Κώστας Γεμενετζής - ψυχαναλυση

Υπνοβατες

Υπνοβάτες

Αφορμή ν' ασχοληθώ με το σημερινό θέμα στάθηκε, καλά ακούτε, μια κυρία στην πλατεία Κολωνακίου που είδα το περασμένο φθινόπωρο. Περίμενα πεζός στο φανάρι κι αυτή περνούσε οδηγώντας ένα τζιπ. Ηταν γύρω στα σαρανταπέντε, με διακριτικά κομψό ντύσιμο και με χαρακτηριστικά τόσο μαλακά που θα 'λεγες ότι στον κόσμο της δεν έχει ψωμί αλλά παντεσπάνι, κι αν στο κρεββάτι της κάτω από εννιά στρώματα είχε ένα μπιζέλι, θα την ενοχλούσε και θα πάθαινε αϋπνίες.

Αυτή η κυρία οδηγούσε ένα ογκώδες δυνατό τζιπ που θα μπορούσε να είναι στρατιωτικό όχημα, να πάρει μέρος στο ράλι της Σαχάρας ή να τριγυρίζει στα πιο κακοτράχαλα μέρη των ελληνικών βουνών. Όμως το οδηγούσε αυτή, στην πλατεία Κολωνακίου.

Ήταν ο καιρός που στο σεμινάριο μου μελετούσαμε το δοκίμιο του Γιώργου Σεφέρη με τίτλο «"Γλώσσες" στον Αρτεμίδωρο». (O Αρτεμίδωρος ο Δαλδιανός έγραψε τον πρώτο ελληνικό ονειροκρίτη.) Εκεί ο Σεφέρης αναφέρει ένα απόσπασμα του Ηράκλειτου, που σας διαβάζω: «Τους καθεύδοντας [...] εργάτας είναι και συνεργούς των εν τω κόσμω γινομένων». Οι κοιμισμένοι, μας λέει, είναι εργάτες, δηλαδή επιτελούν έργο, δηλαδή είναι συνεργοί σ' αυτά που γίνονται στον κόσμο.

Το παράξενο απόσπασμα δεν είναι από κείνα που συζητούνται ιδιαίτερα στη σχετική βιβλιογραφία. Βέβαια για έναν που είναι σχετικά εξοικειωμένος με την ψυχολογική σκέψη και προπάντων με τη θεωρία και την πράξη της ψυχοθεραπείας η ερμηνεία του αποσπάσματος μοιάζει να μην έχει ιδιαίτερη δυσκολία: Πώς συνεργεί ο κοιμισμένος σ' αυτά που γίνονται στον κόσμο, δηλαδή στον ξύπνο; Με τα όνειρα του. Σ' αυτά, μας διδάσκει η θεωρία, ο ονειρευόμενος παράγει έργο - για τον Φρόυντ «Traum» (όνειρο) και «Traumarbeit» (ονειρικό έργο) είναι συνώνυμα.

«Ονειρεύομαι» θα πει εδώ: επεξεργάζομαι τα θέματα που με αφορούν στον ξύπνο, συγκεκριμένα, εκπληρώνω επιθυμίες που στον ξύπνο μου είναι αδιανόητες κι ασυνείδητες, η πιεστικότητα τους υποχωρεί και μπορώ να συνεχίσω τον ύπνο μου ανενόχλητος. Αφού ξυπνήσω, εξηγώ τα όνειρα του μόνος ή μιλώντας με συγγενείς και φίλους ή ανοίγοντας τον ονειροκρίτη ή ακούγοντας τον θεραπευτή μου και μαθαίνω πράγματα για τον εαυτό μου που μέχρι τότε μου ήταν λίγο πολύ άγνωστα.

Η ερμηνεία μας του αποσπάσματος μοιάζει αβίαστη και μάλιστα κανείς θα μπορούσε εδώ να υποστηρίξει πως ο Ηράκλειτος διατυπώνει την αρχή στην οποία στηρίζονται οι σύγχρονες αντιλήψεις μας για τα όνειρα.

Μια προσεκτικότερη ανάγνωση θα μας κάνει σκεπτικούς. Πρώτον, το απόσπασμα μιλά για καθεύδοντας, κοιμισμένους, όχι για ονειρευόμενους. Δεύτερον, αν και δεν γνωρίζουμε τα συμφραζόμενα του αποσπάσματος, μπορούμε να πούμε ότι κάθε φορά που ο Ηράκλειτος μιλά για τους ανθρώπους γενικά, για τους «πολλούς», αναφέρεται σε μια πλάνη που τους διακατέχει. Το ότι οι κοιμισμένοι λοιπόν συνεργούν στα πράγματα του κόσμου λέγεται μεν, το είπαμε προηγουμένως κι εμείς, όμως λέγεται, κατά τον Ηράκλειτο, υπό το κράτος μιας πλάνης. Οι αμφιβολίες μας ενισχύονται όταν στη συζήτηση μας συμπεριλάβουμε ένα άλλο απόσπασμα που λέει: «Ου δεί ώσπερ καθεύδοντας ποιείν και λέγειν».

Δεν πρέπει, μας προειδοποιεί ο Ηράκλειτος, να πράττουμε και να μιλούμε σαν τους κοιμισμένους, δεν πρέπει να έχουμε τον ύπνο συνεργό στα έργα μας και στα λόγια μας.

Και πότε συμβαίνει αυτό; Πώς μας αφορούν τα λόγια του Ηράκλειτου;

Εδώ είναι που τα σχόλια του Σεφέρη μου έδωσαν μια απάντηση, όχι τόσο όταν τα διάβασα όσο τη στιγμή που συνάντησα την κυρία στο Κολωνάκι. Επαναλαμβάνω το απόσπασμα: «Τους καθεύδοντας [...] εργάτας είναι και συνεργούς των εν τώ κόσμω γινομένων».

Γράφει λοιπόν ο Σεφέρης, έχοντας κατά νου τα χρόνια του '40:

Τα είχα ολοένα στη σκέψη μου αυτά τα λόγια· και τον καιρό που ετοιμαζότανε η ανθρωποσφαγή· και τον καιρό της μεγάλης κρίσης - δεν ξέρω αν τέλειωσε. Έβλεπα αυτούς τους «καθεύδοντας», αρματωμένους με τα πιο καταχθόνια μέσα, να ξολοθρεύονται χωρίς να έχουν ξυπνήσει [...] Κι αναρωτιόμουν έμμονα με πόσην εγρήγορση και με πόσην υπνοβασία κατεργάζεται η ανθρωπότητα αυτά που γίνονται στον κόσμο.

O Σεφέρης χρησιμοποιεί μια λέξη που μας κάνει να δούμε τα λεγόμενα του Ηράκλειτου ζωντανά: Οι «καθεύδοντες» οι οποίοι συνεργούν σ' αυτά που γίνονται στον κόσμο αποκαλούνται «υπνοβάτες».

Ο Σεφέρης αναφέρεται σε χρόνια που οι περισσότεροι από μας δεν ζήσαμε. Αυτές τις μέρες που γράφω την ομιλία ζούμε από μακριά έναν άλλο πόλεμο. Κατά πόσον αυτοί που τον κάνουν, αρματωμένοι με τα πιο καταχθόνια μέσα, ξολοθρεύονται χωρίς να έχουν ξυπνήσει;

Ο υπνοβάτης είναι αυτός που περπατάει στον ύπνο. Κατευθύνεται προς ένα ορισμένο σημείο, π.χ., προς την εξώπορτα. Γιατί λέμε ότι το κάνει στον ύπνο; Τι διαφέρει η πράξη του από τη δική μου όταν, για να 'ρθω σ' εσάς, για να βγω έξω από το χώρο που ήμουν, κατευθύνθηκα επίσης προς μια εξώπορτα; Τι θα πει: εγώ ήμουν ξυπνητός, ενώ εκείνος υπνοβατούσε;

Καταρχήν θα 'λεγα ότι εγώ μπορούσα κι αλλιώς. Μπορούσα να ξεκινήσω λίγο νωρίτερα ή λίγο αργότερα, μπορούσα να μην βγω απ' την πόρτα αλλά απ' το παράθυρο, μπορούσα να μην βγω ποτέ και να περάσω την υπόλοιπη ζωή μου σ' εκείνο το δωμάτιο. Μπορούσα, σ' ένα ακόμα τολμηρότερο παιχνίδι της φαντασίας, να έρθω πετώντας πάνω σ' ένα μαγικό χαλί ή να ξεπροβάλλω μέσα από τη γη και κάτω από τα πόδια σας σαν ένας τεράστιος αρουραίος. Όσο πιθανά ή παλαβά κι αν ακούγονται τα παραπάνω, θα τα μπορούσα στην πραγματικότητα και στο παραμύθι.

Ο υπνοβάτης όχι. Αυτός θα πάει προς την εξώπορτα και το κάθε «αλλιώς» του είναι αποκλεισμένο. Περπατάει «στον ύπνο» θα πει: ο δρόμος προς την εξώπορτα του είναι μονόδρομος - ούτε μονόδρομος, διότι δεν τον γνωρίζει καν ως τον μόνο του δρόμο. Είναι παραδομένος σ' αυτόν πριν από κάθε επίγνωση.

Κατά πόσον υπνοβατούν λοιπόν αυτοί που κάνουν τον σημερινό πόλεμο; Καθόσον προχωρούν υπνωτισμένοι, δηλαδή σαν αυτόματα, δηλαδή παραδομένοι σ' έναν μοναδικό και υπέρτατο και αδιαπραγμάτευτο στόχο. Η δική τους εξώπορτα είναι η διασφάλιση και ο έλεγχος του πλανήτη και των ενεργειακών του αποθεμάτων. Πολεμούν για τη συντήρηση και την προαγωγή του κόσμου της κυρίας μας, με το παντεσπάνι στο τραπέζι και με τα εννιά στρώματα στο κρεβάτι της.

Σ' αυτήν την πορεία ό,τι δεν είναι ευθυγραμμισμένο και προσαρμοσμένο στα μέτρα της είναι εχθρικό και πρέπει να εξουδετερωθεί. Αυτός ο κόσμος κι εκείνος ο πόλεμος συνάδουν. Το τεθωρακισμένο όχημα της κυρίας μετέχει στην οπισθοφυλακή του εκστρατευτικού σώματος που περιοδεύει «εκεί έξω», πότε δω πότε κει, για να επιβάλει την τάξη στη Μεσοποταμία και στην Ελλάδα κάθε φορά με τον τρόπο του.

Η κυρία δεν υπνοβατεί όταν κάνει τη ζωή που κάνει. Υπνοβατεί καθόσον σ' αυτήν τη ζωή είναι παραδομένη, καθόσον χωρίς το παντεσπάνι και τα εννιά στρώματα ο κόσμος χάνεται. Και δεν αποκλείεται μια τέτοια κυρία, αν χάσει παντεσπάνι και στρώματα, να φτάσει ως την αυτοκτονία. Όμως δεν αποκλείεται και να ξυπνήσει απ' την υπνοβασία της. Τι απ' τα δυο θα συμβεί άγνωστο.

Έτσι είναι κάποτε η ζωή μας, προχωρεί πάνω στην κόψη του ξυραφιού.

Αν υπνοβάτης είναι αυτός για τον οποίο το «αλλιώς» είναι αδιανόητο, τότε η υπνοβασία δεν είναι εξαίρεση αλλά, ας θυμηθούμε τον Ηράκλειτο, αφορά τους «πολλούς», αφορά όλους μας.

Επαναλαμβάνω: Όταν λέω ότι στους υπνοβάτες το «αλλιώς» είναι αδιανόητο, δεν εννοώ μια γνώση, μια γνώμη, μια πεποίθηση που πρεσβεύουν αλλά έναν τρόπο ζωής, το ρεύμα που βρίσκονται μέσα του και που είναι η ίδια τους η ζωή.

Σε μια θεραπευτική ώρα μια γυναίκα με κατηγορεί ασταμάτητα: Δεν ενδιαφέρομαι, δεν έγινε τίποτα, τι ψυχαναλυτής είμαι που της φέρομαι έτσι, κι έτσι, οι θεωρίες μου πάντως στην περίπτωση της δεν δουλεύουν, τη βλέπω σαν αποτυχία μου και τη μισώ γι' αυτό κτλ. κτλ.

Στην επόμενη συνάντηση είναι διαφορετική. Μου λέει:

- Τα έλεγα και συγχρόνως σκεφτόμουν «Τι ανοησίες λέω!», μα δεν μπορούσα να το σταματήσω.

Της απαντώ στο κλίμα της σημερινής ομιλίας που εκείνες τις μέρες ετοίμαζα:

- Είναι σαν να κοιμάστε, να το αντιλαμβάνεστε στον ύπνο και να μην μπορείτε να ξυπνήσετε. (Παλιότερα, σε παρόμοιες περιπτώσεις, ούτε αυτό αντιλαμβανόταν.)

Ο υπνοβάτης δεν χρειάζεται να είναι, όπως στο παράδειγμα που ανέφερα, εκτός εαυτού. Η κυρία στην πλατεία Κολωνακίου ήταν τελείως νηφάλια. Νηφάλιοι είναι πιθανότατα αυτοί που κατευθύνουν τον πόλεμο. Νηφάλιοι είναι οι επιστήμονες που σχεδιάζουν τα «έξυπνα όπλα», νηφάλια είναι μια ολόκληρη κοινωνία που ζει στο παραλήρημα της ασφάλειας, της ανάπτυξης, της προόδου.

