Κώστας Γεμενετζής - βιβλιοθηκη

Γεωργιος Βιζυηνος




Απο το Ο δρομος του ερωτα:

Η γλώσσα δεν συνιστά απλώς λειτουργία της επικοινωνίας. «Λεκτικό» και «εξωλεκτικό» σημαίνουν ένα, ενιαίο φαινόμενο. Πρόκειται για ένα, ενιαίο φαινόμενο που έχει ένα, δικό του όνομα: Ρυθμός. Η συν κίνηση της γλώσσας συλ λέγεται στον ρυθμό, ο οποίος τώρα δεν είναι απλώς μουσικό στοιχείο αλλά κάθε φορά ο ρυθμός μιας λέξης, ο ρυθμός ενός στόματος και ενός σώματος, ο ρυθμός μιας συνάντησης, ο ρυθμός ενός κόσμου. Και το φαινόμενο αυτό είναι ο κόσμος, εάν ακούσουμε την λέξη παρακολουθώντας ένα αρχαίο της νόημα, σύμφωνα με το οποίο ο ΚΟΣΜΟΣ ονομάζει όχι το σύνολο των πραγμάτων αλλά τον (και μουσικά εννοούμενο) τρόπο στον οποίο αυτά συντάσσονται μεταξύ τους. Μια εμπειρία του, του ρυθμού του κόσμου, λέγεται σε ένα ποίημα του Γεωργίου Βιζυηνού με τίτλο ΤΟ ΦΑΣΜΑ ΜΟΥ. Οι δύο πρώτες στροφές του είναι οι εξής:

Σαν μ’ αρπάχθηκε η χαρά
που εχαιρόμουν μια φορά
έτσι σε μιαν ώρα...
μέσ’ σ’ αυτήν την χώρα
όλα αλλάξαν τώρα!
Και απ’ τότε που θρηνώ
το ξανθό και γαλανό
και ουράνιο φως μου
μετεβλήθη εντός μου
και ο ρυθμός του κόσμου.

Ο κόσμος δείχνεται ως ρυθμός.

Elias Canetti


Απο το "Aufzeichnungen 1942-1985", Zürich 1972 ["Σημειωσεις 1942-1985"] PDF




Περιεχομενα
Die Provinz des Menschen [Η επαρχια του ανθρωπου]
Das Geheimherz der Uhr [Η μυστικη καρδια του ρολογιου]





76 Η βραδυτητα των φυτων ειναι το μεγαλυτερο πλεονεκτημα τους απεναντι στα ζωα. Οι θρησκειες της παθητικοτητας, οπως ο Βουδισμος και ο Ταοϊσμος, θελουν να υποβοηθησουν τον ανθρωπο προς μια φυτοειδη υπαρξη. Ισως δεν τους ειναι ολοτελα καθαρος αυτος ο χαρακτηρας των αρετων που συστηνουν· ομως η ζωη μεσα στις δρασεις, την οποια καταπολεμουν, ειναι εξοχως ζωωδης. Τα φυτα δεν ειναι αγρια· το προπαρασκευαστικο, η ονειρικο μερος της φυσης τους υπερεχει κατα πολυ του βουλητικου. Ομως στην σφαιρα τους εχουν πολλα που θυμιζουν εμας. Τα ανθη τους ειναι η συνειδηση τους. Σ' αυτην κατεληξαν νωριτερα απο τα περισσοτερα ζωα, στα οποια η δραση δεν αφηνει χρονο για τη συνειδηση. Οι πιο σοφοι ανθρωποι, που απο καιρο αφησαν την εποχη των δρασεων τους πισω τους, φερουν το πνευμα τους ως ανθος. Ομως τα φυτα ανθιζουν σε πολλες περιπτωσεις και επανειλημμενα· το πνευμα τους ειναι πλουραλιστικο, και μοιαζει ελευθερο απο την τρομερη ανθρωπινη τυραννια της ενοτητας. Ως προς αυτο, ποτε πια δεν θα μπορεσουμε να τα μιμηθουμε. Το Ενα, μας εχει αδραξει και πλεον πρεπει να το πιπιλαμε αιωνια. Τα διασπαρτα εργα των καλλιτεχνων εχουν κατι απο ανθη, μονο που το φυτο βγαζει καπου παντα το ιδιο, οι καλλιτεχνες των νεοτερων χρονων αναρριγουν απο τον πυρετο της διαφορετικοτητας.

90 Υπαρχουν ωρες οπου ανθρωποι που αγαπιουνται πολυ κατηγορουν ο ενας τον αλλο για καθε εγκλημα, το οποιο σιγουρα δεν ειναι σε θεση να διαπραξουν. Ειναι σαν να ηταν ενοχοι ο ενας ως προς τον αλλο για τα χειροτερα πραγματα και σαν να ενοιωθαν περιφρονηση μονο για το οτι κανενας δεν δειχνει σημαδια να πραγματοποιησει κατι απο αυτα. "Με εκλεψες!", λεει, ικετευοντας και παρακαλωντας απο πισω: "Γιατι δεν το κανεις;" – "Με καταστρεψες!" – Σ' αυτο περιεχεται: "Καταστρεψε με επιτελους!" – "Με σκοτωσες!" Αυτο αντιπροσωπευει μια ενθερμη προσευχη: "Σκοτωσε με! Σκοτωσε με!"
Ισως ετσι εκφραζεται η επιθυμια για ενα πραγματικο παθος του αλλου, που δεν θα επρεπε να σταματα σε τιποτα, ουτε στις συνεπειες ενος φονου, και το σωστο συναισθημα για το τεραστιο μεγεθος μιας αγαπης η οποια θα ειχε εξαφανισει το ιδιο της το αντικειμενο απο προσωπου γης και πλεον θα ειχε συναισθηση αυτου για παντα.

92 Στη δυσπιστια υπαρχει μια επικινδυνη δυναμη: παρασυρει καποιον να πιστευει οτι θα μπορουσε να αναλογιζεται μονος, να συμπεραινει μονος, να αποφασιζει μονος. Παρασυρει καποιον να πιστευει οτι ειναι μονος. Αναγκαζει τους αλλους, που ειναι δεμενοι μ' αυτον, να ταπεινωνονται και παιρνουν την σταση ενος που εσφαλε. Αιρει το οριο μεταξυ αυτου που συνεβη πραγματικα και αυτου που θα ηταν δυνατον να συμβει, και καθιστα τον υποπτο σε καθε περιπτωση ενοχο.

Ενας ειδικος. Αποζητα μορφωση χωρις κινηση· οι αμφιβολιες του θελουν να ειναι τετοιες που λιγα μονο να θετουν σε κινδυνο. Χρειαζεται ενα καλο, σιγουρο εδαφος, ομως λιγοι μονο πρεπει να στεκουν μαζι του επανω του. Σε μικρες ομαδες βλεπει τον εαυτο του ψηλοτερο. Σπανια εγκαταλειπει το εδαφος του απο φοβο μηπως δεν το ξαναβρει. Ασκει την εξουσια του διαμεσου της μικρης ομαδας στην οποια ανηκει. Του ειναι ευκολο να περιφρονει τα παντα γιατι κανεις δεν καταλαβαινει τιποτα απο το πεδιο του και τιποτα αλλο δεν τον ενδιαφερει πραγματικα. Δεν ειναι ποτε σε πραγματικο κινδυνο οσο διατηρειται στον στενο του χωρο. Η μοναδικοτητα του εξυψωνεται απο την αυταπαρνηση του γιατι εχει διαλεξει κατι απομερο, αχρηστο και ματαιο· ποιος θα μπορουσε εδω να του προσαψει εγωιστικα κινητρα. Οταν η γνωση του μενει νεκρη, νοιωθει καλα. Ανησυχος γινεται οταν ξαφνικα αρχιζει ν' ανθιζει, τοτε ξερει οτι ανασανε υπερβολικα βαθια και πιεζει το στηθος του σφιγγοντας το γερα. Εχει μια γυναικα κυριως για να της μεινει τελειως ξενος. Αυτη ενσαρκωνει γι' αυτον την ανεπιδεκτη μαθησεως κουταμαρα του κοσμου. Χρειαζεται εναν σωσια, ενα ειδωλο του, που να σκαλιζει ακριβως στα ιδια πραγματα, εναν δευτερο ειδικο στον οποιο μπορει να δειχνει σεβασμο σαν να ηταν ο ιδιος.

96 Το αγχος εκδικειται. Καθε αγχος που υποφερει κανεις δινεται παρακατω σε αλλους. Ο βαθμος εξελιξης ενος ανθρωπου δειχνεται στο σε ποιον μεταδιδει το αγχος του· αν του ειναι αδιαφορο ποιος θα το παρει· αν χτιζει σπιτια γι' αυτο· αν το αφηνει να ξεχειλιζει ελευθερα· αν του αρκουν ζωα γι' αυτο· αν χρησιμοποιει ανθρωπους η τελειως ιδιαιτερους ανθρωπους που το προσδεχονται απ' αυτον με εναν ειδικο τροπο.

108 Θελω να μαθω για τους ανθρωπους περισσοτερα απ' οσα εμαθαν ολοι, ακομα κι οι ποιητες. Ετσι πρεπει να εμβαθυνω στους λιγους δικους μου ανθρωπους, σαν να επρεπε να τους φτιαξω ο ιδιος με τη μεγιστη ακριβεια, σαν χωρις εμενα να μην ηταν καν στη ζωη, ο λογος μου η ανασα τους, η αγαπη μου η καρδια τους, το πνευμα μου η σκεψη τους. Το μυστηριακο αυτων των δεσμων, που ποτε δεν μπορω να τους εξαντλησω ολοτελα, με δικαιωνει.

116 Ο χορτατος.- Χορταινει ηδη προτου πεινασει. Φοβαται την πεινα του. Ακουσε ιστοριες για πεινασμενους ανθρωπους που τον πλημμυρισαν με βαθια αναστατωση. Οταν περνα διπλα απο κουρεληδες, αποστεομενους ανθρωπους, πηγαινει κατευθειαν να φαει στο επομενο πανακριβο εστιατοριο, τοσο πολυ φοβαται, κι εκει ησυχαζει τα τρεμαμενα εντερα του. Εχει παρα πολλη συμπονοια και σε καθε πεινασμενο βλεπει τον εαυτο του. Εχει περισσοτερη συμπονοια απο τους περισσοτερους ανθρωπους, γι' αυτο δεν μπορει να αντεξει να βλεπει εναν πεινασμενο. Γενικα αποφευγει αυτες τις θλιβερες φιγουρες, ομως υπαρχουν εποχες που τα χανει απο την πολλη χορταση, και τοτε πρεπει ν' αναζητησει εναν καποιον πεινασμενο. Η ιδεα οτι τετοιοι ανθρωποι ειναι εκει με αδεια εντερα, τον αηδιαζει. Δεν καταλαβαινει πως γινεται να υπαρχουν πεινασμενοι. Μια συζητηση οπου καποιος προσπαθει να του εξηγησει την υπαρξη πεινασμενων, τελειωνει με ενα μεγαλο γευμα. Ομως εχει και επιχειρηματα. Γιατι, ρωταει, οι πεινασμενοι δεν κλεβουν; Γιατι δεν πουλανε τον εαυτο τους; Γιατι δεν πλαστογραφουν επιταγες; Γιατι δεν σκοτωνουν; Θα εκανε τα παντα για να μην νοιωθει πεινα, μην πουμε και για να μην ηταν νηστικος μια ολοκληρη μερα. Δικαιολογει τα ασταματητα γευματα του με το οτι στην περιπτωση της πεινας δεν θα εγγυωνταν τιποτα για τον εαυτο του.
Τους εραστες τους βρισκει γελοιους. Τους κοροϊδευει που μοιραζονται μεταξυ τους τα παντα μεχρι τελους. "Το τελος" ειναι η πιο αποτροπαιη σκεψη του. Οταν ακουει καποιον να λεει "το τελευταιο κομματι ψωμι", θα κλαψει. Στα ονειρα του βλεπει ανθρωπους μεσα κι εξω απο τα παραθυρα να τρωνε. Γνωριζει σπιτια απο τις κουζινες τους. Οταν περπαταει στον δρομο αισθανεται σε καθε σπιτι που ειναι η κουζινα, και αλοιμονο στο σπιτι που θα τον ξεγελασει. Τον προσκαλουν ευχαριστως, γιατι δεν ξεχνα τον τροπο του να τρωει. Θελει να τελειωσει τη ζωη του χωρις να εχει νοιωσει πεινα ποτε· σ' αυτον τον ανωτερο σκοπο υποτασσει τα παντα. Αν δεν ειχε λεφτα, η επιτυχια αυτης της ζωης του θα ηταν αξιοθαυμαστη, αλλα πρεπει να εχει πολλα λεφτα. Καποιες φορες καλει εναν πεινασμενο για φαγητο και του εξηγει γιατι ποτε πια δεν πρεπει να ειναι ετσι. Καταφερνει να αναγει ολα τα κακα του κοσμου στην πεινα. Θεωρει τον εαυτο του καλο ανθρωπο και προτυπο. Τα τραπεζια δεν πρεπει ποτε να μενουν αδεια. Καθως τα φαγητα χανονται, πρεπει να αντικαθιστωνται, υπαρχει μεριμνα να παραμενουν ολα σε πλουσιοπαροχη πληροτητα. Τους πεινασμενους τους χρειαζεται, αλλα για τους εραστες εχει μονο μισος. Θα τους εκτιμουσε αν χρησιμοποιουσαν την αγαπη τους για να ψησουν ο ενας τον αλλο. Μα που να συμβαινει κατι τετοιο;
Ο χορτατος εχει μια οικογενεια που τον διεγειρει για φαϊ και για την οριοθετηση του. Ο καθενας ξεχωριζει αυτο που του ανηκει, και μικρα κατσαρολια και τηγανια στεκουν τριγυρω στο τραπεζι σαν πραγματα του μπανιου, διπλα στα κοινα φαγητα, σαν ξεχωρισμενα μπαχαρικα. Η εξυπηρετηση αλλαζει αναλογα με τα πιατα. Οταν εμφανιζονται ορισμενοι υπηρετες, με μια ορισμενη λιβρεα, ξερει τι εχει για φαγητο σημερα, και σιγα-σιγα, οπωσδηποτε οχι βιαστικα, αρχιζει να το χαιρεται. Πολλες φορες ο χορτατος παει για ψωνια. Τα μαγαζια ειναι τα μπουρδελα του, κανει πολλη ωρα να διαλεξει, οσο μεγαλυτερο ειναι, τοσο λιγοτερα αγοραζει απο εκει. Για καθενα συστατικο του γευματος του που αγοραζει θα προτιμουσε να εχει ενα ιδιαιτερο μεγαλο μαγαζι, με πολλους οροφους και μεσα με απειρο κοσμο. Καθως ψαχνει τα ειδη του μιλαει πολυ, ομως ακομη περισσοτερο προτιμα να αφηνει τους αλλους να του μιλουν. Το χαιρεται οταν τον πειθουν για υπεροχες λιχουδιες, θελει να του φερονται με ιδιαιτερη φιλικοτητα, με φροντιδα και με αγαπη, κι εδω ειναι ευκολο να χωθεις στην καρδια του. Οι αγαπημενοι του κρατανε γι' αυτον ιδιαιτερους μεζεδες. Ο χορτατος δεν ειναι ουτε αντρας ουτε γυναικα. Αναλογα με τη διαθεση και την αναγκη χρησιμοποιει τις ιδιοτητες του ενος η του αλλου φυλου. Φαγητα, τα φιλα με διαφορους τροπους. Μυρωδιες, τις εισπνεει. "Δωστε μου αυτην, η εκεινη την καρεκλα" λεει, αναλογα με το φαγητο που τον τραβαει. Υπαρχουν γευματα, για τα οποια ξαπλωνει στο κρεβατι, αλλα που παιρνει πηγαινοντας πανω-κατω. Σε πολλα μαγαζια καθεται στο παραθυρο και τρωγοντας παρατηρει τους περαστικους σαν απο τα ματια του να πηγαιναν στο στομαχι του. Για τις διαφορες καστες και τους λαους στους ανθρωπους εχει μια αισθηση, σ' αυτους διαμορφωθηκαν ειδικα φαγητα, τιποτα το γνησιο σ' αυτο το πεδιο δεν του ξεφευγει, ομως προτιμαει αποστολες των πολεων και των λαων και ο ιδιος αποφευγει να κανει ταξιδια. Απο τη νεοτητα του εχει μια συμπαθεια για τα μοναστηρια καθως οι καλογεροι θεωρουνται πολυ φαγαδες. Στον πολεμο διαχεεται σε πολλα προσωπα και ξερει πως να οικειοποιειται τις μεριδες τους. Επισκεπτες που φερνουν κατι μαζι τους, τους προσκαλει ευχαριστως. Ομως και ο ιδιος πηγαινει ευχαριστως ως επισκεπτης. Παντα θελει να γνωριζει καινουργιο κοσμο χαρη στην κουζινα τους. Οι μυρωδιες ειναι η βασιλεια των ουρανων του. Ερωτευεται εναν αδυνατο ανθρωπο που δεν τρωει λιγοτερο απ' αυτον κι ομως δεν παχαινει ποτε. Ο,τι καθε φορα δεν εχει φαει, τον απασχολει: μικρα παιδια δεν του προσελκυουν το βλεμμα. Οταν τσιριζουν, τα βλεπει στη σουβλα και μισει τις μαμαδες τους που τα προσεχουν.
Για τον χορτατο οι διαστασεις των ανθρωπων ειναι αλλες. Ενας πυθωνας σκασμενος απο το φαϊ τον γεμιζει με ζηλεια. Λυπαται που τα σπλαχνα του δεν ειναι ελαστικοτερα, οτι δεν μπορει να καταβροχθισει το δεκαπλασιο του περιεχομενου του, οτι η μορφη του σωματος του μενει λιγο-πολυ η ιδια, οτι παχαινει αργα μονο, σε εβδομαδες και μηνες, αντι σε μια ωρα, οτι ενα σημαντικο μερος του περιεχομενου το αποβαλλει τοσο γρηγορα, αντι να το φυλαει και να το φροντιζει για εβδομαδες. Του αρεσει να καθεται με ανθρωπους που τρωνε. Τοτε ονειρευεται πως τους παιρνει απο το στομα τις καλυτερες μπουκιες και τους πειθει να μην του κανουν το ιδιο. Διατηρει σκυλια για τα δοντια τους, δεν χορταινει να τα βλεπει πως κομματιαζουν τα κοκκαλα και δεν αφηνουν τιποτα. Θελει να μαθει τι τρωνε στο υπερπεραν και προσανατολιζει την πιστη του αναλογα. Οι σχετικες αναφορες δεν ειναι πολλα υποσχομενες, κι ετσι το ενδιαφερον του για το υπερπεραν ειναι μικρο. Επισης δεν εχει σε καμια υποληψη τα χαπια του μελλοντος και θεωρει τον εαυτο του τυχερο που ζει σημερα. Τον ρωτανε αν δεν τον βαραινει η πεινα τοσο πολλων εκατομμυριων μετα τον τελευταιο πολεμο. Σκεφτεται, και κατοπιν λεει ειλικρινα: "Οχι." Γιατι οσο περισσοτεροι ανθρωποι πεινανε, τοσο περισσοτερο ενισχυεται για την ορθοτητα της δικης του ζωης. Περιφρονει αυτους που δεν καταφεραν, ο,τι και να εγινε, να συνεχισουν να τρωνε.

