μαθηματα / ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΑΘΗΝΩΝ / Συγχρονα Υπαρξιακα Θεματα

(1η Τεταρτη του μηνα 21.00-23.00. Ανοιχτο)

Τεταρτη 04.03.2015

Byung-Chul Han,
Η βαθια πληξη

Φωτης Καγγελαρης, Ένα τηλεφώνημα  (εγκώμιο του Λάθους)

εν παροδω / ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ / Προς θεραπευτη

Προς θεραπευτη:

- Πως ξερεις οτι αυτα που λες δεν αφορουν εσενα και τον δικο σου τροπο να βλεπεις και να αντιμετωπιζεις τα πραγματα;

Απαντηση:

- Ειναι οπως με ενα καλο ποιημα: Ειναι ιδιαιτατος λογος του ποιητη, και συναμα μας μιλαει ενδοτατα.

εν παροδω / ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ / 21.02.2015 Δραματα

Στις προσφατες διαπραγματευσεις της κυβερνησης με την Ευρωπαϊκη Ενωση, που κρατησαν καπου δυο εβδομαδες, οι ενεχομενοι θα μπορουσαν να ειχαν φτασει στο αποτελεσμα που εφτασαν σε δυο ωρες. Βασικα γνωριζαν απο πριν ποσο θα παει ο καθενας και ποσο θα υποχωρησει στον αλλο. Προς τι τοτε το θεατρο και το δραμα; Προς τι η επικληση της αλληλοκαταστροφης;

Η απαντηση θα μπορουσε να ειναι: Ο κοσμος της γραφειοκρατιας και των διαδικασιων ειναι αφορητος. Πλακωνεται απο θανασιμη πληξη. Η σκηνοθεσια της καταστροφης ειναι το τελευταιο εργαλειο για να αναψουν λιγακι τα αιματα. Για να δωσει κανεις επιτελους σημασια στον αλλο.

εν παροδω / ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ / 10.02.2015 Διαπραγματευσεις...

Στην "διαλεκτικη κυριου και δουλου" (Hegel) ο κυριος ειναι αυτος που στην αναμετρηση δεν θα κανει πισω, ουτε εμπρος στον ενδεχομενο θανατο. Αυτο ειναι που θα τον κανει κυριο. Ο δουλος θα δειλιασει εμπρος στον θανατο, και θα κανει πισω. Αυτο ειναι που θα τον κανει τελικα δουλο.

Στο σημερινο chicken game των απανταχου διαπραγματευσεων, οπως αυτο μεταξυ Ελλαδας και Ευρωπαϊκης Ενωσης, τον θανατο τον τρεμουν και τα δυο μερη. Ειναι και τα δυο chickens. Δουλοι που μπλοφαρουν, υποκρινονται τους κυριους. Και, αν δεν συμβει καποιο ατυχημα, οπως στον πρωτο διδαξαντα, νικητης στα σημεια θα ειναι, απο τους δυο φοβισμενους, ο λιγοτερο.  «Τὴν ἄνοιξη, τὸ καλοκαίρι, ραγιάδες...»

ψυχαναλυση / ΚΕΙΜΕΝΑ ΟΜΙΛΙΕΣ 2001-2005 / Η πόλις των αρχαίων και η σημερινή κατοίκηση τον ανθρώπου επάνω στη γη

Η πόλις των αρχαίων και η σημερινή κατοίκηση τον ανθρώπου επάνω στη γη

 


Στη διαφάνεια προβάλλεται μια κατασκευή από ακρυλικό, αλουμίνιο και ξύλο, έργο του ζωγράφου Γιώργου Μόκαλη, με τον τίτλο «Θέα». Μας αντικρίζει και μιλά τη δική της άφωνη γλώσσα. Θα συνοδεύει όσα έμφωνα ακολουθήσουν.

Κυρίες και κύριοι, οι δρόμοι μας, αυτοί που ο καθένας μας πήρε από κει που ξεκίνησε, σήμερα το βράδυ μας έφεραν και μας συγκέντρωσαν σ' αυτόν το χώρο. O καθένας μας πέρασε από γειτονιές και πλατείες, από δρομάκια και λεωφόρους, πέρασε περπατώντας, με το αυτοκίνητο, με το λεωφορείο, με το μετρό. Διαδρομές που τις έχουμε ξανακάνει πηγαίνοντας σε μια άλλη συνάντηση, φεύγοντας από μια άλλη συνάντηση, διαδρομές που μας κάλεσαν και μας απέτρεψαν, που ανταποκριθήκαμε και αποφύγαμε, που μας σημάδεψαν και μείναν αδιάφορες, διαδρομές που άνοιξαν δρόμους και που κατέληξαν σε αδιέξοδα.

Οι δρόμοι που περάσαμε σήμερα ερχόμενοι κατά δω είναι γεμάτοι από τέτοια σημάδια. Δοκιμάστε να τα φέρετε για λίγο και πάλι στο νου σας.

Όλα αυτά δεν χάθηκαν. Τίποτα δεν χάθηκε. Είναι εδώ, είναι ανάμεσα μας, είναι συγκεντρωμένα στον αέρα αυτού του χώρου και αυτής της συνάντησης.

Υπάρχει ένα όνομα που θα μπορούσε να εκφράζει αυτήν τη συνάντηση, με όλα όσα σήμερα συναντώνται εδώ, να τη συλ-λέγει στη λέξη του. Το όνομα θα ήταν «πόλη».

Τότε η πόλη θα κρατούσε στο όνομα της περισυλλεγμένα τα πάντα και θα απέδιδε στον καθένα αυτό που του ανήκει. Η πόλη θα ήταν ένα όνομα για τη συνάντηση όλων των συναντήσεων, όχι κάτι αφηρημένο και γενικό αλλά κάτι που θα πραγματώνονταν κάθε ώρα και κάθε στιγμή, πάντα διαφορετικό και πάντα το ίδιο, στην κάθε συνάντηση. Παραδείγματος χάριν, εδώ και τώρα.

Επιχείρησα μια εισαγωγή στην πόλη, η οποία μπορεί να έχει κάποια αλήθεια και στην οποία θα επανέλθουμε. Όμως έχει και πραγματικότητα; Είναι η σημερινή μας συνάντηση, είναι η πόλη που θα πραγματώνονταν σ' αυτήν τη συνάντηση πραγματική;

Βρισκόμαστε εδώ, σας μιλώ, με ακούτε. Τι μίλημα είναι αυτό, τι άκουσμα; Ας το δούμε προσεκτικότερα.

Βασικά δεν μιλώ σ' εσάς. Μιλώ στο μικρόφωνο που έχω μπροστά μου. Εστιάζομαι σε κάτι που βρίσκεται μερικά εκατοστά μόνο μακριά απ' το στόμα μου. Γι' αυτό και η ένταση της φωνής μου είναι χαμηλή. Η ανάσα μου δεν σας φτάνει. Κι επειδή μιλώ σ' ένα μηχάνημα, ο τόνος της φωνής μου είναι περίεργος και το σώμα μου παρακολουθεί τα λεγόμενα μου με έναν τρόπο σπαστικό, έστω κι αν τον έχουμε συνηθίσει και δεν μας κάνει εντύπωση. Κι αυτό μπορούμε εύκολα να το διαπιστώσουμε κάθε φορά που μεσολαβεί ένα μικρόφωνο ανάμεσα σ' αυτόν που είναι μπροστά του και σ' αυτούς που βρίσκονται πίσω του.

Για να συνειδητοποιήσουμε καλύτερα τι μας συμβαίνει, θα σας δείξω μια φωτογραφία από την εποχή που δεν υπήρχαν μικρόφωνα:

Lenin 1.jpeg

Είναι ο Λένιν που μιλά από μια εξέδρα. Προσέξτε πώς όλος, κάθε ίνα του σώματος του απλώνεται ν' αγκαλιάσει το πλήθος που τον ακούει. Τα χέρια του που ακουμπούν στο διάζωμα δεν τον στηρίζουν αλλά τον σηκώνουν και τον φέρνουν έξω στο συγκεντρωμένο πλήθος.

Το βλέμμα του δεν πλανιέται πάνω από τον κόσμο αλλά μοιάζει σχεδόν να καρφώνει τον καθένα ξεχωριστά. Και σκέφτομαι πως αυτά που σας λέω, αν τα έλεγα από μια εξέδρα, δίχως μικρόφωνο, με κακή ακουστική ή ενδεχομένως και σ' έναν υπαίθριο χώρο, και μάλιστα διαβάζοντας από τα χαρτιά μου, θ' ακούγονταν το λιγότερο γελοία.

Μιλώ, αν αυτό λέγεται ομιλία, σε πολλούς μ' έναν τρόπο που θα ταίριαζε σε λίγους, μέσα από ένα μηχάνημα που δεν ταιριάζει σε κανένα μας κι ο θεός να βάλει το χέρι του - αν όλα αυτά δεν έρχονται ήδη από το χέρι ενός θεού.

Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με το άκουσμα σας. Η φωνή μου, όχι η φωνή μου, το ηχητικό κύμα που την αναπαράγει, με «υψηλή πιστότητα» βέβαια, δεν έρχεται από μένα αλλά από τα μεγάφωνα που είναι κατεσπαρμένα στο χώρο. Δεν έχει σημασία πού κάθεστε. Ακούτε τη φωνή μου, όχι τη φωνή μου, ξεγελιέμαι κι εγώ συνεχώς, ακούτε αυτήν τη μεταλλική αναπαράσταση της στην ίδια σχεδόν ένταση όπου κι αν κάθεστε. Κι αν ήμουν πιο σημαντικό πρόσωπο, θα βλέπατε και το είδωλο μου σε γιγαντοοθόνη, εσείς που κάθεστε πίσω το ίδιο καλά μ' εσάς που κάθεστε μπροστά.

Σ' αυτόν το χώρο δεν υπάρχει κοντά και μακριά. Δεν ξέρω αν μπορούμε να το αποκαλέσουμε πλέον χώρο αυτό το διάστημα, που ούτε διάστημα είναι καθώς οι διαστάσεις δεν διίστανται και οι αποστάσεις έχουν καταργηθεί και το μεταξύ μας είναι ανύπαρκτο.

Κι ας μην νομίσουμε πως έχουμε μπροστά μας την κατασκευή του Γιώργου Μόκαλη. Μια σκιά έχουμε, είναι μια οπτική απάτη. Όχι γιατί η οπτική εικόνα δεν είναι ακριβής. Μας εξαπατά διότι μας υποβάλλει την εντύπωση πως για να βλέπουμε αρκεί να βλέπουμε με τα μάτια μας, μας μεταχειρίζεται σαν όντα που αποτελούνται μόνο από μάτια. Όπως το μικρόφωνο και τα μεγάφωνα μας μεταχειρίζονται σαν όντα που αποτελούνται μόνο από αυτιά.

Σε ανάλογες συνθήκες βρισκόμαστε κάθε φορά που μιλάμε στο τηλέφωνο και σερφάρουμε στο διαδίκτυο, κάθε φορά που ακούμε το ραδιόφωνο και βλέπουμε την τηλεόραση.

Υπάρχει ένα παιχνίδι για υπολογιστές που λέγεται «The cyberpunk handbook» (To εγχειρίδιο του κυβερνοπάνκ). Στο παιχνίδι το σώμα γίνεται κυριολεκτικά «κρέας» για την εμφύτευση συσκευών πληροφοριών. Μήπως είναι περισσότερο από παιχνίδι; Μήπως γινόμαστε κι εμείς όλο και περισσότερο παίκτες του;

Η συνάντηση μας δεν είναι πραγματική συνάντηση. Η πόλη, αυτή που θα μπορούσε να πραγματωθεί στη συνάντηση μας, δεν είναι πραγματική.

Σας μιλώ και δεν σας μιλώ. Υπάρχει λέξη που ν' αποδίδει αυτό το αλλόκοτο μίλημα; Υπάρχει. Τη γνωρίζουμε κυρίως από την τηλεόραση και χαρακτηρίζει εκπομπές που μεταδίδονται στο χρόνο που γίνονται: «live». Σας μιλώ live.

Η λέξη έρχεται από το «alive», το μεσαιωνικό «alyfe», που σημαίνει «on life» και θα πει περίπου ό,τι και το δικό μας «εν ζωή». Στη λέξη «live» τώρα το a-, αυτό το «εν...», το «μέσα (στη ζωή)», έχει χαθεί. Γι' αυτό και στην καθομιλούμενη αγγλική η λέξη σημαίνει μεν «ζωντανό», όμως χρησιμοποιείται κυρίως μεταφορικά, «δήθεν ζωντανό» όπως, π.χ., «ζωντανό θέμα», «ζωντανό ηφαίστειο», «ζωντανό χρώμα» και, βέβαια, «ζωντανές εκπομπές».

Η φωνή μου είναι μεν «ζωντανή», όμως ζωντανή σε εισαγωγικά. Εισαγωγικά διότι, όπως είδαμε, το «live» δε σημαίνει πραγματικά «ζωντανός», όμως ούτε και «νεκρός».

Το μη πραγματικό της συνάντησης μας δεν αφορά λοιπόν μόνο τούτον το χώρο, που δεν είναι χώρος γιατί δεν εκχωρεί αποστάσεις, δεν προσφέρει ούτε εγγύτητα ούτε απόσταση. Αυτός που σας μιλάει, χωρίς να σας μιλάει πραγματικά, είναι live ο ίδιος, ούτε ζωντανός ούτε νεκρός. Κι εσείς που ακούτε, όχι, δεν ακούτε, εσείς που προσλαμβάνετε ακουστικά αυτήν τη συνθετική φωνή είστε οι ίδιοι live. Ούτε ζωντανοί ούτε νεκροί.

Πλάσματα σαν κι εμάς, καθότι μη πραγματικά, κινούνται σ' αυτό το «ούτε...ούτε». Δεν είναι σε θέση να πραγματώσουν τίποτα, μήτε καλό μήτε κακό. Δεν τους αξίζει ούτε η κόλαση ούτε ο παράδεισος. Είμαστε μη πραγματικοί άνθρωποι σε μια μη πραγματική πόλη. Μη πραγματική πόλη... Στην αγγλική γλώσσα, «unreal city» είναι στίχος από ένα ποίημα. Τον έγραψε πριν από 60 χρόνια ο Eliot. Όσα ειπώθηκαν μέχρι τώρα είναι η απόπειρα μιας εξοικείωσης μ' αυτόν το στίχο.

Το ποίημα έχει τον τίτλο «The Waste Land». O Σεφέρης τον μετέφρασε ως «Η Έρημη Χώρα». Στο ποίημα, το «unreal», μη πραγματική, ανύπαρκτη το μεταφράζει ο Σεφέρης, έρχεται τρεις φορές: μια όταν ξημερώνει στη χώρα, μια το μεσημέρι και μια καθώς βραδιάζει. Το ανύπαρχτο διατρέχει τον ουρανό της σαν άλλος ήλιος: ανατέλλει, μεσουρανεί, χαμηλώνει και την αφήνει να προβάλλει στο φως του.

Ξημέρωμα στην Έρημη Χώρα. Η μετάφραση είναι πάντα του Γιώργου Σεφέρη (στ. 60-64): «Ανύπαρχτη Πολιτεία, / Μέσα στην καστανή καταχνιά μιας χειμωνιάτικης αυγής, / Χύνουνταν στο γιοφύρι της Λόντρας ένα πλήθος, τόσοι πολλοί, / Δεν το 'χα σκεφτεί πως ο θάνατος είχε ξεκάνει τόσους πολλούς».

Σχετικά μ' αυτούς τους στίχους ο ίδιος ο Έλιοτ παραπέμπει σε δυο ποιητές. Το «Ανύπαρχτη Πολιτεία» απηχεί τους παρακάτω στίχους του Μπωντλαίρ: «Πολυάνθρωπη πόλη, πόλη κατάμεστη από όνειρα / Όπου το φάσμα συναντά καταμεσήμερο τον διαβάτη».

Οι επόμενοι στίχοι, «Χύνουνταν στο γιοφύρι της Λόντρας ένα πλήθος, τόσοι πολλοί, / Δεν το 'χα σκεφτεί πως ο θάνατος είχε ξεκάνει τόσους πολλούς», είναι παραλλαγή μιας σκηνής από τη Θεία Κωμωδία του Δάντη: «μια τόσο μακριά συνοδεία / ανθρώπων, που ποτές δεν θα το 'χα πιστέψει / πως ο θάνατος είχε ξεκάνει τόσους πολλούς».

Στην Έρημη Χώρα το ονειρικό φάσμα που συναντά τον διαβάτη και γίνεται ο ίσκιος του είναι ο θάνατος. Όμως τι είδους θάνατος είναι αυτός; Γράφει ο Σεφέρης: «Οι πρωινοί διαβάτες του London Bridge μοιάζουν με την ατέλειωτη συνοδεία εκείνων "που ποτές τους δεν ήταν ζωντανοί" [έτσι χαρακτηρίζονται στη Θεία Κωμωδία], γιατί δεν έκαναν μήτε καλό μήτε κακό [...]»

Αναγνωρίζουμε μήπως ανάμεσα στο πλήθος που περνά τη γέφυρα του Λονδίνου εμάς τους ίδιους; Φυσικά δεν χρειάζεται να πάμε εκεί. Είναι οι ίδιες μορφές που θα συναντήσουμε στους δρόμους μας, στο μετρό και στις ουρές των τραπεζών και των ταχυδρομείων, στα γήπεδα και στα κέντρα διασκέδασης, πίσω από τα τζάμια των αυτοκινήτων και ίσως, ίσως, εμπρός στον καθρέφτη μας. Είναι μορφές σαν κι εμάς, εδώ και τώρα.

Ξαναδιαβάζω τους στίχους που συζητούμε: «Ανύπαρχτη Πολιτεία, / Μέσα στην καστανή καταχνιά μιας χειμωνιάτικης αυγής, / Χύνουνταν στο γιοφύρι της Λόντρας ένα πλήθος, τόσοι πολλοί, / Δεν το 'χα σκεφτεί πως ο θάνατος είχε ξεκάνει τόσους πολλούς».

Και τώρα τους ακούμε διαβασμένους από τον ίδιο τον Eliot:

«Unreal City, / Under the brown fog of a winter dawn, / A crowd flowed over London Bridge, so many, / I had not thought death had undone so many».

Ας συγκρατήσουμε από την απαγγελία δυο πράγματα. Πρώτον, η φωνή δεν έχει κανένα ίχνος απελπισίας, κατηγορίας, κηρύγματος. Αν έχει κάτι, θα 'λεγα έναν τόνο ήσυχης απορίας, σιγαλού θαυμασμού, πως έτσι είναι. Δεύτερον, ο τονισμός του «unreal» στην αρχή και του «undone» στο τέλος. Και οι δυο λέξεις προσδιορίζονται από το «un->>, κάτι σαν το δικό μας στερητικό άλφα που στον πρώτο στίχο χαρακτηρίζει την πόλη τη στερούμενη πραγματικότητας.

Τι προκαλεί τη στέρηση της πραγματικότητας; O θάνατος. Εκείνος ο θάνατος που un-does, ξε-κάνει, αποστερεί ακριβώς το «κάμωμα», την πραγμάτωση.

Πώς συμβαίνει αυτός ο θάνατος; Στη Θεία Κωμωδία εκείνοι που πέθαναν αυτόν το θάνατο είναι όσοι «από δειλία έκαμαν τη μεγάλη άρνηση».

Η «μεγάλη άρνηση» είναι η στάση του «ούτε.. .ούτε» που συναντήσαμε ήδη. Η άλλη όψη της είναι το «και ναι και όχι», όπου ούτε το ναι είναι πραγματικό «ναι» ούτε το όχι πραγματικό «όχι». Ας το αναλογιστεί περισσότερο ο καθένας για τον εαυτό του. Εδώ αρκεί να τονιστεί πως δεν πρόκειται για αμαρτία, για αδυναμία χαρακτήρα ή, στην τρέχουσα ψυχολογική γλώσσα, για «πρόβλημα». Πρόκειται για ανθρώπινη μοίρα. Η ανάγνωση του Έλιοτ μας καλεί να την αναγνωρίσουμε και να την παραδεχτούμε.

Δεν είναι απλό. Και δεν είναι απλό γιατί καταρχήν μοιάζει να μην είναι απόλυτο. Σε κάποιες συναντήσεις, σε κάποιες ώρες μοιάζει να γινόμαστε πραγματικοί κι η χώρα μας δεν είναι έρημη. Το λέω και μου έρχεται κατευθείαν στο νου μια φράση του Νίτσε: «Η έρημος μεγαλώνει. Αλίμονο σ' αυτόν που μέσα του κρύβει έρημους». Δεν είναι ανατριχιαστικά αυτά τα λόγια; Κι αυτός που ανατριχιάζει δεν έχει ήδη ομολογήσει πως τον άγγιξαν βαθιά; Δεν έχει ήδη ομολογήσει πως μέσα του «κρύβει έρημους»;

Κι αυτοί που δεν ανατριχιάζουν; Ένας είναι ο κύριος Ευγενίδης. Τον συναντούμε στην Έρημη Χώρα το μεσημέρι (στ. 207-214):

Ανύπαρχτη Πολιτεία

Μέσα στην καστανή καταχνιά ενός χειμωνιάτικου μεσημεριού

Ο Σμυρνιός έμπορας, κύριος Ευγενίδης

Αξούριστος, με την τσέπη γεμάτη σταφίδες

Τσιφ Λόντρα: φορτωτικές εν όψει,

Με κάλεσε με τα πρόστυχα του γαλλικά

Για πρόγευμα στο Κάννον Στρητ Οτέλ

Κι έπειτα το Σαββατοκύριακο στο Μετροπόλ.

Ο κύριος Ευγενίδης, λέει ο Έλιοτ σε μια συνάντηση του με τον Σεφέρη, είναι ένα πρόσωπο που γνώρισε τον καιρό που εργαζόταν στο Σίτυ σαν τραπεζικός υπάλληλος στην Lloyds Bank.

«Τσιφ Λόντρα: φορτωτικές εν όψει». «Τσιφ», το αγγλικό «c.i.f.», είναι η συντομογραφία του «cost, insurance, freight» (τιμή, ασφάλεια, ναύλος). Ο Έλιοτ σημειώνει: «Η τιμή της κορινθιακής σταφίδας ήταν "μετά ναύλου και ασφαλείας μέχρι Λονδίνου"». Η φορτωτική κτλ. έπρεπε να παραδοθεί στον αγοραστή αμέσως μετά την πληρωμή του εν όψει γραμματίου».

Ο Σεφέρης μας πληροφορεί ακόμα:

To Cannon Street Hotel ήταν την εποχή εκείνη ένα βολικό μέρος συναντήσεων για τους ξένους εμπόρους με Άγγλους συναδέλφους, γιατί βρισκότανε στο κέντρο του Σίτυ και στο τέρμα μιας αρτηρίας της ηπειρωτικής Ευρώπης. Από τότε έχασε τη σημασία του. Το Μέτροπολ, ένα από τα κυριότερα ξενοδοχεία πολυτελείας του Μπράιτον. Το χρησιμοποιούσαν πολύ για διασκεδάσεις οι πλούσιοι επιχειρηματίες. Δεν είναι ξενοδοχείο «δι' οικογενείας».

Πάλι: «Ανύπαρχτη Πολιτεία / Μέσα στην καστανή καταχνιά ενός χειμωνιάτικου μεσημεριού / O Σμυρνιός έμπορας, κύριος Ευγενίδης / Αξούριστος, με την τσέπη γεμάτη σταφίδες / Τσιφ Λόντρα: φορτωτικές εν όψει, / Με κάλεσε με τα πρόστυχα του γαλλικά / Για πρόγευμα στο Κάννον Στρητ Οτέλ / Κι έπειτα το Σαββατοκύριακο στο Μετροπόλ».

Και ο Έλιοτ:

«Unreal City / Under the brown fog of a winter noon / Mr. Eugenides, the Smyrna merchant / Unshaven, with a pocket full of currants / C.L.f. London: documents at sight, / Asked me in demotic French / To luncheon at the Cannon Street Hotel / Followed by a weekend at the Metropole».

Όπως και στο προηγούμενο απόσπασμα η ενότητα ξεκινά με το στίχο «Unreal City». Από την ανάγνωση του Έλιοτ τείνω να τον ακούσω περισσότερο στην ονομαστική πτώση και λιγότερο στην κλητική. Και η μικρή παύση που ακολουθεί θα μπορούσε ν' αποδοθεί με μια αδιόρατη άνω κάτω τελεία, δηλαδή: Στο πλήθος στη γέφυρα του Λονδίνου, στον κύριο Ευγενίδη μιλά η πόλη, η μη πραγματική πόλη, η ανύπαρχτη.

Τώρα, σε αντίθεση με τη σχεδόν ονειρική σκηνή του πλήθους στη γέφυρα, έχουμε τη σχεδόν πεζή περιγραφή μιας συνάντησης του Σμυρνιού εμπόρου με το πρόσωπο που μιλά ο Mr. Eugenides:

Το όνομα λέγεται με ιδιαίτερη έμφαση, με στόμφο, ο κύριος Ευγενίδης εισάγεται φαντασμαγορικά, αναδύεται μέσα από την καστανή καταχνιά του χειμωνιάτικου μεσημεριού μονόφθαλμος, όπως γράφει ο Έλιοτ στις «Σημειώσεις», αξούριστος, η τσέπη φουσκωμένη σταφίδες, στο χέρι φορτωτικές, προφανώς η συνάντηση είναι για τις δουλειές του, σχεδόν τον βλέπουμε να μπαίνει και να μπουκώνει το μικρό δωμάτιο του τραπεζικού υπάλληλου, να κάθεται απέναντι του και ν' απλώνει το σώμα και τα χέρια του πάνω στο γραφείο μασουλώντας σταφίδες και να προσφέρει και σ' αυτόν μια χούφτα με τα κολλώδη του δάχτυλα.

Οπωσδήποτε το όνομα δεν είναι τυχαίο. O κύριος Ευγενίδης εκπροσωπεί την ευγένεια - εξ αποκλεισμού. Με μια λέξη, αυτό που τον καθορίζει είναι η χυδαιότητα. Η λέξη ας ακουστεί κυριολεκτικά. «Χύδην» είναι αυτό που λέμε «χύμα», όπου τα πάντα συγχέονται στο αδιαφοροποίητο, όπου έχει χαθεί κάθε όριο: «Αξούριστος». Ο κύριος Ευγενίδης δεν ετοιμάστηκε για να βγει απ' το σπίτι του, να συναντήσει ανθρώπους. Σχεδόν όπως σηκώθηκε απ' το κρεβάτι του πήγε στο λιμάνι και κατόπιν στην τράπεζα. Φαντάζομαι και όντως με την τσίμπλα στο μάτι. 'Ύπνος και ξύπνος, μέσα κι έξω, οικείο και ξένο, του είναι το ίδιο. «Με την τσέπη γεμάτη σταφίδες». Η σταφίδα δεν είναι απλά το εμπόρευμα του, είναι ο μόνιμος σύντροφος του, το φυλαχτό του.

Πριν από μερικά χρόνια ο δημοσιογράφος Νίκος Ευαγγελάτος, σε μια συνέντευξη με τον κύριο Μιμίκο από τη γνωστή επιχείρηση ορνιθοτροφείων και συσκευασίας πουλερικών «Μιμίκος», τον ρώτησε τι κρέας τρώει. O κύριος Μιμίκος απάντησε κατηγορηματικά: «Μόνο κοτόπουλο».

Όμως ας γυρίσουμε στον κύριο Ευγενίδη και στις σταφίδες του. Η τσέπη του είναι γεμάτη από δαύτες. Οι σταφίδες δεν είναι καν μέσα σε κάποια σακούλα, τίποτα δεν παρεμβάλλεται ανάμεσα στον κύριο Ευγενίδη και σ' αυτές. Πιστεύω πως ολόκληρος ο κύριος Ευγενίδης μυρίζει σταφίδα, τα ρούχα του, το δέρμα του. Το σώμα του κι οι σταφίδες του είναι ένα.

«Με κάλεσε για πρόγευμα» κτλ. O κύριος Ευγενίδης πάει κατευθείαν στο ψητό. Εκμαυλίζει τον υπαλληλάκο μ' ένα Σαββατοκύριακο μεγάλης ζωής σε κοσμοπολίτικα ξενοδοχεία, με γυναίκες και καλοπέραση - θεωρώντας αυτονόητο πως όλοι, άρα κι ο υπαλληλάκος, λαχταρούν κι ονειρεύονται αυτά που ο ίδιος γεύεται και απολαμβάνει.

Στον κύριο Ευγενίδη δεν υπάρχουν διαφορές. Είναι μια σούπα: ύπνος και ξύπνος, μέσα κι έξω, οικείο και ξένο («αξούριστος...»), δουλειά και σχόλη, ανθρώπινο σώμα κι εμπόρευμα («με την τσέπη γεμάτη σταφίδες...»). Δεν υπάρχει ιδιαιτερότητα και σεβασμός (η ξεδιάντροπη απόπειρα δωροδοκίας), δεν υπάρχει ο πόνος της στέρησης κι η ηδονή της ικανοποίησης (η αγοραία απόλαυση).

O κόσμος του διακατέχεται από το «ούτε.. .ούτε». Τίποτα πάνω του δεν είναι πραγματικό. Ανύπαρχτη Πολιτεία...

Μια στιγμή όμως! Το «ούτε... ούτε» δεν είναι που συναντήσαμε στη γέφυρα του Λονδίνου αλλά κι εδώ, σ' εμάς, όπου δεν υπάρχει κοντά και μακριά, όπου επικοινωνούμε με μια συνθετική φωνή που δεν είναι ούτε ζωντανή ούτε νεκρή; Μήπως ο κύριος Ευγενίδης, ο κύριος Μιμίκος, κι όλοι μας μοιάζουμε μεταξύ μας περισσότερο απ' όσο νομίζουμε; Ας αναλογιστεί ο καθένας τις δικές του σταφίδες και τα δικά του κοτόπουλα.

Το «ούτε.. .ούτε», έχοντας καταλύσει τα όρια και ισοπεδώσει τα πάντα, μας «ξεκάνει», είναι έργο εκείνου του θανάτου που ούτε καν μας θανατώνει πραγματικά αλλά μας κάνει κενούς, κούφιους.

Όμως το κούφιο δεν μπορεί να υφίσταται μόνο του. Χρειάζεται παραγέμισμα. Τρία χρόνια μετά την «Έρημη Χώρα», και μένοντας ακόμα στον κύκλο της, ο Έλιοτ έγραψε ένα ποίημα με τον τίτλο «Οι κούφιοι άνθρωποι». Οι δύο πρώτοι στίχοι του, σε μετάφραση του Σεφέρη, είναι οι εξής: «Είμαστε οι κούφιοι άνθρωποι / Είμαστε οι παραγεμισμένοι άνθρωποι». Με τι είμαστε παραγεμισμένοι; Το ακούμε στην αρχή της «Έρημης Χώρας»: «Με θύμηση κι επιθυμία [... ]».

Στη θύμηση είναι προσκολλημένος αυτός που ζει στα περασμένα, όταν, π.χ., ο κόσμος του πατρικού σπιτιού παραμένει καθοριστικός ή όταν κατατρώγεται με τα κακά που «του έκαναν».

Στην επιθυμία είναι προσκολλημένος αυτός που η ζωή του θ' αποκτήσει νόημα με την εκπλήρωση και την ικανοποίηση.

Αυτοί που ζουν με θύμηση κι επιθυμία, δηλαδή αυτοί που τρέφονται μ' εκείνο που δεν είναι πια (θύμηση) κι εκείνο που δεν είναι ακόμα (επιθυμία), δηλαδή λίγο πολύ εμείς όλοι, ζουν με σκιές. Ζουν το δεν είναι και χάνουν αυτό που είναι και στο οποίο βρίσκονται. Χάνουν την πραγματικότητα. Είναι μη πραγματικοί, unreal, ανύπαρχτοι.

Θύμηση κι επιθυμία στοιχειώνουν την απούσα πραγματικότητα, την παραγεμίζουνε με τις σκιές τους. Κι εδώ συνεπικουρούνται από μια αλλοτριωμένη φιλοσοφία και τέχνη και ψυχολογία που τις έχουν αναγορεύσει σε κυρίαρχα στοιχεία της ανθρώπινης φύσης. «Είμαστε οι κούφιοι άνθρωποι / Είμαστε οι παραγεμισμένοι άνθρωποι». Συνήθως δεν το βλέπουμε ή δεν το παραδεχόμαστε. Παριστάνουμε ότι «ζούμε». Σ' εμάς τους υποκριτές αποτείνεται ο ποιητής της Έρημης Χώρας όταν, με λόγια δανεισμένα από τον Μπωντλαίρ, λέει: «You! hypocrite lecteur! - mon semblable - mon frere!» (Συ! υποκριτή αναγνώστη! - όμοιε μου - αδερφέ μου!)

Υπάρχει μια θερμότητα σ' αυτήν την προσφώνηση. O ποιητής δεν μας μιλά αφ' υψηλού. Σημαίνει αυτό πως ταυτίζεται με τον υποκριτή αναγνώστη, πως είναι κι αυτός υποκριτής; Ή μήπως ο αναγνώστης, καθότι υποκριτής, κρύβει κι αυτός μια αλήθεια, μέσα από την οποία είναι όμοιος με τον ποιητή κι αδελφός του; Ή μήπως και τα δυο; Μήπως κάπου είμαστε υποκριτές, σχεδόν χαμένοι ο καθένας στην ατομικότητα των ενθυμήσεων και των επιθυμιών του, και συνάμα κάπου μεταξύ μας όμοιοι κι αδελφοί;

Και ποιο θα ήταν αυτό το «κάπου»; Μήπως η πόλη, που αναφέρθηκε αρχικά σαν δυνατότητα μόνο; Το ερώτημα χρειάζεται ακόμα να περιμένει. Ακόμα είμαστε στην Έρημη Χώρα.

Βραδιάζει. Είναι «η ώρα η μενεξεδιά» (στ. 210). Το πρόσωπο που μιλά δεν βρίσκεται πια στο Λονδίνο αλλά πορεύεται στα βουνά, σε απροσδιόριστο τόπο και χρόνο (στ. 331-334):

Δεν έχει εδώ νερό παρά μονάχα βράχια Βράχια χωρίς νερό κι ο άμμος του δρόμου

Του δρόμου που ξετυλίγεται στα βουνά

Που είναι βραχόβουνα χωρίς νερό

Ας δούμε τι συναντά στην πορεία του (στ. 366-376):

Ποιος είναι αυτός ο ήχος ψηλά στον αέρα

Μουρμούρισμα μητρικού ολολυγμού

Ποιες είναι αυτές οι κουκουλωμένες ορδές που μερμηγκιάζουν

Πάνω σ' ατέλειωτους κάμπους, σκοντάφτοντας στη σκασμένη γης

Ζωσμένες από τον ορίζοντα τον χαμηλό μονάχα

Ποια είναι η πολιτεία πέρα απ' τα βουνά

Σκάζει, ξαναγεννιέται, θρουβαλιάζεται μες στον μενεξεδένιο αέρα

Πύργοι πέφτουν

Ιερουσαλήμ Αθήνα Αλεξάντρεια

Βιέννη Λόντρα

Ανύπαρχτες

Οι στίχοι, σημειώνει ο Έλιοτ, έχουν την αφετηρία τους στο βιβλίο του Hermann Hesse Ματιά στο χάος:

Ήδη η μισή Ευρώπη, ήδη η μισή ανατολική Ευρώπη τουλάχιστον, καθοδόν προς το χάος, προχωρεί μεθυσμένη μέσα σε ιερή παραφροσύνη κατά μήκος του γκρεμού και τραγουδά κιόλας, τραγουδά μεθυσμένα και υμνητικά [...]. O αστός γελά μ' αυτά τα τραγούδια που τον προσβάλλουν, ο άγιος και ο προφήτης τα ακούει με δάκρυα...

Το δειλινό στην Έρημη Χώρα δεν αφορά την ανατολική Ευρώπη του 1920 αλλά απλώνεται σ' όλον τον δυτικό κόσμο, σ' όλες τις εποχές, στις πόλεις που ήταν εκφραστές τους: «Ιερουσαλήμ Αθήνα Αλεξάντρεια / Βιέννη Λόντρα».

Εδώ τα λόγια είναι περισσότερο λόγια ενός άγιου, ενός προφήτη μαινόμενου:

What is that sound high in the air

Murmur of maternal lamentation

Who are those hooded hordes swarming

Over endless plains, stumbling in cracked earth

Ringed by the flat horizon only

What is the city over the mountains

Cracks and reforms and bursts in the violet air

Falling towers

Jerusalem Athens Alexandria

Vienna London

Unreal

Ο προφήτης αντιλαμβάνεται σημάδια που τον συνταράζουν: «Ποιος είναι αυτός ο ήχος... Ποιες είναι αυτές οι ορδές... Ποια είναι η πολιτεία...». Ακούει ψηλά στον αέρα θρήνους μητέρων. Το βλέμμα του χαμηλώνει και στους κάμπους βλέπει ορδές άστεγων και άσκεπων που φτάνουν μέχρι τον ορίζοντα και πιο πέρα βλέπει πόλεις, όχι πόλεις, είναι πάντα μια πόλη, η ίδια πόλη:

Σκάζει, ξαναγεννιέται, θρουβαλιάζεται μες στον μενεξεδένιο αέρα Πύργοι πέφτουν

Ιερουσαλήμ Αθήνα Αλεξάντρεια

Βιέννη Λόντρα

Ανύπαρχτες

Οι πόλεις, κοιτίδες των πολιτισμών που σημάδεψαν τον κόσμο μας, πόλεις που, για να θυμηθούμε τη διατύπωση στην αρχή της σημερινής ομιλίας, στο όνομα τους συναντήθηκαν όλες οι συναντήσεις. Πύργοι που πέφτουν: «Ανύπαρχτες...».

Και σαν αντήχηση, προς το τέλος του ποιήματος, ο στίχος από ένα παιδικό τραγούδι (στ. 426): «Της Λόντρας το γιοφύρι πέφτει, πάει και πέφτει, πάει και πέφτει».

Το τραγούδι αναφέρεται σε πραγματικό γεγονός. Το 1014 σε μια μάχη οι Βίκινγκς έριξαν την τότε ξύλινη γέφυρα. Τα παιδιά το κάναν τραγούδι και το τραγούδι είναι μέχρι σήμερα από τα πιο αγαπητά τους: «London Bridge is falling down falling down falling down».

Τώρα η ανάγνωση του Eliot:

«London Bridge is falling down falling down falling down».

Στην αργή πτώση της λέξης «falling» βλέπουμε την ίδια τη γέφυρα να γκρεμίζεται. Όμως γιατί αναφέρεται η πτώση μιας γέφυρας; Πώς σχετίζεται με την πτώση των πόλεων στο ανύπαρχτο; Θα το δούμε αργότερα.

Επειδή οι πόλεις είναι ανύπαρχτες, δεν υπάρχουν και σπίτια. Έχει κατασκευές μόνο. Δεν υπάρχει στέγη που να στεγάζει, εστία που να συγκεντρώνει μια συνάντηση. Όταν λέμε «σπίτι μου», υποκρινόμαστε. Οι χώροι αυτοί δεν είναι χώροι, δεν μπορούν να χωρέσουν σχεδόν τίποτα. Ο όρος που αποδίδει σήμερα αυτό που έχει καταλάβει τη θέση των ανύπαρχτων πόλεων είναι «πολεοδομικά συγκροτήματα» κατεσπαρμένα επάνω στον πλανήτη «πάνω σ' ατέλειωτους κάμπους».

Πάντως οι πόλεις που ονομάζονται δεν είναι μόνο του σήμερα. Μήπως το ανύπαρχτο τις στοίχειωνε πάντα; Μήπως είναι πλανερά τα έργα κι οι μέρες των παλαιών που ανέδειξαν κι έκαναν περιλάλητες την Ιερουσαλήμ και την Αθήνα και την Αλεξάντρεια, τη Βιέννη και το Λονδίνο; Μήπως η πόλη, ως πόλη, ήταν από πάντα μια χίμαιρα; Η απάντηση δεν είναι απλή. Ας μείνουμε καταρχήν στο ερώτημα και ας το ακούσουμε όπως τίθεται από τον Έλιοτ στο ποίημα «East Coker» από τον κύκλο Τέσσερα Κουαρτέτα:

[...] Μας εξαπάτησαν,

Ή εξαπάτησαν τον εαυτό τους οι γηραιοί με τους ήπιους λόγιους τους,

Κληροδοτώντας μας απλά μια συνταγή απάτης;

Η γαλήνη μόνο εσκεμμένο ύφος,

Η σοφία μόνο γνώση νεκρών μυστικών

Άχρηστη στο σκοτάδι στο οποίο στύλωσαν

Ή απ' το οποίο απόστρεψαν το βλέμμα τους [...]

Λίγο παρακάτω ακολουθεί η απάντηση με τους αινιγματικούς στίχους :

[...] Δεν θέλω ν' ακούω

Για τη σοφία των παλαιών αλλά περισσότερο για την τρέλα τους,

Το φόβο τους του φόβου και τη μανία, το φόβο τους της κατοχής,

Ν' ανήκουν σε άλλον ή σε άλλους ή στον θεό.

Ακόμα δεν είναι η ώρα να συνομιλήσουμε μαζί τους. Καταρχήν ας συγκρατήσουμε το ότι η «Έρημη Χώρα» δεν αναφέρεται μόνο όπως γράφει ο Σεφέρης στη «σημερινή Ευρώπη» ως εποχή παρακμής ούτε «ετοιμάζει το χώμα για ένα διαφορετικό αύριο». Η «Έρημη Χώρα» ονομάζει τον τόπο του ανθρώπου ως ανθρώπου. Όμως και πάλι προτρέχουμε.

Μείναμε στον προφήτη που μας βλέπει «ορδές» που «μερμηγκιάζουν», «ζωσμένες από τον ορίζοντα το χαμηλό μονάχα». Απ' αυτές ανεβαίνει ψηλά ένας ήχος, «μουρμούρισμα μητρικού ολολυγμού». Είναι μια κηδεία, ίδια μ' αυτήν που περνά τη γέφυρα του Λονδίνου, μια όπως διαβάζουμε στο «East Coker», «[...] σιωπηλή κηδεία, / Κανενός κηδεία, γιατί δεν υπάρχει κανείς να ταφεί». Και δεν υπάρχει κανείς αφού στις ανύπαρχτες πόλεις δεν συμβαίνει ούτε ζωή ούτε θάνατος.

«[...] Γιε του ανθρώπου» μας λέει η φωνή που εισάγει στην «Έρημη Χώρα» (στ. 19-22). «Να πεις ή να μαντέψεις δεν μπορείς, γιατί γνωρίζεις μόνο / Μια στοίβα σπασμένες εικόνες, [...]».

«Μια στοίβα σπασμένες εικόνες». Τι έχει σπάσει κι αποσπαστεί απ' αυτές τις εικόνες; Η πραγματικότητα. Το συναντήσαμε με διάφορες μορφές στη στάση του «ούτε.. .ούτε» που μας αδειάζει και μας κάνει «κούφιους» και «παραγεμισμένους».

Ας πούμε πως φτάσαμε μέχρις εδώ, πως στις πολιτείες της Έρημης Χώρας αναγνωρίσαμε τη δική μας και στα πρόσωπα της τον εαυτό μας. Τι αναγνωρίσαμε; Θα μιλήσω για μένα, για τις μέρες που προετοίμαζα την ομιλία και περιδιάβαινα την Έρημη Χώρα. O προφήτης που είχε αναλάβει να μου τη δείξει, το ήξερε ήδη, μου το είχε πει από την αρχή (στ. 30): «[...] θα σου δείξω το φόβο».

Ήταν αλήθεια. Συνάντησα το φόβο. Τον συνάντησα καθώς άρχισα να εγκλιματίζομαι στην Έρημη Χώρα, να τη λέω χώρα μου και ν' ακούω τη λέξη «ανύπαρχτος» να μιλά ευκρινέστερα.

Όμως στο φόβο δεν γνώριζα πια «μια στοίβα σπασμένες εικόνες». Ο ίδιος ο φόβος περισυνέλεγε τα πάντα. Στο φόβο άρχισα να είμαι υπαρχτός. Το «θα σου δείξω το φόβο» σήμαινε: θα σου δείξω τον εαυτό σου. Ποιον εαυτό; Ο στίχος ολόκληρος είναι: «Μέσα σε μια φούχτα σκόνη θα σου δείξω το φόβο».

«Μέσα σε μια φούχτα σκόνη». Η σκόνη είναι το υπαρχτό που μένει όταν οι πόλεις «θρουβαλιάζονται» πέφτοντας στο ανύπαρχτο. Είναι μια σκόνη παμπάλαια. Μας προσπερνά, προσπερνά τους πατέρες των πατέρων μας και απολήγει στο χέρι που πρώτο έμελλε να την κρατήσει στη χούφτα του. Είναι το χέρι της Σίβυλλας.

Στους αρχαίους μύθους η Σίβυλλα είναι όνομα από πολλές προφήτισσες. Για μια απ' αυτές, τη Σίβυλλα της Κύμης στην Καμπάνια της νότιας Ιταλίας, ο Πετρώνιος στο Σατυρικόν γράφει πως ο Απόλλωνας της είχε χαρίσει, μαζί με την προφητική δύναμη, τόσα χρόνια ζωής όσα οι κόκκοι της άμμου που κρατούσε στη χούφτα της. Όμως η Σίβυλλα είχε ξεχάσει να ζητήσει και το δώρο της νιότης. Καθώς γερνούσε, κόνταινε κι αδυνάτιζε όλο και πιο πολύ και τέλος έμοιαζε με τζιτζίκι και την έβαλαν να μένει μέσα σ' ένα καλάθι, στο ιερό του Απόλλωνα. Τα παιδιά τη ρωτούσαν: «Σίβυλλα τι θέλεις;» κι αυτή απαντούσε: «Να πεθάνω θέλω». Τα λόγια της είναι και το μότο της «Έρημης Χώρας»: «Γιατί στην Κύμη είδα με τα ίδια μου τα μάτια τη Σίβυλλα να κρέμεται μέσα σ' ένα καλάθι* κι όταν τα παιδιά τη ρωτούσαν: "Σίβυλλα τι θέλεις;" εκείνη απαντούσε: "να πεθάνω θέλω"».

Κάποτε τα δώρα των θεών είναι περίεργα. Αυτό που ο Απόλλωνας χαρίζει στη Σίβυλλα είναι η παραβίαση των μέτρων. Της χαρίζει μια ζωή τόσο μεγάλη, τόσο υπερτροφική, που απωθεί το θάνατο σ' ένα απώτατο μέλλον, τον κάνει μακρινό και αμελητέο. Βέβαια τα χρόνια που της χαρίζονται είναι σαν τους κόκκους της άμμου: άσημα, άτονα, ομοιόμορφα, έτσι που «καταντά το αύριο σαν αύριο να μην μοιάζει».

Η Σίβυλλα, στο πέρασμα των χρόνων που της χαρίστηκαν, συρρικνώνεται και καταντά η ίδια σχεδόν ένας κόκκος άμμου κι αυτή. Ανύπαρχτη.

Και τα παιδιά, που πιάνει το μάτι τους και δεν ξέρουν να μαζεύουν τη γλώσσα τους, την κοροϊδεύουν για το πάθημα της επαναλαμβάνοντας την αλλοτινή προσφορά του Απόλλωνα «Σίβυλλα, τι θέλεις;», σαν να της λένε «Για να δούμε τι θα πεις τώρα». Κι η αδύναμη, συριστική φωνίτσα που βγαίνει απ' το ζαμουριασμένο ανθρώπινο ζωύφιο δεν θέλει πια τη μακροζωία. Θέλει το μόνο υπαρχτό που μπορεί ακόμα να περιμένει: το θάνατο, που κάποτε προτίμησε να διώξει μακριά της.

Αυτή είναι η ιστορία της χούφτας άμμου. Μας έχει παραδοθεί η άμμος, που με τα χρόνια έγινε στάχτη και την κρατάμε ο καθένας σφιχτά στο χέρι του που ποτέ δεν είναι αρκετά μεγάλο.

Ό,τι πέρασε η Σίβυλλα είναι έκτοτε μοίρα μας. Το δώρο του Απόλλωνα, εκείνο το απλό και πλανερό «Τι θέλεις;» φτάνει έως εμάς. Η αλλόφρονη θέληση για ζωή και περισσότερη ζωή θα κάνει στον καθένα μας τον τραγικό κύκλο της, θα περάσει από την αλλού λιγότερο κι αλλού περισσότερο συγκαλυμμένη μονοτονία και πλήξη και θα γίνει θέληση για θάνατο, αλλού περισσότερο εμφανής κι αλλού λιγότερο.

«Πολλά τα δεινά κούδέν ανθρώπου δεινότερον πέλει» τραγουδά ο χορός στην Αντιγόνη του Σοφοκλή. Μπορεί να μας τυχαίνουν δεινά πάμπολλα, όμως το μεγαλύτερο δεινό είναι ο ίδιος ο άνθρωπος. Αυτό δεν είναι έκφραση απελπισίας. Είναι ένας λόγος που απορεί και θαυμάζει.

Βρισκόμαστε πάντα στην Έρημη Χώρα. Κι εκεί, πάνω στη γέφυρα του Λονδίνου, δίπλα στον κύριο Ευγενίδη, πέρα από τις ορδές στους ατέλειωτους κάμπους είναι πάντα παρών ένας που μας δείχνει τη χώρα μας, τον εαυτό μας. Τον γνωρίσαμε ως τον προφήτη της, όμως δεν τον προσέξαμε ακόμα. Καλείται με πολλά ονόματα, θα δούμε γιατί. O ίδιος συστήνεται ως εξής (στ. 218-219):

«Εγώ ο Τειρεσίας, μολονότι τυφλός, σφύζοντας ανάμεσα σε δυο ζωές, / Γέροντας με γυναικείο στήθος ρυτιδωμένο, [...]»

Η μορφή του, στην οποία σημειώνει ο Έλιοτ «τα δυο φύλα ενώνονται», είναι παρμένη από τις Μεταμορφώσεις του Οβιδίου. Το σχετικό χωρίο είναι το εξής:

[ο Τειρεσίας] ήταν μαθημένος κι από τη μια κι από την άλλη Αφροδίτη. Γιατί σ' ένα πράσινο δάσος είχε χτυπήσει τα σμιγμένα κορμιά δυο μεγάλων φιδιών με το ραβδί του. Άξαφνα, ως θάμα, από άντρας έγινε γυναίκα κι έμεινε έτσι για εφτά φθινόπωρα· πάνω στο όγδοο είδε τα φίδια· και «αν η δύναμη των πληγών σας» είπε «είναι τόσο μεγάλη που ν' αλλάζει το γένος εκείνου που σας λάβωσε, τώρα θα σας ξαναχτυπήσω!» Μόλις τα χτύπησε έρχεται πάλι η πρώτη του μορφή, σαν να ξαναγεννήθηκε.

Αυτός ο Τειρεσίας λοιπόν, γράφει ο Έλιοτ,

μολονότι δεν είναι πραγματικά ένα «πρόσωπο του δράματος», αλλά ένας απλός θεατής, είναι ωστόσο η σημαντικότερη προσωπικότητα του ποιήματος, ενώνοντας όλα τα άλλα πρόσωπα. Όπως ακριβώς ο μονόφθαλμος σταφιδέμπορας γίνεται ένα με τον Φοίνικα Θαλασσινό και ο τελευταίος δεν είναι ολωσδιόλου ξεχωριστός από τον Φερδινάνδο, πρίγκιπα της Νάπολης [όλα τους πρόσωπα της Έρημης Χώρας], έτσι και όλες οι γυναίκες είναι μια γυναίκα και τα δυο φύλα ενώνονται στον Τειρεσία.

Πώς συμβαίνει αυτή η ένωση στην Έρημη Χώρα;

Εγώ ο Τειρεσίας, μολονότι τυφλός, σφύζοντας ανάμεσα σε δυο ζωές, Γέροντας με γυναικείο στήθος ρυτιδωμένο, μπορώ να ιδώ,

Τι βλέπει ο Τειρεσίας; Ακολουθεί η περιγραφή μιας, ας την πούμε, «ερωτικής» συνάντησης (στ. 219-252):

Την ώρα τη μενεξεδιά, την ώρα τη δειλινή που μάχεται

Κατά το γυρισμό και φέρνει τον ναύτη στο λιμάνι από το πέλαγο,

Σπίτι της τη δακτυλογράφο την ώρα του τσαγιού· μαζεύει τ' απομεινάρια του πρωινού της

Ανάβει τη θερμάστρα κι αραδιάζει τρόφιμα από κονσέρβες.

Έξω από το παράθυρο απλωμένα ριψοκίνδυνα

Στεγνώνουνε τα σώρουχά της στου ήλιου τις τελευταίες αχτίνες,

Στοιβαγμένα στο ντιβάνι (τη νύχτα κρεβάτι της)

Κάλτσες, παντούφλες, μεσοφόρια, κορσέδες.

Εγώ ο Τειρεσίας, γέροντας με ρυτιδωμένα βυζιά

Διάκρινα τη σκηνή, και προφήτεψα τα επίλοιπα -

Κι εγώ περίμενα τον αναμενόμενο ξένο.

Εκείνος, νέος όλο σπυριά, καταφτάνει,

Υπάλληλος πρακτορείου μικροεταιρείας,

Με βλέμμα θαρραλέο, κάποιος απ' τους μικρούς

Όπου η αυτοπεποίθηση είναι καθισμένη

Σαν το ψηλό μπραντφορδιανού 'κατομμυριούχου.

Τώρα η στιγμή είναι πρόσφορη, καθώς εικάζει,

Απόφαγε, βαριέται κι είναι κουρασμένη,

Κάνει μια απόπειρα να την μπλέξει σε χάδια

Που εκείνη δεν ποθεί, μήτε αποδοκιμάζει.

Πυρός κι αποφασιστικός, ρίχνεται αμέσως·

Χέρια ερευνητικά δεν συναντούν αντίσταση·

Η ματαιοδοξία του δεν απαιτεί ανταπόκριση,

Και παίρνει για παραδοχή την αδιαφορία.

(Κι εγώ ο Τειρεσίας υπόφερα απ' τα πριν όλα

Που εγίναν στο ίδιο τούτο ντιβάνι ή κρεβάτι·

Εγώ που κάθισα στη Θήβα κάτω απ' τα τείχη

Και περπάτησα ανάμεσα στους χαμηλότερους νεκρούς.)

Δίνει ένα προστατευτικό φιλί,

Και βγαίνει ψάχνοντας τη σκάλα τη σβηστή ...

Εκείνη ρίχνει στον καθρέφτη μια ματιά,

Πως ο εραστής της έφυγε το νιώθει μόλις·

Από το νου της μια άμορφη σκέψη περνά:

«Λοιπόν έγινε ό,τι έγινε: καλά που έχει τελειώσει».

Για να υποψιαστούμε τον Τειρεσία της Έρημης Χώρας χρειάζεται να παραμερίσουμε την έννοια της ταυτότητας του ανθρώπου που περιορίζει τον καθένα σε μία μορφή. O Τειρεσίας δεν είναι μόνο ο «απλός θεατής». O Τειρεσίας ζει κι αυτός τη ζωή της δακτυλογράφου, την αδιάφορη και αμέτοχη, τη συγκαταβατική, το «έγινε ό,τι έγινε», με μόνο υπόλειμμα ανάσας το «καλά που έχει τελειώσει». Ο Τειρεσίας ζει κι αυτός τη ζωή του ματαιόδοξου νεαρού υπάλληλου, την επίσης αδιάφορη και αμέτοχη μέσα στο διεστραμμένο του εγωισμό, το θράσος και τον τσαμπουκά «που δεν απαιτεί ανταπόκριση».

Ας αναλογιστούμε με το χέρι στην καρδιά μήπως λόγια και έργα της δακτυλογράφου και του μικρού υπαλλήλου είναι λόγια και έργα δικά μας· μήπως αυτοί ζουν τη ζωή μας κι εμείς τη δική τους. Μήπως τα πρόσωπα μας είναι ένα πρόσωπο. Μήπως αυτή η πρωτογενής μας συμβίωση είναι η πόλη μας, που είναι η κάθε πόλη: ανύπαρχτη.

«Μέσα σε μια φούχτα σκόνη θα σου δείξω το φόβο» μας είπε ο Τειρεσίας. Ποιους εμάς; Αυτούς που «από δειλία έκαμαν τη μεγάλη άρνηση» και χάθηκαν στο «ούτε.. .ούτε».

Μέσα σε μια φούχτα σκόνη μας μιλά το ανύπαρχτο της ζωής μας. Η δειλία δεν θέλει να το βλέπει. O φόβος το αντικρίζει, όμως δεν το αναλαμβάνει σαν δικό του.

O Τειρεσίας το αναλαμβάνει και το υποφέρει εν ονόματι όλων μας και εξ ονόματος όλων μας.

Στη μορφή του, γράφει ο Έλιοτ, ενώνονται όλα τα πρόσωπα της Έρημης Χώρας. Ενώνονται διότι αυτός υπο-φέρει, φέρει τον πόνο. Δεν τον εκλαμβάνει ως περιστασιακό γεγονός, δεν τον ψυχολογικοποιεί θεωρώντας τον πρόβλημα προς επίλυση, δεν τον παραμυθίαζει με νοσταλγία των παρελθόντων και με μελλοντικές χίμαιρες. Έτσι ο πόνος δεν είναι διάσπαση, δεν σκίζει τα σωθικά αλλά συγκρατεί τις «σπασμένες εικόνες» μαζί, μας κρατεί συγκεντρωμένους, τους χαμένους «γιους του ανθρώπου», σε έναν τόπο.

Στον Τειρεσία, στον πόνο που λέγεται «Τειρεσίας», η «ανύπαρχτη πολιτεία» ως ανύπαρχτη υπάρχει.

Η δειλία, ο φόβος, ο πόνος απηχούν εκείνο που κάνει τον άνθρωπο να είναι από τα δεινά το «πάντων δεινότατον», όπως ακούσαμε στο χορικό του Σοφοκλή.

Στον Τειρεσία που υποφέρει, η πόλη πραγματώνεται, βρίσκει την κορύφωση της. Και συνάμα ο Τειρεσίας, ως «θεατής», μοιάζει να μην ανήκει στην πόλη. Σ' αυτό το διττό αναφέρεται ο αρχαίος χορός όταν χαρακτηρίζει τον άνθρωπο (στ. 371-372) «ύψίπολις άπολις» ως αυτόν στον οποίο η πόλη κορυφώνεται και συνάμα ως μην ανήκοντα στην πόλη.

Ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος; Για ποιον άνθρωπο γίνεται λόγος; Για εκείνον, συνεχίζει ο χορός,«[...] ότω το μη καλόν / ξύνεστι

Στον άνθρωπο ξύνεστι, ανήκει στο είναι του, το μη καλόν. Αυτό δεν πρέπει ν' ακουστεί ηθικολογικά. Για τον Σοφοκλή και την εποχή του το μη καλόν είναι στη γλώσσα της Έρημης Χώρας το μη πραγματικό. Στον άνθρωπο ανήκει να παίρνει, καθοδόν προς το πραγματικό, το δρόμο του μη πραγματικού. Και τούτο το κάνει «[...] τόλμας χάριν» (για χάρη της τόλμης).

Εδώ η τόλμα, η τόλμη, δεν χαρακτηρίζει μια περιστασιακή επιλογή και συμπεριφορά αλλά την εσώτατη φύση του ανθρώπου, στον οποίο καταλογίστηκε να βρίσκεται συγχρόνως σε δύο δρόμους, καλύτερα, με μια έκφραση του Χάιντεγκερ, να είναι καθοδόν στο «σταυροδρόμι» όπου διασταυρώνονται το είναι και το μη είναι, ας πούμε: το πραγματικό και το μη πραγματικό, το υπαρχτό και το ανύπαρχτο, εκείνο που τον σώζει κι εκείνο που τον χαλά.

Και το σταυροδρόμι των δρόμων του είναι κι αυτό καθοδόν μαζί του. Παντού και πάντα.

