εν παροδω / ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ / Σισυφος

Σισυφος

Ο μυθος

καὶ μὴν Σίσυφον εἰσεῖδον κρατέρ' ἄλγε' ἔχοντα,

λᾶαν βαστάζοντα πελώριον ἀμφοτέρῃσιν.

ἦ τοι ὁ μὲν σκηριπτόμενος χερσίν τε ποσίν τε

λᾶαν ἄνω ὤθεσκε ποτὶ λόφον· ἀλλ' ὅτε μέλλοι

ἄκρον ὑπερβαλέειν, τότ' ἀποστρέψασκε Κραταιΐς·

αὖτις ἔπειτα πέδονδε κυλίνδετο λᾶας ἀναιδής.

αὐτὰρ ὅ γ' ἂψ ὤσασκε τιταινόμενος, κατὰ δ' ἱδρὼς

ἔῤῥεεν ἐκ μελέων, κονίη δ' ἐκ κρατὸς ὀρώρει.

(Οδύσσεια, Λ, στ. 593-600)

SISYPHUS, in Greek mythology, son of Aeolus and Enarete, and king of Ephyra (Corinth). He was the father of the sea-god Glaucus and (in post-Homeric legend) of Odysseus. He was said to have founded the Isthmian games in honour of Melicertes, whose body he found lying on the shore of the Isthmus of Corinth (Apollodorus iii. 4). He promoted navigation and commerce, but was avaricious and deceitful. From Homer onwards Sisyphus was famed as the craftiest of men. When Death came to fetch him, Sisyphus put him into fetters, so that no one died till Ares came and freed Death, and delivered Sisyphus into his custody. But Sisyphus was not yet at the end of his resources. For before he died he told his wife that when he was gone she was not to offer the usual sacrifice to the dead. So in the under world he complained that his wife was neglecting her duty, and he persuaded Hades to allow him to go back to the upper world and expostulate with her. But when he got back to Corinth he positively refused to return, until forcibly carried off by Hermes (Schol. on Pindar, Ol. i. 97). In the under world Sisyphus was compelled to roll a big stone up a steep hill; but before it reached the top of the hill the stone always rolled down, and Sisyphus had to begin all over again (Odyssey, xi. 593). The reason for this punishment is not mentioned in Homer, and is obscure; according to some, he had revealed the designs of the gods to mortals, according to others, he was in the habit of attacking and murdering travellers. The subject was a commonplace of ancient writers, and was depicted by the painter Polygnotus on the walls of the Lesche at Delphi (Pausanias x. 31).

Ποια ειναι η τιμωρια του Σισυφου; Ανεβαζει εναν βραχο ψηλα, κι αυτος κυλα παλι προς τα κατω. Ομως αυτο δεν ειναι που ο ιδιος ο Σισυφος επεχειρησε επανειλημμενα; Και ματαια; Να ανεβει απο τον κατω στον επανω κοσμο;

Η τιμωρια του δεν ειναι μια αεναη επαναληψη της υβρης του; Η τραγικοτητα του δεν ειναι ακριβως αυτη η τυφλη επαναληψη που δεν εννοει να μαθει;

Η Περσεφονη φυλαγει τον Σισυφο στον Αδη.

Μελλανομορφη Αμφορα Αττικης, 530 π.Χ.

Και στην εικονα, η Περσεφονη, πισω του, εχοντας ανοιχτο των χιτωνα της, σαν να τον αφηνει να φυγει και μαζι τον περιμενει οταν, σιγουρα, θα ξαναγυρισει;

ψυχαναλυση / ΚΕΙΜΕΝΑ ΟΜΙΛΙΕΣ 2016- / Καταστροφη (αναθεωρημενο)

Καταστροφη

(Με αφορμη το Melancholia του Lars von Trier)

Η καταστροφη ειναι κατα-στροφη. Εδω το κατα- εχει τον χαρακτηρα μιας αναποδραστης μοιρας, ενος ρευματος που κινει, συμπαρασυρει προς ... μια - στροφη, και η στροφη ειναι τοσο αποτομη, τοσο επιτακτικη, τοσο βιαιη, που δεν εχει γυρισμο. Ειναι πορεια διχως επι-στροφη. Γεφυρα, που την περνας και γκρεμιζεται.

Η καταστροφη ειναι ακραιο φαινομενο. Καταλαμβανει ολη την υπαρξη. Απεναντι σ' αυτην τη μοιραια πορεια υπαρχουν δυο βασικες στασεις. Ακριβως επειδη προκειται για ακραιο φαινομενο, και επειδη καταλαμβανει ολη την υπαρξη, δεν υπαρχουν περιθωρια για διαβαθμισεις. Οι δυο στασεις ειναι απολυτες. Στο Melancholia εκπροσωπουνται αντιστοιχα απο τις δυο αδελφες, την Justine και την Claire (μαζι με την Claire και οι αντρες τους Michael και John).

Ηδη στην αρχη της ταινιας συμβαινει μια μικρη καταστροφη: Η πληθωρικη καταλευκη λιμουζινα μεταφερει τους νεονυμφους Justine και Michael στο κτημα της Claire, οπου θα λαβει χωρα το γαμηλιο παρτυ.

Σκοτεινα προσωπα. Και σε μια κλειστη στροφη, δυο ωρες ποδαροδρομο για το κτημα, η μικρη καταστροφη:

Limo X.jpg

Η λιμουζινα κολλα! Στον στενο δρομακο δεν χωραει να παρει την στροφη!

Τοτε λοιπον το προσωπο της Justine φωτιζεται.

Μοιαζει να το γλενταει. Γινεται τρυφερη και ερωτικη. Στις μανουβρες, οπου καποτε καθεται κι αυτη στο τιμονι, κανει πως τον παταει!

Η αναπαντεχη αντιδραση της, το προσωπο που φωτιζεται, συμβαινει οταν κατι παει να χαλασει στο γαμηλιο παρτυ. Το ηθελε καν, το παρτυ; Μηπως στην καταστροφη βρισκεται στο στοιχειο της; Μας προϊδεαζει για την σταση που θα παρει απεναντι σε μιαν αλλη, καθολικη αυτην τη φορα καταστροφη;

Φτανουν λοιπον στο κτημα πεζοι, με 2 ωρες καθυστερηση. Η Justine με τις γοβες στο χερι, λιγο κουρασμενη αλλα κεφατη.

Ειναι ξεγνοιαστη και παιζει.

Η Claire ομως τους περιμενει συγκρατημενα εξαλλη. Κραταει το προγραμμα και δειχνει στην αδελφη της τι χαθηκε μεχρι τωρα, τι αναστατωση προκληθηκε:

This is very much not my project. OK?

Αυτο δεν ειναι καθολου το πλανο μου. ΟΚ;

Η Justine εχει μαζευτει σαν παιδι που το μαλλωνουν.

Παντως, αντι να βιαστει να μπει στην αιθουσα, στους καλεσμενους που ξεροσταλιασαν να τους περιμενουν, πρωτα θα παει στους σταβλους, στον Abraham, το αγαπημενο της αλογο, να το χαιρετησει και να το αγκαλιασει.

Η ιστορια ξεκινα σε ενα κλιμα ακρας θετικοτητας: η καταλευκη λιμουζινα, σαν νυφουλα κι η ιδια, στην θαλπωρη της το ζευγαρι να λικνιζεται απαλα, ο σωφερ φοραει στολη και τους πηγαινει σ' ενα πανεμορφο κτημα, εκει τους περιμενει μια γιορτη τελεια οργανωμενη και πολυδαπανη, και ολα παραπεμπουν σε ενα μελλον στρωμενο με ροδοπεταλα.

Το μεγεθος και η χλιδη της λιμουζινας συμβολιζει την υπερ-θετικοτητα της καταστασης. Και τι συμβαινει;

Εμφραγμα. Οπως ενας θρομβος στην αρτηρια, η λιμουζινα, αυτο το υπερμεγεθες χλιδατο οχημα, στον στενο δρομο φρακαρει.

Μια δυνατοτητα να δουμε τι συμβαινει εδω, οδηγει στην ιστορια του Οιδιποδα. Ο Οιδιποδας ζητα απο το μαντειο να μαθει για τους γονεις του. Ο χρησμος δεν του λεει ποιοι ειναι. Ομως του λεει οτι θα σκοτωσει τον πατερα του και θα παντρευτει τη μητερα του. Ο Οιδιποδας, για να αποφυγει τη μοιρα του, φευγει απο την Κορινθο, στην οποια ζουσε υιοθετημενος απο τον εκει βασιλια που νομιζε πατερα του, και πηγαινει στη Θηβα. Οδευει κατευθειαν προς τη μοιρα του. Και οχι μονο σκοτωνει τον πατερα του και παντρευεται τη μητερα του. Μεσα απο τις δικες του ερωτησεις, μεσα απο τον δικο του τροπο να ερμηνευει ο,τι ακουει, καταληγει να αναγνωρισει τον ενοχο - αυτον τον ιδιο. [>Ποιος ειναι ο Οιδιποδας;]

Αραγε θα μπορουσε καπως ετσι να μας αφορα το Οιδιποδειο - οχι του Freud, αλλα του Σοφοκλη; Να υπογραμμιζει δηλαδη οτι εκει που εννοουμε να παιρνουμε την τυχη στα χερια μας, σκαβουμε οι ιδιοι τον λακκο μας; Ας το αποκαλεσουμε, το "αρχαϊκο οιδιποδειο". [> Το οιδιποδειο συμπλεγμα … "Δευτερη βολτα" ]

Θα το δουμε καθαροτερα σε μερικα παραδειγματα:

- Το λεγομενο "αιτημα" του ανθρωπου που απευθυνεται στον ψυχοθεραπευτη, δηλαδη η εικονα που εχει για τον τροπο με τον οποιο θα λυθει το προβλημα του. Ομως το αιτημα αναγκαστικα προκυπτει απο την ιδια νοοτροπια που εχει γεννησει και το προβλημα! Δεν οδηγει στη λυση του, αλλα ειναι μερος του προβληματος και η εκπληρωση του, αν ηταν καν δυνατη, θα εκανε το προβλημα ακομη οξυτερο.

- Εκεινος που κυριαρχειται απο την αναγκη της ασφαλειας θα καταληξει να εχει ματια μονο για ο,τι θα την διαταρασσει. Περιφρουρωντας την ασφαλεια ζει σε διαρκη ανασφαλεια.

- Εκεινος που θελει τον συντροφο του "δικο του", τον θελει κτημα του, τον εκμηδενιζει ως Αλλον και, ακριβως ετσι, θα τον χασει - ειτε αυτος συνεχισει να μενει κοντα του χαμενος ως Αλλος, ειτε φυγει και χαθει για τα καλα.

- Εκεινος που λαχταρα για τους δικους του, γονεις, συντροφους, παιδια, να μην τους αγγιζει τιποτα στεναχωρο, θα κανει ανθρωπους δυσφορικους, ανικανοποιητους και δυσαρεστημενους.

- Η επιστημονικη ερευνα και η χιμαιρα μιας εξαντλητικης εξηγησης του κοσμου: Χρονια, αιωνες τωρα η καθε απαντηση που δινεται δεν ησυχαζει, αλλα γεννα πολλαπλασια ερωτηματα.

- Η κατακλυσμικη πληθωρα των πληροφοριων που αντι για μεγαλυτερη καθαροτητα, τελικα αρρωσταινει: Information Fatigue Syndrome.

- Η δυναμη ειναι δυναμη μονο οταν συνεχως υπερβαινει τον εαυτο της, οταν γινεται μεγαλυτερη. Το ιδιο συμβαινει με την εξουσια και τον πλουτο. Στον αυχενα αυτων των ανθρωπων δεν απλωνεται μαξιλαρι, αλλα επικρεμαται η δαμοκλειος σπαθη της αδυναμιας, της υποτελειας, της φτωχειας. (Καποτε, και πολυ πριν απο την οικονομικη κριση, στη Χαλκιδικη ενας αντρας καθοτανε μεσα στο αυτοκινητο του, μια Jaguar, και τραγουδουσε με παθος: "... στη Δραπετσωνα πια δεν εχουμε ζωη …")

- Η ιδια μοιρα διεπει τις φουσκες των ακινητων και των υπερακτιων συναλλαγων, την χιμαιρα της ευμαρειας, το πλανερο παραμυθι ενος τελικου εφησυχασμου που καποτε θα θαψει τον πλανητη κατω απο τα ιδια του τα σκουπιδια.

Αυτα για το αρχαϊκο οιδιποδειο.

Επιστρεφουμε στο Melancholia. Ενα σημερινο μαντειο θα διαμηνυε στο ζευγαρι οτι ο δρομος για το κτημα και τη γαμηλια τελετη θα ειναι δυσκολος, κουραστικος, με απροοπτα. Τι κανει το ζευγαρι μας; Φροντιζει να αποφυγει τις δυσκολιες, την κουραση και τα απροοπτα. Και πως κοιταζει να το πραγματοποιησει αυτο; Μα, ακριβως παιρνοντας για τη μετακινηση του την καλυτερη, ασφαλεστερη, ανετοτερη λιμουζινα που υπαρχει στην αγορα. Και ακριβως ετσι ο λογος του χρησμου εκπληρωνεται!

Απο την αρχη, ηδη εμπρος σ' αυτην τη μικρη καταστροφη, οι δυο αδελφες προβαλλουν με μια διαμετρικα αντιθετη σταση. Το εμφραγμα, ειδαμε, φερνει στην Justine μια αναταση, το προσωπο της φωτιζεται, βγαινει στον φρεσκο αερα κυριολεκτικα και μεταφορικα. Αντιθετα η Claire εξοργιζεται με την ανατροπη του προγραμματος. Αντιμετωπιζει τη μικρη καταστροφη με υφος αγερωχο. Δεν ανεχεται τιποτα να της χαλασει τα σχεδια. Δεν υπαρχει δικαιολογια!

Αυτα βεβαια δεν ερχονται απο το πουθενα. Οι δυο τους ειναι διαφορετικοι χαρακτηρες. H Justine ειναι καπως ουφο. Απο διασπαρτες αναφορες μαθαινουμε οτι ειναι περιεργη, κανει "σκηνες"… Δεν ειναι τελειως του κοσμου τουτου. Γι' αυτο ακριβως και βλεπει πραγματα που οι αλλοι δεν προσεχουν. Ετσι ειναι η μονη στην παρεα που διακρινει τον πλανητη Melancholia, 10 φορες μεγαλυτερο απο τη γη, που κατευθυνεται πανω της και σε λιγες μερες θα την συντριψει:

What star is that?

Τι αστρο ειν' αυτο;

Η Justine "ξερει πραγματα". Ενας διαλογος με την Claire:

Justine: The earth is evil. We don't need to grieve for it.

Claire: What?

Justine: Nobody will miss it.

Claire: But where would Leo grow?

Justine: All I know is, life on earth is evil.

Claire: Then maybe life somewhere else.

Justine: But there isn't.

Claire: How do you know?

Justine: Because I know things.

Claire: Oh yes, you always imagined you did.

Justine: I know we're alone.

Claire: I don't think you know that at all.

Justine: 678. The bean lottery. Nobody guessed the amount of beans in the bottle.

Claire: No, that's right.

Justine: But I know. 678.

Claire: Well, perhaps. But what does that prove?

Justine: That I know things. And when I say we're alone, we're alone. Life is only on earth, and not for long.

Justine: Η γη ειναι κατι κακο. Δεν χρειαζεται να την θρηνησουμε.

Claire: Τι;

Justine: Δεν θα λειψει σε κανεναν.

Claire: Μα που θα μπορεσει να μεγαλωσει ο Leo;

Justine: Αυτο που ξερω ειναι πως η ζωη πανω στη γη ειναι κατι κακο.

Claire: Τοτε ισως η ζωη καπου αλλου.

Justine: Μα δεν υπαρχει.

Claire: Πως το ξερεις;

Justine: Γιατι ξερω πραγματα.

Claire: Ω, ναι. Παντα φανταζοσουν πως ηξερες.

Justine: Ξερω πως ειμαστε μονοι.

Claire: Δεν νομιζω καθολου οτι τα ξερεις ολ' αυτα.

Justine: 678. Η λοτταρια των φασολιων. Κανενας δεν μαντεψε τον αριθμο των φασολιων στο μπουκαλι.

Claire: Οχι, αυτο ειναι σωστο.

Justine: Αλλα εγω ξερω. 678.

Claire: Ενταξει, ισως. Μα τι αποδεικνυει αυτο;

Justine: Οτι ξερω πραγματα. Και οταν λεω πως ειμαστε μονοι, ειμαστε μονοι. Ζωη υπαρχει μονο στη γη, και οχι για πολυ ακομα.

Για το ουφο, γι' αυτον που φερνει μια τρελλα, η ζωη επανω στη γη ειναι κατι κακο, διοτι η αποκλειστικη καθηλωση σ' αυτην, η "ζωη του σκουληκιου", οπως γραφει καπου ο Hölderlin αναφερομενος στους Γερμανους, ειναι κολαση. Το ουφο ασφυκτια μεσα της. Στους Ελληνες της αρχαιοτητας, αντιθετα, συνεχιζει ο Hölderlin, ειναι δοσμενη η "φωτια του ουρανου". Κατι απ' αυτην τη φωτια εχει σημαδεψει την Justine. Τα χερια της δεν τελειωνουν στα ακροδακτυλα αλλα τεινουν, με μια δικη τους φωτια, προς εκεινη του ουρανου. VIDEO

Ετσι αυτο το ουρανιο σωμα, ο πλανητης Melancholia, ειναι κατι σαν ο αγνωστος φιλος απο παλια τον οποιο, χωρις να το υποψιαζεται, περιμενε μια ζωη, και τωρα ερχεται και θα κατακυριευσει τη γη. Η Justine, στην καθοριστικη σκηνη του εργου,

θα μπορουσε να πει στη φωτια του ουρανου που πλησιαζει, με τα λογια της Αρετουσας:

Για σεναν εγεννηθηκε στον κοσμο το κορμι μου.

Το δοσιμο, η απογυμνωση της απεναντι του, που, υπογραμμιζω, δεν ειναι εκουσια, αλλα της συμβαινει, ξεκινα με την απεκδυση των πραγματων που την κρατουσαν δεμενη στη γη:

> Οταν στη γαμηλια τελετη δεν μπορει να συμμετασχει και περιερχεται σε απογνωση, οι γονεις της, απο τους οποιους αποζητα συμπαρασταση, ενα τελευταιο κρατημα, την εγκαταλειπουν.

> Παραιτειται απο την εταιρεια που δουλευε, και οπου πριν λιγο ο διευθυντης της, στην προποση του, ειχε ανακοινωσει την προαγωγη της. Του λεει λιγο αργοτερα:

Nothing is too much for you, Jack. I hate you and your firm so deeply I couldn't find the words to describe it. You are a despicable power-hungry little man, Jack.

Τιποτα δεν ειναι υπεραρκετο για σενα, Jack. Σε μισω, εσενα και την εταιρεια σου τοσο βαθια που δεν θα ειχα τις λεξεις να το περιγραψω. Εισαι ενα ποταπο ανθρωπακι διψασμενο για δυναμη, Jack.

> Η χωρις νοημα, σαν φτυσιμο συνευρεση με εναν υπαλληλο της εταιρειας που γνωρισε εκεινο το βραδυ. Εξευτελιζει την ερωτικη πραξη, της δινει τροπον τινα τη χαριστικη βολη, την αποχαιρετα. VIDEO

> Ο αντρας, που πλεον δεν της σημαινει τιποτα, φευγει το ιδιο βραδυ.

Michael: So I guess … we'll take off now.

Justine: Yes.

Michael: This could have been a lot different.

Justine: Yes, Michael, it would have been ... But, Michael, what did you expect?

Michael: Jeah...You're right.

Michael: Λοιπον φανταζομαι … πως τωρα τελειωσαμε.

Justine: Ναι.

Michael: Θα μπορουσε να ηταν πολυ διαφορετικο.

Justine: Ναι, Michael, θα μπορουσε … Αλλα, Michael, τι περιμενες;

Michael: Ναι … εχεις δικιο. VIDEO

Ακολουθει μια βαρια καταθλιψη Τα παντα, της ειναι βαρος ασηκωτο.

Καταθλιψη Μπανιο2.jpg

Ακομα και να μπει στο μπανιο. Η Claire της κανει το αγαπημενο της φαγητο. Η Justine το δοκιμαζει:

Ειναι σαν σταχτη VIDEO

Η καταθλιψη θα χαθει εκεινη τη νυχτα που η Justine γυμνωνεται απεναντι στον πλανητη Melancholia.

Και το τελευταιο βραδυ τον βλεπει να ανατελλει. Ευδαιμονια.

Μενει λιγη ωρα ακομα μεχρι ο Melancholia να πεσει στη γη. Η Claire θελει να περασει τις τελευταιες στιγμες με ενα κρασι στην ταρατσα.

Claire: I want us to be together when it happens. Maybe out- outside on the terrace. Help me Justine. I want to do this the right way.

Justine: You'd better do it quickly.

Claire: A glass of wine, together, maybe.

Justine: You want me to have a glass of wine on your terrace?

Claire: Yes. Will... will you do it, Sis?

Justine: How about a song? Beethoven's Ninth. Something like that? Maybe we could light some candles. You want us to gather on your terrace to sing a song, have a glass of wine, the three of us?

Claire: Yes. That would make me happy.

Justine: Do you know what I think of your plan?

Claire: No. I was hoping you might like it.

Justine: I think it's a piece of shit.

Claire: Justine, please. I just want it to be nice.

Justine: Nice? Why don't we meet on the fuckin' toilet?

Claire: Then let's not.

Justine: You're damn right, let's not.

Claire: Sometimes I hate you so much, Justine.

Claire: Θελω να ειμαστε μαζι οταν θα συμβει. Ισως εξω - εξω στην ταρατσα. Βοηθησε με Justine. Θελω να το κανω με τον σωστο τροπο.

Justine: Κοιταξε να το κανεις γρηγορα.

Claire: Ενα ποτηρι κρασι, μαζι ισως;

Justine: Θελεις να παρω ενα ποτηρι κρασι στην ταρατσα σου;

Claire: Ναι. Θα … θα το κανεις αδελφουλα;

Justine: Τι θα 'λεγες και για ενα τραγουδι; Ενατη του Beethoven. Κατι τετοιο; Ισως ν' αναβαμε μερικα κερια. Θελεις να μαζευτουμε στην ταρατσα σου, να πουμε ενα τραγουδι, να παρουμε ενα ποτηρι κρασι, οι τρεις μας;

Claire: Ναι. Αυτο θα μ' εκανε ευτυχισμενη.

Justine: Ξερεις τι σκεφτομαι για το σχεδιο σου;

Claire: Οχι. Ελπιζα να σου αρεζε.

Justine: Σκεφτομαι πως ειναι ενα ματσο σκατα.

Claire: Justine, σε παρακαλω. Θελω μονο να ειναι ομορφο.

Justine: Ομορφο; Γιατι δεν μαζευομαστε στην γαμημενη την τουαλετα;

Claire: Τοτε ας το αφησουμε.

Justine: Εχεις πολυ δικιο. Ας το αφησουμε.

Claire: Καποιες φορες σε μισω τοσο πολυ, Justine. VIDEO

Αμεσως μετα η Justine μιλα με τον μικρο γιο της Claire Leo, που φοβαται. Εδω η Justine εχει τη δικη της απαντηση για τον τροπο που θα περασουν τις τελευταιες στιγμες.

Leo: I'm afraid that the planet will hit us anyway.

Justine: Don't be. Please.

Leo: Dad says there's nothing to do then. Nowhere to hide.

Justine: If your dad said that, then he's forgotten about something. He's forgotten about the magic cave.

Leo: Φοβαμαι πως ο πλανητης θα μας χτυπησει οπωσδηποτε.

Justine: Μη φοβασαι, σε παρακαλω.

Leo: Ο μπαμπας λεει πως τοτε δεν μπορεις να κανεις τιποτα. Δεν εχει πουθενα να κρυφτεις.

Justine: Αν το ειπε ο μπαμπας σου, τοτε ξεχασε κατι. Ξεχασε τη μαγικη σπηλια. VIDEO

Το αλλοτριο, το αλλοκοτο, το αποτροπαιο της καταστροφης φωλιαζει μεσα στο Αλλο του παραμυθενιου κοσμου, του μαγικου, του "πνευματικου κοσμου". Το σκουληκι εχει συν-ουσιαστει με τη φωτια του ουρανου.

Ο Franz Kafka γραφει σε εναν απο τους "Αφορισμους":

Die Tatsache, daß es nichts anderes gibt als eine geistige Welt, nimmt uns die Hoffnung und gibt uns die Gewißheit.(62)

Το γεγονος οτι δεν υπαρχει παρα ενας πνευματικος κοσμος, μας παιρνει την ελπιδα και μας δινει τη βεβαιοτητα.

Η Claire τωρα.

Ειναι ολοτελα συντονισμενη στον τροπο του σκουληκιου. Μελημα της η ισορροπια, η ευμαρεια, η ασφαλεια. Δυο-τρεις φορες στο εργο, αντιμετωπη με τις παραξενιες της αδελφης της, αλλα και με τα ασυμβατα που θα της πεταξει στο κεφαλι, σαν συγχρονη Κασσανδρα, θα της πει:

Sometimes I hate you so much, Justine.

Καποιες φορες σε μισω τοσο πολυ, Justine.

Το γαμηλιο παρτυ ειναι σε εξελιξη. Η χλιδη και παλι κυριαρχη:

Η Claire, στην εγνοια της να πανε ολα καλα, να μην παρεισφρυσει καμια αρνητικοτητα, βλεπει την Justine να εχει πεσει. Την παιρνει σε ενα δωματιο.

Listen to me! We agreed that you weren't going to make any scenes tonight.

Ακουσε με καλα! Συμφωνησαμε οτι σημερα δεν θα κανεις σκηνες.

Η γιορτη τελειωνει και στο επικεντρο πλεον προβαλλει ο Melancholia.

That stupid planet

Αυτος ο χαζος πλανητης

λεει καπου η Claire, και προσωρινα καθησυχαζεται απο τον John, τον αντρα της, που ειναι ερασιτεχνης αστρονομος και στρουθοκαμηλιζει, για τον εαυτο του και ακομη περισσοτερο για να καθησυχαζει την Claire. Αυτη παντως παραμενει ανησυχη. Βρισκεται σε θεση αμυνας, καθως ειναι προσανατολισμενη σ' ολα αυτα που θα χασει.

Ενα βραδυ κοιταζει τον Melancholia απο το τηλεσκοπιο με εναν βουβο τρομο. Αναζητα πληροφοριες στο ιντερνετ. Ο John την πειθει για μια φορα ακομα. Ομως οχι για πολυ. Γυριζει απο το χωριο με κατι χαπια. Ο John καταλαβαινει την προθεση της:

Trying to kill us all?

Θελεις να μας σκοτωσεις ολους; VIDEO

Που σημαινει οτι επικοινωνουν και σ' ενα αλλο επιπεδο, ειλικρινεστερο, απο ο,τι μαρτυρουν τα λογια τους. Η αυτοκτονια ως υστατη φυγη απο την καταστροφη, η ακραια αρνηση της: Αν ειναι να μου συμβει, τοτε να το κανω εγω!

Τελευταιο βραδυ. Ο Melancholia ανατελλει. Ολοι βγαινουν στην ταρατσα.

Η Justine.

Η Claire.

Για μια τελευταια φορα ο John, σε μια κριση πανικου της Claire, την καθησυχαζει με ενα ψεμα, οτι ο Melancholia δηθεν απομακρυνεται.

It's moving away from us with over 60000 miles per hour

Απομακρυνεται απο μας με πανω απο 60000 μιλια την ωρα VIDEO

Ο Melancholia δεν απομακρυνεται πραγματικα. Απλα φευγει για τον τελευταιο του κυκλο πριν πεσει επανω στη γη, οπως εδειχνε ενα σχεδιαγραμμα που κατεβασε η Claire απο το ιντερνετ.

Ξημερωνει η τελευταια μερα. Η Claire απορει που ο υπηρετης τους δεν ηρθε να εργαστει. Σε μια κουβεντα με την Justine επιμενει, αν και οχι τελειως σιγουρη:

Claire: It will pass us by tonight. John is quite calm about it.

Justine: Does that calm you down?

Claire: Yes, of course … I don't study things as the scientists

Claire: Σημερα το βραδυ θα μας προσπερασει. Ο John ειναι πολυ ησυχος.

Justine: Αυτο σε ησυχαζει;

Claire: Ναι, βεβαια. Εγω δεν μελετω τα πραγματα οπως οι επιστημονες.

Η Justine επισης δεν μελετα τα πραγματα. Ομως, στον διαλογο που αναφερεται προηγουμενως λεει: "I know things." Δεν μελετα γιατι ξερει. Κινειται σε εναν αλλο χωρο απο αυτον της γνωσης. Ο Pablo Picasso φερεται να ειπε καποτε:

Je ne cherche pas; je trouve.

Δεν ψαχνω. βρισκω.

Η Claire κατεβαινει στην ταρατσα με τον καφε της, χαλαρη και ευδιαθετη, αφου το κακο εχει, υποτιθεται, περασει, χουχουλιαζει στην πολυθρονα κατω απο τον γλυκο ηλιο. Ο John, σκοτεινιασμενος, παρατηρει στο τηλεσκοπιο του με ενταση. Η Claire κλεινει για λιγο τα ματια. Οταν τα ανοιγει, ο John δεν ειναι πια εκει. Θα τον βρει νεκρο στον σταβλο με το κουτι χαπακια που ειχε αγορασει η ιδια.

Αυτη παλι ανακαλυπτει οτι ο Melancholia εχει μεγαλωσει πολυ και πλησιαζει ακρατητος.

Απονεννοημενες ενεργειες: Αρπαζει το παιδι της και πηγαινει για το χωριο, το αυτοκινητο την προδιδει, γυριζει κουβαλωντας το, ποτε στην αγκαλια και ποτε στους ωμους της.

Ακολουθει ο διαλογος με την Justine. Θελει την ωρα του τελους να καθονται στην ταρατσα με ενα ποτηρι κρασι, κερακια και μουσικη. Θελει να φερει ακομα και αυτην την ωρα στα μετρα της. Η Justine, ειδαμε, θα το ματαιωσει.

Και φτανουμε στη μαγικη σπηλια, οπου, πιασμενοι απο τα χερια, περιμενουν το τελος. VIDEO

Η Claire ειναι μια οικεια μορφη. Καταλαβαινει τον εαυτο της μεσα απο την οικογενεια, τον αντρα και το παιδι της, το κτημα της, τον τροπο ζωης που ολα αυτα τα διασφαλιζει και τα ενισχυει. Ακριβως επειδη η ιδια ειναι αυτα που εχει, η καταστροφη τους ειναι ο απολυτος εφιαλτης. Η απολυτη απογνωση. Το μονο που της μενει ειναι η αμυνα, που ζηταει να περισωσει, και που εδω ειναι καταδικασμενη εμπρος στην σαρωτικη επελαση του Melancholia. Αυτη η καταστροφη δεν ειναι στροφη. Εκσφενδονιζει στο κενο. Η Claire κυριαρχειται απο τον απολυτο τρομο.

Και η Justine; Ποια ειναι η Justine; Θα την δουμε σε αναφορα με την παρακατω σκηνη: VIDEO

kirsten-dunst-topless.jpg

"Σου δινομαι", λεει στον Melancholia. Το δωσιμο της μοιαζει, ομως δεν ειναι ερωτικο. Λειπει καθε διεγερση. Και δεν περιμενει τιποτα απο τον αλλο. Καλυτερα, αν το ερωτικο δωσιμο περιμενει απο τον αλλο να σβυσει τον οιστρο του ερωτα, η Justine δινεται στην καταστροφη, του κοσμου και της δικης της.

βλεπουμε το σωμα μιας ερωσας - snapshot2.jpg

Και το χαδι δεν ειναι απαραιτητα αυτοερωτικο. Θα μπορουσε να ειναι ο ιδιος ο Melancholia που, δια χειρος της, απλωνεται στο σωμα της, το προδιαθετει, το προκαταλαμβανει για την εξαλειψη. Αν μιλουσαμε εδω για ερωτα, θα επρεπε να τον εννοησουμε σε ενα τελειως αλλο φως.

Για την Claire, που ειναι ο,τι εχει, αυτο το δωσιμο ειναι αδιανοητο. Της ειναι αδιανοητο να τα αφησει ολα να φυγουν, να γυμνωθει απο τα εχει και τα θελω της, να αφεθει να φυγει.

Οταν η Justine ενωπιον του Melancholia  γυμνωνεται, τουτο ειναι η τελευταια πραξη της απεκδυσης της των πραγματων που συναντησαμε προηγουμενως: γονεις, αντρας, δουλεια, ερωτας. Στεκοντας πλεον γυμνη απεναντι στον Melancholia, του αντ-αποκρινεται. Μιλα μαζι του, του αποκρινεται με το να του δινεται. Το δωσιμο της ειναι αυτοπαθες. Διδεται, παραδιδεται αυτο τουτο το Ειναι της. Διεγερση, παθος, συγκινηση προϋποθετουν ενα υποκειμενο-φορεα τους. Στο αυτοπαθες δωσιμο δεν υπαρχουν διοτι ο φορεας τους δεν ειναι πλεον εκει. Εχει, αυτος καθαυτον, υπεισελθει στην παραδοση.

Η γαληνη της λυτρωσης. Που ομως και παλι δεν ειναι η λυτρωση απο…, οπως συχνα συμβαινει στην αυτοκτονια, καλη ωρα του John, και εχει χαρακτηρα φυγης προς τα εμπρος. Εδω συμβαινει μια λυτρωση προς… Ειναι ενα Ναι που δεν λεγεται καν απο εναν φορεα της καταφασης. Ειναι η Justine καθαυτην που γινεται ενα Ναι.

Ποιο ειναι λοιπον το υποκειμενο της ανταποκρισης στην καταστροφη; Ταιριαζει καν εδω η λεξη "υποκειμενο"; Ταιριαζει καν να ονομαζεται; Μπορει καν να ανταποκριθει στον Melancholia με το ονομα της; Μπορει να το κρατησει; Δεν μπορει διοτι το "Justine" ανηκει στον κοσμο της Claire, οπου η ζωη περιοριζεται στη ζωη που χανεται. Το "Justine" δεν φτανει μεχρι τον χαμο. Ο ανθρωπος που καταλαβαινει τον εαυτο του μεσα απο το ονομα του, το κυριο ονομα του, δεν μπορει να πεθανει.

Τα κυρια ονοματα… Ηδη παιδι μου γεννηθηκε μια απορια με το ονομα μου. Ο κοσμος μου αποτεινονταν και με προσφωνουσε "Κωστα...", "Κωστακη...", "Γεμενετζη...". Καποια στιγμη λοιπον, θολα στην αρχη και φευγαλεα, αναρωτηθηκα: Περιεχομαι, περα για περα, στο ονομα μου; Η απαντηση μου ηταν σαφης: Οχι! Αυτοι που μου μιλουν, αποτεινονται σ' εμενα. Και, αν το "Κωστας" δεν καλυπτει το "εμενα", εχει η αντ-ωνυμια "εμενα" ενα ονομα, αντι του οποιου λεγεται; Η απαντηση μου ηταν και παλι σαφης: Οχι!

Θα μπορουσε αυτο το περαν του ονοματος, που σημαινει ("σημαινει", με την εννοια που η καμπανα σημαινει) το Ειναι μου, να εγκειται σε μια σιωπη, οχι στερητικη, αλλα που με περιβαλλει; Με αποπερατωνει; Με φερει στο λικνο της;

Θα μπορουσε ο Melancholia, θα μπορουσε η στροφη της καταστροφης να αφηνει πισω της την μονο-ζωη, αυτο που η Claire εκπροσωπει, και να στρεφει προς εκεινη τη σιωπη η οποια, και μονον αυτη, θα του ανταποκρινονταν, θα μιλουσε μαζι του; Θα μπορουσε μαλιστα καποιες φορες πρωτα η καταστροφη να αφυπνιζει το αναισθητο αισθητηριο εκεινης της σιωπης;

Στον Πορφυρα του Διονυσιου Σολωμου ενας νεος κολυμπα στη θαλασσα. Ωρα ευδαιμονιας, η ζωη σε ολον τον πλουτο της:

Kι η φύσις όλη τού γελά και γένεται δική του.

Οπου προβαλλει "ο τίγρης του πελάγου". Εκει,

Πριν πάψ' η μεγαλόψυχη πνοή

ερχεται η στροφη της καταστροφης του στα δοντια του καρχαρια. Και τοτε:

Άστραψε φως κι εγνώρισεν ο νιος τον εαυτό του.

Τελειωνοντας επιβαλλεται να εγκυψουμε σ' ενα ερωτημα που τιθεται πιεστικα ηδη απο τον τιτλο της ταινιας: "Melancholia". Δεν θα μπορουσε κανεις να ισχυριστει οτι η υποθεση αφορα μια γυναικα καταθλιπτικη και αυτοκτονικη, που εχει αναθεσει την αυτοκτονια της στον ομωνυμο πλανητη; Τα συμπτωματα αποδιδονται με ακριβεια - αλλωστε τοσο ο Lars von Trier οσο και η Kirsten Dunst, που υποδυεται την Justine, γνωριζουν την καταθλιψη ως εμπειρια. Δεν θα μπορουσαμε να πουμε οτι η ταινια αφηγειται απλα την ιστορια μιας ψυχοπαθολογιας;

Θα μπορουσαμε. Ομως τοτε θα ειχαμε μιλησει μεσα απο τον νου και τα ματια της Claire και των ομοιων της, δηλαδη της κυριαρχης κοινης γνωμης η οποια βλεπει καθε τι που της ειναι ασυμβατο, π.χ. την καταθλιψη, ως διαταραχη και ασθενεια. Σε μεγαλο βαθμο το βασανο του καταθλιπτικου εγκειται ακριβως στην εκθεση του στην πιεστικοτητα των αλλων. Το "δεν μπορω", οπως αυτο της Justine στο γαμηλιο παρτυ, στο μπανιο, στο φαγητο, γινεται βασανιστικο καθως πρεπει να διαψευσει τις προσδοκιες των γονιων, του αντρα της, της αδελφης της.

Πριν απο λιγο καιρο διαβασα στο Facebook το ποιημα μιας γυναικας που μιλα για την εμπειρια της, της καταθλιψης. Τελειωνει ως εξης:

Καταθλιψη καποιες φορες σημαινει

Ν' αγνοεις το καθε τηλεφωνο για εναν ολοκληρο μηνα

Γιατι, ναι, εχουνε τον σωστο αριθμο

Μα συ δεν εισαι το προσωπο που ζητανε, οχι πια.

Αν προσεξουμε θα δουμε οτι, τουλαχιστον σε καταστασεις οπου δεν ειμαστε αμετοχοι, η απλα λειτουργικοι, δεν ειμαστε ποτε οι ιδιοι. Τοτε, οπως υποδηλωνουν και οι τελευταιοι στιχοι, η καταθλιψη δεν θα ηταν παθηση ενος ατομου, αλλα μεταβαση σε ενα αλλο "ατομο", οπως λεει.

Τα πραγματα θα ηταν πολυ διαφορετικα αν βλεπαμε την καταθλιψη ως εναν αλλο τροπο υπαρξης. Οταν ο καταθλιπτικος βρεθει στο περιβαλλον που του αρμοζει, ανθιζει. Ετσι καποιος σε μια κλινικη της Ζυριχης αγαλλιαζε ακουγοντας το "Χειμερινο ταξιδι" του Schubert. Ειναι ακομα γνωστο το φθινοπωρο ως η εποχη στην οποια ο καταθλιπτικος βρισκεται στο στοιχειο του. Και, για να επανελθουμε στην Justine: η ελευση της καταστροφης, της μικρης καταρχην, οταν η λιμουζινα φρακαρει, και της μεγαλης καταστροφης, που δεν ειναι τιποτα, καθως η Justine χαριζει στον εαυτο της, στην Claire και στον γιο της εναν καλο θανατο.


ψυχαναλυση / ΚΕΙΜΕΝΑ ΟΜΙΛΙΕΣ 2016- / Yayoi Kusama, Infinity

Yayoi Kusama, Infinity

Καταπινε αντικαταθλιπτικα και θα περασει

Γκρεμισε την πυλη των ψευδαισθησεων

Μεσα στην αγωνια των λουλουδιων, το παρον δεν τελειωνει ποτε

Στα σκαλοπατια του ουρανου η καρδια μου αφηνει στην τρυφεραδα τους την τελευταια πνοη της

Καλωντας απο τον ουρανο, σιγουρη, διαφανη στη γαλανη της αποχρωση

Αγκαλιασμενη με τον ισκιο της συσκοτισης

Συννεφα καταιγιδας υψωνονται

Ηχοι δακρυων που χυνονται τρωγοντας το χρωμα του υβισκου

Γινομαι πετρα

Οχι στον χρονο τον απαντα

Αλλα στο παρον που οζει.

Swallow antidepressants

Η Yayoi Kusama, γεννηθηκε το 1929 σε μια μικρη ιαπωνικη πολη, στα 28 της μεταναστευσε στις Ηνωμενες Πολιτειες. Μετα απο 16 χρονια, το 1973 επεστρεψε στην Ιαπωνια. Το 1977 αποσυρθηκε σε μια ψυχιατρικη κλινικη, οπου ζει μεχρι σημερα. Πριν λιγες εβδομαδες το Time την συγκατελεξε στους 100 ανθρωπους που ασκουν την μεγαλυτερη επιρροη στον πλανητη.

Ηδη απο τα δεκα, γραφει στην αυτοβιογραφια της:

1952 A Flower

αρχισα να εχω καθημερινες οπτικες και ακουστικες ψευδαισθησεις (...) Απο πολυ νεαρη ηλικια συνηθιζα (...) να καθομαι σε λιβαδια αναμεσα σε μενεξεδες, χαμενη σε σκεψεις.

Going out into the Field 2006

Μια μερα ξαφνικα σηκωσα το κεφαλι μου και παρατηρησα οτι καθε μενεξες χωριστα ειχε τη δικη του, σχεδον ανθρωπινη φυσιογνωμια και εκπληκτη ακουσα ολους να μου μιλουν. Γρηγορα οι φωνες μεγαλωσαν σε αριθμο και σε ενταση, μεχρι που τ' αυτια μου αρχισαν να πονανε απο τους ηχους τους.

2009 flowers that bloom at midnight.jpg

flowers that bloom at midnight, 2009

fiberglass reinforced plastic, metal, urethane paint

Νομιζα πως μονο τα ανθρωπινα οντα μιλανε, και ξαφνιαστηκα που οι μενεξεδες χρησιμοποιουσαν λεξεις για να επικοινωνουν. Ολοι τους ηταν σαν μικρα ανθρωπινα προσωπα που με κοιταζαν. Τρομαξα τοσο που τα ποδια μου αρχισαν να τρεμουν.

Στηριχτηκα με δυσκολια στα ποδια μου κι αρχισα να τρεχω πισω στο σπιτι οσο πιο γρηγορα μπορουσα.

20130502000868_0.jpg

Ειχα σχεδον φτασει οταν ο σκυλος μας αρχισε να με κυνηγαει και να μου γαβγιζει - με ανθρωπινες λεξεις. Ορμηξα στο σπιτι μεσα σε πανικο και σκεφτομουν: Τι συμβαινει; Τι επαθα; Χλωμη και τρεμοντας χωθηκα σε μια ντουλαπα κι εκλεισα την πορτα, και μονο τοτε μπορεσα να παρω ανασα.

1939 Untitled

Καθομουν εκει στο σκοταδι, σκεφτομουν αυτο που ειχε συμβει και δεν μπορουσα να πω αν ηταν πραγματικο, η ενα ειδος ονειρο.

1939-01.jpeg

Untitled 1939

Οποτε συνεβαιναν πραγματα σαν αυτα, ετρεχα πισω στο σπιτι και σχεδιαζα στο τετραδιο μου της ζωγραφικης ο,τι ειχα μολις δει, ξεπετωντας το ενα σκιτσο μετα το αλλο.

Study of a Peony from a Sketchbook 1945

Αυτες τις ωρες δεν ημουν εδω. Ημουν σ' εναν ξεχωριστο κοσμο και ζωγραφιζα για να τεκμηριωσω τις εικονες που ειχα δει εκει.

1952-57.jpg

Ειχα πολλα σημειωματαρια γεματα απ' αυτες τις ψευδαισθησεις. Να τις καταγραφω βοηθουσε να μαλακωσει το σοκ και ο φοβος αυτων των επεισοδιων.

Και καταληγει:

Αυτη ειναι η προελευση των εργων μου. Ολη τη μερα δεν εκανα τιποτ' αλλο απο το να ζωγραφιζω. Εικονες αναδυονταν η μια μετα την αλλη, τοσο γρηγορα που ειχα δυσκολια να τις συλλαβω ολες. Και το ιδιο ειναι μεχρι σημερα, μετα απο πανω απο εξηντα χρονια σχεδιου και ζωγραφικης.

Και αλλου:

Η ζωγραφικη ηταν ενας πυρετος γεννημενος απο την απελπισια, ο μονος τροπος για μενα να συνεχισω να ζω σ' αυτον τον κοσμο. Επομενως θα μπορουσατε να πειτε οτι η ζωγραφικη μου γεννηθηκε με εναν πρωτογενη, διαισθητικο τροπο που λιγο εχει να κανει με την ιδεα της 'τεχνης'.

Και αλλου:

Η τεχνη μου εχει την προελευση της σε ψευδαισθησεις που μονο εγω βλεπω. Μεταφραζω τις ψευδαισθησεις και τις εμμονικες εικονες που με βασανιζουν, σε γλυπτα και πινακες. Ολα τα εργα μου σε παστελ ειναι παραγωγα της καταναγκαστικης νευρωσης κι επομενως ειναι αρρηκτα συνδεδεμενα με την αρρωστια μου. Παντως κανω και κομματια οταν δεν εχω ψευδαισθησεις.

Αν η Yayoi Kusama γνωριζε την σημειωση του Elias Canetti

Mια πληγη που γινεται σαν πνευμονας και διαμεσου του ανασαινεις.

θα ελεγε οτι γραφηκε γι' αυτην. Τουτο παντως μαζι με ενα acting out, εκδραματιση των συμπτωματων της. Στην πρωτη περιπτωση η πληγη συνιστα διασταση του Ειναι της. Στην δευτερη περιπτωση, της εκδραματισης, εν μερει κεκτημενη ταχυτητα, εναν υπερθετικο της τροπης απο την πληγη στην ανασα, εν μερει αντικειμενο εκμεταλλευσης και marketing - και τουτο ισως μεσα απο την υπερμετρη φλογα που την ωθουσε να ανταγωνιστει, να κατακτησει τον κοσμο. Τελη του 1980, καθως διαπραγματευονταν με την επιμελητρια της Tate Modern για μια εκθεση της, την ρωτησε αν μπορει να της υποσχεθει οτι θα την κανει πιο φημισμενη απο τον ζωγραφο Donald Judd, που ειχε επισης εκθεσει στην γκαλερι…

Και τα δυσκολα πρωτα χρονια στην Αμερικη, σε μια επισκεψη στο Empire State Building:

Κοιταζοντας κατω απο τον μεγαλυτερο ουρανοξυστη του κοσμου, αισθανομουν οτι στεκομουν στο οριο καθε εγκοσμιας φιλοδοξιας οπου πραγματι ολα ηταν δυνατα. Τωρα τα χερια μου ειναι αδεια, αλλα θα τα γεμισω με ο,τιδηποτε ποθει η καρδια μου, εδω ακριβως, στην Νεα Υορκη. Ενας τετοιος ποθος ηταν μεσα μου σαν βουερη φωτια.

