοινοτοπια.
Η ψυχολογικη ερμηνεια ενος φαινομενου καταχωνιαζει το "μοναδικο" του. Οπως το μηλο που πεφτει επανω στο κεφαλι του Νευτωνα χανει τη μοναδικοτητα του οταν εξηγειται με τον νομο της βαρυτητας. Εκεινο το μηλο, που τοτε επεσε σ' εκεινο το κεφαλι, εκεινο το ονειρο που ειδα εκεινη τη νυχτα, οταν καθιστανται αντικειμενο της επιστημης, της φυσικης, της ψυχολογιας, καταντουν "κοινοτοπιες". Canetti και παλι:
221 Η μοντερνα ερμηνεια μας των ονειρων κανει τους ανθρωπους μονο πιο συνηθισμενους. Ξεθωριαζει την εικονα της εσωτερικης τους εντασης αντι να την φωτιζει.
Εδω "μοναδικοτητα" δεν σημαινει την ποιοτητα του ξεχωριστου, του αξιολογου, του πολυτιμου. Δεν συγκρινει το ενα με τα πολλα, για να το ξεχωρισει. Η "μοναδικοτητα" χαρακτηριζει το ενα, το καθεκαστο στον ενικο αριθμο του, στην ενικοτητα του. Για την ψυχαναλυση, οπως την καταλαβαινω, το ζητουμενο ειναι ακριβως μια επικοινωνια που θα ζωντανευε σ' εκεινον που προσφευγει στον ψυχαναλυτη την αγνοημενη του ενικοτητα, θα μπορουσε να την "φωτισει". Και αυτο, στον βαθμο που θα ευτυχησει να πραγματοποιηθει, ειναι απο μονο του ιαματικο. Θεραπευτικο. Τουτο βεβαια δεν μπορει να γινει με μια μεθοδο, με ενα μοντελο, με μια θεωρια, καθως ολα αυτα ειναι τυφλοσουρτες και γνωριζουν μονο τον πληθυντικο της γενικοτητας. Στην τυφλη οπτικη τους κανεις "ξεθωριαζει", γινεται "συνηθισμενος" και "κοινοτοπος". Γινεται καθενας και - κανενας. Η σαγηνη που ακτινοβολει καθε ανθρωπος στην ενικοτητα του, χανεται.
Ο αυστριακος φιλοσοφος Ludwig Wittgenstein γραφει σε μια σημειωση:
Μιλουμε για την κατανοηση μιας προτασης με την εννοια με την οποια μπορει ν' αντικατασταθει απο μιαν αλλη που λεει το ιδιο. Αλλα και με την εννοια με την οποια δεν μπορει ν' αντικατασταθει απο καμια αλλη. (...)
Στην πρωτη περιπτωση ειναι η σκεψη μιας προτασης που ειναι κοινη για πολλες προτασεις· στην αλλη κατι που μονο αυτες οι λεξεις, σ' αυτες τις θεσεις, εκφραζουν. (Κατανοηση ενος ποιηματος).

Ετσι για παραδειγμα η ψυχολογια αντικαθιστα την προταση που αφηγειται ενα ονειρο με μιαν αλλη, την ερμηνεια του. Αν ομως ακουσουμε το ονειρο στην ενικοτητα του, δηλαδη ως ονειρο ενος και μονον ανθρωπου, και μαλιστα σ' αυτην τη μια αφηγηση της ωρας εκεινης που μας μιλαει και τον ακουμε, τοτε η κατανοηση του ονειρου πλησιαζει περισσοτερο στον τροπο της κατανοησης ενος λογοτεχνηματος (και εδω βεβαια δεν εννοω ως λογοτεχνημα τα best sellers της αγορας βιβλιου). Διαφαινεται μια μυστικη, και συναρπαστικη, συγγενεια λογοτεχνιας και ψυχαναλυσης, την οποια θα επιχειρησω να διευκρινισω περισσοτερο.
Ηδη οσα ειπωθηκαν υποδηλωνουν οτι η αναδειξη της ενικοτητας ειναι ασυμβατη με την επιστημονικη γλωσσα. Ειναι σαν κανεις να αντικαθιστα ενα χειρογραφο με το κειμενο γραμμενο σε γραμματοσειρα. Δειτε για παραδειγμα καποιες αραδες απο το ποιημα του Κωνσταντινου Καβαφη "Φωνες":
Και με τον ηχο των για μια στιγμη επιστρεφουν
ηχοι απο την πρωτη ποιησι της ζωης μας -
σαν μουσικη, την νυχτα, μακρυνη, που σβυνει.

Και τωρα, το χειρογραφο του Καβαφη: [φωτο]
Οι ιδιες λεξεις, και μαλιστα στην γραμματοσειρα του υπολογιστη περισσοτερο ευαναγνωστες. Ομως το χειρογραφο εχει αυτο που λεμε "χαρακτηρα". Γραφικο χαρακτηρα. Βεβαια κι εδω υπαρχουν "τρελλοι", θα ελεγε ο Canetti, οι γραφολογοι, που ερμηνευουν τον γραφικο χαρακτηρα, μαλιστα με βαση αυτον συντασσουν ολοκληρο προφιλ προσωπικοτητας. Αλλα τωρα ας μας αφησουν ησυχους. Το χειρογραφο συγκινει. Βλεπουμε το ιδιο το χερι του ποιητη, την κορυφωση του στην πενα, την πενα να σερνει τον χορο, να σερνει τον κυκλιο χορο των γραμματων, τα οποια ο ιδιος αυτος χορος πλαθει στην προοδο της τροχιας του, το ενα μετα το αλλο.
Οταν ο ψυχαναλυτης προχωρει ετσι, μ' αυτες τις εγνοιες και μ' αυτα τα ζητουμενα, τοτε δεν αντιμετωπιζει ενα λογοτεχνικο εργο οπως ο βρετανος αποικιοκρατης που φωτογραφιζεται με την μποτα επανω στο σκοτωμενο λιονταρι. Τοτε προσεχει τους λογοτεχνες. Συνομιλει μαζι τους. Ο Wilfred Bion, ενας γνωστος ψυχαναλυτης, λεει σ' ενα σεμιναριο στο Παρισι:
Bion: … Υποστηριζω ομως οτι θα αξιζε τον κοπο να το βλεπαμε [το δωματιο της ψυχοθεραπειας] οχι σαν δωματιο ψυχοθεραπειας, αλλα σαν το ατελιε σας. Τι ειδους καλλιτεχνης ειστε; Αγγειοπλαστης; Ζωγραφος; Μουσικος; Συγγραφεας; Με βαση την εμπειρια μου αρκετοι αναλυτες δεν γνωριζουν πραγματικα τι ειδους καλλιτεχνες ειναι.
Ερωτηση: Και αν δεν ειναι καλλιτεχνες;
Bion: Τοτε βρισκονται σε λαθος επαγγελμα.

Λογοτεχνια και ψυχαναλυση, μ' ολες τις διαφορες τους, εχουν μια κοινη αναφορα: την ενικοτητα. Γι' αυτο και ο ποιητης Paul Celan λεει σε μια ομιλια του:
… Ισως το νεο στα ποιηματα που γραφονται σημερα ειναι ακριβως αυτο: πως εδω επιχειρειται περισσοτερο ρητα απο ποτε να μενουν επιμνημονα των δεδομενων τους...
Τα δεδομενα μου … Εκεινη η μερα … Εκεινος ο τοπος … Εκεινο το γεγονος … Και "Το αμαρτημα της μητρος μου", δεν μενει ακριβως επιμνημον των δικων του δεδομενων; Της ενικοτητας του;
Και πως κοινωνειται η ενικοτητα; Οι "Φωνες" του Καβαφη. Στην γραμματοσειρα αντιλαμβανομαστε τα γραφομενα οπτικα - νοητικα. Στο χειρογραφο τα αντιλαμβανομαστε στο μελανι, στην πενα που προχωραει, στο χερι που την συνοδευει, δηλαδη τα αντιλαμβανομαστε απτικα - σωματικα. Η ενικοτητα εκφραζεται, κοινωνειται με τα ιχνη, με τα σημαδια του σωματος. Η ενικοτητα ειναι συμφυτη με το σωμα. Ο Celan γραφει σε μια επιστολη:
Το χειροποιητο εργο - τουτο ειναι υποθεση των χεριων. Κι αυτα τα χερια παλι ανηκουν σ' εναν και μονον ανθρωπο, δηλ. ενα μοναδικο, θνητο εμψυχο ον το οποιο, με τη φωνη και την αφωνια του, αναζητα εναν δρομο. Μονο αληθινα χερια γραφουν αληθινα ποιηματα. Δεν βλεπω καμια βασικη διαφορα μεταξυ χειραψιας και ποιηματος.
Και ο Γιωργος Σεφερης σε μια ημερολογιακη σημειωση:
Κατα βαθος, ο ποιητης εχει ενα θεμα: το ζωντανο σωμα του.
Ο ψυχαναλυτης ειναι κι αυτος ενας τεχνιτης του λογου. Μεσα απο τη δικη μου προθυμια να αναζητησω τον πελατη μου ως "ενα μοναδικο, θνητο εμψυχο ον το οποιο ... αναζητα εναν δρομο", αναπτυχθηκε ο τροπος μου να ακουω και να μιλω. Οπου και το δικο μου θεμα ειναι το ζωντανο μου σωμα, καλυτερα, τα ζωντανα μας σωματα. Και εδω δεν μιλω ουτε για το σωμα που γνωριζει η ανατομια, ουτε για το σωμα που ακολουθει τις αναγκες και τις ορεξεις του, ουτε για το σωμα που εκτιθεται στη βιτρινα των κοινωνικων συναναστροφων. Το σωμα στην "χειραψια" του Celan, το "ζωντανο σωμα" του Σεφερη, ειναι αλλο πραγμα. Peter Handke:
Υψωσα το χερι να χαιρετησω το πουλι στον θαμνο, κι ενιωσα τη μορφη του χαιρετουμενου στην παλαμη μου.
Πως ακουω: Τα λεγομενα γινονται εικονες, καλυτερα, γινονται τοπιο που περιδιαβαινω μαζι του, το αφουγκραζομαι, το οσμιζομαι. Καπως σαν τα αλογα του Ελυτη που
… δυο φορες πιο ψηλα απ' το μποϊ τους, προχωρουν αθορυβα, με το κεφαλι τεντωμενο σα να οσμιζονται το ονειρο …
Δεν σκεφτομαι, δηλαδη δεν συγκρινω, δεν συνδεω, δεν κρινω, δεν ερμηνευω. Βλεπω τα λεγομενα. Ομως δεν βλεπω σαν καμερα. Βλεπω π.χ. τη φωνη του. Την τροχια της. Καποιες φορες η φωνη του, δηλαδη το σωμα του, δεν φτανει μεχρι εμενα. Ξεψυχαει στο διαστημα μεταξυ μας, η ακομα μενει στο στομα του. Αλλες φορες η φωνη του με προσπερνα και φευγει. Αποτεινεται οχι σ' εμενα, αλλα σε καποιον αλλο. (Στην ομιλια απο το μικροφωνο, το τηλεφωνο, το Skype, το βιντεο και την τηλεοραση τετοια πραγματα χανονται)
Πως μιλαω; Σε πρωτο χρονο. Ομως οχι αυθορμητα. Καθοριστικο ειναι και παλι το σωμα μου. Τα λογια μου στεκουν, ειναι εγκυρα, οταν δεν φαλτσαρουν, οταν δεν γρατζουνιζουν, οταν με διατρεχουν διχως να προκαλουν παρασιτα και τριβες. Τοτε δεν μιλω ουτε με το κεφαλι, ουτε με την καρδια, αλλα με ολο το σωμα μου. Ενας νεαρος πιανιστας μου ειπε προσφατα για τον τροπο παιξιματος που ανακαλυψε, και που ηταν γι' αυτον μια μικρη κοσμογονια: "Το σωμα τα κανει και εγω τα βλεπω." Ετσι ειναι και για μενα στη δικη μου δουλεια: το σωμα μιλα, και εγω ακουω αυτα που λεω. Ο ποιητης Thomas Stearns Eliot γραφει καπου:
Ο ποιητης ειναι ο πρωτος αναγνωστης του ποιηματος του.
Δεν ειναι ο δημιουργος του ποιηματος, αλλα ο μαρτυρας του συντελουμενου ποιηματος.
Ο,τι λεει για την γραφη ο γερμανο-κορεατης φιλοσοφος Byung-Chul Han, ισχυει και για τις ευτυχεις στιγμες της ψυχαναλυτικης συνομιλιας: [φωτο 2, 
Η γραφη ως συμβαν. Torii Kiyonaga (1752-1815): Murasaki Shikibu, συγγραφεας του Genji Monogatari, Ξυλογραφια.]
Ακομη και η γραφη δεν ειναι πλεον ενεργεια αλλα ανυποκειμενικο συμβαν. Χωρις τη γνωση μου, χωρις τον σκοπο μου συντελειται σαν απο μονη της. Το περιφημο βιβλιο του Yoshida Kenkô Θεασεις μεσα απο τη σιγη αρχιζει με την εξης παρατηρηση: "Οταν ειμαι μονος και σε σχολη, καθομαι ολη τη μερα στην κασελα μου με τις σινικες μελανες και γραφω ολα οσα μου περνουν απο το κεφαλι, χωρις συνοχη και χωρις ορισμενο σκοπο. Κι εδω απορω παντα".[1] ... Κατι συμβαινει διχως τη συμβολη μου, διχως τη θεληση μου, μαλιστα διχως εμενα. Κατι ειναι προκειμενο διχως να το εχω δημιουργησει, η παθει. Ετσι, εκ των υστερων απορω γι' αυτο.
Μια αρκετα οικεια φραση στην ψυχαναλυση: "Εγω ειμαι που τα λεω αυτα;", η: "Τι λεω τωρα;!" Ισχυει το παραδοξο: Οσο περισσοτερο προβαλλει η ενικοτητα, τοσο περισσοτερο το εγω, το ενεργητικο υποκειμενο της υπαρξης χανεται!
Η ψυχαναλυση, σ' αυτην την οπτικη, ανηκει στη χορεια των, επιτρεψτε μου την φθαρμενη πια λεξη, Μουσων. Οχι της επιστημης. Ο λογος της, οπως και αυτος της λογοτεχνιας, δεν ειναι, δεν μπορει να ειναι λογος της γνωσης, που ειναι παντα προσδεδεμενος σε ενα res cogitans, σε ενα νοημον ον, οπως οριζει τον ανθρωπο ο René Descartes. Ο λογος της ενικοτητας ειναι δυνατος μονο με την απαλλαγη απο την γνωση. Η επαρκης του εκφορα ειναι επαφημενη στις Μουσες.
Πως κινειται ο καλλιτεχνης εξω απο τον χωρο της γνωσης; Pablo Picasso:
Δεν ψαχνω. Βρισκω.
Τι θα πει αυτο; Ο γερμανος ποιητης Friedrich Hölderlin αφησε μια σειρα θεωρητικων κειμενων. Σε ενα απο αυτα κανει λογο για "γρηγορη συλληψη", και εξηγει:
Πως μπορεις να χρησιμοποιησεις κατι στον σωστο τοπο αν καθεσαι απο πανω του διστακτικος και δεν ξερεις ποσο δυναμικο εχει, τι λιγο, η τι πολυ μπορεις να βγαλεις απ' αυτο.
Η γνωση δεν διαθετει "γρηγορη συλληψη", αλλα "καθεται" πανω απο το θεμα "διστακτικα". Πρωτα μεσα απο το ψαξιμο, την ερευνα, βρισκει, καταληγει σε - ευρηματα. Στην Αμερικη του '30 πολλοι θεωρουσαν οτι η σωματικη επαφη με το βρεφος ειναι επιζημια. Ο Harry Harlow λοιπον, ψυχολογος, εκανε το εξης πειραμα: Εβαλε στα πιθηκακια μια "μαμα" απο συρμα, και ενα μπιμπερο για το γαλα τους, και παραδιπλα μια μαμα οπου το συρμα καλυπτονταν απο υφασμα. [Φωτο 3]
Τα πιθηκακια προτιμησαν σαφως τη μαμα απο υφασμα, και ετσι ο Harlow συνεπερανε, ακουτε, συνεπερανε οτι η σχεση μητερας-βρεφους περιλαμβανει πολλα περισσοτερα απο το γαλα...
Ενα δευτερο, προσφατο παραδειγμα. Ερευνητες της Microsoft σχεδιασαν, λεει, ενα "εξυπνο" σουτιεν που μπορει να ανιχνευσει το στρες, καθως διαθετει αφαιρουμενους αισθητηρες που καταγραφουν την καρδιακη και δερματικη δραστηριοτητα, παρεχοντας ενδειξεις για την ψυχικη διαθεση. Το σουτιεν διαθετει ηλεκτροκαρδιογραφο, αισθητηρες μετρησης της ηλεκτρικης δραστηριοτητας της επιδερμιδας, γυροσκοπιο και επιταχυνσιομετρο. Με την χρηση μιας εφαρμογης, τα στοιχεια στελνονται στο smartphοne της γυναικας και την προειδοποιουν οτι λογω του στρες ενδεχεται να καταναλωσει μεγαλυτερη ποσοτητα φαγητου.
Στον χωρο της γνωσης ανηκει και η γραμματολογικη παρασταση της γλωσσας. Οταν ενας Ισπανος λογιος παρεδωσε στη βασιλισσα της Ισπανιας, Ισαβελλα, την πρωτη ισπανικη γραμματικη, αυτη διαβασε λιγο και ειπε: "Βεβαια πολυ ωραια ειναι ολα αυτα, ομως οι Ισπανοι μιλουν τελεια τα ισπανικα απο μονοι τους".
Η προσβαση στα πραγματα μεσω της γνωσης "ψαχνει", για να θυμηθουμε τον Picasso, "καθεται απο πανω τους διστακτικα", για να θυμηθουμε τον Hölderlin. Ρωταει πρωτα: Για να δουμε, το βρεφος θελει και αγκαλια; Για να δουμε, εχω στρες; Για να δουμε, μιλας σωστα; Διαβαζεις σωστα;
Η γνωση λειτουργει παντα σε δευτερο χρονο. Κανεις μια υποθεση, αποσυρεσαι μεσα σε ενα νοερο, η πραγματικο εργαστηριο, επεξεργαζεσαι την πληροφορια και καταληγεις στο συμπερασμα: Το πειραμα αποδεικνυει οτι το βρεφος θελει και αγκαλια, οι μετρησεις των αισθητηρων δειχνουν πως εχω στρες, οι γραμματικοι κανονες αποφαινονται για το αν μιλω και διαβαζω σωστα. Μια προταση ειναι εγκυρη οταν εχει αποδειξη, οταν δινεται απαντηση στο "πως;" και στο "γιατι;", οταν δινεται μια εξηγηση. Ετσι δουλευει η επιστημη, ετσι δινονται οι ψυχολογικες ερμηνειες, ετσι διαμορφωνεται η νοοτροπια που κυριαρχει στην καθημερινοτητα μας. Και, καθως βρισκομαστε σε χωρο σχολειου, ας μου επιτραπει και αυτη η παρατηρηση: Η εκπαιδευση παιρνει ολο και πιο καθολικα, ολο και πιο σαρωτικα, τη μορφη της διαπαιδαγωγησης στην επιστημονικη γνωση. Εκεινο το αλλο, η παιδεια στα χρονια του Πλατωνα ως "περιαγωγη ολης της ψυχης", η καλλιεργεια της "γρηγορης συλληψης", εχει χαθει.
Ισως η γνωση ειναι το κατεξοχην οπλο απεναντι στη δυσπιστια, που σημερα εχει παρει διαστασεις πανδημιας: δυσπιστια γι' αυτο που αντιλαμβανομαι, δυσπιστια για τον εαυτο μου, δυσπιστια για τον συνανθρωπο μου. Ασφαλεστερη απο την εμπιστοσυνη ειναι η αποδειξη. Το αντιδοτο στο δηλητηριο της δυσπιστιας ειναι η γνωση, που δεν αφηνει τιποτα στο σκοταδι. Η κοινωνια της δυσπιστιας ειναι η μητρα για τη σημερινη κοινωνια της διαφανειας.
Η "γρηγορη συλληψη", τοσο στην τεχνη οσο και στην ψυχαναλυτικη συνομιλια, ειναι αντιληψη σε πρωτο χρονο. Ειναι "γρηγορη" επειδη δεν προσφευγει στην παρακαμπτηριο της γνωσης. Ακουει και υπακουει τα σημαδια του σωματος. Εμπιστευεται τα δεδομενα της - και δεν πανικοβαλλεται στο ενδεχομενο της πλανης. "Δεν ψαχνω. Βρισκω." Το βρεφος θελει αγκαλια. Εχω στρες. Την αγαπη την βλεπω - στον εαυτο μου, επανω της. Μιλω, διαβαζω και γραφω χωρις το εξεταστικο βλεμμα του Γραμματικου πανω απο το κεφαλι μου.
Ενα τραγουδι του Γιαννη Αγγελακα λεει:
Ακουω την Αγαπη
και δεν ακουω τις σκεψεις μου

