Κώστας Γεμενετζής - ψυχαναλυση

Η εκδικηση

PDF

Το λόγο για την ενασχόληση με το φαινόμενο της εκδίκησης, μου τον έδωσε ένα επεισόδιο κατά τη διάρκεια της ψυχανάλυσης ενός άντρα, του κυρίου Α, με μια γυναίκα, την κυρία Γ. Ένα μήνα μετά το χωρισμό τους, που είχε γίνει με δική του πρωτοβουλία, ο κύριος Α για πρώτη φορά στη ζωή του τόσο καθολικά και παράφορα την ερωτεύτηκε. Η κυρία Γ ανταποκρίθηκε αμέσως στην έκκληση του κι εγκατέλειψε τον κύριο Μ, με τον οποίο στο μεταξύ είχε συνάψει μια ερωτική σχέση.
Το δεύτερο βράδυ της επανασύνδεσης τους η κυρία Γ δεν ήρθε. Ο κύριος Α τη βρήκε το άλλο πρωί στο τηλέφωνο του διαμερίσματος του κυρίου Μ, με τον οποίο η κυρία Γ είχε περάσει τη νύχτα. Συναντήθηκαν λίγη ώρα αργότερα. Η κυρία Γ του μίλησε για τη δυσπιστία της απέναντι στις προθέσεις του, για το θυμό της που την εγκατέλειψε έτσι απρόσμενα και ανεξήγητα. Γι' αυτό έκανε ό,τι έκανε...
Το επεισόδιο με έβαλε σε σκέψεις σχετικά με τη φύση αυτού που λέγεται «εκδίκηση». Και ιδιαίτερα αναρωτήθηκα πώς και κατά πόσο η εμπλοκή στα δίχτυα της, όπου ο ένας κρατάει στον άλλον και του ανταποδίδει το κακό που του έκανε, είναι δυνατό να έχει πραγματικά ένα τέλος.
Σαν να 'χαν ποτέ τελειωμό
τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου

λέει «μετεφρασμένον εις ανθρώπινα λόγια» το Μοιρολόι της Φώκιας του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.
Έχει η εμπλοκή στα δίχτυα της εκδίκησης «τελειωμό»;
Διότι το να λυτρωθεί ο άνθρωπος από την εκδίκηση: αυτό μου είναι η γέφυρα προς τη μεγαλύτερη ελπίδα κι ένα ουράνιο τόξο μετά από ατέλειωτες καταιγίδες.
Το γράφει ο Nietzsche στον Ζαρατούστρα, στο κεφάλαιο με τον τίτλο «Οι ταραντούλες».
Η ταραντούλα ή σφαλάγγι είναι φαρμακερή αράχνη. Διακρίνεται από μια μαύρη τριγωνική κηλίδα στη ράχη της. Σύμφωνα με την παράδοση, το δάγκωμά της οδηγεί σε μια μανική κατάσταση όπου το θύμα της στροβιλίζεται για μέρες σ' έναν χορό, την ταραντέλα. Το κεφάλαιο αρχίζει ως εξής:
Κοίτα! Να η σπηλιά με τις ταραντούλες! Θες να τη δεις ο ίδιος; Εδώ κρέμεται το δίχτυ τους. Άγγιξε το για ν' αρχίσει να τρέμει.
Και να, έρχεται πρόθυμα. Καλώς ήρθες, ταραντούλα! Μαύρο απλώνεται στη ράχη σου το τρίγωνο, το γνώρισμα σου.
Εκδίκηση απλώνεται στην ψυχή σου: Κει που δαγκώνεις βγαίνει μαύρο κακάδι. Το φαρμάκι σου κάνει την καρδιά να στροβιλίζεται στην εκδίκηση!
Έτσι, με μια παρομοίωση σας μιλώ εσάς που κάνετε τις ψυχές να στροβιλίζονται, κήρυκες της εξομοίωσης, της ισότητας! Ταραντούλες μου είστε και διψασμένοι κρυφά για εκδίκηση!
Μα τώρα θέλω τις κρυψώνες σας να τις φέρω στο φως [...]
Γι' αυτό προσπαθώ να ελευθερωθώ απ' το δίχτυ σας, για να σας παρασύρει η λύσσα σας έξω απ' τη σπηλιά των ψεμάτων σας και πίσω από τη λέξη σας «δικαιοσύνη» να προβάλει η εκδίκηση σας.
Διότι το να λυτρωθεί ο άνθρωπος από την εκδίκηση: αυτό μου είναι η γέφυρα προς τη μεγαλύτερη ελπίδα κι ένα ουράνιο τόξο μετά από ατέλειωτες καταιγίδες.

Εδώ ας περιοριστούμε στη συζήτηση λίγων σημείων από το παραπάνω κείμενο:
1. Ο τόπος της εκδίκησης είναι το δίχτυ. Σ' αυτό κατοικούν, παγιδευμένοι ο καθένας με τον τρόπο του, θύτης και θύμα.
Ας θυμηθούμε ότι ο κύριος Α αλλά και η κυρία Γ στο επεισόδιο που αναφέρθηκε στην αρχή βρέθηκαν πιασμένοι σ' ένα τέτοιο δίχτυ, αυτός με τον έρωτα του, που ανακάλυψε όψιμα, εκείνη με την αγάπη της γι' αυτόν, αλλά και με τη δυσπιστία και το θυμό της.
Κι ας θυμηθούμε ακόμα ότι στον πρώτο και καθοριστικό λόγο όπου στην παράδοση μας η εκδίκηση λέγεται και φανερώνεται στην ουσίασή της, στην «Ορέστεια» του Αισχύλου, η Κλυταιμνήστρα σφάζει τον Αγαμέμνονα αφού πρώτα τον αιχμαλωτίζει σ' ένα δίχτυ...
2. Ανήκει στη φύση της εκδίκησης ν' αποζητάει την αντεκδίκηση κι έτσι να εμπλέκει τους ενεχόμενους σ' ένα τυφλό στροβίλισμα παρόμοιο μ' εκείνο του «ταραντισμού», όπως λέγεται η κατάσταση αυτού που δαγκώθηκε από την ταραντούλα και ο χορός του.
O κύριος Α μετά το επεισόδιο αισθάνθηκε αρχικά μια ροπή προς αυτήν την κατεύθυνση, δηλαδή να προβεί σε κάποιου είδους αντεκδίκηση, όμως η προοπτική να χαθεί σ' έναν τέτοιο στρόβιλο και να δώσει συνέχεια σε μια τέτοια ολέθρια αλληλοεξόντωση τον τρόμαξε ακόμα περισσότερο και γρήγορα παραιτήθηκε απ' αυτήν τη σκέψη.
Όμως έτσι εκτυλίσσεται η ιστορία των Ατρειδών, με τελευταία πράξη το φόνο της Κλυταιμνήστρας από τον Ορέστη:
O Ατρέας με τον αδελφό του Θυέστη και με τη μητέρα τους σκοτώνουν τον ετεροθαλή αδελφό τους Χρύσιππο. O πατέρας τους ο Πέλοπας διώχνει τα δυο αδέλφια και τα καταριέται. Ατρέας και Θυέστης καταφεύγουν στις Μυκήνες, όπου μετά το θάνατο του βασιλιά διεκδικούν μεταξύ τους το θρόνο. O Θυέστης με τη βοήθεια της γυναίκας του Ατρέα και ερωμένης του κερδίζει τον πρώτο γύρο, όμως ο Ατρέας χάρη στην παρέμβαση του Δία είναι ο τελικός νικητής.
Όταν ο Ατρέας μαθαίνει για τη σχέση της γυναίκας του με τον Θυέστη, σκοτώνει τους τρεις γιους του, τους προσφέρει γεύμα στον Θυέστη, κατόπιν του αποκαλύπτει τι έφαγε και τον εξορίζει.
O Θυέστης αποκτά από την ίδια του την κόρη έναν γιο, τον Αίγισθο. Η κόρη του Θυέστη παντρεύεται τον Ατρέα, αυτός ανατρέφει τον Αίγισθο, δίχως να γνωρίζει τον πραγματικό του πατέρα, και κάποτε τον διατάζει να σκοτώσει τον Θυέστη. Ο Αίγισθος ανακαλύπτει έγκαιρα ότι ο Θυέστης είναι πατέρας του και σκοτώνει τον Ατρέα.
Όταν οι γιοι του Ατρέα, ο Αγαμέμνονας κι ο Μενέλαος, φεύγουν για την Τροία, ο Αίγισθος κερδίζει την Κλυταιμνήστρα και μαζί σκοτώνουν τον Αγαμέμνονα εκδικούμενοι ο μεν Αίγισθος τον πατέρα του, η δε Κλυταιμνήστρα τη θυσία της κόρης της Ιφιγένειας.
Οι δυο τους, με τη σειρά τους, υποκύπτουν στο σπαθί του Ορέστη, όταν αυτός, μεγάλος πια, επιστρέφει στις Μυκήνες για να εκδικηθεί το φόνο του πατέρα του.
Χρειαζόμαστε μόνο λίγη ειλικρίνεια απέναντι στον εαυτό μας για να διαπιστώσουμε ότι η ιστορία των Ατρειδών μας μιλάει για τη δική μας ιστορία - μια ιστορία τραυμάτων που έχουμε υποστεί και που ίσως κάποτε έχουμε ανταποδώσει, λιγότερο ή περισσότερο φανερά, έχοντας τα ομολογήσει στον εαυτό μας λιγότερο ή περισσότερο. Ας το θυμόμαστε αυτό, πως ό,τι λέγεται για την εκδίκηση στο επεισόδιο ανάμεσα στην κυρία Γ και στον κύριο Α, και προπάντων στο μύθο των Ατρειδών, μας αφορά όλους μας άμεσα.
Μπορεί τελικά να υπάρξει «τελειωμός»; Λύτρωση από την εκδίκηση; Μπορεί ο κύριος Α όχι μόνο να παραιτηθεί από μια πράξη αντεκδίκησης, όχι μόνο ν' αποδιώξει από το νου του και να παραλλάξει ό,τι έγινε, αλλά να λυτρωθεί αληθινά δίχως να κοροϊδέψει τον εαυτό του; Και πώς θα ήταν μια λύτρωση δυνατή; Τέτοια ερωτήματα τον βασάνιζαν για καιρό. Τα ακούω ξανά καθώς διαβάζω τις φράσεις με τις οποίες κλείνει ο λόγος του Ζαρατούστρα για τις «ταραντούλες»:
Ωι! Με δάγκωσε κι εμένα η ταραντούλα, ο παλιός μου εχθρός! Με θεϊκή ακρίβεια κι ομορφιά με δάγκωσε στο δάχτυλο! [...]
Ναι, εκδικήθηκε! Κι αλίμονο! Τώρα θα κάνει και τη δική μου καρδιά να στροβιλίζεται στην εκδίκηση!
Όμως, για να μην στροβιλιστώ, φίλοι μου, δέστε με γερά σ' αυτόν το στύλο. Καλύτερα στυλίτης παρά στρόβιλος της δίψας για εκδίκηση!
Πράγματι, ο Ζαρατούστρα δεν είναι ανεμοστρόβιλος. Και, αν και χορευτής, ποτέ πια χορευτής της ταραντούλας!