Και ο νηφάλιος υπνοβάτης βρίσκεται ακόμα μακρύτερα από ένα δυνητικό ξύπνημα.

Οι βέδες, οι αρχαίες ινδικές γραφές, παρομοιάζουν έναν τέτοιο άνθρωπο επίσης με υπνοβάτη. Βρίσκεται σε μια κατάσταση, λένε, η οποία «συγκαλύπτει την πραγματική φύση ενός πράγματος και το κάνει να εμφανίζεται σαν διαφορετικό απ' αυτό που είναι [...]»

Μια έξυπνη κι επιτυχημένη γυναίκα νοιάζεται διαρκώς πώς θα εκμαιεύσει από τους άλλους τον έπαινο και το θαυμασμό τους. Αυτή η γυναίκα δεν ζει στο τώρα, δεν αποτείνεται στους συνεργάτες και στους γνωστούς της αλλά στη μητέρα της. Αποτείνεται στη γυναίκα, που όταν αυτή ήταν παιδί, μόνο σαν άριστη μπορούσε να την αναγνωρίζει και να την ανέχεται. Αυτή η γυναίκα βλέπει σ' όλους τη μορφή της μητέρας της και τους ανταποκρίνεται με τον τρόπο που ανταποκρίνονταν στη μητέρα της. Ζει εκτός τόπου και χρόνου. Υπνοβατεί.

Ένας νεαρός γιατρός που έμαθε ν' αφήνει τις υποθέσεις του στα χέρια των άλλων (ή που έμαθε να του παίρνουν τις υποθέσεις του οι άλλοι) στο νοσοκομείο βρίσκεται αντιμέτωπος με μια κατάσταση, με κόπο, όπως το ζώο στη χειμερία νάρκη, πάει ν' αναλάβει δράση και μην μπορώντας, μην θέλοντας να ξυπνήσει τελικά το αφήνει με την πίστη πως θα το κάνει ο επιμελητής του.

Κι ένα παράδειγμα από τη σ' όλους μας προσιτή καθημερινότητα: Κάθε βράδυ ο κύριος Χατζηνικολάου βγαίνει στο MEGA και μας λέει τις ειδήσεις της ημέρας. Εμείς καθόμαστε στον καναπέ και τον ακούμε και μεταφερόμαστε μαζί του στον πόλεμο, στη Βουλή των Ελλήνων, στον Λευκό Οίκο, στα σπίτια πολιτών που τους έτυχε κάτι συνταρακτικό, στα μέρη που κάνουν την εμφάνιση τους οι αστέρες του κινηματογράφου. Όμως ο κύριος Χατζηνικολάου μιλά σ' ένα μηχάνημα κι εμείς βλέπουμε σκιές που παράγει ένα άλλο μηχάνημα.

Αν ο κύριος Χατζηνικολάου πιστεύει ότι μιλά σ' εμάς, όταν λέει, π.χ., «Κυρίες και κύριοι, καλησπέρα σας», υπνοβατεί. Στην περίπτωση που θα μιλούσε όντως σε κάποιον από μας, τα πράγματα θα 'ταν τελείως αλλιώς. Εάν εμείς παίρνουμε τις σκιές που μας μεταδίδει το κανάλι για πραγματικότητα, υπνοβατούμε. Ούτως ή άλλως σ' όλα αυτά τα μέρη δεν θα μπορούσαμε να βρεθούμε στη μία ώρα που διαρκεί το δελτίο ειδήσεων. Κι αν όντως βρισκόμασταν σ' ένα απ' αυτά, τα πράγματα θα 'ταν τελείως αλλιώς. Και τελείως αλλιώς θα 'ταν εάν βρισκόμασταν εκεί με τον κύριο Χατζηνικολάου.

Σ' όλους εμάς λοιπόν, σε μια από τις ώρες που υπνοβατούμε, θα μπορούσε να έρθει ένας άνθρωπος και να μας πει «Κοιμάσαι! Ξύπνα!»

Για ποιον ύπνο μιλάει εδώ; Για ποιο ξύπνημα; Συνηθίσαμε να χαρακτηρίζουμε αυτό το νόημα των λέξεων «Κοιμάσαι! Ξύπνα!» μεταφορικό. Όμως αυτό σημαίνει ότι κρατάμε την κυριολεκτική σημασία για εκείνον τον ύπνο και για εκείνο το ξύπνημα που διαπιστώνουμε το βράδυ όταν κανείς κλείνει τα μάτια του, το πρωί όταν τ' ανοίγει.

Το «Κοιμάσαι! Ξύπνα!» είναι καταρχήν μια διαφορετική χρήση των λέξεων. Διαφορετική διότι, αν έχουμε υπόψη μας τη ζωντανή κατάσταση, θα διαπιστώσουμε ότι το «Κοιμάσαι!» μόνο εδώ το λέω. Ποτέ δεν θα πάω στο κρεββάτι ενός κοιμισμένου να του πω «Κοιμάσαι!». Το «Ξύπνα» πάλι το λέω μ' έναν τόνο και με μια έκφραση που ποτέ δεν θα χρησιμοποιούσα για να πω, π.χ., το πρωί στα παιδιά ότι είναι ώρα να σηκωθούν απ' το κρεβάτι για να πάνε στο σχολείο.

«Κοιμάσαι!», με την έννοια που εδώ η λέξη μας αφορά, λέω μόνο σ' έναν που είναι ξυπνητός, που είναι, για να θυμηθούμε τον Ηράκλειτο, «συνεργός των εν τω κόσμω γινομένων».

O άνθρωπος στον οποίο λέω «Κοιμάσαι!» ούτε ακριβώς κοιμάται ούτε είναι ακριβώς ξυπνητός. Βρίσκεται μεταξύ ύπνου και ξύπνου. O ύπνος του είναι ο ύπνος του υπνοβάτη. Με τις λέξεις «Κοιμάσαι! Ξύπνα!» παροτρύνω τον υπνοβάτη να ξυπνήσει. Εδώ το ξύπνημα στο οποίο τον καλώ είναι ένα διαφορετικό από εκείνο της πρωινής έγερσης.

Πώς ξυπνάει κανείς σ' ένα τέτοιο ξύπνημα; Θα επιχειρήσω να το περιγράψω με το παράδειγμα από μια αρχαία τραγωδία, την Αντιγόνητου Σοφοκλή. Θυμίζω την υπόθεση:

Οι αδελφοί της Αντιγόνης και της Ισμήνης, ο Ετεοκλής και ο Πολυνείκης, σκοτώθηκαν στη μάχη μεταξύ τους. Προηγουμένως ο Ετεοκλής είχε εκδιώξει τον Πολυνείκη από την κοινή τους πατρίδα τη Θήβα. Όμως κατόπιν ο Πολυνείκης εξεστράτευσε εναντίον της Θήβας με νέα στρατιωτική δύναμη υπό επτά στρατηγούς. O Κρέων, ο αδελφός της μητέρας τους Ιοκάστης, ο οποίος μετά το θάνατο των δυο αδελφών είχε αναλάβει την εξουσία στη Θήβα, κηδεύει τον Ετεοκλή επίσημα και συγχρόνως απαγορεύει επί ποινή θανάτου να ταφεί ο Πολυνείκης. Η Αντιγόνη είναι αποφασισμένη να ενεργήσει εναντίον αυτής της απαγόρευσης.

Εδώ καταρχήν μας ενδιαφέρει ο Κρέων. Για όσους δεν συμφωνούν μαζί του, την Αντιγόνη, τον γιο του και μνηστήρα της Αντιγόνης Αίμωνα, τον φύλακα, τον Τειρεσία υποψιάζεται συνωμοσίες, θεωρεί ότι αποσκοπούν σε κέρδος- μια λέξη που διατρέχει τα λόγια του ως βασικό μοτίβο. Η στάση του φανερώνεται στο λόγο του Αίμωνα όταν του αποτείνεται προσπαθώντας να τον συνετίσει:

μη νυν εν ήθος μούνον έν σαυτώ φόρει

Μην φέρεσαι λοιπόν μ' έναν και μόνο τρόπο,

ως φής σύ, κούδέν άλλο, τούτ' ορθώς εχειν

Σαν αυτό που συ λες να 'ταν σωστό και κανένα άλλο,

όστις γαρ αυτός ή φρονείν μόνος δοκεΐ

η γλώσσαν ην ούκ άλλος ή ψυχην εχειν,

γιατί όποιος θωρεί πως μόνος αυτός έχει φρόνηση

κι ομιλία όπως κανένας άλλος και ψυχή,

ούτοι διαπτυχθέντες ώφθησαν κενοί.

αυτοί οι άνθρωποι, σαν αποκαλυφθούν, φανερώνονται κενοί.

'Αλλ' άνδρα, κει τις ή σοφός, τό μανθάνειν

πόλλ' αίσχρόν ουδέν και το μη τείνει άγαν.

Αλλά σ έναν άνθρωπο, κι αν είναι σοφός, το να μαθαίνει

και να μην το παρατραβά δεν είναι ντροπή.

Οράς παρά ρείθροισι χειμάρροις όσα

δένδρων ύπείκει, κλώνας ως έκσωζεται,

Το βλέπεις στα ρείθρα των χειμάρρων: όσα

δέντρα κάνουν πίσω τα κλωνιά τους σώζονται,

τα δ' άντιτείνοντ' αύτόπρεμν' άπόλλυται.

κι αυτά που αντιστέκονται ξεριζώνονται και χάνονται.

Αυτως δέ ναός όστις εγκρατής πόδα

τείνας υπείκει μηδέν, ύπτίοις κάτω

στρέψας το λοιπόν σέλμασιν ναυτίλλεται.

Το ίδιο ένα καράβι, όποιος σφιχτά τ' άρμενα

τα τεντώνει και δεν τα χαλαρώνει καθόλου, θ' αναποδογυρίσει

και θα ταξιδεύει πια με την καρίνα προς τα πάνω.

'Αλλ' είκε, θυμω και μετάστασιν δίδου.

Αλλά δώσε τόπο στην οργή κι άλλαξε την κατάσταση!

Η άτεγκτη στάση του Κρέοντα, η καχυποψία κι η δυσπιστία του απέναντι σ' όλους, το εν μούνον ήθος του τον φανερώνουν σαν έναν που έχει, όπως λέμε, «μουλαρώσει» - σαν το αλύγιστο κλωνάρι στο ρέμα, σαν τα τεντωμένα άρμενα στην καταιγίδα.

O Κρέων μιλά και πράττει υπνωτισμένος: υπνοβατεί. Κλείνει την Αντιγόνη σε μια σπηλιά, όπου αυτή κρεμιέται. O Αίμωνας τη βρίσκει κι αυτοκτονεί με το σπαθί του.

Όταν ο Κρέων εμφανίζεται και πάλι κρατάει στην αγκαλιά τον νεκρό γιο του. Τώρα μιλάει αλλιώς (στ. 1261-1269):

Ίώ

φρενών δυσφρόνων αμαρτήματα

στέρεα θανατόεντ'

Ωι!

ενός παράφρονα αμαρτήματα

επίμονα, θανατηφόρα!

ώ κτανόντας τε και

θανόντας βλέποντες εμφυλίους.

Ω δολοφόνο και

πεθαμένο δείτε, συγγενείς μεταξύ τους!

"Ωμοι έμών ανολβα βουλευμάτων.

Ωιμέ,τα βουλεύματα μου τα άμοιρα!

Ίώ παί, νέος νέω ξύν μόρω

Ωι, παιδί, που τόσο νέο το μοιραίο σε βρήκε!

αιαί αίαί,

εθανες, απελύθης,

Αγιαγιαγια!

πέθανες, απολύθηκες

έμαίς ουδέ σαίσι δυσβουλίαις.

από δική μου δυσβουλία, όχι δική σου!

Ποιο είναι το δυσ-, της «δυσβουλίας» του Κρέοντα; Θα 'λεγα όχι αυτή καθαυτήν η διαταγή του να μείνει άθαυτος ο Πολυνείκης, και η εμμονή του σ' αυτήν, αλλά η ανετοιμότητά του να αναλάβει τις συνέπειες της. Δεν έχει καν μάτια για το ότι υπάρχουν συνέπειες, ότι για τις πράξεις μας πάντα μα πάντα έχουμε να πληρώσουμε το αντίστοιχο τίμημα.

Λέγεται πως κάποτε ένας Κινέζος αυτοκράτορας φώναξε τους σοφούς απ' όλο του το βασίλειο και τους ζήτησε να συμπεριλάβουν τη σοφία που κατείχαν σε μία φράση. Η φράση τους ήταν: «Φαγητό τζάμπα δεν υπάρχει!».

O υπνοβάτης δεν το γνωρίζει. Εδώ διακρίνουμε ένα άλλο χαρακτηριστικό του. Ζητάει φαγητό τζάμπα. Καλύτερα, δεν ζητάει καν. Βλέπει το φαγητό και μόνο αυτό. Για την πληρωμή που αργότερα, μα σίγουρα, θα του ζητηθεί δεν έχει ιδέα όσο κάθεται στο τραπέζι και τρώει. Όταν έρθει ο λογαριασμός, θα πέσει απ' τα σύννεφα. Και μάλιστα συνήθως δεν θα τον αναγνωρίσει καν σαν δικό του. Θα πει ότι έγινε κάποιο λάθος, ότι είναι ατυχία, αδικία, εκδίκηση, συνωμοσία, ότι είναι παραφουσκωμένος, ότι προορίζεται για το διπλανό τραπέζι - και τι δεν θα βρει να πει!