Ο Rainer Maria Rilke γραφει στην Πρωτη Ελεγεια του Duino:

Γιατι το ωραιο δεν ειναι

παρα η απαρχη του τρομερου που μολις κι αντεχουμε,

Στην Kusama το τρομερο ειναι οι ψευδαισθησεις της.

Οταν τις καταγραφει σε εργα τεχνης, το βλεμμα της ειναι σαν αυτο της Μεδουσας:

οι ψευδαισθησιακες παρουσιες πετρωνουν, δηλαδη καθιζανουν σε μια μορφη.

Στο διηγημα του Georg Büchner Lenz, σ' ενα σημειο λεει ο Lenz:

Χθες καθως ανηφοριζα διπλα στην κοιλαδα, ειδα δυο κοπελλες να καθονται πανω σ’ εναν βραχο: η μια εδενε τα μαλλια της, η αλλη την βοηθουσε· και τα χρυσαφενια μαλλια επεφταν κατω, κι ενα σοβαρο χλωμο προσωπο, κι ομως τοσο νεανικο, κι η μαυρη στολη, κι η αλλη να νοιαζεται με τοση φροντιδα. Οι ωραιοτερες, οι βαθυτερες εικονες της παλιας γερμανικης σχολης δεν αποδιδουν τιποτε απ’ αυτο. Μερικες φορες κανεις θα ‘θελε να ‘ναι μεδουσοκεφαλη για να μπορεσει ενα τετοιο συμπλεγμα να το μεταμορφωσει σε πετρα και να φωναξει τον κοσμο.

Και ο Paul Celan, που παραθετει το σχετικο αποσπασμα σε μια ομιλια, συνεχιζει:

Κυρίες και Κυριοι, προσεξτε παρακαλω: "Κανεις θα 'θελε να ‘ναι μεδουσοκεφαλη" για να ... συλλαβει το φυσικο ως το φυσικο μεσω της τεχνης!

Εδω βεβαια "Μεδουσοκεφαλη" δεν σημαινει copy (του φυσικου) - paste (στον καμβα). Kusama:

Βαθια στα βουνα του Nagano, δουλευοντας με φυλλα λευκου χαρτιου σε μεγεθος letter, ειχα βρει την δικη μου μοναδικη μεθοδο εκφρασης: πινακες με μελανι που παρισταναν συσσωρευσεις απο μικροσκοπικες βουλες και σχεδια με μολυβι απο ατερμονες και συνεχομενες αλυσσιδες απο διαβαθμισμενες κυτταρικες μορφες, η παραξενες δομες που εμοιαζαν με μεγενθυμενα τμηματα απο κοτσανια φυτων.

1962 Net Covering the River.jpg

Net covering the river 1962

Τις σκοτεινες μερες του πολεμου, το σκηνικο της κοιτης του ποταμου πισω απο το σπιτι μας, οπου περασα απαρηγορητη μεγαλο μερος της παιδικης μου ηλικιας, εγινε η θαυμαστη πηγη ενος οραματος: τα εκατονταδες εκατομμυρια απο λευκες κηλιδες, η καθε μια ατομικα επαληθευσιμη, πραγματι "υπηρχαν" εκει,

1990 The Yangtze River.jpg

The Yangtze River 1990

μουσκεμενες στον ηλιο του κατακαλοκαιρου.

Με αλλο τροπο γραφει ο Friedrich Hölderlin σε ενα σχεδιασμα για το "τρομερο που μολις αντεχουμε":

Doch uns gebührt es, unter Gottes Gewittern,

Ihr Dichter! mit entblößtem Haupte zu stehen,

Des Vaters Strahl, ihn selbst, mit eigner Hand

Zu fassen und dem Volk ins Lied

Gehüllt die himmlische Gabe zu reichen.

Αλλά σ’ εμάς αρμόζει, στις καταιγίδες των θεών,

Ω ποιητές, με γυμνή να στέκουμε την κεφαλή

Του Πατέρα την αχτίδα, αυτήν, με το ίδιο μας το χέρι

Να συλλαμβάνουμε και στον λαό στο τραγούδι μέσα

Συγκαλυμμένο να παρέχουμε το ουράνιο δώρο.

Επειδη οι ποιητες, θα μπορουσαμε να πουμε οι καλλιτεχνες, με το εργο τους, ως το εργο τους, μεσολαβουν την "αχτιδα του Πατερα" στους ανθρωπους, ο Hölderlin τους ονομάζει Ημίθεους.

Την υποθεση της εμμονικης ενασχολησης της Kusama με το τρομερο, θα την δουμε στο παραδειγμα του φαλλου.

1963 aggregation-one-thousand-boats-show1.jpg

Aggregation: One Thousand Boats Show

Τον Δεκεμβριο του 1963 εκανα μια ατομικη εκθεση στην γκαλερι Gertrude Stein Gallery στη Νεα Υορκη με τον τιτλο Aggregation: One Thousand Boats Show. [Συσσωρευση: Το σοου "Χιλιες βαρκες"]. Ηταν η πρωτη μου εγκατασταση. Αναριθμητοι λευκοι, παραγεμισμενοι και ραμμενοι φαλλοι σκεπαζαν ολοτελα μια βαρκα με κουπια σε φυσικο μεγεθος. Παντου τριγυρω στη βαρκα, στο ταβανι και στους τοιχους, ηταν 999 μαυροασπρες φωτογραφιες της σε μεγεθος ποστερ. Οταν στεκοσουν σ' αυτο το δωματιο, οι χιλιες βαρκες αρχιζαν να στροβιλιζονται γυρω σου και να σου φερνουν ναυτια και παραισθησεις.

Ο λογος γι' αυτα τα πρωτα μου μαλακα γλυπτα ηταν οτι φοβομουν το σεξ σαν κατι βρωμικο. Ο κοσμος συχνα θεωρει οτι πρεπει να ειμαι μανιακη με το σεξ γιατι κανω τοσο πολλα τετοια αντικειμενα, ομως αυτο ειναι ολοτελα παρανοηση. Ειναι ακριβως το αντιθετο - κανω τα αντικειμενα γιατι με φρικαρουν. Αρχισα να κανω πεη για να θεραπευσω την αισθηση μου της αηδιας απεναντι στο σεξ. Το να αναπαραγω τα αντικειμενα παλι και παλι ηταν ο τροπος μου να κυριαρχησω στον φοβο. Ηταν ενα ειδος αυτοθεραπειας στην οποια εδωσα το ονομα 'ψυχοσωματικη τεχνη'. Σε καθε περιπτωση ημουν τρομοκρατημενη με το σεξ και τον φαλλο. Ο φοβος μου ηταν του ειδους κρυβομαι-στη-ντουλαπα-και-τρεμω. Και ακριβως γι' αυτο εκανα τονους και τονους απ' αυτα τα σχηματα. Να τα δημιουργω, να βαζω τον εαυτο μου καταμεσις στον τρομο, με βοηθουσε να θεραπευσω τις πληγες στην καρδια μου και, αργα-αργα, να ξεφυγω τον φοβο. Καθε μερα δημιουργουσα φορμες που με τρομαζαν, τις συσσωρευα, χιλιαδες και δεκαδες χιλιαδων. Μονο κανοντας αυτο μετεστρεψα τον τρομο σε κατι οικειο.

Αναπαραγωντας τις φορμες πραγματων που με τρομαζουν, μπορω να καταστελλω τον φοβο.

1966 “Accumulation” works

Κανω ενα στρωμα μαλακου γλυπτου απο πεη και ξαπλωνω μεσα τους.

Αυτο μετατρεπει το εκφοβιστικο πραγμα σε κατι αστειο, κατι διασκεδαστικο. Μπορω να χαιρομαι την αρρωστια μου στο εκθαμβωτικο φως της ημερας. Σημερα ο αριθμος απο τα πεη που εκανα, ανετα φτανει τις εκατονταδες χιλιαδων.

[...]

Ακομα ετυχε να δω την σεξουαλικη πραξη οταν ημουν μικρη, και ο φοβος που εισεβαλε απο τα ματια μου φουντωσε μεσα μου, μαζι με ενα αγριεμενο αγχος για το μελλον. Επειδη αυτο εγινε μεσα στην οικογενεια, το παιδι που ημουν δεν γινοταν να σηκωνει συναισθηματα που δεν μπορουσε να αντιμετωπισει. Ολοι οι εσωτερικοι παραγοντες που με κανουν να αντιλαμβανομαι την σεξουαλικη συνουσια ως βια, βρισκουν τη μορφη τους στο ανδρικο σεξουαλικο οργανο.

1964 Compulsion Furniture (Accumulation)

Μισω και φοβαμαι την βια και τον πολεμο. Το ανθρωπινο γενος δοκιμασε πολλες και διαφορες προσεγγισεις σ' αυτα τα προβληματα, ομως αυτα δεν θα εξαφανιστουν απλα απο τον κοσμο. Τελικα πισω απο την παρορμηση της μαχης βρισκεται το απλο γεγονος οτι οι αντρες εχουν πεη. Οσο οι αντρες εχουν αυτα τα πραγματα, ποτε δεν θα σταματησουν να διαπραττουν πολεμους και βιαιοτητες.

Accumulation of the Corpses

(Prisoner Surrounded by the Curtain of Depersonalization), 1950

Ομως το μεγαλυτερο βασανο που η Kusama αντιμετωπιζει ειναι αλλο:

Το επικεντρο των ψυχικων και νευρικων διαταραχων που με βασανιζουν βρισκεται σε μια κατασταση που εχει τον ορο "αποπροσωποποιηση". Αισθανομαι σαν να βρισκομαι σ' ενα μερος οπου πτυχωτες ριγε κουρτινες με κλεινουν ολοτελα και τελικα η ψυχη μου χωριζεται απο το σωμα μου. Οταν συμβαινει αυτο, μπορει για παραδειγμα να πιασω ενα λουλουδι στον κηπο χωρις να μπορω να το αισθανθω. Περπατωντας ειναι σαν να βρισκομαι επανω σ' ενα συννεφο. Δεν εχω καμια αισθηση του σωματος μου σαν κατι πραγματικο.

2007.jpg

Στην αποπροσωποποιηση, γραφει σε αλλο σημειο,

1998.jpg

1998

χανεις τον εαυτο σου, τον κοσμο και τον χρονο … βλεπεις την υπαρξη να εκμηδενιζεται.

Στην Kusama ο εκμηδενισμος της υπαρξης μεταστρεφεται σε εργο τεχνης με αυτο που ονομαζει self obliteration, εξαλειψη του εαυτου. Συμβαινει με την αεναη επαναληψη του ιδιου. Το ονομαζει obsession, εμμονη, οπως για παραδειγμα food obsession. Γραφει σχετικα:

Η σκεψη να τρωω συνεχως κατι σαν μακαρονια φτυσμενα απο τη μηχανη με γεμιζει με φοβο και αποτροπιασμο, κι ετσι κανω γλυπτα απο μακαρονια. Τα κανω, και τα κανω και συνεχιζω να τα κανω μεχρι που θαβω τον εαυτο μου στην διαδικασια. Αυτο το ονομαζω "εξαλειψη".

Με "ψυχαναγκαστικη νευρωση", obsession, η Kusama χαρακτηριζει λοιπον την εμμονικη ενασχοληση με ενα αντικειμενο. Στα εργα της, αφοτου εγκαθισταται στην Νεα Υορκη, συνανταμε τιτλους οπως

"sex obsession":

1966

"food obsession":

1968 Yayoi Kusama with Macaroni Girl.jpg

"violet obsession":

1994 Violet Obsession.jpg

"endless obsession":

Endless Obsession.jpg

"face obsession":

1964 Face Obsession.jpg

"infinite obsession" (Τιτλος προσφατης ρετροσπεκτιβας της στην Λατινικη Αμερικη):

2013 Infinity Obsession.jpg

Ενα αγαπημενο οχημα της Kusama προς την εξαλειψη ηταν απο παντα τα polka dots, οι βουλες πουαν. "Dots Obsession". Γραφει:

2011 dots obsession.jpg

Μια βουλα πουαν εχει τη μορφη του ηλιου, που ειναι συμβολο ενεργειας για ολον τον κοσμο μας και για την ζωη μας που ζουμε, κι επισης τη μορφη του φεγγαριου, που ειναι γαληνιο. Στρογγυλο, μαλακο, πολυχρωμο, διχως αισθηση κι επιγνωση. Οι βουλες πουαν δεν στεκουν μονες. Οπως η επικοινωνιακη ζωη των ανθρωπων, δυο, η τρεις βουλες πουαν γινονται κινηση … Οι βουλες πουαν ειναι ενας δρομος προς το απειρο. Η ζωη μου ειναι μια βουλα χαμενη αναμεσα σε χιλιαδες αλλες βουλες.

Οι βουλες πουαν δεν στεκουν απο μονες τους. Οταν εξαλειφουμε την φυση και τα σωματα μας με βουλες πουαν, γινομαστε μερος της ενοτητας με τα περιβαλλοντα μας.

Δεκαετια του '60 στην Αμερικη εκανε πολλα happenings. Ενα απο αυτα ηταν και το λεγομενο "Horse Play":

VIDEO

Λεει σχετικα:

Η μορφη του αλογου εξαφανιζεται, καθως αφομοιωνεται στις βουλες. Η μαζα που ειναι 'αλογο' απορροφαται μεσα σε κατι αχρονο. Και οταν αυτο συμβαινει, εξαλειφομαι και εγω.

Εκθεση, Wellington 2009

Πως οι βουλες πουαν επιτελουν την εξαλειψη; Το αντικειμενο, ανθρωπος, ζωο, φυτο, πραγμα διαποτιζεται απο κατι αλλοτριο, τις βουλες, που επαναλαμβανεται αεναα και το πλημμυριζει.

Οι βουλες δεν υποτασσονται στη μορφη. Ειναι αδιαφορες προς τη μορφη. Απλωνονται σε τοιχους, παραθυρα, στα παντα. Ετσι ειναι που η μορφη εξαλειφεται.

Το 1968, καιρο του πολεμου στο Βιετναμ, η Kusama εστειλε μια ανοιχτη επιστολη στον Richard Nixon:

11 Νοεμβριου 1968

Ανοιχτη επιστολη στον ηρωα μου, Richard Nixon

Η γη μας ειναι μια μικρη βουλα πουαν αναμεσα σε εκατομμυρια αλλα ουρανια σωματα, μια ουρανια μπαλα εξαπατημενη απο μισος και διαμαχες καταμεσις στις ειρηνικες, σιωπηλες σφαιρες. Εσυ κι εγω ας αλλαξουμε ολ' αυτα κι ας κανουμε αυτον τον κοσμο μια νεα γη της Εδεμ.

Ας ξεχασουμε τους εαυτους μας, φιλτατε Richard, κι ας γινουμε ενα με το απολυτο, ολοι μαζι μεσα στο ολοι-μαζι. Καθως θα σκιζουμε τους ουρανους θα βαφουμε ο ενας τον αλλο με βουλες πουαν, θα χανουμε το εγω μας μεσα σε αχρονη αιωνιοτητα, και τελικα θ' ανακαλυψουμε την γυμνη αληθεια:

Δεν μπορουμε να ξεριζωσουμε την βια με περισσοτερη βια.

Η εξαλειψη του εαυτου και του κοσμου, ετσι ωστε, χανοντας την εκαστοτε ιδιαιτερη τους υποσταση, συντηκονται σε μια ενοτητα, ειναι μακρινος αποηχος της βουδιστικης παραδοσης. Ομως θα μπορουσαμε να διακρινουμε μια καποια συγγενεια με τους προσωκρατικους. Σε μια ομιλια ο Martin Heidegger λεει για την εποχη της τεχνικης οτι για πρωτη φορα ο ανθρωπος δεν εννοει τον εαυτο του διαφορετικα απο τον κοσμο, π.χ. ως υποκειμενο απεναντι στα αντικειμενα, αλλα ανθρωπος και κοσμος υπεισερχονται σε μια ταυτιση καθως εννοουνται ενιαια, σε ορους της τεχνικης: ανθρωπος και κοσμος κοινα δομημενοι, π.χ. συμφωνα με την θεωρια της πληροφορικης και την λειτουργια των υπολογιστων. Τουτος, ο "μεγιστος κινδυνος" για τον ανθρωπο, ειναι συναμα και το ανοιγμα της δυνατοτητας, αυτη η ταυτιση, απαξ και συμβαινει, εστω σ' αυτην την περιορισμενη και αναιμικη διασταση, να τραπει προς ενα ασυγκριτα ευρυτερο υπαρξιακο φασμα "στην ηχω", οπως λεει αλλου, της ρησης του Παρμενιδη

τὸ γὰρ αὐτὸ νοεῖν ἐστίν τε καὶ εἶναι

Ο Heidegger παρομοιαζει αυτην την τροπη

με το αρνητικο μιας φωτογραφιας που, στα χρονια πριν απο την ψηφιακη εποχη, ηταν η μητρα

απο οπου θα ανελαμπαν τα χρωματα κι οι μορφες σε ολο τον πλουτο τους.

Η Kusama δεν εζησε την εξαλειψη του εαυτου της παντα ως καλλιτεχνικη δημιουργια:

Yayoi-Kusama-the-obliteration-room-03.jpg

Μια μερα κοιταζα το μοτιβο των κοκκινων λουλουδιων στο τραπεζομαντηλο επανω σ' ενα τραπεζι, και οταν κοιταξα κατα πανω ειδα το ιδιο μοτιβο να καλυπτει το ταβανι, τα παραθυρα και τους τοιχους, και τελος παντου στο δωματιο, στο σωμα μου και στην υφηλιο. Αισθανθηκα σαν να αρχιζα να εξαλειφομαι, να περιστρεφομαι στο απειρο του ατελειωτου χρονου και στο απολυτο του χωρου και να περιοριζομαι σε μια μηδενικοτητα. Οταν αντιληφθηκα οτι αυτο συνεβαινε πραγματικα και οχι μονο στην φαντασια μου, τρομαξα. Ηξερα οτι επρεπε να τρεξω και να φυγω, για να μη χασω τη ζωη μου απο την καταρα των κοκκινων λουλουδιων. Ετρεξα απελπισμενη ν' ανεβω τα σκαλοπατια. Απο πισω μου τα σκαλοπατια αρχισαν να καταρρεουν κι επεσα κατω στη σκαλα και στραμπουληξα τον αστραγαλο μου.

Με την τεχνη της τωρα, βλεπει την εφιαλτικη εκμηδενιση της υπαρξης που γνωρισε στην αποπροσωποποιηση, ως το αρνητικο της εικονας, να τρεπεται προς την γαληνια εξαλειψη του εαυτου και του κοσμου μεσα σε βουλες πουαν, και σε ο,τι αποκαλει infinity, το απειρο:

1959 No3.PNG

Τον Οκτωβριο του 1959 πραγματοποιησα το ονειρο μου μιας ατομικης εκθεσης στη Νεα Υορκη. Το σοου ειχε τον τιτλο Obsessional Monochrome [Εμμονικη μονοχρωμια] [...]

Infinity Net

Αποτελουνταν απο ασπρομαυρους πινακες infinity net [διχτυα του απειρου] που αγνοουσαν την συνθεση και δεν ειχαν κεντρο.

Η μονοτονια που παραγονταν απο τα επαναλαμβανομενα μοτιβα τους, προκαλουσε στον θεατη συγχυση, ενω η υπνωτικη τους γαληνη τραβουσε τον πνευμα μεσα σε εναν ιλιγγο της μηδενικοτητας [...]

1961 Studio2.jpg

Μια βουλα πουαν: ενα και μονο σωματιδιο μεσα σε δισεκατομμυρια. Εβγαλα ενα μανιφεστο οπου ελεγα οτι τα παντα - ο εαυτος μου, οι αλλοι, ολη η οικουμενη - μπορουσε να εξαλειφθει με λευκα διχτυα μηδενικοτητας που συνδεουν αστρονομικες συσσωρευσεις απο βουλες. Λευκα διχτυα που περικαλυπτουν τις μαυρες βουλες ενος σιωπηλου θανατου απεναντι σ' ενα καταμαυρο φοντο μηδενικοτητας.

Οταν ο καμβας εφτασε τα 33 ποδια, ειχε υπερβει την φυση του ως καμβα για να γεμισει ολο το δωματιο. Αυτη ηταν η 'επικη' μου συνοψη απο ολα οσα ημουν.

Infinity.jpg

και το ξορκι απο τις βουλες και το πλεγμα με περιτυλιγε μεσα σε μια μαγικη κουρτινα μιας μυστηριακης, αορατης δυναμης.

Ο Paul Celan λεει σε μια ομιλια του:

Το ποιημα [...] παραμενει επιμνημον των δεδομενων του, [...] μιλα παντα μονο για δικη του, ολοτελα δικη του υποθεση.

2009 Self-Portrait.jpg

Αυτο συμβαινει βεβαια και με την τεχνη της Kusama. Και επειδη προκειται για δικη της, ολοτελα δικη της υποθεση, μπορει να πει:

Φερτε τον Picasso, φερτε τον Matisse, φερτε οποιονδηποτε! Θα τους αντιμετωπιζα ολους με μια βουλα πουαν και μονο. Αυτος ηταν ο τροπος που το ειδα και δεν ειχα αυτια ν' ακουσω. Στοιχηματισα τα παντα σ' αυτην και σηκωσα το επαναστατικο μου λαβαρο εναντια σ' ολη την ιστορια.

Τα "διχτυα του απειρου" εμφανιζονται ξανα και ξανα σ' ολη την διαδρομη της Kusama.

Ενδεικτικα μονο:

1958:

1958 Infinity-Nets

1961:

2000:

Infinity nets 2000 / Synthetic polymer paint on canvas

2005:

2005 Untitled (Infinity Nets)

2011:

2011 Infinity Nets LNXA

Και ενα που θα μπορουσε να μας ενδιαφερει ιδιαιτερα:

Ειναι απο το 1998, το εκανε σε 9 διαφορετικους χρωματισμους και το ονομαζει "Αγαλμα της Αφροδιτης που την εξαλειψαν διχτυα του απειρου".

Που σ' αυτα τα εργα δηλωνεται το απειρο; Στην obliteration, στην εξαλειψη του εαυτου και του κοσμου. Εξαλειφεται καθε ατομικοτητα, καθε κεντρο και καθε κατευθυνση. Και πως εκφραζεται αυτη η εξαλειψη στο εργο;

Yayoi Kusama signing.jpg

Ειναι φανερο οτι παμπολλα εργα της Kusama δημιουργουνται με μια, οπως η ιδια την χαρακτηριζει, "στερεοτυπικη επαναληψη". Ωρες, μερες, εβδομαδες, η μια βουλα μετα την αλλη… Μια τελετουργια ατελειωτη.

Η τελετουργια ειναι ο τροπος της συνομιλιας με το Αλλο, σε οποια μορφη μπορει να εχει, π.χ. θεος, γεννηση και θανατος, γαμος και πολεμος. Jean Baudrillard:

τελετουργιες, ενδυματα, μασκες, (...) - ολα τους με σκοπο να επικαλεστουν (...) τους θεους, τα πνευματα, η τους νεκρους.

Στην εποχη μας η παρακμη της τελετουργιας σε φολκλορ και η κλειστοτητα απεναντι στο αλλοτριο πανε χερι-χερι.

Και τι εχει η τελετουργια, που την καθιστα καταλληλη για την συνομιλια με το Αλλο; "Το πολυ το Κυριε Ελεησον το βαριεται κι ο παπας", λεει ο λαος. Απο τον λαο διαφευγει οτι το πολυ το Κυριε Ελεησον, ακριβως με την καταναγκαστικη επαναληψη, γινεται μηχανικο, χανει καθε νοημα. Baudrillard:

Μονο οι τελετουργιες εξαφανιζουν το νοημα

Ομως αυτη η εξαφανιση του νοηματος εχει μια ιδιαιτεροτητα που την αντιδιαστελλει απο ο,τι συνηθως εννοουμε με την εκφραση 'απουσια νοηματος'.

Εδω εξαφανιζεται και το ιδιο το δρων ον ως εαυτος, ταυτοτητα, υποκειμενο. Η εγγυτητα του Αλλου ειναι σαν την πτωση στην μαυρη τρυπα του, απαιτει μια θυσια: την αλλοτριωση του ιδιου του εαυτου.

Το Αλλο, με το οποιο συνομιλει η Kusama στις τελετουργιες της καλλιτεχνικης της δημιουργιας ειναι οι παρουσιες των ψευδαισθησεων και της αποπροσωποποιησης.

Σ' αυτους τους πινακες ενας στατικος, αδιαιρετος, δισδιαστατος χωρος προσκολλαται στον επιπεδο καμβα στη μορφη συνεχομενων, μικροσκοπικων κηλιδων που ακολουθουν η μια την αλλη ατερμονα και διαμορφωνουν μια απτη επιφανειακη υφανση που εκφραζει μια παραξενα επεκτεινομενη συσσωρευση μαζας. Τα στρωματα στεγνου λευκου χρωματος που προκυπτουν απο ενα μοναδικο αγγιγμα του πινελου, επαναλαμβανομενο ακουραστα στον χρονο, προσδιδουν συγκεκριμενοποιηση στο απειρο του χωρου καταμεσις σ' ενα εξαιρετικα εγκοσμιο οπτικο πεδιο.

(...)

στις εικονες της δικης μου ψυχης, ακομα και μεσα στην απουσια καθε προθεσης και μεσα σε περιστατικα χωρις νοημα, εμοιαζα παρασυρμενη προς τις πιο παραξενες και περιεργες σφαιρες. Ηθελα να απελευθερωθω απο το 'αγνωστο κατι', να αποσπασω το πνευμα μου απο τις Στυγιες Πηγες των συναισθηματων και να την εκσφενδονισω περαν της αιωνιοτητας. Και τωρα, επιτελους, ειχα ελευθερωσει αυτο το πνευμα μεσα στο ιδιο το χαος του κενου.

Επομενο Αθ

Ηδη απο το 1965 η Kusama εκανε εγκαταστασεις με καθρεφτες.

Στο συμπαν ειναι ο ηλιος, το φεγγαρι, η γη, και εκατονταδες εκατομμυριων αστρα. Ολοι μας ζουμε μεσα στο ανεξιχνιαστο μυστηριο και στην απεραντοσυνη του συμπαντος. Ακολουθωντας τη φιλοσοφια του συμπαντος μεσω της τεχνης κατω απο αυτες τις συνθηκες, οδηγηθηκα σ' αυτο που αποκαλω στερεοτυπικη επαναληψη.

Εδω η "στερεοτυπικη επαναληψη", και μαζι η "εξαλειψη" επιτελειται με τις αντανακλασεις, τα ειδωλα των ειδωλων ... των ειδωλων … των ειδωλων, στην απειροστικοτητα των οποιων ο εαυτος απορροφαται, εξαλειφεται.

1966 Narcissus Garden.jpg

1966 Narcissus Garden

Ετσι δεν ειναι τυχαια η προσοχη της Kusama στο θεμα του Ναρκισσου. Ο πρωτος Narcissus Garden ηταν στην Biennale της Βενετιας το 1966.

Με ποιον τροπο ο Ναρκισσος κατοικει εναν κοσμο κατοπτρικο, για το τι βλεπει ο Ναρκισσος μεσα στον καθρεφτη, για την φυση του ιδιου του καθρεφτη και των αντανακλασεων του, ενα αποσπασμα απο την "Σαγηνη" του Jean Baudrillard. Εδω επανερχεται με αλλον τροπο αυτο που στην Kusama γνωρισαμε ως "εξαλειψη" μεσα απο τη σαγηνη της τεχνης.

Στην οπτικη απατη, καθρεφτης, η εικαστικος πινακας, ειναι η γοητεια αυτης της διαστασης που λειπει, που μας σκλαβωνει. Ειναι αυτη η διασταση που λειπει, που δημιουργει τον χωρο της σαγηνης και καθισταται πηγη ιλιγγου. Γιατι αν ολα τα πραγματα εχουν την θεϊκη αποστολη να βρουν ενα νοημα, μια δομη στην οποια να θεμελιωσουν το νοημα τους, αναμφιβολα ζητουν επισης, εξαιτιας μιας διαβολικης νοσταλγιας, να χασουν τον εαυτο τους στις οψεις, στην σαγηνη της εικονας τους, που θα πει, ζητουν να επανενωσουν αυτο που πρεπει να ειναι χωρισμενο σε ενα ενιαιο αποτελεσμα θανατου και σαγηνης. Ναρκισσος.

Η σαγηνη δεν ειναι δυνατον να αναπαρασταθει γιατι η αποσταση αναμεσα στο πραγματικο και τον σωσια του, η παραμορφωση αναμεσα στο Ιδιον και στο Αλλο εχει εξαλειφθει. Σκυβοντας πανω στην πηγη του ο Ναρκισσος σβυνει την διψα του: η εικονα του δεν ειναι πλεον "αλλος", ειναι η καθαρα δικη του επιφανεια που τον απορροφα, τον σαγηνευει, την οποια δεν μπορει παρα μονο να πλησιασει, χωρις ποτε να περασει περαν αυτης, γιατι δεν υπαρχει πλεον ενα περαν, οπως δεν υπαρχει αντανακλαστικη αποσταση αναμεσα σ' αυτον και σ' αυτην. Ο καθρεφτης του νερου δεν ειναι επιφανεια αντανακλασης αλλα επιφανεια απορροφησης.

Αυτος ειναι ο λογος που ολες οι μεγαλες μορφες της σαγηνης, με το τραγουδι, με την απουσια, με το βλεμμα, η με το μακιγιαζ, με την ομορφια. η με το τερατουργημα, με την λαμψη, αλλα και με την αποτυχια και με τον θανατο, με την μασκα, η με την τρελα, που στοιχειωνουν την μυθολογια και την τεχνη, αυτη του Ναρκισσου ξεχωριζει με μια δυναμη μοναδικη.

Οχι αντανακλαση του καθρεφτη, στην οποια το ιδιο το υποκειμενο ειναι αλλαγμενο - οχι σταδιο του καθρεφτη, στο οποια το υποκειμενο θεμελιωνεται στο φανταστικο. Ολα αυτα ανηκουν στην ψυχολογικη ταξη της ετεροτητας, δεν ανηκουν στην ταξη της σαγηνης.

(...) ο καθρεφτης ως απουσια βαθους, ως επιφανειακη αβυσσος

(...) Σαγηνευω θα πει πεθαινω ως πραγματικοτητα και ανασυγκροτω τον εαυτο μου ως ψευδαισθηση

Η επαναληψη στο απειρο μεσα απο καθρεφτες: Gleaming Lights of the Souls Στιλβοντα φωτα των ψυχων

2008 gleaming-lights-of-the-souls.jpg

Gleaming Lights of the Souls 2008

Η εγκατασταση, χρονολογουμενη απο το 2008, αποτελειται απο εναν χωρο, τεσσερα επι τεσσερα. Οι τοιχοι και το ταβανι καλυπτονται απο καθρεφτες. Το πατωμα ειναι μια πισινα απο αντανακλαστικο υλικο.

Ο θεατης, ενας καθε φορα, στεκει στη μεση του νερου, επανω σε μια πλατφορμα. Απο το ταβανι επανω κρεμονται εκατο λαμπες που μοιαζουν με φεγγερες μπαλες πιγκ-πογκ, αναβοσβυνουν και αλλαζουν χρωματα συμφωνα με εναν ιδιαιτερο ρυθμο.

VIDEO

Παραλληλα στηθηκαν πολλα Infinity Mirrored Rooms, "καθρεφτοχτιστα δωματια του απειρου".

Infinity Mirrored Room

Παντου εδω, το μικρο δωματιο μεταμορφωνεται σε αχανες διαστημα. Ο προσανατολισμος σε χωρο και χρονο χανεται. Χανεται καθε κεντρο, καθε σημειο αναφορας, καθε διασταση του επανω και κατω, του μεσα και του εξω, του πριν, τωρα και υστερα.

Infinity Room

Χανεται, οπως γραφει ο Baudrillard, καθε αποσταση αναμεσα στο πραγματικο και στο ειδωλο. Η "εξαλειψη" χωρου και χρονου, για να θυμηθουμε την εκφραση της Kusama, συνεπιφερει την εξαλειψη του θεατη ως θεατη, ως υποκειμενου απεναντι στο αντικειμενο της τεχνης. Στην "επιφανειακη αβυσσο" (Baudrillard) των αντανακλασεων χανεσαι ο ιδιος στο απειρο - γινεσαι χωρις περατα, απειρος. Και τουτο δεν συμβαινει στο επιπεδο της γνωσης. Κανεις μετατιθεται σ' εκεινο το αρχαϊκο στρωμα της εμπειριας οπου δεν υπαρχουν ακομα τα "γιατι" και τα "δια ταυτα".

Ακριβως επειδη η Kusama στα εργα της συμπεριλαμβανει τον θεατη, τον κανει μερος του εργου, οπως αλλωστε και τον εαυτο της,

μπορει να αυτοχαρακτηριζεται ως "environmental artist", περιβαλλοντικη καλλιτεχνης με ολη την σημασια της λεξης.

Ολο μου το σωμα ειναι καμωμενο απο εκατο δισεκατομμυρια φυσσαλιδες. Συνηχησα με εκατο δισεκατομμυρια αστρα που λαμπουν στους ουρανους, συνομιλουν με συννεφα καμωμενα απο εκατο δισεκατομμυρια μικροσκοπικες δροσοσταλες.

Ακριβως επειδη στα εργα ανηκει και η ιδια, δεν ειναι δημιουργος τους. Οταν σε μια συνεντευξη στο BBC ο δημοσιογραφος την ρωτα για την επιλογη των θεματων της, αυτη απαντα: "Ρωτα το χερι μου!". Και γι' αυτο, παρατηρει στην ιδια συνεντευξη, ειναι "παντα εκπληκτη απο το αποτελεσμα".

Ειναι ενδιαφερον οτι, απο την πισω πορτα, ερχεται ενας αντιλαλος απο την απωασιατικη παραδοση, την οποια η Kusama ρητα ειχε απορριψει. Υπαρχει μια ιστορια του κινεζου σοφου Τσουαγκ Τσι για εναν μαγειρα:

Ο πριγκηπας Wen Hui ειχε εναν μαγειρα που του τεμαχιζε ενα μοσχαρι. Εβαζε τα χερια του, πιεζε με τον ωμο, στερεωνε τα ποδια, εβαζε κοντρα με το γονατο και: ριτς! ρατς! - το δερμα χωριζονταν και το μαχαιρι περνουσε συριζοντας αναμεσα απο τα κομματια κρεας. Ολα γινοτανε με τον ρυθμο ενος χορευτικου τραγουδιου, και παντα εβρισκε τις αρθρωσεις με ακριβεια.

Ο πριγκηπας Wen Hui ειπε: "Ω, υπεροχα! Αυτο ειναι επιδεξιοτητα!"

Ο μαγειρας αφησε το μαχαιρι, στραφηκε στον πριγκηπα και απαντησε: "Ο Δρομος ειναι αυτο που ο υπηρετης σου αγαπαει. Ειναι περισσοτερρο απο επιδεξιοτητα. Οταν αρχισα να τεμαχιζω μοσχαρια, τοτε εμπρος μου εβλεπα μοσχαρια και μονο. Μετα απο τρια χρονια ειχα φτασει στο σημειο να μην βλεπω τα μοσχαρια πια ατεμαχιστα. Σημερα αφηνομαι ολοτελα στο πνευμα, και οχι πια σ' αυτο που βλεπουν τα ματια μου. Εγκατελειψα την γνωση των αισθησεων και ενεργω πλεον μονο συμφωνα με τις διεγερσεις του πνευματος. Ακολουθω τις φυσικες γραμμες, μπαινω στα μεγαλα μεσοδιαστηματα και προχωρω κατα μηκος των μεγαλων κοιλοτητων. Αφηνομαι στους (ανατομικους) νομους. Επιδεξια ακολουθω και τα πιο μικρα μεσοδιαστηματα αναμεσα στους μυες και τους τενοντες, για να μη μιλησω για τις μεγαλες αρθρωσεις.

Ενας καλος μαγειρας, επειδη κοβει, αλλαζει το μαχαιρι μια φορα τον χρονο. Ενας ασχετος μαγειρας, επειδη σφαζει και μαχαιρωνει, πρεπει να αλλαζει μαχαιρι καθε λιγους μηνες. Εχω το μαχαιρι μου δεκαεννια χρονια τωρα κι εχω ηδη τεμαχισει πολες χιλιαδες μοσχαρια, κι ομως η κοψη του ειναι σαν φρεσκοακονισμενη. Οι αρθρωσεις εχουν μεσοδιαστηματα, η κοψη του μαχαιριου δεν εχει παχος. Ομως ο,τι δεν εχει παχος, τρυπαει σε μεσοδιαστηματα - ανεμποδιστα, σαν σε παιχνιδι, ετσι που η κοψη εχει αφθονο χωρο. Γι' αυτο και εχω το μαχαιρι ηδη δεκαεννια χρονια και η κοψη ειναι σαν φρεσκοακονισμενη. Και παλι, καθε φορα που φτανω σε μια αρθρωση, βλεπω τις δυσκολιες, προσεχω που πρεπει να σταματησω, και προχωρω πολυ αργα και κουνω το μαχαιρι σχεδον απαρατηρητα - ξαφνικα εχει χωρισει στα δυο και πεφτει στο πατωμα σαν ενας σβωλος χωμα. Τοτε στεκω εκει με το μαχαιρι στο χερι μου και κοιταζω παντου τριγυρω. Ευχαριστημενος καθυστερω μια στιγμη ακομα, κατοπιν καθαριζω το μαχαιρι και το αφηνω παραμερα."

Γραφει σχετικα ο Byung-Chul Han:

Ο περιφημος μαγειρας του Zhuangzi τεμαχιζει το μοσχαρι κατευθυνοντας το μαχαιρι μεσα απο τα ηδη υπαρχοντα μεσοδιαστηματα στις αρθρωσεις. Ο Zhuangzi επιχειρει να παρουσιασει τον τεμαχισμο του ζωου ως κατι το οποιο απλα συμβαινει, λες και ηδη αυτο το ακοπο κοψιμο να κατεδεικνυε υπερβολικα πολλη ενεργητικοτητα. Ετσι ο μαγειρας του Zhuangzi βασικα φροντιζει απλα ωστε το μοσχαρι να γινει κομματια σαν απο μονο του. Σαν βωλοι απο χωμα πεφτουν τα κομματια του στη γη (zhe ran yi jie, ru tu wei di, xxx, Z. Buch 3). Ειναι ενδιαφερον πως zhe ran ειναι μια λεξη ηχομιμητικη. Σχηματιζεται συμφωνα με τον ηχο που προκυπτει οταν κατι γινεται κομματια που πεφτουν. Ειναι ενας ηχος που παραπεμπει σ' ενα συμβαν. Μεταμορφωνει την πραξη του τεμαχισμου σ' ενα ανυποκειμενικο συμβαν. Αφου το μοσχαρι τεμαχιστηκε σαν απο μονο του, ο μαγειρας κοιταζει τριγυρω και στεκεται σαν χαμενος. Απορει και ο ιδιος με το συμβαν το οποιο ελαβε χωρα, σχεδον διχως τη συμβολη του.

Η Kusama απορει, οπως απορει ο μαγειρας.

Μπροστα στα πινελα και τον καμβα, τα χερια μου αντιδρουν σ' αυτα και κανουν το εργο μου πριν σκεφτω ο,τιδηποτε. Κατοπιν, οταν το κομματι εχει τελειωσει, το κοιταζω, και μενω εκπληκτη απο το αποτελεσμα - παντα.

VIDEO

Οταν η Frances Morris την επισκεφθηκε, η Kusama της προτεινε να την δει ενω ζωγραφιζε. Η εντυπωση της:

Ειχε εναν λευκο καμβα, καθησε και απλα εκλεισε τα ματια της για ενα λεπτο, ισως και λιγοτερο, για λιγες στιγμες, κι αρχισε να ζωγραφιζει, και ηταν τοσο θαυμαστο, γιατι εμοιαζε πραγματικα σαν αυτοματη ζωγραφικη. Δεν μιλουσε, δεν κοιταζε, εκανε κατι στην μια πλευρα, μετα στην αλλη πλευρα, κι αυτο ηταν η αρχη, γιατι την επομενη μερα που ηρθαμε, ειχε τελειωσει. Και ανακαλυψα οτι ηταν κατι πολυ ενδιαφερον σ' αυτες τις ζωγραφικες, δεν ηταν αριστουργηματα, αν και καποιες απ' αυτες ηταν εκπληκτικες, αλλα ηταν ενα ειδος παραγωγη, απλα απειρη επαναληψη VIDEO αυτων των πραγματων, εικονων, που αναβλυζαν απο το μυαλο της ...

VIDEO

Η τρελα της Kusama... Σε οσους ετυχε να συναναστραφουν τρελους, π.χ. στα ψυχιατρεια, ειναι γνωστη μια αλλοκοτη εμπειρια: καποιες φορες η τρελα τους εχει κατι που σε καθησυχαζει, σε ταξιδευει. Οπως στα ονειρα, τα πραγματα, στα λογια και στις πραξεις τους, προβαλλουν με εναν τελειως αλλο τροπο.

Red Pumpkin, Naoshima Ferry Terminal, 2006

Αυτο το τελειως Αλλο αποσπα απο την καθηλωση στο προσιδιο, μεταθετει σε αλλον χωρο και χρονο και εαυτο. Ανασαινεις.

μαθηματα / ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΑΘΗΝΩΝ / Η περιρρεουσα τρελα

μαθηματα / ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΘΕΣ. / Η περιρρεουσα τρελα

μαθηματα / ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΘΕΣ. / Ποιητικοι οριζοντες της ψυχαναλυσης

εν παροδω / ΤΡΕΧΟΝΤΑ / Η ψυχαναλυτική ερμηνεία ως σώμα εν τω γεννάσθαι

Η ψυχαναλυτική ερμηνεία ως σώμα εν τω γεννάσθαι

Σαββατο 28 Μαϊου, 17.30-21.00

Lab'attoir, [26ης Οκτωβριου 35, Θεσσαλονικη]

Αφισα.jpg


Η ευτυχια, απο τα γαλλικα

Το "Αναζητωντας τον χαμενο χρονο" του Marcel Proust αρχιζει με τα λογια:

Longtemps, je me suis couché de bonne heure.

Η συνηθισμενη μεταφραση ειναι:

Πολυ καιρο πηγαινα για υπνο νωρις.

de bonne heure θα πει "στον σωστο χρονο". Στα γαλλικα η ευτυχια λεγεται bonheur. Οταν τα πραγματα γινονται στον σωστο χρονο, στην ωρα τους, αυτο ειναι σημαδι της ευτυχιας. Ετσι η φραση του Proust θα μπορουσε να μεταφραστει:

Πολυ καιρο πηγαινα να κοιμηθω ευτυχισμενος.

Στην οπτικη της γαλλικης λεξης, η ευτυχια δεν ειναι συναισθημα. Ειναι χρονικο φαινομενο. Ονομαζει μια ζωη που διαγει στον σωστο χρονο.

Και ποιος ειναι ο σωστος χρονος; Σε μια παλια ιστορια του Ζεν, ενας μαθητης λεει για τον δασκαλο του:

Οταν πειναει, τρωει, και οταν νυσταζει, κοιμαται.

Και πως αναγνωριζω, οτι πειναω; Δεν ειναι ενα "θελω να φαω". Δεν ειναι η πειθαρχια σε ενα προγραμμα διατροφης. Το πιανω στον αερα. Ερχεται η στιγμη που το αναγνωριζω, και λεω "Πειναω". Και, τρωγοντας, ερχεται παλι μια στιγμη οπου το πιανω στον αερα και λεω: "Χορτασα": Αν σταματησω να τρωω νωριτερα, το παιχνιδι χανεται. Αν συνεχισω να τρωω, το παιχνιδι χανεται.

Το φιλι αναμεσα σ' εναν αντρα και μια γυναικα. Ειναι μια στιγμη, που το αποζητα, οπως το φεγγαρι οταν προβαλλει αναμεσα στο συννεφο απ' οπου βγηκε και το συννεφο που σε λιγο θα το καλυψει και παλι. Λιγη βιασυνη, και το παιχνιδι χαθηκε. Λιγη αναβολη, και το παιχνιδι χαθηκε.

Ευτυχια: Το παρον, το οποιο δεν νοθευεται απο την εμμονη σε παρελθοντα (γονεϊκη υπερπροστασια, ματαιωμενες προσδοκιες παιδιων για αγαπη, αναγνωριση, επιβραβευση, κακα που δεν λενε να ξεχαστουν και αποζητανε εκδικηση).

Ευτυχια: Το παρον, το οποιο δεν νοθευεται απο την ελκτικη βαρυτητα των μελλοντων (το τι θα γινει, ονειροφαντασιες καλων και κακων, η παλη να προσαρμοσουμε γονεις και παιδια και συντροφους και τον κοσμο στις εικονες τους που μας ταιριαζουν).

Αγχος και καταθλιψη θα μπορουσαν να ειναι ονοματα της δυστυχιας: χρονικα φαινομενα, ως φαινομενα του λαθος χρονου. Σαν τραγουδι που φαλτσαρει. Η ευτυχια, ενα τραγουδι που ειναι μεσα στον τονο.

Στην οπτικη της γαλλικης λεξης, η ψυχοθεραπεια θα ηταν, στην ιδια την πραξη της θεραπευτικης συνομιλιας, η αναπτυξη του αισθητηριου για τον σωστο χρονο. Αυτο συμβαινει οταν ο θεραπευτης φερνει μαζι του ενα αντιστοιχο κλιμα. Σ' αυτο το κλιμα, στις ευτυχεις περιπτωσεις, σε αλλοτε αλλον βαθμο, ο συνομιλητης του μπορει να εγκλιματιστει.

ή χάρις χάριν φέρει (Σοφοκλης, Τραχινιαι)

Πηγαινω, με μια γερμανικη εκφραση, "aufs Ganze", με μια αγγλικη εκφραση, "all out". Στα ελληνικα, ας πουμε, "τα θελω ολα". Αυτο στο οποιο προσβλεπω, και ευελπιστω να αγγιξουμε στην πορεια της θεραπευτικης συναντησης, ειναι μια ουτοπια, που μερικες φορες γινεται και τοπος κατοικησης, ειναι ενας καποιος τοπος της - ευτυχιας.