119 Η θεραπεια του ζηλοτυπου
Απο ολα τα δυσκολα εγχειρηματα αυτου του κοσμου, τιποτα δεν ειναι τοσο δυσκολο οσο η θεραπεια του ζηλοτυπου. Αν κανεις προηγουμενως δεν αναλογιστει ακριβως, τι ειναι η ζηλεια, δεν θα μπορεσει να τον βοηθησει. Ειναι ενα στενεμα των σκεψεων και του αερα, σαν να επρεπε κανεις να ζει μεσα σ' ενα μικρο δωματιο απο το οποιο δεν υπαρχει καμια διαφυγη. Καπου-καπου ανοιγει ενα παραθυρο, αυτη, το αντικειμενο της ζηλειας, ριχνει μια γρηγορη ματια μεσα, εξαφανιζεται και το κλεινει ξανα. Ενω αυτη τριγυριζει πλεον ελευθερη και κατα βουληση, αυτος ειναι εγκλειστος και δεν μπορει να παει πουθενα. Η ζηλεια προκυπτει απο το οτι δεν μπορεις να πας πουθενα. Οι δρομοι που κανεις θα μπορουσε να παρει, μαζι μ' αυτην, δεν περπατηθηκαν. Ετσι υπαρχουν πολλοι αφυλακτοι δρομοι, δεν ειμασταν εκει, ειναι ελευθεροι, εκει ο καθενας επιτρεπει στον εαυτο του τα παντα. Καποιος που εχει εξη στους πολλους δρομους, μοιαζει να ειναι κομμενος και ραμμενος για τη διεγερση της ζηλειας. Πως θα ηταν δυνατο να εισαι παντου απο διπλα, στην καθε της διαθεση, σε καθε της βημα, θα επρεπε να γινεις δορυφορος, βασικα ενας σκυλος· οι σκυλοι το κανουν καλυτερα απ' ολους, δεν θελουν παρα να ειναι παντα απο διπλα στους δρομους του κυριου τους. Ομως ενας αντρας δεν μπορει ευκολα να ειναι ο σκυλος της γυναικας του. Αν το δοκιμασει εστω για λιγο, τοτε δεν ειναι πια ο εαυτος του, και με το λιγο δεν γινεται απολυτως τιποτα.
Τωρα υπαρχουν δυστυχεις που προτιμουν να μενουν σπιτι, μεσα σε βιβλια η νοτες· γι' αυτους, που υφαινονται μεσα σε μια ησυχη υπαρξη, μια γυναικα δεν ταιριαζει καθολου. Γιατι οταν την κρατανε κοντα τους, ειναι τερμα με τη ησυχια, και οταν την κραταν μακρια, συντομα δεν ξερουν τι κανει. Οι αντρες που κλεινονται στον εαυτο τους ειναι αναγκασμενοι να κλεινουν τις γυναικες τους ακομα περισσοτερο απ' ο,τι τον εαυτο τους. Η γυναικα που ειναι εγκλειστη απο αποσταση, εχει εναν μακρυ δρομο, και παντα καποτε ο δρομος αυτος ζωντανευει. Ο αερας εχει τους πειρασμους του και μορφοποιειται σε αντρικα λογια. Για καθε προτροπη ενος δρομου μαζι, την οποια ο αντρας δεν εκπληρωνει, ερχεται αργοτερα ενας δρομος μ' εναν αλλον, κι ακομα και οταν αυτη χορταινει αυτους τους νεους δρομους, γινονται απαρχη μιας νεας ζωης που κανενας πια δεν μπορει να ανακοψει. Ο τοπος στον οποιο κανεις κλεινεται, πρεπει για τη γυναικα, απο την οποια θελει να προστατευτει, να μενει μυστικος. Γιατι αν την αφησει να μπει, τοτε αυτη φερνει μεσα και τις ταλαντευσεις της, και ο τοπος καταστρεφεται. Ομως αν δεν την αφησει καν, δεν μπορει καν να φανταστει αυτον τον τοπο, κι ετσι παιρνει αλλους τοπους. Σε μοντερνους χρονους το θυμα της ζηλειας την εχει δυσκολοτερα. Μπορει να τηλεφωνει και καθε στιγμη να διαπιστωνει την ενοχη της απουσας, ωστε να μην μενει καμια αμφιβολια· δεν μπορει καν να διατηρησει την ελπιδα οτι πλαναται. Η δυστυχια του ειναι παντα καθαρη, δεν υπαρχει διαφυγη, δεν υπαρχει παρηγορια.
Βοηθα τον ζηλοτυπο να αγαπα πολλες γυναικες, ωστε να μοιραζει την αγαπη του; Οχι, δεν τον βοηθα, γιατι η αγαπη του, οταν ειναι αγαπη, θα ειναι παντα μεγαλη. Ειτε οι ανθρωποι που "αγαπα" του ειναι αδιαφοροι, που θα πει οτι δεν υφιστανται γι' αυτον, και τοτε του ειναι αδιαφορο τι κανουν. Ειτε αγαπαει, που θα πει παιρνει τους ανθρωπους ολοκληρους μεσα του: τοτε μπορουν να ειναι οσοι θελουν, καθενας ειναι ενας ολοκληρος ανθρωπος και καθενας, στο πεδιο του, μπορει τον ερωντα να τον θλιβει μεχρι θανατου. Το μοιρασμα ειναι χρησιμο μονο οταν αφαιρει απο καποιον τη σοβαροτητα του αισθηματος. Τοτε δεν αξιζει να ζεις. Τοτε καλυτερα μονος, τελειως για τον εαυτο σου και να λατρευεις με ζεση εναν θεο που δεν συλλαμβανεται ποτε. Οι πολλοι ειναι μονο περισσοτερες αφορμες για ζηλεια.
Ομως ισως βοηθα να αγαπας με αλλο τροπο; Διχως την αποφαση για ζωη και θανατο, διχως την ευθυνη, διχως το αγχος για τη ζωη των αλλων που ειναι καθε στιγμη σε κινδυνο. Η ζηλεια ειναι η χειροτερη στην καρδια του υπευθυνου, το αγχος του οποιου ειναι παντα ζωντανο, και συνηθως τετοιοι ειναι που μενουν κλειστοι, το αγχος δεν τους αφηνει παντα να παρουν τους δρομους. Αν δεν υπηρχε ο θανατος, και η ζηλεια θα ηταν ανεκτη. Γιατι κανεις θα ηξερε οτι ο ανθρωπος που του εξαφανιζεται, ειναι καπου, και ισως τον ξανασυναντησει, ισως ξαναρθει σ' αυτον τρεχοντας. Ομως ο θανατος μπορει να το θελει αλλιως. Το πλασμα που κανεις αγαπα μπορει να τελειωσει πριν καλα-καλα το χασει απο τα ματια του, και οταν πεθανει, ποιος θα το ξαναφερει; Και μηπως τον θανατο, που δεν μπορουσε να τον εποπτευσει, ισως θα μπορουσε να τον προλαβει; Ποια αγαπη ειναι τοσο συντομη που να μην σκεφτεται τον θανατο, ποια αγαπη ειναι τοσο αδυναμη που δεν επιχειρει να δαμασει τον θανατο;
Διχως τον θανατο θα ηταν ορατος ενας δρομος για τη θεραπεια του ζηλοτυπου, ομως αυτο ειναι ματαιο. Πρεπει να βρεθει ενας δρομος σ' αυτην τη μετρημενη ζωη.

159 Η ιδιομορφη κινηση της γνωσης. Για καιρο παραμενει ακινητη, σαν πετρα η σαν ζωη σε νεκροφανεια. Κατοπιν αποκτα ξαφνικα και απροσμενα χαρακτηρα φυτου. Κοιταζεις προς τα εκει τυχαια: δεν κουνηθηκε μεν απ' τη θεση της, ομως βλαστησε. Μεγαλη στιγμη, ομως οχι ακομη το θαυμα. Γιατι μια μερα βλεπεις κατ' αλλου, κι εκεινη η γνωση ειναι εκει οπου μεχρι τωρα σιγουρα δεν ηταν, αλλαξε τον τοπο της, εκανε αλμα. Αυτην την αλματωδη γνωση περιμενει ο καθενας. Στη νυχτα, απο την οποια εχεις γεμισει, αφουγκραζεσαι το γρυλλισμα των νεων αρπακτικων και στο σκοταδι τα δοντια τους φωτιζουν επικινδυνα και αχορταγα.

160 Εδω και μια εβδομαδα ασχολουμαι με ενα βιβλιο που με βαζει σε βαθια ανησυχια: ειναι το "Denkwürdigkeiten eines Nervenkranken" ["Απομνημονευματα ενος νευρασθενους"] του πρωην προεδρου της Γερουσιας Schreber, ενα βιβλιο που εκδοθηκε πριν απο σχεδον πενηντα χρονια με εξοδα του συγγραφεα, αγοραστηκε απο τους συγγενεις του, αποσυρθηκε απο το εμποριο και καταστραφηκε, ωστε εμειναν μονο λιγα μετρημενα αντιτυπα. Ενα απο αυτα επεσε στα χερια μου το 1939 κατω απο περιεργες συνθηκες κι εκτοτε βρισκοταν σ' εμενα. Αισθανομουν, χωρις να το εχω ακομη διαβασει, οτι θα γινοταν σημαντικο για μενα. Οπως πολλα αλλα βιβλια περιμενε την ωρα του και τωρα, που ασχολουμαι με το να συνοψισω τις ιδεες μου για την παρανοια, το πηρα και το διαβασα κατευθειαν τρεις φορες. Δεν πιστευω οτι ποτε ενας παρανοϊκος, που σαν τετοιος ηταν εσωκλειστος σ' ενα ασυλο για χρονια, παρουσιασε ποτε το συστημα του τοσο ολοκληρωμενα και πειστικα.
Και τι δεν βρηκα σ' αυτο! Στοιχεια για μερικες απο τις σκεψεις που με απασχολουν απο χρονια: οπως την αδιαρρηκτη συσχετιση αναμεσα στην παρανοια και στη δυναμη. Το ολο του συστημα ειναι η παρουσιαση ενος αγωνα για δυναμη, οπου ο ιδιος ο θεος ειναι ο πραγματικος ανταγωνιστης του. Ο Schreber για μεγαλο διαστημα εζησε με την ιδεα οτι ειναι ο μονος επιζων ανθρωπος στον κοσμο, οτι ολα τα αλλα ειναι ψυχες νεκρων και, σε πολλες ενσωματωσεις, ο θεος. Η ιδεα οτι κανεις ειναι, η θα ηθελε να ειναι ο μοναδικος, ειναι καθοριστικη για την ψυχολογια του παρανοϊκου, οπως και του ακραιου κατοχου εξουσιας. Αυτη η συσχετιση μου εγινε καθαρη πρωτη φορα οταν το 1932 στη Βιεννη παρευρεθηκα στη δικη του δολοφονου των σιδηροδρομων Matuschka.
Ομως ο Schreber εφερε ηδη μεσα του την ωριμη ιδεολογια του Εθνικοσοσιαλισμου ως παραληρημα. Θεωρει τους Γερμανους τον πληρεξουσιο λαο και βλεπει την υπαρξη τους να κινδυνευει απο Εβραιους, Καθολικους και Σλαβους. Συχνα χαρακτηριζει τον εαυτο του ως τον "αγωνιστη" που θα τους σωσει απ' αυτον τον κινδυνο. Ενας τετοιος προϊδεασμος αυτου που αργοτερα συνεβη στον κοσμο των "πνευματικα υγιων" θα ηταν για τον καθενα αρκετος λογος να ασχοληθει με τα Απομνημονευματα του. Ομως επινοησε και πολλα αλλα. Η ιδεα της καταστροφης του κοσμου τον καταδιωκει, εχει μεγαλειωδη οραματα γι' αυτην που δεν ξεχνιουνται. Ειναι ματαιο να απαριθμησει κανεις οσα εμφανιζονται σ' αυτον, ασχολουμαι μ' αυτα σε εκτεταμενα κεφαλαια του "Masse und Macht" ["Μαζα και δυναμη"]. [...]
Αυτη η ενασχοληση με την παρανοια εχει τους κινδυνους της. Μετα απο λιγες ωρες με πιανει μια βασανιστικη αισθηση εγκλεισμου, και οσο πειστικοτερο ειναι το σχετικο παραληρητικο συστημα, τοσο δυνατοτερα μεγαλωνει το αγχος μου.
Εδω συρρεουν δυο πραγματα: πρωτα η αυταρκεια και η κλειστοτητα του παραληρηματος που κανει μια διαφυγη πολυ δυσκολη· πορτες πουθενα· ολα θεοκλειστα, ματαια αναζηταει κανεις κατι ρευστο στο οποιο να μπορει να βυθιστει, το ρευμα του οποιου θα μπορουσε να τον παρει· ακομα και αν βρισκοταν, θα ηταν αποκλεισμενο· ολα ειναι σαν γρανιτης· ολα ειναι σκοτεινα, και αυτο το σκοταδι μεταδιδεται σε καποιον σαν απο φυσικου. Σε ολα οσα ο ιδιος επιχειρησα, φυλαχτηκα απο αυτο ακριβως το τελειωμα· μονο ανοιγματα, μονο χωρος, ηταν η υψιστη σκεψη μου, οσο μενει πολυς χωρος, τιποτα δεν εχει χαθει. Ομως εδω καποιος σκεφτηκε ως το παραληρημα του ακριβως αυτο που θα μου ηταν το πιο ευκολο, που θα καταφερνα παιζοντας, χωρις κοπο. Ποτε δεν φοβαμαι τον εαυτο μου περισσοτερο απ' οσο στην αυταρκεια και στην κλειστοτητα ενος ξενου παραληρηματος το οποιο αντιλαμβανομαι.
Το δευτερο και πολυ πιο επικινδυνο ειναι οτι αρχιζω να αμφιβαλλω για την εγκυροτητα των δικων μου σκεψεων. Οταν ειναι δυνατο να παρουσιασεις πειστικα και να κλειδωσεις ενα τοσο φανερο παραληρημα που σε αδραχνει – και τι δεν θα μπορουσες να παρουσιασεις ετσι, με την προϋποθεση οτι εχει κατι απο αυτην την "παρανοϊκη" δυναμη. Η εναργεια, την οποια συχνα αισθανομαι για τον εαυτο μου, ειναι ακριβως ετσι παρουσα και για εκεινο. Παντως η διαφορα συνισταται στο οτι εγω παιρνω αμεσως στροφη, κατι που μου φαινεται πειστικο, το μεταθετω, το βαζω παραμερα, ξεκινω με κατι τελειως αλλο, πλησιαζω το ιδιο προβλημα αργοτερα απο παντα νεες πλευρες· ποτε δεν προσεταιριζομαι μια μεθοδο και οπωσδηποτε οχι μια δικη μου· απο την στενοτητα καθιερωμενων επιστημων διαφευγω με αλματα σε αλλες· λυνω ιδιωτικες σκληρυνσεις μαθαινοντας παντα κατι νεο· και προπαντων, εις πεισμα των καλοπροαιρετων φιλων, παρατεινω την εργασια για χρονια και χρονια ωστε να δοθει στη ροη του κοσμου καθε ευκαιρια να αναιρεσει, η και να θρυμματισει αυτες τις ανακαλυψεις, η και αυτον τον ιδιο.
Ομως παρολαυτα παραμενει αληθεια οτι χωρις την πιστη σ' αυτες τις ανακαλυψεις δεν μπορω να ζησω. Δεν μπορω να τις εξομοιωσω με οποιες εκδοχες του παραληρηματος. Ετσι με μισω για τον κινδυνο στον οποιο βαζω νεες σκεψεις οταν εμβαθυνω σε ξενα και στενα παραληρητικα μορφωματα.