Όμως πού στην Έρημη Χώρα έχει χώρο για το πραγματικό; Αφήσαμε τη δακτυλογράφο με την άμορφη σκέψη: Λοιπόν έγινε ό,τι έγινε, καλά που έχει τελειώσει. Η ιστορία της δεν τελειώνει εδώ. Ακολουθούν τα εξής (στ. 253-256): «Όταν στην τρέλα αφήνεται η ομορφονιά / Μ' αυτόματο χέρι διορθώνει τα μαλλιά / Κι έπειτα βάζει μια πλάκα στο φωνογράφο».

O πρώτος στίχος είναι παρμένος από ένα βιβλίο του 18ου αιώνα, το The Vicar of Wakefield του Goldsmith, όπου έχει το παρακάτω τραγούδι: «Όταν στην τρέλα αφήνεται η ομορφονιά / και βρίσκει πολύ αργά πως οι άντρες απατούν, / ποια μάγια μπορούν ν' απαλύνουν τη μελαγχολία της / ποια τέχνη μπορεί να ξεπλύνει το φταίξιμο της [...]».

Εδώ η «τρέλα» δεν είναι ψυχασθένεια αλλά το άφημα, το κύλισμα σ' έναν άλλο κόσμο. Ηδη στη λέξη «ομορφονιά» η δακτυλογράφος φανερώνεται σ' ένα άλλο φως. Είναι μια άλλη, η παρουσία της έχει πάρει μια λάμψη. Από πού έρχεται αυτός ο κόσμος; Τα μάγια που μπορούν ν' απαλύνουν τη μελαγχολία, η τέχνη που μπορεί να ξεπλύνει το φταίξιμο;

Από τον φωνογράφο βγαίνει το τραγούδι του Άριελ από την Καταίγίδα του Σαίξπηρ (στ. 257): «Σύρθηκε προς εμένα πάνω στα νερά τούτη η μουσική ».

Και αναφωνεί ο προφήτης (στ. 259): «Ω Πολιτεία πολιτεία».

Είναι η μόνη φορά που η πόλη καλείται, η πόλη χωρίς να στοιχειώνεται από το ανύπαρχτο. Μήπως εδώ, στην τρέλα, στην τέχνη, ανοίγεται ο άλλος δρόμος, το υπαρχτό της πόλης;

Υπάρχει «τούτη η μουσική» που σέρνεται «πάνω στα νερά», κατά μήκος του Strand ώς το Queen Victoria Street, και, συνεχίζοντας το δρόμο της, στο Lower Thames Street γίνεται (στ. 261): «Το απαλό γκρίνιασμα ενός μαντολίνου» σ' ένα μπαρ (στ. 263) «Που τεμπελεύουν οι ψαράδες το μεσημέρι».

 

Lower Thames Street.PNG


Η πορεία της μουσικής απολήγει εκεί κοντά, σε μια εκκλησία (στ. 264): «Εκεί που οι τοίχοι του Μάγνου του Μάρτυρα κρατούν / Μια ανεξήγητη λαμπράδα Ιωνικού λευκού και χρυσαφιού».

2875492092_9ac18f2766_z.jpg

Από την εκκλησία, μετά το βομβαρδισμό του Λονδίνου, έμεινε άθικτο το καμπαναριό μόνο και η κρύπτη, που μας δίνει μια υπόνοια αυτής της λαμπράδας, μιας λαμπράδας που έρχεται από μέρη αλλοτινά της Ιωνίας, μέρη του ελληνικού κόσμου.

Το ελληνικό αποδίδεται με δύο χρώματα, το λευκό και το χρυσαφί. Το λευκό στην ουσία δεν είναι χρώμα. Ονομάζει το φωτεινό και καθαρό. Εξ ου και η «διαλεύκανση».

Η λέξη «λευκό» συγγενεύει με το ρήμα «λεύσσω», «βλέπω», το αγγλικό «look». To λατινικό «lucus» είναι το ξέφωτο του δάσους. Η αρχαία ινδική ρίζα «loka-» σημαίνει «ανοιχτός χώρος, κόσμος».

Στο λευκό μιλά ό,τι στη νόηση του Χάιντεγκερ αποκαλείται «Lichtung», το διαύγασμα, όχι ως έννοια ή οντότητα αλλά ως το ελεύθερο μεταξύ, χάρη στο οποίο, π.χ., μπορώ να σας βλέπω και μπορείτε να με βλέπετε, χάρη στο οποίο μπορούμε να συναντιόμαστε ή να μην συναντιόμαστε.

Στο χρυσαφί πάλι ανήκει η λάμψη που κάποτε, για κάποιο βλέμμα, σε κάποια μάτια, κάνει τα πάντα ν' αναλάμπουν στο αντιφέγγισμα της. Ποια μάτια; Τα ανοιχτά, τα πλέρια ανοιχτά για ό,τι βρίσκεται μπροστά τους.

Αυτό είναι το ελληνικό.

Όμως η αναφορά του Έλιοτ στο ελληνικό θα έμενε ένα εξωτερικό στοιχείο, ένα ρομαντικό επιφώνημα, εάν δεν ονόμαζε κάτι που ήδη υπάρχει στην «Έρημη Χώρα» και την καθορίζει. Για αυτό το «κάτι»γράφει ο Σεφέρης: «[...] η ποίηση του Έλιοτ ερχότανε να μου προσφέρει κάτι πολύ βαθύτερο, που δεν μπορούσε να μην συγκινήσει έναν Έλληνα: το στοιχείο της τραγωδίας».

Ο τόπος της ποίησης της «Έρημης Χώρας» δεν είναι ούτε ένα εγώ κλεισμένο στα συναισθήματα και στην υποκειμενικότητα του ούτε μια γλώσσα συμβολική που, σαν τέτοια, εξ ορισμού δεν παίρνει τον εαυτό της στα σοβαρά.

Οι κάτοικοι της είναι συνυφασμένοι με την πόλη. Δεν κρατούν για τον εαυτό τους καμιά εσωτερικότητα. Στον καθένα, στην κάθε πράξη, στην κάθε λέξη πραγματώνεται η πόλη - ακόμα και με τον τρόπο του μη πραγματικού. Και όλα τα πρόσωπα, το είδαμε, συμβιώνουν φερόμενα από τη μορφή του ποιητή-προφήτη, φέροντας τον στη δική τους μορφή.

Τούτο είναι βαθύτατα ελληνικό. Η πόλη, η πόλις, είναι μια ελληνική υπόθεση. Αυτό που τη διαφοροποιεί από τα -ας τα αποκαλέσουμε- «πολεοδομικά συγκροτήματα» άλλων πολιτισμών είναι, γράφει ο Βερνάν, ο λόγος. Όμως ο Βερνάν το εννοεί κοινωνιολογικά. Γι' αυτόν ο λόγος είναι μέσο επικοινωνίας. Μπορεί να είναι έτσι γι' αυτόν και για μας, δεν ήταν όμως για τους αρχαίους στις απαρχές τους.

«Λόγος» δεν σημαίνει απλά «γλώσσα». «Λόγος» θα πει καταρχήν συλλογή, «λέγω» θα πει «συλλέγω». Ο «λόγος» είναι το όνομα για εκείνο το ένα στο οποίο τα πάντα συλλέγονται. Στον ελληνικό κόσμο το εν δεν είναι αριθμός αλλά το ενούν, που ενώνει, που έχει ήδη από πάντα ενώσει και κρατά ενωμένα. Σαν τέτοιο έχει πολλά ονόματα. Ένα απ' αυτά είναι «πόλις», ο τόπος συνάντησης όλων των συναντήσεων.

Η ποίηση της «Έρημης Χώρας» είναι συλλέγων λόγος, καθόσον μιλά εξ ονόματος όλων μας και εν ονόματι όλων μας. Γι' αυτό συγγενεύει με το λόγο της αρχαίας τραγωδίας, μιλά και πάλι ελληνικά, σπασμένα ελληνικά.

Η συλ-λέγουσα δύναμη της καταδεικνύεται ακόμα στην πληθώρα των φωνών που μιλούν με τη δική της φωνή. Ήδη ακούσαμε φωνές του Μπωντλαίρ, του Δάντη, του Έσσε, των παιδιών, του Πετρώνιου και της Σίβυλλας, του Οβίδιου και του Τειρεσία, του Γκόλντσμιθ. Μέτρησα πρόχειρα περισσότερες από σαράντα πέντε τέτοιες φωνές κατεσπαρμένες στους 433 στίχους του ποιήματος.

Μια τρίτη διάσταση του συλλέγοντος λόγου της «Έρημης Χώρας» δίνεται απ' ό,τι ο Σεφέρης αποκαλεί «ιστορικό συναίσθημα του ποιητή». Κανείς βρίσκει τον τηλεφωνητή Πάρκερ πλάι στους Βόλσκους, την κυρία Πόρτερ και τον κύριο Ευγενίδη πλάι στον Τειρεσία ή τον Φοίνικα Φληβά.

Πρόκειται για εκείνο το οποίο ο Σεφέρης επισημαίνει σε μια παράσταση του Καραγκιοζοπαίχτη Σπαθάρη με τον παρακάτω διάλογο ανάμεσα στον Μέγα Αλέξανδρο και τον Καραγκιόζη:

Αλέξαντρος:

Μου είσαι γνωστή φυσιογνωμία, πώς σε λέγουν;

Καραγκιόζης:

Καραγκιόζη, κι εσύ ποιος είσαι;

Αλέξαντρος:

Αλέξανδρος ο Μακεδών.

Καραγκιόζης:

Μπα! Τρόμαξα να σε γνωρίσω!...

Μόνο που εδώ δεν πρόκειται για «συναίσθημα» του ποιητή. Δεν έχουμε να κάνουμε με μια ψυχολογική υπόθεση. Στα έργα της «Έρημης Χώρας», του Καραγκιόζη δεν εκφράζεται ένα συναίσθημα αλλά μια αλήθεια, που πρωτοειπώθηκε στις απαρχές του ελληνισμού και λέει πως τα απόντα είναι τώρα, βεβαίως, παρόντα, ζωντανοί και νεκροί και αγέννητοι: «νύν εστίν όμού πάν».

O Έλιοτ, όπως κάθε μεγάλος, δεν λέει κάτι άλλο, κάτι πρωτότυπο. Ούτε λέει το ίδιο. Λέει το αυτό. Στο ποίημα «Burnt Norton» από τα Τέσσερα Κουαρτέτα γράφει: «O χρόνος ο παρελθών και ο χρόνος ο μέλλων [...] Δείχνουν προς ένα τέλος που είναι πάντα παρόν».

Επειδή τα πάντα είναι, με όμοιο τρόπο, τώρα, θύμηση κι επιθυμία δεν έχουν κανένα νόημα, δεν υπάρχει κανένα κενό να το παραγεμίσουν!

Η «Έρημη Χώρα» είναι ένας από τους σπάνιους λόγους που μπόρεσαν να στεγάσουν το πάν. Αναγνωρίζουμε καθαρότερα την πολύμορφη συλλογή αυτής της ποίησης: Τα πρόσωπα συγκεντρώνονται σε ένα πρόσωπο, η παράδοση συγκεντρώνεται σε ένα έργο, ο χρόνος συγκεντρώνεται σε ένα τώρα.

O λόγος της «Έρημης Χώρας» μιλά ελληνικά, σπασμένα ελληνικά και συνάμα, επειδή μιλά στο δικό μας τώρα, τα μιλάει ελληνικότερα. Η πόλη ως ο τόπος συνάντησης όλων των συναντήσεων πραγματώνεται σ' έναν τέτοιο λόγο. Πραγματώνεται ασύγκριτα πιο πραγματικά απ' ό,τι στα κυβερνητικά μέτρα ή στις εκπομπές υψηλής τηλεθέασης. O τόπος της πόλης, ο τόπος της συνάντησης όλων των συναντήσεων, είναι ο λόγος.

Η ποίηση της Έρημης Χώρας δεν έχει κανένα «νόημα», δεν το απαιτεί, το αποστρέφεται μάλιστα το νόημα ως εκείνη τη διανοητική διαδικασία που θέλει να βγάλει μια «κεντρική ιδέα». Μας καλεί να μην σκεφτόμαστε αλλά να βλέπουμε. O λόγος της συλ-λέγει, συγκεντρώνει και σαρκώνει εμπρός στα μάτια μας παρουσίες. Τους έχουμε εμπρός μας, το πλήθος στη γέφυρα του Λονδίνου, τον κύριο Ευγενίδη, τις ορδές στους ατέλειωτους κάμπους, τη δακτυλογράφο και τον νεαρό υπάλληλο, τη μουσική που σέρνεται πάνω στα νερά.

Κι επειδή ο λόγος της δεν είναι αφηρημένος, είναι πάντα φωνή.

Και η φωνή είναι πάντα ανάσα. Ας την ακούσουμε μια φορά ακόμα, προσέχοντας την επί τούτου στην ανάγνωση των τελευταίων στίχων. Είμαστε εκεί που η «ομορφονιά» βάζει μια πλάκα στο φωνογράφο:

Σύρθηκε προς εμένα πάνω στα νερά τούτη η μουσική»

Και στο μάκρος του Στρανδ ως το Κουήν Βικτώρια Στρητ.

Ω Πολιτεία πολιτεία, μπορώ κάποτε κι ακούω

Πίσω από ένα μπαρ στο Λόουερ Ταιμς Στρητ,

Το απαλό γκρίνιασμα ενός μαντολίνου

Και τη βουή και τους θορύβους εκεί μέσα

Που τεμπελεύουν ψαράδες το μεσημέρι:

Εκεί που οι τοίχοι του Μάγνου του Μάρτυρα κρατούν

Μια ανεξήγητη λαμπράδα ιωνικού λευκού και χρυσαφιού.

Eliot:

This music crept by me upon the waters»

And along the Strand, up Queen Victoria Street.

O City city, I can sometimes hear

Beside a public bar in Lower Thames Street,

The pleasant whining of a mandoline

And a clatter and a chatter from within

Where fishmen lounge at noon: where the walls

Of Magnus Martyr hold

Inexplicable splendour of Ionian white and gold.

Ο Έλιοτ δεν ήταν ευχαριστημένος απ' αυτήν την ανάγνωση. Την έβρισκε «αποτυχημένη, υπερβολικά βαριά», είπε κάποτε στον Σεφέρη. Περισσότερο τον ικανοποιούσε η ηχογράφηση των Τεσσάρων Κουαρτέτων. Αυτό που αναζητούσε θα το δούμε στο παράδειγμα του αποσπάσματος από το «East Coker» που ακούσαμε και που θα μας απασχολήσει και πάλι. Σας θυμίζω πρώτα την ελληνική μετάφραση: «[...] Δεν θέλω ν' ακούω / Για τη σοφία των παλαιών αλλά περισσότερο για την τρέλα τους, / Το φόβο τους του φόβου και τη μανία, το φόβο τους της κατοχής, /Ν' ανήκουν σε άλλον ή σε άλλους ή στον θεό».

Και τώρα με τη φωνή του Έλιοτ:

«[...] Do not let me hear / Of the wisdom of old men, but rather of their folly, / Their fear of fear and frenzy, their fear of possession, / Of belonging to another, or to others, or to God».

O Έλιοτ δεν απαγγέλλει το ποίημα. Δεν βάζει τίποτα δικό του στις λέξεις, ούτε έμφαση ούτε συναίσθημα, τις αφήνει να μιλήσουν οι ίδιες. Δεν απαγγέλλει το ποίημα. Το λέει.

Ακριβώς αυτό ζητά ο μουσικολόγος Θρασύβουλος Γεωργιάδης, στον οποίο οφείλουμε τις βασικές ενοράσεις στην αρχαία μουσική, για τα Λίντερ του Σούμπερτ που, όπως η «Έρημη Χώρα», είναι έργα υποχρεωμένα στο πραγματικό: Δεν πρέπει να τραγουδιούνται, τονίζει ο Γεωργιάδης, αλλά να λέγονται. Αυτό θα πει πως, τόσο στην ποίηση του Έλιοτ όσο και στο τραγούδι του Σούμπερτ, δεν αρμόζει στον ερμηνευτή ν' αναλαμβάνει αυτός την ερμηνεία αλλά χρειάζεται, απαιτείται, ν' αφήνει τις λέξεις να μιλήσουν οι ίδιες, αυτές τούτες να πουν το λόγο που έχουν να πουν, να τραγουδήσουν τη μουσική που έχουν να τραγουδήσουν.

O ερμηνευτής πρέπει να απο-προσωποποιείται χάριν αυτού που καλείται να ερμηνεύσει. Εδώ βρίσκεται ο ουσιαστικός λόγος του προσωπείου, της μάσκας που χρησιμοποιείται στο αρχαίο θέατρο.

O Έλιοτ γράφει σ' ένα δοκίμιο: «Η πρόοδος του καλλιτέχνη είναι μια διαρκής αυτοθυσία, μια διαρκής απόσβεση της προσωπικότητας».

Μόνο στην «αυτοθυσία», εκεί που ο «εαυτός» ως μεμονωμένο άτομο αναγνωρίζεται ως ανύπαρχτος κι εγκαταλείπεται, εκεί που «σ' ένα πρόσωπο ενώνονται όλα τα πρόσωπα», είναι ο λόγος πραγματικός, δηλαδή κοινός, όπως αυτός του προφήτη της Έρημης Χώρας που ζει και μιλά στο όνομα όλων μας.

Στην προμετωπίδα των Τεσσάρων Κουαρτέτων ο Έλιοτ τοποθέτησε ένα απόσπασμα του Ηράκλειτου: «του λόγου δ' έόντος ξυνού ζώουσιν οι πολλοί ώς / ιδίαν έχοντες φρόνησιν».

Ενώ ο λόγος είναι κοινός, οι πολλοί ζουν σαν να 'χαν τη δική τους ιδιαίτερη φρόνησιν, ζουν ιδιό-τροπα, ξεκομμένοι, γνωρίζουν μόνο «μια στοίβα σπασμένες εικόνες».

Η «αυτοθυσία» που ανήκει στον κοινό λόγο εκφράζεται σ' ένα άλλο απόσπασμα που αρχίζει ως εξής: «ουκ έμού, άλλά τού λόγου άκούσαντας [...]» (όχι ακούοντας εμένα αλλά το λόγο).

Ποιος είναι αυτός ο λόγος ο μη εκπορευόμενος από ένα εγώ, ο ευρισκόμενος, με μια έκφραση του Πάουλ Τσελάν, «πέραν των ανθρώπων»;

Ποιος είναι ο ελληνικός λόγος;

Ακολουθώντας τον Θρασύβουλο Γεωργιάδη θα δοκιμάσουμε να τον πλησιάσουμε μέσα από ένα παράδειγμα. Προηγουμένως ακούσαμε δυο στίχους από το χορικό του Σοφοκλή:«ύψίπολις άπολις ότω το μη καλόν / ξύνεστι τόλμας χάριν».

Το διάβασα και το ακούσατε όπως διαβάζουμε κι ακούμε ένα σημερινό κείμενο, απλά δυσκολότερο γιατί τα αρχαία δεν είναι πλέον η γλώσσα που μιλάμε και καταλαβαίνουμε αβίαστα. Και πάλι το πράγμα θεωρούμε πως διορθώνεται με μια μετάφραση:

«[O άνθρωπος:] η κορύφωση της πόλης, ο δίχως πόλη, στον οποίο το μη καλό / συνυπάρχει χάρη στην τόλμη».

Αυτό δεν είναι ούτε νέα ελληνικά ούτε αρχαία ελληνικά. Η ανάγνωση μας είναι ένα «ούτε.. .ούτε»: Το παρόν της γλώσσας της δεν είναι πραγματικό παρόν και το παρελθόν της, στο οποίο ανήκει, δεν είναι πραγματικό παρελθόν. Εχουμε και πάλι χαθεί στο ανύπαρχτο.

Οι στίχοι δεν λέγονταν και δεν ακούγονταν έτσι. O τονισμός των λέξεων δεν υπήρχε. Δεν υπήρχαν καν λέξεις χωριστές μεταξύ τους. Οι συλλαβές διακρίνονταν σε βραχείες και σε μακρές όπου, εκτός από τον ομηρικό στίχο, οι μακρές διαρκούσαν διπλάσιο χρόνο από τις βραχείες. Αυτά είναι που γνωρίζουμε ακόμα. Υπάρχουν και άλλα που δεν γνωρίζουμε.

Αν δοκιμάσουμε να εφαρμόσουμε αυτά που γνωρίζουμε, οι στίχοι μας θα πρέπει να ειπωθούν ως εξής: [Πλάγια: μακρά συλλαβή. Κανονικά: βραχεία συλλαβή.]

υ ψι πο λις α πο λις ο τωι το μη κα λον

ξυν ε στι τολ μας χα ριν

Μια φορά ακόμα:

υ ψι πο λις α πο λις ο τωι το μη κα λον

ξυν ε στι τολ μας χα ριν

Καταρχήν παρατηρούμε ότι αυτός ο λόγος, με την εναλλαγή μακρών και βραχειών συλλαβών έχει από μόνος του ένα ρυθμό: Ήδη η ανάγνωση του είναι μουσική. Κι ακόμα οι λεγόμενοι πόδες, οι ρυθμικές ενότητες που προκύπτουν κάθε φορά από τη συμπαράθεση δύο, τριών ή περισσότερων συλλαβών (στο χορικό: κρητικός, ίαμβος), αφορούν πράγματι το πόδι του υποκριτή και με τη θέσιν και την άρσιν, στις οποίες ο κάθε πους-χωρίζεται, έχουν ήδη ορίσει τη βασική «χορογραφία», πότε το πόδι τοποθετείται στο έδαφος, θέσις, και πότε αίρεται, άρσις.

O λόγος της αρχαίας μουσικής από μόνος του κρατεί περισυλλεγμένα, δεμένα εξαρχής μεταξύ τους, αυτά που για μας είναι πεζός λόγος, πρόζα, ποίηση, μουσική, χορός.

υ ψι πο λις α πο λις ο τωι το μη κα λον

ξυν ε στι τολ μας χα ριν

Στην αρχαία μουσική δεν μπορεί κανείς να τονίσει τα λεγόμενα, δεν μπορεί να τα χρωματίσει υποκειμενικά επιμηκύνοντας ή συντομεύοντας τις συλλαβές, δεν μπορεί ο ίδιος να τα μελοποιήσει ή να τα χορέψει διαφορετικά από τον τρόπο τον οποίο ο ίδιος ο λόγος τους επιβάλλει. Γεωργιάδης: «Η λέξη στην αρχαία μουσική διήγε έναν από την ανθρώπινη ικανότητα του λόγου ανεξάρτητο βίο, κατεδείκνυε μια δική της υπόσταση, η οποία ούτως ειπείν συναπαντούσε τον Έλληνα αφεαυτής. O Έλληνας πρέπει να είχε την αίσθηση ότι δεν είναι ο άνθρωπος αυτός ο οποίος ονομάζει τα πράγματα αλλά ότι τα πράγματα, ηχώντας καθαυτά, δηλώνονται τα ίδια στην υπόσταση τους».

O λόγος είναι απ-άνθρωπος. Ένας μακρινός απόηχος του είναι που κάνει την απαγγελία του Έλιοτ να μην είναι «απαγγελία», τα Λίντερ του Σούμπερτ να μην είναι «τραγούδια».

Μια φορά ακόμα:

υ ψι πο λις α πο λις ο τωι το μη κα λον

ξυν ε στι τολ μας χα ριν

Όταν ακούμε τον αρχαίο λόγο, δεν έχουμε τη δυνατότητα να παρακολουθήσουμε τα λεγόμενα λέξη προς λέξη, δεν μας δίνεται ο χρόνος, το περιθώριο να τα αναπαραστήσουμε στο νου μας και να τα σκεφτούμε, δεν μας επιτρέπεται μια απόσταση για να συλλάβουμε το νόημα τους όπως έχουμε συνηθίσει. Γράφει ο Γεωργιάδης:

Είναι κανείς αναγκασμένος να προχωρεί βήμα βήμα από στοιχείο σε στοιχείο. Δεν μπορεί να εποπτεύσει το ρυθμό αλλά πρέπει να πατάει σταθερά επάνω στο χώμα. Ναι, πρέπει να κολλήσει στο χώμα και να εκτελεί κάθε σχήμα όπως προβάλλει.

Στην αρχαία μουσική «μιλώ» και «ακούω» είναι άλλο από το δικό μας και άλλη είναι η σχέση ομιλούντος και ακουόντων. Γεωργιάδης:

Το υποκείμενο έπρεπε να συμμετέχει ενεργά, όχι μόνο ως ομιλούν αλλά επίσης ως ακούον. Και τα δύο μέρη έπρεπε να διαθέτουν την ίδια πνευματική δραστηριότητα. Όμως αυτό έχει μεγάλη σημασία: Η ελληνική γλώσσα, ο ελληνικός στίχος, προϋποθέτουν μια κοινωνία και έχουν μια κοινωνικοποιό δύναμη η οποία σήμερα είναι αδιανόητη. O σήμερα οπωσδήποτε δυνατός διαχωρισμός ενεργητικών ομιλητών και παθητικών ακροατών στην ελληνική κοινωνία ήταν αδιανόητος. Σ' εκείνη την κοινότητα, η οποία ήταν φορέας του ελληνικού στίχου, δεν μπορούσε να υπάρχει ένας ηγέτης-μάγος και μια τυφλή μάζα. Τα πάντα παρευρίσκονταν ενεργά. Τα πάντα συμμετείχαν με τον εναργέστατο πνευματικό αυθορμητισμό σ' εκείνον τον σωματικά παγιωμένο, άκαμπτο νοηματικό φορέα τον οποίο ονομάζουμε ελληνικό στίχο.

Ο έμπρακτος λόγος πραγματώνει την πόλη ως τον τόπο συνάντησης όλων των συναντήσεων συλλέγοντας (Γεωργιάδης) μια κοινότητα στο όνομα του πραγματικού.

Στον έμπρακτο λόγον η πόλις γίνεται υπαρχτή. Υπάρχει στην πράξη του λόγου. Τούτο θα πει: Η πόλις χρειάζεται τον πράττοντα άνθρωπο, χρειάζεται την πράξη της ομιλίας και του ακούσματος ή αντίστροφα ο άνθρωπος είναι χρεωμένος την πραγμάτωση της πόλεως. Η πόλις είναι χρέος. Κάθε στιγμή κερδίζεται με το μέλημα για το χρέος και κάθε στιγμή χάνεται με την παραμέληση του.

Σήμερα ο λόγος περί «χρέους» ακούγεται παλιομοδίτικος και φθαρμένος. Σήμερα, λέμε, ο άνθρωπος έχει «ανάγκες» που απαιτούν την ικανοποίηση τους. Ας το δούμε, έστω και με την απαραίτητη συντομία, προσεκτικότερα.

Μια «ανάγκη» είναι, π.χ., η πείνα. Τι μου συμβαίνει όταν λέω φωναχτά ή άφωνα «πεινώ»; Εάν παρατηρήσω αυτό που μου συμβαίνει, θα δω πως όταν, π.χ., πηγαίνω στην κουζίνα και τρώω ένα κομμάτι ψωμί δεν έχω μια ανάγκη που την ικανοποιώ. Με έχει μια ανάγκη. Μια ανάγκη με καλεί.

Η ανάγκη είναι κάλεσμα. Καλούμαι από το ψωμί στην κουζίνα. Η ανάγκη δεν είναι ανάγκη «μου», δεν είναι κάτι μέσα μου. Με φέρνει και με κρατεί «έξω» στον κόσμο, στο ψωμί που με καλεί να το φάω και στο οποίο κάλεσμα είναι ανάγκη να ανταποκριθώ.

Η ανταπόκριση σ' αυτό το απρόσωπο «είναι ανάγκη» ονομάζει το ελληνικά εννοημένο «χρέος», το ελληνικό «χρή».

Η πόλις είναι ανάγκη. Είναι χρέος για τη συνάντηση. Μια σημερινή ανταπόκριση προς αυτό είναι και η ποίηση που επιγράφεται «Έρημη Χώρα».

O Σεφέρης, κλείνοντας την ομιλία του στη Στοκχόλμη κατά την τελετή της απονομής του βραβείου Νόμπελ, είπε: «Πρέπει ν' αναζητήσουμε τον άνθρωπο, όπου και να βρίσκεται».

Σ' αυτό το «πρέπει» μιλά σε ελληνικούς όρους το μέλημα για την πόλη, εκφράζεται το χρέος απέναντι στη συνάντηση, στη συνομιλία.

Εδώ δεν πρόκειται για περιστασιακές συνομιλίες. Ένας στίχος του Χαίλντερλιν λέει: «[...] είμαστε μια συνομιλία».

Πρέπει ν' αναζητήσουμε τον άνθρωπο διότι σ' αυτήν την αναζήτηση, σ' αυτήν τη συνομιλία παίζεται αυτό που «είμαστε», παίζεται η ίδια η ύπαρξη μας.

Μια έκφραση του χρέους είναι και η συνομιλία η ζητούμενη στο δρόμο αυτού που λέγεται «ψυχανάλυση». Πρόσφατα το εξέφρασε μια γυναίκα μιλώντας εξ ονόματος του καθένα ο οποίος αναζητεί τον άνθρωπο, δηλαδή τον εαυτό του, σ' αυτόν το δρόμο. Μου είπε κατά λέξη:

- Όταν φεύγω χωρίς να σας μιλήσω δεν ξέρω πού να πάω, δεν ξέρω πού ανήκω, αν ανήκω πουθενά ή όχι, δηλαδή αν είμαι ζωντανή ή πεθαμένη.

Θυμόμαστε τους ανύπαρχτους ανθρώπους της Έρημης Χώρας που κινούνται αφασικά, ο καθένας στον κόσμο του, παλινωδώντας στο «ούτε...ούτε», μήτε ζωντανοί μήτε πεθαμένοι.

Η ψυχανάλυση δεν είναι πρωταρχικά θεωρία και μέθοδος για τη θεραπεία ψυχικών προβλημάτων αλλά αφύπνιση στο χρέος. Στο χρέος μιας «αυτοθυσίας» όπου εκείνο που θέλω να είμαι (Σίβυλλα) υποχωρεί εμπρός σ' αυτό που αληθινά είμαι.

Η ψυχανάλυση είναι κάθε άλλο από ατομική υπόθεση. Και σ' αυτήν τη συνάντηση, τη ζητούμενη συνάντηση, επίσης διακυβεύεται η πόλη, σώζεται και χάνεται.

Θα πρέπει στο μεταξύ να έγινε καθαρό ότι η πόλη δεν είναι κάποιο πράγμα, ένα αντικείμενο που υφίσταται και που εμείς έχουμε το πολύ να διαχειριστούμε τα θέματα της. Όπως λέει ο Σωκράτης στην Απολογία του, εδώ δεν πρόκειται για «τά της πόλεως» αλλά για την «πόλιν». Κι αυτός αναζήτησε τον άνθρωπο. Δίχως αυτόν και την αυτοθυσία του η Αθήνα ως πόλις είναι αδιανόητη.

Η πόλη ως πόλη γίνεται ένα υπαρχτό, πραγματικό, στην πράξη. Και πάλι η εκάστοτε πράξη, π.χ., ο λόγος της «Έρημης Χώρας», συνιστά μόνο μία πραγμάτωση της πόλης, στον τόπο και στο χρόνο που μας μιλά και τον ακούμε. Η πόλη δεν εξαντλείται σ' αυτήν.

Η πόλη ως πόλη είναι ένα αφανές, όπως, π.χ., ένα μουσικό κομμάτι σε νότες, που γίνεται πραγματικό μόνο στην εκτέλεση του, και που ποτέ δεν εξαντλείται σ' αυτήν τη μία εκτέλεση.

Για αυτό το αφανές οι αρχαίοι είχαν επίσης πολλά ονόματα. Ένα, την επισήμανση του οποίου οφείλουμε στον Θρασύβουλο Γεωργιάδη, είναι η λέξη «νόμος».

Τότε ο νόμος δεν απαιτούσε την τυφλή υπακοή και συμμόρφωση. Ο νόμος, που τότε αφορούσε τα πάντα, από το κελάηδισμα των πουλιών και τη μουσική έως το νομικό, είναι το κάλεσμα το οποίο, με λόγια της Αντιγόνης, «ουδείς ουδέν εξ ότου 'φάνη» (κανείς δεν είδε ποτέ από πού εμφανίστηκε).

Ο νόμος αυτός έχει απο-νεμηθεί στον άνθρωπο, στην ουσίαση του ανθρώπου, και του έχει χρεώσει την ανάγκη της ανταπόκρισης. Και μόνο επειδή ο άνθρωπος είναι ο χρεωμένος, μπορεί, πρέπει κάποτε να αμελεί το χρέος, να παραμένει ανύπαρχτος σε πόλεις ανύπαρχτες.

Ποιος είναι τώρα ο άνθρωπος ο υπαρχτός, ο ανοιχτός για την ανταπόκριση στον νόμον της πόλης;

Όταν στην τρέλα αφήνεται η ομορφονιά

Και πάλι μόνη, βηματίζει απάνω κάτω,

Μ' αυτόματο χέρι διορθώνει τα μαλλιά

Κι έπειτα βάζει μια πλάκα στο φωνογράφο.

«Σύρθηκε προς εμένα πάνω στα νερά τούτη η μουσική»

Και στο μάκρος του Στρανδ ως το Κουην Βικτώρια Στρητ.

Ω Πολιτεία, πολιτεία, μπορώ κάποτε κι ακούω

Πίσω από ένα μπαρ στο Λόουερ Τάιμς Στρητ,

Το απαλό γκρίνιασμα ενός μαντολίνου

Και τη βουή και τους θορύβους εκεί μέσα

Που τεμπελεύουν οι ψαράδες το μεσημέρι:

Εκεί που οι τοίχοι του Μάγνου του Μάρτυρα κρατούν

Μια ανεξήγητη λαμπράδα ιωνικού λευκού και χρυσαφιού.

Στην Έρημη Χώρα η πόλη, η υπαρχτή πόλη, γίνεται ορατή και προσφωνείται όταν έρχεται το άφημα στην τρέλα κι ακούγεται μια μουσική να σέρνεται πάνω στα νερά προς τον προφήτη και κατά μήκος των παρόχθιων δρόμων του Λονδίνου και να φτάνει εκεί -πόσο λάλο είναι στο ποίημα αυτό το «εκεί»!- όπου διατηρείται η παμπάλαια λάμψη.

Είναι η ίδια η πόλις που πραγματώνεται ως συνάντηση και συνομιλία, καθώς σ' αυτήν τη λάμψη η μίζερη δακτυλογράφος για λίγο μεταμορφώνεται σε ομορφονιά και ο Τάμεσης ανταμώνει με τα νερά πάνω στα οποία η μουσική σύρθηκε προς τον Άριελ κι όλα τα νερά ανταμώνουν με τις ακτές της Ιωνίας κι η λάμψη της αρχής συναντά τη λάμψη του τέλους και όλα είναι ένα. Αναλάμπει κόσμος.

Η λέξη μας «κόσμος» έρχεται από το «κοσμέω». Στην ίδια ρίζα ανήκει το «κόσμημα», που λάμπει και στη λάμψη του αναδεικνύεται, γίνεται υπαρχτό ό,τι κοσμείται απ' αυτό.

Η λάμψη της ομορφονιάς που αφήνεται στην τρέλα, όπου η μουσική ξεκινά το δρόμο της, και η λάμψη του ιωνικού λευκού και χρυσαφιού, όπου απολήγει, είναι η ίδια λάμψη.

Λάμψη και μουσική, το δωμάτιο της ομορφονιάς και το μπαρ που τεμπελεύουν ψαράδες και ο οίκος του θεού, η τρέλα και το ιερό συναντιόνται σε έναν τόπο. O δρόμος που τον ορίζει είναι κύκλος, όπου αρχή και τέλος είναι το αυτό. Στον κύκλο διαγράφονται τα όρια του κόσμου, τα όρια της πόλης: Η πόλη είναι υπαρχτή.

Τότε είναι η ζωή, με λόγια του Χαίλντερλιν, «μια κατοικούσα ζωή».

O νόμος-της πόλης, αυτός που χαρίζει στον άνθρωπο τη δυνατότητα μιας κατοίκησης, με λόγια του Χαίλντερλιν και πάλι, λέει: «Με την αξία του και όμως ποιητικά κατοικεί ο άνθρωπος επάνω σ' αυτήν τη γη».

Η φράση δεν μας λέει πλέον κάτι ανοίκειο. Συμπυκνώνει ό,τι γνωρίσαμε ήδη μελετώντας την «Έρημη Χώρα». Το «ποιητικά» ονομάζει την πράξη του λόγου, το έργο της κατοίκησης του ανθρώπου στον κόσμο. Είναι το έργο της ανταπόκρισης στην ανάγκη, στο χρέος, στο κάλεσμα της συνάντησης. Η οποία συνάντηση έχει τον τόπο της όχι σε μια συμπεριφορά αλλά στο λόγο.

Όμως η ανταπόκριση συμβαίνει, είδαμε, στην αυτοθυσία, στην απόσβεση της προσωπικότητας, στην παραίτηση από την ιδιο-τροπία του εγώ, που ποτέ δεν προγραμματίζεται αλλά χαρίζεται, άγνωστο πότε και από πού.

Η ίδια η ίδρυση της πόλεως, η κτίσις, συνιστά ανταπόκριση στο κάλεσμα της συνάντησης. Η συνάντηση χρειάζεται την εμπέδωση στο μεταξύ, που είναι η γέφυρα όλων των γεφυρών. Αυτή η γέφυρα είναι ο τόπος του υπαρχτού, διότι πρώτα μ' αυτήν και μόνο μ' αυτήν γίνονται οι όχθες αυτό που είναι. Η γέφυρα είναι το πρώτο.

Το χτίσιμο της, εκείνο το χτίσιμο που απεργάζεται την ποιητική κατοίκηση του ανθρώπου, απαιτεί την αυτοθυσία. Την ακούμε σ' ένα τραγούδι. Μιλά για το γεφύρι της Άρτας και για όλες τις γέφυρες. Σας το θυμίζω. Είναι η παραλλαγή από την Αγιάσο της Λέσβου:

Σαρανταπέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες

γεφύρι θεμελιώνανε στης Άρτας το ποτάμι.

Ολημερίς εχτίζανε, το βράδυ γκρεμιζόταν.

Μοιρολογούνε μάστοροι και κλαίνε μαθητάδες.

- «Αλίμονο στους κόπους μας, κρίμα στη δούλεψη μας,

ολημερίς να χτίζωμε, το βράδυ να γκρεμιέται!»

Και το στοιχειό 'ποκρίθηκε απ' την δεξιά καμάρα:

«Ά δε στοιχειώσ'τε άθρωπο, τοίχος δε θεμελιώνει

Και μη στοιχειώσ'τε ορφανό, μη ξένο, μη διαβάτη,

παρά του πρωτομάστορα την όμορφη γυναίκα».

Τ' ακούει ο πρωτομάστορας, ραγίζει η καρδιά του.

Με το πουλί παρήγγειλε, με το πουλί τ' αηδόνι

αργά ντυθή, αργά 'λλαχτή, αργά να πά' το γιόμα,

αργά να πά' και να διαβεί της Άρτας το γεφύρι.

Και το πουλί παράκουσε κι αλλιώς επήγε κ' είπε:

«Γοργά ντυθής, γοργά 'λλαχτής, γοργά να πας το γιόμα,

γοργά να πας και να διαβής της Άρτας το γεφύρι».

Νά την και εξεφάνηκε από την άσπρη στράτα.

Την είδ' ο πρωτομάστορας, ραγίζεται η καρδιά του.

- «Ώρα καλή σας, μάστορες κ' εσείς οι μαθητάδες·

μα τι έχει ο πρωτομάστορας κ' είν' 'έτσι χολιασμένος;»

- «Το δαχτυλίδι του 'πέσε στην πρώτη την καμάρα

και ποιος να μπη και ποιος να βγει το δαχτυλίδι νά 'βρη;»

«Εγώ να μπω, εγώ να βγω, το δαχτυλίδι νά 'βρω».

Μηδέ καλά κατέβηκε, μηδέ στην μέση μπήκε.

«Τραύα καλέ την άλυσο, τραύα την αλυσίδα,

όλο τον κόσμο γύρισα και τίποτα δεν ηύρα».

Ένας πιχάει με το μυστρί κι άλλος με τον ασβέστη,

πιάνει κι ο πρωτομάστορας και ρίχτει μέγα λίθο.

«Τρεις αδερφάδες ήμαστε, κ' οι τρεις κακογραμμένες.

Η μιά 'χτίσε το Δούναβη κ' η άλλη τον Αυλώνα

κ' εγώ η πιο μικρότερη της Άρτας το γεφύρι*

ως πέφτουν τα μαλλάκια μου, να πέφτουν οι διαβάτες».

«Κόρη, τον λόγον άλλαξε κι άλλη κατάρα δώσε

κ' έεις αδερφό στην ξενιτειά, μη λάχη και περάση».

«Σίδερο η καρδούλα μου, σίδερο το γεφύρι·

σίδερο τα μαλλάκια μου, σίδερο κ' οι διαβάτες».

Στο κάλεσμα του χρέους η καρδιά του πρωτομάστορα ραγίζει, θέλει όσο μπορεί να το αναβάλει, μηνάει στη γυναίκα του ν' αργήσει, να καθυστερήσει. Όμως σ' αυτήν φτάνουν τα λόγια που πρέπει, όχι αυτά που ο πρωτομάστορας θέλει.

Και η γυναίκα, που κατεβαίνει στην καμάρα, ήδη στα μισά ψυχανεμίζεται τι συμβαίνει, θυμάται τις αδελφές της, νιώθει πως εκεί κάτω δεν είναι η βέρα το δαχτυλίδι αλλά εκείνο που η βέρα συγκεντρώνει, η κοινή τους μοίρα που τελειώνει στα θεμέλια που τάχθηκαν να υπηρετήσουν. Δειλιάζει και ζητά να την ανεβάσουν. Όμως αυτός ο δρόμος δεν έχει γυρισμό.

Το τραγούδι μας θυμίζει πως η αναγκαία αυτοθυσία της ανταπόκρισης στο χρέος, αυτή που στεριώνει το μεταξύ και δρομολογεί μια συνάντηση, ποτέ δεν είναι ελεύθερη επιλογή αλλά μια ανάγκη απ-άνθρωπη που επιβάλλεται εις πείσμα του ανθρώπου και της θέλησης του.

Γράφει σχετικά με το τραγούδι ο επιμελητής της έκδοσης:

Πηγή του άσματος [...], είναι η παλαιά και εις πολλούς λαούς γνωστή δοξασία, ότι διά να στερεωθεί οικοδόμημα τι και να προφυλάσσεται εκ κινδύνων, πρέπει να εγκλεισθεί ζώον εις τα θεμέλια ή τους τοίχους του. Μορφάς της δοξασίας ταύτης αποτελούν τα αναφερόμενα εις αρχαίους ελληνικούς μύθους και βυζαντινός παραδόσεις περί ανθρωποθυσιών κατά την θεμελίωσιν μεγάλων οικοδομημάτων. [...] Υπολείμματα τοιαύτων δοξασιών διασώζονται εισέτι κατά τόπους. Καρφώνουν, π.χ., την σκιάν ανθρώπου διερχομένου εκ κτιζομένης γέφυρας και πιστεύουν ούτω ότι ο καρφωθείς θα αποθάνη αλλά θα στερεωθή το κτίσμα.

Ο επιστήμονας φιλόλογος μιλά για «δοξασίες». Νομίζει πως η πραγματικότητα είναι το ανύπαρχτο των «σπασμένων εικόνων», το ρεαλιστικό που βλέπουμε με τα μάτια μας κι ακούμε με τ' αυτιά μας, τα οποία δεν διαπιστώνουν κανένα πτώμα και κανένα σκελετό στα θεμέλια της γέφυρας.

Δεν γνωρίζει πως ο άνθρωπος ποιητικά κατοικεί επάνω σ' αυτήν τη γη.

Η γέφυρα της Άρτας, η γέφυρα του Λονδίνου, είναι πάντα η ίδια γέφυρα, είναι το μεταξύ που δρομολογεί μια συνάντηση. Γι' αυτό και η γέφυρα είναι ο κατεξοχήν τόπος στον οποίο η πόλη ως συνάντηση όλων των συναντήσεων πραγματώνεται.

Η προς τούτο αναγκαία θυσία, ο νόμος της, πρωτοειπώθηκε στο ούκ έμού του Ηράκλειτου. Μια ευτυχής σημερινή διατύπωση του βρίσκεται στα Τέσσερα Κουαρτέτα. Στο «East Coker» διαβάζουμε:

[...] Για να φτάσεις εκεί,

Να φτάσεις εκεί που είσαι, να 'ρθεις από 'κεί που δεν είσαι,

Πρέπει να πάρεις ένα δρόμο όπου δεν υπάρχει έκσταση.

Για να φτάσεις σ' αυτό που δεν γνωρίζεις

Πρέπει να πάρεις ένα δρόμο που είναι ο δρόμος της άγνοιας

Για να κατέχεις ό,τι δεν κατέχεις

Πρέπει να πάρεις το δρόμο της ανέχειας

Για να φτάσεις σ' αυτό που δεν είσαι

Πρέπει να πάρεις το δρόμο στον οποίο δεν είσαι.

Κι ό,τι δεν γνωρίζεις είναι το μόνο πράγμα που γνωρίζεις

Κι ό,τι κατέχεις είν' αυτό που δεν κατέχεις

Κι εκεί που είσαι είν' εκεί που δεν είσαι.

Η λέξη του Έλιοτ γι' αυτήν τη στάση είναι «humility», ταπεινοσύνη. Προηγουμένως λέχθηκε:

[...] Δεν θέλω ν' ακούω

Για τη σοφία των παλαιών αλλά περισσότερο για την τρέλα τους,

Το φόβο τους του φόβου και τη μανία, το φόβο τους της κατοχής,

Ν' ανήκουν σε άλλον ή σε άλλους ή στον θεό.

Η τρέλα της ομορφονιάς και η τρέλα των παλαιών, η τρέλα του πρωτομάστορα και η τρέλα της γυναίκας του είναι πάντα η ίδια, είναι η τρέλα του ουκ έμοΰ, ίσως το άλλο πρόσωπο κάθε τρέλας, είναι η τρέλα που υποφέρεται και αναλαμβάνεται, και πού αποσπά τον άνθρωπο από κεί που «ανήκει» κι απ' αυτό που «κατέχει».

Ποια δύναμη είναι αυτή που τον αποσπά;

O φόβος του, όμως όχι ο φόβος που τρέπει στη φυγή, όχι η δειλία του «ούτε...ούτε» που υποκρίνεται. Είναι ο «φόβος» αυτού «του φόβου», είναι ο φόβος πως κανείς δειλιάζοντας και αποποιούμενος τον εαυτό του, αφήνοντας τον σε μια ξένη κατοχή, να ανήκει «σε άλλον ή σε άλλους ή στον θεό», χάνει τον εαυτό του, γίνεται ανύπαρχτος.

Οι μεγάλοι δεν είναι ήρωες. Είναι αυτοί που φοβούνται περισσότερο. Στο φόβο της ανυπαρξίας τους πιάνει μια μανία που δεν τους αφήνει να κουρνιάζουν στη δειλία του «ούτε...ούτε». Αυτόν το φόβο μας δείχνει ο προφήτης «μέσα σε μια χούφτα σκόνη».

Τώρα διακρίνουμε καθαρότερα τι μπορούν να σημαίνουν οι στίχοι

[...] Μας εξαπάτησαν, Ή εξαπάτησαν τον εαυτό τους οι γηραιοί με τους ήπιους λόγους

τους,

Κληροδοτώντας μας απλά μια συνταγή απάτης;

Η γαλήνη μόνο εσκεμμένο ύφος,

Η σοφία μόνο γνώση νεκρών μυστικών

Άχρηστη στο σκοτάδι στο οποίο στύλωσαν

Ή απ' το οποίο απόστρεψαν το βλέμμα τους [...]

Ας το δούμε επιστρέφοντας εκεί που ξεκινήσαμε, στην ανύπαρχτη συνάντηση μας. Αυτό που την κάνει ανύπαρχτη είναι ότι μέσα από τη, σε εισαγωγικά, «σοφία» μιας μακράς παράδοσης που μας έχει γίνει δεύτερη φύση πιστεύω ότι σας μιλώ, ενώ δεν σας μιλώ, πιστεύετε πως μ' ακούτε, ενώ δεν μ' ακούτε, πιστεύουμε πως έχουμε μπροστά μας την κατασκευή του Γιώργου Μόκαλη ενώ δεν την έχουμε, πιστεύουμε πως ο Έλιοτ απήγγειλε και τα παιδιά τραγούδησαν, ενώ αυτά δεν συνέβησαν.

Είναι η στάση των προσώπων της Έρημης Χώρας η οποία, συγκαταβατική όπως αυτή της δακτυλογράφου, όμοια μ' εκείνη του νεαρού υπαλλήλου που δεν ζητά ανταπόκριση, δεν σέβεται τα όρια. Είναι η στάση που δεν προσέχει το απέναντι. Αυτή η αναιδής στάση έχει ξεχάσει την αιδώ, την ταπεινοσύνη. Μας την θυμίζει ένας τελευταίος λόγος του Έλιοτ:

Είπα στην ψυχή μου γαλήνεψε και περίμενε δίχως ελπίδα

Γιατί η ελπίδα θα 'ταν ελπίδα για το λάθος πράγμα· περίμενε δίχως αγάπη

Γιατί η αγάπη θα 'ταν αγάπη για το λάθος πράγμα- ακόμα υπάρχει πίστη

Μα η πίστη κι η αγάπη κι η ελπίδα είναι όλα τους στην αναμονή.

Περίμενε δίχως σκέψη αφού ακόμα δεν είσ' έτοιμη για σκέψη·

Πιστέψαμε πως είμαστε έτοιμοι για σκέψη και ήρθαμε εδώ, εγώ να σας μιλήσω, εσείς να μ' ακούσετε, προσβλέποντας σε μια συνάντηση που δεν έγινε. Αμελήσαμε το χρέος μας. Η ζητούμενη πόλη έμεινε ανύπαρχτη.

Δεν χρειάζεται να επανορθώσουμε τίποτα. Η αιδώς μας καλεί τώρα, που ίσως γνωρίζουμε περισσότερα, να το δεχτούμε ακόμα κι αυτό.

εν παροδω / ΑΚΟΥΣΜΑΤΑ / Xu Lizhi





Ο Xu Lizhi υπηρξε εργατης σε γραμμη συναρμολογησης στην Foxconn, την μεγαλυτερη στον κοσμο βιομηχανια κατασκευης ηλεκτρονικων συσκευων με εδρα την Ταϊβαν, στο εργοστασιο της στο  Shenzhen.   

foto3.jpg


Σεπτεμβριο του 2014, σε ηλικια 24 ετων, αυτοκτονησε πηδωντας απο το παραθυρο του οικοτροφειου της εταιρειας.

Ποιηματα του δημοσιευτηκαν στο Nao's blog και, σε ελληνικη μεταφραση, στο A ruthless critique against everything existing.

 

Τα παρακατω ποιηματα μεταφραστηκαν απο τα αγγλικα. Ο αναγνωστης ισως αναγνωρισει οτι "Foxconn" ειναι αντωνυμια του σημερινου κοσμου μας και η "γραμμη συναρμολογησης" οι συντεταγμενες του τοπου διαμονης μας.


[Απο: China Labour Bulletin]

Μιλαω για αιμα

δεν μπορω παρα να μιλαω για αιμα

θα 'θελα να μιλω για λουλουδια στο αερακι και για το φεγγαρι στο χιονι

θα 'θελα να μιλω για την ιστορια της αυτοκρατοριας, για ποιηματα σε κρασι

μα αυτη η πραγματικοτητα μου επιτρεπει να μιλαω μονο για αιμα

αιμα απο ενα νοικιασμενο δωματιο στο μεγεθος του σπιρτοκουτου

στενο, ασφυκτικο, διχως ηλιο ολο τον χρονο

βγαζοντας απ' την πρεσσα του εργαζομενα κοριτσια κι αγορια

γυναικες χαμενες, με τους αντρες τους μακρια

τυπους του sichuan να πουλανε mala tang

μεγαλες κυριες του henan να επανδρωνουν τους παγκους

κι εμενα με ματια ανοιχτα ολη νυχτα για να γραψω ενα ποιημα

μετα απο τρεξιμο ολη μερα για να βγαλω το μεροκαματο

σας μιλαω γι' αυτους τους ανθρωπους, για μας

σκουληκια που αγωνιζονται μεσα στον βαλτο της γης

σταγονες αιμα στον δρομο για τη δουλεια

αιμα καταδιωγμενο απο μπατσους, η συντριμμενο απ' το μηχανημα

αποκλειοντας την αϋπνια, την αρρωστια, τις περικοπες, την αυτοκτονια

καθε εκρηκτικη λεξη

στο δελτα του pearl river, στην κουφαλα του στομαχιου της χωρας

που ξεκοιλιαστηκε απο ενα δελτιο παραγγελιας κοφτερο σαν λεπιδα σπαθιου για το χαρακιρι

σου λεω αυτα τα πραγματα

ακομα κι αν παω να βουβαθω, ακομα κι αν η γλωσσα μου ραγιζει

για να σπασει τη σιωπη του καιρου

για να μιλησει για αιμα, για τον ουρανο που καταρρεει

μιλαω για αιμα, το στομα μου ολοκληρο βυσσινι

 

Καρδια θαμμενη απ' τη ζωη

αντεχει ακομα;

βλεφαρα βαρια σαν βουνα

τη νυχτα το κεφαλι του δοκιμσζει να σηκωθει

αστεροφωτο μουσκεμενο απο δακρυα αναβλυζει και πεφτει

με ανεμο, το αδυναμο σωμα του ετοιμο παντα να κλονιστει

στιγμες της νεοτητας φευγουν ενοχλημενες

αφηνοντας πισω τους χιονοθυελλα, σαλο και ταραχη

στα ονειρα, οι φλογες που γευεται ειναι κρυες σαν παγος

και το σακατεμενο του δερμα κρεβατι απο βαμβακοσπορους

σπαρμενους στους αγερηδες των καιρων

μυχιες πεποιθησεις ανικανες να βρουνε κατευθυνση

σαν την καρδια του την θαμμενη, βαθυτερα απ'

τα βαθη του ωκεανου, απο τη ζωη

 

Ροζ

βλεπω εναν ταφο σ' ενα χωριο στην πολη

για τοση, μα τοση ωρα

βλεπω την ροζ του ταφοπλακα, σε ροζ χορταρι

ενα ροζ ρεμα και ροζ πυκνα συννεφα

θα κολλησω μια ροζ ασθενεια

και θα κειτομαι σ' ενα ροζ φερετρο

κι οταν το καπακι θα κλεινει απαλα

θα κοιταζω τον ροζ ηλιο και τον ροζ μεσημεριατικο ουρανο

χυνοντας δυο σιωπηλα, ροζ ρεματα απο δακρυα

 

Ποταμι • Οχθη

στεκομαι διπλα στον δρομο και παρατηρω τον δρομο

μια ροη πεζων κι οχηματων να πηγαινοερχονται

στεκομαι κατω απο ενα δεντρο, κατω απο μια πινακιδα στασης λεωφορειου

και παρατηρω τη ροη του νερου να πηγαινοερχεται

τη ροη του αιματος και του ποθου να πηγαινοερχεται

στεκομαι διπλα στον δρομο και παρατηρω την ροη τους να πηγαινοερχεται

στον δρομο παρατηρουν τη ροη μου να πηγαινοερχεται

αυτοι ειναι στο ποταμι, εγω ειμαι στην οχθη

ειναι γυμνοι και παλευουν να κολυμπησουν οσο μπορουν γρηγοροτερα

η θεα τους με μολυνει

προσπαθω ν' αποφασισω αν θα 'πρεπε κι εγω να μπω στο ποταμι

να παλεψω μαζι τους, να σφιξω τα δοντια

προσπαθω ν' αποφασισω καθως ο ηλιος στον δρομο βυθιζεται πισω απο τους λοφους

 

Η καθυστερημενη μετανοια

καθε νυχτα μετα το γευμα fast food

εχω τη συνηθεια να

μου δινω μια στον ποπο πριν φυγω

μεχρι αυτο το βραδυ

οταν ετοιμος να επαναλαβω την ιδια κινηση

προσεξα πως η σκηνη εμοιαζε

στο σπιτι μου για τοσα πολλα χρονια

ο πατερας τρωγοντας με τους τρεις γιους

και δινοντας τους μια στον ποπο για να φυγουν

αφηνοντας πισω ενα τραπεζι με αποφαγια

για τη μητερα να καθαρισει

μονη

 


[Απο: London Review of Books]

Αϋπνος

Τρεξαμε κατα μηκος των  σιδηροδρομικων γραμμων

και φτασαμε σ' ενα μερος που λεγοταν 'το City’

οπου εμπορευομαστε τη νιοτη μας και τους μυες μας.

Τελικα δεν εχουμε τιποτα να εμπορευτουμε, μονο εναν βηχα

κι εναν σκελετο που δεν ενδιαφερει κανεναν.

 

Νυχτερινη βαρδια

Μεσανυχτα. Καθενας κοιμαται ησυχα,

Εμεις κραταμε το ζευγαρι μας απο νεες πληγες ανοιχτο.

Αυτα τα μαυρα ματια, μπορεις πραγματι να μας οδηγησεις στο φως;

 

[Σημειωση της αγγλικης μεταφρασης: "Η 'Νυχτερινη βαρδια' ειναι μια αμεση (και σκεπτικιστικη) αναφορα σ' εναν διασημο στιχο του Gu Cheng (περιπου: 'Η σκοτεινη νυχτα, μου εδωσε τα σκοτεινα μου ματια. - παρολαυτα εγω τα χρησιμοποιω για να ψαχνω για φως'.]



 

Ενας παλιος φιλος στη Foxconn μολις παραιτηθηκε

για να παει στο Lanxiang να βελτιωσει τις δεξιοτητες του.

Θαυμασιο Lanxiang, το τελειο συνταιριασμα.

Δουλειες για ολους τους αποφοιτους, καλοι μισθοι και καλουδια.

Τωρα ειναι πισω στη Foxconn, Ω, σκατα.

[Σημειωση της αγγλικης μεταφρασης: Το Lanxiang ειναι η πιο φημισμενη τεχνικη σχολη της Κινας.]


 

[Ομιλια στο πλαισιο του Art Introjection: Στον κοινο τοπο τεχνης και ψυχαναλυσης, Θεσσαλονικη, Φεβρουαριος 2015]

Στους Αρχαιους, μεχρι καπου τον Πλατωνα, τα παντα εννοουνται στην διασταση φως και σκοταδι. Σε ενα αποσπασμα του προσωκρατικου φιλοσοφου Παρμενιδη διαβαζουμε:

μα καθως τα παντα ονοµάστηκαν φως και νύχτα, κι αυτα που αντιστοιχουν στις δυνάµεις τους (ονομαστηκαν) συμφωνα με το ενα και τ' αλλο, είναι όλα πληρη απο φως και αφανερωτη νύχτα1

Φως και σκοταδι δεν εξαντλουνται λοιπον στο αισθητηριακο δεδομενο τους. Δεν ονομαζουν αυτο που βλεπουν, η δεν βλεπουν τα ματια μας. Ονομαζουν τα παντα. Ονομαζουν εναν κοσμο. Ενας ελληνιστης το συνοψιζει ως εξης:

Το σκοταδι μπορει να αντιπροσωπευει αγνοια, το κακο και το δυσοιωνο, βια και βαρβαρισμο, και τον αλλο κοσμο. Το φως μπορει να σημαινει οραση, μαντικη ικανοτητα, την ολυμπια ταξη, την λυτρωση της ψυχης και τον κοσμο που κατοικουμε.2

Βλεπουμε ευκολα οτι εδω φως και σκοταδι ειναι χωριστα μεταξυ τους. Δυο διαφορετικοι κοσμοι, μεταξυ τους ασυμβατοι. Στις Χοηφορες του Αισχυλου ο Ορεστης μιλα στον νεκρο του πατερα (315-320):

Πατερα, φτωχε πατερα, λεγοντας η κανοντας τι για σενα θα πετυχαινα να φτάσω εκει, στις κλινες που σε κρατουν; Εσενα που η μοιρα σου το φως ανταλλαξε με σκοταδι;3

Μ' αυτην την εννοια για τους Αρχαιους λιγο φως και λιγο σκοταδι ειναι τοσο αδιανοητα οσο το "λιγο εγκυος", "λιγο ζωντανος", "λιγο νεκρος".