3. Όμως εκείνο που στα λόγια του Νίτσε ξενίζει περισσότερο είναι ότι ο Ζαρατούστρα βλέπει στην αξίωση της κοινωνίας για «ισότητα» και για «δικαιοσύνη» να υποκρύπτεται η εκδίκηση!
Εάν είναι έτσι, τότε θα χρειαστεί να μάθουμε να εννοούμε την εκδίκηση μ' έναν τρόπο διαφορετικό από το συνηθισμένο μας. Διότι εδώ η εκδίκηση φαίνεται πως δεν αποτελεί απλώς ένα περιστασιακό φαινόμενο μεταξύ άλλων αλλά, τουλάχιστον από τον καιρό της γαλλικής επανάστασης και έκτοτε, συνιστά το θεμέλιο της κυρίαρχης νοοτροπίας με την οποία ο άνθρωπος των νεοτέρων χρόνων εννοεί τους κανόνες που διέπουν τη σχέση του με τους άλλους και με τον εαυτό του.
Πώς μπορούμε ν' ακούσουμε αυτόν τον τολμηρό λόγο του Ζαρατούστρα;
Το «δίκαιο» στηρίζεται στην αξίωση για ισότητα. Όμως εδώ δεν εννοείται μόνο η ισότητα απέναντι στο νόμο. Ο ίδιος ο νόμος αποβλέπει σε μια εξίσωση: Η εκάστοτε προβλεπόμενη ποινή έχει την έννοια της αποκατάστασης μιας ισορροπίας που διαταράχτηκε. Η διαταραχθείσα ισορροπία δεν ανέχεται να μένει η άδικη πράξη δίχως απάντηση. Ακριβώς αυτή η απάντηση, ως επανόρθωση και αποζημίωση, συνιστά την εκδίκηση. Γι' αυτό ο Ζαρατούστρα μπορεί ν' αποκαλεί το σημερινό για εκδίκηση διψασμένο άνθρωπο «κήρυκα της ισότητας».
Η εκδίκηση θέλει ν' αποκαταστήσει την ισορροπία. Και τούτο συμβαίνει είτε με τη μορφή της αυτοδικίας στην καθημερινή μας συναναστροφή με κοντινούς και μακρινούς ανθρώπους που μας αδικούν είτε με τη μορφή της επιβολής του θεσμοθετημένου δίκαιου, όταν αυτό παραβιάζεται. Το λεγόμενο «περί δικαίου αίσθημα» και στις δύο περιπτώσεις δεν είναι άλλο από την ανάγκη ή, όπως λέει ο Νίτσε, τη «δίψα» για εκδίκηση.
Η κυρία Γ αδικήθηκε από τον κύριο Α, που την εγκατέλειψε επιπόλαια. Στα μάτια της η αιφνίδια επιστροφή του δεν ήταν απλώς εκπλήρωση και της δικής της επιθυμίας αλλά προπάντων επιβεβαίωση της επιπολαιότητας του, και αυτήν την επιπολαιότητα την είδε να βρίσκεται σε μια γι' αυτήν αβάσταχτη ανισορροπία με το δικό της βαθύ και σίγουρο αίσθημα. «Αφού εσύ είσαι επιπόλαιος μαζί μου, θα γίνω κι εγώ το ίδιο». Αυτή η φωνή οδήγησε την κυρία Γ εκείνη τη νύχτα στο διαμέρισμα του κυρίου Μ. Η «ισορροπία» ζητούσε αποκατάσταση...
Επειδή ο άνθρωπος που διψά για εκδίκηση είναι μαζί και κήρυκας της ισότητας, γι' αυτό η δικαιοσύνη παρασταίνεται κρατώντας μια ζυγαριά. Αυτή η παράσταση είναι παμπάλαιη. Αναφέρεται για πρώτη φορά από τον Βακχυλίδη τον 6ο αιώνα π.Χ. Όμως μια συζήτηση για το τι θα πει στους αρχαίους «δίκη» και «ίσον» δεν είναι του παρόντος. Ας μείνουμε στην εποχή μας κι ας επιχειρήσουμε να διακρίνουμε τον αρμό που επιτρέπει στη ζυγαριά να ταλαντεύεται, να κλίνει κάποτε προς τη μια πλευρά και ν' αναζητεί με την εκδίκηση το καντάρι που θα επαναφέρει την ισορροπία της.
Η εκδίκηση έχει την αρχή της ήδη στην κατηγορία η οποία προσαγορεύει κάποιον ως τον «υπαίτιο» και ρέπει, ρητά ή άρρητα, άμεσα ή έμμεσα, προς ένα «δια ταύτα...»:
- Επειδή μου το έκανες αυτό, επειδή είσαι ο υπαίτιος, γι' αυτό σου αξίζει...
Η εκδίκηση εννοείται ως συνέπεια, δηλαδή αποτέλεσμα της πράξης του υπαίτιου. Η εκδίκηση υπακούει στην ανάγκη το αίτιο, η αρχή, να έχει ένα επακόλουθο, μια συνέπεια, ένα αποτέλεσμα. Η εκδίκηση υπακούει στο νόμο αιτίου-αποτελέσματος. Κι επειδή η σχέση αιτίου-αποτελέσματος δεν έχει τέλος, καθώς το αποτέλεσμα είναι το αίτιο για ένα νέο αποτέλεσμα, η εκδίκηση δεν μπορεί παρά να προκαλεί την αντεκδίκηση και ούτω καθεξής.
Έτσι είναι η εκδίκηση καταβύθιση σε μια δίνη, έτσι «στροβιλίζονται» οι άνθρωποι μέσα της. Ο νόμος αιτίου-αποτελέσματος προβλέπει για την αδικία την ποινή, για την ποινή το αντίποινο, και μ' αυτόν τον τρόπο καταδεικνύεται ως ο αρμός γύρω από τον οποίο ταλαντεύονται οι δίσκοι της ζυγαριάς της αδικίας, της εκδίκησης, της αντεκδίκησης και ούτω καθεξής, είναι το δίχτυ της ταραντούλας, είναι το δίχτυ στο οποίο βρέθηκαν πιασμένοι ο κύριος Α και η κυρία Γ.
Η εκδίκηση δρομολογείται στην κάθε ώρα, κι αυτές οι ώρες είναι πολλές, όπου τα λόγια και τα έργα μας καθορίζονται απ' αυτό που «μας κάνουν», το οποίο και εκλαμβάνουμε ως αίτιο, και από τη δική μας στάση ως αντίδραση προς αυτό, ως αναγκαστική υποτίθεται συνέπεια. Η στάση τού «αφού εσύ...τότε κι εγώ...», η στάση όπου η πράξη μας συνιστά αντίδραση στην πράξη του άλλου, είναι ακριβώς η στάση που τρέφει την εκδίκηση.
Εάν έτσι έχουν τα πράγματα, η λύτρωση από την εκδίκηση θα σήμαινε πρωτίστως μια λύση από τα δεσμά της σχέσης αιτίου-αποτελέσματος. Τούτο θα σήμαινε ότι η κατηγορία δεν θα προσαγόρευε κάποιον ως τον «υπαίτιο», ότι ένα «δια ταύτα...» δεν θα ήταν πλέον αναπόφευκτο.
Είναι καν νοητή μια τέτοια μεταστροφή; Είναι δυνατό ο κύριος Α να ελευθερωθεί από το δίχτυ που απαιτεί από μέρους του αντεκδίκηση και να πάψει να στροβιλίζεται; Όχι με το να δεθεί σ' ένα στύλο, όπως εδώ ο Ζαρατούστρα, όχι δηλαδή μέσα από την καταπίεση μιας αυτοπειθαρχίας και αυτοσυγκράτησης αλλά ειλικρινά και ελεύθερα, διαφυλάσσοντας ανοιχτό όλο τον πλούτο της ύπαρξης του και της σχέσης του με την κυρία Γ;
Το ερώτημα μας σχετικά με τη δυνατότητα μιας λύτρωσης από την εκδίκηση έχει γίνει κάπως καθαρότερο. Όμως απέχουμε ακόμα πολύ από τη ζητούμενη απάντηση.
Για μια τέτοια απάντηση η ψυχαναλυτική θεωρία, και η ψυχαναλυτική πρακτική που την ακολουθεί, δεν μπορεί να μας βοηθήσει. Πρεσβεύει τον ήδη από τον Φρόυντ διατυπωμένο νόμο του «ντετερμινισμού της ψυχικής ζωής» με τη μορφή των λεγομένων «συνειρμών», όπου η μια παράσταση φέρνει την άλλη, αυτή μια τρίτη κ.ο.κ., έχει δηλαδή ως θεμέλιο τη σύνδεση αιτίου-αποτελέσματος.
Όμως και ρητά η ψυχαναλυτική θεωρία και πρακτική καθαυτήν είναι δομημένη επάνω στο νόμο της εκδίκησης, π.χ. στη μορφή του λεγομένου «οιδιπόδειου συμπλέγματος», όπου η αγάπη του γιου προς τη μητέρα προκαλεί τον «ευνουχισμό» του εκ μέρους του πατέρα και τούτος πάλι το «φόνο» του πατέρα από τον γιο, ακόμα κι αν όλα συμβαίνουν, όπως λέγεται, συμβολικά.
Για αυτήν τη θεώρηση της ψυχανάλυσης, μια λύτρωση από την εκδίκηση είναι δυνατή μόνο με την επιστράτευση των λεγομένων «αμυντικών μηχανισμών», με «άρνηση» και «απώθηση», με «μετάθεση» και με «εξιδανίκευση». Μια τέτοια «λύτρωση» είναι τελικά αυθυποβολή και αυταπάτη.
Είναι αυτή η μοίρα του κυρίου Α και της κυρίας Γ; Είναι το επεισόδιο στο διαμέρισμα του κυρίου Μ μια όψιμη παραλλαγή των «οιδιποδειακών» τους συγκρούσεων; Επανάληψη, ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία, μιας μοίρας που τους θέλει να έχουν γεννηθεί και μεγαλώσει στροβιλιζόμενοι στις δίνες της εκδίκησης;
Η κυρίαρχη ψυχαναλυτική θεωρία, ακριβώς επειδή θεμελιώνεται στην εκδίκηση και στις προϋποθέσεις της, τη θεωρεί τόσο αυτονόητη που δεν είναι καν σε θέση να την επερωτήσει ως προς τη φύση της. Εάν ποτέ το επιχειρούσε αληθινά, θα έβαζε ερωτηματικό στα ίδια της τα θεμέλια.
Όπως σε κάθε οριακό ερώτημα για τον άνθρωπο, έτσι κι εδώ, όπου αναζητούμε μια διευκρίνιση του φαινομένου της εκδίκησης, η ψυχολογία, η ψυχιατρική, η ψυχανάλυση δεν αρκούν. Χρειάζεται να στραφούμε προς την ίδια τη «σπουδή του ανθρώπου», δηλαδή να καταστούμε ευήκοοι για τα πρώτα και ύστατα ερωτήματα της ύπαρξης του. Έτσι θα άκουγα και τον τίτλο του συνεδρίου1: Η ψυχιατρική όχι ως αυτόνομη και αυτάρκης επιστήμη αλλά ανοιχτή και δεκτική προς τη «σπουδή του ανθρώπου», η οποία και μόνο μπορεί να της προσφέρει το εύρος που χρειάζεται για να είναι σε θέση ν' ανταποκριθεί επαρκώς στον άνθρωπο ως άνθρωπο.
Βέβαια μια δυνατότητα λύτρωσης από την εκδίκηση αναφέρεται μέσα από έναν άλλον χώρο, αυτόν του χριστιανισμού: «Όταν σε χαστουκίσουν στο ένα μάγουλο, γύρισε και τ' άλλο». Όμως ο ίδιος αυτός χριστιανισμός δεν είναι νοητός δίχως τον τελικό κολασμό του αμετανόητου με την αποπομπή του στην κόλαση. Υπάρχει ριζικότερη εκδίκηση απ' αυτήν; Ούτε εδώ λοιπόν διακρίνουμε κάποια αληθινή δυνατότητα λύτρωσης. Μήπως κάτι τέτοιο είναι τελικά πλάνη; Μήπως η εκδίκηση είναι όντως αναπόφευκτη μοίρα;
Και μ' αυτό στρεφόμαστε σ' ένα ζήτημα η συζήτηση του οποίου αποκτά πλέον πιεστική προτεραιότητα. Διότι ακόμα κι αν δεχτούμε πως η εκδίκηση, όπως εννοείται από τον Νίτσε και όπως αναπτύσσεται εδώ, είναι πράγματι ένα φαινόμενο πολύ πιο καθολικό και καθοριστικό απ' όσο μέχρι τώρα πιστεύαμε, δεν βλέπουμε γιατί χρειάζεται οπωσδήποτε μια «λύτρωση» απ' αυτήν, πόσο μάλλον όταν μ' αυτήν αποδίδεται τόσο το νομικά όσο και το εξωνομικά εννοούμενο «δίκαιο». Δεν έχει ακόμα απαντηθεί ικανοποιητικά η απορία μας γιατί τέλος πάντων η εκδίκηση, εφόσον όντως αποσκοπεί στην αποκατάσταση της «ισότητας» και του «δίκαιου», είναι κάτι «κακό». Δεν του «άξιζε» τελικά του κυρίου Α αυτό που έπαθε; Δεν θα της «άξιζε» της κυρίας Γ μια τιμωρία γι' αυτό που «του έκανε»; Δεν απαιτεί κάτι τέτοιο η αξίωση για την αποκατάσταση μιας απαραίτητης, όπως φαίνεται, και αναπόδραστης «ισορροπίας»;
Η απάντηση μου είναι: όχι. Διότι αυτή η έννοια της «ισορροπίας» και της «ισότητας» είναι πλάνη. Η κάθε ώρα μας, και ό,τι αυτή φέρνει, έχει τον χαρακτήρα του πεπερασμένου. Την εγκατάλειψη της και τη δυσπιστία της η κυρία Γ δεν μπορεί να την απαλύνει, δεν μπορεί να την εξισορροπήσει αληθινά με τίποτα. Και η νύχτα της στο διαμέρισμα του κυρίου Μ δεν αφήνει στον κύριο Α καμία αληθινή δυνατότητα ανταπάντησης από μέρους του. Ό,τι έγινε, έγινε. Σαν ένα κομμάτι από γρανίτη στέκει το «ήταν» του και δεν υπάρχει κανένας αληθινός τρόπος που να μπορεί να το εξισορροπήσει, να το απαλύνει, να το καταστήσει ουδέτερο, να το εξουδετερώσει. Όμως αυτό ακριβώς θέλει η εκδίκηση. Το λέει ο Ζαρατούστρα στο κεφάλαιο με τον τίτλο «Η λύτρωση»: «Αυτό, ναι, αυτό και μόνο είναι η ίδια η εκδίκηση: Η εναντίωση της θέλησης στο χρόνο και στο "ήταν" του».
Το «ήταν» της εγκατάλειψης της κυρίας Γ και η θέληση της να του εναντιωθεί την οδήγησαν στο διαμέρισμα του κυρίου Μ.
«Όπου υπήρχε πόνος, εκεί έπρεπε πάντα να υπάρξει και τιμωρία» λέει ο Ζαρατούστρα λίγο αργότερα. Όμως, απέναντι στο πεπερασμένο του «ήταν» κάθε θέληση που θέλει να το αντιρροπήσει, δηλαδή να το ακυρώσει, δηλαδή κάθε εκδίκηση συντρίβεται. Γι' αυτό η εκδίκηση είναι πάντα βιασμός των ορίων που μας τίθενται από τα ίδια τα πράγματα. Η εκδίκηση είναι ύβρη. Γι' αυτό και δεν έχει «τελειωμό» αλλά ετοιμάζει το έδαφος για την αντεκδίκηση.
«Φιλεί δε τίκτειν ύβρις μεν παλαιά νεάζουσαν έν κακοίς βροτών υβριν» άδει ο χορός στον «Αγαμέμνονα»: Η παλαιά ύβρη έχει την τάση να γεννά νέα ύβρη στους θνητούς και να προξενεί νέα κακά.
Η εκδίκηση ποτέ δεν φέρνει την προσδοκώμενη λύτρωση. Γι' αυτό και, σύμφωνα με τα λεγόμενα του κυρίου Α, η κυρία Γ για αρκετό διάστημα μετά από εκείνη τη νύχτα δεν είχε διόλου ησυχάσει με την πράξη της. Ήταν σε κακή κατάσταση. Γι' αυτό ο Ορέστης μετά το φόνο της μητέρας του λέει: «ώσπερ ξύνίπποις ήνιοστροφώ δρόμου / έξωτέρω
· φέρουσι γαρ νικώμενον / φρένες δύσαρκτοι». Όπως ένας ηνίοχος στρέφομαι έξω απ' το δρόμο και νικημένος παραφέρομαι από τις φρένες μου δίχως αρχή και τέλος.
O Ορέστης, εκδικούμενος, έχει βγει απ' το δρόμο, έχει υπερβεί τα όρια, έχει διαπράξει ύβρη. Και συνεχίζει: «προς δε καρδία φόβος / άδειν ετοίμος» (και στην καρδιά μου ετοιμάζεται να τραγουδήσει ο φόβος).
Ποια είναι τα όρια που υπερβαίνει η εκδίκηση; Στο «ήταν» μιλά ένα άτεγκτο και ακατάλυτο «όχι (πια)». Το «όχι πια» απαγορεύει στον άνθρωπο να συμπεριφέρεται προς το «ήταν» σαν να επρόκειτο για κάτι παροντικό: του απαγορεύει τώρα, στο παρόν, να φέρεται στο «ήταν» σαν «είναι». Και όμως αυτό κάνουμε, και μάλιστα ακριβώς όταν δεν το γνωρίζουμε, όταν ο χρόνος σταματά στο κακό που έγινε.
Όταν σταματά ο χρόνος, παγώνει και η μορφή του ανθρώπου. Τότε κανείς είναι «σαν να μην πέρασε ο χρόνος από πάνω του». Στο ζευγάρι μας, η κυρία Γ λέει στον κύριο Α: «Μου το 'κάνες αυτό, και τώρα θα δεις!» Σε ποιον αποτείνεται; Σ' αυτόν που έχει αποκρούσει την αγάπη της; Μα αυτός δεν είναι πια εδώ! Εδώ είναι ένας που την αγαπά ανοιχτά κι απροκάλυπτα! Αυτός τον οποίο η κυρία Γ με την πράξη της εκδικήθηκε είναι πια ένα φάντασμα, ένα πουκάμισο αδειανό.
Αυτό το «όχι πια» η κυρία Γ το αγνόησε γιατί ο χρόνος σταμάτησε τότε που ο κύριος Α «της το έκανε αυτό».
Αλλά και η ίδια η κυρία Γ, την οποία ο κύριος Α εγκατέλειψε, στις συναντήσεις που είχαν κατά το διάστημα του χωρισμού τους άλλαξε, δείχτηκε μια γυναίκα διαφορετική και αυτήν ερωτεύτηκε ο κύριος Α. Και μετά από κείνη τη νύχτα η κυρία Γ ήταν και πάλι μια άλλη. Δεν άλλαζαν απλώς τα «συναισθήματα» του κυρίου Α γι' αυτήν. Η ίδια η κυρία Γ άλλαζε εμπρός στα δικά του αλλαγμένα κάθε φορά μάτια.
Ο άνθρωπος δεν είναι κάτι το μονοσήμαντο, δεν αποδίδεται από καμιά απόλυτη εκτίμηση κι από κανένα «προφίλ προσωπικότητας», και γι' αυτό ποτέ δεν μπορεί να υπεισέλθει σε μια εξίσωση, όπως αυτή την οποία η εκδίκηση επιζητεί. Ένα «ήταν» ποτέ δεν αφορά κάποιο υποτίθεται «αντικειμενικό» συμβάν στη ζωή ενός ανθρώπου με μια υποτίθεται άπαξ διά παντός καθορισμένη «ταυτότητα». Γι' αυτό «και κάθε στιγμή είναι μια νέα και συνταρακτική / αποτίμηση απ' ό,τι υπήρξαμε» γράφει ο Έλιοτ στα Τέσσερα Κουαρτέτα.
Η πρόσκρουση επάνω στο αναγνωριζόμενο όριο του «όχι πια» είναι ο πόνος. Το «όχι πια» δεν προκαλεί πόνο αλλά είναι αυτός τούτος ο πόνος. Ο αληθινός πόνος είναι η αναγνώριση του «όχι πια» και η διαφύλαξη του στη μνήμη ως ενός «ήταν».
Ο πόνος δεν είναι ένα συναίσθημα μεταξύ άλλων αλλά συγκροτεί τη συνέχεια του χρόνου, όταν το «όχι πια» του παρελθόντος, το «τώρα» του παρόντος, το «όχι ακόμα» του επερχόμενου δεν βιάζονται αλλά παραμένουν σαν τέτοια, το καθένα με τον δικό του τρόπο, παρόντα.
Η κυρία Γ δεν αναγνώρισε αυτά τα όρια, δεν γνώρισε τον πόνο. Γνώρισε «πάθη και καημούς». Αυτά, καθόσον δεν αναγνωρίζουν το «ήταν», καθόσον δεν αναγνωρίζουν το χρόνο, είναι άχρονα: δεν έχουν «τελειωμό».
Η εκδίκηση είναι «η εναντίωση της θέλησης στο χρόνο και στο "ήταν του"» λέει ο Ζαρατούστρα. Και, όπως σχολιάζει ο Μάρτιν Χάιντεγκερ αυτήν τη φράση, η θέληση δεν είναι μια νοητική πράξη μεταξύ άλλων αλλά στους νεότερους χρόνους έχει αναγορευτεί στην υπέρτατη αρχή η οποία καθορίζει τη σχέση του ανθρώπου με τα πράγματα και με τον εαυτό του. Στην κυρίαρχη ψυχαναλυτική θεωρία το γνωρίζουμε ως την πρωτοκαθεδρία της ψυχολογιστικής εκδοχής της θέλησης, της επιθυμίας. «Μόνο η επιθυμία είναι σε θέση να κινητοποιεί το ψυχικό όργανο» γράφει ο Φρόυντ ήδη το 1900.
Όμως η θέληση είναι ολότελα αδύναμη απέναντι στο παρελθόν του «ήταν», το οποίο με το «όχι πια» που της αντιτάσσει ματαιώνει την αξίωση της να είναι η απόλυτη αρχή. Γι' αυτό και του εναντιώνεται. Η θέληση μισεί το «ήταν». Το μίσος δεν είναι κι αυτό κάποιο αφηρημένο «συναίσθημα». Είναι η μανιασμένη αντίσταση της θέλησης εναντίον του «ήταν».
Η εκδίκηση, τώρα το διακρίνουμε καθαρότερα, συνιστά μια ουσιαστική σχέση του σύγχρονου, από τη θέληση και από την επιθυμία καθοριζόμενου ανθρώπου, με τα πράγματα και με τον εαυτό του.
(Και, ειρήσθω εν παρόδω, ο σύγχρονος άνθρωπος εφορμά επίσης εναντίον του άλλου ορίου, του «όχι ακόμα»: Η επιθυμία δεν ξέρει να περιμένει. Το «όχι ακόμα» τής είναι ο μεγαλύτερος εχθρός: Η θέληση της, όταν προσκρούει στα όρια του χρόνου, δεν μπορεί να είναι κυρίαρχη.)