Η γνωση ειναι δυναμη, ειναι οικειποιηση και κατοχη του αντικειμενου της. Η "γρηγορη συλληψη" ειναι γυμνη και αδολη, ανοιχτη σ' αυτο που θα προβαλλει εμπρος της. Δεν το οικειοποιειται. Το αφηνει να ειναι ξενο και απροσμενο, εκπληξη, ομως γι' αυτο και διασωζει την, οπως λεει ο Canetti, "εσωτερικη του ενταση", την ενικοτητα και τη λαμψη του.
Ο Αριστοτελης γραφει πως ειναι αμορφωσια να μη γνωριζεις για ποια πραγματα χρειαζεται αποδειξη και για ποια οχι. Χρειαζεται μια μορφωση για την παραιτηση απο την εμμονη στην γνωση. Χρειαζεται δηλαδη μια μεγαλυτερη ελευθερια στην σχεση μας με την γνωση. Αυτη η ελευθερια ερχεται μονο μεσα σε εναν κοσμο που ειναι φιλοξενος, που ειναι προθυμος για το απροσμενο, το ξενο, εναν κοσμο οπου η διαφορα δικου και ξενου δεν ειναι τοσο ατεγκτη, τοσο απολυτη. Τοτε το καστρο της γνωσης θα ηταν ανευ αντικειμενου, καθως το καθε τι θα εβρισκε εμπρος του ανοιχτες πορτες και παραθυρα. Τοτε ολα θα μπορουσαν να ειναι εδω, φιλια μεταξυ τους, π.χ., οπως λεει ο Διονυσης Σαββοπουλος σ' ενα παλιο τραγουδι,
ο φονιας με το θυμα αγκαλια, ο γραμματεας μαζί με τον αλητη κι η παρθενα με τον σατανα.
Η παλι, ο Οδυσσεας Ελυτης στον Picasso:
Ολοενα χτιζουν μαυρες πετρες γυρω μας - αλλα συ γελας / Μαυρα τειχη γυρω μας - αλλα συ μεμιας / Ανοιγεις πανω τους μυριαδες πορτες και παραθυρα / ... / ετσι που να μη μαχεται πια κανενα το αλλο / ετσι που να μη μαχεται πια κανεις τον αλλον / Να μην υπαρχει εχτρος / Πλαι-πλαι να βαδιζουνε το αρνι με το λεονταρι
Η, ενα χαϊκου του Bashô:
Κοιμομασταν ολοι κατω απ' την ιδια σκεπη: / Πορνες κι ανθοι σπαρτων, / το φεγγαρι κι εγω.
Η ψυχαναλυση θα μπορουσε να εχει και την αποστολη του εγκλιματισμου σ' αυτον τον φιλικο, φιλοξενο κοσμο.
Κλεινω με ενα ψυχοθεραπευτικο στιγμιοτυπο που δειχνει την εσωτερικη συγγενεια λογοτεχνιας και ψυχαναλυσης απο μια αλλη πλευρα:
Ενας αντρας προσβληθηκε απο καρκίνο. Τίποτα δεν βλεπει με προοπτικη, π.χ. το εξοχικο που χτίζει. Στο σπίτι είναι ωρες που τριγυρνα σαν θηρίο. Τις προαλλες ηταν εξω, μια γλυκια νυχτα. Δεν το αντεξε, πηρε ταξί. Του λεω πως αυτη η ιστορία με την γλυκια νυχτα μου θυμίζει στίχους του Σολωμου:
Εστησ' ο Ερωτας χορο με τον ξανθον Aπριλη,
κι η φυσις ηβρε την καλη και τη γλυκια της ωρα,

Οποιος πεθανη σημερα χιλιες φορες πεθαινει.

"Ακριβως ετσι ηταν", μου απαντα.

Και εδω.


[Ομιλια στα Εκπαιδευτηρια Βασιλειαδη, Θεσσαλονικη, Φεβρουαριος 2014]