Ζω θα πει: βλεπω το φως του ηλιου.4 Ποια ειναι τωρα η σχεση αυτου του φωτος με την ζωη του ανθρωπου; Στην Αντιγονη του Σοφοκλεους, στην αρχη της τραγωδιας, ο χορος, εκει που προκειται να εξιστορησει την εκστρατεια του Πολυνεικη εναντιον της Θηβας, προσφωνει το φως:5

Ω βλεμμα του ηλιου, καλλιστο εσυ, που

Στην εφταπυλη Θηβα

Λαμπεις απο παλια, καποτε

Εμφανιστηκες, φως,

Ω θωρια της ολοχρυσης μερας,

Περασες πανω απο της Διρκης τα ρεματα

Κι εκεινον με την λευκη την ασπιδα, απο το Αργος,

Τον αντρα, που εφτασε πανοπλος,

Τον ακαθεκτο φυγαδα,

Κινεις με κοφτερο χαλιναρι ...

Το φως, η ἀκτὶς ἀελίου, κινει, κατευθυνει τον αντρα οπως τα χαλιναρια το αλογο! Ο ανθρωπος δεν κινειται αυτοβουλα, οπου το φως θα μπορουσε να ειναι απλα βοηθητικο για την κινηση του - και τελικα ειναι σχεδον αδιαφορο, καθως υπαρχει το τεχνητο, διαθεσιμο παντα. Ουτε εννοειται ως χρηστικο, δηλαδη αποκλειστικα σε αναφορα με τον ανθρωπο, καπου ως πηγη ενεργειας, ως στοιχειο της φωτοσυνθεσης κλπ. Στα λογια του χορικου λεγεται κατι αλλο. Το φως κινει τον ανθρωπο οπως η αυγη κανει τα πουλια να κελαηδουν, η οπως η αγαπη ξυπνα καποιον και τον ζωντανευει. Φως και ζωη ειναι ενα και το αυτο. Ο Γιωργος Σεφερης, που ειχε ενα σπανιο αισθητηριο για την αρχαια παραδοση, γραφει καπου:

Αν το φως του ηλιου και το αιμα του ανθρωπου ηταν το ιδιο πραγμα;6

Και αλλου:

Κατα βαθος ειμαι ζητημα φωτος.7

Και οι νεκροι; Σκιες. Τους βρισκει ο Οδυσσεας οταν μεταβαινει στον Αδη για να τον συμβουλεψει ο Τειρεσιας, πως να επιστρεψει στην πατριδα του. Εκει συναντα την πεθαμενη μητερα του:

Αυτα ειπε κι η καρδια μου φουντωσε απο τον ποθο ν' αγκαλιασω την ψυχη της πεθαμενης μητερας μου. Τρεις φορες ορμησα προς αυτην και τρεις φορες ξεγλιστρησε απ' τα χερια μου σαν σκια η σαν ονειρο.8

Και λιγο αργοτερα βλεπει τον Αχιλλεα, κι αυτος του λεει:

Πως τόλμησες να κατεβείς στον Άδη, όπου μονάχα νεκροί κατοικούν, δίχως νου πια, είδωλα και σκιές θνητων που έχουν πεθάνει;9

Οι νεκροι, φερεται να ειπε ο Παρμενιδης, βλεπουν το σκοταδι.10

Τα ορια της επιπεδης γης οριζονται απο τον, το λεει και η λεξη, Οριζοντα. Τον διατρεχει ενας ποταμος που καλειται Ωκεανος. Αυτος ειναι το οριο του κοσμου που κατοικουμε. Περαν αυτου ειναι το βασιλειο των νεκρων. Ετσι ο Ωκεανος ειναι το τελος ενος κοσμου και η απαρχη ενος αλλου.11

Η αντιθεση φωτος και σκιας σημαδευει την σχεση θεων και ανθρωπων. Ο Friedrich Hölderlin, ο κατεχοχην ποιητης στον οποιο οι Αρχαιοι βρισκουν διαμονη στον σημερινο κοσμο, γραφει στο  Το τραγουδι του Υπεριωνα για την μοιρα:

Ψηλα πλανιεστε στο φως

  Σ' απαλο χωμα επανω μακαρια πνευματα!

     Ανεμοι λαμπυριζοντας των θεων

        Σας αγγιζουν αναλαφρα,

           Οπως τα δαχτυλα της αρτιστας

              Χορδες ιερες.

Ελευθεροι απο μοιρα, σαν το κοιμωμενο

  Βρεφος, ανασαινουν οι επουρανιοι,

     Φυλαγμενο απεριττα,

        Σε ταπεινο μπουμπουκι

           Ανθει αιωνια

              Το πνευμα σ' αυτους,

                 Και τα μακαρια ματια

                    Κοιτανε με σιγαλη

                       Αιωνια καθαροτητα.

Ομως σ' εμας δεν δοθηκε

  Τοπος γαληνης κανενας,

     Χανονται, πεφτουν

       Οι δολιοι οι ανθρωποι

          Τυφλα απο τη μια

              Ωρα στη αλλη,

                 Σαν το νερο που πετιεται

                    Απο βραχο σε βραχο,

                       Χρονια και χρονια στου αβεβαιου τον γκρεμο.12

Πινδαρος:

Εφήμεροι· τί είναι κανείς και τί δεν είναι; Σκια ονείρου

ο άνθρωπος. Μα σαν ερθει αίγλη θεόσταλτη,

φέγγος λαμπρό βρισκει τους ανθρωπους και ζωή γλυκια.13

Αλλα και οταν ενας θεος κατεβαινει να συναντησει καποιον θνητο, τουτος τον αντιλαμβανεται απο την ιδιαιτερη "εναργειαν", την λαμψη της παρουσιας του. "Εναργης", λαμπερος οπως ο αργυρος. Υπάρχει ένα σημείο στον Όμηρο όπου ο Οδυσσέας, έχοντας επιστρέψει στην Ιθάκη, είναι με τον Τηλέμαχο και τον Εύμαιο, που απομακρύνεται. Τότε εμφανίζεται στον Οδυσσέα η Αθηνά με την μορφή μιας ωραίας νεαρής γυναίκας. Ο Τηλέμαχος δεν την αντιλαμβάνεται. Λέει εκεί ο Όμηρος:

ου γαρ πως παντεσσι θεοι φαινονται εναργεις14

 

Η νεαρή γυναίκα είναι εμφανής και στους δύο. Όμως εναργης δεν εμφανίζεται παντεσσι. Ο Οδυσσέας μόνο την βλέπει να λάμπει και αντιλαμβάνεται στην λάμψη της την παρουσία της θεάς.


Επειδη οι θεοι ειναι στο φως, οι ελληνικοι ναοι ειναι χτισμενοι σε σημεια ψηλα και ανοιχτα, οπου το φως τους λουζει ανεμποδιστα. Διαπερατοι. Σχεδον διαφανοι. Ο γερμανος φιλοσοφος Martin Heidegger, σε ενα οδοιπορικο για το ταξιδι του στην Ελλαδα μνημονευει τον ναο του Διος στην Νεμεα:

Nemea.jpg

Η ευρεια κοιλαδα, στην οποια βρισκεται προφυλαγμενο το μοναχικο χωριο Νεμεα, περικλειεται απο παντου με κλιμακωτα υψωματα, στα βοσκοτοπια των οποιων κατοικουν κοπαδια προβατα που κινουνται αργοσυρτα. Η ολη περιοχη φανταζει σαν ενα μεγαλο σταδιο που προσκαλει σε εορταστικους αγωνες. Μονο τρεις εγκαταλειμενοι κιονες προβαλλουν, και μιλουν ακομη για τον αλλοτινο ναο του Διος: στην εκταση του τοπιου σαν τρεις χορδες μιας αορατης λυρας οπου ισως, για τους θνητους μη ακουομενοι, οι ανεμοι παιζουν θρηνωδιες - αποηχους της φυγης των θεων.

Και αργοτερα, μετα απο μια επισκεψη στο Σουνιο:

Sounion.jpg

Νωρις το απογευμα το αυτοκινητο της φιλης μας, η οποια μιλουσε τα νεα ελληνικα, μας πηρε και μας πηγε στον ναο του Ποσειδωνος στο Σουνιο. ... Στους αποτομους βραχους τα λευκα φωτεινα καταλοιπα του ναου εστεκαν μεσα σε εναν δυνατο θαλασσινο ανεμο. Οι λιγοι ορθοι κιονες του ηταν σαν χορδες μιας αορατης λυρας, το τραγουδι της οποιας εκανε να ηχει, απο τον νησιωτικο κοσμο των Κυκλαδων περα, ο τηλοπτης δηλιος θεος.

O γερμανοκορεατης φιλοσοφος Byung-Chul Han, σχολιαζοντας αυτες τις γραμμες, γραφει:

Ο ελληνικος ναος, με τους ανοιχτους διαδρομους και με τις ανοιχτες αιθουσες, παριστανει μια διελευση του θειου, του θεϊκου ανεμου. Ομως τουτη η ανοιχτοτητα ειναι αυτη του εκτεθειμενου.

Εκτεθειμενου λοιπον, δηλαδη ορθανοιχτου  - στο φως και σε ο,τι διαγει, οπως ο ανεμος, στο βασιλειο του.

Εκτεθειμενες παριστανονται και οι μορφες στα αγαλματα. Και οχι μονο γιατι πολλα, ισως στους Αρχαιους για πρωτη φορα, ειναι γυμνα. Τα ιδια τα αγαλματα ειναι ετσι καμωμενα ωστε να υπακουνε στον νομο του φωτος: εκθετουν την μορφη χωρις να κρατουνε καλυμμενο τιποτα, ακομα και οπου υπαρχουν ενδυματα. Το 1928-29 ο Ιαπωνας φιλοσοφος Watsuji Tetsuro ταξιδεψε στην Ευρωπη. Σχετικοι στοχασμοι καταγραφηκαν στο βιβλιο του Fūdo - Wind und Erde [Κλιμα - ανεμος και γη]. Πατραθετω την περιγραφη απο το αγαλμα της κορης της Νιοβης που βρισκεται στο Museo Nazionale Romano, Palazzo Massimo στη Ρωμη.

Το γλυπτο συλλαμβανει ακριβως την στιγμη στην οποια η νεαρη κορη της Νιοβης, χτυπημενη απο το βελος του Amor, στηριζεται με το ενα γονατο στο εδαφος και προσπαθει με τα δυο χερια να τραβηξει το βελος εξω. Το προσωπο της ειναι στραμμενο προς τον ουρανο, το ενδυμα εχει γλιστρησει απο τους ωμους και την φανερωνει σχεδον γυμνη. Αυτο το εργο χρονολογειται απο το μεσον του 5ου αιωνα π.Χ., επομενως ειναι νωριτερο απο τον Παρθενωνα, κι ετσι μας παρουσιαζει την πρωτη γνωστη γυμνη γυναικεια μορφη. Βεβαια αυτη η τολμηρη αποπειρα να παρασταθει μια ασυνηθιστη και βιαιη κινηση δειχνει ακομα ιχνη αρχαϊκης ακαμψιας και ανωριμοτητες και περισσοτερα ελαττωματα στην εκτελεση, προπαντων το αριστερο χερι εχει μια ανατομικα αδυνατη σταση. Και παλι, αν κανεις παραβλεψει αυτα τα ελαττωματα, τοτε αυτο το εργο αναμφιβολα καθιστα εμφανη τη μεγαλοπρεπεια της ελληνικης τεχνης. Πραγματι η ζωντανια αυτου του εργου μιλα στην καρδια. Συνοπτικα θα το περιεγραφα ως "η ολοσχερης αποκαλυψη του εσωτερικου προς τα εξω". Εδω το "μεσα" γινεται 'εξω". Το αντιλαμβανομαστε σε καθε λεπτομερεια. Δεν ειναι οτι η μορφη καλυπτει κατι εσωτερικο και συναμα εχει καποιες επιφανειες που δειχνουν προς τα εξω. Πολυ περισσοτερο αποτελειται απο τρυφερους κυματισμους που αναδυονται απο μεσα. Την γραμμη που οδηγει απο τα στηθη στη μεση,

XIR209289 Dying Niobid, from the Baths of Sallust (marble) by Greek School (5th century BC)
marble
Museo Nazionale Romano, Rome, Italy
Giraudon
Greek, out of copyright

την παρακολουθουμε μονο με κομμενη ανασα. Η ομορφια της ειναι απλα απεριγραπτη. Καθως αυτοι οι τρυφεροι κυματισμοι μεταφερουν το εσωτερικο ολοσχερως προς τα εξω, δεν προκυπτει η εντυπωση ενος αφορισμενου περιγραμματος. Βεβαια αυτοι οι κυματισμοι, οταν κανεις τους κοιταξει απο πλαγια, γινονται γραμμες.

Ομως αυτες οι γραμμες καθαυτες δεν κινουνται προς τα πλαγια, αλλα ειναι προεκτασεις σημειων που αναδυονται απο μεσα. Αυτο που συνδεει καθε σημειο με τα αλλα, ειναι η ζωη που εκπηγαζει απο μεσα. Εαν για δοκιμη φερουμε εναν γυρο στη φιγουρα, στις ατελειωτες παραλλαγες αυτων των κυματισμων θα αντιληφθουμε οχι κινησεις που κυλουν προς τα πλαγια, αλλα μια εναλλαγη των ιδιων των κινησεων των κυματισμων, ως ρυθμο της ζωης που ρεει απο μεσα προς τα εξω. Αυτη η εντυπωση ενισχυεται ακομα απο τα ιχνη του σκαρπελου του γλυπτη.

Η πτυχη του ενδυματος που καλυπτει το αριστερο ποδι μοιαζει - εναντια στο τι θα περιμεναμε φυσιολογικα - να μην ρεει προς τα κατω. Τα σαφη ιχνη του σκαρπελου δειχνουν οτι ο καλλιτεχνης ηθελε να τονισει την ανωμαλια της επιφανειας και επιτρεπει στον εαυτο του να παραμελησει τους ορους (της βαρυτητας κατα την αναπαρασταση του ενδυματος). Το τραχια λαξευμενο βαθος δεν εχει καμια ομαλη συνδεση με το υψος. Προφανως εδω ο καλλιτεχνης ηθελε να δωσει εκφραση σε μια ζωη που ειναι αλλου ειδους απο αυτην του σωματος, η οποια ρεει απο μεσα προς τα εξω. Το ενδυμα που ρεει σε πτυχωσεις, το οποιο περιβαλλει μεν το κορμι, ομως συγχρονως προβαλλει τις καμπυλες του σωματος, φανερωνεται σαν κατι τελειως αλλο απο ενδυμα. Στα αντιγραφα απο την ρωμαϊκη εποχη κατι τετοιο δεν αναγνωριζεται καθολου. Τα ιχνη του σκαρπελου στο δερμα δεν ειναι τοσο σαφη οσο στο ενδυμα, ομως παρολαυτα μπορουμε να τα δουμε ως λεπτες γραμμες, η σημεια. Οσο απαλα κι αν ειναι, ο καλλιτεχνης τα δειχνει ολοφανερα, μαρτυρουν την προθεση του να παραστησει μια ανωμαλη επιφανεια. Κανουν την επιδερμιδα να μην φαινεται ως ομαλη επιφανεια, αλλα σαν κατι που τρυφερα αναδυεται απο μεσα.

Λιγο αργοτερα ο συγγραφεας τονιζει και παλι:

"Η αποκαλυψη του εσωτερικου προς τα εξω" ειναι αυτο που συνιστα την ανωτεροτητα της ελληνικης γλυπτικης. Δεν υπαρχει  περιεχομενο αλλο απο αυτο που προβαλλει ανοιχτα προς τα εξω. Στην εποχη των Ρωμαιων αντιγραφεων [εικονα δεξια] αυτο το χαρακτηριστικο χαθηκε ολοτελα, διοτι για τους μιμητες η επιφανεια, στην οποια αυτη η κυματιστη κινηση [των πτυχωσεων] αναδυεται απο το εσωτερικο, κατεληξε κατευθειαν σε κατι που εχει την λειτουργια να συγκαλυπτει ενα κλειστο περιεχομενο. Το ελληνικο πρωτοτυπο [εικονα αριστερα] δεν συγκαλυπτει τιποτα, δηλαδη η επιφανεια, που κανονικα συγκαλυπτει κατι, στεκει αφεαυτης.

Οι πτυχες:

Στο ρωμαϊκο αντιγραφο, δεξια, πεφτουν ψοφιες, ο χιτωνας ειναι ρουχο, εν-δυμα, που εξαντλειται στην λειτουργικοτητα του να καλυπτει. Γι' αυτο και ειναι βαρυς, οπως ο συγγραφεας τονιζει κατα την περιγραφη του αριστερου ποδιου. Στο ελληνικο αγαλμα οι πτυχες ειναι ζωντανες, αερινες, διαγουν μια δικη τους υπαρξη. Δεν ενδιαφερονται να καλυψουν. Δεν συνδεονται με το σωμα. Η σχεση τους με το σωμα δεν ειναι συντακτικη. Ειναι παρατακτικη.


Αυτο ειναι το ελληνικο φως. Τωρα, πως φερεται το φως απεναντι στο σκοταδι; Ακουσαμε απο τον Παρμενιδη πως είναι όλα πληρη απο φως και αφανερωτη νύχτα. Το αποσπασμα συνεχιζει με τις λεξεις ...ἵσων ἀμφοτέρων… Φως και σκοταδι ειναι ισοδυναμα. Δεν ειναι αντιθετα. Η αντιθεση ειναι θεση του ενος εναντι του αλλου. Τα αντιθετα ειναι εχθροι, οπου το ενα θα κυριαρχησει και το αλλο θα υποχωρησει. Ομως η μοιρα, ακουσαμε στα λογια του Ορεστη, τα ανταλλασσει. Το ἀντίμοιρον σημαινει οτι τον λογο εχει η μοιρα του φωτος και η μοιρα του σκοτους, δηλαδη το μερισμα, το μοιραδι τους, οτι φως και σκοτος ειναι, κυριολεκτικα, μοιρασμενα. Ετσι δινονται τα μετρα. Φως και σκια, ζωη και θανατος συνορευουν με ενα συνορο ανυπερβλητο. Αυτο δεν επιτρεπει σε κανενα να εξαπλωθει εις βαρος του αλλου, να υποχωρησει εις οφελος του αλλου.

Για τους Αρχαιους π.χ. μια ανασταση εκ νεκρων, ενα "θανατω θανατον πατησας", μια νικη του φωτος εναντιον του σκοτους ειναι υβρη. Ο Ασκληπιος, ο πρωτος γιατρος, ανεστησε καποιον, και ο κεραυνος του Δια τον βρηκε καταστηθα. Πινδαρος, 3ος Πυθιονικης:

κι εκεινον [τον Ασκληπιο] τον τραβηξε γενναιος μισθος, χρυσος που λαμπει στην φουχτα, να φερει πισω εναν ανθρωπο, ηδη αρπαγμενο απο τον θανατο. Ο Κρονιδης σήκωσε τοτε κατευθειαν τα χέρια, με μια ριπη εκοψε και στους δυο την πνοη στα στηθη, κι η φλογα του κεραυνου σημανε το τελος.15

Η μοιρα, που ανταλλασσει φως και σκοταδι, δεν ειναι ενα τριτο, ενας μεσολαβητης, διαιτητης, η δικαστης μεταξυ τους. Ενα αποσπασμα του Ηρακλειτου λεει:

Ο ηλιος δεν θα υπερβει τα μετρα, ειδαλλως θα τον ανευρουν οι Ερινυες, επικουροι της δικαιοσυνης.16

Οι Ερινυες ειναι κορες της νυχτας.17 Τοπος τους ειναι ο Κατω Κοσμος.18 Ειναι λοιπον η ιδια η νυχτα που θα επαναφερει τον ηλιο στο μετρο. Τα πραγματα τα ιδια τιμωρουν την αδικια που διαπραττουν το ενα προς το αλλο, και ετσι εκ-δικουνται την αδικια, αποληγουν στην δικαιοσυνη. Ενα αποσπασμα του Αναξιμανδου το λεει:

γιατι αυτα αποδιδουν δικαιοσυνη, δηλαδη αποτιουν τιμη το ενα στο αλλο μετα απο την αδικια που αλληλοπροξενησαν19

Στο Ηρακλειτο καλειται ερις και πολεμος.20 Ειναι υποχρεωτικο να γινεται ετσι: κατα το χρεων, γραφουν τοσο ο Ηρακλειτος οσο και ο Αναξιμανδρος. Και δεν χωρουν ερωτηματα, γιατι και πως:

το φως δεν το εξηγεί κανείς, το βλέπει,

γραφει ο Γιωργος Σεφερης.21

Το φως, το ελληνικο φως, κινει, ακουσαμε. Πως λοιπον θα μεταλλασσονταν η ψυχαναλυση, οπως την ξερουμε, αν την κινουσε το ελληνικο φως; Δεν θα αποζητουσε κρυμμενα νοηματα. Θα κατευθυνονταν απο τα μετρα του χρονου, τα μετρα του τοπου. Και θα αγονταν απο μια εμπιστοσυνη στα πραγματα, οπου δηλαδη καθε τι μονοπλευρο καπως καπου καποτε θα υποχωρησει, οπως ο ηλιος που οι Ερινυες επαναφερουν στα μετρα. Αυτη θα ηταν η δουλεια του θεραπευτη οταν θεραπευει, με την πρωτη σημασια της λεξης, δηλαδη υπηρετει τα πραγματα. Ας το δουμε σε ενα παραδειγμα.

Περιγραφη

Μια γυναικα λεει, ο αντρας της τελευταια τρωει ανεξελεγκτα, εχει παχυνει, κουραζεται, κι αυτη ολο του λεει να μην τρωει, μια αγωνια, αυτος θυμωνει, καταληγουνε να μαλωνουν, δεν ξερει τι να κανει...

Έτσι ξεκινα μια ψυχοθεραπευτικη συνεδρια.

Προσεχω το λαχανιασμενο και το σπασμωδικο της φωνης της, τον τροπο της που, ξαναμμενη, σαν υπνοβατης, λεει στον αντρα της τα ιδια και τα ιδια, πεφτοντας συνεχως πανω στον τοιχο της οργισμενης του αντιδρασης. Όμως στα λογια της δεν βλεπω τοσο τον αντρα, δεν εχω αυτον ζωντανο μπροστα στα ματια μου. Τη σκηνη την καταλαμβανει σχεδον η γυναικα. Τι θα πουν αυτα; Ότι δεν μιλα για μια δικη του υποθεση, οπως διατεινονται τα λογια της, δηλαδη για το παχος του και για την απειλουμενη υγεια του, αλλα για δικη της υποθεση.

Αυτη ηταν μια πρωτη περιγραφη του παραπανω στιγμιοτυπου. Ας δουμε καποια χαρακτηριστικα της.

1. Ακουω τη γυναικα. Όμως το ακουσμα μου δεν ειναι ακουστικο φαινομενο. Εδω "ακουω" θα πει "βλεπω". Η γυναικα με φερνει στο σπιτι της, στον καυγα με τον αντρα της. Με καθιστα αυτοπτη της σκηνης. Βεβαια ακουω και τον τονο και τα ηχοχρωματα της φωνης της, που μιλανε κι αυτα, που λενε κατι, και μαλιστα κατι αλλο απο τις λεξεις της, και ειναι σαν ενας προβολεας να πεφτει επανω της και να την θετει στο επικεντρο της προσοχης. Αυτην τη σκηνη βλεπω και περιγραφω.

2. Η περιγραφη δεν ενδιαφερεται να ταξινομησει και να εξηγησει, που θα πει: να μεταφρασει τα λογια της γυναικας στη γλωσσα ενος διαγνωστικου η ψυχολογικου μοντελου. Η περιγραφη δεν σκεφτεται – δεν συγκρινει, δεν αξιολογει, δεν συνδεει. Ακουει, βλεπει τα ακουομενα, λεγει τα βλεπομενα. Όπου δεν προκειται για χρονικη αλληλουχια μιας διαδικασιας. Άκουσμα, βλεμμα και λογος ειναι το αυτο. Φαινομενο ενιαιο.

3. Αυτο που βλεπω και περιγραφω στη συναντηση μου με τη γυναικα ειναι ενα στιγμιοτυπο. Εντυπωμα μιας στιγμης. Και διαπερναται ολοτελα απο την εκαστοτητα της στιγμης, το φευγαλεο της, την παροδικοτητα της.

Κατοικουμε στιγμες. Και αυτη η κατοικηση εχει τη δικη της ιδιαιτεροτητα. Ίσως θα ετυχε να δειτε καποιο σκουπιδι στον δρομο, ενα φυλλο η μια πλαστικη σακουλα, πως το ανασηκωνει το αυτοκινητο που περνα απο διπλα του, και στροβιλιζεται στον αερα για να ξαναπεσει σε λιγο καπου αλλου. Και αν προσεξετε περισσοτερο, θα δειτε την διολου ακαμπτη σιγουρια, την διολου εμμονη σταθεροτητα, την διολου σπαστικη ακινησια, την διολου χαζοχαρουμενη ελαφροτητα με την οποια διαγραφει την τρελη του τροχια. Αυτο ειναι στα ματια μου και ενα στοιχειο της θεραπευτικης συναντησης, ισως ενα στοιχειο της ιδιας μας της ζωης.

4. Η εμφαση στην περιγραφη που δεν σκεφτεται - δεν συγκρινει, δεν αξιολογει, δεν συνδεει, μιλα για ενα βλεμμα που ειναι εκει εξω, στο σπιτι της γυναικας και του αντρα της. Ειναι ενα βλεμμα χωρις αναστοχασμο, χωρις προθετικοτητα, χωρις αυτοαναφορα, χωρις εσωτερικοτητα, ναι, χωρις ψυχη. Αυτια, ματια και στομα χωρις ψυχη, χωρις μυαλο, χωρις καρδια. Μετεχουν στα γινομενα αμετοχα - οπως ενα ονειρο στη ζωη μας.

...

Η περιγραφη μας δεν εχει τελειωσει. Ήμασταν στο οτι το ζητουμενο στην υποθεση της γυναικας δεν βρισκεται ακομα στον αντρα της και την πολυφαγια του, αλλα στον τροπο με τον οποιο η πολυφαγια του την αφορα. Αυτο ειναι το πρωτο. Και οσο αυτο, δηλαδη η ακομα αγνωστη δικη της υποθεση, την κρατα δεσμια, δεν θα ειναι σε θεση να στραφει στον αντρα της και στο ενδεχομενο προβλημα του πραγματικα.

Και πως μπορουν τα σημαδια, που μου σημαινουν οτι η γυναικα μιλα για δικη της υποθεση, να γινουν θεμα, εκει που τα λογια της εχουν για θεμα τον αντρα της; Απ' οσα ειπε, μου εντυπωνεται η λεξη της "αγωνια". Την ρωταω λοιπον:

- Αυτην την αγωνια, μπορειτε να την περιγραψετε περισσοτερο;

Η γυναικα:

- Έχω την αγωνια οτι θα πεθανει.

Η απαντηση της λεχθηκε καπου βιαστικα και, αν τα λογια της αποδιδονταν σε γραπτη γλωσσα, η τελεια στο τελος θα ηταν εντονη και παχια, σαν να 'λεγε: "Μεχρι εδω ... Φοβαμαι ... Τρομερα πραγματα ... Δε θελω να το σκεφτομαι ..."

Την ρωταω:

- Ας υποθεσουμε οτι οντως πεθαινει. Πως ειναι τοτε;

Η ερωτηση μου την καλει να φερει την εικονα που φοβαται εμπρος στο βλεμμα της, να σταθει απεναντι της και να την αντικρυσει.

Η απαντηση της:

- Θα φταιω.

Τωρα βλεπουμε καθαροτερα πως η πολυφαγια του αντρα της ειναι δικη της υποθεση. Ειναι υπευθυνη γι' αυτον. Κι εδω διακρινουμε ενα πεμπτο χαρακτηριστικο της περιγραφης:

5. Η περιγραφη δεν ειναι δικη μου, του θεραπευτη, αλλα κοινη μας υποθεση. Βρισκομαστε εμπρος στην εικονα και την παρατηρουμε, συμβαλλοντας ο καθενας με το δικο του. Και ειναι σαν να μιλουμε με ενα στομα και μια φωνη. Δεν ειναι δυο εγω που αλληλοσυμπληρωνονται αλλα ματια που εναλλασσονται και στοματα που διαδεχονται το ενα το αλλο. Και η εικονα γινεται ολο και πιο πολυχρωμη, πολυποικιλη, πολυδιαστατη.

Και συνεχιζουμε. Διοτι η γυναικα θα μπορουσε ποτε να πει "Θα φταιω" αν δεν ηταν κατα καποιον τροπο προκατειλημμενη ωστε να αντιδρα ετσι και οχι αλλιως; Μπορει ποτε τετοια λογια να ειπωθουν απο το πουθενα; Μηπως στο "θα φταιω" βλεπουμε να διαγραφονται αχνα στον αερα μορφες μιας ακομη αγνωστης ιστοριας;

Βλεπει κανεις πως τα πραγματα αναπτυσσουν εναν δικο τους ρυθμο και, αν ξερουμε να του ανταποκριθουμε, καθοδηγουνε τα βηματα μας με μια σιγουρια απειρως ανωτερη απο την πιστη σε μια ερμηνεια και στη θεωρια στην οποια στηριζεται. Ειναι η σιγουρια του σκουπιδιου στην ασφαλτο.

"Θα φταιω", λεει η γυναικα. Αντιλαμβανομαι το προκατειλημμενο των λογων της, την ρωτω:

- Αυτο το "θα φταιω", σας λεει κατι; Που το πρωτογνωρισατε; Ποτε το πρωτακουσατε; Ποτε το πρωτοειπατε; Ξερετε;

Η γυναικα ανακαλει μια σκηνη. Μικρη, στο πατρικο της, πηγαινει στην τουαλετα. Εκει ειναι η μητερα και κρατα στα χερια της μια ματωμενη σερβιετα. Το κοριτσι τρομαζει στη θεα του αιματος και ακουει τη μητερα να της λεει: "Βλεπεις, οταν με στεναχωρεις, τι παθαινω;"

6. Εδω δεν γινεται καποιου ειδους συνειρμικη η ερμηνευτικη συνδεση της παρουσας ιστοριας με μια παρελθουσα. Τα παρελθοντα ειναι παροντα εδω και τωρα. Έτσι δεν χρειαζονται συνδεσεις αλλα απλα η περιγραφη αυτου που ειναι, οπως ειναι. Φτανει να θυμομαστε οτι το παρον δεν περιοριζεται στις αισθητηριακα αντιληπτες παρουσιες. Την ωρα που η γυναικα μαλωνει με τον αντρα της και πλημμυριζεται απο αγωνια γιατι "θα φταιει", δεν βρισκεται μονο στο σπιτι της με τον αντρα της. Ειναι παρουσα και η μητερα της, που ερχεται απο αλλον χρονο και απο αλλον τοπο, την μεταφερει και παλι εκει, στον αλλο χρονο και τοπο, και η γυναικα ακουει με τα αυτια του αλλοτινου κοριτσιου στην πορτα της τουαλετας κι επιφορτιζεται με ενα φταιξιμο εφιαλτικο, καθοτι συγκεχυμενο και ακατανοητο.

Η γυναικα, μαλωνοντας με τον αντρα της, βρισκεται εκτος τοπου και χρονου, πεφτει σ' εκεινη την παλια συγχυση, σαν σε παραληρημα. Όντας σαν σε ναρκη, ξεχνα οτι δεν ειναι πια το μικρο κοριτσι στο πατρικο του.

Το "εκτος τοπου και χρονου" δεν ειναι μια κριση δικη μας. Ειναι παρον φαινομενο. Δειχνεται. Το αντιλαμβανονται τα αυτια που ακουν, τα ματια που βλεπουν, το στομα που περιγραφει. Που δειχνεται; Στο "παραληρητικο" του τροπου της, οπου στον σημερινο καυγα η γυναικα δεν αποτεινεται πραγματικα στον αντρα της, ειναι κυριολεκτικα αλλο-παρμενη. Αν την ρωτουσατε, ισως θα σας ελεγε πως εκεινη την ωρα δεν ειναι απλα στο σπιτι της μαζι του αλλα και σ' ενα δικαστηριο στην πορτα της τουαλετας, πως αποτεινεται σε μια μορφη που εχει μαζι στοιχεια του αντρα και της μητερας της, πως δεν ειναι μονο η γυναικα που νοιαζεται για τον αντρα της αλλα συγχρονως και προπαντων η ανηλικη κατηγορουμενη για ανθρωποκτονια απο αμελεια.

Το παρελθον δεν εχει παρελθει αλλα ειναι παρον. Αυτο ειναι που την χαλαει, την αρρωσταινει, την κανει πασχουσα. Έτσι εκφραζεται η παραβιαση των μετρων του χρονου και του τοπου. Και απο εδω θα μπορουσε να εννοηθει μια Ψυχοπαθολογια, μια διακριση φυσιολογικου και παθολογικου που δεν θεσπιζεται απο την ψυχιατρικη επιστημη αλλα υπαγορευεται απο τα ιδια τα πραγματα.

7. Επειδη η συγχυση της γυναικας καταδειχθηκε μεσα απο την κοινη μας περιγραφη, και βεβαια με τον τροπο της ψυχοθεραπευτικης τεχνης, στον οποιο εδω δεν μπορω να επεκταθω, εγινε αντιληπτη απο τη γυναικα αβιαστα. Τουτο ομως θα πει οτι ειδε την κατασταση πλεον με αλλα ματια - και μαλιστα οχι απο πιστη στην αυθεντια μου αλλα μεσα απο ενα καθαροτερο βλεμμα για το πως εχουν τα πραγματα. Όμως ακριβως σε τουτο εγκειται το θεραπευτικο.

Το θεραπευτικο της περιγραφης, οπως την εννοω, βρισκεται λοιπον σε μια μετατοπιση. Ο τοπος του ανθρωπου που ερχεται στον θεραπευτη στοιχειωνεται απο πολλα και ποικιλα φαντασματα, οπως η μορφη της μητερας στο στιγμιοτυπο που ανεφερα. Η ιδια η περιγραφη, στον βαθμο που θα ευτυχησει, θα μας φερει σε εναν τοπο που δεν ειναι αλλος απο τον εδωδιμο κοσμο, απελευθερωμενο απο μορφες παρεισακτες. Έτσι π.χ. η παρελθουσα κατασταση αναγνωριζεται σαν τετοια και καποτε αφηνεται να παρελθει, να χαθει στο παρελθον στο οποιο ανηκει. Τοτε τα παροντικα πραγματα αποκτουν τη ζωντανια τους και ο ανθρωπος τη γαληνη του, ακομα και μεσα σε θυελλες. Τα προβληματα αποκαλυπτονται ως ψευδοπροβληματα, οπως εκεινο  το "φταις-φταιω" που εχει καθηλωσει στη μεγγενη του μητερα και κορη.

Ας θυμηθουμε τωρα τα επτα χαρακτηριστικα της περιγραφης που αναφερθηκαν: Άκουσμα που βλεπει και λεγει, χωρις σκεψη και κριση και ερμηνεια, διαγοντας στην παροδικοτητα της στιγμης, κενο απο εσωτερικοτητα, με μια συμμετοχη αμετοχη, υποθεση κοινη του θεραπευτη και του πασχοντα, οπου διακρινονται τα ορια τοπου και χρονου, οι ποικιλες παραβιασεις τους και συναμα η ιαματικη αναγνωριση και αποδοχη τους.

 

Η εδω εννοουμενη περιγραφη ειναι κατι σαν τροπος ζωης, εγκλιματισμος στο παρον, στα πραγματα, οπως ειναι. Εξοικειωνει με μια ελευθερια απο την προθετικοτητα, δηλαδη απο στοχους, απο επιθυμια και φοβο, απο βουληση και αμυνα, απο ενεργητικοτητα και παθητικοτητα, οταν αυτα παραβιαζουν τα μετρα και εννοουν να επιβαλουν το δικο τους. Κανεις γνωριζει τον εαυτο του και με μιαν αλλη μορφη, πιο ανιδιοτελη, που θα πει με ενα λιγοτερο εμφατικο, λιγοτερο επιμονο εγω. Όσο αφανεστερο το εγω, δηλαδη οσο περισσοτερο εναρμοσμενο στα ορια τοπου και χρονου, τοσο εναργεστερη η λαμψη του κοσμου στην απλα της στιγμης.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1.   απ. ΙΧ.
αυταρ επειδη πάντα φάος και νύξ ονόµασται / και τα κατα σφετέρας δυνάµεις επί τοισί τε καί τοις, / παν πλέον εστιν οµου φάεος και νυκτός αφάντου
2.   Darkness may stand for ignorance, evil and the ominous, violence and barbarism, and the world beyond; light may denote vision, clairvoyance, the Olympian order, the salvation of the psyche, and the world we inhabit. (Walter Burkert and Nanno Marinatos Light and Darkness in Ancient Greek Myth and Religion, Plymouth 2010, XV)
3.   ὦ πάτερ αἰνόπατερ, τί σοι / φάμενος ἢ τί ῥέξας / τύχοιμ᾽ ἂν ἕκαθεν οὐρίσας, / ἔνθα σ᾽ ἔχουσιν εὐναί, / σκότῳ φάος ἀντίμοιρον;
4.   ζώειν καὶ ὁρᾶν φάος ἠελίοιο (Οδυσσεια 10, 499)
5.   στ. 100 κ.ε.
ἀκτὶς ἀελίου, τὸ κάλλιστον ἑπταπύλῳ φανὲν  / Θήβᾳ τῶν προτέρων φάος,  / ἐφάνθης ποτ᾽, ὦ χρυσέας ἁμέρας βλέφαρον, / Διρκαίων ὑπὲρ ῥεέθρων μολοῦσα, / τὸν λεύκασπιν Ἀργόθεν ἐκβάντα φῶτα πανσαγίᾳ / φυγάδα πρόδρομον ὀξυτέρῳ κινήσασα χαλινῷ...
Η νεοελληνικη αποδοση ακολουθει την γερμανικη του Friedrich Hölderlin:
Blick der Sonne, du schönster, der / Dem siebentorigen Thebe / Seit langem scheint, bist einmal du / Erschienen, o Licht, bist du, / O Augenblick des goldenen Tages, / Gegangen über die dirzäischen Bäche, / Und den Weißschild, ihn von Argos, / Den Mann, gekommen in Waffenrüstung, / Den hinstürzenden Flüchtling / Bewegst du mit der Schärfe des Zaums...
6.   Μια σκηνοθεσια για την "Κιχλη"
7.   Ξεστρατισματα απο τους Ομηρικους Υμνους
8.   11, 204-207. ὣς ἔφατ᾽, αὐτὰρ ἐγω γ᾽ ἔθελον φρεσὶ μερμηριξας / μητρὸς ἐμῆς ψυχὴν ἑλεειν κατατεθνηυιης. / τρὶς μὲν ἐφωρμηθην, ἑλεειν τε με θυμὸς ἀνωγει, /  τρὶς δε μοι ἐκ χειρῶν σκιῇ εἴκελον ἢ καὶ ὀνειρῳ / ἔπτατ᾽.
9.   11, 475. πῶς ἔτλης Ἄϊδόσδε κατελθέμεν, ἔνθα τε νεκροὶ / ἀφραδέες ναίουσι, βροτῶν εἴδωλα καμόντων;
10.               Theoprastus, de sensu 1ff (D.499) … (3) Π. … "ως γαρ εκαστοτε, φησιν, εχει...νοημα" (Β16). το γαρ αισθανεσθαι και το φρονειν ως ταυτο λεγει. διο και την μνημην και την ληθην απο τουτων γιγνεσθαι δια της κρασεως. αν δ' ισαζωσι τη μηξει, ποτερον εσται φρονειν η ου, και τις η διαθεσις, ουδεν ετι διωρικεν. οτι δε και τω εναντιω καθ' αυτο ποιει την αισθησιν, φανερον εν οις φησι τον νεκρον φωτος μεν και θερμου και φωνης ουκ αισθανεσθαι δια την εκλειψιν του πυρος, ψυχρου δε και σιωπης και των εναντιων αισθανεσθαι
11.               We also see that the ocean is at the edges of the inhabited world, according to Hesiod and Homer ( Hes. Th. 242; Hom. Il. 14. 200–1). Along its banks we find not only the dead, but also the blessed dead. This means that the ocean is the end of one world; at the same time, it is the beginning of another.
[Nanno Marinatos (Νανω Μαρινατου), Light and Darkness in Ancient Greek Myth and Religion, Light and Darkness and Archaic Greek Cosmography, ο.π., σ. 195] Νανω Μαρινατου nannom@uic.edu
12.               Hyperions Schiksaalslied
Ihr wandelt droben im Licht / Auf weichem Boden, seelige Genien! / Glänzende Götterlüfte / Rühren euch leicht, / Wie die Finger der Künstlerin / Heilige Saiten.
Schiksaallos, wie der schlafende / Säugling, athmen die Himmlischen; / Keusch bewahrt / In bescheidener Knospe, / Blühet ewig / Ihnen der Geist, / Und die seeligen Augen / Bliken in stiller / Ewiger Klarheit.
Doch uns ist gegeben, / Auf keiner Stätte zu ruhn, / Es schwinden, es fallen / Die leidenden Menschen / Blindlings von einer / Stunde zur andern, / Wie Wasser von Klippe / Zu Klippe geworfen, / Jahr lang ins Ungewisse hinab.
13.               8ος Πυθιονικος, 95-97. ἐπάμεροι· τί δέ τις; τί δ᾽ οὔ τις; σκιᾶς ὄναρ / ἄνθρωπος. ἀλλ᾽ ὅταν αἴγλα διόσδοτος ἔλθῃ, / λαμπρὸν φέγγος ἔπεστιν ἀνδρῶν καὶ μείλιχος αἰών.
14.               Οδ. XVI, 161
ἔτραπεν καὶ κεῖνον ἀγάνορι μισθῷ/ χρυσὸς ἐν χερσὶν φανείς / ἄνδρ᾽ ἐκ θανάτου κομίσαι / ἤδη ἁλωκότα· χερσὶ δ᾽ ἄρα Κρονίων / ῥίψαις δι᾽ ἀμφοῖν ἀμπνοὰν στέρνων κάθελεν / ὠκέως, αἴθων δὲ κεραυνὸς ἐνέσκιμψεν μόρον.
15.               94. ηλιος γαρ ουχ υπερβησεται μετρα ει δε μη ερινυες μιν δικης επικουροι εξευρησουσιν
16.               Ευμενιδες 322
17.               ο.π.,  72
18.               διδοναι γαρ αυτα δικην και τισιν αλληλοις της αδικιας
19.               53. πολεμος παντων μεν πατηρ εστι παντων δε βασιλευς και τους μεν θεους εδειξε τους δε ανθρωπους τους μεν δουλους εποιησε τους δε ελευθερους
20.               80. ειδεναι δε χρη τον πολεμον εοντα ξυνον και δικην εριν και γινομενα παντα κατ εριν και χρεων

21. 21.              ο.π.

  1.  

 

Foto.jpg

Με το Χειμερινο ταξιδι εχω ιδιαιτερη σχεση. Ενας παλιος μου φιλος, ο ψυχιατρος-ψυχοθεραπευτης Hanspeter Padrutt, εγραψε ενα βιβλιο, Der epochale Winter, που το συζητα ως εικονα της σημερινης εποχης. Μια ομιλια μου,

Κλισεις και πτωσεις του ερωτα, το αναλυει σε αναφορα με τα παθη του ερωτα.

Ηταν συγκινητικο να ζησω μια αποδοση του στην Ελλαδα, και μαλιστα απο δυο μουσικους που εκτιμω ιδιαιτερα, τον Νικολα Σπανο και τον

Νικο Ζαφρανα.

 

10175035_10152889076696469_5088887469049083551_n.jpg

 

Και καθως συνηθιζω να συζητω μονο με τα εργα ανθρωπων που εκτιμω, καποιες παρατηρησεις για την παρασταση:

1. Η ελευθερη αποδοση των

ποιηματων τα ζημιωσε. Σε καποια σημεια τους προσεδωσε εναν μελοδραματισμο που τους ειναι ξενος. Στο τελευταιο τραγουδι η ταυτιση του οργανοπαικτη με τον θανατο ειναι αυθαιρετη.

2. Στα τραγουδια του Schubert, ιδιαιτερα το Χειμερινο ταξιδι και η Ωραια Μυλωνου, υπαρχει μια μοναδικη συμφωνια λογου και μουσικης. Ο Θρασυβουλος Γεωργιαδης γραφει στο βιβλιο,του

Schubert:

 

"Το ασμα του Schubert ειναι η μουσικη ηχηση της γλωσσας, ειναι η γλωσσα ως μουσικη." (21) Γι' αυτο και ο τραγουδιστης "πρεπει να τραγουδα ως μουσικος και παρολαυτα, οταν λεει το ποιημα να ξεχναει πως τραγουδα." (179)

 

Και αλλου:

 

"Η συντηξη ασματος και συνοδειας του πιανου και η αποσειση του εξωτερικου [μεμονωμενου]-ωδικου στοιχειου εχουν την κοινη τους αρχη στη μουσικη συσταση του Χειμερινου Ταξιδιου: Εδω η ταση για διαχυση [απωλεια της αυτονομης υποστασης] του μουσικου ηχου ειναι ακομα πιο εντονη, ακομα πιο περιεκτικη απ' οσο στην Ωραια Μυλωνου. Αυτη η ταση περιλαμβανει και τη συνοδεια του πιανου και το υφος του τραγουδιου ως συνολου. [Το τραγουδι του Schubert] φτανει στο οριο του μουσικα δυνατου: μια σχεδον ανεπαισθητη νυξη μουσικης υποστασης. Και παλι αυτο ειναι που κανει το Χειμερινο Ταξιδι μεγαλο εργο. Το πιανο διαχεεται ουτως ειπειν σε αϋλο λογο, ακομα και οταν πρεπει να εκτελεστει κατα γραμμα forte. Ο τραγουδιστης, εδω ιδιαιτερα, πρεπει να τραγουδα σαν να μιλαγε, και συναμα να μιλα σαν να τραγουδουσε (υπογραμμιζω εγω). Το πρωτο απελευθερωνει απο την υλικοτητα του ογκου του μουσικου ηχου, το δευτερο απο μια φορτισμενη με παθος δηλωτικοτητα: μια φαινομενικα αντιφατικη διατυπωση - το πραγματικο μονο με παραδοξολογιες μπορει να αποδοθει. Μη παραδοξο ειναι μονο το νατουραλιστικο. (361)

 

Η ερμηνεια του Νικολα Σπανου ειναι εμφατικα τραγουδι. Η "υλικοτητα του ογκου του μουσικου ηχου" δεν αφηνει τον λογο να αναπνευσει. Αυτο αφορα και την πληθωρικοτητα που χαρακτηριζε τη συνοδεια του πιανου.

 

3. Μιλαμε για τα παθη ενος νεου αρχες του 19ου αιωνα. Εδω ερωτας και πονος και νοσταλγια και θυμος και πλανη και παραιτηση και θαρρος συμβαινουν ωμα, τραχια, με μια ακαλλιεργητη, αδιαμεσολαβητη ευθυτητα. Η αισθηση μου ηταν οτι αποδοθηκαν υπερβολικα "συγχρονα".

Παραδιπλα σ' ολες αυτες τις παρατηρησεις, δεν ξεχνω οτι η παρασταση με συγκινησε!

Η απαντηση του Νικολα Σπανου

Ευχαριστώ πολύ για τις εύστοχες παρατηρήσεις

Επειδή είμαι υπεύθυνος για την, ας πούμε, σκηνική παρουσιαση του έργου, ήθελα να διευκρινήσω ότι, όσον αφορά το θάνατο, αυτός δεν αντιπροσωπεύεται από τη φιγούρα του οργανοπαίχη στο δικό μου μυαλό. Το γεγονός ότι ο οργανοπαίχτης  πιανίστας στη συγκεκριμένη περίπτωσι) καλύπτεται από το μαύρο μανδύα και φεύγει, δείχνει για μένα απλώς μια συνέχεια που μας είναι άγνωστη, αλλά όχι το θάνατο. Ισως ο συνειρμός να οδήγησε αυτόματα εκεί, και γι' αυτό αναλαμβάνω αποκλειστικά την ευθύνη.

Βρίσκω επίσης ενδιαφέρουσα την άποψι ότι ο μελοδραματισμός (έννοια ίσως με κάπως ελαστικά όρια) είναι κάτι ξένο προς ένα ρομαντικό κύκλο τραγουδιού που βασιζεται σε μια πορεία. Το Winterreise δεν έχει σαφές τέλος διαδρομής, αλλά σίγουρα εξελίσσεται από την αρχή ως το τέλος μη παραμένοντας, το κατ' εμέ, μια απλή περιγραφή των εξωτερικών καταστάσεων. Για την οποιαδήποτε πιθανή υπερβολή, ίσως να ενεπλάκη λίγο το μεσογειακό ταμπεραμέντο μας

Με ξενίζει λίγο η πρόταση "υλικότητα του όγκου του μουσικού ήχου". Θα θέλατε να μου την εξηγήσετε;

Επίσης, στην τρίτη παρατήρηση σας, δεν κατενόησα ακριβώς το πού αναφέρεται το Εδώ: στο 19ο αιώνα ή στη δική μας απόδοσι;

Σε κάθε περίπτωση, σάς ευχαριστώ και χαίρομαι που σας άγγιξε με κάποιον τρόπο αυτό το θαυμάσιο έργο.


Και η δικη μου

Εκτιμω ιδιαιτερα την αμεση και ουσιαστικη σας ανταποκριση. Δεν το κρυβω οτι, καθως δεν γνωριζομασταν προσωπικα, θεωρουσα πολυ πιθανο να αγνοηθουν οι παρατηρησεις μου, η να αντιμετωπιστουν με "σταριλικι". Η απαντηση σας ειναι μια ευχαριστη εκπληξη!

Σχετικα με τον οργανοπαικτη, παραθετω ενα αποσπασμα απο την σχετικη ομιλια μου "Κλισεις και πτωσεις του ερωτα"https://docs.google.com/.../1wFvjsRtTnVuffklFxTVAg1b.../edit#

"<Παραξενε γερο...,> τον προσφωνει ο νεος. Τι παραξενο εχει ο γερος;

<Ξυπολυτος στον παγο τρικλιζει περα δωθε ... το πιατακι του μενει παντα αδειο ... Κανεις δε θελει να τον ακουει, κανενας δεν τον κοιτα ... οι σκυλοι γρυλλιζουν τριγυρω ... Κι αυτος αφηνει ολα να παιρνουν το δρομο τους οπως το θελουν ... παιζει και τ' οργανακι του δεν σωπαινει ποτε.> Υπαρχει μια απεραντη μοναξια σ' αυτον τον γερο, που δεν ειναι καν μοναξια γιατι δεν μοιαζει να του λειπουν οι αλλοι. Και υπαρχει μια απεραντη ενδεια, που δεν ειναι καν ενδεια γιατι δεν μοιαζει να του λειπει κατι. Θυμιζει καπου εναν μοναχο του ζεν η τον τζιτζικα του μυθου, που ζει κανοντας μουσικη αδιαλειπτα, η τον Διογενη που ειχε για σπιτι του ενα πιθαρι και που στην προσφορα του μεγαλου βασιλια, να του δωσει ο,τι ζητησει, του ζητησε να φυγει απο μπροστα του γιατι του εκοβε τον ηλιο. Ειναι, οπως ανεφερα στην αρχη, κι οπως ακουσαμε στα τραγουδια <Καληνυχτα> και <Αναδρομη>, μια "πεντατονικη" παρουσια: το "αναλαφρο" και "ονειρικο" μιας "φιλιας" στασης που αφηνει ολα να παιρνουν το δρομο τους οπως το θελουν...

Ομως κι αυτο το οργανακι λεει κατι. Σε σχεση με τα παραδοσιακα οργανα, η μ' αυτα της κλασσικης μουσικης ειναι τοσο φτωχο και μιζερο. Η μουσικη που βγαζει, με το ζορι θα μπορουσε πλεον ν' αποκληθει μουσικη. Ισως ο γερος οργανιστας ειναι ο ξενος κατεξοχην. Ξενος, και παλι ισως ο πιο αληθινος κατοικος πανω σε μια γη οπου μαζι με τον χαμο του θεου εχουν στην πραγματικοτητα χαθει τα παντα ως δυνατο θεμελιο και νοημα μιας ζωης. Και η ιδια η μουσικη. Παντως ακριβως αυτος ο χαμος ανοιγει τον δρομο και στο φιλιο.

Στο αντικρισμα του οργανιστα ο νεος ησυχαζει. Τι τον ησυχαζει; Ο Γιωργος Σεφερης γραφει στο Μυθιστορημα: "Εμεις που τιποτα δεν ειχαμε θα τους διδαξουμε τη γαληνη". Τον ησυχαζει οτι συναντα εναν που ειναι ακομα πιο ξενος, ακομα πιο μοναχικος, ακομα πιο ενδεης, τοσο πολυ που ξενωση και μοναχικοτητα και ενδεια δεν ειναι καν θεμα γι' αυτον. Να για μας ενα μαθημα ακομη: Ο θεραπευτης ειναι πραγματικα θεραπευτης μονον στον βαθμο που εχει μ' εναν τετοιο τροπο λυθει απ' αυτα που κρατουν δεσμιο τον πελατη του. Που ειναι, κατα εναν παραδοξο τροπο, ακομα πιο τρελος απο τον πελατη του.

<Θελεις για τα τραγουδια μου να παιζεις τ' οργανακι σου;> Ετσι ο νεος βρισκει τον ανθρωπο που μπορει να τον συνοδευει στα τραγουδια του. Σε ποιο ανοιγμα τον φερνει η συναντηση με τον γερο οργανιστα; Τι ειναι αυτο που επιτελους, μετα απο μια τετοια δοκιμασια με τον χαμο και τον πονο και τις πλανες, του βγαζει ενα απεριφραστο "ναι" και τον ησυχαζει; Το οτι στη μορφη του οργανιστα βλεπει πως το εγω μπορει και να μην αποτελει σημειο αναφορας. Βλεπει την δυνατοτητα μιας υπαρξης αν-ιδιοτελους. Και πως αναλαμβανει μια τετοια υπαρξη; <Θελεις για τα τραγουδια μου να παιζεις τ' οργανακι σου;> Τωρα στο επικεντρο βρισκονται τα ιδια τα τραγουδια. Δηλαδη: Τωρα δεν ειναι αυτος, η αγαπημενη του και τα παθη κι οι πονοι του το σημειο αναφορας τους, αρχη και θεμελιο τους. Τα τραγουδια του μετατιθενται, με λογια απο ενα ποιημα του Paul Celan, <περαν των ανθρωπων>.

"υλικότητα του όγκου του μουσικού ήχου". Η γερμανικη διατυπωση απο τον Θρασυβουλο Γεωργιαδη ειναι das Materielle des Tonvolumens. Αναφερεται στο οτι ο τραγουδιστης "πρεπει να τραγουδα σαν να μιλαγε". Τουτο "απελευθερωνει απο την υλικοτητα του ογκου τουμουσικου ηχου" και θα πει, οπως το καταλαβαινω, δεν εκτρεπει το αδειν σε μια επιβολη επανω στο αδομενο, δεν αφηνει το τραγουδι να ειναι μονο τραγουδι. Καποτε το παρουσιασα με το παραδειγμα του I can't forget στην αποδοση του Leonard Cohen https://drive.google.com/open... και των Pixieshttps://drive.google.com/open... , η με τον Ερωτοκριτο οπως τον τραγουδα ο Ξυλουρης αρχικα https://drive.google.com/open... , και κατοπιν υπο την καθοδηγηση του Χριστοδουλου Χαλαρη https://drive.google.com/open..

Σχετικα με την τριτη παρατηρηση: <Μιλαμε για τα παθη ενος νεου αρχες του 19ου αιωνα. Εδω ερωτας και πονος και νοσταλγια και θυμος και πλανη και παραιτηση και θαρρος συμβαινουν ωμα, τραχια, με μια ακαλλιεργητη, αδιαμεσολαβητη ευθυτητα. Η αισθηση μου ηταν οτι αποδοθηκαν υπερβολικα "συγχρονα">. - Το "εδω" αναφερεται στον 19ο αιωνα. Και το "συγχρονο" αναφερεται στο οτι προχθες αποδοθηκαν περισσοτερο με τον σημερινο μας τροπο - πιο εκλεπτυσμενα, πιο εσωτερικευμενα, ας πω: ψυχολογικοποιημενα

Με την ευκαιρια να σας πω ποσο με εντυπωσιασε η μελοποιηση σας του "Επιθυμιες" του Καβαφη https://drive.google.com/open...Υπεροχο!


Κώστας Γεμενετζής (ψυχίατρος – ψυχαναλυτής)

Ψυχίατρος – Ψυχαναλυτής ο οποίος είναι ο εισηγητής του σεμιναρίου με τίτλο «Τέχνη και Ψυχανάλυση» που διεξάγεται στο χώρο  «Ψυχολογία – Τέχνη» (Π. Μελά 38, 3ος όροφος) κάθε δεύτερη Παρασκευή στις 18.00. O Κώστας Γεμενετζής μίλησε στην Μαρία Κενανίδου.

Στο κείμενό του ο εισηγητής αναφέρει: «…απόπειρα μιας συνομιλίας με έργα τέχνης από την ζωγραφική, τον κινηματογράφο, την λογοτεχνία και την μουσική. Συνομιλία η οποία, σε ευτυχείς περιπτώσεις, μπορεί να γίνεται για τον ψυχαναλυτή μαθητεία και συγχρόνως να αφήνει το έργο να προβάλλει σε μιαν άλλη καθαρότητα».

Ποιος ο στόχος των σεμιναρίων; Το έργο τέχνης και η ψυχανάλυση έχουν ένα κοινό: Κινούνται στην μοναδικότητα της στιγμής - της καλλιτεχνικής σύλληψης, της ζωντανής συνομιλίας αντίστοιχα. Η κίνηση αυτή έχει χαρακτηριστικά, η εξέταση των οποίων θα μπορούσε να βοηθήσει τόσο τον καλλιτέχνη όσο και τον ψυχαναλυτή στην διαλεύκανση του πεδίου στο οποίο κινούνται.

Μπορεί «η ζωή να γίνει τέχνη και η τέχνη ζωή»;Μπορεί, με μια προϋπόθεση: Η τέχνη να μην εγκλωβίζεται σε ένα ελιτίστικο ύφος που περιφρονεί την καθημερινότητα. Τέτοια τέχνη είναι για παράδειγμα η δημοτική ποίηση και μουσική, ο Ερωτόκριτος, ο Θεόφιλος, ο Παπαδιαμάντης, ο Bach και τα Lieder του Schubert, η ιαπωνική ζωγραφική του Ukiyo-e. Και αντίστοιχα η ζωή να μην προσπερνά τη ζωή, π.χ. προσβλέποντας σε ένα κοσμικό, η μεταφυσικό όραμα, π.χ. τα πολλά λεφτά, τον μεγάλο έρωτα, την ασφάλεια, την πρόοδο και την εξέλιξη, κάποια (κομμουνιστική, οικολογική κλπ.) ουτοπία, την μετά θάνατον ζωή.

Πώς ερμηνεύετε τη φράση του Πικάσο «Δεν ψάχνω, βρίσκω»; Μια έφηβη μου διηγούνταν κάποτε πως ένα αγόρι της είπε πως την αγαπά, κι αυτή του απάντησε «Απόδειξέ το!». Όμως την αγάπη δεν την ψάχνει κανείς, την βρίσκει, την βλέπει επάνω στον άλλο, στον εαυτό του. Ο Αριστοτέλης γράφει πως είναι αμορφωσιά να μη γνωρίζεις για ποια πράγματα χρειάζεται απόδειξη και για ποια όχι. Σήμερα, με την κυριαρχία της επιστημονικής / τεχνολογικής σκέψης, αυτή η αμορφωσιά είναι πανδημική.