Μήπως από εδώ ανοίγεται ένας δρόμος για τη «μεγαλύτερη ελπίδα» του Νίτσε και γι' αυτό που αναζητούσε ο κύριος Α και πριν απ' όλους ο ίδιος ο Ορέστης όταν μετά την πράξη του κατέφυγε στο μαντείο των Δελφών; Μήπως από εδώ ανοίγεται ένας δρόμος προς τη λύτρωση του ανθρώπου από την εκδίκηση; Μήπως αυτή θα καθίστατο δυνατή στο σημείο που η θέληση θα έπαυε να είναι καθοριστική για τα λόγια και για τα έργα του;
Η «αποτοξίνωση από τη θέληση» αναφέρεται όντως ως δυνατότητα σε ένα διάλογο του Χάιντεγκερ. Πώς θα μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο;
*Θα περιοριστώ στον οικείο μου χώρο, σ' αυτόν της ψυχανάλυσης, και θα δείξω ότι η ψυχανάλυση στην ουσία της ενέχει μια δυνατότητα «αποτοξίνωσης από τη θέληση», επομένως μια δυνατότητα λύτρωσης από την εκδίκηση.
Υπενθυμίζω τον λεγόμενο «βασικό κανόνα»: ο αναλυόμενος είναι ελεύθερος να λέει ό,τι έρχεται στο νου του. Πάντα με εντυπωσιάζει το ότι νωρίτερα ή αργότερα, σε άλλοτε άλλο βαθμό, αναστατώνεται από κάτι το γι' αυτόν πρωτόγνωρο: Άλλα θέλει να πει και άλλα του έρχονται στο νου, και μάλιστα τόσο επιτακτικά που η θέληση του τελικά συντρίβεται και υποχωρεί.
Αυτό το φαινόμενο έχει τέτοια βαρύτητα που θα 'λεγα ότι, σ' αυτήν την οπτική, η ψυχανάλυση δεν είναι παρά μια πορεία, μια αργή και επίπονη πορεία απ' αυτό που κανείς θέλει να είναι προς αυτό που είναι.
Ο αναλυόμενος, καθώς ξαπλώνει στο κρεβάτι και καλείται να εκφράσει ό,τι του έρχεται, έχει μια εμπειρία παρόμοια μ' εκείνη του ποιητή εμπρός στο άσπρο χαρτί. Γι' αυτήν την εμπειρία γράφει ο Γιώργος Σεφέρης:
Τ' άσπρο χαρτί σκληρός καθρέφτης επιστρέφει μόνο εκείνο που ήσουν. Τ' άσπρο χαρτί μιλά με τη φωνή σου, τη δική σου φωνή όχι εκείνη που σ' αρέσει.
Και τούτο δεν είναι παρά ένας μακρινός απόηχος της έκκλησης προς τον άνθρωπο η οποία ηχεί στις ωδές του Πινδάρου: «γένοι' οίος έσσί μαθών» (μάθε και γίνε αυτός που είσαι).
Όμως η πορεία της ψυχανάλυσης στην οποία συντελείται η «αποτοξίνωση από τη θέληση» προχωρεί μέχρι του σημείου στο οποίο ο ψυχαναλυτής έχει φθάσει ο ίδιος. Ο ψυχαναλυτής όχι με διδαχές και με τεχνικές αλλά τελικά με το ζωντανό του παράδειγμα δείχνει στον αναλυόμενο αυτόν το δρόμο και τον καλεί σ' αυτόν. Διότι μη καθηλούμενος στη λεγόμενη «αντιμεταβίβαση», μην αντιδρώντας δηλαδή και μην ανταποδίδοντας στον αναλυόμενο ό,τι αυτός του προσάπτει, τον καθιστά αυτόπτη μάρτυρα της υπαρκτής δυνατότητας μιας λύτρωσης από την εκδίκηση.
Βέβαια αυτή η δυνατότητα έχει ν' αναληφθεί από τον ίδιο τον αναλυόμενο όταν, μέσα από πένθος και πόνο, πάψει να «εναντιώνεται στο χρόνο» και αναγνωρίσει και αποδεχτεί την ιστορικότητα του: το «όχι πια» του παιδιού που ήταν και που κάποτε αδικήθηκε από τους γονείς του, το «όχι ακόμα» του εαυτού του που ζει περισσότερο στην επιθυμία και στην φαντασίωση παρά στα ίδια τα πράγματα.
Αυτή η αποδοχή από τον αναλυόμενο της εκαστότητάς του, του μοναδικού και ανεπανάληπτου της ύπαρξης του στο χρόνο που του έχει δοθεί, μπορεί να τον απελευθερώσει από την εμπλοκή στην αλλοτρίωση μιας τυφλής αντίδρασης προς ό,τι του τυχαίνει στον κοινό κόσμο και να τον λύσει από το δίχτυ της εκδικητικότητας.
Έτσι, μετά από μήνες, μοιάζει πως ο κύριος Α γνώρισε κάτι σαν λύτρωση από την εκδίκηση. Στη μνήμη του η νύχτα της κυρίας Γ με τον κύριο Μ μεταλλάχθηκε, έπαψε να επανέρχεται στο νου του με την ίδια ενάργεια, με την ίδια παροντικότητα, λες κι ο χρόνος είχε σταματήσει εκεί. Χρειάστηκε χρόνος για ν' αναγνωρίσει και να δεχτεί ό,τι έγινε «αγέλαστα και άκαλλώπιστα και αμύριστα» όπως λέει ο Ηράκλειτος. Χωρίς ξεγελάσματα, χωρίς καλλωπισμούς και χωρίς πασαλείμματα.
Χρειάστηκε χρόνος, λέω, και το εννοώ κυριολεκτικά. Διότι ο χρόνος στα ουσιαστικά πράγματα δεν είναι μια αδιάφορη διάσταση που μετράει την αντικειμενική διάρκεια. Για τον κύριο Α ο χρόνος είχε σταματήσει, καλύτερα, είχε χαθεί. Κάποτε ήρθε, χρονίζοντας παρελθόντα, παρόντα και επερχόμενα.
Όταν λοιπόν στον κύριο Α ο χρόνος, το «ήταν» εκείνης της νύχτας εννοήθηκε αληθινά ως «ήταν», παρόν πάντα, όμως όχι πλέον παροντικό αλλά με τον χαρακτήρα του παρελθόντος, αυτή ακριβώς η μεταλλαγή, η αποκοπή του παρελθόντος από το παροντικό παρόν και η εμπέδωση του στο χώρο των παρελθόντων του έφεραν μια ησυχία.
Αφηνόμενος στο «ήταν» και μη εναντιούμενος, ήταν πλέον σε θέση να συγχωρήσει την κυρία Γ, με την κυριολεκτική έννοια της λέξης «συγ-χωρώ»: Ήταν σε θέση να της αφήσει χώρο στην κοινή τους κατοίκηση.
Το παρελθόν, όταν έχει πάψει να είναι «ζωντανό», όταν έχει λυθεί από το πάγωμα στην παροντικότητα κι έχει γίνει αληθινά παρελθόν, δεν μετράται ποτέ με όρους χρονικής διάρκειας. Το χωρίζει από το παρόν μια άβυσσος. Θα μπορούσαμε να αποδώσουμε καλύτερα το χαρακτήρα ενός παρελθόντος (πράγματος) όταν τον παρομοιάσουμε με κάτι από τα παραμύθια, που έγινε «μια φορά κι έναν καιρό» και που ποτέ δεν αναφέρθηκε σ' ένα παρόν. Στη μνήμη του κυρίου Α η νύχτα εκείνη έμοιαζε πλέον με παραμύθι. Ίσως έτσι, σαν παραμύθι, είναι πλέον παρόντα τα περασμένα όταν έχουν περάσει πραγματικά.
Με τη λύτρωση από την εκδίκηση επέρχεται μια ουσιαστική μεταβολή. Τώρα η «ισότητα» και η «ισορροπία» δεν συνιστούν κατεύθυνση και κανόνα. Ευτυχώς. Διότι ο άνθρωπος που νοιάζεται να «κρατά ισορροπίες» έχει χάσει τον εαυτό του. Στραβίζει δεξιά κι αριστερά κοιτάζοντας πώς ν' αντιρροπήσει το ένα με τ' άλλο. Και συγχρόνως έχει χάσει τους συνανθρώπους του διότι κοιτάζει τον καθένα όχι όπως αυτός είναι αλλά ως αντίποδα του άλλου.
Εκείνη τη νύχτα η κυρία Γ είχε χάσει τον εαυτό της διότι δεν είχε σταθεί στην αγάπη της για τον κύριο Α, την απαρνήθηκε ανταποδίδοντας τη στάση που είχε ο κύριος Α απέναντι της. Και είχε χάσει τη σχέση της τόσο με τον κύριο Α όσο και με τον κύριο Μ διότι φέρθηκε στον καθένα τους όπως φέρθηκε έχοντας κατά νου τον άλλο.
Όμως και το φύσει εκδικητικό «δίκαιο» των νεότερων χρόνων, που θεμελιώνεται στην ισότητα, αλλοτριώνει τον άνθρωπο και τον αποξενώνει από τον εαυτό του. Τον ωθεί στο να αποποιείται τη δική του μοναδική και ανεπανάληπτη ευθύνη για τα λόγια και για τα έργα του. Εδώ «ευθύνη» σημαίνει την αποστολή ν' αναγνωρίσει και να δεχτεί και ν' αναλάβει τα έργα του και τα λόγια του ως τα δικά του, που είναι, που έγιναν ακολουθώντας έναν άλλο νόμο, αινιγματικό και απρόσιτο.
Γι' αυτόν το νόμο κάνει λόγο ένα κείμενο του Franz Kafka με τον τίτλο «Vor dem Gesetz» (Ενώπιον του Νόμου). Μιλά για έναν «άνθρωπο από την επαρχία» που φτάνει ενώπιον του Νόμου, στην ανοιχτή πύλη του οποίου στέκει ένας τρομακτικός θυροφύλακας και του απαγορεύει την είσοδο. O άνθρωπος από την επαρχία μένει εμπρός από την πύλη για όλη του τη ζωή προσπαθώντας να βρει τρόπο να εισέλθει στο Νόμο. Είναι αδύνατο να παρατεθεί εδώ και να συζητηθεί ο πλούτος των αναφορών αυτού του κειμένου, καθώς και η θέση του στο ημιτελές χειρόγραφο του Κάφκα, στο οποίο αργότερα δόθηκε ο τίτλος Der Prozess (Η Δίκη). Θα περιοριστούμε στις τελευταίες φράσεις, που αφορούν το θέμα μας ιδιαίτερα:
Τέλος το φως των ματιών του [του ανθρώπου από την επαρχία] γίνεται αδύναμο και δεν γνωρίζει αν γύρω του πράγματι σκοτεινιάζει ή αν απλώς τα μάτια του τον ξεγελούν. Μα τώρα διακρίνει στο σκοτάδι μια λάμψη που άσβηστα ξεχύνεται απ' την πύλη του Νόμου. Τώρα πια δεν πρόκειται να ζήσει πολύ. Πριν απ' το θάνατο του όλες οι εμπειρίες όλου αυτού του καιρού συγκεντρώνονται στο μυαλό του σε μια ερώτηση που ακόμα δεν έχει θέσει στον θυροφύλακα. Του κάνει νεύμα, καθώς δεν μπορεί πια να σηκώσει το σώμα του που περιπίπτει σε ακαμψία. O θυροφύλακας πρέπει να σκύψει βαθιά προς αυτόν γιατί η διαφορά αναστήματος μεταβλήθηκε πολύ εις βάρος του ανθρώπου. «Τώρα τι θες επιτέλους να μάθεις ακόμα;» ρωτά ο θυροφύλακας «είσαι αχόρταγος». «Όλοι δεν προσπαθούν για το Νόμο;» λέει ο άνθρωπος. «Πώς γίνεται και όλ' αυτά τα χρόνια κανείς εκτός από μένα δεν ζήτησε να μπει μέσα;» O θυροφύλακας αντιλαμβάνεται ότι ο άνθρωπος ήδη βρίσκεται στα τελευταία του και για να προλάβει ακόμα την ακοή του που χάνεται, του ξεφωνίζει: «Εδώ κανείς άλλος δεν μπορούσε να μπει γιατί αυτή η είσοδος ήταν προορισμένη μόνο για σένα. Τώρα πάω και την κλείνω».
Είναι ένας νόμος που δεν θεμελιώνεται πουθενά, δεν εξηγείται και δεν δικαιολογείται, αποκλείει δηλαδή κάθε εισδοχή εντός του και κάθε παρέμβαση και συνάμα είναι ανοιχτός για μένα: Με καλεί και με κρατεί ενώπιον του.
O νόμος, μέσα από το άβατο της περιοχής του, μου υπαγορεύει αυτό που είμαι: ένας «ενώπιον του νόμου». Και κατά μια αδιανόητη, ανεξήγητη και αμεσολάβητη συγκυρία όσο περισσότερο αναλαμβάνω τον δικό μου, σ' εμένα καταλογισθέντα νόμο, τόσο περισσότερο αβίαστα και καλά κατοικώ τον κοινό κόσμο.
Και τώρα πώς συμβαίνει η μεταστροφή από τη δίψα του «κήρυκα της ισότητας» για εκδίκηση στη λύτρωση απ' αυτήν;
Μια τέτοια μεταστροφή, εφόσον συμβεί καν, συμβαίνει. Δεν επιτελείται από μια θέληση, αφού, το είδαμε, η λύτρωση από την εκδίκηση είναι αποτοξίνωση από τη θέληση. Δεν επιτελείται ως επακόλουθο και αποτέλεσμα μιας διαδικασίας, αφού, το είδαμε, η τυφλή έκπτωση στη μέγγενη αιτίου-αποτελέσματος, όπου το ένα φέρνει το άλλο και οι άνθρωποι απλώς αντιδρούν σε ό,τι τους τυχαίνει και σε όποιον εκλαμβάνουν ως τον υπαίτιο, είναι η μήτρα στην οποία η εκδίκηση μεγαλώνει. Η μεταστροφή συμβαίνει. Τι θα πει λοιπόν αυτό το «συμβαίνει»;
Στο τρίτο μέρος από την Ορέστεια του Αισχύλου, τις Ευμενίδες, έρχονται οι Ερινύες. Τα ονόματα τους μαρτυρούν τη φύση τους:
Στην Τισιφόνη μιλά η τίσις, η απότιση, η ανταπόδοση που επιζητεί ν' αποκαταστήσει την επίφαση μιας ισορροπίας.
Στην Αληκτώ μιλά αυτό που δεν έχει λήξη. Το «ήταν» που συνεχίζεται εσαεί στο παρόν, ως παρόν σ' ένα χρόνο που έχει σταματήσει.
Στη Μέγαιρα μιλά το μέγα που εξαπλώνεται, παραβιάζοντας κάθε όριο.
Οι Ερινύες, στο δικαστήριο των Αθηναίων, που τότε συστήνεται, νικώνται από τους νέους θεούς, τον Απόλλωνα και την Αθηνά, και δέχονται τη μετονομασία τους σε Ευμενίδες. Δεν νικώνται από τους θνητούς δικαστές τους, που ισοψηφούν, αλλά από την καθοριστική ψήφο της θεάς.
Η πρώτη λύτρωση από την εκδίκηση, αυτή του Ορέστη, και μαζί του όλου του γένους των Ατρειδών, και μαζί τους δυνητικά όλων μας, δρομολογείται με την έλευση των νέων θεών.
Έλευση των νέων θεών... Είναι το θέμα των τραγωδιών του Αισχύλου. Όχι, δεν είναι θέμα. Οι τραγωδίες του Αισχύλου καθαυτές είναι το άγγελμα της διαδοχής των παλαιών θεών από τους νέους.
Τι θα μπορούσε αυτό να μας πει, εμάς, σήμερα; Γράφει ο Χαίλντερλιν στο ποίημα «Friedensfeier» (Εορτή της ειρήνης): «Όπου όμως / Κι ένας θεός εμφανίζεται, / Τούτο είναι πράγματι άλλη καθαρότητα».
Αυτό θα ήταν η έλευση ενός νέου θεού: μια «άλλη καθαρότητα» στην οποία ο κόσμος γίνεται ένας «άλλος»...
Και τι μας λέει η εμφάνιση ενός θεού ως «άλλη καθαρότητα»; Προσέχουμε την ελληνική λέξη «θεός» και τη συγγένεια της με το ρήμα «θεάω», «βλέπω», τη θέασιν και τη «θέα» [«θέα - θεά»].
«Θεός» είναι το όνομα για μια θέα που έχει ανοίξει εμπρός στα μάτια μας, ένα διαύγασμα, μια «καθαρότητα» στην οποία κάθε φορά προβάλλουν τα πράγματα που μας αφορούν.
Το ότι αυτή η θέαση έχει το όνομα ενός «θεού» αποκτά νόημα εκεί που κάποιος αναγνωρίζει ότι το βλέμμα του δεν έχει την αρχή του στη δική του προαίρεση, ότι δηλαδή δεν ορίζει αυτός το τι προβάλλει εμπρός στα μάτια του. (Φυσικά υπάρχουν άνθρωποι που βλέπουν ό,τι θέλουν να βλέπουν, έτσι όπως το θέλουν. Όμως, με κάποιον τρόπο, θα το πληρώσουν.)
«Είναι άλλη καθαρότητα», π.χ., ο έρωτας, ο πόλεμος, η μέθη, ο θάνατος: Τα πράγματα διαυγάζουν, παίρνουν μορφή, είναι θεατά, όπως κάθε φορά είναι, η θέα κι η θέαση τους έχει όνομα: Αφροδίτη, Άρης, Διόνυσος, Άδης.
Ο Πίνδαρος άδει επίσης αυτήν την «άλλη καθαρότητα» όταν ονομάζει την αίγλα, την αίγλη που κάποτε μπορεί να έρχεται «διόσδοτος», δοσμένη από τον Δία. Δεν έρχεται σαν ο Δίας να την έστελνε «προσωπικά». «Δίας» είναι αυτή τούτη η αίγλα.
Η λύτρωση από την εκδίκηση χαρίζεται πρώτα με την έλευση αυτών των νέων θεών. Τούτο θα σήμαινε τώρα: μια άλλη καθαρότητα, μια άλλη θέα και θέαση ανοίγεται, όπου τα πράγματα πλέον δείχνονται και μιλούν με άλλον τρόπο. Σε μια τέτοια έλευση, σ' ένα τέτοιο άλλο φως είναι που οι 'Ερινύες μεταβάλλονται κι αυτές, μετονομάζονται, δηλαδή μεταλλάσσονται και υπάρχουν εφεξής ως Ευμενίδες.
Τι χαρακτηρίζει το «άλλο» των νέων θεών και της «καθαρότητας» που φέρνουν μαζί τους; Το λέει ο Αισχύλος στον Αγαμέμνονα σχετικά με τον ύψιστο των νέων θεών, τον Δία: «τον φρονείν βροτούς/όδώσαντα,τόν πάθει μάθος/θέντα κυρίως έχειν».
Στη νέα, στην «άλλη καθαρότητα», δρομολογείται στους θνητούς το φρονείν. Τούτο θα πει: το πάθημα γίνεται μάθημα. Οι θνητοί δεν είναι πλέον τυφλά παραδομένοι σε ό,τι παθαίνουν, ώστε στα πάθη τους ν' απαντούν άφρονα προκαλώντας άλλα πάθη, π.χ., υπακούοντας στην εκδίκηση σχεδόν ενστικτώδικα. Δεν βρίσκονται νυχτωμένοι στη νύχτα της «αγριάδας» στην οποία, όπως γράφει ο Χαίντερλιν στο ποίημα «O Ρήνος»: «[...] όλα ανάκατα / Είναι, άτακτα κι επανέρχεται/ Πανάρχαια σύγχυση».
Το «πανάρχαιο» αφορά την εποχή των παλαιών θεοτήτων και τα πλάσματα που αλωνίζανε ξέφρενα και μας παρουσιάζει ο Σεφέρης: «τον υπεράνθρωπο Κύκλωπα που βλέπει μ' ένα μάτι, τις Σειρήνες που σαν τις ακούσεις ξεχνάς, τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη [...]». Στο συρφετό τους λυσσομανάνε κι οι Ερινύες, που στο δίχτυα τους υφαίνεται η εκδίκηση.
Όμως το πανάρχαιο δεν το έχουμε αφήσει πίσω μας. Επανέρχεται κάθε φορά που το ένα συνδέεται με το άλλο με ποικίλες μορφές σχέσεων και συσχετίσεων κι όλα είναι «ανάκατα», «άτακτα» και κανείς δεν ξέρει τι κάνει και για ποιο πράγμα μιλάει.
Με τους νέους θεούς έρχονται τα μέτρα, έρχεται κόσμος, μεταξύ άλλων σαν χρόνος, χρονίζοντας παρελθόν ως το «όχι πια», χρονίζοντας μέλλον ως το «όχι ακόμα».
Όταν αυτή, η «άλλη καθαρότητα», έρχεται εκεί που «ένας θεός εμφανίζεται», τότε έρωτας, πόλεμος, μέθη, θάνατος είναι «εμφάνιση», είναι φαινόμενα. Έχουν μορφή και όνομα, είναι διακριτά: Δεν συνδέονται, δεν εξηγούνται, δεν ερμηνεύονται, δεν υπολογίζονται. O έρωτας είναι έρωτας, ο πόλεμος πόλεμος, η μέθη μέθη, ο θάνατος θάνατος.
Το παρελθόν είναι παρελθόν. Τώρα οι θνητοί έχουν μνήμη, που δεν είναι το «δεν ξεχνώ» αλλά η γειτονία των παρελθόντων ως παρελθόντων/Εχουν μνήμη θα πει πάντα: αντέχουν τη μνήμη, το «όχι πια» του «ήταν», κι αυτή η αντοχή δεν είναι άλλο από τη δυνατότητα που τους χαρίζεται, ναι, τους χαρίζεται, να πονούν. Γι' αυτό οι επόμενοι στίχοι του Αγαμέμνονα άδουν: «στάζει δ' άνθ' ύπνου προ καρδίας/ μνησιπήμων πόνος». Εδώ ο πόνος είναι η δοκιμασία που μαθαίνει την αντοχή στη μνήμη.
Το μάθος οδώνει το φρονείν, την οδό της λύτρωσης από την αγριάδα της εκδίκησης, μέσα από τον πόνο που αποτρέπει την υπνωτισμένη παράδοση στην ύβρη και διατηρεί διακριτά μεταξύ τους το «ήταν», το παρόν, το «θα είναι».
Το μάθος, ως το φρονείν, συμβαίνει ακούσια, όχι μέσα από την ανθρώπινη θέληση και πρωτοβουλία. Γι' αυτό και ο χορός συνεχίζει: «και παρ' άκοντας ήλθε σωφρονείν». Η λύτρωση από την εκδίκηση συμβαίνει ακούσια. Έρχεται, και τώρα μιλώ σε γλώσσα άλλη από τη δική μας, έρχεται όταν κι εφόσον ο άνθρωπος βρεθεί σε μια «άλλη καθαρότητα», στην αίγλα ενός παρόντος θεού.