Η εποχη
Με εξαιρεση τους διαλογους, το διηγημα ειναι γραμμενο στην καθαρευουσα:
Άλλην αδελφήν δεν είχομεν παρά μόνον την Αννιώ. Ήτον η χαϊδεμμένη της μικράς ημών οικογενείας και την ηγαπώμεν όλοι. Αλλ’ απ’ όλους περισσότερον την ηγάπα η μήτηρ μας. Εις την τράπεζαν την εκάθιζε πάντοτε πλησίον της και από ό,τι είχομεν έδιδε τον καλλίτερον εις εκείνην. Και ενώ ημάς μας ενέδυε χρησιμοποιούσα τα φορέματα του μακαρίτου πατρός μας, διά την Αννιώ ηγόραζε συνήθως νέα.
Η καθαρευουσα ειναι περιεργη γλωσσα. Δεν ειναι μητρικη γλωσσα. Ποτε δεν αποκτησε εκεινη την ζεστη αμεσοτητα, εκεινη την οικειοτητα οπου τα πραγματα φωλιαζουν στις λεξεις τους σαν σε μητρικη αγκαλια. Επινοηθηκε απο του λογιους του 18ου αιωνα και χρησιμοποιηθηκε απ' αυτους και την κρατικη γραφειοκρατια. Γι' αυτο αλλωστε και δεν εφαρμοζεται στους διαλογους του διηγηματος. Και σιγουρα ο συγγραφεας, αν αφηγουνταν σε καποιον τις αναμνησεις του που ακουσαμε, η εαν τις αναλογιζοταν ο ιδιος, θα τις ελεγε στο ιδιωμα του τοπου καταγωγης του, τα θρακιωτικα. Για να τις καταγραψει στο διηγημα, πρεπει να τις μεταφρασει στην καθαρευουσα. Κι εμεις παλι, οταν διαβαζουμε τα λογια του, ασυναισθητα τα μεταφραζουμε πισω στην καθομιλουμενη γλωσσα μας. Το "Ήτον η χαϊδεμμένη της μικράς ημών οικογενείας και την ηγαπώμεν όλοι." το ακουμε: "Ηταν η χαιδεμενη της μικρης μας οικογενειας και την αγαπουσαμε ολοι."
Το αποσπασμα, αμεταφραστο, δεν μας αγγιζει, δεν μας διαπερνα. Ακουστε το οταν γινεται παρασταση.
Άλλην αδελφήν δεν είχομεν παρά μόνον την Αννιώ. Ήτον η χαϊδεμμένη της μικράς ημών οικογενείας και την ηγαπώμεν όλοι. Αλλ’ απ’ όλους περισσότερον την ηγάπα η μήτηρ μας. Εις την τράπεζαν την εκάθιζε πάντοτε πλησίον της και από ό,τι είχομεν έδιδε τον καλλίτερον εις εκείνην. Και ενώ ημάς μας ενέδυε χρησιμοποιούσα τα φορέματα του μακαρίτου πατρός μας, διά την Αννιώ ηγόραζε συνήθως νέα.
Η εμφανης προσπαθεια του ηθοποιου να αποδοσει τον λογο φυσικα, να τον απαγγειλει οπως μιλουμε, φερνει το ακριβως αντιθετο αποτελεσμα. Στολιζει ενα πτωμα.
Η καθαρευουσα δεν ειναι γλωσσα της καθημερινη συνομιλιας. Οταν το πτωμα δεν στολιζεται, οταν δεν υπαρχει η αποπειρα να ειπωθει φυσικα, ακουγεται καπως ετσι:
Η συναίσθησις του αμαρτήματος, η ηθική ανάγκη της εξαγνίσεως και το αδύνατον της εξαγνίσεως αυτού – τι φρικτή και αμείλικτος Κόλασις! Επί εικοσιοκτώ τώρα έτη βασανίζεται η τάλαινα γυνή χωρίς να δυνηθή να κοιμίση τον έλεγχον της συνειδήσεώς της, ούτε εν ταις δυστυχίαις ούτε εν ταις ευτυχίαις της!
Νομιζουμε πως ακουμε πολιτικο, η νομικο αλλων εποχων!
Η μεταγλωττιση παλι στη νεα ελληνικη γλωσσα, μας βοηθα να διακρινουμε ενα αλλο χαρακτηριστικο της καθαρευουσας. Ακουμε ενα αποσπασμα στο πρωτοτυπο:
Δεξιόθεν σκαμνίον σκεπασμένον με μαύρον ύφασμα, επί του οποίου υπήρχε σκεύος πλήρες ύδατος και εκατέρωθεν δύο λαμπάδες αναμμέναι. Η μήτηρ μου γονυπετής εθυμίαζε τ’ αντικείμενα ταύτα προσέχουσα επί της επιφανείας του ύδατος.
Και σε ελευθερη μεταγλωτισση.
Στα νεα ελληνικα η αναγνωση μπορει να υποβαλλει μια ατμοσφαιρα, να ασκει μια ψυχολογικη επιδραση. Απευθυνεται στον εσωτερικο κοσμο. Η καθαρευουσα μας καθηλωνει στην εξωτερικοτητα. Το τεχνητο και εξεζητημενο της, το "δηθεν", ακριβως επειδη δεν επιτρεπει εσωτερικευση και μας κρατα εξω στα πραγματα, εχει μια σκηνικοτητα, μια δυναμη και πλαστικοτητα των εικονων, την οποια το δυναμικο της καθομιλουμενης γλωσσας, με την ταση της να εκφραζει εσωτερικες, ψυχολογικες καταστασεις, δεν διαθετει.
Τι διακρινει τωρα σκηνες οπως αυτες του διηγηματος; Εκεινες οι αναμνησεις, εκεινα τα παλια πραγματα, στη θεατρικη τους επισημοτητα, ειναι οπως οι παλιες φωτογραφιες, τα παλια πορτραιτα, με το ελαφρα κιτρινισμενο χαρτι, τα προσωπα μεσα σε ενα οβαλ πλαισιο, προστατευμενα απο την κορνιζα τριγυρω και το γυαλι απο πανω τους. Αυτες οι εικονες εχουν κατι απο εικονισμα - οπου τωρα οι ουρανιες μορφες στον τοιχο με το καντηλι εδωσαν τη θεση τους στις προγονικες. Εχουν ο,τι ο φιλολογος Walter Benjamin αποκαλει "λατρευτικη αξια". (Σε αντιθεση με τις σημερινες φωτογραφιες, που εχουν "εκθεσιακη αξια".) Ομως το αντικειμενο της λατρειας δεν μπορει να ειναι ψυχολογικο αντικειμενο. Δεν επιδεχεται αναλυση, ερμηνεια, επερωτηση και επεξηγηση.
Ενα αλλο στοιχειο, απαγορευτικο για την ψυχολογικη προσβαση στους ανθρωπους εκεινης της εποχης, ειναι το οτι η ζωη οριζονταν εντονα απο την θρησκεια και τα τελετουργικα της, πολυ πριν αυτα γινουν φολκλορ. Το διηγημα ειναι γεματο απο δαυτα. Το τελετουργικο, με την προδιαγραμμενη του ακολουθια, με τις συνεχομενες επαναληψεις, π.χ. του "Κυριε ελεησον", σε αδειαζει. Εξαλειφει το Εγω. Ισως σ' αυτο το κλιμα, οπου δεν ηταν το Εγω το σημειο αναφορας, ηταν δυνατες και φρασεις οπως:
και επαίζαν τα βιολιά ... κι’ εγύρνα η κανάτα με το κρασί από χέρι σε χέρι.
Ειναι οπως σε κατι καλαντα που κρατουν απο τους βυζαντινους χρονους:
Βαστάει πέννα και χαρτί
χαρτί και καλαμάρι

Ομως:
Το καλαμάρι έγραφε
και το χαρτί ομίλει.

Η ψυχολογικη σκεψη προϋποθετει την εξατομικευση, την εστιαση στο Εγω. Μια ψυχολογικη ερμηνεια των προσωπων του διηγηματος θα τους προσηπτε εναν ψυχισμο ο οποιος δεν υπαρχει σ' αυτα με τον τροπο που εμεις γνωριζουμε. Χρειαζεται λοιπον προσοχη. Οι ηρωες στο "Το αμαρτημα της μητρος μου" δεν ειναι ολοτελα σαν εμας. Δεν θα πρεπει να τους κρινουμε με τα δικα μας μετρα, αλλα να τους προσεξουμε, πως δειχνονται στο διηγημα αυτοι οι ιδιοι.

Ο Γιωργης και ο Αφηγητης
Το διηγημα ειναι αυτοβιογραφικο και, οπως πλεον μαθαινουμε απο τα παιδια μας, εχουμε ομοδιηγητικο αφηγητη και πρωτοπροσωπη αφηγηση: Ο αφηγητης μιλα σε πρωτο προσωπο και ειναι συναμα προσωπο της ιστοριας. Και παλι ο φιλοσοφος και λογοτεχνης Γεωργιος Βιζυηνος των 34 ετων και ο καπου εξαχρονος Γιωργης δεν ταυτιζονται. Θα χρειαστει να τους δουμε ξεχωριστα. Οπου βεβαια στον ενηλικα θα αναγνωρισουμε αποηχους του μικρου αγοριου.

Ο Γιωργης
Η προσκολληση στη μητερα
Ο Γιωργης μαθαινει απο τη μητερα του πως, μετα τον θανατο του βρεφους και τη δικη του γεννηση, η δευτερη κορη, η Αννιω, εχει ολη την προσοχη και φροντιδα της. Αυτον τον "παραμελει". Ο πατερας τον λεει "το αδικημενο του". Ζηλευει:
Και εζούλευες εσύ, και έγεινες του θανατά από τη ζούλια σου.
Ο Γιωργης δεν θυμαται τιποτα απ' αυτα. Ηδη απο την αρχη δηλωνει:
Και όχι μόνον ανειχόμεθα τας προς αυτήν περιποιήσεις αγογγύστως, αλλά και συνετελούμεν προς αύξησιν αυτών, όσον ηδυνάμεθα.
Αυτο που θελει η μητερα, το θελει κι αυτος. Προσπαθει να της ειναι "όσον το δυνατόν αρεστότερος". Στην εκκλησια, οπου την ακουει να τον προσφερει ανταλλαγμα για να σωθει η κορη της, κατατρομαζει. Ομως αργοτερα θα αποτανθει στον νεκρο πατερα του, εστω και με "παραπονο":
Έλα πατέρα – να με πάρης εμένα. Έλα πατέρα – να με πάρης εμένα – για να γιάνη το Αννιώ!
Το 'θελω αυτο που θελεις' μενει μεχρι την ενηλικη ζωη. Οταν τολμα να φερει αντιρρηση στη μητερα του για το Κατερινιω, τη δευτερη θετη κορη της, "προς μεγίστην της μητρός μου έκπληξιν", καθοτι δεν περιμενε αντιλογο απ' αυτον, η μητερα υπερασπιζεται το Κατερινιω με παθος, και αυτος: "δεν ετόλμησα να προφέρω λέξιν." Και οταν του εξομολογειται το αμαρτημα της, συντριβεται:
... σε ζητώ συγχώρησι διά την ασπλαγχνίαν μου. Σε υπόσχομαι ν’ αγαπώ το Κατερινιώ σαν την αδελφή μου, και να μη της είπω τίποτε πλέον, τίποτε δυσάρεστο.
Και:
Αφ’ ης στιγμής έμαθον την θλιβεράν της ιστορίαν, συνεκέντρωσα όλην μου την προσοχήν εις το πώς ν’ ανακουφίσω την καρδίαν της...
Ομως ηδη πριν, οταν μενει στο εξωτερικο, γραφει ενα ποιημα που εχει τιτλο "Η Θλιβερη ιστορια". Μιλα για τη μητερα του, μια "γρηά" που
'μερονυχτῆς, σὰν κλαδεμένο κλῆμα,
σὰν μνημορόπετρα γυρτή, μοιρολογᾷ καὶ κλαίει.

Το ποιημα τελειωνει με τους στιχους:
Τώνα παιδί της ξενητειὰ καί τ' άλλο σκοτωμένο!
Κι' αυτή, που θέλει στήριγμα νά γύρη ν' ακουμβήση,
τώνα δέν τώχει ζωντανό, τ' άλλο 'χει 'ποθαμένο –
Θεός να τήνε λυπηθή, νά τήν παρηγορήση!

Ο Γιωργης περιφερεται στο πεδιο βαρυτητας της μητερας:
... την συνώδευον κατά τας διακοπάς των μαθημάτων, παίζων παρ’ αυτή, ενώ εκείνη έσκαπτεν ή εξεβοτάνιζεν.
Οταν τον παρασερνει το ποταμι και η μητερα του τον σωζει, η σκεψη του διολου δεν πηγαινει στον κινδυνο που διετρεξε ο ιδιος αλλα σ' αυτην:
Πώς δεν έγεινα αιτία να πνιγή και εκείνη μετ’ εμού, είναι θαύμα.
Αυτα τα πραγματα βεβαια πολλες φορες ειναι αμφιδρομα. Η μητερα επισης τον προτιμα απο τους αλλους δυο αδελφους του:
... ηγάπων την αδελφήν μου, και εθεώρουν μεγάλην προτίμησιν να είμαι διαρκώς πλησίον της και πλησίον της μητρός μου,
Και αργοτερα τον εχει ως προστατη της:
Και όμως, οσάκις επρόκειτο περί της θετής αυτής θυγατρός, τα ελησμόνει όλα ταύτα και εφοβέριζε τους αδελφούς μου, ότι ελθών εγώ από τα ξένα θα τους εντροπιάσω διά της γενναιότητός μου, και θα προικίσω και θα υπανδρεύσω την κόρην της εν πομπή και παρατάξει.
...
– Ε; Αμ’ τι θαρρείτε! Εμένα το παιδί μου με το υποσχέθηκε! Ας έχη την ευχή μου!

Τι μπορουμε να πουμε γι' αυτην την προσκολληση; Ο Γιωργης ειναι "το αδικημενο". Και συχνα τοσο ο αδικημενος οσο και ο αδικησας αργοτερα επιζητουν να επανορθωσουν την αδικια. Ενδεχομενως ο Γιωργης αναζητα εκεινη την τρυφεροτητα που του ελειψε, και η μητερα να παρασχει εκεινη την φροντιδα που παραμελησε. Τετοια υπολοιπα πολλες φορες δενουν τους ανθρωπους, τον ενα με τον αλλο, σε εναν φαλτσο, και γι' αυτο ανελευθερο δεσμο. Γιατι φαλτσος και ανελευθερος; Γιατι σ' αυτην τη ζωη ο,τι εγινε, εγινε. Τιποτα δεν επανορθωνεται αληθινα. Η μονη διεξοδος ειναι η παραιτηση απο τετοιες, ανεφικτες πια προσδοκιες. Και η παραιτηση απο αυτο που κανεις δεν ειχε, η που αμελησε, ειναι το δυσκολοτερο.
Ο φοβος
Ο Γιωργης, ειδαμε, αναζητα να κουρνιασει στο κουκουλι της μητρικης ευνοιας. Το καθε κουκουλι εχει και τις παγιδες του. Διοτι χωριζει τον κοσμο στα δυο: στη θαλπωρη μεσα στο καστρο του και στο απεξω του, που παιρνει τη συμπληρωματικη του μορφη, αυτην του κακου, του απειλητικου, του αγριου. Στην αρρωστια της Αννιως, και ιδιαιτερα στα τελευταια της, ο Γιωργης πετιεται εξω απο το κουκουλι των ονειρων του: Η μητερα του θα τον ανταλλασσε με την κορη της. Εξω απο το κουκουλι, εξω απο τον οικειο, ζεστο κοσμο, οντα αλλοκοτα καραδοκουν να εισβαλουν:
Οσάκις το φλογίδιον μιας κανδύλας έτρεμε, μοι εφαίνετο, πως ο Άγιος επί της απέναντι εικόνος ήρχιζε να ζωντανεύη, και εσάλευε, προσπαθών ν’ αποσπαθή από τας σανίδας, και καταβή επί του εδάφους
....
Οσάκις πάλιν ο ψυχρός άνεμος εσύριζε διά των υψηλών παραθύρων, σείων θορυβωδώς τας μικράς αυτών υέλους, ενόμιζον, ότι οι περί την εκκλησίαν νεκροί ανερριχώντο τους τοίχους και προσεπάθουν να εισδύσωσιν εις αυτήν. Και τρέμων εκ φρίκης, έβλεπον ενίοτε αντικρύ μου ένα σκελετόν, όστις ήπλωνε να θερμάνη τας ασάρκους του χείρας επί του μαγκαλίου, το οποίον έκαιε προ ημών.