Έχει συγγένεια η σιωπή ανάμεσα στον ψυχαναλυτή και τον ψυχαναλυόμενο μέσα στο δωμάτιο της ψυχανάλυσης και η σιωπή μέσα στο καλλιτεχνικό εργαστήρι, ανάμεσα στον καλλιτέχνη και το έργο του; Υπάρχουν πολλών ειδών σιωπές. Η συγγένεια θα μπορούσε να υπάρχει στην "καλή" σιωπή που βρίσκεται κοντά σε ό,τι οι Αρχαίοι ονόμαζαν "σχόλη" και δεν χαρακτηρίζεται από καμία βία (σιωπή της ντροπής, της άρνησης, της απαγόρευσης, της αναβολής κ.α.) αλλά είναι μια ελεύθερη, γεμάτη αιώρηση που μπορεί να αρκείται στην δική της ευδαιμονία, και άλλοτε πάλι μπορεί, σε ευτυχείς στιγμές, να γεννηθεί απ' αυτήν κάτι ωραίο.

Μπορούν να αναδυθούν «αυτά που δεν έχουν ειπωθεί» μέσα από την τέχνη και την ψυχανάλυση; Προπάντων αυτά αναδύονται. Όμως δεν μιλάμε μόνο για "μυστικά" που έμεναν μέχρι τώρα κρυφά. Με κάθε φορά διαφορετικό τρόπο, τόσο στην τέχνη όσο και στην ψυχανάλυση εμφανίζονται τα πράγματα σε ένα άλλο, απρόσμενο, ανύποπτο και πολλές φορές, με την στενότερη, ή ευρύτερη έννοια, ιαματικό φως.

Ισχύει ότι το καλλιτεχνικό έργο, το κατανοούμε μόνο στο ίδιο μέτρο στο οποίο κατανοούμε τον εαυτό μας; Κατά την γνώμη μου ούτε στο έργο τέχνης ούτε όσον αφορά τον εαυτό μας δεν είναι η "κατανόηση" το πρωταρχικό. Η γνώση είναι μια μονό σχέση με τα πράγματα, και οπωσδήποτε όχι η πρωτογενής. Το έργο τέχνης το εμπειρώμαστε (βλέπουμε, ακούμε, διαβάζουμε) καταρχήν με το ζωντανό μας σώμα, και ανταποκρινόμαστε με το ζωντανό μας σώμα.

Για περισσότερες πληροφορίες επικοινωνήστε με το κέντρο στο Τηλ. & Fax : 2310 257070, 6970898814,psychologyart@cyta.gr.

Η Google ενεργοποιησε την εμφανιση των Windows 8 για χρηστες των Windows 7. Το σχολιο του δημοσιογραφου:
Why would Google go to the trouble of enabling this feature for Windows 7 users? The bug for the feature enablement is hidden from public view, so the precise reasoning is unknown. My guess is that it’s partly a case of “because we can“.
Το "το κανω γιατι το μπορω" ειναι η δικαιωση, ο αποχρων λογος την υπαρξης αυτου που ειναι.

Το "Το κανω γιατι το μπορω" της Google, που βασικα εχει γινει κυριαρχο αξιωμα του κοσμου μας, ειναι η ταφοπλακα της καθε δυνατοτητας αναστοχασμου, της καθε ηθικης, του καθε μετρου. Ειναι το credo του ψυχοπαθητικου, που δεν ειναι πλεον μια ψυχοπαθολογικη μορφη μεταξυ αλλων, αλλα το προφιλ του σημερινου "επιτυχημενου".






Προσοχή στο κενό!

PDF

[Workshop με τον Μίλτο Θεοδοσίου, Second Interdisciplinary Congress on Psychiatry and Related Sciences, Αθήνα, Οκτώβριος 2014]

Αύγουστος, αεροδρόμιο Αθηνών. Η γυναίκα μου κι εγώ επιστρέφουμε μετά από μια εβδομάδα διακοπών. Αναμονή στον έλεγχο ταυτοτήτων πριν από την επιβίβαση. Ένας υπάλληλος έρχεται βιαστικά, είναι σε ένταση, μας ρωτά αν ξεχάσαμε μια μαύρη τσάντα. Εμείς, με απόλυτη σιγουριά, λέμε όχι, δεν ξεχάσαμε τίποτα. Περνάμε τον έλεγχο και περιμένουμε στη φυσούνα για να μπούμε στο αεροπλάνο. Παίρνω από την γυναίκα μου τη βαλίτσα μου, που στο ενδιάμεσο κρατούσε αυτή, και η συνηθισμένη αίσθηση αυτής της στάσης, βαλίτσα στο δεξί, σακίδιο στον αριστερό ώμο, μου επιφυλάσσει μια έκπληξη: στον ώμο δεν υπάρχει τίποτα! "Το σακίδιο!", της λέω. Τελικά το είχα όντως αφήσει στο μηχάνημα έλεγχου αποσκευών και δεν το είχα πάρει πίσω ποτέ, και στον υπάλληλο που ήρθε και μας ρώτησε, εμείς πέρα βρέχει...

Στον ώμο μου, ένα κενό. Η αναστάτωση, η απορία: Πως δεν το πήρα είδηση; Που ήμουν;

Τέτοια κενά, τέτοια ρήγματα υπάρχουν πάμπολλα και πολυποίκιλα: Το άδηλο του μέλλοντος. Τα όνειρα τα αλλότρια προς τον ξύπνο. Μια κρίση πανικού, η εμφάνιση μιας φοβίας, το άνοιγμα μιας ψύχωσης. Μια παραδρομή της γλώσσας, και όσα άλλα συνιστούν την "ψυχοπαθολογία της καθημερινής ζωής". Το όριο του θανάτου. Το ξέχασμα του σακιδίου μου. Το κενό μ' αυτήν την έννοια είναι το ψυχολογικό ομόλογο αυτού που ο Hegel αποκαλεί "το Αρνητικό" και η σύγχρονη φιλοσοφία "το Άλλο". Όμως εδώ δεν είναι η ώρα για μια διευκρίνιση και συζήτηση του τρόπου με τον οποίο ψυχολογια και φιλοσοφια θα μπορούσαν εδω να σχετίζονται.

Μιλάμε, στην οπτική που μας αφορά εδώ, για τα κενά ως το κατεξοχήν θέμα της ψυχανάλυσης. Και όχι καν θέμα. Μιλάμε για τα κενά ως αυτόν τούτο τον λόγο ύπαρξης της ψυχανάλυσης. O Sigmund Freud αναφέρεται συχνά σ' αυτό. Έτσι στο κείμενο του "Το ασυνείδητο" γράφει:

[Η υπόθεση του ασυνειδήτου] είναι αναγκαία διότι τα δεδομένα της συνείδησης έχουν σε μεγάλο βαθμό κενά· [...] όλες αυτές οι συνειδητές ενέργειες θα έμεναν ασύνδετες και ακατανόητες αν επιμέναμε στην αξίωση να πρέπει να γνωρίζουμε με την συνείδηση όσες ψυχικές ενέργειες συμβαίνουν μέσα μας. Τις εντάσσουμε σε μια καταδείξιμη συσχέτιση, όταν προβάλλουμε τις ασυνείδητες ενέργειες που αποκαλύφθηκαν. Όμως κέρδος σε νόημα και συσχέτιση είναι ένα ολότελα δικαιολογημένο κίνητρο το οποίο μπορεί να μας οδηγήσει πέραν της άμεσης εμπειρίας.

To σακίδιο μου. Η "άμεση εμπειρία" είναι το απρόσμενο κενό στον ώμο μου. "Ασύνδετο και ακατανόητο". Δεν ανήκει στις κινήσεις κάποιου που ετοιμάζεται να πάρει το αεροπλάνο. Η έκπληξη και η αναστάτωση μου θα μπορούσαν να εκφραστούν κάπου με την φράση "Δεν το πιστεύω! Δεν αναγνωρίζω τον εαυτό μου! Εγώ το έκανα αυτό;"

Ο Freud αποκαθιστά την σύνδεση με ένα πραξικόπημα. Γεφυρώνει το κενό εισάγοντας "πέραν της άμεσης εμπειρίας" μια διαδικασία ασυνείδητη. Θα μπορούσε π.χ. να μου πει: "Ασυνείδητα δεν ήθελες να πετάξεις, δεν ήθελες να τελειώσουν οι διακοπές σου, ήθελες να μείνεις πίσω και, καθώς αυτό δεν το επέτρεπες στον εαυτό σου, άφησες αντί για σένα το σακίδιο." Για να μην βάλω στο παιχνίδι και την εικόνα του σακιδίου καθώς περνά μέσα από το μηχάνημα έλεγχου, και τις για το φροϋδικό μάτι πασιφανείς σεξουαλικές του παραπομπές ... baggage-screening.jpg

Τι επιτυγχάνει η εισαγωγή του ασυνειδήτου; Αποκαθιστά την συνέχεια μου, που στο "Εγώ το έκανα αυτό;" ράγισε. Εγώ είμαι και πάλι εγώ - εμπλουτισμένος κατά μια ασυνείδητη διάσταση.

Όμως τώρα βλέπουμε και κάτι άλλο: Η ανησυχία μου, η αναστάτωση μου δεν αφορούσε το κενό του ξεχάσματος ως ξεχάσματος. Αφορούσε το "Δεν αναγνωρίζω τον εαυτό μου! Εγώ το έκανα αυτό;". Αφορούσε το κενό που άνοιξε ένα ρήγμα στην συνοχή της ιδίας της ταυτότητας μου.

Ο Freud θα μου έλεγε: Όταν συμπεριλάβεις στον λογαριασμό τα ασυνείδητα κίνητρα, θα σε αναγνωρίσεις και πάλι. Βέβαια το τίμημα είναι ένα, όπως γράφει αλλού, "ναρκισσιστικό τραύμα": αναγκάζομαι να δεχτώ ότι δεν έχω πλήρη συνείδηση και έλεγχο του εαυτού μου. Όμως μπορώ πάλι να υπολογίζω σε μια "νοηματική συσχέτιση", τώρα όλα πάλι συνδέονται μεταξύ τους, το ρήγμα αποκαταστάθηκε, έχω και πάλι μια ταυτότητα αρραγή. Όλα ταιριάζουν.

Um des Reimes willen....jpgΗ Klaudia Schifferle, Ελβετή καλλίτεχνις, εξέδωσε την δεκαετία του '70 μια συλλογή με τίτλο: Um des Reimes willen könnt ich einen killen. ("Για χάρη της ρίμας θα σκότωνα")

Ο Freud αποκαθιστά την ρίμα της ύπαρξης. Μήπως αφήνει πίσω του και κάποιο πτώμα; Επανέρχομαι στην "άμεση εμπειρία". Έλεγχος των αποσκευών και ταυτοτήτων. Πως θα με περιέγραφα; Άνθρωπο δίχως σακίδιο. Υπνοβάτη που περιφέρεται στους χώρους του αεροδρομίου. Έναν άλλο από αυτόν που περιμένει στη φυσούνα και αντιλαμβάνεται στον ώμο του ένα κενό. Αυτόν τον άλλο είναι που ο Freud, για χάρη της ρίμας, για χάρη του "παγκόσμιου ντετερμινισμού", όπως λέει, για να συνδέονται όλα με όλα, σκοτώνει.

Στον ώμο μου ένα κενό. Πότε ταράζομαι; Όταν έχω καθηλωθεί σε μια ταυτότητα τόπου και χρόνου, σε μια ταυτότητα του εαυτού μου, π.χ. "επιβάτης", και διαπιστώνω ότι δεν εξαντλούμαι σ' αυτήν. Όταν την υπερασπίζομαι με νύχια και με δόντια, π.χ. καταφεύγοντας στο πραξικόπημα του ασυνειδήτου, τον άνθρωπο δίχως σακίδιο τον προδίδω.

Αν αρχίζαμε να εξοικειωνόμαστε με την ιδέα ότι δεν οριζόμαστε, δεν εξαντλούμαστε σε μια ταυτότητα; Πριν από λίγο καιρό διάβασα στο Facebook το ποίημα μιας γυναίκας που μιλά για την εμπειρία της, της κατάθλιψης. Τελειώνει ως έξης:

Κατάθλιψη κάποιες φορές σημαίνει

Ν' αγνοείς το κάθε τηλέφωνο για έναν ολόκληρο μήνα

Γιατί, ναι, έχουνε τον σωστό αριθμό

Μα συ δεν είσαι το πρόσωπο που ζητιάνε, όχι πια.

Αν προσέξουμε θα δούμε ότι, τουλάχιστον σε καταστάσεις όπου δεν είμαστε αμέτοχοι, ή απλά λειτουργικοί, δεν είμαστε ποτέ οι ίδιοι. Όπως υποδηλώνουν και οι τελευταίοι στίχοι, η κατάθλιψη δεν θα ήταν πάθηση ενός ατόμου, αλλά μια μετάβαση σε ένα άλλο "άτομο", όπως λέει. Αλλά και στην αμφιθυμία, το ναι και το όχι λέγονται από διαφορετικούς εαυτούς, αντιτιθέμενους μεταξύ τους. Όταν π.χ. μια γυναίκα εκφράζει ένα ναι-και-οχι απέναντι στον άντρα της, μπορεί να την καλέσω να μου περιγράψει την γυναίκα που λέει ναι και την γυναίκα που λέει όχι. Πάντα περιγράφει δυο διαφορετικά πρόσωπα!

Kahlo1.jpgΘα το δείξω με μια αναφορά σε έναν πίνακα της Frida Kahlo.

Η μεξικάνα ζωγράφος, που είχε ένα τροχαίο ατύχημα στην ηλικία των 17, στην διάρκεια της ζωής της υποβλήθηκε σε πολλές επεμβάσεις. Η Χαρά Παπαθεοδώρου, ελληνίδα ζωγράφος, συζητά αυτόν τον πίνακα με τον τίτλο Δέντρο της ελπίδας, κράτα γερά σε μια ομιλία:

Ο πίνακας έγινε μετά από μια εγχείρηση στην Νέα Υόρκη. Η καλλίτεχνις φιλοτέχνησε αυτό το πορτραίτο για τον πάτρωνα της Eduardo Morillo Safa. Παραθέτω σημεία της επιστολής της σ' αυτόν:Tree of Hope, Keep Firm.jpg

"Σχεδόν τελείωσα τον πρώτο σου πίνακα, που βέβαια δεν είναι παρά το αποτέλεσμα της σιχαμένης εγχείρησης: Κάθομαι - στο χείλος της αβύσσου - κρατώντας στο ένα χέρι τον δερμάτινο κορσέ μου. Από πίσω είμαι ξαπλωμένη σ' ένα νοσοκομειακό φορείο - κοιτάζοντας πέρα στο τοπίο - με ένα μέρος της πλάτης μου ξέσκεπο, έτσι που μπορείς να δεις τις ουλές από τις τομές που μου κατάφεραν αυτά τα κοπρόσκυλα οι χειρούργοι" (Kahlo, p.68, Taschen).

Το γυμνό, κακοποιημένο άρρωστο σώμα στα αριστερά έρχεται σε αντίθεση με την δυνατή ορθή φιγούρα της Kahlo στα δεξιά, που κρατά ένα κόκκινο λάβαρο με το δημοφιλές τραγούδι "Δέντρο της ελπίδας, κράτα γερά, για να δώσει κουράγιο στον εαυτό της.

Το τοπίο από πίσω [...] χωρίζεται στα δυο. Το ακρωτηριασμένο σώμα είναι ορισμένο στον ήλιο, ο οποίος στην μυθολογία των Αζτέκων τρέφεται από αίμα ανθρώπινης θυσίας. Από την άλλη, η δυνατή, αισιόδοξη Frida έχει οριστεί στην σελήνη, το σύμβολο της θηλυκότητας, που εκπροσωπείται από τον θεό Tezcatlipoca, τον μαύρο, και αντίπαλο του λευκού θεού Huitzilopochtli, που είναι ο θεός του ήλιου.

Εφόσον αναγνωρίσουμε ότι ο εγκλωβισμός σε μια ταυτότητα είναι ένας βιασμός της πτητικής φύσης μας, εφόσον ανοίξουμε για μια ζωή και έναν θάνατο όπου το Εγώ δεν θα ήταν σαν μια κρατική επικράτεια καθαρή από μετανάστες, αν ανοίξουμε για μια τέτοια ζωή και για έναν τέτοιο θάνατο, τότε το ζητούμενο του Freud καθίσταται άσχετο. Τότε ο καταναγκασμός της συνέχειας, της συνειδητοποιημένης γνώσης του εαυτού και του κόσμου, μαζί με τα ενοχλητικά κενά, δεν θα ήταν θέμα, και δεν θα χρειάζονταν η κατασκευή ενός ασυνειδήτου, η επίκληση ενός εσωτερικού, ψυχικού κόσμου. Ούτε βέβαια και η ερμηνεία ως σύνδεση και "νοηματική συσχέτιση". Κάνεις μπορεί να ζει, και να ζει καλυτέρα δίχως εσωτερικό κόσμο. Δίχως ψυχή!

Όλα αυτά χρειάζονται διευκρίνιση.

Η ψυχή, στη έκφανση της των νεοτέρων χρονών, ήδη από την εποχή των άγγλων συνειρμιστών Locke και Hume, την psychologie nouvelle των Ribot και Charcot, και την φροϋδική της εκδοχή ως ψυχικό όργανο, μας οδηγεί σε μια περιοχή "πέραν της άμεσης εμπειρίας". Στην φιλοσοφία αυτή η περιοχή, η πέραν της εμπειρίας, καλείται "το υπερβατικό". Το πρώτο όνομα για το υπερβατικό είναι "θεός". Η ψυχολογία, καθόσον θεσπίζει μια νέα μορφή του υπερβατικού, είναι θεολογία. Δυο σχετικά χαρακτηριστικά της είναι:

1. Η ταυτότητα: μια υπερβατική εικόνα του εαυτού και των άλλων που καθίσταται κανονιστική και υπαγορεύει την πράξη. Δηλαδή, στην οπτική της συντήρησης, της απειλής, της εδραίωσης, της διασφάλισης της εμπρός σε απειλές, της οριοθέτησης της απέναντι σε άλλους,  τροφοδοτεί ένα "πρέπει", "θέλω", "φοβάμαι", "ελπίζω" κλπ. Γεννά την νοσταλγία, και την αξίωση, ενός αλλού, καλύτερου γονιού, συντρόφου, παιδιού, ζωής, κόσμου, που δεν θα έθετε υπό αμφισβήτηση αυτήν την υπερβατική εικόνα, αλλά θα της έρχονταν γάντι, θα έκανε τον κόσμο κατ' εικόνα και ομοίωση της.

2. Τα "σκέφτομαι", "νοιώθω", "φαντάζομαι", "επιθυμώ" γίνονται αντικείμενο ερμηνείας, η οποία αναπέμπει στον υπερβατικό χώρο του ασυνειδήτου και υποβάλλει την ιδέα ότι "πραγματικά" είμαι άλλο από αυτό που μαρτυρεί η "άμεση εμπειρία". Μου λέει π.χ. στην περίπτωση του σακιδίου μου ότι είμαι ένας αμετανόητος καλοπερασάκιας που θέλει να κάνει μια ζωή διακοπές, και συνάμα ένας κοινωνικά προσαρμοσμένος που δεν επιτρέπει στον εαυτό του τέτοιες αμυαλιές. Τι θα μου έλεγε στην περίπτωση των σεξουαλικών συμβολισμών που υπονοήθηκαν παραπάνω, δεν τολμώ καν να σκεφτώ.

Η ελκτική δύναμη του υπερβατικού μας απορροφά, μας αποσπά από τον τόπο μας, και ο νέος μας τόπος έχει την μορφή του δικαστηρίου. Ενσταλάζει μέσα μας την ενοχή: την οφειλή απέναντι σε μια αρχή ξένη προς το εγγενές της ζωής που σφετερίζεται την ζωή, υπεξαιρεί το κέντρο βάρους της και την καθίστα δορυφόρο του. Σ' αυτό το δικαστήριο δεν είμαστε μόνο εγκαλούμενοι αλλά και κατήγοροι, τόσο απέναντι στον εαυτό μας όσο και απέναντι στους άλλους, οι οποίοι επίσης μας οφείλουν. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο μια ερμηνεία που αποκαλύπτει, υποτίθεται, τις αληθινές προθέσεις, τόσο στην ψυχοθεραπεία από τον ειδικό όσο και στην καθημερινή ζωή από τον οποιονδήποτε, εξολισθαίνει λιγότερο η περισσότερο εμφατικά στην κατηγορία. Το υπερβατικό, εδώ στη μορφή του ψυχικού, της ψυχής, γίνεται, με την αποκάλυψη του μέσω της ερμηνείας, πηγή αμέτρητων ανόητων διλημμάτων, συγκρούσεων, μιζέριας και βασάνων.

Μίλησα πριν για τη νοσταλγία, και την αξίωση, ενός άλλου, καλύτερου γονιού, συντρόφου, παιδιού, ζωής, κόσμου. Έτσι η σχέση που έχω με την γυναίκα μου, πολλές φορές δεν είναι η σχέση που έχω με την "άμεση εμπειρία" της, αλλά με μια γυναίκα που την υπερβαίνει, και στην οποία θέλω η γυναίκα μου να μοιάσει. Μοιραία θα ακολουθούσουν η κριτική της, τα παράπονα και οι κατηγορίες, οι συγκρούσεις, οι πληγές που ο ένας θα προξενήσει στον άλλο. Το ίδιο συμβαίνει στις σχέσεις με τους γονείς, τα παιδιά, με άλλους ανθρώπους, με την ζωή και με τον κόσμο.

Πριν μερικά χρόνια έπεσα σε ένα "θέατρο μουσικής δωματίου" της κορεάτισας συνθέτη Younghi Pagh-Paan με τον τίτλο Mondschatten [Ίσκιοι του φεγγαριού]. Το λιμπρέτο βασίζεται στην τραγωδία του Σοφοκλή Οιδίπους επί Κολωνώ. Εκεί παρεμβάλλεται ένα ποίημα του φιλοσόφου Byung-Chul Han. Είναι η Αντιγόνη και απευθύνεται στον πατέρα της Οιδίποδα:

[Πατέρα!]

Δίκασε τους θεούς,

Σκότωσε τους.

Αδιάφοροι είναι για τους ανθρώπους,

Αυτοί οι θεοί μας κτυπάνε

πληγή στην πληγή.

Πληγιασμένη απ' τις πορείες

Πληγιασμένη από το κλάμα

Πληγιασμένη από τα όνειρα

Καταλαγιασμένη ειν' η ψυχή σου.

Ανάσανε μες από τις πληγές σου!

Άσε τις πληγές σου ν' ανθίσουν!

Η πληγιασμένη σου κεφαλή ακόμα

Δεν είναι πρόσωπο του κανένα,

Ήλιος και φεγγάρι,

Του φωτός και της σκιάς

Η φιλική αλλαγή

Δεν καθρεφτίζονται πάνω της.

Η ψυχή σου είναι

Πια μόνο φόρτος.

Μέχρι τον θάνατο

Θα την υποφέρεις.

Κόψε την, την ψυχή σου.

Ό,τι λέγεται για τους θεούς ισχύει, όπως αναφέρθηκε, και για μια μοντέρνα έκφανση της υπερβατικότητας, την ψυχολογικοποιημένη ψυχή, και τα βάσανα που φέρνει μαζί της.

Τώρα, προς το μέσον του ποιήματος, έρχεται μια τροπή: Ανάσανε μες από τις πληγές σου! / Άσε τις πληγές σου ν' ανθίσουν! Μοιάζει αντίλαλος μιας σημείωσης του λογοτέχνη Elias Canetti: Μια πληγή που γίνεται πνεύμονας και διαμέσου του ανασαίνεις. Και απόηχος μιας προτροπής του ποιητή Paul Celan: Πήγαινε στα ολόδικα σου στενά - και απελευθερώσου!.

Θα ήταν έκπτωση στο υπερβατικό να παραθέταμε έναν κανόνα, μια μέθοδο για το πώς κάτι τέτοιο συμβαίνει. Ας πούμε μόνο ότι συμβαίνει όπως η ορατότητα που αλλάζει "όταν ο αέρας γυρνά", όπως λέει ένας έλληνας τραγουδιστής: Πόλεις που είδες απ' την σκοπιά / Καραβιού καθώς ο αέρας γυρνά. Ή, όπως η απτή διαφάνεια που αποκτά η ατμόσφαιρα όταν περάσει η καθαρτική καταιγίδα. Μπορεί να συμβαίνει, έστω σαν υπόνοια, στην πορεία μιας ψυχανάλυσης.

Και πώς είναι όταν κανείς "δικάζει" και "σκοτώνει" τους θεούς, δηλαδή το υπερβατικό που εννοεί να ορίζει και να τραυματίζει την ζωή του; Το ακούμε στη συνέχεια του ποιήματος, ως αυτό που ο πατέρας της Αντιγόνης δεν είναι ακόμα:

Η πληγιασμένη σου κεφαλή ακόμα / Δεν είναι πρόσωπο του κανένα, / Ήλιος και φεγγάρι, / Του φωτός και της σκιάς / Η φιλική αλλαγή / Δεν καθρεφτίζονται πάνω της.

Στην κεφαλή αυτού που λύθηκε από την κατοχή του υπερβατικού καθρεφτίζεται η φιλική αλλαγή ήλιου και φεγγαριού, φωτός και σκιάς. Τι θα πει εδώ "φιλική αλλαγή"; Θα πει ότι ήλιος και φεγγάρι, φως και σκιά δεν είναι αντίθετα, δεν καταπολεμούν και δεν ακυρώνουν το ένα το άλλο, κανένα δεν επιμένει στην παρουσία του όταν ο χρόνος του έχει τελειώσει, κανένα δεν αναβάλλει την εμφάνιση του όταν είναι η ώρα του. Όταν όλα αυτά καθρεφτίζονται σε μια κεφαλή, τότε αυτή δεν παρεμβαίνει αυτόβουλα στη ροη των πραγμάτων, δεν αξιώνει να επιβάλει δικά της μέτρα, δεν αφήνει ίχνη, δηλαδή δεν καμαρώνει στις επετείους των γενεθλίων της και δεν πανικοβάλλεται εμπρός στον επερχόμενο θάνατο. Γίνεται πρόσωπο του κανένα.

Ξεχνώ το σακίδιο μου, ακολουθεί η όποια έκβαση και η ζωή συνεχίζεται. Δεν την υφαρπάζει καμιά αρχή του Αυτό, ή του Υπερεγώ που θα με εγκαλούσε εν ονόματι ασυνείδητων επιθυμιών και κοινωνικών επιταγών.

Το εγγενές της ζωής. Υπάρχει μια μακρά παράδοση που το μαρτυρεί.

- Για έναν σοφό της Άπω Ανατολής λέγεται; "Όταν πεινάσει τρώει και όταν νυστάξει κοιμάται." Κι ένας άλλος, στην ερώτηση του νεόφερτου μαθητή για τον σωστό δρόμο, τον ρωτάει αν έφαγε. Στην καταφατική του απάντηση συμπληρώνει, και ο μαθητής φωτίζεται: "Τότε πήγαινε να καθαρίσεις το πιάτο σου."

- Στον προσωκρατικό Παρμενίδη κάθε τι που δεν συμβαίνει στο πεδίο της άμεσης αλληλέχειας νου και όντων δηλώνεται ως η πηγή της πλάνης και της σύγχυσης.

- Ο μυστικός του 17ου αιώνα Angelus Silesius γράφει σε ένα δίστιχο: Το ρόδο είναι δίχως γιατί. Ανθεί διότι ανθεί. / Δεν προσέχει τον εαυτό του, δεν ερωτά μήπως κανείς το θωρεί. Ο γερμανός φιλόσοφος Martin Heidegger, σχολιάζοντας αυτά τα λόγια, λέει:

Βέβαια θα σκαφτόμασταν πολύ μυωπικά εάν νομίζαμε ότι το νόημα της ρήσης του Angelus Silesius εξαντλείται στο να ονομάζει απλώς την διαφορά των τρόπων κατά τους οποίους ρόδο και άνθρωπος είναι ό,τι είναι. Το άρρητο της ρήσης -και απ' αυτό εξαρτώνται τα πάντα- λέει μάλλον ότι ο άνθρωπος, στον πιο μύχιο βυθό της ουσίας του, είναι τότε μόνο αληθινός όταν με τον τρόπο του είναι όπως το ρόδο - δίχως γιατί.

- Ο αυστριακός φιλόσοφος Ludwig Wittgenstein γράφει σε μια σημείωση:

Είναι ουσιαστικό για την έρευνα μας το ότι μ'' αυτήν δεν θέλουμε να μάθουμε τίποτα καινούργιο. Θέλουμε να κατανοήσουμε κάτι που ήδη βρίσκεται ανοιχτό εμπρός στα μάτια μας. Γιατί φαίνεται πως αυτό είναι, που κατά έναν τρόπο δεν κατανοούμε.

Και αλλού:

Οι για μας σημαντικότερες απόψεις των πραγμάτων είναι κρυμμένες λόγω της απλότητας και της καθημερινότητας τους.

- Όμως και το έργο τέχνης, κάθε τέχνης, καθώς είναι βασικα έργο των χεριών, ειναι έργο τεχνίτη.

- Και όλα αυτά θα μπορούσαν να στεγάζονται κάτω από έναν τίτλο του Jean Baudrillard:  "Επιφανειακές άβυσσοι".

Η "άμεση εμπειρία" του Freud, αν αφήνονταν στην αμεσότητα της, θα απέληγε στους τόπους αυτής της παράδοσης.

Επανερχόμαστε στο ποίημα. Οι τελευταίοι στίχοι λένε:

Η ψυχή σου είναι / Πια μόνο φόρτος. / Μέχρι τον θάνατο / Θα την υποφέρεις. / Κόψε την, την ψυχή σου.

Τότε η ψυχαναλυση θα ήταν ψυχαναλυση, με το ψυχ- διαγραμμένο, με την ψυχή να οδεύει προς την διαγραφή της - μια πορεία ακριβώς προς την διαμονή στο εγγενές της ζωής, στην "άμεση εμπειρία" και τις "επιφανειακές αβύσσους" της.

DSC06950 Mind the Gap.JPG"Προσοχή στο κενό!". Το κενό ανάμεσα στο βαγόνι του μετρό και την αποβάθρα είναι δεδομένο της άμεσης εμπειρίας. Δεν συμβαίνει το ίδιο με τα κενά που ανησυχούν τον Freud. Ας θυμηθούμε τα λόγια του:

[Η υπόθεση του ασυνειδήτου] είναι αναγκαία διότι τα δεδομένα της συνείδησης έχουν σε μεγάλο βαθμό κενά· [...] όλες αυτές οι συνειδητές ενέργειες θα έμεναν ασύνδετες και ακατανόητες [...]

Τα κενά λοιπόν δεν είναι όπως αυτά στους σταθμούς του μετρό. Εμφανίζονται εκεί όπου κανείς προσλαμβάνει τα πράγματα στον καμβά της σύνδεσης και της κατανόησης. Όπου μάλιστα το "και" μεταξύ σύνδεσης και κατανόησης δεν είναι αθροιστικό, αλλά επεξηγηματικό: κατανοώ θα πει συνδέω. Μόνο όταν σύνδεση και κατανόηση συνιστούν δομικό στοιχείο της ύπαρξης μου, η απουσία του σακιδίου από τον ώμο μου θα εκληφθεί ως κενό. Κενό υπαρξιακό, και ως εκ τούτου απειλητικό, έτοιμο να καταβροχθίσει την ύπαρξη στην άβυσσο του.

Μορφές της απουσίας, π.χ. τα όνειρα που ανακαλούμε στον ξύπνο (από πού έρχονται;), τα παρελθόντα και τα μέλλοντα (πώς έγινε; τι θα γίνει;), το ξέχασμα (πού πήγε;) και η ανάμνηση του ξεχασμένου (πού ήταν;), ο θάνατος (πού πάνε οι νεκροί;), αυτές και άλλες μορφές της απουσίας, στο πλαίσιο σύνδεσης και κατανόησης είναι ιδιαίτερα επιρρεπείς στο να εκληφθούν πάραυτα ως κενά.

800px-Sousse_bath_Oceanus.JPGΠού πάει ο ήλιος όταν χάνεται στη δύση; Η απάντηση, με παραλλαγές, υπάρχει στον Όμηρο, στον Ησίοδο, στον Μίμνερμο: Το βράδυ ο θεός του ήλιου κρύβεται σ’ ένα μεγάλο χρυσό κύπελλο που στην διάρκεια της νύχτας τον μεταφέρει με τα κύματα του Ωκεανού  (ο ποταμός που κυκλώνει τη γη, Ορίζων) από τη Δύση στην Ανατολή.

Μια στιγμή όμως! Είναι αυτός ο μύθος πράγματι απάντηση; Διότι η ερώτηση, στην οποία υποτίθεται ότι αποκρίνεται, "Πού πάει ο ήλιος όταν χάνεται στη δύση;", δεν ερωτάται πουθενά! Όμως αν δεν υπάρχει το ερώτημα, τότε ο χαμός του ήλιου στη δύση δεν αφήνει κανένα κενό και ο μύθος δεν είναι μια κάποια πρωτόγονη εξήγηση, αλλά αφήγηση, παραμύθι του κόσμου!

Πώς μπορούμε να το παρακολουθήσουμε αυτό; Το τόσο ξένο για την σημερινή μας νοοτροπία; Είναι τόσο ξένο; Αναλογίζομαι μια ατάκα του Pablo Picasso: Je ne cherche pas, je trouve. (Δεν ψάχνω. Βρίσκω.) Τότε το παραμύθι του κόσμου δεν θα ήταν δευτερογενής αντίδραση σε μια σχετική ερώτηση αλλά εμπειρία σε πρώτο χρόνο, θα ήταν κι αυτό "άμεση εμπειρία"! Ο λόγος του θα ήταν μίλημα των "επιφανειακών αβύσσων".

Σε μια τέτοια παράσταση του κόσμου τίποτα δεν επερωτάται, τίποτα δεν χρειάζεται να δώσει λόγο, να δικαιολογήσει την ύπαρξη του. Γι' αυτό και είναι όλα ήσυχα. Αυτό το κλίμα υπάρχει σε πολλές και ποικίλες φάσεις της παράδοσης μας. Ο Johann Sebastian Bach για παράδειγμα δεν είναι ο συνθέτης που δημιουργεί, με έμπνευση και με αγωνία και πόνο. Καλεί το πιάνο να εκπτύξει τις δυνατότητες του, και το πιάνο εκπτύσσει τον εαυτό του. Αυτή η μουσική είναι το παραμύθι του πιάνου! Ο γερμανός λογοτέχνης Peter Handke γράφει στο "Δοκίμιο για την κόπωση":

Ambrosius Bosschaert the Elder.jpgΕκείνες οι νεκρές φύσεις με τα λουλούδια από τον δέκατο έβδομο αιώνα, κατά κανόνα από τις Κάτω Χώρες, όπου στα άνθη κάθεται, σαν να 'ταν αληθινό, εδώ ένα ζουζούνι, εδώ ένα σαλιγκάρι, εκεί μια μέλισσα, εκεί μια πεταλούδα και, παρόλο που κανένα ίσως δεν έχει ιδέα για την παρουσία του άλλου, προς στιγμή, στη δική μου στιγμή, όλα γειτονεύουν μεταξύ τους.

Μιλάμε για έναν κόσμο αδιάφορο για σύνδεση και κατανόηση, και επομένως δίχως κενά. Υπάρχει μια ησυχία σ' όλον αυτόν τον πλούτο, μια άνεση. Είναι η απουσία των κενών, η απουσία της αγωνίας, των ερωτήσεων, της σκέψης που κρίνει και συνδυάζει και εξηγεί, όπου, το βλέπουμε στην επιστημονική έρευνα, κάθε εξήγηση γεννά πολλαπλάσια ερωτήματα. Ο Franz Kafka τον αποκαλεί "πνευματικό κόσμο": Το γεγονός ότι δεν υπάρχει παρά ένας πνευματικός κόσμος, μας παίρνει την ελπίδα και μας δίνει την βεβαιότητα.

Στην ψυχανάλυση λοιπόν της διαγραμμένης ψυχής δεν θα ανήκε πλέον η προσπάθεια για την ερμηνεία ως σύνδεση κενών και αποκατάσταση νοηματικής συνέχειας, για την κάμψη της αντίστασης του αναλυόμενου, αλλά για το βάπτισμα των πραγμάτων που κουράζουν και βασανίζουν σ' εκείνον τον "πνευματικό κόσμο". Τότε τα Γιατί και τα Διότι θα μπορούσαν να μην εμβάλλουν σε ανησυχία και ταραχή αλλά να αιωρούνται στην αύρα μιας belle indifférence και να γίνονται ακόμα κι ένα νανούρισμα:  why and why .... because .... good night.

Εδώ δεν μιλάμε για το μεμονωμένο σύμπτωμα που πρέπει να ερμηνευτεί, να συνδεθεί, αλλά πρώτα για την εγκατάλειψη αυτού του ονόματος και την διάχυση του στον "πνευματικό κόσμο". Προς τούτο δεν χρειάζεται η σκέψη αλλά μια προσοχή ιδιάζουσα. Ο ποιητής Paul Celan την απέδωσε με έναν λόγο του Malebranche, ως την "φυσική προσευχή της ψυχής". Αυτή η προσοχή είναι άλλη από την επιστημονική ακρίβεια. Η ακρίβεια επιδιώκει την βεβαιότητα. Η βεβαιότητα είναι υπόθεση του επιστήμονα. Αφορά αυτόν. Ικανοποιεί την δική του επιδίωξη, που είναι η μονοσημαντότητα, η υπολογισιμότητα, η προβλεψιμότητα, το ελέγξιμο και το επαληθεύσιμο των προτάσεων του. Η προσοχή δεν είναι υπόθεση του προσέχοντας. Είναι δοσμένη σ’ αυτό το οποίο προσέχει. Η προσοχή είναι ανιδιοτελής. Γι’ αυτό μπορεί, σε αντίθεση με την ακρίβεια, να είναι ευλαβική. Να αναλώνεται στο απέναντι.

dust X.jpgΘdust.jpgα μπορούσαμε να την αποδώσουμε παραστατικά με την όψη που παίρνουν τα πράγματα όταν ιδωθούν κάτω από το μικροσκόπιο. Η σκόνη του νοικοκυριού. Και τώρα αυτή η ίδια σκόνη σε μεγέθυνση Χ22 εκατομμύρια. Στο καλειδοσκόπιο που πλέον προβάλλει, εκεί που ήταν μια ομοιόμορφη γκρίζα τούφα γίνονται διακριτά ένα σωρό πράγματα: μακρές τρίχες μαλλιών, γούνα γάτας, περιπλεγμένο συνθετικό, μάλλινες ίνες, οδοντωτά λέπια εντόμων, ένας κόκκος γύρης, υπολείμματα φυτών και εντόμων. Προσέξτε την διαφορά ανάμεσα σε μια φωτογραφία του ήλιου και τον ήλιο σε έναν πίνακα του Van Gogh!

Rising-gold-sun.jpg Sun Van Gogh.jpg

Ή, πώς μια καθημερινή λέξη όπως το "σ' αγαπώ", γαλλικά "Je t' aime" μπορεί να ειπωθεί ως έργο τέχνης. Έτσι ανοίγονται οι "επιφανειακές άβυσσοι", που δεν τρομάζουν αλλά χαρίζουν μια ανείπωτη ηρεμία. Στην ψυχαναλυση είναι η ιδιαίτερη επικοινωνία. Η επικοινωνία αυτή είναι εκπαίδευση στο εγγενές της ζωής. Πορεύεται χωρίς μέθοδο, σχεδιασμό και πρόβλεψη, καθοδηγούμενη από εκείνη την αδιάφορη προσοχή. Αναδύεται κάτι σαν ένας "πνευματικός κόσμος", εάν και όταν αυτό συμβεί, κάπου σαν διάττοντες.

Είναι καθαρό πως όσα είπα τελευταία δεν αποδίδουν μια ψυχαναλυτική συνεδρία. Δεν είναι και απαραίτητο. Μια ποιητική μελέτη είναι τελείως διαφορετική υπόθεση από το ποίημα στο οποίο αναφέρεται. Και η ανάλυση ενός αθλητικού αγώνα στην εφημερίδα ποτέ δεν αναπαριστά τον αγώνα. Ποιο είναι τότε το νόημα της θεωρίας; Ποιο είναι το νόημα της σημερινής ομιλίας; Ο συνθέτης Wilhelm Killmayer λέει σε έναν χαιρετισμό του σε νεοεισερχομένους φοιτητές της Μουσικολογίας:

... η θεωρία δεν είναι μόνο απλή δούλη της πράξης, αλλά και ένα αυτόνομο ελεύθερο παιχνίδι που προσεγγίζει τη μουσική με άλλα μέσα, με αυτά της θεώρησης, και δεν χρειάζεται να είναι προσανατολισμένη στην άμεση χρηστικότητα. Θα ήμασταν φτωχοί, εάν κάτι τέτοιο δεν θέλαμε να το προσφέρουμε στον εαυτό μας.

Θα συμπλήρωνα: Μ' αυτό το "ελεύθερο παιχνίδι" της θεωρίας, μερικές φορές άκουσα το ένα ή το άλλο ποίημα, είδα τον ένα ή τον άλλο αγώνα πλουσιότερα. Και στην περίπτωση της ψυχανάλυσης, τα κείμενα που διάβασα και έγραψα και οι ομιλίες που άκουσα και έκανα, ακριβώς όταν πλησίαζαν περισσότερο στο παιχνίδι το ελεύθερο από τον καταναγκασμό της χρηστικότητας, με έκαναν, μέσω Αυστραλίας, καλύτερο θεραπευτή.

 

ΠΑΘΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΥΜΑΡΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΛΙΤΟΤΗΤΑΣ



Περιληψη

Παθολογια της ευμαρειας και της λιτοτητας

Η οικονομικη κριση: υπαρξιακη κριση

Οικο-νομια: ο νομος του οικου

Φαινομενολογια του χρηματος

Η κολαση του ομοιου

Υπαρξιακη παραμορφωση

Αφασια

Καταθλιψη

Ξεμαθαινοντας την κριση

Ψυχοθεραπεια


Περιληψη

Η οικονομικη κριση δεν εξαντλειται στον αγωνα για την επιβιωση. Στον βαθμο που ο σημερινος ανθρωπος εννοει την υπαρξη του σε οικονομικους ορους, δηλαδη στον βαθμο που η εκτατικοτητα της ανθρωπινης υπαρξης συρρικνωνεται στη χωρητικοτητα ενος πορτοφολιου, η οικονομικη κριση ειναι συναμα και υπαρξιακη κριση.

Μια ψυχοπαθολογικη προσεγγιση που μιλα π.χ. σε ορους "καταθλιψης", δεν αρκει για την κατανοηση του φαινομενου της σημερινης οικονομικης-υπαρξιακης κρισης. Αυτη εχει μια δικη της εγγενη παθολογια, η οποια δεν αρθρωνεται απο το ιατρικο-ψυχολογικο μοντελο, αλλα ειναι ενδομημενη στο ιδιο το φαινομενο της μοντερνας ευμαρειας και λιτοτητας. Θα επιχειρησω να παρουσιασω καποιες πλευρες μιας φαινομενολογιας του χρηματος, η οποια θα καταδειχθει και ως η ιδια η παθολογια του.

Η καθολικη κυριαρχια του χρηματος εχει μετατρεψει τον κοσμο σε αγορα. Τα πραγματα παρουσιαζονται ως καταναλωτικα ειδη. Χανουν την ενικοτητα τους και γινονται συγκρισιμα και αντικαταστασιμα. Ο χρονος τους δεν παρακολουθει την πορεια γεννησης και φθορας. Ηδη εξαρχης το καταναλωτικο ειδος ειναι εν αναμονη του επομενου. Διαγει σε μια φευγαλεα, σκιωδη προσωρινοτητα. Ετσι τα πραγματα χανουν το βαρος τους, τη γεγονοτητα τους. Υφιστανται μια απο-γεγονοποιηση.

Η απογεγονοποιηση των πραγματων συμβαδιζει με την απογεγονοποιηση του ανθρωπου. Το ζητουμενο δεν ειναι η παραγωγη εργου, π.χ. η μπουγαδα, το παιξιμο της μουσικης, η οδοιπορια. Αυτα τα αναλαμβανουν το πλυντηριο, το cd-player, το αυτοκινητο. Ο ανθρωπος δεν παραγει εργο. Ειναι χειριστης των αντιστοιχων μηχανων. Βασικα αυτο το εκτελει με τις ακρες των δακτυλων του. Παιζει τα παντα στα δαχτυλα. Δεν συμμετεχει με ολο το σωμα του, οπως κανει η πλυστρα, ο μουσικος, ο οδοιπορος. Το σωμα του ειναι ενα περιττο και βουβο υπολειμμα. Η εικονα του σωματος του ειναι αυτη του αναπηρου. Εχει υποστει υπαρξιακη ατροφια και δυσμορφια, μια déformation existentielle.

Στην αγορα του κοσμου αγοραζονται και υπηρεσιες, δηλαδη ανθρωποι. Η διαδικασια αυτης της συναλλαγης ειναι βασικα μουγκη. Δεν εχει αναγκη καποια επικοινωνια απο καρδια σε καρδια. Το χρημα αφηνει τις καρδιες απεξω. Το χρημα απομονωνει. Παρακαμπτει τη συναντηση με τον Αλλο.

Η παθολογια της λιτοτητας ειναι η αλλη οψη της παθολογιας της ευμαρειας. Η οικονομικη κριση του σημερα δεν ειναι οπως παλιοτερες. Τωρα η απωλεια δεν ειναι μονο αποστερηση. Δεν ειναι μονο ποσοτικη αλλα προπαντων ποιοτικη. Ο αναπηρος χειριστης που θα χασει τα μηχανηματα και τις συσκευες του, δεν ειναι απλα φτωχος. Ειναι σκουπιδι. Η οικογενεια, που λειτουργουσε ως ανωνυμη εταιρεια, με την πτωχευση της καθισταται ανευ αντικειμενου και αποσυντιθεται. Ψυχοπαθολογικες εκδηλωσεις οπως καταθλιψη, οργη, απελπισια, αρνηση κλπ. πρεπει να ιδωθουν στο φοντο αυτης της υπαρξιακης καταστροφης.

 

Η κριση βρισκει τους περισσοτερους απροετοιμαστους. Μ' αυτην την εννοια ειναι μια φιγουρα του θανατου: Σε μια ζωη που δεν τον υπολογιζει, σε μια μυωπικη ζωη που ειναι καθηλωμενη στο κυνηγι της αναπτυξης, της προοδου, της εξελιξης και της επιτυχιας, κι επομενως δεν εκτεινεται περαν της ζωης, η κριση, οπως ο θανατος, ερχεται απροσκλητη, και παντα σε λαθος ωρα.


 

Παθολογια της ευμαρειας και της λιτοτητας


 


Η φωτογραφια ειναι του γαλλου φιλοσοφου Jean Baudrillard. Ειναι μια φωτογραφια ερειπιων που πιθανον αφησε πισω του καποιος πολεμος. Χρειαζεται μονο μια μικρη μετακινηση του βλεμματος για να δει κανεις στο πρωτο πλανο ενα προσωπο συσπασμενο απο τον πονο. Και στο δευτερο πλανο μια γυναικεια φιγουρα, και τη σκια της, να περιπλανωνται διπλα στα υπολειμματα ενος τοιχου.

Τωρα ο τοπος αρχιζει να ανασαινει, αρχιζει να μιλα, να λεει ιστοριες. Αργοτερα θα ακουσουμε εναν λογο του ποιητη Paul Celan: "Με τ' αδιεξοδα να μιλας!". Ας ειναι το μοττο της ακολουθης ομιλιας.

Η οικονομικη κριση: υπαρξιακη κριση

Στην κωμωδια του Αριστοφανη "Πλουτος" ο Χρεμυλος, ενας ανθρωπος φτωχος και δικαιος, πηγαινει στο μαντειο των Δελφων με την ερωτηση αν πρεπει να κανει τον γιο του αδικο και πανουργο για να παει μπροστα. Ο χρησμος του παραγγελνει να ακολουθησει τον πρωτο που θα συναντησει βγαινοντας απο το μαντειο. Αυτος ομως ειναι ο Πλουτος, ενας γερος κουρελης τον οποιο ο Διας τυφλωσε για να μην μπορει να ξεχωριζει τους δικαιους απο τους αδικους. Ο Χρεμυλος τον οδηγει στο ιερο του Ασκληπιου, οπου ξαναβρισκει το φως του. Τωρα πλεον οι φτωχοι, που ειναι βεβαια και οι δικαιοι, γινονται πλουσιοι. Ομως οι θεοι φτωχαινουν γιατι κανεις δεν τους προσφερει θυσιες. Ετσι ο Ερμης κατεβαινει στη γη και ζηταει απο τον Χρεμυλο να μπει στη δουλεψη του. Εδω λαμβανει χωρα ο εξης διαλογος με τον δουλο του Χρεμυλου Καριωνα:

Καριων:

Μπα; Θ' αφησεις τους θεους για να µεινεις εδω;

Ἑρμῆς:

Αφου μ' εσας εδω ειναι πολυ καλυτερα.

Καριων:

Και πως; Η λιποταξια σου φαινεται καλο πραγµα;

Οπου ο Ερμης εκστομιζει την εξης φραση:

πατρὶς γάρ ἐστι πᾶσ᾽ ἵν᾽ ἂν πράττῃ τις εὖ

πατριδα ειναι παντου οπου περνας καλα

Στον Ολυμπο λοιπον εχει ξεσπασει οικονομικη κριση. Οι θεοι δεν περνουν καλα. Φευγουν, οπως οι οικονομικοι μεταναστες. Ο Ολυμπος εχει παψει να ειναι πατριδα τους!

Να βρισκεσαι στην πατριδα, γραφει ο Hegel, ειναι ευτυχια, ειναι "οπως συμβαινει στην κοινωνικη ζωη, που ειμαστε καλα με τους ανθρωπους και με τις οικογενειες που ειναι συγκεντρωμενες στον πατριο τοπο τους, που ειναι ευχαριστημενες οντας στον εαυτο τους, οχι παραεξω, οχι παραπερα ..."  Η πατριδα, σημειωνει ο Martin Heidegger, ειναι "αυτο που, στον πυρηνα της υπαρξης μας, μας φερει, μας καθοριζει, μας κανει ν' ανθιζουμε" . Και τωρα ο Ερμης: "Πατριδα ειναι παντου οπου περνας καλα." ...

Η οικονομικη κριση δεν εχει πατριδα. Εξαλειφει καθε νοημα που θα μπορουσαν να εχουν καταγωγη, ηθη και εθιμα. Εξοριζει απο τον χωρο και τη θαλπωρη του οικειου. Ματαιωνει τις οποιες προοπτικες. Εξομοιωνει ντοπιους και ξενους, θνητους και αθανατους. Βαζει ολα τα πλασματα σε μια βαρκα που παραδερνει διχως κατευθυνση. Οι ανθρωποι γινονται boat people.

Η οικονομικη κριση, αποκοβοντας τον ανθρωπο απο τον "πυρηνα της υπαρξης του", ειναι συναμα υπαρξιακη κριση.

Οικο-νομια: ο νομος του οικου

Το φαινομενο της οικονομιας ειναι πολυ ευρυτερο απο το πεδιο των οικονομικων. Οικο-νομια ειναι ο νομος του οικου. Οικος δεν ειναι μονο η οικοδομη που κατοικουμε. Κατοικουμε οικους πολλους και ποικιλλους, που μας στεγαζουν στη θαλπωρη των οικειων πραγματων: κατοικουμε σχεσεις με αλλους, μια οικογενεια, μια πατριδα, κατοικουμε ενα παρελθον κι ενα μελλον, κατοικουμε τον πλανητη, κατοικουμε τον εαυτο μας. Ο νομος του οικου, η οικο-νομια, ειναι νομος του ιδιου του ανθρωπινου ειναι.

Καποια αρθρα αυτου του νομου ειναι τα παρακατω:

Η Ισορροπια. Μιλαμε για το σημειο της εξισωσης [=],

And to auoide the tediouse repetition of these woordes : is equalle to: I will sette as I doe often in woorke vse, a paire of paralleles, or Gemowe lines of one lengthe, thus: =====, bicause noe .2. thynges, can be moare equalle.

(Robert Recorde 1512–1558)

δηλαδη για τον προσανατολισμο στην αυτοσυντηρηση: τη συντηρηση του εαυτου μεσα σε ενα περιβαλλον στο οποιο διαρκως απειλειται. Το ζητουμενο ειναι η ομοιοσταση, που στο ψυχολογικο επιπεδο εκφραζεται στο ονομα της ψυχικης οργανωσης και της ψυχικης υγειας. Στο κοινωνικο επιπεδο τα συμβαντα που εχουν δημοσιο ενδιαφερον και μεταδιδονται απο τα ΜΜΕ ειναι σχεδον αποκλειστικα επεισοδια που διαταρασσουν την ισορροπια μιας κοινωνιας, ενος εθνους, του πλανητη. Το ονομα "οικο-λογια" μαρτυρει την κυριαρχια της οικονομικης θεωρησης στην καθε γωνια της γης.

Η επιταγη της ισορροπιας θετει τα παντα στην οπτικη του τι συμφερει και ενδιαφερει, τι οφελει, τι ειναι χρησιμο και τι οχι. Κυριαρχα κριτηρια γινονται η "αρχη της ηδονης", οι αναγκες και η ικανοποιηση τους, ο χωρισμος του κοσμου σε μ' αρεσει / δεν μ' αρεσει,

το ονειρο του φωλιασματος στο κουκουλι του "μ' αρεσει" και της απαλοιφης του κοσμου που "δεν μ' αρεσει".

Ο εαυτος μου θα πει: "ο λογαριασμος μου".

Ειμαι ο μανατζερ του εαυτου μου. Οι σχεσεις με τους αλλους εχουν χαρακτηρα συναλλαγης και ανταποδοτικοτητας. Και οταν κανεις θεωρει πως εξαπατηθηκε, τοτε εγειρεται θεμα επανορθωσης μεσα απο στρατηγικες κατηγοριας, αποζημιωσης, τιμωριας, εκδικησης.

Η γνωση ειναι επισης οικονομικο φαινομενο. Μεσα απο τη θεωρια και τα μοντελα, μεσα απο γενικευση και εξειδικευση, μεσα απο κατανοηση, εξηγηση, και ερμηνεια το μηλο που πεφτει απο τη μηλια και το ονειρο της χθεσινης νυχτας χανουν το αλλοτριο τους, εξημερωνονται, γινονται κατοικιδια, οικεια. Αφομοιωνονται απο το νοημον ον, δηλαδη γινονται συνεχεια του οικου του, του εαυτου του. Αυτη η επεκτατικοτητα της διανοιας, η οποια υπακουει στην επιταγη να γινει "maitre et possesseur de la nature" (Descartes),

ειναι, συμφωνα με τον Hegel, ουσιαστικο στοιχειο της δυναμης.

Μια οικονομικη λειτουργια στην υπηρεσια της δυναμης επιτελουν και οι αμυντικοι μηχανισμοι. Η αρνηση,

η απωθηση, η εκλογικευση, η προβολη κλπ. διαστρεβλωνουν την πραγματικοτητα με τον εκαστοτε τροπο τους, την καθιστουν περισσοτερο συμβατη, περισσοτερο οικεια, και υποβαλλουν τη ψευδαισθηση μιας δυναμης ανυπαρκτης.

Η οικονομια της δυναμης δινει νοημα και στη ψυχοθεραπεια, καθως αυτη αποβλεπει στην καλυτερη οργανωση του εγω, στην ενδυναμωση του, στην αποτελεσματικοτερη αντιμετωπιση των απειλων εναντιον της ισορροπιας του.

(Ειρησθω εν παροδω: Ψυχιατρικη και ψυχολογια ειναι οικονομικες επιστημες. Γι' αυτο μπορουν μεν να προτεινουν λυσεις για μια καλυτερη οικονομια του ατομου, της ψυχης του και της ζωης του. Ομως δεν ειναι σε θεση να διανοηθουν καν τη λυση απο την καθηλωση στην οικονομικη οπτικη. Δεν ειναι σε θεση οπως, συμφωνα με ενα παραδειγμα του Wittgenstein, ενα γραμμοφωνο ποτε δεν μπορει να πει: "Ειμαι μονο ενα μηχανημα".)

Φαινομενολογια του χρηματος

Στην κωμωδια του Αριστοφανη ο Χρεμυλος εξηγει στον αφελη Πλουτο ποσο δυνατος ειναι:

σοῦ δ᾽ ἐγένετ᾽ οὐδεὶς μεστὸς οὐδεπώποτε.

ἀλλ᾽ ἢν τάλαντά τις λάβῃ τριακαίδεκα,

 

πολὺ μᾶλλον ἐπιθυμεῖ λαβεῖν ἑκκαίδεκα:


κἂν ταῦτ᾽ ἀνύσηται, τετταράκοντα βούλεται,

ἤ φησιν εἶν ἀβίωτον αὑτῷ τὸν βίον.

εσενα οµως κανεις ποτε δεν σε χορτασε,

µα αν αποκτησει δεκατρια ταλαντα,

του αναβει πιο πολυ ο καηµος να εχει δεκαξι.

κι αν τα βαλει κι αυτα στο χερι, θελει σαραντα,

η αλλιως λεει πως τετοια ζωη δεν υποφερεται

 


"Auri sacra fames"

"Για χρυσαφι πεινα καταραμενη" μονολογει, με τον Βιργιλιο, ο γερος πειρατης βλεποντας τον καυγα του διεφθαρμενου ρωμαιου Destructivus με τους συντροφους του.

Χωρις το χρημα η ζωη δεν υποφερεται, λεει ο Χρεμυλος. Sacra δεν θα πει μονο καταραμενη, αλλα και ιερη - ιερη πεινα για χρυσαφι.

Στην αρχαια ελληνικη γλωσσα η λεξη για τα λεφτα, "χρηματα", συγγενευει ετυμολογικα με το "χραω, χραομαι", που θα πει χρειαζομαι, εχω αναγκη. Η λεξη "χρηματα" ειναι ονομα για τα πραγματα στην οπτικη της χρηστικοτητας. "Χρηματα" ειναι η λεξη για τα πραγματα του κοσμου του καθοριζομενου απο την οικο-νομια. Σ' αυτον τον κοσμο τα πραγματα δηλωνονται ως εμπορευσιμα, δηλαδη συναλλαξιμα ειδη.

Τα πραγματα ως συναλλαξιμα ειδη, ειναι ανταλλαξιμα με το χρημα. Τα πραγματα που το χρημα μπορει ν' αγορασει, στον κατοχο τους ειναι ηδη παροντα, σαν μεσα στο λυχναρι του Αλλαντιν. Το χρημα ειναι συμπυκνωμενος κοσμος. Ο ευπορος εχει στο λυχναρι του λογαριασμου του τον κοσμο ολοκληρο. Ο κοσμος ειναι παραγγελια του και επομενως, τελικα, δημιουργημα του. Ο ευπορος εχει μακρια χερια. Εχει τον κοσμο στο χερι του.

Αυτος που εχει πληγει απο την κριση καταποντιζεται σε μια ερημο. Δεν υπαρχει τιποτα που να μπορει να φτασει. Τα χερια του, οπως εκεινα των θυματων της θαλιδομηδης, ειναι κολοβωματα.

Τα πραγματα που αγοραζει το χρημα, ειναι πραγματα για τα οποια εχουν δουλεψει αλλοι. Το χρημα ειναι λοιπον και χρονος εργασιας. Με τα πραγματα που μπορω να αγορασω, αγοραζω μαζι και τον χρονο που χρειαστηκε για να παραχθουν. Ο χρονος του ευπορου ειναι το αθροισμα του χρονου της δικης του ζωης και του χρονου των αλλων που δουλευουν για να παραγουν τα πραγματα που αγοραζει. Εδω ανηκει και ο αυτοματισμος των οικιακων και ηλεκτρονικων συσκευων, των μοντερνων μεσων επικοινωνιας και μεταφορας. Εδω ανηκει η επιταγη της ταχυτητας, της αποδοτικοτητας, της αποτελεσματικοτητας. Ολα τους χαριζουν τον χρονο που θα χρειαζονταν για το εκαστοτε απαιτουμενο εργο και ετσι πολλαπλασιαζουν τις δραστηριοτητες που μπορουν να αναληφθουν στο ιδιο διαστημα. Ο χρονος ειναι χρημα. Το χρημα ειναι συμπυκνωμενος χρονος. Ο χρονος του ευπορου ειναι δυνητικα απεραντος. Ειναι συμπυκνωμενη αιωνιοτητα.