165 Ο πραγματικα ευγενης ιατρος, αυτος που για καθενα απο τους ασθενεις του ανακαλυπτει μια νεα ασθενεια.

Λυτρωση της Ψυχιατρικης απο τον εαυτο της: πεντακοσιες, η χιλιες ακριβεις αναφορες, και σ' αυτες ουτε μια λεξη ταξινομησης, η εξηγησης.

166 Ισως καθε ανασα σου εναι η τελευταια πνοη ενος αλλου.

170 Αυτο που περισσοτερο μου κανει τους φιλοσοφους απωθητικους, ειναι η διαδικασια εκκενωσης στην σκεψη τους. Οσο πιο συχνα και πιο επιδεξια χρησιμοποιουν τους βασικους ορους τους, τοσο λιγοτερα απομενουν απο τον κοσμο τριγυρω τους. Ειναι σαν βαρβαροι σε ενα ψηλο, ευρυχωρο σπιτι γεματο θαυμασια εργα. Στεκουν εκει με ανασηκωμενα μανικια και, μεθοδικα και ανεπηρεαστοι, πετανε τα παντα εξω απ' το παραθυρο, καρεκλες, εικονες, πιατα, ζωα, παιδια, εως οτου δεν μενουν παρα τελειως αδειανοι χωροι. Συχνα τελευταια ερχονται οι πορτες και τα παραθυρα. Το γυμνο σπιτι παραμενει εκει. Φανταζονται οτι μ' αυτες τις ερημωσεις ειναι καλυτερα.

181 Η ψυχιατρικη θεωρηση του ανθρωπου εχει κατι το τραυματικο που εγκειται περισσοτερο στην ταξινομηση του ανωμαλου παρα στην απλη του διαπιστωση. Δεν υπαρχει πλεον καμια πραγματικη ομαλοτητα· στους ανθρωπους, που εχουν κριση και εμπειρια, εχει εδραιωθει η πεποιθηση οτι καθενας, οτι τα παντα ειναι κατα καποιον τροπο ανωμαλα. Η αξια αυτης της γνωσης εγκειται στο αισθητηριο για τη μοναδικοτητα καθε ανθρωπου, το οποιο αυτη ενισχυει: ετσι κανεις θα ηθελε καθε μεμονωμενο ανθρωπο να τον σεβεται, να τον αγαπα και να τον προστατευει, ακομα και οταν η συμπεριφορα του ουτε κατανοητη ειναι ουτε προβλεψιμη. – Ομως ο ψυχιατρος, που δημιουργει κατηγοριες της ανωμαλιας, ο οποιος νοιαζεται πρωτα για ταξινομηση και κατοπιν για θεραπεια, αφαιρει απο τον συχνα ταπεινωμενο ακομα και τη μοναδικοτητα του. Αυτη η δυναμη να ομαδοποιεις αλλους, δεν γινεται αισθητη ως οδυνηρη μονο απο τον αφορωμενο, την βλεπεις να ειναι επι το εργον και να μην μπορεις να την κανεις αναστρεψιμη.

190 Ο κοφτης. Ενας ανθρωπος που κοβει ολες τις εκδηλωσεις, επιθυμιες και πραξεις των αλλων, μεχρις οτου πετυχει να δημιουργησει ενα περιβαλλον που πλεον δεν τον ερεθιζει απο τιποτα. Οι χειρονομιες του, η επιφυλακτικοτητα του, ο ησυχασμος που ακτινοβολει. Η ευφορια του, η απαλλαγμενη απο αγχος, η ελευθερια του απο περιεργεια. Αν και κοβει τα παντα, δεν ξερει τιποτα, περιφερεται σαν ενας τυφλος. Μυριζεται μονο ο,τι μπορει ν' αποδυναμωθει, και η μετρημενη του δραση στρεφεται αποκλειστικα σ' αυτο. Δεν προχωρα ουτε πολυ γρηγορα ουτε πολυ αργα, οι λεξεις του ειναι σαν νοτες, η καθε μια απο τις προτασεις του ενα-δυο μετρα επιλεγμενης μουσικης.
Εχει την ικανοτητα να παραπεμπει τον καθε ενα παντα στο γενικο: καποιος αγαπα - οπως αγαπουν ολοι οι ανθρωποι· καποιος πεθανε - οπως ολοι οι ανθρωποι. Το περιεχομενο των σκεψεων, με τις οποιες δουλευει, ειναι πολυ μικρο, η επιδραση του εγκειται και σ' αυτο. Δεν κρινει και δεν κατακρινει, γιατι αυτο αφορα παντα τον καθεκαστο· δεν κατηγορει κανενα και ποτε δεν ειναι απορημενος.
Ο,τι και να συμβει, εχει συμβει τοσο συχνα, που δεν ξεχωριζει με καμια ιδιαιτεροτητα. Γι' αυτον δεν υπαρχουν δυνατοι, οπως δεν υπαρχουν και φτωχοι. Βλεπει τους ανθρωπους σαν φυλλα, ειναι τοσο ομοιοι οσο αυτα, τους βλεπει λαμποντας φιλικα, η μοιρα τους ειναι μαλακη. Προσεχει την περιπτωση τους μονο ως κατι γενικο, τι σημασια εχει ενα μεμονωμενο φυλλο που πεφτει;
Ποτε δεν υποφερει απο πεινα, δεν αρνειται τιποτα στον εαυτο του, και αν ποτε θελησει κατι πολυ, στριβει αδιορατα και το ξεχνα. Τον κοφτη δεν τον βρισκει καμια δυστυχια. Αν συμπτωματικα βρεθει μαρτυρας σε καποια, δεν την αναγνωριζει. Αν κανεις τον αναγκασει να τοποθετηθει, αποδεικνυει με χαμογελο οτι ολα συνεβησαν για το καλυτερο. Οποιος βρισκεται σε αναγκη, θα ειχε καταστραφει απο τον πλουτο. Οποιος πεθαινει, εχει γλυτωσει απο ενα μακροχρονιο βασανο. Οποιος μισει, ειναι αρρωστος. Οποιος αγαπα πολυ, ειναι κι αυτος αρρωστος. Ολες οι ειδησεις απο παλια τρομερα πραγματα, μαλιστα ολοκληρη η ανθρωπινη ιστορια, ειναι ενα παραμυθι. Γιατι οι ανθρωποι ποτε δεν θα μπορουσαν να ειχαν κανει οσα τους αποδιδει η ιστορια, ουτε και τωρα τα κανει κανεις.
Ξερω πολυ καλα πως φερεται ο κοφτης, ομως δεν ξερω πως μοιαζει.

192 Κινδυνοι της περηφανειας: Γινεσαι τοσο περηφανος που πλεον δεν αναμετρασαι με κανεναν. Πλεον δεν εμπιστευεσαι κανεναν που φοβασαι. Εχεις εμπιστοσυνη μονον εκει που σε θαυμαζουν. Κανεις λιγοτερα και λιγοτερα και τελικα δεν κανεις τιποτα για να μην βαλεις σε κινδυνο την σταση της περηφανειας.

202 Ντυμενος το βαρυ παλτο της καλωσυνης βγαινει στον κοσμο, κι ετσι δεν κρυωνει ποτε. Θα προτιμουσε να βγαλει και να δωσει το τελευταιο του πουκαμισο, παρα αυτο το παλτο της καλωσυνης. Πολλες φορες φανταζεται με φρικη οτι υφισταται μια απαγορευση να θεωρεισαι καλος. Ο ιδρωτας κυλαει απο το μετωπο του και τρεχει κατευθειαν στα θυματα του, που τον υποδεχονται ευγνωμονα και λαμποντας απο ευτυχια. Οταν εχει κανει κατι καλο σε δυο ανθρωπους που δεν ξερουν ο ενας το αλλο, φροντιζει να γνωριστουν. Τοτε εμφανιζεται, καθως αυτοι καθονται μαζι και μιλανε γι' αυτον. Αργοτερα κοιταζει να μαθει τι ειπωθηκε, και απο τις δυο πλευρες, και τα συγκρινει επακριβως. Διοτι επιτρεπει να εξαπατηθει για τα παντα εκτος απο την καλωσυνη του.
Παρουσιαζεται τοσο ταπεινοτερος, οσο καλυτερο ειναι αυτο που κανει, ετσι το αποτελεσμα ειναι μεγαλυτερο. Του αρεσει να κανει αναδρομη σ' ολοκληρη τη ζωη του και διαπιστωνει οτι δεν υπηρξε καμια εποχη οπου δεν ηταν καλος. Δεν μπορει να δει καμια ταφη χωρις να μπει στη θεση του εκλιποντα, και ισως τον ζηλευει λιγακι, γιατι ολοι μιλανε καλα γι' αυτον. Ομως παρηγοριεται με την ιδεα του τι θα ελεγαν γι' αυτον αν ηταν ο ιδιος ο πεθαμενος.
Καποιες φορες παιρνει αυτην την ιδεα στα σοβαρα και αφηνει να διαδοθει η ειδηση του θανατου του. Κανει συνδρομη σε μια εφημεριδα και παραλαμβανει ολες τις νεκρολογιες γι' αυτον μολις βγαινουν. Περνα μερικες ευτυχισμενες μερες κολλωντας αυτα τα αποσπασματα των εφημεριδων σ' ενα αλμπουμ. Ομως ειναι δικαιος και δεν εξαφανιζει ουτε τις νεκρολογιες που του φαινονται πολυ συντομες. Τον ογκωδη τομο τον βαζει για μαξιλαρι. Ονειρευεται την κηδεια του την επομενη μερα και, καθως ολοι εχουν πλεον τελειωσει μ' αυτο, ριχνει κι αυτος στον ταφο μια φτυαρια καλωσυνη.

221 Ενα προτερημα των Βιων του Πλουταρχου ειναι το οτι ειναι εποπτευσιμοι. Ειναι αρκετα μεγαλοι ωστε να περιεχουν ολα τα τελειως ιδιαιτερα μιας ζωης, και παλι αρκετα συντομοι ωστε να μην χανεσαι σ' αυτους. Ειναι πληρεστεροι απο τις δικες μας κατα πολυ εκτενεστερες βιογραφιες, γιατι στο σωστο σημειο περιεχουν και ονειρα. Τα πιο χτυπητα λαθη αυτων των ανδρων γινονται καθαροτερα κατα τον βαθμο των ονειρων τους, ειναι μοναδικα και τους συνοψιζουν. Η μοντερνα ερμηνεια μας των ονειρων κανει τους ανθρωπους μονο πιο συνηθισμενους. Ξεθωριαζει την εικονα της εσωτερικης τους εντασης αντι να την φωτιζει. - Στον Πλουταρχο με καθηλωνουν ακομα και οι Ρωμαιοι, που παντα τους σιχαινομουν. Τα πλασματα του δεν τα αντιμετωπιζει διολου διχως κριτικη. Ομως το πνευμα του εχει χωρο για πολλα ειδη ανθρωπων. Ειναι μεγαλοψυχο, οπως μπορει να ειναι βασικα μονο ενας δραματουργος, που δουλευει παντα με πολλους χαρακτηρες, και ακριβως με τις ιδιαιτεροτητες τους. [Βλεπε Commedia!] Γι' αυτο και επεδρασε με δυο διαφορετικους τροπους. Πολλοι αναζητησαν σ' αυτον τα προτυπα τους, οπως σ' ενα βιβλιο χρησμων, και οργανωσαν τη ζωη τους συμφωνα μ' αυτα. Αλλοι δεχτηκαν μεσα τους ολους τους καπου πενηντα ανθρωπους του και ετσι εγιναν, η εμειναν δραματουργοι. - Δεν ειναι διολου ευαισθητουλης, κατι που παλιοτερα δεν μου ηταν συνειδητο. Συμβαινουν φοβερα πραγματα, οπως στον διαδοχο του τον Shakespeare. Ομως η φοβεροτητα τους παραμενει μια φοβεροτητα επωδυνη. Ενας ανδρας που αγαπα τους ανθρωπους με τετοια βεβαιοτητα οπως αυτος, μπορει να τα βλεπει ολα, και μπορει και να τα συγχωρει.