Σ' αυτα τα οντα ανηκει κι ενας περιπλανωμενος γυφτος που σκαρωσε ενα μοιρολοϊ για την Αννιω:
Εγώ την εκράτουν σφιγκτά από του φορέματος και έκρυπτον το πρόσωπόν μου εις τας πτυχάς αυτού, διότι όσον γλυκείς ήσαν οι ήχοι εκείνοι, τόσον φοβερά μοι εφαίνετο η μορφή του αγρίου των ψάλτου.
Ο τρομος τον ακολουθει σ' ολα τα περιστατικα της νυχτας που πεθανε η Αννιω.
Θα ελεγε κανεις: Φυσικο ειναι, μικρο παιδι να τα ζει αυτα. Ο Γιωργης ειναι το μονο παιδι που εκτιθεται στις σκηνες του θανατου. Και η μητερα του εχει χασει καθε μητρικοτητα απεναντι του. Ακριβως επειδη την βαραινει το "αμαρτημα" της, δεν στεκει ορθη απεναντι σ' αυτον τον δευτερο θανατο, κι ετσι δεν μπορει να ειναι ζωντανο παραδειγμα για τον γιο της. Τον μεταχειριζεται σαν προεκταση της:
– Μη φοβείσαι, παιδάκι μου, με είπε μυστηριωδώς, είναι τα φορέματα του πατρός σου. Έλα, παρακάλεσέ τον και συ να έλθη να γιατρέψη το Αννιώ μας.
Ομως και μεγαλος πια ο Γιωργης, οταν γυριζει απο τα ξενα, και η μητερα ετοιμαζεται να του φανερωσει το μυστικο της, δηλαδη και παλι κατι που δεν γνωριζε γι' αυτην, κατι που θα την εκανε στα ματια του μιαν αλλην απ' αυτην που ηξερε, τα γονατα του "έτρεμον ... εξ αορίστου αλλ’ ισχυρού τινος φόβου."
Ο φοβος του Γιωργη ειναι αλλος απο τον φοβο που με πιανει αν δω π.χ. ενα λιονταρι εμπρος μου, η αν συμβει ενας δυνατος σεισμος. Εχει κατι το αποκοσμο. Δεν ειναι φοβος για ενα πραγμα. Ειναι φοβος απεναντι σε κατι μυθικο, πιο δυνατος, πιο σαρωτικος κι απο τον ιδιο τον θανατο. Ειναι φοβος που απανταται περισσοτερο στα παιδια, που ομως πολλες φορες απλωνει τον ισκιο του, βαζει τις πινελιες του και στους φοβους που στοιχειωνουν τους μεγαλους.
Η μοναξια και το "Φασμα"
Ο Γιωργης ειναι μοναχικος. Δεν υπαρχουν πουθενα σημαδια καποιας συντροφικοτητας με τα αδελφια του. Η προτιμηση της μητερας του, και το καμαρι του γι' αυτο, τον απομονωνει. Ακομη και στα ενηλικα χρονια του μιλα για την "εκ της μονώσεως μελαγχολίαν". Στην επιτυμβια πλακα του εχουν γραφει οι τελευταιοι στιχοι απο το ποιημα του με τον τιτλο "Παρομοιωσις":
Και μονάχ’ αντηχούνε στη μαύρη σιγή,
τα πικρά, τα πικρά μου τραγούδια…

Στη μοναχικοτητα, εκει που ο κοσμος ειναι κλειστος και αχρωμος, συχνα υπαρχει και η προσδοκια να φωτιστει απο μια μορφη που θα ερθει απο αλλου, εξω απο τον τοπο του, απο μια ου-τοπια. Ετσι τρεφεται απο σκηνικα. Ονειρευεται πρωτα μια ιδανικη αδελφη
της οποίας η φαιδρά μορφή κ’ αι συμπαθητικαί φροντίδες να εξορίσουν από της καρδίας μου την εκ της μονώσεως μελαγχολίαν, και να εξαλείψουν από της μνήμης μου τας κακοπαθείας όσας υπέστην εν τη ξένη. Προς ανταλλαγήν εγώ θα επροθυμούμην να τη διηγώμαι τα θαυμάσια των ξένων χωρών, τας περιπλανήσεις και τα κατορθώματά μου, και θα ήμην πρόθυμος να τη αγοράζω ό,τι αγαπά· να την οδηγώ εις τους χορούς και τας πανηγύρεις· να την προικίσω, και τέλος να χορεύσω εις τους γάμους της.
Ηδη η πρωτη ψυχοκορη παιρνει μια τετοια θεση:
μετέβαλε το μονότονον και αυστηρόν του οικογενειακού ημών βίου, και εισήγαγεν εκ νέου αρκετήν ζωηρότητα.
Γραφει ακομα:
Την προς τα κοράσια κλίσιν της [μητερας] την εύρισκον σύμφωνον προς τα αισθήματα και τους πόθους μου.
Ενα κοριτσι "φαιδρο", με "συμπαθητικες φροντιδες", με "ζωηροτητα". Κανει εντυπωση η αντιθεση προς την Αννιω, εκεινο το φιλασθενο, αδυναμο, υποτονικο πλασμα που καθορισε το σκοτεινο και θανατερο κλιμα, τη νεκριλα των παιδικων του χρονων.
Φαινεται πως αυτο το ονειρο τον ακολουθει και στην ενηλικη ζωη του: Το κοριτσι που θα φωτισει επιτελους τη ζωη του. Ισως ακριβως επειδη κυνηγουσε μια χιμαιρα, οι ερωτες του, που φαινεται πως ηταν πολλοι, δεν ευτυχησαν. Και στο Δρομοκαϊτειο πλεον, αναπολωντας μια δεκατετραχρονη κοπελα, θα γραψει:
Καί από τότε πού θρηνώ 
τό ξανθό καί γαλανό
καί ουράνιο φώς μου,
μετεβλήθη εντός μου
καί ο ρυθμός τού κόσμου.


Ο Αφηγητης
Ο αφηγητης δεν ειναι πια ο Γιωργης. Ειναι ο Γεωργιος Βιζυηνος. Το πραγματικο του ονομα ηταν Γεώργιος Μιχαήλ Σύρμας ή Μιχαηλίδης. Η επιλογη του "Βιζυηνος" ως ψευδωνυμου μαρτυρει την προσκολληση στον τοπο καταγωγης του. Στο ποιημα "Η Θλιβερη Ιστορια" αναφερεται στο χωριο του και στη μητερα του. Αρχιζει ετσι:
Ὁ Χρόνος, που κάθε κακό 'μερόνει και κοιμίζει,
ολίγο 'πες 'ξεθύμανε την πίκρα του καϋμου μου.
Μια λύπη μόνον 'μέρωση και ύπνο δεν γνωρίζει,
μια ιστορία θλιβερή δεν 'βγαίν' από τον νου μου.

Και ενα απο τα στοιχεια που επεφεραν αυτην την προσκολληση ειναι ενδεχομενως οσα αναφερονται στο "Το αμαρτημα της μητρος μου".
Ενθυμούμαι τους μαύρους και μεγάλους αυτής οφθαλμούς, και τα καμαρωτά και σμιγμένα της οφρύδια, τα οποία εφαίνοντο τόσω μάλλον μελανότερα, όσω ωχρότερον εγίνετο το πρόσωπόν της.
...
Ενθυμούμαι ακόμη οποίαν εντύπωσιν έκαμεν επί της παιδικής μου φαντασίας η πρώτη εν τη εκκλησία διανυκτέρευσις.
...
Μοι φαίνεται, ότι βλέπω ακόμη την μαύρην και λιγδεράν κόμην, τους μικρούς και φλογερούς οφθαλμούς και τ’ ανοιχτά και τριχωμένα στήθη του.

Κανει εντυπωση ποσο ζωντανες μενουν οι εικονες μετα απο σχεδον 30 χρονια. Η πρωτη νυχτα στην εκκλησια, η τελευταια μερα της Αννιως, ειναι τοσο αναγλυφες, σαν να τις ζει και παλι. Και ειναι ολες τους σκηνες που εζησε με τρομο.
Θα μπορουσαμε να μιλησουμε για αυτο που αποκαλειται "ψυχικο τραυμα". Προκειται για εμπειριες που τον συγκλονισαν, επειδη τον πεταξαν εξω απο ο,τι του ηταν οικειο, που τις εζησε σαν σεισμο της ιδιας του της υπαρξης. Εμπειριες που τον βρηκαν ολοτελα απροετοιμαστο, γιατι ηταν εξω απο τον κοσμο του. Τετοιες τραυματικες εμπειριες ειναι για τους περισσοτερους πασχοντες η διαμονη στα στρατοπεδα συγκεντρωσεως, η βιωση μιας φυσικης καταστροφης, ενος δυστυχηματος, μιας κακοποιητικης συμπεριφορας. Σε αλλοτε αλλη ενταση επανερχονται αργοτερα σαν σκηνες που τις ζει κανεις στα ονειρα και στον ξυπνο του. Οσα εζησε ο μικρος Γιωργης, τον σημαδευουν.
Στο διηγημα ομως υπαρχει και ενας αλλος τονος:
Όλος ο κόσμος το έλεγεν ότι είχεν εξωτικόν. ...
Έπρεπε λοιπόν να μείνη σαράντα ημερονύκτια εντός της εκκλησίας, ... ίνα σωθή από το σατανικόν πάθος, το οποίον εμφωλεύσαν ήλεθε τόσον αμειλίκτως το τρυφερόν της ζωής αυτής δένδρον.
Σαράντα ημερονύκτια. Διότι μέχρι τοσούτου ειμπορεί να αντισταθή η τρομερά ισχυρογνωμοσύνη των δαιμονίων εις τον αόρατον πόλεμον μεταξύ αυτών και της θείας χάριτος. ...
Ευτυχείς αυτοί, εάν έχωσι τότε αρκετάς δυνάμεις ν’ ανθέξωσιν εις τους κλονισμούς του αγώνος. Οι αδύνατοι συντρίβονται υπό το μέγεθος του εν αυτοίς τελουμένου θαύματος. Αλλά δεν μετανοούσι διά τούτο. Διότι αν χάνουν την ζωήν, τουλάχιστον κερδαίνουν το πολυτιμότερον. Σώζουν την ψυχήν των.

Εδω ακουω μια ειρωνεια, λεπτη και συναμα οξυτατη. Θα ηταν η ειρωνεια του μορφωμενου πλεον ενηλικα, που σπουδασε Φιλοσοφια και Ψυχολογια στην Αθηνα και στο εξωτερικο, και που αντιμετωπιζει την πιστη και τις δεισιδαιμονιες του "λαου" με την ανωτεροτητα του επιστημονα:
Πάσα νόσος, άγνωστος εις τον λαόν, διά να θεωρηθή ως φυσικόν πάθος, πρέπει, ή να υποχωρήση εις τας στοιχειώδεις ιατρικάς του τόπου γνώσεις, ή να επιφέρη εντός ολίγου τον θάνατον. Ευθύς ως παραταθή και χρονίση, αποδίδεται εις υπερφυσικάς αιτίας, και χαρακτηρίζεται ως εξωτικόν.
Θα μπορουσαν η ειρωνεια και η υπεροψια του σπουδαγμενου να επιστρατευονται ως αμυνα απεναντι στην "θλιβερη ιστορια" που εζησε ο μικρος Γιωργης και που "δεν βγαινει απο τον νου" του;
Οπως και να 'χει, η αποκαλυψη του "αμαρτηματος", του ανοιγει τα ματια:
Η εκμυστήρευσις αύτη έκαμε βαθυτάτην επ’ εμού εντύπωσιν. Τώρα μου ηνοίγησαν οι οφθαλμοί, και εκατάλαβα πολλές πράξεις της μητρός μου, αι οποίαι πότε μεν εφαίνοντο ως δεισιδαιμονία, πότε δε ως αυτόχρημα μονομανίας αποτελέσματα.
Ειναι η εποχη οπου η γνωση εχει πλεον καταστει κυριαρχος τροπος αναφορας στα πραγματα.
έπρεπε να μάθωμεν όλοι τα γράμματά μας ... Διότι, έλεγεν η μήτηρ μας, άνθρωπος αγράμματος, ξύλον απελέκητον.
"Μου ανοιγουν τα ματια" θα πει τωρα "Καταλαβαινω". Κατι ειναι εγκυρο, γινεται αποδεκτο οταν γνωριζω την αιτια του, τον αποχρωντα, δηλαδη τον επαρκη λογο του, το Γιατι του.
Ο αποχρων λογος γινεται το οχημα που οδηγει στην αθωωση. Στην αφεση των αμαρτιων. Μ' αυτον τον τροπο ο αφηγητης επιζητει να ανακουφισει την καρδια της μητερας:
Αφ’ ης στιγμής έμαθον την θλιβεράν της ιστορίαν, συνεκέντρωσα όλην μου την προσοχήν εις το πώς ν’ ανακουφίσω την καρδίαν της, προσπαθών να παραστήσω εις αυτήν αφ’ ενός μεν το απρομελέτητον και αβούλητον του αμαρτήματος, αφ’ ετέρου δε την άκραν του Θεού ευσπλαγχνίαν, την δικαιοσύνην αυτού, ήτις δεν ανταποδίδει ίσα αντί ίσων, αλλά κρίνει κατά τους διαλογισμούς και τας προθέσεις μας.
Της λεει: Εισαι αθωα γιατι δεν το προμελετησες, δεν το ηθελες, δεν ηταν η προθεση σου. Επιστρατευει και το ιδιο τον θεο, ο οποιος κρινει, υποτιθεται με τον ιδιο τροπο. Ζητα και τη συνεπικουρια του πατριαρχη:
Το ύψιστον αυτού αξίωμα, το εξαίρετον κύρος, μεθ’ ου περιβάλλεται πάσα θρησκευτική του ρήτρα, έμελλεν αναμφιβόλως να εμπνεύση εις την μητέρα μου την πεποίθησιν της αφέσεως του κρίματός της.
Το οτι τα πραγματα δεν παν ετσι, το δειχνει το ακαρπο αυτων των παρεμβασεων. Η μητερα δεν πειθεται. Και ο αφηγητης τοτε:
και εγώ εσιώπησα
Μ' αυτες τις λεξεις τελειωνει το διηγημα. Η σιωπη της αμηχανιας του. Η εξηγηση, η κατανοηση, η συγχωρεση πεφτουν στα ορια τους. Η σιωπη του αδιεξοδου των προσπαθειων του. Που καποιες φορες μπορει να ανοιξει δρομους για μια τελειως αλλη εννοηση των ανθρωπινων πραγματων. Κατα ποσον στον Βιζυηνο ανοιξαν τετοιοι δρομοι, δεν το γνωριζω. Θα χρειαζοταν μια αλλη εξοικειωση με το εργο του, που μου λειπει.