Ένας άνθρωπος που έπασχε από καρκίνο, εκείνο που είχε να πει σαν τελευταία του λόγια ήταν κατηγορίες για τους γιατρούς - γνώριζα αρκετά καλά την κατάσταση για να ξέρω πως δεν υπήρχε θέμα ιατρικού λάθους. Αυτός ο άνθρωπος είχε πιστέψει πως η ζωή είναι τζάμπα. Το λογαριασμό που του παρουσιάστηκε όταν τέλειωσε το φαγοπότι δεν τον δέχτηκε ποτέ. Φυσικά τον πλήρωσε όμως, κι εδώ είναι το κρίσιμο σημείο, δεν τον αναγνώρισε.

Το «φαγητό τζάμπα» δεν είναι απλά ένα άλλο χαρακτηριστικό του υπνοβάτη αλλά συνάδει μ' αυτό που μέχρι τώρα περιέγραψα, την τυφλή του παράδοση στο εν μούνον ήθος, στη μία και μόνη αρχή που διέπει τα λόγια και τα έργα του. Διότι μια τέτοια αρχή, καθότι «μία και μόνη», δεν χρειάζεται να δίνει λόγο, δεν οφείλει πουθενά τίποτα. «Δεν έχω να δώσω λόγο σε κανέναν!» λέει ο υπνοβάτης. Αμ δε!

Το «Δεν έχω να δώσω λόγο σε κανέναν!» έρχεται μέσα από μια βαθιά ριζωμένη παράδοση. Μας το επισημαίνει ήδη η αρχαία τραγωδία. Αλλά και ο χριστιανικός θεός, ο «παντοδύναμος» και «παντοκράτωρ», χαρακτηρίζεται ως «causa sui», ως αίτιο του εαυτού του. Αυτός ο θεός δεν δίνει λόγο. O άνθρωπος που οφείλει να γίνει «κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσίν»του θ' ακολουθήσει το παράδειγμα του. Πόσο μάλλον στους νεότερους χρόνους όπου πλέον με το καρτεσιανικό cogito αναγορεύεται σε αρχή και θεμέλιο των πάντων.

Έτσι, για παράδειγμα, κυκλοφορεί στη λεγόμενη «ψυχοσωματική ιατρική» η δημοφιλής αντίληψη ότι κανείς «αποφασίζει», ότι εξαρτάται απ' αυτόν αν θα πάθει καρκίνο, έμφραγμα και «πάσαν νόσον». Στο χέρι του ανθρώπου, έτσι πιστεύει ο υπνοβάτης, είναι τα πάντα. O λογαριασμός, πιστεύει, είναι δικό του θέμα: Αν είναι «ψυχικά υγιής» θα τη βγάλει τζάμπα...

Η παρουσίαση του λογαριασμού από τον ξενοδόχο, που δεν λογαριάζει, έρχεται πολλές φορές με τη μορφή της κατηγορίας. Φυσικά υπάρχουν δίκαιες και άδικες κατηγορίες, όμως δεν είναι αυτό το θέμα μας. O υπνοβάτης, αυτός που δεν έχει ιδέα για το τίμημα που έχει να καταβάλει, θ' αντιδράσει στην κατηγορία σαν αλλεργικός, θα τον «πιάσει κάτι» και θα επιδιώξει να την αποσείσει από πάνω του με κάθε τρόπο.

Όπως πολλές φορές υπνοβατεί και ο λεγόμενος «ενοχικός». Μοιάζει με τον πελάτη που μπροστά στο λογαριασμό ανοίγει το πορτοφόλι του, το αδειάζει, κάνει ακόμα και χρέη για να ξεπληρώσει, μα τα χαρτονομίσματα με τα οποία συναλλάσσεται είναι πλαστά. Ούτε αυτός δεν αναγνωρίζει πραγματικά το λογαριασμό.

O Κρέοντας τον αναγνωρίζει. Προσοχή: Δεν μετανοιώνει, δεν παρασέρνεται σ' ένα φανταστικό κι ανόητο «Αν δεν το 'χα κάνει. ..», αλλά αυτό που έκανε του αποκαλύπτεται σε όλο το εύρος του, δηλαδή περιλαμβάνοντας και το τίμημα.

Απέναντι του στέκει η Αντιγόνη. Στον εισαγωγικό διάλογο με την αδελφή της Ισμήνη λέει για την απόφαση να θάψει τον αδελφό της (στ. 70-71):

Άλλ' ίσθ' οποία σοι δοκεΐ, κείνον δ' εγώ

θάψω· καλόν μοι τοΰτο ποιούση θανείν.

Αλλά νόμιζε ό,τι θέλεις, όμως εκείνον εγώ

θα τον θάψω, για μένα είναι καλό κάνοντας αυτό να πεθάνω.

Και λίγο παρακάτω, εκεί που η Ισμήνη προσπαθεί να την μεταπείσει (στ. 95-97):

Άλλ' εα με και την εξ έμού δυσβουλίαν παθεΐν το δεινόν τούτο· πείσομαι γαρ ού τοσούτον ουδέν ώστε μη ού καλώς θανείν.

Αλλ' άφησε μένα και τη δυσβουλία μου να πάθω το δεινό τούτο, αφού δεν θα πειστώ με τίποτα να μην πεθάνω καλά.

Δυσβουλία. Τη λέξη τη συναντήσαμε προηγουμένως στον Κρέοντα, τώρα την ακούμε από την Αντιγόνη. Και τις δυο φορές εννοεί μια βουλή που οδηγεί στην καταστροφή.

Πόσο διαφορετικά ηχεί στα λόγια του ενός και του άλλου! Ο Κρέοντας μιλά εκ των υστέρων, με τη λέξη ονομάζει μια κατάρα που τον βρήκε και τον θόλωσε. Η Αντιγόνη μιλά εκ των προτέρων. Στα λόγια της η λέξη σημαίνει ένα ιερό σχεδόν χρέος που απαιτεί απ' αυτήν τα πάντα.

Η Αντιγόνη είναι ηρωίδα. Όπως ο υπνοβάτης, ο ήρωας είναι επίσης παραδομένος σ' έναν και μοναδικό δρόμο. Όμως, σε αντίθεση με τον υπνοβάτη, αυτός έχει αναλάβει την παράδοση του στο δρόμο που του καταλογίστηκε. Όταν «Οι Μήδοι επιτέλους θα διαβούν», δεν θα πέσει από τα σύννεφα.

Ο Miyamoto Musashi, ένας σαμουράι που σε μεγάλη ηλικία έκατσε κι έγραψε αυτά που αποκόμισε από τη ζωή του, λέει:

Με την έκφραση «δρόμος του πολεμιστή» εννοείται ο θάνατος. O δρόμος του πολεμιστή είναι ο θάνατος. Αυτό σημαίνει να επιλέγεις το θάνατο όποτε υπάρχει επιλογή μεταξύ ζωής και θανάτου. Δεν σημαίνει τίποτα περισσότερο απ' αυτό.

Και λίγο αργότερα:

Εάν κρατάς το πνεύμα σου σωστά απ' το πρωί μέχρι έως τη νύχτα εξοικειωμένος με την ιδέα του θανάτου, αφομοιωμένος με το θάνατο και θεωρείς τον εαυτό σου ένα νεκρό σώμα, γινόμενος έτσι ένα με το δρόμο του πολεμιστή, μπορεί να περάσεις απ' τη ζωή δίχως πιθανότητα αποτυχίας και να εκτελέσεις την αποστολή σου κατάλληλα.

O Κρέων δεν είναι ήρωας. Είναι ένας υπνοβάτης που όμως κάποτε ξυπνά. Τι βλέπει στο ξύπνημα του; (Στ. 1271-1276):

Οίμοι

Αλοίμονο

εχω μαθών δείλαιος· έν δ' εμώ κάρα

θεός τότ' αρα τότε μέγα βάρος μ' έχων

επαισεν, έν δ' εσεισεν άγρίαις όδοίς,

Έπρεπε να το μάθω με δέος. Και στο κεφάλι

εκεί ένας θεός, ναι, εκεί πολύ βαριά μ' άρπαξε

και με χτύπησε και μ' έσυρε σ' άγριους δρόμους,

οΧ μοι λεωπάτητον άντρέπων χαράν.

αλοίμονο, σκόνη κάνοντας τη χαρά μου!

Φεύ φεύ, ίώ πόνοι βροτών δύσπονοι.

Φευ! Φευ! Ώι πόνοι των θνητών δύσπονοι!

«Ξυπνώ» θα πει εδώ «μαθαίνω». «Μαθαίνω» θα πει «ξυπνώ».

Συμβαίνει σ' ένα χώρο άλλον από εκείνον της γνώσης. Αυτό το «μαθαίνω» δεν είναι απόκτηση γνώσης. Είναι ένα ανοιγμάτων ματιών που τώρα βλέπουν κάτι που ήταν από πάντα μπροστά τους. Αυτό είναι το ξύπνημα για το οποίο μιλάμε. Όμως εδώ μοιάζει να μην υπάρχει φυσικό ξύπνημα. Το μάθημα του είναι το πάθημα, οι δύσπονοι πόνοι των θνητών.

Η θεραπευτική συνομιλία όταν δεν είναι «παροχή υπηρεσιών», όπως αναγράφεται στα μπλοκάκια των αποδείξεων, έχει νόημα μόνο σαν δρόμος που ενδεχομένως θα φέρει τον υπνοβάτη σ' ένα ξύπνημα. Στη φύση της θα ταίριαζε, υπό όρους, μια γνωστή ρήση του Καρλ Μαρξ: «Αρκετά ερμηνεύσαμε τον κόσμο· καιρός είναι να τον αλλάξουμε».

Η θεραπευτική συνομιλία είναι η πράξη μιας αλλαγής με την έννοια του ξυπνήματος το οποίο δεν αποφασίζεται στα χαρτιά αλλά επιβάλλεται σε κάποιον όταν έρθει η ώρα του, η ώρα της κρίσης. Είναι μια τραγική υπόθεση.

Λέει ο Κρέων όταν έχει ξυπνήσει και κοιτάζει ολόγυρα θρηνώντας γιο και γυναίκα, καθώς κι αυτή, όταν ακούει για την τύχη του γιου της, αποσύρεται στα δώματα της κι αυτοκτονεί (στ. 1343-1346):

[...]ουδ' έχω

όπα προς πότερον ίδω· πάντα γαρ

λέχρια τάν χεροΐν, τά δ' έπι κρατί μοι

πότμος δυσκόμιστος εισήλατο

... και δεν έχω

τι να κοιτάξω, πού να στραφώ· γιατί τα πάντα

ξεγλιστράν απ' τα χέρια μου και στο κεφάλι μου

επέλαση έκανε δυσβάσταχτη συμφορά.

Το τραγικό είναι άλλο από το δυσάρεστο και το ευχάριστο. Είναι, για να θυμηθούμε τον τελευταίο στίχο του «Ερωτόκριτου», το ρόδο κι ο όμορφος ανθός που «γεννιέται μες στ' αγκάθι».

Επιχείρησα μια περιγραφή του υπνοβάτη. Μ' αυτή δεν φιλοδοξώ να εισάγω μια νέα μαγική λέξη και να ισχυριστώ ότι έτσι εξηγούνται τα πάντα. Χρειάζεται κάποτε να πάρουμε απόσταση από την προσκόλληση σε έναν τρόπο προσέγγισης - όμως να πάρουμε απόσταση και από τη σούπα όλων των τρόπων όπου κανείς παίρνει κάτι από δω και κάτι από κει και βολεύεται.

Η κατάσταση που στον Σεφέρη, ακολουθώντας τον Ηράκλειτο, και στους Ινδούς, μέσα από τους δικούς τους δρόμους, καλείται «υπνοβασία» μας επιτρέπει να δούμε πράγματα που συμβαίνουν στη θεραπεία και τη φύση της ίδιας της θεραπείας αλλιώς, μακριά από τη μονοσημαντότητα της ψυχολογιστικής σκέψης.

Να δει κανείς αυτά τα πράγματα με αφορμή μια λέξη που διάβασε στον Σεφέρη και μια κυρία που είδε στο Κολωνάκι είναι ένα παιχνίδι. Το έχω κάνει κατά καιρούς και μ' άλλες λέξεις. Και σ' αυτόν που θ' απορήσει, που δεν θα τα βρει σοβαρά, θυμίζω, τουλάχιστον σαν τροφή για σκέψη, κάτι λόγια του Ηράκλειτου που λένε πως ο χρόνος μιας ζωής είναι «παις παίζων», παιδί που παίζει.

Είναι μεγάλο δώρο αν κανείς, π.χ., στη διάρκεια μιας θεραπείας, μπορέσει να δει τη ζωή του κι έτσι, σαν παιχνίδι. Συνήθως παίρνουμε κάποια πράγματα πολύ στα σοβαρά. Όμως όπου υπάρχει σοβαρότητα, κάπου, κάπως, δεν γίνεται διαφορετικά, θα σκάσει μύτη κι η σαχλαμάρα.

