Κώστας Γεμενετζής - ψυχαναλυση

Προλογος

Λιγα χρονια μετα τη δημοσιευση του Επανεισαγωγη στην ψυχαναλυση βαλθηκα να συγγραψω ενα "εργο ζωης". Το μεγαλοπνοο σχεδιασμα αποδειχτηκε φουσκα. Εδω παρατιθεται ο Προλογος, αποσπασματικος, και στη συνεχεια τα σχεδιασματα, οπως ανασυρθηκαν απο το χρονοντουλαπο.

Προλογος

Το θεμα που ακουει στο ονομα "Επανεισαγωγη στην Ψυχαναλυση" δεν αποτελει προσωπικη μου πρωτοτυπια. Καταρχην, παραπεμποντας αμεσα στην "Εισαγωγη στην Ψυχαναλυση", αναγνωριζει παντα στο εργο του Sigmund Freud την πρωταρχικη και αποφασιστικη διαμορφωση αυτου το οποιο εκτοτε καλειται "ψυχαναλυση". Ισως ομως το τι πραγματι συμβαινει στην ψυχαναλυση αποδιδεται επαρκεστερα μονον αφοτου με την φαινομενολογια, και ιδιαιτερα οπως αυτη αναπτυσσεται στην νοηση του Martin Heidegger, κατεστη δυνατη η απελευθερωση απο τον ακρατο επιστημονισμο ο οποιος καθοριζει την σκεψη του Freud.

Ο Ludwig Binswanger και ο Medard Boss επεχειρησαν ακριβως να μιλησουν για ενα ψυχαναλυτικο βλεμμα που βλεπει τα πραγματα οπως αυτα δειχνονται, αφεαυτων.

Διοτι οι συνηθεις προκαταληψεις της εποχης της τεχνικης και η απο τις επιστημες ακριτα  παραληφθεισα νοοτροπια της ψυχαναλυσης ειναι παντα φυγη εμπρος στα φαινομενα καθεαυτα και προσφυγη σε παραστασεις μοντελων τους.

Ομως και αυτη η με ευρυτατο νοημα φαινομενολογικη σταση δεν ειναι η επινοηση ενος φιλοσοφου και της σχολης του. Την δυναμη της η εδω εννοουμενη φαινομενολογια την αντλει απο το οτι συγκροτειται μεσα απο την συμφωνια με μια φωνη παμπαλαια, ομως ως επι το πλειστον ανεπαρκως ακουομενη: την φωνη των Αρχαιων. Και παλι η ελληνικη νοηση δεν πρεπει εδω να εκληφθει ως δανειο, ως βελτιωση και εξωραϊσμος μιας ηδη παγιωμενης ψυχαναλυτικης κατευθυνσης, αλλα ως η πηγη της, η οποια, οσο προθυμοτερα γινεται αποδεκτη, τοσο ριζικοτερα μεταβαλλει τον ιδιο τον ανθρωπο και τοσο καθαροτερα αφηνει το βλεμμα να εννοει τον κοσμο μας, στον οποιο βεβαιως ανηκει η ψυχαναλυση.

Οδηγος μου στην προσεγγιση του Ελληνισμου υπηρξε βασικα ο Martin Heidegger, ο τροπος με τον οποιο αφηνει να μιλησουν ο Αναξιμανδρος, ο Ηρακλειτος και ο Παρμενιδης, ο Σοφοκλης, ο Πλατων και ο Αριστοτελης. Ενας αλλος οδηγος μου ειναι ο Friedrich Hölderlin, η ποιητικη συνομιλια του οποιου με την Ελλαδα, διαγραφει εναν ουσιαστικο χαρακτηρα της σημερινης εποχης, που θα πει συγχρονως: αφηνει την Ελλαδα να μας συνοδευει, σημερα, με τον τροπο που της αρμοζει.

Σ' αυτο το πλαισιο πρεπει να αναφερω αλλους δυο συγγραφεις, τον ελβετο ψυχαναλυτη Hanspeter Padrutt και την ερμηνεια του των Προσωκρατικων (πρβλ. Und sie bewegt sich doch nicht, [Κι ομως δεν γυριζει], Ζυριχη 1992), ενα πρωτο σχεδιασμα του οποιου ειχα την τυχη να γνωρισω πριν απο δεκα χρονια, και τον ελληνα μουσικολογο Θρασυβουλο Γεωργιαδη, χαρη στον οποιο η μουσικη γινεται και παλι η ελληνικη λεξη που ειναι: ενα ονομα για τον κοσμο, δηλαδη ενα ονομα για εκεινο, μεσα απο το οποιο τα πραγματα μιλουν και ο ανθρωπος τους αντ-αποκρινεται.

Οπου πρεπει να τονισω πως ο,τι εκθετω εδω διολου δεν εχει την αξιωση της "ορθης ερμηνειας" των συγγραφεων που αναφερονται, και των εργων τους. Προκειται πολυ περισσοτερο για εκφανσεις της δικης μου συνομιλιας μαζι τους καθοσον αυτα τα εργα υπηρξαν καθοριστικα στην διαμορφωση του δικου μου βλεμματος. Δεν επιδιωκω λοιπον να παραθεσω τις "θεσεις" τους. Γι' αυτον τον λογο κατα κανονα αποφευγω τις παραπομπες, και ακομη δεν υπεισερχομαι στην νοοτροπια του λογιστη να διακρινω τι ειναι "δικο μου" και τι "βιβλιογραφια". Εδω προεχει η προσπαθεια να ειπωθει ο,τι ερχεται μεσα απο μιαν εμπειρια δικη μου πλεον, στο σημειο που αυτη η εμπειρια αγεται απο ενα καθαρο βλεμμα.

Η αναφορα στην ελληνικη νοηση ως το θεμελιο ενος μοντερνου φαινομενου οπως η ψυχαναλυση δεν αφορμαται απο καποια φολκλορικη ιδιορρυθμια η απο καποια εθνικιστικη εμμονη του συγγραφεα. Ισως δεν ειναι συμπτωση οτι απο τους αναφερθεντες οδηγους μου μονον ενας ειναι Ελληνας - και αυτος εζησε τον περισσοτερο χρονο σε μια ξενη χωρα και διδαξε κι εγραψε σε μια ξενη γλωσσα.

Ο ελληνικος κοσμος ειναι ο τοπος της προελευσης ολων μας - ακριβεστερα, οχι ο ελληνικος κοσμος αλλα ο Ελληνισμος ως η αρχη, ως το αρχαιο οπου συνεβη κοσμος και εκτοτε μπορουμε να μιλαμε καν για "κοσμο" και να κατοικουμε εναν κοσμο. Ομως αυτο που μας εδειξαν ο Martin Heidegger για τη φιλοσοφια και ο Θρασυβουλος Γεωργιαδης για τη μουσικη ειναι, οπως το βλεπω εγω, οτι μια επαρκης προσληψη του συγχρονου και μια επαρκης κατοικηση του κοσμου του ειναι δυνατη μονον οταν το συγχρονο γινεται εμπειρατο ως εμπεδομενο στην προελευση του - μια, ως προς τον τροπο της, επισης γνησια ψυχαναλυτικη ενοραση.

Ειναι η δυνατοτητα μιας τετοιας εμπειριας της ψυχαναλυσης, ειναι η δυνατοτητα μιας τετοιας, κυριολεκτικα μεγαλοθυμης εμπειριας του φαινομενου της ψυχαναλυσης, που απαιτει την τροπη προς την ελληνικη νοηση. Σ' αυτο το φως η ψυχαναλυση δεν πρεσβευει καποιες διαχρονικες αληθειες αλλα ειναι ενα συμβαν βαθυτατα ιστορικο.

Επιχειρω να εμπειραθω την ψυχαναλυση μεσα απο το πνευμα που διαπνεει αυτον τον αιωνα, στην συγκυρια του οποιου και μονον ειμαστε οπως ειμαστε. Ομως τουτο το πνευμα ερχεται απο μια περιοχη πολυ πριν απο εκεινην της τεχνικης και της επιστημης. Απο αυτο το "πριν" χρειαζεται ο ψυχαναλυτης οχι μονο να ξεκινα, αλλα και να κατευθυνεται προς αυτο συνεχως. Η δυνατοτητα εμπειρωσης του παλι προϋποθετει εκεινη την ευρυτητα βλεμματος και καρδιας, εκεινη την ακροαστικη ικανοτητα η οποια φθανει εως τους Ελληνες και διακρινει κατι απο την καθαρη, ομως σχεδον ανεπαισθητη φωνη τους. Οι αποηχοι αυτων των ψιθυρων φερνουν μεταξυ αλλων και σε δρομους τους οποιους αυτο το βιβλιο επιχειρει να ακολουθησει, στο σημειο που φθανουν τα ορια του.

Ομως τωρα η ψυχαναλυση φαινεται να αποκτα μια διασταση ασυνηθιστη. Και γι' αυτο ηδη πρεπει να περιμενουμε οτι η συνηθως εννοουμενη "θεραπεια" δεν αποδιδει τον σκοπο της, εαν η ψυχαναλυση εχει καν κατι σαν "σκοπο", και το πλαισιο των επιστημονικων μοντελων ειναι πολυ στενο για να αποδωσει το ευρος της. Ισως ισως το ιδιαιτερο της ψυχαναλυσης να εγκειται στο οτι ανηκει σ' εκεινα τα σπανια εργα τα οποια ειναι, ναι, αχρηστα και γι' αυτο δεν εχουν την αναγκη των μοντελων καθως αρκουνται σε κατι το λιγοστο και αθωο: στην παλιννοστηση στα πραγματα καθεαυτα και στην συγγενη λαμψη τους.

Επειδη για την αναπτυξη των θεματων αποφασιστικη υπηρξε η εμπειρια του συγγραφεα, το βιβλιο εχει εναν χαρακτηρα αυτοπαρουσιασης. Δεν αποτεινεται σε κανεναν, δεν αντιπαλευει κανεναν, δεν εχει τιποτα να διδαξει. Θα το προσεξουν μονον οσοι ετυχε να ειναι ηδη αφεαυτων ευηκοοι στον λογο του.,,,


Τι ειναι η ψυχαναλυση

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ

Τα ματια σου πανω στα πραγματα του κοσμου

προσηλωμενα, σοβαρα.

Πρωτη στιγμη καθε φορα

και κανενας δε ρωτουσε

Ελενα Νουσια

Τι ειναι η ψυχαναλυση; Ο Freud σε ενα κειμενο του 1923 με τον τιτλο "Psychoanalyse" und "Libidotheorie" ["Ψυχαναλυση" και "Θεωρια του Libido"] γραφει:

"Ψυχαναλυση" ειναι το ονομα 1) μιας διαδικασιας για την ερευνα ψυχικων διεργασιων οι οποιες διαφορετικα θα ηταν απροσιτες· 2) μιας μεθοδου για την θεραπεια νευρωτικων διαταραχων η οποια βασιζεται σ' αυτην την ερευνα· 3) μιας σειρας ψυχαναλυτικων ενορασεων οι οποιες αποκτηθηκαν μ' αυτον τον τροπο και προοδευτικα απαρτιζουν μια νεα επιστημη.

Με ποιον τροπο η ψυχαναλυση ειναι "ονομα", εαν καν ονομαζει κατι, και τι ονομαζει, και τι αφηνει ακατανομαστο, θα το δουμε αργοτερα. Εδω ας μελετησουμε προσεκτικοτερα τα τρια στοιχεια τα οποια κατα τον Freud οριζουν την ψυχαναλυση. Πρωτον, η ψυχαναλυση αποβλεπει σε "ψυχικες διεργασιες" τις οποιες και ειναι σε θεση να διερευνησει. Δευτερον, η ψυχαναλυση συμβαλλει στην θεραπεια "νευρωτικων διαταραχων". Τριτον, η "νεα επιστημη" αποτελειται, οπως διευκρινιζει ο Freud στο ιδιο κειμενο, απο τις "μη ιατρικες εφαρμογες της ψυχαναλυσης".

Παντοτε η ψυχαναλυση εννοειται μεσα απο την αναφορα σε κατι αλλο, στην επιτευξη του οποιου και συμβαλλει: ερευνα και θεραπεια νευρωτικων διαταραχων, εφαρμογες της στις θεωρητικες επιστημες. Πραγματα φυσικα και αυτονοητα. Και ειναι επισης φυσικο, και δεν ξενιζει διολου, οτι η ψυχαναλυση ως ψυχαναλυση δεν αποτελει καν θεμα. Μαλλον ξενιζει το οτι εδω τιθεται. Τι θα πει, η ψυχαναλυση ως ψυχαναλυση; Αυτοσκοπος; Μα η ψυχαναλυση γινεται με καποιον σκοπο. Δεν κανουμε, θα συνεχισει ο αντιλογος, ψυχαναλυση για την ψυχαναλυση! Κανουμε ψυχαναλυση διοτι εχει αποδειχθει σε ορισμενες περιπτωσεις χρησιμη!

Ας αφησουμε για την ωρα τον αντιλογο αναπαντητο. Αργοτερα θα δουμε τι μπορει να σημαινει "κανω ψυχαναλυση" και ποια ειναι η σχεση της ψυχαναλυσης με την χρηστικοτητα. Ας συγκρατησουμε μονον τουτο: το δραμα της ψυχαναλυσης καθ' εαυτο στον ορισμο του Freud για την ψυχαναλυση μενει αγνοημενο.

Αυτο δεν θα πει οτι τωρα θα προσπαθησουμε να δωσουμε εναν "αλλο" ορισμο της ψυχαναλυσης ο οποιος θα λαμβανει υπ' οψιν του την ψυχαναλυση ως ψυχαναλυση. Το προβλημα δεν βρισκεται στον συγκεκριμενο ορισμο του Freud αλλα στο οτι ο Freud εννοει την ψυχαναλυση, ρητα, η αρρητα, μεσα απο εναν ορισμο της, μεσα απο ενα "η ψυχαναλυση ειναι …". Και πρεπει να κινειται στον οριζοντα ενος ορισμου της ψυχαναλυσης διοτι ολο σχεδον το εργο του δεν ειναι παρα η αναπτυξη μιας απαντησης στο ερωτημα "τι ειναι η ψυχαναλυση".

Το "τι ειναι…;" αξιωνει ως απαντηση εναν ορισμο. Και ενας ορισμος δινεται παραδοσιακα με την παραθεση του γενους, στο οποιο το οριζομενο ανηκει, και της ειδοποιου διαφορας του απο τα αλλα ειδη τα οποια περιλαμβανονται σ' αυτο το γενος. Ετσι ενας με την ευρεια εννοια ορισμος της ψυχαναλυσης θα την ενταξει σε ενα γενος (π.χ. "θεραπεια", "ψυχολογικη θεωρια") και θα την διαφοροποιησει ως προς αλλα ειδη αυτου του γενους (π.χ. "ψυχοθεραπεια", "θεωρια της μαθησης" αντιστοιχα). Ομως οταν αιφνης η ψυχαναλυση οριστει γενικα ως "θεραπεια", τοτε δεν μενει στον εαυτο της αλλα οριζεται μεσα απο την ενταξη της σ' αυτο το γενικο. Και οταν παλι διαφοροποιειται απο αλλα ειδη θεραπειας, τοτε και παλι δεν μενει στον εαυτο της αλλα οριζεται μεσα απο την αντιδιαστολη προς αλλες "θεραπειες".

Εαν λοιπον αναζητησουμε την ψυχαναλυση ως ψυχαναλυση, πρεπει να παραιτηθουμε απο την αναγκη ενος ορισμου της. Και τουτο σημαινει πως καταρχην πρεπει να παραιτηθουμε απο την ιδια την ερωτηση η οποια αξιωνει να μαθει "τι ειναι η ψυχαναλυση", αφου μια τετοια ερωτηση αποτρεπει το βλεμμα απο την ψυχαναλυση καθ' εαυτην. Πρεπει να δοκιμασουμε την δυνατοτητα ενος βλεμματος διχως ερωτησεις τετοιες και διχως λοξοκυτταγματα, "προσηλωμενου", οπως λεει η ποιητρια, "στα πραγματα". Πρεπει να δουμε το φαινομενο της ψυχαναλυσης καθ' εαυτην διχως να περιμενουμε να γνωρισουμε "τι ειναι" - και ισως ηδη, μ' αυτην την φραση, εφ' οσον της προσιδιαζει ακριβως ενας δρομος που δεν "οριζεται" και που σχετικες ερωτησεις ("που βρισκομαι;" "που πηγαινω;") μενουν κατα βαση διχως αμεση απαντηση.

Πρωτο μελημα του βιβλιου ειναι λοιπον να καθαρισει το βλεμμα ωστε η ψυχαναλυση να μπορεσει να αφεθει μονη της, α-οριστη, και ετσι να καταστει δυνατο να εννοηθει μεσα απο το ιδιο το δραμα της. Ομως η παραιτηση απο την ερωτηση "τι ειναι η ψυχαναλυση;" δεν επιτυγχανεται απλως παραμεριζοντας την, διοτι μια απαντηση, και κατ' επεκτασιν ενας εστω ασαφης ορισμος της εχει ηδη προ πολλου διαμορφωθει μεσα μας. Ηδη εχουμε καποια παρασταση του τι ειναι η ψυχαναλυση, και αυτη η παρασταση δεν φευγει απλως οταν απαγορευσουμε στον εαυτο μας το ερωτημα. Θα χρειαστει πρωτα να εισελθουμε στην περιοχη απο την οποια αυτη η οικεια μας παρασταση της ψυχαναλυσης καθοριζεται.

Τωρα λοιπον δεν θα επιχειρηθει μια κριτικη ψυχαναλυτικων θεωριων και δεν θα "προταθει" καποια αλλη ψυχαναλυτικη θεωρια. Η τομη θα γινει βαθυτερα. Θα επιχειρηθει να κριθει το πλαισιο το οποιο καθοριζει την οικεια μας παρασταση της ψυχαναλυσης. Τουτο ομως διαμορφωνεται απο εκεινες τις επιστημες οι οποιες παραδοσιακα θεωρουν τον εαυτο τους αρμοδιο να αποφαινεται για την ψυχαναλυση: ιατρικη και ψυχολογια.

Εαν λοιπον η ψυχαναλυση ειναι να εννοηθει μεσα απο τον εαυτο της, δηλαδη μεσα απο το ιδιο το δραμα της, δεν μπορει πλεον να παραμενει ακριτα εμπεδομενη σ' αυτο το πλαισιο. Διοτι η ιατρικη, ως πλαισιο της ψυχαναλυσης, της επιβαλλει ορους δικους της:

- την εννοια ενος βιολογικου υποστρωματος στον ανθρωπο ως τοπου των "ορμων" και των "αναγκων" του.

- την σχεση αιτιου-αποτελεσματος ως βασικη για την "παθογενεια" των "νευρωτικων" και "ψυχωτικων διαταραχων".

- την εννοια των "μηχανισμων αμυνας"

- την εννοια του "υγιους" και του "παθολογικου" ως διαταραχης του.

- την εννοια της θεραπειας ως αποκαταστασης της φυσιολογικοτητας.

- την εννοια του ψυχαναλυτη ως "θεραπευτου" και του αναλυομενου ως "ασθενους".

- την ψυχαναλυση ως "παροχη υπηρεσιων" με συμβολη στην "ψυχικη υγεια" του κοινωνικου συνολου.

Η ψυχολογια παλι, ως πλαισιο της ψυχαναλυσης, της επιβαλλει δικους της ορους:

- την εννοια της συνειδησης και του "ασυνειδητου"

- την εννοια των "συνειρμων"

- την σχεση υποκειμενου-αντικειμενου.

- την αντιπαραθεση "εξωτερικου" και "εσωτερικου" ("ψυχικου") κοσμου.

- την διαιρεση σε "ψυχικο" και "σωματικο" και την εννοια του "ψυχοσωματικου".

- την εννοια της "διαπροσωπικης σχεσης".

- την εννοια της "συμπεριφορας".

- την θεωρηση που ειναι γνωστη με το ονομα "ψυχολογισμος".

Ολα αυτα συνιστουν ακρογωνιαιους λιθους της θεωριας της ψυχαναλυσης. Και ομως, μια με την κυριολεκτικη σημασια της λεξης θεωρια της ψυχαναλυσης, δηλαδη μια θεαση της ψυχαναλυσης καθ' εαυτην, δεν υπαρχει σχεδον πουθενα στα βιβλια για την ψυχαναλυση. Διοτι η ιατρικη και η ψυχολογια την προφθασαν και της προσηψαν χαρακτηρες δικους τους, ξενους ομως προς την ψυχαναλυση, αφου δεν αναδεικνυονται απο το ιδιο το δραμα της.

Αυτη λοιπον η ιατρικη και αυτη η ψυχολογια πρεπει, σε μια αποπειρα να εννοηθει η ψυχαναλυση καθ' εαυτην, κατ' αρχην να αποκλειστουν. Αυτο παλι δεν σημαινει οτι η ψυχαναλυση θα επρεπε να υπαχθει καπου αλλου. Σημαινει μονον οτι η ψυχαναλυση πρεπει να αφεθει να μιλησει μεσα απο το ιδιο το δραμα της και να δειχθει ως αυτη η οποια ειναι.

Τουτο καθισταται ακομη επιτακτικοτερο εαν διαφανει η δυνατοτητα πως οχι μονον ειναι η ιατρικη και η ψυχολογια ακαταλληλες για να στεγασουν αυτο που συμβαινει στην ψυχαναλυση, αλλα πως η ψυχαναλυση θα μπορουσε να αποτελει ενα εμπρακτο δειγμα μιας κατοικησης επανω στην γη και κατω απο τον ουρανο αλλης απο εκεινην την οποια προσδιοριζει σημερα το κυριαρχο πνευμα της τεχνικης - στο οποιο και ανηκουν η ιατρικη και η ψυχολογια.

Εαν ετσι εχουν τα πραγματα, τοτε η ψυχαναλυση ισως αποτελει ενα ιχνος προς κατι το οποιο θα μπορουσε να εκπληρωσει την αποστολη της "ιατρικης" κατα εναν τροπο περισσοτερο αρμοζοντα στην ουσια του ανθρωπου. Τοτε ειναι στην ψυχαναλυση που θα υπηρχε λανθανουσα η δυνατοτητα μιας αλλης "ιατρικης" και μιας αλλης "ψυχολογιας" - τοσο αλλης, ωστε ισως και τα ονοματα αυτα να πρεπει να εκπεσουν.

Ο,τι εδω θιγεται δεν ειναι καποια ρομαντικη προταση για μια ακομη "εναλλακτικη ιατρικη", ουτε και φιλοδοξει να προφητευσει μελλοντικες "εξελιξεις". Προκειται μονον για μια δυνατοτητα την οποια νομιζω πως διακρινω, σημερα, στον τροπο της ψυχαναλυσης καθ' εαυτην. Τουτο θα φανει περισσοτερο σε επομενα κεφαλαια.

Ομως εαν η ψυχαναλυση μπορει να διαγραφει την δυνατοτητα μιας αληθινοτερης κατοικησης του ανθρωπου επανω στην γη και κατω απο τον ουρανο, οπου θα ανηκουν μια αλλη "ιατρικη" και μια αλλη "ψυχολογια", τουτο συμβαινει διοτι η ιδια η ψυχαναλυση δεν ανηκει σ' αυτο που λεμε "πραγματικοτητα" αλλα εχει τον χαρακτηρα της "δυνατοτητας". Η ψυχαναλυση ως ψυχαναλυση πραγματωνει μια δυνατοτητα ως δυνατοτητα.

Στο "Ειναι και Χρονος", κλεινοντας την Εισαγωγη του, ο Martin Heidegger γραφει μια ρηση: "Höher als die Wirklichkeit steht die Möglichkeit", "Υψηλοτερα απο την πραγματικοτητα στεκει η δυνατοτητα".

Η πραγματικοτητα. Αυτο το ονομα το εννοω εδω στο μεγαλυτερο δυνατο ευρος του. Δεν περιοριζεται στο "ρεαλιστικο" αλλα σημαινει το καθε "πραγμα", επισης εννοημενο ευρυτατα, ακομη και οταν αυτο ανηκει στον κοσμο της φαντασιας και του ονειρου, στον κοσμο του παιχνιδιου, στον κοσμο του μυθου, ακομη και οταν αναφερεται σε κατι το αναληθες, η το πλανημενο. Η πραγματικοτητα ειναι ενα ονομα για τα παντα.

Η συνηθης σχεση προς την πραγματικοτητα ειναι η καθηλωση σ' αυτην. "Καθηλωση στην πραγματικοτητα" θα πει οτι ο ανθρωπος εννοει την κατοικηση του στον κοσμο μεσα απο την αναφορα του στα πραγματα. Τα οποια μικρα και μεγαλα θεματα, τα προβληματα και οι λυσεις τους, ο,τι κανεις προσδοκα και ο,τι κανεις απευχεται, ολα αναφυονται και εξαντλουνται στον χωρο αυτης της ευρυτατα εννοημενης πραγματικοτητας.

Η καθηλωση στην πραγματικοτητα συμβαινει εκει οπου ενα πραγμα καθισταται εδαφος και αρχη. Σημερα, στην εποχη αυτων οι οποιοι καλουνται απο τον Hölderlin die enflohenen Götter, "οι φευγατοι θεοι", θεση αρχης κατεχει ο ανθρωπος καθ' εαυτον. Το cogito ειναι το εδαφος του. Και μια ιδιαιτερη μορφη του cogito συνιστουν σημερα οι λεγομενες "διαπροσωπικες σχεσεις", που γι' αυτον τον λογο ειναι και το κατ' εξοχην θεμα της ψυχολογιας. Γι' αυτο ακομα οι ψυχαναλυτες θεωρουν την "μεταβιβαση" ως τον τοπο στον οποιον η ψυχαναλυση διαδραματιζεται.