Η ψυχαναλυση στο τελος της Μεταφυσικης και η ελληνικη νοηση


Στον διαλογο "Θεαιτητος" γραφει ο Πλατων:
"Μαλα γαρ φιλοσοφου τουτο το παθος, το θαυμαζειν. Ου γαρ αλλη αρχη φιλοσοφιας η αυτη."

Και ο Αριστοτελης στο "Μετα τα Φυσικα":
"Δια γαρ το θαυμαζειν οι ανθρωποι και νυν και το πρωτον ηρξαντο φιλοσοφειν."

Ομως ο θαυμασμος, το "παθος" των ελληνων φιλοσοφων, δεν υφισταται απολυτα. Ο Πλατων και ο Αριστοτελης, επαφιεμενοι στον θαυμασμο, συναμα ερχονται σε αναφορα προς την πεζοτητα.

Αυτο δειχνεται, μεταξυ των αλλων, στον ιδιο τον λογο τους. Εδω ειναι που κανει την εμφανιση του ο λεγομενος "πεζος" λογος, εδω συντελειται το αποφασιστικο βημα προς την καταλυση εκεινης της μεχρι τουδε χθονιας ενοτητας ποιησης, μουσικης και χορου η οποια, οπως το διεκρινε ο Θρασυβουλος Γεωργιαδης, συνιστα το ιδιαιτερο του πρωτου ελληνικου λογου. Στο αντιθετικο ζευγος θαυμασμου και πεζοτητας υφερπει ο πλατωνιστικος χωρισμος του κοσμου που κυριαρχει στην δυτικη νοηση, τη Μεταφυσικη.

Ομως στην πλουσια περισυλλογη εκεινης της γλωσσας λεχθηκε απο εναν Προ-πλατωνικο, χωρις παθος και θαυμασμο, ενας αλλος λογος για το φιλιο ζητημα της φιλο-σοφιας, το ΣΟΦΟΝ:
ΕΝ ΠΑΝΤΑ
(Ηρακλειτος). Εκτοτε χαθηκε, μαζι με τη γλωσσα που τον αρθρωσε

Ο διχασμος του κοσμου στη Μεταφυσικη χαρακτηριζεται εκ του οτι το ενα δινεται ως το ανωτερο, ως αιτιο, αρχη και θεμελιο, και το αλλο ως το κατωτερο, ως επακολουθο, υποτελες και περιστασιακο, και η σχεση τους καθοριζεται, με αλλοτε αλλον τροπο, απο την κυριαρχια και τη συγκρουση, την αντιθετικοτητα και τη μεσολαβηση, οπου βεβαια παντα εξακολουθει να επιδιωκεται μια ενοτητα., ομως αυτη ειναι πλεον μοιραια δευτερογενης και τραυματισμενη.

Με την ελευση του ορθολογισμου ενα αλλο παθος καθισταται για την δυτικη νοηση καθοριστικο, αυτο της certitudo, της βεβαιοτητας. Οπως ομως ο θαυμασμος δεν υπαρχει παρα σε αναγκαστικη συζευξη με την πεζοτητα, ετσι και η αγρα της βεβαιοτητας ερχεται παντα μαζι με την απειλη της αμφιβολιας. Κι εδω παλι αυτο ειναι ιδιαιτερα εκδηλο στις απαρχες. Οι "Meditationes" του Descartes μιλουν απο μονες τους:
"Οι χθεσινοι διαλογισμοι [οι οποιοι αναζητουσαν κατι ακλονητο και μονιμο στις επιστημες] μ’ εριξαν σε τοσο μεγαλες αμφιβολιες [...]• οπως με μια απροβλεπτη πτωση σε μια βαθια δινη, βρισκομαι σε τετοια αναταραχη που δεν μπορω ουτε να πατησω σταθερα στον βυθο ουτε ν’ ανεβω στην επιφανεια."

Το παθος της βεβαιοτητας καθιστα τον ανθρωπο ανοικτο και συναμα τον περιοριζει στο cogito, στην διανοια του ως την αρχη, και απο εδω στο υπολογισιμο και τελικα στο μετρησιμο των πραγματων, το οποιο και αναλαμβανουν ως αποστολη τους οι επιστημες. Αυτες διαδεχονται πλεον την φιλοσοφια, η οποια ετσι ολοκληρωνει την δικη της αποστολη.

Οι επιστημες παλι στην πορεια τους αποληγουν σ' εναν κοινο τοπο, αυτον της κυβερνητικης. Εδω αναγγελλεται μια νεα εποχη. Διοτι στην κυβερνητικη δεν υφισταται ο διχασμος του κοσμου που ειναι οικειος στην πλατωνιστικη-μεταφυσικη παραδοση. Τωρα τα παντα δινονται ως πληροφορια, χωρις καμια περαιτερω διαβαθμιση και αξιολογηση. Ο,τι προβαλλει ως απειλη για την ομοιοσταση του συστηματος δεν υποτιμαται, δεν καταπολεμαται, δεν αγνοειται, δεν διαμεσολαβειται, αλλα αντιθετως συνιστα τον ακρογωνιαιο λιθο του ιδιου του συστηματος καθως εκλαμβανεται ως αυτη τουτη η επανατροφοδοτηση του. Εδω, για πρωτη φορα και κατα τροπο, με την ιδιαιτερα ελληνικη σημασια της λεξης, "δεινο", το ΕΝ ΠΑΝΤΑ του Ηρακλειτου επανερχεται.

Εαν τωρα η ψυχαναλυση χρειαζεται να εννοηθει και να επιτελειται οπως της αρμοζει στη σημερινη εποχη, δεν μπορει πλεον να κινειται στον χωρο της Μεταφυσικης, στους διχασμους της και στις εκαστοτε αποπειρες λυσης τους. Δεν μπορει πλεον να επικαλειται μια αρχη, π.χ. την "αρχη της ηδονης", ουτε να εμμενει στη διασταση αιτιου και αποτελεσματος ουτε να παλινωδει αναμεσα στα αντιθετικα ζευγη του εσωτερικου και του εξωτερικου κοσμου, του βιολογικου-σωματικου και του ψυχικου, της συνειδησης και του ασυνειδητου, του υποκειμενου και του αντικειμενου, της φυσιολογικης και της παθολογικης συμπεριφορας, ουτε μπορει να αρκειται στην παρασταση των ανθρωπινων πραγματων μεσα απο συγκρουσεις και "αμυντικους μηχανισμους".

Το ζητουμενο της ψυχαναλυσης παραμενει ο,τι ο Freud αποκαλει "βασικο κανονα". Ο αναλυομενος, γραφει ο Freud,
"δεν πρεπει να μας ανακοινωνει μονο αυτα που λεει σκοπιμα και προθυμα [...] αλλα και ο,τι αλλο του παρεχει η αυτοπαρατηρηση του, ο,τι του ερχεται στον νου, ακομη και αν του ειναι δυσαρεστο να το πει, ακομη και αν του φαινεται ασημαντο η ακομα κι ανοητο. Εφοσον μ’ αυτην την οδηγια μπορεσει και αποκλεισει την αυτολογοκρισια του, μας παρεχει [...] σκεψεις, ιδεες, μνημες [...]"

Ο "βασικος κανονας" δεν μπορει πλεον να τιθεται ως "βαση", ως κανονας συμπεριφορας του πελατη στην ωρα της ψυχαναλυσης. Τωρα χρειαζεται να εννοηθει διαφορετικα. Θα δουμε αργοτερα πως.

(Ας ακουσουμε αυτο το οποιο συνιστα τον "αναλυομενο" ως αναλυομενο στη λεξη "πελατης", και αυτην στην χθονια συγγενεια της με το ΠΕΛΑΖΩ, πλησιαζω. Ο πελατης του ψυχαναλυτη ειναι ο πλησιον, αυτος που τον πλησιαζει, και πλησιαζοντας τον πλησιαζει τον εαυτο του.)

Περαν αυτου τα λογια του Freud, σημερα, στο τελος της Μεταφυσικης, μας λεγουν οτι ο ανθρωπος ως επι το πλειστον, και διχως να το γνωριζει, κινειται στους μεταφυσικους ορους του cogito, καθως ο "σκοπος" του, δηλαδη εκεινο που συνιστα την αρχη για τα λογια και για τα εργα του, ειναι ο,τι αυτος ο ιδιος θεωρει σκοπιμο, ειναι τελικα το ιδιο το συνειδητα και υποσυνειδητα εκφραζομενο subjectum με τις αναγκες και τις επιθυμιες του, το εγω ως υποκειμενο.

Ο ανθρωπος της Μεταφυσικης εχει προτιμησεις, αξιολογει, επιλεγει, εμπλεκεται σε αμφιθυμιες, διλημματα και συγκρουσεις. Η "αυτολογοκρισια" του δεν αφορα απλως προσωπικες του αναστολες αλλα καθοριζεται απο τις επιταγες μιας καποιας ρητης η αρρητης μεταφυσικης κοσμοθεωριας οπου αλλα επιδιωκονται και επιτρεπονται και αλλα αποφευγονται και απαγορευονται, αλλα ειναι ευνοϊκα και ευπροσδεκτα και αλλα απειλητικα και απορριπτεα, αναλογα με τις εκαστοτε υιοθετουμενες αρχες και αξιες.

Ο "βασικος κανονας" της ψυχαναλυσης, ακουομενος σημερα, καλει τον ακομα μεταφυσικα κινουμενο ανθρωπο να λυθει απο μια τετοια "αυτολογοκρισια", και τουτο θα πει τωρα: να αναλαβει το τελος της Μεταφυσικης και να γινει ο ανθρωπος ο οποιος ειναι, στην εποχη του.

Το τελος της Μεταφυσικης ειναι παλι που αφηνει χωρο και σημαινει την ωρα, που καλει σε μια σταση οπως αυτην του ψυχαναλυτη. Διοτι μονο σημερα ειναι νοητος, και χρειαζεται, ενας συνομιλητης που δεν συμβουλευει και δεν κατευθυνει, και τουτο οχι απλως χαριν της μεθοδου αλλα διοτι σημερα δεν δινεται αληθινα καμια οδηγος ιδεα η οποια θα υπειχε θεση αρχης. Ο ψυχαναλυτης ειναι ενας ο οποιος, στη συνομιλια που ειθισται να λεγεται "ψυχαναλυση", δεν εχει να πει, μ’ αυτην την εννοια, τιποτα, και γι’ αυτο ειναι τελικα που ως επι το πλειστον σωπαινει.

Και ο "βασικος κανονας" δεν μπορει να εννοειται πλεον στον τροπο της Μεταφυσικης. Στον ψυχαναλυτη δεν ειναι δυνατον να θετει βασεις και κανονες. Το μονο που εχει να πει στον πελατη ειναι πως ειναι ελευθερος να λεει ο,τι ερχεται στον νου του. "Το μονο", λεω, ομως τουτο ειναι πολυ. Προϋποθετει την ανοικτοτητα του ψυχαναλυτη ν' ακουει ο,τι ερχεται απο τον πελατη. Και τουτο θα πει: να σωπαινει, ειλικρινα και ολοψυχα, ακομα και οταν μιλα.

Ακουω τις τελευταιες παραγραφους και θυμαμαι μια γνωριμη αισθηση δυσφοριας: Αυτη ειναι λοιπον η ψυχαναλυση που επιζητει να γινει συγχρονη; Καταλυση των παντων κι εγκαταλειψη σε μια βουβη κενοτητα; Δεν εισβαλλει εδω ο "ευρωπαϊκος μηδενισμος", οπως τον εξαγγελλει ο Nietzsche;:
"[...] οι υπερτατες αξιες χανουν την αξια τους. Λειπει ο σκοπος• λειπει η απαντηση στο 'γιατι;'"

Ομως για κεινον που αντεχει την αποσυρση του "γιατι;" και παραμενει στο τελος της Μεταφυσικης και υπομενει το πενθος του τελους της, στον εκαστοτε τροπο με τον οποιο τον αφορα, το αγχωδες και το ασφυκτικο με τον καιρο χανονται. Οχι επειδη ερχεται κατι αλλο. Αυτο που, στην δικη μου εμπειρια, ερχεται, ειναι περισσοτερο μια ησυχη, στον εαυτο της αρκουμενη απορια, στο φως της οποιας το καθε τι, μαζι κι ο ιδιος ο απορων, δειχνεται σαν ενα απο την πιεση μιας απαντησης ελευθερο ερωτηματικο.

Ο κοσμος, μια απορια. Με τον καιρο η απορια αρχιζει να μιλαει, και ο λογος της ακουγεται ευκρινεστερα. Αφηγειται την χωρις φοβο και παθος παραιτηση απο τα "πως;", απο τα "γιατι;", απο τα "προς τι;" της μεταφυσικης παραδοσης, κι ελευθερωνει τον νου για την παραμονη στο "οτι", οτι τα πραγματα ειναι, οπως ειναι.

Εδω τωρα η απορια βλεπει να εχει βρεθει στα ιχνη μιας αλλης παραδοσης, απο την οποια μνημονευονται δυο σταθμοι. Ο πιο κοντινος ειναι ενας λογος του Martin Heidegger:
"Το ερωτημα ειναι η ευλαβικοτητα της νοησης."

Ο πιο μακρινος ειναι ο λογος μιας θεας λεει στον Παρμενιδη:
ΩΣ ΕΣΤΙΝ
"οτι ειναι".

Η απορια δεν αποφευγει το κυριαρχο, μετα τη Μεταφυσικη, πνευμα της εποχης μας, την τεχνικη. Σ’ αυτην οφειλεται, κι ετσι την φερνει παντα μαζι της. Συγχρονως δεν ανηκει στην τεχνικη, καθως μια τετοια απορια που δεν επιζητει τιποτα ειναι ισως το μονο το οποιο η τεχνικη δεν γνωριζει, και δεν μπορει να γνωριζει.

Ετσι, παραμενοντας στην τεχνικη χωρις ν' ανηκει σ’ αυτην, η απορια συνομιλει με την τεχνικη, και η συνομιλια τους ειναι αυτο τουτο το απορουμενο. Συναμα η ιδια η τεχνικη μεταβαλλεται: Χανει το απολυτο της κυριαρχιας της, συναντα τα ορια της.

Ομως η λεξη με την οποια στην απορια τα ορια λεγονται καθαρα και προβαλλουν σαν τετοια, δεν ειναι κατι εναλλακτικο της τεχνικης. Ειναι το οχι απεναντι στην αξιωση της ανευ ορων επιβολης της.

Τωρα η σιωπη του ψυχαναλυτη αποκτα μια αλλη διασταση. Ο ψυχαναλυτης ανηκει σ’ αυτους οι οποιοι, σημερα, καλουνται να διαφυλαξουν τα ορια. Ο ψυχαναλυτης, με την τεχνη του, με τη σιωπη του και με τη φωνη του, λεει "οχι". Ο πελατης, στις απαντησεις στα "γιατι;" "πως;" που εδωσε, η γυρευει να δωσει η περιμενει απο τον ψυχαναλυτη του, βρισκεται αντιμετωπος μ' ενα "οχι!". Με το καιρο το αναλαμβανει, με την παραιτηση και με το πενθος. Ας το δουμε προσεκτικοτερα:

- Στην τεχνικη το κυριαρχο μελημα ειναι η ομοιοσταση, η ισορροπια. Επιτασσει τον ελεγχο, την διαχειριση, την διασφαλιση ως τον τροπο με τον οποιο αντιμετωπιζεται και υπολογιζεται το πραγματικο. Αυτος ο τροπος καθοριζει ως επι το πλειστον τη σχεση του πελατη με τον κοσμο και με τον εαυτο του.

Ομως το καλεσμα του "βασικου κανονα", οταν ο ψυχαναλυτης τον εννοει αληθινα, εκπτυσσει απο μονο του μια τετοια δυναμη που επιβαλλει στον πελατη την παραιτηση απο τον ελεγχο και τη "λογοκρισια" και τον καθιστα ανιδιοτελη και προθυμο για ο,τι ερχεται. Ο πελατης υπακουει στην αναγκη να εμπειραθει τα πραγματα και τον εαυτο του οπως ειναι, και οχι οπως θεωρει οτι ειναι, οπως πιστευει οτι πρεπει να ειναι, οπως φοβαται πως ειναι κλπ..