255 Τα ονειρα τα αντεχω μονο αθικτα και ολοκληρα, σαν μυστηριο. Ειναι τοσο ξενα που κανεις τα συλλαμβανει πολυ αργα μονον. Τα ονειρα αλλων μπορω να τα αντιληφθω μεμονωμενα μονον. Τα προσλαμβανεις, προσεκτικα και με απροθυμια. Αλοιμονο στον τρελλο που τα ερμηνευει κατευθειαν, τα χανει και δεν τα συλλαμβανει ποτε πια, μαραινονται προτου πρασινισουν.
Ομως κανεις ουτε και πρεπει να συσσωρευει ονειρα που ποτε δεν ανηκαν το ενα με το αλλο. Αποκτουν το αιμα τους με την επιδραση στην πραγματικοτητα. Η επαληθευση του ονειρου ειναι το παν, ομως αληθευει διαφορετικα απ' ο,τι φανταζονται οι συνηθισμενοι ερμηνευτες. Το ονειρο πρεπει να ζωογονει την πραγματικοτητα διεισδυοντας μεσα της με καθε δυνατο τροπο, απο τη μια και την αλλη κατευθυνση, και γενικοτερα απο εκει που κανεις δεν το υποψιαζονταν. Σαν σμηνος πουλιων το ονειρο κατεβαινει εδω κι εκει, σηκωνεται και ξαναγυριζει, χανεται και, πριν καλα-καλα χαθει, συσκοτιζει παλι το φως των αισθησεων. Το ασυλληπτο του ονειρου ειναι το πλεον συλληπτο του, και παλι εχει τη μορφη του, ομως πρεπει να την κερδισει το ιδιο, παρεισφρυοντας στις μορφες της πραγματικοτητας, και δεν πρεπει να του τις δινεις απο εξω.
Ειναι ανυπολογιστη η ζημια που προξενουν ερμηνευμενα ονειρα. Ο θρυμματισμος τους μενει κρυφος, ομως ποσο ευαισθητο ειναι ενα ονειρο! Δεν εχει αιμα στα τσεκουρια των σφαγεων, οταν πεφτουν στα διχτυα της αραχνης, ομως και τι δεν εχουν καταστρεψει! – και ποτε πια δεν υφαινεται το ιδιο διχτυ. Το μοναδικο καθε ονειρου το υποψιαζονται ελαχιστοι, διαφορετικα πως θα το απογυμνωναν σε μια κοινοτοπια.
Ισως απ' ολους μονο ο Klee χειριστηκε το ονειρο με τον σεβασμο που του αρμοζει, ως το πλεον ανεγγιχτο που συμβαινει στον ανθρωπο.

262 Αφθαρτος ο ωραιοτερος, ο πιο πολυφραστος τοπος του κοσμου: Ενας υπηρετης με μια σκουπα καθαριζει την Κασταλια Πηγη. Ενας καθηγητης με τους φοιτητες του δοκιμαζει την ακουστικη του θεατρου στα γαλλικα. Μια νυμφη, ακουμπισμενη σε μια κολωνα του ναου του Απολλωνα, ξεφυλλιζει εναν ταξιδιωτικο οδηγο και ρωτα στα αμερικανικα: "Where is Delphi?"

264 Πνευματα που φωτιζουν και πνευματα που ταξινομουν. Ηρακλειτος και Αριστοτελης ως ακραιες περιπτωσεις.
Το πνευμα που φωτιζει εχει τον τροπο του κεραυνου, κινειται αστραπιαια σε τεραστιες αποστασεις. Αφηνει τα παντα παραμερα και ξεχυνεται προς ενα και μοναδικο, που ουτε αυτο γνωριζει προτου το φωτισει. Η αποτελεσματικοτητα του αρχιζει με το οτι πεφτει. Χωρις εστω ενα μικρο μεγεθος καταστροφης, χωρις τρομο δεν αποκτα καμια μορφη για τους ανθρωπους. Ο φωτισμος απο μονος του ειναι πολυ αοριστος και πολυ αμορφος. Η μοιρα της νεας γνωσης εξαρταται απο τον τοπο της πτωσης. Γι' αυτον τον κεραυνο ο ανθρωπος ειναι ακομη σε μεγαλο βαθμο παρθενο μερος.
Αυτο που φωτιστηκε, κληροδοτειται στους ταξινομητες. Οι δρασεις τους ειναι τοσο αργες, οσο αμεσες ειναι των αλλων· ειναι οι χαρτογραφοι της πτωσης, την οποια κοιτανε δυσπιστα, και με τα εργα τους προσπαθουν να εμποδισουν νεες πτωσεις.

285 Η πιο θλιβερη ψευδαισθηση της ψυχαναλυτικης θεραπειας ειναι οτι ακουνε τον ασθενη ασταματητα. Περνα ωρες και ωρες μιλωντας, ομως βασικα δεν ακουγεται καθολου, παρα μονο ως προς αυτο που ειναι γνωστο ηδη πριν ανοιξει το στομα του. Θα μπορουσε το ιδιο καλα σε καθε συνεδρια να ειχε μεινει βουβος. Αν δεν ηταν ετσι, ολη η θεωρια της ψυχαναλυσης θα ειχε καταρρευσει προ πολλου. Διοτι ενας και μονον ανθρωπος, που ακους πραγματικα, σε φερνει σε τελειως καινουργιες σκεψεις. Ετσι η δραση του ψυχαναλυτη συνισταται στην αντισταση εναντιον του ασθενη του, που ας λεει ο,τι θελει, το αποτελεσμα ειναι ηδη γνωστο και προειλημμενο, σαν να επροκειτο για ακλονητο θεσφατο της μοιρας. Η ποζα του ν' ακους ειναι υπεροψια και τιποτα περισσοτερο. Ομως οι αλλαγες και οι διασπασεις της διδαχης συμβαινουν χαρη σε λιγοστες στιγμες στις οποιες κανεις ξεχαστηκε τοσο ωστε ν' ακουσει οντως. Ειναι διαφορες, αναλογα με το μεγεθος της παραλειψης και τη φυση αυτου ο οποιος 'παρελειψε'.
Ο ιδιος ο Freud πρεπει να ειχε ακουσει πολυ ακομα, διαφορετικα δεν θα μπορουσε τοσο πολυ να ειχε πλανηθει και αλλαξει.

304 Ενστικτωδως νοιωθω συμπαθεια για ολα τα πειραματα και τους φορεις τους. Γιατι; Γιατι εχουν το θρασος να τοποθετουνται σε μια απαρχη, σαν να μην ειχε προηγηθει τιποτα. Γιατι αγονται απο τη νοοτροπια πως ο,τι κανει ο ιδιος ο ανθρωπος ειναι σημαντικο. Γιατι ξαφνικα τελειως ο καθεκαστος ανθρωπος μετραει, ο οποιοσδηποτε που το αποτολμα, αλλα και το αναλαμβανει. Γιατι απαιτουν ιδιορρυθμια και δυο ιδιοτητες, που σε συνδυασμο ειναι οι σπουδαιοτερες: αντισταση και υπομονη.
Ενστικτωδως νοιωθω δυσπιστια απεναντι σ' ολους του πειραματιστες. Γιατι; Γιατι προσβλεπουν στην επιτυχια και θελουν να επιβληθουν. Συχνα δειχνεται πως η σαβουρα που πεταξαν εξω, τους ειναι ολοτελα αγνωστη, θελουν να φτασουν στην κορυφη με λιγοτερες αποσκευες, αρα ελαφροτεροι. Δεχονται καθε συμμαχο, δειχνουν κατανοηση για τη δομη εξουσιας του κοσμου, οπως την συναντουν, και χρησιμοποιουν ακριτα ο,τιδηποτε δεν φτανει στη στενη σφαιρα του πειραματος τους, για να το προωθησουν. Ο,τι και να εγκατελεψαν για να κερδισουν το νεο τους, ειναι ξαφνικα παλι εδω, ως το οπλο τους. Ζουνε συχνα σε κλικες, δημιουργουν κυκλους, σκεφτονται, λογαριαζουν, διαχειριζονται. Η αντιθεση αναμεσα στο βασικο τους ενδιαφερον και στη συμπεριφορα τους κοινωνικα, ειναι κραυγαλεα. Τονιζουν αυτην την αντιθεση, πρεπει να την τονιζουν, γιατι καθε εξισορροπητικος συμβιβασμος αναμεσα στις δυο οψεις της υπαρξης τους θα αναιρουσε το πειραμα τους ως αυτο τουτο.
Ομως τι πρεπει να κανουν; Τι εχεις να περιμενεις σ' αυτον τον κοσμο; Το πειραμα τους θελει να ζησει, πρεπει αυτοι να πεθανουν της πεινας; Ελαχιστοι αναμεσα τους ειναι γεννημενοι για μαρτυρες. Ασκουν την αντισταση τους σε μια στενα περιορισμενη περιοχη, και ειναι πολυ πιθανο οτι το υπολοιπο της προσωπικοτητας τους δεν θιγεται απ' αυτο με κανεναν τροπο. Οταν συμπτυσσονται με αλλους, τοτε το κανουν αυτο πιστευοντας οτι τους καταλαβαινουν και οτι εχουν τον ιδιο σκοπο, επισης τους μιμουνται, και τουτο τρεφει την αντισταση τους.
Αυτο που κανεις περιμενει απο αυτους, ανταποκρινεται σε ενα ασκητικο αξιωμα και συχνα δεν εχει την παραμικρη σχεση με αυτο που επιχειρουν ως καινουργιο. Βασικα ευχεσαι να τους αποτρελανει το πειραμα τους και τελικα ν' αποτυχουν. Αργοτερα, οταν θα ειναι τρελλοι, η νεκροι, μπορουν αλλοι να αντιληφθουν το τι εκαναν και να το αξιοποιησουν. Γι' αυτους τους μιμητες δεν χρειαζεται κανεις να εχει ιδιαιτερη γνωμη, ειναι εκμεταλλευτες αυτου που καποτε επινοηθηκε, ομως τελικα αυτο ειμαστε ολοι μας.
Επιθυμουμε λοιπον την καθαροτητα του πειραματος, την απομονωση και την αυστηροτητα του. Μονον τοτε το πιστευουμε, το θελουμε διχως την ιστορια του. Εφευρετες και αγιοι εχουν συντηχθει σε μια φιγουρα.
Ειναι πιθανο οτι αυτο το ερμαφροδιτο μορφωμα της επιθυμιας ειναι ενα τερας, ενα εκτρωμα απο την περιοδο στην οποια οι θρησκειες παρακμαζουν Ομως ειναι επισης δυνατο οτι τιποτα δεν χρειαζομαστε περισσοτερο απο αυτην τη φιγουρα.

312 Ο Αριστοφανης ειναι γεματος απο τσουρμα, και το σαγηνευτικο σ' αυτο ειναι οτι προβαλλουν κατα προτιμηση ως ζωα. Ειναι συναμα ζωα και ανθρωποι, σφηκες, πουλια, εμφανιζονται ως ζωα και μιλανε οπως οι ανθρωποι. Ετσι εκτελουν τις παλαιοτατες μεταμορφωσεις, το μεταμορφωνεσθαι καθαυτο. Η κωμωδια δεν εχει ακομα περιοριστει στις γνησια ανθρωπινες διαστασεις της, η εποχη της πληξης της και της ελλειψης ιδεων δεν εχει αρχισει ακομα.

Θα ηταν αξιοπροσεκτο, ποσο πολυ καταλαμβανει καποιον το αγχος, που λουφαζει οταν η πρωτη επιθεση αποκρουστει.
Φαινεται πως εχει την ταση να βρισκει παλια καναλια.
Ηδη η δυσπιστια ειναι μια αμυνα του αγχους. Προκαταλαμβανει τα χειροτερα, σαν να ηθελε να ντροπιασει το αγχος. Βαζει στο παιχνιδι μια απειλη που ξεπερνα αυτην του αγχους κατα πολυ. Μ' αυτον τον τροπο ενθαρρυνει καποιον να λαβει υποψη περισσοτερα απ' οσα θα αποτολμουσε το αγχος. Ετσι η δυσπιστια θα μπορουσε να δυναμωσει καποιον εαν εμενε απλη, δηλαδη ουτως ειπειν στο θεμα. Ομως δεν το κανει, συμπεριλαμβανει ολο και περισσοτερα και τελικα γινεται αυτουργος του αγχους.
Διοτι οσο ψυχρη και σκληρη κι αν δειχνεται, τρεφεται απο την ιδια εχθρικη δυναμη, εναντιον της οποια θελει να προστατευσει. Στο αγχος που ερχεται ανοιχτα και μετωπικα προστιθεται το μυστικο, που υφερπει ως δυσπιστια. Το σωμα της δυσπιστιας εχει τις δικες του φλεβες, το αιμα που κυλα μεσα τους ειναι αγχος.

332 Να βρεις μια λεξη δυνατοτερη απο την αγαπη, μια λεξη που να 'ταν σαν ανεμος, ομως απο κατω απο τη γη, μια λεξη που δεν χρειαζεται βουνα, ομως πελωρια σπηλαια οπου κατοικει, απ' οπου ξεχυνεται πανω απο κοιλαδες κι υψιπεδα, σαν τα νερα, κι ομως οχι νερο, σαν φωτια, ομως δεν καιει, λαμπει απ' ακρη σ' ακρη, σαν κρυσταλλος, ομως δεν κοβει, ειναι διαφανη κι ειναι ολοτελα μορφη, μια λεξη σαν τη λαλια των ζωων, ομως αυτα συμφωνουν, μια λεξη σαν τους νεκρους, ομως αυτοι ειναι ολοι τους παλι εδω.

333 Καλωσυνη, λεει. Τι εννοει ομως; Δεν θα μπορουσε να το πει καπως ακριβεστερα; Εννοει μια εγρηγορση που δεν παραμυθιαζεται με τιποτα και δεν παραμυθιαζει ποτε. Εννοει μια πολυ ισχυρη καχυποψια απεναντι σε καθε χρησιμοποιηση ανθρωπων για σκοπους που υποτιθεται οτι ειναι 'υψηλοτεροι', ομως ειναι μονο σκοποι αλλων. Εννοει ανοιχτοτητα και αυθορμητισμο, μια ακουραστη περιεργεια για ανθρωπους, που συμπεριλαμβανει και κατανοει. Εννοει ευγνωμοσυνη γι' αυτους που δεν εκαναν μεν τιποτα για καποιον, ομως πλησιαζουν καποιον, τον κοιτανε και εχουν λογια. Εννοει μνημη που δεν παραλειπει τιποτα και δεν απολυει τιποτα. Εννοει ελπιδα παρα την απελπισια, ομως που ποτε δεν την αποσιωπα. Εννοει και ζωα, παρα το οτι τα τρωμε. Εννοει ιδιαιτερα ολα οσα ειναι πιο κουτα απο τον ιδιο. Εννοει την αδυναμια και ποτε τη δυναμη. Οποιος ειναι καλος σ' αυτην, οποιος υποκυπτει σ' αυτην η την κολακευει για δικη του προστασια, αυτος ειναι κακος. Εννοει παθος που αφηνει χωρο και στον αλλο. Εννοει θαυμασμο. Ομως εννοει και φροντιδα. Δεν εννοει υψηλοτητα, περηφανεια, ανωτεροτητα, αυτοαποθεωση, σκληροτητα και ταξη, με την οποια κανεις καταπιεζει αλλους. Η καλωσυνη που εννοει, ειναι στην κινηση πνευματικη και αμφισβητει τα παντα. Δεν εννοει την καλωσυνη που καταφερνει κατι, αλλα αυτην που ξαφνικα ειναι εδω με αδεια χερια Εννοει ευαισθησια, ακομα και στα βαθια γεραματα, οργη και κατηγορια· ομως μονο οταν δεν παρεχουν καμια δυναμη στον οργισμενο, στον κατηγορο. Εννοει επισης γλωσσα, σιγουρα δεν εννοει σιωπη. Εννοει γνωση, ομως οχι ποστο, θεση, αμοιβη. Εννοει φροντιδα για ανθρωπους εδω, οχι προσευχη για τις ψυχες τους.