Το παιχνίδι είναι μια λέξη πέραν σοβαρού και σαχλού. Μα κι' αυτά που ειπώθηκαν σήμερα, για ν' ακουστούν, δεν πρέπει να ληφθούν στα σοβαρά. Θέλει πρώτα να ξεχαστούν: να καούν και να γίνουν στάχτη. Κι εδώ ταιριάζουν κάποιοι στίχοι απο τα «Τρία Κρυφά Ποιήματα» του Σεφέρη, για να κλείσω με τον ποιητή που ξεκίνησα:

«Φώναξε τα παιδιά να μαζέψουν τη στάχτη και να τη σπείρουν».


Δημος Ονειρων

[Ομιλια στο Πανεπιστημιο της Βιεννης με τον τιτλο «Träume» [Ονειρα]. Βιεννη 2003.]

PDF

Κυριες και κυριοι, τον περασμενο Απριλιο ελαβα ενα αρθρο για το ονειρο. Προσπαθησα επανειλημμενα να συνταξω μια απαντηση. Δεν μου 'βγαινε με τιποτα! Παντως μια φραση απο τα σχεδιασματα επεζησε. Σας τη μεταφερω: «Ολο και λιγοτερο ξερω τι θα μπορουσε να ειπωθει επανω στο ονειρο και σκεφτομαι με τρομο πως εχω να κανω μια ομιλια στη Βιεννη με τον τιτλο "Ονειρα"».
Και μια μερα, μαζι με τον τρομο και το δεν ξερω, ψηλαφωντας και γραφοντας βγηκα στο δρομο των ονειρων.
Για οδοσημα ειχα ενα σημειο απο την Οδυσσεια. Εκει περιγραφεται η πορεια των ψυχων των σκοτωμενων μνηστηρων στον Αδη. Οι σχετικοι στιχοι λενε: «ηδε παρ' Ηελιοιο πυλας και δημον 'Ονειρων / ηισαν αιψα δ' ικοντο κατ' ασφοδελον λειμωνα (περασαν απ' τις πυλες του ηλιου, απο το δημο ονειρων και κατοπιν εφτασαν γρηγορα στο σκοπο τους, στο λιβαδι των ασφοδελων).
O δημος ονειρων... Βρισκεται αναμεσα στις πυλες του Ηλιου και τον Αδη - το λιβαδι των ασφοδελων.
Αρχικα το σημειο μου ηταν γνωστο απο στιχους του Γιωργου Σεφερη: «Οι πεθαμενοι ξερουν μοναχα τη γλωσσα των λουλουδιων [των ασφοδελων]
· γι' αυτο σωπαινουν / ταξιδευουν και σωπαινουν, υπομενουν και σωπαινουν», και τωρα ακολουθουν οι ομηρικες λεξεις, που επαναλαμβανονται, «παρα δημον ονειρων, παρα δημον ονειρων».
Τους στιχους τους διαβασα πρωτη φορα πριν απο καπου σαραντα χρονια. Κανενας λογος για τα ονειρα δεν με συγκινησε ποτε οσο αυτος. Ομως η συγκινηση μου εμεινε βουβη. Ο,τι εχω να σας πω ερχεται μεσα απο την αποπειρα σημερα να τη φερω σε γλωσσα.
Πρωτα θα σας διηγηθω ενα συντομο ονειρο. Ειναι απο την εποχη της διαμονης μου στο γερμανοφωνο χωρο, που μου εγινε και παλι παρουσα με την ευκαιρια αυτης της ομιλιας:
Ειμαι με τον Medard Boss [τον αλλοτινο μου δασκαλο] σ' εναν αγνωστο τοπο, στο υπαιθρο. Μου χαριζει ενα δαχτυλιδι.
Το βραδυ που εβαλα αυτες τις αραδες για πρωτη φορα στο χαρτι εγραψα κι ενα γραμμα στον φιλο μου και συναδελφο Hansjörg Reck.
Μια νυχτα ηταν που ειδα το ονειρο με τον Boss. Μια νυχτα ηταν που εγραψα το γραμμα στον Reck. Ειναι εδω νυχτα και νυχτα το ιδιο; Ειναι δυο νυχτερινα συμβαντα αυτα που μολις σας αφηγηθηκα; Ονειρο με τον Boss και γραμμα στον Reck;
Η νυχτα του γραμματος στον Reck ηταν η νυχτα της 15ης Μαΐου. Ημουν στο ιατρειο μου στην Αθηνα. Ειχε πανσεληνο. Σκεφτομουν τη γυναικα μου στη Θεσσαλονικη, 500 χιλιομετρα μακρια. Καθομουν στο γραφειο μου μ' ενα ποτηρι τσιπουρο. Στις ειδησεις ειχε τα νεοτερα για την πνευμονια στην Κινα κτλ.
Το γραμμα στον Reck δεν ειναι νοητο διχως αυτην τη νυχτα. Ουτε κι οι αλλοι τοποι κι οι ανθρωποι που μνημονευτηκαν δεν νοουνται διχως αυτην, διοτι περισυνελεξαν το χρονο της ζωης μου στο παρον εκεινης της νυχτας.
Τι γινεται τωρα με τη νυχτα του ονειρου Boss; Αυτη, ως η νυχτα του ονειρου Boss, δεν μπορει να περιγραφει οπως η νυχτα του γραμματος στον Reck, αφου το ονειρο Boss μου ηρθε στο νου πρωτα με το ξυπνημα. Δεν υπηρξε καμια στιγμη που να ειπα η να μπορουσα να πω για το ονειρο Boss: «Αυτην τη νυχτα ονειρευομαι...».
Εχει το ρημα «ονειρευομαι» ενεστωτα χρονο; Ρωταει ο Wittgenstein. Ομως ο,τι ποτε δεν ηταν παροντικο ποτε δεν μπορει να γινει και παρελθον: Το ονειρο μου δεν παρηλθε οπως παρηλθε το γραμμα στον Reck. Καθοσον το ρημα «ονειρευομαι» δεν εχει ενεστωτα χρονο, δεν εχει ουτε και παρελθοντα χρονο. Η φραση «Ονειρευτηκα...» δεν μπορει να ειπωθει οπως η φραση «Εγραψα ενα γραμμα...».
Κανεις θα μπορουσε να αντιτεινει οτι, π.χ., σ' ενα εργαστηριο υπνου και βεβαια μπορω να γνωριζω ποτε κανεις ονειρευεται: μπορω να τον ξυπνησω, αυτος μπορει να το επιβεβαιωσει και να διηγηθει τ' ονειρο του. Λοιπον το ρημα «ονειρευομαι» οντως εχει ενεστωτα χρονο! Αυτη η ενσταση μου δινει την ευκαιρια να υποδειξω μια διαφορα: Αλλο γνωριζω, αλλο βλεπω.
Στην ψυχοθεραπεια η διαφορα μεταξυ γνωσης και βλεμματος εχει ιδιαιτερη σημασια. Σ' αυτην κρινεται κατα ποσον η ερμηνεια [στα γερμανικα «Deutung», απο το «δεικνυμι»] σημαινει μια αφεση βλεμματος που ενθαρρυνει καποιον ν' ανοιξει τα ματια του, η μια εξηγηση που οδηγει σε συνδεσεις και σε κατασκευες χωρις νοημα. Τη νυχτα του ονειρου Boss, ως τη νυχτα ενος ονειρικου συμβαντος, μπορω μεν να τη συμπερανω, ομως ποτε δεν μπορω να τη δω.
Η νυχτα που αναφερεται στην προταση «Ονειρευτηκα τη νυχτα. ..» δεν εγινε ουτε παρον ουτε παρελθον του χρονου της ζωης μου ποτε. Ποτε δεν με δεχτηκε εντος της. Ποτε δεν μου εγινε οικεια. Και παλι το ανοικειο της με αφορα, αφου ηταν η νυχτα εκεινου του ονειρου. Αυτη η νυχτα ειναι αποκοσμη.
Το εδω εννοουμενο αποκοσμο γινεται ακομα καθαροτερα ορατο οταν προκειται για τη νυχτα του ανονειρευτου υπνου. Η διαφορα της φρασης «Εγραψα ενα γραμμα...» απο τη φραση «Κοιμηθηκα» ειναι ακομα πιο οφθαλμοφανης. Εδω η ελλειψη ενεστωτα και παρελθοντος χρονου του ρηματος «κοιμαμαι» στη συνηθισμενη του χρηση χτυπαει στο ματι ιδιαιτερα. Ομως σημερα δεν μπορω να επεκταθω σ' αυτο περισσοτερο.
Το αποκοσμο ονειρων και υπνου, το απομακρο τους ως προς τα μερη της κατοικησης των ανθρωπων, το απ-ανθρωπο τους, εκανε τους αρχαιους να δουν ονειρα και υπνο σε αναφορα με το θειο και με το θανατο - το «λιβαδι των ασφοδελων». Μας απαγορευει τοσο να παραστησουμε το ονειρο με το συγχρονο ψυχολογικο νοημα σαν κατι που εκτυλισσεται σ' ενα φανταστικο «μεσα μου», οσο και να το εγκλωβισουμε στο ανθρωπολογικο, δηλαδη ως καθοριζομενο απο τις ανθρωπινες καταστασεις υπνου και ξυπνου.
Το αποκοσμο της νυχτας τους κανει τα ονειρα να εμφανιζονται σ' ενα αλλο φως. Αναγκαζει τ' απορημενα ματια να συνηθισουν σ' αυτο το αλλο φως.
Σκεφτομαι δυο ακομα ομαδες φαινομενων που διακρινονται απ' αυτο το αλλοκοτο αχρονο, αυτο το αποκοσμο.
Πρωτα, τα παλια παραμυθια. Συχνα ξεκινουν με τη φραση «Μια φορα κι εναν καιρο...»
Αυτη η «μια φορα» διαφερει ριζικα απο τη μια φορα, π.χ., που επισκεφτηκα τη Βιεννη το καλοκαιρι του 1965. Παραπεμπει σ' ενα παναρχαιο που βρισκεται τοσο εξω απο καθε αρχαιοτητα κι απο καθε ημερομηνια οσο η φαινομενικα τοσο χειροπιαστη «προηγουμενη νυχτα» που ονειρευτηκα το 'να και τ' αλλο. Κατοπιν σκεφτομαι τα περασμενα.
Με τη λεξη «περασμενα» δεν εννοω τωρα διολου, π.χ., εναν παιδικο φοβο που ζωντανευει στην ενηλικη ζωη ξανα και ξανα, η εναν πεθαμενο που σε καποιον μπορει για χρονια να παραμενει παρων, η το κακο που εγινε σ' εναν και δεν τον αφηνει σε ησυχια κι αποζηταει εκδικηση. Αυτα τα πραγματα μονο κατ' επιφαση παρηλθαν.
Το κυριολεκτικα παρελθον εχει μετατεθει στο ξενο μιας αποστασης και μιας εγγυτητας οπου η χρονολογια του εχει γινει πλεον ολοτελα αδιαφορη. Μπορει να συμβει μ' ολα τα προηγουμενα παραδειγματα. O δρομος αυτης της μεταμορφωσης αναλαμβανεται, μεταξυ αλλων, εκπεφρασμενα στη θεραπευτικη συναντηση: Το παρελθον ειναι καθοδον στην παρελθοντικοτητα του. Στο τελος αυτου του δρομου το κυριολεκτικα πλεον παρελθον παιρνει ακριβως μορφη ονειρικη, η παραμυθενια. Αυτο το τελος κανεις θα μπορουσε να το ονομασει «μνημη».
Οταν σας διηγηθηκα το ονειρο Boss, ανεφερα επι τουτου πως ηταν ονειρο. Εαν ειχα παραλειψει τη λεξη «ονειρο» κι ειχα πει οτι ο Boss μου χαρισε ενα δαχτυλιδι, σιγουρα θα ειχατε ξεγελαστει. Ομως, εαν σας ειχα πει «Στις 15 Μαΐου, στον ξυπνο, εγραψα ενα γραμμα στον Reck», τοτε η αναφορα μου στον ξυπνο θα ηταν παραταιρη.
Πως χρησιμοποιειται η λεξη «ονειρο» στη διηγηση του ονειρου Boss; Δεν ανηκει μεν στην υποθεση οπου ο Boss μου χαριζει ενα δαχτυλιδι, ομως για τη διηγηση της ειναι απαραιτητη. Γιατι; Διοτι πουθενα στη διηγηση της ιστοριας με τον Boss και το δαχτυλιδι δεν θ' αναγνωρισετε οτι ηταν ονειρο.
Εαν πω «Ο Ροναλντο εβαλε ενα φοβερο γκολ!», δεν χρειαζεται να το αναφερω οτι μιλω για ποδοσφαιρο, γιατι ο Ροναλντο ειναι γενικα γνωστος ως ποδοσφαιριστης και το γκολ ανηκει στο ποδοσφαιρο.
Με το ονειρο τα πραγματα εχουν αλλιως. Δεν υπαρχει τιποτα που ν' ανηκει στο ονειρο ειδικα, ετσι ωστε απο τη διηγηση ενος ονειρου ν' αναγνωριζαμε πως ειναι ονειρο. Και τα πιο παλαβα πραγματα θα μπορουσαν το ιδιο καλα ν' αναφερθουν σε μια φαντασιωση, σε μια ψευδαισθηση, σ' ενα παραμυθι, στη μυθοπλασια κτλ.