- Στην τεχνικη τιποτα δεν αλλαζει ουσιαστικα καθοσον τα παντα, ακομα και το "χαος", ειναι στρατευμενα στους κυκλους των συστηματων της και σε ο,τι ο Nietzsche προφητικα ονομασε "αεναη επανοδο του ομοιου".

"Τιποτα δεν αλλαζει". Ειναι πλεον κοινη πεποιθηση. Ναι, τιποτα δεν αλλαζει οταν τα παντα ειναι μεταξυ τους "δικτυωμενα" και διαχεονται στις συσχετισεις στις οποιες εχουν εγκλωβιστει. Στην ψυχαναλυση αυτο ειναι γνωριμο στη μορφη των λεγομενων "συνειρμων" και σε ο,τι ο Freud oνομαζει "ντετερμινισμο της ψυχικης ζωης".

Και ομως
"το ροδο ειναι διχως γιατι• ανθιζει επειδη ανθιζει"
γραφει ο Angelus Silesius. Eαν παραμεινουμε σ’ αυτο που βλεπουν τα ματια μας και το αφησουμε ελευθερο απο παρεμβασεις αλλοτριες, θ' αναγνωρισουμε οτι ενα ονειρο, μια εκλαμψη, μια διαθεση ερχονται επειδη ερχονται, και μενουν στον τοπο και στον χρονο τους. Και δεν τιθεται πλεον θεμα αλλαγης διοτι το καθε τι ειναι μοναδικο και τιποτα δεν συγκρινεται με τιποτα.

Αυτο το ανοιγμα μπορει να συμβει στον πελατη εφοσον ο ψυχαναλυτης, με την τεχνη του παντα, αρνηθει να συμμετασχει στις αποπειρες του να συνδεει, να καταλαβαινει, να ερμηνευει. Οι αποπειρες αυτες παλι και παλι πεφτουν στο κενο. Ετσι με τον καιρο ο πελατης μπορει να οδηγηθει στην παραιτηση απο την δικη του επεμβαση σε ο,τι ερχεται. Και τοτε τα πραγματα, ενα ποτηρι κρασι, μια θωπεια, ενας θανατος, μιλουν τα ιδια, το μιλημα τους εισακουεται, εμφανιζονται μ' εναν πλουτο πρωτογνωρο.

- Η τεχνικη φερνει την καταλυση της διαστασης του χρονου. Η μνημη ειναι γι’ αυτην πληροφοριες αποθηκευμενες και ανακλησιμες. Το επερχομενο εχει ηδη προβλεφθει ως προβολη του παροντος στο μελλον. Η τεχνικη ειναι ως προς τον χρονο α-διαστατη.

Ομως αυτο ειναι που συμβαινει συνηθως με τους ανθρωπους, στον τροπο με τον οποιο εννοουν τον εαυτο τους: Ειναι κλειστοι για το παρελθον τους, καθως αυτο εξακολουθει λιγοτερο η περισσοτερο φανερα να καθοριζει τις αναφορες τους. Και ειναι κλειστοι για το μελλον τους οσο ζουν στις προσμονες και στις φαντασιωσεις τους σαν να ηταν επικαιρες.

Ο ψυχαναλυτης, με τον τροπο του, καλει τον πελατη να ερθει σε διασταση με αυτο που ηταν, αναγνωριζοντας το ως το "οχι πια", και με αυτο που θα ειναι, αναγνωριζοντας το ως το "οχι ακομη". Αυτη η διασταση, στην οποια ερχεται ο ανθρωπος με τα πραγματα που τον αφορουν, ειναι το ομολογο της διαστασης του χρονου. Παρεχει το ανοιγμα, χαρη στο οποιο το καθε τι ειναι, στον καιρο του.

- Η τεχνικη φερνει την καταλυση της διαστασης του χωρου. Με το τηλεφωνο, την τηλεοραση και το internet, με το αυτοκινητο, το αεροπλανο και το διαστημοπλοιο εγγυτητα και μακροτητα διαχεονται στο αδιαφοροποιητο.

Στην ψυχαναλυση, με τις αυστηρα καθορισμενες ωρες και ημερες των συναντησεων, δηλωνονται τα ορια, εισαγεται μια διασταση η οποια με τον καιρο επιτρεπει στον πελατη την διαφοροποιηση του τι θα πει "κοντα" και του τι θα πει "μακρια", και του εφιστα την προσοχη στους αντιστοιχους τροπους με τους οποιους ανθρωποι και πραγματα ειναι γι’ αυτον, το καθενα στον τοπο του, αμετακινητο.

- Στην τεχνικη ο ανθρωπος εννοει τον εαυτο του μεσα απο τη συστρατευση του στο συστημα. Ειναι αντρας και γυναικα, παντρεμενος κι ανυπαντρος, εργαζομενος και συνταξιουχος, παραγωγος και καταναλωτης, λαϊκος και διανοουμενος. Ανηκει στο συστημα, και μεσα απο αυτο του παρεχονται δικαιωματα και του επιβαλλονται υποχρεωσεις. Η μαζικη ενημερωση υπαγορευει τον τροπο της λεγομενης "επικοινωνιας" με τους αλλους. Πιο σωστα θα λεγαμε οτι δεν υπαρχει καν "αλλος": Το ουσιαστικα αλλο ειναι αδιανοητο.

Ο πελατης, στην αρχη, και για μεγαλο διαστημα, εμπειραται τον ψυχαναλυτη του κατα εναν τετοιο αδιαφοροποιητο τροπο: Του αποτεινεται, ομως δεν μιλα μονο σ’ αυτον αλλα και σε καποιον αλλο, κοντινο και μακρινο του ανθρωπο, μιλα ακομα στον μαζικο ανθρωπο, ως τον οποιο καταλαβαινει και τον ιδιο τον εαυτο του.

Το οτι ο ψυχαναλυτης δεν εχει να πει τιποτα, το οτι παντου εδω σωπαινει ειλικρινα, δηλαδη δεν προσφερει καμια απαντηση η οποια θα επικυρωνε η θα αντεκρουε μια τετοια παρασταση του, ειναι που οδηγει τον πελατη παλι και παλι επανω σ’ εναν τοιχο, μεχρις οτου αυτος, μετα απο επανειλημμενες προσκρουσεις, αναγνωρισει τον ψυχαναλυτη ως αυτο το οποιο ειναι: ενα προθυμο ακουσμα, και τιποτ’ αλλο.

Ομως τοτε συγχρονως αναγνωριζει τον εαυτο του στην εκαστοτητα του, η οποια δεν ειναι η λεγομενη "ατομικοτητα" αλλα η μοναδικοτητα με την οποια του δινεται ο εαυτος του και η οποια, κατα τροπο παραδοξο κι αινιγματικο, οσο καθαροτερα εννοειται και αναλαμβανεται τοσο αληθινοτερα τον ανοιγει για τον κοινο κοσμο.

Σ' ολες τις παραπανω περιπτωσεις τα ορια δεν τιθενται απο τον ψυχαναλυτη κατα την δικη του προαιρεση. Σαν τετοια δεν θα 'χαν κανενα αληθινο κυρος. Τα ορια τιθενται απο τα ιδια τα πραγματα.

Οταν αυτα τα ορια γινονται ευδιακριτα και αποδεκτα, δεν συμβαινει κανενας περιορισμος. Αντιθετα διαγραφεται μια ΑΦΑΝΗΣ ΑΡΜΟΝΙΗ (Ηρακλειτος) η οποια αρρητα αρμοζει τα ΠΑΝΤΑ στο ΕΝ του κοσμου, κοσμωντας καποτε τα πραγματα μ' εναν απροσμενο και σχεδον αφατο πλουτο.

Ο τροπος με τον οποιο ο ανθρωπος ενεχεται στο ΕΝ ΠΑΝΤΑ ειναι η γλωσσα. Η υποδειξη αυτου του τροπου ερχεται απο τον Ηρακλειτο στο ιδιο αποσπασμα οπου λεγεται το ΕΝ ΠΑΝΤΑ και το οποιο αρχιζει ως εξης:
ΟΥΚ ΕΜΟΥ ΑΛΛΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΑΚΟΥΣΑΝΤΑΣ ΟΜΟΛΟΓΕΙΝ [...]

Η θεραπευτικη συνομιλια, διαφυλασσοντας τα ορια με την εννοια που αναφερθηκε, με τον καιρο επιτρεπει στον πελατη ν' ανοιξει για τα πραγματα που τον αφορουν, ετσι ωστε επιτελους να τα "ομολογησει", οτι ειναι, οπως ειναι.

Τωρα η γλωσσα του δεν μπορει πλεον να παραμενει ενας κωδικας σημαινοντων, διοτι ακριβως στην πραξη αυτης της συνομιλιας, τις ωρες που ευτυχει να ειναι αληθινη συνομιλια, η πραγματικοτητα καθαιρεται και τα πραγματα αναλαμπουν τα ιδια. Σ’ αυτες τις ωρες ο πελατης συν-ομολογει τον εαυτο του: συλ-λεγεται (αυτο θα πει στους Προσωκρατικους ΛΕΓΩ, ΛΟΓΟΣ!) στην αναλαμπη των πραγματων κι ετσι γινεται συναμα αυτος ο ιδιος πραγματικος και αληθινος.

Ετσι και μονο ετσι βρισκουν τα πραγματα τον τοπο τους και η ψυχη του τη γαληνη της.

Η θεραπευτικη συνομιλια στο τελος της Μεταφυσικης, εννοημενη μεσα απο την ελληνικη νοηση, δεν ειναι "θεραπεια" με την εννοια διαχειρισης και λυσης των "προβληματων". Προχωρει παρακολουθωντας τον αποηχο εκεινων των δρομων οι οποιοι καποτε ονομαστηκαν ΟΔΟΙ ΔΙΖΗΣΙΟΣ (Παρμενιδης). Αγεται απο εκεινο το καλεσμα σε μια αναζητηση (ΔΙ-ΖΗΜΙ), με το οποιο και ο Ηρακλειτος συνοψιζει τον δικο του λογο:
ΕΔΙΖΗΣΑΜΗΝ ΕΜΕΩΥΤΟΝ
"αναζητησα τον εαυτο μου".

Η συνομιλια με τους παλαιους, που φαινεται ν' αρχιζει για πρωτη φορα στις μερες μας πραγματικα, δεν ειναι φυσικα αποκλειστικοτητα της ψυχαναλυσης. Ειναι σημαδι του ιδιου του καιρου μας, για τον οποιο ο Γιωργος Σεφερης γραφει:
"οι παλαιοι νεκροι ξεφυγαν απ’ τον κυκλο και αναστηθηκαν
και χαμογελανε μεσα σε μια παραξενη ησυχια."

PDF

Δρομοι του σωματος και ψυχη

 

Στη διαρκεια της θεραπειας μια γυναικα μιλα για κατι που αναγνωρισε στον εαυτο της. Μιλα καθαρα, με τον ησυχο και δυνατο παλμο που χαρακτηριζει την φωνη της αφυπνισης σε μια ενοραση. Διαπιστωνω πως αυτη η καθαροτητα της φωνης, ο παλμος της, διατρεχουν και το δικο μου σωμα. "Ναι, ετσι ειναι", θα μπορουσα να πω. Δεν υπαρχει καμια δυσκολια, κανενα σταματημα αναμεσα στη φωνη της και στο αυτι μου. Ακομα κι αν αυτα που μου λεει δεν τα ηξερα προηγουμενως, ειναι σαν να ημουν γι αυτα ευκαιρος, σαν τα περιμενα. Ολα ειναι αναλαφρα, η φωνη της και το ακουσμα μου, που θα πει τελικα: τα σωματα μας, συνεχονται αβιαστα. Ειναι μια αισθηση που δεν μου μαρτυρειται απλως απο το περιεχομενο των λεγομενων της αλλα και απο την εμπειρια του σωματος μου.

Ομως ποια ειναι η αισθηση που εχω; Τι σημαινει το "και" αναμεσα στο περιεχομενο των λεγομενων και τη συνοδο τους εμπειρια του σωματος; Υπαρχει το ονομα για τη συνεχεια σωματος και λογου, ετσι ωστε αυτη η αισθηση, ονομαζομενη, να αποκτα υποσταση και να γινεται πραγματικοτητα; Ας αφησουμε την ερωτηση καταρχην μετεωρη και ας στραφουμε στην προοδο της συνομιλιας.

Η πελατισσα μου προσθετει, τωρα με εναν τονο απογοητευσης και απελπισιας στη φωνη της:
- Αλλα βρισκομαι ετη φωτος μακρια απο τον εαυτο μου...

Εδω την χανω απο τ' αυτια μου. Η φωνη της ειναι σαν να μην φτανει μεχρι εμενα. Ακουω μονο λογια. Το σωμα μου μενει αμετοχο. Τι συμβαινει εδω; Οπου η συνεχεια λογου και σωματος χανεται; Αυτα που λεει, δεν τα εννοει. Της αντιτεινω λοιπον:
- Τα λετε αυτα, ομως καπου δεν τα αισθανομαι.
Μου απαντα, με φωνη σιγουρη και ζωντανη:
- Δεν σας πειθουν;
Τωρα μοιαζει να ξαναβρισκουμε ο ενας τον αλλον. Της απαντω:
- Οχι.
Αυτη:
- Και βεβαια. Οχι ετη φωτος, διπλα μου ειναι, ομως φοβαμαι να το παραδεχτω.

Δεν προκειται για καποιο ιδιαιτερο στιγμιοτυπο. Προκειται για τον τροπο με τον οποιο εργαζομαι. Οταν τα σημαδια του σωματος, του δικου μου και του πελατη μου, διακρινονται και ονομαζονται, τοτε, με τη συνομιλια μας, ειμαστε, ο ενας για τον αλλο, στη μοναδικη και ανεπαναληπτη πραγματικοτητα της στιγμης.

Και το ζητουμενο της ψυχοθεραπειας ειναι ακριβως αυτο: να συνομιλησουμε, που θα πει τωρα, να συνευρεθουμε στον κοινο κοσμο. Ομως η συνομιλια μας οδωνεται μεσα απο τους δρομους του σωματος.

Εχει λοιπον σημασια να προσεξουμε περισσοτερο πως δειχνεται το σωμα στην ανθρωπινη συναντηση, στην θεραπευτικη αλλα και σε καθε αλλη, και τι εννοουμε τελικα οταν μιλουμε για το σωμα, οπως προσιδιαζει στον ανθρωπο.

Το σωμα, οπως προσιδιαζει στον ανθρωπο ... Στην κυριαρχη νοοτροπια το ανθρωπινο σωμα παρασταινεται ως φυσικο σωμα, υποκειμενο στους φυσικους νομους. Το φυσικο σωμα ειναι η ισοπεδωτικη παρασταση στην οποια πετρα και φυτο και ζωο και ανθρωπος εξομοιωνονται στον ελαχιστο κοινο παρονομαστη τους. Ο γιατρος π.χ. μαθαινει τον ανθρωπο πρωτα στην ανατομικη ως φυσικο σωμα, ως πτωμα. Σ' αυτο επιπροστιθενται αργοτερα οι φυσιολογικες - βιολογικες - ψυχολογικες λειτουργιες και οι διαταραχες τους, ομως στην βαση ολων αυτων βρισκεται παντα ο ανθρωπος ως φυσικο σωμα, ως πτωμα.

Το οτι ο ανθρωπος υπαρχει εξαρχης και κατευθειαν ως ανθρωπος, και καταδεικνυεται στην ιδιαιτεροτητα του οχι επανω στο ανατομικο τραπεζι αλλα σ' αυτο που εδω προκαταβολικα ονομαστηκε "συνομιλια", μας επιτασσει να εννοησουμε το σωμα του ανθρωπου οχι γενικα κι αοριστα αλλα οπως αυτο δειχνεται οταν συνομιλουμε, η οταν αποτυγχανουμε να συνομιλησουμε.

Ας θυμηθουμε την εμπειρια μου απο το στιγμιοτυπο που αναφερθηκε. Ακουω τη γυναικα, την αντιλαμβανομαι με το σωμα μου που ανταποκρινεται στη φωνη και στα λογια της. Στην εμπειρια μου δεν συμβαινει πρωτα ενα ερεθισμα στο ακουστικο οργανο, που επιδρα στο ψυχικο οργανο, που επιδρα με τη σειρα του στο σωμα μου και προκαλει καποια, με την ευρεια εννοια της λεξης, "ψυχοσωματικη" αντιδραση. Την γυναικα την ακουω κατευθειαν με το σωμα μου ολο. Την γυναικα την ακουω ολος. Την βλεπω ολος, την εννοω ολος, της μιλω ολος. Ο Ξενοφανης, αναφερομενος στον θεο, λεει:
ΟΥΛΟΣ ΟΡΑΙ ΟΥΛΟΣ ΔΕ ΝΟΕΙ ΟΥΛΟΣ Τ' ΑΚΟΥΕΙ
Ισως αυτο καπως αφορα κι εμας τους θνητους, τον τροπο με τον οποιο, εστω σε λιγες, "θεϊκες" στιγμες, ακουμε, βλεπουμε, εννοουμε. Περισσοτερο οικειο μας ειναι ως χαρακτηριστικο ορισμενων μονο δραστηριοτητων, π.χ. στη μουσικη, οπου δεν ειναι τα δαχτυλα που παιζουν το πιανο, η φωνη που λεει το τραγουδι, αλλα το σωμα ολο, π.χ. στα αθληματα, οπου δεν ειναι το ποδι που κλωτσα τη μπαλα, το χερι που την πετα στο καλαθι, αλλα το σωμα ολο.

Αυτο το σωμα, το στον ανθρωπο ως ανθρωπο προσιδιαζον σωμα, ας το αποκαλεσουμε, προσωρινα, μεχρι να φθασουμε στο ονομα για το ολον λογου και σωματος, το ζωντανο σωμα. Ενα χαρακτηριστικο του γνωρισαμε ηδη: ο ανθρωπος σωματωνεται, παντα και εξαρχης, ΟΥΛΟΣ.