341 Ο συλλεκτης επαινων θυμωνει με τη σιωπη των δρομων. Τους διαβαινει ακουραστα για να τους εξαναγκασει σε επαινο και ειναι πικραμενος με την αντιδραση τους. Οι εφημεριδες, του ειναι πολυ καθημερινες. Οι ανθρωποι τις πετανε ξανα, μαζι με την εικονα του. Θα του αρκουσε αν στην εφημεριδα ειχε καθε μερα κατι νεο γι' αυτον; Οχι! Χρειαζεται μεν τις εφημεριδες: τις διαβασε τοσο που στο τελος ηταν εκει μεσα, ομως θελει πολλα περισσοτερα.
Θελει να ξεχασει τα γεγονοτα του κοσμου. Θελει να ασχολουνται μαζι του, οχι με σεισμους και πολεμους. Την απασχοληση με το φεγγαρι την βρισκει τελειως χωρις νοημα. Πνεει μενεα εναντιον του φεγγαριου, γιατι γινεται τοσος λογος γι' αυτο.
Ο συλλεκτης επαινων γεμιζει ενα σπιτι με τ' ονομα του. Το μικροτερο, αλλα και το καθε μεγαλυτερο κομματι χαρτι στο οποιο βρισκεται τ' ονομα του, το φυλαγει.
Πολλες φορες διαβαζει ολο το σπιτι απο την αρχη μεχρι το τελος, το ιδιο παλι και παλι, αν και ειναι παλιο. Ομως προτιμα το νεο.
Περιμενει νεες αποστροφες, φρασεις που δεν εχει ξανακουσει, μια ολοκληρη γλωσσα επαινων, εφευρημενη μονο γι' αυτον. Μερικες φορες μπορουν να επαινουνται και νεκροι, παιρνει την ευλογια τους.
Για καθε λοιδωρια, η και απλως για καθε κριτικη ο συλλεκτης επαινων θα ηταν ετοιμος να επιβαλει τη θανατικη ποινη. Δεν ειναι απανθρωπος, δεν λυπαται για την καταργηση της, θα επρεπε να επανεισαχθει μονο γι' αυτες τις ειδικες περιπτωσεις, οταν δηλαδη προκειται γι' αυτον.
Ο συλλεκτης επαινων δεν αφηνει κανεναν επαινο, εχει παντα χωρο για πραγματα ειπωμενα δυο, τρεις, τεσσερεις φορες. Γινεται παχυς και πιο παχυς, ομως το αντεχει ευχαριστα. Παντα βρισκει γυναικες που τον αγαπανε γι' αυτο το παχος. Γλειφουν τον επαινο του κι ελπιζουν να αποσπασουν κατι απ' αυτον.

350 Ειναι αραγε οι προσδοκιες ενος παιδιου, που συνεχιζω να εχω οταν αντιλαμβανομαι ενα ρηγμα στο κελυφος ενος ανθρωπου και ξαφνικα αισθανομαι: ακομα δεν χαθηκαν ολα, με λιγη βοηθεια μια κουτσουρεμενη καρδια μπορει ν' αρχισει να χτυπαει ξανα;
Το γνωριζω μεν ολο και καλυτερα, εχω μια φοβερα ακριβη γνωση των ανθρωπων, ομως δεν ειναι αυτη η γνωση που μ' ενδιαφερει, που μπορει να εχει ο καθενας που εζησε για ενα διαστημα. Με ενδιαφερει ο,τι διαψευδει αυτην την γνωση, ο,τι την καταργει. Πολυ θα ηθελα εναν τοκογλυφο να τον κανω ευεργετη, εναν λογιστη ποιητη. Μ' ενδιαφερει το αλμα, η απροβλεπτη μεταβολη.
Ποτε δεν εγκατελειψα την ελπιδα, συχνα επιζητω να με τιμωρησω γι' αυτην και την περιγελω φριχτα. Ομως συνεχιζει να ζει μεσα μου αθικτη.
Μπορει να ειναι τοσο γελοια οσο εκεινη η αλλη, η πολυ μεγαλυτερη, εκεινη η δεινη ελπιδα, οτι ξαφνικα ενας νεκρος θα μπορουσε να ερθει εμπρος μου κι οτι αυτο δεν θα ηταν ονειρο.

361 Ακομα κι αν υπηρχε μια μοναδικη, αδιαμφισβητητη παγκοσμια θρησκεια, αυτος θα ειχε το δικαιωμα να την παραβλεψει και να μην εκφραστει γι' αυτην. Ομως αυτο το δικαιωμα θα το ειχε μονον εαν ειχε να πει κατι το επειγον, που μονον αυτος μπορει να πει.
Ομως τι ειναι επειγον; Ο,τι αισθανεται και αναγνωριζει σε αλλους, το οποιο αυτοι δεν μπορουνε να πουν. Πρεπει πρωτα να το εχει αισθανθει και αναγνωρισει ο ιδιος και κατοπιν να το εχει ξαναβρει σε αλλους. Η συμφωνια κανει το επειγον. Πρεπει να ειναι ικανος για δυο πραγματα: ο ιδιος να αισθανεται και να σκεφτεται δυνατα· και, με ενα ασβυστο παθος, να ακουει τους αλλους και να τους παιρνει σοβαρα. Η εντυπωση της συμφωνιας πρεπει να ειναι τιμια, να μην θολωνει απο καμια ματαιοδοξια.
Ομως πρεπει και να μπορει να λεει: οταν κατι λεγεται ανεπαρκως, χανει το επειγον του και αυτος χρεωνεται ενα σπαταλημα αυτης της συμφωνιας. Ειναι το πιο πολυτιμο, αλλα και το πιο τρομερο που μπορει να ζησει κανεις. Πρεπει να μπορει να την συγκρατει, οταν κινδυνευει να καταρρευσει, πρεπει να την τρεφει αδιακοπα με νεες εμπειριες και με κοπους.

365 Εκδικηση; Εκδικηση; Ολα ξαναγυρνουν απο μονα τους, με απολυτη ακριβεια, και η εκδικηση τα μπερδευει.

366 Το 'πιο βαθυ', αυτο ηταν το πιο δειλο. Μην κανουμε σαν να μην υπαρχει ο τοιχος που πεφτουμε πανω του.
Αναλαβε το αφορητο βαρος. Μη βαζεις το κεφαλι στην αμμο. Μη την κανεις μ' ελαφρα πηδηματακια.

385 Για εναν μεμονωμενο ανθρωπο, πως ειναι πραγματικα, θα μπορουσε να γραφει ενα ολοκληρο βιβλιο. Ουτε μ' αυτο θα εξαντλουνταν, και δεν θα ειχες ποτε τελειωμο. Ομως αν κανεις παρακολουθησει το πως σκεφτεται για εναν ανθρωπο, πως τον ανακαλει, πως τον διατηρει στην μνημη, τοτε φτανει σε μια πολυ απλουστερη εικονα: ειναι καποιες λιγες ιδιοτητες, με τις οποιες διακρινεται και διαφερει ιδιαιτερα απο αλλους. Αυτες τις ιδιοτητες κανεις τις υπερτονιζει εις βαρος των υπολοιπων, και αφ' ης στιγμης κανεις τις ονομασει μια φορα με το ονομα τους, παιζουν αποφασιστικο ρολο στην μνημη του. Ειναι ο,τι εχει σημαδεψει καποιον βαθυτερα, ειναι ο χαρακτηρας.
Ο καθενας φερνει μεσα του εναν αριθμο χαρακτηρων, αυτοι αποτελουν τον θησαυρο των εμπειριων του και καθοριζουν την εικονα του της ανθρωποτητας που βγαινει απο αυτες. Δεν υπαρχουν παρα πολλοι τετοιοι τυποι, παραδιδονται και κληρονομουνται απο τη μια γενια στην αλλη. Με τον χρονο χανουν την οξυτητα τους και γινονται κοινοτοπιες. Ενας τσιγγουνης, λεμε, ενας βλακας, ενας τρελλος, ενας ζηλιαρογατος. Θα ηταν χρησιμο να εφευρουμε νεους χαρακτηρες που δεν εχουν φθαρει ακομα και ανοιγουν τα ματια μας γι' αυτους και παλι. Η κλιση να βλεπουμε τους ανθρωπους ως προς τη διαφορετικοτητα τους ειναι βασικη και πρεπει να την τρεφουμε. Δεν πρεπει να αποθαρρυνεται απο το οτι σ' εναν πληρη ανθρωπο ανηκουν πολλα περισσοτερα απ' οσα χωρανε σ' εναν τετοιον χαρακτηρα. Επιθυμουμε ανθρωπους πολυ διαφορετικους μεταξυ τους, δεν θα θελαμε να τους εχουμε ιδιους, ακομα κι αν ηταν.

423
Hatem ο κουφος
Η φιλευσπλαχνια του Hatem ηταν τοσο μεγαλη που σε μια γυναικα που μια μερα πηγε σ' αυτον να τον ρωτησι κατι, καθως την ιδια στιγμη αεριστηκε, ειπε: "Μιλα πιο δυνατα, δεν ακουω καλα." Το ειπε αυτο για να μην ντραπει η γυναικα. Αυτη υψωσε τη φωνη της κι αυτος απαντησε στην ερωτηση της. Οσο ζουσε αυτη η γυναικα, καπου 15 χρονια, ο Hatem παριστανε τον κουφο, ωστε κανεις να μην πει στην γρια οτι δεν ειναι. Μετα τον θανατο της απαντουσε σε ερωτησεις αμεσως. Μεχρι τοτε ελεγε στον καθενα που του μιλουσε: "Μιλα πιο δυνατα." Γι' αυτο τον αποκαλουσαν Hatem ο κουφος.
Farid al Din Attar, μεταφραση του Arberry


431 Ο "Αιας" του Σοφοκλεους. Απορημενος με τον "Αιαντα". Υπαρχουν πολυ περισσοτερα απ' οσα αντιλαμβανομαι.
Η σφαγη και ο βασανισμος των ζωων μετραει για μας, οχι για τον ποιητη. Οπωσδηποτε μετραει η ασεβεια, γιατι τα ζωα ειναι ανυπερασπιστα, δεν τα πολεμα ενας ηρωας.
Δυο μεγαλες στιγμες: Ο Οδυσσεας βλεπει κι ακουει τι σκεφτεται να του κανει ο Αιας. Το παραληρημα μεταφερεται και παρουσιαζεται εμπρος στα ματια αυτου τον οποιο αφορα. Η δευτερη στιγμη ειναι αυτη οπου ο Αιας βγαινει απο το παραληρημα και αναγνωριζει την αληθινη φυση των θυματων του, ο ηρωας δεν ειναι παρα χασαπης.
Ομως αυτες οι δυο στιγμες εχουν τετοια δυναμη που ο,τιδηποτε αλλο πεφτει στο περιθωριο. Η εριδα για την ταφη, η ευγενεια του Οδυσσεα, ποσο μηδαμινα ειναι εμπρος στο μισος του Αιαντα ο οποιος, ενωπιον του Οδυσσεα, που δεν τον βλεπει, λεει τι πιστευει πως θα του κανει!
Ο Οδυσσεας, που φοβαται τον λυσσασμενο Αιαντα, που παραδεχεται τον φοβο του στη θεα – υπεροχο! Κανεις θα μπορουσε και να πει οτι για τον νεκρο Αιαντα κανει τον ταφο του, επειδη τον φοβηθηκε! Ομως οχι, τον ταφο τον σεβεται! Αυτο ειναι ολο, κι ετσι δινει την εντυπωση ενος που εχει ενδωσει στον θανατο.

Ο Αιας ειναι η ορατα δημιουργημενη φιγουρα του σφαγεα. Η σφαγη ως παραληρημα. Το αγχος του ηρωα (Οδυσσεας) εμπρος στον σφαγεα που εννοει αυτον.
Η ασεβεια του σφαγεα που συνερχεται, το χαρακιρι του. Ο αγωνας για την τιμη ενος ταφου που του αμφισβητειται. Το απογοητευτικο σ' αυτο το τελευταιο μερος του δραματος συνδεεται με το οτι μετα την αποκαλυψη του ηρωα ως σφαγεα κανενας τιμητικος ταφος δεν ειναι πια αξιοπιστος. Με την πρωιμη θεα του λυσσασμενου Αιαντα εχουν φανερωθει παρα πολλα. Δεν μπορουν πια να κλεισουν. (Ο ρολος της θεας απαξιωτικος και απαραδεκτος.)

Η κυρια μαζα του δραματος ειναι τα σφαγμενα ζωα.
Τρομερο το παραληρημα του Αιαντα που βλεπει αυτα τα ζωα για τους Ελληνες. Κατοπιν η υπεροψια του αρχοντα στα λογια του Αγαμεμνονα. Η συμβιβαστικοτητα του Οδυσσεα στο τελος, που θελει εναν εντιμο ταφο, εκπηγαζει απο την γνωση αυτου που ειναι ολοι οι ηρωες: ειχε δει τον σφαγεα επι το εργον και παρολαυτα ζητα εναν ταφο γι' αυτον. Δινει στον Αιαντα αυτο που επιθυμει ο ιδιος και αυτο το δηλωνει ενωπιον του Αγαμεμνονα. Ομως κανει και κατι ακομα: αποσυρεται απο την ταφη, γιατι η παρουσια του θα ηταν στον Αιαντα μισητη.-
Ανατριχιαστικη ειναι η επανεμφανιση των υποτιθεμενων σφαγιασθεντων απο τον Αιαντα: αρχιζει με τον Οδυσσεα και τελειωνει με τον Μενελαο και τον Αγαμεμνονα. Εχει κατι απο ανασταση. Το εσφαλμενα σκοτωμενο στο παραληρημα καταδεικνυεται οτι ειναι εν ζωη.
Τα μαρτυρια που υφιστανται τα ζωα που πανε στη σφαγη διοτι αντιπροσωπευουν ανθρωπους. Κοπωση στον πολεμο, μετα τον σφαγιασμο. Ο Αιας – να παει σπιτι του; Πως ν' αντικρυσει τον πατερα; Οι πατερες ειναι της μαχης, αυτη ειναι η τιμη του πολεμιστη.
Πολυ αμεσος και ανοθευτος ο ρολος της "γυναικας-θυματος" Τεκμησσας. Οι γονεις της, η πατριδα καταστραμμενα, κρεμεται απ' αυτον που μοιραζεται το κρεβατι του, αυτος ειναι γι' αυτην γονεις, πατριδα και αντρας, ολα. Ο θρηνος, η παντοδυναμια του, οι κραυγες του θρηνου.-
Υπεροχο το ξεκινημα: η αναζητηση απο τον Οδυσσεα του ιχνους, σαν κυνηγος πλησιαζει προσεκτικα τον σφαγεα, για τον οποιο κυκλοφορουν φημες. Η Αθηνα, θλιβερη θεα, που του αποδεικνυει ποσο απαραιτητη ειναι: ειναι καλυτερη απο το προσεκτικο πλησιασμα. Εχει στειλει στον Αιαντα το παραληρημα γιατι αυτος διεπραξε την υβρη να παραιτηθει απο τη βοηθεια της.
Ο "Αιας" ειναι τα μαλιστα αξιοπροσεκτος απο την τομη μεσα του, απο την ατελεια του, το διμερες του, στο μεσον του οποιου στεκει η αυτοκτονια.
Η σφαγη, ο σφαγιασμος ειναι το κυριο μερος με τη μορφη του παραληρηματος. Το δευτερο μερος ασχολειται μονο με τον τιμητικο ταφο του σφαγεα. (Θα ηταν πιθανο οτι ο Σοφοκλης, ο οποιος ειχε ο ιδιος ηγηθει στον πολεμο, ειχε τρομαξει τοσο με το οραμα του Αιαντα που σφαζει, φονευει, βασανιζει, ωστε επρεπε να τον βοηθησει να εχει τον τιμητικο ταφο, τροπον τινα η ποινη του για την αληθεια της μαχης που ειδε.)

437 Καποιος αποφασιζει να εξαφανισει τους Ελληνες απο τον κοσμο, απο την αρχη.
Αυτο που μενει ειναι ενα τραυλισμα.