Η μητερα
Στην ορθοδοξια ο ανθρωπος πλασθηκε κατ' εικονα και ομοιωση του θεου. Ειμαστε "κατ' εικονα" του, και ο στοχος, το νοημα της ζωης ειναι να του μοιασουμε. "Αμαρτανω" θα πει: ξαστοχω, χανω τον δρομο, κανω λαθος. Οταν ο θεος δινει ενα παιδι, ο στοχος θα ηταν να φροντισει κανεις αυτο το δωρο καθ' ομοιωσιν, δηλαδη οι γονεις να φερονται ως προεκταση του θεου-δωρητη και εκτελεστες αυτου που τους χαριστηκε και τους ανατεθηκε. Η μητερα του διηγηματος τωρα:
... δεν εστάθηκα άξια να προφυλάξω το παιδί που μ’ έδωκε!
Σε τουτο συνισταται το αμαρτημα της. Ας προσεξουμε ολη την φραση:
Ως τόσον ο καιρός περνούσε, και ο Θεός δεν μας έδιδε τίποτα. Να! έλεγα μέσα μου. Ο Θεός με τιμωρεί, γιατί δεν εστάθηκα άξια να προφυλάξω το παιδί που μ’ έδωκε!
"Ο καιρος περνουσε": ειναι τα τρια χρονια μετα τον θανατο του βρεφους, οπου αλλο παιδι δεν ερχοταν. Η μητερα το ερμηνευει ως σημαδι οτι ο θεος την τιμωρει.
Και οταν μενει εγκυος ξανα, αυτο ειναι αλλο σημαδι:
– Ευχαριστώ σε, Θεέ μου! έλεγα νύχτα και μέρα. Ευχαριστώ σε η αμαρτωλή, που εσήκωσες την εντροπή και εξάλειψες την αμαρτία μου!
Και οταν παλι η Αννιω αρρωσταινει:
Έλεγες πως εμετάνοιωσεν ο Θεός γιατί μας το έδωκε.
Και στην εκκλησια:
Ενθυμήθηκες την αμαρτίαν μου και εβάλθηκες να μου πάρης το παιδί, για να με τιμωρήσης.
Τα καλα και τα κακα που της συντυχαινουν, ειναι σημαδια του θεου, ο οποιος συγχωρει την αμαρτια της, η την τιμωρει.
Μετα τον θανατο της Αννιως συμβαινει στη μητερα ενα αλλοκοτο ανοιγμα: Βλεπει εγκαταλειμμενα κοριτσια σαν δικη της αποστολη να τα φροντισει. Υιοθετει το ενα μετα το αλλο. Ειναι μητερα οχι πια μονον του δικου της, μα ολων των κοριτσιων που παραμεληθηκαν.
Καθώς το λέγ’ ο λόγος, ξένο παιδί ’ναι παίδεψι. Μα για μένα η παίδεψι αυτή είναι παρηγοριά κ’ ελαφροσύνη. Γιατί όσο περισσότερο τυραννηθώ και χολοσκάσω, τόσο λιγώτερο θα με παιδέψη ο Θεός για το παιδί που πλάκωσα.
Στην ερμηνεια της γεννησης και του θανατου ως θεϊκων σημειων, ο αφηγητης αντιτασσει μια αλλη: Τονιζει πως το αμαρτημα της ειναι "απρομελέτητον και αβούλητον". Σ' αυτην την ερμηνεια το σημειο αναφορας δεν ειναι ο θεος αλλα, συμφωνα με το κυριαρχο πνευμα της εποχης στα μερη που σπουδασε, η ανθρωπινη βουληση και ευθυνη. Η ανθρωποκτονια εξ αμελειας βαραινει λιγοτερο απο την ανθρωποκτονια εκ προμελετης. Ομως ουτε αυτη η ερμηνεια μοιαζει να ανακουφιζει πολυ τη μητερα.
Ο αφηγητης επικαλειται τελος τον πατριαρχη που "γνωρίζει όλαις ταις βουλαίς και τα θελήματα του Θεού, και συγχωρνά ταις αμαρτίαις όλου του κόσμου." Ο πατριαρχης, ως εκπροσωπος του θεου, θα μπορουσε εν ονοματι του να της δωσει αφεση, και φαινεται πως το κανει. Ομως ουτε κι αυτο την ησυχαζει:
Δεν έκαμε παιδιά, για να μπορή να γνωρίση, τι πράγμα είναι το να σκοτώση κανείς το ίδιο το παιδί του!
Εδω, στο τελος, συμβαινει μια ριζικη μεταστροφη της μητερας. Τι "πραγμα" ειναι το να σκοτωσει κανεις το παιδι του; Ο πατριαρχης, ο εκπροσωπος του θεου, δεν το γνωριζει. Αυτο το "πραγμα" δεν ειναι πλεον υποθεση του θεου. Δεν κρινεται απο καποιον θεϊκο, η ανθρωπινο νομο. Δεν εχει ερμηνεια, δεν εχει ονομα, δεν καλειται καν "αμαρτημα". "Τι πραγμα ειναι ..." Μενει βουβη συμφορα, γυμνος πονος. Ο αφηγητης, και μαζι του ο κοσμος, ο πατριαρχης, ο θεος, ολοι σωπαινουν εμπρος του.

Και εδω



Απο το Ο δρομος του ερωτα:

Η γλώσσα δεν συνιστά απλώς λειτουργία της επικοινωνίας. «Λεκτικό» και «εξωλεκτικό» σημαίνουν ένα, ενιαίο φαινόμενο. Πρόκειται για ένα, ενιαίο φαινόμενο που έχει ένα, δικό του όνομα: Ρυθμός. Η συν κίνηση της γλώσσας συλ λέγεται στον ρυθμό, ο οποίος τώρα δεν είναι απλώς μουσικό στοιχείο αλλά κάθε φορά ο ρυθμός μιας λέξης, ο ρυθμός ενός στόματος και ενός σώματος, ο ρυθμός μιας συνάντησης, ο ρυθμός ενός κόσμου. Και το φαινόμενο αυτό είναι ο κόσμος, εάν ακούσουμε την λέξη παρακολουθώντας ένα αρχαίο της νόημα, σύμφωνα με το οποίο ο ΚΟΣΜΟΣ ονομάζει όχι το σύνολο των πραγμάτων αλλά τον (και μουσικά εννοούμενο) τρόπο στον οποίο αυτά συντάσσονται μεταξύ τους. Μια εμπειρία του, του ρυθμού του κόσμου, λέγεται σε ένα ποίημα του Γεωργίου Βιζυηνού με τίτλο ΤΟ ΦΑΣΜΑ ΜΟΥ. Οι δύο πρώτες στροφές του είναι οι εξής:

Σαν μ’ αρπάχθηκε η χαρά
που εχαιρόμουν μια φορά
έτσι σε μιαν ώρα...
μέσ’ σ’ αυτήν την χώρα
όλα αλλάξαν τώρα!
Και απ’ τότε που θρηνώ
το ξανθό και γαλανό
και ουράνιο φως μου
μετεβλήθη εντός μου
και ο ρυθμός του κόσμου.

Ο κόσμος δείχνεται ως ρυθμός.










Alonzo King LINES Ballet: MEYER. Maison de la Danse de Lyon, 29.11.2013.

In that open field
If you do not come too close, if you do not come too close,
On a summer midnight, you can hear the music
Of the weak pipe and the little drum
And see them dancing around the bonfire
The association of man and woman
In daunsinge, signifying matrimonie—
A dignified and commodiois sacrament.
Two and two, necessarye coniunction,
Holding eche other by the hand or the arm
Whiche betokeneth concorde.

               
                               T. S. Eliot, East Coker


Ο γειτονικος τοπος της Onagawa, Minami-Sanriku, καποτε αριθμουσε 20000 κατοικους. Περισσοτεροι απο τους μισους ειναι νεκροι, η αγνοουμενοι. Στο ερημωμενο κεντρο της πολης στεκει μονο το ερειπιο του αλλοτινου Κεντρου Πολιτικης Αμυνας. Το τριωροφο «Bosai Taisaku Chosha» ειναι σημερα ενας σκουριασμενος χαλυβδινος σκελετος. Οταν ηρθε το τσουναμι, τριαντα αβοηθητοι ανθρωποι κατεφυγαν στην οροφη του κτιτιου. Μαζι τους ηταν και ο δημαρχος Jin Sato. Συμμετειχε σε μια συσκεψη της Πολιτικης Αμυνας οταν ηρθαν τα κυματα και γρηγορα καβαλησαν την οροφη. Εδω ηταν 16 μετρα ψηλα. Απο τους 130 υπαλληλους της πολης επεζησαν μονο δεκα. Το εναπομειναν χαλυβδινο πλαισιο του κτιριου σημερα ειναι στολισμενο με λουλουδια, αρωματικα κερια, καθως και μ' ενα αγαλμα του Βουδα, κι ετσι μεταβληθηκε σ' ενα αυτοσχεδιο τεμενος. Συντομα προκειται να κατεδαφιστει. Οι (αλλοτινοι) "κατοικοι δεν θελουν καμια μνημη", λεγεται ως ο λογος.

Neue Zürcher Zeitung, 29.01.2014
Καθως συλλογιζομουν αυτην την αναρτηση, θυμηθηκα ενα, στιγμιοτυπο κι αυτο, απο τον καιρο της εκπαιδευσης μου στη Ζυριχη. Μεταξυ των διδασκοντων υπηρχε ενας που δεν τον πηγαινα, και δεν με πηγαινε (ολα αυτα βεβαια σε τελειως πολιτισμενο πλαισιο). Ηταν με υποτελεια αφοσιωμενος στον διευθυντη, το δεξι του χερι ουτως ειπειν, κι ακομα παραπανω. Ειχε ενα υφος σαν να μασουσε λεμονι και η ξυνιλα να τον διαποτιζε περα για περα. Τα φτερα που εβλεπα να μου δινει η σχολη που τοτε ακολουθουσα, και που με απογειωναν, σ' αυτον ητανε φτερα κοτας: ανοιγοκλειναν μονο για να προωθουν το περα-δωθε της πεζοτητας του. Προσγειωμενος ανθρωπος. Μα, αφορητα προσγειωμενος!
Σε ενα σεμιναριο μαζι του λοιπον, το εφερε η κουβεντα και μιλησα για τη μεγαλη δυσκολια, την αδυναμια μαλιστα, να περιγραφει μια συνεδρια πραγματικα με τους συνηθισμενους τροπους των ιστορικων και των βιβλιογραφικων αναφορων σε "περιστατικα" - συντακτης τετοιων αρθρων ηταν βεβαια και ο ιδιος. Συμφωνησε. Προς εκπληξη μου εμεινε για λιγο σιωπηλος και σε περισυλλογη. Δεν τον ηξερα ετσι. Μου απαντησε, και εκεινη την ωρα η επικοινωνια μας δεν ειχε κανενα αγκαθι, μου απαντησε οτι ισως μονο ο ποιητικος λογος θα μπορουσε να αποδωσει με επαρκεια μια θεραπευτικη συνομιλια.
Δεν ειμαι ποιητης. Αρκετα χρονια προσπαθησα να μιλησω για τις θεραπευτικες συναντησεις παραθετοντας στιγμιοτυπα, οπως αυτα που δημοσιευονται εδω.
Καιρο τωρα δεν προβαινω πια σε σχετικες αναρτησεις. Συχνα βεβαια, στη διαρκεια των συνεδριων, λεω μεσα μου: Α, αυτο πρεπει να το γραψω, να μεινει. Ομως ολο και επιτακτικοτερα ακουω τον αντιλογο να ορθωνεται: "Αυτο που θελεις να συγκρατησεις, δεν αποδιδεται, ουτε με την ταρριχευση ενος διαλογου, ουτε 'αναμεσα στις γραμμες'. Σε πονα, ομως παραιτεισαι απο κατι που τελικα ποτε δεν σου βγηκε. Αρα δεν μιλαμε καν για παραιτηση. Εξαρχης μια χιμαιρα κυνηγουσες."
Αυτα σκεφτομουν τις προαλλες στην ωρα με εναν αντρα. Τα πολλα χρονια μιας απολυτης στασιμοτητας, ενα βασανιστικο λιμνασμα, πιασμενος στο διχτυ ιντερνετικων και ονειρικων φαντασιωσεων, διακαων ποθων για πραγματοποιηση τους και μαζι συγκορμων τρομων εμπρος σ' ενα τετοιο ενδεχομενο.
"Ο θεραπευτης να εχει μεγαλυτερη υπομονη απο το συμπτωμα", ελεγε ενας δασκαλος μου. Αυτο μου πηγε, μου εκανε κλικ και το ενστερνιστηκα. Ο Σεφερης το λεει ως εξης: ... να πηγαίνεις στον αγνοημένο δρόμο / στα τυφλά, πεισματάρης ... (Τρια Κρυφα Ποιηματα, Θερινο Ηλιοστασι Θ')
Και κατοπιν, τον τελευταιο καιρο, απο το πουθενα, το θαυμα. Μια μεταμορφωση, αχνα διαφαινομενη στην αρχη, ολο και αποφασιστικοτερη, ολο και εμφατικοτερη στη συνεχεια.
Αξιωθηκα να γινω μαρτυρας μιας αναλογης εκβασης αρκετες φορες.
Η ψυχαναλυση στην καθαρη, ευτυχη της πορεια: ενα παιχνιδι μεταμορφωσεων. Μεταμορφωσεις που διολου δεν ειναι διαδικασια διοτι δεν προβλεπονται, δεν σχεδιαζονται, δεν προχωρουν βημα-βημα, αλλα με αλματα:
... στην πρυμνη κανενα γιατι, / στην πλωρη κανενα για που ... (Paul Celan, Es ist alles anders).
Αλμα που δεν το αποφασιζεις, που καποτε ισως βρισκεις τον εαυτο σου καταμεσις του, χωρις προαιρεση και ενεργητικοτητα και ευθυνη, χωρις φοβο και παθος. Το δυσκολο, το κακο ξεκολλα απο πανω σου τοσο ευκολα κι ανεπαισθητα οσο ο ωριμος καρπος απο το κλαδι που τον κραταγε. Η, σαν φιδοπουκαμισο. Η, σαν κακκαδι.
Πως να τα πω αυτα; Πως να τα παραστησω; Μηπως ειναι ηδη η ερωτηση ατοπη; Εδω σταματω. Για λιγο, η για πολυ. Ενας θεος ξερει.


Βιντεο

Στο ιντερνετ κυκλοφορουν διαφορες γνωμες. Ειναι η οχι φαλαινα, ειναι η οχι απο το Βιετναμ ...

Ας αφησουμε να μας μιλησει η εικονα. Το τερας ... σαν να ερχεται απο εναν αλλο κοσμο, αλλοκοτο, οπου βασιλευουν αλλες διαστασεις, αλλα περιβαλλοντα, σ' εμας τοσο απροσιτα. Φερνει την ειδηση ενος κοσμου απροσιτου και αναφομοιωτου απο τον δικο μας.