Η πρωταρχικοτητα του "ανθρωπου" και των "σχεσεων" του δεν εξαντλει το ευρος του cogito. Διοτι ο ανθρωπος, ο οποιος στηριζεται στον εαυτο του, επιζητει οπωσδηποτε να βεβαιωθει για αυτο το στηριγμα, να το διασφαλισει, να το ενισχυσει. Εδω εχουν την προελευση τους η πρωτοκαθεδρια του "θελω", η αναγκη εποπτειας και ελεγχου, η επιδιωξη της δυναμης, η παντος ειδους εξασφαλιση. (Και, με ενα ειδος αντιστιξης προς αυτο το cogito, ο βασικος κανονας της ψυχαναλυσης τελικα ματαιωνει καθε "θελω" και καθε ελεγχο!)

Ομως η καθηλωση στην πραγματικοτητα φερνει μαζι της εναν διπλο διχασμο: Κατ' αρχην, το οτι κατι αναδεικνυεται σε αρχη, χωριζει τα πραγματα σε ανωτερα και κατωτερα. Και κατοπιν, τα παντα αξιολογουνται σχετικα με το κατα ποσον εξυπηρετουν αυτην την αρχη, η την υποσκαπτουν. Στο φως αυτης της αξιολογησης τα παντα προβαλλουν ως "θετικα", η "αρνητικα", και η εκαστοτε διαθεση ενος ανθρωπου ειναι "καλη", η "κακη". Εδω εδραζεται ακομα η συνηθης σταση του ανθρωπου ο οποιος εχει γνωμες και προτιμησεις, αγαπα και μισει, επιδιωκει και αποφευγει, προσεχει και αγνοει. Και οι ανθρωποι εμπειρωνται ως "προβλημα" την αδυναμια τους να επαναπαυθουν σε ο,τι κρινουν πως θα μπορουσε να τους γινει ενα εδαφος για μια διαμονη στον κοσμο.

Παντου η εκαστοτε οικεια περιοχη της πραγματικοτητας θεωρειται περισσοτερο "πραγματικη" ενω η αλλη περιοχη υποβαθμιζεται ως λιγοτερο "πραγματικη". Σ' αυτον τον διχασμο κατοικει συνηθως ο ανθρωπος. Και αυτος ο ανθρωπος, επειδη αποβλεπει στην κτηση και στην διασφαλιση, δεν ειναι σε θεση να δεχτει κοντα του αληθινα τιποτε. Και επειδη την "αλλη" πλευρα την αποφευγει και την αντιμαχεται, δεν ειναι ποτε σε θεση να λυθει πραγματικα απ' αυτην. Ετσι οχι μονον παραδερνει αναμεσα στις δυο πλευρες, αλλα αυτη τουτη η σταση του, απαγορευοντας του καθε εγγυτητα και καθε αποσταση, δεν τον αφηνει καν να εμπειραθει τι ειναι αυτο, ενα πραγμα.

Ενα μονον υπαρχει, απεναντι στο οποιο η καθε καθηλωση στην πραγματικοτητα λυνεται ως δια μαγειας: ο θανατος. Ομως επειδη ο θανατος δεν ειναι κατι που ερχεται ως "το τελος", επειδη οι ανθρωποι ακριβως ζουν ως οι θνητοι, επειδη η θνητοτητα, η περατοτητα ειναι η ιδια η ζωη, γι' αυτο και η εμπλοκη στα πραγματα ειναι κατι το οποιο στην ζωη μπορει να ευρει την λυση του, στο σημειο που ο ανθρωπος γινει ο θνητος ο οποιος ειναι. Ο ανθρωπος ουτως η αλλως αποβιωνει. Ομως οποιος αποβιωνει δεν σημαινει και οτι ειναι ελευθερος να πεθανει. Ο ανθρωπος καλειται ο θνητος διοτι, οπως γραφει καπου ο Martin Heidegger, "μπορει να πεθανει". Τουτο, το να μπορει να πεθανει, ειναι η υψιστη δυνατοτητα του ανθρωπου, την οποια αυτος καλειται να ενστερνισθει - ζωντας την.

Η καθηλωση στην πραγματικοτητα δεν αφηνει τον ανθρωπο να πεθανει. Πρωτα η επαφεση στην θνητοτητα ειναι που τον ελευθερωνει απο την εμπλοκη στα πραγματα. Αυτη η απελευθερωση ομως ειναι κατι το τελειως διαφορετικο απο την καταπτωση σε μια ατελειωτη θανατολογια. Διοτι πρωτα η επαφεση στην θνητοτητα καθιστα την σχεση με τα πραγματα ελευθερη, και αυτα δεν χωριζουν και δεν αντιμαχονται αλλα χαιρετιζουν το ενα το αλλο, αμοιβαια χαριζοντας την παρουσια τους στον κοινο κοσμο. Τωρα και μονον τωρα, για εκεινον ο οποιος δυναται τον θανατο, η πραγματικοτητα γινεται αληθινα ενα ονομα για τα παντα.

Αυτος ειναι ενας τροπος, συμφωνα με τον οποιον η δυνατοτητα, οχι η οποιαδηποτε, αλλα η κατ' εξοχην δυνατοτητα του ανθρωπου ειναι "υψηλοτερη" απο την πραγματικοτητα, καθως αυτη ειναι που επιτρεπει, και χαριζει, στο βλεμμα ενα ανοιγμα, ωστε τα ματια να μπορουν να "προσηλωνονται", "σοβαρα", στα "πραγματα του κοσμου". Τοτε η καθε στιγμη μπορει να ειναι "πρωτη στιγμη" και "κανενας" να μην χρειαζεται να ψαχνει και να "ρωτα". Τοτε, οπως λεει ενας σοφος της Απω Ανατολης, "καθε μερα ειναι μια καλη μερα".

Ομως αυτη η απελευθερωση απο τα πραγματα προς τα πραγματα δεν σημαινει καπου την παραδοση σε ενα "ωκεανειο συναισθημα", δεν εννοει καμια συντηξη οπου ολα να γινονται ενα. Σημαινει μονον οτι τα μεταξυ τους αντιμοιρα μπορουν να αντεχονται ως αντιμοιρα, και αυτο κατ' αρχην θα πει οτι κανεις μπορει να πονα. Ζει πλουσιοτερα οποιος μπορει να πεθανει. Και μπορει να πεθανει οποιος μπορει να πονα.

Και ηδη, διχως να το παρουμε ειδηση, παλι βρισκομαστε καταμεσις στο δραμα της ψυχαναλυσης. Διοτι ο βασικος της κανονας, η ελευθερια του αναλυομενου να λεει, που θα πει να αφηνει να υπαρχει ο,τι ερχεται στον νου και στην καρδια του, δεν ανεχεται κανεναν διχασμο, ουτε και τους περιορισμους και τις διακρισεις που αυτος συνεπαγεται, αλλα καλει στην αποδοχη ακομη και του για τον αναλυομενο αντιξοου: στην υπομονη του πονου: στο ανοιγμα για την θνητοτητα: στην απελευθερωση για τα πραγματα.

Και τουτο δεν ειναι βεβαια ενα αμετοχο καλεσμα. Διοτι η απλη ανακοινωση του βασικου κανονα εκ μερους του ψυχαναλυτη δεν θα ειχε απολυτως καμια συνεχεια εαν ουσιαστικα το καλεσμα δεν ερχοταν, αφανως, απο την ιδια την ανοιχτοτητα του ψυχαναλυτη, στο σημειο που του εχει συμβει.

Ομως ο λογος του βασικου κανονα ουτε εδω δεν εξαντλειται. Ερχεται απο πολυ μακρια, καθως φερνει μαζι του κατι απο τον λογο της θεας, η οποια, στο ποιημα του Παρμενιδη, ┼προσαυδαει┼, "προσαδει", στον ┼κουρον┼ που την επισκεπτεται στο ┼δωμα┼ της: ┼χρεω δε σε παντα πυθεσθαι┼: χρειαζεται να προσεξεις και να ακουσεις, να μαθεις και να ενστερνισθεις τα παντα! Και τουτο βεβαια δεν σημαινει πως ο ανθρωπος πρεπει να γινει παντογνωστης. Αυτο που χρειαζεται ειναι να γινει ανοικτος, για τα παντα.

Ετσι λοιπον ο,τι αρχικα δηλωνεται ως "μεθοδος του ελευθερου συνειρμου" φαινεται να υποκρυπτει εντος του εναν πλουτο απροσμενο, ο οποιος εκτεινεται εως την παλαια συνομιλια θεων και ανθρωπων. Ομως εμεις, σημερα, ειμαστε σχεδον ολοτελα απροετοιμαστοι να τον παρακολουθησουμε τοσο. Αλλα ισως το διαισθανομαστε οτι προκειται για νευματα προς μια κατοικηση επανω στην γη και κατω απο τον ουρανο η οποια αρμοζει στον ανθρωπο περισσοτερο. Οπου η ψυχαναλυση δεν ειναι μια "μεθοδος" για την επιτευξη αυτης της κατοικησης. Η ψυχαναλυση ως ψυχαναλυση ειναι μια τετοια κατοικηση! Και δεν "εφαρμοζεται". Βεβαια αυτο που συμβαινει εκει αλλαζει την ολη ζωη του ανθρωπου. Ομως η ψυχαναλυση δεν ειναι η "προπονηση", αλλα ο χωρος στον οποιο παιζονται τα παντα, και αυτος ο χωρος με τον καιρο γινεται ευρυχωρος αρκετα για να συμπεριλαβει και πραγματα που συμβαινουν εκτος ψυχαναλυσης. Αυτο δεν ειπωθηκε σωστα! Διοτι η ψυχαναλυση με τον καιρο μεταβαλλεται η ιδια. Στοιχεια της οπως το οτι προκειται για μια συναντηση, μεταξυ δυο ανθρωπων, σε ορισμενον τοπο και χρονο, για ορισμενο διαστημα, υποχωρουν στην αφανεια. Και τον χωρο της κατοικησης, στον οποιον αυτα καποτε εφεραν, τον αφηνουν προσφορο για ο,τι τυχει να εγκατασταθει, να ζησει και να πεθανει εντος του.


- Η Ιατρικη

Η Ιατρικη


Η Ιατρικη εχει φθασει στο τελος. Αυτο δεν σημαινει πως αποδειχθηκε αναποτελεσματικη, πως η προοδος της ανακοπηκε, πως χρειαζεται μια στροφη προς "εναλλακτικες" μεθοδους. Η Ιατρικη ειναι αποτελεσματικη οσο ποτε, προχωρει με ιλιγγιωδεις ρυθμους, χωρος για εναλλακτικες μεθοδους υπαρχει. Οταν λεω πως η Ιατρικη εχει φθασει στο τελος, εννοω το "τελος" με την πρωτη ελληνικη εννοια της λεξης ως συντελεση. Η Ιατρικη εχει φθασει στο τελος. Αυτη η φραση θελει να πει οτι η Ιατρικη εχει συντελεσθει. Ομως πως συμβιβαζεται τουτο με ο,τι ειπωθηκε προηγουμενως, και που ολοι γνωριζουμε, πως η Ιατρικη ακμαζει; Πως μπορουμε να μιλουμε για συντελεση, για ολοκληρωση της Ιατρικης και της αποστολης της;


Η φραση "η Ιατρικη εχει φθασει στο τελος" δεν αναφερεται σε επιμερους ιατρικα θεματα. Η φραση εχει υποψη εκεινο που οριζει την Ιατρικη στην ουσια της, θεσπιζει τα ορια και διαγραφει τη μορφη της. Η Ιατρικη εχει φθασει στο τελος, εχει συντελεσθει, ως Ιατρικη. Η Ιατρικη εχει εξαντλησει τη δυνατοτητα της ουσιας της, δηλαδη να ειναι αυτο που ειναι.


Η Ιατρικη, και μ’ αυτην τη λεξη εννοειται η αρχαια ελληνικη, η δυτικη και σημερα η πλανητικη Ιατρικη, παιρνει τη μορφη της με την ελευση σε λογο ενος κυριαρχου στοιχειου της οψιμης ελληνικης νοησης: της αντιδιαστολης τεχνης και φυσης. Εδω η ΤΕΧΝΗ οριζεται ως η αρχη για τα "τεχνητα" πραγματα, τα οποια και εχουν την ΚΙΝΗΣΙΝ (αριστοτελικα: κινηση και σταση, αυξηση και φθιση, αλλοιωση) ΕΝ ΑΥΤΟΙΣ ΜΕΝ ΑΛΛ' ΟΥ ΚΑΘ' ΑΥΤΑ. Η ΦΥΣΙΣ οριζεται ως η αρχη για ενα "φυσικο" πραγμα, το οποιο εχει την ΚΙΝΗΣΙΝ ΚΑΘ' ΕΑΥΤΟ ΚΑΙ ΜΗ ΚΑΤΑ ΣΥΜΒΕΒΗΚΟΣ. Τουτο διευκρινιζεται απο τον Αριστοτελη ακριβως με το παραδειγμα της Ιατρικης - ενα "παραδειγμα" το οποιο συγχρονως διατυπωνει και καθοριζει και ετσι θεσπιζει απαξ δια παντος αυτο που στην ιστορια του Ελληνισμου και της Δυσης εκτοτε καλειται "Ιατρικη":

ΛΕΓΩ ΔΕ ΤΟ ΜΗ ΚΑΤΑ ΣΥΜΒΕΒΗΚΟΣ, ΟΤΙ ΓΕΝΟΙΤ' ΑΝ ΑΥΤΟΣ ΑΥΤΩΙ ΤΙΣ ΑΙΤΙΟΣ ΥΓΙΕΙΑΣ ΩΝ ΙΑΤΡΟΣ. ΑΛΛ' ΟΜΩΣ ΟΥ ΚΑΘΟ ΥΓΙΑΖΕΤΑΙ ΤΗΝ ΙΑΤΡΙΚΗΝ ΕΧΕΙ, ΑΛΛΑ ΣΥΜΒΕΒΗΚΕΝ ΤΟΝ ΑΥΤΟΝ ΙΑΤΡΟΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΥΓΙΑΖΟΜΕΝΟΝ. ΔΙΟ ΚΑΙ ΧΩΡΙΖΕΤΑΙ ΠΟΤ' ΑΠ' ΑΛΛΗΛΩΝ.


Ο Heidegger μεταφραζει αυτο το χωριο στο κειμενο με τον τιτλο "Vom Wesen und Begriff der φύσις. Aristoteles, Physik, B, 1" ["Για την ουσίωση και την εννοια της ΦΎΣΕΩΣ. Αριστοτελης, Φυσικα, Β, 1"]:


“Ich füge aber hinzu <das nicht in der Weise des Beihergekommenen>, weil ja einer wohl von sich aus für sich selbst das (Ausgängliche und Verfügende) Urtümliche der <Gesundheit> werden dürfte und dabei doch zugleich Arzt sein könnte; aber gleichwohl hat er das ärztliche Sichauskennen bei sich, nicht sofern er gesundet, vielmehr sind für diesen Fall in einem und demselben Menschen zusammengekommen, Arzt zu sein und zu gesunden; deshalb besteht auch Beides je und je für sich voneinander getrennt.”

“Προσθετω δε <το οχι με τον τροπο του συμβεβηκοτος> διοτι βεβαιως καποιος θα μπορουσε αφεαυτου να γινει για τον εαυτο του το (απαρχιζον και διαθετον) αρχεγονο της “υγειας”, και παλι συγχρονως να ειναι και ιατρος αλλα ομως την ιατρικη γνωση την εχει συμπτωματικα, και οχι καθοσον γινεται υγιης. Απλως σ’ αυτην την περιπτωση συνεπεσε σε εναν και τον αυτο ανθρωπο να ειναι ιατρος και να γινεται υγιης γι’ αυτο και ειναι τα δυο παντοτε χωριστα το ενα απο το αλλο.”


Και ο Heidegger συνεχιζει:


Aristoteles, der Sohn eines Arztes, gebraucht gern, auch in anderen Zusammenhängen, Beispiele aus der ärztlichen “ΠΡΑΞΙΣ”. Hier setzt er den Fall eines sich selbst behandelnden und dabei gesundenden Arztes. Zwei Arten von Bewegtheit sind da eigentümlich ineinander verschränkt: die ΙΑΤΡΕΥΣΙΣ, d.h. die Verarztung als ΤΕΧΝΗ, und die ΥΓΙΑΙΣΙΣ, d.h. die Gesundung als “ΦΥΣΙΣ”. Beide Bewegungen sind für den gesetzten Fall des sich selbst behandelnden Arztes in einem und demselben Seienden, in diesem bestimmten Menschen. Das gilt sogar von der jeweiligen ΑΡΧΗ der beiden “Bewegungen”. Der “Arzt” hat die ΑΡΧΗ der Gesundung ΕΝ ΕΑΥΤΩ, in sich, aber nicht ΚΑΘ’ ΑΥΤΟΝ, nicht gemäß seiner selbst, nicht sofern er Arzt ist. Das Arztsein ist nicht die ausgängliche Verfügung über die Gesundung, sondern das Menschsein und dieses auch nur sofern der Mensch ein ΖΩΟΝ ist, Lebendes, das nur lebt, indem es “leibt”. Wie wir ja auch sagen: die gesunde, widerstandsfähige “Natur” ist der eigentliche Ausgang der und die ausgängliche Verfügung über die Gesundung; ohne diese ΑΡΧΗ bleibt alle Verarztung vergeblich. Dagegen hat der Arzt die ΑΡΧΗ der Verarztung in sich; das Arztsein ist der Ausgang und die Verfügung der Behandlung. Aber diese ΑΡΧΗ, nämlich der sich auskennende Vorblick (ΤΕΧΝΗ) auf das, was Gesundheit ist und zu ihrer Erhaltung und Rückgewinnung gehört (das ΕΙΔΟΣ ΤΗΣ ΥΓΙΕΙΑΣ), diese ΑΡΧΗ ist nicht in dem Menschen, sofern er Mensch ist, sondern sie ist dazu gekommen, von ihm erst durch Kenntnisnahme und Lernen angeeignet; und demzufolge ist auch die ΤΕΧΝΗ selbst in bezug auf die Gesundung je nur solches, was sich beiher einstellen kann.

Ο Αριστοτελης, γιος ιατρου, χρησιμοποιει συχνα, και σε αλλες περιστασεις, παραδειγματα απο την ιατρικη ΠΡΑΞΙ. Εδω παιρνει την περιπτωση ενος ιατρου ο οποιος θεραπευει τον εαυτο του και γινεται υγιης. Εδω δυο ειδη κινησεως συμπλεκονται μεταξυ τους κατα ιδιαζοντα τροπο: η ΙΑΤΡΕΥΣΙΣ, δηλαδη το "γιατρεμα" ως ΤΕΧΝΗ και η ΥΓΙΑΙΣΙΣ, δηλαδη η υγιανση ως "ΦΥΣΙΣ". Και οι δυο κινησεις, σ’ αυτην την περιπτωση του ιατρου ο οποιος θεραπευει τον εαυτο του, ειναι σε ενα και το αυτο ον, σ’ αυτον τον ορισμενο ανθρωπο. Αυτο μαλιστα ισχυει για την εκαστοτε ΑΡΧΗ των δυο "κινησεων". Ο ιατρος εχει την ΑΡΧΗ της υγειας ΕΝ ΕΑΥΤΩ, εντος του, ομως οχι ΚΑΘ’ ΑΥΤΟΝ, οχι καθοσον ειναι ιατρος. Η αρχη για την υγεια δεν ειναι ο ιατρος ως ιατρος αλλα ο ανθρωπος ως ανθρωπος, και τουτο παλι μονον καθοσον ο ανθρωπος ειναι ΖΩΟΝ, ενα ζωντανο το οποιο ζει μονον "εχοντας σαρκα και οστα". Οπως αλλωστε το λεμε κι εμεις: η υγιης, ανθεκτικη "φυση" ειναι η ακτεξοχην απαρχη και η κατεξοχην προδιαθεση για την υγιανση διχως αυτην την ΑΡΧΗ καθε ιατρευση ειναι ματαιη. Αντιθετως ο ιατρος εχει την αρχη της ιατρευσης εντος του. Ο ιατρος ως ιατρος ειναι η αρχη της θεραπειας. Ομως αυτη η ΑΡΧΗ, δηλαδη το προϋπαρχον ειδημον βλεμμα (ΤΕΧΝΗ) αυτου το οποιο ειναι η υγεια και το οποιο ανηκει στη διατηρηση και στην επανακτηση της (το ΕΙΔΟΣ ΤΗΣ ΥΓΙΕΙΑΣ), αυτη η ΑΡΧΗ δεν ειναι ιδιον του ανθρωπου καθοσον αυτος ειναι ανθρωπος, αλλα ηρθε επιπροσθετως. Αυτος την ιδιοποιηθηκε μονον, μετα απο επιγνωση και μαθηση και επομενως και η ΤΕΧΝΗ η ιδια σε σχεση με την υγιανση ειναι παντοτε μονον κατι το οποιο μπορει να συμβει εκ περιτροπης.


Η ιατρικη θεσπιζεται ως τεχνη, η οποια τεχνη παρεμβαινει (συμ-βαινει!) στη φυση και την υποβοηθει στον δρομο προς την "υγεια". Η ιατρικη τεχνη δεν ειναι πρωταρχικα επιδεξιοτητα αλλα το ειδημον βλεμμα. Η τεχνη του ιατρου ειναι ενα ΕΙΔΕΝΑΙ και ενα ΕΠΙΣΤΑΣΘΑΙ. Η ιατρικη τεχνη ειναι μαλιστα εκεινο το ληθιο βλεμμα το οποιο εχει δει τον ανθρωπο στο φως της διατηρησης και της αποκαταστασης της υγειας. Ομως μια τετοια γνωση δεν αναφερεται μεμονωμενα στον ανθρωπο. Τα ιδια τα πραγματα ειναι που "δινουν γνωριμια" ως προς την δυνητικη τους ωφελεια, η βλαπτικοτητα για την υγεια. Σημερα αυτη η γνωση εχει παρει καθολικο χαρακτηρα. Η τροφη, ο αερας, οι λεγομενες "συνηθειες της ζωης", τα παντα δηλωνονται με τον χαρακτηρα φαρμακου, η τοξινης. Η ιατρικη δεν ειναι πλεον μια τεχνη ορισμενη και περιορισμενη στην περιοχη της νοσου, αλλα εχει γινει "τεχνη του ζην" καθολου. Εδω ανηκει και η ψυχολογικοποιηση της καθε αναφορας του ανθρωπου προς τους αλλους, προς τα πραγματα, προς τον εαυτο του. Ο σημερινος ανθρωπος "ψαχνεται", επιδιωκει την "αυτοεμπειρια" και την "αυτογνωσια", "επενδυει" στις "σχεσεις" του, μαθαινει τα παιδια του απο βιβλια για την "παιδικη ψυχολογια". Η δουλεια του εχει πολλες φορες τον χαρακτηρα "εργασιοθεραπειας" και στον ελευθερο χρονο του "εκτονωνεται" "βγαζοντας" συναισθηματα "προς τα εξω".


Και εδω ακομη μπορουμε να παρακολουθησουμε την αριστοτελικη εκθεση της ιατρικης στις σημερινες της εκφανσεις. Διοτι η ιατρικη, ακομη και ως "τεχνη του ζην", μπορει να εννοηθει ως η στο επακρο φθανουσα διαχειριση της φυσης. Η "φυση" διατηρει τον τελευταιο λογο, ειναι ακομη "αιτιο της υγειας".


Ομως αυτη η θεωρηση κρυβει την ουσιαστικη διασταση του τι εχει συμβει: Η φυση εχει παυσει να ειναι το στον εαυτο του θεμελιουμενο, στον εαυτο του αναφερομενο, απολυτο ΚΑΘ’ ΑΥΤΟ. Η φυση εκχωρειται στην τεχνη. Ο,τι απο αιωνες προετοιμαζονταν, ξεσπα απροκαλυπτα ιδιως με την ελευση της επιστημης η οποια καλειται "γενετικη". Ο ανθρωπος δεν εννοειται πλεον ΚΑΘ’ ΑΥΤΟΝ, ως ανθρωπος, αλλα ως αποτελεσμα προγραμματισμου του "γενετικου κωδικα", για το οριστικο "σπασιμο" του οποιου σημερα, το 1994, βρισκεται σε εξελιξη ο "Γαλιλαιος", ενα απο τα πλεον μεγαλεπηβολα προγραμματα που γνωρισε ποτε ο κοσμος.


Τα κειμενα του Αριστοτελη, τα οποια πραγματευονται το Ειναι των οντων, ειναι τα "Φυσικα". Σημερα ο Heidegger, για να ονομασει την ουσιαστικη διασταση αυτου το οποιο ειναι, χρησιμοποιει το ονομα "Τεχνικη". Η πορεια απο τα "Φυσικα" στην "Τεχνικη" ειναι η πορεια της αναληψης της φυσης απο την τεχνη.