Μπορω να σκεφτω μια πολη μονο επειδη εχω γνωρισει αλλες πολεις.
Οι Ελληνες ηταν που πρωτα σκεφτηκαν απο πολη σε πολη;

438 Το κομματι ["Ο βασιλιας Lear"] ειναι γεματο απο ποικιλες μεταμφιεσεις, ακομα και μεταμφιεσεις "καλων". Υπαρχει μια σκηνη που ειναι ο,τι πιο θαυμασιο: Ο Edgar που – διχως να το γνωριζει – οδηγει τον τυφλωμενο πατερα του στον βραχο του Dover, θελει απο εκει να γκρεμιστει κατω. Ο Edgar ειναι ο "καλος" γιος, ομως αδικα υποπτος, ειναι επικηρυγμενος και εχει μεταμφιεστει ως τρελλος "Thoms". Η γυμνοτητα του ειναι το ντυσιμο του τοσο οσο η γλωσσα του. Ο Gloster (ο πατερας), που εχει χασει την οραση του, δεν θελει αλλο να ζει και ο γιος, τον οποιο εχει αδικησει καταφορα, πρεπει να τον βοηθησει σ' αυτο ως συμπονετικος ξενος και οδηγος. Οι δυο τους εχουν προσβληθει και τυραννιστει βαρια. Και παλι ο γιος παρασταινει στον πατερα τον τοπο της πτωσης στον θανατο, του απεικονιζει το βλεμμα στο κενο, του υποβαλλει οτι εχει πηδηξει στον θανατο, και στο τελος του απεικονιζει το βλεμμα προς τα επανω οπου στεκοταν μολις πριν απο την "πτωση". Μ' αυτον τον τροπο θελει να τον θεραπευσει απο την αυτοκτονια. Φαινομενικα δεν του αντιστεκεται, φαινομενικα τον αφηνει στο δικο του, και ετσι οδηγει τον τυφλο στο τελος της αυτοκτονιας του με την αποτυχια της. Σχετικα με την παρεμποδιση της αυτοκτονιας δια της φαινομενικης της εκτελεσης δεν υπαρχει πουθενα κατι σοφοτερο, και μεχρι την χθεσινη νυχτα δεν μου ηταν συνειδητο οτι αυτο ειναι ενας απο τους λογους της αγαπης μου για τον "Βασιλια Lear".

464 Ξαναδιαβασα τον Dschuang-tse. Αν δεν υπηρχε, θα αποτελουμουν απο ριζες. Ομως ειναι αυτος που με ανυψωνει απο τις ριζες χωρις να τραυματισει ουτε μια. Η ελευθερια του μεγαλωνει με την ερημωση της γης μας. Ενα οριο εχει βαλει κι αυτος στον εαυτο του, τον θανατο, ομως ειναι ο μονος που δεν του κρατω κακια γι' αυτο.
Στους αγωνες του ειναι πολυ κοντα σ' εμας. Μιλα με τους σοφιστες, ομως ποσο σκληρα τους απορριπτει. Λεει ακλονητα οτι οι λεξεις ειναι κατι, τις σεβεται και τις τιμα και τις αρνειται στους ταχυδακτυλουργους. Πολυ βαθια με αγγιζει η περιφρονηση του για τη χρηστικοτητα.
Ξερει κατι απο ευρυτητα και εχει συμπεριλαβει εξωτερικη ευρυτητα στην εσωτερικη. Κανεις θα μπορουσε να τον αποκαλεσει τον απο ευρυτητα πληρη. Πληρης παραμενει τοσο ελαφρυς σαν να ηταν κενος, αν θα μπορουσε ποτε να ειναι κενος.

531 Υπαρχουν δυο ειδη φιλων, τους οποιους κανεις βαζει σε διαφορετικες θεσεις. Οι μεν δηλωνονται ως φιλοι, κανεις τους υποληπτεται πανω απ' ολους, τους ονομαζει, τους επαινει και τους υμνει, τους επικαλειται ως κολωνες, θεμελια του ιδιωτικου στερεωματος, αναφερεται σ' αυτες σαν να ηταν παντα διαθεσιμες, και ειναι. Οι αδυνατες πλευρες τους, του ειναι καλλιστα γνωστες, οπως οι δυνατες τους, τους αναθετει τα δυσκολοτερα, σαν να ηταν ακλονητοι, μπορουν να σημαινουν τοσα πολλα και πολλες φορες ειναι περισσοτερο απο ενας αδελφος, τους παραδεχεται μια ανιδιοτελεια, ακομα κι αν δεν θα ηταν ικανοι γι' αυτην. Σ' αυτους τους φιλους ειναι ισως το σπουδαιοτερο οτι καθενας που γνωριζει εναν, ξερει και γι' αυτους.
Το αλλο ειδος των φιλων ειναι οι κρυφοι. Αυτους δεν τους ονομαζεις, αποφευγεις να μιλας γι' αυτους, κρατας αποσταση απ' αυτους, τους βλεπεις σπανια. Δεν τους αναζητας, εχουν αγνωστες ιδιοτητες. Ομως κι αυτοι που γνωριζεις (γιατι παραειναι εμφανεις) δεν σε απασχολουν, μενουν αθικτοι, τοσο πολυ που σε εκπλησσουν σε καθε νεα συναντηση. Ειναι πολυ σπανιοτεροι απο τους δηλωμενους φιλους.
Χρειαζεσαι τους κρυφους προπαντων διοτι σχεδον ποτε δεν τους θελεις για κατι. Ειναι εκει σαν υστατες εφεδρειες μιας ζωης, γιατι θα μπορουσες να τους θελησεις. Η θεση τους ειναι ακλονητη, ομως αυτο δεν τους ειναι παντα συνειδητο. Συμβαινει να απορουν οταν κανεις οντως στρεφεται προς αυτους. Η συμβουλη τους θα ηταν κρισιμη, τοσο πολυ, που τις περισσοτερες φορες προτιμας να παραιτηθεις απ' αυτην. Και παλι σου αρεσει να φανταζεσαι να πηγαινεις να τους βρεις, ενα προσκυνημα, που δεν πρεπει να παραειναι ευκολο, που συχνα διακοπτεται πριν φτασει στον σκοπο του, ομως ποτε δεν τελειωνει με απορριψη.

532 Στο τελος της ισλαμικης βιογραφιας του Πλατωνα βρισκεται το επομενο αναπαντεχο σημειο για το δυνατο κλαμα του:
"Προτιμουσε να ειναι μονος, σε μοναχικα μερη στην υπαιθρο. Τις περισσοτερες φορες κανεις μπορουσε να αναγνωρισει που ηταν ακουγοντας τον να κλαιει. Οταν εκλαιγε, σε ερημικους, υπαιθριους τοπους κανεις μπορουσε να τον ακουσει απο δυο μιλια μακρια. Εκλαιγε ασταματητα."

533 Ξεφορτωνεται τον εαυτο του και ανασαινει. Ποτε πια δεν θελει ν' ακουσει για τον εαυτο του.

Διονυσιος Σολωμος

Arthur Rimbaud


Μεταφρασεις (και η μελοποιηση του Benjamin Britten)
 
Villes
Phrases
Antique
Départ

Αναφορες

Georg Trakl


Μερικες υποδειξεις για την αναγνωση του Trakl απο τον Heidegger (Στο: Martin Heidegger, Η Γλωσσα Στην Ποιηση)


Αναφορες απο:
Τι κανει η ψυχαναλυση;
Δρόμοι του σώματος και ψυχή
"Καθημερινή ζωή". "Καθημερινότητα". ηθος
Αποηχοι απο το "Όνειρο πεταλουδας"

Οδυσσεας Ελυτης

Franz Kafka

Samuel Beckett


Μεταφρασεις

Απο το
Περιμενοντας τον Godot

Απο το
Endgame [Τελος του παιχνιδιου]

Απο το
Le Depepleur [Ο Ερημωτης]

Απο το Sans [Lessness, Ανευ]:
Συντρίμμια αληθινό καταφύγιο επιτέλους σ' αυτό από πάντα μες από τόσα ψεύτικα. Εκτάσεις απέραντο γη ουρανός μέσα το ένα στ' άλλο όλα άφωνα ασάλευτα.

Nacht und Träume [Νυχτα και Ονειρα]


Αναφορες

Thomas Stearns Eliot

Γιωργος Σεφερης

Michael Ende



Απο το Ο καθρέφτης μες στον καθρέφτη [Der Spiegel im Spiegel]

Η κυρία παραμέρισε τη μαύρη κουρτίνα στο παράθυρο της άμαξάς της και ρώτησε:
«Γιατί δεν πας πιο γρήγορα; Ξέρεις τι σημαίνει για μένα να είμαι στην ώρα μου στη γιορτή!»
Ο αμαξάς, που του έλειπε το ένα πόδι, έσκυψε απ' το κάθισμά του προς αυτήν και απάντησε:
«Πέσαμε σ' ένα καραβάνι, μαντάμ. Ούτε κι εγώ ξέρω πώς. Πρέπει να ψιλοκοιμήθηκα βέβαια. Πάντως ξαφνικά αυτός ο κόσμος είναι 'δω και κλείνει το δρόμο.»
Η κυρία έσκυψε έξω απ' το παράθυρο. Πράγματι ο επαρχιακός δρόμος ήταν γεμάτος από μια μακριά πορεία ανθρώπων. Ήταν παιδιά και γέροι, άντρες και γυναίκες, όλοι τους σε αλλόκοτα πολύχρωμα κοστούμια κλόουν, στα κεφάλια φανταχτερά καπέλα, στις πλάτες μεγάλα πακέτα. Κάποιοι καβαλούσαν μουλάρια, άλλοι μεγάλα σκυλιά ή στρουθοκαμήλους. Ανάμεσά τους κλυδωνίζονταν δίτροχα κάρα φορτωμένα μέχρι πάνω με κουτιά και βαλίτσες, ή σκεπασμένες άμαξες όπου καθόταν οικογένειες.
«Ποιοι είστε;» ρώτησε η κυρία έναν νεαρό ντυμένο αρλεκίνο που προχωρούσε δίπλα στην άμαξά της. Πάνω στον ώμο είχε ένα κοντάρι που την άλλη άκρη του την κουβαλούσε ένα κορίτσι με αμυγδαλωτά μάτια. Στο κοντάρι κρεμόταν κάθε είδους οικιακά σκεύη, πάνω του καθόταν ένας μικρός ξεπαγιασμένος πίθηκος. «Είστε τσίρκο;»
«Δεν ξέρουμε ποιοι είμαστε», είπε ο νεαρός. «Τσίρκο δεν είμαστε.»
«Κι από πού έρχεστε λοιπόν;» ήθελε η κυρία να μάθει.
«Απ' τα Ουράνια Όρη», απάντησε ο νεαρός, «μα πάει καιρός.»
«Και τι κάνατε κει;»
«Ήταν προτού έρθω στον κόσμο. Γεννήθηκα στο δρόμο.»
Τώρα μπήκε στην κουβέντα ένας γέρος που κουβαλούσε στην πλάτη μια μεγάλη ... ή ......... .
«Εκεί κάναμε την Ατέλειωτη Παράσταση, καλή κυρία. Το παιδί δεν μπορεί πια να το ξέρει. Ήταν μια παράσταση για τον ήλιο, το φεγγάρι και τ' άστρα. Ο καθένας μας στεκόταν και σε μιαν άλλη βουνοκορφή και φωνάζαμε ο ένας στον άλλο τις λέξεις. Παίζαμε συνεχώς, γιατί αυτή η παράσταση ήταν που συγκρατούσε τον κόσμο. Μα τώρα κι οι περισσότεροι από μας τό 'χουν ήδη ξεχάσει. Είναι ήδη πολύς καιρός που έχει περάσει.»
«Γιατί σταματήσατε να παίζετε;»
«Έγινε ένα μεγάλο ατύχημα, καλή κυρία. Μια μέρα παρατηρήσαμε πως μας έλειπε μια λέξη. Κανείς δεν μας την είχε κλέψει, ούτε και την είχαμε ξεχάσει. Απλά δεν ήταν πια εδώ. Όμως δίχως αυτήν τη λέξη δεν μπορούσαμε να παίξουμε παρακάτω γιατί δεν έβγαινε πια κανένα νόημα. Ήταν η μία λέξη, που μ' αυτήν όλα σχετίζονται με όλα. Καταλαβαίνετε, καλή κυρία; Από τότε είμαστε στον δρόμο για να τη βρούμε απ' την αρχή.»
«Που μ' αυτήν όλα σχετίζονται με όλα;» ρώτησε η κυρία απορημένη.
«Ναι», είπε ο γέρος και κούνησε το κεφάλι σοβαρά, «σίγουρα θα το προσέξατε κι εσείς, καλή κυρία, πως ο κόσμος συνίσταται πια μόνο από κομμάτια που κανένα δεν έχει πια να κάνει με τ' άλλο. Αυτό συμβαίνει από τότε που η λέξη μας χάθηκε. Και το χειρότερο είναι πως τα κομμάτια κομματιάζονται όλο και περισσότερο και μένουν όλο και λιγότερα που να σχετίζονται μεταξύ τους. Εάν δε βρούμε τη λέξη που θα συνδέσει και πάλι όλα με όλα, τότε μια μέρα όλος ο κόσμος θα γίνει σκόνη. Γι' αυτό είμαστε στον δρόμο και την αναζητούμε.»
«Και πιστεύετε πως κάποια μέρα πράγματι θα τη βρείτε;»
Ο γέρος δεν απάντησε, μόνο επιτάχυνε το βήμα του και προσπέρασε. Το κορίτσι με τα αμυγδαλωτά μάτια, που τώρα πήγαινε δίπλα στο παράθυρο της κυρίας, εξήγησε ντροπαλά:
«Με τον μακρύ δρόμο που κάνουμε, γράφουμε τη λέξη πάνω στην επιφάνεια της γης. Γι' αυτό δεν μένουμε πουθενά.»
«Α», είπε η κυρία, «τότε ξέρετε πάντα πού πρέπει να πάτε;»
«Όχι, αφήνουμε να μας πάει.»
«Και ποιος ή τι σας πάει;»
«Η λέξη», απάντησε το κορίτσι και χαμογέλασε σαν νά 'θελε να ζητήσει συγνώμη.
Η κυρία λοξοκοίταξε το παιδί πολλή ώρα και μετά ρώτησε σιγά:
"Μπορώ νά 'ρθω μαζί σας;"
Το κορίτσι σώπασε και χαμογέλασε και, ακολουθώντας το αγόρι, προσπέρασε αργά την άμαξα.
"Στοπ!" φώναξε η κυρία στον αμαξά. Αυτός τράβηξε τα χαλινάρια, γύρισε πίσω και ρώτησε:
"Μαντάμ, πράγματι θέλετε να πάτε μ' αυτούς εκεί;"
Η κυρία καθόταν στα μαξιλάρια βουβή και στητή και κοίταζε ίσια μπροστά. Σιγά-σιγά πέρασε όλη η υπόλοιπη συνοδεία δίπλα από τη σταματημένη άμαξα. Όταν πέρασε κι ο τελευταίος, η κυρία κατέβηκε κι ακολούθησε με το βλέμμα της την πορεία μέχρι που χάθηκε. Άρχισε να ψιλοβρέχει.
"Γύρισε!" φώναξε στον αμαξά καθώς ανέβαινε πάλι, "Πάμε πίσω. Άλλαξα γνώμη."
"Δόξα τω θεώ!" είπε ο κουτσός, "και σκεφτόμουν πως πράγματι θέλετε να πάτε μ' αυτούς."
"Όχι", απάντησε η κυρία αφηρημένη, δε θα τους χρησίμευα σε τίποτα. Μα συ κι εγώ, μπορούμε να είμαστε μάρτυρες πως υπάρχουν και τους είδαμε."
Ο αμαξάς έστριψε τ' άλογα.
"Μαντάμ, μπορώ να ρωτήσω κάτι;"
"Τι θέλεις;"
"Η μαντάμ πιστεύει πως κάποτε θα τη βρούνε αυτήν τη λέξη;"
"Αν τη βρουν", απάντησε η κυρία, "τότε ο κόσμος θ' άλλαζε από τη μια ώρα στην άλλη. Δε νομίζεις; Ποιος ξέρει, ίσως κάποτε γίνουμε και μάρτυρες απ' αυτό. Και τώρα ξεκίνα!"