Ο αϋπνος κομης και το γατακι

Σημερα θα μιλησω για την βασανιστικη αϋπνια, την απελπιδα παλη με τον ξυπνο που δεν λεει να φυγει, με τον υπνο που δεν λεει να ερθει. Καταρχην η περιγραφη μιας εμπειριας της. Ο Arno Geiger, αυστριακος λογοτεχνης, μιλα για την στιγμη οπου:

[...] ακολουθει η αλλαγη απο την απουσια του υπνου στην παρουσια της αϋπνιας. Την απουσια του υπνου συχνα δεν την παρατηρω. Η παρουσια της αϋπνιας εχει κατι κυριαρχικο.

Συνεχιζει:

Τα επιπλα με τρομαζουν με το τριξιμο τους. Το γουργουρισμα του δικου μου του στομαχιου το παιρνω για διαρρηκτες. Το κρεβατι τριζει, η ο θολος τ' ουρανου; (...)

Ο υπνος πλησιαζει. Ομως δυσανασχετει σ' ενα λοξοκοιταγμα, με το οποιο ηθελα να μετρησω τις δυναμεις μας. Ακομα μια ευκαιρια χαμενη. Δεν πρεπει να ριχνεις στον υπνο βλεμματα σαν θηριοδαμαστης. Δεν του αρεσουν αυτα.

Με ολη μου τη δυναμη της θελησης προσπαθω να μην σκεφτομαι τιποτα. Δεν το καταφερνω, παντα κατι χωνεται, μια κακια αναμνηση, η μια αχρηστη σκεψη. Εναν γερο λυκο τον καβαλανε τα κορακια. Εναν αϋπνο ανθρωπο τον καβαλανε αχρηστες σκεψεις. (...) Κανω ακομα μια προσπαθεια να μη σκεφτομαι τιποτα. Μαζευω οση δυναμη μου απομεινε. Μα καμια λαθος κινηση. Μα καμια λαθος σκεψη, καμια κακη αναμνηση. Υπνος;... μουρμουριζω μ' ενα πολυ απομακρο ερωτηματικο. (...)

Ο αϋπνος φοβαται τη νυχτα οπως αυτος που δεν ξερει να κολυμπα το νερο. Δεν καταφερνεις να βυθιστεις ουτε σπιθαμη. Το προσωρινο ζαλισμα ειναι τοσο ρηχο οσο ενας νερολακκος. Εδω δεν χρειαζεται μολυβι καταδυσης. Εδω δεν εχει βαθη. Μονο μολυβενια κουραση. Ποσο αργα ειναι, δεν ξερω. Τα μεσανυχτα περασαν εδω και ωρες.

Θυμαμαι πως το πρωι πρεπει να σηκωθω στην ωρα μου. Η επομενη περιττη σκεψη. Στο κρεβατι να παζαρευεις για λεπτα της ωρας - αυτο ειναι κακο. Ο,τι και να παζαρευεις στο κρεβατι - ειναι κακο. Μονο μην αρχισεις να λογαριαζεις, αλλιως θα ξεκινησει ενας αγωνας δρομου. Κι εδω μονο ενας μπορει να ειναι ο χαμενος: εγω, που θελω να κοιμηθω σ' εναν αγωνα δρομου με τον χρονο.

Ολη η ματαιοτητα αυτου που εδω μενει ανεκπληρωτο, με καταβαλλει. Συγχρονως η κουραση μεγαλωνει. Σιγα-σιγα η κουραση γινεται τοσο κακη που κανενας υπνος δεν τολμαει να πλησιασει. Πλεον δεν υπολογιζω σε καμια αισια εκβαση. Στις πεντε, οταν χαραζει, πλεον δεν υπολογιζω σε καμια αισια εκβαση.

Με το χλωμο φως αναγγελεται η μερα. Ο πρωινος ανεμος κουναει τα φυλλα απο τις βατομουριες κατω απο το παραθυρο. Τα δεντρα λυγιζουν. Αντιθετα το σωμα μου ειναι ακαμπτο. Το σβερκο μου ποναει. (...)

Εξαντλημενος, αϋπνος, με ηθικο στο μηδεν και με πεσμενους κροταφους, σηκωνομαι. Το κρεβατι ειναι ενα χαλι. Βυθισμενος στον αδειο μου εαυτο κινουμαι μεσα στο σπιτι. Ειμαι σημαδεμενος απο ακοιμητο υπνο. Πινοντας καφε το αποτυπωμα του σεντονιου φευγει αργα μονο απο το δερμα. Πηγαινω με μικρα γρηγορα κι αδεξια βηματα στο μπανιο. Η γλωσσα μου ειναι ασπρη. Σημερα η οδοντοπαστα εχει αλλη γευση.

Το φωτεινο προσωπο του κοιμισμενου.

Picasso, War and Piece.jpg

Picasso, War and Piece

Το σκοτεινο προσωπο του αϋπνου

Munch, Self-portrait. The night wanderer.jpg

Munch, Self-portrait. The Night Wanderer

Στην αϋπνια μεταβαλλεται και ο ιδιος ο, με λογια του Γεωργιου Βιζυηνου, "ρυθμος του κοσμου". Ο Peter Handke γραφει πως ο αϋπνος

βλεπει την υπαρξη πλεον σαν δυστυχια, καθε πραξη χωρις νοημα, καθε ερωτα γελοιο. (...) μενει ξαπλωμενος μεχρι το αχνο φως του πρωινου, που σημαινει γι' αυτον την καταρα, περα απο μονο αυτον, εκει στην κολαση της αϋπνιας του, καταρα και για το ανθρωπινο ειδος συνολικα (...) Τα ξεφυσηματα και τα τσιριγματα δυο γατων που ορμουν ο ενας στον αλλο, μεσα στην ακινησια, ειναι σαν να βοα και να διαγραφεται ξεκαθαρο το κτηνωδες στο κεντρο του κοσμου μας.

Δεν μιλω, θυμιζω, μονο για τον αϋπνο που ζει εντονες καταστασεις οπως ερωτικη απογοητευση, στρες στη δουλεια, οικονομικα αδιεξοδα, αγωνια για το τι θα γινει. Σ' αυτους τους ανθρωπους, με τις ομιχλες και τα αλυτα αδιεξοδα, η μερα επιμενει, δεν λεει να τ' αφησει να πεσουν κατω, να κανει χωρο στη νυχτα και τον υπνο. Δεν μιλω ουτε μονο για εκεινον που πασχει απο καποια ασθενεια, τα συμπτωματα της οποιας δεν τον αφηνουν να κοιμηθει, οπως βουλωμενη μυτη απο συναχι, η πονοι στα οστα απο καρκινικες μεταστασεις.

Ουτε μιλω μονο για αυτον που καταναγκαστικα θελει να εχει την εποπτεια και τον ελεγχο της ζωης του. Ο υπνος, οπως ο θανατος, ερχεται διχως να το αντιληφθουμε. Παντα ο υπνος μας πιανει στον υπνο. Το ρημα "αποκοιμαμαι", οπως αλλωστε και το "πεθαινω", στην χρηση του, δεν εχει ενεστωτα χρονο! Γι' αυτο οι ανθρωποι της δρασης και του ελεγχου, ανθρωποι του ενεστωτα χρονου και της ενεργητικης φωνης, μισουν τον υπνο. Thomas Edison:

Ο υπνος ειναι μια εγκληματικη σπαταλη χρονου και κληρονομια απο την εποχη μας των σπηλαιων.

Η Margaret Thatcher, που την εβγαζε με τεσσερεις ωρες υπνο:

Ο υπνος ειναι για τα ψοφιμια

Και ενα παλιο σλογκαν της Citibank:

Citi never sleeps

Παντου εδω μονο ξυπνιος. Ακριβεστερα, μια ζωη στην πριζα - αδιαλειπτη δραση, εργασια και παραγωγη.

Εδω λοιπον μιλω για τον αϋπνο που, ανεξαρτητα απο την αφορμη, οταν υπαρχει καν αφορμη, εχει μονη του εγνοια να κοιμηθει, αναλωνεται στον αγωνα εναντια στον ξυπνο. Ισως δεν υπαρχει αλλη εμπειρια οπου υπνος και ξυπνος ειναι τοσο στεγανα χωριστοι μεταξυ τους. Οπου ο υπνος ειναι κοντα, και συναμα περα για περα απροσιτος.

Σκεφτειτε την αλλη κατασταση, εκεινο το αβιαστο κυλισμα, οπου τα βλεφαρα βαραινουν αναλαφρα και το κρεβατι σε καλει, σε υπνωτιζει, χανεσαι στη σαγηνη της αγκαλιας του. Το κρεβατι, η πυλη, ορθανοιχτη τωρα, αναμεσα σε υπνο και ξυπνο. Ποσο διαφορετικο το κρεβατι απεναντι στον αϋπνο! Ποσο εχθρικο! Σαν το αγονο, το αντιξοο χωμα που δεν επιτρεπει σε τιποτα να βλαστησει. Το κρεβατι σε δεχεται οταν το ιδιο μενει αφανες, αδηλο, σπιτι φιλοξενο που προσφερει χωρις να ζητα τιποτα. Το κρεβατι του αϋπνου ειναι ανησυχο, θορυβωδες, σκορπιο. [video]

Το ονομα που ονομαζει την κατασταση της εγρηγορσης ειναι "ξυπνος". Ενδιαφερουσα λεξη: εξ-υπνου, εκτος υπνου, εχοντας βγει απο τον υπνο. Η κατασταση της εγρηγορσης δεν εχει λοιπον δικο της ονομα. Η μητρα, το πρωτο ειναι ο υπνος, απο τον οποιο καποτε-καποτε βγαινουμε, και τοτε ειμαστε - ξυπνιοι. Ο Shakespeare το εξέφρασε δια στοματος του Prospero στην "Καταιγιδα":

Ειμαστε απο υλικο σαν αυτο που ειναι φτιαγμενα τα ονειρα, κι η μικρη μας ζωη κυκλωνεται απο εναν υπνο.

Θα μπορουσαμε να δουμε την ζωη μας και ετσι: νησιδες εγρηγορσης μεσα σε μια θαλασσα υπνου. (Μονο στον αϋπνο υπνος και ξυπνος ειναι απολυτα ασυμβατοι μεταξυ τους.) Ο υπνος διαποτιζει, διηθει την καθημερινοτητα μας, π.χ. οταν καποιος κινειται σαν υπνοβατης και του λεμε "Ξυπνα!". Αλλες παλι φορες οπου αρμοζει τα ματια να ειναι κλειστα, π.χ. στη μουσικη, σε μια ευωδια, σε μια γευση, στην περισυλλογη, στον ερωτα, σε ευτυχιες και δυστυχιες. Με αλλο τροπο παλι στο παραληρημα και στην ψευδαισθηση. Καποτε και στην ψυχαναλυτικη συναντηση. Ομως και ο ξυπνος διαποτιζει και διηθει τον υπνο μας - στην υπνοβασια, στο παραμιλητο, προπαντων στα ονειρα. Το "αμυγδαλο του κοσμου", ετσι αποκαλει καπου ο Ελυτης τους τοπους και τις ουτοπιες του κοσμου,

[...] δεν

γινεται να το βρεις παρεχτος αν

κοιμηθεις μισος εξω απ' τον υπνο

Απο αυτον τον τοπο, κι απο εναν ακομα απωτερο, μιλα ο Ηρακλειτος:

ταὐτὸ τ' ἔνι, ειναι το αυτο, (...) ἐγρηγορὸς καὶ καθεῦδον, εγρηγορση και υπνος

Το μαρτυριο της αϋπνιας δειχνει ευγλωττα πως ο κοσμος της εγρηγορσης, οταν καταλαμβανει τα παντα, ειναι ανυποφορος. Βεβαια υπαρχουν οι Edison και Thatcher, υπαρχουν οι ανθρωποι της δυναμης, της επιδοσης και της εξουσιας που εδω βρισκονται στο στοιχειο τους. Ομως πληρωνουν ενα τιμημα, συνηθως χωρις να το ξερουν: ζουν μια αφανταστα περιορισμενη, μονοδιαστατη ζωη. Χωρις να το αντιλαμβανοναι, οι τοποι τους μοιαζουν μ' εκεινα τα κελια των βασανιστηριων οπου το εκτυφλωτικο φως δεν σβυνει ποτε. Για τους υπολοιπους αϋπνους ο μονο-ξυπνιος-κοσμος ειναι η κολαση επι γης.

Και πως αντιμετωπιζουμε την αϋπνια; Το "Αναζητωντας τον χαμενο χρονο" του Marcel Proust αρχιζει με τα λογια:

Longtemps, je me suis couché de bonne heure.

Η συνηθισμενη μεταφραση ειναι: "Πολυ καιρο πηγαινα για υπνο νωρις." de bonne heure θα πει "στον σωστο χρονο". Οταν τα πραγματα γινονται στον σωστο χρονο, στην ωρα τους, αυτο ειναι σημαδι της ευτυχιας. Στα γαλλικα η ευτυχια λεγεται: bonheur. Ετσι η φραση του Proust θα μπορουσε να μεταφραστει: "Πολυ καιρο πηγαινα να κοιμηθω ευτυχισμενος." Ο καλος υπνος δειχνει οτι κανεις εχει μια καλη, μια ευτυχισμενη ζωη.

Το 1741 ο κομης Keyserlingk, ρωσος πρεσβης στην Σαξωνια, ζητησε απο τον Bach, μεσω του τσεμπαλιστα του και μαθητη του Bach Goldberg, να γραψει κατι που να του φτιαχνει την διαθεση στις μακρες, αϋπνες νυχτες του. Ο Bach συνεθεσε τις γνωστες "Παραλλαγες Goldberg". Ειναι κι αυτες ενα διαλειμμα ευτυχιας [video].

Πως λοιπον αντιμετωπιζουμε την αϋπνια; Οπως και σ' αλλα πραγματα που ταλανιζουν καποιον, δεν εφαρμοζω μια ιδιαιτερη μεθοδο και δεν στοχευω σε μεμονωμενα συμπτωματα. Αυτο στο οποιο προσβλεπω, και ευελπιστω να αγγιξουμε στην πορεια της θεραπευτικης συναντησης, ειναι μια ουτοπια, που μερικες φορες γινεται και τοπος κατοικησης, ειναι ενας καποιος τοπος της - ευτυχιας.

Πριν απο χρονια, μια γυναικα μου διηγηθηκε ενα ονειρο: Ερχεται στην αναλυση. Εγω ειμαι στο διπλανο δωματιο απασχολημενος μ' ενα νεογεννητο γατακι. Της ζηταω να το φροντισει αυτη, γιατι το μονο που εγω εχω να του προσφερω ειναι - βαθυς υπνος.


Αθηνα 2016


Ο ΙΑΤΡΟΣ

Ο,τι ειπωθηκε για την ιατρικη, και ο,τι ακομη προκειται να ειπωθει για τον ιατρο σ' αυτο το κεφαλαιο, ο αναγνωστης, ακομη και ο ευνοϊκα διατεθειμενος αναγνωστης, θα το βρει ενδεχομενως "ενδιαφερον", ομως νωριτερα, η αργοτερα θα καταληξι στο οτι προκειται για "αποψεις", και μαλιστα "εξωπραγματικες", καθως δεν εχουν καμια "πρακτικη εφαρμογη".

Ας υποθεσουμε οτι τα λογια του δεν εχουν χαρακτηρα κρισης αφ' υψηλου και απορριψης, αλλα εκφερονται ως ερωτηση. Η ερωτηση του επιζητει καποια απαντηση. Ας δεχτουμε ακομη πως η ερωτηση εχει και εναν χαρακτηρα αποριας: θα ηθελα να σε παρακολουθησω, αλλα σε χανω. Μια τετοια ερωτηση επιζητει λοιπον απαντηση, με την κυριολεκτικη σημασια της λεξης. Μια τετοια ερωτηση επιζητει η ιδια να απαντησει, που θα πει: να συναντησει, αυτα που εδω γραφονται. Ετσι μια τετοια απαντηση εγω δεν μπορω να του δωσω. Η, μαλλον, καλυτερα: μπορω μονο στο σημειο που η απαντηση αφορα εμενα, δηλαδη φροντιζοντας για την καθαρη εννοηση και καταγραφη των θεματων. Το δικο του μερος της ζητουμενης απαντησης παλι δεν το οριζει ο ιδιος. Του συμβαινει - τωρα, η αργοτερα, η ποτε, στο σημειο που του εχει δοθει αυτη η εφεση και στο σημειο που τα δικα μου γραφομενα προσφερονται για μια τετοια απαντηση.

Ο,τι λεγεται για την ιατρικη και για τον ιατρο ειναι "εξωπραγματικο", εαν αυτη η λεξη σημαινει "ανεφαρμοστο" και "αχρηστο". Διοτι τωρα, οπου η ιατρικη εχει φτασει στο τελος, πρωτο μου μελημα ειναι να δω το τελος της ιατρικης σε ολο το ευρος του, και κατοπιν να διακρινω καθαροτερα ιχνη μιας δυνατοτητας για ο,τι δεν ειναι πλεον ιατρικη (ουτε ομως και αντικαθιστα την ιατρικη, διοτι και η καθε αντικατασταση παραμενει παντοτε σε αναφορα με το αντικαθισταμενο). Ειναι κατι για το οποιο ενα ονομα, σημερα, λειπει.

Ομως δεν προκειται για μια δυνατοτητα η οποια, καποτε, ισως "πραγματοποιηθει", δηλαδη μεταλλαγει και απο δυνατοτητα γινει πραγματικοτητα. Ουτε προκειται για μια "ουτοπια", δηλαδη για κατι το απραγματοποιητο, διοτι και η ουτοπια παραμενει σε αναφορα προς την πραγματικοτητα ως το ανεφικτο της. Αυτη η δυνατοτητα, η οποια, οπως ηδη ακουσαμε, στεκει υψηλοτερα απο την πραγματικοτητα, αποδιδεται στην ουσια της καλυτερα με ενα σχημα του Heidegger: das unzugängliche Unumgängliche, το απλησιαστο Αναποφευκτο. Θα το δουμε να εκπτυσσεται με την προοδο αυτων των κειμενων. Ομως ηδη το σχημα το ιδιο μας προδιαθετει σε κατι στο οποιο χρειαζεται να ασκηθουμε: να αντεχουμε την ενταση αυτου του αντιμοιρου δεχομενοι και τις δυο ιδιοτητες του, το απλησιαστο και το αναποφευκτο, διχως να κλινουμε προς την μια πλευρα ειτε παραιτουμενοι απο την δυνατοτητα της εμπειριας του, σαν να ηταν μονον απλησιαστο, ειτε καθηλωνομενο σ' αυτο, σαν να ηταν μονο αναποφευκτο.

Το συναντησαμε ηδη στο ονομα του θανατου ως του μυστηριου το οποιο δεν ειναι πραγμα, και γι' αυτο ειναι απροσιτο, ομως ειναι και αναγκαστικο καθως χαριζει στα πραγματα την πραγματικοτητα του και στους θνητους την ουσια τους.

Η περιοχη του απλησιαστου Αναποφευκτου ειναι ο, αδρα και προσωρινα μονον αφορισμενος χωρος στον οποιο μπορει οι συνομιλουντες καποτε να απαντηθουν, εφοσον αφορωνται απο το καλεσμα του. Ενας ψιθυρος μονον αυτου του καλεσματος καθοριζει ισως και ο,τι συμβαινει σημερα υπο τον τιτλο "ψυχαναλυση".


Η ιατρικη εχει φθασει στο τελος. Αυτο το τελος παιρνει μαζι του και εκεινον ο οποιος την εχει κατεξοχην χρεωθει, τον ιατρο. Ομως, ειπαμε, "τελος" εδω δεν θα πει ανακοπη, αλλα συντελεση. Στην εποχη του τελους της ιατρικης ο ιατρος συντελειται ως ιατρος: γινεται, σημερα περισσοτερο παρα ποτε, ιατρος. Αυτο βεβαιως δεν εννοει την οινοτοπια πως ο σημερινος γιατρος εχει ασυγκριτα καλυτερη εκπαιδευση και ασυγκριτα περισσοτερα μεσα στην διαθεση του, πως ειναι ασυγκριτα αποτελεσματικοτερος στην καταπολεμηση των ασθενειων, πως αναμενεται να επτυχει στο μελλον ακομη περισσοτερα. Ο ιατρος εχει τελειωθει, θα πει: εχει επιτελεσει αυτο το οποιο εξαρχης τον οριζει ως ιατρο.

Και ποιο ειναι αυτο; Τι οριζει τον ιατρο ως ιατρο; Την απαντηση ευλογα θα μπορουσαμε να την αναζητησουμε στην ιδια την εκπαιδευση του ιατρου, αφου εκει κανεις "γινεται γιατρος".Ομως η ιατρικη εκπαιδευση δεν απαντα στο ερωτημα, τι ειναι ο ιατρος. Η ιατρικη εκπαιδευση ειναι η εκμαθηση της ιατρικης τεχνης. Απαντα στο πως κανεις γινεται ιατρος. Για το οτι του, για το δεδομενο του ιατρου ως ιατρου, οτι ειναι, η ιατρικη εκπαιδευση δεν εχει να πει τιποτε. Το εκλαμβανει, και σωστα, ως - δεδομενο, ως το δεδομενο, χαρη στο οποιο αυτη υπαρχει ως ιατρικη εκπαιδευση. Το Ειναι του ιατρου, ως ο τοπος της προελευσης του ιατρου ως ιατρου, δεν ειναι θεμα ιατρικο, ειναι απλησιαστο με ορους της ιατρικης, διοτι συνιστα την προελευση του, και οχι αντικειμενο ερευνας του. Ομως συγχρονως, του ειναι αναποφευκτο, του ειναι το πλεον αναποφευκτο, διοτι συνιστα το ιδιο του το εδαφος. Το αινιγμα του απλησιαστου Αναποφγευκτου μας αγγιζει και παλι, τωρα στο ονομα του Ειναι του ιατρου, του οτι ο ιατρος ειναι.

Το Ειναι του ιατρου δεν ειναι θεμα ιατρικο. Δεν μπορει καν να τεθει στο πλαισιο της τεχνικης-επιστημονικης σκεψης. Για αυτην την σκεψη ηδη το ερωτημα ειναι αδιανοητο. Η ιατρικη δεν ειναι καν σε θεση να συλλαβει το ζητουμενο. Για αυτην εκεινο το οποιο οριζει τον ιατρο ειναι το "διπλωμα", η πιστοποιηση των γνωσεωνκαι των δεξιοτητων που εχει αποκτησει, δηλαδη του "know-how", της γνωσης-πως.

Εδω, αν θελουμε να υποψιαστουμε καν το ερωτημα, πρεπει την τεχνικη-επιστημονικη σκεψη να την εγκαταλειψουμε. Και να στραφουμε που;

Ηδη η αναφορα στο τελος του ιατρου, μας δινει ενα νευμα. Μας καλει να στραφουμε προς εκεινον τον λογο ο οποιος δεν συνιστα γνωση του πως, αλλα προπαντων λεγει, που θα πει: περισυλλεγει και φερνει σε παρουσοια, φερνει ο,τι ειναι στο Οτι του. Πρεπει να στραφουμε προς εκεινον τον λογο ο οποιος θεσπιζει. Και ποιος ειναι αυτος;

Was bleibet aber,

Stiften die Dichter

Ο,τι μενει ομως,

Το θεσπιζουν οι ποιητες.

Το ειπε ο Hölderlin. Ε, και λοιπον; θα πουμε. Και τι εγινε; Ο Hölderlin ειπε αυτο, ο δεινα ειπε το αλλο. Αποψεις… Και τι εγινε; Ετσι μιλα ο κοινος νους που μισει καθε τι το εξεχον, που εξομοιωνει τα παντα, και ετσι νομιζει πως γλυτωνει απο το χρεος να εγκυψει επιτελους σε κατι και να το κοιταξει καταματα, και σ' αυτο το κοιταγμα να αντικρυσει τον εαυτο του. Ναι, το ειπε ο Hölderlin. Αυτο καταρχην ας μας αρκεσει. Το θεμα δεν ειναι εαν ο Hölderlin μιλα "σωστα", η "λαθος". Το θεμα ειναι πρωτα κατα ποσον εμεις αφορωμαστε απο τον λογο του ετσι ωστε να τον ακουσουμε καν.

Was bleibet aber,

Stiften die Dichter

Ο,τι μενει ομως,

Το θεσπιζουν οι ποιητες.

Ο ποιητικος λογος θεσπιζει. Εαν η επιστημη διαχειριζεται τα πραγματα διερευνωντας το "πως" τους, αυτο, το das Wunder aller Wunder, το "θαυμα θαυματων", ετσι το εμπειραθηκε το Heidegger, το οτι τα πραγματα ειναι, αυτο δεν ειναι πλεον, δεν ηταν ποτε επιστημονικη υποθεση αλλα ποιηση, που θα πει, ελληνικα, ┼μουσικη┼.

dichterisch wohnet der Mensch auf dieser Erde

┼μουσικα┼ κατοικει ο ανθρωπος επανω σ' αυτην την γη

Αυτον τον λογο του Hölderlin ας τον εντυπωσουμε. Θα μας συνοδευει, και οπου απειλειται συγχυση θα μας δειχνει τον δρομο.

Ο ποιητικος λογος δεν ειναι γνωση. Δεν συλλαμβανει το θεμα του, δεν το αναγει και δεν το επαγει αλλου, δεν υποκειται στην επιταγη της χρηστικοτητας. Ο ποιητικος λογος, θεσπιζοντας, λεγει το Οτι των πραγματων. Ο ποιητικος λογος λεγει το Οτι των πραγματων ως το μυστηριο αυτου του θαυματος. Το ονομα για τον λογο ο οποιος λεγει το μυστηριο ως μυστηριο, μας το παρεχει η ιδια η γλωσσα μας. Ειναι ο μυθος.

Ο μυθος δεν ειναι καταρχην "μυθολογια" και "παραμυθια". Ο μυθος ειναι ο λογος για το μυστηριο ως μυστηριο, ο λογος της θεσπισης η οποια συμβαινει οταν και οπου ο ανθρωπος κατοικει ┼μουσικα┼ επανω σ' αυτην την γη. Γι' αυτο οι Ελληνες, στους οποιους χρεωθηκε ο πρωτος και κυριος δρομος, το ┼ὡς ἔστιν┼, κινουνται, στις μεγαλες τους στιγμες, στον χωρο του μυθου. Ετσι θα καναμε καλα εαν, αναζητωντας την προελευση, που θα πει τωρα: το μυστηριο της θεσπισης του ιατρου ως ιατρου, στρεφομασταν στον μυθο του. Ας ακουσουμε τον 3ο Πυθιονικη του Πινδαρου

ΠΥΘΙΟΝΙΚΑΙΣ III

ΙΕΡΩΝΙ ΣΥΡΑΚΟΣΙΩΙ 1  2  3


Ἤθελον Χίρωνά κε Φιλλυρίδαν, [στρ. α]

εἰ χρεὼν τοῦθ᾽ ἁμετέρας ἀπὸ γλώσσας

κοινὸν εὔξασθαι ἔπος,

ζώειν τὸν ἀποιχόμενον,

Οὐρανίδα γόνον εὐρυμέδοντα Κρόνου,

βάσσαισί τ᾽ ἄρχειν Παλίου φῆρ᾽ ἀγρότερον

5νόον ἔχοντ᾽ ἀνδρῶν φίλον· οἷος ἐὼν θρέψεν ποτέ

τέκτονα νωδυνίας

ἥμερον γυιαρκέος Ἀσκλαπιόν,

ἥροα παντοδαπᾶν ἀλκτῆρα νούσων.


τὸν μὲν εὐίππου Φλεγύα θυγάτηρ [αντ. α]

πρὶν τελέσσαι ματροπόλῳ σὺν Ἐλειθυί-

ᾳ, δαμεῖσα χρυσέοις

10τόξοισιν ὕπ᾽ Ἀρτέμιδος

εἰς Ἀΐδα δόμον ἐν θαλάμῳ κατέβα,

τέχναις Ἀπόλλωνος. χόλος δ᾽ οὐκ ἀλίθιος

γίνεται παίδων Διός. ἁ δ᾽ ἀποφλαυρίξαισά νιν

ἀμπλακίαισι φρενῶν,

ἄλλον αἴνησεν γάμον κρύβδαν πατρός,

πρόσθεν ἀκερσεκόμᾳ μιχθεῖσα Φοίβῳ,


15καὶ φέροισα σπέρμα θεοῦ καθαρόν [επωδ. α]

οὐκ ἔμειν᾽ ἐλθεῖν τράπεζαν νυμφίαν,

οὐδὲ παμφώνων ἰαχὰν ὑμεναίων, ἅλικες

οἷα παρθένοι φιλέοισιν ἑταῖραι

ἑσπερίαις ὑποκουρίζεσθ᾽ ἀοιδαῖς· ἀλλά τοι

20ἤρατο τῶν ἀπεόντων· οἷα καὶ πολλοὶ πάθον.

ἔστι δὲ φῦλον ἐν ἀνθρώποισι ματαιότατον,

ὅστις αἰσχύνων ἐπιχώρια παπταίνει τὰ πόρσω,

μεταμώνια θηρεύων ἀκράντοις ἐλπίσιν.

ΤΡΙΤΟΣ ΠΥΘΙΟΝΙΚΟΣ

ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΕΡΩΝΑ ΤΟΝ ΣΥΡΑΚΟΣΙΟ


Ο Χίρωνας θα ήθελα, το τέκνο της Φιλύρας [στρ. α]

—αν πρέπει να πουν τα χείλη μου την ευχή που όλος ο κόσμος λέει—

να ζούσε, του Κρόνου του Ουρανίδη ο πανίσχυρος γόνος

που έχει αποδημήσει,

και να βασίλευε στου Πηλίου τα λαγκάδια το άγριο θεριό

5που ᾽χε για τους θνητούς καρδιά γεμάτη αγάπη.

Αυτός κάποτε ανάθρεψε τον ευγενικό Ασκληπιό,

που ᾽φερνε απ᾽ τους πόνους ανακούφιση

και δύναμη στο σώμα,

τον ήρωα που γιάτρευε κάθε λογής αρρώστια.


Αυτόν, λοιπόν, η κόρη του Φλεγύα, του άξιου καβαλάρη,[αντ. α]

προτού τον φέρει στη ζωή με τη βοήθεια της Ειλείθυιας

που τις μητέρες σκέπει,

10από τα χρυσά της Άρτεμης τα βέλη χτυπημένη

από τον κοιτώνα της στου Άδη κατέβη τα παλάτια,

γιατί τέτοιο στάθηκε του Απόλλωνα το σχέδιο·

η οργή των τέκνων του Διός δεν πάει ποτέ χαμένη.

Αυτή τον περιφρόνησε πάνω στην αμυαλιά της

και μ᾽ άλλον άντρα ενώθηκε, κρυφά από τον γονιό της,

αφού πρωτύτερα με τον μακρύμαλλο Φοίβο είχε σμίξει.


15Και φέρνοντας στα σπλάχνα της του θεού το αμόλυντο σπέρμα, [επωδ. α]

δεν εκαρτέρεψε να ᾽ρθει στο νυφικό τραπέζι

ούτε των υμεναίων την πολύφωνη ιαχή ν᾽ ακούσει

που οι συνομήλικες οι φίλες της παρθένες

προς το βραδάκι, κατά το έθιμο, τους γλυκοτραγουδούνε.

20Αλλά κάποιον που μακριά της ήταν ερωτεύθη — αυτό το παθαίνουνε πολλοί.

Μες στων ανθρώπων τις γενιές οι πιο ανέμυαλοι είναι

όσοι περιφρονούν τα κοντινά και ρίχνουν τη ματιά τους

στα μακρινά, και μ᾽ ελπίδες κούφιες τ᾽ άπιαστα κυνηγούνε.


ἔσχε τοι ταύταν μεγάλαν ἀυάταν [στρ. β]

25καλλιπέπλου λῆμα Κορωνίδος· ἐλθόν-

τος γὰρ εὐνάσθη ξένου

λέκτροισιν ἀπ᾽ Ἀρκαδίας.

οὐδ᾽ ἔλαθε σκοπόν· ἐν δ᾽ ἄρα μηλοδόκῳ

Πυθῶνι τόσσαις ἄϊεν ναοῦ βασιλεύς

Λοξίας, κοινᾶνι παρ᾽ εὐθυτάτῳ γνώμαν πιθών,

πάντα ἰσάντι νόῳ·

ψευδέων δ᾽ οὐχ ἅπτεται, κλέπτει τέ μιν

30οὐ θεὸς οὐ βροτὸς ἔργοις οὔτε βουλαῖς.


καὶ τότε γνοὺς Ἴσχυος Εἰλατίδα [αντ. β]

ξεινίαν κοίταν ἄθεμίν τε δόλον, πέμ-

ψεν κασιγνήταν μένει

θυίοισαν ἀμαιμακέτῳ

ἐς Λακέρειαν, ἐπεὶ παρὰ Βοιβιάδος

κρημνοῖσιν ᾤκει παρθένος· δαίμων δ᾽ ἕτερος

35ἐς κακὸν τρέψαις ἐδαμάσσατό νιν, καὶ γειτόνων

πολλοὶ ἐπαῦρον, ἁμᾶ

δ᾽ ἔφθαρεν· πολλὰν δ᾽ {ἐν} ὄρει πῦρ ἐξ ἑνός

σπέρματος ἐνθορὸν ἀΐστωσεν ὕλαν.


ἀλλ᾽ ἐπεὶ τείχει θέσαν ἐν ξυλίνῳ [επωδ. β]

σύγγονοι κούραν, σέλας δ᾽ ἀμφέδραμεν

40λάβρον Ἁφαίστου, τότ᾽ ἔειπεν Ἀπόλλων· «Οὐκέτι

τλάσομαι ψυχᾷ γένος ἁμὸν ὀλέσσαι

οἰκτροτάτῳ θανάτῳ ματρὸς βαρείᾳ σὺν πάθᾳ.»

ὣς φάτο· βάματι δ᾽ ἐν πρώτῳ κιχὼν παῖδ᾽ ἐκ νεκροῦ

ἅρπασε· καιομένα δ᾽ αὐτῷ διέφαινε πυρά.

45καί ῥά νιν Μάγνητι φέρων πόρε Κενταύρῳ διδάξαι

πολυπήμονας ἀνθρώποισιν ἰᾶσθαι νόσους.

Σε τέτοια μεγάλη συφορά έριξε την ωριόπεπλη το πάθος Κορωνίδα. [στρ. β]

Ήρθ᾽ ένας ξένος από την Αρκαδία,

κι αυτή πήγε και πλάγιασε μαζί του.

Αλλά δεν ξέφυγε το βλέμμα του θεού· μες στην Πυθώνα

την πλούσια σε θυσίες το ᾽νιωσε του ναού ο βασιλιάς, ο Λοξίας,

τη γνώμη του στηρίζοντας σε σύμβουλο αλάθευτο,

στον παντογνώστη νου του·

από ψευτιές δεν ξέρει αυτός, και δεν μπορεί κανείς να τον γελάσει,

30μήτε θεός μήτε θνητός με λογισμό ή μ᾽ έργα.


Τότε λοιπόν, σαν είδε τον δεσμό μ᾽ έναν ξένο, τον γιο του Έλατου, [αντ. β]

τον Ίσχη, και τον αθέμιτο τον δόλο, στέλνει την αδερφή του

που ᾽βραζε από ακράτητο θυμό στη Λακέρεια

(στης Βοιβηίδας τις απόκρημνες όχτες

ζούσε η κόρη), και τότε γύρισε προς το κακό η τύχη

35και την αφάνισε· και γείτονες πολλοί το ίδιο βρήκαν τέλος

και χάθηκαν μαζί της. Γιατί συχνά μες στα βουνά

μια μόνο σπίθα φτάνει να πεταχτεί

κι ολόκληρο το δάσος ν᾽ αφανίσει.


Ωστόσο, όταν οι συγγενείς την κόρη απιθώσαν πάνω [επωδ. β]

στον ξύλινο σωρό

και λάβρες την εκύκλωσαν οι φλόγες του Ηφαίστου,

40τότε ο Απόλλων φώναξε: «Δεν το βαστάει η καρδιά μου

με τέτοιο θάνατο φριχτό ν᾽ αφήσω γόνο να χαθεί δικό μου

μαζί με τη βαριά της μάνας τιμωρία».

Έτσι είπε ο θεός και, κάνοντας ένα μονάχα βήμα,

άρπαξε το παιδί απ᾽ τη νεκρή, δρόμο ανοίγοντας

ανάμεσα στις φλόγες που φουντώναν.

45Και, αφού το πήρε, στη Μαγνησία το πήγε

και το παράδωσε στον Κένταυρο για να του μάθει

να γιαίνει των πολύπαθων ανθρώπων τις αρρώστιες.


τοὺς μὲν ὦν, ὅσσοι μόλον αὐτοφύτων [στρ. γ]

ἑλκέων ξυνάονες, ἢ πολιῷ χαλκῷ μέλη τετρωμένοι

ἢ χερμάδι τηλεβόλῳ,

50ἢ θερινῷ πυρὶ περθόμενοι δέμας ἢ

χειμῶνι, λύσαις ἄλλον ἀλλοίων ἀχέων

ἔξαγεν, τοὺς μὲν μαλακαῖς ἐπαοιδαῖς ἀμφέπων,

τοὺς δὲ προσανέα πί-

νοντας, ἢ γυίοις περάπτων πάντοθεν

φάρμακα, τοὺς δὲ τομαῖς ἔστασεν ὀρθούς·


ἀλλὰ κέρδει καὶ σοφία δέδεται. [αντ. γ]

55ἔτραπεν καὶ κεῖνον ἀγάνορι μισθῷ

χρυσὸς ἐν χερσὶν φανείς

ἄνδρ᾽ ἐκ θανάτου κομίσαι

ἤδη ἁλωκότα· χερσὶ δ᾽ ἄρα Κρονίων

ῥίψαις δι᾽ ἀμφοῖν ἀμπνοὰν στέρνων κάθελεν

ὠκέως, αἴθων δὲ κεραυνὸς ἐνέσκιμψεν μόρον.

χρὴ τὰ ἐοικότα πὰρ

δαιμόνων μαστευέμεν θναταῖς φρασίν

60γνόντα τὸ πὰρ ποδός, οἵας εἰμὲν αἴσας.


μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον [επωδ. γ]

σπεῦδε, τὰν δ᾽ ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν.

εἰ δὲ σώφρων ἄντρον ἔναι᾽ ἔτι Χίρων, καί τί οἱ

φίλτρον ‹ἐν› θυμῷ μελιγάρυες ὕμνοι

65ἁμέτεροι τίθεν, ἰατῆρά τοί κέν νιν πίθον

καί νυν ἐσλοῖσι παρασχεῖν ἀνδράσιν θερμᾶν νόσων

ἤ τινα Λατοΐδα κεκλημένον ἢ πατέρος.

καί κεν ἐν ναυσὶν μόλον Ἰονίαν τάμνων θάλασσαν

Ἀρέθοισαν ἐπὶ κράναν παρ᾽ Αἰτναῖον ξένον,

Κι όσοι έρχονταν κι είχαν πληγές που ᾽βγαζε το κορμί τους[στρ. γ]

ή κι απ᾽ αστραφτερό χαλκό τραυματισμένοι

ή από λιθάρι από μακριά ριγμένο

50ή με το δέρμα από το θερινό λιοπύρι ρημαγμένο

ή από το ψύχος του χειμώνα, λύτρωνε τον καθένα από τα βάσανά του,

άλλους με ξόρκια μαλακά φροντίζοντάς τους

και σ᾽ άλλους δίνοντας να πιουν πραϋντικά ελιξήρια

ή αλείφοντας με φάρμακα τα μέλη τους ολούθε

κι άλλους με μια τομή τούς έστηνε ορθούς.


Αλλά κι η γνώση ακόμα παρασύρεται από του κέρδους το κυνήγι. [αντ. γ]

55Έτσι κι εκείνον τον ετράβηξε ο γενναίος μισθός,

χρυσάφι που γυαλίζει στην παλάμη,

να φέρει πίσω έναν θνητό απ᾽ τον θάνατο αρπαγμένον.

Τότε ο Κρονίδης σήκωσε το χέρι του ενάντια και στους δύο

κι ακαριαία έκοψε στα στήθια στην πνοή τους,

κι ο φλογισμένος κεραυνός τούς σφράγισε το τέλος.

Ό,τι ταιριάζει στων θνητών τη φύση

πρέπει απ᾽ τους θεούς ν᾽ αποζητούμε,

60το τί ᾽ναι μπρος στα πόδια μας γνωρίζοντας,

τη μοίρα μας ποιά είναι μην ξεχνώντας.


Ψυχή μου, μην ποθείς αθάνατη ζωή· [επωδ. γ]

ό,τι περνά απ᾽ το χέρι σου εξάντλησέ το.

Αν ο σοφός ο Χίρων κατοικούσε ακόμα στη σπηλιά του

65κι αν οι ύμνοι μου οι μελίρρυτοι μαγεύαν την ψυχή του,

θα είχα καταφέρει κάποιον γιατρό να στείλει

στους ξέχωρους θνητούς, απ᾽ τη θερμή να τους λυτρώσει αρρώστια,

κάποιο παιδί απ᾽ της Λητώς τον γόνο γεννημένο

ή και τον ίδιο τον πατέρα.

Και τότε με πλοίο θα ερχόμουνα, το Ιόνιο πέλαγος σκίζοντας,

στην κρήνη Αρέθουσα να βρω τον φίλο μου από την Αίτνα,


ὃς Συρακόσσαισι νέμει βασιλεύς, [στρ. δ]

πραῢς ἀστοῖς, οὐ φθονέων ἀγαθοῖς, ξεί-

νοις δὲ θαυμαστὸς πατήρ.

τῷ μὲν διδύμας χάριτας

εἰ κατέβαν ὑγίειαν ἄγων χρυσέαν

κῶμόν τ᾽ ἀέθλων Πυθίων αἴγλαν στεφάνοις,

τοὺς ἀριστεύων Φερένικος ἕλεν Κίρρᾳ ποτέ,

75ἀστέρος οὐρανίου

φαμὶ τηλαυγέστερον κείνῳ φάος

ἐξικόμαν κε βαθὺν πόντον περάσαις.


ἀλλ᾽ ἐπεύξασθαι μὲν ἐγὼν ἐθέλω [αντ. δ]

Ματρί, τὰν κοῦραι παρ᾽ ἐμὸν πρόθυρον σὺν

Πανὶ μέλπονται θαμά

σεμνὰν θεὸν ἐννύχιαι.

80εἰ δὲ λόγων συνέμεν κορυφάν, Ἱέρων,

ὀρθὰν ἐπίστᾳ, μανθάνων οἶσθα προτέρων

ἓν παρ᾽ ἐσλὸν πήματα σύνδυο δαίονται βροτοῖς

ἀθάνατοι. τὰ μὲν ὦν

οὐ δύνανται νήπιοι κόσμῳ φέρειν,

ἀλλ᾽ ἀγαθοί, τὰ καλὰ τρέψαντες ἔξω.


τὶν δὲ μοῖρ᾽ εὐδαιμονίας ἕπεται. [επωδ. δ]

85λαγέταν γάρ τοι τύραννον δέρκεται,

εἴ τιν᾽ ἀνθρώπων, ὁ μέγας πότμος. αἰὼν δ᾽ ἀσφαλής

οὐκ ἔγεντ᾽ οὔτ᾽ Αἰακίδᾳ παρὰ Πηλεῖ

οὔτε παρ᾽ ἀντιθέῳ Κάδμῳ· λέγονται {γε} μὰν βροτῶν

ὄλβον ὑπέρτατον οἳ σχεῖν, οἵτε καὶ χρυσαμπύκων

90μελπομενᾶν ἐν ὄρει Μοισᾶν καὶ ἐν ἑπταπύλοις

ἄϊον Θήβαις, ὁπόθ᾽ Ἁρμονίαν γᾶμεν βοῶπιν,

ὁ δὲ Νηρέος εὐβούλου Θέτιν παῖδα κλυτάν,

τον βασιλιά που κυβερνάει τη Συρακούσα· [στρ. δ]

για τους πολίτες είναι πράος, δίχως φθόνο για τους αγαθούς,

και για τους ξένους θαυμαστός πατέρας.

Αν έφτανα και του ᾽φερνα εκεί πέρα δίδυμες χάρες:

τη χρυσή υγεία και τον ύμνο για τις λαμπρές του νίκες,

τα στεφάνια που κάποτε κέρδισε ο Φερένικος στην Κίρρα,

στους πυθικούς αγώνες,

θα του φαινόμουν, λέω, σαν φως πιο λαμπερό

75κι από τ᾽ άστρο του ουρανού,

καθώς εκεί θα πήγαινα, το πέλαο το βαθύ περνώντας.


Ωστόσο στη Μητέρα θέλω να δεηθώ, τη σεβαστή θεά, [αντ. δ]

που μες στη νύχτα την υμνούν συχνά μπροστά στα πρόθυρά μου,

μαζί της και τον Πάνα, νέες κοπέλες.

80Κι αν κατέχεις, Ιέρων, το γνήσιο των λόγων τ᾽ απόσταγμα να νιώθεις

ξέρεις οι πρόγονοι τί είπαν:

«Για ένα καλό δυο βάσανα μαζί στέλνουν στον άνθρωπο οι θεοί.»

Οι ανόητοι δεν το μπορούν αυτά μ᾽ ευπρέπεια να υποφέρουν,

όμως οι γνωστικοί μπορούν, δείχνοντας προς τα έξω μόνο το καλό.


Απ᾽ την ευδαιμονία και συ ένα μερίδιο έχεις. [επωδ. δ]

85Σε σένα, τον ηγέτη του λαού, τον τύραννο,

σε σένα, πάνω απ᾽ όλους τους θνητούς,

έχει το βλέμμα του καλόγνωμα στραμμένο το μέγα πεπρωμένο.

Η ζωή ασυννέφιαστη δεν στάθηκε μήτε για τον Πηλέα τον Αιακίδη

μήτε για τον ισόθεο Κάδμο. Ωστόσο, λένε, τούτοι χάρηκαν

την πιο μεγάλη που έλαχε σε άνθρωπο ευτυχία,

90αυτοί που ακούσαν τη μολπή των χρυσοστέφανων Μουσών,

στο όρος και την εφτάπυλη τη Θήβα,

σαν έπαιρναν για ταίρι ο ένας τη βοϊδόματη Αρμονία

κι ο άλλος τη Θέτιδα, του βαθυστόχαστου Νηρέα

τη φημισμένη κόρη.


καὶ θεοὶ δαίσαντο παρ᾽ ἀμφοτέροις, [στρ. ε]

καὶ Κρόνου παῖδας βασιλῆας ἴδον χρυ-

σέαις ἐν ἕδραις, ἕδνα τε

95δέξαντο· Διὸς δὲ χάριν

ἐκ προτέρων μεταμειψάμενοι καμάτων

ἔστασαν ὀρθὰν καρδίαν. ἐν δ᾽ αὖτε χρόνῳ

τὸν μὲν ὀξείαισι θύγατρες ἐρήμωσαν πάθαις

εὐφροσύνας μέρος αἱ

τρεῖς· ἀτὰρ λευκωλένῳ γε Ζεὺς πατήρ

ἤλυθεν ἐς λέχος ἱμερτὸν Θυώνᾳ.