Η δυνατοτητα μιας τετοιας πορειας δεν θα μπορουσε ποτε να προκυψει εαν δεν υπηρχε ηδη στον λογο του Αριστοτελη. Διοτι εδω πρωτα, στον Αριστοτελη, διαφοροποιουνται: αυτο το οποιο οφειλεται στην ΠΟΙΗΣΙ, και διαγραφει τον χωρο της ΤΕΧΝΗΣ, και αυτο το οποιο αναφυεται "φυσικα" - ΦΥΣΙΣ. Αυτη η ΦΥΣΙΣ λοιπον, ως "αναφυηση", εννοειται ως το συμβαν της ελευσης στην μορφη. Η ΦΥΣΙΣ καθισταται ΓΕΝΕΣΙΣ. Αντιθετως η φθορα φαινεται να θεωρειται "φυσικη" μονον ως ΣΤΕΡΗΣΙΣ. Εδω εχει την αρχη της και η εννοηση της "υγειας" ως του "φυσικου" και της νοσου ως στερητικου φαινομενου της. Το "φυσιολογικο" καθισταται κυριαρχο.


Ο διττος περιορισμος της ΦΥΣΕΩΣ, αφενος αναφορικα με τον ανθρωπο ως το ΠΟΙΗΤΙΚΟΝ ΑΙΤΙΟΝ για την περιοχη της ΤΕΧΝΗΣ και αφετερου με τον τονισμο της γενεσης απεναντι στη φθορα, διαγραφει εναν ουσιαστικο χαρακτηρα της μοιρας της δυτικης νοησης. Και η φυση ως ΓΕΝΕΣΙΣ, στις εποχες που ακολουθουν, γινεται προοδευτικα αντικειμενο της ΤΕΧΝΗΣ, π.χ. με την αναζητηση του "γενεσιουργου αιτιου", και, στο τελος, δινει τη θεση της στη "γενετικη"...


Αργοτερα θα εκτεθουν ιχνη μιας αλλης δυνατοτητας για την εννοηση της "φυσης", της "γενεσης" και της "φθορας", της σχεσης του ανθρωπου μαζι τους. Αυτα τα ιχνη ερχονται απο την πρωτη ελληνικη νοηση, την πρωτη ΜΟΥΣΙΚΗ, ομως η δυνατοτητα την οποια υπαινισσονται εμεινε ανεκπτυκτη. Ισως τωρα, οπου ο δρομος της πλατωνικης – αριστοτελικης μεταφυσικης εχει φθασει στο τελος, εκεινη η αλλη δυνατοτητα να καταστει αναγκη. Και ισως ενας τροπος αυτης της αναγκης να υποδηλωνεται με την ψυχαναλυση, οπως επιχειρειται να γινει νοητη εδω. Ομως προεχει να παρακολουθησουμε την ελευση αυτου του τελους καθαροτερα, μεσα απο την συντελεση της ιατρικης.


Το οτι η ιατρικη στην καθημερινοτητα της ασκειται διχως να χανει στιγμη για τετοιες σκεψεις, δεν σημαινει τιποτε για το δεινο, το υπερβολικα δεινο για να αποτελει απλως κατι "αρνητικο", το οποιο εχει ηδη απλωσει τη σκια του επανω στον κοσμο και στον ανθρωπο που τον κατοικει - λαθος, ποιον ανθρωπο; Οταν εδω ο ιδιος ο "ανθρωπος" εχει καταστει αντικειμενο της τεχνης; Ποια ονοματα μπορουν ακομη να βασταζουν ο,τι για χιλιετιες ονομαζαν; Φυση; Ανθρωπος; Κοσμος;


Το κειμενο, απο το οποιο παρατεθηκε το προηγουμενο αποσπασμα, ο Heidegger το εγραψε το 1939, περιπου εικοσι χρονια πριν απο την ελευση του "γενετικου κωδικα". Σ’ αυτο το κειμενο, λιγο αργοτερα, ο Heidegger συνεχιζει:

Die TEXNH kann der ΦΥΣΙΣ nur entgegenkommen, kann die Gesundung mehr oder weniger fördern; sie kann jedoch als ΤΕΧΝΗ niemals die ΦΥΣΙΣ ersetzen und selbst an ihre Stelle zur ΑΡΧΗ der Gesundheit a.s. werden. Das träfe nur dann zu, wenn das Leben a.s. zu einem “technisch” herstellbaren Gemächte würde; in demselben Augenblick aber gäbe es auch keine Gesundheit mehr, so wenig wie Geburt und Tod. Bisweilen sieht es so aus, als rase das neuzeitliche Menschentum auf dieses Ziel los: daß der Mensch sich selbst technisch herstelle;

Η ΤΕΧΝΗ μπορει την ΦΥΣΙΝ μονο να την διευκολυνει, την υγιανση λιγοτερο η περισσοτερο να την προωθησει ομως ως ΤΕΧΝΗ ποτε δεν μπορει να αντικαταστησει την ΦΥΣΙΝ, να παρει την θεση της και να γινει η ιδια ΑΡΧΗ της υγειας (με τον παλαιο τροπο). Αυτο θα συνεβαινε μονον εαν η ζωη (με τον παλαιο τροπο) γινοταν ενα "τεχνικα" δημιουργησιμο προϊον την ιδια στιγμη δεν θα υπηρχε πλεον υγεια, ουτε γεννηση και θανατος. Μερικες φορες φαινεται πως η συγχρονη ανθρωποτητα κατευθυνεται ιλιγγιωδως προς αυτον τον σκοπο: ο ανθρωπος να παραγει τον εαυτο του τεχνικα.



Η γενετικη, με την οποια η συγχρονη ιατρικη φερεται προς μια κορυφωση της, εχει αδραξει αυτην ακριβως την δυνατοτητα: "Ο ανθρωπος να παραγει τον εαυτο του τεχνικα". Και η ιατρικη, η οποια ως τεχνη υπηρετει τη φυση, οταν συλλαμβανει και τη φυση ακομη τεχνικα, εξαντλει πλεον τον ορο της υπαρξης της. Διοτι οπου δεν υπαρχει πλεον φυση, χανει και η υγεια την αρχη και το εδαφος της. Και ακομη, οπου δεν υφισταται καμμια ΟΔΟΣ ΕΙΣ ΦΥΣΙΝ, δηλαδη καμμια υγιανση, δεν υπαρχει και ιατρικη. Αυτο που υπαρχει και απλωνεται με το ονομα της ιατρικης, ειναι κατι αλλο, διχως ονομα δικο του. Ομως η ιατρικη καθεαυτην εχει φτασει στο τελος. Και το τελος της τωρα μολις αρχιζει.


Η ιατρικη, η οποια εμφανιζεται στην Ελλαδα με τη διαφοροποιηση τεχνης και φυσης, και συντελειται στις μερες μας, ειναι για τον ανθρωπο επικινδυνη. Ναι, αυτη η ιδια ιατρικη, η οποια υπερηφανευεται για τα επιτευγματα της, η οποια, λεγεται, "κανει θαυματα", στην οποια πολλοι απο μας αναγνωριζουμε καποια αποφασιστικη παρεμβαση για την υγεια την δικη μας, η κοντινων μας ανθρωπων, ειναι για τον ανθρωπο επικινδυνη - για τον ανθρωπο οχι ως νοσουντα αλλα για τον ανθρωπο ως ανθρωπο. Ο λογος βρισκεται στο οτι η ιατρικη θεσπιζεται απο τους Ελληνες ως τεχνη. Στην ιατρικη ο ανθρωπος εξ υπαρχης δεν εννοειται στην φυση του, δηλαδη ως ανθρωπος. Ο ανθρωπος εννοειται τεχνικα, μεσα απο την επιχειρηση της "ιατρευσης".


Ο ανθρωπος, τον οποιο εμαθα στις ιατρικες μου σπουδες, ηταν αρχικα ενας σκελετος. Τα πρωτα ετη επανω στο γραφειο καθε φοιτητη ανηκε "το κρανιο", το οποιο κανεις προμηθευονταν απο τους παλαιοτερους η αγοραζε σε καποιο συνοικιακο νεκροταφειο, και μελετουσε επανω του τα "τρηματα" και τις "αποφυσεις". Γρηγορα ομως η μελετη επικεντρωθηκε στο "πτωμα". Τα πτωματα ηταν στο Ανατομειο, μεσα σε δεξαμενες απο φορμολη. Τα αδραχναμε μ’ ενα αγκιστρο, τα απλωναμε σε μακροστενα μαρμαρινα τραπεζια και οταν τελειωναμε την "ασκηση" τα επιστρεφαμε στις δεξαμενες τους. Μαθαιναμε επανω τους της ανατομια. Ομως πολυ πριν απο τις ανατομικες γνωσεις συνεβαινε μια αλλη μαθηση, αφανης και γι’ αυτο ριζικοτερη. Αλλαζαμε εμεις οι ιδιοι. Εξοικειωνομασταν μ’ αυτα τα σκηνωματα ανθρωπων ως τα πλεον αρμοζοντα αντικειμενα μελετης των νοσουντων ανθρωπων. Ο ανθρωπος της ιατρικης, την οποια οι ιατροι μαθαινουν και εξασκουν, και σωζουν ζωες, κρυβει στο βαθος του εναν σκελετο κι ενα πτωμα. Ετσι βλεπει παντα ο ιατρος τον νοσουντα ανθρωπο. Οσο ασκει την ιατρικη δεν εχει, και δεν μπορει να εχει αλλη δυνατοτητα.


Αντικειμενο τεχνικης ειναι ο ανθρωπος και για την ψυχαναλυση, στο σημειο που η ιατρικη της επιβαλλει τους ορους της. Ομως τωρα διακρινουμε την ιδια την ουσια της ιατρικης να υιοθετειται απο την ψυχαναλυση. Διοτι η την ιατρικη θεσπιζουσα σχεση τεχνης και φυσης υπαρχει στο θεμελιο της συνηθους θεωρησης της ψυχαναλυσης ως η σχεση Ich-Es. Η προγραμματικη ρηση του Φροϋντ “Wo Es war, soll Ich werden” ["Οπου ηταν Es πρεπει να γινει Εγω"] ειναι το ψυχαναλυτικο ομολογο της πορειας της τεχνης, η οποια προοδευτικα υφαρπαζει ο,τι ανηκε στην φυση. Αυτη η ψυχαναλυση ειναι, με μια λεξη του Heidegger για την ψυχολογια εν γενει, ψυχο-τεχνικη.


Ομως οχι μονον ο ιατρος και ο ψυχαναλυτης αλλα ο ιδιος ο ανθρωπος, οταν εννοει τον εαυτο του στο πλαισιο υγειας και νοσου, δεν τον εννοει πλεον ως ανθρωπο αλλα τεχνικα. Σε απολυτη αντιστοιχια με τη βλαβη ενος μηχανηματος, θεωρει οτι στις δικες του "λειτουργιες" υπαρχει καποια "ζημια". Αυτος ειναι ο εξευτελισμος του ανθρωπου. Η ιατρικη ειναι επικινδυνη διοτι εξευτελιζει τον ανθρωπο - τον καθιστα ευτελη με το να εξαντλει την υποσταση του σε τεχνικους ορους. Ο ανθρωπος συρρικνωνεται και παραμορφωνεται, καταντα μοντελο ενος πλεγματος "μηχανισμων", γινεται κατι το περα για περα υπολογισιμο, κατανοησιμο και προβλεψιμο. Η ιατρικη, και μαζι της η ψυχαναλυση στη συνηθη της θεωρηση, αγνοουν παντελως το ΔΕΙΝΟΝ, το οποιο καποτε λεχθηκε ως ονομα για την ουσιωση του ανθρωπου. Η ιατρικη, και αυτη η ψυχαναλυτικη εννοηση του ανθρωπου παραμενουν κλειστες για το μυστηριο. Ετσι κανουν τον ανθρωπο να λησμονει πως ειναι ανθρωπος. Και ακομη περισσοτερο: να μην γνωριζει πλεον καν τι θα πει, να εισαι ανθρωπος.


Και αυτη η ιατρικη, με τον κινδυνο που εγκυμονει για τον ανθρωπο ως ανθρωπο, εχει φθασει στο σημερα απαρχιζον τελος της. Εχει συντελεστει η αποστολη της, η οποια και την εθεσπισε ως ιατρικη στους χρονους του Αριστοτελη.


Εδω ομως θα εγερθει επιτελους ο κοινος νους: η ιατρικη, θα μου θυμισει, δεν ειναι, ουτε μπορει να ειναι η ιατρικη του Αριστοτελη και του Ιπποκρατη. Δεν μενει η ιδια. Εξελισσεται. Αυτο, θα συνεχισει, το λησμονησα τελειως, την εξελιξη. Και γι’ αυτο βρεθηκα μπλεγμενος σε παραδοξολογιες. Και εαν του ζητησω να μου διευκρινισει αυτο που αποκαλει "εξελιξη της ιατρικης", με απορια και με καχυποψια, μηπως του στηνω καποια παγιδα, θα μου πει οτι η ιατρικη, "οπως ολα", δεν μενει η ιδια, αλλα με τον καιρο αλλαζει μορφη στην προσπαθεια της να αντιμετωπισει τις ασθενειες αποτελεσματικοτερα κλπ. Ετσι η εδω επαναλαμβανομενη φραση, πως η ιατρικη εχει φθασει στο τελος, ειναι, λογω ακριβως της εξελιξης της, ανοητη.


Ηδη απο ωρα νοιωθω να με βαραινει, την κοπωση του κοινου νου, ο οποιος λεει "πρωτα υγεια", ο οποιος χρησιμοποιει στις καθημερινες του συναντησεις ως χαιρετισμο τις λεξεις "γεια σου", και δεν καταλαβαινει τιποτε απο την "γκρινια" μου. Ας ειναι. Τον αφηνω λοιπον και συνεχιζω. Τι ακουσα εγω στις διευκρινισεις του για την εννοια της "εξελιξης"; Καταρχην η εξελιξη καθεαυτην δεν ειναι φαινομενο, δηλαδη δεν ειναι κατι το οποιο δειχνεται αφεαυτου. Αφεαυτης δειχνεται η ιατρικη του Ιπποκρατη, αφεαυτης δειχνεται η ιατρικη των πατερων μας. Η "εξελιξη" ομως ειναι εκεινη η επινοηση η οποια επιχειρει να ενοποιησει φαινομενα τα οποια αφεαυτων δειχνονται ως διαφορα. Ετσι η δαρβινικη "εξελιξη των ειδων" συνενωνει σε ενα συνεχες ολον τις διαφορες μορφες της "ζωης", ετσι η "εξελικτικη ψυχολογια" συλλαμβανει στην ιδια οπτικη τις μορφες του βρεφους, του παιδιου, του ενηλικα, του γεροντα. Και η "εξελιξη της ιατρικης" τοποθετει στον ιδιο παρονομαστη τα Ασκληπιεια και τα συγχρονα κεντρα "υπηρεσιων υγειας". Η εννοια της εξελιξης ματαιωνει εξαρχης καθε δυνατοτητα να αφεθει ενα φαινομενο ως αυτο το οποιο ειναι. Αφ’ ης στιγμης ομως τουτο, το ΣΩΖΕΙΝ ΤΑ ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ, καταστει αναγκη, τοτε ολα αλλαζουν. Τοτε το καθε πραγμα ειναι αυτο που ειναι, και ειναι εν ονοματι του, και το ονομα του διαγραφει τη μορφη του και του χαριζει την υποσταση του. Τοτε και τα ονοματα ΦΥΣΙΣ, ΤΕΧΝΗ, ΙΑΤΡΙΚΗ, ΥΓΕΙΑ, επανακτουν τη σοβαροτητα τους. Τοτε η ιατρικη μπορει να ειναι και παλι κατι το αφορισμενο και το περατο, και ετσι μπορει καποτε να φθασει στο τελος της.


Ο,τι σημερα καλειται "ιατρικη" δεν αποδιδεται με τουτο το ονομα επαρκως. Η ιατρικη εχει φθασει στο τελος. Το ονομα της ανηκει σε μια γλωσσα ομιλουμενη μεν, ομως στην πραγματικοτητα νεκρη.


Και ο,τι εδω αναπτυχθηκε σχετικα με την ιατρικη, δεν περιοριζεται στην ιατρικη. Ειναι η ιδια η εποχη, και η μοιρα που την οριζει. Οχι μονον η ιατρικη. Ολα εχουν φθασει στο τελος. Ακομη σπανια γινεται συνειδηση πως ονοματα τα οποια διαγραφουν τον χωρο της κατοικησης μας: ημερα και νυχτα, ανδρας και γυναικα, ζωη και θανατος, θεος και ανθρωπος, ειναι ονοματα μιας γλωσσας νεκρης. Ο ουρανος που μας χαριζε την σκεπη του ειναι αστρα σβυσμενα απο καιρο, που μονον λογω της αποστασεως εξακολουθουνε να στελνουν την λαμψη τους. Η ειδηση του τελους τους ακομη δεν εχει φτασει παντου, κι ας ταξιδευει με την ταχυτητα του φωτος. Ο κοσμος εγινε ολοκληρος μια απορια. Τα ιδια τα πραγματα ειναι τα ΑΠΟΡΟΥΜΕΝΑ, και γυρευουν το ονομα τους. Ισως ενας σημερα αρμοζων τοπος διαμονης για τον ανθρωπο να ειναι ακριβως η γειτονια του απορουμενου.


Αυτη η απορια διαφερει απο ο,τι εννοουμε συνηθως οταν λεμε "εχω μια απορια". Διοτι τωρα η απορια του κοσμου ειναι τετοια που δεν επιτρεπει πλεον την αποσταση του Εγω το οποιο "εχει μια απορια", και εχοντας την παραμενει αυτο το "Εγω". Τωρα η γειτονια του απορουμενου συμπαρασερνει καθε αποσταση στο περασμα της. Σ’ αυτην την απορια ο ΑΠΟΡΟΣ ειμαι πρωτα εγω, και μαλιστα πρωτα ως προς τον ιδιο μου τον εαυτο. Και τουτο επισης ειπωθηκε σε εναν ελληνικο λογο, ομως επρεπε, φαινεται, να μεινει αγνοημενο.


Και καποτε, στο χαραμα του τελους, συμβαινει μια συνομιλια μαζυ του. Ενα σχεδιασμα του Hölderlin με τον τιτλο Mnemosyne αρχιζει ως εξης:

Ενα σημαδι ειμαστε, ανερμηνευτοι

Ein Zeichen sind wir, deutungslos

Απονοι ειμαστε κι εχουμε σχεδον

Schmerzlos sind wir und haben fast

Χασει τη γλωσσα στα ξενα.

Die Sprache in der Fremde verloren


- - Ο ιατρος

Ο ΙΑΤΡΟΣ

Ο,τι ειπωθηκε για την ιατρικη, και ο,τι ακομη προκειται να ειπωθει για τον ιατρο σ' αυτο το κεφαλαιο, ο αναγνωστης, ακομη και ο ευνοϊκα διατεθειμενος αναγνωστης, θα το βρει ενδεχομενως "ενδιαφερον", ομως νωριτερα, η αργοτερα θα καταληξι στο οτι προκειται για "αποψεις", και μαλιστα "εξωπραγματικες", καθως δεν εχουν καμια "πρακτικη εφαρμογη".

Ας υποθεσουμε οτι τα λογια του δεν εχουν χαρακτηρα κρισης αφ' υψηλου και απορριψης, αλλα εκφερονται ως ερωτηση. Η ερωτηση του επιζητει καποια απαντηση. Ας δεχτουμε ακομη πως η ερωτηση εχει και εναν χαρακτηρα αποριας: θα ηθελα να σε παρακολουθησω, αλλα σε χανω. Μια τετοια ερωτηση επιζητει λοιπον απαντηση, με την κυριολεκτικη σημασια της λεξης. Μια τετοια ερωτηση επιζητει η ιδια να απαντησει, που θα πει: να συναντησει, αυτα που εδω γραφονται. Ετσι μια τετοια απαντηση εγω δεν μπορω να του δωσω. Η, μαλλον, καλυτερα: μπορω μονο στο σημειο που η απαντηση αφορα εμενα, δηλαδη φροντιζοντας για την καθαρη εννοηση και καταγραφη των θεματων. Το δικο του μερος της ζητουμενης απαντησης παλι δεν το οριζει ο ιδιος. Του συμβαινει - τωρα, η αργοτερα, η ποτε, στο σημειο που του εχει δοθει αυτη η εφεση και στο σημειο που τα δικα μου γραφομενα προσφερονται για μια τετοια απαντηση.

Ο,τι λεγεται για την ιατρικη και για τον ιατρο ειναι "εξωπραγματικο", εαν αυτη η λεξη σημαινει "ανεφαρμοστο" και "αχρηστο". Διοτι τωρα, οπου η ιατρικη εχει φτασει στο τελος, πρωτο μου μελημα ειναι να δω το τελος της ιατρικης σε ολο το ευρος του, και κατοπιν να διακρινω καθαροτερα ιχνη μιας δυνατοτητας για ο,τι δεν ειναι πλεον ιατρικη (ουτε ομως και αντικαθιστα την ιατρικη, διοτι και η καθε αντικατασταση παραμενει παντοτε σε αναφορα με το αντικαθισταμενο). Ειναι κατι για το οποιο ενα ονομα, σημερα, λειπει.

Ομως δεν προκειται για μια δυνατοτητα η οποια, καποτε, ισως "πραγματοποιηθει", δηλαδη μεταλλαγει και απο δυνατοτητα γινει πραγματικοτητα. Ουτε προκειται για μια "ουτοπια", δηλαδη για κατι το απραγματοποιητο, διοτι και η ουτοπια παραμενει σε αναφορα προς την πραγματικοτητα ως το ανεφικτο της. Αυτη η δυνατοτητα, η οποια, οπως ηδη ακουσαμε, στεκει υψηλοτερα απο την πραγματικοτητα, αποδιδεται στην ουσια της καλυτερα με ενα σχημα του Heidegger: das unzugängliche Unumgängliche, το απλησιαστο Αναποφευκτο. Θα το δουμε να εκπτυσσεται με την προοδο αυτων των κειμενων. Ομως ηδη το σχημα το ιδιο μας προδιαθετει σε κατι στο οποιο χρειαζεται να ασκηθουμε: να αντεχουμε την ενταση αυτου του αντιμοιρου δεχομενοι και τις δυο ιδιοτητες του, το απλησιαστο και το αναποφευκτο, διχως να κλινουμε προς την μια πλευρα ειτε παραιτουμενοι απο την δυνατοτητα της εμπειριας του, σαν να ηταν μονον απλησιαστο, ειτε καθηλωνομενο σ' αυτο, σαν να ηταν μονο αναποφευκτο.

Το συναντησαμε ηδη στο ονομα του θανατου ως του μυστηριου το οποιο δεν ειναι πραγμα, και γι' αυτο ειναι απροσιτο, ομως ειναι και αναγκαστικο καθως χαριζει στα πραγματα την πραγματικοτητα του και στους θνητους την ουσια τους.

Η περιοχη του απλησιαστου Αναποφευκτου ειναι ο, αδρα και προσωρινα μονον αφορισμενος χωρος στον οποιο μπορει οι συνομιλουντες καποτε να απαντηθουν, εφοσον αφορωνται απο το καλεσμα του. Ενας ψιθυρος μονον αυτου του καλεσματος καθοριζει ισως και ο,τι συμβαινει σημερα υπο τον τιτλο "ψυχαναλυση".


Η ιατρικη εχει φθασει στο τελος. Αυτο το τελος παιρνει μαζι του και εκεινον ο οποιος την εχει κατεξοχην χρεωθει, τον ιατρο. Ομως, ειπαμε, "τελος" εδω δεν θα πει ανακοπη, αλλα συντελεση. Στην εποχη του τελους της ιατρικης ο ιατρος συντελειται ως ιατρος: γινεται, σημερα περισσοτερο παρα ποτε, ιατρος. Αυτο βεβαιως δεν εννοει την οινοτοπια πως ο σημερινος γιατρος εχει ασυγκριτα καλυτερη εκπαιδευση και ασυγκριτα περισσοτερα μεσα στην διαθεση του, πως ειναι ασυγκριτα αποτελεσματικοτερος στην καταπολεμηση των ασθενειων, πως αναμενεται να επτυχει στο μελλον ακομη περισσοτερα. Ο ιατρος εχει τελειωθει, θα πει: εχει επιτελεσει αυτο το οποιο εξαρχης τον οριζει ως ιατρο.

Και ποιο ειναι αυτο; Τι οριζει τον ιατρο ως ιατρο; Την απαντηση ευλογα θα μπορουσαμε να την αναζητησουμε στην ιδια την εκπαιδευση του ιατρου, αφου εκει κανεις "γινεται γιατρος".Ομως η ιατρικη εκπαιδευση δεν απαντα στο ερωτημα, τι ειναι ο ιατρος. Η ιατρικη εκπαιδευση ειναι η εκμαθηση της ιατρικης τεχνης. Απαντα στο πως κανεις γινεται ιατρος. Για το οτι του, για το δεδομενο του ιατρου ως ιατρου, οτι ειναι, η ιατρικη εκπαιδευση δεν εχει να πει τιποτε. Το εκλαμβανει, και σωστα, ως - δεδομενο, ως το δεδομενο, χαρη στο οποιο αυτη υπαρχει ως ιατρικη εκπαιδευση. Το Ειναι του ιατρου, ως ο τοπος της προελευσης του ιατρου ως ιατρου, δεν ειναι θεμα ιατρικο, ειναι απλησιαστο με ορους της ιατρικης, διοτι συνιστα την προελευση του, και οχι αντικειμενο ερευνας του. Ομως συγχρονως, του ειναι αναποφευκτο, του ειναι το πλεον αναποφευκτο, διοτι συνιστα το ιδιο του το εδαφος. Το αινιγμα του απλησιαστου Αναποφγευκτου μας αγγιζει και παλι, τωρα στο ονομα του Ειναι του ιατρου, του οτι ο ιατρος ειναι.