Η οικονομικη κριση αποσυμπιεζει τον διαθεσιμο χρονο. Αφηνει το θυμα της γυμνο απεναντι σε μια ανυποφορη παροδικοτητα - καλυτερα, οχι καν παροδικοτητα: Ο πτωχευμενος δεν ζει μονο συμβολικα λιγοτερο. Εχει την αισθηση οτι, ζωντας, δεν ζει.

Οταν ο Ωνασης πολιορκουσε τη Μαρια Καλας, της εστελνε καθε πρωι ενα μπουκετο λουλουδια στο σπιτι της στο Παρισι. Απο την ημερα που αυτη ενεδωσε, τα λουλουδια σταματησαν. Η Καλας παραπονεθηκε, και η απαντηση του Ωναση ηταν η εξης: "Τωρα εισαι δικη μου. Στον εαυτο μου θα στελνω λουλουδια;" Ο εαυτος του Ωναση πλεον δεν περιοριζεται στο ατομο του. Συνεχιζεται στη Μαρια Καλας. Αυτη η συνεχεια του εαυτου στον Αλλο συνιστα το ουσιαστικο στοιχειο της δυναμης. Το φαινομενο της δυναμης μπορουμε να το δουμε και στο παραδειγμα των εργατων μιας ιαπωνικης εταιρειας.

Αυτη επεκτεινεται στο σωμα και την ψυχη τους. Η δυναμη δεν ειναι μονο φαινομενο της οικονομιας. Ομως, οσον αφορα το θεμα μας, ο πλουτος διασφαλιζει εναν εκτεταμενο εαυτο, εναν εαυτο που συνεχιζεται προς ολες τις κατευθυνσεις. Καθιστα τον κατοχο του παντοδυναμο.

Στην οικονομικη κριση ο εαυτος χανει πολλες διαστασεις της συνεχειας που τον μεγαλωνε, που υποσχονταν να τον μεγαλωσει κι αλλο. Κανεις μικραινει, συρρικνωνεται, περιοριζεται στα ορια της επιδερμιδας του.

Τα τρια στοιχεια του πλουτου που υποδηλωθηκαν, ο κοσμος ως παραγγελια και δημιουργημα του, η σ' αυτον συμπυκνωμενη αιωνιοτητα, η παντοδυναμια του, ασκουν μια παραμυθενια γοητεια, αποκοιμιζουν καποιον με την ψευδαισθηση της αθανασιας, τον ησυχαζουν απο το αγχος του θανατου, το οποιο επιζητει να απωθησει προτου καν το αντιληφθει σαν τετοιο. Ηδη στον Καλβινισμο η συσσωρευση πλουτου ειναι η πορτα για τη λυτρωση. Ο πλουτισμος, ως νεωτερη εκδοχη της θρησκειας, ειναι "θανατοτεχνικη", τεχνικη αρνησης του θανατου. Και ισως ακριβως επειδη προκειται για ψευδαισθηση, ο πλουτος επιδιωκεται με μια τετοια υστερικη απληστια.

Η οικονομικη κριση, η μερικη, η ολικη πτωχευση, θα σημαιναν τοτε οχι το τελος της ψευδαισθησης αλλα την ανατροπη της. Η οικονομικη κριση ισοδυναμει με καταδικη στην θνητοτητα.

Η κολαση του ομοιου

Ηταν ενα πρωι στο ζαχαροπλαστειο της γειτονιας μου στην Αθηνα. Η πωλητρια, καθως ετοιμαζει αυτο που ζητησα, μιλα με τη συναδελφο της, και γελανε. Γυριζει σ' εμενα, η πωλητρια που ξερω χρονια τωρα, και λεει: "Συγνωμη!" Εγω, απορημενος: "Ζητατε συγνωμη που γελατε;" Αυτη: "Οι πελατες δεν το θελουν."

Ο μοντερνος καταναλωτης εχει μια συμπεριφορα αρπακτικου. Ειναι ολοτελα προσηλωμενος σ' αυτο που προκειται να αδραξει, να αποκτησει. Πηγαινει κατευθειαν προς αυτο. Η πωλητρια που θα μιλησει με τη συναδελφο της, που θα γελασει μαλιστα, αποσπα τον καταναλωτη απο την προσηλωση του. Δηλωνεται στον χωρο ως ενας Αλλος, ο οποιος εκεινη την ωρα δεν συμμεριζεται την ορεξη του καταναλωτη, αλλα ετοιμαζει τη λεια του μηχανικα και ενδιαφερεται για αλλα πραγματα.

Η μοντερνα καταναλωση απαιτει να μην συναντα στον δρομο της τιποτα, να μην σκονταφτει σε κανενα σημαδι αλλοτριοτητας. Ο μεσαζων στην καταναλωση, και ιδιαιτερα στον χωρο των ευπορων, πρεπει να μην φανερωνει κανενα στοιχειο ανθρωπινο. Πρεπει να ειναι ανεκφραστος, τυπικος, λιγομιλητος. Ετσι περιμενουν την πωλητρια μου να ειναι, ετσι φερονται στα πολυτελη μαγαζια, εστιατορια και ξενοδοχεια, στις ακριβες αεροπορικες εταιρειες κλπ. Ετσι μαθαινουν τα μοντελα να παρουσιαζουν τα ρουχα στα περιοδικα και στην πασαρελα. VIDEO

Ο καταναλωτης εχει τη μεγιστη απολαυση οταν δεν προσκρουει σε Αλλον, οταν παραμυθιαζεται πως κατοικει μια ναρκισσιστικη ερημο ανδροειδων. (Και δεν αντιλαμβανεται πως το απεναντι του ανδροειδες ειναι συναμα αντικαθρεφτισμα του.) Αν ο Καλβινισμος πρεσβευει πως η εργασια και η αποκτηση πλουτου ανοιγουν τον δρομο για τη λυτρωση, θα μπορουσαμε να πουμε οτι στην επιγεια ζωη η λυτρωση που υποσχεται το χρημα ειναι και λυτρωση απο τον Αλλο.

Η λυτρωση απο τον Αλλο δεν συμβαινει μονο στον χωρο της οικονομιας με την στενοτερη εννοια. Ο προσωκρατικος φιλοσοφος Ξενοφανης γραφει πως αν τα αλογα ειχαν χερια και μπορουσαν να ζωγραφιζουν, θα παρισταναν τους θεους τους με μορφη αλογου.  Ο θεος, αυτο το απολυτα υπερβατικο ον, χανει το αλλοτριο του οταν παριστανεται με μορφη ανθρωπου, οταν η προσευχη μας ειναι εκκληση για προσοχη, φροντιδα και προστασια. Τα ζωα χανουν το αλλοτριο τους οταν θεωρουνται ελλογα οντα που επικοινωνουν, σαν κι εμας αλλα απλα με διαφορετικους κωδικες, οταν τους αποδιδουμε συναισθηματα σαν τα δικα μας που απλα δεν εκφραζονται με τον λογο. Οι αλλοι ανθρωποι χανουν το αλλοτριο τους οταν θεωρουμε πως τους γνωριζουμε και τους καταλαβαινουμε, οταν μεσω της ενσυναισθησης πιστευουμε οτι μπορουμε να σκεφτομαστε και να νοιωθουμε οπως αυτοι.

Τα πραγματα, οσο ειναι αντι-κειμενα, βρισκονται παντα σε μια αποσταση, σε ενα απεναντι. Καθως αντι-κεινται, δηλωνονται στο αλλοτριο τους, δηλωνονται στη γεγονοτητα τους. Αντι-κειμενα, προβαλλουν αντισταση, και στην αντισταση μαρτυρειται το γεγονος τους. Η χρηση τους, η τριβη μ' αυτα σε καθηλωνει στο εδω και τωρα. VIDEO

Σημερα, στις λεγομενες εξελιγμενες κοινωνιες, το νερο ερχεται με μια απλη κινηση του χεριου. Παιζουμε τον κοσμο στα δαχτυλα. VIDEO Τα πραγματα εχουν χασει την αντι-κειμενικοτητα τους, την αντισταση τους, το αλλοτριο τους. Εχουν απο-αντικειμενοποιηθει και απο-γεγονοποιηθει.

Ανθρωποι και πραγματα εχουν χασει την ενικοτητα τους. Εχουν διαλυθει στο ομοιογενες μιας ανυποστασιας. Ζουμε, με μια εκφραση του Baudrillard, στην "κολαση του ομοιου" . Η αρχαϊκη μορφη της ειναι η ιστορια του βασιλια Μιδα ο οποιος ζητησε απο τον Διονυσο ως ανταλλαγμα για μια χαρη που του εκανε, ο,τι αγγιζει να μεταβαλλεται σε χρυσαφι. Ξεκινα ως εξης: VIDEO Και η κολαση, για μας ως επι το πλειστον αδιορατη ακομα, ερχεται ως εξης: VIDEO

Η οικονομικη κριση δεν μπορει να επαναφερει το Αλλο. Αυτο, ειτε ανθρωπος ειτε θεος, ειτε ζωο ειτε φυτο ειτε πραγμα, εχει χαθει. Το οπτικο πεδιο της κρισης ειναι σαν την οθονη της τηλεορασης που εχει γεμισει χιονια, σαν το μονιτορ ενος υπολογιστη με την καρτα γραφικων χαλασμενη. Το ακουστικο της πεδιο ειναι σαν το ραδιοφωνο με χαλασμενη κεραια που εχει πλεον γεμισει παρασιτα. Η οσμη της ειναι αυτη μιας βουλωμενης αποχετευσης.

Υπαρξιακη παραμορφωση

O Marshall McLuhan γραφει οτι τα συγχρονα μεσα επικοινωνιας συνιστουν προεκτασεις του σωματος μας. Του διαφευγει οτι τα κουμπια του πλυντηριου που διαχειριζονται την μπουγαδα δεν ειναι προεκταση των χεριων που κουβαλουν τον κουβα. Τα κουμπια του επιφερουν μια ατροφια των χεριων, καθως ειναι πλεον αχρηστα, εκτος απο τα δαχτυλα που πατανε τα κουμπια. Το πλυντηριο δεν ειναι προεκταση των χεριων αλλα προθεμα σε εναν αναπηρο που δε εχει μπρατσα και αγκωνες, που η μορφη του ειναι περισσοτερο σαν αυτη εκεινων των παιδιων της θαλιδομηδης. Η πιο χαρακτηριστικη εικονα απο το σωμα του μοντερνου ανθρωπου, του παραλυτου μεσα σε μια πανοπλια προθεματων, ειναι ο Stephen Hawking,

ο αγγλος φυσικος που πασχει απο αμυοτροφικη σκληρυνση και εχει παραδωσει την κινηση, την γραφη και την ομιλια του σε εξυπνα μηχανηματα. Ο μοντερνος ανθρωπος εχει υποστει μια υπαρξιακη ατροφια και δυστροφια, μια υπαρξιακη παραμορφωση.

Baudrillard: "Ο εικονικος ανθρωπος, ακινητος εμπρος στον υπολογιστη του, κανει ερωτα μεσω της οθονης και μαθηματα μεσω τηλεδιασκεψης. Ειναι ενας σωματικα - και αναμφιβολα και διανοητικα αναπηρος." Ο μοντερνος ανθρωπος ειναι νοητικα αναπηρος, οχι με την εννοια μιας διαταραχης που αποκλινει απο τη φυσιολογικοτητα και την προσαρμοστικοτητα. Η ιδια η φυσιολογικοτητα ειναι παθολογια, οταν μετρηθει απεναντι στα μετρα των ιδιων των πραγματων. Ειναι δηλαδη το παραληρημα της προοδου, της αυξησης και της εξελιξης· η ψευδαισθηση που κανει το παρελθον βαση δεδομενων και το μελλον προεκτεταμενο παρον· ειναι η χιμαιρα μιας αποκοπης της ζωης απο την φθορα και τον θανατο, μιας καθηλωσης στη ζωη, στην ενεργητικοτητα, στη δυναμικοτητα, στην παραγωγικοτητα.

Οπως συχνα συμβαινει στην τρελλα, κανεις κινειται μεσα της σαν υπνοβατης. Συντηρει την τρελλα του ασκωντας αφανταστη βια στον εαυτο του, π.χ. παραδιδομενος στην προκρουστεια κλινη του σχολειου και της δουλειας, ζωντας στα φαντασματα του παρελθοντος και του μελλοντος μεσα απο ενα παρον χωρις κανενα νοημα περα αυτου ενος ενδιαμεσου σταθμου, βαυκαλιζομενος οτι με τα χρηματα εξαγοραζει την αιωνια νεοτητα και την αθανασια του. Υπνοβασια και φουσκες των χρηματιστηριων, των ακινητων κλπ. πηγαινουν χερι με χερι.

Μιλω για το δραμα εκεινου που νομιζει πως ειναι αυτα που θελει, πως ειναι τα θελω του. Μιλω για τον καταναγκασμο του "μπορω", του "κανω", της vita activa. Του αυτο-ντοπαρισματος.

Ο υπνοβατης που θα τ' ακουσει αυτα, θα απαντησει μαλλον με μια φραση απο τον Πλουτο του Αριστοφανη:

 

οὐ γὰρ πεισεις, οὐδ᾽ ἢν πεισῃς


ακομα κι αν με πεισεις, δεν θα με πεισεις

Η οικονομικη κριση ξυπνα τον υπνοβατη με την ιδια βια με την οποια αυτος αποναρκωνε τον εαυτο του στους καιρους της ευμαρειας. Ομως δεν τον ξυπνα σε μια ευρυτερη ορατοτητα. Τον ξυπνα σε εναν εφιαλτη.

Αφασια

Η λεξη "κριση" παραπλανα και ματαιωνει καθε αποπειρα κατανοησης αυτου που ζηταει να ονομασει. "Κριση" σημαινει διακριση, σημαινει τομη και σταθμο, οπου τα πραγματα δεν ειναι πια οπως ηταν, οπου κανεις δεν ειναι πια οπως ηταν. Η σημερινη κατασταση, σε αντιθεση με την κριση, δεν φερνει και δεν θα φερει καμια καθαρση, οπως συνεβαινε στην αρχαια τραγωδια. Η καθαρση προϋποθετει οτι κανεις μαθαινει απο το παθημα. Ομως το παθημα σημαινει την εισβολη ενος Αλλου, και το μαθημα σημαινει την αφομοιωση ενος Αλλου, οπου εγω ο ιδιος γινομαι ενας Αλλος. Στην κολαση του ομοιου κανεις ουτε παθαινει ουτε μαθαινει. Προκειται για προσομοιωση κρισης, για δηθεν κριση.

Αυτο που συμβαινει ειναι αποτροπαιο. Διοτι ερχεται με το κεφαλι της Μεδουσας - τη μορφη του ριζικα Αλλου, και που η θεα της ειναι ο αιφνιδιος θανατος. Αυτο το ριζικα Αλλο δεν ερχεται απο ριζικα αλλου, αλλα ειναι το πιο κοντινο, ειναι η σκια του ομοιου. Ειναι η θυελλα που θεριζει κανεις οταν σπερνει ανεμους.

Η οικονομικη κριση, αν ειναι να διατηρησουμε τη λεξη με ολες τις προηγουμενες επιφυλαξεις, ειναι κριση ταυτοτητας, οπου η γενικη "ταυτοτητας" πρεπει να ακουστει ως γενικη υποκειμενικη: Ειναι η ταυτοτητα του συγχρονου ανθρωπου που τον συμπαρασυρει στην κριση καθοσον ειναι παθολογικη η ιδια. "Παθολογικη", οχι με την ιατρικη σημασια του ορου, αλλα ως αυτο που οι Αρχαιοι αποκαλουσαν Υβρη, και που σημαινει την παραβιαση των μετρων, π.χ. με τη φιλοδοξια της αθανασιας, με την υπαρξιακη συρρικνωση στην οικο-νομια, με την ψευδαισθηση της καταργησης του Αλλου, με την καταληστευση της ενικοτητας και την εξαπλωση της κολασης του ομοιου, με την αρνηση του σωματος και την εκπτωση στην υπαρξιακη αναπηρια του σημερα.

Η Υβρη τρεφει την Ατη, δηλαδη μια συγχυση, μια αφροσυνη, μια καταβυθιση στην ομιχλη, μια συσκοτιση, οπου κανεις χανει την επιγνωση των εργων του, και, στην τυφλη του και αγρια πορεια, νωριτερα η αργοτερα καταστρεφεται.

Στους Περσες του Αισχυλου ακουμε απο τον χορο:

 

ὕβρις γὰρ ἐξανθοῦσ᾽ ἐκάρπωσεν στάχυν / ἄτης, ὅθεν πάγκλαυτον ἐξαμᾷ θέρος


Η Υβρη, σαν ωριμασει, κανει καρπο της Ατης, κι απ' αυτον θεριζει σοδεια απειρα δακρυα.

Η οικονομικη κριση ειναι η θυελλα που θεριζεις οταν σπερνεις ανεμους. Και στο τελος της Αντιγονης του Σοφοκλη λεει:

 

μεγάλοι δὲ λόγοι μεγάλας πληγὰς τῶν ὑπεραύχων ἀποτίσαντες γήρᾳ τὸ φρονεῖν ἐδίδαξαν


 

ομως μεγαλα λογια αλαζονων ανθρωπων πληρωνονται με μεγαλα πληγματα, και στα γεραματα διδασκουν την φρονηση


Εμεις δεν διδασκομαστε. Δεν υπαρχει το Αλλο, που θα μπορουσε να μας διδαξει. Δεν παθαινουμε και δεν μαθαινουμε. Η υφεση μας βρηκε απροετοιμαστους, μας αιφνιδιασε οπως καθε μορφη του ριζικα Αλλου, π.χ. ενα τρομοκρατικο χτυπημα, μια απαγωγη, μια φυσικη καταστροφη.

Οπως συμβαινει με την κεφαλη της Μεδουσας, η εμφανιση του ριζικα Αλλου αφηνει καποιον αφωνο. Αυτη η αμηχανη αφωνια δεν συνοδευεται απο σιωπη. Διαπερνα αντιδρασεις οπως θυμο, οργη, εκρηξεις, απελπισια, ψελλισματα. Ολα τους βγαινουν τοσο φαλτσα και αναρθρα οσο οι ηχοι ενος ξεκουρδιστου πιανου. Τετοια λογια ειναι εξαρχης καταδικασμενα να αστοχουν.

Καταθλιψη

Μεχρι πριν λιγες δεκαετιες η καταθλιψη ηταν αγρια υποθεση. Η λεξη "ενοχος" ηταν σαν αγκαθινο στεφανι καρφωμενο στο κρανιο του βασανισμενου. Η αυτοκατηγορια ειχε κατι το ατεγκτο και αλυπητο. Την περιεβαλλε μια αυρα μαγειας, ετσι που να μην υπαρχει σαφης και πειστικη απαντηση για τον λογο της ενοχης, και να μην υπαρχει καμια ποινη η οποια, με την εκτιση της, θα απαλασσε πλεον τον ενοχο.

Η εποχη αυτων των καταθλιψεων εχει περασει. Ηταν η εποχη της πειθαρχιας, της απαγορευσης, της τιμωριας, που διαμορφωσε μια κοινωνια της αρνητικοτητας. Σημερα το "πρεπει" δινει τη θεση του στο "μπορω". Ειναι η κοινωνια της ελευθεριοτητας. Δεν υπαρχει κανενας φραγμος στην υπερεπικοινωνια, στην υπερπληροφορηση, στην υπερκαταναλωση, στην υπερδιαφανεια που φτανει μεχρι την εκπορνευση των παντων και ο,τι προηγουμενως ονομαστηκε "κολαση του ομοιου". Κανεις ειναι μανατζερ του εαυτου του και της ζωης του, κατι που τον ωθει στην υπερεπιδοση. Μιλαμε για μια κοινωνια της θετικοτητας.

Η καταθλιψη της σημερινης οικονομικης κρισης δεν περιστρεφεται γυρω απο την ενοχη καθως δεν υπαρχουν πια απαγορευσεις και νομοι και δικαστηρια, και αυτα που υπαρχουν εχουν πλεον διαδικαστικο χαρακτηρα, απογυμνωμενο απο ηθικες και υπαρξιακες διαστασεις. Δεν υπαρχουν ενοχοι και αθωοι.

Η καταθλιψη της οικονομικης κρισης συνισταται στο οτι χανεται το υπερ- της καταναλωσης, της επικοινωνιας, της ελευθεριοτητας. Κανεις δεν ειναι υπερ-ανθρωπος αλλα πλεον υπ-ανθρωπος. Δεν ειναι αποβλητος αλλα loser. Δεν ειναι καταδικος αλλα σκια. Δεν ποναει αλλα βουβαινεται.

Η κοινωνια της θετικοτητας, καθως δεν ανεχεται ορια, δεν θελει ουτε να ξερει για το αγεφυρωτο χασμα αναμεσα στη φαντασια και στην πραγματικοτητα. Αυτη η κοινωνια του "μπορω", που ειναι και κοινωνια του "θελω", εχει λοιπον την ψευδαισθηση οτι οι επιθυμιες, που ανηκουν στον χωρο της φαντασιας και του ονειρου, μπορουν να πραγματοποιουνται και να εκπληρωνονται. Ομως οι επιθυμιες ειναι τοσο χαρακτηριστικες για την ιδιωτικοτητα ενος ατομου οσο και τα δαχτυλικα του αποτυπωματα. Η κοινωνια του θετικου, επενδυοντας στην επιθυμια και στην εκπληρωση της, μοναδοποιει και απομονωνει. Πριν απο μηνες κυκλοφορησε η εξης γερμανικη διαφημιση: "Ενα τοις εκατο ολων των ανδρων επιθυμουν περισσοτερες συζητησεις με τις συντροφους τους. 86 τοις εκατο επιθυμουν μια νεα τηλεοραση HD."

Οσο απομονωνει η εκπληρωση των επιθυμιων, αλλο τοσο απομονωνουν οι εφιαλτες της οικονομικης κρισης. Το πρωτο πληθυντικο του "Τι να κοψουμε;" ειναι το ιδιο δυσκολο με το "Τι θελουμε;" της ευμαρειας που περασε. Η δυνατοτητα εκπληρωσης πρακτικα καθε επιθυμιας απομονωνει τον ευπορο απο τους συνανθρωπους του τοσο οσο η παραιτηση απομονωνει τον πτωχευμενο.

Στην παλια κοινωνια της αρνητικοτητας υπηρχε καποιος απεναντι, ενας Αλλος, φιλος η εχθρος. Σε μια καταστροφη ο Αλλος, ακριβως καθοτι υπηρχε απεναντι, ηταν ενα Εσυ που μπορουσες να του μιλησεις, ενα, με λογια του ποιητη Paul Celan, "μιλητο Εσυ". Ετσι μια επιδημια πανωλης στη Βιεννη του 17ου αιωνα, γεννησε ενα τραγουδι που μιλα σε ενα Εσυ, σε εναν πλανοδιο μουσικο, τον Αυγουστινο,

που ηταν πολυ αγαπητος στην πολη. AUDIO

Το ατομο της σημερινης κρισης δεν εχει να μιλησει πουθενα, γιατι δεν υπαρχει κανενα Απεναντι. Και μαλλον δεν εχει καν την αναγκη, γιατι δεν μπορει να του λειπει κατι που δεν ειναι καν εκει.

Ισως το πιο τραγικο για τον ανθρωπο της σημερινης κρισης ειναι οτι εχασε, χανει, θα χασει μια ψευδαισθηση, μια χιμαιρα, ενα παραληρημα που του εδινε νοημα. Και πολλες φορες η απωλεια της ατοπης προσδοκιας η οποια, με λογια του Πινδαρου, κυνηγα ανεμοσκορπισματα με ελπιδες ματαιες, ειναι η πιο βασανιστικη.

Στην τραγωδια του Ευριπιδη "Ελενη" η ωραια Ελενη, αντιθετα με το ομηρικο επος, δεν πηγε ποτε στην Τροια. Λεει καποια στιγμη: "δεν πηγα στην Τροια. ενα ειδωλο ηταν." Και ο αγγελιοφορος: "τι λες; υποφεραμε τοσους κοπους για ενα συννεφο;"

Ισως ο χαμενος της οικονομικης κρισης εχει χασει ενα ειδωλο, ενα φαντασμα. Ισως, κι εδω μιλα ο ποιητης Γιωργος Σεφερης, AUDIO

"το 'χει μες στη μοιρα του ν' ακουσει

μαντατοφορους που ερχουνται να πουνε

πως τοσος πονος τοση ζωη

πηγαν στην αβυσσο

για ενα πουκαμισο αδειανο για μιαν Ελενη."

Ξεμαθαινοντας την κριση

Ας υποθεσουμε οτι αυριο αρρωσταινω. Εχω υψηλο πυρετο, ριγη, μυαλγιες, τα ποδια μου τρεμουν, το κεφαλι μου ειναι βαρυ και η ματια μου θολη. Το μονο που ζητω ειναι να βρισκομαι στο κρεβατι, να παρω μια ασπιρινη και να κοιμηθω. Η σημερινη μου δραστηρια μερα ανηκει σε ενα μακρινο παρελθον που πλεον δεν με αφορα καθολου.

Θα μπορουσα βεβαια να αντισταθω στην αρρωστια που με βρηκε, να καταριεμαι τη μοιρα μου, να χαπακωθω, να προπαθησω με νυχια και με δοντια να κρατησω το προγραμμα μου, να μην το καταφερνω καλα, κι αυτο να με κανει βαρυ, ευερεθιστο, μιζερο.

Στην πρωτη περιπτωση ειμαι ρευστος και ρεω με τη ροη των πραγματων. Στη δευτερη περιπτωση αντιστεκομαι σ' αυτο που μου συμβαινει, ειμαι ακαμπτος απεναντι στη ροη, επιμενω στην χθεσινη μου ταυτοτητα, κλωτσαω.

Αν η λεξη αρρωστια εχει νοημα μονο στη συγκριση και στη διαφοροποιηση απο την αλλη κατασταση, την υγεια, τοτε στην πρωτη περιπτωση δεν συγκρινω τιποτα. Παρελθον και μελλον εχουν ξεχαστει. Ειμαι οπως ειμαι, και τελειωνει εδω. Λοιπον, δεν ειμαι αρρωστος! Αρρωστος ειμαι στη δευτερη περιπτωση οπου η αντισταση μου βασιζεται στη συγκριση της σημερινης μου καταστασης με την χθεσινη, οπου ημουν υγιης. Δεν ξεχνω! Η συγκριση ειναι που καταδεικνυει το σημερα σε σχεση με το χθες υποβαθμισμενο, χειροτερο, σκοτεινο, αχρηστο. Σ' αυτην την περιπτωση ειμαι Αρρωστος με Α κεφαλαιο.

Το ιδιο ισχυει οχι μονο για μια γριππη, στην οποια υπαρχουν βασιμες προοπτικες να περασει σε λιγες μερες, αλλα και για ενα ατυχημα που μπορει να με αφησει αναπηρο, και για μια ασθενεια που θα ειναι χρονια, η και θανατηφορα.

Κατι αναλογο συμβαινει με τον ανθρωπο που ειναι θυμα της οικονομικης κρισης. Και εδω η ζωη του αλλαζει, ισως με τον τροπο μιας γριππης, ισως με τον τροπο μιας αναπηριας, η μιας χρονιας ασθενειας. Η κριση δεν υπαρχει για εκεινον που ρεει με τη ροη των πραγματων. Η κριση ειναι κριση με Καπα κεφαλαιο για αυτον που δεν βρισκεται στο σημερα αλλα στο χθες, που το νοσταλγει και το θελει πισω, που δεν δεχεται το σημερα με τιποτα, που φερεται σαν τον Ξερξη που, οταν τα πλοια του βυθιστηκαν στον Ελλησποντο, εβαλε τους στρατιωτες του να μαστιγωσουν τη θαλασσα.

Δεν υπερασπιζομαι καποια παθητικη σταση που παραιτειται εμπρος στο μοιραιο. Ομως αλλο ειναι να επιχειρησει κανεις να κανει αυτο που μπορει για να συγκρατησει το εισοδημα που απειλειται, και αλλο να ζει αυτην την κατασταση σαν αγωνα εναντια σ' εναν θανασιμο εχθρο, οπου θα νικησει η θα πεθανει, οπου ο κοσμος θα σωθει η θα χαθει.

Στην περιπτωση του υπερ παντων αγωνα συμβαινουν αντιδρασεις οπως οργη, φοβος, διαμαρτυρια, δακρυα, παραιτηση. Εδω ανηκει το παραμυθι της κρισης ως ευκαιριας, που παραπεμπει σε ενα ειδος Δευτερας Παρουσιας. Εδω ανηκουν οι σοφες παραινεσεις για το τι φταιει και για το τι πρεπει να αλλαξουμε. Εδω ανηκουν οι ψυχολογικες αξιολογησεις για τις επιπτωσεις της κρισης στον ψυχισμο, που πιστευουν οτι, σ' εναν κοσμο που εχει αλλαξει, μπορουν να μενουν κλεισμενες στο απανεμο λιμανι των μοντελων τους και να βαζουν τις διαγνωσεις τους.

Ο ανθρωπος της πρωτης περιπτωσης, αυτος για τον οποιο δεν υπαρχει κριση, μοιαζει χαζος, σαν τον υπηρετη ενος χαϊκου που φτυαριζει το χιονι κι απο τον κηπο του γειτονα. Η, σαν αυτον: AUDIO

Well on the way, head in a cloud,

Man of a thousand voices

Talking perfectly loud

Nobody ever hears him,

Or the sound he appears to make,

He never seems to notice,

But the fool on the hill

Sees the sun going down,

And the eyes in his head,

 

See the world spinning around.


Ψυχοθεραπεια

Ο θεραπευτης θα μπορουσε ιδανικα να ειναι ενας ο οποιος ακολουθει μια ρηση του ζεν: "Μπες στην κολαση!". Η, "Μπες στον λασποποταμο του κοσμου για χαρη αυτων που πνιγονται μεσα του!" Η, να ενστερνιστει ενα καλεσμα του ποιητη Paul Celan: "Με τ' αδιεξοδα να μιλας"

Επιτρεψτε μου να μιλησω για την ουτοπια ενος τετοιου θεραπευτη που ειναι λιγακι κουτος, και καπως αποκοσμος.

Ενας τετοιος θεραπευτης θα ειχε απεναντι στην κριση μια μεγαλη καρδια. Θα φιλοξενουσε ο,τι κι αν ερχονταν απο τον πελατη του. Αυτη η φιλοξενια δεν ειναι γνωστικης φυσης, δεν ειναι η υπεροψια του παντογνωστη. Ουτε ειναι το παραμυθιασμα της ενσυναισθησης και του "Σε καταλαβαινω". Η φιλοξενια λαμβανει χωρα εκει που, οπως στο παραμυθι των αδελφων Grimm "Ο λαγος κι ο σκαντζοχοιρος", μπορει να λεει αφωνα στον πελατη του "Ειμαι ηδη εδω", και να του δειχνει εμφωνα, την καταλληλη στιγμη και με τα καταλληλα λογια, το τοπιο στο οποιο βρισκεται. Χωρις συναισθηματισμους, χωρις κριτικη, χωρις θεραπευτικη φιλοδοξια. Στις ευτυχεις στιγμες ο ενας χανει την ταυτοτητα του μεσα στον αλλο και ο πελατης μπορει, με τον χρονο, να αφομοιωσει το ζωντανο παραδειγμα του θεραπευτη του, δηλαδη να το κανει σπιτι που τον φιλοξενει, σπιτι του, η ενα απο τα σπιτια του.

Το ζητουμενο θα μπορουσε να ειναι να παψει να μιλα, π.χ. για τα βασανα του λογω της κρισης - οχι βεβαια μεσα απο μια αυτοπειθαρχια, αλλα η κριση να παψει να του ειναι υπαρξιακο θεμα, θεμα ζωης και θανατου.

Υπαρχει στην ερημο της Σαχαρας μια φυλη βοσκων η οποια ανηκει στον λαο των «Χαουσα».

Αυτοι οι βοσκοι, οσο τριγυριζουν την ημερα με τα ζωα τους στην ερημο, ειναι ιδιαιτερα λιγομιλητοι. Μιλουν το βραδυ, συγκεντρωμενοι γυρω απο την πυρα. Ομως και τοτε δεν αναφερονται στα καθημερινα ζητηματα και στις εγνοιες τους. Κατι τετοιο το θεωρουν απρεπες. Γυρω απο την πυρα ο γηραιοτερος της φυλης, σαν ραψωδος, αφηγειται ιστοριες απο το παρελθον του λαου, απο τα εργα των θεων και των αρχηγων του.

Σε εναν υμνο του Πινδαρου ο μαντις Αμφιαραος αποτεινεται στον γιο του Αμφιλοχο, που ειναι ετοιμος ν’ αναχωρησει. Απο τον υμνο εχουν σωθει λιγα αποσπασματα μονον. Σε ενα απ’ αυτα λεει ο πατερας πως δεν ειναι αρμοζον τον μοχθο μας, ο,τι (υπο)φερουμε, να τον καθιστουμε προφανη στους αλλοτριους. Ακομη συμβουλευει τον γιο του, τα καλα και τα τερπνα να τα δειχνει καταμεσις στον λαο. Και, συνεχιζει ο πατερας, εαν στους ανθρωπους τυχει ενα κακο που ταλανιζει, αυτο προσηκει να μενει κρυφο στο σκοταδι.

Σε ενα αλλο αποσπασμα, μαλλον του ιδιου υμνου, τονιζεται και παλι:

 

εσθ οτε πιστοτατα σιγας οδος


Καποτε η οδος της σιγης ειναι η πιο πιστη

Κατι παρομοιο βρισκουμε στα ελληνικα δημοτικα τραγουδια, οπου οι στροφες αδονται με τον ιδιο επαναλαμβανομενο τροπο, ειτε μιλουν για καλα πραγματα, ειτε για κακα.

Ετσι η κριση θα επαυε να ειναι κριση. Στην πορεια της ψυχοθεραπειας ολα αυτα θελουν χρονο. Ομως οχι με την εννοια της υπομονης. Χρειαζεται ο ασθενης, παραμενοντας ασθενης, να ξεχασει πως ειναι ασθενης, και ο θεραπευτης, παραμενοντας θεραπευτης, να ξεχασει πως ειναι θεραπευτης. Μιλω για μια αισθηση του χρονου που οι Αρχαιοι ονομαζαν "σχόλη". Θα μπορουσα να την διευκρινισω με μια ρηση του Λουθηρου: "Αν αυριο ο κοσμος χανοταν, σημερα θα φυτευα μια μηλια". Και με μια ιστορια απο την Κινα: Καποιον τον κυνηγα μια τιγρη. Φτανει σ' εναν γκρεμο, η τιγρη ξοπισω του, αρπαζεται απο το κλαδι μιας κερασιας πανω απ' τον γκρεμο. Σε λιγες στιγμες θα πεθανει. Το βλεμμα του πεφτει σ' ενα κερασι διπλα στο χερι του. "Ας το χαρω αυτο", λεει και το τρωει.



Απο το: Watsuji Tetsuro, Fûdo – Wind und Erde [ανεμος και γη], Darmstadt 1992 (γερμανικη μεταφραση)


[6] Κλιματικα φαινομενα

[...] Εδω θα ηθελα να εννοησω αυτο το φυσικο περιβαλλον του ανθρωπου οχι ως "φυση" αλλα ως "κλιμα" (fūdo) [...]

Ολοι μας ζουμε σε μια ορισμενη χωρα, το φυσικο περιβαλλον της οποιας μας "περιβαλλει", ειτε το θελουμε ειτε οχι. Αυτο ειναι για τον κοινο νου ενα αδιαμφισβητητο γεγονος. Ετσι κατα κανονα παρατηρουμε αυτο το φυσικο περιβαλλον ως ποικιλλα φυσικα φαινομενα και προσπαθουμε να βρουμε τι επιδραση ασκουν σ' "εμας", αφενος "εμας" ως βιολογικα και φυσικα αντικειμενα, αφετερου "εμας" ως δρωντες στην πραξη, που αναλαμβανουμε τη διαμορφωση μιας κοινωνιας, π.χ. ενος κρατους. Καθε μια απο αυτες τις επιδρασεις ειναι τοσο περιπλοκη που θα χρειαζονταν μια ξεχωριστη εξειδικευμενη ερευνα. Παντως εδω μας απασχολει το ερωτημα, αν το κλιμα (fūdo) ως αμεσο, καθημερινο δεδομενο μπορει διχως αλλο να εξομοιωθει με ενα φυσικο φαινομενο. Βεβαιως δεν θα υπηρχε καμια ενσταση να χειριζεται η φυσικη επιστημη το κλιμα ως φυσικο φαινομενο, ομως ειναι αλλη υποθεση, αν τα κλιματικα φαινομενα μπορουν να ειναι ως προς την ουσια τους αντικειμενο επιστημονικης θεωρησης.

Για να ακολουθησουμε αυτο το ερωτημα, θα στραφουμε σ' ενα οπως φαινεται τελειως σαφες φαινομενο, αυτο του κρυου, το οποιο παντως δεν ειναι παρα ενα στοιχειο σε ενα κλιμα. Το οτι νοιωθουμε κρυο ειναι ενα αδιαμφισβητητο γεγονος. Ομως τι ειναι αυτο το κρυο που αισθανομαστε; "Κρυο" σημαινει για παραδειγμα οτι ο αερας μιας ορισμενης θερμοκρασιας, δηλαδη το κρυο ως φυσικο αντικειμενο, ερεθιζει τα αισθητηρια οργανα του σωματος μας ετσι ωστε εμεις, ως ψυχολογικα υποκειμενα, να το εμπειρωμαστε ως μια ορισμενη ψυχολογικη κατασταση; Αν ηταν ετσι, τοτε αυτο θα ειχε ως επακολουθο το οτι "κρυο" και "εμεις" υφισταμεθα χωριστα και ανεξαρτητα μεταξυ μας, και μαλιστα ετσι ωστε μονον οταν το κρυο επιδρα σ' εμας απο εξω, θα προεκυπτε μια "αναφορικη" σχεση η οποια θα μας εκανε να "παγωνουμε". Ιδωμενο ετσι, θα ηταν σωστο να μιλαμε για μια επιδραση του κρυου επανω μας.

Ομως εχουν οντως ετσι τα πραγματα; Πως μπορουμε να γνωριζουμε μια ανεξαρτητη παρουσια του κρυου προτου κρυωσουμε; Δεν μπορουμε. Πρωτα νοιωθοντας κρυο αναγνωριζουμε οτι υπαρχει κατι σαν κρυο. Η παρασταση οτι το κρυο μας ερχεται απο εξω, παραγνωριζει την αναφορικη σχεση, η οποια βασικα δεν προκυπτει δια του οτι πρωτα ενα αντικειμενο προσπιπτει απο εξω. Καθοσον προκειται για την ατομικη συνειδηση, το υποκειμενο ως αυτο τουτο εχει ηδη αυτην την αναφορικη δομη, και ως αυτο τουτο ειναι ηδη "στραμμενο προς κατι". Η αισθηση "να νοιωθεις κρυο" δεν ειναι κανενα "σημειο", απο το οποιο ξεκινωντας το υποκειμενο παραγει μια σχεση στρεφομενη προς το κρυο, αλλα ως αισθηση απο κατι ειναι ηδη μια σχεση, και ακριβως σ' αυτην την σχεση αντιλαμβανομαστε πρωτα το κρυο. Επομενως η αναφορικοτητα ως δομη σχεσης ειναι η δομη ενος υποκειμενου το οποιο βρισκεται σε σχεση με το "κρυο". Το οτι "αισθανομαστε κρυο" ειναι καταρχην και πρωτιστως μια τετοια "αναφορικη" εμπειρια.

Τωρα κανεις θα μπορουσε να αντιτεινει οτι σ' αυτην την περιπτωση το κρυο ειναι απλα ενα σημειο της υποκειμενικης εμπειριας· τοτε το ετσι αναγνωρισμενο κρυο θα ηταν μονο κρυο μεσα "μας". Και ομως αυτο που ονομαζουμε κρυο δεν ειναι απλα κρυο μεσα "μας" αλλα ενα αντικειμενο που υπερβαινει το "εμεις" και οχι απλη αισθηση μας. Πως ομως μπορει μια υποκειμενικη εμπειρια να υπεισελθει σε μια σχεση με ενα υπερβατικο αντικειμενο; Η: Πως συμπεριφερεται η αισθηση του κρυου (μεσα μας) με το κρυο εξω στον αερα κλπ.;

Αυτη η ερωτηση περιεχει μια παρανοηση ως προς το στην αναφορικη σχεση αναφερομενο. Το αντικειμενο αναφορας δεν ειναι καποιο ψυχολογικο περιεχομενο, γι' αυτο και το κρυο ως εμπειρια ανεξαρτητη απο το αντικειμενικο κρυο δεν ειναι αντικειμενο αναφορας. Οταν νοιωθουμε κρυο, τοτε δεν το νοιωθουμε ως "αισθηση" κρυου αλλα, ως "κρυο του εξωτερικου αερα", ακριβως αμεσα ως κρυο. Με αλλα λογια, το κρυο που νοιωθουμε στην αναφορικη εμπειρια δεν ειναι τιποτα "υποκειμενικο" αλλα κατι αντικειμενικο. Ετσι μπορει να ειπωθει οτι μια αναφορικη εμπειρια, οπως στην εμπειρια του κρυου, ηδη αναφερεται στο κρυο του εξωτερικου αερα. Κρυο ως κατι που υπαρχει υπερβατικα, γινεται δυνατο μονο σ' αυτην την αναφορικοτητα. Γι' αυτο η ερωτηση πως η αισθηση του κρυου (μεσα μας) σχετιζεται με το κρυο του εξωτερικου αερα, δεν μπορει καν να τεθει.

Σ' αυτην την οπτικη, η συνηθισμενη διακριση μεταξυ "υποκειμενου" και "αντικειμενου", επομενως και αυτη μεταξυ "του κρυου" και "εμας" ως μεγεθων που υπαρχουν ανεξαρτητα το ενα απο το αλλο, ειναι μια παρανοηση. Την στιγμη που νοιωθουμε κρυο, ειμαστε βεβαια ηδη εκτεθειμενοι στον κρυο αερα. Να περιερχεσαι σε μια σχεση με το κρυο δεν θα πει παρα το οτι εμεις οι ιδιοι εχουμε ηδη εξελθει στο κρυο. Μ' αυτην την εννοια, οπως τονιζει ο Heidegger, ο τροπος της υπαρξης μας χαρακτηριζεται απο την "εκ-σταση", η, οπως θα λεγαμε, απο την αναφορα.

[...] Νοιωθουμε το κρυο, ανακαλυπτουμε τον εαυτο μας στο κρυο καθαυτο. Ομως αυτο δεν σημαινει οτι μετατεθηκαμε στο κρυο, για να ανακαλυψουμε κατοπιν τον εαυτο μας ως κατ' αυτον τον τροπο μετατεθειμενο εξω. Διοτι την στιγμη στην οποια το κρυο γινεται πρωτη φορα αντιληπτο, εχουμε βεβαια ηδη εξελθει στο κρυο. Γι' αυτο και το "εξωθεν ον" ως προς την ουσια του δεν ειναι ενα πραγμα η ενα αντικειμενο αποκαλουμενο "κρυο", αλλα αυτο το "εξωθεν ον" ειμαστε εμεις οι ιδιοι. Η "εκ-σταση", το εξερχεσθαι, ειναι η θεμελιακη αρχη της υπαρξης μας, η αρχη στην οποια εγκειται η αναφορικοτητα. Η αισθηση του κρυου ειναι μια αναφορικη εμπειρια στην οποια αναγνωριζουμε τον εαυτο μας ως ηδη εξελθοντες στο κρυο.

Προηγουμενως ειδαμε την εμπειρια του κρυου στην οπτικη της ατομικης συνειδησης. Ομως καθως μπορουμε αναντιρρητα να χρησιμοποιησουμε την εκφραση "κρυωνουμε", τουτο σημαινει οτι δεν νοιωθω κρυο "εγω" μονο, αλλα "εμεις" απο κοινου. Γι' αυτο και κατα τον καθημερινο χαιρετισμο μπορουμε να χρησιμοποιουμε εκφρασεις που αναφερονται στην περιγραφη του κρυου. Το οτι ο καθενας αισθανεται το κρυο διαφορετικα, ειναι δυνατο πρωτιστως στη βαση μιας κοινης αισθησης. Χωρις αυτην την κοινη βαση, η γνωση οτι και οι αλλοι εμπειρωνται κρυο δεν θα ηταν καν δυνατη. Κατα τουτο εκεινος ο οποιος εχει εξελθει στο κρυο δεν ειναι μονον "εγω" αλλα και "εμεις", και ακριβεστερα, "εγω" ως "εμεις" και "εμεις" ως "εγω" βρισκομαστε εξω στο κρυο. Τουτο το "εμεις", και οχι το απλως "εγω" ειναι αυτο για το οποιο το "εξερχεσθαι" ειναι η θεμελιακη υπαρξιακη δομη. Το "εξερχεσθαι" δεν συνισταται κατα πρωτον στην εξοδο σε κατι οπως το κρυο, αλλα στο αλλο "εγω". Αυτο δεν ειναι πλεον μια αναφορικη σχεση αλλα μια αμοιβαια σχεση την οποια χαρακτηριζω με την εννοια του "μεταξυ". Και αυτο που ανακαλυπτουμε στο κρυο ως τον εαυτο μας, ειναι αυτη η πρωταρχικη σχεση του "μεταξυ".

 

Μ' αυτην την αναπτυξη μπορεσαμε βεβαια να διευκρινισουμε επαρκως το φαινομενο "κρυο". Παντως αυτο το ατμοσφαιρικο φαινομενο δεν το ζουμε μεμονωμενο αλλα σε σχεση με ζεστη, καυσωνα, και επισης με ανεμο, βροχη, χιονι, ηλιοφανεια κλπ. Αυτο θα πει οτι το κρυο ειναι απλα ενα απο μια σειρα φαινομενων που χαρακτηριζουμε συνολικα ως "καιρο". Οταν μετα απο μια βολτα στον κρυο αερα μπαινουμε σε ενα ζεστο δωματιο, οταν μετα το τελος του χειμωνα βολταρουμε στον ηπιο ανοιξιατικο αερα, η οταν σε μια καυτη καλοκαιρινη μερα αιφνιδιαζομαστε απο μια βραδυνη νεροποντη, τοτε σ' αυτα τα ατμοσφαιρικα φαινομενα, που δεν ειμαστε εμεις, κατανοουμε τον εαυτο μας. Και ετσι στις μεταβολες του καιρου κατανοουμε και τις δικες μας μεταβολες. Ομως και τον "καιρο" δεν τον ζουμε μεμονωμενα, αλλα μονο σε σχεση με το ευφορο του εδαφους, με την τοπογραφια και το τοπιο μιας ορισμενης περιοχης. Ζουμε τον κρυο αερα ως yamaoroshi, οταν φυσαει απο τα βουνα, η ως karakkaze, ως ξερο ανεμο. Ο ανοιξιατικος ανεμος μπορει να ειναι ο ανεμος που παρασερνει τα ανθη της κερασιας, η θωπευει τα κυματα της θαλασσας. Ο καλοκαιρινος καυσωνας ειναι μια καψα που ξεραινει το πλουσιο πρασινο, ομως και τραβαει τα παιδια στα παιχνιδια της θαλασσας. Οπως ανευρισκουμε τον χαρουμενο η λυπημενο εαυτο μας σ' εναν ανεμο που διασκορπιζει τα ανθη της κερασιας, ετσι κατανοουμε τον μαρασμο μας σ' εκεινον τον παραλυτικο καλοκαιρινο καυσωνα που κατακαιει τα φυτα και τα δεντρα. Με αλλα λογια: Ανευρισκουμε τον εαυτο μας – τον εαυτο μας ως στοιχειο στο "μεταξυ" – στο κλιμα.


[38] Το κλιμα της ερημου

Συνηθως κανεις χρησιμοποιει την ιαπωνικη λεξη sa-baku με την εννοια της "ερημου" (αγγλικα desert). Και εγω θα την χρησιμοποιησω μ' αυτην την γενικα συνηθισμενη σημασια οταν γινεται λογος για ενα τελειως ιδιαιτερο κλιμα, οπως υπαρχει στην Αραβια, στην Αφρικη, η στη Μογγολια. Παντως ο καθενας που συλλογιζεται τη σημασια αυτων των δυο λεξεων διαπιστωνει αμεσως οτι εννοουν κατι ουσιαστικα διαφορετικο. Να ονομαζεις το ιδιο κλιμα μια φορα sa-baku και την αλλη Wüste/desert ειναι σαν κανεις να χαρακτηριζε μια φιγουρα, τη μια φορα ισοπλευρο και την αλλη ισογωνιο τριγωνο. Στις δυο περιπτωσεις οι οπτικες γωνιες της κατανοησης ειναι διαφορετικες, και ηδη το απλο γεγονος οτι ειναι δυνατοι διαφορετικοι τροποι θεωρησης παραπεμπει σε ενα ανθρωπινο στοιχειο που περιεχεται στο φαινομενο sa-baku.

Οι Ιαπωνες δανειστηκαν τη λεξη sa-baku απο την Κινεζικη, διοτι η ιαπωνικη γλωσσα δεν εχει καμια δικη της λεξη για την "ερημο". Το [39] ιαπωνικο "suna-hara" (αμμωδης επιφανεια) δεν σημαινει το ιδιο με το sa-baku διοτι στην Ιαπωνια κατι οπως η "ερημος" ηταν αγνωστο. Ομως τι λεει το κινεζικο sa-baku, ακομα κι αν οι σημερινοι Κινεζοι στο μεταξυ οικειοποιηθηκαν την ιαπωνικη χρηση της λεξης και με τη λεξη sa-baku εννοουν γενικα "ερημο"; Στην αρχαια Κινα αυτη η λεξη μετεδιδε απλα μια παραστατικη περιγραφη της ερημου Gobi. Το Sa χρησιμοποιουνταν συχνα με την εννοια της "κινουμενης αμμου", κι επισης το baku ηταν μια περιγραφη της κινουμενης αμμου στον Βορρα. Sa-baku λοιπον χαρακτηριζει μια απεραντη θαλασσα αμμου που ανακατωνεται με τον ισχυρο ανεμο και περιερχεται σε κινηση. Καθως οι Κινεζοι ζουσαν εξω απο αυτην την κλιματικη ζωνη, εβλεπαν – ως απλοι παρατηρητες – στην ερημο Gobi απλα μια ατελειωτη θαλασσα αμμου.

Η ερημια των Ελληνων, η deserta των Ρωμαιων, η νεοτερες λεξεις οπως "Wüste", "waste", "wilderness" αντιθετως χαρακτηριζουν περισσοτερα απο μονο μια θαλασσα αμμου. Χαρακτηριζουν εναν ακατοικητο τοπο, γυμνο απο καθε ζωη, μια περιοχη αφιλοξενη, τραχια και εκφοβιστικη. Δεν περιγραφουν τοσο την εξωτερικη μορφη με την οποια εμφανιζεται αλλα περισσοτερο την ελλειψη ζωης σ' αυτον τον τοπο. Εδω η ερημος δεν εννοειται μονο ως θαλασσα αμμου αλλα και ως γυμνα ορη με τραχεις απειλητικους βραχους, η ως τεραστια κοιτη ποταμου που αντι για νερο κουβαλαει πετρες. Εδω πεφτεις σ' εναν κοσμο οπου δεν υπαρχει ουτε φυτικη ουτε ζωικη ζωη. Σ' αυτο το κλιμα δινεται η ιδια αψυχη και ερημη εντυπωση την οποια αφηνει κι ενα ακατοικητο σπιτι. Ομως οταν ενα κλιμα ονομαζεται "της ερημου" μ' αυτην την εννοια, τοτε δεν εννοειται μονο η εξωτερικη αποψη. Η λεξη σημαινει τη σχεση που ενωνει ανθρωπο και κοσμο, δηλ. οτι αυτη ακριβως η σχεση ειναι "ερημικη". Οπως ερημικο μπορει να ειναι ενα σπιτι, η μια πολη, ετσι μπορει κι ενα κλιμα. Η ερημος ειναι λοιπον ενας τροπος του ανθρωπινου Ειναι, του ανθρωπου ως ατομου οπως και ως ατομικου και κοινωνικου οντος. Επομενως στο φαινομενο ερημος δεν προκειται για μια οψη της φυσης που θα μπορουσε να θεωρηθει χωριστα απο τον ανθρωπο.

Ετσι θελουμε να κατανοησουμε την ερημο ως "τροπο του ανθρωπινου Ειναι". Οπου ξεκινουμε απο το οτι ο ανθρωπος πρωτα ζει ως μεμονωμενος και κοινωνικος ανθρωπος και οτι μπορει να υπαρχει ιστορικα μονο σ' αυτον τον διπτυχο τροπο του Ειναι. Η "ερημος" προβαλλει λοιπον χειροπιαστα μονο στο κοινωνικο και ιστορικο πλαισιο και δεν μπορει να ιδωθει απομονωμενη απο κοινωνικους και ιστορικους παραγοντες. Επομενως η ερημος εμφανιζεται συγκεκριμενα μονον ως ιστορικη κοινωνια του ανθρωπου. Για να χρησιμοποιηθει η "ερημος" με την εννοια των φυσικων επιστημων, κανεις πρεπει να παρει μια αφηρημενη θεση και να αφαιρεσει καθε τι ανθρωπινο απο [40] τη συγκεκριμενη ερημο, δηλ. απο την ως ερημο εννοημενη ανθρωπινη κοινωνια. Βεβαια η ικανοτητα αφαιρεσης ανηκει στα μεγαλυτερα χαρισματα του ανθρωπου και τον καθιστα ικανο να κατανοησει καλυτερα τη συσταση ενος συγκεκριμενου δεδομενου. Ομως πρεπει να προσεχουμε να μην συγχεουμε αφηρημενο και συγκεκριμενο μεταξυ τους. Γι' αυτο και εδω δεν θα εξεταστουν και οι λεγομενες "επιδρασεις" που εχει αυτη η αφηρημενα εννοημενη ερημος στον ανθρωπο ως κοινωνικα-ιστορικα υπαρχον ον, αλλα η συγκεκριμενη ερημος στην κοινωνικη-ιστορικη της πραγματικοτητα, στη βαση της οποιας μια τετοια αφαιρετικοτητα γινεται δυνατη.

Ομως πως μπορουμε να συλλαβουμε την ουσια αυτης της συγκεκριμενης ερημου; Για τον κατοικο της ερημου αυτο θα ηταν ερωτημα της αυτοκατανοησης του. Τωρα ο ανθρωπος δεν ειναι φτιαγμενος ετσι που να κατανοει οπωσδηποτε ο ιδιος τον εαυτο του με τον καλυτερο τροπο. Κατα κανονα η αυτοσυνειδηση του αφυπνιζεται πρωτα με τη διαμεσολαβηση αλλων. Ετσι ο κατοικος της ερημου θα ανακαλυπτε την αυτοσυνειδηση του σωστα, πρωτα οταν θα μετακινουνταν σε μια βροχερη περιοχη. Εξ ου και καποιος, που δεν ειναι κατοικος της ερημου, που την περιδιαβαινει μονο, ειναι ισως περισσοτερο σε θεση να αντιληφθει τη συγκεκριμενη ερημο. Στην ερημο, του γινεται συνειδητο ποσο η εκαστοτε ιστορικη-κοινωνικη του πραγματικοτητα ειναι μακρινη και ξενη προς το ερημικο. Ακομα και αν αυτη η κατανοηση μπορει να βασιζεται μονο σε μια συντομη εμπειρια, μπορει ο ταξιδιωτης να καταφερει – στον βαθμο που αυτη η κατανοηση του ειναι ουσιαστικη – να "εγκλιματιστει" κοινωνικα-ιστορικα στην ερημο.

Ενας ταξιδιωτης στην ερημο ζει λοιπον "ερημικα" μονο για λιγο διαστημα και ποτε δεν γινεται αληθινος κατοικος της ερημου. Η ιστορια του στην ερημο παραμενει η ιστορια ενος μη κατοικου της ερημου. Ομως ακριβως γι' αυτο μπορει να του αποκαλυφθει η ουσια της ερημου, μπορει να κατανοησει τι ειναι η ερημος στο ιδιαιτερο της.

Η αποστροφη "Παντου υπαρχουν πρασινα βουνα για τον ανθρωπο" ("Ο ανθρωπος μπορει παντου να ειναι σπιτι του") εκφραζει την ανθρωπινη σοφια οτι ο ανθρωπος μπορει να κινειται ελευθερα στον μεγαλο κοσμο, ομως δεν λεει τιποτα για ενα κλιμα. Ομως μια τετοια φραση ειναι δυνατη μονον διοτι σε ενα ορισμενο κλιμα υπαρχουν παντου πρασινα βουνα και διοτι "βουνα", οπως τα δημιουργει εκεινο το κλιμα, ειναι συστατικο του εαυτου του. "Πρασινα βουνα" σημαινουν γι' αυτον πατριδα, σπιτικο, φωλια. Ιδωμενο ετσι, το "παντου πρασινα βουνα" ειναι και με κλιματικη εννοια εκφραση ενος τροπου ζωης. Ας υποθεσουμε για μια στιγμη οτι ενας τετοιος "ανθρωπος-πρασινων-βουνων" διασχιζει [41] τον Ινδικο Ωκεανο και αποβιβαζεται στην πολη Aden στο νοτιο ακρο της αραβικης χερσονησου. Εξαφνα υψωνονται εμπρος του γυμνα, αποκρημνα, βαθυκοκκινα βραχοβουνια, που δεν μοιαζουν σε τιποτα με ο,τι περιμενει απο ενα "βουνο", δηλαδη ζωντανια, χυμους, ηπιοτητα, καθαροτητα, δροσια, ανωτεροτητα, οικειοτητα κλπ. Στεκει εμπρος σε κατι τρομερο, σκοτεινο και απειλητικο. Σ' ενα κλιμα, στο οποιο τα βουνα ειναι παντα πρασινα, δεν υπαρχει ουτε ενα που να προξενουσε μια τοσο αποκρουστικη και ζοφερη εντυπωση. Εδω ο "ανθρωπος-πρασινων-βουνων" συναντα κατι περα για περα αλλο, οχι μονο την αλλη συσταση ενος αλλου βουνου, αλλα συναμα την αλλοτριοτητα του ανθρωπου εκει και της αλλης σχεσης του με τον κοσμο.

Οταν γινεται λογος για ενα "μη πρασινο βουνο", προκειται – μιλωντας αφηρημενα – για ενα βουνο χωρις καμια βλαστηση. Ενα βουνο που συνισταται απο χορτα και δεντρα, ειναι καλυμμενο μεσα σε φυτικη ζωη, κατι που αναγνωριζεται ηδη απο το χρωμα και τη μορφη. Ανεμος και βροχη πρωτα με τα φυτα ερχονται σε επαφη. Ενα γυμνο βουνο δεν δειχνει κανενος ειδους ζωη. Ανεμος και βροχη πεφτουν αμεσα στο αβιο βραχωδες πετρωμα. Βασικα δεν προκειται καν για βουνο, μαλλον για τον σκελετο ενος βουνου, για ενα νεκρο βουνο. Το αδρο του περιγραμμα, οι αποκρημνοι βραχοι, τα σκοτεινα του χρωματα ειναι εκφραση του θανατου, σημαδια του οτι δεν υπαρχει ζωη.

Για να μιλησουμε συγκεκριμενα, ενα τετοιο βραχοβουνι χωρις χορτα και δεντρα ειναι ζοφερο και αποκρουστικο. Ομως αυτη η καταθλιπτικη και ζοφερη εντυπωση εννοειται λιγοτερο ως ιδιοτητα της φυσης και πολυ περισσοτερο ως τροπος του Ειναι των ανθρωπων που ζουν εκει. Ο ανθρωπος ζει σε αναφορα προς τη φυση και σ' αυτην αναγνωριζει τον εαυτο του. Οσο νοστιμα φρουτα ανοιγουν την ορεξη του, ενα πρασινο βουνο τον ηρεμει, ετσι στη φοβερα των γυμνων βουνων τον συναπαντα το φοβερο και ζοφερο που ενυπαρχει στον ιδιο, ανακαλυπτει τον "ανθρωπο-των-μη-πρασινων-βουνων".