100τοῦ δὲ παῖς, ὅνπερ μόνον ἀθανάτα [αντ. ε]

τίκτεν ἐν Φθίᾳ Θέτις, ἐν πολέμῳ τό-

ξοις ἀπὸ ψυχὰν λιπών

ὦρσεν πυρὶ καιόμενος

ἐκ Δαναῶν γόον. εἰ δὲ νόῳ τις ἔχει

θνατῶν ἀλαθείας ὁδόν, χρὴ πρὸς μακάρων

τυγχάνοντ᾽ εὖ πασχέμεν. ἄλλοτε δ᾽ ἀλλοῖαι πνοαί

105ὑψιπετᾶν ἀνέμων.

ὄλβος {δ᾽} οὐκ ἐς μακρὸν ἀνδρῶν ἔρχεται

σάος, πολὺς εὖτ᾽ ἂν ἐπιβρίσαις ἕπηται.


σμικρὸς ἐν σμικροῖς, μέγας ἐν μεγάλοις [επωδ. ε]

ἔσσομαι, τὸν δ᾽ ἀμφέποντ᾽ αἰεὶ φρασίν

δαίμον᾽ ἀσκήσω κατ᾽ ἐμὰν θεραπεύων μαχανάν.

110εἰ δέ μοι πλοῦτον θεὸς ἁβρὸν ὀρέξαι,

ἐλπίδ᾽ ἔχω κλέος εὑρέσθαι κεν ὑψηλὸν πρόσω.

Νέστορα καὶ Λύκιον Σαρπηδόν᾽, ἀνθρώπων φάτις,

ἐξ ἐπέων κελαδεννῶν, τέκτονες οἷα σοφοί

ἅρμοσαν, γινώσκομεν· ἁ δ᾽ ἀρετὰ κλειναῖς ἀοιδαῖς

115χρονία τελέθει· παύροις δὲ πράξασθ᾽ εὐμαρές.

Θεοί και στων δυονών καθήσαν το τραπέζι, [στρ. ε]

κι είδαν του Κρόνου τα παιδιά, τους ηγεμόνες,

να κάθονται σε θρόνους χρυσούς, και δώρα τους δεχτήκαν·

95και με του Δία τη χάρη από τα βάσανα τ᾽ αλλοτινά λυτρώθηκαν,

κι έτσι η καρδιά τους πάλι ολόρθη εστάθη.

Όμως με τον καιρό του ενός τις τρεις θυγατέρες τις βρήκαν βάσανα

φριχτά που το μερίδιο της χαράς το εξανέμισαν.

Ωστόσο, πάλι σε λίγο ο αφέντης Δίας ήρθε

στην ποθητή κλίνη της χιονοβράχιονης Θυώνης.


Και του άλλου ο γιος, ο μονάκριβος, που η Θέτιδα η αθάνατη [αντ. ε]

100στη Φθία είχε γεννήσει,

στον πόλεμο από σαΐτα έχασε τη ζωή του

και, σαν τον καίγαν στην πυρά, θρήνο στους Δαναούς ξεσήκωσε.

Όποιος γνωρίζει απ᾽ τους θνητούς τον δρόμο της αλήθειας

ξέρει καλά να χαίρεται τα δώρα των μακάρων,

105γιατί μια έτσι και μια αλλιώς φυσούν στα ύψη οι πνοές των ανέμων.

Ακέρια δεν βαστάει πολύ για τους ανθρώπους η ευτυχία,

σαν έρθει άφθονη.


Στα μικρά θα ᾽μαι μικρός, και στα μεγάλα μέγας. [επωδ. ε]

Την τύχη που μου έλαχε όπως και νά ᾽ρθει

με την καρδιά μου θα την τιμήσω

και κατά τη δύναμή μου θα την υπηρετώ.

110Κι αν ο θεός άφθονο τον πλούτο μού χαρίσει,

με τον καιρό δόξα τρανή ελπίζω ν᾽ αποχτήσω.

Τον Νέστορα και τον Λύκιο Σαρπηδόνα —όλοι μιλούν γι᾽ αυτούς—

τους ξέρουμε απ᾽ τα μελωδικά τραγούδια

που άξιοι συνταίριαξαν τεχνίτες·

115με τα λαμπρά τραγούδια η αρετή ζει μέσα στον χρόνο,

αλλά σε λίγους έχει δοθεί αθάνατοι να μείνουν.

Αυτος ειναι ο μυθος του Ασκληπιου, ο μυθος του ιατρου. Ομως ακομη δεν τον ακουσαμε αληθινα. Απλως τον διαβασαμε, τον περι-διαβασαμε. Μονο που ο Hölderlin το εχει πει, σε ενα οψιμο ποιημα, το τριτο που επιγραφεται "Griechenland", "Ελλας":

Mit Geistigkeit ist umher die Alte Sage

Με πνευματικοτητα ειναι τριγυρω ο παλαιος μυθος

Ο παλαιος μυθος ειναι τριγυρω μας. Τον ανασαινουμε. Ομως ακομη δεν τον δεχτηκαμε ως κατι το οποιο μας αφορα ενδομυχα, εμας, εδω και παντου, τωρα και ανα πασα στιγμη. Τι λεει γι' αυτο ο Πινδαρος;

εἰ δὲ λόγων συνέμεν κορυφάν, Ἱέρων,

ὀρθὰν ἐπίστᾳ, μανθάνων οἶσθα προτέρων (στ. 80)

Κι αν κατέχεις, Ιέρων, το γνήσιο των λόγων τ᾽ απόσταγμα να νιώθεις

ξέρεις οι πρόγονοι τί είπαν

Ο μυθος ειναι ┼λόγων κορυφά ὀρθὰ┼. Γι' αυτο ο Πινδαρος καλει τον Ιερωνα, και μαζι του κι εμας, σε ενα ┼οἶσθα┼, να δει, ┼μανθάνων προτέρων┼. Διοτι στον μυθο ορθωνεται στην κορυφωση του εκεινος ο λογος ο οποιος μας κρατει απο παντα περισυλλεγμενους οσο παραμενουμε, οχι Ελληνες, τουτο ηδη για τον Αισχυλο ηταν παρατολμο, αλλα ισως ┼παῖδες Ἑλλήνων┼. Αφορωμενοι απο τον μυθο γιινομαστε περισσοτερο ανοιχτοι για την προελευση μας και δεκτικοτεροι για την επερχομενη ουσια μας.


Ο Πινδαρος, αποτεινομενος στον νοσουντα ┼τύραννον┼ των Συρακουσων Ιερωνα, εκφραζει μια ευχη, η οποια ομως ειναι και εκ των πραγματων αδυνατη. Ετσι, αβρα, αλλα και διχως περιστροφες, οπως ταιριαζει αναμεσα σε αληθινους φιλους, ο Ιερωνας μαθαινει για την νοσο του: Ο Χειρων ειναι ┼ἀποιχόμενος┼ (στ. 3). Και καθως απο τον Ασκληπιο ο ┼Κρονίων ἀμπνοὰν στέρνων κάθελεν┼ (στ. 57), αλλον ┼ἰατῆρα┼ δεν δυναται πλεον να ┼παρασχεῖν┼.

Τα διαβαζω αυτα κι απορω. Μα τι λεει ο Πινδαρος στον φτωχο τον Ιερωνα; Δεν θα επρεπε, ακομα και τοτε, ενας που θα περιμενε απο τον Κενταυρο να στειλει εναν γιατρο, και μαλιστα καποιον ┼Λατοΐδα κεκλημένον ἢ πατέρος┼ (στ. 67), να εχει χασει τα λογικα του; Και οταν επιπλεον ο Πινδαρος τον βεβαιωνει πως σε μια τετοια περιπτωση θα πηγαινε να τον επισκεφτει ┼τάμνων θάλασσαν┼ (στ.68) και ┼βαθὺν πόντον περάσαις┼ (στ. 76), τοτε οι υποψιες μας μαλλον ενισχυονται…

Ομως παλι, τα γραφει ο Πινδαρος. Αυτο και μονον με κανει διστακτικο στις κρισεις μου. Και με αναγκαζει να προσεξω περισσοτερο τι θα πει εδω ┼ἰατῆρ┼ και τι θα πει εδω οτι ο νοσων δεν εχει να περιμενει απο εκει καμια αρωγη. Και εικαζω πως εδω δεν παρεχεται καποια συμβουλη του ειδους "διωξε τους γιατρους σου, ειναι αχρηστοι". Μπορουμε καλλιστα να φανταστουμε πως ο Ιερων ειχε γιατρους, και μαλιστα τους καλυτερους. Ομως τωρα υπαρχει η υπονοια πως ο Πινδαρος δεν αποτεινεται στον Ιερωνα ως καποιον νοσουντα, αλλα ως καποιον τον οποιο ┼δέρκεται ὁ μέγας πότμος┼. Και υποψιαζομαι πως η γραφη του Πινδαρου εχει αρθει σε τουτο το ┼μέγα┼, το οποιο απαιτει εναν λογο πολυ περρισσοτερο ευρυχωρον απο τον εξευτελισμο μιας θνητης μοιρας η οποια, ως "νομος", θα παραπεμπονταν στην αποκλειστικη αρμοδιοτητα των "ιατρικων υπηρεσιων".

Αγομενος απο αυτες τις υπονοιες επιστρεφω στην ωδη του Πινδαρου και επιχειρω να μαθω περισσοτερα για τον Χειρωνα και για τον Ασκληπιο.

Στον πρωτο στιχο ονομαζεται ο Χειρων, ο Κενταυρος ο οποιος ┼νόον ἔχων ἀνδρῶν φίλον┼ ανεθρεψε τον Ασκληπιο. Ποιος ειναι ο Ασκληπιος; Ειναι ο ┼τέκτων νωδυνίας┼. ┼τέκτων┼, λεει ο Πινδαρος. Η λεξη ┼τέκτων┼ συγγενευει με το ρημα  ┼τίκτω┼. Τι θα πει αυτο για τον ┼τέκτονα νωδυνίας┼; Τεινουμε να αντιπαρελθουμε το ερωτημα καθως η δουλεια του γιατρου, που ειναι μεταξυ αλλων να ανακουφιζει απο τους πονους, θεωρειται γνωστη και αυτονοητη. Ομως ο μυθος κατι αλλο λεει. Λεει πως ο Ασκληπιος ειναι ┼τέκτων┼, ειναι εκεινος ο οποιος καταρχην ┼ἔτεκεν┼ την ┼νωδυνίαν┼. Δηλαδη; Μαλιστα. Ο Ασκληπιος δεν ειναι πρωτα εκεινος ο οποιος κατεχει την τεχνη να ανακουφιζει απο τον πονο. Πριν απο αυτο ο Ασκληπιος ειναι ο αρχιτεκτονας της δυνατοτητας της ┼νωδυνίας┼, του οτι ο πονος μπορει να ανακουφιστει. Αυτη ειναι πρωτιστως η τεχνη του ιατρου, η οποια και τον θεσπιζει καν ως ιατρο: η εκλαμψη η οποια παιρνει αποσταση απο την τυφλη παραδοση στην ανσκηπτουσα νοσο και παρεμβαινει στο συμβαν της. Η ιατρικη τεχνη ειναι η γνωση για την δυνατοτητα της αναγνωρισης της νοσου ως νοσου, και την αμυνας εναντιον της. Και τουτο συμβαινει οταν, σε μια "πτωτη στιγμη", ονομαζονται οι λεξεις: νοσος, οδυνη, νωδυνια.

Και η ┼νόσος┼, ως ┼στέρησις┼, γινεται εμπειρατη ως ρηγμα σε εκεινη την ┼ὁδόν εἰς φύσιν┼ η οποια καλειται ┼ὑγίεια┼. Ομως το ρηγμα δηλωνεται ως πονος. Και η ιατρικη τεχνη εννοει τον εαυτο της κατα βασιν ως τεχνη της αρσης του πονου, της ┼νωδυνίας┼. Ο αρχιτεκτονας της ειναι ο ιατρος.

Ειναι ευνοητο οτι δεν φιλοδοξω να "προτεινω" καποια υποθεση για την γεννηση της ιατρικης στους προϊστορικους χρονους, η κατι παρομοιο. Εαν σ' αυτην την ακροαση του παλαιου μυθου αποδιδεται κατι απο τον τονο του, τουτο δεν αφορα την γενεση της ιατρικης αλλα την ουσιωση αυτου το οποιο καλειται ιατρικη, και ιατρος, και η οποια, σε αντιθεση προς την γενεση, δεν μενει ποτε πισω, αλλα ειναι παντα, "με πνευματικοτητα", τριγυρω μας, καθε φορα που ονομαζεται, ρητα η μη, οι λεξεις ιατρος, νοσος, υγεια, πονος. Βρισκομαστε στον χωρο του οτι τα εδω λεγομενα ειναι, συμβαινοντας με την ονομασια τους.

Καλουμαστε σε ενα τετοιο ανοιγμα του βλεμματος ωστε το καθε "περιστατικο" να μην μενει καθηλωμενο στον περιστασιακο του χαρακτηρα αλλα να εννοειται με μιαν ευρυτητα στην οποια να συνηχει ο μυθος της προελευσης του. Και εδω, παλι, δεν δινω συστασεις, π.χ. στον καρδιολογο που αντιμετωπιζει "ενα εμφραγμα". Αυτα δεν ειναι οδηγιες με αμεση εξαργυρωση στην ιατρικη πρακτικη. Αυτα ειναι μονον ιχνη που προσφερονται στον νοημονα και που φερνουν σε αλλους δρομους. Εδω δεν υπαρχει χωρος για βιασυνη. Εδω ζητειται το μακροπνοο και το ανιδιοτελες.


Ας γυρισουμε λοιπον, καπως περισσοτερο προετοιμασμενοι, στον μυθο του ιατρου. Και ακουμε για την Κορωννιδα και για τον Απολλωνα, για την υβρη της και για τον θανατο της, για την γεννηση του Ασκληπιου.

Αχα! θα αγαλλιασει ο ψυχαναλυτης, εδω "εχουμε" μια αρχαϊκη μαρτυρια του "τραυματος τυης γεννησης"! Και ενδεχομενως θα το "συνδυασει" με την αργοτερα αναφερομενη φιλοχρηματια του Ασκληπιου, την οποια ισως εκλαβει ως "μητρικο υποκαταστατο", ενω την ανασταση του νεκρου ως "οιδιποδειο" ανταγωνισμο με τον αθανατο πατερα του, η ακομη ως αμυνα απεναντι στον "ευνουχιστικο" χαρακτηρα του θανατου.

Αχα! θα θα θριαμβευσει ο "οργανικος" ψυχιατρος, εδω "εχουμε" μια αρχαϊκη εκδοχη της κληρονομικοτητας της συμπεριφορας, καθως οι υβριστικες πραξεις της μητερας και του γιου της τους κατατασσουν στις λεγομενες "ψυχοπαθητικες προσωπικοτητες". Ελπιζω αυτος ο ψυχιατρος να εχει αρκετη εμπιστοσυνη στις μαιευτικες ικανοτητες του Απολλωνα και να μην φτασει στο σημειο, λογω του περιπετειωδους τοκετου, να διαγνωσει και καποιαν "ελασσονα" νευρολογικη διαταραχη ως αιτιο για την "προσωπικοτητα" του Ασκληπιου.

Τελος, ο μετρημενος, μοντερνος και "συστημικα" σκεπτομενος επιστημων θα διορθωσει: οχι περιβαλλον, η κληρονομικοτητα, μονον αλληλεπιδραση "παραγοντων". Ετσι ειναι οι ανθρωποι.

ἐκρίναντο δέμας και σήματ' ἔθεντο χωρίς ἀπ' ἀλλήλων

διαχωρισαν το ολο και εθεσαν τα σηματα χωριστα το ενα απο το αλλο

λεει η θεα στον ┼κοῦρον┼ του Παρμενιδη. Διακρινουν και χωριζουν, το ενα απο εδω, το αλλο απο εκει, και κατοπιν αγωνιζονται να επανασυνδεσουν τα χωρισμενα με τον ενα, η με τον αλλον τροπο. Και οταν αποκλινουν υπερβολικα προς το ενα, ερχεται ο καιρος που καταφευγουν στον αντιποδα του και παει λεγοντας.

Και εδω "εχουμε" απο την μια τον Ασκληπιο, απο την αλλη την μητερα του, και παιδευομαστε, ψυχαναλυτες και ψυχιατροι, να εννοησουμε τον τροπο με τον οποιο σχετιζονται και αλληλεπιδρουν ο ενας και ο αλλος. Σαν να μην ηταν δυνατον παρα να μιλουμε για ατομα: Ασκληπιος, Κορωνις. Σαν να μην υπηρχε, στον μυθο που ακουμε, που προσπαθουμε να ακουσουμε, η λεξη ┼φῦλον┼ (στ.21), η οποια ηδη εξαρχης αφηνει Ασκληπιο και Κορωννιδα να ερχονται μεσα απο την κοινη εκεινη φυση απο την οποια το ┼φῦλον┼ τους φυεται. Σαν αυτο το ┼φῦλον┼, απο την ιστορια της Κορωννιδας, να μην ονομαζει ο,τι η λεξη ┼αἴσα┼ στην ιστορια του Ασκληπιου (στ. 60). Σαν τα ┼ἐπιχώρια┼, τα οποια το ┼φῦλον┼ της Κορωννιδας ┼αἰσχύνει┼, να μην εννοουσαν το ┼πὰρ ποδός┼ το οποιο ο Ασκληπιος εχει λησμονησει.

Πως αφορα η υβρις τον Ασκληπιο; Δηλαδη τον ιατρο καθεαυτον; Τον αφορα κατα το οτι εκομισε ┼ἄνδρ᾽ ἐκ θανάτου ἤδη ἁλωκότα┼ (στ. 55-58). Γι' αυτο και ο Πινδαρος το απαγορευει στον εαυτο του: ┼μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε┼ (στ. 61). Το οτι η ιδια αυτη πραξη στον Χριστιανισμο συνιστα το μεγαλυτερο "θαυμα" ειναι μια ενδειξη μονον της λησμοσυνης η οποια στα χρονια που μεσολαβησαν απαλειψε καθε διαφορα και καταργησε καθε μετρο και εν γνωριζουμε πια τι ειναι ζωη και θανατος.

Στον μυθο του Ασκληπιου η παραβιαση της διαφορας και του μετρου συμβαινουν στην μορφη του ιατρου. Η τεχνη του δυνητικα δεν σταματα πουθενα. Αντιθετως μαλιστα, ως ιατρος ειναι απο καταβολης ┼τέκτων νωδυνίας┼ - που θα πει, δυνητικα, εκεινος ο οποιος κηρυσσει τον πολεμο εναντια στον θανατο. Ο ιατρος, στην ακρα του εννοηση, ειναι δυναμει ο τεκτων της αθανασιας για τους θνητους.

Μηπως λοιπον ο ιατρος ως ιατρος πρεπει να μην γνωριζει το ┼παρ' ποδός┼ και να μην ειναι διολου προθυμος να δεχθει ┼οἵας εἰμὲν αἴσας┼ (στ. 60); Μηπως ομως επισης, σε καθε μικρο, η μεγαλο "επιτευγμα της επιστημης", αδηλα πλεον και ανεπαισθητα, ενας ┼κεραυνός┼ παιρνει την ανασα απο το στερνο τους; Του ιατρου και του ασθενη του; Διχως καν να το καταλαβαινουν οι ιδιοι;

Schmerzlos sind wir…

Αναλγητοι ειμαστε...

Μηπως παλι με την συντελεση της ιατρικης και του ιατρου εχει φθασει στο τελος και εκεινο το ┼φῦλον ματαιότατον┼ (στ. 21); Και η υβρις του; Μηπως, επιτελους, αυτο το τελος αφηνει χωρο για μια αλλη δυνατοτητα; Μηπως ο Πινδαρος μας λεει κατι γι' αυτην;


Ο μεχρι τωρα λογος του Πινδαρου κλεινει σε ενα πρωτο μερος οπως αρχιζει. ┼Ἤθελον Χίρωνα ζώειν┼ λεγουν οι πρωτοι στιχοι. Και στον στιχο 63 παλι: ┼εἰ δὲ ... ἄντρον ἔναι᾽ ἔτι Χίρων┼, τοτε ┼μόλον┼ (στ. 68), ┼κατέβαν┼ (στ. 73), ┼ἐξικόμαν┼ (στ. 76). Ετσι το ┼Ἤθελον┼ απο τον πρωτο στιχο κορυφωνεται σε ολα αυτα που ειναι αδυνατα διοτι ο Χειρων ειναι νεκρος και ιατρους δεν μπορει πλεον να παρασχει.

Και τωρα αρχιζει ενας αλλος λογος. Τωρα, οπου ο Ιερωνας απο κανεναν ιατρο δεν εχει να περιμενει απαντηση, οπου, σ' αυτην την ωδη περιγραφονται αρχη και τελος του ιατρου, ενα αλλο καλεσμα ζητα να εισακουστει.

Αυτος ο λογος δεν αρχιζει με ┼Ἤθελον┼ αλλα με ενα ┼ἐθέλω┼ (στ. 77). Ο λογος αρχιζει με μια προσ-ευχη στην ┼μητέρα┼. Εννοειται η Κυβελη, η μητερα για την οποια ο Πινδαρος ειχε ανεγειρει ενα ιερο στο ┼πρόθυρον┼ της οικιας του, για αυτην και για τον ┼σεμνῶν ἀδύτων φύλακα┼, τον ┼ματρὸς μεγάλον ὀπαδὸν┼ Πανα. Αυτη η μητερα θεων και ανθρωπων στους μυθους παραμενει σχεδον ολοτελα αποσιωπουμενη, αδηλη, οπως αρμοζει σε μια μητερα, α-μυθητη.

Και τι προσ-ευχεται ο Πινδαρος; Η ιδια η ωδη δεν μας το λεει. Ισως ομως να μην προκειται καν για μια "προσευχη". Ισως η ευχη ειναι ο ιδιος ο λογος που ακολουθει, καθοσον αγεται απο την ┼σεμνὰν θεὸν┼ και μενει υπο την σκεπη της.

Οπως στο πρωτο μερος, ερχεται και τωρα ενα ┼εἰ┼. Ομως αυτο δεν αναφερεται πλεον στον Ιερωνα και δεν εισαγει στην προσκρουση στο ανεφικτο, αλλα τον αναγκαιο ορο για να αποληξει ο Ιερων σε ενα ┼εἰ δὲ λόγων συνέμεν κορυφάν, Ἱέρων, / ὀρθὰν ἐπίστᾳ μανθάνων┼ ┼οἶσθα προτέρων┼.

Το ┼λόγων συνέμεν κορυφάν ὀρθὰν┼ ειναι ορος. Δεν μεταδιδεται και δεν εκμανθανεται, αλλα ειναι χαρισμα το οποιο ενας ανθρωπος, ενα ┼φῦλον ἐν ἀνθρώποισι┼, ισως και μια ιστορικη εποχη, το διαθετει, η δεν το διαθετει.

Ο λογος μπορει να εννοηθει μεσα απο το τελευταιο του τμημα, οπου και κορυφωνεται:

σμικρὸς ἐν σμικροῖς, μέγας ἐν μεγάλοις

ἔσσομαι, τὸν δ᾽ ἀμφέποντ᾽ αἰεὶ φρασίν

δαίμον᾽ ἀσκήσω κατ᾽ ἐμὰν θεραπεύων μαχανάν. (στ. 107-109)

Στα μικρά θα ᾽μαι μικρός, και στα μεγάλα μέγας.

Την τύχη που μου έλαχε όπως και νά ᾽ρθει

με την καρδιά μου θα την τιμήσω

και κατά τη δύναμή μου θα την υπηρετώ.

Ο Πινδαρος, αποτεινομενος στον Ιερωνα, εχει μιλησει για μυθους, τον εχει προσφωνησει προσωπικα, και τωρα μιλα για τον εαυτο του. Ομως οχι για να δωσει το "καλο παραδειγμα" αλλα διοτι στο πεδιο αυτου του λογου ολα, οι ┼πρότεροι┼, και οι μεταξυ τους διαλεγομενοι θνητοι, και ο,τι οι ┼ἀθάνατοι δέονται┼ σ' αυτους, υπαρχουν σε μια μοναδικη συγκατοικηση. Το πρωτο προσωπο εδω δεν αφορα διολου του Εγω ενος μεμονωμενου ατομου.

┼σμικρὸς ἐν σμικροῖς, μέγας ἐν μεγάλοις┼. Σ' αυτο το σχημα περικλειεται ο,τι εχει ηδη ειπωθει με διαφορους τροπους:

➧ Η παραμονη στα ┼ἐπιχώρια┼. Και, στο φως του στ. 107, το ονομα ┼ἐπιχώρια┼ ονομαζει το εκαστοτε πλησιον, εκεινο το οποιο μιλα, και μιλωντας καλει καθε φορα, και περιμενει απο τον καλουμενο να του ανταποκριθει. Για μια τετοια ανταποκριση κανει λογο και το αποσπασμα ενος υμνου του Πινδαρου οπου ο μαντης Αμφιαραος αποτεινεται στον γιο του Αμφιλοχο (Snell 43):

ὦ τέκνον ποντίου θηρὸς πετραίου

χρωτὶ μάλιστα νόον

προσφέρων πάσαις πολίεσσιν ὁμίλει

τῷ παρεόντι δ' ἐπαινήσας ἑκὼν

ἄλλοτ' ἀλλοῖα φρόνει

Παιδι μου, σ' ολες τις πολεις που τριγυρνας, οσο γινεται εχε μυαλο σαν αυτο των θαλασσιων ζωων που ζουνε στα βραχια. Να επαινεις τα παροντα με την καρδια σου, και σαν αλλαζουν οι καιροι αλλαζε και οσα φρονεις.

Ενα ┼φῦλον ματαιότατον┼ ομως τα ┼ἐπιχώρια┼ τα ┼αἰσχύνει┼. Προσκολλαται στα ┼ἀπεόντα┼ (στ. 20) και κοιταζει τα ┼πόρσω┼, ┼μεταμώνια θηρεύων ἀκράντοις ἐλπίσιν┼. Ισως σ' αυτο το ┼φῦλον┼ να ανηκει και εκεινος ο νοσων ο οποιος, αντι ┼τῷ παρεόντι ἐπαινήσας ἑκὼν┼, κλεινει τα ματια του σ' αυτο και προσβλεπει μονο στην ημερα που θα γινει και παλι "καλα".

➧ Η γνωση του ┼παρ' ποδὸς┼. Αυτο ονομαζει ο,τι και τα ┼ἐπιχώρια┼, ομως τωρα διευκρινιζεται περισσοτερο και μας προσφερει ενα οδηγο ημα για την εννοηση του: ┼οἵας εἰμὲν αἴσας┼. Ειναι το ομολογο του ┼σμικρὸς ἐν σμικροῖς┼.

Το ┼παρ' ποδὸς┼ λοιπον δεν ειναι το "φυσικο", το "αμεσο", το "αυθορμητο", το "αυτονοητο". Χρειαζεται να το ┼μαστευέμεν┼. Και αυτη ειναι μια ιδιαιτερη και διχως προηγουμενο μαθηση διοτι αφορα τα ┼ἐοικότα πὰρ δαιμόνων┼, οπως και οταν αυτα αποληγουν σε ┼θνατάς φρένας┼. Ο,τι λοιπον εδω ονομαζεται δεν ειναι απλο και ευκολο διοτι φερεται απο την συνομιλια θεων και ανθρωπων, και αυτη ειναι που χαριζεται, και ο χαρισματικος ┼λόγων συνέμεν κορυφάν ὀρθὰν ἐπίσταται┼.

➧ Η συνομιλια θεων και ανθρωπων ειναι ομως η κατεξοχην πραξη. Και γιαυτο τα παραινετικα λογια του Πινδαρου στον εαυτο του: μή, ┼φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον / σπεῦδε┼, μην αφηνεις αυτην την συνομιλια, και τον ορο υπο τον οποιο μετεχεις σ' αυτην. ┼τὰν δ᾽ ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν.┼ (στ. 62)

Ομως ┼βίον ἀθάνατον σπεύδει┼ ο ιατρος και ο νοσων. Δεν παραμενουν στην δικη τους ┼αἶσαν┼, στην θνητοτητα, αλλα επιδιωκουν κατι εξω απο τα ┼ἐπιχώρια┼, μακρια απο το ┼παρ' ποδὸς┼.

➧ Οσα ειπωθηκαν ανηκουν σε εναν και μοναδικο δρομο: ┼θνατῶν ἀλαθείας ὁδόν┼ (στ. 103). Εδω ┼ἀλάθεια┼ δεν θα επι "αληθεια", αλλα ονομαζει τον δρομο των θνητων ο οποιος ειναι εμπεδομενος στην συνομιλια με τους αθανατους. Σ' αυτην την συνομιλια οι πρωτοι, οι οποιοι κατεξοχην ┼δαίονται┼, δινουν και διαχωριζουν και μοιραζουν, ειναι οι ┼δαίμονες┼. Οι θνητοι, αυτο που τους εχει δοθει καλουνται να το ┼ἀσκήσωσιν┼. Εξω απο αυτην την ζευξη δεν υπαρχει τιποτε παρα ┼σκιᾶς ὂναρ┼ (8ος Πυθ., στ. 95).

τὸν δ᾽ ἀμφέποντ᾽ αἰεὶ φρασίν / δαίμον᾽ ἀσκήσω κατ᾽ ἐμὰν θεραπεύων μαχανάν.

Την τύχη που μου έλαχε όπως και νά ᾽ρθει

με την καρδιά μου θα την τιμήσω

και κατά τη δύναμή μου θα την υπηρετώ.

Αυτο ειναι το οποιο εχει κατεξοχην χρεωθει ο ανθρωπος ως ανθρωπος: να επεται του αυτον ┼ἀμφέποντος δαίμονος┼.

Σημερα ειμαστε σχεδον ολοτελα αμηχανοι εμπρος του. Ομως ποιητες και νοητες μιλουν για ενα Απροσωπο, τον λογο του οποιου ομο-λογωντας γινονται οι ποιητες και οι νοητες οι οποιοι ειναι. Αλλα και ο "ψυχαναλυτης", οταν ζητα την αρμογη του ┼πελάτου┼ προς ο,τι ερχεται στον νου και στην καρδια του, διχως να το γνωριζει βρισκεται κοντα στους προηγουμενως αναφερθεντες και εκπληρωνει μια αποστολη για την οποια σημερα δεν υπαρχει ονομα. Ισως, με την γλωσσα των παλαιων, ┼ἀσκεῖ┼ κι αυτος εναν ┼δαίμονα┼ κατα την δικη του ┼μαχανάν┼.

➧ Μονον ο σεβασμος σε ο,τι ┼ἀμφέπει┼ τον ανθρωπο μπορει να κανει καλοταξιδη μια πορεια επανω σ' αυτην την γη, κατω απ' αυτον τον ουρανο οπου ┼ἄλλοτε ἀλλοῖαι πνοαί / ὑψιπετᾶν ἀνέμων┼ (στ. 104-105). Απο εδω μπορει να εννοηθει το: ┼ἓν παρ᾽ ἐσλὸν πήματα σύνδυο δαίονται βροτοῖς / ἀθάνατοι┼ (στ. 81-82), το: ┼αἰὼν δ᾽ ἀσφαλής / οὐκ ἔγεντ᾽┼ (στ. 86-87), το: ┼ὄλβος οὐκ ἐς μακρὸν ἀνδρῶν ἔρχεται / σάος┼ (στ. 106).

Παντου τονιζεται μια αναγκη, μια ┼νηλεής ἀνάγκα┼, οπως λεει καπου ο Αλκμαν, η οποια επιφυλασσει στους θνητους καλες ωρες και κακες ωρες. Αυτο ετσι ειναι. Η αρνηση, η αμυνα, η φυγη, φερνουν μονο πλανη και συγχυση.

➧ Εδω το μονο που αρμοζει ειναι τα παντα ┼κόσμῳ φέρειν┼ (στ. 82).

┼κόσμος┼. Αυτη η λεξη στην πρωτη ελληνικη νοηση σημαινει το "κοσμημα", το οποιο δεν ειναι πραγμα το ιδιο, δεν το εχει κατασκευασει κανενας θεος και κανενας ανθρωπος, ομως με την λαμψη του που χαριζει στα πραγματα, τα κανει να λαμπουν και ετσι να δειχνονται ως αυτα τα οποια ειναι. Και η κατοικηση αυτου του ┼κόσμου┼ ειναι η διαμονη στα ┼ἐπιχώρια┼, στα ┼παρ' ποδὸς┼ ευρισκομενα ┼παρεόντα┼, κατοικηση και διαμονη κατα την εμπρακτη ┼μαχανάν┼ των θνητων.

Ομως συχνα τους ανθρωπους τους τυλιγει το ┼λάθας ἀτέκμαρτα νέφος┼ (9ος Ολυμπ., στ. 45) και η λαμψη ξεθωριαζει και τα πραγματα συγχεονται. Οι ┼νήπιοι┼, οταν τους συμβαινει, δεν το αναγνωριζουν και κανουν σαν να μην τους συμβαινει τιποτα. Οι ┼ἀγαθοί┼ το αναγνωριζουν, το κακο που τους τυχαινει. Ειναι οι τα ┼καλά τρέποντες ἒξω┼ (στ. 83).

Το νοημα των τελευταιων λεξεων ισως μπορουμε να το πλησιασουμε περισσοτερο μεσα απο ενα αλλο αποσπασμα του υμνου που αναφερθηκε προηγουμενως:

ἀλλοτρiοισιν μὴ προφαiνειν τὶς φέρεται

μόχθος ἄμμιν τοῦτό γέ τοι ἐρέω

καλῶν μὲν ὧν μοῖρὰν τε τερπνῶν

ἐς μέσον χρὴ παντὶ λαῷ

δεικνύναι εἰ δέ τις ἀνθρώ

ποισι θεόσδοτος ἄτα

προστύχοι ταύταν σκότει κρύπτειν ἒοικεν (Snell 42)

Σε ξενους μη φανερωνεις τι υποφερουμε μοχθους. Και σου λεω τουτο: Ο,τι ομορφο και χαρουμενο μας συμβαινει, να το δειχνεις καταμεσις στον κοσμο. Ομως οταν σ' εμας τους ανθρωπους τυχει κακο δοσμενο απ' τον θεο, αρμοζει να κρυβεται στο σκοταδι.

δεν είναι αρμόζον τον μόχθο μας, ό,τι (υπο)φέρουμε, να τον καθιστούμε προφανή στους αλλότριους. Ακόμη συμβουλεύει τον γιο του τα καλά και τα τερπνά να τα δείχνει, καταμεσίς στον λαό. Και, συνεχίζει ο πατέρας, εάν στους ανθρώπους τύχει ένα κακό που ταλανίζει, αυτό προσήκει να μένει κρυφό στο σκοτάδι.

Και αυτα παλι διασαφηνιζονται περισσοτερο σε ενα αλλο αποσπασμα του υμνου:

μὴ πρὸς ἄπαντας ἀναρρñξαι τον ἀχρεĩον λόγον

ἔσθ' ὅτε πιστοτάτα σιγᾶς ὁδὸς

κέντρον δὲ μάχας ὁ κρατιστεύων λόγος

(Snell 180)

μην πετας στον καθενα αχρηστα λογια

καποτε ο δρομος της σιγης ειναι ο πιο αξιοπιστος

καθως ο λογος ειναι που περισσοτερο κεντριζει σε μαχη

Καποτε ο δρομος της σιγης ειναι ο πιο αξιοπιστος

┼μόχθος┼, ┼κακότης┼, ειναι λογος, ┼ἀχρεĩος┼: βρισκεται εξω απο την περιοχη του ┼χρὴ┼. Γι' αυτο τους αρμοζει ┼σιγᾶς ὁδὸς┼. Η ┼καλῶν τε τερπνῶν μοῖρα ┼ δεν ειναι απλως τα "ευχαριστα". Ειναι και αυτη λογος, και μαλιστα ┼κρατιστεύων┼. Για αυτον αρμοζει να λεγεται ως ┼κέντρον μάχας┼: οχι για εριδες και αψιμαχιες και ανταγωνισμους, αλλα για εκεινη την μαχη η οποια κρινει, και ως ┼κρίσις┼ διακρινει τους δυο δρομους, την ┼ἀλαθείας ὁδόν┼ και το ┼λάθας νέφος┼, και ετσι αναδεικνυει το κοσμιο και το ακοσμο.

➧ Ο αρρωστος Ιερωνας καλειται πρωτιστως να υπο-φερει αυτο που τον βρηκε ┼κόσμῳ┼, οπως αρμοζει σε ┼αγαθούς┼. Ειναι και τουτο μια δυνατοτητα, τωρα που η ιατρικη εχει φθασει στο τελος και ο ιατρος εχει ολοκληρωσει την αποστολη του.


Η περιρρεουσα τρελα

VIDEO
Τραγουδι του 1978. Ενας αντρας, ισως ταμιας, ισως λογιστης, κανει λογαριασμους:

10-5-5, 6/2+8

20 φορες το 15, 11+7 18

συνολο 16,

Μοιαζει ευσυνειδητος και υπευθυνος:

πρεπει να `ναι ενταξει

λες να `χω λαθος, ας τα ξαναδω

Τα ξαναβλεπει, τα παιρνει μαζι του στο σπιτι, τα τσεκαρει και τα ξανατσεκαρει.

Φαινεται καλο παιδι, επιμελης και φρονιμος:

ωρα να πεσω και να κοιμηθω


Αν κοιμηθω νωρις θα σηκωθω νωρις

θα ξεκινησω νωρις και θα παρκαρω νωρις

αν κοιμηθω αργα, θα σηκωθω αργα

κι οταν θα ψαχνω για θεση θα `ν’ αργα

Αντε κι ενας τελευταιος ελεγχος. Πλεον ειναι σιγουρος.

Μα τι γινεται τωρα; Απροσμενα, ο ρυθμος αλλαζει. Ηταν γρηγορος και χαζοχαρουμενος, allegro, τωρα γινεται αργος και, σχεδον, στοχαστικος, ας πουμε andante:

κι ομως κατα βαθος καπου υπαρχει λαθος

καπου την εχουμε πατησει κι οι δυο

Ψυχανεμιζεται ενα λαθος τελειως αλλου απο εκει που το εψαχνε. Και, προφανως, ειναι αλλου ειδους λαθος, αλλης ταξης. Ενα λαθος που δεν ανηκει στην καθημερινοτητα του, π.χ. στο 10-5-5, δεν ανηκει στην ωρα που θα βαλει το ξυπνητηρι για να βρει να παρκαρει. Το λαθος που ψυχανεμιζεται ο φιλος μας αποκτα κατι το μυστηριακο, κατι το, οπως ελεγαν οι Αρχαιοι, δεινον. Σαν, παραδιπλα στον φιλο μας, σαν σκια, να τον ακολουθει ενα φαντασμα. Σαν να αντιλαμβανεται πως κοιμαται, η πως του εχουν κανει μαγια και ζει, οπως ζει, και περιφερονται, αυτος κι η γυναικα του, που εκπροσωπουν ολους μας, σαν υπνοβατες. Σαν σε πνευματικη συσκοτιση. Σαν τρελοι.

Ενα τραγουδι ακομα, απο τον Leonard Cohen. Λεει τα εξης:

I stumbled out of bed

I got ready for the struggle

I smoked a cigarette

And I tightened up my gut

I said this can't be me

Must be my double

And I can't forget, I can't forget

I can't forget but I don't remember what

Σκουντουφλωντας βγηκα απ' το κρεβατι

Ετοιμαστηκα για τον αγωνα

Καπνισα ενα τσιγαρο

Και μου 'δωσα κουραγιο

Ειπα αυτο δεν μπορει να 'μαι εγω

Θα 'ναι ο σωσιας μου

Και δεν μπορω να ξεχασω, δεν μπορω να ξεχασω

Δεν μπορω να ξεχασω, μα δεν θυμαμαι τι

Ο ανθρωπος που σηκωνεται απ' το κρεβατι κι ετοιμαζεται για τον αγωνα της ζωης, δεν ειναι αυτος ο ιδιος, ειναι ο σωσιας του. Και τι δεν μπορει να ξεχασει; Ενδεχομενως αυτο, οτι ο αληθινος εαυτος του ειναι ενας αλλος, ομως ενας αλλος αγνωστος κι απλησιαστος. Αυτος που σηκωνεται απο το κρεβατι και ξεκινα τη μερα του, οπως την ξεκινα, δεν ειναι ο εαυτος του, ειναι ενα πλασμα σχεδον ονειρικο, ενα φαντασμα - ενας τρελος.

Θαλασσες, πολεις, ερημοι σταθμοι

Αλλαζουν ολα εδω κατω με ορμη

Τι να καταλαβουμε οι φτωχοι

Τι να καταλαβουμε οι φτωχοι

Τι ειδους τρελα ειναι αυτη; Τοσο κοντα και τοσο μακρια μας; Το "και" στην εκφραση "τοσο κοντα και τοσο μακρια" δεν ειναι συμπλεκτικος συνδεσμος αλλα επεξηγηματικος: τοσο κοντα, δηλαδη τοσο μακρια. Συχνα ειμαστε σαν εκεινον που ψαχνει για τα γυαλια του ενω τα φοραει. Η τρελα που αισθανομαστε να μας εχει στοιχειωσει σε ωρες οπου θα πουμε "κατα βαθος καπου υπαρχει λαθος", σε ωρες που "δεν μπορω να ξεχασω, μα δεν θυμαμαι τι", σε ωρες που "οι φτωχοι" εμεις δεν καταλαβαινουμε τιποτα, η τρελα που μας εχει στοιχειωσει και την υποψιαζομαστε απο μακρια, ειναι διπλα και μεσα μας.

Και ομως, θα πει κανεις, ο πραγματικα τρελος κανει μπαμ, και επιπλεον ειναι ολοτελα διαφορετικος απο εμας τους υπολοιπους. Μηπως εδω τραβαω την εννοια "τρελα" απο τα μαλια; Μηπως την επεκτεινω τοσο που τελικα δεν ονομαζει και δεν διαφοροποιει τιποτα;

Καθως ετοιμαζα την ομιλια σκεφτηκα κατι που μου φανηκε ενδιαφερον να το ακολουθησω και να το μοιραστω μαζι σας. Η σκεψη ειναι πως επανω στον πλανητη για τον καθε τρελο υπαρχει ενας τοπος και ενας χρονος και μια κοινωνια οπου αυτο που εμεις χαρακτηριζουμε "τρελα" του, ειναι κοινος τοπος και τροπος ζωης. Ετσι για παραδειγμα σε μια κοινωνια οπου ενδημει η μαυρη μαγεια, ο παρανοϊκος θα ηταν στο στοιχειο του. Το ιδιο θα συνεβαινε με οπτικες και ακουστικες ψευδαισθησεις σε μια κοινωνια του Μεσαιωνα. Σκεφτειτε ακομα τους ηρωες της Ιλιαδας και της Οδυσσειας και την εμπλοκη των θεων στη ζωη τους.

Κι εδω διαφαινεται μια βασικη διαφορα της ψυχιατρικης απο την υπολοιπη ιατρικη: ενας διαβητικος ειναι αρρωστος σε ολα τα μηκη και πλατη της γης, εστω και αν η αρρωστια του μπορει να παρασταινεται σε αλλοτε αλλους ορους. Ο σχιζοφρενης ειναι αρρωστος, εχει ονομα και διαγνωση μονο αν ξεστρατισε, αν βρεθηκε εξω απο τον χρονο και τον τοπο και την κοινωνια οπου θα ζουσε οπως λιγο-πολυ ολοι.

Μηπως απο εδω υποδηλωνεται μια απαντηση στον λογιστη και στον αγουροξυπνημενο και στον φτωχο που δεν καταλαβαινει; Αν μπορουσαμε δηλαδη, αν βλεπαμε τον σημερινο κοσμο μας με τα ματια ενος αλλου, θα διαγιγνωσκαμε ισως μια συλλογικη, περιρρεουσα και γι' αυτο αφανη τρελα, οπως εμεις την διαπιστωνουμε σε τριτοκοσμικες, πρωτογονες, η αρχαϊκες κοινωνιες. Αν ενας ανθρωπος, ερχομενος απ' αλλου, βρισκοταν στον κοσμο και στον καιρο μας, γραφει σ' ενα ποιημα ο Paul Celan, θα μπορουσε μονο να παραμιλα συνεχως:

"Pallaksch. Pallaksch"

Ο ανθρωπος θα τρελαινονταν απο την τρελα που θα συναντουσε. Ομως ας τα παρουμε απο την αρχη. Ας πουμε οτι βρεθηκε προσφατα σ' αυτην την μικρη κινεζικη πολη

Floating City snapshot 1.jpg

και στο μαυρο συννεφο απο πανω της να προβαλλει αυτο:

city-in-the-clouds.jpg

Κρατησε για λιγα δευτερολεπτα και διαλυθηκε. Το ειδε ετσι. Και λιγο αργοτερα στο CNN ειδε την νεαρη μετεωρολογο να εξηγει: Ειναι το φαινομενο γνωστο ως Fata Morgana. Αντικατοπτρισμος.

CNN.PNG

Και το ρεπορταζ τελειωνει με την διαβεβαιωση πως βεβαια προκειται για "illusion", ψευδαισθηση.

Περιδιαβαινοντας τον πλανητη ο ανθρωπος μας βρισκεται τωρα στην Ισπανια, σε μια γκαλερι με εργα του ιαπωνα Katsumi Hayakawa. Στο βαθος της αιθουσας βλεπει ενα γλυπτο απο χαρτι:

Fata Morgana1

Το πλησιαζει. Θυμιζει εκεινη την μετεωρη πολη στον κινεζικο ουρανο:

Fata Morgana2

Πηγαινει κοντυτερα

Fata Morgana3

Και κοντυτερα

Fata Morgana4

Και κοντυτερα

Fata Morgana5

Τα κτισματα ειναι κενα, σαν φαντασματα:

Fata Morgana6

Το εργο εχει τον τιτλο "Fata Morgana".

Μιαν αλλη Fata Morgana συναντα στη Ζυριχη, σ' ενα εργο του Jean Tinguely:

Fata Morgana

Μια τεραστια μηχανη που λειτουργει εν κενω.

Και καποια στιγμη ακουει κι ενα τραγουδι για την αγαπη:

Ποιαν αγαπας; Καποια τσιγγανα.

Πως τη λενε; Φατα Μοργκανα.