Ποια ειναι τα περατα στα οποια το "ολον" αυτης της σωματωσης διαγραφεται; Ο Martin Heidegger, σε ενα σεμιναριο για ψυχιατρους στη Ζυριχη τον Μαιο του 1965, λεει τα εξης:
"Στο εκαστοτε εδω, που ειμαι, το ζωντανο σωμα συμμετεχει παντα, ομως πως; Καθοριζεται το Εδω, που ειμαι, απο τον ογκο του φυσικου μου σωματος; Συμπιπτουν τα περατα του φυσικου και του ζωντανου μου σωματος; Κανεις μπορει το ζωντανο σωμα να το εκλαβει ως φυσικο σωμα. Καθομαι εδω στο τραπεζι και καταλαμβανω τον χωρο που περιβαλλεται απο την επιδερμιδα μου. Ομως τοτε δεν γινεται λογος για το εδω, που ειμαι, αλλα μονο για την θεση αυτου του φυσικου σωματος σ’ αυτο το σημειο. [...] Δειχνοντας με το δαχτυλο στο παραθυρο εκει περα, δεν τελειωνω στις ακρες των δακτυλων. Που ειναι λοιπον τα περατα του ζωντανου σωματος; [...] Τα περατα του ζωντανου σωματος ειναι ο οριζοντας [...] στον οποιο διαμενω. Γι’ αυτο και η περατωση του ζωντανου σωματος μεταβαλλεται συνεχως με τη μεταβολη της εμβελειας της διαμονης μου."

Εδω συναντουμε ενα αλλο χαρακτηριστικο του ζωντανου σωματος: Τα περατα του διαγραφονται απο τον οριζοντα των εκαστοτε αναφορων μου.
Ας επιχειρησουμε τωρα ν' αναγνωρισουμε το ετσι εννοουμενο σωμα, εδω και τωρα. Σας μιλω, ομως μιλω στο μικροφωνο. Το σωμα μου εκτεινεται εως το μηχανημα που εχω μπροστα μου. Τωρα αφηνω το μικροφωνο. Με τη φωνη μου, που τωρα μονο ακουτε πραγματικα, το σωμα μου εκτεινεται εως εσας, περατωνεται σ’ εσας. Με το ακουσμα σας, που δεχεται τη φωνη μου, το σωμα σας εκτεινεται εως εμενα, περατωνεται σ’ εμενα ... ,

Η συνομιλια, δεν ειναι κατι αλλο απο το σωμα, κατι το γλωσσικο-πνευματικο. Η συνομιλια ειναι η σωματωση του σωματος - του ζωντανου σωματος. Επειδη αυτο δεν μας ειναι οικειο, καθως ειμαστε βαθια ποτισμενοι απο τον πλατωνιστικο - χριστιανικο χωρισμο του κοσμου στο αισθητο και στο νοητο, με τις ποικιλες εκφανσεις τους, θα επιχειρησουμε να το προσεγγισουμε με μια αναφορα εξω απο τον κοσμο της Δυσης. Ο Ichiro Yamaguchi στο βιβλιο του "Ki als leibhaftige Vernunft" ["Το Ki ως σωματικο λογικο"] γραφει:
"Ο ιαπωνας σκηνοθετης του θεατρου Toshiharu Takeuchi ανεπτυξε μια ασκηση γι' αυτο στο οποιο εγκειται καθε συνομιλια, οτι αποτεινεται καποιος σε καποιον. Σ' αυτην την ασκηση στεκονται δυο ανθρωποι αντικριστα. Ο Α αποτεινεται τον Β με μια συντομη φραση, π.χ. "Παμε στην καφετερια;", η: "Σημερα εισαι στις ομορφιες σου." Κατοπιν ο Β του γυριζει την πλατη, και ο Α αποτεινεται στην πλατη του Β. Οταν ο Β νοιωσει πως ο Α πραγματι του αποτεινεται, γυριζει και απαντα. Στην αρχη πολλοι δεν παρατηρουν τιποτα ιδιαιτερο, απλως γυριζουν και απαντουν. Ο δασκαλος, τους προτεινει ν’ ακουσουν τον Α να τους αποτεινεται ακομα μια φορα και να προσεξουν καλα, εαν πραγματι ο Α τους αποτεινεται. Και τοτε σιγα-σιγα οι μαθητευομενοι δειχνουν απορημενοι και δηλωνουν διαφορα, οπως:
- Μοιαζει σαν ο Α να μην αποτεινεται σ' εμενα αλλα καποιον διπλα μου. - Ο Α αποταθηκε σε καποιον που βρισκεται δυο-τρια βηματα πισω μου. - Ο Α αποταθηκε σε καποιον πανω και περα απ' το κεφαλι μου. - Η φωνη του Α δεν φτανει μεχρι εμενα. - Μου φανηκε πως ο Α μου αποταθηκε, μα δεν ειμαι τελειως σιγουρος.
Η ακομα, μεταξυ αλλων: - Η φωνη του Α αγγιξε την πλατη μου. - Αγγιξε το αυτι μου και πεταξε περα. - Γλιστρησε πανω στην πλατη μου. - Τωρα η φωνη του Α με χτυπησε δυνατα.
Κι εκεινοι που συμμετεχουν στην ασκηση ως παρατηρητες, παρατηρουν πως σιγα-σιγα μπορουν να βλεπουν τα ιχνη της φωνης. Αυτα πολλες φορες διαγραφουν μια καμπυλη και πεφτουν κατω. Διασπωνται σε διαφορες κατευθυνσεις. Πετυχαινουν τον στοχο και πετουν περα, προς τα εξω."

Στο θεραπευτικο μας στιγμιοτυπο, στην αρχη, η φωνη της πελατισσας μου με βρισκει κατευθειαν, με συγκινει, με συν-κινει. Κατοπιν, στην συνεχεια, οταν μιλα για τα δηθεν "ετη φωτος" που την χωριζουν απο τον εαυτο της, παραπλανα τον εαυτο της κι εμενα, και την φωνη της την χανω. Ξαναβρισκομαστε, οταν αυτην την πλανη την αναγνωριζουμε.

Η ασκηση οπου ο ενας αποτεινεται στον αλλο μας βοηθα ακομα να εννοησουμε επαρκεστερα το φαινομενο το οποιο στην ψυχοθεραπεια καθιερωθηκε να λεγεται "μεταβιβαση". Ο ορος δεν αποδιδει αυτο που συμβαινει. Ο πελατης μας δεν μας μεταβιβαζει τιποτε. Ομως πολλες φορες, οταν μας αποτεινεται, η φωνη του δεν αποτεινεται σ' εμας αλλα σε καποιον αλλο, διπλα μας, πισω μας, περα μακρια. Ποιον; Η ψυχοθεραπεια καλειται να τον φανερωσει, και να καταδειξει την συγχυση και την πλανη του, εφοσον δεν γνωριζει σε ποιον πραγματικα αποτεινεται.

Κι ακομα εμεις, ως θεραπευτες, χρειαζεται ν' αναρωτιομαστε και να ελεγχουμε: Οταν μιλουμε στον πελατη μας, αποτεινομαστε πραγματι σ' αυτον, και μονο σ' αυτον; Και μπορουμε ν' αναρωτηθουμε γενικοτερα: Οταν οι ανθρωποι μιλουν μεταξυ τους, μιλουν πραγματι σ' αυτον στον οποιον καθε φορα αποτεινονται;

Η προηγουμενη παρατηρηση μου για το ζητουμενο της ψυχοθεραπειας γινεται τωρα σαφεστερη: Προσβλεπω σ’ εκεινη την συνομιλια οπου ο ενας θα μιλησει στον αλλο, και μονο σ’ αυτον, ο ενας θ’ ακουσει τον αλλο, και μονο αυτον.

Εδω θα ειχαν ακομη να ειπωθουν πολλα σχετικα. Ας μεινουμε στο οτι η συνομιλια, αυτο το στην εποχη μας της απολυτης επικοινωνιας τοσο σπανιο, ειναι φωνη: απτη, καθαρη φωνη.

Η φωνη ειναι πνοη, εκπνεομενος αερας. Η φωνη επιτελειται με την αναπνοη. Και η αναπνοη; Την γνωριζουμε, την αναπνοη; Οχι οπωσδηποτε. Την παρασταινουμε ως λειτουργια του οργανισμου, ομως αυτο ειναι η αναπνοη του φυσικου σωματος, δεν ειναι η αναπνοη του ζωντανου σωματος.

Τι θα πει λοιπον, "αναπνεω"; Θα χρειαστει να ξεκινησουμε απο την αρχη, απο τους Αρχαιους. Κι επειδη οι Αρχαιοι ο,τι ελεγαν το εννοουσαν, θα ξεκινησουμε απο την ιδια τη λεξη. ΑΝΑ-ΠΝΕΩ. Τι θα πει αυτο; Δεν θα πει "πνεω ξανα"; Και απο που ερχεται αυτο το "ξανα"; Ποια ειναι η πρωτη πνοη, την οποια ο ανθρωπος ανα-πνεει; Μας το λεγουν οι μαθητες του Πυθαγορα και του Ορφεα, οι Προσωκρατικοι νοητες.

Η πρωτη πνοη, την οποια ο ανθρωπος ανα-πνεει, ειναι - η πνοη του ανεμου.

"Πνεω", στην αρχαια μας γλωσσα, θα πει ΨΥΧΩ. Η πνοη, την οποια ο ανθρωπος ανα-πνεει, η πνοη που του χαριζει την φωνη, του χαριζει το σωμα του και τον λογο του, λεγεται ΨΥΧΗ. Οι Ορφικοι, γραφει ο Αριστοτελης, λεγουν
ΤΗΝ ΨΥΧΗΝ ΕΚ ΤΟΥ ΟΛΟΥ ΕΙΣΙΕΝΑΙ ΑΝΑΠΝΕΟΝΤΩΝ ΦΕΡΟΜΕΝΗΝ ΥΠΟ ΤΩΝ ΑΝΕΜΩΝ

Η ΨΥΧΗ ονομαζει την ανα-πνεομενη πνοη των ανεμων. Η πνοη της ΨΥΧΗΣ φανερωνεται ως το ζητουμενο ονομα στο οποιο σωμα και λογος περισυλλεγονται στην συνεχεια τους. Το σωμα, το ζωντανο σωμα, ειναι ΨΥΧΗ. Ο λογος ειναι ΨΥΧΗ.

Και τι ειναι η ΨΥΧΗ; Ο Σεξτος ο Εμπειρικος, ενας ιατρος που εζησε τον 2ο αιωνα μ.Χ., γραφει πως για τον Πυθαγορα και τον Εμπεδοκλη υπαρχει
ΕΝ [...] ΠΝΕΥΜΑ ΤΟ ΔΙΑ ΠΑΝΤΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΔΙΗΚΟΝ ΨΥΧΗΣ ΤΡΟΠΟΝ [...],
ενα πνευμα, μια πνοη, που διαπερνα τον κοσμο με τον τροπο της ΨΥΧΗΣ.

Η ΨΥΧΗ δεν ειναι ενα κατι, ειναι τροπος. Ειναι ο τροπος με τον οποιο ο ανθρωπος ουσιωνεται - ανα-πνεοντας την πνοη των ανεμων. Και ποιος ειναι ο τροπος της ΨΥΧΗΣ; Ποια ειναι η σχεση αναμεσα στην πνοη των ανεμων και στην ανα-πνοη των ανθρωπων;

Η Αντιγονη, οταν οδηγειται στη σπηλια που μελλεται να γινει ταφος της, επιμενει να καταφερεται εναντιον του Κρεοντα και να θρηνει τον αδελφο της τον Πολυνεικη. Αμεσως μετα λεει ο χορος:
ΕΤΙ ΤΩΝ ΑΥΤΩΝ ΑΝΕΜΩΝ ΑΥΤΑΙ
ΨΥΧΗΣ ΡΙΠΑΙ ΤΗΝΔΕ Γ' ΕΧΟΥΣΙΝ
ΤΩΝ ΑΥΤΩΝ ΑΝΕΜΩΝ ΑΥΤΑΙ / ΨΥΧΗΣ ΡΙΠΑΙ ... Που αναφερονται οι "ριπες"; Στους ανεμους; Στην ψυχη; Η μηπως και στα δυο; Το ασμα του χορου το λεει καθαρα: ΑΝΕΜΟΣ και ΨΥΧΗ συμπνεουν.

Τουτο μας βοηθα να υποψιαστουμε κι εμεις οτι πρωταρχικα ο ανεμος δεν υπαρχει σαν κατι αλλο απο τον ανθρωπο. Συνηθως παρασταινουμε τον ανεμο ως καιρικο φαινομενο το οποιο δεν μας αφορα αναγκαστικα και απαραιτητα. Τοτε βεβαια μας ειναι αδυνατο να καταλαβουμε για ποιους ανεμους προκειται στο χορικο που αναφερθηκε, και λεμε οτι ο Σοφοκλης μιλα "μεταφορικα". Ομως πρωταρχικα ο ανεμος ΕΧΕΙ τον ανθρωπο. ΤΗΝΔΕ ΕΧΟΥΣΙΝ, αδει ο χορος. Ο ανεμος κατεχει τον ανθρωπο. Τον κατεχει, καθοτι παρεχει στον ανθρωπο την ΨΥΧΗ, παρεχει την πνοη που αυτος ανα-πνεει.

Πως πρεπει να εννοησουμε αυτην την αναπνοη; Ας αναλογιστουμε μια αλλη αρχαια λεξη, το ΦΡΟΝΕΙΝ. Η λεξη ερχεται απο το ΦΡΗΝ, το οποιο γνωριζουμε ως το διαφραγμα. Η ΦΡΗΝ ειναι η εδρα της αναπνοης. Εδω συμβαινει η αναπνοη, και μαλιστα η λεγομενη "διαφραγματικη αναπνοη".

Οταν κανεις ειναι χαλαρος κι ελευθερος, οταν κανεις βρισκεται στο ΦΡΟΝΕΙΝ, αναπνεει με το διαφραγμα. Οπου και οποτε καλειται ν' ανταποκριθει σ' ενα καλεσμα, δηλαδη καθε στιγμη και σε καθε περισταση, θ' ανταποκριθει επαρκεστερα οταν παραιτηθει απο καθε δικη του προσπαθεια, απο καθε ενταση και σφιξιμο, και αφεθει στον παλμο των ΦΡΕΝΩΝ του.

Ειναι περισσοτερο γνωστο στην υποκριτικη, στο ασμα, στη μουσικη, στον χορο, αλλα μας αφορα παντοτε. Μια τετοια παραιτηση απο αυτοβουλα εργα και λογια, και μια τετοια επαφεση ειναι ακομα αναγκαια προπαντων σε ωρες δοκιμασιας, σε ωρες οδυνης και πονου. Το γνωριζουν καλα οι διαφορες μεθοδοι ανωδυνου τοκετου, μεθοδοι αντιμετωπισης του αγχους, μεθοδοι «χαλαρωσης». Μονο που συνηθως το γνωριζουν ως τεχνικο χειρισμο και αγνοουν το ουσιακο του θεμελιο, πως η ΦΡΗΝ ειναι ουτως ειπειν το οργανο της κατοικησης της ψυχης του ανθρωπου επανω σ' αυτην τη γη, πως ολα, οταν γινονται καλα, φερονται απο μια ανασα βαθια, ελευθερη και απεραντη.

Ο αγχωδης, ο σφιγμενος, αυτος που προσπαθει να κρατησει τον εαυτο του στα χερια του, να τον ελεγξει και να τον κατευθυνει, αναπνεει και μιλα με τα απ' αυτον περισσοτερο ελεγχομενα μερη, με την «θωρακικη» και με την «κλειδικη» αναπνοη. Η ανασα του ειναι κοντη και περιορισμενη, η φωνη του ψιλη και ρηχη, η ψυχη του μικρη και στενοχωρη.

Πριν απο χρονια ελεγα σ' ενα σεμιναριο:
"Οταν η αναπνοη αφεθει να ειναι αναπνοη, τοτε, ελευθερη απο την χρηστικοτητα και την λειτουργικοτητα, αποκτα μια διασταση, αν μπορουσε να πει κανεις, δαιμονικη. Δεν ειναι ο ανθρωπος αυτος που "εισπνεει" και "εκπνεει".
Οταν εισπνοη κι εκπνοη λυθουν απο την ανθρωποκεντρικη-οργανισμικη οπτικη, φανερωνονται ν' ανηκουν σ' εκεινο το ασυλληπτο συμβαν οπου αυτες δεν ειναι αλλο απο μια: πνοη. Και ο ανθρωπος ειναι ανθρωπος καθοσον δια-πνεεται απ' αυτην την πνοη, ειναι αυτη η πνοη.
Οι ΠΝΕΟΝΤΕΣ, ετσι ονομαζονται στον Σοφοκλη οι ανθρωποι."

Ο Yamaguchi αναφερει τα λογια ενος μαθητη του ιαπωνα δασκαλου της τοξοβολιας Kenzo Abe:
"Εμαθα να χανομαι στην ανασα τοσο ξεγνοιαστα που καποιες φορες ειχα την αισθηση πως δεν αναπνεω εγω αλλα, οσο παραξενο και ν’ ακουγεται, πως αναπνεομαι."

Ο εκφρων και ο παραφρων ειναι οπως ειναι μεσα απο τις ΦΡΕΝΕΣ του, που θα πει τωρα: μεσα απο την ανασα τους. Ας αρκεστουμε σ’ αυτην την παρατηρηση, οτι η αναπνοη σημαινει τον ανθρωπο, στην φρονηση και στην παραφροσυνη του. Η αναπνοη σημαινει τον ανθρωπο ολο.

Η φωνη ειναι αναπνοη, πνοη λοιπον, και κατευθυνεται σ' αυτο στο οποιο αποτεινεται. Γι’ αυτο στην ασκηση της αποτασης μπορει και ακολουθει τροχιες διαφορες. Στο θεραπευτικο στιγμιοτυπο που ανεφερα, η φωνη της πελατισσας μου αλλοτε με διαπνεει, αλλοτε δεν με φθανει καν, η με προσπερνα. Ισως η εμβελεια του ζωντανου σωματος, το οποιο συναντησαμε στο σεμιναριο του Heidegger, να ειναι τελικα η εμβελεια της πνοης του ανθρωπου, η εμβελεια της ΨΥΧΗΣ του. Μπορουμε να ειμαστε μεγαλοψυχοι, αλλα και μικροψυχοι.