PDF

Gerold Späth

Εξωφυλλο 1ης εκδοσης: Picasso, Ecce homo Bloch 1865b
Εξωφυλλο 1ης εκδοσης: Picasso, Ecce homo Bloch 1865b

Friedrich Hölderlin



Ποιηματα
(οι μεταφρασεις μου, με καποιες μελοποιησεις απο τον Wilhelm Killmayer)

►"Φυση"
Η φυση στον Hölderlin
Το ζωογονο
Χειρων


Αντιγονη
Antigonae (η μεταφραση του Hölderlin και το πρωτοτυπο)
Ω τυμβος... (μεταφραση μου της μεταφρασης του 
Hölderlin)
Anmerkungen zur Antigonae (Σημειωσεις για την Αντιγονη. Χειρογραφη μεταφραση.)
Σχολιο στην ''Αντιγονη'' του Heidegger

Η μελοποιηση της "Αντιγονης" στη μεταφραση του Hölderlin απο τον Karl Orff
Wozu Dichter? (Προς τι ποιητες;]
Vorwort zur Lesung von Hölderlins Gedichten [Προλογος για την αναγνωση ποιηματων του Hölderlin]
Hölderlins Hymnen 'Germanien' und 'Der Rhein' [Οι υμνοι του Hölderlin 'Germanien' και 'Der Rhein']
Ο Friedrich Hölderlin στη νοηση του Martin Heidegger

Θρασυβουλος Γεωργιαδης
Hölderlin. Απο το: "Nennen und Erklingen" ["Ονομασια και ηχος"]





Peter Handke





Τραγουδι του παιδιου

Οταν το παιδι ηταν παιδι
1

πηγαινε με τα χερια να κρεμονται,

ηθελε το ρυακι να 'ναι ποταμι

το ποταμι να 'ναι ποταμος,

κι αυτος ο λακκος η θαλασσα.

Οταν το παιδι ηταν παιδι

δεν ηξερε πως ηταν παιδι,

τα παντα ηταν γεματα ψυχη

κι ολες οι ψυχες ηταν ενα.

Οταν το παιδι ηταν παιδι,

δεν ειχε γνωμη για τιποτα,

δεν ειχε συνηθειες,

καθοτανε συχνα  οκλαδον,

εκει που στεκοταν ξεκινουσε να τρεχει,

στα μαλλια ειχ' ενα τσουλουφι

και δεν εκανε γκριματσες οταν το φωτογραφιζαν.

Οταν το παιδι ηταν παιδι, 2, 3

ηταν ο καιρος των εξης ερωτησεων:

Γιατι εγω ειμ' εγω κι οχι εσυ;

Γιατι ειμ' εδω και γιατι οχι εκει;

Ποτε αρχισ' ο χρονος και που τελειωνει ο χωρος;

Η ζωη κατω απο τον ηλιο δεν ειναι απλα ονειρο;

Αυτα που βλεπω και ακουω και μυριζω

δεν ειναι απλα το φαντασμα ενος κοσμου πριν απ' τον κοσμο;

Υπαρχει πραγματι το κακο κι ανθρωποι

που ειναι πραγματι οι κακοι;

Πως συμβαινει, αυτος που ειμαι,

πριν γινω να μην ημουν,

και καποτε, αυτος που ειμαι,

να μην ειμαι πια αυτος που ειμαι;

Οταν το παιδι ηταν παιδι

του καθονταν στον λαιμο το σπανακι, τα μπιζελια, το ρυζογαλα

και το βραστο λαχανο,

και τωρα τα τρωει ολα, και οχι μονο απο αναγκη.

Οταν το παιδι ηταν παιδι

καποια φορα ξυπνουσε σε ξενο κρεβατι

και τωρα παλι και παλι,

πολλοι ανθρωποι του φαινοταν ομορφοι

και τωρα μονο αν τυχει,

φανταζονταν εναν παραδεισο καθαρα

και τωρα μπορει το πολυ να τον υποψιαζεται,

μπορουσε να μην σκεφτεται το Μηδεν

και τωρα τρεμει εμπρος του.

Οταν το παιδι ηταν παιδι

επαιζε μ' εξαψη

και τωρα, απορροφημενο απο το θεμα του τελειως σαν τοτε, ειναι μονο

οταν αυτο το θεμα ειν' η δουλεια του..

Οταν το παιδι ηταν παιδι

του εφταναν για τροφη μηλο, ψωμι

και σημερα μενει παντα το ιδιο.

Οταν το παιδι ηταν παιδι 4

τα μουρα γεμιζαν το χερι του οπως μονο τα μουρα το κανουν

και σημερα παντα το ιδιο,

τα φρεσκα καρυδια καναν τραχια την γλωσσα του

και σημερα παντα το ιδιο,

σε καθε βουνο

νοσταλγουσε ολο το ακομα ψηλοτερο

και σε καθε πολη

νοσταλγουσε ολο την ακομα μεγαλυτερη

και σημερα μενει παντα το ιδιο,

στην κορφη ενος δεντρου τεντωνοταν να πιασει τα κερασια με μια αγαλλιαση

οπως και σημερα,

ειχε εμπρος σε καθε ξενο ντροπη

και την εχει παντα την ιδια,

περιμενε το πρωτο χιονι

κι ετσι περιμενει παντα το ιδιο.

Οταν το παιδι ηταν παιδι

πεταγε πανω στο δεντρο ενα ραβδι σαν ακοντιο

κι αυτο δονειται εκει ακομα και σημερα.

Paul Celan

Ο Paul Celan στη Βρεμη
Ο Paul Celan στη Βρεμη
Η αιωνιοτητα
Η αιωνιοτητα
*Οι Ομιλιες

Χαιρετισμος κατα την απονομη του βραβειου λογοτεχνιας του κρατιδιου της Βρεμης [Ansprache anläßlich der Entgegennahme des Literaturpreises der Freien Hansestadt Bremen]

Ο Μεσημβρινος [Der Mertidian]


*Ποιηματα σε μεταφρασεις μου [PDF]

Φουγκα θανατου [Todesfuge]
      
>Ο Celan απαγγελει

ΜΑΥΡΟ γαλα της αυγης το πινουμε βραδυ
το πινουμε μεσημερι και πρωι το πινουμε νυχτα
και πινουμε πινουμε
στους αιθερες σκαβουμε ταφο κει περα δεν ειναι στενα
Ενας αντρας μενει στο σπιτι και παιζει με φιδια και γραφει
γραφει σα σκοτεινιαζει στη Γερμανια τα χρυσαφια σου μαλλια Μαργαριτα
το γραφει και βγαινει απ' το σπιτι κι αστραφτουν τ’ αστερια σφυριζει να 'ρθουν τα κυνηγοσκυλα του κοντα του
σφυριζει ναρθουνε οι Εβραιοι του μπροστα του στελνει να σκαψουνε ταφο στη γη
μας προσταζει και τωρα μπρος παιξτε για το χορο

Μαυρο γαλα της αυγης σε πινουμε νυχτα
σε πινουμε πρωι και μεσημερι σε πινουμε βραδυ
και πινουμε πινουμε
Ενας αντρας μενει στο σπιτι και παιζει με φιδια και γραφει
γραφει σα σκοτεινιαζει στη Γερμανια τα χρυσαφια σου μαλλια Μαργαριτα
Τα σταχτια σου μαλλια Σουλαμιτ στους αιθερες σκαβουμε ταφο κει περα δεν ειναι στενα

Φωναζει στα εγκατα σκαψτε βαθυτερα σεις κι οι αλλοι εσεις παιξτε και τραγουδειστε
το σιδερικο αδραχνει στη ζωνη το σειει τα ματια του ειναι γαλαζια
τα φτυαρια βαθυτερα σεις κι οι αλλοι εσεις συνεχιστε και παιξτε για το χορο

Μαυρο γαλα της αυγης σε πινουμε νυχτα
σε πινουμε μεσημερι και πρωι σε πινουμε βραδυ
και πινουμε πινουμε
Ενας αντρας μενει στο σπιτι τα χρυσαφια σου μαλλια Μαργαριτα
τα σταχτια σου μαλλια Σουλαμιτ παιζει με φιδια

Φωναζει γλυκυτερα παιξτε το θανατο ο θανατος ειν’ ενας μαστορας απ’ τη Γερμανια
φωναζει τα βιολια βαθυτερα παιξτε και στον αιθερα τοτε σαν καπνος θ’ ανεβειτε
θα ‘χετε τοτε στα συννεφα ταφο κει περα δεν ειναι στενα

Μαυρο γαλα της αυγης σε πινουμε νυχτα
σε πινουμε μεσημερι ο θανατος ειν’ ενας μαστορας απ’ τη Γερμανια
σε πινουμε βραδυ και πρωι και πινουμε πινουμε
ο θανατος ειν’ ενας μαστορας απ’ τη Γερμανια το ματι του ειναι γαλαζιο
σε χτυπα με μολυβινη σφαιρα σε χτυπα ακριβως
ενας αντρας μενει στο σπιτι τα χρυσαφια σου μαλλια Μαργαριτα
αμολα τα κυνηγοσκυλα πανω μας ταφο μας χαριζει αιθεριο
παιζει με φιδια και ονειρευεται ο θανατος ειν’ ενας μαστορας απ’ τη Γερμανια

τα χρυσαφια σου μαλλια Μαργαριτα
τα σταχτια σου μαλλια Σουλαμιτ

Με κρασι και χαμο [Bei Wein und Verlorenheit]

ΜΕ ΚΡΑΣΙ ΚΑΙ ΧΑΜΟ, με
των δυο τους το γερμα:
ιππευσα μεσ' απ' το χιονι, ακους,
ιππευσα το θεο προς τα περα - προς τα δωθε, αυτος τραγουδαγε,

ηταν η τελευταια μας ιππευση πανω απ'
τους ανθρωπους-εμποδια.
Χωνανε τα κεφαλια στους ωμους, οταν
μας ακουγαν απο πανω τους,
εγραφαν,
πλαστογραφουσανε τον βρυχηθμο μας
σε μια

απο τις εικονογραφημενες τους γλωσσες.

Ψαλμος [Psalm]      
>Ο Celan απαγγελει

Κανεις δεν θα μας ξαναπλασει απο χωμα και λασπη,
κανεις δεν θα μας διαβασει τη σταχτη μας.
Κανεις.
Δοξασμενος να 'σαι, Κανεις εσυ.
Για χαρη σου θε ν'
ανθισουμε.
Κατα σενα.

Ενα Μηδεν
ειμασταν, ειμαστε, θα
μεινουμε, ανθωντας:
του Μηδενος, του
Κανενος το ροδο.

Με τον στυλο ψυχοφωτεινο,
τον στημονα ουρανοχερσο,
το περιανθιο κοκκινο
απο τη λεξη την πορφυρη που τραγουδησαμε
πανω, ω πανω
απο τ' αγκαθι.            

Stretto [Engführung]      
>Ο Celan απαγγελει

Εξορισμενοι στο
εδαφος
με το αδιαψευστο ιχνος:
Χορτο, καταγραμμενο ένα προς ενα. Οι πετρες, λευκες,
με τους ισκιους των καλαμιων:
Μη διαβαζεις αλλο - κοιτα!
Μην κοιτας αλλο - προχωρα!

Προχωρα, η ωρα σου
δεν εχει αδελφια, εισαι -
εισαι σπιτι. Ενας τροχος, αργα,
κυλα απο μονος του, οι ακτινες του σκαρφαλωνουν,
σκαρφαλωνουν σε μαυριδερο χωραφι, η νυχτα
δε χρειαζεται αστρα, πουθενα
δε ρωτανε για σενα.

               Πουθενα
                           δε ρωτανε για σενα -
Ο τοπος οπου βρισκοταν αυτοι εχει
ενα ονομα - δεν εχει
κανενα. Δε βρισκοταν εκει. Κατι
βρισκοταν αναμεσα τους.
Δεν βλεπαν πιο περα.
Δεν εβλεπαν, οχι,
μιλουσαν για
λεξεις. Καμια τους
δεν ξυπνησε, ο
υπνος
τους τυλιξε.

Ενα χερι [Eine Hand]

Το τραπεζι, απο ξυλο ωρων, με
το πιατο ρυζι και το κρασι.
Σωπαινουν, τρων, πινουν.

Ενα χερι, που φιλησα,
φωταει στα στοματα.

Η αιωνιοτητα [Die Ewigkeit]

Φλοιος του νυχτοδεντρου, μαχαιρια που γεννηθηκαν σκουριασμενα
σου ψιθυριζουν τα ονοματα, τον χρονο και τις καρδιες.
Μια λεξη, που κοιμοταν σαν την ακουσαμε,
χωνεται κατω απο το φυλλωμα:
λαλο θα ειναι το φθινοπωρο,
λαλιστερο το χερι που μαζευει το φθινοπωρο,
νωπο σαν το αφιονι της ληθης το στομα που φιλαει το χερι.

[Ομοιοτυπο: Gesammelte Werke, Bd 1, Frankfurt am Main 1983]

Λουλουδι [Blume]

Η πετρα.
Η πετρα στον αερα, που ακολουθησα.
Το ματι σου, τυφλο οσο κι η πετρα.
Ημασταν
χερια,
πλασαμε κενο το σκοταδι, βρηκαμε
τη λεξη που ανεβηκε στο καλοκαιρι:
Λουλουδι.
Λουλουδι – μια λεξη τυφλου.
Το ματι σου και το ματι μου:
φροντιζουνε
για νερο.
Βλαστηση.
Καρδιακο τοιχωμα γυρω απο καρδιακο τοιχωμα
φυλλοφορει κι αλλο.
Μια λεξη ακομα, σαν τουτη, και τα σφυρια
θα σειονται στον αερα.

Αχνοφωνα [Fahlstimmig]

ΑΧΝΟΦΩΝΑ, από
το βάθος έχοντας ξυστεί:
καμιά λέξη, κανένα πράγμα,
και των δυο το μοναδικό όνομα,

πτωτικό μέσα σου,
πτητικό μέσα σου,

πληγιασμένο κέρδος
ενός 1 κόσμου.

1 προηγούμενα σχεδιάσματα: einzigen, einsamen [μοναδικού, μοναχικού]

Φρανκφουρτη, Σεπτεμβριος [Frankfurt, September]

Τυφλο, φωτο-
γενειοφορο διαχωριστικο.
Ενα ονειρο σκαθαριου
το καταφωτιζει.

Απο πισω, θρηνοπλεκτο,
το μετωπο του Freud ανοιγει,

το εξω
επιμονα αποσιωπημενο δακρυ
ξεσπα με τη φραση:
"Για τελευταια
φορα ψυχο-
λογια."

Η ιμιτασιον
καργας
προγευματιζει.

Ο ηχος της λαρυγγικης αποφραξης
αδει.

Ανοιχτη γλωττιδα [Offene Glottis]

ΑΝΟΙΧΤΗ ΓΛΩΤΤΙΔΑ, ρευμα αερος,

το
φωνηεν, δραστικο,
με το ενα
μορφημα,

συμφωνων ριπες, φιλτραρισμενες
απο κατι το φανερο
απο μακρυα,

ουδος ερεθισματων: συνειδηση

μη επενδυσιμοι
εγω κι επισης εσυ,

υπερεπαλη-
θευμενο
το για ματια, το
ια μνημη διψασμενο κυλιομενο
σημα
κατατεθεν,

ο κροταφικος λωβος ακεραιος,
οπως και τ’ οπτικο κεντρο.

Todtnauberg

Αρνίκη, βάλσαμο των ματιών, η
πόση από την στέρνα με τον
αστρόκυβο πάνω της,
στην
καλύβα,
η στο βιβλίο
– ποιανού όνομα πήρε
πριν το δικό μου; –
η σ’ αυτό το βιβλίο
γραμμένη αράδα για
μιαν ελπίδα , σήμερα
σ’ ενός νοούντος
ερχόμενον*
λόγο
στην καρδιά,
λειβάδια του δάσους, ανισοπέδωτα,
όρχις και όρχις, ένας κι ένας,
κάτι τραχύ, αργότερα, στ’ αυτοκίνητο,
σαφές,
αυτός που μας πάει, ο άνθρωπος,
αυτός που τ’ ακούει μαζύ,
τα μισο-
βαδισμένα σανιδένια
μονοπάτια στο υψίπεδο έλος ,
υγρασία,
πολλή.