Το Ειναι του ιατρου δεν ειναι θεμα ιατρικο. Δεν μπορει καν να τεθει στο πλαισιο της τεχνικης-επιστημονικης σκεψης. Για αυτην την σκεψη ηδη το ερωτημα ειναι αδιανοητο. Η ιατρικη δεν ειναι καν σε θεση να συλλαβει το ζητουμενο. Για αυτην εκεινο το οποιο οριζει τον ιατρο ειναι το "διπλωμα", η πιστοποιηση των γνωσεωνκαι των δεξιοτητων που εχει αποκτησει, δηλαδη του "know-how", της γνωσης-πως.

Εδω, αν θελουμε να υποψιαστουμε καν το ερωτημα, πρεπει την τεχνικη-επιστημονικη σκεψη να την εγκαταλειψουμε. Και να στραφουμε που;

Ηδη η αναφορα στο τελος του ιατρου, μας δινει ενα νευμα. Μας καλει να στραφουμε προς εκεινον τον λογο ο οποιος δεν συνιστα γνωση του πως, αλλα προπαντων λεγει, που θα πει: περισυλλεγει και φερνει σε παρουσοια, φερνει ο,τι ειναι στο Οτι του. Πρεπει να στραφουμε προς εκεινον τον λογο ο οποιος θεσπιζει. Και ποιος ειναι αυτος;

Was bleibet aber,

Stiften die Dichter

Ο,τι μενει ομως,

Το θεσπιζουν οι ποιητες.

Το ειπε ο Hölderlin. Ε, και λοιπον; θα πουμε. Και τι εγινε; Ο Hölderlin ειπε αυτο, ο δεινα ειπε το αλλο. Αποψεις… Και τι εγινε; Ετσι μιλα ο κοινος νους που μισει καθε τι το εξεχον, που εξομοιωνει τα παντα, και ετσι νομιζει πως γλυτωνει απο το χρεος να εγκυψει επιτελους σε κατι και να το κοιταξει καταματα, και σ' αυτο το κοιταγμα να αντικρυσει τον εαυτο του. Ναι, το ειπε ο Hölderlin. Αυτο καταρχην ας μας αρκεσει. Το θεμα δεν ειναι εαν ο Hölderlin μιλα "σωστα", η "λαθος". Το θεμα ειναι πρωτα κατα ποσον εμεις αφορωμαστε απο τον λογο του ετσι ωστε να τον ακουσουμε καν.

Was bleibet aber,

Stiften die Dichter

Ο,τι μενει ομως,

Το θεσπιζουν οι ποιητες.

Ο ποιητικος λογος θεσπιζει. Εαν η επιστημη διαχειριζεται τα πραγματα διερευνωντας το "πως" τους, αυτο, το das Wunder aller Wunder, το "θαυμα θαυματων", ετσι το εμπειραθηκε το Heidegger, το οτι τα πραγματα ειναι, αυτο δεν ειναι πλεον, δεν ηταν ποτε επιστημονικη υποθεση αλλα ποιηση, που θα πει, ελληνικα, ┼μουσικη┼.

dichterisch wohnet der Mensch auf dieser Erde

┼μουσικα┼ κατοικει ο ανθρωπος επανω σ' αυτην την γη

Αυτον τον λογο του Hölderlin ας τον εντυπωσουμε. Θα μας συνοδευει, και οπου απειλειται συγχυση θα μας δειχνει τον δρομο.

Ο ποιητικος λογος δεν ειναι γνωση. Δεν συλλαμβανει το θεμα του, δεν το αναγει και δεν το επαγει αλλου, δεν υποκειται στην επιταγη της χρηστικοτητας. Ο ποιητικος λογος, θεσπιζοντας, λεγει το Οτι των πραγματων. Ο ποιητικος λογος λεγει το Οτι των πραγματων ως το μυστηριο αυτου του θαυματος. Το ονομα για τον λογο ο οποιος λεγει το μυστηριο ως μυστηριο, μας το παρεχει η ιδια η γλωσσα μας. Ειναι ο μυθος.

Ο μυθος δεν ειναι καταρχην "μυθολογια" και "παραμυθια". Ο μυθος ειναι ο λογος για το μυστηριο ως μυστηριο, ο λογος της θεσπισης η οποια συμβαινει οταν και οπου ο ανθρωπος κατοικει ┼μουσικα┼ επανω σ' αυτην την γη. Γι' αυτο οι Ελληνες, στους οποιους χρεωθηκε ο πρωτος και κυριος δρομος, το ┼ὡς ἔστιν┼, κινουνται, στις μεγαλες τους στιγμες, στον χωρο του μυθου. Ετσι θα καναμε καλα εαν, αναζητωντας την προελευση, που θα πει τωρα: το μυστηριο της θεσπισης του ιατρου ως ιατρου, στρεφομασταν στον μυθο του. Ας ακουσουμε τον 3ο Πυθιονικη του Πινδαρου

ΠΥΘΙΟΝΙΚΑΙΣ III

ΙΕΡΩΝΙ ΣΥΡΑΚΟΣΙΩΙ 1  2  3


Ἤθελον Χίρωνά κε Φιλλυρίδαν, [στρ. α]

εἰ χρεὼν τοῦθ᾽ ἁμετέρας ἀπὸ γλώσσας

κοινὸν εὔξασθαι ἔπος,

ζώειν τὸν ἀποιχόμενον,

Οὐρανίδα γόνον εὐρυμέδοντα Κρόνου,

βάσσαισί τ᾽ ἄρχειν Παλίου φῆρ᾽ ἀγρότερον

5νόον ἔχοντ᾽ ἀνδρῶν φίλον· οἷος ἐὼν θρέψεν ποτέ

τέκτονα νωδυνίας

ἥμερον γυιαρκέος Ἀσκλαπιόν,

ἥροα παντοδαπᾶν ἀλκτῆρα νούσων.


τὸν μὲν εὐίππου Φλεγύα θυγάτηρ [αντ. α]

πρὶν τελέσσαι ματροπόλῳ σὺν Ἐλειθυί-

ᾳ, δαμεῖσα χρυσέοις

10τόξοισιν ὕπ᾽ Ἀρτέμιδος

εἰς Ἀΐδα δόμον ἐν θαλάμῳ κατέβα,

τέχναις Ἀπόλλωνος. χόλος δ᾽ οὐκ ἀλίθιος

γίνεται παίδων Διός. ἁ δ᾽ ἀποφλαυρίξαισά νιν

ἀμπλακίαισι φρενῶν,

ἄλλον αἴνησεν γάμον κρύβδαν πατρός,

πρόσθεν ἀκερσεκόμᾳ μιχθεῖσα Φοίβῳ,


15καὶ φέροισα σπέρμα θεοῦ καθαρόν [επωδ. α]

οὐκ ἔμειν᾽ ἐλθεῖν τράπεζαν νυμφίαν,

οὐδὲ παμφώνων ἰαχὰν ὑμεναίων, ἅλικες

οἷα παρθένοι φιλέοισιν ἑταῖραι

ἑσπερίαις ὑποκουρίζεσθ᾽ ἀοιδαῖς· ἀλλά τοι

20ἤρατο τῶν ἀπεόντων· οἷα καὶ πολλοὶ πάθον.

ἔστι δὲ φῦλον ἐν ἀνθρώποισι ματαιότατον,

ὅστις αἰσχύνων ἐπιχώρια παπταίνει τὰ πόρσω,

μεταμώνια θηρεύων ἀκράντοις ἐλπίσιν.

ΤΡΙΤΟΣ ΠΥΘΙΟΝΙΚΟΣ

ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΕΡΩΝΑ ΤΟΝ ΣΥΡΑΚΟΣΙΟ


Ο Χίρωνας θα ήθελα, το τέκνο της Φιλύρας [στρ. α]

—αν πρέπει να πουν τα χείλη μου την ευχή που όλος ο κόσμος λέει—

να ζούσε, του Κρόνου του Ουρανίδη ο πανίσχυρος γόνος

που έχει αποδημήσει,

και να βασίλευε στου Πηλίου τα λαγκάδια το άγριο θεριό

5που ᾽χε για τους θνητούς καρδιά γεμάτη αγάπη.

Αυτός κάποτε ανάθρεψε τον ευγενικό Ασκληπιό,

που ᾽φερνε απ᾽ τους πόνους ανακούφιση

και δύναμη στο σώμα,

τον ήρωα που γιάτρευε κάθε λογής αρρώστια.


Αυτόν, λοιπόν, η κόρη του Φλεγύα, του άξιου καβαλάρη,[αντ. α]

προτού τον φέρει στη ζωή με τη βοήθεια της Ειλείθυιας

που τις μητέρες σκέπει,

10από τα χρυσά της Άρτεμης τα βέλη χτυπημένη

από τον κοιτώνα της στου Άδη κατέβη τα παλάτια,

γιατί τέτοιο στάθηκε του Απόλλωνα το σχέδιο·

η οργή των τέκνων του Διός δεν πάει ποτέ χαμένη.

Αυτή τον περιφρόνησε πάνω στην αμυαλιά της

και μ᾽ άλλον άντρα ενώθηκε, κρυφά από τον γονιό της,

αφού πρωτύτερα με τον μακρύμαλλο Φοίβο είχε σμίξει.


15Και φέρνοντας στα σπλάχνα της του θεού το αμόλυντο σπέρμα, [επωδ. α]

δεν εκαρτέρεψε να ᾽ρθει στο νυφικό τραπέζι

ούτε των υμεναίων την πολύφωνη ιαχή ν᾽ ακούσει

που οι συνομήλικες οι φίλες της παρθένες

προς το βραδάκι, κατά το έθιμο, τους γλυκοτραγουδούνε.

20Αλλά κάποιον που μακριά της ήταν ερωτεύθη — αυτό το παθαίνουνε πολλοί.

Μες στων ανθρώπων τις γενιές οι πιο ανέμυαλοι είναι

όσοι περιφρονούν τα κοντινά και ρίχνουν τη ματιά τους

στα μακρινά, και μ᾽ ελπίδες κούφιες τ᾽ άπιαστα κυνηγούνε.


ἔσχε τοι ταύταν μεγάλαν ἀυάταν [στρ. β]

25καλλιπέπλου λῆμα Κορωνίδος· ἐλθόν-

τος γὰρ εὐνάσθη ξένου

λέκτροισιν ἀπ᾽ Ἀρκαδίας.

οὐδ᾽ ἔλαθε σκοπόν· ἐν δ᾽ ἄρα μηλοδόκῳ

Πυθῶνι τόσσαις ἄϊεν ναοῦ βασιλεύς

Λοξίας, κοινᾶνι παρ᾽ εὐθυτάτῳ γνώμαν πιθών,

πάντα ἰσάντι νόῳ·

ψευδέων δ᾽ οὐχ ἅπτεται, κλέπτει τέ μιν

30οὐ θεὸς οὐ βροτὸς ἔργοις οὔτε βουλαῖς.


καὶ τότε γνοὺς Ἴσχυος Εἰλατίδα [αντ. β]

ξεινίαν κοίταν ἄθεμίν τε δόλον, πέμ-

ψεν κασιγνήταν μένει

θυίοισαν ἀμαιμακέτῳ

ἐς Λακέρειαν, ἐπεὶ παρὰ Βοιβιάδος

κρημνοῖσιν ᾤκει παρθένος· δαίμων δ᾽ ἕτερος

35ἐς κακὸν τρέψαις ἐδαμάσσατό νιν, καὶ γειτόνων

πολλοὶ ἐπαῦρον, ἁμᾶ

δ᾽ ἔφθαρεν· πολλὰν δ᾽ {ἐν} ὄρει πῦρ ἐξ ἑνός

σπέρματος ἐνθορὸν ἀΐστωσεν ὕλαν.


ἀλλ᾽ ἐπεὶ τείχει θέσαν ἐν ξυλίνῳ [επωδ. β]

σύγγονοι κούραν, σέλας δ᾽ ἀμφέδραμεν

40λάβρον Ἁφαίστου, τότ᾽ ἔειπεν Ἀπόλλων· «Οὐκέτι

τλάσομαι ψυχᾷ γένος ἁμὸν ὀλέσσαι

οἰκτροτάτῳ θανάτῳ ματρὸς βαρείᾳ σὺν πάθᾳ.»

ὣς φάτο· βάματι δ᾽ ἐν πρώτῳ κιχὼν παῖδ᾽ ἐκ νεκροῦ

ἅρπασε· καιομένα δ᾽ αὐτῷ διέφαινε πυρά.

45καί ῥά νιν Μάγνητι φέρων πόρε Κενταύρῳ διδάξαι

πολυπήμονας ἀνθρώποισιν ἰᾶσθαι νόσους.

Σε τέτοια μεγάλη συφορά έριξε την ωριόπεπλη το πάθος Κορωνίδα. [στρ. β]

Ήρθ᾽ ένας ξένος από την Αρκαδία,

κι αυτή πήγε και πλάγιασε μαζί του.

Αλλά δεν ξέφυγε το βλέμμα του θεού· μες στην Πυθώνα

την πλούσια σε θυσίες το ᾽νιωσε του ναού ο βασιλιάς, ο Λοξίας,

τη γνώμη του στηρίζοντας σε σύμβουλο αλάθευτο,

στον παντογνώστη νου του·

από ψευτιές δεν ξέρει αυτός, και δεν μπορεί κανείς να τον γελάσει,

30μήτε θεός μήτε θνητός με λογισμό ή μ᾽ έργα.


Τότε λοιπόν, σαν είδε τον δεσμό μ᾽ έναν ξένο, τον γιο του Έλατου, [αντ. β]

τον Ίσχη, και τον αθέμιτο τον δόλο, στέλνει την αδερφή του

που ᾽βραζε από ακράτητο θυμό στη Λακέρεια

(στης Βοιβηίδας τις απόκρημνες όχτες

ζούσε η κόρη), και τότε γύρισε προς το κακό η τύχη

35και την αφάνισε· και γείτονες πολλοί το ίδιο βρήκαν τέλος

και χάθηκαν μαζί της. Γιατί συχνά μες στα βουνά

μια μόνο σπίθα φτάνει να πεταχτεί

κι ολόκληρο το δάσος ν᾽ αφανίσει.


Ωστόσο, όταν οι συγγενείς την κόρη απιθώσαν πάνω [επωδ. β]

στον ξύλινο σωρό

και λάβρες την εκύκλωσαν οι φλόγες του Ηφαίστου,

40τότε ο Απόλλων φώναξε: «Δεν το βαστάει η καρδιά μου

με τέτοιο θάνατο φριχτό ν᾽ αφήσω γόνο να χαθεί δικό μου

μαζί με τη βαριά της μάνας τιμωρία».

Έτσι είπε ο θεός και, κάνοντας ένα μονάχα βήμα,

άρπαξε το παιδί απ᾽ τη νεκρή, δρόμο ανοίγοντας

ανάμεσα στις φλόγες που φουντώναν.

45Και, αφού το πήρε, στη Μαγνησία το πήγε

και το παράδωσε στον Κένταυρο για να του μάθει

να γιαίνει των πολύπαθων ανθρώπων τις αρρώστιες.


τοὺς μὲν ὦν, ὅσσοι μόλον αὐτοφύτων [στρ. γ]

ἑλκέων ξυνάονες, ἢ πολιῷ χαλκῷ μέλη τετρωμένοι

ἢ χερμάδι τηλεβόλῳ,

50ἢ θερινῷ πυρὶ περθόμενοι δέμας ἢ

χειμῶνι, λύσαις ἄλλον ἀλλοίων ἀχέων

ἔξαγεν, τοὺς μὲν μαλακαῖς ἐπαοιδαῖς ἀμφέπων,

τοὺς δὲ προσανέα πί-

νοντας, ἢ γυίοις περάπτων πάντοθεν

φάρμακα, τοὺς δὲ τομαῖς ἔστασεν ὀρθούς·


ἀλλὰ κέρδει καὶ σοφία δέδεται. [αντ. γ]

55ἔτραπεν καὶ κεῖνον ἀγάνορι μισθῷ

χρυσὸς ἐν χερσὶν φανείς

ἄνδρ᾽ ἐκ θανάτου κομίσαι

ἤδη ἁλωκότα· χερσὶ δ᾽ ἄρα Κρονίων

ῥίψαις δι᾽ ἀμφοῖν ἀμπνοὰν στέρνων κάθελεν

ὠκέως, αἴθων δὲ κεραυνὸς ἐνέσκιμψεν μόρον.

χρὴ τὰ ἐοικότα πὰρ

δαιμόνων μαστευέμεν θναταῖς φρασίν

60γνόντα τὸ πὰρ ποδός, οἵας εἰμὲν αἴσας.


μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον [επωδ. γ]

σπεῦδε, τὰν δ᾽ ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν.

εἰ δὲ σώφρων ἄντρον ἔναι᾽ ἔτι Χίρων, καί τί οἱ

φίλτρον ‹ἐν› θυμῷ μελιγάρυες ὕμνοι

65ἁμέτεροι τίθεν, ἰατῆρά τοί κέν νιν πίθον

καί νυν ἐσλοῖσι παρασχεῖν ἀνδράσιν θερμᾶν νόσων

ἤ τινα Λατοΐδα κεκλημένον ἢ πατέρος.

καί κεν ἐν ναυσὶν μόλον Ἰονίαν τάμνων θάλασσαν

Ἀρέθοισαν ἐπὶ κράναν παρ᾽ Αἰτναῖον ξένον,

Κι όσοι έρχονταν κι είχαν πληγές που ᾽βγαζε το κορμί τους[στρ. γ]

ή κι απ᾽ αστραφτερό χαλκό τραυματισμένοι

ή από λιθάρι από μακριά ριγμένο

50ή με το δέρμα από το θερινό λιοπύρι ρημαγμένο

ή από το ψύχος του χειμώνα, λύτρωνε τον καθένα από τα βάσανά του,

άλλους με ξόρκια μαλακά φροντίζοντάς τους

και σ᾽ άλλους δίνοντας να πιουν πραϋντικά ελιξήρια

ή αλείφοντας με φάρμακα τα μέλη τους ολούθε

κι άλλους με μια τομή τούς έστηνε ορθούς.


Αλλά κι η γνώση ακόμα παρασύρεται από του κέρδους το κυνήγι. [αντ. γ]

55Έτσι κι εκείνον τον ετράβηξε ο γενναίος μισθός,

χρυσάφι που γυαλίζει στην παλάμη,

να φέρει πίσω έναν θνητό απ᾽ τον θάνατο αρπαγμένον.

Τότε ο Κρονίδης σήκωσε το χέρι του ενάντια και στους δύο

κι ακαριαία έκοψε στα στήθια στην πνοή τους,

κι ο φλογισμένος κεραυνός τούς σφράγισε το τέλος.

Ό,τι ταιριάζει στων θνητών τη φύση

πρέπει απ᾽ τους θεούς ν᾽ αποζητούμε,

60το τί ᾽ναι μπρος στα πόδια μας γνωρίζοντας,

τη μοίρα μας ποιά είναι μην ξεχνώντας.


Ψυχή μου, μην ποθείς αθάνατη ζωή· [επωδ. γ]

ό,τι περνά απ᾽ το χέρι σου εξάντλησέ το.

Αν ο σοφός ο Χίρων κατοικούσε ακόμα στη σπηλιά του

65κι αν οι ύμνοι μου οι μελίρρυτοι μαγεύαν την ψυχή του,

θα είχα καταφέρει κάποιον γιατρό να στείλει

στους ξέχωρους θνητούς, απ᾽ τη θερμή να τους λυτρώσει αρρώστια,

κάποιο παιδί απ᾽ της Λητώς τον γόνο γεννημένο

ή και τον ίδιο τον πατέρα.

Και τότε με πλοίο θα ερχόμουνα, το Ιόνιο πέλαγος σκίζοντας,

στην κρήνη Αρέθουσα να βρω τον φίλο μου από την Αίτνα,


ὃς Συρακόσσαισι νέμει βασιλεύς, [στρ. δ]

πραῢς ἀστοῖς, οὐ φθονέων ἀγαθοῖς, ξεί-

νοις δὲ θαυμαστὸς πατήρ.

τῷ μὲν διδύμας χάριτας

εἰ κατέβαν ὑγίειαν ἄγων χρυσέαν

κῶμόν τ᾽ ἀέθλων Πυθίων αἴγλαν στεφάνοις,

τοὺς ἀριστεύων Φερένικος ἕλεν Κίρρᾳ ποτέ,

75ἀστέρος οὐρανίου

φαμὶ τηλαυγέστερον κείνῳ φάος

ἐξικόμαν κε βαθὺν πόντον περάσαις.


ἀλλ᾽ ἐπεύξασθαι μὲν ἐγὼν ἐθέλω [αντ. δ]

Ματρί, τὰν κοῦραι παρ᾽ ἐμὸν πρόθυρον σὺν

Πανὶ μέλπονται θαμά

σεμνὰν θεὸν ἐννύχιαι.

80εἰ δὲ λόγων συνέμεν κορυφάν, Ἱέρων,

ὀρθὰν ἐπίστᾳ, μανθάνων οἶσθα προτέρων

ἓν παρ᾽ ἐσλὸν πήματα σύνδυο δαίονται βροτοῖς

ἀθάνατοι. τὰ μὲν ὦν

οὐ δύνανται νήπιοι κόσμῳ φέρειν,

ἀλλ᾽ ἀγαθοί, τὰ καλὰ τρέψαντες ἔξω.


τὶν δὲ μοῖρ᾽ εὐδαιμονίας ἕπεται. [επωδ. δ]

85λαγέταν γάρ τοι τύραννον δέρκεται,

εἴ τιν᾽ ἀνθρώπων, ὁ μέγας πότμος. αἰὼν δ᾽ ἀσφαλής

οὐκ ἔγεντ᾽ οὔτ᾽ Αἰακίδᾳ παρὰ Πηλεῖ

οὔτε παρ᾽ ἀντιθέῳ Κάδμῳ· λέγονται {γε} μὰν βροτῶν

ὄλβον ὑπέρτατον οἳ σχεῖν, οἵτε καὶ χρυσαμπύκων

90μελπομενᾶν ἐν ὄρει Μοισᾶν καὶ ἐν ἑπταπύλοις

ἄϊον Θήβαις, ὁπόθ᾽ Ἁρμονίαν γᾶμεν βοῶπιν,

ὁ δὲ Νηρέος εὐβούλου Θέτιν παῖδα κλυτάν,

τον βασιλιά που κυβερνάει τη Συρακούσα· [στρ. δ]

για τους πολίτες είναι πράος, δίχως φθόνο για τους αγαθούς,

και για τους ξένους θαυμαστός πατέρας.

Αν έφτανα και του ᾽φερνα εκεί πέρα δίδυμες χάρες:

τη χρυσή υγεία και τον ύμνο για τις λαμπρές του νίκες,

τα στεφάνια που κάποτε κέρδισε ο Φερένικος στην Κίρρα,

στους πυθικούς αγώνες,

θα του φαινόμουν, λέω, σαν φως πιο λαμπερό

75κι από τ᾽ άστρο του ουρανού,

καθώς εκεί θα πήγαινα, το πέλαο το βαθύ περνώντας.


Ωστόσο στη Μητέρα θέλω να δεηθώ, τη σεβαστή θεά, [αντ. δ]

που μες στη νύχτα την υμνούν συχνά μπροστά στα πρόθυρά μου,

μαζί της και τον Πάνα, νέες κοπέλες.

80Κι αν κατέχεις, Ιέρων, το γνήσιο των λόγων τ᾽ απόσταγμα να νιώθεις

ξέρεις οι πρόγονοι τί είπαν:

«Για ένα καλό δυο βάσανα μαζί στέλνουν στον άνθρωπο οι θεοί.»

Οι ανόητοι δεν το μπορούν αυτά μ᾽ ευπρέπεια να υποφέρουν,

όμως οι γνωστικοί μπορούν, δείχνοντας προς τα έξω μόνο το καλό.


Απ᾽ την ευδαιμονία και συ ένα μερίδιο έχεις. [επωδ. δ]

85Σε σένα, τον ηγέτη του λαού, τον τύραννο,

σε σένα, πάνω απ᾽ όλους τους θνητούς,

έχει το βλέμμα του καλόγνωμα στραμμένο το μέγα πεπρωμένο.

Η ζωή ασυννέφιαστη δεν στάθηκε μήτε για τον Πηλέα τον Αιακίδη

μήτε για τον ισόθεο Κάδμο. Ωστόσο, λένε, τούτοι χάρηκαν

την πιο μεγάλη που έλαχε σε άνθρωπο ευτυχία,

90αυτοί που ακούσαν τη μολπή των χρυσοστέφανων Μουσών,

στο όρος και την εφτάπυλη τη Θήβα,

σαν έπαιρναν για ταίρι ο ένας τη βοϊδόματη Αρμονία

κι ο άλλος τη Θέτιδα, του βαθυστόχαστου Νηρέα

τη φημισμένη κόρη.


καὶ θεοὶ δαίσαντο παρ᾽ ἀμφοτέροις, [στρ. ε]

καὶ Κρόνου παῖδας βασιλῆας ἴδον χρυ-

σέαις ἐν ἕδραις, ἕδνα τε

95δέξαντο· Διὸς δὲ χάριν

ἐκ προτέρων μεταμειψάμενοι καμάτων

ἔστασαν ὀρθὰν καρδίαν. ἐν δ᾽ αὖτε χρόνῳ

τὸν μὲν ὀξείαισι θύγατρες ἐρήμωσαν πάθαις

εὐφροσύνας μέρος αἱ

τρεῖς· ἀτὰρ λευκωλένῳ γε Ζεὺς πατήρ

ἤλυθεν ἐς λέχος ἱμερτὸν Θυώνᾳ.