Κι αλλωστε, αν ηταν αληθινος ο ισχυρισμος πως οι ονειρικες εμπειριες διαφερουν απ' αυτες του ξυπνου, πως δηλαδη υπαρχουν ονειρικες εμπειριες, τοτε ενα ονειρο θα 'πρεπε να 'ναι αναγνωρισιμο σαν τετοιο ηδη και στην πιο ασημαντη περιγραφη, οπως το ποδοσφαιρο που ειναι αναγνωρισιμο στην περιγραφη καθε φασης. Τοτε απο τη φραση «Ο Boss μου χαρισε ενα δαχτυλιδι» θα 'πρεπε να καταλαβετε πως ηταν ονειρο. Εαν δεν μπορειτε να το καταλαβετε, τοτε η λεξη «ονειρικη εμπειρια» δεν εχει κανενα νοημα κι η υποτιθεμενη διαφορα ειναι αχρηστη.
Μ' αυτο δεν εννοω διολου πως ονειρο και ξυπνος ειναι ενα αδιαφοροποιητο μιγμα. Θελω μονο να δω καθαροτερα πως μπαινει στο παιχνιδι η λεξη «ονειρο».
Και τωρα θα δοκιμασω να περιγραψω αυτο το «παιχνιδι»: Ξυπνω και ρητα, η αρρητα μου ερχεται η λεξη: «ονειρο». Για την ακριβεια δεν ειναι λεξη αλλα ονομα. Κανεις θα μπορουσε να παρομοιασει το ονομα «ονειρο» με ανω κατω τελεια: διανοιγει μια θεαση οπου ολα φωτιζονται απο ενα ιδιαιτερο φως. Ο αγνωστος τοπος. O Boss. Εγω. Το δαχτυλιδι που μου χαριζει.
Το ξερω αυτο το φως απο αλλες περιστασεις οπου ξυπνησα κι ειπα φωναχτα η αφωνα το ονομα «ονειρο». Καθε φορα με βλεπω εκει, αυτην τη φορα με τον Boss και το δαχτυλιδι. Κανεις θα μπορουσε να πει οτι ο Boss μου χαριζει το δαχτυλιδι στο ονομα του ονειρου, εαν εδω ακουσουμε το «στο...» κυριολεκτικα: Ειναι σ' αυτο το φως που συμβαινει η ιστορια με τον Boss και το δαχτυλιδι.
Το ονειρο ως-ονειρο θα ηταν λοιπον φαινομενο του ξυπνηματος. Και το φαινομενο του ονειρου δεν θα 'πρεπε ν' αναζητηθει στο «ονειρικο υλικο», στα «ονειρικα δεδομενα» -αφου αυτα δεν ειναι ιδιαιτερα του ονειρου- αλλα σ' εκεινο το φως.
Σχετικα θα μπορουσαν να ειπωθουν καποια πραγματα - εφοσον δεν παραστησουμε το ξυπνημα σαν κατι το περιορισμενο στον ανθρωπο που το πρωι ανοιγει τα ματια του. Το ξυπνημα δεν ειναι νοητο διχως την ανατολη του ηλιου. Ξυπνημα και ανατολη ειναι με τον τροπο (Παρμενιδης) του ζευγους νοειν και ειναι: το αυτο. Ονειρα και ανατελλον φως: το αυτο!
Στους ομηρικους στιχους τουτο ηχει στη γειτνιαση δημου ονειρων και πυλων του ηλιου. Ομως για ποιο φως μιλαμε; Μπορει να περιγραφει περισσοτερο; Αυτα που μπορω να πω σχετικα τα εμαθα εμμεσα απο τον Boss - δεν ξερω πια αν τα διαβασα η τα ακουσα:
Μια γυναικα βλεπει στην κουζινα της ενα ποντικι να τριγυρναει. Βγαζει μια τσιριδα, ανεβαινει επανω στην καρεκλα κτλ. O Boss λεει λοιπον πως η γυναικα δεν βλεπει απλα το ζωακι «ποντικι». Διοτι το ποντικι καθως ξετρυπωνει απ' το σκοταδι της γης φερνει αυτο το σκοταδι μαζι του στην επιφανεια και στο σπιτι. Αυτο ειναι, λεει, που βλεπει η γυναικα και στο οποιο απανταει με πανικο.
Ειναι αναλογο προς τη σκεψη του υστερου Heidegger, ο οποιος συνελαβε την αληθειαν ως την α-ληθευουσα ληθη: το αληθες δεν «απαγεται» απο τη ληθη, οπως λεγεται ακομα στο Ειναι και χρονος. Α-ληθευει το ληθιο καθαυτο. Πρωτα το ποντικι μου το εδειξε καθαρα. Τετοιες στιγμες ηταν που εκαναν τον Boss δασκαλο μου.
Στο ανατελλον φως ανατελλει το σκοταδι της νυχτας! Στο απροσωπο της εκφρασης «ξημερωνει» εκ-προσωπειται η νυχτα! Η νυχτα ξημερωνει! Απο εδω θα μπορουσε ν' ακουστει η ρηση του Ηρακλειτου για τη μερα και νυχτα: εν.
Το φως δεν εξαντλειται στο φωτισμο του. Το φως ειναι καθαυτο αφωτο. Ο Σεφερης το προσφωνει: «Αγγελικο και μαυρο, φως».
«Προς τι ποιητες;» θα μπορουσε κανεις να ρωτησει μαζι με τον Hölderlin και τον Heidegger και τον κοινο νου. Απαντηση: Οσο προσεκτικοτερο ειναι το ματι τοσο ποιητικοτερος ειναι ο περιγραφικος του λογος.
«Η προσοχη ειναι η φυσικη προσευχη της ψυχης». Ειναι μια φραση του Malebranche η οποια, μεσα απο τις μελετες του Walter Benjamin για τον Kafka, αναληφθηκε απο τον Paul Celan.
Η προσοχη ειναι υποθεση του λεγοντος βλεμματος, του βλεποντος λογου, που ειναι χρεωμενος το πραγματικο. Αντιθετα η ακριβολογια ειναι υποθεση της παραστατικης σκεψης που ενδιαφερεται για τη δικη της διασφαλιση. Ο μαθητευομενος θεραπευτης πρεπει να οξυνει την προσοχη του και να ξεσυνηθισει να σκεφτεται.
Επιστρεφουμε στο ξυπνημα. Τωρα θα μπορουσαμε να πουμε οτι τα ονειρα ανηκουν σ' εκεινο το σκοταδι του υπνου, δηλαδη της νυχτας, το οποιο, οπως το ποντικι του Boss, φανερωνεται με το ανατελλον φως. Εκει, σ' αυτο το φως, διπλα στις πυλες του Ηλιου τα ονειρα εχουν τον τοπο τους. Εκει ειναι ο δημος τους - μακρια απο τις κατοικιες και τα οικεια πραγματα των μοναχα ζωντων ανθρωπων.
Τωρα στην περιγραφη μου μπορω να προσθεσω τα εξης: O τροπος με τον οποιο, ξυπνωντας, μου ερχεται στο νου ενα ονειρο ειναι καπου διαφορετικος απ' αυτον μιας αναμνησης, π.χ., του γραμματος στον Reck. Το ονειρο δεν ειναι μνημονικο φαινομενο (Wittgenstein).
O τροπος που το ονειρο ερχεται στο νου ειναι περισσοτερο ο τροπος μιας αναδυσης. Κανεις θα μπορουσε να τον αποδωσει με μια λεξη του Ηρακλειτου: «αγχιβασιη», προσεγγιση. Ενδεχομενως ειναι ενα ονομα για το ενουν εν, οταν στο αγγελικο και μαυρο φως συνερχονται μερα και νυχτα, ξυπνος και υπνος, ζωη και θανατος.
Τα ονειρα, ιδωμενα ετσι, δεν ανηκουν ουτε στη μια πλευρα (ημερα-ξυπνος) ουτε στην αλλη (νυχτα-υπνος), οπως το ποντικι δεν ανηκει ουτε στο σκοτεινο της γης ουτε στο ανοιχτο του υπαιθριου.
Δειχνονται μεσα απο εκεινο το, για να χρησιμοποιησω μια καιρια λεξη του Freud. που ομως σπανια εννοηθηκε περαν του Freud, ελευθερα μετεωρο μεσον που αναδυεται, στον προσεχοντα.
Οταν τα ονειρα αποσπωνται απ' αυτο το μεσον και συρονται στην πλευρα του ξυπνου, τιθενται στην υπηρεσια μιας «θεραπειας» που εχει θεσει ως στοχο της μια καποια «υγεια», «απαρτιωση», «ανοιχτοτητα» κτλ.
Οταν συρονται στην πλευρα του υπνου, ειτε μεταπιπτουν στο μαγικο, καπου με την εννοια του προφητικου, του συμβολικου, του αρχετυπικου κτλ., η χανονται στα μηχανηματα του εργαστηριου υπνου.
Ομως η υπερβαση του μετρου μπορει να συζητηθει και ως προς την αχρονικοτητα των ονειρων που αναφερθηκε: Οταν το ελευθερα μετεωρο τους κλινει προς την πλευρα του παρελθοντος, τοτε προκυπτει η γενετικη ερμηνεια της ψυχαναλυσης. Οταν κλινει προς την πλευρα του μελλοντος, τοτε ερμηνευονται, π.χ., στην προοπτικη ανολοκληρωτων δυνατοτητων, οπως καπου στη «Daseinsanalyse» του Boss.
Κανεις θα μπορουσε και παλι να αντιτεινει:
- Θελεις λοιπον ν' αρνηθεις το πασιφανες, οτι ενα ονειρο παντα συνδεεται καπως με τη ζωη του ονειρευομενου; Οτι το ονειρο σημαινει κατι γι' αυτον;
Απαντω:
- Το ονειρο φυσικα και συνδεεται με τη ζωη μου. Θα μπορουσε ποτε ο πενταχρονος γιος μου να ονειρευτει τον Medard Boss;
Ομως το μονο που λεει αυτο ειναι: ο,τι αντιλαμβανομαι καθε φορα γινεται αντιληπτο στους ορους της ζωης μου. Μ' αυτο δεν μιλω στο πνευμα καποιου μονισμου. Σκεφτομαι περισσοτερο τον προσωκρατικο Ξενοφανη που πρεπει να ειπε:
[....] αλλ' ει χειρας εχον βοες ιπποι τ' ηε λεοντες
η γραψαι χειρεσσι και εργα τελεΐν απερ ανδρες
ιπποι μεν θ' ιπποισι, βοες δε τε βουσιν ομοιας
και (κε) θεων ιδεας εγραφον και σωματ' εποιουν
τοιαυθ', οιον περ καυτοι δεμας ειχον (εκαστοι).
Αν ομως βοδια κι αλογα και λιονταρια ειχαν χερια
και με τα χερια ζωγραφιζαν κι εργαζονταν οπως οι ανθρωποι
τοτε τ' αλογα ομοιες μ' αλογα και τα βοδια ομοιες με βοδια
θα ζωγραφιζαν τις εικονες των θεων και θα 'καναν τα σωματα τους
με μορφη σαν κι αυτην που εχουν τα ιδια.
Καθοσον τα πραγματα του ονειρου πρεπει να εμφανιζονται στα μετρα των ματιων που τα βλεπουν, καθοσον δηλαδη το ασυνδετο μεταξυ ονειρων και ιδωματων του ξυπνου ειναι αδιανοητο, αυτος που αναζητει συνδεσεις παραβιαζει ανοιχτες πορτες.
Και τωρα ενα ονειρο μου απο τα πρωτα μου χρονια στη Ζυριχη: Δινω εξετασεις ειδικοτητας. Εξεταστης ειναι ενας αγνωστος μου επιμελητης. Με ρωτα αν ξερω αρχαια ελληνικα. Απορω τι σχεση μπορει να 'χουν τα αρχαια με την ψυχιατρικη.
Ειναι γεγονος οτι τα επομενα χρονια ασχοληθηκα ολο και περισσοτερο με αρχαια ελληνικα κειμενα. Μπορω εδω να μιλησω για συνδεση αναμεσα στο ονειρο και στην ξυπνια ζωη μου; Ηταν, π.χ., προφητικο ονειρο; Αρχετυπικο; Ειναι η εξεταση στα αρχαια η μετατεθειμενη και συμπυκνωμενη μορφη καταστασεων της πρωτης παιδικης μου ηλικιας; Επεστησε το ονειρο την προσοχη μου σε ακομα ανολοκληρωτες δυνατοτητες;
Αυτες οι ερωτησεις... Τις συλλογιζομαι. Παρατηρω πως σε καμια τους δεν θελω να υπεισελθω. Ειναι ενα ψυχανεμισμα πρωτα που με κανει δυσβουλο. Θα χαλαγε αν αφηνομουν σε καποια απο τις προτεινομενες ερμηνειες κι επεδιωκα ν' αποκαταστησω μια συνδεση του ονειρου μου με τη ζωη μου του ξυπνου.
Δεν θελω να του κανω αυτο το κακο. Αφουγκραζομαι. Αυτο που ψαχνω ειναι, λεει, κιολας εδω. Απο μακρια ερχεται η πνοη μιας, κι εδω χρησιμοποιω με πολυ δισταγμο μια λεξη του Pasul Celan, τροπης της ανασας.
Τωρα μου φαινεται πως βλεπω καθαροτερα: Η απασχοληση μου με τ' αρχαια δεν ειναι πια νοητη διχως αυτο το ονειρο. Με αλλα λογια: Τα αρχαια δεν ειναι πια απλα θεμα της ξυπνιας ζωης μου. Το ευρος τους ξεπερνα αυτο του ξυπνου ατελειωτα: Ειναι πλεον σημαδεμενα απ' το ονειρικο οπως ο Εβραιος της εποχης των Ναζι ειναι σημαδεμενος απο το αστρο του -τη μοιρα του.