Μια ιστορια του Zhuangzi λεει:
Στον αδεντρο Βορρα ειναι μια τρισβαθη θαλασσα: η θαλασσα τ' ουρανου. Εκει ζει ενα ψαρι, και ειναι μεχρι χιλια μιλια πλατυ και κανενας δεν ξερει ποσο μακρυ ειναι. (..) Εκει ειναι κι ενα πουλι. (..) Η ραχη του μοιαζει με το Μεγαλο Βουνο· τα φτερα του μοιαζουν με συννεφα που κρεμονται απ' τον ουρανο. Στον ανεμοστροβιλο ανεβαινει στριφογυριζοντας κατα πανω, πολλες χιλιαδες μιλια, μεχρι εκει που τελειωνουν τα συννεφα κι ο αερας κι απο πανω του εχει πια μονο τον κυανομαυρο ουρανο. Τοτε ξεκινα για τον Νοτο και πετα προς τον νοτιο Ωκεανο.

Εδω ομως, σ' αυτον τον κοσμο εδω, ενα τετοιο πλασμα, ενα τετοιο ον, μονο νεκρο μπορει να προβαλλει.

Ετσι το ονειρο. Αν ειναι να εισελθει στον κοσμο μας, θα εισελθει με το πτωμα του: με την ερμηνεια του. Ετσι με την ιδια την Ψυχολογια. Ο ανθρωπος της Ψυχολογιας ειναι ενα σκηνωμα, απολιθωμα ενος Αλλου, τοσο μακρινου και τοσο κοντινου μας. Ετσι ο ιδιος ο κοσμος στην επιστημονικη του εξηγηση και στην τεχνολογικη του καθυποταξη.

Under the brown fog of a winter dawn,
A crowd flowed over London Bridge, so many,
I had not thought death had undone so many.

T. S. Eliot, The Waste Land

Εκεινος, ο αλλος κοσμος, μπορει, οχι να εννοηθει, να σημανθει ισως μονο στην ποιηση, στη μεγαλη ποιηση:

Τα άστρα, το έν μετά το άλλο, πίπτοντα, φευγαλέα, σβήνονται εις τον άνω βυθόν των ακαταλήπτων πραγμάτων.
Αλεξανδρος Παπαδιαμαντης, Το καμινι

και κάποτε, όταν
μόνο το τίποτα έστεκε ανάμεσα μας, βρίσκαμε
ο ένας τον άλλο ολότελα.

Paul Celan, Τοσα αστρα (Soviel Gestirne)

Μοναχα σαν απο επιτυμβιες φλογες υψωνεται κατοπι
Ενας χρυσος καπνος, ο μυθος, προς τ' αντιπερα
Κι αχνοφεγγει τωρα στους διστακτικους εμας γυρω στην κεφαλη μας
Και κανενας δεν ξερει τι του συμβαινει. Αισθανεται
Τους ισκιους ετουτων που ετσι υπηρξαν
Τους παλαιους, ετσι τη γη να επισκεπτονται παλι.

Friedrich Hölderlin, Germanien

Και αυτο:
Σαμουελ Κοραντο Μπεκ
Δε θα με πιστεψουν, κι οι ψαραδες σιγουρα οχι. Καποτε μια πανεμορφη ιριδοπεστροφα, τριαμισι ολοκληρα κιλα ψαρι, την εριξα παλι στη λιμνη.
Μιαν αλλη φορα εναν ξιφια πρωτης, τουλαχιστον δεκαξι κιλα, και πριν εννια χρονια ακριβως, φθινοπωρο, στις εντεκα του Νοεμβρη, νωρις το πρωι, η λιμνη ακομα μεσα στη χαμηλη γκριζα ομιχλη κι ο κολπος κι η οχθη σαν ανυψωμενα, σα μετεωρα, κι εγω ειδα κι επαθα ν’ ανεβασω στη βαρκα εναν γουλιανο. Εναν τεραστιο γουλιανο και ηδη απο χρονια στη λιμνη σπανιοτατο ειδος. Ενα σιγουρα πανω απο 25 κιλα βαρυ ζωο. Αλλα κι αυτο το ψαρι το ξαναδωσα στη λιμνη.
Παρολαυτα ειμαι ψαρας, αυτη ειναι η δουλεια μου. Πιανω πολλα. Πιανω αρκετα. Τοσα οσα η λιμνη με κανονικο ψαρεμα μπορει να δωσει. Ξερω που εχει ψαρι, ποτε και ποσο βαθια, και τι τσιμπαει και τι αφηνει, τι ποσοτητα δινει. Ομως καθε φορα ενοιωθα πως θα μου φερει δυστυχια να κρατησω το ψαρι. Οπως ο ψαρας στο παραμυθι. Δεν εχω μιλησει γι’ αυτο ποτε μεχρι σημερα. Ομως θα 'ταν βαρυ αμαρτημα να κλεισεις αυτα τα τρια εξαισια ψαρια στο ψαροκαλαθο. Ειμαι σιγουρος πως καμια φορα κι αλλοι ψαραδες αφηνουν εναν ξιφια η καποιο αλλο ωραιο ψαρι να φυγει παλι. Δεν πρεπει να παιρνεις απ’ τα ψαρια τους βασιλιαδες και τις βασιλισσες, τους πριγκηπες και τις πριγκιπισσες, αλλιως ο βυθος δε θα δωσει πια τιποτα. Κανεις πρεπει να 'χει ενα μετρο και μια αισθηση για τις δινες και για τα ρεματα κατω απ’ την καρινα. Πολλα συμβαινουν εκει. Ιδεα δεν εχουμε. Κανεις πρεπει να ξερει πως η ζωη εδω ειναι πολυ συντομη για να θελουμε να την γαρνιρουμε με πρωτες ψαριες και να την χαλαμε με κοκορεματα.

Gerold Späth,
Commedia



Και
εδω
 
Παρατηρήσεις επάνω στην έρευνα της ALCO για λογαριασμό της Εταιρείας Μελέτης Ανθρώπινης Σεξουαλικότητας και του Ανδρολογικού Ινστιτούτου με θέμα "Τι πραγματικά θέλουν οι γυναίκες"

1. Οι γυναίκες απαντούν σε ερωτήσεις ενός συνεντευξιάζοντος. Αυτός εκπροσωπεί τα "μάτια του κόσμου". Και πάλι εδώ δεν πρόκειται για ένα πλήθος από μάτια ανώνυμα. Κάποια βρίσκονται πάντα στην πρώτη γραμμή, μάτια ανθρώπων που τις σημαδεψαν: γονεων, αδελφών, δασκάλων, συντρόφων, πνευματικων. Ενώπιον τους οι γυναίκες παρουσιαζουν μια εικόνα του εαυτού τους συγκαταβατική, που αυτοί θα ήθελαν να δουν, ή αντιδραστική, εις πείσμα των προσδοκιών τους, οπωσδήποτε μια εικόνα που συνομιλεί μαζί τους. Η άλλη εικόνα του εαυτού τους, η μυστική, που μόνο αυτές γνωρίζουν, πότε περισσότερο και πότε λιγότερο καθαρά, μένει απρόσιτη.

2. Σε όλα σχεδόν τα ευρήματα η "σπουδαιότητα" είναι μεγαλύτερη από την "ικανοποίηση". Που θα πει ότι στο επίπεδο αυτού που "θέλουν πραγματικα", κυριαρχεί η απογοήτευση και η ματαίωση. Τούτο είναι εύλογο: Πολύ συχνά καθοδηγούμαστε από σενάρια για το πώς θέλουμε τον σύντροφό μας, και βέβαια η πραγματικότητα πάντα θα συγκρίνεται με το ροζ συννεφάκι και θα βγαίνει στο μείον.

3. Η μορφή της ερώτησης προκαταλαμβάνει τη μορφή της απάντησης. Το θέμα της έρευνας είναι "Παράγοντες που επηρεάζουν την επιλογή του ερωτικού συντρόφου". Οι ερωτήσεις κινούνται στον άξονα "σπουδαιότητας" των παραγόντων και "ικανοποίησης". Η έρευνα, σ' αυτήν τη δομή, θα μπορούσε να αφορά ένα οποιοδήποτε καταναλωτικό προϊόν. Ενθέτει την ερωτώμενη στην οπωσδήποτε σήμερα οικεία νοοτροπία του καταναλωτή με τις ανάγκες και με τα θέλω του, όπου ο ερωτικός σύντροφος καλείται να τα ικανοποιήσει. Και, οπως είδαμε, κάπου αποτυγχάνει.
Εδώ δεν χρειάζονται πιο προσαρμοστικές γυναίκες, ή καλύτεροι άντρες. Χρειάζεται ένας αέρας που να πάρει τα ροζ συννεφάκια και να αφήσει τους συντρόφους γυμνούς, καθαρούς και διάφανους τον ένα απέναντι στον άλλο. Χρειάζεται αυτό που ένας φιλόσοφος χαρακτήρισε με την έκφραση "αποτοξίνωση από τη θέληση".

(Με αναφορα στο Melancholia του Lars von Trier)

Η καταστροφη ειναι κατα-στροφη. Εδω το κατα- εχει τον χαρακτηρα μιας αναποδραστης μοιρας που κινει, παρασερνει προς ... μια -στροφη, και η στροφη ειναι τοσο αποτομη, τοσο επιτακτικη, τοσο βιαιη, που δεν εχει γυρισμο. Ειναι ταξιδι χωρις επι-στροφη. Γεφυρα, που την περνας και γκρεμιζεται.
Η καταστροφη ειναι ενα ακραιο φαινομενο. Αξιωνει να συλλαβει ολη την υπαρξη. Σ' αυτην τη μοιραια πορεια υπαρχουν δυο στασεις. Ακριβως επειδη προκειται για ακραιο φαινομενο, και επειδη συλλαμβανει ολη την υπαρξη, δεν υπαρχουν περιθωρια για διαβαθμισεις. Οι δυο στασεις ειναι απολυτες. Στο Melancholia εκπροσωπουνται αντιστοιχα απο τις δυο αδελφες, την Justine και την Claire (μαζι της και οι αντρες τους Michael και John).

Περισσοτερα
PDF

Ο Οιδιποδας του Freud

Στο "Λεξιλογιο της Ψυχαναλυσης" διαβαζουμε τον ορισμο του οιδιποδειου συμπλεγματος:
"Οργανωμενο συνολο φιλητικων και εχθρικων επιθυμιων που αισθανεται το παιδι για τους γονεις του. Υπο τη θετικη λεγομενη μορφη του, το συμπλεγμα εμφανιζεται οπως στην ιστορια του Οιδιποδος Τυραννου: επιθυμια θανατου για τον αντιπαλο που συνιστα το προσωπο του ιδιου φυλου και σεξουαλικη επιθυμια για το προσωπο του αντιθετου φυλου. [...]"
Στην τραγωδια του Σοφοκλη "Οιδιπους Τυραννος" ο Οιδιποδας σκοτωνει τον πατερα του και παντρευεται την μητερα του. Ο Freud παρεμβαινει στην ιστορια της τραγωδιας με βιαιο τροπο. Προσαπτει στον Οιδιποδα την επιθυμια να σκοτωσει τον πατερα του και να παντρευτει την μητερα του. Και απο που φτανει ο Freud καν στην ιδεα οτι ο Οιδιποδας, αυτα που του συμβαινουν, τα θελει; Η κυριαρχη νοοτροπια του 18ου-19ου αιωνα ερμηνευει το ειναι ως βουληση, ως θελω. Ο Freud βλεπει τον Οιδιποδα με τα ματια της δικης του εποχης, ματια προκρουστεια, και παρασταινει τα παθη του ως συνεπεια της, εστω "υποσυνειδητης", επιθυμιας του. Και κατευθειαν ξεπερνα την εποχη του και το τοτε πολιτιστικο περιβαλλον της Δυσης, και αναγορευει το "οιδιποδειο" σε οικουμενικη συνθηκη που διειπε, διεπει και θα διεπει τις σχεσεις της οικογενειας απανταχου της γης.
Η αληθινη εικονα της οικογενειας που προβαλλει μεσα απο το "οιδιποδειο", με τον γιο να θελει τη μητερα για γυναικα του, να θελει να σκοτωσει τον πατερα, να απειλειται, απ' αυτον με ευνουχισμο, ειναι η εικονα ενος αγριου πεδιου μαχης, μια ιστορια κατοχης, φονου, εκδικησης και αντεκδικησης. Ομως το "οιδιποδειο" ειναι, παντα συμφωνα με τον Freud, και μια χιμαιρα: δεν κανουμε αυτα που εκανε ο Οιδιποδας. Περιοριζομαστε σε συμβολικους ευνουχισμους και φονους και σε υποκαταστατα συντροφων. Για τον Freud η ζωη ειναι μια ιστορια απο συμβιβασμους, υποκαταστατες επιθυμιες και σκιωδεις ανταγωνισμους. Μπαγιατικο πικρο ψωμι.

Ο Οιδιποδας του Σοφοκλη

Ας δουμε το δραμα του Οιδιποδα με τα ματια, οχι μιας μεταγενεστερης εποχης, αλλα του ιδιου του Σοφοκλη. Στην "Αντιγονη" η αδελφη της Αντιγονης Ισμηνη, μιλωντας για τον "δυσκλεη", τον δυσμοιρο πατερα τους, λεει οτι γι’ αυτον: "μητηρ και γυνη διπλουν επος" [στ. 53]. "Μητερα" και "γυναικα" ειναι διπλουν επος, "διπλο ονομα". Η μητερα ειναι για τον ιδιο ανθρωπο και γυναικα, η γυναικα ειναι για τον ιδιο ανθρωπο και μητερα. Για τους Αρχαιους πηγη των κακων ειναι αυτο που με μια λεξη θα μπορουσαμε να αποκαλεσουμε "συγχυση". Πιασμενος στο διχτυ αυτης της συγχυσης σπαρταραει ο "δυσκλεης" Οιδιποδας. Σε τουτο εγκειται το τραγικο του.