Ο τροπος του Ειναι αυτου του ανθρωπου μπορει βεβαιως να εννοηθει καλυτερα οταν δουμε την κλιματικα καθορισμενη "ξηρασια" προσεκτικοτερα. Παρα τον καυτο ηλιο, στο Aden βρεχει μονο τεσσερεις, η πεντε φορες τον χρονο. Ακομα και την εποχη των μουσωνων στον Ινδικο Ωκεανο, στον ουρανο επανω απο το Aden φαινονται μονο μεμονωμενα μικρα, λευκα συννεφα που δεν φτανουν καν για να μετριασουν για λιγο τον καυτερο ηλιο. Τις υπολοιπες εποχες του χρονου ο ουρανος ειναι συνεχως απολυτα καθαρος. Ακομα και στη δυση, οπου κατα κανονα ανεβαινει μια ελαφρια συννεφια, στο οριζοντα δεν υπαρχει κανενα ιχνος συννεφων. Αυτος λοιπον ειναι ο κανονικος καιρος στο Aden. Ομως εκεινος ο καθαρος ουρανος δεν ειναι ενα δροσιστικο ανοιχτογαλαζο, αλλα εχει ενα βαθυ σκοτεινο κυανο, που ουτε και στον [42] οριζοντα δεν γινεται πιο αδυναμο. Το εδαφος κατω απο αυτον τον ουρανο ειναι ατελειωτα ξερο, πουθενα δεν βρισκεις ουτε ιχνος υγρασιας. Στους δρομους της πολης πεφτεις εδω κι εκει πανω σ' ενα-δυο ζαμουριασμενα δεντρα που φυτευτηκαν απο ανθρωπους. Κατα τα αλλα πραγματι δεν υπαρχει παρα ξηρασια, ενας αποξηραμενος κοσμος χωρις ζωη. Αυτη η ξηρασια ευθυνεται για τα ζοφερα, διαβρωμενα βουνα και την στερφα, πλατια αμμοθαλασσα. Αναγκασε τους Ρωμαιους να χτισουν μεγαλες δεξαμενες νερου, για να παρασχουν στους κατοικους της ερημου νερο που μετεφεραν καμηλες· οδηγησε σε μια νομαδικη υπαρξη, στην εμφανιση του Κορανιου, εν συντομια αυτη η ξηρασια δημιουργησε αυτο που εννοουμε οταν μιλαμε για τον "ανθρωπο της Αραβιας", για "αραβικο πολιτισμο".

Η ουσια της ερημου ειναι λοιπον η ξηρασια· ολα τα υπολοιπα χαρακτηριστικα οπως το αφιλοξενο, η απουσια ζωης, το απωθητικο και το ζοφερο ειναι επακολουθα φαινομενα.

Τα ζοφερα βραχοβουνια του Aden δηλωνουν στον ταξιδιωτη την ουσια της ερημου ως "ξηρασια". Τουτο ειπωθηκε μεν απο παλια, οταν γινοταν λογος για την ερημο, γιατι ομως το συναπαντημα της εκπλησσει τον ταξιδιωτη παλι και παλι; Διοτι αυτος ο ιδιος για πρωτη φορα εκτιθεται σε μια τετοια ξηρασια και την ζει στο πετσι του. Αυτο ειναι αλλο απο το να κατανοησει κανεις την ξηρασια με τη βοηθεια ενος υγρομετρου ως ορισμενη υγρασια της ατμοσφαιρας. Εδω τον συναπαντα ως τροπος του Ειναι του ανθρωπου.

Οταν κατοπιν ο ταξιδιωτης φτανει στις ακτες της Ερυθρας Θαλασσας, το ιστορικο Σινα, η την αραβικη ερημο, αυτο το κλιμα, που πεφτει επανω του σαν ο ιδιος ο θανατος, τον εξαναγκαζει κατευθειαν να ξαναδιαβασει την Παλαια Διαθηκη: Αυτη ειναι λοιπον η διχως οικτο αμμο- και βραχοθαλασσα, μεσα απο την οποια καποτε πορευτηκε ο περιουσιος λαος· αυτο που ειδαν τα ματια τους ηταν σκελετωμενες κορυφογραμμες, ενα "νεκρο βουνο". Αυτη η ερημος ειναι ασυγκριτα τρομεροτερη απο εκεινη τη μανιασμενη θαλασσα, διοτι η θαλασσα, με την κινηση των κυματων, με το ζωντανο παιχνιδι των χρωματων του νερου, με τα φυτα και τα ψαρια που ζουν μεσα της, δινει παντα την εντυπωση απο κατι ζωντανο. Ακομα και ο φοβος των καταιγιδων δεν διαταρασσει την οικειοτητα με τη θαλασσα. Η θανατερη σιωπη, τα νεκρα χρωματα και οι νεκρες μορφες της ερημου αντιθετα, η ελλειψη καθε ζωης, μας συγκλονιζουν και μας απειλουν εκ θεμελιων. Και η ιδια η σκοτεινια της νυχτας της ερημου, που καταπινει ολες αυτες τις απειλητικες γηινες μορφες, κρυβει μια ανατριχιαστικη ησυχια που θυμιζει τον θανατο. (Μονο τα αστερια που λαμπουν εκτυφλωτικα στην ξερη ατμοσφαιρα μοιαζουν ζωντανα, μαλιστα ευθυμα. Ο ουρανος ειναι σαν υπερκορεσμενος. Λαμποκοπανε και λαμπυριζουν, αντανακλουν το ενα το αλλο, και μοιαζουν να ειναι σε διαρκη κινηση. Ο παρατηρητης νοιωθει στη θεα τους σαν να αφουγκραζεται [43] μια πελωρια συμφωνια. Ο νυχτερινος εναστρος ουρανος πανω απο την ερημο ειναι κατι μοναδικο: Καθαρος και ζωντανος, προσφερει καταφυγιο εμπρος στον θανατο που παραμονευει κατω.) Αυτη ειναι η χωρα λοιπον που καποτε διεσχισε ο περιουσιος λαος – μια χωρα που ειναι ολη της μια απειλη θανατου, μια χωρα στην οποια πανω απο οκτω μηνες τον χρονο ο ηλιος καιει απο εναν καθαρο ουρανο, οπου ακομα και στη σκια οι θερμοκρασιες ανεβαινουν εως του 45°Κ: η χωρα της χερσονησου του Σινα, της συριακης και μεσοποταμιακης ερημου. Ο Ευφρατης και ο Τιγρης δεν φερνουν καμια ανακουφιση, διοτι μεχρι να φθασουν στην πεδιαδα της Βαβυλωνας παρεχουν μονο μια λεπτη λωριδα ακτων υγρασιας. Εκτος απο αυτους τους δυο ποταμους και αυτους που εκπηγαζουν απο τα αρμενικα ορη, στην Αραβια δεν υπαρχουν ποταμοι. Οι σπανιες, εντονες βροχοπτωσεις γεμιζουν μεν τα wadi (ξερες κοιτες ποταμων), ομως μετα απο μια η δυο ωρες το νερο τους εχει απορροφηθει χωρις να αφησει ιχνη. Αν δεν υπηρχαν μικρες οασεις, στις οποιες νερο της ανοιξης, πηγες, η ανοιγμενα πηγαδια δεν αφηναν φυτα να βλαστησουν, ο ανθρωπος της Αραβιας – ο κατοικος της ερημου – δεν θα μπορουσε να υπαρχει.

Αυτη η ζωη στην ξηρασια ειναι "διψα", δηλ. ζωη σε αναζητηση νερου. Η φυση εξω ειναι αποκλειστικα θανασιμη απειλη. Σ' αυτον που καθεται με σταυρωμενα χερια και περιμενει, δεν δινει ουτε σταγονα νερο. Ο ανθρωπος πρεπει να σταθει αντιμετωπος μ' αυτην την απειλητικη φυση, και για την αναζητηση των θησαυρων της, δηλαδη βοσκοτοπων και πηγων, ειναι αναγκασμενος σε μια ακανονιστη περιπλανηση. Ετσι βοσκοτοποι και πηγες γινονται αντικειμενο συγκρουσεων μεταξυ μεμονωμενων ομαδων (Γενεσις 13:6, 26:20 κ.ε.) Ο ανθρωπος, για να μεινει ζωντανος, πρεπει λοιπον να πολεμα και εναντιον των συνανθρωπων του. Ετσι στον κατοικο της ερημου αναπτυχθηκαν ειδικες ιδιοτητες σε ανταποκριση με το περιβαλλον του: Η σχεση αυτου του ανθρωπου με τον κοσμο καθοριζεται εν πρωτοις απο αντισταση και πολεμο, διοτι η φυση τον απειλει με θανατο. Ομως στο μετρο στο οποιο εχει αντιληψη του θανατου του, αποκτα και συνειδηση της ζωης του. Το να παραγει κατι, επαφιεται στον ανθρωπο· αφου θα ηταν ματαιο να περιμενει τη φυση να του παρασχει κατι. Μονο με τη βοηθεια απο οασεις και πηγαδια, που εχει αποσπασει απο τη φυση, μπορει να βοσκει και να ποτιζει τα κοπαδια του. Η πολεμικη ιαχη της ζωης εναντια στον θανατο ειναι: "Αυξανεσθε και πληθυνεσθε!"

Ενα δευτερο χαρακτηριστικο στοιχειο συνισταται στο οτι οι ανθρωποι, στη μαχη εναντιον της φυσης, συσπειρωνονται, διοτι στην ερημο δεν μπορεις να επιβιωσεις μονος. Ο κατοικος της ερημου λοιπον διακρινεται απο πνευμα αλληλεγγυης, διοτι μονο μαζι μπορουν οι ανθρωποι να αποσπασουν απο την ερημο οασεις και πηγαδια. [44] Ομως σ' αυτον τον αγωνα πρεπει να αμυνεται και εναντιον των ομοειδων του· αν χασει εστω και ενα μονο πηγαδι απο μια αλλη φυλη, απειλειται η υπαρξη της δικης του φυλης. Ετσι εδω η σχεση του ανθρωπου με τον κοσμο γινεται μαζι σχεση με τον "κοσμο του αλλου ανθρωπου". Τουτο παλι αντανακλα την σχεση αντισταση και πολεμος, και απο εκει προκυπτει το συνθημα: "Αυξανεσθε και πληθυνεσθε!" Το οτι ο θεος της ερημου υπαγορευσε στον ανθρωπο την περιτομη, μαρτυρει επισης αυτην την ιδιοτητα του κατοικου της ερημου.

Ο ανθρωπος της ερημου ειναι λοιπον εξαναγκασμενος σε αντισταση και πολεμο με διπλη εννοια. Και παλι και αυτος μπορει να ζει μονον ως ιστορικο ον. Το πεδιο, στο οποιο αναπτυσσονται οι πολεμικες του ιδιοτητες, ειναι επομενως η ιστορια, και αυτες οι ιδιοτητες παλι σημαδευονται απο ιστορια.

Ο αγωνας εναντια στη φυση εκφραζεται και σε ολα τα πολιτιστικα εγχειρηματα, διοτι και μεσω αυτων ο ανθρωπος αντιπαρατιθεται στη φυση. Η σκεψη μιας καλοπροαιρετης φυσης που τον αγκαλιαζει, δεν μπορει καν να του περασει απο τον νου, κι ακομα λιγοτερο θα μπορουσε να του κολλησει να θελει να κανει τη φυση υποτελη του. Πολυ περισσοτερο τον ενδιαφερει να αντιταξει στη φυση τον εαυτο του και την δραση του με ολη του τη δυναμη.

Στην ερημο ηδη απο παντα καθε τι "ανθρωπινο" στεκει απεναντι στη φυση, ειναι ολοτελα διαφορετικο απ' αυτην. Κατι λιγοστα φωτα στον μακρινο νυχτερινο οριζοντα, περα στον οποιο κατα τα αλλα απλωνεται μονο μαυρη, αποκρουστικα νεκρη γη, ζωντανευουν εντονα τον κοσμο του ανθρωπου και θυμιζουν παλι ζωη, ζεστη και εγγυτητα. Αφηνουν μια ασυγκριτα εντονωτερη εντυπωση απο τα φωτα καπου ενος νησιου που διακρινει ο ναυτικος στον οριζοντα της θαλασσας. Μονο ο κατοικος της ερημου μπορει βεβαια να καταλαβει τη διεγερση χαρας που αισθανεται ενας ταξιδιωτης οταν, οπως περιγραφεται στην αρχαιοτητα, στο τελος ενος μακρινου και κοπιαστικου ταξιδιου απο την Ιουδαια στην Ηλιοπολη, οπου μενει μια μερα μονο μεχρι τη βαση του, διακρινει τα φωτα της πρωτευουσας.

Οταν λοιπον αυτο που ανηκει στον ανθρωπο τον εντυπωσιαζει τοσο πολυ, "γιατι του ανηκει", τοτε ειναι ολοτελα κατανοητο οτι στην ερημο ασκει ιδιαιτερη ελξη οχι αυτο που βρισκεται στη φυση, αλλα αυτο που εχει φτιαχτει απο τον ανθρωπο. Αυτη η εντυπωση επιβαλλεται στον ταξιδιωτη που αντικριζει π.χ. μια αραβικη πολη. Τον ταξιδιωτη που φτανει στο λιμανι του Aden, η πολη, που εκτεινεται στα πεδινα αριστερα του λιμανιου, τον εκπλησσει τοσο οσο και τα αποτομα ορη που ορθωνονται ζοφερα. Η χαμηλη πεδιαδα δειχνει σαν ενα αδυναμο καφετι περιγραμμα στον οριζοντα της θαλασσας, [45] τοσο αδυναμο που σχεδον αδυνατεις να την παρεις για γη. Απο τη θαλασσα διαφερει απλα απ' το χρωμα της. Καταμεσις σ' αυτην την καφε λωριδα αναλαμπει στον ηλιο μια σειρα απο μικρα, τετραγωνα σπιτια που μοιαζουν με μια μαζωξη γλαρων που κολυμπανε στα κυματα. Παρα τη μεγαλη αποσταση, οι λευκοι τοιχοι και η γωνιωδης μορφη αυτων των σπιτιων προκαλει βαθια εντυπωση διοτι εδω ειναι κατι φτιαγμενο απο ανθρωπινο χερι, κατι "ανθρωπινο" στην απεραντοσυνη της νεκρης φυσης. Νομιζεις πως ονειρευεσαι, τοσο ζωντανα και καθαρα ξεχωριζει η πολη η χτισμενη απο ανθρωπους απεναντι στη φυση του περιβαλλοντος.

Πως προκυπτει αυτη η οξεια αντιθεση; Εξηγειται μονο απο τη μορφη και το χρωμα αυτης της πολης, που κατα τα αλλα δεν απαντωνται πουθενα στο φυσικο περιβαλλον της. Τα αποκρημνα ορη εχουν μια ολοτελα φυσικη μορφη στην οποια δεν αναγνωριζεις ουτε κανονα ουτε σκοπο. Βεβαια και η θαλασσα, η μια ξερα, παρουσιαζουν ευθειες, οριζοντιες γραμμες, αλλα ειναι μονοτονες και διχως συσχετιση μεταξυ τους. Αλλιως ειναι τα σπιτια των ανθρωπων: Ως τετραγωνα, η ορθογωνια, με την κλειστη, γεωμετρικη τους κανονικοτητα, διαχωριζονται σαφως απο την περιβαλλουσα φυση.

Εδω ειναι μια μορφη φτιαγμενη απο τον ανθρωπο, οχι μορφη παραληφθεισα απο τη φυση, την οποια ο ανθρωπος παραλλαξε αντιστοιχα με τις αναγκες του και ενοποιησε υπερβαινοντας τη φυσικη μορφη. Εδω στεκουμε εμπρος σε κατι που δημιουργηθηκε ολοτελα εναντια στη φυση. Το ιδιο ισχυει για το χρωμα των σπιτιων. Το χωμα εχει ενα βρωμικο καφε· τα ζωα – π.χ. η καμηλα – εχουν το ιδιο χρωμα με τη γη. Μονο αυτο που ειναι φτιαγμενο απο τον ανθρωπο ειναι καθαρο λευκο. Με την πολη του λοιπον ο ανθρωπος μετατρεπει την θεληση του για συγκρουση με τη φυση σε μορφη και χρωμα.

Η αντισταση του κατοικου της ερημου εναντιον της φυσης δειχνεται με τον σαφεστερο τροπο στην τεχνη του. Τα εντυπωσιακα λαμπρα σχεδια των υφασματων, τα σχεδον ονειρικα, αποστασιοποιημενα απο τη φυση και συναμα ρωμαλεα περιγραμματα των τζαμιων ειναι ευφραδεις μαρτυρες αυτης της στασης.

Απο εδω γινεται περισσοτερο κατανοητη και η μορφη των Πυραμιδων. Οι ανθρωποι της αρχαιας Αιγυπτου δεν ηταν μεν τυπικοι κατοικοι της ερημου, παντως η θεση των Πυραμιδων παραπεμπει σε μια στενη σχεση με την ερημο. Η ερημος – εκεινα τα ατελειωτα κυματα αμμου διχως μορφη και κανονα – απειλουσε συνεχως να διεισδυσει στην κοιλαδα του Νειλου και να την "πλημμυρισει". Το ποταμι, ο Νειλος, που κυριαρχει σ' ολοκληρη την κοιλαδα, παριστανει μια ομοια πελωρια, αργη κινηση κυματων. Ουτε η ροη του νερου ουτε τα χωραφια δεν δειχνουν καποια κανονικοτητα, η ταξη. Ειναι παντελως συμπτωματικα. Και καταμεσις σ' αυτην την συμπτωματικοτητα ορθωνονται οι κραταιες Πυραμιδες με το ολοκληρωμενο τους μετρο. Καθαρες στεκουν εναντια στο αμορφο και ακανονιστο της φυσης και ειναι ακριβως ενσαρκωσεις της ανθρωπινης δυναμης, εκεινης της δυναμης με την οποια οι αρχαιοι Αιγυπτιοι ορθωσαν το αναστημα τους εναντιον της φυσης. Η Πυραμιδα, ακριβως με την απλη, αφηρημενη μορφη της, εγινε συμβολο ανθρωπινης δυναμης. Ετσι επρεπε να εχει προπαντων ενα ορισμενο μεγεθος, για να μπορει να επιβληθει στην ερημο. Ενωπιον της χωρις περιγραμμα, ατελειωτα εκτεινομενης αμμοθαλασσας, το μεγεθος και η μορφη των Πυραμιδων καταδεικνυουν τη δυναμη του ανθρωπου. Κανενας ταφος, οσο μεγαλος κι αν ηταν, δεν θα μπορουσε, χωρις αυτην τη μορφη, να εκφρασει τοσο παρατεταμενα την αντισταση του ανθρωπου εναντια στην ερημο.

Στις Πυραμιδες υπαρχει κατι επιπλεον, που δεν μπορει να παραβλεφθει: ο χαρακτηρας του μυστηριακου. Κανεις θα μπορουσε μεν να ισχυριστει οτι παραειναι απλες, για να θεωρουνται εργα τεχνης, ομως αυτο δεν θα ηταν σωστο. Η μυστηριακη εντυπωση, που προκυπτει απο τη θεση τους, δεν ειναι λιγοτερο δυνατη απο αυτην αλλων μεγαλων εργων τεχνης. Ποτε δεν τις βλεπουμε ολοκληρες, παρα μονο μερη τους παντα. Ομως τα "μερη τα κρυμμενα απο το ματι", ασκουν μια ακατανικητη ελξη πανω μας. Συνηθως διολου δεν μαγευομαστε απο αυτο που δεν βλεπουμε. Στην Αφροδιτη της Μηλου π.χ. καθολου δεν εχουμε την εντυπωση οτι οι πλευρες που εχουν αποσυρθει απο τα ματια ειναι κρυμμενες για τον παρατηρητη. Ομως στην περιπτωση των Πυραμιδων – ισως ακριβως με την ελλειψη καλλιτεχνικης μορφης – το στοιχειο του "κρυφου" κανει ιδιαιτερα δυνατη εντυπωση.

Σ' αυτες τις δυο αποψεις αναγνωριζουμε οτι ο ανθρωπος της ερημου εκφραζεται στις Πυραμιδες μεσα απο μια εσωτερικη αναγκαιοτητα. Η απλοτητα της μορφης των Πυραμιδων θα μπορουσε να εξηγηθει και απο την μνημειακοτητα τους, ομως ηδη η επιθυμια να αντιπαραθεσει κανεις στην ερημο τετοια μνημειωδη οικοδομηματα ειναι χαρακτηριστικο για τον κατοικο της ερημου.

Το τι θα πει αντιμετωπιση της φυσης, δειχνεται με τον πιο εντυπωσιακο τροπο στον τροπο παραγωγης των κατοικων της ερημου, δηλ. στη νομαδικοτητα. Ο ανθρωπος δεν περιμενει απλα τις ευλογιες της φυσης, πολυ περισσοτερο επελαυνει εναντιον της για να της αποσπασει μια μικρη λεια. Σ' αυτον τον πολεμο με τη φυση ο ανθρωπος συμμαχει με αλλους· ομως συναμα αυτοι οι αλλοι γινονται και οι εχθροι του. Ο πολεμος με τη φυση ειναι συναμα ο πολεμος με τον ανθρωπο. Ειναι δυο οψεις ενος νομισματος.

[47] Η ζωη του κατοικου της ερημου ηταν παντα σημαδεμενη απο μαχητικοτητα, απο τις παμπαλαιες εποχες μεχρι την ισλαμικη. Οι διαφορετικες φυλες της Αραβικης Χερσονησου, που στο βιβλιο Γενεσις χαρακτηριζονται ως Shem (Σημιτες) (ακομα κι αν σ' αυτο το ονομα συμπεριλαμβανονται Αραβες, Εβραιοι, Φοινικες κλπ.) συγγενευουν στενα ως προς χαρακτηρα, νοοτροπια και γλωσσα. Ετσι "ολη η πνευματικη ιδιαιτεροτητα των Σημιτων, η νοοτροπια τους, η θρησκεια τους, οι πολιτειακοι τους θεσμοι εξηγουνται απο τους ορους διαβιωσης ενος λαου της ερημου" (E. Meyer, Geschichte des Altertums, 1/2, S. 388). Αυτη η ζωη ειναι σημαδεμενη απο αγωνα.

Ας δουμε καταρχην την κοινωνικη δομη. Η φυλη αποτελει τη χαρακτηριστικη κοινωνικη μοναδα. Ο θεσμος της φυλης διατηρηθηκε ως μορφη της κοινωνιας απο περιπου το 1000 π.Χ. μεχρι τους σημερινους Βεδουινους. Αυτος ο τροπος συμβιωσης δεν ειναι απλα "πρωτογονος" αλλα εκφυεται τροπον τινα απο την αραβικη γη. Η τυπικη συνοχη προκυπτει απο την ιδεα της συγγενειας αιματος, της καταγωγης απο τον κοινο προγονο. Ολοι οι ενηλικες, δηλ. αξιομαχοι αντρες δημιουργουν μια στενη κοινωνια υπο τις αυστηρες εντολες του ηθους, του εθιμου και του νομου. Ιδωμενο απο μεσα, αυτη η συμπτυξη εξυπηρετει την αμυνα. Οταν επαπειλει ενας κινδυνος, τοτε αυτο αφορα καθε μελος της οικογενειας και ειναι υποχρεωμενο να προστατευσει τους αλλους απο αυτον τον κινδυνο, η να εκδικηθει γι' αυτους. Αυτος ο δεσμος της αμοιβαιας υποχρεωσης διατηρει τα συμφεροντα της κοινωνιας, οπως και του καθενα. Βοσκοτοπια και πηγαδια π.χ., η βαση υπαρξης της φυλης, προστατευονται απο αλλες φυλες, κατ' αναγκη με αιματηρες μαχες.

Αυτος ο τροπος ζωης ειναι ακριβες ειδωλο του αγωνα εναντιον της φυσης και των ανθρωπων. Στην ερημο ο καθενας μεμονωμενα δεν μπορει να επιβιωσει, πρωτα η κοινωνια της φυλης τον καθιστα ικανο να ζησει. Εξ ου και πιστη στην κοινοτητα και υποταγη στη θεληση της ειναι απαραιτητες. Ο τροπος δρασης της κοινοτητας καθοριζει λοιπον τη μοιρα του καθε ενα. Ηττα της κοινοτητας σημαινει για τον καθεκαστο θανατο, γι' αυτο καθε μελος της κοινοτητας πρεπει να εξαντλησει τη δυναμη και το θαρρος του μεχρις εσχατων. Απαιτειται ακουραστη ενταση της θελησης, δηλ. συνεχης εγρηγορση για πολεμο, αν ο ανθρωπος στην ερημο θελει να μεινει ζωντανος. Δεν μπορει να επιτρεψει στον εαυτο του συναισθηματικη μαλθακοτητα. Ο χαρακτηρας του σημαδευεται απο δυο τινα: υπακοη και μαχητικο πνευμα. Αυτα τα στοιχεια ειναι καθοριστικα για τον ανθρωπο της ερημου και τον τροπο ζωης του, στον οποιο εκφραζεται σαφως η εξαρτηση του ανθρωπου απο το κοινο.

Αυτοι ειναι λοιπον οι οροι, κατω απο τους οποιους διαμορφωθηκε ο ιδιαιτερος, κοινωνικα-ιστορικα [48] καθορισμενος χαρακτηρας του κατοικου της ερημου. Σ' αυτο το πλαισιο η ερημος ακριβως δεν πρεπει να κατανοηθει μονο γεωγραφικα, αλλα ως κοινωνικη πραγματικοτητα. Ακομα κι αν ο ανθρωπος – με χωρικη εννοια – μπορει να αφησει την ερημο πισω του, και παλι δεν ξεφευγει απο αυτην ως κοινωνικη-ιστορικη πραγματικοτητα, εκτος αν γινει ενας απο κοινωνικη και απο ιστορικη αποψη αλλος. Ομως και σ' αυτην την περιπτωση δεν απαρνειται την καταγωγη του, αλλα την διατηρει μεσα του. Οταν καπου εγκατασταθει σε μια περιοχη πλουσια σε νερο και γινει μονιμος αγροτης, ο τροπος ζωης του αλλαζει. Ομως αυτος εχει εξελιχθει απο τον προηγουμενο· αυτος ο ιδιος δεν μεταβαλλεται σ' εναν αλλο ανθρωπο.

Κανεις μπορει να παρακολουθησει μια τετοια εξελιξη στην ιστορια του λαου του Ισραηλ. Σ' εναν λαο νομαδων οπως αυτον, η Γη Κανααν πρεπει να φανηκε σαν ο παραδεισος. Ετσι εκανε εναν μακρυ και σκληρο πολεμο για να την κερδισει για τον εαυτο του και, αφου εγκατασταθηκε εκει, εμαθε την τεχνη της καλλιεργειας των αγρων. Ο πληθυσμος, λυτρωμενος απο τις κακουχιες της ζωης στην ερημο, αυξηθηκε γρηγορα. Προεκυψαν νεες φυλες, συμμαχιες σταθεροποιηθηκαν και τελικα ιδρυθηκε ενα βασιλειο. Θεμελιο αυτης της κοινωνιας δεν ηταν πλεον η συσπειρωμενη μοναδα της φυλης. Μια καθαρη διαμορφωση της θρησκειας και της θρησκευτικης κειμενογραφιας ελαβε χωρα πρωτα αφοτου οι Ισραηλιτες εγκατασταθηκαν στην Κανααν. Ομως ακριβως σ' αυτες τις πολιτισμικες μαρτυριες αναδυονται οι ιδιοτητες του ανθρωπου της ερημου αλανθαστες. Προσπαθησαν την αλλοτινη οργανωση της φυλης να την μεταφερουν στην οργανωση ενος λαου. Η θεοτητα, η οποια πρωτογενως εκπροσωπουσε την ενοτητα της φυλης, εγινε συμβολο για την ενοτητα του λαου. Για τον λαο του Ισραηλ εμεινε χαρακτηριστικη η απολυτη υπακοη σ' αυτον τον θεο και το ανευ ορων ετοιμοπολεμο απεναντι σ' αλλους λαους και μαζι σ' αλλους θεους. Τα κλιματικα δεδομενα της Κανααν οφελησαν απο καθε αποψη την κοινωνικη και πολιτιστικη του εξελιξη, παντως σ' αυτην την εξελιξη επροκειτο για αυτην του αλλοτε κατοικου της ερημου και οχι αυτην του μολις εγκατασταθεντος αγροτικου ανθρωπου.

Ακομη ας μην ξεχναμε οτι οι ιδιοι οι Ισραηλιτες στη διασπορα τους διατηρησαν τα χαρακτηριστικα τους, τα σημαδεμενα απο την ερημο. Αυτη η διασπορα ξεκινησε ηδη μερικους αιωνες π.Χ. Ομως ακριβως οι στη διασπορα ευρισκομενοι Εβραιοι ηταν που εφεραν στην Ευρωπη μια σταθερη θρησκευτικη συσπειρωση. Πλεον μια μορφη οργανωσης που προερχεται απο την ερημο θελει, δυναμικοτερα απ' οσο ποτε στην ιστορια της ανθρωποτητας, να πραγματωθει, [49] υπερβαινοντας τα ορια των λαων, στο ονομα της θρησκειας. Ομως αυτοι που φερνουν στην Ευρωπη αυτη τη μορφη της θρησκευτικης κοινοτητας, οι Εβραιοι, αποκλειονται απο αυτην την κοινοτητα και ετσι διατηρουν τον ιδιαιτερο χαρακτηρα του λαου τους. Σ' αυτο τους εξαναγκαζει, αφενος η καταδιωξη εκ μερους των Ευρωπαιων, αφετερου αυτην την καταδιωξη την προκαλουν και οι ιδιοι. Ακομα και αν πλεον η ερημος ως κοινωνικη-ιστορικη πραγματικοτητα μετατιθεται καταμεσις στην ευφορη ευρωπαϊκη χωρα των λιβαδιων, και συμμετεχει στις μεμονωμενες φασεις της ευρωπαϊκης ιστοριας οπως φεουδαλισμο, αστικη εξελιξη κλπ., απο μια εσωτερικη αναγκαιοτητα διατηρει την ιδιομορφια της. Ετσι ο υπακουος-μαχητικος χαρακτηρας του ανθρωπου της ερημου, που γοητευει τον Ευρωπαιο εξαρχης, ασκει μια δυνατη ελξη ακομα και στον ανθρωπο του παροντος.

Παντως αυτο δεν συμβαινει μονον οταν η ερημος εκτεινεται περαν των δικων της οριων. Οταν οι Ισραηλιτες εγκατασταθηκαν και αρχισαν να διαγουν μια αγροτικη ζωη, υπηρχαν μεταξυ τους και καποιοι που αυτο το θεωρουσαν περιφρονητικο και εβλεπαν σ' αυτο μια υποβαθμιση – καθως ηταν περηφανοι για το οτι μπορουσαν να διασχιζουν τη χωρα ελευθεροι και αδεσμευτοι σαν τα αρπακτικα ζωα. Η αποτολμη ελευθερια μετρουσε γι' αυτους περισσοτερο απο εκεινη την ανετη ζωη. Στα ματια τους η φτηνεια του βολεμενου που "χωνεται πισω απο τοιχους και υπηρετει τον μικρο του κυριο" ηταν απλα αξια περιφρονησης. Αυτη η νοοτροπια πρεπει να ηταν ακομη εκσεσημασμενη στο πρωιμο Ισλαμ: Ο εμψυχωμενος απο μια δυνατη θεληση, υπακουος-μαχητικος ανθρωπος της ερημου επεδραμε στις αγροτικα εξελιγμενες χωρες και τις υπεταξε. Μ' αυτον τον τροπο το Ισλαμ κατεκτησε τον κοσμο.

Το πως ο ανθρωπος της ερημου κατεκτησε τον κοσμο, γινεται σαφες οταν κανεις παρατηρει τις σημερα ακομη ζωντανες θρησκειες. Με εξαιρεση την ινδικη, ολες τους – Χριστιανισμος, Ιουδαϊσμος, Ισλαμ – ειναι προϊον της ερημου. Το Ισλαμ με την ανθεκτικη του ζωντανια ειναι σημερα ισως η δυνατοτερη απο αυτες τις θρησκειες. Παντως ιστορικα ιδωμενο δεν μπορει κανεις παρα να απορει για το οτι η ιστορια της μικρης φυλης Ισραηλ – ακομα και στην ακμη του κατειχε μια περιοχη που εκτεινονταν καπου σε 200 χλμ. μηκος και 120 χλμ. πλατος – για πανω απο 2000 χρονια θεωρουνταν απο την Ευρωπη ως η κατεξοχην ιστορια της ανθρωποτητας. Ετσι ο ανθρωπος της ερημου εγινε ο δασκαλος αλλων, διοτι χαρη στον ιδιαιτερο χαρακτηρα του κατειχε μια βαθυτερη ενοραση στην ουσια του ανθρωπου.

Η ανθρωποτητα του οφειλει τον προσωπικο θεο ως την ιδεατη διαμορφωση των ενορασεων του, κατι που συγκρινεται μονο με αυτην της Ινδιας, η οποια εμπειραται τον θεο ως το απολυτο μη-προσωπικο.

[50] Αυτος ο προσωπικος θεος ηταν καταρχην απλα ο θεος της φυλης. Στην αρχη υπηρχε η πιστη οτι στην κοινοτητα της φυλης ζει μια θεϊκη δυναμη η οποια καθιστα καν δυνατη την υπαρξη και την ανθιση της φυλης. Επομενως υπηρχαν τοσοι θεοι, η ονοματα θεων, οσες και φυλες. Ο Ιεχωβας ηταν καταρχην μονον ενας μεταξυ πολλων. Αυτοι οι θεοι ζουσαν και ετρωγαν με τον ανθρωπο, πολεμουσαν στο πλευρο του και ειχαν μεριδιο στη λεια του κυνηγιου η των πολεμων του. Σε μεγαλες γιορτες θυσιαζαν στον θεο ζωα, το κρεας των οποιων κατοπιν καταβροχθιζονταν απο την κοινοτητα της φυλης. Αυτο το κοινο θυσιαστηριο γευμα ηταν σημαντικο για τη διατηρηση και την ανανεωση της ειρηνικης συμβιωσης της κοινοτητας της φυλης. Σ' αυτο το τελετουργικο δεν ενυπαρχει μεν ακομα καποια ειδικη συνειδηση της σχεσης μεταξυ ατομου και κοινοτητας, ομως με το κοινο θυσιαστηριο γευμα δημιουργειται η πιστη μιας συγγενειας αιματος μεταξυ θεου και ανθρωπου και μαζι, μεσα απο την αισθηση της συνοχης, η συνειδηση μιας ενοτητας. Ηδη απο πολυ νωρις η ηθικη συμπεριφορα εννοειται ως εκτελεση της θεϊκης εντολης. Ο θεος υποσχεται στην κοινοτητα "ευφορη γη και πολλους απογονους", υποσχεται "να κατατροπωσει τους εχθρους και να εξαλειψει τις αρρωστιες", που θα πει οτι τους ταζει ευμαρεια και απελευθερωση απο εγνοιες. Παντως ως ανταποδωση απαιτει, οι ανθρωποι να προσεχουν τις εντολες του για την υγιεινη και την ηθικη. Με αλλα λογια: Η ζωη στην ερημο γινεται δυνατη πρωτα δια του οτι η φυλη αποκτα συνειδηση της ενοτητας της, και παλι αυτη η συνειδηση τρεφεται απο την αναγνωριση της θεϊκης εντολης. Για τον ανθρωπο της ερημου λοιπον συνιστα κατι που αποτρεπει τις καταστασεις αναγκης. Η θεοτητα της φυλης γινεται αναγκαιοτητα.

Για καθε πρωτογονη θρησκεια, οχι μονο για τη θρησκεια της ερημου, ισχυει οτι η ενοτητα της φυλης γινεται εμπειρατη ως θεοτητα και διαμεσου μιας θεοτητας. Βεβαια την φυλη δεν μπορει κανεις να την ονομασει απλα πρωτογονη· ειναι τροπος ζωης, ιδιαιτερα σημαντικος στην ερημο. Η πιστη στον θεο της φυλης σημαδευεται απο τις αναγκαιοτητες της ζωης στην ερημο. Οι ιδιαιτερες συνθηκες στην ερημο οδηγησαν στο οτι η θεοτητα της φυλης απεκτησε προσωπικα στοιχεια. Αυτος ο θεος ειναι η συνειδητοποιηση της ενοτητας των μελων μιας φυλης στον αγωνα τους εναντια στη φυση. Εδω δεν βρισκεται πουθενα μια θεοποιηση της φυσης, πολυ περισσοτερο η φυση υποτασσεται στον θεο. Τελειως αλλιως ειναι οι θεοι της Ελλαδας: Ειναι η θεοποιηση της εξωτερικης φυσης (Ζευς, Ποσειδων), η της εσωτερικης φυσης (Αφροδιτη, Απολλων). Θεοτητες που εκπροσωπουν την ενοτητα της φυλης, ηδη στην εποχη της δημιουργιας των μυθων ειχαν καταπεσει σε "Ηρωες". [51] Και οι θεοτητες των μυστικων θρησκειων, οπως ο Μιθρας, η ο Οσιρις, ηταν θεοποιησεις φυσικων δυναμεων και οχι εκφραση ανθρωπινου ομαδικου πνευματος. Οι περιοχες οπου τιμωνται τετοιες θεοτητες, ειναι λιγοτερο η περισσοτερο ευλογημενες απο τη φυση. Ομως στην ερημο φυση δεν σημαινει ζωη, αλλα θανατο· ζωη υπαρχει μονο απο την πλευρα του ανθρωπου. Επομενως εδω η θεοτητα πρεπει να φερει προσωπικα χαρακτηριστικα.

Ομως πως μπορεσε απο τον Ιεχωβα, θεο μιας φυλης, να γινει ο μοναδικος, προσωπικος θεος; Η παραδοση μιλαει για τα εργα του Μωυση: Ο Ιεχωβας δρα διαμεσου του Μωυση, κι ετσι κανει το Ισραηλ ηγετη ολων των φυλων. Αν παντως, οπως ισχυριζεται ενας λογιος, "Ισραηλ" δεν ηταν το ονομα μιας φυλης αλλα μιας συμμαχιας φυλων, που θα πει, αν "Ισραηλ" ονομαζε μια στρατιωτικη και θρησκευτικη συμμαχια, προστατης θεος της οποιας ηταν ο Ιεχωβας (M. Weber, Religionssoziologie III, S. 90ff.), τοτε, οταν δημιουργηθηκε αυτη η παραδοση, ο Ιεχωβας ειχε ηδη ενωσει τις φυλες. Αυτο δεν ειναι μεμονωμενη περιπτωση. Η προσωπικη θεοτητα, η οποια κατακτα τη συνειδηση των ανθρωπων πιο δυνατα, ενσωματωσε συγγενικους θεους αλλων φυλων. Ετσι ο θεος μιας φυλης, ο Ιεχωβας, εγινε θεος ολων των φυλων της ερημου. Στις εμπειριες απο δυστυχιες και συμφορες που επληξαν τον λαο, και με την φλογερη πιστη των προφητων, αυτος ο θεος πηρε ολο και σαφεστερη μορφη. Σαν τετοιος, μεσα απο εναν ελληνα μεσολαβητη, μεταφερθηκε πολυ περαν της ερημου εξω στον κοσμο του ανθρωπου της μη ερημου, και ετσι ο θεος Ιεχωβας εγινε θεος του ανθρωπου καθαυτου. Οπου δεν ειχε πια σημασια σε ποιες συνθηκες ζουσαν οι ανθρωποι που λατρευαν αυτον τον θεο, και οτι ο Ιεχωβας ηταν θεος της ερημου. Η Ευρωπη σταματησε να θετει τετοια ερωτηματα και πιστεψε πως βρηκε επιτελους τον θεο που αναζητουσε. Παντως μεσα απο τον Ιησου Χριστο εννοησε πλεον αυτον τον θεο ως θεο της αγαπης. Ομως ο θεος ως "προσωπο" μπορουσε να συναντησει μονο τον ανθρωπο της ερημου.

Ηταν ο Μωαμεθ που εδειξε με τον πιο εντυπωσιακο τροπο, ποσο πολυ αυτος ο προσωπικος θεος ανηκει στην ερημο. Καθως πηρε θεση εναντια στη λατρεια ειδωλων, που κυριαρχουσε στην τοτε Αραβια, αγωνιστηκε για μια επιστροφη στην πιστη στον "θεο του Αβρααμ". Ομως η επανασταση που κηρυξε δεν στοχευε στις φυλες της εποχης του (Goldzieher, Die Religion des Islams, Kultur der Gegenwart I, III, 1), διοτι ο κατοικος της ερημου μπορουσε να αντιμετωπισει την απειλη της φυσης μονο μεσα στην κοινοτητα αλληλεγγυης της φυλης. "Υπακοη" στη φυλη ως συνολο ηταν οπως παντα βασικη για τη ζωη στην ερημο. Ο Μωαμεθ επετυχε [51] να κανει αυτον τον προσωπικο θεο παλι ενωτικο συμβολο για την κοινοτητα της φυλης, διοτι υπακοη στη φυλη, ελεγε, ειναι ισλαμ (υπακοη) στον θεο. Πετυχε, οπως αλλοτε ο Μωυσης, να δεσμευσει τη φυλη του στην υπακοη στον θεο, και με εφοδιο αυτην τη δυναμη ξεκινησε τον πολεμο εναντιον αλλων φυλων. Ηταν ενας θρησκευτικος πολεμος καταδιωξης, τον οποιο διεξηγαγε οχι βεβαια ως μεμονωμενος, αλλα στη μορφη παραδοσιακων αψιμαχιων μεταξυ φυλων. Νικησε, και με την κατακτηση αλλων φυλων δια του ισλαμ στον θεο επετυχε την ενωση του αραβικου λαου. Οπου κατοπιν οι υπακοοι-μαχητικοι Αραβες ταχιστα ξεπερασαν τα ορια της ερημου και υπεταξαν το μεγαλυτερο μερος του τοτε πολιτισμενου κοσμου. Ετσι μπορουμε να πουμε οτι στο Ισλαμ ο "θεος του Αβρααμ" πηρε σαφη μορφη με τα δυο χαρακτηριστικα που ειναι τυπικα για την ερημο – υπακοη και πολεμικο πνευμα.

Προηγουμενως επεχειρησα να καταδειξω την ουσιακη δομη του ανθρωπου της ερημου. Το πλεον εκσεσημασμενο χαρακτηριστικο της ερημου ειναι η ξηρασια. Αυτη αφενος οδηγει σε μια ανταγωνιστικη σχεση ανθρωπου και κοσμου, αφετερου απαιτει την απολυτη υποταγη του καθεκαστου στην κοινοτητα της φυλης. Αυτα τα χαρακτηριστικα γινονται ακομη σαφεστερα σε μια συγκριση με τον τυπο ανθρωπου της αρχαιας Αιγυπτου.

Το αιγυπτιακο κλιμα εχει εναν ιδιομορφο διπλο χαρακτηρα. Ειναι ξηρο και υγρο. Βροχη πεφτει σπανια. Η βροχοπτωση στο Καϊρο πρεπει να ειναι το ενα εβδομηκοστο απο αυτην της Ιαπωνιας. Επομενως ο αερας ειναι ιδιαιτερα ξηρος. Ετσι ειναι και φυσικο το οτι η στενη, περιβαλλομενη απο ερημο κοιλαδα του Νειλου – η περιοχη της εκβολης δεν ειναι πλατυτερη απο 30 χλμ., το πλατυτερο σημειο στις πηγες καπου 8 χλμ. – ειναι υποταγμενη στο σχημα ξηρασιας της ερημου. Και παλι η κοιλαδα εφοδιαζεται πλουσιοπαροχα με υγρασια απο τον ποταμο που ερχεται απο την κεντρικη Αφρικη. Στα χωραφια εχει πολλα ειδη δημητριακων και λαχανικων, αναμεσα τους φυτρωνουν πλουσια τροπικα δεντρα. Σ' αυτην την ευφορη κοιλαδα το πρασινο μοιαζει μ' αυτο στην Απω Ανατολη και στη Νοτια Θαλασσα. Δεν ηταν υπερβολη που στην Αρχαιοττα αυτη η χωρα υμνηθηκε ως η πιο ευφορη του κοσμου.

Στο αιγυπτιακο κλιμα κανεις μπορει να μιλησει για "υγρασια διχως βροχη", για "ξερη υγρασια". Απο αυτο προκυπτει οτι ο χαρακτηρας του αρχαιου αιγυπτιακου ανθρωπου σημαδευτηκε αφενος απο την αντισταση εναντια στην ερημο, ομως αφετερου απο την προτιμηση στο ποταμι. Στην αντισταση τους εναντια στην ερημο, αυτοι οι ανθρωποι ανταποκρινονταν βεβαια στον τυπο του κατοικου της ερημου· ομως ως προς την αφοσιωση τους στη φυση διεφεραν απ' αυτον ολοτελα. Ο Νειλος [53] για τους Αιγυπτιους παιρνει τη θεση την οποια εχει για τον ανθρωπο της ερημου η ενοτητα της φυλης. Ακομα και στις μερες μας, οπου στις πηγες του ποταμου ρυθμιζουν την ποσοτητα του νερου με τεχνητα φραγματα, ηδη μια πτωση της επιφανειας του νερου κατα 1½ μ. εχει καταστροφικες συνεπειες για την περιοχη του Δελτα. Ο ανθρωποι της αρχαιας Αιγυπτου, οι οποιοι ακομη δεν επενεβαιναν ρυθμιστικα στη ροη του ποταμου, ηταν εκτεθειμενοι στον Νειλο σε ακομη μεγαλυτερο βαθμο. Ο αρχαιος αιγυπτιακος πολιτισμος αναπτυχθηκε στη βαση αυτης της εκθεσης, δηλαδη ενεκειτο σε μια παθητικη-στοχαστικη σταση απεναντι στη φυση. Ετσι ο Αιγυπτιος προς τα εξω δειχνεται μαχητικος και θεληματικος, ομως στην καθημερινη του αισθηση ειναι μαλλον στοχαστικος και συναισθηματικος. Εδω συναντουμε μια πνευματικη εξελιξη και μια εκλεπτυνση της αισθητικης αντιληψης οπως δεν βρισκεται πουθενα στην ερημο. Μια πιστη στην αθανασια που φερεται απο εναν τρυφερο πλουτο συναισθηματων, ο αγαπητικος ποθος για την αιωνια ζωη κινουσε αυτους τους ανθρωπους, κατι που φανηκε προπαντων στην νηφαλια ασκηση της τεχνης του βαλσαμωματος. Στην τρυφερη παρασταση του πριγκηπα Ρεχοτεπ και της συζυγου του Νεφερτιτης π.χ. βλεπουμε πως η τρυφερη επιθυμια για αιωνια αγαπη και η ακριβης, ζωντανη συλληψη της ανθρωπινης μορφης και των χαρακτηριστικων της ιδιοτητων πηγαινουν χερι-χερι. Αυτη η συντηξη τρυφερης αισθαντικοτητας και νοημονος ενορασης στην πραγματικοτητα, που διακρινει τον ανθρωπο της αρχαιας Αιγυπτου, μπορει βεβαια να εννοηθει σωστα πρωτα μεσα απο την εσωτερικη του κλιση προς τον ποταμο και τις ευλογιες του που παρεχει. Ακριβως αυτα τα στοιχεια λειπουν στον ανθρωπο της ερημου.

[...]

Πεμπτη 19 Φεβρουαριου

Τοπος
Ψυχολογια-Τεχνη, Π. Μελά 38, 3ος όροφος, Θεσσαλονίκη

Ωρα
18.00-20.00



2ο Μεσογειακό Συνέδριο της Ανθρώπινης Σεξουαλικότητας και Αναπαραγωγής

3
-4
 Απριλιου 2015

Μέγαρο Διεθνές Συνεδριακό Κέντρο Αθηνών Βασ. Σοφίας & Κόκκαλη, Αθήνα



2ο Μεσογειακό Συνέδριο της Ανθρώπινης Σεξουαλικότητας & Αναπαραγωγής

Το Παραμύθι τον παρακείμενου

[Ομιλια στο Forum Συμβουλευτικής. Αθήνα 1999. Το Γράμμα Α,, σ. 97.]
Καταρχήν οφείλω να σας ομολογήσω πως παραμύθι μ' αυτό το όνομα δεν υπάρχει. Παρ' ολ' αυτά θα σας πω ένα παραμύθι. Είναι από τη συλλογή των αδελφών Grimm και ο πραγματικός του τίτλος είναι «O λαγός κι ο σκαντζόχοιρος». Το όνομα που του έδωσα οφείλεται στην ερμηνεία που θ' ακολουθήσει.

Αυτή την ιστορία, παιδιά, κανείς πρέπει να τη διηγείται σα να 'ταν ψεύτικη, κι όμως είναι αληθινή γιατί την έχω απ' τον παππού μου, την έλεγε μ' ευχαρίστηση και συνήθιζε να προσθέτει: «Κι όμως πρέπει να 'ναι αληθινή, γιε μου, αλλιώς πώς γίνεται να τη διηγούνται». Κι η ιστορία είναι αυτή:

Ήτανε Κυριακή πρωί, του Θεριστή, ακριβώς όταν άνθιζαν τ' αμπέλια, ο ήλιος είχε ανέβει στον ουρανό λαμπρός, το πρωινό αγέρι πέρναγε γλυκό πάνω απ' τα κομμένα στάχυα, οι κορυδαλλοί τρα-γουδούσανε στον αέρα, οι μέλισσες ζουζούνιζαν στα λουλούδια, ο κόσμος ντυμένος τα κυριακάτικα του πήγαινε στην εκκλησιά κι όλη η πλάση χαιρόταν κι ο σκαντζόχοιρος επίσης.

O σκαντζόχοιρος λοιπόν καθότανε μπροστά στην πόρτα του με σταυρωμένα τα χέρια, χάζευε το πρωινό αγέρι κι ανέμελα τραγούδαγε μόνος του ένα τραγουδάκι τόσο καλά και τόσο άσχημα όσο ένας σκαντζόχοιρος συνηθίζει να τραγουδά τα γεμάτα ζωή κυριακάτικα πρωινά. Εκεί λοιπόν που σιγοτραγουδούσε, του 'ρθε άξαφνα η ιδέα κι είπε με το νου του, όση ώρα η γυναίκα του έπλενε κι έντυνε τα μικρά, να πάει μια βόλτα στο χωράφι να δει τι γίνονται τα γογγύλια του. Γιατί τα γογγύλια ήτανε δίπλα στο σπίτι του και τα 'τρώγε με την οικογένεια του, γι' αυτό και τα 'λέγε δικά του. Το 'πε και το 'κάνε κι ο σκαντζόχοιρος πήρε το δρόμο για το χωράφι. Δεν είχε ξεμακρύνει πολύ απ' το σπίτι του κι εκεί που πήγαινε να φέρει γύρο το θάμνο από μια αγριοκορομηλιά που βρίσκεται μπροστά στο χωράφι συνάντησε τον λαγό που είχε βγεί για παρόμοια δουλειά, δηλαδή να κοιτάξει τα λάχανα του. Ο σκαντζόχοιρος του ευχήθηκε φιλικά την καλημέρα. O λαγός όμως που, με τον τρόπο του, ήταν ένας ευγενής και μεγαλοπιάνονταν δεν απάντησε στο χαιρετισμό του σκαντζόχοιρου, είπε μόνο στον σκαντζόχοιρο, παίρνοντας μια τελείως κοροϊδευτική έκφραση, «Πώς τόσο πρωί και πιλαλάς στο χωράφι;» «Βγήκα περίπατο» είπε ο σκαντζόχοιρος. «Περίπατο;» γέλασε ο λαγός «Καλά θα 'κάνες μου φαίνεται να χρησιμοποιείς τα πόδια σου για σοβαρότερες δουλειές».Αυτή η απάντηση ενόχλησε πάρα πολύ τον σκαντζόχοιρο γιατί όλα τ' αντέχει, μα για τα πόδια του δεν σηκώνει κουβέντα, ακριβώς επειδή είναι στραβά απ' τη φύση τους. «Φαντάζεσαι λοιπόν» είπε ο σκαντζόχοιρος στον λαγό «πως τα δικά σου πόδια είναι καλύτερα απ' τα δικά μου;» «Αυτό ακριβώς εννοώ» είπε ο λαγός. «Θα το δούμε» αποκρίθηκε ο σκαντζόχοιρος «Βάζω στοίχημα πως αν παραβγούμε στο τρέξιμο θα σε περάσω». «Μη γελάσω! Συ, με τα στραβά σου ποδαράκια!» είπε ο λαγός. «Από μένα πάντως, ας γίνει. Τι στοίχημα βάζουμε;» «Ένα χρυσό λουδοβίκι και μια μπουκάλα σναπς» αποκρίθηκε ο σκαντζόχοιρος. «Σύμφωνοι» είπε ο λαγός. «Εμπρός! Πάρε θέση και φύγαμε!» «Ε, δεν υπάρχει βία» αποκρίθηκε ο σκαντζόχοιρος. «Είμαι θεονήστικος ακόμα. Θέλω πρώτα να πάω σπίτι και να φάω κάτι για πρωινό. Σε μισή ώρα θα 'μαι εδώ».

Συμφώνησε ο λαγός κι έτσι ο σκαντζόχοιρος έφυγε. Στο δρόμο ο σκαντζόχοιρος συλλογίζονταν: «O λαγός πιστεύει στα μεγάλα του πόδια, μα θα του τη φέρω. Μπορεί να 'ναι ένας ευγενής, μα είναι βλάκας και θα δεις που θα το πληρώσει». Σαν έφτασε λοιπόν ο σκαντζόχοιρος σπίτι του, φώναξε τη γυναίκα του και της είπε: «Γυναίκα, ντύσου γρήγορα, πρέπει να 'ρθεις μαζί μου στο χωράφι». «Τι τρέχει;» είπε η γυναίκα του. «Έβαλα στοίχημα με τον λαγό ένα χρυσό λουδοβίκι και μια μπουκάλα σναπς, θα παραβγούμε στο τρέξιμο κι εσύ πρέπει να 'σαι κει μαζί μου». «Αχ, Θεούλη μου, άντρα» έβαλε τις φωνές η γυναίκα του σκαντζόχοιρου. «Χάζεψες; Έχασες τα λογικά σου τελείως; Πώς σου πέρασε να παραβγείς στο τρέξιμο με τον λαγό;» «Πάψε γυναίκα» είπε ο σκαντζόχοιρος «αυτό είναι δικιά μου υπόθεση. Μην μπερδεύεσαι σε δουλειές των αντρών. Άιντε ντύσου κι έλα μαζί μου!» Τι να κάνει η γυναίκα του σκαντζόχοιρου; Άλλωστε έπρεπε να τον ακολουθήσει, θέλοντας και μη.

Στο δρόμο που πήγαιναν είπε ο σκαντζόχοιρος στη γυναίκα του:

«Άκου τώρα καλά τι θα σου πω. Βλέπεις εκείνο το μακρύ χωράφι; Εκεί θα παραβγούμε. Στο ένα αυλάκι θα τρέξει ο λαγός και στ' άλλο εγώ, και θ' αρχίσουμε να τρέχουμε απ' την απάνω μεριά. Εσύ λοιπόν το μόνο που θα κάνεις είναι να χωθείς στ' αυλάκι εδώ, στην κάτω μεριά, και σαν φτάσει ο λαγός απ' απέναντι θα πεταχτείς έξω και θα του πεις: «Είμαι κιόλας εδώ».

Μ' αυτά και μ' αυτά φτάσανε στο χωράφι, ο σκαντζόχοιρος έδειξε στη γυναίκα του πού έπρεπε να σταθεί κι ανηφόρισε το χωράφι. Σαν έφτασε, ο λαγός ήταν ήδη εκεί. «Λοιπόν; Φύγαμε;» είπε ο λαγός. «Μάλιστα!» είπε ο σκαντζόχοιρος. «Πάμε!» Και μπήκαν ο καθένας στ' αυλάκι του. O λαγός μέτρησε «Και ένα, και δύο, και τρία!» και ροβόλησε το χωράφι σαν σίφουνας. Όμως ο σκαντζόχοιρος έκανε κάπου τρία βήματα κι ύστερα γύρισε πίσω και χουλου-ριάστηκε ήσυχα μέσα στ' αυλάκι.

Καθώς λοιπόν ο λαγός με δρασκελιές μεγάλες έφτασε στο κάτω μέρος του χωραφιού, του φώναξε η γυναίκα του σκαντζόχοιρου: «Είμαι κιόλας εδώ.» O λαγός έμεινε αποσβολωμένος. Πού να φανταστεί πως δεν ήταν ο ίδιος σκαντζόχοιρος αυτός που του μίλησε. Γιατί, ως γνωστόν, η γυναίκα του σκαντζόχοιρου είναι ολόιδια με τον άντρα της. Είπε τότε ο λαγός με το νου του: «Κάτι δεν πάει καλά εδώ πέρα». Φώναξε του σκαντζόχοιρου κι είπε «Να τρέξουμε ξανά, πάλι πίσω!» Κι έφυγε πάλι σαν σίφουνας, τόσο που τ' αυτιά του ανέμιζαν στο κεφάλι του. Η γυναίκα του σκαντζόχοιρου όμως έμεινε ήσυχα στη θέση της. Όταν λοιπόν ο λαγός έφτασε, ο σκαντζόχοιρος του φώναξε «Είμαι κιόλας εδώ». Έξω φρενών ο λαγός απ' το κακό του, κραύγασε «Να τρέξουμε ξανά, πάλι πίσω!» «Από μένα πάντως όσες φορές θες» απάντησε ο σκαντζόχοιρος. Έτσι ο λαγός έτρεξε άλλες εβδομήντα τρεις φορές και πάντα ο σκαντζόχοιρος τα 'βγάζε πέρα. Κάθε φορά που ο λαγός έφτανε κάτω ή πάνω, λέγανε ο σκαντζόχοιρος ή η γυναίκα του «Είμαι κιόλας εδώ».

Μα την εβδομηκοστή τέταρτη φορά ο λαγός δεν έφτασε στο τέρμα. Στη μέση του χωραφιού σωριάστηκε στο χώμα, έφτυσε αίμα κι έμεινε στον τόπο. O σκαντζόχοιρος όμως πήρε το κερδισμένο του χρυσό λουδοβίκι και την μπουκάλα το σναπς, φώναξε τη γυναίκα του να βγει απ' τ' αυλάκι και γύρισαν και οι δυο ευχαριστημένοι στο σπίτι τους, κι αν δεν έχουν πεθάνει, είναι ακόμα ζωντανοί.

Έτσι έγινε και στον κάμπο του Buxtehute ο σκαντζόχοιρος έβαλε τον λαγό να τρέξει, κι από τότε κανένας λαγός δεν τόλμησε ξανά να παραβγεί στο τρέξιμο με τους σκαντζόχοιρους του Μπουξτεχούντε.

Όμως το δίδαγμα αυτής της ιστορίας είναι, πρώτον, πως κανένας, όσο σπουδαίος κι ανώτερος κι αν θεωρεί πως είναι, δεν πρέπει ποτέ να κοροϊδεύει και να περιφρονεί τον κατώτερο, ακόμα κι αν αυτός είν' ένας σκαντζόχοιρος. Και, δεύτερον, πως είναι φρόνιμο όποιος παντρεύεται να παίρνει γυναίκα απ' την τάξη του και να του μοιάζει σε όλα. Όποιος λοιπόν είναι σκαντζόχοιρος να κοιτάζει η γυναίκα του να 'ναι επίσης σκαντζόχοιρος και ούτω καθεξής.