Και τι εχουν αυτα για να τρελανουν τον ανθρωπο και ν' αρχισει να παραμιλα; Τι βλεπει στην Φατα Μοργκανα που τον αναστατωνει συθεμελα; Μηπως μας βλεπει, εμας πλεον, ερμαια αντικατοπτρισμων; Δηλαδη, καθως λεει η μετεωρολογος του CNN, παραδομενους σε ψευδαισθησεις; Τι θα βλεπαμε, αν βλεπαμε την εποχη και τον εαυτο μας καθρεφτισμενο στα δικα του τα ματια; Ας ξαναδουμε τον ουρανο της Κινας:

Floating City - snapshot 3.jpg

Στο ταπεινο, καθημερινο και πεζο τοπιο προβαλλει μια πολη επιβλητικη, παραμυθενια, και τοσο κοντα!. Σε καλει, τρεχεις προς αυτην - κι αυτη χανεται. Η Φατα Μοργκανα που μας αφορα: Η ψευδαισθηση πως κατι απιαστο ειναι κοντα και φτανει ν' απλωσεις το χερι σου για να το συλλαβεις.

Το χρημα. Αν π.χ. για ενα ακριβο αυτοκινητο εγω χρειαζεται να εργαζομαι εναν χρονο, ο πλουσιος ελληνας κροισος.JPG

μπορει να το αποκτησει με εργασια μιας ημερας. Αυτος λοιπον ζει, αν ζωη σημαινει αποκτηση αγαθων, 365 φορες περισσοτερο χρονο απο εμενα. Αν δηλαδη εγω ζησω 80 χρονια, αυτος θα ζησει 80x365=29.200 χρονια. Το χρημα υποσχεται την αθανασια. Ειπαμε, με μια προϋποθεση - πως ζωη σημαινει αποκτηση αγαθων. Κι εδω πρωταγωνιστει το παραληρητικο ματι που βλεπει το αρεστο, το ωραιο και αντανακλαστικα συμπληρωνει: Το θελω! Δικο μου! Ομως δεν γνωριζει, και οταν γνωρισει δεν το αναγνωριζει οτι αυτα τα πραγματα, οταν περιερχονται στην κατοχη μου, αλλαζουν. Η μαγεια, η σαγηνη τους χανεται. Ξεθωριαζουν. Για να χρησιμοποιησω μια εκφραση του Wittgenstein εκτος των δικων του συμφραζομενων, το μαγικο ραβδι γινεται ενα κομματι σιδερο. Χανεται οπως η πολη στον κινεζικο ουρανο. Ομως εννοουμε να συνεχιζουμε, λεφτα κι αλλα λεφτα, κερδος και μεγαλυτερο κερδος, στο ιδιο παραληρημα, σαν υπνοβατες.

Και καθως μιλουσαμε για την Κινα, μου ερχεται στον νου ενα ρητο τους:

Οταν ο σοφος δειχνει το φεγγαρι, ο ηλιθιος βλεπει το δαχτυλο.

Ο ηλιθιος ειναι μυωπικος. Ομως η μυωπικοτητα του, σημερα, δεν φτανει μονο μεχρι το δαχτυλο. Καθως γι' αυτον μονο το χειροπιαστο ειναι, πηγαινει και μεχρι το φεγγαρι, θελει να το πατησει. Και τι πατα;

moon_teaser.jpg

Με κατι γελοια ρουχα, ασυγκριτα πιο περιοριστικα απο εναν ζουρλομανδυα, πατα ενα πραγμα απο χωμα και πετρες που δεν μπορεις καν να το πεις ερημο.

Η μυωπικοτητα τον εμποδιζει να βλεπει το μακρινο και απροσιτο και να μενει, να διαγει στα μερη του. Πρεπει να παει κοντα, να το ψαχουλεψει, να το κανει κτημα του. Θα μπορουσαμε να πουμε οτι η εποχη μας διακατεχεται απο μια δυσανεξια για το απροσιτο. Το βλεπει μονο στερητικα: το απροσιτο ως το μη προσιτο. Και το καταπολεμα. Και εχει επιστρατευσει εναν τροπο κτησης πολυ πιο αποτελεσματικο, νομιζει, απο το ψαχουλεμα και την αποκτηση. Εχει βουτηξει στο παραληρημα της συλληψης μεσω της γνωσης. Και καθως γνωση θα πει βασικα επιστημη, και επιστημη θα πει μονοσημαντοτητα των ορων της, ενας οπως ο κορυφαιος δανος φυσικος Niels Bohr λεει την απιστευτη φραση, που συνιστα βεβαια το credo καθε επιστημονα:

Πραγματικο ειναι ο,τι μπορει να μετρηθει

Μ' αυτο η επιστημη συμπληρωνει το οπλοστασιο, στο οποιο ηδη δεσποζει ενα αλλο παραληρημα για το πραγματικο:

Nihil est sine ratione

Τιποτα δεν ειναι διχως τον αποχρωντα (επαρκη) λογο του.

Τα δυο παραληρηματα παντρευονται αγαστα για να γεννησουν ενα τριτο, που ονομαζει τον τροπο της παρουσιας των πραγματων για την επιστημη, αλλα πλεον και για την καθημερινη αντιληψη: διαδικασια. Ο Wittgenstein γραφει ειδικοτερα για τις ψυχικες καταστασεις, ομως τα λογια του αφορουν καθε επιστημονικο αντικειμενο:

Πως φθανουμε στο φιλοσοφικο προβλημα των ψυχικων διεργασιων και καταστασεων [...]; - Το πρωτο βημα ειναι αυτο που δεν προκαλει την προσοχη καθολου. Μιλαμε για διεργασιες και καταστασεις κι αφηνουμε τη φυση τους ανοιχτη! ισως καποτε γνωρισουμε περισσοτερα γι' αυτην - λεμε. Ομως ακριβως μ' αυτο εχουμε καθηλωθει σε εναν ορισμενο τροπο θεωρησης. Διοτι εχουμε μια ορισμενη ιδεα γι' αυτο, τι θα πει: να γνωρισω μια διεργασια καλυτερα. (Το αποφασιστικο βημα στο ταχυδακτυλουργικο νουμερο εχει γινει, και αυτο ακριβως μας φανηκε αθωο.)

Θυμαμαι μια υφηγητρια της Ιατρικης στο μαθημα της Παθολογιας να μιλα για κατι και να λεει με υφος Ζωης Κωνσταντοπουλου:

Δεν το εχουμε βρει ΑΚΟΜΑ

Σαν να ελεγε στο ακομα αγνωστο που αντιστεκοταν στην επιστημη: Το τελος σου πλησιαζει! Η, οπως λενε σε αμερικανικα αστυνομικα της πλακας απειλωντας καποιον: You are dead!

Και ομως, αυτο που η επιστημονικη ερευνα συναντα παλι και παλι, ειναι το οτι με την καθε απαντηση που καταφερνει να δωσει, ανοιγονται πολλαπλασια ερωτηματα. Η Φατα Μοργκανα της: Με καθε βημα η τελικη απαντηση, η τελικη λυση κανει ενα αλμα ακομα μακρυτερα. Ομως φαινεται να μην το προσεχει κανεις.

Η γνωση τρεφεται απο το οραμα ενος καλυτερου κοσμου: μια ζωη πιο ανετη, διχως αρρωστιες, μαλιστα διχως γεραματα, ενας πλανητης καθαρος, τα αναπαντητα εχουν βρει τις απαντησεις τους. Ο Eric Schmidt, εκτελεστικος διευθυντης της Google, σε μια προσφατη ομιλια με τιτλο "Οικοδομωντας το ψηφιακο μελλον", παραθετει μια φραση του George Bernard Shaw που λεει: "Βλεπεις πραγματα και λες: γιατι; Ομως εγω ονειρευομαι πραγματα που δεν ηταν ποτε, και λεω, γιατι οχι;" Και ο Eric Schmidt συνεχιζει: "Γιατι αυτο ειναι ετσι; Γιατι δεν θα μπορουσε να ειναι καλυτερο; Γιατι υπαρχει αδικια στον κοσμο; Γιατι δεν μπορουμε να το φτιαξουμε; 'Why can’t we fix that?'"

Ετσι φτανουμε στο παραληρημα της εξελιξης και της προοδου. Προσδοκουμε τα παιδια μας να προκοβουν, εμεις να αυτοβελτιωνομαστε, η ανθρωποτητα να προχωραει, λεει, μπροστα. Που θα πει οτι βλεπουμε τον εαυτο μας συνεχως στο μειον, στην υστερηση, και απαιτειται να καταβαλουμε ολο και μεγαλυτερη προσπαθεια, να κυνηγησουμε ολο και μεγαλυτερες επιδοσεις. Το μειον αυτο ειναι σαν γυαλια ηλιου. Αν οι φακοι ειναι καφε, τοτε ολα εμφανιζονται σε καφε αποχρωσεις. Οταν οι φακοι ειναι ρυθμισμενοι στο μειον, τοτε ολα εμφανιζονται ως ελειμματικα και χρειαζονται αναπτυξη, βελτιωση, διορθωση, τελειοποιηση. Στοχοι που, καθως φοραμε αυτα τα γυαλια, μενουν το ιδιο μακρια οσο και να προσπαθουμε, οσα βηματα και νομιζουμε πως κανουμε.

Παρομοιο ειναι και το παραληρημα της δυναμης. Το ιδεωδες της ειναι το χαρακτηριστικο που καποτε αποδιδονταν στον χριστιανικο θεο: causa sui, να ειναι κανεις αιτιο του εαυτου του, δηλαδη να μην δινει λογαριασμο σε κανεναν, π.χ. η φιγουρα του master of the universe, και τουτο οχι μονο στην πολιτικη. Ηδη μας την υποβαλλουν οι περισσοτερες διαφημισεις αυτοκινητων: δεν υπαρχει τιποτε αλλο στον δρομο, το πολυ ανθρωποι που το κοιταζουν με θαυμασμο. Οσο για την πολιτικη, οι παλαιοτεροι θα θυμουνται τον χρησμο του Ανδρεα Παπανδρεου για την Δεξια που μπαινει "στα χρονοντουλαπα της ιστοριας", και που ενας νεοτερος επαναλαμβανει, λες και δεν εμαθε τιποτα, λες και συγχρωτιζεται με τον παλαιοτερο σε μια folie a deux, καθως δεν ξερουν οτι ποτε η μια μορφη δεν μπορει να εκμηδενισει την αλλη, λες και δεν εμαθαν απο το παθημα των αντιπαλων τους, που στις προηγουμενες δεκαετιες κυνηγουσαν την αντιστροφη χιμαιρα, την αλλη Φατα Μοργκανα. Και οι επιδοξοι διαδοχοι παλι στην ιδια μεθη κολυμπανε, οταν βλεπουν τους νυν ως "παρενθεση". Ομως κανεις τους δεν μπορει διαφορετικα. Διοτι η δυναμη μπορει να ειναι δυναμη μονον οταν υπερβαινει τον εαυτο της συνεχως. Η οικονομικη και η πολιτικη εξουσια ειναι εκ φυσεως αχορταγη. Βουλιμικη.

Καθημερινοτητα

Η πλανη ειναι πλανα. Αποπλανα. Αυτο συμβαινει με οσα μεχρι τωρα συναντησαμε: το χρημα, την γνωση, την προοδο, την δυναμη και την εξουσια.

Αποπλανα και ο ερωτας. Ανοιγει τις φτερουγες του προς την δικη του Φατα Μοργκανα: Ειναι η φυγη της μοναξιας προς τα εμπρος, προς την συντηξη με μιαν αλλη ψυχη:

Αιωνια στον κοσμο μαζυ σου να ζω πως ποθω

κι απο 'να φιλι σου γλυκο να μεθω

οι δυο καρδιες μας με ιδιο παλμο να χτυπουν

κι οι χτυποι ερωτων ανθους να σκορπουν

Ειναι η χιμαιρα του φωλιασματος σ' εναν μικροκοσμο που θα παραμεινει, σαν ευγενες μεταλλο, αθικτος απο τον υπολοιπο κοσμο:

Οι δυο μας μυστικα

σαν δυο πουλια ερωτευμενα

ας πλεξωμε φωλια

σε μια κρυφη κρυφη μερια

σαν δυο μικρα πουλια

ας πλεξωμε μεις μια φωλια

….

Ισως η απολυτη Φατα Μοργκανα ειναι η ιδια η ζωη, εκει που ζητα να επιμενει στον εαυτο της. Στο "Τουνελ", απο τα "Ονειρα" του Akira Kurosawa, ενας στρατιωτης βγαινει απο το τουνελ και συναντα τον διοικητη του, τον μονο που επεζησε απο τη μαχη. Διαμειβεται ο παρακατω διαλογος:

Διοικητης: Οπλιτη Nogushi!

Nogushi: Μαλιστα, κυριε διοικητα!

Διοικητης: Εσυ …

Nogushi: Κυριε διοικητα, ειναι αληθεια; Πραγματι σκοτωθηκα εν ωρα μαχης; Δεν … δεν μπορω να το πιστεψω πως ειμαι πραγματικα νεκρος. Πηγα σπιτι. Εφαγα τα ειδικα γλυκα που εκανε η μητερα μου για μενα. Το θυμαμαι καλα.

Διοικητης: Μου το ειπες και πριν. Σε χτυπησαν. Λιποθυμησες. Μετα συνηλθες. Εγω σε φροντιζα και μου 'πες αυτην την ιστορια. Ηταν ονειρο. Το ειδες οσο ησουν αναισθητος. Ηταν τοσο εντονο που το θυμαμαι. Αλλα καπου πεντε λεπτα αργοτερα πεθανες. Πραγματικα πεθανες.

Nogushi: Καταλαβαινω. Αλλα οι γονεις μου δεν πιστευουν πως ειμαι νεκρος.

Κι εδω το βλεμμα του Nogushi πεφτει σ' ενα φωτακι στην απεναντι πλαγια. Ειναι η ζωη του, πλεον ως Φατα Μοργκανα.

Nogushi: Να το σπιτι μου. Η μητερα μου κι ο πατερας μου … ειναι εκει … κι ακομα με περιμενουν.

Διοικητης: Αλλα ειναι γεγονος. Πεθανες. Λυπαμαι τοσο πολυ, αλλα εισαι νεκρος. Πραγματικα πεθανες στα χερια μου.

Περιρρεουσα τρελα. Ο ανθρωπος που, ερχομενος απ' αλλου, θα βρισκοταν στον κοσμο και στον καιρο μας, και θα παραμιλαγε, "Pallaksch. Pallaksch", θα μπορουσε να ειναι και ο νεος απο το "Χειμερινο ταξιδι" του Schubert που λεει

Uns're Freuden, uns're Wehen,

Alles eines Irrlichts Spiel!

Alles eines Irrlichts Spiel!

Οι χαρες μας, οι πονοι μας, ολα παιχνιδι απο ενα πλανερο φως! Ολα παιχνιδι απο ενα πλανερο φως!

Τι κοσμος ειναι αυτος; Γιατι να κυριαρχειται απο την τρελα; Στην "Αντιγονη" του Σοφοκλη ο Κρεων ειναι εξω φρενων γιατι, παρα τις εντολες του, μαθαινει οτι αποδωθηκαν νεκρικες τιμες στον Πολυνεικη. Διχως στοιχεια, σαν σε παρανοϊκο παραληρημα, κατηγορει τον φυλακα οτι δωροδοκηθηκε, και θα το πληρωσει. Και τοτε ο φυλακας λεει τα παρακατω λογια:

φευ:

η δεινον ω δοκη γε και ψευδη δοκειν.

Αχ! Τι δεινο, αυτος που εχει γνωμη να εχει και λαθος γνωμη!

Η γνωμη, ηδη ως γνωμη, ειναι παντα λαθος γνωμη. Υπερβαλλει καθως υπερβαινει τα μετρα: Ορθωνει μια σταση επανω στο αστατο, μια σταση, για να παραφρασω τον Καλβο, "επι την απειρον θαλασσαν" των πραγματων. Οι Αρχαιοι το ονομαζαν Υβρις. Και υπαρχει ενας νομος που διατυπωνεται στον "Αγαμεμνονα" του Αισχυλου:

φιλει δε τικτειν υβρις μεν παλαια νεαζουσαν εν κακοις βροτων υβριν

Η παλαια υβρη εχει την ταση να γεννα νεα υβρη στους θνητους και να προξενει νεα κακα

Ετσι στην τρελα δεν υπαρχει λυση. Διοτι η τρελα γεννα ακομα μεγαλυτερη τρελα. Υπαρχει μονο η καθαρση, και αυτη συμβαινει με το τελος στο οποιο η υβρη οδηγει αμειλικτα: την καταστροφη. Αυτην την μοιρα ειναι που τραγουδα ο Υπεριων του Hölderlin:

Doch uns ist gegeben,

Auf keiner Stätte zu ruhn,

Es schwinden, es fallen

Die leidenden Menschen

 Blindlings von einer

 Stunde zur andern,

  Wie Wasser von Klippe

  Zu Klippe geworfen,

   Jahr lang ins Ungewisse hinab.

Ομως σ' εμας δεν δοθηκε

Τοπος γαληνης κανενας,

  Χανονται, πεφτουν

   Οι δολιοι οι ανθρωποι

    Τυφλα απο τη μια

      Ωρα στη αλλη,

       Σαν το νερο που πετιεται

        Απο βραχο σε βραχο,

          Χρονια και χρονια στου αβεβαιου τον γκρεμο.

Ομως ολα αυτα διολου δεν σημαινουν μια ζωη στην μαυριλα και στην απελπισια. Ο Κωνσταντινος Καβαφης στο ποιημα "Αλεξανδρινοι βασιλεις" γραφει για την στεψη των παιδιων της Κλεοπατρας οπου ανακηρυσσονται βασιλεις απο βασιλεια που δεν υφιστανται πια. Μια τρελα κι αυτη. Το ποιημα κλεινει ετσι:

Οι Aλεξανδρινοι ενοιωθαν βεβαια

που ησαν λογια αυτα και θεατρικα.


Aλλα η μερα ητανε ζεστη και ποιητικη,

ο ουρανος ενα γαλαζιο ανοιχτο,

το Aλεξανδρινο Γυμνασιον ενα

θριαμβικο κατορθωμα της τεχνης,

των αυλικων η πολυτελεια εκτακτη,

ο Καισαριων ολο χαρις κι εμορφια

(της Κλεοπατρας υιος, αιμα των Λαγιδων)·

κ’ οι Aλεξανδρινοι ετρεχαν πια στην εορτη,

κ’ ενθουσιαζονταν, κ’ επευφημουσαν

ελληνικα, κ’ αιγυπτιακα, και ποιοι εβραιικα,

γοητευμενοι με τ’ ωραιο θεαμα-

μ’ ολο που βεβαια ηξευραν τι αξιζαν αυτα,

τι κουφια λογια ησανε αυτες η βασιλειες.

Μια ομορφη μερα ειναι μια μερα φιλοξενη. Τα δεχεται ολα, και τα δεχεται με εγκαρδιοτητα, χωρις να τα εξεταζει, χωρις να τα κρινει, χωρις να τα επιτρεπει, η να τα απαγορευει. Αλλα μια τετοια μερα τα αφηνει και να φευγουν, στην ωρα τους, χωρις να κραταει κανενα και χωρις να κρατιεται απο κανενα. Μπορουμε να ενθουσιαζομαστε και ν' απελπιζομαστε με τα πραγματα, να τα χαιρομαστε, η να υποφερουμε, γνωριζοντας βεβαια "τι αξιζουν αυτα" - τι αξιζουν, συμφωνα με τον φυλακα στην "Αντιγονη", οι γνωμες - το δοκειν, ειναι η αρχαια λεξη. Η, με λογια του φιλοσοφου Jean Beaufret, που παραφραζουν τον τιτλο ενος ποιηματος του René Char:

Εις υγειαν των δοκουντων!


Το Παραμύθι του παρακείμενου

Καταρχήν οφείλω να σας ομολογήσω πως παραμύθι μ' αυτό το όνομα δεν υπάρχει. Παρ' ολ' αυτά θα σας πω ένα παραμύθι. Είναι από τη συλλογή των αδελφών Grimm και ο πραγματικός του τίτλος είναι «O λαγός κι ο σκαντζόχοιρος». Το όνομα που του έδωσα οφείλεται στην ερμηνεία που θ' ακολουθήσει.

Αυτή την ιστορία, παιδιά, κανείς πρέπει να τη διηγείται σα να 'ταν ψεύτικη, κι όμως είναι αληθινή γιατί την έχω απ' τον παππού μου, την έλεγε μ' ευχαρίστηση και συνήθιζε να προσθέτει: «Κι όμως πρέπει να 'ναι αληθινή, γιε μου, αλλιώς πώς γίνεται να τη διηγούνται». Κι η ιστορία είναι αυτή:

Ήτανε Κυριακή πρωί, του Θεριστή, ακριβώς όταν άνθιζαν τ' αμπέλια, ο ήλιος είχε ανέβει στον ουρανό λαμπρός, το πρωινό αγέρι πέρναγε γλυκό πάνω απ' τα κομμένα στάχυα, οι κορυδαλλοί τρα-γουδούσανε στον αέρα, οι μέλισσες ζουζούνιζαν στα λουλούδια, ο κόσμος ντυμένος τα κυριακάτικα του πήγαινε στην εκκλησιά κι όλη η πλάση χαιρόταν κι ο σκαντζόχοιρος επίσης.

O σκαντζόχοιρος λοιπόν καθότανε μπροστά στην πόρτα του με σταυρωμένα τα χέρια, χάζευε το πρωινό αγέρι κι ανέμελα τραγούδαγε μόνος του ένα τραγουδάκι τόσο καλά και τόσο άσχημα όσο ένας σκαντζόχοιρος συνηθίζει να τραγουδά τα γεμάτα ζωή κυριακάτικα πρωινά. Εκεί λοιπόν που σιγοτραγουδούσε, του 'ρθε άξαφνα η ιδέα κι είπε με το νου του, όση ώρα η γυναίκα του έπλενε κι έντυνε τα μικρά, να πάει μια βόλτα στο χωράφι να δει τι γίνονται τα γογγύλια του. Γιατί τα γογγύλια ήτανε δίπλα στο σπίτι του και τα 'τρώγε με την οικογένεια του, γι' αυτό και τα 'λέγε δικά του. Το 'πε και το 'κάνε κι ο σκαντζόχοιρος πήρε το δρόμο για το χωράφι. Δεν είχε ξεμακρύνει πολύ απ' το σπίτι του κι εκεί που πήγαινε να φέρει γύρο το θάμνο από μια αγριοκορομηλιά που βρίσκεται μπροστά στο χωράφι συνάντησε τον λαγό που είχε βγεί για παρόμοια δουλειά, δηλαδή να κοιτάξει τα λάχανα του.

Ο σκαντζόχοιρος του ευχήθηκε φιλικά την καλημέρα. O λαγός όμως που, με τον τρόπο του, ήταν ένας ευγενής και μεγαλοπιάνονταν δεν απάντησε στο χαιρετισμό του σκαντζόχοιρου, είπε μόνο στον σκαντζόχοιρο, παίρνοντας μια τελείως κοροϊδευτική έκφραση, «Πώς τόσο πρωί και πιλαλάς στο χωράφι;» «Βγήκα περίπατο» είπε ο σκαντζόχοιρος. «Περίπατο;» γέλασε ο λαγός «Καλά θα 'κάνες μου φαίνεται να χρησιμοποιείς τα πόδια σου για σοβαρότερες δουλειές».

Αυτή η απάντηση ενόχλησε πάρα πολύ τον σκαντζόχοιρο γιατί όλα τ' αντέχει, μα για τα πόδια του δεν σηκώνει κουβέντα, ακριβώς επειδή είναι στραβά απ' τη φύση τους. «Φαντάζεσαι λοιπόν» είπε ο σκαντζόχοιρος στον λαγό «πως τα δικά σου πόδια είναι καλύτερα απ' τα δικά μου;» «Αυτό ακριβώς εννοώ» είπε ο λαγός. «Θα το δούμε» αποκρίθηκε ο σκαντζόχοιρος «Βάζω στοίχημα πως αν παραβγούμε στο τρέξιμο θα σε περάσω». «Μη γελάσω! Συ, με τα στραβά σου ποδαράκια!» είπε ο λαγός. «Από μένα πάντως, ας γίνει. Τι στοίχημα βάζουμε;» «Ένα χρυσό λουδοβίκι και μια μπουκάλα σναπς» αποκρίθηκε ο σκαντζόχοιρος. «Σύμφωνοι» είπε ο λαγός. «Εμπρός! Πάρε θέση και φύγαμε!» «Ε, δεν υπάρχει βία» αποκρίθηκε ο σκαντζόχοιρος. «Είμαι θεονήστικος ακόμα. Θέλω πρώτα να πάω σπίτι και να φάω κάτι για πρωινό. Σε μισή ώρα θα 'μαι εδώ».

Συμφώνησε ο λαγός κι έτσι ο σκαντζόχοιρος έφυγε. Στο δρόμο ο σκαντζόχοιρος συλλογίζονταν: «O λαγός πιστεύει στα μεγάλα του πόδια, μα θα του τη φέρω. Μπορεί να 'ναι ένας ευγενής, μα είναι βλάκας και θα δεις που θα το πληρώσει». Σαν έφτασε λοιπόν ο σκαντζόχοιρος σπίτι του, φώναξε τη γυναίκα του και της είπε: «Γυναίκα, ντύσου γρήγορα, πρέπει να 'ρθεις μαζί μου στο χωράφι». «Τι τρέχει;» είπε η γυναίκα του. «Έβαλα στοίχημα με τον λαγό ένα χρυσό λουδοβίκι και μια μπουκάλα σναπς, θα παραβγούμε στο τρέξιμο κι εσύ πρέπει να 'σαι κει μαζί μου». «Αχ, Θεούλη μου, άντρα» έβαλε τις φωνές η γυναίκα του σκαντζόχοιρου. «Χάζεψες; Έχασες τα λογικά σου τελείως; Πώς σου πέρασε να παραβγείς στο τρέξιμο με τον λαγό;» «Πάψε γυναίκα» είπε ο σκαντζόχοιρος «αυτό είναι δικιά μου υπόθεση. Μην μπερδεύεσαι σε δουλειές των αντρών. Άιντε ντύσου κι έλα μαζί μου!» Τι να κάνει η γυναίκα του σκαντζόχοιρου; Άλλωστε έπρεπε να τον ακολουθήσει, θέλοντας και μη.

Στο δρόμο που πήγαιναν είπε ο σκαντζόχοιρος στη γυναίκα του:

«Άκου τώρα καλά τι θα σου πω. Βλέπεις εκείνο το μακρύ χωράφι; Εκεί θα παραβγούμε. Στο ένα αυλάκι θα τρέξει ο λαγός και στ' άλλο εγώ, και θ' αρχίσουμε να τρέχουμε απ' την απάνω μεριά. Εσύ λοιπόν το μόνο που θα κάνεις είναι να χωθείς στ' αυλάκι εδώ, στην κάτω μεριά, και σαν φτάσει ο λαγός απ' απέναντι θα πεταχτείς έξω και θα του πεις: «Είμαι κιόλας εδώ».

Μ' αυτά και μ' αυτά φτάσανε στο χωράφι, ο σκαντζόχοιρος έδειξε στη γυναίκα του πού έπρεπε να σταθεί κι ανηφόρισε το χωράφι. Σαν έφτασε, ο λαγός ήταν ήδη εκεί. «Λοιπόν; Φύγαμε;» είπε ο λαγός. «Μάλιστα!» είπε ο σκαντζόχοιρος. «Πάμε!» Και μπήκαν ο καθένας στ' αυλάκι του. O λαγός μέτρησε «Και ένα, και δύο, και τρία!» και ροβόλησε το χωράφι σαν σίφουνας. Όμως ο σκαντζόχοιρος έκανε κάπου τρία βήματα κι ύστερα γύρισε πίσω και κουλουριάστηκε ήσυχα μέσα στ' αυλάκι.

Καθώς λοιπόν ο λαγός με δρασκελιές μεγάλες έφτασε στο κάτω μέρος του χωραφιού, του φώναξε η γυναίκα του σκαντζόχοιρου: «Είμαι κιόλας εδώ.» O λαγός έμεινε αποσβολωμένος. Πού να φανταστεί πως δεν ήταν ο ίδιος σκαντζόχοιρος αυτός που του μίλησε. Γιατί, ως γνωστόν, η γυναίκα του σκαντζόχοιρου είναι ολόιδια με τον άντρα της. Είπε τότε ο λαγός με το νου του: «Κάτι δεν πάει καλά εδώ πέρα». Φώναξε του σκαντζόχοιρου κι είπε «Να τρέξουμε ξανά, πάλι πίσω!» Κι έφυγε πάλι σαν σίφουνας, τόσο που τ' αυτιά του ανέμιζαν στο κεφάλι του. Η γυναίκα του σκαντζόχοιρου όμως έμεινε ήσυχα στη θέση της. Όταν λοιπόν ο λαγός έφτασε, ο σκαντζόχοιρος του φώναξε «Είμαι κιόλας εδώ».

Έξω φρενών ο λαγός απ' το κακό του, κραύγασε «Να τρέξουμε ξανά, πάλι πίσω!» «Από μένα πάντως όσες φορές θες» απάντησε ο σκαντζόχοιρος. Έτσι ο λαγός έτρεξε άλλες εβδομήντα τρεις φορές και πάντα ο σκαντζόχοιρος τα 'βγάζε πέρα. Κάθε φορά που ο λαγός έφτανε κάτω ή πάνω, λέγανε ο σκαντζόχοιρος ή η γυναίκα του «Είμαι κιόλας εδώ».

Μα την εβδομηκοστή τέταρτη φορά ο λαγός δεν έφτασε στο τέρμα. Στη μέση του χωραφιού σωριάστηκε στο χώμα, έφτυσε αίμα κι έμεινε στον τόπο. O σκαντζόχοιρος όμως πήρε το κερδισμένο του χρυσό λουδοβίκι και την μπουκάλα το σναπς, φώναξε τη γυναίκα του να βγει απ' τ' αυλάκι και γύρισαν και οι δυο ευχαριστημένοι στο σπίτι τους, κι αν δεν έχουν πεθάνει, είναι ακόμα ζωντανοί.

Έτσι έγινε και στον κάμπο του Buxtehude ο σκαντζόχοιρος έβαλε τον λαγό να τρέξει, κι από τότε κανένας λαγός δεν τόλμησε ξανά να παραβγεί στο τρέξιμο με τους σκαντζόχοιρους του Buxtehude.

Όμως το δίδαγμα αυτής της ιστορίας είναι, πρώτον, πως κανένας, όσο σπουδαίος κι ανώτερος κι αν θεωρεί πως είναι, δεν πρέπει ποτέ να κοροϊδεύει και να περιφρονεί τον κατώτερο, ακόμα κι αν αυτός είν' ένας σκαντζόχοιρος. Και, δεύτερον, πως είναι φρόνιμο όποιος παντρεύεται να παίρνει γυναίκα απ' την τάξη του και να του μοιάζει σε όλα. Όποιος λοιπόν είναι σκαντζόχοιρος να κοιτάζει η γυναίκα του να 'ναι επίσης σκαντζόχοιρος και ούτω καθεξής.

Η ιστορία του λαγού και του σκαντζόχοιρου συνέβη, λέει το παραμύθι, στο Buxtehude. Το χωριό αυτό σημαίνει στους Γερμανούς ό,τι και η δική μας «Κωλοπετινίτσα», ένας τόπος στη μέση του πουθενά στον οποίο παραπέμπουμε ό,τι περιγελούμε, ό,τι θεωρούμε μικρό κι ασήμαντο και ανάξιο λόγου. Όμως στον κόσμο μας, στην Ελλάδα, στη Γερμανία κι αλλού, ανήκει πάντα και μια Κωλοπετινίτσα. Εάν είναι να μείνουμε ανοιχτοί για τον κόσμο μας όπως είναι, θα χρειαστεί να προσέξουμε καλοπροαίρετα και ό,τι συνήθως περιγελούμε και θέλουμε ν' αγνοούμε.

Εκεί λοιπόν διαδραματίζεται η ιστορία του λαγού και του σκαντζόχοιρου. Σ' αυτόν τον απόμερο τόπο ο λαγός δεν είναι μόνο λαγός κι ο σκαντζόχοιρος δεν είναι μόνο σκαντζόχοιρος:Έχουν ομιλία, κι η ομιλία προσιδιάζει στον άνθρωπο. Τούτο είναι για μας μια πρόκληση. Μας καλεί να εννοήσουμε την ιστορία τους σαν ιστορία δική μας.

Τα δύο «διδάγματα» του παραμυθιού μας δείχνουν την κατεύθυνση. Μοιάζουν με ηθικές παραινέσεις, όμως δεν είναι. Δεν διδάσκουν το πώς επιβάλλεται να ζούμε, αλλά το πώς ζούμε. Είναι νόμοι της κατοίκησης μας στον κόσμο. Αυτούς τους νόμους, και τώρα αναφέρομαι αλλού, μα παραμένω στο ίδιο, με τα λόγια της Αντιγόνης από την ομώνυμη τραγωδία του Σοφοκλή, ούτε θεός ούτε θνητός τους έκανε και κανείς δεν γνωρίζει από πού ήρθαν. Θα δούμε τα διδάγματα με τη σειρά:

Πρώτο δίδαγμα

O νόμος του λέει πως ο ανώτερος κι ο υπερόπτης κάπως, κάπου, θα σκοντάψει στον κατώτερο και θα συντριβεί.

Με ποιον τρόπο τούτο μας αφορά, θα επιχειρήσουμε να το δούμε στη θεραπευτική συνάντηση. Πώς είμαστε απέναντι στον πελάτη μας; Έχουμε αναλάβει τη θεραπεία του. Εχουμε ένα «μοντέλο» της ψυχικής ασθένειας, της τρέλας, αλλά κι ένα μοντέλο της ψυχικής υγείας, στην οποία προσπαθούμε να τον οδηγήσουμε. Για να γίνει αυτό χρειάζεται να καταλάβουμε την τρέλα του και να την εξηγήσουμε. Το πρώτο, η κατανόηση, γίνεται με ό,τι είναι γνωστό ως «empathy», ενσυναίσθηση: Ερχόμαστε στη θέση του, ταυτιζόμαστε μαζί του και νιώθουμε αυτά που νιώθει. Το δεύτερο, την εξήγηση, το επιδιώκουμε συνδέοντας και συσχετίζοντας τα λεγόμενα του, ανάλογα με τη σχολή που ακολουθούμε, με στοιχεία από το παρελθόν του, τη σχέση του μ' εμάς, με νευροχημικές διαδικασίες του οργανισμού του κτλ.

Με την κατανόηση και με την εξήγηση, οδηγούμενοι από το μοντέλο μας, κατασκευάζουμε μια παράσταση της τρέλας του. Οι ερμηνείες κι οι συμβουλές μας άγονται απ' αυτήν την παράσταση. Μ' αυτήν είναι που «δουλεύουμε». Η παράσταση της τρέλας δίνει στην τρέλα υπόσταση, της δίνει νόημα και λόγο. Η παράσταση της τρέλας γίνεται ανώτερη από την τρέλα.

Εφόσον η παράσταση είναι καταρχήν κατασκευή του θεραπευτή, ο θεραπευτής παίρνει λιγότερο ή περισσότερο φανερά μια θέση ανώτερου. Πολύ συχνά βέβαια κι ο ίδιος ο πελάτης μας έχει κατασκευάσει μια δική του παράσταση της τρέλας του, που εκφράζεται, μεταξύ άλλων, στο «αίτημα» του. Καμιά φορά μάλιστα μας υποβάλλεται για μικρότερο ή μεγαλύτερο διάστημα. Όπως και να 'χει το πράγμα, η ανθρώπινη διάνοια θεωρεί την κατασκευή της ανώτερη από την τρέλα καθαυτήν. Και μάλιστα τόσο ανώτερη, που η τρέλα δεν μας είναι νοητή παρά μόνο μέσα από μια κάποια παράσταση της.

Όμως οι εξηγήσεις κι οι ερμηνείες μας, αν το καλοσκεφτούμε, ποτέ δεν είναι απόλυτα ικανοποιητικές. Κάπου σκοντάφτουν. Η τρέλα μάς βγαίνει μπροστά. Κάθε φορά που πάμε να τη βρούμε σε μια παράσταση της, είναι κιόλας εδώ και την αμφισβητεί εις πείσμα θεραπευτή και θεραπευόμενου. Αυτό το πείσμα είναι τελικά που μας πηγαίνει κόντρα και που αποκαλούμε «αντίσταση». Σ' αυτό το πείσμα φανερώνεται η τρέλα καθαυτή, και συνάμα κρύβεται.

Βέβαια είμαστε ακούραστοι. Με πολλούς και διαφόρους τρόπους λέμε, σαν τον λαγό, «πάλι πίσω!» και παλινωδούμε σ' ένα ατέλειωτο πέρα δώθε των αρχών που διέπουν τις παραστάσεις μας, όπως περιβάλλον και κληρονομικότητα, λογική και συναίσθημα, ψυχή και σώμα, νόσος και υγεία, εγώ κι εσύ, ψυχισμός και πραγματικότητα, στρεφόμενοι πότε στο ένα και πότε στο άλλο. Είναι σαν την επάνω και την κάτω μεριά του χωραφιού. Την πρώτη φορά κατευθυνόμαστε προς τη μία και τη δεύτερη προς την άλλη και πάει λέγοντας. Γι' αυτό και στις επιστήμες η «έρευνα» ποτέ δεν φτάνει σε λύσεις, αλλά με κάθε βήμα της οι δυσκολίες και τα ερωτήματα πολλαπλασιάζονται.

Πάντως η αντοχή μας δείχνει πως ακόμα είμαστε μακριά από την εβδομηκοστή τέταρτη φορά. Όμως αυτή η φορά θα έρθει, νωρίτερα ή αργότερα, σ' εμένα, σ' εσένα, στην Αθήνα, στο Tavistock. Τότε και μόνο τότε, όταν κι εμείς, θεραπευτής και θεραπευόμενος, σαν τον λαγό, «φτύσουμε αίμα» και κατά το κοινώς λεγόμενο σπάσει ο τσαμπουκάς και των δυο μας, μπορεί ν' αφήσουμε μοντέλα και παραστάσεις και να στραφούμε στην ίδια την τρέλα, όπως κάθε φορά τη συναντούμε, και μια θεραπεία να μπει στο δρόμο της.

Η τρέλα είναι «κιόλας εδώ». Μας έχει προλάβει, σε χρόνο παρακείμενο. Η τρέλα μένει πάντα παρακείμενη, κείμενη παρ' ημίν, πάντα μπροστά και δίπλα μας. Είναι ο ίσκιος μας. Όμως ο μόνος που πρόλαβε τον ίσκιο του στο πιστόλι είναι ο Λούκυ Λουκ.

Δεύτερο δίδαγμα

O νόμος του λέει πως «είναι φρόνιμο, όποιος παντρεύεται, να παίρνει γυναίκα που να του μοιάζει σε όλα». Αυτή η γυναίκα είναι σαν να την ήξερε ήδη, από πάντα. Τι θα πει αυτό;

«Ως γνωστόν» μας λέει το παραμύθι «η γυναίκα του σκαντζόχοιρου είναι ολόιδια με τον άντρα της». Αυτό δεν πρέπει να το ακούσουμε ως την απόλυτη ομοιότητα μεταξύ δύο διαφορετικών και ξεχωριστών όντων. O σκαντζόχοιρος, ο ένας σκαντζόχοιρος είναι εδώ στην αφετηρία, στην επάνω μεριά του χωραφιού, και συνάμα είναι ήδη στο τέρμα, στην κάτω μεριά.

Τούτο δεν μας είναι τόσο ξένο όσο εξαρχής φαίνεται. Όταν έφυγα από το ιατρείο μου για να 'ρθω στο «Τιτάνια», ήδη ήμουν εδώ. Αυτό το ήδη μου έδωσε την κατεύθυνση και μου άνοιξε το δρόμο.

Είμαστε πάντα σ' ένα εδώ και συνάμα είμαστε ήδη στο εκεί στο οποίο οι δρόμοι μας κατευθύνονται. Γι' αυτό και ο κάθε ερχομός έχει χαρακτήρα παλιννόστησης. Τον διατρέχει μια ησυχία, σαν αυτήν του σκαντζόχοιρου που κουρνιάζει στ' αυλάκι του. Οι μετακινήσεις μας διαπερνώνται από μια αλλόκοτη ακινησία.

O λαγός το αγνοεί. Πιστεύοντας μόνο στα πόδια του, θεωρεί πως το εκεί οφείλει να το κατακτήσει. O δρόμος του είναι ένα κενό διάστημα μεταξύ δύο σημείων που πρέπει να το καλύψει. Κάποτε, όσο γρήγορα κι αν πάει, θα κουραστεί και θα μείνει στο δρόμο.

O δρόμος του σκαντζόχοιρου είναι κύκλος: αρχή και τέλος του είναι το αυτό.

Κάπως έτσι είναι και με τις επιθυμίες μας, με τις ανάγκες μας, με κάθε μας επιδίωξη. Συνήθως κάνουμε σαν τον λαγό. Πιστεύουμε πως όλα αποκτούν νόημα μόνο με την ικανοποίηση τους. Η ματαίωση μας είναι στερητική και αφόρητη.

Όμως υπάρχει κι ο τρόπος του σκαντζόχοιρου. Τότε όλα είναι ήδη εδώ, παρακείμενα μας. Τότε οι σκοποί κι οι επιδιώξεις μας χρειάζεται να εννοηθούν διαφορετικά, έξω από το παιχνίδι στέρησης και ικανοποίησης.

Η ιστορία του λαγού και του σκαντζόχοιρου μιλά για το παρακείμενο. Είναι ένα παραμύθι του παρακείμενου. Τώρα το παρακείμενο είναι κάθε τι που μας αφορά. Είναι ήδη εδώ, πριν από τη σκέψη και τη γνώση, πριν από τις ορμές και τα συναισθήματα. Χρειάζεται μια άλλη προσέγγιση. Μάλλον δεν χρειάζεται καμία προσέγγιση. Χρειάζεται απλά να το προσέξουμε. Δίχως να νιώθουμε, δηλαδή παραιτούμενοι από τη συναίσθηση, και δίχως να σκεφτόμαστε, δηλαδή παραιτούμενοι από ερμηνείες κι εξηγήσεις.

Έχουμε μάθει να είμαστε διαισθαντικοί, να είμαστε επακριβείς. Ίσως δεν έχουμε μάθει τόσο να έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά.

Κάτι τέτοια μου μήνυσαν από την Κωλοπετινίτσα, όσο μπόρεσα να παρακολουθήσω τη γλώσσα τους.

 

Σας τα μεταφέρω, όπως μπόρεσα να τα πω στη γλώσσα τη δική μας.

ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ: Η περιρρεουσα τρελα (Ανοιχτο)

Εβδομαδιαιο: Τεταρτη 21.30-22.30

Εναρξη Τεταρτη 9 Μαρτιου (Περιπου 12 συναντησεις)

Τοπος: Πλουταρχου 48-50, Αθηνα


Το σεμιναριο ξεκινα απο την σκεψη πως επανω στον πλανητη για τον καθε τρελο υπαρχει ενας τοπος και ενας χρονος και μια κοινωνια οπου αυτο που εμεις χαρακτηριζουμε "τρελα" του, ειναι κοινος τοπος και τροπος ζωης. Ετσι για παραδειγμα σε μια κοινωνια οπου ενδημει η μαυρη μαγεια, ο παρανοϊκος θα ηταν στο στοιχειο του. Το ιδιο θα συνεβαινε με οπτικες και ακουστικες ψευδαισθησεις σε μια κοινωνια του Μεσαιωνα. Ας θυμηθουμε ακομα τους ηρωες της Ιλιαδας και της Οδυσσειας και την εμπλοκη των θεων στη ζωη τους. Ο τρελος ειναι αρρωστος, εχει ονομα και διαγνωση μονο αν ξεστρατισε, αν βρεθηκε εξω απο τον χρονο και τον τοπο και την κοινωνια οπου θα ζουσε οπως λιγο-πολυ ολοι.

Αν μπορουσαμε λοιπον, αν βλεπαμε τον κοσμο μας με τα ματια ενος αλλου, θα διαγιγνωσκαμε ισως μια συλλογικη, περιρρεουσα και γι' αυτο αφανη τρελα, οπως εμεις την διαπιστωνουμε σε τριτοκοσμικες, πρωτογονες, η αρχαϊκες κοινωνιες. Αν ενας ανθρωπος, ερχομενος απ' αλλου, βρισκοταν στον κοσμο και στον καιρο μας, γραφει σ' ενα ποιημα ο Paul Celan, θα μπορουσε μονο να παραμιλα συνεχως: "Pallaksch. Pallaksch" - ο ανθρωπος θα τρελλαινονταν!

Το σεμιναριο συνιστα μια περιδιαβαση σε κυριαρχα θεματα της καθημερινοτητας στον σημερινο κοσμο (χρημα και οικονομια, γνωση και επιστημη, διανθρωπινες σχεσεις, αναπτυξη και προοδος, πολιτικη και πολιτικοι, ερωτας και αγαπη) και θα επιδιωξει να διακρινει την περιρρεουσα τρελα που τον διεπει. Τελος στο σεμιναριο θα αναζητηθουν δυνατοτητες μιας παρολαυτα καλης ζωης μεσα σε εναν τρελο κοσμο.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ / ΑΙΤΗΣΕΙΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ

2107213534

kon.gemenetzis@gmail.com

https://www.facebook.com/konstantin.gemenetzis

 

ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ: Η περιρρεουσα τρελα (Ανοιχτο) / Θεσσαλονικη

Εβδομαδιαιο: Πεμπτη 20.30-21.30

Εναρξη Πεμπτη 10 Μαρτιου (Περιπου 12 συναντησεις)

Τοπος: Κέντρο Προσωπικής Ανάπτυξης και Ψυχοθεραπείας μέσω της Τέχνης ¨ΑΚΕΣΑ¨, Βασιλισσης Ολγας 38, Θεσσαλονικη - Φαληρο, τηλ 2310862512


Το σεμιναριο ξεκινα απο την σκεψη πως επανω στον πλανητη για τον καθε τρελο υπαρχει ενας τοπος και ενας χρονος και μια κοινωνια οπου αυτο που εμεις χαρακτηριζουμε "τρελα" του, ειναι κοινος τοπος και τροπος ζωης. Ετσι για παραδειγμα σε μια κοινωνια οπου ενδημει η μαυρη μαγεια, ο παρανοϊκος θα ηταν στο στοιχειο του. Το ιδιο θα συνεβαινε με οπτικες και ακουστικες ψευδαισθησεις σε μια κοινωνια του Μεσαιωνα. Ας θυμηθουμε ακομα τους ηρωες της Ιλιαδας και της Οδυσσειας και την εμπλοκη των θεων στη ζωη τους. Ο τρελος ειναι αρρωστος, εχει ονομα και διαγνωση μονο αν ξεστρατισε, αν βρεθηκε εξω απο τον χρονο και τον τοπο και την κοινωνια οπου θα ζουσε οπως λιγο-πολυ ολοι.