Το μετρο

Ανηκει στην μοιρα του αγοριου να γνωριζει την γυναικα κατα κανονα για πρωτη φορα στο προσωπο της μητερας του. Και πως γνωριζει τη γυναικα στο προσωπο της μητερας του; Απο το ζωντανο της παραδειγμα: Βλεπει τη μητερα, απεναντι στο πατερα να μην ειναι μητερα αλλα γυναικα. Και παλι, αυτη η γυναικα, η πρωτη γυναικα που γνωριζει στον κοσμο, ειναι η μονη η οποια δεν μπορει να ειναι δικη του γυναικα - ειναι δικη του μητερα, ομως γυναικα του πατερα του. Για το παιδι δεν μπορει να ειναι και δικη του γυναικα, να εχει "διπλο ονομα". (Το αντιστροφο ισχυει βεβαιως για το κοριτσι).
Για το αγορι η μητερα ως γυναικα, για το κοριτσι ο πατερας ως αντρας, ειναι συναμα αναποφευκτοι και απλησιαστοι.
Ομως τα παιδια αναγνωριζουν και στον εαυτο τους τον αντρα και τη γυναικα απο την σταση των γονιων απεναντι τους, καθως αυτοι δεν μπορει να βλεπουν τα παιδια μονο ως παιδια, αλλα στο αγορι βλεπουν και τον εκκολαπτομενο αντρα, στο κοριτσι βλεπουν και την εκκολαπτομενη γυναικα. Και παλι ορθωνεται ο απαγορευτικος τοιχος του "διπλου ονοματος": για τη μητερα ο γιος ειναι ο αντρας που ποτε δεν θα γινει δικος της, για τον πατερα η κορη ειναι η γυναικα που ποτε δεν θα γινει δικη του.
Τα παιδια, το αγορι ως αντρας για τη μητερα, η κορη ως γυναικα για τον πατερα, ειναι συναμα αναποφευκτα και απλησιαστα.

Παρατονα

Το μετρο του αναποφευκτου-απλησιαστου ειναι ευαλωτο. Ειναι σαν την καμπανα σε ενα ποιημα του Hölderlin, οπου φτανει μια νιφαδα χιονι για να την κανει να ηχει παρατονα. Σχηματικα, το μετρο του αναποφευκτου-απλησιαστου παραβιαζεται με δυο τροπους:
Το αναποφευκτο, ειπαμε, εγκειται στο οτι το παιδι αναποφευκτα θα δει τον πατερα και τη μητερα ως αντρα και ως γυναικα, και αυτοι επισης θα το δουν ως εκκολαπτομενο αντρα, ως εκκολαπτομενη γυναικα. Ομως οι γονεις μπορει να δοκιμασουν να το αποφυγουν, ζωντας στο σπιτι κι εμπρος στα παιδια τους ως οντα αφυλα, με τον μπαμπα να ειναι μονο μπαμπας και τη μαμα να ειναι μονο μαμα. Παραβιαζουν το αναποφευκτο.
Το απλησιαστο, ειπαμε, εγκειται στο οτι για τη μητερα ο γιος ειναι ο αντρας που ποτε δεν θα γινει δικος της, για τον πατερα η κορη ειναι η γυναικα που ποτε δεν θα γινει δικη του. Ομως εδω δεν μιλαμε μονο για σεξουαλικη κακοποιηση. Πολυ συχνοτερη ειναι μια, λιγοτερο η περισσοτερο λανθανουσα, ερωτικη διαθεση, ενα ειδος φλερτ του γονεα προς το παιδι του αλλου φυλου, η του παιδιου προς τον γονεα του αλλου φυλου. Πλησιαζονται μεταξυ τους με υπονοουμενα λογια και συμπεριφορες. Παραβιαζουν το απλησιαστο.
Οι παραπανω παραβιασεις του αναποφευκτου-απλησιαστου, στις ποικιλλες τους παραλλαγες, οπωσδηποτε θα γινουν. Ηδη ο ιδιος ο Freud, με την ερμηνεια του των παθων του Οιδιποδα, τις κατακυρωνει. Το ζητημα ειναι ποσο γρηγορα κανεις θα τις αναγνωρισει, θα αναγνωρισει το παρατονο της στασης του, τις νιφαδες χιονιου που χαλανε τον καθαρο ηχο της καμπανας. Καποτε το αναγνωριζουν γρηγορα. Καποτε μενουν παρατονοι, φαλτσαρουν για μια ζωη. Καποτε δεν το αναγνωριζουν γιατι δεν το γνωριζουν. Εδω ενα απο τα καλα που θα μπορουσαν να τους τυχουν, θα ηταν ενας θεραπευτης οποιος θα τους εφιστουσε την προσοχη, θα τους ανοιγε τα ματια για το πως ειναι, και για το πως θα μπορουσαν να ειναι.

Δευτερη βολτα: Η ειρωνεια της μοιρας

Ο Οιδιποδας, που ζουσε στην Κορινθο υιοθετημενος, χωρις να το ξερει, απο τους εκει βασιλεις, μαθαινει απο το μαντειο των Δελφων οτι θα σκοτωσει τον πατερα του και θα παντρευτει τη μητερα του. Ακριβως για να μην γινει αυτο, φευγει απο την Κορινθο και πηγαινει στη Θηβα, οπου σκοτωνει τον αληθινο πατερα του και παντρευεται την αληθινη μητερα του.
Η ιστορια του Οιδιποδα ειναι αντιστοιχη με μια ιστορια των Σουφι απο το Ιρακ που παραθετει ο Jean Baudrillard στο βιβλιο του "Περι σαγηνης". Το σχετικο κεφαλαιο επιγραφεται "Θανατος στη Σαμαρκανδη". Ενας στρατιωτης
" [...] συναντα τον Θανατο σε μια γωνια της αγορας και του φαινεται οτι τον ειδε να κανει μια απειλητικη χειρονομια εναντιον του. Σπευδει στο παλατι του Βασιλια για να του ζητησει το καλυτερο του αλογο ωστε να τρεξει να γλιτωσει απο τον Θανατο στη διαρκεια της νυ¬χτας, να παει μακρια, πολυ μακρια, μεχρι τη Σαμαρκανδη. Το¬τε ο Βασιλιας καλει τον Θανατο στο παλατι για να τον επιπλη¬ξει που φοβισε ετσι εναν απο τους καλυτερους υπηκοους του. Εκεινος ομως, εκπληκτος, του απαντα: "Δεν ηθελα να τον τρο¬μαξω. Απλως εξεπλαγην που συναντησα εδω αυτο τον στρα¬τιωτη, ενω αυριο κιολας εχουμε ραντεβου στη Σαμαρκανδη".
Ο Baudrillard συνεχιζει: "Εννοειται πως, οταν πασχιζουμε να ξεφυγουμε απο το πεπρωμενο μας, τοτε ειναι που τρεχουμε ισια καταπανω του." Οπως ακριβως συμβαινει με τον Οιδιποδα.
Ειναι μια μεγαλη αληθεια, και την βλεπουμε κατα κορον στην ψυχοθεραπεια: Ο τροπος, με τον οποιο κανεις προσπαθει να λυθει απο το προβλημα του, τον βυθιζει στο προβλημα ολο και περισσοτερο. Αυτο συμβαινει με το λεγομενο "αιτημα" των ανθρωπων που προσφευγουν στην ψυχοθεραπεια. Συμβαινει καθε, μα καθε φορα οπου κανεις επιδιωκει να παλεψει τα πραγματα, να αποτρεψει τις προοπτικες που διαγραφονται. Ζητωντας να τις αποτρεψει, τις πραγματωνει. Ισχυει και ευρυτερα. Το δειχνουν περιτρανα οι επεμβασεις στο Ιρακ και στο Αφγανισταν. Το δειχνουν τα μετρα που υποτιθεται οτι θα σωσουν τον πλανητη απο τη μολυνση του περιβαλλοντος. Παντου ειναι η εικονα της χελωνας που περπαταει στην αμμο και με την ουρα της παει να σβυσει τα ιχνη της.
Την δεκαετια του '70 στη Ζυριχη υπηρχε ενας καμπαρετιστας ονοματι Franz Hohler. Τα νουμερα του αποτελουνταν απο γκροτεσκο χιουμορ, τραγουδια που συνοδευε με το τσελο του και ιστοριες που συνεθετε και αφηγουνταν. Μια τετοια ιστορια, οπως την ανακαλω απο μνημης, ειναι η εξης:
Ξεκινα ενας ποδοσφαιρικος αγωνας. Αντιπαλοι ειναι η ομαδα των ζωντανων και η ομαδα των νεκρων. Στο γηπεδο μπαινει πρωτη η ομαδα των ζωντανων, οι παικτες ξεκινουν με το καθιερωμενο ζεσταμα και, οταν φτανει η ωρα, παιρνουν τις θεσεις τους. Τωρα μπαινουν στο γηπεδο οι νεκροι. Τους φερνουν στοιβαγμενους σ' ενα καρο και τους στηνουν το ενα πανω στον αλλο εμπρος στην εστια τους. Ο αγωνας ξεκινα. Οι ζωντανοι κανουν την επιθεση τους, ομως το σουτ που επιχειρουν προσκρουει στο τειχος των νεκρων. Ακολουθουν κι αλλες επιθεσεις, που γινονται ολο και πιο ορμητικες, ολο και πιο πεισματικες, ομως οι νεκροι καλυπτουν ολοκληρη την εστια και δεν επιτρεπουν την παραβιαση της. Το ημιχρονο πλησιαζει, και τωρα προωθειται ακομα κι ο τερματοφυλακας των ζωντανων. Παιρνει την μπαλα, προελαυνει, εξαπολυει ενα δυνατο σουτ, η μπαλα χτυπα στο οριζοντιο δοκαρι της εστιας των νεκρων, επιστρεφει, και με την δυναμη που 'χει φτανει πισω μεχρι την αφυλακτη πλεον εστια των ζωντανων και κυλαει στα διχτυα. Το ημιχρονο τελειωνει με σκορ 1-0 υπερ των νεκρων. Οι νεκροι φορτωνονται στο καρο και οδηγουνται στην ακρη του γηπεδου. Οι ζωντανοι πηγαινουν στα αποδυτηρια. Ειναι κουρασμενοι, αλλα αποφασιστικοι. "Στο δευτερο ημιχρονο", λενε ο ενας στον αλλο, "θα προσπαθησουμε περισσοτερο".
Το "οιδιποδειο συμπλεγμα" θα μπορουσε να ονομαζει ακριβως αυτην την ειρωνεια της μοιρας μας, την ειρωνεια που συνοδευει την αφελη, αναιδη φαντασιωση οτι κραταμε τη ζωη μας στα χερια μας, οτι η ενεργητικοτητα, το "μπορω", ειναι η απαντηση σε καθε τι που μας συντυχαινει. (Βλ. και "
Ποιος ειναι ο Οιδιποδας;")
Το κουραριο ειναι μια ουσια που προκαλει παραλυση των σκελετικων μυων. Οι σωματικες λειτουργιες, η αισθαντικοτητα, η συνειδητητα μενουν αθικτες.

Παλια τραγουδια. Αλλοτινες εικονες, αλλοτινες συγκινησεις. Oλα εδω. Αγγιζουν χορδες, αυτες δονουνται, μα ηχο δεν βγαζουν.
Τα ακουει, τα βλεπει και τα νοιωθει ενα σωμα που βρισκεται κατω στον ταφο, αμετακλητα απομακρυσμενο απο τα μερη που ερχονται οι μουσικες.
Η, ενα σωμα που βρισκεται κατω απο την επιδραση του κουραριου. Στην τελευταια παρομοιωση το κουραριο αντιπροσωπευει το οχι-πια του χρονου. Οπως ο ταφος, οπως οι βουβες χορδες.

"Συμπεριφορα" ειναι ορος της ψυχολογιας. Μαλιστα τις τελευταιες δεκαετιες καθιερωθηκε ως προσδιορισμος μιας γκαμας επιστημων που βρισκουν σ' αυτην τη λεξη την στεγη τους: Behavioral Sciences, Verhaltenswissenschaften. Περιλαμβανουν ψυχολογια, κοινωνικες επιστημες, συμπεριφορικη βιολογια, γνωσιακες επιστημες, τμηματα των νευροεπιστημων. Αυτη η χρηση της, εστω συγκεχυμενα, ειναι που εχει παραληφθει και απο την καθημερινη γλωσσα.
"Ειχανε το φερσιμο των δεντρων και των κυματων" (Γιωργος Σεφερης,
Αργοναυτες)
Ποια ειναι η διαφορα συμπεριφορας και φερσιματος; Σιγουρα το φερσιμο των δεντρων και των κυματων δεν θα ειχε χωρο στις επιστημες της συμπεριφορας, τουλαχιστον οχι ετσι οπως το ακουμε στον Σεφερη. Ομως ουτε κι αυτο: "τὰ τριαντάφυλλα ... έχουνε κάτι στο φέρσιμό τους απ' τη φωνή / στη ρίζα της κραυγής εκεί που αρχίζει|" (
Ο Μαθιός Πασκάλης ανάμεσα στα τριαντάφυλλα) Ουτε κι αυτο: "Είχε το φέρσιμο του Ελπήνορα, λίγο πριν πέσει / να τσακιστεί, κι όμως δέν ηταν μεθυσμένος." (Κιχλη, Β' Ο ηδονικός Ελπήνωρ)
Ποια ειναι η διαφορα συμπεριφορας και φερσιματος; Στον ορο "συμπεριφορα" το φερσιμο παραμετροποιειται (
operationalization), καθισταμενο ετσι συμβατο με τις επιστημονικες προδιαγραφες: γινεται εποπτευσιμο, ποσοστικοποιησιμο, μετρησιμο. (βλεπε και το κειμενο μου "Συμπεριφορα
".) Τι χανεται εδω; Τι χανεται απο το "φερσιμο"; Χανεται η αυρα της λεξης, η μουσικη της, η σαγηνη της, και μαλιστα οχι μονο στα ποιητικα παραδειγματα που ανεφερα παραπανω, αλλα και στην καθημερινη της χρηση.
Η λεξη "φερσιμο" εχει αρμονικους. Η λεξη "συμπεριφορα" ειναι γδουπος. Πριν πολλα χρονια, στη διαρκεια των σπουδων μου στο Tübingen. καναμε την εξης ασκηση: Απο τον ψηλο οροφο του κτιριου μαγνητοσκοπηθηκαν διαβατες που περνουσαν τα φαναρια του δρομου. Εμεις επρεπε να καταγραψουμε τις κινησεις τους καρε-καρε, την καθε κινηση ξεχωριστα. Πολυ αργοτερα επεσα στο θεατρικο εργο του Büchner "Danton" οπου ο ηρωας λεει καπου:
"Ποσο βαρετο, παντα πρωτα να φορας το πουκαμισο και κατοπιν το παντελονι, και το βραδυ να σερνεσαι στο κρεβατι και το πρωι παλι εξω απ' αυτο, και παντα να βαζεις το ενα ποδι μπροστα απο τ' αλλο· δεν υπαρχει καμια, μα καμια προοπτικη πως να γινοταν αλλιως."
Δεν κανει ο Danton αυτο που καναμε κι εμεις οι φοιτητες παρατηρωντας το βιντεο; Οπου αιφνης η αφανης ροη του ντυσιματος, η του βαδισματος γινεται θεμα, κατακερματιζεται στα εξ ων συνετεθη, πρωτα το ενα, κατοπιν το αλλο; Οπου το φερσιμο γινεται αντικειμενο αυτοπαρατηρησης, αυτοελεγχου και συμπεριφορα;
Ο κοσμος, στον οποιο το φερσιμο μεταποιειται σε συμπεριφορα, ειναι ενας αποστεγνωμενος κοσμος, μια ερημος βαρεμαρας, πληξης και αντιδραστικης υπερκινητικοτητας. Τα πραγματα εχουν γινει βαρος. Πρωτα το ενα, κατοπιν το αλλο… Ετσι η συμπεριφορα συγγενευει με τη μεθοδο και τη διαδικασια, αυτους τους τυφλοσουρτες που αρμοζουν ακριβως σε ανθρωπους τυφλους
τα τ' ωτα τον τε νουν τα τ΄ομματα (Σοφοκλης, Οιδιπους τυραννος).