Ετσι ειναι ακομα και με τον Boss και μ' ολους τους ανθρωπους και τα πραγματα που καποτε συναντησα στο ονειρο. Ολ' αυτα ειναι σημαδεμενα απο το αστρο του ονειρου. Συντροφευονται απο τον τοπο και το δαχτυλιδι, αλλα κι ολους τους ανθρωπους και τα πραγματα που στον ξυπνο μου ειναι αγνωστα.
Αυτα τα οντα περισυλλεγουν ξυπνο και ονειρο. Το ανοιγμα της περισυλλογης τους φτανει απο το Dr.-Karl-Lueger-Ring [Ο δρομος του κτιριου στο οποιο εγινε η ομιλια]  εως τις «πυλες του Ηλιου».
Στην Καταιγιδα του Shakespeare λεει μια φορα ο Prospero: «Ειμαστε απο υλικο σαν αυτο που 'ναι φτιαγμενα τα ονειρα κι η μικρη μας ζωη κυκλωνεται απο εναν υπνο».
«Κυκλωνεται απο εναν υπνο» θα πει: αθικτη απο παραπομπες κι απο αναφορες και συνδεσεις, διχως πριν και μετα, κειμενη στον εαυτο της, αποκοσμη.
Και τι γινεται με τη ζευξη η οποια περισυλλεγει ξυπνο κι ονειρα; Ειναι οπως με τα δεντρα του δασους. O Heidegger το υπονοει μια φορα με στιχους του Hölderlin: «Και μενουν αγνωστοι μεταξυ τους, / Ενοσω στεκουν, οι γειτονικοι κορμοι».
Προοδευτικα μου γινεται ολο και καθαροτερο που αναφεροταν ο τρομος μου στην προοπτικη μιας ομιλιας με τιτλο «Ονειρα». Ηταν η απορια πως να μπορεσω να μιλησω για τα ονειρα διχως να πρεπει να μιλησω επανω στα ονειρα - και τουτο μεταξυ αλλων και ως θεραπευτης, ως καποιος δηλαδη που ο λογος του τωρα αποτεινεται μεν σ' εσας, ομως βασικα ειναι στραμμενος σ' αυτον που ξαπλωνει στο κρεβατι εμπρος απ' την πολυθρονα μου.
Μ' αυτο δεν εννοω πως οσα ειπωθηκαν θα τα εφερνα ποτε στη θεραπευτικη συνομιλια. Συγκρινονται περισσοτερο με μια παρτιτουρα, που βεβαια γινεται πραγματικοτητα του μουσικου εργου πρωτα στην πραξη της μουσικης. Πως τωρα αυτο συμβαινει στη θεραπευτικη πραξη θα προσπαθησω να το περιγραψω καταρχην με τη διηγηση του ονειρου μιας γυναικας:
Βρισκεται σε μια ωρα αναλυσης. Συναδελφοι απ' τη δουλεια της ειναι παροντες. Ενας της φερνει ενα ποτηρι νερο. Το τοποθετει στο μαξιλαρι. Αναποδογυριζει. Σφουγγαριζω το νερο στο πατωμα. Σηκωνεται και περιμενει εξω. Εχει θυμωσει μ' ολο αυτο το χαος. Σκεφτεται πως δεν θελει να πληρωσει την ωρα...
Και τωρα γινεται μεταξυ μας ο εξης διαλογος:
Αυτη:
- Τι λετε για το ονειρο;
Εγω:
- Τι φανταζεστε; Μηπως ηδη εχετε καποια ιδεα; Μηπως ηδη εχω πει κατι γι' αυτο;
Αυτη:
-Οτι δεν ειναι θετικο, οτι ειμαι δυσπιστη...
Εγω:
- Εννοειτε πως το αρνητικο, πως η δυσπιστια δεν πρεπει να υπαρχουν μεταξυ μας;
[Ενα διαστημα γινεται λογος γι' αυτο. Κατοπιν:] Αυτη:
- Και τι γινεται με το ονειρο; Δεν μου το ειπατε...
Εγω:
- Βλεπετε λοιπον ποσα πρεπει να προετοιμαστουν για να φτασουμε στο ονειρο...
Αυτη:
- Και τωρα που τα ξερουμε...;
Εγω:
- Δεν αρκει. Πρωτα πρεπει ν' απελευθερωθειτε απ' ολ' αυτα. Το ονειρο ερχεται μετα. Η ερωτηση που ρωτα πραγματικα για το ονειρο δεν εχει τεθει ακομα!
Τι παρεμβαλλεται εδω; Η γυναικα ηδη εχει ερμηνευσει το ονειρο της, δηλαδη σαν σημαδι μιας δυσπιστιας προς εμενα, την οποια αξιολογει επιπλεον ως «αρνητικη». Κατα τουτο η ερωτηση της «Τι λετε για το ονειρο;» ειναι αστοχη. Εαν ετιθετο σωστα, θα ειχε καπου τη μορφη: «Βλεπετε κι εσεις το ονειρο αρνητικα;». Η, ακομα: «Το βλεπετε, κατι δεν παει καλα μεταξυ μας!».
Για τη δυσπιστια και για το αρνητικο κανεις μπορει να μιλησει με τη γυναικα, πραγμα που εκανα. Κανεις μπορει ακομα να σημειωσει την ταση της ν' ακουει κατευθειαν το «αρνητικο». Αυτα και αλλα θα μπορουσανε να συζητηθουν μαζι της και θεραπευτικα θα ειχαν και νοημα.
Μονο που δεν εχουν τιποτα να κανουν με τ' ονειρο της. Διοτι η ερωτηση της αναφερεται στη δικη της και στην υποτιθεμενη δικη μου ερμηνεια και η ερμηνεια αυτη ειναι προδιαγραμμενη σε τασεις και κλισεις της ξυπνιας ζωης της.
Το ιδιο ισχυει και για τις πιο δουλεμενες επιστημονικες ερμηνειες των ονειρων. Τα ερωτηματα με τα οποια στρεφονται προς ενα ονειρο, π.χ., «Ποια ασυνειδητη επιθυμια εκπληρωνεται στο ονειρο;» (Freud), η «Ποιες ανολοκληρωτες ακομα δυνατοτητες φανερωνονται εδω;» (Boss) κτλ. εχουν ηδη εκφερει την κριση τους για το θεμα των ονειρων: Το ονειρο ειναι εκπληρωση επιθυμιας. Το ονειρο ειναι η αισθητηριακα παροντικα αντιληπτη εκδοχη ανολοκληρωτων δυνατοτητων κτλ.
Κατα τουτο δεν ειναι γνησιες ερωτησεις. Δεν φθανουν εως το ονειρο. Δεν ειναι ερωτησεις που αφηνουν ενα ονειρο ν' αναπνευσει. Μιλουν ξεκινωντας απ' τον ξυπνο και κατευθυνομενες στον ξυπνο, σαν τ' αλογα και τα λιονταρια του Ξενοφανη. Δεν φθανουν εως το «ου τι δεμας θνητοισιν ομοιιος ουδε νοημα» (ουτε στη μορφη ομοιος ουτε στη νοηση), που λεγεται σ' ενα αλλο αποσπασμα και που εδω προσαγορευτηκε ως το αποκοσμο των ονειρων. Τους λειπει η (Heidegger) ευλαβικοτητα της νοησης. Ανηκει στην προετοιμασια που αναφερθηκε, αυτο να δειχτει - χωρις μεγαλα λογια και ιεραποστολικο ζηλο.
Οι ποικιλες θεσεις επανω στο ονειρο συνιστουν απαντησεις σε μια οδηγο ερωτηση που λεει «Τι ειναι το ονειρο;» η, διατυπωμενο ψυχολογικα, «Τι σημαινει το ονειρο;». Εδω εχει γινει σιωπηρα αποδεκτο πως το ονειρο κατι ειναι, κατι σημαινει. Η παμπαλαιη συνηθεια να ρωταει κανεις και να μιλαει σ' αυτο το στιλ εχει το ολεθριο επακολουθο οτι κανεις αποκλινει απο το ονειρο και κλινει προς αυτο το κατι. Τα ονειρα εκδιωκονται απ' τον τοπο τους - τον τοπο τους, θυμιζω μισο στα σοβαρα μισο στα αστεια, κοντα στις «πυλες του Ηλιου» και τον «ασφοδελον λειμωνα». Ριχνονται στην αγορα των ψυχολογικων και νευροβιολογικων υπολογισμων.
Μιση ωρα πριν καταγραψω για πρωτη φορα αυτους τους συλλογισμους ακουσα τη διηγηση του ονειρου μιας ψυχολογου. Και μετα:
Αυτη:
- Εχετε να πειτε κατι για το ονειρο;
Εγω:
- Ποιο ειναι το θεμα εδω; Σε τι προσβλεποντας με ρωτατε;
Αυτη:
- Ρωτω για μια εξηγηση του ονειρου.
Εγω:
- Και τι περιμενετε απο μια εξηγηση; Τι θα ηταν διαφορετικο μετα την εξηγηση;
Αυτη:
- Μια καλυτερη κατανοηση του εαυτου μου, αυτων των πραγματων.
Εγω:
- Το εχετε ηδη ζησει κατι τετοιο; Οτι μια εξηγηση μ' αυτην την εννοια σας βοηθησε;
Αυτη:
- Μια φορα ενα ονειρο με βοηθησε να παρω μια σημαντικη επαγγελματικη αποφαση. Μια αλλη φορα μετα απο ενα ονειρο μπορεσα να δω ενα λαθος σε μια εργασια μου.
Εγω:
- Σ' αυτες τις περιπτωσεις δεν ηταν λοιπον καποια εξηγηση που σας βοηθησε. Μαλλον αυτα τα πραγματα μετα το ονειρο φανηκαν σ' ενα αλλο φως.
Υπαρχουν παλι περιπτωσεις οπου σε μια ερωτηση του στιλ «Τι σημαινει το ονειρο;» σωπαινω, η απαντω «Δεν ξερω».
Το προκειμενο ειναι, κι αυτο το εμαθα απο τον Παρμενιδη και τους αρχαιους, απο τον Heidegger και τον Wittgenstein, η οξυνση του βλεμματος για τη διαφορα αναμεσα σ' αυτο που μπορει να ερωταται και να λεγεται και σ' αυτο για το οποιο ερωτησεις και λογια δεν εχουν νοημα - ειναι ανοητα.
Μια τετοια σταση, η οποια βεβαια δεν περιοριζεται στα ονειρα, φερνει συχνα οργη κι επανειλημμενες εφορμησεις εναντια στην αρνηση μου να συμπραξω εκει που υπερβαινονται μετρα. Αλλα μονο ετσι μαθαινει κανεις: Οχι με ερμηνειες κι εξηγησεις αλλα με την προσκρουση στον τοιχο που του δειχνεται απο τον θεραπευτη των αδυνατων πραγματων - των «ανοησιων» του. Συχνα ο θεραπευτης θα εκληφθει ως αυτος τουτος ο τοιχος.
Δεν ειναι μαθημα απο καθεδρας. Ουτε παθολογικοποιηση. Το θεμα μου ειναι η συναντηση μας, καλυτερα, το ξεκαθαρισμα του πεδιου στο οποιο καποτε μπορουμε να συναντιομαστε, δηλαδη να μιλουμε, δηλαδη (Hölderlin) ν' ακουμε ο ενας για τον αλλο.
Ευτυχει οταν πραγματικα ερχομαστε στο προκειμενο. Οταν βρισκομαστε στο ρυθμο του μετρου του. Ο τονισμος βρισκεται στο «ρυθμο», οχι σ' εμας.
Η θεραπευτικη συναντηση, αν κανεις μπορει ακομα να μιλα καν για «θεραπεια», θα ειχε τοτε ακριβως το χαρακτηρα της αντι-πα-ρα-θεσης. Αυτο που παιζεται ειναι τα μετρα, δηλαδη οι διαφορες παντου οπου παραβαινονται. Ομως η αντιπαραθεση δεν γινεται απο τον θεραπευτη με διαθεση εχθρικη αλλα δεκτικη και καλοπροαιρετη. Αφου γνωριζει πως οι δρομοι μας ειναι βατοι μονο με βηματα παραβατικα. Ο συνομιλητης του καλειται να ενστερνισθει προπαντων αυτο.
Οπου η συναντηση σ' ενα βαθμο ευτυχει, οπου, οπως γραφει ο Hölderlin σ' ενα οψιμο ποιημα, «υψηλοτερες δειχνονται οι διαφορες», το οικειο γινεται πιο οικειο και το ανοικειο πιο ανοικειο κι η ζωη γινεται (Hölderlin και παλι) «κατοικουσα ζωη».
Το εξαντλησα το ερωτημα για τα ονειρα; Με τιποτα! Απλα σταματω σαν ενας οδοιπορος που κουρασμενος καθεται κατω και, στην εξαντληση, οι μορφες της αρχης και του δρομου και του σκοπου γινονται συγκεχυμενες κι ο υπνος τις παιρνει μαζι του.
Κι ενας θεος ξερει που θα βρεθει σαν ξυπνησει. Κι ο,τι ειπε εδω και σημερα αυριο θα του μοιαζει σαν ονειρο.