Αν μπορουσαμε λοιπον, αν βλεπαμε τον κοσμο μας με τα ματια ενος αλλου, θα διαγιγνωσκαμε ισως μια συλλογικη, περιρρεουσα και γι' αυτο αφανη τρελα, οπως εμεις την διαπιστωνουμε σε τριτοκοσμικες, πρωτογονες, η αρχαϊκες κοινωνιες. Αν ενας ανθρωπος, ερχομενος απ' αλλου, βρισκοταν στον κοσμο και στον καιρο μας, γραφει σ' ενα ποιημα ο Paul Celan, θα μπορουσε μονο να παραμιλα συνεχως: "Pallaksch. Pallaksch" - ο ανθρωπος θα τρελλαινονταν!

Το σεμιναριο συνιστα μια περιδιαβαση σε κυριαρχα θεματα της καθημερινοτητας στον σημερινο κοσμο (χρημα και οικονομια, γνωση και επιστημη, διανθρωπινες σχεσεις, αναπτυξη και προοδος, πολιτικη και πολιτικοι, ερωτας και αγαπη) και θα επιδιωξει να διακρινει την περιρρεουσα τρελα που τον διεπει. Τελος στο σεμιναριο θα αναζητηθουν δυνατοτητες μιας παρολαυτα καλης ζωης μεσα σε εναν τρελο κοσμο.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ / ΑΙΤΗΣΕΙΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ

2310271768

kon.gemenetzis@gmail.com

https://www.facebook.com/konstantin.gemenetzis

 

Η περιπετεια του εργου τεχνης

[Εισηγησεις στον σεμιναριακο κυκλο

Φιλοσοφικες και Θεραπευτικες Προσεγγισεις στην Τεχνη]

Εμβροντησια

Kandinsky

Twombly

Pollock

Το οδυνηρα ωραιο

Το πλοιο των τρελλων

Bosch

Goya

Τεχνη και θανατος

Byung-Chul Han, Todersarten (Ειδη θανατου)

Τεχνη και πληγη

Byung-Chul Han, Die Erretung des Schönen (Η διασωση του ωραιου)

"Φωτεινές-Σκοτεινές 'μονοχρωμίες'"

Jacques-Louis David

Gericault

Malevich

Barnet Newman

Robert Rothko

Yves Klein

Σημειωσεις

Εμβροντησια

Αυγουστος, στον νου μου ηδη το σεμιναριο μας, και στο Πηλιο, στο διαλειμμα μιας συναντησης που ηταν μισο συνεδριο μισο μικρες διακοπες, ειχαμε μ' εναν φιλο μια συντομη συζητηση επανω στο ερωτημα του τι μας συμβαινει εκει που το εργο τεχνης μας συγκινει - οπου καταρχην ακομα και η λεξη "συγκινει" λεγεται σε εισαγωγικα. Στην συντομη κουβεντα μας συμφωνησαμε οτι εκει που το εργο τεχνης μας "συγκινει", υποχωρουν καθε ειδους νοηματα, κρισεις, συγκρισεις, συνδεσεις, ερμηνειες κλπ. Εν ολιγοις: Στην "συγκινηση" του εργου τεχνης παυει καθε σκεψη. Θα πει: Οταν το εργο τεχνης με συγκινει, δεν χωραει στην σκεψη μου, δεν νοειται στους οικειους μου ορους. Δηλωνεται ως - αρνητικοτητα.

Ο Hans Georg Gadamer γραφει σχετικα:

Ειναι το γεγονος αυτου του μοναδικα ιδιαιτερου που συνιστα το 'πλεον': το οτι υπαρχει κατι τετοιο: με τα λογια του Rilke: 'Κατι τετοιο ηρθε και σταθηκε αναμεσα στους ανθρωπους'. Τουτο, το οτι αυτο υπαρχει, η γεγονοτητα, ειναι συναμα μια ανυπερβλητη αντισταση σε καθε προσδοκια νοηματος που θεωρει τον εαυτο της ανωτερο. Το εργο τεχνης μας αναγκαζει να το αναγνωρισουμε. 'Δεν υπαρχει κανενα σημειο που να μην σε βλεπει. Πρεπει ν' αλλαξεις την ζωη σου.' Ειναι ενα χτυπημα, σε ριχνει κατω, κι αυτο συμβαινει απο την ιδιαιτεροτητα με την οποια μας βρισκει καθε καλλιτεχνικη εμπειρια.«

Και τωρα μου ερχεται ενα ονομα για την συγκινηση, που αποδιδει καλυτερα ενα χαρακτηριστικο της. Το ονομα ειναι δανειο απο το ψυχιατρικο λεξιλογιο. Ειναι η εμβροντησια (stupor).

Εμβροντητος μενω οταν αυτο που αντικριζω με αφηνει αγαλμα, μου κοβει την λαλια. Ομως ακομα στεκω απεναντι του. Λιγο ακομα, λιγο πιο εντονο να ηταν, και η εμβροντησια θα γινοταν τρομος και πανικος. Η εμβροντησια μολις κι αντεχει τον τρομο. Rainer Maria Rilke, Πρωτη Ελεγεια του Duino:

Γιατι το ωραιο δεν ειναι

παρα η απαρχη του τρομερου που μολις κι αντεχουμε,

και το θαυμαζουμε τοσο γιατι ειναι χαλαρα ακαταδεκτο

να μας διαλυσει.

Για αυτο το τρομερο, ο Rilke εχει λοιπον ενα ονομα: το ωραιο.

Στην εμβροντησια ειναι σαν να αντικρυζεις την Μεδουσα οπου, συμφωνα με τον μυθο, πετρωνεις. Ο Paul Celan, σε μια ομιλια, αναφερεται στο διηγημα του Georg Büchner Lenz. Σ' ενα σημειο λεει ο Lenz:

Χθες καθως ανηφοριζα διπλα στην κοιλαδα, ειδα δυο κοπελλες να καθονται πανω σ’ εναν βραχο: η μια εδενε τα μαλλια της, η αλλη την βοηθουσε· και τα χρυσαφενια μαλλια επεφταν κατω, κι ενα σοβαρο χλωμο προσωπο, κι ομως τοσο νεανικο, κι η μαυρη στολη, κι η αλλη να νοιαζεται με τοση φροντιδα. Οι ωραιοτερες, οι βαθυτερες εικονες της παλιας γερμανικης σχολης δεν αποδιδουν τιποτε απ’ αυτο. Μερικες φορες κανεις θα ‘θελε να ‘ναι μεδουσοκεφαλη για να μπορεσει ενα τετοιο συμπλεγμα να το μεταμορφωσει σε πετρα και να φωναξει τον κοσμο.

Και ο Celan συνεχιζει:

Κυρίες και Κυριοι, προσεξτε παρακαλω: "Κανεις θα ‘θελε να ‘ναι μεδουσοκεφαλη" για να ... συλλαβει το φυσικο ως το φυσικο μεσω της τεχνης!

Το φυσικο, στα ματια της Μεδουσας, παγωνει, καθιζανει σε μια μορφη, γινεται δηλαδη εργο, εργο τεχνης. Βεβαια στην μορφη του εργου τεχνης, δηλαδη στην φιγουρα του ωραιου, παραμενει εντυπωμενος, ειναι παρων και ο δραστης, οπως π.χ. το μαχαιρι ειναι παρον στην πληγη που ανοιξε. Ετσι στο ωραιο του εργου παραμενει εντυπωμενο το βλεμμα της Μεδουσας, και σε παγωνει κι εσενα - σε αφηνει εμβροντητο. Εντυπωμενο, ομως ηπιοτερο, καθοτι εχει μεσολαβησει ο καλλιτεχνης και με το εργο του εχει προσφερει στο κεφαλι της Μεδουσας μια κατοικια, το εκανε κατοικιδιο, Ο Friedrich Hölderlin γραφει σε ενα σχεδιασμα:

Αλλά σ’ εμάς αρμόζει, στις καταιγίδες των θεών,

Ω ποιητές, με γυμνή να στέκουμε την κεφαλή

Του Πατέρα την αχτίδα, αυτήν, με το ίδιο μας το χέρι

Να συλλαμβάνουμε και στον λαό στο τραγούδι μέσα

Συγκαλυμμένο να παρέχουμε το ουράνιο δώρο.

Επειδη οι ποιητες, θα μπορουσαμε να πουμε οι καλλιτεχνες, με το εργο τους, ως το εργο τους, μεσολαβουν την "αχτιδα του Πατερα" στους ανθρωπους, ο Hölderlin τους ονομάζει Ημίθεους.

Πρεπει να ομολογησω οτι αυτην την εμπειρια της εμβροντησιας την ειχα συνηθως μεσα απο την φυγη: Ετυχαν φορες που εμπρος σε ενα εργο τεχνης απεστρεψα το βλεμμα μου με βιαση, με ενα ειδος ντροπης, σαν να ειχα πατησει ενα αβατο, σαν να με ξεπερνουσε. Καταλαβαινα οτι αν στεκομουν περισσοτερη ωρα εμπρος του, θα αρχιζα να ψαχνω, να σκεφτομαι και θα το ευτελιζα. Και φαινεται πως δεν ειμαι ο μονος. Ο Giorgio Agamben, στο Ο ανθρωπος χωρις περιεχομενο, αναφερει μια παρομοια εμπειρια:

Σε ενα σχεδιασμα του Ο ανθρωπος χωρις ιδιοτητες του Robert Musil, ο [...] Anders μπαινει στο δωματιο οπου η Agathe παιζει στο πιανο. Αισθανεται μια θολη και ακαταμαχητη παρορμηση που τον ωθει να ριξει μερικες πιστολιες στο οργανο, που διαχεει στο σπιτι μια τοσο "απελπιστικα" ομορφη αρμονια.

Κατοπιν ο Agamben κανει μια συνοπτικη ιστορικη αναδρομη:

Στον Πλατωνα η δυναμη της τεχνης φανταζε τοσο μεγαλη που πιστευε οτι απο μονη της θα κατεστρεφε τα ιδια τα θεμελια της πολης του. Ομως παρολ' αυτα, οντας αναγκασμενος να την εξορισει, το εκανε τοσο διστακτικα "καθως γνωριζουμε οτι εμεις οι ιδιοι μαγευομαστε απ' αυτην". Ο ορος που χρησιμοποιει για να ορισει την επιδραση της εμπνευσμενης φαντασιας ειναι θεῖος φόβος, ενας ορος που εμεις οι καλοκαγαθοι θεατες βρισκουμε ακαταλληλον για να ορισουμε τις αντιδρασεις μας, ο οποιος ομως, μετα απο μια ορισμενη εποχη, βρισκεται με αυξανομενη συχνοτητα στις σημειωσεις στις οποιες μοντερνοι καλλιτεχνες επιχειρουν να συλλαβουν την εμπειρια τους της τεχνης.

Πραγματι φαινεται οτι, συγχρονως με την διαδικασια με την οποια ο θεατης διεισδυει στην εννοια της "τεχνης" και την περιοριζει στον τόπος οὐράνιος της Αισθητικης, απο την οπτικη του καλλιτεχνη βλεπουμε να συμβαινει η αντιστροφη διαδικασια. Διοτι για εναν που την δημιουργει, η τεχνη γινεται μια ολο και πιο αλλοκοτη εμπειρια, ως προς την οποια να μιλαμε για προθεση ειναι το λιγοτερο ευφημισμος, διοτι αυτο που διακυβευεται μοιαζει να μην ειναι διολου η παραγωγη ενος ωραιου εργου αλλα αντιθετα η ζωη και ο θανατος του καλλιτεχνη, η τουλαχιστον η πνευματικη του υγεια. Στην ολο και μεγαλυτερη αθωοτητα της εμπειριας του θεατη εμπρος στο ωραιο αντικειμενο αντιστοιχει ο ολο και μεγαλυτερος κινδυνος που ενυπαρχει στην εμπειρια του καλλιτεχνη, για τον οποιο η promesse de bonheur της τεχνης γινεται το δηλητηριο που μολυνει και καταστρεφει την υπαρξη του. Η ιδεα οτι στην δραστηριοτητα του καλλιτεχνη ειναι εγγενης αυτος ο ακραιος κινδυνος αρχιζει να κερδιζει εδαφος, σχεδον σαν να ηταν - σκεφτοταν ο Baudelaire, ενα ειδος μονομαχιας με τον θανατο "où l'artiste crie de frayeur avant d'être vaincu" ("οπου ο καλλιτεχνης βγαζει μια κραυγη φοβου πριν ηττηθει"). Και για αποδειξη ποσο λιγο αυτη η ιδεα ειναι μια μεταφορα μεταξυ αυτων που διαμορφωνουν τις "ιδιοτητες" του "λογοτεχνικου οιστρου", αρκει να παρατεθει αυτο που εγραψε ο Hölderlin στο ξεκινημα της παραφροσυνης του: "Φοβαμαι πως θα καταληξω σαν τον γερο Τανταλο που ελαβε απο τους θεους περισσοτερα απ' οσα μπορουσε να χωνεψει," και "θα ελεγα πως ο Απολλων με χτυπησε." Η, μια σημειωση που βρεθηκε στην τσεπη του Van Gogh την ημερα του θανατου του: "Λοιπον, οσον αφορα την τεχνη μου, μ' αυτην ρισκαρω την ζωη μου και η ψυχικη μου υγεια ηδη μισοελιωσε μεσα της." Η, ο Rilke σ' ενα γραμμα στην Clara Rilke: "Τα εργα τεχνης ειναι παντα προϊον ενος ρισκου που κανεις πρεπει να παρει, μια εμπειρια που την ακολουθεις μεχρι το ακραιο της οριο, στο σημειο που κανεις δεν μπορει αλλο να συνεχισει."

Kandinsky

That is beautiful which is produced by the inner need, which springs from the soul.


Several Circles




Twombly

Apollo

apollo_1975.jpg

Bacchus

Bachus.jpeg

bolsena

bolsena_1969.jpg


Venus

Pollock

The thing that interests me is that today painters do not have to go to a subject-matter outside themselves. Modern painters work in a different way. They work from within.

1947, Alchemy

One Number

1

Το οδυνηρα ωραιο

Ο Ηροδοτος αφηγειται μια ιστορια [5.18.1] για Περσες μαντατοφορους του Δαρειου που πηγαν στον βασιλεα της Μακεδονιας Αμυντα και ζητησαν "γην και υδωρ".

ὁ δὲ ταῦτά τε ἐδίδου καί σφεας ἐπὶ ξείνια καλέει, παρασκευασάμενος δὲ δεῖπνον μεγαλοπρεπὲς ἐδέκετο τοὺς Πέρσας φιλοφρόνως. ὡς δὲ ἀπὸ δείπνου ἐγίνοντο, διαπίνοντες εἶπαν οἱ Πέρσαι τάδε· Ξεῖνε Μακεδών, ἡμῖν νόμος ἐστὶ τοῖσι Πέρσῃσι, ἐπεὰν δεῖπνον προτιθώμεθα μέγα, τότε καὶ τὰς παλλακὰς καὶ τὰς κουριδίας γυναῖκας ἐσάγεσθαι παρέδρους· σύ νυν, ἐπεί περ προθύμως μὲν ἐδέξαο, μεγάλως δὲ ξεινίζεις, διδοῖς τε βασιλέϊ Δαρείῳ γῆν τε καὶ ὕδωρ, ἕπεο νόμῳ τῷ ἡμετέρῳ. εἶπε πρὸς ταῦτα Ἀμύντης· Ὦ Πέρσαι, νόμος μὲν ἡμῖν γέ ἐστι οὐκ οὗτος, ἀλλὰ κεχωρίσθαι ἄνδρας γυναικῶν· ἐπείτε δὲ ὑμεῖς ἐόντες δεσπόται προσχρηίζετε τούτων, παρέσται ὑμῖν καὶ ταῦτα. εἴπας τοσαῦτα ὁ Ἀμύντης μετεπέμπετο τὰς γυναῖκας. αἱ δ᾽ ἐπείτε καλεόμεναι ἦλθον, ἐπεξῆς ἀντίαι ἵζοντο τοῖσι Πέρσῃσι. ἐνθαῦτα οἱ Πέρσαι ἰδόμενοι γυναῖκας εὐμόρφους ἔλεγον πρὸς Ἀμύντην φάμενοι τὸ ποιηθὲν τοῦτο οὐδὲν εἶναι σοφόν· κρέσσον γὰρ εἶναι ἀρχῆθεν μὴ ἐλθεῖν τὰς γυναῖκας ἢ ἐλθούσας καὶ μὴ παριζομένας ἀντίας ἵζεσθαι ἀλγηδόνας σφίσι ὀφθαλμῶν.

Αυτος δεχτηκε, τους καλεσε να τους φιλοξενησει, και προθυμα τους ετοιμασε πλουσιο γευμα. και καθως οι Περσες τελειωσαν και αρχισαν να πινουν, ειπαν: "Φιλοξενε Μακεδονα, οι Περσες εχουμε μια συνηθεια, οταν προσφερουμε λαμπρο δειπνο, να φωναζουμε τις παλλακιδες και τις γυναικες μας να παρευρισκονται. Αφου λοιπον εσυ μας δεχτηκες τοσο προθυμα, μας φιλοξενεις και δινεις στον βασιλια Δαρειο γη και υδωρ, ακολουθησε το δικο μας εθιμο". Ο Αμυντας αποκριθηκε: "Εμεις, Περσες, δεν εχουμε τετοια εθιμα. Οι ανδρες ζουν χωριστα απο τις γυναικες, αλλα αφου ειστε οι κυριαρχοι και ζητατε κατι τετοιο, θα σας το παραχωρησουμε". Αυτα ειπε ο Αμυντας και εστειλε να φωναξουν τις γυναικες. Εκεινες ηρθαν και καθισαν η μια κοντα στην αλλη, απεναντι απο τους Περσες. Οπου οι Περσες ειδαν τις ομορφες γυναικες και ειπαν στον Αμυντα οτι αυτο που κανει δεν ηταν φρονιμο, διοτι θα ηταν προτιμοτερο να μην ειχαν ερθει καθολου οι γυναικες, παρα να ερθουν και να καθισουν απεναντι κι οχι διπλα τους - ετσι ηταν "ἀλγηδόνες ὀφθαλμῶν".

Στο βιβλιο του Λογγινου, λογιου των ελληνιστικων χρονων, Περι Υψους, το υψηλο και το ωραιο δεν διαφερουν ακομα μεταξυ τους. Ετσι το ωραιο συγκλονιζει, οπως το υψηλο. Το ωραιο ειναι περαν της αρεσκειας. Και δεν ειναι μακρια, "ου πορρω", γραφει, "το Ηροδοτειον", η ρηση του Ηροδοτου που λεει "τας καλας γυναικας 'αλγηδονας οφθαλμων'", πως οι ωραιες γυναικες "πονανε τα ματια". Το ωραιο ειναι οδυνηρα ωραιο.

Και ο Πλατωνας λεει στο Συμποσιο πως εκεινος που θα "παιδαγωγηθει" στα "ερωτικα", στο τελος του δρομου θα αντικρυσει ἐξαίφνης, θαυμαστόν ... καλόν, θεῖον καλὸν. Ο θεατης περιερχεται εκτος εαυτου, απορει και τρομαζει (εκπλήττονται). Τον καταλαμβανει μια μανία, μια τρελλα.

Το "μου αρεσει", η αρεσκεια εχει παντα κατι το αυτοερωτικο: μου αρεσει, και αρεσκομαι σ' αυτην την αρεσκεια. Κατα τουτο διαφερει απο το ωραιο ως οδυνηρο. Οταν εδω γινεται λογος για το οδυνηρο, ο πονος δεν πρεπει να εννοηθει ως συναισθημα. Στον πονο διανοιγεται ενα χασμα, ο πονος ειναι σχισμα, π.χ. ο πονος του χωρισμου. Στον πονο κανεις πετιεται εξω απο το κλεισιμο στον εαυτο του, απο την αυτοερωτικη του εσωτερικοτητα και ανοιγεται για τον Αλλο, για το Αλλο. Αυτο ειναι που επιτελει η τεχνη. Διχως τον πονο διαιωνιζεται το ιδιο, το οικειο, το συνηθες. Ο Heidegger εννοει την εμπειρια μεσα απο αυτην την συνθηκη:

Η εμπειρια [...] στην ουσια της ειναι ο πονος στο οποιο αποκαλυπτεται το ουσιαστικα αλλοτριο των οντων ως προς το συνηθες.

Το πλοιο των τρελλων

masterpieceoriginalbierly.jpg

Ο πινακας βαραινει προς τα κατω, στη γη. Ο ουρανος ειναι αδειος, το φως δεν εχει αναφορα στον ηλιο αλλα ειναι μονο το χρωμα του ηλιου, που τον βαφει ομοιομορφα. Λιβαδι (μηπως θαλασσα;) και πλαγια του βουνου ειναι ατονα, χλωμα, ανυποστατα. Δεσποζει το φυλλωμα ενος δεντρου. Ο ασυνηθιστα μακρυς και λεπτος κορμος του μοιαζει ευθραυστος. Μαλιστα σε ενα σημειο του εχει κοπει, θα μπορουσε ευκολα να καταρρευσει. Στο κεντρο του φυλλωματος προβαλλει ενα κεφαλι, μια σκοτεινη μορφη, σκυθρωπη, κατι αναμεσα σε νεκροκεφαλη και σε κουκουβαγια. Αμεσως χαμηλοτερα επανω στον κορμο ειναι δεμενο ενα λαβαρο, σε χρωμα λιγο πιο σκουρο απο τον ουρανο, λεπτο και υπερβολικα μακρυ, επανω του αχνη μια ημισεληνος στο χρωμα του ουρανου, που κυματιζει σε εναν ανεμο που μοιαζει να πνεει μονο γι' αυτο.

Αμεσως πιο κατω δεμενα μαζι στον κορμο ενα μπουκετο και μια ψητη χηνα. Απο τον θαμνο ξεπροβαλλει ενας νεαρος μ' ενα μεγαλο μαχαιρι που μολις και φτανει για να κοψει το λουρι που την κρατα δεμενη στον κορμο. Στον θαμνο εχει ενα ακομα κεφαλι, σκοτεινο κι αυτο, που τωρα μοιαζει κεφαλι γριας με τσεμπερι. Θα 'λεγες οτι τα δυο κεφαλια ειναι κατι σαν οι θεοτητες δεντρου και θαμνου, που ομως δεν εχουν τιποτα απο την χαρη μιας νυμφης, η μιας δρυιαδας. Μοιαζουν ενοχλημενες, σαν να τους συμβαινει κατι κακο εκει κατω, σαν η αρμονια της φυσης να εχει διαταραχτει και να της ηρθαν τα πανω κατω.

Χαμηλοτερα απο την χηνα και το μπουκετο ξεκινουν δυο σχοινια, λεπτα και αχνα, σαν συνεχομενες χαντρες, που αποληγουν στις ακρες ενος μικρου καραβιου: ρελια, και ο κορμος - το καταρτι του. Απο το πισω ρελι ξεκινα ενα αλλο σχοινι προς τα κατω. Στην ακρη του κρεμεται μια κρεπα, κι απο κατω της μια ταβλα, και τριγυρω της ανθρωποι, κι ολα αυτα μεσα σ' ενα καραβι που πλεει στο ποταμακι. Μεσα στο ποταμι δυο ανθρωποι ακομα, γυμνοι, επεκτεινουν την κατωβαρη κινηση του πινακα κατω και απο την επιφανεια γης και νερων.

Η γη μοιαζει να ασκει στα παντα μια ακατανικητη ελξη και να τα καθηλωνει επανω της. Αν θυμηθουμε πως εκεινα τα χρονια κυριαρχη κατευθυνση ειναι η ανοδικη, προς το υψηλο, το πνευματικο, το θειο, το υπερβατικο, τοτε η τρελλα θα εκφραζονταν ακριβως με την αντιστροφη κατευθυνση: προς το υλικο, το γηινο, το εγγενες.

Το ιδιο το καραβακι εχει μια παιδικη τρυφεροτητα. Μοιαζει περισσοτερο με παιχνιδι. Επανω και τριγυρω του ειναι 12 ανθρωποι. Δυο πραγματα κανουν εντυπωση: Πρωτον, κανεις δεν ασχολειται με το ταξιδι, με την πορεια του καραβιου. Ειναι μαλιστα ζητημα, αν το καραβι κινειται καν. Ηδη διοτι το δεντρο, που παριστανει το καταρτι, παραπεμπει περισσοτερο στο ριζωμα στη γη, παρα στην ελευθερη πλευση επανω στα νερα. Οπωσδηποτε αυτο μοιαζει να μην ενδιαφερει κανεναν. Ο μονος που θα μπορουσε να μαρτυρει καποιον σχετικο ρολο ειναι ενας που κραταει κατι σαν κουπι, η πηδαλιο. Ομως αυτο ειναι μια τεραστια κουταλα, και ο ιδιος ο, ας τον πουμε, πηδαλιουχος ειναι απασχολημενος με αλλα πραγματα.

Το δευτερο που κανει εντυπωση ειναι οτι οι 12 ανθρωποι, μεμονωμενοι, η σε ομαδες, επιδιδονται σε 6 διαφορετικες δρασεις, μεταξυ τους αποκομμενες. Ειδαμε τον πρωτο που παει να παρει την ψητη χηνα την δεμενη στον κορμο-καταρτι. Ενας καρναβαλος καθεται στο κλαδι ενος κουτσουρου που παριστανει το "μπαστουνι" του καραβιου, εχει γυρισμενη την πλατη στους αλλους και αργοπινει απο μια κουπα απορροφημενος στον εαυτο του. Απο κατω του ενας αλλος κρατιεται απο το κουτσουρο, σκυβει εξω απο το καραβι και κανει εμετο. Στη μεση του καραβιου, κατω απο την κρεμαμενη κρεπα, η ταβλα που, ανισα μεγαλη, εξεχει απο το καταστρωμα. Αντικριστα καθονται μια μοναχη κι ενας μοναχος. Η μοναχη παιζει λαουτο, τα στοματα τους ειναι ανοιχτα, οπως κι αυτα του πηδαλιουχου και δυο αλλων. Τραγουδανε προφανως, αλλα παιζουν κι ενα παιχνιδι της εποχης: πανε να δαγκωσουν την κρεπα χωρις να χρησιμοποιησουν τα χερια τους. Αριστερα ειναι πλαγιασμενος ενας αλλος. Κραταει ενα μεγαλο φλασκι μισοβυθισμενο στο νερο. Ομως η προσοχη του ειναι στραμμενη σε μια γυναικα που στεκεται απο πανω του κι ειναι ετοιμη να του καταφερει μια κανατα στο κεφαλι. Στο νερο, διπλα στο καραβι, ειναι δυο ανθρωποι. Ο ενας ορθιος, γυμνος, κραταει με τα δυο χερια την κουπαστη στο σημειο που καθεται ο μοναχος. Δεν ειναι καθαρο αν σπρωχνει το καραβι να ξεκινησει, αν θελει ν' ανεβει, η κατι αλλο. Ο αλλος, ενας νεος, κολυμπα προς αυτον, κρατα μια μεγαλη κουπα και του την προσφερει με τα δυο του χερια, σχεδον ιεροτελεστικα. Αριστερα στο μεσον του πινακα αιωρειται κι ενα κανατι.

Ενα χαρακτηριστικο του "πλοιου των τρελλων" ειναι λοιπον η ασχετοσυνη, τοσο ως προς το πλοιο και το ταξιδι, οσο και ως προς την συνυπαρξη των ανθρωπων μεταξυ τους. Η τρελλα τους συνισταται στην παντελη ασχετοσυνη. Και παλι το εργο του Bosch "Το πλοιο των τρελλων" ειναι ωραιο. Πως μπορει η ασχετοσυνη της τρελλας να ειναι ωραια;

Το 1494, μαλλον λιγα χρονια πριν απο το εργο του Bosch, κυκλοφορησε το βιβλιο του Sebastian Brant, γερμανου νομικου και ουμανιστη με τον τιτλο Das Narrenschiff - "Το πλοιο των τρελλων", οπου σατιριζει διαφορους χαρακτηρες. Γνωρισε μεγαλη επιτυχια, επισης λογω της εικονογραφησης που κατα πασα πιθανοτητα εκανε ο Albrecht Dürer. Το εξωφυλλο ειναι αυτο:

1-B125-P3-1494-1
Brant, Narrenschiff / Holzschn.v.Duerer
Brant, Sebastian
Dichter und Humanist
um 1457/58 - 1521.
Werke: Das Narrenschiff.
- Titelblatt. -
Holzschnitt, Albrecht Duerer (1471-1528)
zugeschrieben.
Gedruckt bei Johann Bergmann von Olpe,
Basel 1494.
E:
Brant, Ship of Fools / Woodcut / Duerer
Brant, Sebastian
poet and scholar
c.1457/58 - 1521.
Works: Das Narrenschiff (Ship of Fools).
- Title page. -
Woodcut, Albrecht Duerer (1471-1528)
attributed.
Printed by Johann Bergmann von Olpe,
Basel 1494.
F:
Brant, Sebastien , humaniste et poete sa
Brant, Sebastien , humaniste et poete
satirique alsacien , v. 1457/58-1521.
Oeuvre : La Nef des fous.
- Page de titre. -
Gravure sur bois, Albrecht Duerer (1471-
1528) attribuee.
Imp. par Johann Bergmann d'Olpe, Bale
1494.

Εδω καθε εικονα εχει συνοχη. Υπαρχει κατευθυνση, οι τρελλοι ειναι συγκεντρωμενοι στην κοινη υποθεση. Η ωραιοτητα που αναδιδει εργο του Bosch, η ιδιαιτερη ωραιοτητα, η τρυφερη, αποκοσμη ωραιοτητα της ασχετοσυνης, λειπει.

Για ποια ωραιοτητα μιλαμε εδω; Ας το δουμε στο παραδειγμα των θεων του Ολυμπου ο οποιος Ολυμπος, συμφωνα με τον γερμανο φιλοσοφο Hegel, θα ηταν ενα "πλοιο των τρελλων".

Συμφωνα με τον Hegel η φιλοτητα και η ευφορια της ελληνικης θρησκειας οφειλεται στην συνειδηση της πολλαπλοτητας: "Η ευφορια της ελληνικης θρησκειας (...) εχει τον λογο της στο οτι βεβαιως και υπαρχει ενας σκοπος, κατι τιμωμενο, ιερο· ομως συναμα υπαρχει αυτη η ελευθερια απο σκοπο, πιο αμεσα κατα το οτι οι ελληνικοι θεοι ειναι πολλοι" (17.164). Καθε θεος, λεει, εχει μεν μια ιδιαιτερη ιδιοτητα. Ομως καθως υπαρχουν πολλοι θεοι, κανενας θεος δεν εμμενει στην ιδιαιτεροτητα του. Ετσι ενας θεος του πολεμου ανεχεται και την ειρηνη. Αυτη η συνειδηση της πολλαπλοτητας λοιπον παραγει μια φιλικη ευφορια. Κανεις δεν κρατιεται σπαστικα απο τον εαυτο του, απο την ιδιαιτεροτητα του. Κανεις δεν θεωρει τον εαυτο του απολυτο. Κανεις δεν ειναι αποκλειστικος. Η συνειδηση της πολλαπλοτητας κανει επισης να προκυπτει η αποσταση μιας αυτοειρωνειας, οπου ο καθεκαστος, τροπον τινα αυτοειρωνευομενος, αυτοαναιρειται. Επισης η πολλαπλοτητα των καθοριστικων σκοπων γεννα μια "ευφορια της ανοχης", μια "φιλικοτητα της υπαρξης": "(...) ο σκοπος δεν ειναι ενας μονο, (...) γινονται πολλοι σκοποι (…). Εδω ο πραγματικος σκοπος δεν ειναι πια αποκλειστικος, αφηνει πολλα, ολα να ισχυουν μαζι μ' αυτον, και η ευφορια και η ανοχη εδω ειναι θεμελιακος καθορισμος. Υπαρχουν πολλαπλα υποκειμενα που ισχυουν το ενα διπλα στο αλλο, πολλες ενοτητες, απο τις οποιες η υπαρξη αντλει τα μεσα της· μ' αυτο εχει κατατεθει η φιλικοτητα της υπαρξης" (17.47f.). (...) "Αντιθετα εκει που ειναι μια αρχη, μια ανωτατη αρχη κι ενας ανωτατος στοχος, εκει δεν μπορει να συμβαινει αυτη η ευφορια" (17.164).

Αντιστοιχη ειναι και μια σημειωση του Peter Handke απο το Περι κοπωσεως:

Εκεινες οι νεκρες φυσεις με τα λουλουδια απο τον δεκατο εβδομο αιωνα, κατα κανονα απο τις Κατω Χωρες, οπου στα ανθη καθεται, σαν να 'ταν αληθινο, εδω ενα ζουζουνι, εδω ενα σαλιγκαρι, εκει μια μελισσα, εκει μια πεταλουδα και, παρολο που κανενα ισως δεν εχει ιδεα για την παρουσια του αλλου, προς στιγμη, στη δικη μου στιγμη, ολα γειτονευουν μεταξυ τους.

C:\Users\K\Google Drive\ALIENIST\2. [ψυχ]αναλυση\3. ΚΕΙΜΕΝΑ ΟΜΙΛΙΕΣ\Κειμενα Ομιλιες 2011-2015\Celan\Ambrosius Bosschaert the Elder.jpg

Η γειτονευση των ασχετων δεν χαρακτηριζεται απο καποιον συνδεσμο χρονικο, αιτιολογικο, επεξηγηματικο, υποθετικο κλπ., αλλα απο το απλο "και". Για αυτο γραφει ο Byung-Chul Han:

Το παραδιπλα-του-ενος-με-το-αλλο των αντικειμενικα απομακρων δεν χρειαζεται να εγκειται σε υποκειμενικη "αυθαιρεσια" η σε "ιδεες της στιγμης". Ο Hegel, κολλημενος στην οργανικη συνεχεια, δεν αναπτυσσει κανενα αισθητηριο για την εγγυτητα του απομακρου, για εκεινη την εμπειρια του κοσμου που συνισταται στην αντιληψη του ΚΑΙ, σε μια ιδιαιτερη επαναληψη: "Και: η ευωδια μιας μυρικης και μια ανοιχτη εξωπορτα". - "Και: Χαραμα και ποντικι (εμπρος απο το παραθυρο)". Ο κοσμος που γινεται ορατος με το ΚΑΙ, που αποκαλυπτεται με την "επαναληψη", ειναι μπαροκ με μια ιδιαιτερη εννοια. Η εγγυτητα του εννοιολογικα απομακρου ακτινοβολει εκεινο το γιορταστικο που λειπει ολοτελα απο την οργανικη συνδεση (...) Το ΚΑΙ δεν ειναι ουτε 'απλως υποκειμενικο' ουτε 'απλως αισθητικο'. Παραπεμπει στην φιλοτητα του κοσμου, που δρα συμφιλιωτικα. Σε τουτο θα συνιστατο η ηθικη του ΚΑΙ.

Μιλησαμε για το οδυνηρα ωραιο, και για τον πονο ως σχισμα. Τωρα βλεπουμε καθαροτερα σε τι συνισταται το σχισμα: Αυτο που σχιζεται ειναι μια καποια συνδεση μιας καποιας "οργανικης ενοτητας", ενας χρονικος, αιτιολογικος, επεξηγηματικος κλπ συνδεσμος. Σκιζεται π.χ. η χρονικη συνεχεια εκει που ερχεται το οχι-πια και το οχι-ακομα. Σκιζεται η αιτιολογικη και η επεγηξηματικη συνδεση εκει που δεν υπαρχει απαντηση στο "γιατι" και στο "πως". Ομως βλεπουμε και κατι αλλο: Με τον εγκλιματισμο στη "ηθικη του ΚΑΙ", ο πονος μεταμορφωνεται. Δεν σκιζει πλεον τα σωθικα. Το σχισμα του γινεται ανοιγμα, φερνει μια "φιλικοτητα" και μια "ευφορια", ακουσαμε, επιτρεπει την "γιορτη". Το σχισμα του πονου γινεται το ανοιγμα, που απο μεσα του ανασαινεις.

Bosch

Ο κήπος των Γήινων Απολαύσεων, 148-1505

Τα 7 θανάσιμα αμαρτήματα

Goya

The painting SATURN by the Spanish artist GOYA.

El_aquelarre_(Museo_Lázaro_Galdiano,_Madrid,_1797-98).jpg

Witches Sabbath.jpg

Τεχνη και θανατος

Byung-Chul Han, Todersarten (Ειδη θανατου)

[20] Κατα τον Adorno η εκφραστικη ικανοτητα του Alban Berg ειναι αυτη της ελλειψης συμφεροντος και προθεσης, η ικανοτητα να χανει και να ξεχνα. Δεν ειναι η οικονομια της συσσωρευσης και της κατοχης, αλλα ενα ειδος αναλωσης που χαρακτηριζει "την εκφραση του Berg, εκφραση ενος οργανικα εμβιου που συντηρειται σπαταλουμενο, εκφραση μιας ζωης ως πεμπτουσιας του θανατου". Η ζωη ειναι η πεμπτουσια του θανατου. Κατα παραδοξο τροπο ειναι ο θανατος αυτος που κρατα τη ζωη ζωντανη. Η ζωη που οργανωνεται εναντια στον θανατο, θα ηταν θανασιμη. Απο τον θανατο εκπορευεται μια ιαματικη δυναμη που προφυλαγει τη ζωη απο μια απολιθωση, απο τη νεκριλα. Ο θανατος, που στον Adorno συχνα δειχνεται ως δραματικο τελικο σημειο της ζωης, γινεται το σημειο εκκινησης της. Δεν εισαγει απλα μια απολυτη σιωπη. Πολυ περισσοτερο εκπορευεται απ' αυτον η δυναμη της εκφρασης. Η μονο ζωη ειναι ανικανη για εκφραση. Η εκφραση προσλαμβανει τη ζωντανια της, την εκφραστικοτητα της απο τον θανατο και μονο. Ειναι δωρεα του θανατου. Κανεις πρεπει να εχει χαθει, να εχει εκτεθει στον θανατο για να ειναι εμπνευσμενος, ενθουσιασμενος, εκφραστικος. Η εκφραση δεν ειναι εξωθημενη εσωτερικοτητα. Η εσωτερικοτητα που ειναι κολλημενη στον εαυτο της, ειναι εχθρικη προς την εκφραση. Η εκφραση εκπηγαζει απο τη μιμηση του θανατου, την αναμνηση του εξωστρεφους στο εσωτερικο του εαυτου.

[21] Αν ο θανατος ηταν η δυναμη που ρευστοποιει την απολιθωμενη ταυτοτητα, αν δηλ. δεν ηταν απλο τελος, αλλα μια μη-διαλεκτικη αρνητικοτητα, αν δεν ηταν μια αργη στροφη του ταυτοσημου μεχρι να φτασει ολοτελα η πισω πλευρα του, αλλα ενα ρηγμα που θα καθιστουσε το αυτοερωτικο παθος για τον εαυτο αδυνατο, επετρεπε το παθος μονο ως φιγουρα της ορεξεως, τοτε η εμπνευση ως δυναμη της εκφρασης θα ηταν το αξιωμα του θανατου, το ρευμα του οποιου συμπαρασερνει το ταυτοσημο παντα μακρια απο τον εαυτο του κι ετσι υποσκαπτει την απλη συμφωνια του Εγω με τον εαυτο του. Τοτε ο θανατος θα ηταν η αναστρεψιμοτητα μεταξυ "ζωης" και "θανατου". Αυτη απελευθερωνει την εκρηκτικη δυναμη της εκφρασης. Απο την εμπνευσμενη ζωη, που εχει περασει απο τον θανατο, αναμενεται μια ζωντανια που προστατευει τη ζωη απο το να γινει πραγμα. Η ενεργεια της εκφρασης εκπηγαζει απο εκεινη τη συνειδηση που προσλαμβανει τον θανατο μεσα της. Εμπνευσμενος θα πει εκτεθειμενος στον θανατο ως το τελειως αλλο του ταυτοσημου. Χωρις την αναμνηση του θανατου, η σκεψη του Αλλου η του ξενου μενει ατελης. Πρωτα ο θανατος, εννοημενος ως μη διαλεκτικη αρνητικοτητα του ταυτοσημου, ως ανησυχια και αβεβαιοτητα του εκτος-εαυτου, ευαισθητοποιει τη νοηση για αυτο που μενει ετερογενες προς την αυταρκεια και τον κορεσμο του ταυτοσημου με τον εαυτο του.

Τεχνη και πληγη

Byung-Chul Han, Die Erretung des Schönen (Η διασωση του ωραιου)

Dem bloßen Wohlgefallen, das immer etwas Autoerotisches hat, bleibt das Naturschöne verschlossen. Allein der Schmerz hat Zugang zu ihm. Er reißt das Subjekt aus der autoerotischen Innerlichkeit heraus. Der Schmerz ist der Riss, durch den sich das ganz Andere ankündigt: »Der Schmerz im Angesicht des Schönen, nirgends leibhafter als in der Erfahrung von Natur, ist ebenso die Sehnsucht nach dem, was es verheißt.« Die Sehnsucht nach dem Naturschönen ist letzten Endes die Sehnsucht nach einem anderen Seinszustand, nach einer ganz anderen, gewaltlosen Lebensform.

(...)

Roland Barthes schwebt eine Erotik der Verletzung vor: »Ich habe keine Haut (es sei denn für Liebkosungen). Wenn man von der Liebe spricht, müßte – den Sokrates des Phaidros parodierend – vom Hautlosen und nicht vom Befiederten die Rede sein.« Die Erotik der Hautlosigkeit beruht auf einer radikalen Passivität. Die Ausgesetztheit des Enthäuteten geht sogar über die des Entblößten hinaus. Sie bedeutet Schmerz und Verletzung: »hautlos. Besondere Sensibilität des Liebenden, die ihn verwundbar macht, den leichtesten Verletzungen bis ins Innerste ausgesetzt.«

(...)

Zur Erfahrung gehört notwendig die Negativität des Erschüttert- und Ergriffen-Seins, nämlich die Negativität der Verletzung. Die Erfahrung gleicht einer Überfahrt, bei der man sich einer Gefahr aussetzen muss: »Er, der Igel, macht sich blind. […] wenn er auf der Autobahn die Gefahr wittert, setzt er sich dem Unfall aus […]. Kein Gedicht ohne Unfall, kein Gedicht, das sich nicht wie eine Wunde öffnet, keines aber auch, das nicht ebenfalls verletzt.« Ohne Verletzung gibt es weder Dichtung noch Kunst. Auch das Denken entzündet sich an der Negativität der Verletzung. Ohne Schmerz und Verletzung setzt sich das Gleiche, das Vertraute, das Gewohnte fort: »Die Erfahrung […] ist in ihrem Wesen der Schmerz, in dem das wesenhafte Anderssein des Seienden gegenüber dem Gewohnten sich enthüllt.«

Το φυσικα ωραιο παραμενει αποκλεισμενο απο την απλη απολαυση, η οποια παντα εχει κατι αυτοερωτικο. Μονο η οδυνη εχει προσβαση σ' αυτο. Αυτη αποσπα το υποκειμενο απο την αυτοερωτικη εσωτερικοτητα. Η οδυνη ειναι η σχαση δια της οποιας αναγγελλεται το τελειως Αλλο: "Η οδυνη ενωπιον του ωραιου, που δεν ειναι πουθενα τοσο ζωντανη οσο στην εμπειρια της φυσης, ειναι συναμα η νοσταλγια γι' αυτο που υποσχεται." Η νοσταλγια για το φυσικα ωραιο ειναι τελικα η νοσταλγια για μια αλλη κατασταση του Ειναι, για μια αλλη μορφη ζωης ελευθερη απο βια.

(...)

Ο Roland Barthes βλεπει μια ερωτικοτητα του πληγωματος: "Δεν εχω δερμα (παρα μονο για χαδια). Οταν κανεις μιλα για την αγαπη θα επρεπε - παρωδωντας τον Σωκρατη του Φαιδρου - να γινεται λογος για το χωρις δερμα και οχι για πτερωμα." Η ερωτικοτητα του χωρις δερμα εγκειται σε μια ριζικη παθητικοτητα. Μαλιστα το εκθετο του εκδαρμενου υπερβαινει αυτην του απογυμνωμενου. Σημαινει οδυνη και πληγωμα: "χωρις δερμα. Ιδιαιτερη ευαισθησια του ερωντος που τον κανει ευαλωτο, εκθετο μεχρι βαθους και στα παραμικρα πληγωματα."

(...)

Στην εμπειρια ανηκει αναγκαστικα η αρνητικοτητα του συγκλονισμου και της συναρπασης, δηλαδη η αρνητικοτητα του πληγωματος. Η εμπειρια μοιαζει με μια διελευση οπου κανεις πρεπει να εκτεθει σ' εναν κινδυνο: "Αυτος, ο σκαντζοχοιρος γινεται σαν τυφλος. [...] στον αυτοκινητοδρομο, οταν αντιλαμβανεται κινδυνο, εκτιθεται στο ατυχημα [...]. Δεν υπαρχει ποιημα διχως ατυχημα, δεν υπαρχει ποιημα που να μην ανοιγει σαν πληγη, αλλα και κανενα που συναμα να μην πληγωνει." Χωρις πληγωμα δεν υπαρχει ουτε ποιηση ουτε τεχνη. Επισης η νοηση αναφλεγεται με την αρνητικοτητα του πληγωματος. Διχως οδυνη και πληγωμα εξακολουθει το ομοιο, το οικειο, το συνηθες: "Η εμπειρια στην ουσια της [...] ειναι η οδυνη στην οποια αποκαλυπτεται το ουσιακα αλλοτριο των οντων εναντι του συνηθους."

"Φωτεινές-Σκοτεινές 'μονοχρωμίες'"

Jacques-Louis David

Note: this is an edited version of the original image file.English: Portrait of Madame Récamier (after restoration at the Louvre)Date: 1800Medium: oil on canvasDimensions: 173 × 243 cmLocation: Louvre, Paris

Gericault

Gericault, 1818.jpg

Malevich

Το αλλο αυτης της πανοπτικης παρουσιας δεν ειναι ομως ουτε η αφηρημενη τεχνη που αποσταζει και απομονωνει τα συναισθηματα. Το 1913 ο Kasimir Malevich παρουσιασε το γνωστο του Μαυρο Τετραγωνο:

Malevich.black-square.jpg

Γραφει σχετικα:

Οταν το 1913, σε μια απελπισμενη προσπαθεια να απαλλαξω την τεχνη απο το βαριδι της αντικειμενικοτητας, κατεφυγα στην μορφη του τετραγωνου … οι κριτικοι … αναστεναξαν. "Ο,τι αγαπουσαμε χαθηκε. Ειμαστε σε μια ερημο", ειπαν. … Ομως η ερημος ειναι γεματη απο μη αντικειμενικο συναισθημα ...

Barnet Newman

We are freeing ourselves of the impediments of memory, association, nostalgia, legend, myth, or what have you, that have been the devices of western European painting. Instead of making 'cathedrals' out of Christ, man, or 'life', we are making it out of ourselves, out of our own feelings.