100τοῦ δὲ παῖς, ὅνπερ μόνον ἀθανάτα [αντ. ε]

τίκτεν ἐν Φθίᾳ Θέτις, ἐν πολέμῳ τό-

ξοις ἀπὸ ψυχὰν λιπών

ὦρσεν πυρὶ καιόμενος

ἐκ Δαναῶν γόον. εἰ δὲ νόῳ τις ἔχει

θνατῶν ἀλαθείας ὁδόν, χρὴ πρὸς μακάρων

τυγχάνοντ᾽ εὖ πασχέμεν. ἄλλοτε δ᾽ ἀλλοῖαι πνοαί

105ὑψιπετᾶν ἀνέμων.

ὄλβος {δ᾽} οὐκ ἐς μακρὸν ἀνδρῶν ἔρχεται

σάος, πολὺς εὖτ᾽ ἂν ἐπιβρίσαις ἕπηται.


σμικρὸς ἐν σμικροῖς, μέγας ἐν μεγάλοις [επωδ. ε]

ἔσσομαι, τὸν δ᾽ ἀμφέποντ᾽ αἰεὶ φρασίν

δαίμον᾽ ἀσκήσω κατ᾽ ἐμὰν θεραπεύων μαχανάν.

110εἰ δέ μοι πλοῦτον θεὸς ἁβρὸν ὀρέξαι,

ἐλπίδ᾽ ἔχω κλέος εὑρέσθαι κεν ὑψηλὸν πρόσω.

Νέστορα καὶ Λύκιον Σαρπηδόν᾽, ἀνθρώπων φάτις,

ἐξ ἐπέων κελαδεννῶν, τέκτονες οἷα σοφοί

ἅρμοσαν, γινώσκομεν· ἁ δ᾽ ἀρετὰ κλειναῖς ἀοιδαῖς

115χρονία τελέθει· παύροις δὲ πράξασθ᾽ εὐμαρές.

Θεοί και στων δυονών καθήσαν το τραπέζι, [στρ. ε]

κι είδαν του Κρόνου τα παιδιά, τους ηγεμόνες,

να κάθονται σε θρόνους χρυσούς, και δώρα τους δεχτήκαν·

95και με του Δία τη χάρη από τα βάσανα τ᾽ αλλοτινά λυτρώθηκαν,

κι έτσι η καρδιά τους πάλι ολόρθη εστάθη.

Όμως με τον καιρό του ενός τις τρεις θυγατέρες τις βρήκαν βάσανα

φριχτά που το μερίδιο της χαράς το εξανέμισαν.

Ωστόσο, πάλι σε λίγο ο αφέντης Δίας ήρθε

στην ποθητή κλίνη της χιονοβράχιονης Θυώνης.


Και του άλλου ο γιος, ο μονάκριβος, που η Θέτιδα η αθάνατη [αντ. ε]

100στη Φθία είχε γεννήσει,

στον πόλεμο από σαΐτα έχασε τη ζωή του

και, σαν τον καίγαν στην πυρά, θρήνο στους Δαναούς ξεσήκωσε.

Όποιος γνωρίζει απ᾽ τους θνητούς τον δρόμο της αλήθειας

ξέρει καλά να χαίρεται τα δώρα των μακάρων,

105γιατί μια έτσι και μια αλλιώς φυσούν στα ύψη οι πνοές των ανέμων.

Ακέρια δεν βαστάει πολύ για τους ανθρώπους η ευτυχία,

σαν έρθει άφθονη.


Στα μικρά θα ᾽μαι μικρός, και στα μεγάλα μέγας. [επωδ. ε]

Την τύχη που μου έλαχε όπως και νά ᾽ρθει

με την καρδιά μου θα την τιμήσω

και κατά τη δύναμή μου θα την υπηρετώ.

110Κι αν ο θεός άφθονο τον πλούτο μού χαρίσει,

με τον καιρό δόξα τρανή ελπίζω ν᾽ αποχτήσω.

Τον Νέστορα και τον Λύκιο Σαρπηδόνα —όλοι μιλούν γι᾽ αυτούς—

τους ξέρουμε απ᾽ τα μελωδικά τραγούδια

που άξιοι συνταίριαξαν τεχνίτες·

115με τα λαμπρά τραγούδια η αρετή ζει μέσα στον χρόνο,

αλλά σε λίγους έχει δοθεί αθάνατοι να μείνουν.

Αυτος ειναι ο μυθος του Ασκληπιου, ο μυθος του ιατρου. Ομως ακομη δεν τον ακουσαμε αληθινα. Απλως τον διαβασαμε, τον περι-διαβασαμε. Μονο που ο Hölderlin το εχει πει, σε ενα οψιμο ποιημα, το τριτο που επιγραφεται "Griechenland", "Ελλας":

Mit Geistigkeit ist umher die Alte Sage

Με πνευματικοτητα ειναι τριγυρω ο παλαιος μυθος

Ο παλαιος μυθος ειναι τριγυρω μας. Τον ανασαινουμε. Ομως ακομη δεν τον δεχτηκαμε ως κατι το οποιο μας αφορα ενδομυχα, εμας, εδω και παντου, τωρα και ανα πασα στιγμη. Τι λεει γι' αυτο ο Πινδαρος;

εἰ δὲ λόγων συνέμεν κορυφάν, Ἱέρων,

ὀρθὰν ἐπίστᾳ, μανθάνων οἶσθα προτέρων (στ. 80)

Κι αν κατέχεις, Ιέρων, το γνήσιο των λόγων τ᾽ απόσταγμα να νιώθεις

ξέρεις οι πρόγονοι τί είπαν

Ο μυθος ειναι ┼λόγων κορυφά ὀρθὰ┼. Γι' αυτο ο Πινδαρος καλει τον Ιερωνα, και μαζι του κι εμας, σε ενα ┼οἶσθα┼, να δει, ┼μανθάνων προτέρων┼. Διοτι στον μυθο ορθωνεται στην κορυφωση του εκεινος ο λογος ο οποιος μας κρατει απο παντα περισυλλεγμενους οσο παραμενουμε, οχι Ελληνες, τουτο ηδη για τον Αισχυλο ηταν παρατολμο, αλλα ισως ┼παῖδες Ἑλλήνων┼. Αφορωμενοι απο τον μυθο γιινομαστε περισσοτερο ανοιχτοι για την προελευση μας και δεκτικοτεροι για την επερχομενη ουσια μας.


Ο Πινδαρος, αποτεινομενος στον νοσουντα ┼τύραννον┼ των Συρακουσων Ιερωνα, εκφραζει μια ευχη, η οποια ομως ειναι και εκ των πραγματων αδυνατη. Ετσι, αβρα, αλλα και διχως περιστροφες, οπως ταιριαζει αναμεσα σε αληθινους φιλους, ο Ιερωνας μαθαινει για την νοσο του: Ο Χειρων ειναι ┼ἀποιχόμενος┼ (στ. 3). Και καθως απο τον Ασκληπιο ο ┼Κρονίων ἀμπνοὰν στέρνων κάθελεν┼ (στ. 57), αλλον ┼ἰατῆρα┼ δεν δυναται πλεον να ┼παρασχεῖν┼.

Τα διαβαζω αυτα κι απορω. Μα τι λεει ο Πινδαρος στον φτωχο τον Ιερωνα; Δεν θα επρεπε, ακομα και τοτε, ενας που θα περιμενε απο τον Κενταυρο να στειλει εναν γιατρο, και μαλιστα καποιον ┼Λατοΐδα κεκλημένον ἢ πατέρος┼ (στ. 67), να εχει χασει τα λογικα του; Και οταν επιπλεον ο Πινδαρος τον βεβαιωνει πως σε μια τετοια περιπτωση θα πηγαινε να τον επισκεφτει ┼τάμνων θάλασσαν┼ (στ.68) και ┼βαθὺν πόντον περάσαις┼ (στ. 76), τοτε οι υποψιες μας μαλλον ενισχυονται…

Ομως παλι, τα γραφει ο Πινδαρος. Αυτο και μονον με κανει διστακτικο στις κρισεις μου. Και με αναγκαζει να προσεξω περισσοτερο τι θα πει εδω ┼ἰατῆρ┼ και τι θα πει εδω οτι ο νοσων δεν εχει να περιμενει απο εκει καμια αρωγη. Και εικαζω πως εδω δεν παρεχεται καποια συμβουλη του ειδους "διωξε τους γιατρους σου, ειναι αχρηστοι". Μπορουμε καλλιστα να φανταστουμε πως ο Ιερων ειχε γιατρους, και μαλιστα τους καλυτερους. Ομως τωρα υπαρχει η υπονοια πως ο Πινδαρος δεν αποτεινεται στον Ιερωνα ως καποιον νοσουντα, αλλα ως καποιον τον οποιο ┼δέρκεται ὁ μέγας πότμος┼. Και υποψιαζομαι πως η γραφη του Πινδαρου εχει αρθει σε τουτο το ┼μέγα┼, το οποιο απαιτει εναν λογο πολυ περρισσοτερο ευρυχωρον απο τον εξευτελισμο μιας θνητης μοιρας η οποια, ως "νομος", θα παραπεμπονταν στην αποκλειστικη αρμοδιοτητα των "ιατρικων υπηρεσιων".

Αγομενος απο αυτες τις υπονοιες επιστρεφω στην ωδη του Πινδαρου και επιχειρω να μαθω περισσοτερα για τον Χειρωνα και για τον Ασκληπιο.

Στον πρωτο στιχο ονομαζεται ο Χειρων, ο Κενταυρος ο οποιος ┼νόον ἔχων ἀνδρῶν φίλον┼ ανεθρεψε τον Ασκληπιο. Ποιος ειναι ο Ασκληπιος; Ειναι ο ┼τέκτων νωδυνίας┼. ┼τέκτων┼, λεει ο Πινδαρος. Η λεξη ┼τέκτων┼ συγγενευει με το ρημα  ┼τίκτω┼. Τι θα πει αυτο για τον ┼τέκτονα νωδυνίας┼; Τεινουμε να αντιπαρελθουμε το ερωτημα καθως η δουλεια του γιατρου, που ειναι μεταξυ αλλων να ανακουφιζει απο τους πονους, θεωρειται γνωστη και αυτονοητη. Ομως ο μυθος κατι αλλο λεει. Λεει πως ο Ασκληπιος ειναι ┼τέκτων┼, ειναι εκεινος ο οποιος καταρχην ┼ἔτεκεν┼ την ┼νωδυνίαν┼. Δηλαδη; Μαλιστα. Ο Ασκληπιος δεν ειναι πρωτα εκεινος ο οποιος κατεχει την τεχνη να ανακουφιζει απο τον πονο. Πριν απο αυτο ο Ασκληπιος ειναι ο αρχιτεκτονας της δυνατοτητας της ┼νωδυνίας┼, του οτι ο πονος μπορει να ανακουφιστει. Αυτη ειναι πρωτιστως η τεχνη του ιατρου, η οποια και τον θεσπιζει καν ως ιατρο: η εκλαμψη η οποια παιρνει αποσταση απο την τυφλη παραδοση στην ανσκηπτουσα νοσο και παρεμβαινει στο συμβαν της. Η ιατρικη τεχνη ειναι η γνωση για την δυνατοτητα της αναγνωρισης της νοσου ως νοσου, και την αμυνας εναντιον της. Και τουτο συμβαινει οταν, σε μια "πτωτη στιγμη", ονομαζονται οι λεξεις: νοσος, οδυνη, νωδυνια.

Και η ┼νόσος┼, ως ┼στέρησις┼, γινεται εμπειρατη ως ρηγμα σε εκεινη την ┼ὁδόν εἰς φύσιν┼ η οποια καλειται ┼ὑγίεια┼. Ομως το ρηγμα δηλωνεται ως πονος. Και η ιατρικη τεχνη εννοει τον εαυτο της κατα βασιν ως τεχνη της αρσης του πονου, της ┼νωδυνίας┼. Ο αρχιτεκτονας της ειναι ο ιατρος.

Ειναι ευνοητο οτι δεν φιλοδοξω να "προτεινω" καποια υποθεση για την γεννηση της ιατρικης στους προϊστορικους χρονους, η κατι παρομοιο. Εαν σ' αυτην την ακροαση του παλαιου μυθου αποδιδεται κατι απο τον τονο του, τουτο δεν αφορα την γενεση της ιατρικης αλλα την ουσιωση αυτου το οποιο καλειται ιατρικη, και ιατρος, και η οποια, σε αντιθεση προς την γενεση, δεν μενει ποτε πισω, αλλα ειναι παντα, "με πνευματικοτητα", τριγυρω μας, καθε φορα που ονομαζεται, ρητα η μη, οι λεξεις ιατρος, νοσος, υγεια, πονος. Βρισκομαστε στον χωρο του οτι τα εδω λεγομενα ειναι, συμβαινοντας με την ονομασια τους.

Καλουμαστε σε ενα τετοιο ανοιγμα του βλεμματος ωστε το καθε "περιστατικο" να μην μενει καθηλωμενο στον περιστασιακο του χαρακτηρα αλλα να εννοειται με μιαν ευρυτητα στην οποια να συνηχει ο μυθος της προελευσης του. Και εδω, παλι, δεν δινω συστασεις, π.χ. στον καρδιολογο που αντιμετωπιζει "ενα εμφραγμα". Αυτα δεν ειναι οδηγιες με αμεση εξαργυρωση στην ιατρικη πρακτικη. Αυτα ειναι μονον ιχνη που προσφερονται στον νοημονα και που φερνουν σε αλλους δρομους. Εδω δεν υπαρχει χωρος για βιασυνη. Εδω ζητειται το μακροπνοο και το ανιδιοτελες.


Ας γυρισουμε λοιπον, καπως περισσοτερο προετοιμασμενοι, στον μυθο του ιατρου. Και ακουμε για την Κορωννιδα και για τον Απολλωνα, για την υβρη της και για τον θανατο της, για την γεννηση του Ασκληπιου.

Αχα! θα αγαλλιασει ο ψυχαναλυτης, εδω "εχουμε" μια αρχαϊκη μαρτυρια του "τραυματος τυης γεννησης"! Και ενδεχομενως θα το "συνδυασει" με την αργοτερα αναφερομενη φιλοχρηματια του Ασκληπιου, την οποια ισως εκλαβει ως "μητρικο υποκαταστατο", ενω την ανασταση του νεκρου ως "οιδιποδειο" ανταγωνισμο με τον αθανατο πατερα του, η ακομη ως αμυνα απεναντι στον "ευνουχιστικο" χαρακτηρα του θανατου.

Αχα! θα θα θριαμβευσει ο "οργανικος" ψυχιατρος, εδω "εχουμε" μια αρχαϊκη εκδοχη της κληρονομικοτητας της συμπεριφορας, καθως οι υβριστικες πραξεις της μητερας και του γιου της τους κατατασσουν στις λεγομενες "ψυχοπαθητικες προσωπικοτητες". Ελπιζω αυτος ο ψυχιατρος να εχει αρκετη εμπιστοσυνη στις μαιευτικες ικανοτητες του Απολλωνα και να μην φτασει στο σημειο, λογω του περιπετειωδους τοκετου, να διαγνωσει και καποιαν "ελασσονα" νευρολογικη διαταραχη ως αιτιο για την "προσωπικοτητα" του Ασκληπιου.

Τελος, ο μετρημενος, μοντερνος και "συστημικα" σκεπτομενος επιστημων θα διορθωσει: οχι περιβαλλον, η κληρονομικοτητα, μονον αλληλεπιδραση "παραγοντων". Ετσι ειναι οι ανθρωποι.

ἐκρίναντο δέμας και σήματ' ἔθεντο χωρίς ἀπ' ἀλλήλων

διαχωρισαν το ολο και εθεσαν τα σηματα χωριστα το ενα απο το αλλο

λεει η θεα στον ┼κοῦρον┼ του Παρμενιδη. Διακρινουν και χωριζουν, το ενα απο εδω, το αλλο απο εκει, και κατοπιν αγωνιζονται να επανασυνδεσουν τα χωρισμενα με τον ενα, η με τον αλλον τροπο. Και οταν αποκλινουν υπερβολικα προς το ενα, ερχεται ο καιρος που καταφευγουν στον αντιποδα του και παει λεγοντας.

Και εδω "εχουμε" απο την μια τον Ασκληπιο, απο την αλλη την μητερα του, και παιδευομαστε, ψυχαναλυτες και ψυχιατροι, να εννοησουμε τον τροπο με τον οποιο σχετιζονται και αλληλεπιδρουν ο ενας και ο αλλος. Σαν να μην ηταν δυνατον παρα να μιλουμε για ατομα: Ασκληπιος, Κορωνις. Σαν να μην υπηρχε, στον μυθο που ακουμε, που προσπαθουμε να ακουσουμε, η λεξη ┼φῦλον┼ (στ.21), η οποια ηδη εξαρχης αφηνει Ασκληπιο και Κορωννιδα να ερχονται μεσα απο την κοινη εκεινη φυση απο την οποια το ┼φῦλον┼ τους φυεται. Σαν αυτο το ┼φῦλον┼, απο την ιστορια της Κορωννιδας, να μην ονομαζει ο,τι η λεξη ┼αἴσα┼ στην ιστορια του Ασκληπιου (στ. 60). Σαν τα ┼ἐπιχώρια┼, τα οποια το ┼φῦλον┼ της Κορωννιδας ┼αἰσχύνει┼, να μην εννοουσαν το ┼πὰρ ποδός┼ το οποιο ο Ασκληπιος εχει λησμονησει.

Πως αφορα η υβρις τον Ασκληπιο; Δηλαδη τον ιατρο καθεαυτον; Τον αφορα κατα το οτι εκομισε ┼ἄνδρ᾽ ἐκ θανάτου ἤδη ἁλωκότα┼ (στ. 55-58). Γι' αυτο και ο Πινδαρος το απαγορευει στον εαυτο του: ┼μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε┼ (στ. 61). Το οτι η ιδια αυτη πραξη στον Χριστιανισμο συνιστα το μεγαλυτερο "θαυμα" ειναι μια ενδειξη μονον της λησμοσυνης η οποια στα χρονια που μεσολαβησαν απαλειψε καθε διαφορα και καταργησε καθε μετρο και εν γνωριζουμε πια τι ειναι ζωη και θανατος.

Στον μυθο του Ασκληπιου η παραβιαση της διαφορας και του μετρου συμβαινουν στην μορφη του ιατρου. Η τεχνη του δυνητικα δεν σταματα πουθενα. Αντιθετως μαλιστα, ως ιατρος ειναι απο καταβολης ┼τέκτων νωδυνίας┼ - που θα πει, δυνητικα, εκεινος ο οποιος κηρυσσει τον πολεμο εναντια στον θανατο. Ο ιατρος, στην ακρα του εννοηση, ειναι δυναμει ο τεκτων της αθανασιας για τους θνητους.

Μηπως λοιπον ο ιατρος ως ιατρος πρεπει να μην γνωριζει το ┼παρ' ποδός┼ και να μην ειναι διολου προθυμος να δεχθει ┼οἵας εἰμὲν αἴσας┼ (στ. 60); Μηπως ομως επισης, σε καθε μικρο, η μεγαλο "επιτευγμα της επιστημης", αδηλα πλεον και ανεπαισθητα, ενας ┼κεραυνός┼ παιρνει την ανασα απο το στερνο τους; Του ιατρου και του ασθενη του; Διχως καν να το καταλαβαινουν οι ιδιοι;

Schmerzlos sind wir…

Αναλγητοι ειμαστε...

Μηπως παλι με την συντελεση της ιατρικης και του ιατρου εχει φθασει στο τελος και εκεινο το ┼φῦλον ματαιότατον┼ (στ. 21); Και η υβρις του; Μηπως, επιτελους, αυτο το τελος αφηνει χωρο για μια αλλη δυνατοτητα; Μηπως ο Πινδαρος μας λεει κατι γι' αυτην;


Ο μεχρι τωρα λογος του Πινδαρου κλεινει σε ενα πρωτο μερος οπως αρχιζει. ┼Ἤθελον Χίρωνα ζώειν┼ λεγουν οι πρωτοι στιχοι. Και στον στιχο 63 παλι: ┼εἰ δὲ ... ἄντρον ἔναι᾽ ἔτι Χίρων┼, τοτε ┼μόλον┼ (στ. 68), ┼κατέβαν┼ (στ. 73), ┼ἐξικόμαν┼ (στ. 76). Ετσι το ┼Ἤθελον┼ απο τον πρωτο στιχο κορυφωνεται σε ολα αυτα που ειναι αδυνατα διοτι ο Χειρων ειναι νεκρος και ιατρους δεν μπορει πλεον να παρασχει.

Και τωρα αρχιζει ενας αλλος λογος. Τωρα, οπου ο Ιερωνας απο κανεναν ιατρο δεν εχει να περιμενει απαντηση, οπου, σ' αυτην την ωδη περιγραφονται αρχη και τελος του ιατρου, ενα αλλο καλεσμα ζητα να εισακουστει.

Αυτος ο λογος δεν αρχιζει με ┼Ἤθελον┼ αλλα με ενα ┼ἐθέλω┼ (στ. 77). Ο λογος αρχιζει με μια προσ-ευχη στην ┼μητέρα┼. Εννοειται η Κυβελη, η μητερα για την οποια ο Πινδαρος ειχε ανεγειρει ενα ιερο στο ┼πρόθυρον┼ της οικιας του, για αυτην και για τον ┼σεμνῶν ἀδύτων φύλακα┼, τον ┼ματρὸς μεγάλον ὀπαδὸν┼ Πανα. Αυτη η μητερα θεων και ανθρωπων στους μυθους παραμενει σχεδον ολοτελα αποσιωπουμενη, αδηλη, οπως αρμοζει σε μια μητερα, α-μυθητη.

Και τι προσ-ευχεται ο Πινδαρος; Η ιδια η ωδη δεν μας το λεει. Ισως ομως να μην προκειται καν για μια "προσευχη". Ισως η ευχη ειναι ο ιδιος ο λογος που ακολουθει, καθοσον αγεται απο την ┼σεμνὰν θεὸν┼ και μενει υπο την σκεπη της.

Οπως στο πρωτο μερος, ερχεται και τωρα ενα ┼εἰ┼. Ομως αυτο δεν αναφερεται πλεον στον Ιερωνα και δεν εισαγει στην προσκρουση στο ανεφικτο, αλλα τον αναγκαιο ορο για να αποληξει ο Ιερων σε ενα ┼εἰ δὲ λόγων συνέμεν κορυφάν, Ἱέρων, / ὀρθὰν ἐπίστᾳ μανθάνων┼ ┼οἶσθα προτέρων┼.

Το ┼λόγων συνέμεν κορυφάν ὀρθὰν┼ ειναι ορος. Δεν μεταδιδεται και δεν εκμανθανεται, αλλα ειναι χαρισμα το οποιο ενας ανθρωπος, ενα ┼φῦλον ἐν ἀνθρώποισι┼, ισως και μια ιστορικη εποχη, το διαθετει, η δεν το διαθετει.

Ο λογος μπορει να εννοηθει μεσα απο το τελευταιο του τμημα, οπου και κορυφωνεται:

σμικρὸς ἐν σμικροῖς, μέγας ἐν μεγάλοις

ἔσσομαι, τὸν δ᾽ ἀμφέποντ᾽ αἰεὶ φρασίν

δαίμον᾽ ἀσκήσω κατ᾽ ἐμὰν θεραπεύων μαχανάν. (στ. 107-109)

Στα μικρά θα ᾽μαι μικρός, και στα μεγάλα μέγας.

Την τύχη που μου έλαχε όπως και νά ᾽ρθει

με την καρδιά μου θα την τιμήσω

και κατά τη δύναμή μου θα την υπηρετώ.

Ο Πινδαρος, αποτεινομενος στον Ιερωνα, εχει μιλησει για μυθους, τον εχει προσφωνησει προσωπικα, και τωρα μιλα για τον εαυτο του. Ομως οχι για να δωσει το "καλο παραδειγμα" αλλα διοτι στο πεδιο αυτου του λογου ολα, οι ┼πρότεροι┼, και οι μεταξυ τους διαλεγομενοι θνητοι, και ο,τι οι ┼ἀθάνατοι δέονται┼ σ' αυτους, υπαρχουν σε μια μοναδικη συγκατοικηση. Το πρωτο προσωπο εδω δεν αφορα διολου του Εγω ενος μεμονωμενου ατομου.

┼σμικρὸς ἐν σμικροῖς, μέγας ἐν μεγάλοις┼. Σ' αυτο το σχημα περικλειεται ο,τι εχει ηδη ειπωθει με διαφορους τροπους:

➧ Η παραμονη στα ┼ἐπιχώρια┼. Και, στο φως του στ. 107, το ονομα ┼ἐπιχώρια┼ ονομαζει το εκαστοτε πλησιον, εκεινο το οποιο μιλα, και μιλωντας καλει καθε φορα, και περιμενει απο τον καλουμενο να του ανταποκριθει. Για μια τετοια ανταποκριση κανει λογο και το αποσπασμα ενος υμνου του Πινδαρου οπου ο μαντης Αμφιαραος αποτεινεται στον γιο του Αμφιλοχο (Snell 43):

ὦ τέκνον ποντίου θηρὸς πετραίου

χρωτὶ μάλιστα νόον

προσφέρων πάσαις πολίεσσιν ὁμίλει

τῷ παρεόντι δ' ἐπαινήσας ἑκὼν

ἄλλοτ' ἀλλοῖα φρόνει

Παιδι μου, σ' ολες τις πολεις που τριγυρνας, οσο γινεται εχε μυαλο σαν αυτο των θαλασσιων ζωων που ζουνε στα βραχια. Να επαινεις τα παροντα με την καρδια σου, και σαν αλλαζουν οι καιροι αλλαζε και οσα φρονεις.