*πρώτη έκδοση:
ερχόμενο, ά-
μεσα ερχόμενο

Κρύσταλλος [Kristall]

Μη στα χείλη μου ζητήσεις το στόμα σου,
μη μπροστά στην πόρτα τον ξένο,
μη στο μάτι το δάκρυ.
Εφτά νύχτες ψηλότερα διαβαίνει κόκκινο προς κόκκινο,
εφτά καρδιές βαθύτερα βαράει το χέρι την πόρτα,
εφτά ρόδα αργότερα κελαρεί το πηγάδι.

Δεν ειναι πια [Es ist nicht mehr]

Δεν ειναι πια
αυτή
η βαρύτητα που
κάποτε βυθίζεται μαζί σου
μέσα στην ώρα. Είναι
μια άλλη.
Είναι το βαρίδι που συγκρατεί το κενό
που θα συν-
παρασέρνονταν μαζί σου.
Δεν έχει, όπως κι εσύ, κανένα όνομα. Ίσως
είστε το ίδιο/Ισως
κάποτε κι εσύ να με ονομάσεις
έτσι.

Τοσα αστρα [Soviel Gestirne]

[...]
ξέρω,
ξέρω και ξέρεις, ξέραμε,
δεν ξέραμε,
άλλωστε εδώ είμασταν κι όχι εκεί,
και κάποτε, όταν
μόνο το τίποτα έστεκε ανάμεσα μας, βρίσκαμε
ο ένας τον άλλο ολότελα.

Επιτυμβιο για τον Francois [Grabschrift für Francois+

Οι δυο πόρτες του κόσμου
ανοιχτές:
ανοιγμένες από σένα
την αμφινύχτα.
Τις ακούμε να χτυπάνε και να χτυπάνε
και μεταφέρουν το αβέβαιο,
και μεταφέρουν το πράσινο στο πάντα σου.
Οκτώβριος 1953

Νυχτερινά σφιχτά [Nächtlich geschürzt]      
>Ο Celan απαγγελει

Νυχτερινά σφιχτά
τα χείλη των λουλουδιών,
σταυρωμένοι και μπλεγμένοι
οι κορμοί των πεύκων,
ασπρισμένα τα βρύα, κλονισμένη η πέτρα,
ξυπνητές για την ατέλειωτη πτήση
οι κάργες πάνω απ' τον παγετώνα:
είναι ο τόπος που αναπαύονται αυτοί που προφτάσαμε:
δεν θα ονομάσουν την ώρα,
δεν θα μετρήσουνε τις νιφάδες,
δεν θ' ακολουθήσουνε τα νερά στο φράγμα.
Στέκουνε χώρια στον κόσμο,
ο καθένας στην νύχτα του,
ο καθένας στον θάνατό του,
δύστροποι, άσκεποι, πάνωθέ τους η πάχνη
των κοντινών και των μακρινών.
Πληρώνουν το χρέος που εμψύχωσε την αρχή τους,
το πληρώνουν σε μια λέξη
που υφίσταται άδικα, όπως το καλοκαίρι.
Μια λέξη - ξέρεις:
ένα λείψανο.
Ας το πλύνουμε,
ας το χτενίσουμε,
ας γυρίσουμε το μάτι του
προς τον ουρανό.

Μάτι του χρόνου [Auge der Zeit]

Τούτο είναι το μάτι του χρόνου:
κοιτάζει στραβά
κάτω από εφτάχρωμο φρύδι.
Το βλέφαρό του το πλένουν φωτιές,
το δάκρυ του είν' ατμός.

Το τυφλό άστρο προσγειώνεται πάνω του
και λιώνει στην καυτή βλεφαρίδα:
έρχεται ζέστη στον κόσμο,
κι οι νεκροί
μπουμπουκιάζουν κι ανθίζουν.

Φτερωτή νυχτα [Flügelnacht]

Φτερωτή νυχτα, έχοντας έρθει από πέρα μακριά και τώρα
απλωμένη για πάντα
πάνω από κιμωλία κι ασβέστη.
Χαλίκι, κυλώντας αβυσσαλέα.
Χιόνι. Κι ακόμα περισσότερο άσπρο.

Αόρατο,
ό,τι έμοιαζε καφετί,
στο χρώμα των σκέψεων και σε άγρια
βλάστηση από λέξεις πνιγμένο.

Ασβέστης είναι και κιμωλία.
Και χαλίκι.
Χιόνι. Κι ακόμα περισσότερο άσπρο.

Συ, συ ο ίδιος:
Φυτεμένος στο ξένο
μάτι που όλα τούτα
τα εποπτεύει.

Μίλα κι εσύ [Sprich auch du]

Μίλα κι εσύ,
μίλησε τελευταίος,
πες την ρήση σου.
Μίλα -
Μα μην χωρίσεις το όχι απο το ναι.
Δώσε στην ρήση σου και το νόημα:
δώσε της την σκιά.
Δώσε της σκιά άφθονη,
δώσε της τόση
όση γνωρίζεις γύρω σου μοιρασμένη ανάμεσα
μεσάνυχτα και μεσημέρι και μεσάνυχτα.
Κοίτα τριγύρω:
δες πώς όλα ζωντανεύουν παντού -
Μα τον θάνατο! Ζωντανεύουν!
Αληθινά μιλάει όποιος μιλάει σκιές.
Μα να που λιγοστεύει ο τόπος που στέκεις:
Και τώρα για πού, ξεΐσκιωτε συ, για πού;
Ανέβα. Ψηλάφησε προς τα πάνω.
Πιο λεπτός γίνεσαι, πιο αγνώριστος, πιο αχνός!
Πιο αχνός: ένα νήμα,
που απ' αυτό να κατεβεί θέλει το άστρο:
για να πλεύσει κάτω,
κάτω,
όπου κοιτιέται πώς στίλβει: στους
αμμόλοφους
περιπλανώμενων λέξεων.

Χιονοκρεβατο [Schneebett]

Χιονοκρεβατο
Μάτια, αόκοσμα, στη νεκρική χαράδρα: Έρχομαι,

Σκληροφυία στην καρδιά.
Έρχομαι.

Σεληνοκάτοπτρο κάθετο τοίχωμα. Προς τα κάτω.
(Φωτισμός κηλιδωμένος από ανάσα.
Εδώ κι εκεί αίμα.
Ψυχή που συννεφιάζει μια φορά ακόμα,
με μορφή σχεδόν.
Δεκαδάχτυλος ίσκιος - συρραμένος.)

Μάτια αόκοσμα,
μάτια στη νεκρική χαράδρα,
μάτια μάτια:

Το χιονοκρέβατο κάτω απ' τους δυο μας, το χιονοκρέβατο.
Κρύσταλλος σε κρύσταλλο,
σε κάγκελα βαθιού χρόνου, πέφτουμε,
πέφτουμε και ξαπλώνουμε και πέφτουμε.

Και πέφτουμε:
Είμασταν. Είμαστε.
Είμαστε με την νύχτα σάρκα μία.
Στους δρόμους, τους δρόμους.

Και στα δυο χερια [Zu beiden Händen]

ΚΑΙ ΣΤΑ ΔΥΟ ΧΕΡΙΑ, εκεί
που μου φυτρώσαν τ' άστρα, μακριά
απ' όλους τους ουρανούς, κοντά
σ' όλους τους ουρανούς:
Πώς
αγρυπνά εκεί! Πώς
μας ξανοίγεται ο κόσμος,
καταμεσίς μας!
Είσαι,
όπου είναι το μάτι σου, είσαι
πάνω, είσαι
κάτω, βρίσκω
έξοδο.

Ω αυτό το πλανώμενο κενό
φιλόξενο μέσο. Χωρισμένοι,
συμπίπτω σ' εσένα, συμπίπτεις
σ' εμένα, μεταξύ μας
έκπτωτοι, βλέπουμε
απ' ανάμεσα:

Το
Αυτό
μας έχει
χάσει, το
Αυτό
μας έχει
ξεχάσει, το
Αυτό
μας έχει --

Μ' ολες τις σκεψεις [Mit allen Gedanken]

Μ’ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΣΚΕΨΕΙΣ πέρασα
έξω από τον κόσμο: εκεί ήσουν,
γαλήνια μου εσύ, ανοιχτή μου εσύ, και (
μας υποδέχτηκες.

Ποιος
λέει πως μας νεκρώθηκαν όλα
όταν σφαλίσαμε τα μάτια μας;
Όλα ξυπνήσαν, όλα ξεκίνησαν.
Μέγας έφτασε κολυμπώντας ένας ήλιος, φωτεινές
σταθήκαν απέναντί του ψυχή και ψυχή, καθαρά,
επιτακτικά τον σωπαίνανε
στην τροχιά του.

Ελαφρά
άνοιξε η αγκαλιά σου, σιγαλά
ένα χνώτο υψώθηκε στον αιθέρα,
κι αυτό που νέφωσε μήπως δεν ήταν,
μήπως δεν ήταν μορφή κι απ’ το δικό μας το μέρος
μήπως δεν ήταν
σχεδόν ένα όνομα;

Τρεμολαμπο δεντρο [Flimmerbaum]

Μια λέξη,
που σ' αυτήν χάρηκα τον χαμό σου:
η λέξη
Ουδέποτε

Ήταν,
και φορές τό 'ξερες κι εσύ,
ήταν
ελευθερία.
Κολυμπούσαμε.

Το ξέρεις ακόμα πως τραγουδούσα;
Τραγουδούσα με το τρεμόλαμπο δέντρο, το τιμόνι.
Κολυμπούσαμε.

Το ξέρεις ακόμα πως κολυμπούσες;
Ανοιχτή μου βρσκόσουν εμπρός μου,
μου βρισκόσουν, βρισκόσουν
εσύ εμπρός
στην προ-
πορευόμενή μου ψυχή.
Κολυμπούσα και για τους δυο μας. Δεν κολυμπούσα.
Κολυμπούσε το τρεμόλαμπο δέντρο.

Κολυμπούσε; Ήταν
άλλωστε τέλμα τριγύρω. Ήταν η άπειρη μικρή λίμνη.
Μαύρη και άπειρη, έτσι έκλινε,
έτσι έκλινε προς τα κάτω του κόσμου.

Το ξέρεις ακόμα, πως τραγουδούσα;
Αυτό -
ω αυτό το ρεύμα.

Ουδέποτε. Προς τα κάτω του κόσμου. Δεν τραγουδούσα. Ανοιχτή
μου βρισκόσουν εμπρός
στην ψυχή που ταξίδευε.

Το μεταξοσκεπαστο Πουθενα [Das seidenverhangene Nirgend]

ΤΟ ΜΕΤΑΞΟΣΚΕΠΑΣΤΟ ΠΟΥΘΕΝΑ
αφιερώνει στην αχτίδα την διάρκειά του,

εδώ μπορώ να σε
βλέπω.

Γίνετα να εισέρχομαι σ' εσάς, να εξέρχομαι -

Κάτω από το αμμόκρανος κατευθύνει
ο απαρατήρητα κοιμώμενος
εγκέφαλός σου
την άφθαρτη, μία
ωκεάνεια
μέρα,

έλα, διαυγάζω,

έλα, σε δίνω
σ' εμένα κι επίσης σ' εσένα
υπερκαλλιεργημένη
βαρύτητα.

Μόνο όταν [Erst wenn ich dich]

Μόνο όταν
σ' αγγίζω σαν ίσκιο
το πιστεύεις, το
στόμα μου,

τούτο σκαρφαλώνει με υστερο-
νόητα κει ψηλά
σε χρονικές αυλές
πέρα-δώθε,
πέφτεις επάνω στο στράτευμα
των δευτεραντιπροσώπων μεταξύ
των αγγέλων,

σιγομανές
αστρίζει.

Η δικη μου [Meine]

Η ΔΙΚΗ μου
προς εσένα γωνιασμένη ψυχή
σ' ακούει
να καταιγίζεσαι,
στ' αυλάκι του λαιμού σου μαθαίνει
το άστρο μου πώς κανείς σακουλιάζει
και γίνεται αληθινός.
με το δάχτυλο το φέρνω έξω και πάλι -
έλα, συνδιαλέξου μαζί του,
σήμερα κιόλας.

Εν' αστρο [Ein Stern]

ΕΝ' ΑΣΤΡΟ
αφουγκράζεται ένα φως,
μια ώρα αποδιώχνει
μια ώρα
καρδιοβαρές
κυλά κυανό
από πάνω σου,
το αιμάτινο
σάλιο σου
κάνει ευτυχισμένο
έναν αλλοπαρμένο αμμόκοκκο,
ένα κολόβωμα μητέρας
οδηγεί ένα πρώιμο πρόσωπο
μές από έναν πόνο,
ο θεός του
προχωρεί θερίζοντας το μέτωπο των εικόνων,
στην κόψη
της υψίστης
αιώρας.

Οι πολοι [Die Pole]

ΟΙ ΠΟΛΟΙ
είναι μέσα μας,
ανυπέρβατοι
στον ξύπνο,
τους υπερυπνωττουμε, έως την Πύλη
του Ελέους,

σε χάνω σ' εσένα, αυτό
είναι το χιονοβάλσαμό μου,

πες πως τα Ιεροσόλυμα ε ί ν α ι

πες το, σαν νά 'μουν εγώ αυτό
το λευκό σου,
σαν νά 'σουν εσύ
το δικό μου,

σαν να μπορούσαμε να 'μαστε δίχως εμάς,
σε φυλλομετράω, για πάντα,
κάνεις την προσευχή, το κρεβάτι,
μας ελευθερώνεις.

Το ξενο [Das Fremde]

ΤΟ ΞΕΝΟ
μας έχει στο δίχτυ,
η παροδικότητα μας διαπερνά
πέρα για πέρα, απορημένη,

μέτρησε τον σφυγμό μου, ακόμα κι αυτόν,
μέσα σου,
ορθωνόμαστε τότε,
εναντίον σου, εναντίον μου,

κάτι μας ντύνει,
σε δέρμα νύχτας, σε δέρμα μέρας,
για το παιχνίδι με το ύψιστο, πτωτικο-
μανές σοβαρό.

Κωνσταντινος Καβαφης


Ποσειδωνιαται

Ο Δαρειος

Τυψις



► Δυο ποιηματα σε μελοποιηση και ερμηνεια Νικολα Σπανου

Επιθυμιες
Σαν σώματα ωραία νεκρών που δεν εγέρασαν
και τάκλεισαν, με δάκρυα, σε μαυσωλείο λαμπρό,
με ρόδα στο κεφάλι και στα πόδια γιασεμιά —
έτσ’ η επιθυμίες μοιάζουν που επέρασαν
χωρίς να εκπληρωθούν· χωρίς ν’ αξιωθεί καμιά
της ηδονής μια νύχτα, ή ένα πρωί της φεγγερό.

Απ' τες εννια
Δώδεκα και μισή. Γρήγορα πέρασεν η ώρα
απ’ τες εννιά που άναψα την λάμπα,
και κάθισα εδώ. Κάθουμουν χωρίς να διαβάζω,
και χωρίς να μιλώ. Με ποιόνα να μιλήσω
κατάμονος μέσα στο σπίτι αυτό.

Το είδωλον του νέου σώματός μου,
απ’ τες εννιά που άναψα την λάμπα,
ήλθε και με ηύρε και με θύμισε
κλειστές κάμαρες αρωματισμένες,
και περασμένην ηδονή— τι τολμηρή ηδονή!
Κ’ επίσης μ’ έφερε στα μάτια εμπρός,
δρόμους που τώρα έγιναν αγνώριστοι,
κέντρα γεμάτα κίνησι που τέλεψαν,
και θέατρα και καφενεία που ήσαν μια φορά.

Το είδωλον του νέου σώματός μου
ήλθε και μ’ έφερε και τα λυπητερά·
πένθη της οικογένειας, χωρισμοί,
αισθήματα δικών μου, αισθήματα
των πεθαμένων τόσο λίγο εκτιμηθέντα.

Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασεν η ώρα.
Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασαν τα χρόνια.


Αλλες αναφορες στον Καβαφη