Barnet Newman 2.jpg

Robert Rothko

His interest was:

…only in expressing basic human emotions—tragedy, ecstasy, doom, and so on. And the fact that a lot of people break down and cry when confronted with my pictures shows that I can communicate those basic human emotions… The people who weep before my pictures are having the same religious experience I had when I painted them. And if you, as you say, are moved only by their color relationship, then you miss the point.

blue-green-and-brown.jpg

no 3, 1967.jpg

Prints.jpg

Yves Klein

I had left the visible, physical blue at the door, outside, in the street. The real blue was inside, the blue of the profundity of space, the blue of my kingdom, of our kingdom!. ..the immaterialisation of blue, the coloured space that can not be seen but which we impregnate ourselves with.. .A space of blue sensibility within the frame of the white walls of the gallery.

Yves Klein, Anthropometries.jpg

Yves Klein.jpg

YvesKlein.jpg

Yves Klein, L'accord_bleu_(RE_10),_1960.jpg

Yves Klein,  Untitled Blue Monochrome (IKB 42),  1960. The Menil Collection, Houston.   2010 Artists Rights Society (ARS), New York/ADAGP, Paris. Image courtesy The Menil Collection, Houston

yves_klein_ii.jpg

Σημειωσεις

Το Αλλο. Στην θετικοτητα καμια συγκινηση

Συγκινηση, αυτα που σημαδευουν μια ζωη, που ο κοσμος διχως αυτα θα ηταν αλλος, και μενουν συνεχως επερχομενα


Ο αγγελος του Rilke εxει επισης κατι απο κεφαλη Μεδουσας: ειναι ενας ριζικα Αλλος - ενας τρομερος, που σ' αφηνει εμβροντητο.

Στο σχετικο σημειο του ποιηματος αναφερεται στους αγγελους:

Ο καθε αγγελος ειναι τρομερος.

Πλατων

Platon Am Ende des Stufenweges des Schönen erblickt der Eingeweihte »plötzlich« das »wunderbar Schöne« (thaumaston kalon),[18] das »göttlich Schöne« (theion kalon).[19] Der Schauende gerät außer Fassung, wird in Staunen und Schrecken versetzt (ekplettontai). Ein »Wahnsinn«[20] erfasst ihn.

Kant

Das Schöne ist ein autoerotisches Gefühl. Es ist kein Objekt-, sondern ein Subjekt-Gefühl. Das Schöne ist nicht das Andere, von dem sich das Subjekt hinreißen ließe. Das Wohlgefallen am Schönen ist das Wohlgefallen des Subjekts an sich selbst.

Rilke

Die Negativität des Schrecklichen bildet die Matrix, die Tiefenschicht des Schönen. Das Schöne ist das gerade noch erträgliche Unerträgliche oder das erträglich gemachte Unerträgliche. Es schirmt uns vom Schrecklichen ab. Aber gleichzeitig scheint durch das Schöne das Schreckliche hindurch. Das macht die Ambivalenz des Schönen aus. Das Schöne ist kein Bild, sondern ein Schirm

Συγκαλυψη

Benjamin

So fordert Benjamin auch von der Kunstkritik eine Hermeneutik der Verhüllung: »Die Kunstkritik hat nicht die Hülle zu heben, vielmehr durch deren genaueste Erkenntnis als Hülle erst zur wahren Anschauung des Schönen sich zu erheben. Zu der Anschauung, die der sogenannten Einfühlung niemals und nur unvollkommen einer reineren Beobachtung des Naiven sich eröffnen wird: zur Anschauung des Schönen als Geheimnis. Niemals noch wurde ein wahres Kunstwerk erfaßt, denn wo es unausweichlich als Geheimnis sich darstellte.Nicht anders nämlich ist jener Gegenstand zu bezeichnen, dem im letzten die Hülle wesentlich ist.«

Χρονος

Barthes - Studium / Punktum

Wenn alle Bedeutungen, Absichten, Meinungen, Wertungen, Urteile, Inszenierungen, Posen, Gesten, Codierungen, Informationen wegfallen, offenbart sich das punctum als stiller, singender Rest, der betroffen macht. Das punctum ist der widerständige Rest, der hinter der Repräsentation zurückbleibt, das Unmittelbare, das sich der Vermittlung durch Sinn und Bedeutsamkeit entzieht, das Körperliche, das Materielle, das Affektive, das Unbewusste, ja das Reale, das dem Symbolischen entgegengesetzt ist.


Es ist das Wollen, das Interesse, ja der conatus (Streben), der die Zeit vergehen lässt. Die kontemplative Versenkung ins Schöne, in der das Wollen zurücktritt und das Selbst sich zurücknimmt, erzeugt einen Zustand, in dem die Zeit gleichsam still-steht. Die Abwesenheit von Wollen und Interesse stellt die Zeit still, ja stillt die Zeit. Diese Stille unterscheidet die ästhetische Anschauung von der bloß sinnlichen Wahrnehmung. Angesichts des Schönen kommt das Sehen an. Es wird nicht mehr fortgetrieben, fortgerissen. Diese Ankunft ist wesentlich für das Schöne.


Fausts Beschwörung »Verweile doch, du bist so schön« verdeckt einen wichtigen Aspekt des Schönen, denn gerade das Schöne lädt zum Verweilen ein. Es ist der Wille, der dem kontemplativen Verweilen im Wege steht. Beim Anblick des Schönen tritt aber das Wollen zurück. Diese kontemplative Seite des Schönen ist auch zentral für Schopenhauers Auffassung der Kunst, die besagt, »daß die ästhetische Freude am Schönen, einem großen Teile nach, darin besteht, daß wir, in den Zustand der reinen Kontemplation tretend, für den Augenblick allem Wollen, d.h. allen Wünschen und Sorgen, enthoben, gleichsam uns selbst loswerden«.[124] Das Schöne entbindet mich von mir selbst. Das Ich versenkt sich ins Schöne. Es wird sich los angesichts des Schönen.

Σχολη

Οχι αναγωγη σε ψυχικες κλπ αναγκες

Kant

In der Anthropologie in pragmatischer Hinsicht begreift Kant den »Witz« (ingenium) als »Luxus der Köpfe«. Der Witz ist möglich in einem Raum der Freiheit, der befreit ist von Nöten und Notwendigkeit. Darum ist er »blühend«, »wie die Natur in ihren Blumen mehr ein Spiel, dagegen in den Früchten ein Geschäft zu treiben scheint«.[115] Die Schönheit der Blumen verdankt sich einem Luxus, der frei ist von jeder Ökonomie. Sie ist der Ausdruck eines freien, zwang- und zwecklosen Spiels. So ist sie der Arbeit und dem Geschäft entgegengesetzt. Wo Zwänge und Bedürfnisse herrschen, gibt es keine Freiräume für das Spiel, das konstitutiv ist für das Schöne. Das Schöne ist eine Erscheinung von Luxus. Schön ist nicht das Notwendige, das bloß die Not wendet.

Hegel

Seine »Begierde« tritt zurück. Das Subjekt versucht es nicht für sich zu instrumentalisieren. Es »hebt« »seine Zwecke gegen das Objekt auf und betrachtet dasselbe als selbständig in sich, als Selbstzweck«. Seinlassen, ja die Gelassenheit wäre seine Haltung gegenüber dem Schönen. Erst das Schöne lehrt das interesselose Verweilen: »Deshalb ist die Betrachtung des Schönen liberaler Art, ein Gewährenlassen der Gegenstände als in sich freier und unendlicher, kein Besitzenwollen und Benutzen derselben als nützlich zu endlichen Bedürfnissen und Absichten […].«[112]Gegenüber dem Schönen verschwindet auch die Trennung von Subjekt und Objekt, von Ich und Gegenstand. Das Subjekt versenkt sich kontemplativ in das Objekt und vereinigt sich, versöhnt sich mit diesem: »Das Ich […] in der Beziehung auf das Objekt hört gleichfalls auf, nur die Abstraktion des Aufmerkens, sinnlichen Anschauens, Beobachtens […] zu sein. Es wird in sich selbst in diesem Objekte konkret, indem es […] die Vereinigung der bisher in Ich und Gegenstand getrennten und deshalb abstrakten Seiten in ihrer Konkretion selbst für sich macht.«

Seduction

Εντυπωσιασμος / Σοκ

Τωρα το σοκ. Δεν σε ανοιγει, σε κλεινει στον εαυτο σου ακομα παραπανω.

Trotz seiner Negativität der Verletzung unterscheidet sich das punctum vom Schock: »Reportagephotos sind sehr oft einförmige Photographien (das einförmige Photo ist nicht unbedingt friedlich). In diesen Bildern gibt es kein punctum: wohl den Schock – das Buchstäbliche kann traumatisieren –, doch keine Betroffenheit; das Photo kann ›schreiend‹ sein, doch es verletzt nicht.«[72] Im Gegensatz zum Schock schreit das punctum nicht. Es liebt das Schweigen, hütet das Geheimnis. Trotz seiner Stille äußert es sich als Verletzung.


Κλαμα του εμιγκραντου

Ειναι ενα τραγουδι των Ελληνων της Κατω Ιταλιας. Ο τιτλος του, στη νεοελληνικη του αποδοση: "Θρηνος του μεταναστη"

Ωρια μου ροντινεddα

α πουτε στε τσε στατζει

πλεα ταλασσα σ αγκουαddε

με τουτο καλο καιρο;


Ασπρο βαστα το πεττο

μαυρε βαστα τες αλε

ο σταυρι κολορ ντι μαρε

με την κουντα λιο νοιττη


[Αρωτησα τη μανα μου

την πλεον αγαπημενη

εχει τοσο κα με μενει

πουρου ναχει να με δει


Αρωτησα το τσιουρη μου

τσε σ ολη την γκετονια

τσε αν ειχε ομιλια

ποσα ειχε να μου πει]


Καιτζ αμπρο στη ταλασσα

παντα σε κανονω

λιον γκερνει λιο καλεει

λιον εγκιτζει το νερο


Μα σου τιπο μου λεει

για ποσα σε ρωτω

λιον γκερνει λιο καλεει

λιον εγκιτζει το νερο

Ωραιο μου χελιδονι μου

πουθ' ερχεσαι και φτανεις

ποια θαλασσα σε βγαζει

με τουτον τον καλο καιρο;


Εχεις ασπρο το στηθος

εχεις μαυρα τα φτερα

χρωμα θαλασσας στη ραχη  

λιγο την ουρα ανοιχτη


[Ρωτησα για τη μανα μου

την πολυαγαπημενη

τοσο καιρο με περιμενει

τοσο εχει να με δει


Ρωτησα για τον κυρη μου

κι ολη τη γειτονια

και αν ειχες ομιλια

ποσα θα ‘χες να μου πεις]


Καθομαι μπρος στη θαλασσα

παντα σενανε κοιτω

λιγο γερνεις κατεβαινεις

λιγο αγγιζεις το νερο


Μα συ τιποτα δε λες

για ολ’ αυτα που σε ρωτω

λιγο γερνεις, κατεβαινεις

λιγο αγγιζεις το νερο

Οι στροφες αδονται στο ιδιο παντα μελωδικο σχημα:

"Θρηνος του μεταναστη". Ηδη ο τιτλος προϊδεαζει για μια γνωστη παρασταση: Ο ανθρωπος που ζει στην ξενιτεια και νοσταλγει την πατριδα και τους δικους του.

Με βαση αυτην την παρασταση, μπορουμε το τραγουδι να το ενταξουμε στη σχετικη κατηγορια "τραγουδια της ξενιτειας", στο ιστορικο-κοινωνικο φαινομενο των παλαιοτερων η νεοτερων περιοδων εκτεταμενων μεταναστευσεων λογω οικονομικων, πολιτικων η θρησκευτικων αιτιων, και ειδικα μαλιστα, οσον αφορα τους Ελληνες της Κατω Ιταλιας. Τοτε το τραγουδι "Θρηνος του μεταναστη" θα ηταν μια αντιστοιχα υποκειμενικη εκφραση αυτης της συγκεκριμενης συνθηκης.

Και αυτο στο οποιο μας προϊδεασε ο τιτλος, επιβεβαιωνεται απο το περιεχομενο του τραγουδιου, με το χελιδονι, το οποιο ο μεταναστης ρωταει για τους δικους του, οι ωρες που καθεται μπρος στη θαλασσα, η απαντηση που δεν παιρνει, ολα ερχονται αβιαστα να συμφωνησουν με ο,τι εξαρχης υποψιαστηκαμε.

Και ακομη το τραγουδι μπορει και σ’ εμας, τους μη μεταναστες, να θυμισει καποιου ειδους αποχωρισμο, καποιου ειδους αποξενωση, καποιου ειδους "ξενιτεια", και ετσι, "συμβολικα", καπου να μας "εκφρασει" και να μας συγκινησει.

Αυτα μας λεει το τραγουδι, αυτονοητα, καθαρα κι ευδιακριτα. Ομως το τραγουδι μιλα και σε μιαν αλλη φωνη. Μονο που αυτη, η δευτερη φωνη, ειναι σιγαλη και χανεται πισω απο την κλαγγη των τρεχοντων νοηματων. Η ακροαση της δευτερης φωνης, αυτου του ανεπαισθητου ψιθυρισματος, χρειαζεται την καταλληλη προθυμια και την καταλληλη ασκηση, καθως παραμενει μακρια απ’ αυτο για το οποιο ειμαστε προετοιμασμενοι.

Σιγαλα οι λεξεις "θρηνος του μεταναστη" μας ψιθυριζουν κατι το οποιο δεν αφορα πλεον τη συγκεκριμενη περιπτωση του ξενιτεμου αλλα αφορα εμας, στην ουσια μας - οτι εμεις οι ιδιοι, καθε στιγμη, τοσο στα σπιτια μας οσο και στα ταξιδια μας, τοσο με τους οικειους μας οσο και με τους ξενους, ειμαστε μεταναστες, που θα πει, ειμαστε καθοδον. Και οι εκαστοτε τοποι παραμονης και κατοικησης μας ειναι σταθμοι. Απο το πουθενα για το πουθενα. Τοτε η "πατριδα" θα 'ταν ο δρομος ολων των δρομων μας.

Η Ελλαδα ταξιδευει... (Σεφερης)

Ο "Θρηνος του μεταναστη", για την στο ουσιωδες ευηκοη ακροαση, ειναι ενας λογος για τον ανθρωπο στην ενδοτατη ουσια του.

Και ακριβως επειδη τωρα το τραγουδι αφορα τον ανθρωπο στην ενδοτατη ουσια του, δηλαδη ειναι ενας πρωτος λογος για τον ανθρωπο, δεν αναγεται ποτε σε κατι αλλο, το οποιο θα "συμβολιζονταν" και θα "εκφραζονταν" απ’ αυτο. Ως πρωτος λογος, το τραγουδι απλως λεει. Και, λεγοντας, ονομαζει.

Η πρωτη στροφη προσφωνει ενα χελιδονι, ενα ωραιο χελιδονι. Το καλει με τ’ ονομα του και, καλωντας το, το φερνει κοντα, το καθιστα παρον. Πως καλει το χελιδονι η πρωτη στροφη;  Το χελιδονι ειναι το κατεξοχην, οπως λεγεται, "αποδημητικο πτηνο" – ετσι το κατατασσει ο ανθρωπος. Το χελιδονι μιλαει για την αποδημια. Αυτη δεν ειναι μονο μια περιστασιακη μετακινηση. Η αληθινη αποδημια, οπου κανεις αποδημει απο καθε δημο, ειναι ο θανατος – το πουθενα, απο το οποιο ερχονται και στο οποιο κατευθυνονται οι δρομοι μας. Γι’ αυτο και σε αρχαιες ελληνικες παραστασεις η ψυχη που φευγει αποδιδεται στην μορφη ενος χελιδονιου. Ετσι το χελιδονι συγγενευει με τον μεταναστη. Γι’ αυτο και τουτος, καθοτι μεταναστης, πρωτα το ρωτα για τον τοπο του, απο τον οποιο ερχεται και φτανει, για την θαλασσα που το βγαζει. Ο τοπος του χελιδονιου ειναι στον μεταναστη αγνωστος.

Και τουτο παλι δεν πρεπει να το αντιληφθουμε περιστασιακα – οτι δηλαδη εαν ειχε περισσοτερες γνωσεις ορνιθολογιας θα γνωριζε απο που ερχονται τα χελιδονια αυτης της περιοχης. Η ερωτηση του μεταναστη, πουθε;, μενει οπωσδηποτε αναπαντητη. Αυτο προσιδιαζει σε καθε τι που ερχεται και φτανει. Το καθε τι ερχεται ετσι, διχως γιατι, δινεται και μας αφ-ορα.

Ισως λοιπον ηδη εδω το χελιδονι μας παρεχει ενα πρωτο νευμα για τον τροπο με τον οποιο ειμαστε μεταναστες στην ουσια μας – ερχομαστε και φτανουμε, οπως γραφει καπου ο Ελυτης, απ’ αλλου, απο κατι το οποιο δεν ειναι πολη η χωριο η γειτονια. Ο τοπος της αληθινης μας καταγωγης ανηκει στο Αβατο.

Μα ο καιρος ειναι καλος – οχι λογω βαρομετρικου υψηλου. Ο καλος καιρος ειναι εκει οπου κατι ειναι καιριο, οπως για παραδειγμα ενα χελιδονι και ο κοσμος του, οταν ερχεται και φτανει σ’ ενα τραγουδι. Αυτο το χελιδονι εχει βρει την καλην του ωρα, η οποια ειναι παντα μια μουσικη ωρα, και μονον γι’ αυτο ειναι ωραιο.

Και η δευτερη στροφη προσφωνει το χελιδονι. Τωρα ονομαζει τα χρωματα του – το ασπρο στο στηθος, το μαυρο στα φτερα, στη ραχη το χρωμα της θαλασσας. Ομως αυτο δεν ειναι περιγραφη χελιδονιου. Τα χρωματα αυτου του χελιδονιου, καθως ονομαζονται, προβαλλουν το ενα μετα το αλλο και συνθετουν μια μοναδικη συμφωνια.

Το χελιδονι, το ωραιο χελιδονι, εχει το χρωμα της θαλασσας – αλλωστε αυτη, η θαλασσα, ειναι που το βγαζει. Πως θα μπορουσε να το κανει, εαν το ιδιο το χελιδονι δεν ειχε, στην ουσια του, απο παντα προσδεχτει και αφομοιωσει μια θαλασσα;

Το χελιδονι εχει ακομη το ασπρο και το μαυρο. Αυτα δεν ειναι χρωματα. Το λευκον συγγενευει με τις λεξεις λευσσω (look!), λυχνος, λουσσον, ειναι το καθαρα διακριτο, το φωτεινο, το λαμπερο, και γι’ αυτο εκεινο που επιτρεπει καταρχην την υπαρξη καθε χρωματος. Το μαυρο παλι ανηκει στον Α-ϊδην, οπου καθε ιδειν ειναι ανεφικτο. Το μαυρο επισης δεν ειναι χρωμα. Ειναι εκεινο που απαγορευει την υπαρξη καθε χρωματος.

Ασπρο και μαυρο δεν ειναι τυχαια. Οριζουν τη διασταση την οποια κατοικουμε, και της οποιας τα ακρα διαγραφονται απο ζωη και θανατο. Αυτη η διασταση – τωρα μπορουμε να πουμε: αυτη η μοιρα, η οποια μας οριζει, ζωντανους και νεκρους, ερχεται, στο τραγουδι, με το χελιδονι. Η ζωη παει με τα φτερα του θανατου. Το χελιδονι – η μοιρα μας.

Ο μεταναστης δεν γνωριζει απο που ερχεται το χελιδονι. Πουθε;, ρωταει. Το πουθε παραπεμπει σε κατι μακρινο. Και το μακρινο, για τον μεταναστη, ειναι μονον ενα: η πατριδα του – στο τραγουδι, και στην ακροαση της πρωτης του φωνης,  η μανα, ο κυρης, η γειτονια, που εχουν τοσον καιρο να τον δουν. Για ολους αυτους ο μεταναστης ρωταει το χελιδονι. Και απογοητευεται που δεν του λεει τιποτε, και που δεν μπορει να του πει τιποτε, οχι γιατι δεν εχει, θα ειχε τοσα, αλλα ειναι πουλι και δεν εχει ομιλια, και γι’ αυτο δεν μπορει να του μιλησει.

και αν ειχες ομιλια...

Οχι, το χελιδονι δεν εχει ομιλια, σαν αυτην που καταλαβαινει ο μεταναστης. Αραγε θα πει αυτο πως το χελιδονι δεν μιλα καθολου; Θα πει μονον οτι το χελιδονι δεν μιλα με τον τροπο με τον οποιο ο μεταναστης εννοει την ομιλια. Δεν ανηκει στον ομιλο που θεσπιζουν οι συνηθισμενες συνομιλιες. Το χελιδονι ειναι ενα Αλλο. Το χελιδονι μιλα, λεει τοσα, ομως με εναν τροπο ο οποιος δεν υπακουει στα ερωτηματα των ανθρωπων. Στο χελιδονι απλως δεν αρμοζει να απαντα. Το χελιδονι εχει μονον τον πρωτο λογο διοτι μιλα με σηματα, και τα σηματα λεγουν, και συναμα κρυβουν.

Ο μεταναστης ειναι οπωσδηποτε απογοητευμενος που δεν πηρε απαντηση. Ομως δεν φευγει. Καθεται μπρος στη θαλασσα και παντα το κοιταζει. Εχει παραιτηθει απο το να σφετεριστει το χελιδονι για τις υποθεσεις του. Το κοιταγμα του γινεται αυτο τουτο το τραγουδι, και τραγουδα στο χελιδονι, και εχει τελικα αφησει τις ερωτησεις του, καθως το τραγουδι ειναι πλεον συνομιλια με το χελιδονι το ιδιο. Το προσεχει. Δεν το βλεπει πλεον ως μεσον για να μαθει κατι που αφορα αυτον και υποθεσεις του.

λιγο γερνεις λιγο κατεβαινεις

λιγο αγγιζεις το νερο.

Οι στιχοι κλεινουν και τις δυο τελευταιες στροφες, και μαλιστα καθε φορα επαναλαμβανονται. Το κεντρο εχει μετατοπιστει στο χελιδονι το ιδιο. Το τραγουδι τραγουδα πλεον το χελιδονι το ιδιο.

Εαν λοιπον για μια στιγμη σταματησουμε κι εμεις και αφεθουμε στο χελιδονι, σε ο,τι αυτο σημαινει, μηπως τοτε το ιδιο το χελιδονι θα ειχε να μας πει; Μηπως το τιποτα τωρα δεν θα λεγονταν μεσα απο μια ματαιωση μονον, και δεν θα ηταν απλως στερητικο της ανθρωπινης προσδοκιας, αλλα θα αρχιζε να μιλαει για το χελιδονι καθεαυτο;

λιγο γερνεις λιγο κατεβαινεις

λιγο αγγιζεις το νερο.

Μηπως λιγο, οπως αρμοζει στα σηματα, ομως με τροπο συγκλονιστικο, το χελιδονι μιλα; Οπου αυτο το μιλημα δεν ειναι κανενος ειδους απαντηση στον μεταναστη, δεν μιλα στη γλωσσα του, δεν μιλα σε αλλη γλωσσα, δεν μιλα καν σε μια γλωσσα;

λιγο γερνεις λιγο κατεβαινεις

λιγο αγγιζεις το νερο.

Εαν αυτο το μιλημα του χελιδονιου ηταν ενα καλεσμα; Οχι οπως καλουν οι ανθρωποι ο ενας τον αλλον. Εαν παρολαυτα ηταν ενα καλεσμα; Το οποιο θα καλουσε τον μεταναστη σε παραιτηση απ’ ολα αυτα που ρωτα, σε μια λυση απο την καθηλωση στο μακρυνο το οποιο ματαια επιδιωκει να εκβιασει προς μιαν εγγυτητα, και ετσι μενει μονος κι απογοητευμενος;

λιγο γερνεις λιγο κατεβαινεις

λιγο αγγιζεις το νερο.  

Κι εαν αυτο το καλεσμα ηταν μια δινη η οποια, καλωντας, παρασερνει τον μεταναστη, τον ξενο που μενει στην ξενιτεια, σε μιαν αλλη ξενωση, η οποια θα αφορουσε πλεον την εγκαταλειψη απο καθε τι το θεωρουμενο "ανθρωπινο" – πατριδα και ξενιτεια, απωλεια και χωρισμο, θρηνο και νοσταλγια;

λιγο γερνεις λιγο κατεβαινεις

λιγο αγγιζεις το νερο.

Κι εαν το χελιδονι οντως μιλα; Καλει προς μια τοσο αλλη σχεση με τα πραγματα; Οπου δεν θα υφιστατο ερωτηση και απαντηση, επιθυμια και ματαιωση, και οπου ο συνοδος τους πονος θα ειχε αληθινα ξεπεραστει; Οπου δεν θα υπηρχαν καν "σκεψεις";

λιγο γερνεις λιγο κατεβαινεις

λιγο αγγιζεις το νερο.

Αυτο μονον. Μηπως τοτε το καλεσμα θα καλουσε προς εκεινο το αλλου, απο το οποιο ο ανθρωπος ερχεται; Μηπως ο ανθρωπος, ως ανθρωπος, ειναι ασυγκριτα περισσοτερο μεταναστης απ’  οσο καθε μεταναστης θα διανοουνταν; Εφοσον στην μοιρα του ανηκει προπαντων η ξενωση;

Μηπως τοτε το χελιδονι, στο μουσικο βλεμμα, ειναι οντως κατι σαν – την ψυχη του ανθρωπου; Την ουσια του, την οποια τοσο συχνα και τοσο επιμονα παραγνωριζει; Μηπως ετσι θα θεσπιζονταν μια ληθια συνομιλια του τραγουδιου των Ελληνων της Κατω Ιταλιας μ’ εκεινον τον ποιητη που γραφει ειναι η ψυχη ενα ξενο επι γης;

λιγο γερνεις λιγο κατεβαινεις

λιγο αγγιζεις το νερο.

 

Μηπως εδω διαγραφονται ιχνη προς τον αληθινα κοινο κοσμο, τον οποιο κατοικουμε πριν απο καθε "μαζι" και πριν απο καθε "χωρια", απεραντα οικειοι και απεραντα ξενοι ο ενας με τον αλλον;

Επανεισαγωγη στην ψυχαναλυση (1991)



Οπισθοφυλλο

Ο μονος δρομος που συναντησα να οδηγει στην αναγνωριση του αυτονοητου στην εποχη μας και στην απελευθερωση απο την ποικιλομορφη κυριαρχια του ειναι εκεινος που διανοιγεται με τη νοηση του Martin Heidegger. Ομως, οπως λεει καπου ο ιδιος ο Heidegger, κολυμπι μαθαινουμε μονο πεφτοντας οι ιδιοι στο νερο. Κι εδω θα το κανουμε, και θα ξανοιχτουμε οσο καθε φορα φτανουν τα ορια μας.

Ο δρομος προς την αφεση των πραγματων να ειναι αυτα που ειναι συναντα εμπρος του την αξιωση του αυτονοητου να κυριαρχει, και γι' αυτο εχει αναποφευκτα τον χαρακτηρα της αντιπαραθεσης: για την ελευθερωση του βλεμματος χρειαζεται η αναγνωριση και η αντιμετωπιση του κινδυνου τον οποιο εγκυμονει η λανθανουσα κυριαρχια του αυτονοητου - του κινδυνου τα πραγματα να χαθουν ως πραγματα, ο ανθρωπος να χασει τον εαυτο του ως ανθρωπος.

Αυτο το βιβλιο ουτε ειναι διδακτικο εγχειριδιο για την ψυχαναλυση ουτε προσφερει καποια ανασκοπηση της ψυχαναλυτικης βιβλιογραφιας ουτε ακολουθει καποια σχολη. Προκειται περισσοτερο για αποπειρα εννοησης και διατυπωσης εμπειριων του ψυχαναλυτη οι οποιες συμβαινουν κατα την ψυχαναλυτικη συναντηση. Εαν ο αναλυομενος αναζητα τον εαυτο του ως αναλυομενος μεσα απο την ψυχαναλυση, ο ψυχαναλυτης αναζητα τον εαυτο του ως ψυχαναλυτης γραφοντας και μιλωντας για την ψυχαναλυση. Το παρον βιβλιο δεν ειναι τιποτε περισσοτερο και τιποτε λιγοτερο απο την αναζητηση, απο εναν ψυχαναλυτη, του ψυχαναλυτη μεσα στην ψυχαναλυση.


Κειμενο

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Εθνικο Θεατρο, "Αννα Καρενινα"

Το μυθιστόρημα Ο Tolstoi αφηγήθηκε σ' έναν επισκέπτη ότι κάποτε μετά το γεύμα αναπαύονταν σ' έναν καναπέ και κάπνιζε, όταν ξαφνικά το βλέμμα του έπεσε στον γυμνό αγκώνα ενός κομψού αριστοκρατικού γυναικείου χεριού. "Άθελα μου κοίταξα αυτήν την παρουσία προσεκτικότερα. Εμπρός στα μάτια μου αναδύθηκε ένας ώμος, ένας λαιμός και τέλος ολόκληρη η μορφή μιας ωραίας γυναίκας με φόρεμα χορού, που έμοιαζε να με κοιτάζει με λυπημένα και παρακλητικά μάτια." Καθώς αυτή η εικόνα τον ακολουθούσε μέρα και νύχτα, για να γλυτώσει από αυτήν θέλησε να την ενσαρκώσει - κι έτσι πρόεκυψε η "Anna Karenina". (Από τα σχόλια στην γερμανική μετάφραση του έργου)

Πλήξη Ενδημεί στην αριστοκρατία της Μόσχας και της Πετρούπολης. Εδω κυρίαρχη συνθήκη είναι ο πλούτος και η τραγική κατάληξη αυτών που τον πόθησαν και τόν γεύτηκαν: Όταν κάτι γίνεται κτήμα μου, χάνει κάθε ομορφιά, κάθε χάρη, κάθε γοητεία που μπορεί να είχε ασκήσει επάνω μου. Έτσι η ζωή καταντά ανούσια και βαρετή. Οάσεις στην έρημο της πλήξης γίνονται διάφορα εξαιρετικά γεγονότα, και ήδη η προσμονή τους - ο μεγάλος χορός, οι ιπποδρομίες. Και, βέβαια, ο μεγάλος έρωτας και το όραμα ενός παραδεισένιου μικρόκοσμου των ερωτευμένων: ΑΝΝΑ Ο ... Έρωτας. Αν αποφεύγω αυτή την λέξη, είναι γιατι για εμένα σημαίνει τόσα πολλά, πολύ περισσότερα απ' ότι μπορείτε να καταλάβετε. Και αλλού: ΑΝΝΑ (...) Εγώ είμαι σαν τον ζητιάνο τον πεινασμένο που του έδωσαν ψωμί να φάει.

Προϊδεασμός - Στην αρχή του έργου, σχετικά με τον κουνιάδο της Άννας, Στίβα, που απάτησε την γυναίκα του: ΑΝΝΑ Αλήθεια Αλεξέι! Δεν πιστεύεις ότι οκτώ χρόνια γάμου, παιδιά, δεν θα έπρεπε να αποτρέψουν τον Στίβα, στο να ζήσει ένα επιπόλαιο πάθος; Δεν το γνωρίζει ακόμα, ότι οι αρχές της σύντομα θα καταρρεύσουν! - Τα λόγια του άντρα της προδιαγράφουν και τα δικά τους μελλούμενα: ΚΑΡΕΝΙΝ Θα έπρεπε, αλλα δυστυχώς δεν σ' εμποδίζουν. Αλλά η αμαρτία έχει πάντα το τιμημά της. Για αυτό να είσαι σίγουρη αγαπητή μου. - Η Άννα φτάνει στην Μόσχα για να μιλήσει με την αδελφή της. Στον σταθμό: ΑΓΟΡΙ Κάποιος έπεσε στις γραμμές ΚΟΡΙΤΣΙ Τον έκοψε στα δύο , Θεέ μου! (...) ΣΤΙΒΑ Τι έπαθες Άννα; ΑΝΝΑΤι κακό σημάδι! Τι ατυχία! Η Άννα αναστατώνεται, όμως όχι απο το ίδιο το γεγονός. Το εκλαμβάνει ως σημάδι. Λες και ήδη εδώ, πριν ξεκινήσει καν η ερωτική ιστορία της, ψυχανεμίζεται το δικό της το τέλος.

Έρωτας Ο έρωτας είναι, με την αρχαία σημασία της λέξης, μανία: περιέρχεσαι εκτός εαυτού. Ο Βρόνσκι και η Άννα χορεύουν. Η ΚΟΜΙΣΣΑ ΝΟΡΤΣΟΝ Αυτή η γυναικα, η Άννα Αρκάντιεβνα, απόψε έχει κάτι το δαιμονικό. Ναι. Πραγματικά, είναι σαν να μπήκε ο δαίμονας μέσα της! Περιέρχεσαι εκτός εαυτού και γίνεσαι ένας άλλος: ΑΝΝΑ Συγχώρεσε με Αλεξέι, εγω είμαι πάντα η ίδια γυναίκα. Μόνο που μέσα μου υπάρχει κάποια άλλη, κάποια που αγάπησε τον άλλον και εγώ την φοβάμαι αυτή την γυναίκα. Αυτή δεν είμαι εγω.

Παλινωδίες Η Αννα μεταπίπτει συνεχώς από την μία μορφή, αυτήν της ενάρετης συζύγου, στην άλλη, αυτήν της παράφορα ερωτευμένης.  Συμβαίνει ήδη μετά την πρώτη συνεύρεση των εραστών: ΑΝΝΑ Θεέ μου, συγχώρεσε με! Η αντίθεση των δύο μορφών, η σύγκρουσή τους έχει ως συνέπεια ότι η Άννα δεν μπορεί να είναι καλά, ούτε ως σύζυγος ούτε ως ερωμένη. Κάθε φορά η εκάστοτε άλλη μορφή θα παρεισφρύσει και θα το χαλάσει: ΚΟΜΙΣΣΑ ΝΟΡΤΣΟΝ (...) Όλοι το παρατηρούν οτι η Άννα απ' την Μόσχα έφερε μια σκιά μαζί της. Παλινωδίες συμβαίνουν και απέναντι στο αντικείμενο του έρωτα: μεταπτώσεις μεταξύ αμφιβολιών, ζήλειας, κατοχής, εξάρτησης: ΑΝΝΑ Αν πάς στην Μόσχα, θα 'ρθω μαζί σου. Δεν μπορώ να μείνω άλλο μόνη μου εδω πέρα. Τα βράδια νομίζω ότι τρελαίνομαι. Εμείς οι δύο ή πρέπει να χωρίσουμε ή να ζούμε συνέχεια μαζί. (...) Δεν ζηλεύω, είμαι ανικανοποίητη. Καθαρότερα απ' όλους τα συνοψίζει ένας υπηρέτης: ΦΙΟΝΤΟΡ Μαντάμ Αρκάντιεβνα, μ' όλο το σεβασμό, ο έρωτας είναι όπως το αλάτι. Το λίγο είναι άνοστο και με το πολύ λυσσάς.

Αδιέξοδα Το αδιέξοδο προδιαγράφεται εκεί που οι δυο μορφες, η ενάρετη σύζυγος και η παράφορα ερωτευμένη, στέκουν απέναντι, ασυμβίβαστες μεταξύ τους. Συμβαίνει στους ανθρώπους που παίρνουν τα πράγματα υπερβολικά σοβαρά: ΒΡΟΝΣΚΑΓΙΑ Ξέρεις πόσες γυναίκες γνωρίζω, που συνδυάζουν περίφημα σύζυγο και εραστή; Ε, λοιπόν η Άννα Αρκάντιεβνα, δεν είναι μια απ' αυτές. Είναι ανίκανη να ελιχθεί στο παραμικρό. … Αυτή η γυναίκα τα πέρνει όλα κατάκαρδα.  Έχει ροπή στην τραγωδία! (…) ΑΝΝΑ Είμαι σαν μια χορδή έτοιμη να σπάσει. Μια πρόσφορη λύση, που τελικά κι αυτή θα αποδειχθεί αδιέξοδη, είναι η απονάρκωση: ΑΝΝΑ Αυτή η σκέψη με τρελαίνει και το μόνο που με παρηγορεί, είναι η μορφίνη. Δεν ζώ πια χωρίς μορφίνη.

Η κάθαρση της καταστροφής Κάποιες φορές τα αδιέξοδα έχουν την μορφή του "μπρος γκρεμός και πισω ρέμα". Και όσο πιο αμείλικτα είναι, τόσο περισσότερο ωθούν προς τον γκρεμό, ή το ρέμα. Ωθούν, με μια δύναμη μεγαλύτερη από αυτήν της ελεύθερης βούλησης και της συνειδητής απόφασης: ΑΝΝΑ Πού πάω; Γιατί βρίσκομαι εδώ; Περιμένει την κατάλληλη στιγμή να πέσει στις ρόδες του τραίνου. Μεταφέρεται στα νιάτα της, νοιώθει όπως τότε που κάθε φορά ετοιμάζονταν να βουτήξει στην θάλασσα. ... και το σκοτάδι, που της είχε σκεπάσει τα πάντα, ξαφνικά σκίστηκε, και για μια στιγμή η ζωή ήταν εδώ με όλες τις φωτεινές, περασμένες χαρές της. (Από το μυθιστόρημα) Έχει ήδη πηδήξει στις ράγες, ξυπνά: Που βρίσκομαι; Τι κάνω; Γιατί; Είναι αργά. Και τα τελευταία της ερωτήματα, όπως αρμόζει βέβαια σε ερωτήματα για την ζωή και τον θάνατο, απομένουν αναπάντητα.

''Τι μου θυμιζεις τωρα...''

[Εκπομπη της ΕΡΤ1, παραμονη Πρωτοχρονιας 1994]

Ενα γραμμα στη Μαρα Θρασυβουλιδου και τον Μακη Γαβριηλιδη, που δεν σταλθηκε.

ΠΟΣΟ Σ'ΕΧΩ ΣΥΜΠΑΘΗΣΕΙ,ΜΟΝΟ ΜΕ ΣΕΝΑ,ΣΥ ΜΟΥ ΠΗΡΕΣ,ΣΦΙΞΕ ΜΕ,ΣΤΟ ΣΤΟΜΑ - snapshot.jpgΠΟΣΟ Σ'ΕΧΩ ΣΥΜΠΑΘΗΣΕΙ,ΜΟΝΟ ΜΕ ΣΕΝΑ,ΣΥ ΜΟΥ ΠΗΡΕΣ,ΣΦΙΞΕ ΜΕ,ΣΤΟ ΣΤΟΜΑ - snapshot2.jpg


Capture5.PNG

Capture6.PNG


Παιδοκτονοι γυναικες

Η ερημος μεγαλωνει. Αλοιμονο σ' αυτον που μεσα του κρυβει ερημους!

Friedrich Nietzsche, Ποιηματα

Εκτρωτικες υπαρξεις: Η Μηδεια του Ευριπιδη. Η Φονισσα του Παπαδιαμαντη

Στην ιατρικη "εκτρωτική μορφή" μια ασθενειας ειναι αυτη οπου η ασθενεια εκδηλωνεται με συμπτωματα ηπια, που δεν μπορουν ευκολα να αναγνωριστουν και να οδηγησουν στην διαγνωση. Μια αρρωστια που σχεδον δεν την παιρνεις καν για αρρωστια, "κουφια". Αντιστοιχα η "εκτρωτικη υπαρξη" θα ηταν ενας ανθρωπος οπου τα ανθρωπινα χαρακτηριστικα του, αυτα που του δινουν υποσταση και μια θεση στον κοινο μας κοσμο, ειναι ατονα, σχεδον ανυπαρκτα. Ενας ανθρωπος "κουφιος". Θα μπορουσαμε να τον παρομοιασουμε με ενα κτιριο εκπυρηνωμενο, οπου το εσωτερικο του εχει καταρρευσει, π.χ. απο βομβαρδισμο,

4893273406_4cdd29a230_b.jpg

η για ανακαινιση

facadism-2.jpg

και μενουν ορθιοι μονο οι εξωτερικοι τοιχοι.

Η αντιστοιχη εικονα ενος ανθρωπου θα ηταν ενα σωμα απο μεσα κενο, που του λειπουν τα σπλαχνα, οπως η γαλοπουλα πριν απο την γεμιση, οπως πουλερικα και ψαρια που υφιστανται "εκσπλαχνισμο" πριν οδευσουν στο εμποριο. Βεβαια ενας τετοιος ανθρωπος δεν θα ζουσε. Ομως σπλαχνα δεν ειναι μονο η καρδια και το στομαχι και το συκωτι. Με την λεξη "σπλαχνο", "σπλαχνο μου" οι μητερες αποκαλουν τα παιδια τους, και τα παιδια των παιδιων τους.

Η Μηδεια και η Φραγκογιαννου ειναι ασπλαχνες. Τωρα δεν χρησιμοποιουμε την λεξη ηθικολογικα, δεν τις καταδικαζουμε, αλλα προσπαθουμε να τις περιγραψουμε. Ειναι ασπλαχνες υπαρξεις, εκτρωτικες. Και γιατι σκοτωνουν παιδια; Γιατι πρεπει να σκοτωνουν παιδια; Γιατι ειναι οπως μια μητρα που δεν σηκωνει το εμβρυο και θα το αποβαλει. O κοσμος αυτων των γυναικων ειναι αφιλοξενος για τα παιδια. Τα απορριπτει, τα εκτρωνει, τα σκοτωνει οπως τα ζωα η ερημος.

468176756.jpg

Θα δοκιμασω να περιγραψω καποια στοιχεια αυτου του κοσμου της Μηδειας και της Φραγκογιαννους:

Το Ατοπο. Το Αμετρο. Η Αρνηση. Η Εκτελεση. Η Καθαρση.

Το Ατοπο

Η αρχαια λεξη ἄτοπος σημαινει:

1. παραδοξος, ασυνηθης, εκτακτος, επι συμπτωματων νοσηματος 2. παραλογος, αλλοκοτος, μη συνηθης, θαυμαστος 3. παρα φυσιν αηδης

Θα δουμε με ποιον καθε φορα τροπο η Μηδεια και η Φραγκογιαννου ειναι πλασματα ατοπα, με ολες τις σημασιες της λεξης.

Μηδεια

διαφερω απο πολλους θνητους σε πολλα.

λεει η Μηδεια στον Ιασωνα. Διαφερει ως προς την καταγωγη: ειναι βάρβαρον λέχος (591), βαρβαρο κρεβατι (=συζυγος). Το "βαρβαρο" της δεν εξαντλειται στο οτι ερχεται απο την Κολχιδα, στην ανατολικη ακτη του Ευξεινου Ποντου. Ο πατερας της ο Αιητης ειναι γιος του Ηλιου. Η ιδια η Μηδεια ειναι μαγισσα. Χαρη στην τεχνη της ο Ιασων μπορεσε να αρπαξει το Χρυσομαλλο Δερας.

Ομως διαφερει και κατα το οτι ο ερωτας της για τον Ιασονα ειναι χωρις ορια. Την ωθει να σφαξει τον μικρο της αδελφο Αψυρτο και να ριξει τα κομματια του στην θαλασσα για να τα περισυλλεξει ο πατερας της που τους καταδιωκε, να καθυστερησει, κι ετσι να του ξεφυγουν. Φτανοντας στην Ιολκο, πατριδα του Ιασονα, σκοτωνει τον βασιλια Πελια βαζοντας με δολο τις κορες του να τον κομματιασουν, δηθεν για να ξαναγινει νεος.

Η Μηδεια ειναι, με μια εκφραση του Παπαδιαμαντη, "σημαδιακη κι αταιριαστη". Η ιδια χαρακτηριζει τον εαυτο της σοφή (304), και γι' αυτο ἐπίφθονον, που προκαλει φθονο, και προσάντην: βρισκει τους παντες και τα παντα εναντια. Και ο ιδιος ο βασιλιας Κρεοντας που ερχεται να της ανακοινωσει την εξορια της, λεει δέδοικά σ', "σε φοβαμαι" (οπου στον φοβο του δέδοικα ακουμε και το ομορριζο δέος). Για ποιο δεος εδω προκειται, θα μπορουσαμε να το υποψιαστουμε σε μια φραση του Ιασωνα προς την Μηδεια:

Δεν ειναι τωρα η πρωτη φορα που το βλεπω

Η φραση δεν μοιαζει να εχει τιποτα ιδιαιτερο. Τα πραγματα αλλαζουν, και φερνουν δεος, οταν, οπως υποδεικνυει ενας μελετητης, προσεξουμε οτι ο Ιασων επαναλαμβανει κατα λεξη δικα της λογια (292) "ακουσια, λες και η Μηδεια ελεγχει ακομα και την ομιλια του".

Φραγκογιαννου

Ἡ Χαδούλα, ἡ λεγομένη Φράγκισσα, ἢ ἄλλως Φραγκογιαννού

ειναι ατοπη με πολλους τροπους. Ηδη το προσωπο της μητερας της εριξε πανω της μια πρωτη σκια:

Ἡ μάννα της ἦτον κακή, βλάσφημος καὶ φθονερά. Ἦτον μία ἀπὸ τὰς στρίγλας τῆς ἐποχῆς της. Ἤξευρε μάγια. Τὴν εἶχαν κυνηγήσει δύο-τρεῖς φορὰς οἱ κλέφτες, τὰ παλληκάρια τοῦ Καρατάσου καὶ τοῦ Γάτσου καὶ τῶν ἄλλων ὁπλαρχηγῶν τῆς Μακεδονίας. Ἔπραξαν τοῦτο διὰ νὰ τὴν ἐκδικηθοῦν, ἐπειδὴ τοὺς εἶχε κάμει μάγια, καὶ δὲν ἐπήγαιναν καλὰ οἱ δουλειές των.

Συνηθιζε να της δινει "νυχιές, … τσιμπιές, … δαγκωματιές". Προικιζει την μοναχοκορη της με ο,τι αχρηστο ειχε:

… μίαν οἰκίαν ἔρημον, ἑτοιμόρροπον, εἰς τὸ παλαιὸν Κάστρον, ὅπου ἐκατοικοῦσαν ἕνα καιρὸν οἱ ἄνθρωποι, πρὸ τοῦ 21. Τοῦ ἔδωκε κ᾽ ἕνα ὀνόματι Μποστάνι, τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο ἀκριβῶς ἔξω τοῦ ἐρήμου Κάστρου, ἐπί τινος κρημνώδους ἀκτῆς, καὶ ἀπεῖχε τρεῖς ὥρας ἀπὸ τὴν σημερινὴν πολίχνην. Ὁμοίως κ᾽ "ἕνα πινάκι χωράφι", ἓν ἀγριοχώραφον, τὸ ὁποῖον ἀμφεσβήτει ὁ γείτονας ὡς ἰδικόν του· οἱ δὲ ἄλλοι γείτονες ἔλεγον ὅτι καὶ τὰ δύο χωράφια διὰ τὰ ὁποῖα ἐμάλωναν οἱ δύο ἦσαν καταπατημένα, καὶ ἦσαν "καλογερικά", ἀνήκοντα εἰς μίαν διαλυθεῖσαν Μονήν.