Η φυση του ''ψυχικου πονου''

PDF

[Ομιλια στο 1ο Πανελλήνιο Συνέδριο «Η κατάθλιψη πριν από τα είκοσι χρόνια της ηλικίας». Θεσσαλονίκη 2003]

Μιλαμε για «ψυχικο» πονο σε αντιδιαστολη προς τον «σωματικο» πονο. Τι διαφερει ο πονος στο δοντι απο τον πονο στην ειδηση πως η γυναικα μου με απατα; Και στις δυο περιπτωσεις λεω: «Ποναω!».
Η διαφορα θα φανει οταν καποιος με ρωτησει: «Που πονας;». Στην πρωτη περιπτωση θα πω «Ποναω στο δοντι» και θα μου πει «Πηγαινε στον οδοντιατρο». Στη δευτερη περιπτωση θα πω «Ποναω στην ψυχη» και θα μου πει «Πηγαινε στον ψυχιατρο».
Κι αν με ρωτησει «Γιατι πονας;», στην πρωτη περιπτωση θα πω κατι σαν «Γιατι η τερηδονα εφτασε στο νευρο», στη δευτερη περιπτωση θα πω κατι σαν «Γιατι αυτο δεν το περιμενα απ' τη γυναικα μου».
Ομως ας προσεξουμε: Οι ερωτησεις του και οι απαντησεις μου δεν αναφερονται στο «Ποναω!», δεν αναφερονται στο φαινομενο «Ποναω!». Αναφερονται στο «που» ποναω και στο «γιατι» ποναω.
Οι οροι «σωματικος πονος», «ψυχικος πονος» δινουν την εντυπωση πως χαρακτηριζουν δυο ειδη πονου. Ομως χαρακτηριζουν δυο ειδη αφορμης, εντοπισμου και αντιμετωπισης του πονου. Δεν αφορουν το ιδιο το «Ποναω!». Αυτο ειναι παντα ενα και το αυτο. Και δεν γινεται αλλιως βεβαια διοτι, αν δεν ηταν ενα και το αυτο, τοτε δεν θα χρησιμοποιουσαμε και στις δυο περιπτωσεις την ιδια λεξη, «ποναω», αλλα δυο η περισσοτερες.
Το φαινομενο «πονος» μενει απροσιτο στις ερωτησεις του ειδους «που;», «πως;», «ποτε;», «γιατι;» κτλ. O ορος «ψυχικος» ειναι μια ορισμενη απαντηση στα «που;», «γιατι;» κτλ. του πονου, ο ορος «σωματικος» ειναι μια αλλη απαντηση. Η αντιδιαστολη «σωματικου» και «ψυχικου» δεν ειναι αντιδιαστολη πονου και πονου!
Τι σημασια εχει αυτο; Μας δειχνει πως η συνηθισμενη μας ταση να εκλαμβανουμε τον λεγομενο «ψυχικο» πονο σαν μεταφορικη χρηση της λεξης, σαν μη πραγματικο, σχεδον σαν ψευδαισθηση ειναι λαθεμενη, ειναι παρανοηση αυτου που εννοουμε οταν κανουμε λογο για «ψυχικο πονο». Αυτη η παρανοηση ειναι που μας παρασυρει κι εχουμε την ταση να πουμε πως ο απατημενος συζυγος που παραπονιεται οτι ποναει, δεν ποναει «πραγματικα».
Τι μας λειπει, οταν λεμε «δεν ποναει πραγματικα»; Μας λειπει μια επαρκης, και μ' αυτο εννοουμε επιστημονικη, εξηγηση του πονου. Ομως το «Ποναω!», ειδαμε, δεν εξαρταται απο ενα «γιατι;», δεν κατακυρωνεται με την παραθεση του και δεν ακυρωνεται με την ελλειψη του.
Αλλο το οτι ποναω κι αλλο το που και γιατι και ποτε ποναω.
Τι ειναι τοτε ο «ψυχικος πονος»; Καθως το «ψυχικος» συνιστα μια ορισμενη απαντηση στο «που;» και «γιατι;», ειπαμε, δεν αφορα το φαινομενο «πονος». Ας αφησουμε το «ψυχικος» για την ωρα στην ακρη και ας ρωτησουμε πρωτα τι ειναι ο πονος.
Ομως δεν θα βιαστουμε ν' αναζητησουμε απαντηση. Θα προσεξουμε την ερωτηση, διοτι αυτη εχει προκαταλαβει την απαντηση. Πως την εχει προκαταλαβει; Εχει προεξοφλησει οτι ο πονος ειναι ενα «τι», ενα κατι, ενα πραγμα. Εχει καταστησει τον πονο αντικειμενο.
Και δεν ειναι ο πονος ενα κατι; Δεν μιλαμε για τον πονο; Π.χ., ο πονοδοντος ειναι αντικειμενο της οδοντιατρικης, ο «ψυχικος πονος» ειναι αντικειμενο της ψυχολογιας. Ομως αυτες οι επιστημες ασχολουνται με το που, το πως και το γιατι του πονου, οχι με το οτι ποναω. Και οταν μιλουν για «τον πονο», ειναι χρησεις της λεξης επι χαρτου, διοτι εδω ο πονος δεν λεγεται στην κατασταση στην οποια λεω «Ποναω!». Ο πονος εκλαμβανεται σαν πραγμα, αποκομμενος απο την κατασταση στην οποια ανηκει. Ειναι πλεον αδειανο κελυφος, λεξη χωρις νοημα.
Βεβαια για τον πονο δεν κανει λογο μονο η ιατρικη, αλλα και πρωτα ο ανθρωπος που τον εχει. Μπορω οταν ποναω να πω «ο πονος ειναι αβασταχτος, σαν σουβλια» κτλ. Αυτο ομως που εννοω ειναι οτι ποναω αβασταχτα, σαν να με σουβλιζουν κτλ. Οταν ο πονος εκλαμβανεται σαν πραγμα, ανοιγει ο δρομος για την ταξινομηση του σαν αισθηση, σαν συναισθημα κτλ. Επειδη ο πονος δεν ειναι πραγμα, οι φρασεις «νιωθω πονο», «αισθανομαι πονο», δεν εχουν νοημα διοτι δεν λενε τιποτα περισσοτερο απο το «Ποναω!».
Η ερωτηση «Τι ειναι ο πονος;» δεν ειναι λοιπον σε θεση να μας διαφωτισει για τον πονο διοτι θα εκανε λογο για ενα πραγμα, κι ο πονος δεν ειναι πραγμα.
Ο πονος δεν αποδιδεται με λογια. Και παλι το αλεκτο του πονου δινει νοημα στην καθε περιπτωση που λεμε «πονος», «ποναω», δινει νοημα στο καθε «που;» και «πως;» και «γιατι;»του πονου.
Ο πονος δεν ειναι κατι, ομως δεν ειναι και τιποτα. Το ονομα του, με λογια του Ηρακλειτου, «ουτε λεγει ουτε κρυπτει αλλα σημαινει».
Η λεξη «πονος» ειναι σημα: Ουτε λεγει ουτε κρυβει.
Θα χρειαζονταν ο θεραπευτης, προπαντων αυτος, να εξοικειωθει με τα σηματα. Δηλαδη να μαθει να διακρινει αυτο που μπορει και πρεπει να ειπωθει κι αυτο που ειναι αναγκη και πρεπει να μενει ανειπωτο. Δηλαδη να μαθει ποτε να μιλα και ποτε να σωπαινει. Δηλαδη να μαθει μιλωντας να σωπαινει και σωπαινοντας να μιλα. Και τουτο η ψυχιατρικη κι η ψυχολογια δεν ειναι σε θεση να το διδαξουν γιατι δεν το γνωριζουν.
Η φυση του πονου ως σηματος μας προειδοποιει να ειμαστε συγκρατημενοι τοσο απεναντι στις επιστημονικες θεωριες που πιστευουν οτι μπορουν να συλλαβουν τον πονο, να τον παραστησουν και να τον εξηγησουν οσο κι απεναντι σ' εκεινες που τον εκλαμβανουν ως βιολογικη λειτουργια και του αρνουνται καθε νοημα.
Ερχεται λοιπον καποιος και μας λεει:
- Η γυναικα μου με απατα!
Το λεει μεσα σε λυγμους και κραυγες, σε συγχυση, μπορει να κανει πραγματα οπως να μεθυσει, να τη δειρει, να φυγει απ' το σπιτι του η να τη διωξει κτλ. Κι ας υποθεσουμε οτι μας λεει ακομα:
- Τα χω χαμενα! Τι μου συμβαινει;
Κι οτι εμεις του απανταμε:
- Πονας!
Τι κανουμε μ' αυτο;
Μια ψυχολογικη εξηγηση ειναι: O ανθρωπος απωθησε τον πονο και κατεφυγε σ' ενα, οπως λεμε, «acting out», σε μια «εκδραματιση» με λυγμους, κραυγες, απονενοημενες ενεργειες. Οταν του εξηγουμε οτι ποναει, κανουμε τον απωθημενο του πονο συνειδητο.
Εδω η ψυχολογικη εξηγηση εχει διασπασει αυτο που του συμβαινει: Το εχει διαχωρισει αφενος στην εικονα της γυναικας του που τον απατα, «ερεθισμα», και αφετερου στις δικες του εκδηλωσεις, «αντιδραση», και αναμεσα στο ερεθισμα και στην αντιδραση εχει παρεμβαλει εναν «εσωτερικο κοσμο», εναν «ψυχισμο» οπου ο ανθρωπος αισθανθηκε τον πονο, αποφασισε λιγοτερο η περισσοτερο ασυνειδητα να μην τον νιωσει αλλα να τον απωθησει και στη συνεχεια να τον «εκδραματισει».
Εδω υπαρχει ενα λαθος που στη φιλοσοφια λεγεται «φαυλος κυκλος»: Με την ερμηνεια μου θελω να καταδειξω οτι στον ανθρωπο υπαρχει ασυνειδητος πονος, κι αυτο το κανω προεξοφλωντας τον, δηλαδη λεγοντας του «Πονας αλλα δεν το ξερεις επειδη απωθησες τον πονο».
Πολλες ψυχολογικες ερμηνειες ειναι αυτου του ειδους. Σ' αυτην την οπτικη ο λεγομενος «εσωτερικος», «ψυχικος κοσμος» ειναι ενα πλεγμα φαυλων κυκλων, φανταστικων μορφωματων μεταξυ ερεθισματος και αντιδρασης, το οποιο οι μεν αποκαλουν «μαυρο κουτι», οι δε «ψυχικο οργανο».
Χωρισμος του φαινομενου σε ερεθισμα και αντιδραση και γεφυρωμα του χασματος με την επινοηση διεργασιων που συνδεουν τα χωρισμενα παν χερι χερι.
Ας επιστρεψουμε στον ανθρωπο που ερχεται στο ιατρειο μου και μου περιγραφει την κατασταση. Πως γνωριζω οτι ο ανθρωπος ποναει; Η θεωρια απαντα: με την «ενσυναισθηση», το «empathy»: Ταυτιζομαι μαζι του, μπαινω στη θεση του και νιωθω τον πονο που ασυνειδητα νιωθει. Η θεωρια της ενσυναισθησης λεει λοιπον οτι τον πονο του τον συμπεραινω μεσα απο μια ορισμενη διαδικασια. Ειναι σαν να ειχα ενα μηχανημα, «ανιχνευτη πονου», να το εβαζα μπροστα του κι αυτο να εδειχνε «θετικο» κι ετσι να διαπιστωνα οτι ο ανθρωπος ποναει.
Ομως τον πονο του δεν τον συμπεραινω μεσα απο μια διαδικασια. Τον βλεπω ζωγραφισμενο στο προσωπο του, σ' αυτα που λεει, με τη φωνη που τα λεει. Και τι κανω οταν του λεω «Πονας!»; Απαντηση: Του μαθαινω μια λεξη!
Ειναι ενα απο τα θαυματα της θεραπευτικης συνομιλιας οτι λεξεις χιλιοειπωμενες μπορουν καποτε να λεγονται σαν να 'ταν η πρωτη φορα, σαν κανεις να τις ελεγε μεχρι τωρα διχως να ξερει τι λεει. Ο ανθρωπος μαθαινει τη λεξη «Ποναω!».
Ο Wittgenstein γραφει πως η λεξη «πονος» αντικαθιστα την κραυγη [του πονου]. (Και, οταν λεμε «κραυγη», ας ακουσουμε μαζι και ολη την «εκδραματιση» της!)
Θα ελεγα: Η λεξη «πονος» δεν αντικαθιστα ακριβως την κραυγη του πονου. Η κραυγη ηχει παντα στο «Ποναω!», στον τονο της φωνης και στην εκφραση του, και πολλες φορες ηχει τοσο καθαροτερα οσο λιγοτερο κραυγαλεα λεγεται το «Ποναω!».
Η σχεση αναμεσα στην κραυγη του πονου και στη λεξη του πονου ειναι σαν τη σχεση, π.χ., αναμεσα στον πεζο λογο και στο τραγουδι. Σκεφτειτε τις λεξεις «συννεφιασμενη Κυριακη» να λεγονται στο δελτιο καιρου και κατοπιν να τις τραγουδα ο Βασιλης Τσιτσανης. Δεν γινεται τωρα, στο τραγουδι, η Κυριακη περισσοτερο Κυριακη και περισσοτερο συννεφιασμενη;
Ο ανθρωπος που ακουγοντας για την απατη της γυναικας του την κραυγη του την αρθρωνει και λεει «Ποναω!» δεν ποναει τωρα πιο αληθινα; Δεν ειναι σαν η κραυγη να βαφτιζεται, να βγαινει απο τον ποταμο της γλωσσας εξαγνισμενη, εχοντας τωρα ενα ονομα, ησυχασμενη στο ονομα της; «Ησυχασμενη» δεν θα πει οτι ο ανθρωπος δεν ποναει αλλα οτι κατα εναν τροπο τωρα για πρωτη φορα ποναει.
Σε τετοιες πραξεις ονομασιας, οπως τις αποκαλει ο ιστορικος της μουσικης Θρασυβουλος Γεωργιαδης, συμβαινει το θεραπευτικο. Θελει παντα το χρονο του, κι αυτος μπορει να ειναι μακρυς. Πολλα εμποδια χρειαζεται να ξεπεραστουν, ομως η συζητηση τους δεν ειναι του παροντος.
Η αντιληψη της θεραπευτικης συνομιλιας ως πραξης ονομασιας, εδω ως πορειας προς την καθαρη εκφορα της λεξης «ποναω», μας βοηθα να λυθουμε απο ενα σωρο ψευδοπροβληματα για τον εντοπισμο και τους μηχανισμους του πονου, τις γενικολογιες της σχετικης βιβλιογραφιας που μας εμπλεκουν στη σκεψη και δεν αφηνουν το βλεμμα ελευθερο να δει και να προσεξει αυτο που βρισκεται εμπρος στα ματια μας.
Η «φυση» του «ψυχικου πονου» δεν υπαρχει σαν κατι «πισω» απο τον «ψυχικο πονο», οπως ο μηχανισμος του ρολογιου πισω απο την πλακα και τους ωροδεικτες. Υπαρχει, αν ειναι να μεινουμε στα πραγματα, το καθε φορα ζητουμενο και λεγομενο «ποναω».
Το «ποναω» λεγεται παντα σε μια κατασταση, π.χ.: «Η γυναικα μου με απατα».
Ειναι αυτο η ολη κατασταση; 'Oχι, διοτι σ' αυτην ανηκει και η εκπληξη μου: «Δεν το περιμενα απ' αυτην». Αυτο ειναι το καθοριστικο, οτι τωρα εχω μπροστα μου μια αλλη γυναικα απ' αυτην που νομιζα, μια απροσμενη γυναικα που μπορει να με απατα.
Το «Ποναω!» ανηκει σ' αυτην την εικονα της. Αυτη η εικονα αυτης της γυναικας που βρισκεται με τον αλλον ειναι που ποναει: Η γυναικα μου δεν ειναι γυναικα μου, οπως νομιζα, κι εγω, ο αντρας της, δεν ειμαι ο αντρας της. Αυτη η εικονα, αν ειχα προσλαβει ντετεκτιβ, αυτες οι φωτογραφιες, αν μου το ειχε ομολογησει η ιδια, αυτα τα λογια της ειναι που πονανε σαν πετριες. O πονος δεν συμβαινει σαν κατι το «ψυχικο» μεσα μου. Πονανε αυτες οι εικονες, αυτα τα λογια, αυτα τα πραγματα.
Λεμε «με πονανε», ομως πολυ συχνα δεν μενουμε στα λογια μας, δεν τα ακουμε. Θεωρουμε τον πονο του ανθρωπου αποτελεσμα της πραξης της γυναικας του. Ομως μιλαμε για αποτελεσματα εκει οπου συμβαινουν διεργασιες. Θεωρουμε την πληροφορια «με απατα η γυναικα μου» ως ερεθισμα το οποιο κανεις, οπως συνηθιζουμε να λεμε, «επεξεργαζεται» μεσα του, στο «ψυχικο οργανο» η στο «μαυρο κουτι», κι οτι ο πονος ειναι το αποτελεσμα αυτης της διεργασιας.
Ηδη η γλωσσα μας, η λεξη «ποναω», μας παγιδευει στην παρασταση ενος πονου που αναφερεται στο «εγω» που ποναει, σαν ο τοπος του πονου να ηταν αυτο το «εγω», σαν ο πονος να ηταν μεσα μου. Ομως αυτο που ποναει ειναι η εικονα της, η γυναικα μου που αγκαλιαζεται μ' εναν αλλο. Στη λεξη «ποναω» να συμπληρωνουμε ρητα η αρρητα ενα «εγω» και να το εκλαμβανουμε σαν τον τοπο στον οποιο συμβαινει ο πονος δεν εχει κανενα νοημα.
Η ψυχολογια, ορμωμενη απο την παρανοηση οτι ποναω «εγω», δεν μιλαει για πονο αλλα για «αισθημα πονου», οπως βεβαια δεν μιλαει για αγχος αλλα για «αισθημα αγχους» κτλ. Αντιστοιχα η παραδοσιακη φιλοσοφια της γλωσσας κατατασσει το «ποναω» στις λεγομενες «φι-προτασεις», στις προτασεις που αναφερονται σε «συνειδησιακες καταστασεις».
Ομως «ποναω» θα πει εξαρχης και μεχρι τελους: «(κατι) με ποναει». «Ποναω στο δοντι» θα πει: «ποναει το δοντι μου». O πονος ανηκει σε μια περισταση και ποτε δεν υπαρχει πραγματικα αποκομμενος κι «εσωτερικευμενος» σαν «αισθημα». Επωδυνα μπορουν να ειναι τα πραγματα που μας αφορουν, και μονο αυτα «αλγεινα» τα λεει η Αντιγονη του Σοφοκλη.
Υπαρχουν πολλοι ανθρωποι που μιλουν αναφερομενοι σχεδον αποκλειστικα στα συναισθηματα τους, για το οτι «νιωθουν» αυτο κι εκεινο, και δεν εχουμε ιδεα για τι πραγμα μιλουν. Ειναι σαν να ρωταμε καποιον που μπαινει στο σπιτι τι καιρο εχει κι αυτος να μας απαντα «Ωραιο!». Ειναι ενα ζητουμενο της θεραπειας να επαναφερει αυτους τους ανθρωπους στον κοινο κοσμο.
Στον κοινο κοσμο ανηκει το «ποναω» - σε αναφορα οχι προς το εγω αλλα προς αυτο που ποναει. Τοτε η λεξη ειναι λογος με την εννοια των αρχαιων: Συλ-λεγει τη γυναικα που πηγε μ' εναν αλλο, τον ανθρωπο και τις ματαιωμενες του προσδοκιες κι ολη την ιστορια τους που τους εφερε μεχρι εδω.
Στο «ποναω», εκτος απο τον εγκλωβισμο στο «εγω», ανηκει συνηθως και κατι ακομα. Αν ηταν να εκφρασθει ο,τι θελει να πει το «ποναω», τοτε η φραση του ανθρωπου συχνα θα ηταν: «ποναω - και δεν θελω να ποναω!».
Ο θεραπευτης θα τον ενθαρρυνει να δεχτει τον πονο. Η θεραπεια προχωρει εναντια στην ταση του ανθρωπου μας να τον αποφυγει.
Το λεγομενο «κοινο αισθημα» τεινει στην αποφυγη του πονου. Αυτο το κοινο αισθημα διαπνεει και μια βασικη θεση της ψυχολογιας: «O ανθρωπος επιδιωκει το ευχαριστο κι αποφευγει το δυσαρεστο». Η ψυχαναλυτικη θεωρια το διατυπωνει με τον βαρυγδουπο τιτλο «Αρχη της ηδονης».
Το κοινο αισθημα λεει για το ποτηρι του πονου: Απελθετω απ' εμε... «Δεν θελω να ποναω!» μας λεει ο απατημενος αντρας. Αυτη η φραση δεν εχει νοημα διοτι ο πονος, το ειδαμε, δεν ειναι ενα κατι που μπορω να το θελω η να μην το θελω.
Το ιδιο α-νοητη ειναι και η φραση «Ο ανθρωπος επιδιωκει το ευχαριστο κι αποφευγει το δυσαρεστο». Μπορω να επιδιωκω και ν' αποφευγω ενα πραγμα, ομως, οπως κι ο πονος, το ευχαριστο και το δυσαρεστο δεν ειναι πραγματα. Και για οσους νομιζουν οτι μπορουν να διαχωριζουν ευχαριστο και δυσαρεστο, να προτιμουν το ενα και ν' αποκρουουν το αλλο, μνημονευω ενα διστιχο του Hölderlin που επιγραφεται «Σοφοκλης»: «Πολλοι δοκιμασαν ματαια το χαριεστατο χαρουμενα να το πουν. / Εδω μου μιλα επιτελους, εδω, στο πενθος μου φανερωνεται».
Και ο Ελυτης στην «Ωδη στον Πικασσο»: «χαρα και λυπη στο μετωπο του ανθρωπου μοιαζουν...».
Το «Δεν θελω να ποναω!», οταν ο πονος συγχεεται με την αφορμη του, μπορει να παρει και τη μορφη: «Δεν θελω να με απατησει η γυναικα μου» η «Θελω να μην το ειχε κανει».
Εδω και παλι ο ανθρωπος ξεπερνα τα ορια. Η γυναικα του, η οποια γυναικα, παντα μπορει να παει μ' εναν αλλον, η δυνατοτητα ως δυνατοτητα ειναι παντα δεδομενη, ακομα και εις πεισμα των δικων της προθεσεων.
Να θελω να μην συμβει κατι που μπορει να συμβει ειναι εκτος πραγματικοτητας, δεν εχει νοημα. Ειναι σαν να λεω «Δεν θελω να γινει σεισμος». O σεισμος, αν γινει, θα γινει ασχετα με τη βουληση μου. Πολλες φορες πρεπει κι αυτο να μαθευτει, τι μπορει κανεις να θελει και τι οχι. Πρεπει κανεις, αν ειναι να μενει στα πραγματα, να συμφιλιωθει περα για περα μ' εναν κοσμο στον οποιο ανηκει το ενδεχομενο η γυναικα του να τον αφησει και το σπιτι του να σειστει και να τον πλακωσει. Αλλον κοσμο δεν εχουμε, δεν μπορουμε καν να διανοηθουμε πραγματικα.
Θα χρειαστει με τη θεραπευτικη μας τεχνη να δειξουμε στον ανθρωπο που δεν θελει να ποναει αυτα τα ορια. Και δεν θα του δειξουμε κατι καινουριο. O πονος του ειναι αυτη τουτη η προσκρουση πανω τους, η προσκρουση, π.χ., του «Δεν το περιμενα απ' αυτην» επανω στην πραγματικοτητα του «και ομως...». Τα ορια του, τι μπορει να περιμενει και τι οχι, τι μπορει να θελει και τι οχι δεν τα γνωριζε. Τωρα τα μαθαινει πονωντας, και μονο ετσι μαθαινει.
Το αληθινο μαθημα συμβαινει παντα στο παθημα. Ετσι και μονο ετσι προχωρανε οι δρομοι μας. Τα οδοσηματα τους, επιτρεψτε μου τελειωνοντας να γινω μελοδραματικος, ειναι γραμμενα με αιμα. Και το υλικο τους, οι ταμπελες, οι στυλοι και το τσιμεντο ειναι φτιαγμενα απο πονο.
Τοσο οδυνηρα καλο κι αληθινο ειναι αυτο που ζει
Κι αναλαφρα σ' αγγιζει μια πετρα παλια:
Αληθεια, θα 'μαι παντα μαζι σας.