Ενα ιχνος της ΨΥΧΗΣ των Αρχαιων διακρινουμε σε ο,τι εμεις αποκαλουμε "πνοη". Μια πνοη απλωνεται παντα στο διαυγες μεταξυ ουρανου και γης. Γι’ αυτο η ΨΥΧΗ αποδιδεται με τη μορφη πουλιων. Γι’ αυτο στον Ομηρο οι φωνες των ομιλουντων λεγουν ΕΠΕΑ ΠΤΕΡΟΕΝΤΑ.

Ο τοπος της πνοης, το Διαυγες, χαρακτηριζεται απο το οτι, στην πλερια του ανοικτοτητα, δεν γνωριζει εμποδια, δεν ανεχεται περατα. Ισως ετσι μπορουμε ν’ ακουσουμε τον λογο του Ηρακλειτου:
ΨΥΧΗΣ ΠΕΙΡΑΤΑ [...] ΟΥΚ ΑΝ ΕΞΕΥΡΟΙΟ.
Η ΨΥΧΗ δεν εχει περατα, ειναι α-πειρη. Και το ΑΠΕΙΡΟΝ, διαβαζουμε στον Αναξιμανδρο, ειναι
ΑΡΧΗ ΤΩΝ ΟΝΤΩΝ.
Η ΨΥΧΗ ειναι ονομα της αρχης μας, ενα πρωταρχικο ονομα του ανθρωπου.

Αυτην την ΨΥΧΗ, ο ανθρωπος δεν την εχει αυτονοητα. Συνηθως ζουμε μετ’ εμποδιων: επιτελουμε χωρισμους, και συνδεσεις των χωρισμενων, βρισκομαστε μπλεγμενοι σε αντιθεσεις οπου ενστερνιζομαστε το ενα και αμυνομαστε απεναντι στο αλλο, μονοπλευροι και μονοχνωτοι. Ομως ο ανθρωπος ποτε δεν μπορει πραγματικα να παραμεινει στην μια πλευρα. Η αλλη, καπως, καπου, καποτε, θα ερθει να τον βρει. Και τον βρισκει παντα απροετοιμαστο, και τον ριχνει στην συγχυση και στην πλανη: στο αγχος, στην ενοχη, στο παραληρημα, με μια λεξη, στην παραφροσυνη.

Ο μονοχνωτος δεν ΦΡΟΝΕΙ, δεν αναπνεει ολος, δηλαδη μεσα απο τις ΦΡΕΝΕΣ, αναπνεει περιορισμενα, με την λεγομενη «θωρακικη» και «κλειδικη» αναπνοη. Η ανασα του ειναι ρηχη, το σωμα του ταραγμενο, η φωνη του ψιλη, η πνοη του αδυναμη, η ψυχη του μικρη και στενοχωρη.

Ειναι η πνοη της ΨΥΧΗΣ, που τελικα διασπα καθε απο τον ανθρωπο νομιζομενο περας, καθε καταφυγιο και καθε φυλακη, και τον εξαποστελλει στο α-πειρο. Ο ανθρωπος ειναι εκτεθειμενος στα παντα. Μ’ αυτην την εννοια μπορουμε να ακουσουμε τον ορισμο του Αριστοτελη:
Η ΨΥΧΗ ΤΑ ΟΝΤΑ ΠΩΣ ΕΣΤΙΝ ΠΑΝΤΑ.
Η πνοη των ανεμων πνεει σε ολη της την πληροτητα σε μερη για τον ανθρωπο αφιλοξενα: στις κορφες των βουνων, μεσοπελαγα. Ειναι μερη
ΚΑΤΑ ΠΑΝΤ' ΑΣΤΗ,
δηλαδη μακρια απο το οικειο και συνηθες, ακουει ο Παρμενιδης μια θεα να του λεει.

Σ’ αυτα τα μερη, γραφει ο Οδυσσεας Ελυτης,
"θελει να τρως το ψαροκοκαλο και να πετας το ψαρι."

Και βεβαια μην ξεχναμε πως αυτες οι κορυφες και αυτο το μεσον του πελαγους δεν ειναι περα μακρια αλλα, με εναν λογο του Γιωργου Σεφερη,
"παντου μαζι μας."

Παρολαυτα, ισως ακριβως γι' αυτο, η ψυχη ειναι
"ενα ξενο επι γης,"
λεει ενας στιχος του αυστριακου ποιητη Georg Trakl.

Ο ανθρωπος χρειαζεται να μεριμνησει για την ψυχη, να την φροντισει, να την υπηρετησει. Μεριμνω, φροντιζω, υπηρετω, στην αρχαια μας γλωσσα θα πει ΘΕΡΑΠΕΥΩ. Η θεραπεια της ψυχης, η ψυχο-θεραπεια, προσβλεπει στα ΠΑΝΤΑ, δηλαδη, συμφωνα με τα προηγουμενα, στο ανοιγμα και την δεκτικοτητα ακομη και για ο,τι θεωρουνταν απαραδεκτο, κι επισης στο ανοιγμα και την δεκτικοτητα ακομη και για τη συγχυση και την πλανη, στην οποια καταρχην και κατα το πλειστον βρισκομαστε.

Η ψυχο-θεραπεια φροντιζει την παλιννοστηση της ψυχης επανω στη γη.

PDF

Donald W. Winnicott, ''Αποσπασμα απο μια Ψυχαναλυση''

Το κειμενο μελετηθηκε στο εκπαιδευτικο μου σεμιναριο το 1996. Στις υποσημειωσεις αναφερονται τα θεματα που συζητηθηκαν και σχολιαστηκαν.

Δημοσιευτηκε στο: Συγχρονες Ψυχοθεραπειες στην Ελλαδα, International University Press, Αθηνα 1999.

Εισαγωγη στα ονειρα


[Ομιλια στους φοιτητες Ψυχολογιας του New York College, τελη της δεκαετιας του '90.]

Καταρχην θα διαβασουμε μαζι ενα ονειρο που διηγειται ενας αντρας, για τον οποιο δεν εχουμε περισσοτερες πληροφοριες, σε εναν ψυχαναλυτη, τον Dr. Ζανε. Το ονειρο ειναι το εξης:

Ο Ασθενης Ενα Σαββατο πριν απο δυο-τρεις εβδομαδες ειχα αποφασισει να παω σ' ενα κουρειο να κοψω τα μαλλια μου. Ο κουρεας φλυαρουσε και φλυαρουσε και δεν ελεγε να σταματησει. Αυτο το σιχαινομαι στους κουρεις παρα πολυ. Ομως μετα απ' αυτο το κουρεμα αρχισα να βλεπω ενα ονειρο. Ειδα το ιδιο ονειρο τρεις φορες ηδη. Σ' αυτο το ονειρο υπαρχει παντα μια μεγαλη φαλακρη κηλιδα. Στην αρχη εχει το μεγεθος περιπου ενος φλιτζανιου. Ομως μετα γινεται ολο και μεγαλυτερη. Ωχ! ειναι σκατα. Τωρα συγχυζομαι και για κατι που δε νοιαζομουν στη ζωη μου ποτε.

Zane Mπορειτε να μου περιγραψετε το ονειρο καπως ακριβεστερα; Ακριβως οπως το ειδατε;

Ο Ασθενης Κοιταζω το ιδιο μου το κεφαλι απο πισω, κι εκει πισω υπαρχει κατι σε μεγεθος περιπου 12 εκατοστα διαμετρο κι ειναι φαλακρο, εκτος απο λιγοστες μεμονωμενες τριχες απλωμενες πανω απο το φαλακρο σημειο. Κατι τετοιο (γελα) το εχω δει σε πολλους νεους αντρες.

Zane Πως αισθανοσασταν στο ονειρο οταν το ειδατε αυτο;

Ο Ασθενης Φοβερα τρομαγμενος. Ξυπνησα. Απ' τον πανικο και μονο σχεδον θα 'χα πεσει απ' το παραθυρο, κρατιομουν απ' το σεντονι μου σφιχτα.

Τι σκεφτεστε οταν ακουτε αυτο το ονειρο;

[Λεγονται γνωμες οπως π.χ.: προκειται για ονειρο αγχους• στην πτωση των μαλλιων ο ασθενης αντιλαμβανεται οτι μεγαλωνει• ειναι φαλλικο ονειρο• κλπ.]

Ας δουμε τωρα τι λενε για το ονειρο 5 ειδικοι. Ειναι πεντε ψυχαναλυτες που κληθηκαν απο τον Zane να ερμηνευσουν το ονειρο:

Ψυχαναλυτης Α Γιατι ο Δρ Zane δεν υπεισερχεται περισσοτερο στην λεπτομερεια του ονειρου σχετικα με τον κουρεα και το κουρειο;

Ψυχαναλυτης Β Σκεφτομαι πως το περιστατικο στο κουρειο εχει καποια αναφορα σ' ενα συμβαν που πρεπει να διαδραματιστηκε σε σχεση με τον πατερα του ασθενους στην παιδικη του ηλικια. Ακομη θα 'χει σχεση και με τον θεραπευτη.

Ψυχαναλυτης Γ Σκεφτομαι πως η πρωταρχικη εγνοια αυτου του νεαρου ειναι να αποκρουει καθε απειλη της παντοδυναμιας του η του ναρκισσισμου του.

Ψυχαναλυτης Δ Δεν θα 'ταν καλο ν' αναλογιστουμε για λιγο την μεταφορικοτητα αυτου του ονειρου, δηλαδη την απωλεια των μαλλιων;

Ψυχαναλυτης Α Δεν πιστευω πως προκειται για απωλεια μαλλιων. Στο ονειρο ο ασθενης περιγραφει μονον ενα φαλακρο σημειο με μια-δυο μεμονωμενες τριχες πανω του. Τωρα ακουσαμε τον ασθενη να λεει για το ονειρο του την λεξη "σκατα". Κι ακομη επαναλαμβανει συχνα σε σχεση με το φαλακρο σημειο την λεξη "πισω". Εξ ου και ο συνειρμος μου γι' αυτην την εικονα του ονειρου: "Δεν τα βγαζω περα με τις ομοφυλοφιλικες μου ορμες".

Ψυχαναλυτης Γ Η γνωμη μου αντιθετα ειναι οτι ο ασθενης ηθελε να πει: "Δεν τα βγαζω περα με την απωλεια του ελεγχου μου, με τον θυμο μου. Γι' αυτο πρεπει να προσαρμοστω και να παρω μια υποτελη, θηλυκη - ομοφυλοφιλικη σταση, για να μη δινω αφορμη σε συγκρουσεις και καταστραφω."

Ψυχαναλυτης Α Ενδεχομενως κανεις θα μπορουσε να θεωρησει μεν την ομοφυλοφιλια σαν κατι θηλυκο. Απο την αλλη πλευρα θα μπορουσαμε και να πουμε πως αυτο που απειλει να ξεσπασει μεσα απο τον ασθενη ειναι ο επιθετικος ομοφυλοφιλικος ρολος.

Ψυχαναλυτης Ε Εαν θελετε να εφαρμοσετε την ερμηνεια σας για το πισω μερος κι ολα αυτα, τι λετε τοτε για τις αλλες ιδιαιτεροτητες που υπαρχουν επισης στο ονειρο, οπως για παραδειγμα οτι ολα γινονται ολο και μεγαλυτερα;

Ψυχαναλυτης Β Θα 'λεγα πως το ολο και μεγαλυτερο μεγεθος του φαλακρου σημειου σημαινει ολο και μεγαλυτερο αγχος και ολο και μεγαλυτερο θυμο.

Ψυχαναλυτης Α Κανεις θα μπορουσε και να πει πως ο ιδιος ο ασθενης μεγαλωνει, πως διευρυνει το προβλημα του. Στην αρχη γραφει τροπον τινα με μικρα γραμματα, κατοπιν με κεφαλαια.

Ψυχαναλυτης Δ Με απασχολει το γεγονος οτι το ονειρο τελειωνει με τοσο μεγαλο πανικο. Εννοω, πρεπει να καταλαβουμε καλυτερα τους μηχανισμους αυτου του πανικου.

Ψυχαναλυτης Α Αυτος ο καταλυτικος πανικος θα εξηγουνταν μεσα απο ενα ειδος καταρρευσης η διαλυσης του εαυτου η του Εγω η ας το πει κανεις οπως θελει. Γι' αυτο και θα μπορουσε να τον κατανοησει σαν ομοφυλοφιλικο πανικο.

Ψυχαναλυτης Γ Ακριβως αυτη η διαλυση ειναι που μου μοιαζει τοσο προειδιποδεια. Αυτην την αντιρρηση θα ειχα στην χρηση σας του ορου ομοφυλοφιλικος. Ειναι μια κριση ταυτοτητας.

Τοσο στις δικες σας παρατηρησεις, οσο και σ' αυτες των ψυχαναλυτων, εχουμε να κανουμε με ερμηνειες. Εδω δεν θα ασχοληθουμε με το αν μια ερμηνεια ειναι σωστη η οχι, αλλα με το οτι ακουγοντας ενα ονειρο, σχεδον αυτονοητα καταφευγουμε στην ερμηνεια. Και ρωτω: Απο που ερχεται αυτη η αναγκη; Γιατι ενα ονειρο χρειαζεται ερμηνεια;

[Απαντησεις: Το ονειρο ειναι κωδικοποιημενο, μεταμφιεσμενο, η ερμηνεια το καθιστα ελεγχομενο, κατανοητο κλπ.]

Οι απαντησεις σας κινουνται λιγοτερο η περισσοτερο στο πνευμα του Freud, ο οποιος γραφει πως το ιδιο το ονειρο δεν ειναι κοινωνικη εκφραση, δεν ειναι μεσο επικοινωνιας .

Η ερμηνεια καθιστα το ονειρο "κοινωνικη εκφραση" και "μεσο επικοινωνιας", μπορουμε, η τουλαχιστον πιστευουμε πως μπορουμε να συνεννοουμαστε. Η ερμηνεια εντασσει το ονειρο στην συνεχεια της ξυπνιας ζωης. Η ενταξη σε μια τετοια συνεχεια ειναι απαιτηση καθε επιστημονικης θεωρησης του ονειρου. Βεβαια στο ιδιο το ονειρο, μια τετοια ενταξη δεν δηλωνεται. Εκει που κυριαρχει η επιστημη, χρειαζεται το ιδιο το ονειρο να αμφισβητηθει. Γι' αυτο και ο Freud, απεναντι σε μια γνωμη που δεν αμφισβητει το ιδιο το ονειρο, ξεσπα:

"Τι εννοει μ' αυτο; Ισχυριζεται οτι υπαρχουν εστω και μικρα συμβαντα που δεν εμπιπτουν στην διασυνδεση του παγκοσμιου συμβαντος, που θα μπορουσαν και να μην ειναι οπως ειναι; Οταν κανεις διασπα τον φυσικο ντετερμινισμο σ' ενα σημειο, τοτε εχει πεταξει στα σκουπιδια ολη την επιστημονικη κοσμοθεωρια. [...] Ο φιλος μας δεν θα θελησει να αναλαβει τις συνεπειες της πρωτης του απαντησης, θα ενδωσει."

Το διαπιστωνουμε σε καθε ερμηνευτικη προταση, επιχειρειται η "ενταξη". Στην ψυχολογικη ερμηνεια, η "ενταξη στην ψυχικη λειτουργια του ξυπνου" .

Ψυχαναλυτης Β Σκεφτομαι πως το περιστατικο στο κουρειο εχει καποια αναφορα σ' ενα συμβαν που πρεπει να διαδραματιστηκε σε σχεση με τον πατερα του ασθενους στην παιδικη του ηλικια. Ακομη θα 'χει σχεση και με τον θεραπευτη.

Ψυχαναλυτης Γ Σκεφτομαι πως η πρωταρχικη εγνοια αυτου του νεαρου ειναι να αποκρουει καθε απειλη της παντοδυναμιας του η του ναρκισσισμου του.

Ψυχαναλυτης Α Δεν πιστευω πως προκειται για απωλεια μαλλιων. Στο ονειρο ο ασθενης περιγραφει μονον ενα φαλακρο σημειο με μια-δυο μεμονωμενες τριχες πανω του. Τωρα ακουσαμε τον ασθενη να λεει για το ονειρο του την λεξη "σκατα". Κι ακομη επαναλαμβανει συχνα σε σχεση με το φαλακρο σημειο την λεξη "πισω". Εξ ου και ο συνειρμος μου γι' αυτην την εικονα του ονειρου: "Δεν τα βγαζω περα με τις ομοφυλοφιλικες μου ορμες".

Ψυχαναλυτης Γ Η γνωμη μου αντιθετα ειναι οτι ο ασθενης ηθελε να πει: "Δεν τα βγαζω περα με την απωλεια του ελεγχου μου, με τον θυμο μου. Γι' αυτο πρεπει να προσαρμοστω και να παρω μια υποτελη, θηλυκη - ομοφυλοφιλικη σταση, για να μη δινω αφορμη σε συγκρουσεις και καταστραφω."

κλπ.

Αναφερω επιτροχαδην τη βιολογικη ερευνα, καθως εχει αποκτησει στις μερες μας ιδιαιτερη βαρυτητα. Θα διαβασουμε μικρα αποσπασματα απο δυο προσφατα αρθρα . Το πρωτο ειναι του Allan Hobson, και εχει τον τιτλο Dreaming And The Brain: Toward A Cognitive Neuroscience Of Conscious States [Το Ονειρο και ο Εγκεφαλος: Προς μια Γνωσιακη Νευροεπιστημη Συνειδησιακων Καταστασεων.]

"[...] θα υποστηριξουμε την θεση οτι οι συνειδητες καταστασεις του ξυπνου, του NREM και του REM υπνου διαφερουν μεταξυ τους κατα τρεις καθαρους και σημαντικους τροπους οι οποιοι ειναι μετρησιμοι τοσο στο επιπεδο της ψυχολογιας οσο και σ' αυτο της φυσιολογιας.

[...] η ιδιαιτερη μορφη της γνωστικης λειτουργιας του ονειρου μπορει να εξηγηθει στο επιπεδο του εγκεφαλου ως εξης:

1) Η εντονη και ζωντανη οπτικη ψευδαισθηση οφειλεται στην αυτοενεργοποιηση των οπτικων εγκεφαλικων λειτουργιων απο διεργασιες ενεργοποιησης της γεφυρας [...]

2) Τα εντονα συναισθηματα, ιδιαιτερα αγχος, ευφορια και θυμος οφειλονται στην αυτοενεργοποιηση των αμυγδαλοειδων πυρηνων και αλλων λιμβικων δομων. Η συναισθηματικη ενταση της ονειρικης φαντασιωσης οφειλεται στην ενεργοποιηση του παραλιμβικου φλοιου απο τους αμυγδαλοειδεις πυρηνες.