Ενα ┼φῦλον ματαιότατον┼ ομως τα ┼ἐπιχώρια┼ τα ┼αἰσχύνει┼. Προσκολλαται στα ┼ἀπεόντα┼ (στ. 20) και κοιταζει τα ┼πόρσω┼, ┼μεταμώνια θηρεύων ἀκράντοις ἐλπίσιν┼. Ισως σ' αυτο το ┼φῦλον┼ να ανηκει και εκεινος ο νοσων ο οποιος, αντι ┼τῷ παρεόντι ἐπαινήσας ἑκὼν┼, κλεινει τα ματια του σ' αυτο και προσβλεπει μονο στην ημερα που θα γινει και παλι "καλα".

➧ Η γνωση του ┼παρ' ποδὸς┼. Αυτο ονομαζει ο,τι και τα ┼ἐπιχώρια┼, ομως τωρα διευκρινιζεται περισσοτερο και μας προσφερει ενα οδηγο ημα για την εννοηση του: ┼οἵας εἰμὲν αἴσας┼. Ειναι το ομολογο του ┼σμικρὸς ἐν σμικροῖς┼.

Το ┼παρ' ποδὸς┼ λοιπον δεν ειναι το "φυσικο", το "αμεσο", το "αυθορμητο", το "αυτονοητο". Χρειαζεται να το ┼μαστευέμεν┼. Και αυτη ειναι μια ιδιαιτερη και διχως προηγουμενο μαθηση διοτι αφορα τα ┼ἐοικότα πὰρ δαιμόνων┼, οπως και οταν αυτα αποληγουν σε ┼θνατάς φρένας┼. Ο,τι λοιπον εδω ονομαζεται δεν ειναι απλο και ευκολο διοτι φερεται απο την συνομιλια θεων και ανθρωπων, και αυτη ειναι που χαριζεται, και ο χαρισματικος ┼λόγων συνέμεν κορυφάν ὀρθὰν ἐπίσταται┼.

➧ Η συνομιλια θεων και ανθρωπων ειναι ομως η κατεξοχην πραξη. Και γιαυτο τα παραινετικα λογια του Πινδαρου στον εαυτο του: μή, ┼φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον / σπεῦδε┼, μην αφηνεις αυτην την συνομιλια, και τον ορο υπο τον οποιο μετεχεις σ' αυτην. ┼τὰν δ᾽ ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν.┼ (στ. 62)

Ομως ┼βίον ἀθάνατον σπεύδει┼ ο ιατρος και ο νοσων. Δεν παραμενουν στην δικη τους ┼αἶσαν┼, στην θνητοτητα, αλλα επιδιωκουν κατι εξω απο τα ┼ἐπιχώρια┼, μακρια απο το ┼παρ' ποδὸς┼.

➧ Οσα ειπωθηκαν ανηκουν σε εναν και μοναδικο δρομο: ┼θνατῶν ἀλαθείας ὁδόν┼ (στ. 103). Εδω ┼ἀλάθεια┼ δεν θα επι "αληθεια", αλλα ονομαζει τον δρομο των θνητων ο οποιος ειναι εμπεδομενος στην συνομιλια με τους αθανατους. Σ' αυτην την συνομιλια οι πρωτοι, οι οποιοι κατεξοχην ┼δαίονται┼, δινουν και διαχωριζουν και μοιραζουν, ειναι οι ┼δαίμονες┼. Οι θνητοι, αυτο που τους εχει δοθει καλουνται να το ┼ἀσκήσωσιν┼. Εξω απο αυτην την ζευξη δεν υπαρχει τιποτε παρα ┼σκιᾶς ὂναρ┼ (8ος Πυθ., στ. 95).

τὸν δ᾽ ἀμφέποντ᾽ αἰεὶ φρασίν / δαίμον᾽ ἀσκήσω κατ᾽ ἐμὰν θεραπεύων μαχανάν.

Την τύχη που μου έλαχε όπως και νά ᾽ρθει

με την καρδιά μου θα την τιμήσω

και κατά τη δύναμή μου θα την υπηρετώ.

Αυτο ειναι το οποιο εχει κατεξοχην χρεωθει ο ανθρωπος ως ανθρωπος: να επεται του αυτον ┼ἀμφέποντος δαίμονος┼.

Σημερα ειμαστε σχεδον ολοτελα αμηχανοι εμπρος του. Ομως ποιητες και νοητες μιλουν για ενα Απροσωπο, τον λογο του οποιου ομο-λογωντας γινονται οι ποιητες και οι νοητες οι οποιοι ειναι. Αλλα και ο "ψυχαναλυτης", οταν ζητα την αρμογη του ┼πελάτου┼ προς ο,τι ερχεται στον νου και στην καρδια του, διχως να το γνωριζει βρισκεται κοντα στους προηγουμενως αναφερθεντες και εκπληρωνει μια αποστολη για την οποια σημερα δεν υπαρχει ονομα. Ισως, με την γλωσσα των παλαιων, ┼ἀσκεῖ┼ κι αυτος εναν ┼δαίμονα┼ κατα την δικη του ┼μαχανάν┼.

➧ Μονον ο σεβασμος σε ο,τι ┼ἀμφέπει┼ τον ανθρωπο μπορει να κανει καλοταξιδη μια πορεια επανω σ' αυτην την γη, κατω απ' αυτον τον ουρανο οπου ┼ἄλλοτε ἀλλοῖαι πνοαί / ὑψιπετᾶν ἀνέμων┼ (στ. 104-105). Απο εδω μπορει να εννοηθει το: ┼ἓν παρ᾽ ἐσλὸν πήματα σύνδυο δαίονται βροτοῖς / ἀθάνατοι┼ (στ. 81-82), το: ┼αἰὼν δ᾽ ἀσφαλής / οὐκ ἔγεντ᾽┼ (στ. 86-87), το: ┼ὄλβος οὐκ ἐς μακρὸν ἀνδρῶν ἔρχεται / σάος┼ (στ. 106).

Παντου τονιζεται μια αναγκη, μια ┼νηλεής ἀνάγκα┼, οπως λεει καπου ο Αλκμαν, η οποια επιφυλασσει στους θνητους καλες ωρες και κακες ωρες. Αυτο ετσι ειναι. Η αρνηση, η αμυνα, η φυγη, φερνουν μονο πλανη και συγχυση.

➧ Εδω το μονο που αρμοζει ειναι τα παντα ┼κόσμῳ φέρειν┼ (στ. 82).

┼κόσμος┼. Αυτη η λεξη στην πρωτη ελληνικη νοηση σημαινει το "κοσμημα", το οποιο δεν ειναι πραγμα το ιδιο, δεν το εχει κατασκευασει κανενας θεος και κανενας ανθρωπος, ομως με την λαμψη του που χαριζει στα πραγματα, τα κανει να λαμπουν και ετσι να δειχνονται ως αυτα τα οποια ειναι. Και η κατοικηση αυτου του ┼κόσμου┼ ειναι η διαμονη στα ┼ἐπιχώρια┼, στα ┼παρ' ποδὸς┼ ευρισκομενα ┼παρεόντα┼, κατοικηση και διαμονη κατα την εμπρακτη ┼μαχανάν┼ των θνητων.

Ομως συχνα τους ανθρωπους τους τυλιγει το ┼λάθας ἀτέκμαρτα νέφος┼ (9ος Ολυμπ., στ. 45) και η λαμψη ξεθωριαζει και τα πραγματα συγχεονται. Οι ┼νήπιοι┼, οταν τους συμβαινει, δεν το αναγνωριζουν και κανουν σαν να μην τους συμβαινει τιποτα. Οι ┼ἀγαθοί┼ το αναγνωριζουν, το κακο που τους τυχαινει. Ειναι οι τα ┼καλά τρέποντες ἒξω┼ (στ. 83).

Το νοημα των τελευταιων λεξεων ισως μπορουμε να το πλησιασουμε περισσοτερο μεσα απο ενα αλλο αποσπασμα του υμνου που αναφερθηκε προηγουμενως:

ἀλλοτρiοισιν μὴ προφαiνειν τὶς φέρεται

μόχθος ἄμμιν τοῦτό γέ τοι ἐρέω

καλῶν μὲν ὧν μοῖρὰν τε τερπνῶν

ἐς μέσον χρὴ παντὶ λαῷ

δεικνύναι εἰ δέ τις ἀνθρώ

ποισι θεόσδοτος ἄτα

προστύχοι ταύταν σκότει κρύπτειν ἒοικεν (Snell 42)

Σε ξενους μη φανερωνεις τι υποφερουμε μοχθους. Και σου λεω τουτο: Ο,τι ομορφο και χαρουμενο μας συμβαινει, να το δειχνεις καταμεσις στον κοσμο. Ομως οταν σ' εμας τους ανθρωπους τυχει κακο δοσμενο απ' τον θεο, αρμοζει να κρυβεται στο σκοταδι.

δεν είναι αρμόζον τον μόχθο μας, ό,τι (υπο)φέρουμε, να τον καθιστούμε προφανή στους αλλότριους. Ακόμη συμβουλεύει τον γιο του τα καλά και τα τερπνά να τα δείχνει, καταμεσίς στον λαό. Και, συνεχίζει ο πατέρας, εάν στους ανθρώπους τύχει ένα κακό που ταλανίζει, αυτό προσήκει να μένει κρυφό στο σκοτάδι.

Και αυτα παλι διασαφηνιζονται περισσοτερο σε ενα αλλο αποσπασμα του υμνου:

μὴ πρὸς ἄπαντας ἀναρρñξαι τον ἀχρεĩον λόγον

ἔσθ' ὅτε πιστοτάτα σιγᾶς ὁδὸς

κέντρον δὲ μάχας ὁ κρατιστεύων λόγος

(Snell 180)

μην πετας στον καθενα αχρηστα λογια

καποτε ο δρομος της σιγης ειναι ο πιο αξιοπιστος

καθως ο λογος ειναι που περισσοτερο κεντριζει σε μαχη

Καποτε ο δρομος της σιγης ειναι ο πιο αξιοπιστος

┼μόχθος┼, ┼κακότης┼, ειναι λογος, ┼ἀχρεĩος┼: βρισκεται εξω απο την περιοχη του ┼χρὴ┼. Γι' αυτο τους αρμοζει ┼σιγᾶς ὁδὸς┼. Η ┼καλῶν τε τερπνῶν μοῖρα ┼ δεν ειναι απλως τα "ευχαριστα". Ειναι και αυτη λογος, και μαλιστα ┼κρατιστεύων┼. Για αυτον αρμοζει να λεγεται ως ┼κέντρον μάχας┼: οχι για εριδες και αψιμαχιες και ανταγωνισμους, αλλα για εκεινη την μαχη η οποια κρινει, και ως ┼κρίσις┼ διακρινει τους δυο δρομους, την ┼ἀλαθείας ὁδόν┼ και το ┼λάθας νέφος┼, και ετσι αναδεικνυει το κοσμιο και το ακοσμο.

➧ Ο αρρωστος Ιερωνας καλειται πρωτιστως να υπο-φερει αυτο που τον βρηκε ┼κόσμῳ┼, οπως αρμοζει σε ┼αγαθούς┼. Ειναι και τουτο μια δυνατοτητα, τωρα που η ιατρικη εχει φθασει στο τελος και ο ιατρος εχει ολοκληρωσει την αποστολη του.


- - Το ζωογονο


PDF

- - Ανασκοπηση


PDF

- - Επιτυχια και αποτυχια

Τύχη

Ο Sigmund Freud, σε ένα κείμενο του από το 1912 με τον τίτλο «Ratschlaege fuer den Arzt bei der psychoanalytischen Behandlung» (Συμβουλές στον γιατρό κατά την ψυχαναλυτική αγωγή), γράφει πως για τον αναλυτή η πιο επικίνδυνη «συναισθηματική τάση» είναι η «θεραπευτική φιλοδοξία». Τι εννοεί μ' αυτήν την παράδοξη ρήση; Γιατί χρειάζεται η αποχή του αναλυτή από τη θεραπευτική φιλοδοξία; O Φρόυντ παραθέτει δύο λόγους, τους οποίους διατυπώνει γενικά μόνο.

Πρώτον: «Φέρνει τον εαυτό του σε μια διάθεση ακατάλληλη για την εργασία του».

O εμφορούμενος από τη θεραπευτική φιλοδοξία αναλυτής δεν βρίσκεται στη διάθεση αυτού που ο Φρόυντ αποκάλεσε «ελεύθερα [αλλού: «ομοιόμορφα»] μετέωρη προσοχή». Την εννοώ ως την ελευθερία του αναλυτή, δηλαδή τη διαθεσιμότητα του ν' ακούει ό,τι έρχεται από τον αναλυόμενο, έτσι όπως έρχεται.

O φιλόδοξος αναλυτής, που είναι στραμμένος προς την επιτυχία της θεραπείας, ακούει με κριτήριο την επιτυχία της θεραπείας. Έτσι υποβάλλει τα λεγόμενα του αναλυομένου σε μια κρίση. Τα πράγματα δεν μένουν «μετέωρα», σ' έναν ορίζοντα ανοιχτό, και δεν μένουν «ομοιόμορφα» αλλά αξιολογούνται σύμφωνα με το παραπάνω κριτήριο.

Δεύτερον: «Εκτίθεται σε ορισμένες αντιστάσεις του ασθενούς».

O φιλόδοξος αναλυτής έχει κάνει την ανάλυση λιγότερο ή περισσότερο υπόθεση του. Αντίστοιχα η σχέση του ίδιου του αναλυομένου με τη θεραπεία του έρχεται σε δεύτερη μοίρα. O αναλυόμενος ωθείται σε μια στάση που δεν έχει άλλα περιθώρια από το να είναι αντί-στάση (ρητή ή άρρητη υποταγή ή διαμαρτυρία ή και τα δυο) προς τη ρητή ή άρρητη κηδεμόνευση της ανάλυσης από τον αναλυτή του.

Εδώ ας μου επιτραπεί μια τρίτη παρατήρηση. Η θεραπευτική φιλοδοξία έχει την υπεροψία να θεωρεί ότι γνωρίζει το «πρόβλημα». Ωθεί τα πράγματα προς την κατεύθυνση που πιστεύει ότι θα οδηγήσει στη θεραπεία, επιβεβαιώνεται όταν «προχωράνε», απογοητεύεται όταν αυτό δεν συμβαίνει.

Ποιος είναι ο άνθρωπος που εκπροσωπεί μια τέτοια στάση;

Είναι το, από τον Descartes και έκτοτε κυρίαρχο\ cogito: ο άνθρωπος που εννοεί τον εαυτό του ως έδαφος και αρχή και αξιώνει να έχει την εποπτεία και τον έλεγχο της κατάστασης.

Το μοιραίο, δηλαδή από τη μοίρα μιας εποχής, προσ-μοιραζόμενο παραλήρημα περί εποπτείας και ελέγχου είναι στην ιατρική το μάλιστα διαδεδομένο. Είναι μια θεμελιακή πίστη της ιατρικής ότι τα πάντα είναι είτε ήδη γνωστά είτε όχι ακόμα γνωστά.

Έγινα κι εγώ γιατρός. Και πολύ αργότερα, κι έχοντας κάπως λυθεί από τον κλοιό των επιστημονικών παραστάσεων, σε «ομάδες Balint» με γιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων μου φανερώθηκε, και τώρα που το ανακαλώ με συγκλονίζει ακόμα περισσότερο, πόσο στενή είναι η λωρίδα στην οποία κινείται όλη αυτή η μεγαλόστομη και πομπώδης ιατρική, της «εναλλακτικής» συμπεριλαμβανομένης, πόσο χαίνει τριγύρω της ο γκρεμός των ακατάληπτων πραγμάτων.

Η ανάγκη συγκρατημού του αναλυτή απέναντι στη θεραπευτική φιλοδοξία δεν είναι απλά «τεχνική». Κάθε τεχνική, όταν είναι μόνο «τεχνική» και δεν ανταποκρίνεται στο ζωντανό παράδειγμα του θεραπευτή, στρεβλώνει ή ακόμα και ματαιώνει την πορεία της ανάλυσης.

O συγκρατημός απέναντι στη θεραπευτική φιλοδοξία δεν πρέπει να περιορίζεται στην επιβολή μιας αυτοπειθαρχίας του αναλυτή επάνω στις «συναισθηματικές τάσεις» του. O αναλυτής πρέπει να έχει φτάσει σε μια αληθινή παραίτηση και μάλιστα μέσα από δοκιμασμένες εμπειρίες μιας στάσης προς τον κόσμο και τα πράγματα αληθινότερης από εκείνη της όποιας φιλοδοξίας.

O δρόμος μιας «αληθινότερης» στάσης υποδηλώνεται στο κείμενο του Φρόυντ που αναφέρθηκε και που κλείνει με τα εξής:

«Ένας παλαιός χειρούργος είχε ως ρητό του τα λόγια: " Je le pansai, Dieu le guerit" (Εγώ το επέδεσα, ο θεός το θεράπευσε). Σε κάτι παρόμοιο πρέπει να αρκείται ο ψυχαναλυτής».

Ας μείνουμε για λίγο στο ρητό του παλαιού χειρουργού για να γνωρίσουμε καλύτερα αυτό στο οποίο πρέπει ν' αρκείται ο αναλυτής. Το ρητό, καθόσον αφορά την ανάλυση, χρειάζεται να το ακούσουμε με δύο τρόπους:

Πρώτον, μέσα από τη χριστιανική παράδοση από την οποία άμεσα έρχεται.

Δεύτερον, τώρα που εκείνη η παράδοση έχει φτάσει στο τέλος, μέσα από τη σημασία του ως νεύματος προς μια άλλη δυνατότητα.

Το ρητό λέει: Δεν περνούν όλα απ' τα δικά μου τα χέρια, εγώ επιδένω, όμως η ίαση είναι έργο του θεού. Διακρίνουμε τη χριστιανική μεταλλαγή της αριστοτελικής νόησης, για την οποία η ιατρική τέχνη μένει εμπεδωμένη και τελικά επαφίεται στη φύσιν1. Εδώ η φύσις έχει δώσει τη θέση της στον χριστιανικά παραστηθέντα θεό.

Η σύντομη μνημόνευση αυτής της παράδοσης για τα όρια του ανθρώπου εμπρός σε κάτι που τον ξεπερνά μπορεί τώρα να θυμίσει σ' εμάς, τους κατοίκους ενός κόσμου όπου «ο θεός είναι νεκρός» (Νίτσε), όχι πλέον την υποκατάσταση του από το άμετρα φιλόδοξο cogito αλλά τα όρια μας, τα οποία όμως δεν τίθενται πλέον ως όρια του αδύναμου ανθρώπου απέναντι στον παντοδύναμο θεό αλλά ως το όριο του ακατάληπτου.

Μπορεί, π.χ., να γνωρίζουμε το «αίτιο» της πνευμονίας, την πα-θοφυσιολογία της κτλ. Όμως το ότι η πνευμονία σε μια δεδομένη στιγμή προσβάλλει έναν δεδομένο άνθρωπο, που κάποτε θεραπεύεται και κάποτε πεθαίνει, ποτέ δεν θα είμαστε σε θέση πραγματικά να το γνωρίσουμε, να το προβλέψουμε, να το αιτιολογήσουμε, να το χειριστούμε.

Το ακατάληπτο χαρακτηρίζει το ότι πριν από κάθε γιατί και κάθε αρχή, άν-αρχα (Παρμενίδης), αρρωσταίνουμε, θεραπευόμαστε και πεθαίνουμε, ότι κάποτε οι δρόμοι μας τέμνονται στη συνάντηση που καθιερώθηκε να λέγεται «ψυχανάλυση».

Όσο εναργέστερα επιτελείται το άλμα από τη θεραπευτική φιλοδοξία του cogito στο άνοιγμα για το ακατάληπτο, τόσο ριζικότερα μεταβάλλεται και η σχέση του γιατρού με το έργο που καλείται να επιτελέσει και την έκβαση του - την «επιτυχία» και την «αποτυχία».

Τώρα οι λέξεις δεν σημαίνουν αυτό που ο θεραπευτής επιδιώκει και αποφεύγει αλλά το άγγιγμα του ακατάληπτου. Τούτο είναι που χρειάζεται να προσεχθεί, να ονομαστεί με ένα για το θέμα μας επαρκές όνομα.

To cogito εννοεί την επιτυχία και την αποτυχία στους δικούς του όρους. Η επιτυχία το ικανοποιεί, καθόσον την εκλαμβάνει ως επιβεβαίωση του - ότι αυτό είναι η αρχή, ότι τα πράγματα είναι όντως υπολογίσιμα, ελέγξιμα, κι έρχονται τελικά όπως αυτό τα επιδιώκει.

Η αποτυχία πάλι - γνωρίζει άραγε το cogito την αποτυχία; Έχει χώρο για ένα τέτοιο όνομα; Η αποτυχία δεν θα σήμαινε την ακύρωση της κυριαρχίας του; Κι επομένως αυτού του ίδιου; Η αποτυχία δεν θα του έλεγε ότι ακριβώς δεν είναι η αρχή, ότι τα πράγματα δεν υπολογίζονται και δεν έρχονται πάντα όπως τα έχει προγραμματίσει;

To cogito ως επί το πλείστον δεν αναγνωρίζει την αποτυχία ως αποτυχία. Η αποτυχία εκλαμβάνεται κι αυτή στους όρους του, δηλαδή γίνεται προγραμματισμένη, αποδίδεται σε κάποιο αίτιο, αποκτά στην οπτική της προόδου προσωρινό χαρακτήρα.

Μήπως όμως το cogito δεν γνωρίζει ούτε την επιτυχία ως επιτυχία; Είναι πράγματι το cogito η αρχή της επιτυχίας; Ή την ερμηνεύει κι αυτήν εκ των υστέρων ως αποτέλεσμα πράξεων που είχαν την αρχή τους σ' αυτό; Μήπως κι εδώ, στην επιτυχία, συμβαίνει μια φυγή ; Μήπως το cogito ως cogito είναι καταδικασμένο ν' απομακρύνεται απ' τα πράγματα όπως δίνονται και τα δέχεται μόνο όταν τα εκλογικεύει, τα παρασταίνει ως υποκείμενα στην αρχή του, δηλαδή τα βιάζει στους όρους του;

Ίσως όμως η αποτυχία προσφέρεται ιδιαίτερα για μια αφύπνιση από το παραλήρημα περί ελεγξιμότητας και υπολογισιμότητας. Είναι μια ανεπαίσθητη και ανομολόγητη στιγμή, πριν κινηθεί η φυγή, όπου γιατρός και άρρωστος μένουν σιωπηλοί, η μέχρι τώρα κοινή πορεία της θεραπείας τελειώνει εμπρός σε μια απορία, που συνήθως μένει και για τους δύο ανέκφραστη. Τότε η φυγή του γιατρού απέναντι στην αποτυχία είναι και φυγή απέναντι στον ασθενή του.

Γι' αυτό και όλα τούτα δεν είναι «φιλοσοφία» αλλά η απτή πραγματικότητα μιας συνάντησης για την οποία ο γιατρός δεν επαρκεί. Όχι διότι απέτυχε. Διότι τράπηκε σε φυγή.

Στην Επανεισαγωγή στην Ψυχανάλυση γράφω:

Ίσως λοιπόν, ειδικά στις μέρες μας, η στάση του γιατρού απέναντι στην αποτυχία να αποκτά ιδιαίτερη σημασία και ίσως να χρειάζεται ένα συμπλήρωμα της ιατρικής εκπαίδευσης, μια εκπαίδευση στην αποτυχία.

Η έκφραση «εκπαίδευση στην αποτυχία» ως «συμπλήρωμα» είναι πονηρή. Δεν εννοεί την εκπαίδευση σε κάτι ακόμα. Όταν πρόκειται για ουσιαστικά πράγματα, τίποτα δεν «συμπληρώνεται». Η έκφραση υπονοεί μια «εκπαίδευση» που θα ανέτρεπε αυτά τούτα τα θεμέλια της γνωστής μας επιστημονικής εκπαίδευσης.

Η εξοικείωση με την αποτυχία ως αποτυχία (και με την επιτυχία ως επιτυχία) και η αποδοχή από τον γιατρό των ορίων του σημαίνει το τέλος του ως γιατρού εμφορούμενου από το cogito. Για τη μετάβαση από την υπεροψία του cogito στην ταπεινοσύνη απέναντι στο ακατάληπτο δεν υπάρχει γέφυρα. Υπάρχει ένα χάσμα στο οποίο κανείς κάποτε θα βρεθεί, θα διαπεραστεί απ' αυτό, θα δοκιμαστεί σ' αυτό. Εφόσον το λέει η καρδιά του.

Με το τέλος του cogito φτάνει στο τέλος και κάθε «θεραπευτική φιλοδοξία», το κυνήγι της επιτυχίας, ο φόβος της αποτυχίας, η φυγή. Τώρα διακρίνουμε καθαρότερα το ουσιακό υπέδαφος της συμβουλής του Φρόυντ προς τον γιατρό: Η θεραπευτική φιλοδοξία δεν είναι συμβατή με την ανάλυση, διότι η προσκόλληση στο θέμα επιτυχίας και αποτυχίας υπερβαίνει τα μέτρα.

O Φρόυντ δεν το εννοεί έτσι. Είναι όμως ίδιον των μεγάλων να μην εξαντλούν οι ίδιοι τον πλούτο που κρύβει ο λόγος τους. Έχουν ακόμα κάτι να μας πουν το οποίο δεν είπαν, δεν γινόταν να πουν, κι έτσι είναι που μας επιτρέπουν τη συνομιλία μαζί τους.