Και εδω

Απο το Τι ειναι θρησκεια; [Γερμανικα: "Was ist Religion?"] 
Η μεγαλη αμφιβολια (διγλωσσο)

Δύο χαιρετισμοί του Martin Heidegger στο Messkirch - Προκαταρκτικές σημειώσεις

Απο την ομιλια
Ανοιγοντας ο εαυτος στον κοσμο Στο: On Buddhism



Από την ταμπέλα με την ένδειξη Είσοδος Εδώ, μια ομάδα περιστεριών μοιάζει να παρακολουθεί τις δραματικές εξελίξεις στην Ευελπίδων της τελευταίες ημέρες, όπως φαίνεται στα φωτογραφικά στιγμιότυπα των ημερών.
Σε αυτές τις φωτογραφίες της Τατιάνας Μπόλαρη από την Eurokinissi, δεν κυριαρχούν οι αστυνομικοί ή οι οργισμένοι φίλοι της Χρυσής Αυγής ή οι συλληφθέντες, αλλά οι βουβοί, διαφορετικοί μάρτυρες όσων συμβαίνουν εκεί: τα πανταχού παρόντα περιστέρια των Αθηνών.

Πηγή: Tα περιστέρια στην Ευελπίδων που βλέπουν τα τζιπ με τους συλληφθέντες Χρυσαυγίτες να περνούν| iefimerida.gr

Δημοσιογραφοι και φωτορεπορτερ εξω απο τα δικαστηρια. Οι ατελειωτες ωρες της αναμονης, η πληξη, η κουραση, η εξουθενωση. Καποιες φορες, ακριβως τοτε, εμπρος στα ματια, απροσμενα, ανοιγεται μια αλλη θεα. Η φωτορεπορτερ Κατερινα Μπολαρη στρεφει το βλεμμα της προς τον ουρανο και προσεχει τα περιστερια επανω απο την εισοδο των δικαστηριων. Η εικονα τους προφανως την σαγηνευει. Την συγκρατει στον φακο της, την παραδιδει στο πρακτορειο της, και απο εκει η φωτογραφια φτανει σε διαφορα μεσα ενημερωσης.
Τι σαγηνευει την Κατερινα Μπολαρη στην εικονα των περιστεριων που στεκουν ακινητα και σιωπηλα πανω απο την ταμπελα; Πιστευω οτι για μια στιγμη βλεπει τις "εξελιξεις" με τα ματια τους. Μα τι βλεπουν αυτα τα ματια;
Αυτα τα ματια βλεπουν. Γι' αυτα τα ματια, και μονο γι' αυτα, το "βλεπω" ειναι κυριολεκτικο. Φωλιαζει στη λεξη του. Εμεις συνηθως δεν μενουμε στο "βλεπω", διοτι βλεπουμε ακριβως οπως το υπαγορευει η γραμματικη - ως ενεργητικο ρημα: Βλεπουμε και παραυτα σχεδον ενεργουμε: αναγνωριζουμε, συσχετιζουμε ο,τι βλεπουμε με αναφορες στον τοπο και στον χρονο. Το ανθρωπινο βλεμμα θαβεται κατω απο τις αφηγησεις που το συνοδευουν. Το ανθρωπινο βλεμμα διασκορπιζεται σε αφηγησεις. Ειναι φλυαρο.
κι ητανε μεσημερι και η σιωπη μεγαλη του ζωου (Georg Trakl, Ανοιξη της ψυχης)
Το βλεμμα του ζωου σωπαινει. Ομως αυτη η σιωπη δεν ειναι καποια ενεργεια, διοτι η ενεργεια προϋποθετει ενα Εγω ως φορεα της. Πισω απο αυτο το βλεμμα δεν υπαρχει τιποτα – κανενα Εγω, καμια ψυχη. Το ανθρωπινο βλεμμα προσδενεται στις παραστασεις του βλεποντος, και γι' αυτο ειναι περιορισμενο, καθηλωμενο σ' αυτες τις παραστασεις, φυλακισμενο μεσα τους. Ο ανθρωπος βλεπει, και συναμα αλλοιθωριζει προς τα ποικιλλα νοηματα οσων βλεπει. Δεν βλεπει ολοκληρος.
Ο προσωκρατικος Ξενοφανης λεει για τον θεο: "ουλος ορα, ουλος δε νοει, ουλος δε τ' ακουει". Ολος βλεπει και ολος εννοει και ολος ακουει. Καθως δεν φυλακιζεται μεσα σ' ενα Εγω, το βλεμμα του ειναι σαν των περιστεριων: ο κοσμος ολος. Αυτο ειναι που αποκλειει την φλυαρια του βλεμματος τους και κανει τη σιωπη τους μεγαλη. Ειναι η σιωπη του Κομφουκιου που, στην παροτρυνση των μαθητων του να μιλησει για να κρατησουν σημειωσεις, απαντησε: "Αληθεια, μιλαει ο ουρανος; Οι τεσσερεις εποχες παιρνουν τον δρομο τους, ολα τα πραγματα γινονται. Αληθεια, μιλαει ο ουρανος;"
Αν μπορουσαμε να παρακολουθησουμε το βλεμμα μας σε αργη κινηση, θα αναγνωριζαμε οτι σε κατι εκατομμυριοστα του δευτερολεπτου ετσι βλεπουμε, και οτι μονο κατοπιν ειναι που εισβαλλουν οι παραστασεις. Ετσι καπου υποψιαζομαστε, λιγοτερο η περισσοτερο ευδιακριτα, οτι οι εξελιξεις στα δικαστηρια της Ευελπιδων, και τουτο φυσικα διολου δεν αφορα μονο τουτο το γεγονος, οτι οι εξελιξεις στα δικαστηρια της Ευελπιδων δεν καλυπτονται, δεν ικανοποιουνται ολοτελα απο τις αποψεις μας, τις ερμηνειες μας, τις πραξεις, τις αναταραξεις και τις συγκρουσεις μας. Καπου μενει αδιορατο ενα ιχνος σιγης, καπου απλωνεται ενα βλεμμα σιγαλινο, αταραχο, ενα ολοτελα βλεμμα. Για τουτο μιλα μια βουδιστικη παροιμια:
Ο ουρανος ξερει, και η γη ξερει επισης, εγω ξερω, και οι αλλοι ξερουν.
Τα περιστερια ξερουν. Ειναι η αχνη, περιφρονημενη, σμπαραλιασμενη φωνη της συνειδησης μας, που μας κανει να τα προσεξουμε.
Παντου μαζι μας, παντου μαζι μας (Σεφερης, Ο βασιλιας της Ασινης)
Σε τουτο το αρχαϊκο βλεμμα το πραγματα δεν εχουν νοημα. Ομως τωρα τουτο δεν ειναι στερητικο. Αντιθετα, το νοημα που επιφορτιζει το βλεμμα με παραστασεις ειναι αυτο που στερει στα πραγματα τον εγγενη πλουτο τους, τον κοσμο τους.
Σαγηνευτικο ειναι ακριβως αυτο που δεν εχει νοημα (βλ. Jean Baudrllard, Περι σαγηνης, κεφ. Θανατος στη Σαμαρκανδη). Σαγηνευτικα ειναι τα περιστερια που κοιτανε, εκει στην ταμπελα που δειχνει την εισοδο του δικαστηριου. Ξερουν. Οταν τα προσεχουμε, ξερουμε κι εμεις. Κι εκει ειναι, απο εκει ειναι, που ειμαστε ο ενας για τον αλλο φιλοξενοι, μια φιλικη κοινωνια, ενας φιλικος κοσμος.
ξέρω, / ξέρω και ξέρεις, ξέραμε, / δεν ξέραμε, / άλλωστε εδώ είμασταν κι όχι εκεί, / και κάποτε, όταν / μόνο το τίποτα έστεκε ανάμεσα μας, βρίσκαμε / ο ένας τον άλλο ολότελα. (Paul Celan, Τοσα αστρα)
Τα περιστερια στα δικαστηρια φερνουν τη μεγαλη ανατροπη. Οχι οι δικαστικες και οι κοινωνικες διαμαχες. Ανατροπη που τρεπει οχι προς κατι νεο, αλλα προς το λανθανον αρχαϊκο, ανατροπη λοιπον που επιτελειται με ενα "βημα πισω" (MartinHeidegger). Ανατροπη σιγαλινη και πελωρια.
Σκεψεις που ερχονται πανω σε ποδια περιστεριων, κατευθυνουν τον κοσμο. (Friedrich Nietzsche, Ταδε εφη Ζαρατουστρα, κεφ. Η σιγαλινοτερη ωρα.)

PDF

(Ερωτηση αναγνωστη του boro.gr)
Άσχετο και ουτοπικό ίσως αλλά μπορώ να μάθω ποιοι είναι οι κανόνες με τους οποίους διαμορφώνονται οι παγκόσμιες εξελίξεις Πχ για τον επικείμενο πόλεμο στη Συρία ποιοι παίρνουν τις αποφάσεις και τι στόχους έχουν Η αλήθεια είναι ότι είναι λίγο σχετικό αυτό και με την ψυχολογία μου Νιώθω λίγο ότι πιθανά σαν πολίτης θα μπορούσα κάτι να κάνω ώστε να βοηθήσω κάποια πλευρά με την μικρή ίσως ασήμαντη φωνούλα μου μαζί με τους υπόλοιπους πολίτες αυτού του κόσμου ή αυτής της χώρας Σόρρυ αν είναι λίγο μπερδεμένο αλλά από κάπου πρέπει να αρχίσω την αναζήτηση


(Η απαντηση)

Το ριαλιτι "Συρια"

Στο παραμυθι του Lewis Carroll. "Η Αλικη στη χωρα των θαυματων" παιζουν ενα παιχνιδι κρικετ. Ομως αντι για μπαστουνια κρατανε λαιμους απο φλαμιγκο, και αντι για μπαλακι εχουν εναν σκαντζοχοιρο. Υποτιθεται οτι τα φλαμιγκο πρεπει να χτυπησουν το μπαλακι με το ραμφος τους, ομως αυτα εννοουν να γυριζουν το κεφαλι και να κοιτανε τους παικτες. Και ο σκαντζοχοιρος εννοει να φευγει και να μην περιμενει να τον χτυπησουν.
Αυτο μου θυμισε η ερωτηση για τους"κανόνες με τους οποίους διαμορφώνονται οι παγκόσμιες εξελίξεις...". Ισως θα μπορουσαμε να μιλησουμε οχι για κανονες που διεπουν τον κοσμο, αλλα για πανδαιμονιο... Τα ποικιλα "προβληματα", οι "εντασεις", οπως και στις ατομικες μας ζωες, προκυπτουν απο την εφεση μας να αξιωνουμε απο το πανδαιμονιο ("δαιμων" στους Αρχαιους ειναι συνωνυμο του "θεος") να ακολουθησει εναν και μονο, τον δικο μας θεο...

Η υποθεση της Συριας, για την οποια κανετε λογο ιδιαιτερα. Πως την γνωριζουμε; Απο τα μιντια. "The medium is the message", "Το μεσον ειναι το μηνυμα" ειναι μια γνωστη ρηση του αμερικανου διανοητη Marshall McLuhan. Την υποθεση της Συριας την γνωριζουμε ως σοου, με πολλη δοση απο ριαλιτι και με παρεμβολες πολλων σκηνοθετων που μας παρουσιαζουν τη δικη τους εκαστοτε εκδοχη. Το πολυ που μπορει η "φωνουλα" μας ειναι να παρει θεση απεναντι σε μια απο τις διαφορες εκδοχες. Οπου κινδυνευει βεβαια και να εκλαβει αυτην την εκδοχη του σοου ως την "πραγματικοτητα" οσων διαδραματιζονται στη Συρια.

Επιτρεψτε μου να κλεισω με μια λεξη απο το ξεκινημα της ερωτησης, με μια δικη μου "ουτοπια": Θα ονειρευομουν εναν κοσμο οπου εμπρος σ' ολα αυτα, και σε πολλα αλλα, για τα οποια δεν εχουμε τελικα να πουμε τιποτα, γιατι δεν ειναι αλλο απο εικονικες ψευδαισθησεις, οπου εμπρος σ' ολα αυτα θα μπορουσαμε, ανοιχτα και ελευθερα και χωρις δευτερες σκεψεις, να σωπαινουμε, "ηλιοκαμμενοι μ' ενα σκετο ασπρο πουκαμισο", κατα πως γραφει ο Οδυσσεας Ελυτης. Η, εστω, να συγκινουμασταν και να λεγαμε διαφορα, ομως συναμα ξεροντας "τι αξιζαν αυτα, / τι κουφια λογια ησανε αυτες η βασιλειες" (Καβαφης, "Αλεξανδρινοι Βασιλεις").



►Οι οικοδομες. Πολλες απ' αυτες τεραστιων διαστασεων, με τις προσοψεις διατρητες απο τα παραθυρα σε ενα απολυτα ομοιομορφο, συνηθως τελειως απλο γεωμετρικο σχημα του τυπου

                       
                       
                       
                       

Σκεφτομαι πως οι ανθρωποι εδω καπως ετσι εννοουν τον εαυτο τους απο την αποψη της κοινωνικης τους συνυπαρξης. Καθε ψυχη κι ενα παραθυρο...
<