Η ιστορία του λαγού και του σκαντζόχοιρου συνέβη, λέει το παραμύθι, στο Μπουξτεχούντε. Το χωριό αυτό σημαίνει στους Γερμανούς ό,τι και η δική μας «Κωλοπετινίτσα», ένας τόπος στη μέση του πουθενά στον οποίο παραπέμπουμε ό,τι περιγελούμε, ό,τι θεωρούμε μικρό κι ασήμαντο και ανάξιο λόγου. Όμως στον κόσμο μας, στην Ελλάδα, στη Γερμανία κι αλλού, ανήκει πάντα και μια Κωλοπετινίτσα. Εάν είναι να μείνουμε ανοιχτοί για τον κόσμο μας όπως είναι, θα χρειαστεί να προσέξουμε καλοπροαίρετα και ό,τι συνήθως περιγελούμε και θέλουμε ν' αγνοούμε.

Εκεί λοιπόν διαδραματίζεται η ιστορία του λαγού και του σκαντζόχοιρου. Σ' αυτόν τον απόμερο τόπο ο λαγός δεν είναι μόνο λαγός κι ο σκαντζόχοιρος δεν είναι μόνο σκαντζόχοιρος:Έχουν ομιλία κι η ομιλία προσιδιάζει στον άνθρωπο. Τούτο είναι για μας μια πρόκληση. Μας καλεί να εννοήσουμε την ιστορία τους σαν ιστορία δική μας.

Τα δύο «διδάγματα» του παραμυθιού μας δείχνουν την κατεύθυνση. Μοιάζουν με ηθικές παραινέσεις, όμως δεν είναι. Δεν διδάσκουν το πώς επιβάλλεται να ζούμε, αλλά το πώς ζούμε. Είναι νόμοι της κατοίκησης μας στον κόσμο. Αυτούς τους νόμους, και τώρα αναφέρομαι αλλού, μα παραμένω στο ίδιο, με τα λόγια της Αντιγόνης από την ομώνυμη τραγωδία του ΣοφοχλΎ\, ούτε θεός ούτε θνητός τους έκανε και κανείς δεν γνωρίζει από πού ήρθαν. Θα δούμε τα διδάγματα με τη σειρά:

Πρώτο δίδαγμα.

O νόμος του λέει πως ο ανώτερος κι ο υπερόπτης κάπως, κάπου, θα σκοντάψει στον κατώτερο και θα συντριβεί.

Με ποιον τρόπο τούτο μας αφορά, θα επιχειρήσουμε να το δούμε στη θεραπευτική συνάντηση. Πώς είμαστε απέναντι στον πελάτη μας; Έχουμε αναλάβει τη θεραπεία του. Εχουμε ένα «μοντέλο» της ψυχικής ασθένειας, της τρέλας, αλλά κι ένα μοντέλο της ψυχικής υγείας, στην οποία προσπαθούμε να τον οδηγήσουμε. Για να γίνει αυτό χρειάζεται να καταλάβουμε την τρέλα του και να την εξηγήσουμε. Το πρώτο, η κατανόηση, γίνεται με ό,τι είναι γνωστό ως «empathy», ενσυναίσθηση: Ερχόμαστε στη θέση του, ταυτιζόμαστε μαζί του και νιώθουμε αυτά που νιώθει. Το δεύτερο, την εξήγηση, το επιδιώκουμε συνδέοντας και συσχετίζοντας τα λεγόμενα του, ανάλογα με τη σχολή που ακολουθούμε, με στοιχεία από το παρελθόν του, τη σχέση του μ' εμάς, με νευροχημικές διαδικασίες του οργανισμού του κτλ.

Με την κατανόηση και με την εξήγηση, οδηγούμενοι από το μοντέλο μας, κατασκευάζουμε μια παράσταση της τρέλας του. Οι ερμηνείες κι οι συμβουλές μας άγονται απ' αυτήν την παράσταση. Μ' αυτήν είναι που «δουλεύουμε». Η παράσταση της τρέλας δίνει στην τρέλα υπόσταση, της δίνει νόημα και λόγο. Η παράσταση της τρέλας γίνεται ανώτερη από την τρέλα.

Εφόσον η παράσταση είναι καταρχήν κατασκευή του θεραπευτή, ο θεραπευτής παίρνει λιγότερο ή περισσότερο φανερά μια θέση ανώτερου. Πολύ συχνά βέβαια κι ο ίδιος ο πελάτης μας έχει κατασκευάσει μια δική του παράσταση της τρέλας του, που εκφράζεται, μεταξύ άλλων, στο «αίτημα» του. Καμιά φορά μάλιστα μας υποβάλλεται για μικρότερο ή μεγαλύτερο διάστημα. Όπως και να 'χει το πράγμα, η ανθρώπινη διάνοια θεωρεί την κατασκευή της ανώτερη από την τρέλα καθαυτήν. Και μάλιστα τόσο ανώτερη, που η τρέλα δεν μας είναι νοητή παρά μόνο μέσα από μια κάποια παράσταση της.

Όμως οι εξηγήσεις κι οι ερμηνείες μας, αν το καλοσκεφτούμε, ποτέ δεν είναι απόλυτα ικανοποιητικές. Κάπου σκοντάφτουν. Η τρέλα μάς βγαίνει μπροστά. Κάθε φορά που πάμε να τη βρούμε σε μια παράσταση της, είναι κιόλας εδώ και την αμφισβητεί εις πείσμα θεραπευτή και θεραπευόμενου. Αυτό το πείσμα είναι τελικά που μας πηγαίνει κόντρα και που αποκαλούμε «αντίσταση». Σ' αυτό το πείσμα φανερώνεται η τρέλα καθαυτή και συνάμα κρύβεται.

Βέβαια είμαστε ακούραστοι. Με πολλούς και διαφόρους τρόπους λέμε, σαν τον λαγό, «πάλι πίσω!» και παλινωδούμε σ' ένα ατέλειωτο πέρα δώθε των αρχών που διέπουν τις παραστάσεις μας, όπως περιβάλλον και κληρονομικότητα, λογική και συναίσθημα, ψυχή και σώμα, νόσος και υγεία, εγώ κι εσύ, ψυχισμός και πραγματικότητα, στρεφόμενοι πότε στο ένα και πότε στο άλλο. Είναι σαν την επάνω και την κάτω μεριά του χωραφιού. Την πρώτη φορά κατευθυνόμαστε προς τη μία και τη δεύτερη προς την άλλη και πάει λέγοντας. Γι' αυτό και στις επιστήμες η «έρευνα» ποτέ δεν φτάνει σε λύσεις, αλλά με κάθε βήμα της οι δυσκολίες και τα ερωτήματα πολλαπλασιάζονται.

Πάντως η αντοχή μας δείχνει πως ακόμα είμαστε μακριά από την εβδομηκοστή τέταρτη φορά. Όμως αυτή η φορά θα έρθει, νωρίτερα ή αργότερα, σ' εμένα, σ' εσένα, στην Αθήνα, στο Tavistock. Τότε και μόνο τότε, όταν κι εμείς, θεραπευτής και θεραπευόμενος, σαν τον λαγό, «φτύσουμε αίμα» και κατά το κοινώς λεγόμενο σπάσει ο τσαμπουκάς και των δυο μας, μπορεί ν' αφήσουμε μοντέλα και παραστάσεις και να στραφούμε στην ίδια την τρέλα, όπως κάθε φορά τη συναντούμε, και μια θεραπεία να μπει στο δρόμο της.

Η τρέλα είναι «κιόλας εδώ». Μας έχει προλάβει, σε χρόνο παρακείμενο. Η τρέλα μένει πάντα παρακείμενη, κείμενη παρ' ημίν, πάντα μπροστά και δίπλα μας. Είναι ο ίσκιος μας. Όμως ο μόνος που πρόλαβε τον ίσκιο του στο πιστόλι είναι ο Λούκυ Λουκ.

Δεύτερο δίδαγμα.

O νόμος του λέει πως «είναι φρόνιμο, όποιος παντρεύεται, να παίρνει γυναίκα που να του μοιάζει σε όλα». Αυτή η γυναίκα είναι σαν να την ήξερε ήδη, από πάντα. Τι θα πει αυτό;

«Ως γνωστόν» μας λέει το παραμύθι «η γυναίκα του σκαντζόχοιρου είναι ολόιδια με τον άντρα της». Αυτό δεν πρέπει να το ακούσουμε ως την απόλυτη ομοιότητα μεταξύ δύο διαφορετικών και ξεχωριστών όντων. O σκαντζόχοιρος, ο ένας σκαντζόχοιρος είναι εδώ στην αφετηρία, στην επάνω μεριά του χωραφιού, και συνάμα είναι ήδη στο τέρμα, στην κάτω μεριά.

Τούτο δεν μας είναι τόσο ξένο όσο εξαρχής φαίνεται. Όταν έφυγα από το ιατρείο μου για να 'ρθω στο «Τιτάνια», ήδη ήμουν εδώ. Αυτό το ήδη μου έδωσε την κατεύθυνση και μου άνοιξε το δρόμο.

Είμαστε πάντα σ' ένα εδώ και συνάμα είμαστε ήδη στο εκεί στο οποίο οι δρόμοι μας κατευθύνονται. Γι' αυτό και ο κάθε ερχομός έχει χαρακτήρα παλιννόστησης. Τον διατρέχει μια ησυχία, σαν αυτήν του σκαντζόχοιρου που κουρνιάζει στ' αυλάκι του. Οι μετακινήσεις μας διαπερνώνται από μια αλλόκοτη ακινησία.

O λαγός το αγνοεί. Πιστεύοντας μόνο στα πόδια του, θεωρεί πως το εκεί οφείλει να το κατακτήσει. O δρόμος του είναι ένα κενό διάστημα μεταξύ δύο σημείων που πρέπει να το καλύψει. Κάποτε, όσο γρήγορα κι αν πάει, θα κουραστεί και θα μείνει στο δρόμο.

O δρόμος του σκαντζόχοιρου είναι κύκλος: αρχή και τέλος του είναι το αυτό.

Κάπως έτσι είναι και με τις επιθυμίες μας, με τις ανάγκες μας, με κάθε μας επιδίωξη. Συνήθως κάνουμε σαν τον λαγό. Πιστεύουμε πως όλα αποκτούν νόημα μόνο με την ικανοποίηση τους. Η ματαίωση μας είναι στερητική και αφόρητη.

Όμως υπάρχει κι ο τρόπος του σκαντζόχοιρου. Τότε όλα είναι ήδη εδώ, παρακείμενα μας. Τότε οι σκοποί κι οι επιδιώξεις μας χρειάζεται να εννοηθούν διαφορετικά, έξω από το παιχνίδι στέρησης και ικανοποίησης.

Η ιστορία του λαγού και του σκαντζόχοιρου μιλά για το παρακείμενο. Είναι ένα παραμύθι του παρακείμενου. Τώρα το παρακείμενο είναι κάθε τι που μας αφορά. Είναι ήδη εδώ, πριν από τη σκέψη και τη γνώση, πριν από τις ορμές και τα συναισθήματα. Χρειάζεται μια άλλη προσέγγιση. Μάλλον δεν χρειάζεται καμία προσέγγιση. Χρειάζεται απλά να το προσέξουμε. Δίχως να νιώθουμε, δηλαδή παραιτούμενοι από τη συναίσθηση, και δίχως να σκεφτόμαστε, δηλαδή παραιτούμενοι από ερμηνείες κι εξηγήσεις.

Έχουμε μάθει να είμαστε διαισθαντικοί, να είμαστε επακριβείς. Ίσως δεν έχουμε μάθει τόσο να έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά.

Κάτι τέτοια μου μήνυσαν από την Κωλοπετινίτσα, όσο μπόρεσα να παρακολουθήσω τη γλώσσα τους.

Σας τα μεταφέρω, όπως μπόρεσα να τα πω στη γλώσσα τη δική μας.


(4η Τεταρτη του μηνα 21.00-23.00, Ανοιχτο)

Τεταρτη 28.01.2015

Ειναι και Χρονος, Faktizität {Γεγονοτητα}

Byung-Chul Han, Καλη διασκεδαση. Γεγονοτητα

Δεκαπενθημερο: Παρασκευη 18.00-20.00. Εναρξη 14.11.2014
Τοπος: "Ψυχολογια - Τεχνη", Παυλου Μελα 38, 3ου οροφος

Εισαγωγικα
Τα βασικά πράγματα της ζωής έχουν ένα κοινό στοιχείο: Όταν διψώ, κανένας άλλος δεν μπορεί να πιει νερό για μένα, όταν νυστάζω, κανένας άλλος δεν μπορεί να κοιμηθεί για μένα. Αλλά και το έργο τέχνης: γίνεται επάνω σε ένα "άσπρο χαρτί" που "μιλά με την φωνή σου, / την δική σου φωνή" (Σεφέρης) στο οποίο ο καλλιτέχνης καλείται να δώσει μορφή: να γράψει, να συνθέσει, να ζωγραφίσει. Όσο περισσότερο κανείς εξοικειώνεται σ' αυτήν την οπτική, τόσο περισσότερο η ζωή γίνεται τέχνη και η τέχνη ζωή.
Η επιστήμη, σε αντίθεση με την τέχνη και την ζωή, αναγνωρίζει μόνο προτάσεις που έχουν γενική ισχύ: Το πείραμα επαληθεύεται σε κάθε τόπο και σε κάθε χρόνο και από κάθε επιστήμονα. Η ασπιρίνη μετριάζει τον πονοκέφαλο στον οποιονδήποτε
Η ψυχανάλυση, ήδη από τον ιδρυτή της, ήγειρε, και εγείρει ακόμα, αξιώσεις επιστημονικότητας. Τούτο δεν συμφωνεί με την αξίωση της για μια ελεύθερη επικοινωνία που την χαρακτηρίζει η μοναδικότητα της κάθε συνάντησης, του κάθε ανθρώπου, της κάθε στιγμής - μια αξίωση που την απομακρύνει από την επιστήμη και την συγγενεύει με την ζωή και την τέχνη.
Υπάρχουν μεν εξαιρέσεις, όμως η κυρίαρχη στάση της ψυχανάλυσης απέναντι στην τέχνη είναι υπεροπτική: καθιστά το καλλιτεχνικό έργο αντικείμενο των ερμηνειών της. Στα σεμινάρια αντιθέτως θα γίνει απόπειρα μιας συνομιλίας με έργα τέχνης από την ζωγραφικη, τον κινηματογραφο, την λογοτεχνία και την μουσική. Συνομιλια η οποια, σε ευτυχεις περιπτωσεις, μπορει να γίνεται για τον ψυχαναλυτη μαθητεια και συγχρονως να αφηνει το εργο να προβαλλει σε μιαν αλλη καθαροτητα.

Βαση καθε σεμιναριου θα ειναι ενα κειμενο που θα διαβαζεται και θα συζητειται. Προετοιμασια δεν ειναι απαραιτητη. Το κειμενο θα αποστελλεται εκ των προτερων για να υπαρχει η δυνατοτητα αναγνωσης και εκτυπωσης του.


Τα θέματα των σεμιναρίων θα ειναι τα εξής:

1. 
Καταστροφη (Κείμενο με αφορμή το Melancholia του Lars von Trier)

2. 
Robert Rauschenberg (Μια συνέντευξη)

3. 
Λογοτεχνια και ψυχαναλυση (Εισαγωγική ομιλία σχετικά με Το αμάρτημα της μητρός μου του Γιώργου Βιζυηνού)

4. Table d' hôte (Από το Byung-Chul Han,
Ο Hegel και η δυναμη. Από την ομιλία Για τελευταία φορά ψυχολογία.)

5. Από την ομιλία
Κλίσεις και πτώσεις του έρωτα (Ομιλία για τον Franz Schubert, Χειμερινό ταξίδι)
[Συνεδριο "Τεχνη και τρελα" (Εταιρεια Μελετης Πολιτισμικης Ετεροτητας), Οκτωβριος 2014, Αθηνα]

PDF

Περιληψη
Θα δοκιμασω να προσεγγισω το θεμα "Τεχνη και τρελα" στην οπτικη ενος φαινομενου που στην ψυχοπαθολογια ειναι γνωστο ως "Διασχιση" (Dissociation) και περιλαμβανει την "αποπροποσωποποιηση" και την "αποπραγματοποιηση": Ο εαυτος η/και τα πραγματα γινονται ξενα, αποκοσμα: η ταυτοτητα τους καταρρεει οπως ενα κτισμα σε σεισμικη δονηση.
Καποτε το κλεισιμο και η αμυνα απεναντι στην "διασχιση" εμφανιζεται σε μια μορφη "τρελας" - σε βουβο, ανειπωτο βασανο, αλλα και στην καταθλιψη, στην σχιζοφρενεια, στις ψυχαναγκαστικες ιδεες και πραξεις.
Πιο σπανια η "διασχιση", το ανοιγμα του σχισματος της, γινεται χωρος φιλοξενιας. Τοτε εαυτος η/και πραγματα χανονται στην ξενωση τους, για να προβαλουν, σε ευτυχεις ωρες, κεκαθαρμενα, εμπλουτισμενα κατα την μηδενικοτητα που τα διαπερασε. Προβαλλουν, μεταξυ πολλων αλλων τροπων, και ως εργα τεχνης. Αλλα και ως "ερμηνεια" σε μια θεραπευτικη συναντηση, η οποια, σ' αυτην την οπτικη, θα μπορουσε να συγγενευει περισσοτερο με την τεχνη παρα με μια επιστημονικη της παρασταση.



Ομιλια
Ο Martin Heidegger γραφει
καπου οτι οι ανθρωποι ειναι οι θνητοι. Και το διευκρινιζει: Αποκαλουνται οι θνητοι διοτι μπορουν να πεθαινουν.
Εκεινο το "μπορουν" ξενιζει. Μπορω π.χ. να διορθωσω μια πριζα. Εχω αυτην την δυνατοτητα. Ομως μπορω και να φωναξω ηλεκτρολογο. Το οτι μπορω να διορθωσω την πριζα δεν σημαινει διολου και καποια αναγκαιοτητα, οτι θα την διορθωσω εγω ουτως η αλλως. Ομως τι θα πει "μπορω να πεθανω"; Ειναι κι αυτο δυνατοτητα μου; Μπορω και να μην πεθανω;
Διαβαζω την τελευταια παραγραφο απο την "Δικη" του Franz Kafka. Ειναι το βασικο προσωπο, ο Κ, και οι δυο κυριοι που τον παρακολουθουν σ' ολη την διαρκεια της ιστοριας:
Ομως τα χερια του ενος κυριου τοποθετηθηκαν στον λαρυγγα του Κ, ενω ο αλλος του εχωσε το μαχαιρι βαθια στην καρδια, κι εκει το εστριψε δυο φορες. Ο Κ, καθως εσβυνε το φως των ματιων του, προφτασε να δει πως οι κυριοι, εμπρος και κοντα στο προσωπο του, τα μαγουλα τους ακουμπωντας το ενα στο αλλο, παρατηρουσαν την εκβαση. "Σαν σκυλι!", ειπε, ηταν λες κι η ντροπη επροκειτο να τον επιζησει.
Και μια αλλη ιστορια που καποιοι ακουσαμε απο τις μητερες μας:
Ενας νεος ανδρας ερωτευεται παραφορα. Η κοπελα δεχεται να τον παρει με εναν ορο: Να σκοτωσει την μανα του και να της φερει την καρδια της. Ο νεος, χωρις δευτερη σκεψη, την σκοτωνει, της ξεριζωνει την καρδια και τρεχει αλαφιασμενος να την παραδωσει στην καλη του. Στην βιασυνη του σκονταφτει στο καλντεριμι και πεφτει. Και η καρδια του λεει: "Χτυπησες αγορι μου;"
Η ντροπη επιζει τον Κ, η μητρικη αγαπη επιζει την μητερα. Ντροπη και μητρικη αγαπη δεν πεθαινουν μαζι τους. Τους επιζουν διοτι, οπως λεει ο Freud για τα πραγματα τπυ ασυνειδητου, δεν εχουν σχεση με τον χρονο. Ντροπη και μητρικη αγαπη ειναι αχρονα (zeitlos). Μοιαζουν με απολιθωματα - που ηταν παλλομενη ζωη, οργανικα αρμοσμενη σε μια ιστορια με αρχη και τελος, και καποτε ξεφυγαν απο τον χρονο, εγιναν πετρα, μετεπεσαν σε μια τελειως αλλη διασταση, εξω απο τον κοσμο, χωρις να επικοινωνουν πια, και πλεον διαγουν αδιαφορα στον αιωνα τον απαντα.
Φερνουμε τετοια απολιθωματα μαζι μας. Οταν π.χ. η λιγοτερο, η περισσοτερο μονιμη ανταποκριση καποιου σε μια κατασταση ειναι το "φταιω / φταις", σε διαφορες παραλλαγες, τοτε αυτη η ανταποκριση εχει πολυ λιγο να κανει με την ιδιαιτεροτητα, με την ενικοτητα της εκαστοτε καταστασης. Πολυ περισσοτερο το "φταιω / φταις" προβαλλει σχεδον μηχανικα, λες και ακολουθει μια δικη του, αποπροσωποποιημενη νομοτελεια. Και τουτο το "φταιω / φταις" θα τον επιζησει. Π.χ. με το να εκλαβει και τον ιδιο του τον θανατο ως τιμωρια, δικη του, η των αλλων.
Οπως ειπα, φερνουμε τετοια σκληραδια μαζι μας. Μιλαμε, θυμιζω, για ακαμπτες επαναληψεις μιας συμπεριφορας λιγοτερο η περισσοτερο αποκομμενης απο την ζωντανη επικοινωνια. Οπως μεσα στον σπιτικο πουρε κομματια πατατας που δεν ελιωσαν. Τετοια σκληραδια μπορουν να ειναι το αγχος, η καταθλιψη, οι φοβιες, η ασφαλεια και η ανασφαλεια, η συμβιβαστικοτητα και η εριστικοτητα, η αδικια και η εκδικηση, αλλα και η ολιγαρκεια και η απληστια, η αγαθοσυνη και η καχυποψια, η εκμεταλλευση και η υπηρετικοτητα κλπ. κλπ.
Παντου εδω κατι απ' αυτα εχει αναπτυξει ενα πεδιο βαρυτητας που κρατα τον φορεα του καθηλωμενο στην τροχια του. Απ' ολα τα πραγματα, αυτο το ενα εχει γινει κυριαρχο και στριμωχνει καθε συμπεριφορα στο καλουπι του. Οπως η κοιτη του ρεματος, που σ' αυτο θα κυλησουν ολα τα νερα απο τις βροχες και τα χιονια που λιωνουν.
Αυτοι οι ανθρωποι, και τετοιοι ειμαστε ολοι μας, πεθαινουν χωρις να μπορουν να πεθανουν. Ο θανατος τους ερχεται παντοτε ακαιρα. Ο Κ και η μητερα και ολοι οι αλλοι δεν ειναι θνητοι. Κατι τους επιζει. Αυτο το κατι, ως απολιθωμα, δεν ειναι ζωντανο και ετσι δεν μπορει και να πεθανει. Ειναι ανεκρο. Μιλαμε για μια παθολογια που εκτεινεται πολυ ευρυτερα απο το οπτικο πεδιο της ψυχιατρικης και της ψυχολογιας. Ισως μιλαμε για μια παραλλαγη αυτου που ο Martin Heidegger αποκαλεσε "εκπτωση στα οντα".
Οσο περισσοτερο "χαρακτηρα" εχει κανεις, δηλαδη οσο βαθυτερα εχουν εγχαραχτει επανω του μονιμα καναλια σκεψης και αισθησης, συμπεριφορας και επικοινωνιας, τοσο λιγοτερο ζωντανος ειναι - και τοσο λιγοτερο μπορει να πεθανει.
Καποιες φορες το ανεκρο αφορα οχι ενα κατι αλλα το ιδιο το προσωπο, την ιδια την υπαρξη καποιου. Κανεις γινεται αυτος καθαυτον απολιθωμα. Ανεκρος.
Ο Erwin Hügin ηταν ενας χρονιος σχιζοφρενης που γνωρισα σε μια κλινικη της Ζυριχης την δεκαετια του '70. Ο φακελλος του περιειχε πληθωρα ποιηματων. Σε ενα απ' αυτα με τιτλο "Χαμενος στους δρομους" γραφει:
τελειως αποσυνδεμενος απο ανθρωπους
περναω δρομους
που ειναι πηγμενοι απο
ανθρωπους
βλεπω στα προσωπα
κοιταζω τα σωματα
κοιταζω τα χερια
καμια σπιθα δεν μεταπηδα -
λοιπον δεν υπαρχει ζωη
στους ανθρωπους
η μηπως δεν ειναι καν ανθρωποι;
ειναι συναρμολογημενες μηχανικες
κουκλες, ναι,
βλεπω πως ετσι πρεπει να ειναι -
τα ιδια εκεινα δευτερολεπτα που
αυτο το αντιλαμβανομαι,
εγω δεν πηγαινω, πηγαινομαι, παρατηρουν
απο μεσα μου δυο γυαλινα ματια, πισω
απο τα οποια η ζωη εχει φυγει, απ' ολο το σωμα εχει φυγει - για που;
Και τωρα οι μηχανισμοι -
βηματιζουν εν-δυο.
Που που που ειναι η ζωη;

Που ειναι η ζωη; Ενα αλλο ποιημα του Hügin αναφερεται στον θεραποντα ιατρο του Schöl:
Βλεπω μια εικονα: πλησιαζω τον κυριο Schöl με
λεξεις, λεω: θα ηθελα να ειμαι κοντα σας, ναι
λαχταραω να βρεθω στην ζεστασια σας, κοντα σας
παω να τον συναντησω, αυτος απλωνει το χερι του,
τουτο γινεται υπερμετρα μεγαλο και δυνατο

Χερι Μολυβι Schöl
με ριχνει προς τα κατω
κατω στο σκοταδι
σε λαγουμι απο πετρα
θανατος

λιγο πριν απ' τον θανατο: δικαστηριο
δικαστης:
δεν επιτρεποταν να νοιωθεις
να πλησιασεις ανθρωπο
σου ηταν απαγορευμενο!
εγω:
ακομα τα φερνω μεσα μου
ζωη αισθηση ηχους ποθο
δικαστης:
γεννηθηκες για να μην αισθανεσαι
θα ζεις κατ' επιφαση μονο κι ακομα,
χωρις να 'ναι αντιληπτο σε κανενα, τον θανατο μεσα σου
θα φερνεις, τον θανατο
ακους, τον θανατο

Η κατ' επιφαση ζωη και ο κατ' επιφαση θανατος. Αυτος ειναι ο ανεκρος. Ο ανεκρος παραειναι νεκρος για να ζει και παραειναι ζωντανος για να πεθανει. Μια ψυχοπαθολογικη μορφη του ειναι αυτη της λεγομενης "Διασχισης" (Dissociation) και περιλαμβανει την "αποπροποσωποποιηση" και την "αποπραγματοποιηση". Τις ειδαμε στα παραδειγματα που αναφερθηκαν. Απανταται μονη της σε κρισεις απο βουβο, ανειπωτο βασανο, αλλα και στο πλαισιο της καταθλιψης, στην σχιζοφρενεια, στις ψυχαναγκαστικες ιδεες και πραξεις.
Γνωρισα την Διασχιση. Φοιτητης ιατρικης, καποια στιγμη εμαθα την επιστημονικη εκδοχη της ορασης: Ενα αντικειμενο Χ εκπεμπει φωτεινη ακτινοβολια, ο αμφιβληστροειδης την προσλαμβανει ως εικονα και μεσω του οπτικου νευρου στελνει αντιστοιχα ηλεκτρικα ερεθισματα στον οπτικο φλοιο οπου η εικονα αποκαθισταται, σε συνεργασια με τα υπολοιπα μερη του εγκεφαλου ταυτοποιειται, εντοπιζεται στον χωρο κλπ. Αυτο λοιπον το εζησα ως εμπειρια: Τα ματια μου ειχαν γινει κατι σαν παραθυρα, τα πραγματα στο δωματιο εμπαιναν απ' αυτα και προβαλλαν πισω απο τα ματια και μεσα στο κεφαλι μου, ηταν εκει οπως σπιτακια και ανθρωπακια μεσα σε μια γυαλινη σφαιρα που οταν την κουνησεις πεφτει χιονι - ομως τωρα το ζουσα σαν εφιαλτη. Εκει εξω ειχε απομεινει κατι σαν σεληνιακο τοπιο, τα αντικειμενα Χ, που σηματοδοτουνται και νοηματοδοτουνται, λεει, πρωτα στη συνειδηση και στον εγκεφαλο. Καμια εμπειρια, στα λιγα λεπτα που διηρκεσε, δεν με ταρακουνησε, δεν με αρρωστησε σε τετοιο βαθμο.
Γνωρισα την Διασχιση και με αλλον τροπο. Καποια φορα που χρειαστηκε να συνταξω ενα βιογραφικο, ξεκινησα με την φραση "Ο Κωστας Γεμενετζης γεννηθηκε το 1944..." και κατευθειαν μου ηρθε να συνεχισω: "...και πεθανε...". Ηδη παιδι μου γεννηθηκε μια απορια με το ονομα μου. Ο κοσμος μου αποτεινονταν και με προσφωνουσε "Κωστα...", "Κωστακη...", "Γεμενετζη...". Καποια στιγμη λοιπον αναρωτηθηκα: Περιεχομαι, περα για περα, στο ονομα μου; Η απαντηση μου ηταν σαφης: Οχι! Αυτοι που μου μιλουν, αποτεινονται σ' εμενα. Και, αν το "Κωστας" δεν καλυπτει το "εμενα", εχει η αντ-ωνυμια "εμενα" ενα ονομα, αντι του οποιου λεγεται; Η απαντηση μου ηταν και παλι σαφης: Οχι! Πολλα χρονια αργοτερα ειδα, με ανακουφιση, πως με την απορια μου δεν εστεκα μονος. Καπου στον Kierkegaard διαβασα: "Κοιταζω μεσα στην υπαρξη - και δεν βλεπω τιποτα." Η απορια ειχε αρχισει να ησυχαζει και να δινει τη θεση της στην αποδοχη ενος αναλαφρου "τιποτα", που με αποδιδει πολυ περισσοτερο απο καθε ονομα. Αποδοχη ενος αναλαφρου "τιποτα" που συνοδευει το ονομα μου, του αφαιρει καθε απολυτοτητα, το επαφηνει στο λικνο της παροδικοτητας του, και σε καθε "γεννηθηκα" υπαγορευει το "πεθανα".
Το ονομα μου δεν ηταν το μονο που με εκ-κενωνε. Καποιες φορες ηταν και ενα ειδος απελπισιας με την ζωη, οπου η μονη διεξοδος ηταν φυγη προς τα εμπρος, προς τα ακρα, χωρις επαναπαυση σε μισολογα, σε ημιμαθειες. Ειναι οπως αυτο που συμβαινει στην Αρετουσα, στον "Ερωτοκριτο" του Βιντσεντζου Κορναρου. Οταν ο βασιλιας των Αθηνων Ηρακλης μαθαινει για τον ερωτα της κορης του Αρετουσας με τον Ερωτοκριτο, την ριχνει στην φυλακη. Εκει λοιπον, ο ποιητης γραφει:
Θωρωντας τοσα βασανα η Aρετη, και παθη, 485
η ταξη εγινη αποκοτια, κ’ η ταπεινοτη εχαθη.
Tης γλωσσας τα µποδισµατα, το δειλιασµα του νου τση
επαψαν, και µ’ αποκοτιαν εµιλειε του Kυρου τση

Ο Ερωτοκριτος εξοριζεται, συμβαινουν ενα σωρο πραγματα, και καποτε γυριζει πισω και θελει να δοκιμασει την Αρετη. Παριστανει εναν φιλο του που θα της πει για την τυχη του Ερωτοκριτου και κανονιζουν μια συναντηση. Την βρισκει
... σαν ξεπεριορισµενη.
Στο παραθυρι εσιµωσε, κ’ η Aρετη αρχινιζει,
αποκοτα να του µιλει, να τον αναντρανιζει.
Δεν εχει πλιο την κρατηξιν, δε ντρεπεται, µα οι πονοι 635
την εντροπην εδιωξασι, τα’χωνε φανερωνει.
Kαι λιγωµαρα τσ’ ηδιδε, το γληγορα να µαθει,
αν ειν’ και ζει ο Pωτοκριτος, γ-η αποθανε, κ’ εχαθη.

Τα βασανα και τα παθη και οι πονοι "ξεπεριοριζουν" την Αρετη. Χανονται ταξη και ταπεινοτητα που εφερναν στην γλωσσα εμποδια και φοβο στην ψυχη της. Οι πονοι διωχνουν την ντροπη. Η Αρετη, η πριγκηποπουλα με τους τροπους που της αρμοζουν, ταξη και ταπεινοτητα και ντροπη, απο-χαρακτηριζεται: χανει την αρετη της. Χανει - το ονομα της. Γινεται ανωνυμη και απροσωπη. Αποπροσωποποιειται. Βασανα, παθη και πονοι την "ξεπεριοριζουν" - την εκ-κενωνουν.
κατω απ' την προσωπιδα ενα κενο.
λεει στον "Βασιλια της Ασινης".
Κι ακομα:
Πισω απο τα μεγαλα ματια τα καμπυλα χειλια τους βοστρυχους
αναγλυφα στο μαλαματενιο σκεπασμα της υπαρξης μας
ενα σημειο σκοτεινο που ταξιδευει σαν το ψαρι
μεσα στην αυγινη γαληνη του πελαγου και το βλεπεις:
ενα κενο παντου μαζι μας

Τι συμβαινει μ' αυτο το κενο;
Leonard Cohen, Anthem
:
There is a crack in everything
That's how the light gets in
Μια ρωγμη υπαρχει στο καθε τι
Ετσι μπαινει μεσα το φως

Τετοια πραγματα εμελλε να σημαδεψουν την εξελιξη μου, μεταξυ αλλων και ως θεραπευτη.
Καπως ετσι εζησα μια αποστροφη του Elias Canetti που γνωρισα πολυ αργοτερα:
... μια πληγη που γινεται σαν πνευμονας και διαμεσου του ανασαινεις
Ισως πλεον εχει να κανει και με την προχωρημενη μου ηλικια, αυτην που οι παλιοτεροι, που ζουσανε και πεθαινανε συντονοι με τον χρονο, αποκαλουσαν "γεραματα". Ενα χαρακτηριστικο των γηρατειων ειναι λοιπον οτι κανεις, μετα απο τα πολλα "του κυκλου τα γυρισματα", στην γειτονευση πια με τον θανατο, χανει την ντροπη: Σε εναν αγνωστο μου, π.χ. στο μετρο, οταν ζητω να περασω για να κατεβω στην επομενη σταση, θα απευθυνθω με μια οικειοτητα σαν να τον ηξερα απο παντα. Κι αυτο ειναι ενα φαινομενο αποπροσωποποιησης: Τα προσωπα μας, δηλαδη ανθρωποι, αυτος κι εγω, με ολοτελα διαφορετικη ιστορια, αναφορες, προσωπικοτητες, ειναι παντελως αδιαφορα. Η οικειοτητα, με την οποια του, η της, απευθυνομαι, ειναι μια τελειως αλλη, που δεν βασιζεται σε τιποτα που να μας ενωνει, η να μας χωριζει. Η οικειοτητα του "ξεπεριορισμου".
Η αποπροσωποποιηση θα μπορουσε λοιπον να μην συνιστα οπωσδηποτε στερητικο φαινομενο, αλλα την επανοδο σ' ενα πρωτο. Η ψυχοπαθολογια δεν το γνωριζει. Ο ορος, υπο τον οποιο ταξινομουνται αποπροσωποποιηση και αποπραγματοποιηση, ειναι, ειπαμε, "Διασχιση", μεταφραση του "Dissociation". Υποβαλλει την πεποιθηση οτι το φυσιολογικο ειναι το "Association", μια συνδεση και συνεχεια που τωρα διακοπτεται, κατι σαν ενα νοητικο καταγμα. Ομως η Διασχιση θα μπορουσε να ειναι οχι επεισοδιο αλλα δομικη ιδιοτητα της υπαρξης. Ο ανεκρος θα μπορουσε να ειναι η μητρα επωασης του θνητου. Εκεινου που ειναι στον χρονο και που οταν λεει "γεννηθηκα", λεει συναμα και "πεθανα".
Αυτο το, ευεργετικο τωρα, σχισμα της διασχισης, ειναι καποτε και ο τοπος που κατοικει η τεχνη. Το εργο της θα μπορουσε να εννοηθει επισης ως απολιθωμα, σαν να ειχε κοιταξει την Μεδουσα καταπροσωπο. Ο ποιητης Paul Celan λεει σε μια ομιλια του κατα την απονομη του βραβειου Büchner:
Ο
Lenz, δηλαδη ο Büchner, εχει [...] πολυ περιφρονητικα λογια για τον "ιδεαλισμο" [...] Και αυτην την πεποιθηση για την τεχνη την λεει τωρα παραστατικα με ενα βιωμα: "Καθως χθες ανηφοριζα διπλα στην κοιλαδα, ειδα δυο κοπελλες να καθονται πανω σ’ εναν βραχο: η μια εδενε τα μαλλια της, η αλλη την βοηθουσε· και τα χρυσαφενια μαλλια επεφταν κατω, κι ενα σοβαρο χλωμο προσωπο, κι ομως τοσο νεανικο, κι η μαυρη στολη, κι η αλλη να νοιαζεται με τοση φροντιδα. Οι ωραιοτερες, οι βαθυτερες εικονες της παλιας γερμανικης σχολης δεν αποδιδουν τιποτε απ’ αυτο. Μερικες φορες κανεις θα ‘θελε να ‘ναι μεδουσοκεφαλη για να μπορεσει ενα τετοιο συμπλεγμα να το μεταμορφωσει σε πετρα και να φωναξει τον κοσμο."
Και ο Celan συνεχιζει:
Κυρίες και Κυριοι, προσεξτε παρακαλω: "Κανεις θα ‘θελε να ‘ναι μεδουσοκεφαλη" για να ... συλλαβει το φυσικο ως το φυσικο μεσω της τεχνης!
Οποιος εχει την τεχνη εμπρος στα ματια και στον νου του, αυτος ειναι – εδω ειμαι στην αφηγηση για τον Lenz –, αυτος ειναι φευγατος. Η τεχνη δημιουργει διασταση απο το Εγω. Η τεχνη απαιτει εδω σε μιαν ορισμενη κατευθυνση μια ορισμενη αποσταση, εναν ορισμενο δρομο.
Κι η ποιηση; Η ποιηση, η οποια και βεβαια εχει να παρει τον δρομο της τεχνης; Τοτε εδω θα ειχε μαλιστα πραγματι δοθει ο δρομος προς μεδουσοκεφαλη και αυτοματα!

Για την διασταση του καλλιτεχνη απο το εγω, την συγγενεια του με την μεδουσοκεφαλη και τα αυτοματα μιλα και ο ποιητης T. S. Eliot σε ενα δοκιμιο με τον τιτλο "Tradition and the Individual Talent" . Ο Eliot χρησιμοποιει την λεξη "αποπροσωποποιηση" για να υποδηλωσει την αναλογια αναμεσα στην καλλιτεχνικη δημιουργια και την επιστημη. Το διευκρινιζει με ενα παραδειγμα απο την χημεια:
Οταν τα δυο αερια που αναφερθηκαν προηγουμενως [οξυγονο και διοξειδιο του θειου] αναμειγνυονται με την παρουσια νηματων πλατινας, σχηματιζουν θειικο οξυ. Αυτος ο συνδυασμος συμβαινει μονο οταν ειναι παρουσα η πλατινα· παρ' ολα αυτα το νεο οξυ που παραχθηκε δεν περιεχει ιχνος πλατινας, και η ιδια η πλατινα ειναι προφανως ανεπαφη· εμεινε αδρανης, ουδετερη, και αναλλοιωτη. Ο νους του ποιητη ειναι το κομματι της πλατινας. Μπορει εν μερει, η αποκλειστικα, να λειτουργει επανω στην πειρα του ιδιου του ανθρωπου· ομως, οσο τελειοτερος ειναι ο καλλιτεχνης, τοσο πιο ξεχωρα μεσα του θα ειναι ο ανθρωπος που υποφερει και ο νους που δημιουργει· τοσο τελειοτερα ο νους θα αφομοιωνει και θα μεταλλασσει τα παθη που ειναι το υλικο του.
[...] Ο νους του ποιητη ειναι οντως ενα δοχειο για την αποθηκευση αναριθμητων αισθηματων, φρασεων, εικονων, που παραμενουν εκει εως οτου ολα τα στοιχεια που μπορουν να ενωθουν για να σχηματισουν ενα νεο μιγμα, να ειναι παροντα μαζι.

Ο καλλιτεχνης περνα απο την "αυτο-θυσια", οπως λεει ο Eliot, της αποπροσωποποιησης, και τοτε τα αποπραγματοποιημενα κομματια, καποτε, ισως, "ενωνονται για να σχηματισουν ενα νεο μειγμα" - οπως η γυμνη παρουσια της πλατινας οδωνει τον σχηματισμο του θειικου οξεος. Τωρα η διασχιση δεν εξοριζει απο τον χρονο, δεν δημιουργει ανεκρους, αλλα ακριβως αρμοζει τον χρονο, παρελθον της παραδοσης και παρον του σημερινου εργου τεχνης, χαριζει θνητοτητα.
"Τι καλλιτεχνης ειστε;", ρωτα ο ψυχαναλυτης Wilfred Bion νεους θεραπευτες σε ενα σεμιναριο. "Και αν δεν ειμαστε καλλιτεχνες;", αντερωτα καποιος. Η απαντηση του Bion: "Τοτε ειστε σε λαθος επαγγελμα."
Ετσι λοιπον η ψυχαναλυση θα μπορουσε να συνιστα μια ιδιαζουσα περιπτωση του θεματος του συνεδριου μας, ενα "και", δηλαδη εναν τοπο οπου "Τεχνη και Τρελα" συναπαντωνται. Σ' αυτο το "και", στις ευτυχεις περιπτωσεις, συμβαινει μια αμοιβαια ανταλλαγη: Η "τεχνη" συνισταται στο οτι ο θεραπευτης γινεται πιο τρελος απο τον πελατη του. Και τουτος, ο "τρελος", μεσα απο το "εργο τεχνης" της συναντησης τους, βρισκει τη λυτρωση του.
Τι θα πει τωρα οτι εγω ως θεραπευτης γινομαι πιο τρελος απο τον πελατη μου; Ας θυμηθουμε το "φευγατο" του Celan και την "αποπροσωποποιηση" του Eliot. Στα ανεκρα πραγματα του πελατη μου, που δεν μπορουν να πεθανουν, αντιτασσω μια δικη μου αποπροσωποποιηση, εναν δικο μου θανατο. Θα πει: τα δεχομαι ολα, τα δεχομαι ακομα σε ενα ευρος και βαθος που ο πελατης μου δεν θα διανοουνταν. Ειναι μια δεκτικοτητα του νεκρου: χωρις προσδοκια, χωρις συμφωνια και διαφωνια, χωρις αντισταση και χωρις αντιρρηση. Πολλες φορες και μ' ενα γελιο, που το μοιραζομαστε, και που, διχως να γελοιοποιει, αφαιρει απο τα πραγματα την σοβαροτητα και την βαρυτητα που εμοιαζε να εχουν.
Σ' αυτο το αποπροσωποποιημενο ματι, η ερμηνεια, αν ειναι να διατηρησουμε αυτην την βεβαρυμενη λεξη, εχει κατι απο την καλλιτεχνικη δημιουργια που ακουσαμε απο τον Eliot: Η ερμηνεια προσλαμβανει τα πραγματα του παρελθοντος και τα συγκεντρωνει σε μια ολοτελα νεα συνθεση. Και τουτο σε ενα κλιμα που θα μπορουσε να αποδοθει με εναν στιχο του Γιωργου Σεφερη:
μα πρεπει να μ' αρμηνεψουν [συμβουλεψουν] οι πεθαμενοι
Και γιατι ιδιαιτερα οι πεθαμενοι μπορουνε να συμβουλευουν; Σε ενα αλλο ποιημα μιλουν οι ιδιοι, οι "αδυναμες ψυχες μεσα στ' ασφοδιλια":
εμεις που τιποτα δεν ειχαμε, θα τους διδαξουμε τη γαληνη.


(Με αναφορα στο Melancholia του Lars von Trier)

Η καταστροφη ειναι κατα-στροφη. Εδω το κατα- εχει τον χαρακτηρα μιας αναποδραστης μοιρας που κινει, παρασερνει προς ... μια -στροφη, και η στροφη ειναι τοσο αποτομη, τοσο επιτακτικη, τοσο βιαιη, που δεν εχει γυρισμο. Ειναι ταξιδι χωρις επι-στροφη. Γεφυρα, που την περνας και γκρεμιζεται.
Η καταστροφη ειναι ενα ακραιο φαινομενο. Αξιωνει να συλλαβει ολη την υπαρξη. Σ' αυτην τη μοιραια πορεια υπαρχουν δυο στασεις. Ακριβως επειδη προκειται για ακραιο φαινομενο, και επειδη συλλαμβανει ολη την υπαρξη, δεν υπαρχουν περιθωρια για διαβαθμισεις. Οι δυο στασεις ειναι απολυτες. Στο Melancholia εκπροσωπουνται αντιστοιχα απο τις δυο αδελφες, την Justine και την Claire (μαζι της και οι αντρες τους Michael και John).

Περισσοτερα
Κλιμα

Πριν απο χρονια εγραφα:
Η ψυχαναλυση δεν γινεται οπουδηποτε και με οποιονδηποτε τροπο. Σαν τις παλιες τελετουργιες, εχει ενα μονοτονο τυπικο: οι αυστηρα τηρουμενες ωρες των συναντησεων και η διαρκεια τους, η μονιμη θεση του αναλυομενου, που πλαγιαζει υπτια σε ενα κρεββατι, και του ψυχαναλυτη, που βρισκεται αθεατος πισω του, η απολυτη εγκρατεια της ψυχαναλυτικης σχεσης, η αμοιβη του ψυχαναλυτη και, τελος, ο "βασικος κανονας" της ψυχαναλυσης.
Συνηθως αντιμετωπιζουμε το "τυπικο" ως το δευτερευον. Σημασια δεν εχουν οι τυποι, λεμε, αλλα η "ουσια". Το τυπικο ειναι λοιπον, πιστευουμε, αφ' εαυτου ανουσιο. Τουλαχιστον οσον αφορα την ψυχαναλυση, τα πραγματα δεν ειναι ετσι. Το τυπικο της ψυχαναλυσης πρεπει να το εννοησουμε ως το ιδιαζον της, με τον ιδιο τροπο που το ιδιαζον ενος τοπου υπαρχει στο "κλιμα" του. Και το κλιμα δεν ειναι απλως ενας "παραγοντας" τον οποιο θα λαβουμε υποψη μας για την επιλογη π.χ. του τοπου των διακοπων μας. Το κλιμα του τοπου ασκει μια αργη, αλλα καταλυτικη επιδραση επανω στους ανθρωπους που τον κατοικουν, και τους αλλαζει ριζικα, χωρις αυτοι να το καταλαβαινουν. Ετσι πρεπει να εννοηθει και το τυπικο της ψυχαναλυσης, ως το κλιμα της το οποιο αφ' εαυτου ασκει την "θεραπευτικη" του επιδραση, σταθερα και σιγουρα – στο σημειο βεβαια που ο ιδιος ο ψυχαναλυτης ειναι εγκλιματισμενος σ' αυτο.

[
Επανεισαγωγη στην ψυχαναλυση, Αθηνα 1989, σ. 41]

Μιλαμε για μια εικονα της ψυχαναλυτικης συναντησης ως μεταβασης σε εναν ιδιαιτερο τοπο και για την επαφεση στο κλιμα του, στο θεραπευτικα ενεργο κλιμα του.
Ειναι μια οπτικη της ψυχαναλυσης απελευθερωμενη απο την γνωση – απο την υποτιθεμενη προτεραιοτητα της κατανοησης και της ερμηνειας. Ομως απελευθερωμενη και απο τον καταναγκασμο της δρασης – εκεινου του δογματος που λεει πως μια ευτυχης εκβαση ερχεται μονον οταν "κανω" κατι, και δεν μενω παθητικα αδρανης. Η πορεια της ψυχαναλυσης ως εγκλιματισμος στον ιαματικο τοπο της, κινειται εξω απο τη διασταση ενεργητικου και παθητικου.
Θα ηταν λοιπον καιρος να προσεξουμε περισσοτερο αυτο που αποκαλουμε "κλιμα", οταν μ' αυτο το ονομα δεν αναφερομαστε στα μετεωρολογικα δεδομενα, αλλα σε μια αδιορατη πρωτογενη συναφεια, μαλιστα συμμιξη ανθρωπου και κοσμου, που ειναι χαρακτηριστικη για τον εκαστοτε τοπο διαμονης του. Στο ετσι εννοημενο κλιμα ανηκει ο δικος του καθε φορα τροπος ζωης (και θανατου) - τροπος σκεψης και αισθησης, ορασης και ακοης, λογου και σιωπης, ονειρων και ποθων, νεοτητας και γηρατος, τροπος του εαυτου και των αλλων.
Αυτο το κλιμα θα χρειαστει να το δουμε προσεκτικοτερα, να ανοιξουν τα ματια μας για τη φυση του. Προς τουτο θα μελετησουμε δυο εργα που ειναι καταλληλα για τον σκοπο μας. Η κοινη τους αναφορα, αν και μεσα απο ριζικα διαφορετικες προσεγγισεις, ειναι το κλιμα της ερημου. Το πρωτο κειμενο ειναι απο το βιβλιο "
Fūdo – Wind und Erde [ανεμος και γη]" του ιαπωνα Watsuji Tetsuro (1989-1960) [Αγγλικη μεταφραση του βιβλιου]. Το δευτερο κειμενο ειναι αποσπασματα απο το "America
" του Jean Baudrillard (1929–2007).
Η μελετη τους θα μπορουσε να μας ανοιξει εναν δρομο για την καθαροτερη εμπειρια εκεινου του αλλου, του ιδεατου, ομως διολου λιγοτερο πραγματικου, ιαματικου κλιματος στο οποιο ειμαστε, ως θεραπευτες, γηγενεις.

Κοιταζοντας μια παρασταση μπαλετου:
Το περπατημα διαγραφει κατα κανονα μια γραμμικη τροχια, προσδιορισμενη απο το σημειο εκκινησης και εκεινο της αφιξης. Οταν λυνεται απο την δικτατορια της σκοπιμοτητας, χανεται η γραμμικοτητα, τα βηματα δεν ειναι πλεον εν-δυο εν-δυο, ο προορισμος δεν πιεζει, περιμενει τον χρονο του, τον δικο του χρονο, που ποτε δεν ειναι βελος κατευθυνομενο στην αποληξη του.
Η μορφη που αποκτα αυτο το βημα, το ελευθερο, ειναι ο χορος.
Ο προορισμος χαριζει στον ανθρωπο τον χορο οπως η Ιθακη στον ταξιδιωτη το ωραιο ταξιδι.
Η οφειλη και το χρεος, το καθηκον και η υποχρεωση, η ενοχη και οι τυψεις περιοριζουν την ελευθερια με τον ιδιο τροπο με τον οποιο οι δοσεις ενος δανειου στενευουν τα περιθωρια των οικονομικων κινησεων. Το χρεος, καθε ειδους, ειναι αυτοαφαιμαξη και πλεον ζωη με λιγοτερο αιμα.
Και ποιος ο λογος μιας τετοιας αυτοκαταστροφης; Τι οδηγει καποιον στο να εκχωρει την ελευθερια του, να επιτρεπει την κατοχη σε καποια αρχη που επιτασσει, καταλογιζει, χρεωνει; Απο που αποκτα την δυναμη της; Τετοια που πολλες φορες κανεις να υποτασσεται σ' αυτην, ακομα και με χαρα;
Μηπως η ελευθερια προκαλει τρομο; Μηπως μια ζωη χωρις βαρβαρους μπορει και να ειναι δυσβασταχτη; Μηπως το δεσιμο των ανθρωπων με τα δεσμα της υποχρεωσης και της ενοχης, που τους κρατα δεσμιους τον ενα του αλλου, ειναι και λουφαγμα σ' εναν μικροκοσμο;
Μηπως αυτο ειναι που τρομαζει στην ψυχαναλυση; Η οποια, εννοημενη στα ακρα, θα μπορουσε να εχει για ζητουμενο ακριβως την ουτοπια εκεινης της ελευθεριας;

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Ομαδικη εποπτεια και Θεωρητικο σεμιναριο (Ψυχιατροι - Ψυχολογοι)
Εβδομαδιαιο: Δευτερα 20.45-22.15. Εναρξη 6.10.2014
Τοπος: Πλατεια Ναυαρινου 6

Τεχνη και Ψυχαναλυση (Ανοιχτο)
Δεκαπενθημερο: Παρασκευη 18.00-20.00. Εναρξη 14.11.2014
Τοπος: "Ψυχολογια - Τεχνη", Παυλου Μελα 38, 3ου οροφος
Τα θεματα του σεμιναριου μπορειτε να τα βρειτε εδω.
Πληροφοριες / Αιτησεις συμμετοχης για αυτο το σεμιναριο:
psychologyart@syte.gr
psychotherapyart@yahoo.gr


ΑΘΗΝΑ

Ομαδικη εποπτεια (Ψυχιατροι - Ψυχολογοι)
Εβδομαδιαιο: Τριτη 21.00-22.00. Εναρξη 7.10.2014
Τοπος: Μαρασλη 37

Συγχρονα Υπαρξιακα Θεματα (Ανοιχτο)
Μηνιαιο: 1η Τεταρτη του μηνα, 21.00-23.00. Εναρξη 8.10.2014
Τοπος: Μαρασλη 37

Τεχνη και Ψυχαναλυση (Ανοιχτο)
Μηνιαιο: 2η Τεταρτη του μηνα, 21.00-23.00. Εναρξη 15.10.2014
Τοπος: Μαρασλη 37

Απο την ψυχαναλυτικη πρακτικη (Ψυχιατροι - Ψυχολογοι)
Μηνιαιο: 3η Τεταρτη του μηνα, 21.00-23.00. Εναρξη 22.10.2014
Τοπος: Μαρασλη 37

Το σωμα (Ανοιχτο)
Μηνιαιο: 4η Τεταρτη του μηνα, 21.00-23.00. Εναρξη 29.10.2014
Τοπος: Μαρασλη 37

Εισαγωγικα
Στα σεμιναρια διαβαζονται και συζητωνται κειμενα, δικα μου και αλλων. Θα καταβληθει προσπαθεια να ειναι κειμενα αρκετα συντομα ωστε να εξαντλουνται στο εκαστοτε διωρο. Προετοιμασια δεν ειναι απαραιτητη.
Τα τρια πρωτα θεματα καθε σεμιναριου μπορειτε να τα βρειτε
εδω.
Για καθε σεμιναριο, εφοσον ειναι επιθυμητο, μπορει να δημιουργηθει μια ομαδα στο Facebook, οπου θα γινεται περαιτερω βιβλιογραφικη ενημερωση και συζητηση επανω στα θεματα που αναφερθηκαν.


Πληροφοριες / Αιτησεις συμμετοχης

2107213534 / 2310271768
kon.gemenetzis@gmail.com
https://www.facebook.com/konstantin.gemenetzis


Απο το Η καρδια του Heidegger [Heidegger's Herz, 1996], σ. 40
("Θεμελιακη διαθεση")
Η "απαρχη μιας πραγματικης ζωντανης φιλοσοφησης", λεει ο Heidegger, ειναι η "αφυπνιση μιας θεμελιακης διαθεσης". Η "αφυπνιση" οπως η "ληθη", δεν ειναι ψυχολογικη-ψυχαναλυτικη κατηγορια. Η αφυπνιση ως "εγερτηριο για αυτο που κοιμαται" δεν καλυπτεται απο τη συνειδητοποιηση του προηγουμενως ασυνειδητου. Λαμβανει χωρα σε μια πιστα ολοτελα διαφορετικη απο αυτην του υποκειμενου και της συνειδησης: "Η αφυπνιση της διαθεσης και η αποπειρα να προσεγγιστει αυτο το παραξενο πραγμα, τελικα συμπιπτει με το αιτημα μιας ολοκληρωτικης μετατοπισης της αντιληψης μας για τον ανθρωπο" 


Περι Των Πραγματων. Heidegger, Nietzsche και το Χαϊκου [Über die Dinge, περιοδικο Merkur, 1998]
Περισσοτερα


Απο το Ειδη θανατου  [Todesarten, 1998]
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Αυτος ερμηνευει τον θανατο.
Ο θανατος δεν σωπαινει για τιποτα.

Elias Canetti, Fliegenpein

Ευχαριστως - και γιατι οχι - θα εκανα μια εκδρομη με μια παρεα απο ολωσδιολου Κανενες. Στα βουνα φυσικα, που αλλου αλλωστε; Πως συνωθουνται αυτοι οι Κανενες μεταξυ τους, αυτα τα πολλα απλωμενα και κρεμασμενα χερια, αυτα τα πολλα ποδια, χωρισμενα απο απειροελαχιστα βηματα! Εννοειται πως ολοι ειναι με φρακο. Προχωραμε τραλαλα, ο ανεμος φυσα μεσα απο τα κενα που αφηνουμε εμεις και τα μελη μας. Στα βουνα οι λαιμοι ανοιγουν! Ειναι θαυμα το πως δεν τραγουδαμε.
Franz Kafka, Der Ausflug ins Gebirge

ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ ΦΩΛΙΑΣΜΕΝΟΣ με το μαγουλο -
σ' εσενα, ζωη

Paul Celan

Ο θανατος προσελκυει μια ενικη ρητορικη η οποια τον πολλαπλασιαζει, τον κανει να γινεται ενα ζωντανο φαινομενο, εμπειρια. Μια ενικη ευφραδεια φερνει σε γλωσσα το Ειναι προς τον θανατο. Ο θανατος δεν ειναι ενα απλο τελικο σημειο αλλα ενα μηδενικο σημειο της ζωης, οπου αυτη αρχιζει. Εχει ηδη απο παντα αρχισει να μιλα, να μουρμουριζει, να μιλα εγκαστριμυθα διαμεσου της ζωης. Τριγυρω του ανοιγουν κλαδια τα φαινομενα. [8] Κανει να ευδοκιμουν μεταφορες και μετωνυμιες. Πρωτα αυτη η αναγκαια φαινομενικοτητα κανει τη ζωη να ειναι. Ομως το φαινομενικο δεν ειναι το λαθος, δεν ειναι καποιο αντιθετο του αληθους. Το φαινομενικο δεν νοθευει απλα το Ειναι αλλα κατα εναν τροπο τον κανει να φαινεται, κι ετσι να γινεται γλωσσα. Συζηταει τον θανατο. Ο θανατος ως εμφανες φαινομενο γινεται ιστορια. Η φυση ειναι ηδη απο παντα σμιλεμενη απο την φαινομενικοτητα του θανατου. Η ακτινοβολια, ο ηχος της ευγλωττιας του, υπερκαλυπτει τη βουβαμαρα. Θα πρεπει ν' αφησουμε τον θανατο να μιλησει, να του δωσουμε τον λογο, συνειδητα η ασυνειδητα, μεχρι αυτος να μας αφαιρεσει καθε λογο, να μας κανει αδυνατη καθε εκφραση, καθε δυνατοτητα της εκφρασης, μεχρι να συντηχθει με την αδιαφορη φυση, με τη βουβαμαρα της - σ' εκεινο το αβυσσαλεο, ομως συναμα πολυ συνηθισμενο σημειο, στο τελικο σημειο που εισαγει μια απολυτη παραλυση του λογου, της ομιλιας, της γλωσσας, ενα στομωμενο τιποτα διχως καμια ευφραδεια, που θα ηταν πιο γυμνο απο τη σιωπη.
Το παρον βιβλιο διαγραφει μερικα, ομως οχι οποιαδηποτε ειδη θανατου, τουτεστιν εκεινα που μοιαζουν να βρισκονται πιο κοντα στον θανατο, πιο ομοια, αντι να τον θαμπωνουν με μια ακαμπτη φαινομενικοτητα, να τον προσεγγιζουν ασυμπτωτικα, να φωλιαζουν σ' αυτον. Θα ηταν ευφραδη συμπτωματα αυτης της ασυμπτωτικης φωλευουσας κινησης. Μια μιμηση του θανατου που ομως μεσα της διατηρει παντα μια διαφορα, μια μη ταυτοτητα, που κανονιζει καθε μεμονωμενη ρητορικη. Ολα τα μιμητικα, ασυμπτωτικα συμπτωματα παραπεμπουν σ' εκεινον τον τροπον τινα ουτοπικο τοπο οπου αφυπνιζεται Κανεις. Οι ακολουθες σκεψεις για τον θανατο ειναι καθοδον προς μια Κανενολογια.
Περισσοτερα

Φιλοσοφια του Ζεν-Βουδισμου [Philosophie des Zen-Buddhismus, 2002]
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Προλογος
Θρησκεία δίχως θεό
Κενό
Κανείς
Κατοίκηση στο πουθενά
Θάνατος
Φιλότητα
Περισσοτερα
Διγλωσσο


Πληγιασμενη απο τα ονειρα [Wundgeträumt, εμβολιμοι στιχοι στο θεατρο μουσικης δωματιου "Mondschatten" ("Ισκιος του φεγγαριου") της Younghi Pagh-Paan
2004]
Κολωνος. Η Αντιγονη στον Οιδιποδα:
Δικασε τους θεους,
Σκοτωσε τους.
Αδιαφοροι ειναι για τους ανθρωπους,
Αυτοι οι θεοι μας χτυπανε
πληγη στην πληγη.
Πληγιασμενη απ' τις πορειες
Πληγιασμενη απο το κλαμα
Πληγιασμενη απο τα ονειρα
Καταπληγιασμενη ειν' η ψυχη σου.
Ανασανε μες απο τις πληγες σου!
Ασε τις πληγες σου ν' ανθισουν!
Η πληγιασμενη σου κεφαλη ακομα
Δεν ειναι προσωπο του κανενα,
Ηλιος και φεγγαρι,
Του φωτος και της σκιας
Η φιλικη αλλαγη
Δεν καθρεφτιζονται πανω της.
Η ψυχη σου ειναι
Πια μονο φορτος.
Μεχρι τον θανατο
Θα την υποφερεις.
Κοψε την, την ψυχη σου.