Η ιδια η Φραγκογιαννου ειναι, κι εδω εχει ενα κοινο με την Μηδεια, μαγισσα:

Ἔδιδε βότανα, ἔκαμνε κηραλοιφάς, ἐξετέλει ἐντριβάς, ἐθεράπευε τὴν βασκανίαν, παρεσκεύαζε φάρμακα διὰ τὰς πασχούσας, διὰ τὰς χλωρωτικὰς καὶ ἀναιμικὰς κόρας, διὰ τὰς ἐγκύους καὶ τὰς λεχούς, καὶ τὰς ἐκ μητρικῶν ἀλγηδόνων πασχούσας. Μὲ τὸ καλάθιον ὑπὸ τὸν ἀγκῶνα τῆς ἀριστερᾶς χειρός, ἀκολουθουμένη ἀπὸ τὰ δύο τελευταῖα τέκνα της, τὸν Δημητράκην, ὀκτὼ ἐτῶν, καὶ τὴν Κρινιώ, ἑξαέτιδα, ἐξήρχετο εἰς τοὺς ἀγρούς, ἀνέβαινεν εἰς τὰ ὄρη, διέτρεχε φάραγγας, κοιλάδας καὶ ρεύματα, ἔψαχνε νὰ εὕρῃ τὰ βότανα, ὅσα αὐτὴ ἐγνώριζε ―τὴν ἀγριοκρομμύδα, τὴν δρακοντιά, τὸ τρίμερο, καὶ ἄλλ᾽ ἀκόμη― τὰ ἔκοπτεν ἢ τὰ ἐξερρίζωνεν, ἐγέμιζε τὸ καλάθιόν της, κ᾽ ἐπέστρεφε τὸ βράδυ εἰς τὴν οἰκίαν. Μὲ αὐτὰ τὰ βότανα κατεσκεύαζε διάφορα μαντζούνια, τὰ ὁποῖα ἐσύσταινεν ὡς ἀλάνθαστα ἰατρικὰ κατὰ τῶν χρονίων πόνων, τοῦ στήθους, τῆς κοιλίας, τῶν ἐντέρων κτλ.

Η Φραγκογιαννου δεν ζει στο τωρα. Οταν ξενυχτα διπλα στο νεογεννητο, οταν κυνηγημενη λουφαζει σε σπηλιες, θυμαται τα περασμενα. Και οχι μονο θυμαται αλλα  "καὶ οἱονεὶ τὰ ἀνέζη", τα ξαναζει - αυτο που σημερα ονομαζουμε day dreaming. Τα παιδικα χρονια, οι περιπετειες των αδελφων της, ο γαμος της "ἔρχονται ἐν εἴδει φαντασμάτων".

Και αλλα φαντασματα κυνηγανε την Φραγκογιαννου: βλεπει τα προσωπα των παιδιων που σκοτωσε. Ο τοπος στοιχειωνεται. Αυτα τα παιδια γινονται "ὁρμαθὸς κρεμασμένος ἀπὸ τὸν τράχηλόν της". Τα νερα απο τις στερνες μιλανε και την φωναζουν "Φραγκογιαννού!... Φραγκογιαννού!..." Καποτε ξυπνα απο τις ονειροφαντασιες της, κυριως οταν στριμωχνεται και πρεπει να βρει τροπο να ξεφυγει. Τοτε επανερχονται "οἱ λογισμοί της οἱ ἄλλοι, οἱ θετικώτεροι". Ομως ακομα και την ωρα που καταδιωκομενη πνιγεται, ο νους της αλαργευει στα περασμενα:

Τὰ κύματα ἐφούσκωναν ἀγρίως, ὡς νὰ εἶχον πάθος. Ἐκάλυψαν τοὺς μυκτῆρας καὶ τὰ ὦτά της. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην τὸ βλέμμα τῆς Φραγκογιαννοῦς ἀντίκρυσε τὸ Μποστάνι, τὴν ἔρημον βορειοδυτικὴν ἀκτήν, ὅπου τῆς εἶχον δώσει ὡς προῖκα ἕνα ἀγρόν, ὅταν νεάνιδα τὴν ὑπάνδρευσαν καὶ τὴν ἐκουκούλωσαν, καὶ τὴν ἔκαμαν νύφην οἱ γονεῖς της. ―Ὤ! νά τὸ προικιό μου! εἶπε. Αὐταὶ ὑπήρξαν αἱ τελευταῖαι λέξεις της.

Με την προσκολληση στο παρελθον συνδεονται και οι οικειοι της τοποι. Στην πολη, με τους ανθρωπους που ζουνε στο παρον, με τις δουλειες, τις διασκεδασεις, τα τρεχοντα γεγονοτα, η Φραγκογιαννου δεν ειναι ανετα. Οταν η Μαρουσα την κρυβει απο τους "ταχτικούς" σ' ενα καμαρακι, αυτη "ἐστενοχωρεῖτο, ἐπόθει τὸν ἀέρα τοῦ βουνοῦ":

Ἔσπευδε νὰ φθάσῃ τὸ ταχύτερον, πρὶν ἀνατείλῃ ἡ ἡμέρα, εἰς τὰ μέρη τὰ ὁποῖα αὐτὴ ἐγνώριζε. Ὑπῆρχον, κατὰ τοὺς βορείους αἰγιαλοὺς τῆς νήσου, πολλοὶ κλεφτότοποι, μέρη ἀπάτητα, σπήλαια καὶ βράχοι ὅπου ἐφύτρωνε τὸ ἀγριοβότανον καὶ ἡ κάππαρις, καὶ τὰ κρίταμα καὶ ἡ ἁρμυρήθρα, καὶ ὅπου τοὺς ὑπάρχοντας ὀλίγους δρόμους κατέστρεφον καθημερινῶς τὰ κοπάδια τῶν ἐρίφων καὶ τῶν αἰγῶν. Ἐκεῖ θὰ ἦτο τὸ ἄσυλόν της, ἐκεῖ ὅπου ἦσαν αἱ ἀναμνήσεις τῆς παιδικῆς ἡλικίας της. Εἰς ἐκείνους τοὺς βορείους αἰγιαλούς, σιμὰ εἰς τὸ ἄγριον καὶ γαλανὸν πέλαγος, εἰς τὸ παλαιὸν Κάστρον, τὸ κτισμένον ἐπὶ γιγαντιαίου θαλασσοπλήκτου βράχου, ἐκεῖ εἶχε γεννηθῆ ἡ Χαδούλα, κ᾽ ἐκεῖ εἶχεν ἀνατραφῆ ὣς δέκα ἐτῶν κόρη.

Τα βουνα ειναι ο τοπος της, μαζι με τα αγριμια. Ξερει τα παντα. Οταν την κυνηγανε και πρεπει να ξεφυγει, βγαζει τα παπουτσια της και τρεχει αναμεσα στα χορτα και στα αγκαθια ξυπολητη. Περνα μερη που οι αντρες δειλιαζουν:

Ὕστερον ἀπ᾽ ὀλίγων λεπτῶν τῆς ὥρας κυνηγητόν, ἡ Φραγκογιαννοὺ ἔφθασεν εἰς τὴν τοποθεσίαν, τὴν ὁποίαν ὁ Καμπαναχμάκης εἶχεν ὀνομάσει "τὸ Μονοπάτι στὸ Κλῆμα". Ἦτον βράχος εἰσέχων ἀποτόμως πρὸς τὰ ἔσω, σχηματίζων μικρὸν ζύγωμα, κάτωθεν τοῦ ὁποίου ἔχασκεν ἡ ἄβυσσος, ἡ θάλασσα. Ἄνω τοῦ ζυγώματος τούτου ὑπῆρχε πάτημα ἡμισείας παλάμης τὸ πλάτος, ὅλον δὲ τὸ πέραμα ἦτο τριῶν ἢ τεσσάρων βημάτων. Ὅπως τὸ διέλθῃ τις, ἔπρεπε νὰ πιασθῇ ἀπὸ τὸν ἄνω βράχον, βλέπων πρὸς τὴν θάλασσαν, νὰ πατῇ μὲ τὴν πτέρναν, καὶ νὰ βαδίζῃ ἐκ δεξιῶν πρὸς τὰ ἀριστερά. Ἡ ζωή του ἐκρέματο εἰς μίαν τρίχα. Ἡ Φραγκογιαννοὺ ἔκαμε τὸν σταυρόν της καὶ δὲν ἐδίστασε. Οὔτε ὑπῆρχεν ἄλλη αἵρεσις ἢ προσφυγή. Δρόμος ἄλλος δὲν ὑπῆρχεν ἐπάνω τοῦ βράχου. Ἡ γυνὴ ἐπῆρε τὸ καλάθι της εἰς τοὺς ὀδόντας, ἐπήδησεν ἀποφασιστικῶς, καὶ διέβη αἰσίως τὸ φοβερὸν πέραμα.

Ενω ο χωροφύλαξ:

Ἐδοκίμασε νὰ πατήσῃ ἐπὶ τοῦ στενοῦ, ἐπιάσθη ἀπὸ τὸν βράχον. Μετὰ ἓν βῆμα ὠπισθοδρόμησε. ― Μ᾽ ἔπιασε ζαλάδα, εἶπεν.

Σ' εκεινα τα μερη εχει μια βρυση.

Ἀπὸ τὴν βρύσιν ἐκείνην, πράγματι, μόνον τὰ πετεινὰ τ᾽ οὐρανοῦ ἠδύναντο νὰ πίνουν. Ἡ Χαδούλα ἔκυψε κ᾽ ἔπιε…

Το Αμετρο

την νυχτα, οταν ειν' ολα ανακατα κι επανερχεται παμπαλαια συγχυση

Friedrich Hölderlin, Ο Ρηνος

Αυτες οι γυναικες δεν παιζονται, γιατι το δικο τους παιχνιδι δεν εχει κανονες. Η ατοπικοτητα τους δεν παρεχει κανεναν κοινο τοπο στον οποιο θα μπορουσαμε να συναντηθουμε, να συνομιλησουμε, να ακουσουμε ο ενας τον αλλο. Ετσι οι ιδιες, στην μοναχικοτητα τους, στο ατοπικο τους, στο εκτρωτικο τους δεν ειναι δυνατο να συνομιλησουν, να συναντηθουν με αλλους ανθρωπους. Ειναι σαν να περιφερονται σε μια ερημο. Δεν περιφερονται καν μεσα σε ερημο. Μεσα τους ειναι που κρυβουν ερημους.

Στην ερημο τιποτα δεν μπορει να ριζωσει και να σταθει ορθιο. Δεν υπαρχει κανενα οριο και κανενα μετρο. Εδω μια υποθεση ειναι παντα υποθεση ζωης και θανατου - τιποτα ενδιαμεσο. Η ζωη στην ερημο απαιτει να θυσιασεις κατι. Πολλα. Ποια θυσια ειναι αυτη που η ερημος απαιτει; Ο Jean Baudrillard γραφει στο Amérique:

Το Death Valley ειναι μεγαλο και μυστηριακο οπως παντα. Φωτια, ζεστη, φως: ολα τα στοιχεια της θυσιας. Παντα πρεπει να φερνεις στην ερημο κατι για θυσια, και να της το προσφερεις ως θυσιαστηριο. Μια γυναικα. Αν κατι πρεπει να εξαφανιστει, κατι στην ερημο ταιριαστο της σε ομορφια, γιατι οχι μια γυναικα;

Στην ερημο Μηδεια πρεπει να θυσιαστει ο σπορος του Ιασωνα. Στην ερημο Φραγκογιαννου πρεπει να θυσιαστουν τα κοριτσια των φτωχων του κοσμου.

Ομως πως ερημωνονται Μηδεια και Φραγκογιαννου;

Μηδεια

Παει καιρος που στην Ελλαδα του Ευριπιδη, βεβαια και στην Κορινθο οπου διαδραματιζεται η τραγωδια, εχει συμβει μια κοσμογονια. Ειναι το μετρο, το οποιο θεσπιζεται με την ελευση των Ολυμπιων Θεων. Η υπερβαση του αποκτα επισης ονομα: ὕβρις. Στο μετρο ανατρεχει και ο χορος ως το κριτηριο με το οποιο θα συλλαβει και θα κρινει τα λογια και τα εργα της Μηδειας:

Το μετρο, ονομαζοντας το και μονο, ειναι ανωτερο· οταν γινεται πραξη, οι θνητοι αξιωνονται τοτε των αριστων το αριστο. Ο,τι πανω απ᾽ το μετρο υψωνεται, για τον ανθρωπο κερδος δεν ειναι, και οταν καποιος θεος οργισθει με το σπιτι, πιο βαρυ καταβαλλεται της ατης το τιμημα.

Και ακομα ο χορος, αποτεινομενος στην ιδια την Μηδεια, λεει:

ζεις σε γη ελληνικη και οχι βαρβαρη· γνωρισες τι εστι δικαιοσυνη και τι θα πει να ισχυουν οι νομοι, και οχι η αυθαιρεσια της βιας.

Η ὕβρις ειναι "ἄνω ποταμῶν", που θα πει: ειναι σαν το ποταμι οπου το ρευμα του νερου αναστρεφεται:

Των ιερων ποταμων οι ροες ρεουν προς τα ορη, και η δικαιοσυνη και τα παντα ανατρεπονται.

Η Μηδεια, οπως μαρτυρει η ατοπικοτητα της, ανηκει σε εναν αλλον, σε εναν αρχαϊκο κοσμο. Τον κατοικουν τερατα: οι Συμπληγαδες και οι Σειρηνες, οι Κυκλωπες και οι Λαιστρυγονοι, η Μεδουσα και η Σφιγγα, η Λερναια Υδρα κι ο Ερυμανθιος Καπρος και ολα τα αλλα που καταστρεψαν ο Οδυσσεας, ο Ιασωνας, ο Περσεας, ο Θησεας, ο Ηρακλης, και ανοιξαν χωρο για την ελευση του ελληνικου κοσμου. Η Μηδεια ειναι μορφη εκεινου του αρχαϊκου κοσμου. Εδω το καθε τι ειναι απολυτο. Ο ερωτας της για τον Ιασωνα:

6 ἔρωτι θυμὸν ἐκπλαγεῖσ᾽ Ἰάσονος

ἐκπλαγεῖσα: ο ερωτας την εξ-επληξε, και τουτο με τα δυο νοηματα της αρχαιας λεξης ἐκπλήσσω: την χτυπησε και, χτυπωντας την, την πεταξε εξω, την "εβγαλε απο τα ρουχα της", την εφερε "εκτος εαυτου". Ο ερωτας της Μηδειας για τον Ιασωνα ειναι απολυτος. Ο,τιδηποτε στεκει εμποδιο, θα παραμεριστει ριζικα και αδηριτα, μαινομένᾳ κραδίᾳ (433), (με καρδια μαινομενη), με ψυχὴ δηχθεῖσα κακοῖσιν (110), (με ψυχη καταδαγκωμενη απο τα κακα). Ο,τιδηποτε στεκει εμποδιο, θα παραμεριστει μ' εναν φονο - η καταδιωξη του πατερα με τον φονο του αδελφου της, η εχθροτητα του Πηλεα με τον θανατο του, η απατη του Ιασωνα με την βασιλικη κορη, με τον θανατο της, με τον θανατο του πατερα της Κρεοντα και τελος των ιδιων τους των παιδιων.

Και ενα στοιχειο κοινο σε ολα: παντου επεμβαινει σε αντρες μεσω των παιδιων τους: σκοτωνει και διαμελιζει τον αδελφο της για να καθυστερησει τον πατερα του, χρησιμοποιει τις κορες του Πηλεα για να κομματιασουν και να βρασουν τον πατερα τους, σκοτωνει την κορη του Κρεοντα μ' εναν δηλητηριασμενο χιτωνα που της φερνουν τα παιδια της ως γαμηλιο δωρο, σκοτωνει τον Κρεοντα που αγκαλιαζει την νεκρη κορη του κι ετσι ερχεται σ' επαφη μ' αυτον τον χιτωνα,

Ο χορος καλει τα παιδια της να φυλαχτουν απο

το αγριο φερσιμο και την αποτροπαιη φυση της αδυσωπητης ψυχης.

Το ατοπο της Μηδειας καθιστα την συνεννοηση μαζι της αδυνατη. Δεν ακουει. Η φωνη που θα της αποτεινονταν, βοα εν τη ερημω.

Φραγκογιαννου

Το αμετρο της Φραγκογιαννους, η υβρη της, αφορα

τὰ ἀπειράριθμα θηλυκὰ τῆς φτωχολογιᾶς

Αυτα, η αναπτυξη, η προικιση τους κλπ. ειναι για τους γονεις βαρος. Η υβρη της Φραγκογιαννους εγκειται στο οτι το βαρος το παιρνει απολυτα: τα κοριτσια της φτωχολογιας ειναι βαρος και μονο βαρος. Οταν ενα πεθανει, ο θανατος του θα

λυτρώσῃ τοὺς γονεῖς του ἀπὸ τόσα βάσανα

Η υβρη αποκτα μια νεα διασταση, γιγαντωνεται καθως η Φραγκογιαννου δεν ενδιαφερεται μονο για την προσωπικη της κατασταση. Εχει αναλαβει μια οικουμενικη αποστολη. Αποστολη να σωσει τον κοσμο της "φτωχολογιᾶς", να τον λυτρωσει απο τα βασανα της υπαρξης αυτων των κοριτσιων, απο τα "ἑφτάψυχα", που

Φαίνονται ὡς νὰ πληθύνωνται ἐπίτηδες, διὰ νὰ κολάζουν τοὺς γονεῖς των, ἀπ᾽ αὐτὸν τὸν κόσμον ἤδη. Ἄ! ὅσον τὸ συλλογίζεται κανείς, "ψηλώνει ὁ νοῦς του"!

’ψηλώνει ο νους του" θα πει: ο νους του τον ξεπερνα, σπαζει τα ορια, εκτεινεται σε περιοχες που υπερβαινουν τα δικα του τα μετρα, που δεν του αρμοζουν, που αγνοουν την περατοτητα του. Συνανταμε εναν τροπο που συγγενευει με την μανία των Αρχαιων. Η "γραῖα Χαδούλα" περιερχεται εκτος εαυτου.:

Τῆς Φραγκογιαννοῦς ἄρχισε πράγματι "νὰ ψηλώνῃ ὁ νοῦς της". Εἶχε "παραλογίσει" ἐπὶ τέλους. ... Δὲν ἐνόει καλὰ τί ἔκαμνε, καὶ δὲν ὡμολόγει εἰς ἑαυτὴν τί ἤθελε νὰ κάμῃ.

Η Αρνηση

Και οι δυο μορφες οριζονται απο ενα μεγαλο, ενα απολυτο Οχι προς τα πραγματα που τις αφορουν, προς την κατασταση στην οποια βρισκονται. Συνιστουν, η καθε μια με τον τροπο της, ακρα ενος φασματος, που ξεκινα ηδη με αυτον που στην καθημερινη ζωη θα χαρακτηριζαμε "γκρινιαρη", "πνευμα αντιλογιας", "στριμμενο", "ιδιοτροπο". Η αρνηση, στην ακρα μορφη της, στο απολυτο και αδιαπραγματευτο Οχι, δεν εννοει να συμβιβαστει με τον κοσμο τουτο. Τοτε η αρνηση γινεται αναγκη να αρνηθει αυτο το οποιο αρνειται ολοτελα. Τουτο, πιστευει η αρνηση, στην μανία της, θα συμβει με την εξαφανιση του. Το ακροτατο Οχι σε κατι ειναι η αρνηση και της ιδιας του της υπαρξης. Και θα συντελεστει με την πραξη του φονου. Και συχνα η καταιγιδα του Οχι συμπαρασυρει και τον αρνουμενο, καποτε και την δικη του την υπαρξη.

Μηδεια

Το Οχι της Μηδειας αναφερεται στην εγκαταλειψη της απο τον Ιασωνα, την οποια αντιλαμβανεται ως αδικια, και μαλιστα απεραντη, που με τιποτα δεν μπορει να δεχτει:

ΜΗ. Ω μεγαλη Θεμιδα και Αρτεμι κραταια, βλεπετε πως υποφερω, ας ειχα δεσει με ορκους μεγαλους τον καταραμενο τον αντρα μου; Που να τον δω μια μερα, αυτον και τη νυφη, να συντριβονται με τα παλατια τους μαζι, αυτοι που τολμησαν να με αδικησουν ετσι πρωτοι. Πατερα μου, πολη μου, εφυγα μακρια σας με τροπο αποτροπαιο: σκοτωνοντας τον ιδιο μου τον αδελφο.

Εκεινος που ητανε για μενα τα παντα —το ξερω καλα, ο αντρας μου, αποδειχθηκε ο χειροτερος ολων.

Τα παθη της γενικευονται, γινονται κατευθειαν απολυτα και καθολικα και αποληγουν στην αρνηση του ιδιου του γυναικειου φυλου:

Απο ολα παλι τα πλασματα που εχουν πνοη και λογικο οι γυναικες ειμαστε το πιο αξιολυπητο. Πρωτα πρωτα πρεπει, ξοδευοντας χρημα και χρημα, να αγορασουμε συζυγο και να τον εχουμε κυριο του κορμιου μας. Κακο το πρωτο, το δευτερο πικροτερο κακο. … Θα προτιμουσα να σταθω τρεις φορες πλαι στην ασπιδα παρα να γεννησω μια.

Η Μηδεια ειναι αδυνατο να δεχθει την αδικια του Ιασονα, ομως και παλι το γενικευει ως χαρακτηριστικο ολων των γυναικων: με εκμηδενισες, θα σε εκμηδενισω:

Η γυναικα, ολες τις αλλες φορες, ειναι γεματη φοβο, ειναι δειλη για πολεμο και δεν αντεχει ν᾽ αντικρισει λογχη. Οταν ομως αισθανθει αδικημενη στο κρεβατι, δολοφονικοτερη ψυχη δεν υπαρχει.

Εδω οπου βασιλευει το τελειο Οχι, η Μηδεια ειναι αὐθάδης: αγυριστο κεφαλι, δεν ακουει κανεναν, αδυσωπητη. Εχει καταληφθει απο την μανία ολοτελα:

Οσο και ο βραχος η το κυμα της θαλασσης ακουει τους φιλους που τη νουθετουν,

Φραγκογιαννου

Το Οχι της Φραγκογιαννους αφορα την ζωη της ολοκληρη:

Εἰς εἰκόνας, εἰς σκηνὰς καὶ εἰς ὁράματα, τῆς εἶχεν ἐπανέλθει εἰς τὸν νοῦν ὅλος ὁ βίος της, ὁ ἀνωφελὴς καὶ μάταιος καὶ βαρύς.

Τριγυριζει στο παρελθον της, το ξαναζει ξανα και ξανα, εμμονικα:

Οἱ λογισμοὶ καὶ αἱ ἀναμνήσεις της, ἀμαυραὶ εἰκόνες τοῦ παρελθόντος, ἤρχοντο ἀλλεπάλληλοι ὡς κύματα μέσα εἰς τὸν νοῦν της, πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν τῆς ψυχῆς της. … τυραννικαί και μελανόπτεροι

Ισως αυτη η απεχθεια για την ζωη να την εκανε και καπατσα, "ἐπιτηδειοτάτη μεταξὺ ὅλων τῶν γυναικῶν" και να την ωθησε να κοροϊδευει τον κοσμο ως "ψευδογιατρισσα":

(...) ἐθεράπευε τὴν βασκανίαν, παρεσκεύαζε φάρμακα διὰ τὰς πασχούσας, διὰ τὰς χλωρωτικὰς καὶ ἀναιμικὰς κόρας, διὰ τὰς ἐγκύους καὶ τὰς λεχούς, καὶ τὰς ἐκ μητρικῶν ἀλγηδόνων πασχούσας.

Αυτη η δουλεια της επετρεπε ακομα να τριγυρνα μακρια απο τους ανθρωπους, στα αγαπημενα της  βουνα:

(...) ἐξήρχετο εἰς τοὺς ἀγρούς, ἀνέβαινεν εἰς τὰ ὄρη, διέτρεχε φάραγγας, κοιλάδας καὶ ρεύματα, ἔψαχνε νὰ εὕρῃ τὰ βότανα (...)

Και, ειρωνεια, αναμεσα στις τεχνες που ασκουσε, ηταν κι αυτη της μαμμης …

Στα ματια καποιων οι στερησεις που τους ετυχαν εμφανιζονται ως σημα οτι η ζωη τους αδικησε. Καποιοι απ' αυτους ζητανε να επανορθωσουν την αδικια και να παρουν ο,τι η ζωη τους χρωσταει - κλεβοντας. Ετσι ηταν η μητερα της Φραγκογιαννους. Ετσι εγινε και η ιδια:

Πρὸ τοῦ γάμου της ἡ Χαδούλα εἶχεν ἀρχίσει νὰ κλέπτῃ ἀπ᾽ ὀλίγα ὀλίγα ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ πατρός της, ἀπ᾽ ὀλίγους παράδες, ἀπὸ μισὸν γρόσι. (...) Ἀργότερα, πάλιν ἐξανάρχισε νὰ κλέπτῃ περισσότερα, ἀλλὰ δὲν "ἔπιανε χαρτωσιὰ" ἐμπρὸς εἰς τὰς κλοπὰς τῆς μητρός της. Αὕτη εἶχε κλέψει πολλά, ἀλλὰ μὲ τέχνην καὶ μέθοδον. (...)  Ἀλλὰ τὴν παραμονὴν τοῦ γάμου, τὸ βράδυ, τὴν ὥραν ποὺ ἐνύχτωνεν ―ὅταν εἶδε τὴν ἐπιμονὴν τῶν γονέων της, νὰ μὴ θέλουν νὰ τῆς δώσουν ἀρκετὴν προῖκα, καὶ εἶδε τὴν ἀπονιὰν τῆς μητρός της― παραφυλάξασα τὴν ὥραν ὁπότε ἡ γραῖα ἐξῆλθε πρὸς στιγμὴν ἀπὸ τὴν οἰκίαν δι᾽ ἓν θέλημα, κατέβη μὲ παλμὸν καρδίας κρυφὰ στὸ κατώγι· ἔψαξε καὶ ἀνεῦρε τὸ κομπόδεμα (...) καὶ τὸ ἔλυσεν. (...) ἔλαβε μόνον ὀκτὼ ἢ ἐννέα τάλληρα, καταρχάς (...) ἀκολούθως πάλιν τὸ ἤνοιξε, ἔλαβεν ἄλλα πέντε ἢ ἕξ, τὸ ὅλον δεκαπέντε.

Τα παιδια ειναι το μετα απο μας. Εκεινος για τον οποιο το παρελθον, και το παρον, ειναι μαυρο κι αραχνο, καποιες φορες δεν βλεπει κανενα φως, καμια ακρη. Τα παιδια, ισως ιδιαιτερα τα κοριτσια, οχι μονο λογω του κοινωνικου τους αποκλεισμου, αλλα και ως μελλοντα να φερουν στον κοσμο νεα παιδια, ειναι ιδιαιτεροι φορεις αυτης της καταρας που διαιωνιζει μια κολαση. Γι' αυτο για την Φραγκογιαννου η κηδεια ενος μικρου κοριτσιου ειναι γιορτη:

Μεγάλην καὶ ἱερὰν ἀνακούφισιν ᾐσθάνετο ἡ πολυπαθὴς γυνή, ὅταν συνέβαινε, μετὰ τῆς μικρᾶς πομπῆς τοῦ ἱερέως, προπορευομένου τοῦ Σταυροῦ, ν᾽ ἀκολουθῇ βαστάζουσα εἰς τὰς χεῖράς της ἡ ἰδία, ὡς φιλεύσπλαγχνος καὶ συμπονετικὴ ὁποὺ ἦτον, τὸ ἐν εἴδει λίκνου μικρὸν φέρετρον. Προέπεμπε τὸ θυγάτριον μιᾶς γειτόνισσας, ἢ μακρινῆς συγγενοῦς, μέχρι τοῦ τάφου. (...) Ἀλλὰ μεγάλως εὐφραίνετο ὅταν ἡ μικρὰ πομπή, μετὰ δέκα λεπτῶν τῆς ὥρας δρόμον ἔφθανεν εἰς τὰ "Μνημούρια". Ὡραία ἐξοχή, παντοτινὴ ἄνοιξις, θάλλουσα βλάστη, ἀγριολούλουδα, ἐμύριζε κῆπος. Ἰδοὺ ὁ περίβολος τῶν νεκρῶν! Ὤ! ὁ Παράδεισος, ἀπ᾽ αὐτὸν τὸν κόσμον ἤδη, ἤνοιγε τὰς πύλας διὰ νὰ δεχθῇ τὸ μικρὸν ἄκακον πλάσμα, τὸ ὁποῖον ηὐτύχησε νὰ λυτρώσῃ τοὺς γονεῖς του ἀπὸ τόσα βάσανα. (...) Ὅταν ἐπέστρεφεν εἰς τὴν νεκρώσιμον οἰκίαν ἡ γραῖα Χαδούλα, διὰ νὰ παρευρεθῇ τὴν ἑσπέραν εἰς τὴν παρηγοριάν, ― παρηγορίαν καμμίαν δὲν εὕρισκε νὰ εἴπῃ, μόνον ἦτο χαρωπὴ ὅλη κ᾽ ἐμακάριζε τὸ ἀθῷον βρέφος καὶ τοὺς γονεῖς του. Καὶ ἡ λύπη ἦτο χαρά, καὶ ἡ θανὴ ἦτο ζωή, καὶ ὅλα ἦσαν ἄλλα ἐξ ἄλλων.

Η αποφαση

Σε αντιθεση με την πρακτικη της καθημερινοτητας, η αποφαση του κακου εχει την δικη της χρονικοτητα. Ο χρονος της καθημερινοτητας ειναι ενα συνεχες οπου, λιγοτερο η περισσοτερο, το ενα φερνει το αλλο και η ζωη κυλα. Η καθε αποφαση ειναι, λιγοτερο η περισσοτερο, βημα σε μια διαδικασια, αυτοματισμος του δια ταυτα.

Η αποφαση του κακου δεν ειναι ενα δια ταυτα. Γι' αυτο ποτε δεν αρκει η αναγωγη της σε ενα κινητρο. Συνηθως προηγειται μια μικρη, η μεγαλη περιοδος αμφιβολιων, αμφιθυμιας, δισταγμου. Και κατοπιν ενα ρηγμα, ενα αλμα. Οι αναστολες απωθουνται βιαια, η ωση προς την πραξη γιγαντωνεται. Ετσι κανεις απαρνειται εκεινον τον ανεσταλμενο εαυτο, απαρνειται ενα κομματι του εαυτου του, το αποδιωχνει βιαια, περιερχεται σε ενα ειδος τυφλωσης. Αντιστοιχα, με τον ιδιο βιαιο τροπο γιγαντωνεται ο αλλος εαυτος, η παρορμηση προς το κακο, το πραγμα ειναι πλεον μονοδρομος, ενα ορμητικο ρευμα, κανεις φερεται, αγεται προς αυτο πλεον ως υπνοβατης.

Μηδεια

Η Μηδεια ειναι ανισχυρη εμπρος στην παρορμηση, στον μονοδρομο που θα οδηγησει τα παιδια στο μαχαιρι της. Εδω ο μονοδρομος λεγεται με την λεξη αὐθάδεια, που ηδη ειπωθηκε απο τον χορο:

το αγριο φερσιμο και την αποτροπαιη φυση της αδυσωπητης ψυχης.

Η λεξη αὐθάδης ερχεται απο το αὐτός και το ἅδος: διαταγμα, εντολη. Ο αὐθάδης ειναι εντεταλμενος απο τον ιδιο τον εαυτο του και υποταγμενος στην εντολη του. Αυτο αποδιδει ο μεταφραστης με "μονοτροπος" (προτιμησα το "αδυσωπητος") και, στα παρακατω λογια της Μηδειας, με "πεισμα":

Τοση δυστυχια γι᾽ αυτο μου το πεισμα!

Και στο τελος:

Και καταλαβαινω βεβαια το κακο που παω να κανω, ομως πιο δυνατο απο τη λογικη μου ειναι το μενος της ψυχης, αυτο που ευθυνεται για των ανθρωπων τα δεινα τα πιο μεγαλα.

Παρακατω η ολη τραγικη πορεια προς το κακο:

Παιδια μου, αχ παιδια μου, εσεις εχετε πολη και σπιτι, οπου θα μεινετε για παντα χωρις τη μητερα, αφηνοντας με στη δυστυχια μου. Εγω πορευομαι ηδη εξοριστη σε αλλη γη. Δεν προλαβα να σας χαρω και να σας καμαρωσω ευτυχισμενα, να ετοιμασω το λουτρο του γαμου, να στολισω τη νυφη, να στρωσω το κρεβατι το νυφικο και να υψωσω λαμπαδες γαμηλιες. Τοση δυστυχια γι᾽ αυτο μου το πεισμα! Άδικα σας αναθρεψα, παιδια μου, αδικα εμοχθησα και τυραννηθηκα, υπομενοντας τις ανελεητες ωδινες της γεννας. Πολλες αληθεια ελπιδες στηριξα καποτε απανω σας η δυστυχη, να με φροντισετε οταν θα γερασω και οταν μια μερα θα με παρει ο θανατος να με νεκροστολισετε κατα την ταξη με τα χερια σας, κατι που το ζηλευει ο καθε ανθρωπος. Τωρα παει πια η γλυκια εκεινη απαντοχη. Χωρις εσας θα ειναι ολη μου η ζωη πονος και οδυνη. Και εσεις δεν θα κοιταξετε ποτε ξανα τη μητερα μ᾽ αυτα τ᾽ αγαπημενα ματια — αλλος βιος σας προσμενει. Αλιμονο! Αλιμονο! Πως με κοιταζουν, παιδια μου, τα ματια σας; Γιατι μου γελατε, το υστατο γελιο; Ωωω! Τι να κανω; Η καρδια μου, γυναικες, ελυγισε, οταν ειδα τα ματια των παιδιων μου που ελαμπαν. Δεν βρισκω τη δυναμη. Ωρα καλη στα σχεδια τα πριν. Θα παρω απο τη χωρα τα παιδια μου. Γιατι αραγε, για να πληγωσω τον πατερα τους με τη δικη τους δυστυχια,να γινω εγω διπλα δυστυχισμενη; Οχι, δεν θα γινει, οχι. Ωρα καλη στα σχεδια μου. Ομως, τι εχω παθει; Θελω μηπως να γινω περιγελως γιατι αφησα τους εχθρους μου ατιμωρητους; Πρεπει να τολμησω. Τι λιποψυχια και η δικη μου, και μονο που αφησα να περασουν απο τη σκεψη μου μειλιχια λογια. Πηγαινετε μεσα, παιδια μου. Και οποιος δεν πρεπει να παρισταται στη θυσια που ετοιμαζω, η ευθυνη δικη του. Το χερι μου δεν θα πτοηθει. Ααα! Ααα! Μη, ψυχη μου, μη, μην πραξεις αυτο που πας να πραξεις. Άφησε τα, δυστυχη, λυπησου τα παιδια. Οταν θα ζουν εκει μαζι μου, θα χαιρεσαι. Μα τους τιμωρους δαιμονες του Άδη, ενα πραγμα δεν θα γινει ποτε: να επιτρεψω εγω στους εχθρους μου να ταπεινωσουν τα παιδια μου. Ετσι και αλλιως αυτα εχουν πια τελειωσει. Διαφυγη δεν υπαρχει. Το στεφανι καθεται ηδη στην κομη της, φοραει τον πεπλο η βασιλικη νυφη και πεθαινει — το γνωριζω αριστα. Ομως τωρα που θα παρω τον δρομο τον πιο σκληρο και θα προπεμψω τα παιδια μου σε ακομα σκληροτερο, θελω να τ᾽ αποχαιρετησω. Δωστε, παιδια μου, δωστε το δεξι σας χερι στη μητερα σας να το φιλησει. Χερι μου αγαπημενο, αγαπημενο στομα, ευγενικη μορφη και προσωπο των τεκνων μου, να ειστε και τα δυο μου ευτυχισμενα, ομως εκει· τα εδω σας τα στερησε ο πατερας σας. Γλυκο μου αγκαλιασμα, δερμα μου τρυφερο και ανασα μυρωμενη των παιδιων μου! Πηγαινετε, πηγαινετε. Δεν αντεχω αλλο να σας κοιταζω, το κακο που με ζωνει με λυγισε. Και καταλαβαινω βεβαια το κακο που παω να κανω, ομως πιο δυνατο απο τη λογικη μου ειναι το μενος της ψυχης, αυτο που ευθυνεται για των ανθρωπων τα δεινα τα πιο μεγαλα.

Φραγκογιαννου

Στην Φραγκογιαννου επισης αρχικα κυριαρχει η αμφιθυμια:

― Τί νὰ σᾶς πῶ!… Ἔτσι τοῦ ᾽ρχεται τ᾽ ἀνθρώπου, τὴν ὥρα ποὺ γεννιῶνται, νὰ τὰ καρυδοπνίγῃ!… Ναὶ μὲν τὸ εἶπεν, ἀλλὰ βεβαίως δὲν θὰ ἦτον ἱκανὴ νὰ τὸ κάμῃ ποτέ… Καὶ ἡ ἰδία δὲν τὸ ἐπίστευε.

Ομως η Φραγκογιαννου ξερει κατι ακομα:

Ἄχ! κάθε ἁμαρτία ἔχει καὶ τὴ γλύκα της.

Το λεει βεβαια μιλωντας με την Μαρουσα, την οποια βοηθησε να αποβαλει μετα απο μια "αμαρτια" της. Ομως εδω μιλα και για τον εαυτο της. Η πλανη της υβρης, του κακου ειναι πλανευτρα. Αποπλανα. Και η καταστροφη, οσο πιο καθολικη ειναι, τοσο περισσοτερο φερνει μια φωτεινη νυχτα, μια γιορτη σκοτεινη.

Και καποια ωρα, διπλα στο κρεβατακι της εγγονης της, γινεται το αλμα:

Ἄ! ὅσον τὸ συλλογίζεται κανείς, "ψηλώνει ὁ νοῦς του"! … Τῆς Φραγκογιαννοῦς ἄρχισε πράγματι "νὰ ψηλώνῃ ὁ νοῦς της". Εἶχε "παραλογίσει" ἐπὶ τέλους. Ἑπόμενον ἦτο, διότι εἶχεν ἐξαρθῆ εἰς ἀνώτερα ζητήματα. Ἔκλινεν ἐπὶ τοῦ λίκνου. Ἔχωσε τοὺς δύο μακρούς, σκληροὺς δακτύλους μέσα εἰς τὸ στόμα τοῦ μικροῦ, διὰ νὰ "τὸ σκάσῃ".

Το κανει σαν υπνοβατης:

Ἤξευρεν ὅτι δὲν ἦτο τόσον συνήθεια "νὰ σκάζουν" τὰ πολὺ μικρὰ παιδία. Ἀλλ᾽ εἶχε "παραλογίσει" πλέον. Δὲν ἐνόει καλὰ τί ἔκαμνε, καὶ δὲν ὡμολόγει εἰς ἑαυτὴν τί ἤθελε νὰ κάμῃ. Καὶ παρέτεινε τὸ σκάσιμον ἐπὶ μακρόν· εἶτα ἐξάγουσα τοὺς δακτύλους της ἀπὸ τὸ μικρὸν στόμα τοῦ ὁποίου εἶχε κοπῇ ἡ ἀναπνοή, ἔδραξεν ἔξωθεν τὸν λαιμὸν τοῦ βρέφους, καὶ τὸν ἔσφιγξεν ἐπ᾽ ὀλίγα δευτερόλεπτα.

Το ιδιο επαναλαμβανεται με τα κοριτσακια που καθονται στο τοιχιο του πηγαδιου:

Ἐδίστασε πρὸς στιγμήν. ᾘσθάνθη μέσα της φοβερὰν πάλην. Εἶτα εἶπε, σχεδὸν μεγαλοφώνως: "Καρδιά!… αὐτὸ εἶναι μιὰ ἀπόφαση". Καὶ δράξασα μὲ τὰς δύο χεῖρας τὰ δύο κοράσια, τὰ ὤθησε μὲ μεγάλην βίαν. Ἠκούσθη μέγας πλαταγισμός. Τὰ δύο πλάσματα ἔπλεαν εἰς τὸ νερὸν τῆς στέρνας.

Και παλι:

Ὡς ἐν ἀλλοφροσύνῃ καὶ ἐν πλάνῃ ὀνείρου, ἔτεινε τὴν χεῖρα πρὸς τὸ λίκνον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ὠλόλυζε τὸ μικρόν… Ἔκαμε χειρονομίαν ὡς διὰ νὰ σχηματίσῃ τοὺς δακτυλους της εἰς διλαβίδα, εἰς ἁρπάγην καὶ στραγγαλιάν. ᾘσθάνετο τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἀγρίαν χαρὰν νὰ πνίξῃ τὸ μικρὸν θυγάτριον… Τῆς ἦλθεν εἰς τὸν νοῦν ὅτι ἦτο ἀβάπτιστον, καὶ ἂν τὸ ἔπνιγε, θὰ εἶχε διπλῆν ἁμαρτίαν… Ἡ σκέψις αὕτη ἐπὶ μίαν στιγμὴν τὴν ἀνεχαίτισεν, ἀλλ᾽ ὅμως ἀπεφάσισε νὰ ὑπερπηδήσῃ τὸν φραγμὸν τοῦτον… Παρὰ ἕνα δάκτυλον, ἡ χείρ της ἔψαυε τὸν λαιμὸν τοῦ μικροῦ πλάσματος…

Εκεινη η μορφη της που δισταζει, επανερχεται παλι και παλι με την μορφη τυψεων που την καταδιωκουν μεχρι το τελος:

Ἡ γραῖα Χαδούλα ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἔζησε ζωὴν τύψεων, ἀνησυχίας, καὶ μ᾽ ἐξωτερικὸν σχῆμα ὡς νὰ εἶχε τέφραν ἐπὶ τῆς κόμης τῆς ψαρᾶς, τόσον ἐλαφρῶς κυπτὴν καὶ ἀκίνητον ἐτήρει τὴν κεφαλήν της, καὶ ὡς νὰ ἐφόρει τὴν μακρὰν μαύρην μανδήλαν της ὡς σάκκον μετανοίας

(...)

Τὸ κῦμα ὑπὸ τοὺς πόδας της ἐρρόχθει, μὲ παρατεταμένους ὠρυγμοὺς λύσσης. Βαθιά, μέσα εἰς τὰ στέρνα της ἤκουε τὰ κλαυθμυρίσματα τῶν ἀκάκων νηπίων. Ὑπόκωφοι συριγμοὶ τοῦ μακρινοῦ ἀνέμου ἤρχοντο εἰς τὰς ἀκοάς της. Ὁ νεκρώσιμος χορὸς τῶν κορασίδων, μὲ ηὐξημένον τὸν φρικώδη ὁρμαθόν, ἐχοροπήδα τριγύρω της. "Εἴμαστε παιδιά σου! ― Μᾶς ἐγέννησες! ― Φίλησέ μας! ― Δῶσέ μας μαμμά! ― Πάρε μας στολίδια, στολίδια ὄμορφα! ― Χάϊδεψέ μας! ― Δὲν μᾶς ἀγαπᾷς;"

Ομως, οπως η Μηδεια, η Φραγκογιαννου ειναι ανημπορη εμπρος στην επιταγη του κακου:

Καὶ μέσα της ἔλεγε: "Τὸ ριζικό μου εἶναι πλιό! Ὢχ Θέ μου!"

Η καθαρση

Η λεξη εχει θεσπιστει απο τον Αριστοτελη στα Ποιητικα 1449b:

Η τραγωδια λοιπον ειναι μιμηση μιας πραξης σπουδαιας και τετελεσμενης, με εκταση, με λογο γλυκο, με καθε ειδος χωρισμενο σε μερη, με δρωντες και οχι με απαγγελια, περαιωνοντας μεσα απο ελεος και φοβο αυτων των παθηματων την καθαρση.

Τι θα πει εδω κάθαρσις; Πως καθαιρονται τα παθηματα; Με την ελευση ενος Αλλου, που δεν ειναι καποιο μεγαλυτερο παθημα, αλλα ερχεται απ' αλλου, τα πραγματα μετατιθενται σ' εναν αλλο τοπο και τα παθηματα προβαλλουν σ' ενα αλλο φως. Τουτο, το τελειως Αλλο, η ελευση του μας αφηνει αφωνους, πλημμυρισμενους απο ελεος και φοβο - και καθαιρει, εμας, και τα προσωπα που συμμετεχουν στην ιστορια.

Δεν μπορω να μην σημειωσω εδω οτι ενα προδρομο ονομα του πρωτου συνεργατη του Sigmund Freud, Josef Breuer, για την ψυχαναλυση ηταν "καθαρτικη μεθοδος". Ισως το ιαματικο της ψυχαναλυσης να εγκειται παντα, μεσα απο "ελεος και φοβο", στην, πολλες φορες αδιορατη, καθαιρουσα ελευση ενος Αλλου και στην μετασταση σε ενα αλλο φως.

Μηδεια

Το καθαρτηριο Αλλο ειναι ενας ἀπὸ μηχανῆς θεός: Οταν πλεον ολοι ειναι νεκροι, ο Ιασων προσπαθει να ανοιξει την πυλη της κατοικιας της Μηδειας. Η Μηδεια, εχοντας μαζι της τα νεκρα σωματα των παιδιων, εμφανιζεται απο ψηλα πανω, με τη βοηθεια της "μηχανης", ενος γερανου, σε φτερωτο αρμα.

Deus ex machina.jpgMedea - Ending - snapshot.jpg

Η Μηδεια:

λεγε τι θελεις — το χερι σου δεν θα μ' αγγιξει ποτε. Τετοιο αρμα μου εδωσε του πατερα μου ο πατερας, ο Ηλιος, ασπιδα απεναντι σε χερι εχθρου.

Η δραματουργικη επινοηση του ἀπὸ μηχανῆς θεοῦ κατηγορηθηκε απο παλια, ηδη απο τον Πλατωνα και τον Αριστοτελη, ως φτηνο κολπο για την λυση αλυτων καταστασεων. Ισως ομως και να βρισκεται σε μια μακρινη συγγενεια με εναν στιχο του Friedrich Hölderlin απο το ποιημα Friedensfeier (Εορτη της ειρηνης):

Ενας σοφος μπορει να μου διευκρινισει πολλα∙ οπου ομως

Κι ενας θεος εμφανιζεται,

Τουτο οντως ειν’ αλλη καθαροτητα.

Η "Μηδεια" του Ευριπιδη κλεινει με τα παρακατω λογια:

Τα προσδοκωμενα δεν συντελεστηκαν. Ομως ενας θεος βρισκει πορους για τ' απροσδοκητα.

Φραγκογιαννου

Η Φραγκογιαννου, κυνηγημενη απο χωροφυλακες, θελει να καταφυγει στο ερημη