«Je le pansai, Dieu le guerit» έλεγε ο παλαιός χειρούργος. Θα μείνουμε στην επιτυχία και την αποτυχία, όμως όχι πλέον στην οπτική της θεραπευτικής φιλοδοξίας αλλά επιχειρώντας ν' ακούσουμε σ' αυτές τις λέξεις ένα λόγο για το ακατάληπτο. Καλύτερα, ένα λόγο του ακατάληπτου.

Επιτυχία, αποτυχία. Το όνομα που μας υποδεικνύουν είναι τύχη, μια παμπάλαια ελληνική λέξη. Θα την επερωτήσουμε και θα εξετάσουμε κατά πόσο μπορεί να ονομάζει το ακατάληπτο και μαζί να δρομολογεί ένα άνοιγμα προς αυτό.

Πρώτα θα θυμηθούμε τις συνήθεις παραστάσεις της τύχης, ώστε να γίνουμε δεκτικότεροι για το πρώτο της νόημα.

Με σημείο αναφοράς το cogito, η τύχη είναι το μη υπολογίσιμο και το μη ελέγξιμο. Κι επειδή στην κυρίαρχη επιστημονική, και εν πολλοίς στην καθημερινή σκέψη, πραγματικό θεωρείται το υπό ευ-ρείαν έννοια υπολογίσιμο και ελέγξιμο, ο «παράγοντα τύχη» πρέπει να εξουδετερώνεται, η τύχη να καθίσταται ανύπαρκτη. Κανείς «δεν αφήνει τίποτα στην τύχη» ή πάλι είναι «άξιος της τύχης του».

Βέβαια είναι νόμος πως ό,τι αγνοείται επανέρχεται, κυρίαρχο τώρα, αλλού: για παράδειγμα, το «τυχαίο» στη δαρβινιστική θεωρία για την εξέλιξη των ειδών στις νεότερες θεωρίες της γενετικής με τη μορφή των «τυχαίων» μεταλλαγών των γονιδίων στη «θεωρία του χάους»· στην αοριστία των στατιστικών πιθανοτήτων. Στην καθημερινότητα πάλι είναι τα «τυχερά παιχνίδια» ή, όταν όλα έχουν προβλεφθεί και προετοιμαστεί, το «θέλει και λίγη τύχη».

Άλλοτε πάλι η τύχη τρόπον τινά προσωποποιείται - ένα υπόλειμμα των ελληνιστικών χρόνων όπου ήταν μια ιδιαίτερα δημοφιλής θεά. Έτσι κάποιον τον «θέλει» ή «δεν τον θέλει», του «χαμογελάει» ή τον «παρατά». O Φρόυντ γράφει κάπου ότι κανείς την ατυχία τείνει να την εκλάβει ως τιμωρία - να της προσάψει δηλαδή μια οντότητα η οποία μπορεί να τιμωρεί όπως ένας θεός ή ένας άνθρωπος.

Η αρχαία λέξη «τύχη», που μιλά στην «επι-τυχία» και στην «απο-τυχία», στην «ευ-τυχία» και στη «δυ-στυχία», έρχεται από το ρήμα «τυγχάνω»,«δουρί τυχήσας» λέει ο Όμηρος (τον πέτυχε με το δόρυ).

Τώρα ας επιχειρήσουμε να ακούσουμε την τύχη όχι σαν κάτι περιστασιακό αλλά, σύμφωνα με άλλες χρήσεις της αρχαίας λέξης, σαν όνομα της μοίρας που μας έχει ορίσει να είμαστε συμβάν μιας τύχης: τυχόντες.

Τούτο δεν πρέπει να εκληφθεί υποτιμητικά, διότι δεν μιλάμε με σημείο αναφοράς το cogito. Κι επειδή ούτε μιλάμε με σημείο αναφοράς την «αρχή του αποχρώντος λόγου», το τυχόντες δεν υπονοεί την αλληλεπίδραση πληθώρας «αιτιολογικών παραγόντων» που καθιστά την τελική έκβαση απροσδιόριστη. Το πώς ως τυχόντες κατοικούμε αυτόν τον κόσμο χρειάζεται για την απάντηση του άλλους δρόμους, στους οποίους υπολογισμός κι εποπτευσιμότητα κι αιτιολογικές συσχετίσεις δεν είναι καν θέμα.

Ακούμε στη λέξη τύχη μια αντ-ωνυμία του ακατάληπτου, το οποίο, καθώς η πηγή, μας «δίνει» εμάς καθαυτούς σαν δεδομένο του.

«Πάντα Τύχη και Μοίρα Περίκλεες ανδρί δίδωσιν» τραγουδά ο Αρχίλοχος.

Το «δίδωσιν» πάλι δεν πρέπει να εννοηθεί κατά την όψιμη ελληνιστική και χριστιανική εκδοχή του «ό,τι δώσει ο θεός». Εδώ η τύχη δεν αναφέρεται σ' ένα πρόσωπο. O Χαίλντερλιν, σ' ένα στίχο της Αντιγόνης, «Τύχη γαρ όρθοί και τύχη καταρρέπει τον εύτυχούντα τον τε δυστυχούντ' αεί», μεταφράζει το «τύχη» με τη λέξη «Undenkliches» (το αδιανόητο).

Πώς υπάρχει η τύχη και πώς αφορά τους ανθρώπους, μας το λένε καθαρότερα οι πρώτοι στίχοι από τον 12ο Ολυμπιονίκη του Πινδάρου. Το αρχαίο κείμενο είναι το εξής:

Λίσσομαι, παι Ζηνός Ελευθερίου,

Ίμέραν εύρυσθενέ' άμφιπόλει, σώτειρα Τύχα

τιν γαρ εν πόντω κυβερνώνται θοαί

νάες, εν χέρσω τε λαιψηροι πόλεμοι

κ' αγοραι βουλαφόροι. αι γε μεν ανδρών

πόλλ' άνω,τά δ' αδ κάτω ψεύδη μεταμώνια

τάμνοισαι κυλίνδοντ' ελπίδες*

σύμβολον δ' ου πώ τις έπιχθονίων

πιστόν άμφι πράξιος έσσομένας ευρεν θεόθεν,

τών δε μελλόντων τετύφλωνται φραδαί*

πολλά δ' άνθρώποις παρά γνώμαν επεσεν

εμπαλιν μεν τέρψιος, οι δ' άνιαραίς ί

άντικύρσαντες ζάλαις έσλόν βαθύ πήματος εν μικρω πεδάμειψαν χρόνω

Ας το πάρουμε από την αρχή:

Η ωδή συντέθηκε για τον Εργοτέλη από την Ιμέρα, τον ολυμπιονίκη στη «δολιχοδρομία». Όμως είναι λιτανεία (λίσσομαι) στην τύχη.

«Παι Ζηνός Ελευθερίου». Η τύχη τυχαίνει. Συνήθως λέμε: «Μου έτυχε αυτό κι εκείνο». Το αρχαίο νόημα θα το προσεγγίσουμε όταν πούμε τη φράση στον τονισμό: «Μου έτυχε αυτό κι εκείνο». Καλύτερα μάλιστα: «Με έτυχε...», όπως δηλαδή «με βρήκε...».

Η τύχη ονομάζει αυτό το «τυχαίνει», το ότι τυχαίνει τους ανθρώπους. Και τους τυχαίνει, μας λέει ο Πίνδαρος, «εις το όνομα του Ελευθερίου πατρός». Χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς διακρίσεις, τυχαίνει δικαίους και αδίκους.

Όμως στο «τυχαίνω» δεν μιλάει η τύχη σαν μεμονωμένη οντότητα. Στο «τυχαίνω» βρίσκεται πάντα κι ένας τυχών (όπως παθών). Δίχως αυτόν οι λέξεις «τυχαίνω» και «τύχη» δεν θα είχαν κανένα νόημα

Το ελευθέρων της τύχης έχει λοιπόν κληροδοτηθεί στον τυχόντα (παθόντα) άνθρωπο. Τούτο θα πει: Όπως το ομώνυμο ήθος της γυναίκας που δίνεται σ' όποιον χτυπήσει την πόρτα της, πριν από κάθε δική μας προαίρεση, αυτοί καθαυτούς, είμαστε ελεύθερα παραδομένοι σε ό,τι μας τύχει. Μ' αυτήν την έννοια είναι που είμαστε εξαρχής και εντέλει τυχόντες.

«Ίμέραν εύρυσθενέ' άμφιπόλει, σώτειρα Τύχα» ο Πίνδαρος καλεί την τύχη με το ρήμα «άμφιπόλει». «Πολέω» (πρβλ. θαλαμηπόλος·) θα πει «φροντίζω», «προσέχω» και, κάποτε, «σώζω» (σώτειρα).

Βέβαια το πολέειν της τύχης δεν μοιάζει με τις φροντίδες των ανθρώπων, προπάντων διότι ακολουθεί δρόμους δικούς του, ασύλληπτους. Η επίκληση μιας τέτοιας τύχης δεν είναι η επανάπαυση που παραδίδει την υπόθεση της σε άλλα χέρια. Είναι η επάφεση στο έλευθέριον, η αποδοχή του για τους θνητούς «αδιανόητου» που τους κυβερνά.

Η επίκληση αφορά την πόλη του Εργοτέλη Ιμέρα. «Εύρυσθενέα» την αποκαλεί ο Πίνδαρος, με ευρύ σθένος. Και η επίκληση στην τύχη χρειάζεται για χάρη των δυνατών, ιδιαίτερα αυτών που συχνά την περιφρονούν. Τους θυμίζει τα όρια τους απέναντι στο έλευθέριον.

«Τιν γάρ». Καθώς απ' αυτήν, την τύχη, «εν πόντω κυβερνώνται θοαΐ νάες, έν χέρσω τε λαιψηροι πόλεμοι κ' αγοραι βουλαφόροι».

Δεν έχει σημασία ότι σήμερα τα καράβια δεν βυθίζονται τόσο συχνά. Ας μην βιαστούμε ν' αποδώσουμε την ωδή του Πινδάρου σ' ένα «μαγικό» κατάλοιπο του «αρχαϊκού» ανθρώπου, του αδύναμου εμπρός στα στοιχεία της φύσης.

Αυτό που έχει εδώ σημασία είναι ότι πάντοτε, κάποτε, καράβια βυθίζονται. Και το ότι κάποιο κάποτε βυθίζεται, τούτο κυβερνάται από την τύχη.

«Ατύχημα» λέμε και την επόμενη στιγμή, δίχως ν' ακούσουμε τη λέξη μας, το αποδίδουμε σε αίτια και καταλογίζουμε ευθύνες στους πάντες και στα πάντα και στο μεταξύ η τύχη συνεχίζει εν πόντω τα άδηλα έργα της.

Με όμοιο τρόπο κυβερνώνται, έν χέρσω, οι λαιψηροί (λάβροι) πόλεμοι, κυβερνώνται στις πολιτείες άγοραί βουλαφόροι, αυτοί τούτοι οι φορείς της βούλησης.

«Αι γε μεν ανδρών πόλλ' άνω, τα δ' αυ κάτω ψεύδη μεταμώνια τάμνοισαι κυλίνδοντ'ελπίδες». Οι άνθρωποι, ελπίζοντας, κάτι περιμένουν και κάτι απεύχονται/Ετσι καθυβρίζουν την αφανή εξουσία της τύχης, διότι προσβλέπουν αυτοί σ' ένα ορισμένο μέλλον. Φυσικά διαψεύδονται. Οι ελπίδες τους κυλίνδονται πόλλ'άνω, τα δ'αυ κάτω, ανεβαίνουν στα ύψη και πάλι καταρρακώνονται καθώς τάμνουσιν, δια-σχίζουν, όπως τα καράβια το νερό, δρόμους από ψεύδη μεταμώνια, ψέματα, ανεμοσπαρμένα.

«Σύμβολον δ' ου πώ τις έπιχθονίων πιστόν άμφι πράξιος έσσομένας ευρεν θεόθεν,τών δε μελλόντων τετύφλωνται φραδαί». Κάτι που να έχει συμβληθεί θεόθεν, δηλαδή αληθινά, με μια μέλλουσα πράξη κι έτσι θα την καθιστούσε γνωστή στο παρόν, ου πώ τις έπιχθονίων εδρεν, δεν το 'χει βρει κανείς απ' αυτούς που πατούν επάνω στη γη.

Φραδαί, φράσεις, περί των μελλόντων [...] τετύφλωνται. Και όλη η τεράστια επιχείρηση πρόγνωσης σ' όλες τις εκφάνσεις του σύγχρονου κόσμου δεν είναι σε θέση να παραθέσει τίποτα περισσότερο από τις πιθανότητες της μιας ή της άλλης έκβασης, δηλαδή να οργανώνει και να διαχειρίζεται το τετύφλωνται...

«Πολλά δ' άνθρώποις παρά γνώμαν επεσεν εμπαλιν μεν τέρψιος, οι δ' άνιαραίς άντικύρσαντες ζάλαις έσλόν βαθύ πήματος έν μικρω πεδάμειψανχρόνω». Και πολλά στους ανθρώπους κατέπεσαν παρά γνώμαν, παρά τη γνώμη τους, που περίμενε τέρψιν. Κι άλλοι πάλι που αντιμετώπισαν άνιαραίς, φορτικές παραζάλες, σε λίγο χρόνο πεδάμειψαν, αμοιβαία αντάλλαξαν τη βαθιά συμφορά με το έσλόν.

Η ωδή του Πινδάρου μας καλεί στην παραίτηση από φιλοδοξίες κι ελπίδες, διότι αυτές υπερβαίνουν τα μέτρα. Το κάλεσμα της επάφεσης στην τύχη αποτρέπει την εξολίσθησή μας στο άμετρο και τη στρέφει προς αυτό στο οποίο βρισκόμαστε. Ένας άλλος λόγος του Πινδάρου λέει: «εστί δε φύλον έν άνθρώποισι ματαιότατον,/όστις αισχύνων έπιχώρια παπταίνει τα πόρσω, / μεταμώνια θηρεύων άκράντοις ελπίσιν». Όποιος έχει το βλέμμα του στυλωμένο στο μακρινό, θηρεύοντας ανεμομαζώματα μ' ελπίδες που είναι μόνο ελπίδες, αίσχύνει, καθυβρίζει τα επιχώρια.

Και ποια είναι αυτά; O Πίνδαρος το αναφέρει σ' ένα άλλο σημείο της ωδής: «το παρ ποδός», το «παρά πόδα». Και τούτο θα πει: «οίας ειμέν αίσας», η γνώση για το μοιράδι της ανθρώπινης μοίρας μας, τι μας αρμόζει και τι όχι. Αυτό είναι το πεδίο στο οποίο πατάνε τα πόδια μας.

Στην πεζοπορία υπάρχει ένας δοκιμασμένος κανόνας: να μην κοιτάζει κανείς ποτέ μακριά στο σημείο που πρόκειται να φτάσει, να μην το περιμένει και να λέει «τώρα θα φτάσω» και «να, στην επόμενη στροφή» κτλ.

Το φρόνιμο είναι σχεδόν να ξεχάσεις ότι από κάπου ξεκίνησες και κάπου θα φτάσεις. Ν' αφεθείς ολότελα στο δρόμο, δηλαδή στα επιχώρια, στο παρ ποδός. Αυτό είναι που αρμόζει στα ανθρώπινα πράγματα.

Τον κανόνα της πεζοπορίας φροντίζω ν' ακολουθώ και στην ανάλυση. Βρίσκομαι στο βήμα που συμβαίνει εκείνη τη στιγμή. Αυτό όμως, σε αντίθεση, π.χ., με τη θεραπεία «Gestalt», δεν αφορά το «εδώ και τώρα». Διότι αφανώς στο κάθε βήμα, στην κάθε πατημασιά, συλλέγονται οι δρόμοι που προηγήθηκαν και οι στροφές που διαφαίνονται. Το κάθε βήμα εγκλείει έναν ολόκληρο κόσμο που θα χανόταν εάν τον αγνοούσα κι ήμουν προσηλωμένος στο τι θα κάνω για να «πετύχω».

Μα ούτε εκ των ύστερων είμαι σε θέση να κρίνω εάν μια ανάλυση επέτυχε ή απέτυχε. Η ανάλυση δεν έχει καταγράψιμα αποτελέσματα. Οι εμπειρίες της στη διάρκεια μιας ζωής δεν μένουν ποτέ στο ίδιο φως.

Άλλωστε ο λόγος για «επιτυχία» ή «αποτυχία» της θα σήμαινε μια αποτίμηση του κατά πόσον η ανάλυση ανταποκρίθηκε σε κάποια κριτήρια ή όχι. Όμως η ανάλυση δεν μπορεί ποτέ να προχωρεί λοξοκοιτάζοντας προς ένα κριτήριο, π.χ., την υποχώρηση των «συμπτωμάτων», μια παράσταση «ψυχικής υγείας». Κάτι τέτοιο θα ήταν ολέθριο. Θα ματαίωνε κάθε ελευθερία προς την οποία ο αναλυόμενος καλείται να ανοιχθεί, και την οποία ο αναλυτής, με την «ελεύθερα μετέωρη προσοχή» του, χρειάζεται να έχει ενστερνισθεί. Το έλευθέριον που μας καθορίζει δεν χωράει σε τέτοιους στενόχωρους τόπους.

Ούτε καν το τέλος μιας ανάλυσης δεν διαπιστώνεται από την επίτευξη κάποιου σκοπού, την εκπλήρωση κάποιων προϋποθέσεων. Το τέλος στην ανάλυση δεν είναι ένα «δια ταύτα...», δεν είναι συμπέρασμα και κατάληξη. Το γνήσια ελληνικό τέλος είναι μια, ναι, έκλαμψη, κάποτε φωτεινή, κάποτε σκοτεινή, που έρχεται απρόσμενα κι αυτή, δίχως «γιατί», έρχεται σίγουρα και αδιαπραγμάτευτα, όπως άλλωστε σε κάθε συνάντηση που τελειώνει αληθινά και λέει: «Δεν έχουμε τίποτ' άλλο να πούμε. Τελειώσαμε».

Ένα τέτοιο τέλος αψηφά κάθε κριτήριο και το κάνει να φαντάζει μικρόψυχο και περιττό. Στην ανάλυση όλα έρχονται: η αρχή της, οι λέξεις κι οι σιωπές της, το τέλος της. Τώρα, στο φως της ρήσης του Αρχίλοχου, θα μπορούσαμε να πούμε: δίνονται.

Ανάλυση στην τύχη. Για το cogito, τούτο είναι ανευθυνότητα και κομπογιαννιτισμός. Για τον νοούντα, όταν δεχτεί την τύχη ως όνομα του ακατάληπτου που κυβερνά τα πάντα, είναι κάτι άλλο.

Και για όποιον έχει την έφεση προς αυτό το «άλλο», με τον καιρό, στην άσκηση της ανάλυσης, η τύχη γίνεται οικεία, αναγνωρίζεται σαν το σπίτι μας που κατοικούσαμε από πάντα, και οι άνθρωποι χάνονται από το προσκήνιο ως αίτιοι των λόγων και των πράξεων τους. Το δόσιμο της τύχης με τον καιρό, και στο σημείο που κανείς αφήνεται στο ρεύμα του, γίνεται άξιο μιας εμπιστοσύνης ασύγκριτα αληθέστερης από κάθε εμπιστοσύνη προς μια πίστη ή προς έναν δάσκαλο. Αυτή είναι η πίστις αληθής (Παρμενίδης).

Τώρα η ανάλυση στην τύχη δεν σημαίνει μόνο το αντίθετο μιας ανάλυσης που άγεται από «τεχνική» και από «χειρισμούς». Μπορούμε ν' ακούσουμε αυτό το λεκτικό σχήμα και ως πορεία όπου η ανάλυση, ως ανάλυση, στρέφεται προς την τύχη, την πλησιάζει και αφήνεται να κυβερνάται απ' αυτήν.

O «βασικός κανόνας» ως η ελευθερία, αλλά και η αποστολή του αναλυομένου να εκφράζει ό,τι έρχεται στο νου του και η «ελεύθερα μετέωρη προσοχή» του αναλυτή, δεν είναι τεχνικές μέθοδοι αλλά οδοί στις οποίες δρομολογείται η πορεία προς την τύχη.

Ίσως η ανάλυση καθαυτήν, σ' αυτό το φως, δεν είναι παρά η σε άλλοτε άλλο βαθμό συντελούμενη μεταβολή όπου το cogito, ο άνθρωπος με τον έλεγχο και τον υπολογισμό και τη διασφάλιση ή με το «πρόβλημα» της έλλειψης τους ανοίγει για την τύχη, την αποδέχεται και γίνεται ο τυχών που είναι.


PDF

- - Νοσος


PDF

- - Θεραπεια


PDF

- Η Ψυχολογια


PDF

- - Ψυχη

- - - Ψυχολογισμος

- - Διαπροσωπικες σχεσεις



ΤΙΣ ΚΑ ΤΙΣ ΠΟΚΑ ΡΑ ΑΛΛΩ ΝΟΟΝ ΑΝΔΡΟΣ ΕΝΙΣΠΟΙ
Ποιος, ποιος ποτε ευκολα αλλου τον νου ανθρωπου θα πει;

Und unbekannt einander bleiben sich,
Κι αγνωστοι μεταξυ τους παραμενουν,
Solang sie stehn, die nachbarlichen Stämme.
Οσο στεκουν, οι γειτονικοι κορμοι.


Ενα βραδυ, τον πρωτο καιρο της εκπαιδευσης μου στην ψυχαναλυση, στη ρυμη του λογου, ειπα σε εναν φιλο συναδελφο: «Δεν ξερω τι ειναι μια σχεση!» Θυμαμαι ακομα, μετα απο εικοσι χρονια, τον τονο της φωνης μου. Μου ηρθαν σαν μια εκλαμψη, σαν κατακτηση, αυτες οι λεξεις, το οτι δεν ηξερα τι ειναι μια σχεση. Αισθανθηκα, οσο περιεργο και αν φαινεται, ακομα και σε εμενα τον ιδιο, να πατω σε στερεο εδαφος.

Στον τονο του «δεν ξερω...» υπηρχε ενα στοιχειο πεισματος και πολεμικης. Γιατι η σχετικη βιβλιογραφια δεν μου ηταν ολοτελα αγνωστη. Ουτε υπηρχαν ιδιαιτερες δυσκολιες στην κατανοηση της. Το «δεν ξερω...» δεν αναφερονταν λοιπον σε μια αγνοια μου. Εξεφραζε περισσοτερο μια δυσφορια με την ανεπαρκεια των ψυχολογικων προτασεων επανω στο τι ειναι μια σχεση. Το στερεο εδαφος, το οποιο αισθανθηκα να αγγιζω, εμοιαζε να βρισκεται σε αυτην την ισως πρωτη υποψια για την αναγκη να εγκαταλειψω την ψυχολογια και να στραφω αλλου, για να μπορεσω να ανταποκριθω στο ερωτημα μου.

Εκεινον τον καιρο, απο ολα τα θεματα που με αφορουσαν, ενα το οποιο με ενδιεφερε και με απασχολουσε ιδιαιτερα, ηταν οι «σχεσεις» μου. Αυτες παλι εμοιαζαν να περιστρεφονται γυρω απο μια, αλλοτε αλλη, προσδοκια: κατι περιμεναν οι ανθρωποι μου απο εμενα, κατι περιμενα εγω απο αυτους. Με τροπους πολλους και ποικιλους, αλλοτε φανερους και αλλοτε συγκεκαλυμμενους, ακομα και σε εμενα τον ιδιο. Συναντουσαμε ο ενας τον αλλο μεσα απο μια βασικη, λιγοτερο η περισσοτερο αρρητη, κατασταση ενδειας, η οποια περιμεναμε, ελπιζαμε, επιθυμουσαμε, απαιτουσαμε να αρθει, ακριβως μεσα απο την συναντηση μας. Η προσδοκωμενη αρση της ενδειας, η ικανοποιηση της, μπορουσε παλι να συμβει με πολλους τροπους, παντως οπωσδηποτε προσεβλεπε σε ενα ειδος πληροτητας η οποια εφθανε απο την περιστασιακη διασκεδαση εως την με τα χρονια ολο και λιγωτερο ομολογουμενη ευτυχια.

Τωρα, καθως τα αναπολω αυτα, δεν μπορω να μην σταθω λιγο ακομα σε αυτο ακριβως το στοιχειο της αμοιβαιας προσδοκιας σε μια σχεση. Σε αυτην την ανησυχια, και την ενταση, που διαποτιζε τις περισσοτερες συναντησεις, και που ουσιαστικα τους αφαιρουσε τον πυρηνα τους, διοτι απλως τις καθιστουσε μεσο και δρομο προς την ικανοποιηση. Ημουν ενα ατομο, το οποιο καποια λιγο πολυ αοριστη αισθηση ενδειας αναγκαζε να στραφει προς τα «εξω», προς ενα αλλο ατομο το οποιο, ορμωμενο επισης απο μια αισθηση ενδειας, ειχε βγει προς τα «εξω», με την ελπιδα μιας αμοιβαιας ικανοποιησης των αναγκων μας. Ετσι αυτες οι σχεσεις, λιγοτερο η περισσοτερο φανερα, αποκτουσαν εναν χαρακτηρα κοινοπραξιας στην οποια καθε φορα «επενδυα».