Υπερπολιτισμικοτητα [Hyperkulturalität, 2005]
Πολιτισμός και παγκοσμιοποίηση

Κι όμως το ανθρώπινο άγχος εμπρός στο νέο είναι συχνά τόσο μεγάλο όσο το άγχος εμπρός στο κενό, ακόμα κι αν το νέο είναι το ξεπέρασμα του κενού. Γι' αυτό οι πολλοί εκείνοι βλέπουν μόνο μια αταξία χωρίς νόημα εκεί που στην πραγματικότητα ένα νέο νόημα αγωνίζεται για την τάξη του. Βέβαια ο παλιός νόμος σωριάζεται, και μαζί του ένα ολόκληρο σύστημα από παραδεδομένα μέτρα, νόρμες και συσχετίσεις. Και πάλι όμως τούτο δεν σημαίνει ότι το ερχόμενο είναι κάτι το άμετρο ή ένα μηδέν εχθρικό σε νόμους. Ακόμα και στον αδυσώπητο αγώνα παλιών και νέων δυνάμεων γεννιούνται δίκαια μέτρα και διαμορφώνονται διαστάσεις με νόημα.

Ακόμα κι εδώ είναι θεοί, και κρατούν.
Μέγα είναι το μέτρο τους.

                                   Carl Schmitt
ΤΟΥΡΙΣΤΑΣ ΜΕ ΧΑΒΑΝΕΖΙΚΟ ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ
                                                          Where do you want to go today?
                                                          Microsoft
Ο Βρετανός εθνολόγος Nigel Barley κάποτε εξέφρασε την εικασία ότι το "αληθινό κλειδί του μέλλοντος" βρίσκεται στο ότι "βασικές έννοιες όπως ο πολιτισμός θα πάψουν να υπάρχουν". Αφού είμαστε, συνεχίζει ο Barley, "όλοι λίγο-πολύ τουρίστες με χαβανέζικα πουκάμισα". Μήπως μετά το τέλος του πολιτισμού ο άνθρωπος λέγεται "τουρίστας"; Ή μήπως επιτέλους ζούμε σ' έναν πολιτισμό που μας δίνει την ευκαιρία να ξεχυθούμε σαν χαρωποί τουρίστες στον κόσμο πέρα; Πώς μπορεί τότε να περιγραφεί αυτός ο νέος πολιτισμός;
Περισσοτερα
Διγλωσσο


Απο το Ο Hegel και η δυναμη [Hegel und die Macht, 2005]
Μια δοκιμη για την φιλοτητα
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Δεν ειναι παντοτε αναγκαιο να ενσωματωνεται το αληθινο• ηδη αρκει να αιωρειται τριγυρω πνευματικα και να προκαλει συμφωνια οταν, σαν χτυπος καμπανας, κυματιζει σοβαρα και φιλικα μες απο τους αιθερες.
                                                                                                                                            Johann Wolfgang Goethe
Το παρον βιβλιο διερευνα την εσωτερικη ζωη της φιλοσοφιας του Hegel καθως την φωτιζει ως προς το φαινομενο της δυναμης. Η δυναμη δεν ειναι περιθωριακος δομικος λιθος του συστηματος του Hegel αλλα η εσωτερικη του συσταση. Θα πρεπει να παρουσιαστει μ' ολη της την πολυπλοκοτητα, τοσο στη λαμψη οσο και στα ορια της. Συγχρονως η διερευνηση του πνευματος του Hegel με την οπτικη της δυναμης εξυπηρετει μιαν αλλη δοκιμη. Θα καταστησει ορατες μορφες του ειναι οι οποιες, στο εκτυφλωτικο φως της δυναμης, δεν μπορουν να φανουν.
Συχνα η δυναμη εξομοιωνεται επιπολαια με καταναγκασμο, καταπιεση η βια. Σιγουρα μπορει να αποκτα καποια στοιχεια βιας. Ομως δεν εγκειται σ' αυτην. Η δυναμη που παρουσιαζεται επιβλητικη δεν ειναι αναγκαστικα και δυναμη που βιαζει. Ακριβως εκει που η σκεπη και το περιβαλλον της δυναμης καταρρεουν, ξεσπουν διαφορες μορφες της βιας, αυτη γινεται εξοφθαλμη. Η βια απομονωνει. Η δυναμη ενωνει. Της παροντικοτητας της βιας προηγειται παντα μια υποχωρηση της δυναμης. Ουτε την ελευθερια η δυναμη δεν την αποκλειει. Το μεγαλειο της δυναμης δεν δειχνεται στο οχι αλλα στο ναι,ακριβεστερα στην πολυπτυχη τροπη του οχι στο ναι. Η ιδιαιτερη μορφη εκφρασης της δυναμης δεν ειναι η διχονοια αλλα η ομονοια. Κατα τουτο διαφερει ριζικα απο την βια και την καταπιεση. Η δυναμη, παρα την λαμπροτητα και την λαμψη, μαλιστα παρα μια ορισμενη ωραιοτητα, δεν εξαντλει το ειναι. Μαλιστα το φως της καλυπτει αλλες μορφες της λαμπροτητας, η τις κανει φωτα απατηλα. Η δοκιμη επανω στην φιλοτητα ξεκινα για την αναζητηση μιας αλλης λαμψης του ειναι.
Η δυναμη χαρακτηριζει επισης μια ιδιαιτερη σχεση με τον αλλο. Καθιστα τον ενα ικανο να συνεχιζει τον εαυτο του στον αλλο. Ετσι θεσπιζει μια συνεχεια του εαυτου. Ομως δεν εχει ως προϋποθεση τη βια και την καταπιεση. Πολυ περισσοτερο η δυναμη ειναι μεγιστη εκει που ο αλλος υποτασσεται στον πρωτο ελευθερα. Η υποταγη δεν εγκειται αναγκαστικα στην καταπιεση. Ετσι η "ελευθερη δυναμη", για την οποια γινεται λογος στον Hegel, δεν ειναι οξυμωρο σχημα αλλα, τη στιγμη οπου η δυναμη ανερχεται στην υψιστη μορφη της, πλεονασμος. Ο αλλος λεει ναι στον πρωτο, που εκτεινεται προς αυτον. Το απεριοριστο του ναι ειναι η απειροστικοτητα της δυναμης. Ο δυναμικος λογος του Hegel "Εισαι σαρκα απο τη σαρκα μου" επισφραγιζει τη συνεχεια του εαυτου. Ομως ο δυναμικος λογος δεν ειναι ο τελευταιος λογος, ουτε και ο λογος
ο οριστικος. Απεναντι στον δυναμικο λογο του Hegel, ο οποιος προβαλλει ως λογος της ελευθεριας, η και ως λογος της αγαπης, το παρον βιβλιο επιχειρει να καταστησει ακουστο εναν αλλο λογο ο οποιος λαμπει παρα, και μαλιστα δια της απουσιας της δυναμης. Στρεφεται προς εναν λογο φιλικο.
Περισσοτερα (διγλωσσο)


Από το Τι είναι δύναμη; [Was ist Macht?, 2005]
Δύναμη είναι η ικανότητα του εμβίου όντος, εν μέσω πολλών και ποικίλων διαπλοκών να μην χάνει τον εαυτό του στο άλλο, μα μέσα από αρνητικές εντάσεις να έχει τη συνέχεια του εαυτού του. Είναι »η δυνατότητα της αυτοκατάφασης παρά την εσωτερική και εξωτερική άρνηση«. Αντίθετα όποιος δεν είναι ικανός να μένει στην άρνηση, να την εγκλείει στον εαυτό του, έχει μόνο μικρό δυναμικό του είναι. Έτσι, ως προς το δυναμικό του είναι, >θεός< και νευρωτικός είναι αντίθετοι μεταξύ τους: »Ο νευρωτικός χαρακτηρίζεται από το ότι μπορεί να εγκλείει στον εαυτό του λίγο μη είναι μόνο• εμπρός στον κίνδυνο του μη είναι καταφεύγει στο μικρό, στενό του κάστρο. Ο μέσος άνθρωπος μπορεί να φέρει εντός του μη είναι σε περιορισμένο βαθμό, ο δημιουργικος άνθρωπος σε μεγάλο και ο θεός, συμβολικά, σε άπειρο βαθμό. Η αυτοκατάφαση ενός όντος παρά το μη είναι, είναι η έκφραση του δυναμικού του είναι του. Μ' αυτά φτάσαμε στη ρίζα της σύλληψης της δύναμης.«
Περισσοτερα (διγλωσσο)


Αφορισμοι
Ακριβως η εφεση χανει τον δρομο.
*
Η ευτυχης ημερα ειναι η βαθια καθ-ημερα που ησυχαζει στον εαυτο της.
*
Η κενοτητα ειναι το ανοιχτο που επιτρεπει μια αμοιβαια διεισδυση. Θεσπιζει φιλοτητα.
*
Καθε αναζητηση ενος ιδιαιτερου Επεκεινα κανει καποιον να ξεφευγει απο τον δρομο.
*
Το νερο ειναι ... των σοφων σωμα και πνευμα.


Απο το Καλη διασκεδαση [Gute Unterhaltung, 2007]
Μια αποδομηση της ιστοριας των παθων στη Δυση
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Προλογος
Γλυκος σταυρος
Ονειρα πεταλουδων
Για το λουσσο
Satori
Το Ειναι ως παθη
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Χαρακτηριστικο της ειναι τα παθη. Η μουσικη δεν πασχει μεσα στον ανθρωπο, δεν παιρνει μερος στις ιδιες τις πραξεις και στις συγκινησεις του: υποφερει γι' αυτον [...]. Η μουσικη εναποθετει σωματικα [...] στους ωμους του ανθρωπου τα παθη που επιφυλασσουν τ'αστρα γι' αυτον.
Theodor W. Adorno
Το γραψιμο ως μορφη προσευχης
Franz Kafka

Σημερα, με την απανταχου παρουσια της διασκεδασης, κανει την εμφανιση του κατι το θεμελιακα νεο. Δρομολογειται μια βασικη μεταβολη της εννοησης του κοσμου και της πραγματικοτητας. Στην εποχη μας η διασκεδαση αναδεικνυεται σ' ενα νεο παραδειγμα, μαλιστα σε μια νεα φορμουλα του Ειναι, η οποια κρινει τι εχει θεση στον κοσμο και τι οχι, μαλιστα τι ειναι καν. Ετσι η ιδια η πραγματικοτητα εμφανιζεται ως ιδιαιτερη πραγματωση της διασκεδασης.
Η καθολικοποιηση της διασκεδασης εχει ως επακολουθο εναν ηδονιστικο κοσμο, ο οποιος ερμηνευεται απο τον κοσμο των παθων ως παρακμη, ως κατι μηδαμινο, μαλιστα ως μη-ειναι και υποβαθμιζεται. Ομως κατα βαση παθη και διασκεδαση δεν ειναι τελειως διαφορετικα. Η απολυτη ανοησια της διασκεδασης γειτνιαζει οντως με το απολυτο νοημα των παθων. Το χαμογελο του τρελλου εχει μια αποκοσμη ομοιοτητα με το παραμορφωμενο απο τον πονο προσωπο του homo doloris. Αυτο το παραδοξο ειναι που θα παρακολουθησουμε.
Περισσοτερα (Η μεταφραση ατελης)

Απ-oυσια [Abwesen, 2007]
Πoλιτισμος και φιλoσoφια τnς Απω Αvατoλης
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Προλογος
Ουσια και απ-ουσια - Κατοικηση πουθενα
Κλειστο και Ανοιχτο - Χωροι της απ-ουσιας
Φως και σκια - Αισθητικη της απ-ουσιας
Γνωση και βλακεια - Καθοδον προς τον παραδεισο
Στερια και θαλασσα - Στρατηγικες της νοησης
Πραξη και συμβαν - Περαν ενεργητικου και παθητικου
Χαιρετισμος και υποκλιση - Φιλοτητα
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Μια χωρα οπου καποιος που λεει 'εγω' βυθιζεται γοργα μεσα στη γη.
Elias Canetti
Στη Δυση για πολυ καιρο το ξενο ηταν αντικειμενο βιαιου αποκλεισμου η ιδιοποιησης. Δεν ηταν παρον στο εσωτερικο του δικου. Και σημερα; Υπαρχει ακομα το ξενο; Σημερα κανεις τεινει να αφεθει στην πιστη πως καπου ολα μοιαζουν μεταξυ τους. Ετσι το ξενο και παλι εξαφανιζεται στο εσωτερικο του δικου. Ισως δεν θα ηταν κακο να πιστεψει κανεις πως οντως υπαρχει εκεινη n χωρα "οπου καποιος που λεει "εγω" βυθιζεται γοργα μεσα στη γη". Ειναι ιαματικο να κρατησει κανεις για τον εαυτο του εναν ελευθερο χωρο για το ξενο. Αυτο επισης θα ηταν εκφραση της φιλοτητας, η οποια καθιστα δυνατο και το οτι κανεις γινεται αλλιως ο ιδιος.1 Το παρον βιβλιο παρουσιαζει εναν ξενο πολιτισμο, εναν πολιτισμο της απ-ουσιας, o οποιος στους κατοικους του δυτικου πολιτισμου, που ειναι προσανατολισμενος στην ουσια, θα φανει πολυ παραξενος.
Περισσοτερα


Απο το Ευωδια του χρονου [Duft der Zeit, 2009]
Ενα φιλοσοφικο δοκιμιο για την τεχνη της σχολης
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Προλογος
Λαθος χρονος
Χρονος χωρις ευωδια
(Ταχυτητα της ιστοριας)
(Απο την εποχη του εμβατηριου στην εποχη του βομβου)
(Παραδοξοτητα του παροντος)
(Ευωδατος κρυσταλλος του χρονου)
(Εποχη του αγγελου)
Ευωδατο ρολοϊ: μια συντομη παρεκβαση στην αρχαια Κινα
(Κυκλιος χορος του κοσμου)
(Η οσμη του ξυλου της βαλανιδιας)
Η βαθια πληξη
Vita contemplativa
Ι. Μια συντομη ιστορια της σχολης
(2. Διαλεκτικη κυριου και δουλου)
(3. Vita activa, η περι της ζωης της δρασης)
4. Η vita contemplativa, η περι της στοχαστικης ζωης
Οπισθοφυλλο
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Η σημερα υφισταμενη κριση του χρονου δεν καλειται επιταχυνση. Η εποχη της επιταχυνσης ηδη εχει περασει. Ο,τι σημερα αντιλαμβανομαστε ως επιταχυνση ειναι μονο ενα απο τα συμπτωματα του διασκορπισμου του χρονου. Η σημερινη κριση του χρονου αναγεται σε μια δυσχρονια που οδηγει σε ποικιλλες διαταραχες και παρανοησεις του χρονου. Στον χρονο λειπει ενας ρυθμος που να βαζει σε ταξη. Ετσι ξεφευγει απο το μετρο. Η δυσχρονια κανει τον χρονο τροπον τινα να σβουριζει. Η αισθηση πως η ζωη επιταχυνεται, στην πραγματικοτητα ειναι μια αντιληψη του χρονου που σβουριζει ατακτα.
Η δυσχρονια δεν ειναι το αποτελεσμα της επιτεταμενης επιταχυνσης. Υπευθυνη για την επιταχυνση ειναι προπαντων η ατομικοποιηση του χρονου. Σ' αυτην αναγεται και η αισθηση πως ο χρονος περνα πολυ πιο γοργα απο παλιοτερα. Λογω του χρονικου διασκορπισμου δεν ειναι δυνατη καμια εμπειρια της διαρκειας. Τιποτα δεν συγκρατει τον χρονο. Η ζωη δεν εμπεδωνεται πλεον στο μορφωμα της ταξης, η στις συντεταγμενες που θεσπιζουν μια διαρκεια. Φευγαλεα κι εφημερα ειναι και τα πραγματα με τα οποια κανεις ταυτιζεται. Ετσι κανει γινεται ριζικα παροδικος ο ιδιος. Η ατομικοποιηση της ζωης συμβαδιζει με μια ατομιστικη ταυτοτητα. Κανεις εχει μονο τον εαυτο του, το μικρο εγω. Κανεις τροπον τινα αδυνατιζει ως προς χωρο και χρονο, μαλιστα ως προς κοσμο, ως προς συνειναι. Η ανεχεια ως προς κοσμο ειναι δυσχρονικο φαινομενο. Κανει τον ανθρωπο να συρρικνωνεται στο μικρο του σωμα, το οποιο προσπαθει να κραταει υγιες μ' ολα τα μεσα. Αφου αλλιως δεν εχει απολυτως τιποτε. Η υγεια του ευθραυστου κορμιου του υποκαθιστα κοσμο και θεο. Τιποτα δεν διαρκει περαν του θανατου. Ετσι σημερα πεφτει σε καποιον ιδιαιτερα βαρυ να πεθανει. Και γερναει διχως να γινει γερος.
Το παρον βιβλιο παρακολουθει ιστορικα και συστηματικα τις αιτιες και τα συμπτωματα της δυσχρονιας. Ομως συλλογαται και τις δυνατοτητες μιας αναρρωσης. Εδω αναζητουνται μεν ετεροχρονιες η ουχρονιες, ομως η παρουσα μελετη δεν περιοριζεται στην ανευρεση και στην αποκατασταση αυτων των ασυνηθιστων η μη καθημερινων τοπων της διαρκειας. Πολυ περισσοτερο μεσω μιας ιστορικης ανασκοπησης εφισταται προοπτικα η προσοχη στο οτι η ζωη, μεχρι και την καθημερινοτητα, πρεπει να παρει αλλη μορφη ωστε να αποσοβηθει εκεινη η κριση του χρονου. Δεν πενθειται η εποχη της αφηγησης. Το τελος της αφηγησης, το τελος της ιστοριας δεν χρειαζεται να συνεπιφερει ενα χρονικο κενο. Πολυ περισσοτερο διανοιγει τη δυνατοτητα ενος χρονου ζωης που βγαινει διχως θεολογια και τελεολογια, που και παλι εχει μια ευωδια δικη του. Ομως προϋποθετει μια αναζωογονηση της vita contemplativa.
Η σημερινη κριση του χρονου συσχετιζεται πρωτευοντως με την απολυτοποιηση της vita activa. Αυτη οδηγει σε μια επιταγη της εργασιας η οποια υποβαθμιζει τον ανθρωπο σε animal laborans. Η υπερκινητικοτητα της καθημερινοτητας αφαιρει απο την ανθρωπινη ζωη καθε στοιχειο στοχαστικοτητας, καθε ικανοτητα να εχεις καιρο. Οδηγει σε απωλεια κοσμου και χρονου. Οι λεγομενες στρατηγικες επιβραδυνσης δεν παραμεριζουν αυτην την κριση του χρονου. Μαλιστα συγκαλυπτουν το ιδιως προβλημα. Αναγκη ειναι μια αναζωογονηση της vita contemplativa. Η κριση του χρονου θα εχει ξεπεραστει πρωτα την στιγμη που η vita activa στην κριση της προσλαβει και παλι την vita contemplativa εντος της.
Περισσοτερα


Περι φαντασματων και αλλων απουσιαζοντωνμ [About ghosts and other absentees. Στη ζωγραφικη συλλογη της Moki "How to disappear", 2010]
Περισσοτερα


Κοινωνια της κοπωσης [Müdigkeitsgesellschaft, 2010]
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Η νευρωνικη βια
Περαν της κοινωνιας της πειθαρχιας
Η βαθια πληξη
Vita activa
Παιδαγωγικη του βλεμματοσ
Η περιπτωση bartleby
Κοινωνια της κοπωσης
Πισω αυτι
Οπισθοφυλλο


Απο το Τοπολογια της βιας [Topologie der Gewalt, 2011]
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Πρωτο Μερος. ΜΑΚΡΟΦΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΒΙΑΣ
1. Τοπολογια της βιας
2. Αρχαιολογια της βιας
3. Ψυχη της βιας
4. Πολιτικη της βιας
Δευτερο Μερος. ΜΙΚΡΟΦΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΒΙΑΣ
4. Βια της διαφανειας
5. Το medium ειναι mass-age
6. Ριζωματικη βια
Περισσοτερα


Κοινωνια της διαφανειας [Transparenzgesellschaft, 2012]
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Κοινωνια του θετικου
Κοινωνια της εκθεσης
Κοινωνια του εμφανους
Κοινωνια πορνο
Κοινωνια της επιταχυνσης
Κοινωνια του ενδομυχου
Κοινωνια της πληροφοριας
Κοινωνια της αποκαλυψης
Κοινωνια του ελεγχου
Περισσοτερα

Προθανατια αγωνια του ερωτα [Agonie des Eros, 2012]
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Melancholia
Να μην μπορεις να μπορεις
Η απλως ζωη
Πορνο
Φαντασια
Πολιτικη του ερωτος
Το τελος της θεωριας
Περισσοτερα


Σχολιο στην συνεντευξη του Byung-Chul Han στην Zeit
"Tut mir leid, aber das sind Tatsachen" ["Λυπαμαι, ομως αυτα ειναι τα δεδομενα"]


(2η Τεταρτη του μηνα 21.00-23.00 Ανοιχτο)

Robert Rauschenberg, Satori

Λογοτεχνια και ψυχαναλυση

Καβαφης, Τυψις

 Τριτη 21.00-22.00 (Εβδομαδιαιο, Ψυχιατροι - Ψυχολογοι)

Οφηλια του Millais
Οφηλια του Millais
Οφηλια της Moki
Οφηλια της Moki
[Ομιλια στο Εργοταξιο Ιδεων, Βυζιτσα Πηλιου, Αυγουστος 2014]

PDF (με μορφοποιηση)

1. Byung-Chul Han, Περι φαντασματων και αλλων απουσιαζοντων
2. Φαντασματα... 
Στοιχειωμενη γλωσσα. Το ιχνος ως η υπογραφη 
Στοιχειωμενη φυση. Πως να εξαφανιζεσαι. 
Στοιχειωμενος χωρος. Ασε τα χερια σου να ταξιδεψουν. 
3. Ψυχαναλυση 
Στοιχειωμενη συναντηση 


1. Byung-Chul Han, Περι φαντασματων και αλλων απουσιαζοντων

Μια ωραια ρηση του Laozi λεει: Ενας καλος ταξιδιωτης δεν αφηνει πισω του ιχνη. Μα πως μπορει κανεις να περπατα και να μην αφηνει πισω του ιχνη; Προτου πατησεις το ενα ποδι στο εδαφος, θα επρεπε να ειχες σηκωσει το αλλο, κι αυτο θα ηταν αδυνατο. Δεν γινεται να περπατας χωρις να αγγιζεις το εδαφος. Επομενως μοιαζει οτι ο Laozi απαιτει το αδυνατο. Η, ζηταει να αιωρουμαστε. Αυτοι που αιωρουνται, αυτοι που τριγυρνουν αιωρουμενοι, οντως δεν αφηνουν πισω τους ιχνη. Τα φαντασματα αιωρουνται επισης. Ειναι γνωστο οτι τα φαντασματα δεν βαδιζουν παρατεταγμενα σε γραμμες με τακτικο βημα.
Το Ο νομος της γης του
Carl Schmitt
(Nomos der Erde) ξεκινα με εναν υμνο της γης. Προπαντων υμνει την γη για την συσταση της, η οποια επιτρεπει να χαραζονται πανω της σταθερες γραμμες· και, λογω του συμπαγους της, καθισταται δυνατο να καθιερωνονται σαφη ορια, σταθεροι κανονες και θεσεις, συμπαγη πλαισια και διαφοροποιησεις. Το συμπαγες της γης καθιστα δυνατο να χτιζονται πανω της συνορα, τοιχοι, σπιτια και οχυρα: εδω γινονται εμφανη οι κανονες και η θεση της κοινωνικης υπαρξης του ανθρωπου. Οικογενεια, συγγενεις, φυλη και κοινωνικη ταξη, τα ειδη των αποκτηματων και η γειτονια, καθως και οι μορφες της δυναμης και των κανονων ειναι σε κοινη θεα. Περιουσια, αποκτηματα, δυναμη, κανονες, νομοι, ταξη και θεση, ολα οφειλονται στην ιδιαιτερη συσταση της γης. Ο Schmitt αντιπαραβαλλει την σταθερη επιφανεια της γης με την θαλασσα: η θαλασσα δεν γνωριζει καμια τοσο εμφανη οντοτητα [...] ταξης και τοπου. [...] Ουτε επιτρεπει η θαλασσα [...] να χαραχτουν επανω της σταθερες γραμμες. Ειναι ενδιαφερον οτι κατοπιν παρατηρει πως τα πλοια που ταξιδευουν στην θαλασσα δεν αφηνουν ιχνη. Η θαλασσα δεν εχει χαρακτηριστικα με την πρωταρχικη εννοια της λεξης χαρακτηρ, που σημαινει ενσωματωμενο, σκαλιστο, η εγχαραγμενο. Επομενως η θαλασσα, λογω της ελλειψης σταθεροτητας, δεν εχει χαρακτηρα. Και αυτο ειναι που καθιστα τον θαλασσοπορο ικανο να μην αφηνει πισω του ιχνη. Ο Carl Schmitt εχει γενικα μια φοβια για την θαλασσα και το νερο. Επισημαινει μια προφητεια του Βιργιλιου, οπου προεβλεψε οτι στην επερχομενη εποχη της ευτυχιας δεν θα υπαρχουν πλεον θαλασσοπορειες και οτι στην Αποκαλυψη του Ιωαννου αυτος προκηρυξε εναν νεο κοσμο που θα καθαιρονταν απο την αμαρτια και στον οποιο δεν θα υπηρχαν ωκεανοι.
Ο Carl Schmitt ειναι ενα ειδικα χερσαιο πλασμα με την εννοια οτι σχεφτεται μονο σε ορους σταθερων διακρισεων, διχοτομικων η δυαδικων αντιθετων, και δεν εχει καμια κατανοηση για το μη αποφασισμενο, η το αδιορατο. Συμφωνα με την θεωρια του η υπαρξη βασιζεται σε καθαρα ορια και σταθερα περιγραμματα, σε ακλονητη ταξη και αρχες. Αυτος ειναι ο λογος που γι' αυτον το νερο ειναι τοσο ενοχλητικο και αποκοσμο. Δεν επιτρεπει καθαρες οριοθετησεις η διαφοροποιησεις και, στο πολιτικο επιπεδο, καθιερωση σταθερων εθνικων η εδαφικων συνοριακων γραμμων.
Αυτο που ειναι ενδιαφερον στον Carl Schmitt ειναι οτι δεν πιστευει απλοϊκα σε μια σταθερη ταξη, αλλα προσκολλαται σ' αυτην εμπρος στην γενικη παρακμη, και προσπαθει να χτισει ψηλους τοιχους επανω σ' ενα εδαφος που εχει ηδη αρχισει να σειεται. Η σκεψη του Carl Schmitt ερχεται μεσα απο την καρδια μιας φυγοκεντρης δυναμης που διασκορπιζει την σταθερη ταξη και παρεκκλινει απο τον αρχικο δρομο της. Αισθανεται να απειλειται υπαρξιακα απο μια στοιχειωμενη αναποφασιστικοτητα και ελλειψη διακρισης. Στο εργο του 1919 Πολιτικος ρομαντισμος συνοψισε με μια δραματικη γλωσσα την κατασταση στην οποια περιηλθε ο κοσμος: συνεχεις νεες ευκαιριες δημιουργουν εναν συνεχως νεο, ομως βραχυβιο κοσμο, εναν κοσμο χωρις υποσταση [...] χωρις δυναμικη ηγεσια, χωρις συμπερασμα και χωρις ορισμο, χωρις αποφαση, χωρις μια μερα τελικης κρισης, που συνεχιζεται επ' αοριστον, οδηγημενος μονο απο το μαγικο χερι της τυχης [...] Γι' αυτον ενας κοσμος χωρις υποσταση, ενας κοσμος χωρις σταθερη διαφοροποιηση, χωρις καθαρα περιγραμματα, συμπαγεις τοιχους και φραγματα, ειναι ενας κοσμος στοιχειωμενος.
Απο την αλλη για τον Laozi η υπαρξη χωρις δυναμικη ηγεσια, οριστικους ορισμους και συμπερασματα, θα ηταν ενας ξεγνοιαστος περιπατος που δεν θα αφηνε πισω του ιχνη. Ο Carl Schmitt απορριπτει με ολη του την δυναμη την σκεψη ενος κοσμου χωρις υποσταση. Με καθε μεσον προσπαθει να αποκρουσει το στοιχειωμενο χερι της τυχης. Ο Carl Schmitt, σε προχωρημενη ηλικια, αισθανοταν καταδιωκομενος απο φωνες και θορυβους, ακομα κι απο φαντασματα. Αισθανομενος οτι ηταν στο ελεος αυτων των αποκοσμων θορυβων, επαναδιατυπωσε την περιφημη φραση του για την ανωτατη δυναμη: Μετα τον Πρωτο Παγκοσμιο Πολεμο ειπα "Κυριαρχος ειναι αυτος που κυβερνα σε κατασταση εκτακτης αναγκης." Μετα τον Δευτερο Παγκοσμιο Πολεμο, καταπροσωπο με τον θανατο, λεγω τωρα "Κυριαρχος ειναι αυτος που κυβερνα τα κυματα στο διαστημα." Επομενως το κυριαρχο ατομο ειναι αυτο που εχει την εξουσια επανω στα φαντασματα. Αυτο παντως ειναι μια απελπιδα επιχειρηση. Αναφερθηκε οτι ο Schmitt σ' ολη του την ζωη φοβοτανε τα κυματα. Αποδιωξε απο το δωματιο του και την τηλεοραση και το ραδιοφωνο, ωστε τιποτα απροσκλητο να μην μπορει να εισβαλει στον χωρο του απο τον αερα. Ο τοιχος, μια αρχαϊκη εγκατασταση που ανηκει στον Νομο της γης, δεν μπορει να συγκρατησει τα κυματα που αιωρουνται στον αερα και διαφευγουν καθε συλληψης, καθε συνορου, καθε προσπαθειας να καθηλωθουν σε μια ορισμενη θεση.
[...]
Και ο Carl Schmitt, κατα την καταρρευση, σκεφτοταν την παλια ταξη. Διανοιγε τον δρομο του μεσα απο ολοκληρους στρατους φαντασματων. Τα φαντασματα εμφανιζονται οταν το σταθερο πλαισιο της παλιας ταξης αρχιζει να αποσυντιθεται. Οσο περισσοτερο σθεναρη ειναι η ταξη, τοσο πιο θορυβωδη γινονται τα φαντασματα. Τα κυματα, απο τα οποια ο Schmitt νοιωθει να καταδιωκεται, ειναι οι δονησεις της παρακμης. Απο την αλλη, τα φαντασματα ειναι επισης αγγελιοφοροι απο το περαν του τοιχου, το οποιο ενδεχομενως θα εφερνε την σωτηρια. Κανεις θα μπορουσε να δανειστει λεξεις απο τον Heidegger η τον Hölderlin και να τις χρησιμοποιησει εκτος των συμφραζομενων και να πει: Οπου υπαρχει κινδυνος, βλασταινει και το σωτηριο.
Το φαντασμα, ηδη στην ετυμολογικη του προελευση, εχει επανω του κατι το αντιφατικο, η το αμφιθυμικο. Η λεξη φαντασμα (Gespenst) σχετιζεται με την λεξη της Παλαιας Υψηλης Γερμανικης spanan, που σημαινει βαζω σε πειρασμο, δελεαζω, πειράζω η πειθω. Επομενως το φαντασμα ειναι και δελεαστικο και ανησυχητικο. Θα εικαζαμε οτι ειναι τοσο δελεαστικο γιατι φερνει στον νου οπτασιες πραγματων που καποτε μας αποτραπηκε να δουμε, πραγματα που ειτε επρεπε να κατασταλουν ειτε να αποβληθουν απο την παρουσια μας. Κατα μια εννοια το φαντασμα ειναι ενα revenant, ενα προσωπο που γυρισε απο τους νεκρους, που ξεπερνα τους τοιχους της καταστολης και της προγραφης, τους τοιχους του διαχωρισμου και του αποκλεισμου. Οφειλει την δυναμη του να σαγηνευει σ' αυτην την επιδραση του revenant, στην συγχρονικοτητα παρουσιας και απουσιας. Επιτυγχανει να γινει οπτασια, ομως οπτασια απο κατι που βασικα θα επρεπε να ειναι απον. Στο συντακτικο του φαντασματος υπαρχει μια εμφατικη διακριση αναμεσα σ' αυτο που πρεπει να ειναι και σ' αυτο που δεν επιτρεπεται να ειναι.
[...]
Η σκεψη της Απω Ανατολης δεν γνωριζει καμια αναλλοιωτη δομη της ταξης. Καθε τι εννοειται σε ορους αλλαγης και εξελιξης. Δεν υπαρχει τιποτα στο οποιο κανεις θα προσδενονταν γερα. Που σημαινει: ενας καλος ταξιδιωτης δεν αφηνει πισω του ιχνη. Και τα φαντασματα δεν αφηνουν πισω τους ιχνη. Ενα ιχνος ειναι το αποτυπωμα μιας καταναγκαστικης καθηλωσης. Αυτοι που αιωρουνται δεν αφηνουν πισω τους ιχνη. Στην σκεψη της Απω Ανατολης καθε τι ειναι ρευστο. Κι αυτος ειναι ο λογος που η εξυμνηση του νερου ειναι θεμελιακα ενσωματωμενη μεσα της. Το νερο μεταβαλλει συνεχως την μορφη του για να ταιριαξει σε οποιαδηποτε κατασταση συναντησει. Το νερο δεν γνωριζει περιορισμους της ταυτοτητας. Η σκεψη της Απω Ανατολης, λογω της ελλειψης σε περιορισμους της ταυτοτητας, παρεχει στα φαντασματα περισσοτερο χωρο. Καθε τι ειναι περισσοτερο ανεσταλμενο απ' ο,τι στην Δυση. Σε μεγαλυτερη κλιμακα, καθε τι ειναι διχως ουδο και μεταβαση. Σπανια χρησιμοποιουνται συνορα και διαφοροποιησεις. Η φιλοσοφια της Απω Ανατολης δεν κυριαρχειται απο το 'ειτε-ειτε', κυριαρχειται απο το 'οχι μονον αλλα'. Αντιθετα ο Carl Schmitt, ενα χερσαιο πλασμα και πεζοπορος, ηταν ενας υδροφοβικος, φοβουνταν το νερο και την θαλασσα γιατι αυτο το μεσον δεν επιτρεπει καθαρα ορια η διακρισεις, δεν επιτρεπει σκεψη σε διχοτομικες αντιφασεις. Γι' αυτον ο κοσμος που ειναι η Απω Ανατολη θα ηταν ενας κοσμος χωρις υποσταση, ενας κοσμος κατοικουμενος απο φαντασματα. Στο φως ενος τετοιου ρευστου, μετεωρου κοσμου ο Carl Schmitt θα μπορουσε να ειχε πει: "Στην Κινα εχει μονο φαντασματα."
Στην Δυση φαντασματα εμφανιζονται σε μια κριση ταυτοτητας. Ο Jacques Derrida τονιζει οτι, σε μιαν αλλη οπτικη, αυτη η κριση μπορει να ειναι απελευθερωτικη. Η αποδομηση της ειναι η επιστημη των φαντασματων, μια μορφη φασματολογιας. Ερευνα εκεινα τα στοιχεια της "αλλοτριοτητας" που σαν φαντασματα πλανιωνται μεσα στην ταυτοτητα και την βγαζουν απο την ισσοροπια.
Ο Derrida αποδομει το φτιαξιμο μιας ταυτοτητας τονιζοντας τα πραγματα που τρομοκρατουν, που ειναι φοβερα, και τα οποια στην πορεια της διαμορφωσης της ταυτοτητας καταστελλονται για χαρη της φανταστικης της αγνοτητας. Η ταυτοτητα περιτριγυριζεται ουτως ειπειν απο την αυρα των φαντασματων. Ο Derrida διατηρει μια ηρεμια απεναντι στα φαντασματα, η οποια ανακουφιζει την σκεψη απο τους περιορισμους της ταυτοτητας και των νευρωσεων ταυτοτητας. Αντιτασσει την Λογικη του του φαντασματος εναντια ατην λογικη του νου, η οποια συνεχως προσπαθει να αποτιναξει την διαφορα, η την αλλοτριοτητα που βροντα υποκωφα μεσα στην ταυτοτητα του. Το μοττο του αποδομημενου τροπου ζωης ειναι: Μαθε να ζεις 'με' φαντασματα, σε συνομιλια [...] και σε κοινα ταξιδια [...] Να μαθεις να ζεις με φαντασματα θα πει τελικα: να μαθεις να ζεις φιλικα, να δεχεσαι ο,τι τα κανει ανωμαλα και απροβλεπτα, να μην ανεχεσαι παθητικα τις διαφορες τους, αλλα να βοηθας να πληθυνουν. Ισως ειναι δυνατο να ζει κανεις πιο αρμονικα με φαντασματα. [...] Παντως ο κοσμος του Zhuangzhi, η του Laozi ειναι ενας υπεριπταμενος, αιωρουμενος κοσμος χωρις καθαρα περιγραμματα, χωρις οριστικες διακρισεις, χωρις συμπερασματα, αποφασεις η ορισμους
· σ' αυτον τον κοσμο ειναι δυνατο να ταξιδευεις στον χωρο ξεγνοιαστα. Ισως στο μελλον, στην αλλη πλευρα της θεολογιας και της τελεολογιας, η αιωρηση θα γινει ο νεος τροπος περπατηματος, αφηνοντας πισω της τα πιο ακαμπτα βηματα του προσκυνηματος, του στρατιωτικου εμβατηριου και της γραμμικης κινησης προς τα μπρος.


2. Φαντασματα...

Ο ταξιδιωτης αφηνει ιχνη οταν ξεχωριζει και διακρινεται, π.χ. τα παπουτσια του απο το χωμα, η μορφη του απο τις γυρω μορφες, η φωνη του απο τις γυρω φωνες. Δεν αφηνει ιχνη, οχι οταν ειναι ολοτελα ξεχωριστος, π.χ αορατος και αφωνος, αλλα οταν ειναι ολοτελα μετοχος. Που θα πει, οταν δεν υπαρχει αναμεσα σ' αυτον και στο αλλο κανενα οριο - οταν εχει τον τροπο του φαντασματος. Ο τροπος αυτης της ολικης μεθεξης λεγεται στοιχειωμα.
Το φαντασμα, το στοιχειο, στοιχειωνει τον χωρο στο οποιο παρουσιαζεται. "Τον στοιχειωνει" θα πει: οντας ολοτελα ξενο διαπερνα τα ορια του χωρου σαν να μην υπηρχαν, η παρουσια του τον διαποτιζει, κατακρημνιζει την ταυτοτητα του σε μια δινη, σε μια ρουφηχτρα και την εξαφανιζει. Κανει τον χωρο αποκοσμο, αλλοκοτο, μετεωρο, καποτε εφιαλτικο και καποτε παραμυθενιο. Αναλογιστειτε μονο, οσοι το φοβαστε, πως αλλαζει το σπιτι σας οταν ξεπροβαλει ενα ποντικι.
Στην Καταιγιδα του Shakespeare λεει ο Prospero: "Ειμαστε απο υλικο σαν αυτο που 'ναι φτιαγμενα τα ονειρα κι η μικρη μας ζωη κυκλωνεται απο εναν υπνο."

Στοιχειωμενη γλωσσα. Το ιχνος ως η υπογραφη
(Απο το: Byung-Chul Han, Ειδη θανατου)
Τι εννοουσε ο Heidegger ως υπογραφη του; Ποιος υπογραφει, η φερει την ευθυνη για τα γραπτα που εχουν την υπογραφη "Martin Heidegger"; Εννοουσε καν ο Heidegger τον εαυτο του ως συγγραφεα; Ο Heidegger θα ειχε αποφυγει να χρησιμοποιησει την λεξη "Autor", και οχι μονον επειδη ειναι μια ξενικη λεξη. Εκει που οντως εμφανιζεται, πρεπει να παραμεριζει εμπρος στον αυθεντικο υπογραφοντα το εργο. [...]
Στη φανταστικη συνομιλια "Gelassenheit" ["αφεση"... ] βασικα δεν συμβαινει καμια ανταλλαγη γνωμων. Κανεις δεν λεει τη δικη του γνωμη. Κανεις δεν μοιαζει να ενδιαφερεται να υπογραψει τα εκφωνουμενα λογια. Μια παραξενη ελλειψη ενδιαφεροντος συν-τονιζει την πορεια της συνομιλιας. Παντως δεν ειναι απαθεια. Προκειται περισσοτερο για μια εγρηγορση χωρις ενδιαφερον, η χωρις προθεση. Οταν καταμεσις στη συνομιλια επεσαν παλι στη λεξη "Gelassenheit", ο διδασκαλος ερωτα: "L Τι ειναι αυτο που ονοματισατε με το ονομα Gelassenheit; F Το ονομα, αν επιτρεπετε, δεν το χρησιμοποιησα εγω αλλα εσεις. L [76] Οπως εσεις, αλλο τοσο κι εγω δεν επετελεσα την ονομασια. G Ποιος ηταν τοτε; Κανεις απο μας; L Μαλλον. Διοτι στην περιοχη που βρισκομαστε ολα ειναι ενταξει μονο εαν δεν ηταν κανενας."
Στη συνομιλια ο καθενας ειναι κατα ορισμενο τροπο εκτος εαυτου. Κανεις δεν υπογραφει την λεξη "Gelassenheit". Κανεις δεν ηταν εκει, οταν επεσε η λεξη. Καθενας παρευρισκονταν μονο σ' αυτο το συμβαν της λεξης. Η συνομιλια δεν λαμβανει χωρα μεταξυ φορεων απο γνωμες αλλα η συνομιλια δινεται, απροσωπα. Κανεις δεν εχει πει την λεξη "Gelassenheit". Κανεις δεν αναλαμβανει η δεν αξιωνει την πατροτητα. Η λεξη εχει πεσει, ετυχε στην συζητηση γιατι Κανενας ηταν εκει. Η συνομιλια προχωρει οταν "κινουμαστε στις λεξεις ελευθερα" . Η ελευθερια δεν εγκειται στο οτι κανεις εξουσιαζει τον λογο. Πολυ περισσοτερο να κινεισαι στις λεξεις ελευθερα θα πει να χανεσαι στις λεξεις, και μαλιστα ως Κανεις. Η ελευθερια ειναι μια αδιαφορη εγρηγορση οπου κανεις τις λεξεις που ερχονται τις απολυει, η τις προσδεχεται ως δωρεα. Η ελευθερια ειναι η απο-λυση της λεξης. Η λεξη ως δωρεα ερχεται στον αδιαφορο Κανενα, τον μη ενδιαφερομενο για πνευματικη ιδιοκτησια. Η ευθυνη του θα ενεκειτο μονο σ' αυτην την απολυση της δωρεας. [...]

Στοιχειωμενη φυση. Πως να εξαφανιζεσαι.
Ειπα πριν απο λιγο οτι ο ταξιδιωτης δεν αφηνει ιχνη, οχι οταν ειναι ολοτελα ξεχωριστος, π.χ αορατος και αφωνος, αλλα οταν ειναι ολοτελα μετοχος. Η Οφηλια, η ερωμενη του Hamlet. Δυο πινακες, του Millais και της συγχρονης γερμανιδας ζωγραφου Moki
Στον Millais, ενα πτωμα. Χους ει και εις χουν απελευσει, λεγεται. Και τι ειναι πιο κοντα στο χωμα απο εναν νεκρο; Δεν εχουμε εδω μια ολικη μεθεξη της νεκρης με την φυση; Οχι! Το ιχνος που αφηνει η Οφηλια του Millais ειναι ανεξιτηλο. Διοτι ακριβως ως νεκρη φερνει εμπρος στα ματια μας την εικονα της γυναικας που ζουσε, που πεθανε εναν τραγικο, εναν αδικο θανατο σε εναν καιρο που ηταν, με τα λογια του Hamlet, out of joint. Μια υπαρξη ολοτελα διαφορετικη λοιπον απο αυτην του νερου και τις οχθες και την τριγυρω βλαστηση.
Η Οφηλια τωρα της Moki.
Αυτην δεν την παιρνει το ποταμι. Στεκει ακινητη και το ρεμα προσκρουει επανω της και την παρακαμπτει, οπως κανει σ' εναν βραχο. Τα ορια μεταξυ ανθρωπου και βραχου εχουν καταργηθει. Και η καταργηση τους συμβαινει μεσα σε ενα τοπιο αλλοκοτο. Στοιχειωμενο.

Στοιχειωμενος χωρος. Ασε τα χερια σου να ταξιδεψουν.
Heidegger, Σεμινάρια του Zollikon:
[112] Στο εκαστοτε εδω, που ειμαι, το ζωντανο σωμα συμμετεχει παντα, ομως πως; Καθοριζεται το Εδω, που ειμαι, απο τον ογκο του φυσικου μου σωματος; Συμπιπτουν τα περατα του φυσικου και του ζωντανου μου σωματος; Κανεις μπορει το ζωντανο σωμα να το εκλαβει ως φυσικο σωμα. Καθομαι εδω στο τραπεζι και καταλαμβανω τον χωρο που περιβαλλεται απο την επιδερμιδα μου. Ομως τοτε δεν γινεται λογος για το Εδω, που ειμαι, αλλα μονο για την θεση αυτου του φυσικου σωματος σ’ αυτο το σημειο. [...] Δειχνοντας με το δαχτυλο στο παραθυρο εκει περα, δεν τελειωνω στις ακρες των δακτυλων. Που ειναι λοιπον τα περατα του ζωντανου σωματος; [...] Τα περατα του ζωντανου σωματος ειναι ο οριζοντας [...] στον οποιο διαμενω. Γι’ αυτο και η περατωση του ζωντανου σωματος μεταβαλλεται συνεχως με τη μεταβολη της εμβελειας της διαμονης μου.
(Απο σημειώσεις για το
Δρομοι του Σωματος και Ψυχη)
Εδω συναντουμε ενα αλλο χαρακτηριστικο του ζωντανου σωματος: Τα περατα του διαγραφονται απο τον οριζοντα των εκαστοτε αναφορων μου. Μονον μεσα απο μια τετοια εννοηση του ζωντανου σωματος μπορουμε να παρακολουθησουμε πραγματικα εναν ποιητικο λογο, οπως αυτον του Γιωργου Σεφερη απο το ποιημα ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ: "αφησε τα χερια σου αν μπορεις να ταξιδεψουν... / [...] με το καραβι / που αγγιξε τον οριζοντα."
Ετσι εδω δεν πρεπει να φανταστουμε χερια μεταφορικα, καπου σαν ανθρωπακια που κινουνται, ανεβαινουν στο καραβι και ταξιδευουν μεχρι τον οριζοντα. Οι στιχοι καλουν τα χερια του προσφωνουμενου, τα χερια του σωματος, του ζωντανου του σωματος. Τα καλουνε να απλωθουν σ' ενα καθοδον που φτανει εως τα ακρα. Προκειται ουσιαστικα για την ιδια εμπειρια του ζωντανου σωματος που λεγεται και στο δοκιμιο "Μια σκηνοθεσια για την Κιχλη": "Το φως της μερας και το αιμα του ανθρωπου ειναι το ιδιο πραμα." Οταν ανθρωπος και φως ειναι το ιδιο πραμα, τοτε το αιμα δεν αφηνει ιχνη...


3. Ψυχαναλυση

Στοιχειωμενη συναντηση
(Απο το
Η πολις των Αρχαιων...)
Ας επιχειρησουμε τωρα ν' αναγνωρισουμε το ετσι εννοουμενο σωμα, εδω και τωρα. Σας μιλω, ομως μιλω στο μικροφωνο. Το σωμα μου εκτεινεται εως το μηχανημα που εχω μπροστα μου. Τωρα αφηνω το μικροφωνο.
... Με τη φωνη μου, που τωρα μονο ακουτε πραγματικα, το σωμα μου εκτεινεται εως εσας, περατωνεται σ’ εσας. Με το ακουσμα σας, που δεχεται τη φωνη μου, το σωμα σας εκτεινεται εως εμενα, περατωνεται σ’ εμενα ...

Ο Ιαπωνας σκηνοθετης του θεατρου Toshiharu Takeuchi ανεπτυξε μια ασκηση γι' αυτο στο οποιο εγκειται καθε συνομιλια, οτι αποτεινεται καποιος σε καποιον. Σ' αυτην την ασκηση στεκονται δυο ανθρωποι αντικριστα. Ο Α αποτεινεται στον Β με μια συντομη φραση, π.χ. "Παμε στην καφετερια;", η: "Σημερα εισαι στις ομορφιες σου." Κατοπιν ο Β του γυριζει την πλατη, και ο Α αποτεινεται στην πλατη του Β. Οταν ο Β νοιωσει πως ο Α πραγματι του αποτεινεται, γυριζει και απαντα. Στην αρχη πολλοι δεν παρατηρουν τιποτα ιδιαιτερο, απλως γυριζουν και απαντουν. Ο δασκαλος, τους προτεινει ν’ ακουσουν τον Α να τους αποτεινεται ακομα μια φορα και να προσεξουν καλα, εαν πραγματι ο Α τους αποτεινεται. Και τοτε σιγα-σιγα οι μαθητευομενοι δειχνουν απορημενοι και δηλωνουν διαφορα, οπως:
- Μοιαζει σαν ο Α να μην αποτεινεται σ' εμενα αλλα σε καποιον διπλα μου. - Ο Α αποταθηκε σε καποιον που βρισκεται δυο-τρια βηματα πισω μου. - Ο Α αποταθηκε σε καποιον πανω και περα απ' το κεφαλι μου. - Η φωνη του Α δεν φτανει μεχρι εμενα. - Μου φανηκε πως ο Α μου αποταθηκε, μα δεν ειμαι τελειως σιγουρος.
Η, ακομα, μεταξυ αλλων: - Η φωνη του Α αγγιξε την πλατη μου. - Αγγιξε το αυτι μου και πεταξε περα. - Γλιστρησε πανω στην πλατη μου. - Τωρα η φωνη του Α με χτυπησε δυνατα.
Κι εκεινοι που συμμετεχουν στην ασκηση ως παρατηρητες, παρατηρουν πως σιγα-σιγα μπορουν να βλεπουν τα ιχνη της φωνης. Αυτα πολλες φορες διαγραφουν μια καμπυλη και πεφτουν κατω. Διασπωνται σε διαφορες κατευθυνσεις. Πετυχαινουν τον στοχο και πετουν περα, προς τα εξω.
(Απο το
Δρομοι του σωματος και ψυχη)
Στη διαρκεια της θεραπειας μια γυναικα μιλα για κατι που αναγνωρισε στον εαυτο της. Μιλα καθαρα, με τον ησυχο και δυνατο παλμο που χαρακτηριζει την φωνη της αφυπνισης σε μια ενοραση. Διαπιστωνω πως αυτη η καθαροτητα της φωνης, ο παλμος της, διατρεχουν και το δικο μου σωμα. "Ναι, ετσι ειναι", θα μπορουσα να πω. Δεν υπαρχει καμια δυσκολια, κανενα σταματημα αναμεσα στη φωνη της και στο αυτι μου. Ακομα κι αν αυτα που μου λεει δεν τα ηξερα προηγουμενως, ειναι σαν να ημουν γι αυτα ευκαιρος, σαν τα περιμενα. Ολα ειναι αναλαφρα, η φωνη της και το ακουσμα μου, που θα πει τελικα: τα σωματα μας, συνεχονται αβιαστα. Ειναι μια αισθηση που δεν μου μαρτυρειται απλως απο το περιεχομενο των λεγομενων της αλλα προπαντων απο την εμπειρια του σωματος μου.
[...]
Η πελατισσα μου προσθετει, τωρα με εναν τονο απογοητευσης και απελπισιας στη φωνη της:
- Αλλα βρισκομαι ετη φωτος μακρια απο τον εαυτο μου...
Εδω την χανω απο τ' αυτια μου. Η φωνη της ειναι σαν να μην φτανει μεχρι εμενα. Ακουω μονο λογια. Το σωμα μου μενει αμετοχο. Τι συμβαινει εδω; Οπου η συνεχεια λογου και σωματος χανεται; Αυτα που λεει, δεν τα εννοει. Της αντιτεινω λοιπον:
- Τα λετε αυτα, ομως καπου δεν τα αισθανομαι.
Μου απαντα, με φωνη σιγουρη και ζωντανη:
- Δεν σας πειθουν;
Τωρα μοιαζει να ξαναβρισκουμε ο ενας τον αλλον. Της απαντω:
- Οχι.
Αυτη:
- Και βεβαια. Οχι ετη φωτος, διπλα μου ειναι, ομως φοβαμαι να το παραδεχτω.
Δεν προκειται για καποιο ιδιαιτερο στιγμιοτυπο. Προκειται για τον τροπο με τον οποιο εργαζομαι. Οταν τα σημαδια του σωματος, του δικου μου και του πελατη μου, διακρινονται και ονομαζονται, τοτε, με τη συνομιλια μας, ειμαστε, ο ενας για τον αλλο, στη μοναδικη και ανεπαναληπτη πραγματικοτητα της στιγμης.
[...]
Στο θεραπευτικο μας στιγμιοτυπο, στην αρχη, η φωνη της πελατισσας μου με βρισκει κατευθειαν, με διαπερνα, σαν φαντασμα, με συγκινει, με συν-κινει. Κατοπιν, στην συνεχεια, οταν μιλα για τα δηθεν "ετη φωτος" που την χωριζουν απο τον εαυτο της, παραπλανα τον εαυτο της κι εμενα, και την φωνη της την χανω. Ξαναβρισκομαστε, οταν αυτην την πλανη την αναγνωριζουμε.
Η ασκηση οπου ο ενας αποτεινεται στον αλλο δειχνει οτι κανεις, ηδη με το οτι αποτεινεται σε καποιον, επιδρα πανω του. Ομως αυτο δεν πετυχαινει οταν κανεις "εξωτερικευει" μονον το δικο του "συναισθημα" και την "γνωμη" του ως αναφορα "προς τα εξω" για το τι συμβαινει "μεσα του". Δεν πετυχαινει διοτι εδω το ζωντανο του σωμα ειναι απεναντι στον αλλον κλειστο: Ο ομιλων κανει απλως αναφορα. Τα λογια του δεν ανοιγονται στον αλλο, δεν του αποτεινονται αληθινα.
[...]
Τουτο ειναι και το κυριολεκτικο νοημα της λεξης "απο-τεινομαι": εκτεινομαι εως... Τα ορια του ζωντανου μου σωματος εκτεινονται μεχρι εκει που φτανει η φωνη μου, και, στην ευτυχη περισταση, στον συνομιλητη μου. Ουτε πιο κοντα ουτε πιο μακρια απ' αυτον.
Η αποταση δεν φτανει τον συνομιλητη οταν κανεις π.χ. μιλαει "μεσα στο στομα του", η σιγα, η με κακη αρθρωση. Η αποταση φευγει περα απο τον συνομιλητη οταν κανεις π.χ. μιλαει σαν να βγαζει λογο, η πολυ δυνατα, η οταν το κεφαλι του ειναι γυρισμενο πανω και περα απο τα ματια του συνομιλητη κλπ.
Ο Α αποτεινεται στον Β θα πει, σε κανεναν αλλον παρα ακριβως στον Β. Για τον Β, τουτο θα πει οτι ο Β ακουει την φωνη, βλεπει την φωνη να αποτεινεται ακριβως σ' αυτον. Ομως εδω δεν προκειται για το οτι κανεις απλως διαπιστωνει πως καποιος του αποτεινεται απο το οτι αναφερει το ονομα του, στρεφεται προς αυτον κλπ. Το διαπιστωνει απο το οτι το ζωντανο σωμα του αποτεινομενου αναφερεται στο δικο του, τον αγγιζει, τον διαπερνα, τον διαποτιζει.
Τουτο μας βοηθα ακομα να εννοησουμε επαρκεστερα το φαινομενο το οποιο στην ψυχοθεραπεια καθιερωθηκε να λεγεται "μεταβιβαση". Ο ορος δεν αποδιδει αυτο που συμβαινει. Ο πελατης μας δεν μας μεταβιβαζει τιποτε. Ομως πολλες φορες, οταν μας αποτεινεται, η φωνη του δεν αποτεινεται σ' εμας, η μονο σ' εμας, αλλα και σε καποιον αλλο, διπλα μας, πισω μας, περα μακρια. Ποιον; Η ψυχοθεραπεια καλειται να τον φανερωσει, και να καταδειξει την συγχυση και την πλανη του, εφοσον δεν γνωριζει σε ποιον πραγματικα αποτεινεται.
Κι ακομα εμεις, ως θεραπευτες, χρειαζεται ν' αναρωτιομαστε και να εχουμε αναπτυγμενο το αισθητηριο: οταν μιλουμε στον πελατη μας, αποτεινομαστε πραγματι σ' αυτον, και μονο σ' αυτον; Και μπορουμε ν' αναρωτηθουμε γενικοτερα: Οταν οι ανθρωποι μιλουν μεταξυ τους, μιλουν πραγματι σ' αυτον στον οποιον καθε φορα αποτεινονται;

Ενας καλος ταξιδιωτης δεν αφηνει πισω του ιχνη. Καλοι συνταξιδιωτες ειναι αυτοι που στην συναντηση τους ο ενας δεν εγγραφει το ιχνος του επανω στον αλλο. Εδω η αρμοζουσα σταση του ψυχαναλυτη διατυπωνεται απο τον Freud με τον ορο "ελευθερα μετεωρη προσοχη". Αυτη η προσοχη, καθοτι ελευθερα μετεωρη, δεν αφηνει ιχνη. Και επειδη δεν αφηνει ιχνη, δεν μπορουμε καν να μιλουμε για "σταση". Τι ειδους προσοχη ειναι αυτη; Ποτε ειναι η προσοχη ελευθερα μετεωρη και δεν αφηνει ιχνη; Η προσοχη αφηνει ιχνη οταν τα ακουομενα ακουγονται ως πληροφοριες και υλικο. Οπου ο ψυχαναλυτης τα επεξεργαζεται: συνδεει, συγκρινει, εξηγει, ερμηνευει. Η προσοχη ειναι πραγματι ελευθερα μετεωρη οταν ειναι, οπως ακουσαμε, "μια εγρηγορση χωρις ενδιαφερον, η χωρις προθεση". Και δεν αφηνει ιχνη οταν ο ψυχανα