3) Η παραισθητικη πεποιθηση οτι ειμαστε ξυπνιοι, η ελλειψη κατευθυνομενης σκεψης, η απωλεια της αυτο-αναστοχαζομενης εναργειας, η ελλειψη συναισθησης για παραλογες και αδυνατες ονειρικες εμπειριες οφειλονται στις συνδυασμενες και πιθανως μεταξυ τους σχετιζομενες επιδρασεις αμινεργικης απορρυθμισης και στην επιλεκτικη απενεργοποιηση του μετωπιαιου φλοιου.

4) Η αλλοκοτη γνωσιακη κατασταση του ονειρου, που χαρακτηριζεται απο το ασυντονιστο και το ασυνεχες των ονειρικων χαρακτηρων, τοπων και πραξεων, οφειλεται σε μια ασταθεια προσανατολισμου που προκαλειται απο την χαοτικη φυση της γεφυρικης διεργασιας αυτοενεργοποιησης, [...]"

Το δευτερο αρθρο ειναι του Mark Solms: Dreaming And REM Sleep Are Controlled By Different Brain Mechanisms [Το Ονειρο και ο REM Υπνος Ελεγχονται απο Διαφορετικους Εγκεφαλικους Μηχανισμους]. Κι εδω ενα αποσπασμα:

"Αυτο το αρθρο [...] παρουσιαζει εναν αυξανομενο αριθμο στοιχειων που υποδηλωνουν [...] οτι, εαν και υπαρχει σημαντικη συνδεση μεταξυ του REM υπνου και του ονειρου, στην πραγματικοτητα προκειται για δυο διπλα ξεχωριστες καταστασεις. Δηλαδη REM μπορει να συμβει διχως ονειρα και ονειρα μπορουν να συμβαινουν διχως REM. Τα στοιχεια που ανασκοπουνται εδω υποδεικνυουν επισης οτι αυτες οι δυο καταστασεις ελεγχονται απο διαφορετικους εγκεφαλικους μηχανισμους. Το REM ελεγχεται απο χολινεργικους μηχανισμους του εγκεφαλικου στελεχους, ενω τα ονειρα φαινεται πως ελεγχονται απο ντοπαμινεργικους μηχανισμους του προσθιου λοβου."

Εδω το "παγκοσμιο συμβαν", στο οποιο επιζητειται η "ενταξη", ειναι η εγκεφαλικη λειτουργια. Τωρα το ονειρο πρεπει να διατυπωθει σε ορους φυσιολογιας και νευροχημειας του εγκεφαλου, και να καταστει μετρησιμο. Τωρα δεν εχουμε να κανουμε με την ερμηνεια αλλα με την επιστημονικη εξηγηση του ονειρου.

Και εδω βλεπουμε, για παραδειγμα στο θεμα του REM υπνου, σημαντικες διαφωνιες μεταξυ των ερευνητων. Απο που ερχεται αυτη η ασυμφωνια, που συναντησαμε ηδη μεταξυ των ψυχαναλυτων;

Βλεπετε την τσαντα που εχω διπλα μου. Εαν ζητησω απο καποιον απο σας να την ανοιξει, δεν θα υπαρχει κανενα προβλημα, θα την ανοιξει, η θα αρνηθει, ομως ολοι μας θα γνωριζουμε περι τινος προκειται. Εαν τωρα η τσαντα ηταν εξω απο την αιθουσα και ζητουσα απο την Κατερινα να βγει εξω, να ξανα 'ρθει και να μας την περιγραψει διχως να την ονομασει, τοτε σχεδον ο καθενας μας θα μιλουσε για κατι αλλο και η συνεννοηση μεταξυ μας θα ηταν απο δυσκολη εως αδυνατη. Ο λογος ειναι πως τωρα δεν θα ειχαμε να κανουμε με την ιδια την τσαντα αλλα με μια παρασταση της. Οι ερμηνειες και οι εξηγησεις του ονειρου δεν μενουν στο ιδιο το ονειρο, στο πραγματικο, αλλα κατασκευαζουν, επιχειρουν να κατασκευασουν μια εκαστοτε παρασταση του η οποια, ως ενα μη πραγματικο, μενει μετεωρη κι επαφημενη στην αυθαιρεσια.

Χρειαζεται να κανουμε αυτην τη βασικη διακριση: Αλλο το ιδιο το πραγμα, και αλλο η παρασταση του.

Ενα αλλο σημειο που εχουμε να προσεξουμε ειναι το οτι τοσο η ψυχαναλυτικη ερμηνεια οσο και η επιστημονικη εξηγηση του ονειρου πεφτουν σ' αυτο που στην λογικη λεγεται "φαυλος κυκλος": αυτο που θελουν να καταδειξουν, οτι τα ονειρα ειναι π.χ. εκφραση ασυνειδητων επιθυμιων, φοβων κλπ., οτι τα ονειρα ειναι γνωστικες διαδικασιες αποδιοργανωμενων εγκεφαλικων λειτουργιων, το εχουν θεσει ως προϋποθεση και το εχουν ηδη συμπεριλαβει στην εκαστοτε μεθοδο τους.

Η ψυχολογικη παρασταση ασχολειται με το ονειρο οπως με καθε τι. Θα το ερμηνευσει οπως ακριβως μια φαντασιωση, ενα συμπτωμα, κλπ. μεσα απο τον ψυχισμο του εκαστοτε ανθρωπου. Ψυχολογισμος. Το αδιαφοροποιητο του ονειρου απεναντι σε καθε αλλη "εκφραση" του ψυχισμου. Το ονειρο ως ονειρο αγνοειται.

Η επιστημονικη παρασταση επιζητει να εξηγησει το ονειρο. Εαν προηγουμενως το ονειρο παρασταθηκε ως ψυχολογικο φαινομενο, τωρα παρασταινεται ως μετρησιμη γνωστικη διαδικασια του νου. Μεταλλασσεται σε νευροχημικες διαδικασιες του εγκεφαλου. Ετσι γινεται αγνωριστο. Το ονειρο ως ονειρο αγνοειται.

Στη θεραπευτικη συνομιλια εχει ιδιαιτερη σημασια να προσεξουμε αυτην την ισοπεδωση στο αδιαφοροποιητο, η οποια καραδοκει σε καθε ερμηνεια. Ο Wittgenstein, ενας απο τους σημαντικοτερους φιλοσοφους του αιωνα που περασε, γραφει:

"Τη μορφη της πειθους εχουν προπαντων εκεινες οι προτασεις στις οποιες λεγεται: 'Αυτο στην πραγματικοτητα ειναι εκεινο'. Τουτο σημαινει: Κανεις εχει πεισθει να αμελησει ορισμενες διαφορες που υφιστανται." 

Ποιες διαφορες αμελουνται στις παραπανω παραστασεις του ονειρου; Ας θυμηθουμε τους ψυχαναλυτες. Τα παρακατω ειναι πιστες εφαρμογες του λογου του Wittgenstein:

- Τωρα ακουσαμε τον ασθενη να λεει για το ονειρο του την λεξη "σκατα". Κι ακομη επαναλαμβανει συχνα σε σχεση με το φαλακρο σημειο την λεξη "πισω". Εξ ου και ο συνειρμος μου γι' αυτην την εικονα του ονειρου: "Δεν τα βγαζω περα με τις ομοφυλοφιλικες μου ορμες".

- Η γνωμη μου αντιθετα ειναι οτι ο ασθενης ηθελε να πει: "Δεν τα βγαζω περα με την απωλεια του ελεγχου μου, με τον θυμο μου. Γι' αυτο πρεπει να προσαρμοστω και να παρω μια υποτελη, θηλυκη - ομοφυλοφιλικη σταση, για να μη δινω αφορμη σε συγκρουσεις και καταστραφω."

Ομως καθε ερμηνεια στην ουσια εχει την ιδια δομη. "Αντικαθιστα", λεει ο Freud, το ονειρο με κατι αλλο.

Το διαφορο του ονειρου χανεται ηδη στις βασικες προτασεις που καθοριζουν μια παρασταση του, π.χ. για την ψυχαναλυτικη ερμηνεια η προταση οτι το ονειρο φανερωνει τη βαθυτερη αληθεια μας, οτι εντασσεται στον ξυπνο, για την βιολογικη ερευνα οτι ειναι ψευδαισθηση, οτι ειναι γνωστικη λειτουργια του υπνου.

Ηρθε λοιπον η ωρα να στραφουμε στο ονειρο ως ονειρο. Πως μπορουμε να το κανουμε αυτο; Ας προσπαθησουμε να το ορισουμε. Ενας ορισμος του ονειρου δινεται απο ενα εγκριτο λεξικο, το American Heritage Dictionary: Μια σειρα εικονων, ιδεων, συναισθηματων και αισθησεων που συμβαινουν ακουσια στον νου σε ορισμενα σταδια του υπνου.

Ενας αλλος ορισμος ειναι ο εξης: Καθε νοητικη δραστηριοτητα που συμβαινει στον υπνο.

Τι συμβαινει μ' αυτους τους ορισμους; Αποδιδουν το ονειρο ως ονειρο;

[Απο το ακροατηριο: Ειναι κατι αντικειμενικο.]

Αυτο ακριβως ειναι το θεμα. Οι ορισμοι του ονειρου καθιστουν το ονειρο αντικειμενο, το βαζουν απεναντι και το παρατηρουν. Αντικειμενοποιηση του ονειρου και παρασταση του ονειρου πηγαινουν χερι-χερι. Αυτο που αγνοειται ειναι πως το ονειρο ειναι παντα ονειρο μου. Ετσι ενας ορισμος ποτε δεν μπορει να αποδωσει το ιδιο το ονειρο.

Ας ξαναδουμε το ονειρο:

Ο Ασθενης Ενα Σαββατο πριν απο δυο-τρεις εβδομαδες ειχα αποφασισει να παω σ' ενα κουρειο να κοψω τα μαλλια μου. Ο κουρεας φλυαρουσε και φλυαρουσε και δεν ελεγε να σταματησει. Αυτο το σιχαινομαι στους κουρεις παρα πολυ. Ομως μετα απ' αυτο το κουρεμα αρχισα να βλεπω ενα ονειρο. Ειδα το ιδιο ονειρο τρεις φορες ηδη. Σ' αυτο το ονειρο υπαρχει παντα μια μεγαλη φαλακρη κηλιδα. Στην αρχη εχει το μεγεθος περιπου ενος φλιτζανιου. Ομως μετα γινεται ολο και μεγαλυτερη. Ωχ! ειναι σκατα. Τωρα συγχυζομαι και για κατι που δε νοιαζομουν στη ζωη μου ποτε.

Zane Mπορειτε να μου περιγραψετε το ονειρο καπως ακριβεστερα; Ακριβως οπως το ειδατε;

Ο Ασθενης Κοιταζω το ιδιο μου το κεφαλι απο πισω, κι εκει πισω υπαρχει κατι σε μεγεθος περιπου 12 εκατοστα διαμετρο κι ειναι φαλακρο, εκτος απο λιγοστες μεμονωμενες τριχες απλωμενες πανω απο το φαλακρο σημειο. Κατι τετοιο (γελα) το εχω δει σε πολλους νεους αντρες.

Zane Πως αισθανοσασταν στο ονειρο οταν το ειδατε αυτο;

Ο Ασθενης Φοβερα τρομαγμενος. Ξυπνησα. Απ' τον πανικο και μονο σχεδον θα 'χα πεσει απ' το παραθυρο, κρατιομουν απ' το σεντονι μου σφιχτα.

Προσοχη στις ερωτησεις: Δεν ειναι, τουλαχιστον δεν πρεπει να ειναι απλως διευκρινιστικες, δηλαδη να ικανοποιουν την αναγκη του θεραπευτη για ακριβεστερη εικονα. Οι οποιες ερωτησεις γινονται για να φερουν τον πελατη μας κοντυτερα στον εαυτο του, του μαθαινουν να προσεχει αυτο που του συμβαινει περισσοτερο.

Aς δοκιμασουμε τωρα να μεινουμε στο ιδιο το ονειρο, στο διαφορο του οποιου ανηκει να ειναι αλλοκοτο, ουτε "κοινωνικη εκφραση" ουτε "μεσο επικοινωνιας". Και παλι το ονειρο δεν ειναι τελειως αλλοκοτο. Λεει κατι και δεν το λεει, κρυβει κατι και δεν το κρυβει. Αυτο το φαινομενο οι Αρχαιοι το γνωριζαν, το αφηναν να ανηκει στον κοσμο τους και να τον καθοριζει, και ετσι ειχαν γι' αυτο ενα ονομα: ΣΗΜΑ

Το ονειρο, ενα ΣΗΜΑ: δειχνει και κρυβει: Ειναι ξυπνημα, αλλα στον υπνο• Στο ονειρο αναγνωριζω τον εαυτο μου, αλλα και δεν τον αναγνωριζω• Ο κοσμος στο ονειρο ειναι ο κοσμος του ξυπνου, αλλα και δεν ειναι.

Στην θεραπευτικη πραξη εχει μεγαλη σημασια η εκμαθηση της κατοικησης στα σηματα, στο αινιγματκο, με μια εκφραση του φιλοσοφου Martin Heidegger, η ανοιχτοτητα για το μυστηριο. Αυτο βεβαια δεν γινεται με διδασκαλιες και συμβουλες, και ο,τι λεμε εδω με μια κουβεντα, στην ψυχαναλυση γινεται πραξη σε μηνες και χρονια.

[Απο το ακροατηριο: Δηλαδη εσεις, οταν σας διηγουνται ενα ονειρο, δεν λετε τιποτα;]

Να αφεθει ενα ονειρο να μεινει στο διαφορο του, στο ιδιον του, δεν ειναι απλο και δεν δινεται αμεσα. Προσεξτε το ονειρο που συζητουμε. Προσεξτε καταρχην πως μιλα: μια μεγαλη φαλακρη κηλιδα [...] υπαρχει κατι σε μεγεθος περιπου 12 εκατοστα διαμετρο κι ειναι φαλακρο, [...] (γελα)

Αυτα δειχνουν πως δεν το δεχεται, αυτο που του συμβαινει στο ονειρο. Και ειναι μια αποστολη της ψυχαναλυσης, ετσι το βλεπω εγω, να το δεχτει. Αν ο ανθρωπος διηγουνταν σ' εμενα το ονειρο του, ενδεχομενως θα εκανα θεμα αυτο.

Και ακομη: Ο τρομος στο ονειρο συνεχιζεται και στον ξυπνο, ως πανικος μαλιστα που τον οδηγει σε μια ριζικη φυγη, να πεσει απο το παραθυρο. Ο ανθρωπος αυτος δεν ξεχωριζει αναμεσα σε ονειρο και ξυπνο. Του ειναι ενα αδιαφοροποιητο μειγμα. Μηπως ετσι ειναι και με αλλες διαφορες; Π.χ. τρομαζει ακομη με κατι που εχει περασει; Η αναμνηση και το παρον ειναι αρκετα διακριτα;

Ολα αυτα ειναι θεματα που εχουν να συζητηθουν και να εννοηθουν.

PDF

Δελτιο Τυπου για το ''Ο δρομος του ερωτα''

ΚΩΣΤΑ ΓΕΜΕΝΕΤΖΗ, Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ, Εκδοσεις Θεραπευτηριου Σπιναρη, Αθηνα 2000.

Ο ερωτας υπαρχει, πριν γινει αντικειμενο της ψυχολογιας, της φιλολογιας, της φιλοσοφιας κλπ. Η μελετη επιχειρει να τον προσεγγισει στην περιοχη αυτου του «πριν».

Προς τουτο ανατρεχει στο χορικο απο την Αντιγονη του Σοφοκλη που αρχιζει με τον στιχο ΕΡΩΣ ΑΝΙΚΑΤΕ ΜΑΧΑΝ.

Καταρχην τιθεται το ζητημα του λογου της τραγωδιας ο οποιος, σε αντιθεση με τη σημερινη μας γλωσσα, ηταν ενα αδιαιρετο ολον ομιλιας, μουσικης και χορου και αναζητειται μια για μας εγκυρη δυνατοτητα αναγνωσης και ερμηνειας του χορικου.

Ο ερωτας, μας μαθαινουν οι Αρχαιοι, δεν αρχιζει και δεν τελειωνει στον ανθρωπο, στους ψυχολογικους του μηχανισμους και στις βιολογικες του καταβολες, και δεν ειναι απλως «ερωτικη σχεση». Ειναι ενα Αλλο, το οποιο καποτε ο ανθρωπος συναντα. Εδω το ζητουμενο ειναι μια δικη μας δυνατοτητα εννοησης αυτου του Αλλου, το οποιο στους Αρχαιους καλουνταν «θεος».

Στη συναντηση του ανθρωπου με το Αλλο του ερωτα, αντρας και γυναικα βρισκουν το ονομα τους: γινονται πραγματικα και αληθινα αντρας και γυναικα.

Ο ερωτας ειναι δοκιμασια. Επερχεται και κρατει εις πεισμα της προθεσης και της βουλησης. Η δοκιμασια συνισταται στην παραφροσυνη της πολυμορφης αντιστασης εναντιον του Αλλου του ερωτα και της εμμονης του ανθρωπου στην διατηρηση του ελεγχου επανω στον εαυτο του.

Εφοσον η παραφροσυνη του ερωτα, που συνηθως αγνοειται σαν τετοια, εννοηθει, ο ανθρωπος καθαιρεται και γνωριζει τον εαυτο του αληθινοτερα, δηλαδη οχι ως μεμονωμενο υποκειμενο αλλα ως πρωτογενως ενεχομενον στο Ενα των παντων.

Ο ερωτας ανηκει σε ο,τι ο Καβαφης αποκαλει πρωτη ποιηση της ζωης μας. Στον ερωτα ο ανθρωπος, αρρητα, γνωριζει την πρωτη, την ποιητικη διασταση της κατοικησης του στον κοσμο.

Απο εδω εχει την αφορμη του το μοττο της μελετης, ενα διστιχο του Friedrich Hölderlin με τον ελληνικα γραμμενο τιτλο "Προς εαυτον":

Στη ζωη μαθε την τεχνη, στο εργο της τεχνης μαθε τη ζωη,
Αν δεις το ενα σωστα, θα δεις και το αλλο επισης.