Οι σχεσεις μου, μια κοινοπραξια με τον εκαστοτε αλλον για την ικανοποιηση των αναγκων μας... Ακριβως επειδη ο αλλος μου ηταν τοσο απαραιτητος για τις αναγκες μου, επειδη τον ειχα τοσο αναγκη, επρεπε, κατα περισταση, η να τον κρατησω εξαρχης σε μια αποσταση η οποια δεν μας αρμοζε, η παλι να τον διασφαλισω, να τον δεσμευσω με μεσα αθεμιτα και θεμιτα - αν μπορει ποτε να υπαρχει κατι το θεμιτο σε αυτην την υποθεση. Κανεις μπορει να μετελθει πολλα τετοια, στην ανοητη προσπαθεια του να αφαιρεσει απο τον αλλον την δυνατοτητα, καποτε, οταν το φερει η ωρα, και η ωρα παντα το φερνει στους θνητους, να πλησιασει, να παραμεινει κοντα οσο ειναι ο καιρος μας, και να φυγει, τυχαια και αδιορατα, οπως ηρθε.

Η αδηλη η και δεδηλωμενη προθεση μιας αυτονομης επεμβασης στο Απροσωπο που κυβερνα την εγγυτητα και την αποσταση μεταξυ μας, συνιστα εναν βιασμο. Η βια επιζητει να ορισει την δεσμευση με τον αλλον αυτη. Ξεχνα πως ολοι μας ειμαστε, καθοσον ειμαστε, απο παντα δεμενοι μεταξυ μας, πολυ πριν και πολυ ριζικοτερα απο καθε εξατομικευση και απο καθε δεσμευση. Ενεχομαστε σε εναν δεσμο που μας ξεπερνα διοτι δεν κανονιζεται απο εμας, αλλα εμεις βρισκομαστε εξαρχης μεσα του. Μεσα σε αυτην την ενοχη, την οποια θα δοκιμασω να συζητησω αργοτερα, ειμαστε, αυτοι που ειμαστε.

Ομως ο πρωταρχικος δεσμος λησμονειται. Καθως οι ανθρωποι πλεον εννοουν τον εαυτο τους ως μεμονωμενα ατομα αναγκασμενα να επενδυουν σε σχεσεις, η πρωταρχικη ενοχη παιρνει συγκεχυμενες μορφες και εννοειται πλεον κι αυτη ως οφειλη του ενος προς τον αλλο, και επιστρατευεται κατα τροπους πολλους και ποικιλους για να συγκρατει τους ανθρωπους σε μια αμοιβαια εμπλοκη, στον διαμελισμενο και ανησυχο κοσμο τους.

Οπωσδηποτε ο αλλος, ακριβως επειδη στην εμπλοκη μαζυ του προσδοκωνται τοσα και διακυβευονται τοσα, γινεται συναμα ο μεγαλυτερος φιλος και ο μεγαλυτερος εχθρος. Μια αληθινη δυνατοτητα λυσης απο το δοκανο αυτης της, οπως φαινεται, αναποφευκτης αμφιθυμιας σε μια σχεση, δεν γνωρισα. Ισως δεν μπορει να υπαρχει. Διοτι οπου η φιλια επιζητειται επιτακτικοτερα, εκει γινεται πιο δυσβασταχτη και η ενδεχομενη ματαιωση, και ο αλλος πιο επικινδυνος.

Ομως τωρα μπορω και να πω πως ουτε στις ωρες της εκπληρωσης των προσδοκιων μου απο τον αλλον, ουτε στις ωρες της ματαιωσης τους, δεν αγγιξε μια τετοια κατασταση τον αληθινο εαυτο μου. Σε αυτες τις σχεσεις τοσο ο εαυτος μου οσο και ο αλλος μου εμειναν απομακροι. Αυτες οι σχεσεις δεν μου προσεφεραν ο,τι, εστω και αρρητα, περιμενα, προπαντων - να με φερουν πιο κοντα... δεν ξερω που. Ισως μια αμυδρη αναλαμπη αυτης της ενορασης να εκδηλωθηκε σε εκεινη την φραση, εκεινο το βραδυ με τον φιλο μου: «Δεν ξερω τι ειναι μια σχεση».

Ο λογος για το οτι ακομα και σημερα δεν γνωριζω τι ειναι μια σχεση, ισως βρισκεται στο οτι η λεγομενη «διαπροσωπικη σχεση» ουτως η αλλως δεν ειναι φαινομενο, δηλαδη δεν δειχνεται αφεαυτης σαν τετοια, καθαρα. Γι' αυτο και δεν απανταται στους Αρχαιους. Η «σχεση» δεν ειναι κατι καθαρο. Προϋποθετει τη λησμοσυνη του πρωταρχικου δεσμου μεταξυ των ανθρωπων, και της πρωταρχικης ενοχης τους σε αυτον, προϋποθετει την παρασταση τους ως ατομων, ως εκαστοτε δυο μεμονωμενων υποκειμενων τα οποια «κανουν» μια σχεση. Εδω αυτη η σχεση, αυτο που λεγεται «σχεση», ερχεται παντα δευτερο, ως εμπλοκη δυο ηδη υπαρχοντων ατομων.

Η «σχεση» σαν τετοια ανηκει στην εποχη των Νεοτερων Χρονων, οπου το υποκειμενο παρασταινεται πλεον ψυχολογικα. Μονον στο πλαισιο της ψυχολογιστικης παραστασης του ανθρωπου εχει θεση μια «διαπροσωπικη σχεση». Και μαλιστα υφισταται εξαρχης σαν τετοια με τη προοπτικη της διερευνησης και του ελεγχου της. Η σχεση αποτελει εξαρχης ψυχολογικο αντικειμενο: εξεταζονται οι οροι της γενεσης και της διαμορφωσης της• οι ανθρωποι «δημιουργουν» σχεσεις, τις «καλλιεργουν», οταν χρειαζεται και με την βοηθεια μιας «θεραπειας».

Τι μενει λοιπον εδω, εαν ετσι εχουν τα πραγματα, για ενα βλεμμα το οποιο ζητει να μεινει πιστο στα φαινομενα, δηλαδη στα πραγματα οπως δινονται αφεαυτων, και το οποιο ετσι εχει εγκαταλειψει τις ψυχολογιστικες παραστασεις; Δεν θα πρεπει με αυτες να εγκαταλειφθει και ο,τι λεγεται «σχεση»; Τι θα σημαινε κατι τετοιο; Και τι απομενει μετα;

Ας μην βιαζομαι. Ας δοκιμασω πρωτα να διακρινω καποια ακομη στοιχεια της παραδοσης της Μεταφυσικης τα οποια, οσο βλεπω, υπηρξαν καθοριστικα στη διαμορφωση αυτου το οποιο παρασταινεται ως «διαπροσωπικη σχεση». Ισως αυτη η αναδρομη δειξει απο μονη της εναν δρομο.

Ανεφερα στην αρχη την ενδεια ως κυριο λογο για το υποκειμενο να «βγει προς τα εξω» και να «κανει σχεσεις». Τωρα βλεπω οτι και αυτη η ενδεια δεν ειναι φαινομενο: δεν στεκει αφεαυτης αλλα παραμενει παντοτε σε αναφορα προς μια πληροτητα, καθοσον ζηταει ικανοποιηση. Αυτος ο διχασμος του κοσμου, σε μια περιοχη πραγματων ατελων, ανυποστατων, ανησυχων, και σε μια ιδεατη περιοχη πληροτητας και αυταρκειας, προσμοιραζεται στην δυτικη νοηση, και την απαρχιζει, ρητα με την νοηση του Πλατωνα.

Σε ολη την δυτικη-μεταφυσικη παραδοση, η οποια εφεξης διαμορφωνεται ως πλατωνιστικη-χριστιανικη, ο διχασμος ενδειας και πληροτητας εννοειται μεσα απο την αναφορα του ανθρωπου προς κατι αλλο, και καταρχην προς το χριστιανικα εννοημενο θειο. Η κοινοτητα των ανθρωπων αποκτα την υποσταση της μονον μεσα απο την μεθεξη της σε κατι περαν του ανθρωπου.

Η στους Νεοτερους Χρονους συντελεσθεισα απομακρυνση του θειου ακομη και στην τελευταια, στην χριστιανικη του εκφανση, αφηνει τους ανθρωπους με την αποστολη να αναλαβουν πλεον οι ιδιοι ο,τι τους αφορα - να δωσουν οι ιδιοι, και εξ ιδιων, υποσταση στην πραγματικοτητα τους. Τωρα η κοινοτητα των ανθρωπων, η κοινωνια τους, καθισταται το κατεξοχην θεμα, το υπο-κειμενο παντων. Ο πλατωνιστικος-χριστιανικος διχασμος του κοσμου μετατρεπεται σε διχασμο μεταξυ των ανθρωπων, και οι δυνατοτητες της αρσης του συνιστουν το φιλοσοφικο-ψυχολογικο προβλημα της δι-υποκειμενικοτητας.

Ο ανθρωπος, που καλειται να χειριστει τα παντα ο ιδιος, και να διαχειριστει τη ζωη του, πρεπει να αναλαβει και τις σχεσεις του. Ολα συμβαινουν πλεον στην περιοχη των δια-προσωπικων, δια-ταξικων, δι-εθνων σχεσεων, καθως ο ανθρωπος τα περιμενει ολα απο τον ανθρωπο.

Σε αυτο το παιχνιδι διχασμου, ενδειας και πληροτητας, που δεν εχει τελος, η καταληξη εκει οπου στον ανθρωπο δεν απομενει παρα ο ανθρωπος, ειναι το απαρχιζον τελος στην ιστορια της κατοικησης του δυτικου ανθρωπου στον κοσμο. Οι διαπροσωπικες σχεσεις του, για να μεινουμε σε αυτες, ανηκουν στο τελος μιας εποχης η οποια εχει εξαντλησει τις προοπτικες που της δοθηκαν, και διαμορφωνουν αυτο το τελος. Η κοινωνια των ανθρωπων μοιαζει να συντηρειται απο την επι-κοινωνια τους, τους «διαυλους επικοινωνιας» τους, τα channels of communication. Και εαν καμμια φορα υποψιαστουν κατι να συμβαινει μεταξυ τους που δεν ελεγχουν απολυτα, τοτε κανουν λογο για «χημεια».

Σε αυτην την κακομοιρια λοιπον τελειωνουν ολα; Και εαν οντως προκειται για κακη μοιρα, υπαρχει αραγε καποια αλλη που να περιμενει τους ανθρωπους να ανοιξουν για αυτην, ωστε να μπορεσουν να την δεχτουν; Και που αραγε να υπαρχουν τα μηνυματα της;

ψηλα
μαινονται τα μηνυματα
τι να το κανεις
δε νογα κανεις
μενουμε σαν ασυρματοφορα
παρατημενα μες στην ερημο και αχρηστευμενα εδω κι αιωνες
απελπιστικα παλευοντας τα κυματα
να βρουνε δεκτη
δεσμες ηχων μουσικης
ηλεκτρονικης
που τους λυθηκε η πορπη
και πεφτουν μ αλλους διαττοντες
βαθια μεσα στη νυχτα κει που μολις
η καμπυλη της γης διακρινεται

Ο Οδυσσεας Ελυτης ειναι ενας απο αυτους που το εμπειρωνται, και μας το λεγουν - «ψηλα / μαινονται τα μηνυματα». Ομως, εαν και «ψηλα», δεν μενουν τελειως απροσιτα. «Πεφτουν», σαν «διαττοντες», στο πιο μακρινο σημειο της γης. Ερχεται αραγε καμμια ειδηση απο εκεινα τα μερη; Η μηπως ειναι ολα τοσο συγκεχυμενα που απλως παραδερνουμε, πεφτοντας απο τη μια πλανη στην αλλη;

Αυτην την αμφιβολια, στο σημειο που με αφορα, πρεπει να την απαγορευσω στον εαυτο μου. Οχι γιατι ο,τι γραφω ειναι σωστο, αλλα διοτι μια απαντηση σε ενα τετοιο ερωτημα δεν μπορω ποτε, στη θνητη μου πορεια, να γνωρισω. Εγω εχω να παραμεινω στον δρομο μου. Δεν εχω αλλον. Τα υπολοιπα δεν ειναι θεμα δικο μου.

Επιχειρησα μια συντομη αναδρομη στη μεταφυσικη προελευση της «διαπροσωπικης σχεσης» με την ελπιδα οτι αυτη θα εδειχνε απο μονη της εναν δρομο. Στη διαδρομη αυτης της αναδρομης, οι «διαπροσωπικες σχεσεις» σαν τετοιες φανηκαν να οριζονται απο μια κακη μοιρα. Η κακομοιρια τους συνισταται στο οτι ειναι προσαρμοσμενες στα μετρα του ανθρωπου, προσφερονται στον ψυχολογικο χειρισμο τους και υπηρετουν τη διαχειριση της «ζωης». Η κακομοιρια τους συνισταται στο οτι σε αυτες δεν υπαρχει κανενας χωρος για την κατεξοχην μοιρα των θνητων: οι «διαπροσωπικες σχεσεις» δεν αφηνουν κανενα χωρο για τον θανατο. Οχι πως η προοπτικη του θανατου τις αφηνει ανεπηρεαστες. Ο θανατος και η προοπτικη του επηρεαζει μια σχεση παντοιοτροπως. Βεβαια συνηθως ο θανατος εκλαμβανεται ως χωρισμος, και σαν τετοιος ειναι που επηρεαζει μια σχεση. Ομως ο θανατος εκλαμβανεται ως χωρισμος μονον εκει οπου υπαρχει καθηλωση στη «ζωη», σαν αυτη να ηταν κατι το στεγανο απεναντι στον θανατο. Τοτε ο θανατος αντιμετωπιζεται σαν το συμβαν ενος χωρισμου, σαν ενα απο αυτα που, οπως λεμε, «συμβαινουν».

Ομως ο θανατος δεν ειναι συμβαν. Αυτος πρωτα δινει στο καθε συμβαν επανω στη γη τον θνητο του χαρακτηρα. Ο θανατος μας εχει προλαβει εξαρχης. Ζουμε, και ηδη εχουμε πεθανει. Και ομως δεν το γνωριζουμε. Χιλιαδες χρονια τωρα πεθαινουμε, και τη θνητοτητα δεν την εχουμε μαθει!

PDF

- - Συμπεριφορα



<Psychology looks at begavior>, γραφει ο Mc Keachie στο βιβλιο του Psychology , στην σελιδα 5, <Η ψυχολογια εξεταζει την συμπεριφορα>. Το Πρωτο Μερος επιγραφεται <The Background of behavior>. Εξεταζει θεματα οπως το πολιτιστικο, το βιολογικο και το κληρονομικο υποβαθρο της συμπεριφορας. Το Δευτερο Μερος επιγραφεται <The Determinants of Behavior>, <Οι καθοριστικοι παραγοντες της συμπεριφορας>. Σαν τετοιους πραγματευεται την μαθηση, την αντιληψη, τα κινητρα, την πραξη, την γνωση, την ματαιωση και τους αμυντικους μηχανισμους.

<Η ψυχολογια εξεταζει την συμπεριφορα>, γραφει ο Mc Keachie. Η συμπεριφορα αποτελει εναν ουσιαστικο, ισως τον ουσιαστικο αξονα, γυρω απο τον οποιο κινειται η ολη ψυχολογια - και, με τον τροπο της, η ολη κυριαρχη θεωρια της ψυχαναλυσης. Διοτι η λεγομενη <ψυχοπαθολογια> της καθημερινης, και τα <συμπτωματα> της μη καθημερινης ζωης, συμπεριφορα περιγραφουν. Η <μεταβιβαση> και η <αντισταση> αναφερονται σε τροπους συμπεριφορας. Η γλωσσα και η σκεψη ειναι εσωτερικευμενη και ανεσταλμενη συμπεριφορα. Η <θεραπεια> σημαινει τελικα μια αλλαγη στην συμπεριφορα του αναλυομενου. Η ψυχαναλυση κατατασσεται και αυτη σε ο,τι οι Γερμανοι αποκαλουν <Verhaltenswissenschaften>, <επιστημες της συμπεριφορας>.

Πως ομως <εξεταζει> η ψυχολογια την συμπεριφορα; Οι τιτλοι των δυο πρωτων Μερων του βιβλιου του Mc Keachie το μαρτυρουν: πραγματευονται το <υποβαθρο> και τους <καθοριστικους παραγοντες> της συμπεριφορας. Η ψυχολογια εξεταζει την συμπεριφορα μεσα απο το υποβαθρο και τους παραγοντες που την καθοριζουν. Η ψυχολογια εξεταζει την συμπεριφορα μεσα απο τις αρχες και μεσα απο τα αιτια της. Η ψυχολογια εξεταζει την συμπεριφορα ως αποτελεσμα και εκβαση ενδοψυχικων διεργασιων. Λοιπον η ψυχολογια, η επιστημη της συμπεριφορας, δεν εξεταζει την συμπεριφορα καθεαυτην! Εαν θελουμε να αναζητησουμε την συμπεριφορα καθεαυτην, χρειαζεται να εγκαταλειψουμε την ψυχολογια.

Τουτο συμβαινει διοτι η ψυχολογια δεν ενδιαφερεται για την συμπεριφορα καθεαυτην. Για τι σχετικα με την συμπεριφορα ενδιαφερεται, το μαρτυρει μια βασικη ερωτηση του Τριτου και τελευταιου Μερους του βιβλιου: <How are personality traits used to predict behavior?>, <Πως μπορουν τα γνωρισματα της προσωπικοτητας να χρησιμοποιηθουν για να προβλεψουν την συμπεριφορα;>.

Να προβλεψουν την συμπεριφορα; Τι μπορει παλι αυτο να σημαινει; Ο Mc Keachie δεν ειναι φειδωλος σε παραδειγματα, τα οποια καλυπτουν τις διαφορες περιοχες της Συμβουλευτικης Ψυχολογιας.:
Ο Howard θα ειναι ευχαριστημενος αν γινει δασκαλος; Ο Carl θα γινει αρχηγος στον συλλογο; Η Barbara και ο Eddie θα ειναι ευτυχισμενοι στον γαμο τους; Οι νεοσυλλεκτοι θα αντεξουν σε μια μαχη, στο πιο μεγαλο στρες, διχως να υποστουν νευρικο κλονισμο;

Βρισκομαστε κι εδω εμπρος σ’ αυτην την ιδιομορφη φυγη απο τα πραγματα καθεαυτα, η οποια μοιαζει να χαρακτηριζει την ψυχολογια. και εδω, στην ερωτηση του Mc Keachie, στην οποια εστιαζεται η ψυχολογικη ερευνα, δεν προκειται παλι για την συμπεριφορα ως συμπεριφορα, αλλα για την προβλεψη της συμπεριφορας. Παρασταση της συμπεριφορας μεσα απο το υποβαθρο και τους καθοριστικους της παραγοντες, και προβλεψη της συμπεριφορας, συνεχονται. Διοτι μονον οταν η συμπεριφορα παρασταθει ως απορροια και αποτελεσμα, μπορει, μεσα απο την μελετη των αρχων και των αιτιων της, να καταστει προβλεψιμη - και βεβαια, σε ενα δευτερο βημα, μεσω της αντιστοιχης επεμβασης επανω στις αρχες και τα αιτια της, κατευθυνομενη.

Πριν προχωρησουμε, ας θυμηθουμε οτι ο πειρασμος της προγνωσης, η σχεδον ακαταμαχητη δυναμη που καθιστα τοσο πιεστικη μια απαντηση στο <τι θα γινει;>, αφορμαται απο την πλανη οτι το μελλον θα μπορουσε να γινει γνωστο απο τωρα, οτι το μελλον θα μπορουσε να γινει ηδη παρον. Ομως δεν γινεται. Και οταν κανεις εκπιπτει σ’ αυτην την πλανη, ξεπερνα το μετρο που τιθεται απο τα πραγματα καθεαυτα, διαπραττει υβρη. Ερωτηματα που αποβλεπουν σε προβλεψη και προγνωση, πρεπει να τα απαγορευουμε στον εαυτο μας.

Εαν ομως ο ελεγχος και η προβλεψη αποτελουν βασικο μελημα της ψυχολογιας, κατα ποσον αραγε ανηκει σ’ αυτην την οπτικη της επιδιωκομενης προγνωσης το οτι ο ανθρωπος παρασταινεται μεσα απο την συμπεριφορα του; Μηπως δηλαδη η παρασταση της σχεσης του ανθρωπου με τον κοσμο και τον εαυτο του ως συμπεριφορα υπακουει στην επιταγη να συλληφθει η ανθρωπινη ουσιωση ετσι ωστε να καταστει προβλεψιμη και κατευθυνομενη; Μηπως στο φως της αναγκης αυτης ειναι που ο ανθρωπος πρεπει να εννοηθει, για πρωτη φορα στην ιστορια του, μεσα απο ο,τι ονομαζεται <συμπεριφορα>;

Η συμπεριφορα εχει καταστεο η κυριαρχη οπτικη, στην οποια παρασταινεται ο ανθρωπος. Υπαρχει η συμπεριφορα στον ξυπνο και στο ονειρο. Υπαρχει η συμπεριφορα του παιδιου και του ενηλικου. Υπαρχει η γλωσσικη, η πολιτικη, η θρησκευτικη, η σεξουαλικη, η ταξικη συμπεριφορα. Η φυσιολογικη και η παθολογικη συμπεριφορα. Η συμπεριφορα του καταναλωτη, του αυτοκινητιστη, του πεζου, του φιλαθλου, του μαθητη, του φορολογουμενου, και αλλων ων ουκ εστι αριθμος. Υπαρχει ανδρικη και γυναικεια συμπεριφορα. Ατομικη και κοινωνικη συμπεριφορα. Σαν ενας τοιχος, οπου σταματουν ολα, οπου και να κοιταξουμε, ορθωνεται αυτη η λεξη μπροστα μας. Ας δοκιμασουμε, σε αντιθεση με την ψυχολογια που την αποφευγει, να την προσεξουμε. Τουτο θα πει καταρχην: να την ακουσουμε..

Ας μην ξεχναμε λοιπον οτι η λεξη <συμπεριφορα>, ως ορος της ψυχολογιας, δεν ερχεται μεσα απο μια χθονια πορεια της ελληνικης γλωσσας. Ο ορος <συμπεριφορα> ειναι η ελληνικη μεταφραση, δηλαδη, εδω, η επιφορτιση της ελληνικης λεξης με ο,τι η αγγλικη λεξη <behavior> ονομαζει. Ειναι παλι χαρακτηριστικο οτι η λεξη behavior, στις απαρχες της ως ορος της ψυχολογιας, συνυπαρχει με την λεξη <conduct>, <διαγωγη>. Conduct: απο το con-, συν-, και το ρημα ducere, αγω, ηγουμαι (dux, <δουκας>, ειναι ο ηγεμονας, ductus ο <αγωγος>). Η λεξη conduct ονομαζει την σχεση του ανθρωπου με τα πραγματα, εκει οπου η σχεση αυτη φαινεται να <αγεται> απο τον ιδιο τον ανθρωπο μεν, ομως με βαση και κατευθυνση ανωθεν προερχομενους ηθικους νομους. Η λεξη to behave, η οποια με τον καιρο καθισταται κυριαρχη, εμπεριεχει το be-, μοριο επιτασης, και το have, εχω, κατεχω (τον εαυτο μου). Η φραση <behave yourself> θα πει ακριβως: κρατα τον εαυτο σου, συγ- -κρατησου. Σε αντιθεση με το conduct, στην λεξη behavior ολα αρχιζουν και τελειωνουν στον ανθρωπο, ο οποιος εχει πλεον ως κρατημα τον ιδιο τον εαυτο του. Με την λεξη to behave η ανθρωπινη ουσιωση περνα σ’ εκεινην την εποχη οπου ηθικοι κανονες και γενικα καθε ειδους σφαιρα υψηλοτερη απο τον ανθρωπο εκπιπτει, οπου λογια και εργα του ανθρωπου ανατιθενται πλεον στο cogito, στο εγω και στην εποπτεια του. Οι ηθικοι κανονες εχουν πλεον ως αρχη τους τον ιδιο τον ανθρωπο.

Στην ελληνικη γλωσσα την λεξη behavior, με τα συμφραζομενα της, την αναλαμβανει η λεξη <συμπεριφορα>. Αντιστοιχα το ρημα <συμπεριφερομαι>, το οποιο παλαιοτερα απανταται αραια και δεν εχει ιδιαιτερο βαρος, και το οποιο ηταν μεταβατικο (συμπεριφέρομαι τινί...), δηλαδη ονομαζει μια σχεση με τα πραγματα, μια πραξη, τωρα, εκπροσωπωντας το behavior, γινεται <αμεταβατο>, που θα πει εδω: παραμενει στον χωρο της συνειδησης, εκπορευεται απ’ αυτην, και ενωπιον της ειναι υπολογο.

Ομως, και εδω επανερχομαστε σε ενα προηγουμενως τεθεν ερωτημα, με ποιον τροπο η <συμπεριφορα> ειναι η καταλληλη δια-τυπωση μιας πραξης, ωστε αυτη να καθισταται πλεον εποπτευσιμη και προβλεψιμη; Γιατι μαλιστα στην ψυχολογια δεν κανουμε πλεον λογο για πραξεις, για εργα των ανθρωπων, αλλα για την συμπεριφορα τους; Ποια ειναι καταρχην η διακριση αναμεσα στην πραξη και στην <συμπεριφορα>;

Η πραξη γινεται <συμπεριφορα>, και εννοειται πλεον σαν τετοια, οταν ο ανθρωπος δεν <πραττει> απλως, αλλα συγχρονως εποπτευει τις πραξεις του. Αυτες τωρα συνιστουν αντικειμενο της συνεχους, εστω και αρρητης, εποπτειας του.

Και τι ειναι καταρχην η πραξη; Η πραξη στον ουσιακο πλουτο του φαινομενου της …

PDF

Διασπαρτες σημειωσεις