Ειναι στιχοι απο ενα ποιημα με τον τιτλο «Ευφροσυνη Ανοιξη». Η παλια πετρα που μας μιλα σ' αυτην την ποιηση ειναι η μορφη του πονου.

Το αλλο φως

Το αλλο φως

Υπηρξαν στη ζωη μου καποιες στιγμες που, οπως λεμε, "εγραψαν" - με συγκινησαν, με σημαδεψαν, πηραν μια μονιμη θεση στον κοσμο, τον στιγματισαν. Αρχικα και για μεγαλο διαστημα παρεμεναν βουβες. Επιμονες και αμετακινητες.

Τα τελευταια χρονια λοιπον μου συμβαινει κατι πρωτογνωρο: Τυχαινει καποτε να εχω μια αναλαμπη. Και ανακαλυπτω, οπως συμβαινει σε μερικα ονειρα, οτι ο κοσμος εχει μεταβληθει. Τοτε καποια απ' αυτες τις αλλοτινες στιγμες ανασαλευει. Αποκτα πλεον μια επισημη θεση στον κοσμο. Γινεται οικεια, μπορω και συνομιλω μαζι της.

Το ονομα που μου ηρθε γι' αυτες τις εμπειριες, δεν ξερω πως κι απο που, ηταν "γεραματα".

Η στιγμη τωρα με την οποια τουτη η ομιλια δοκιμαζει να συνομιλησει ηρθε πριν απο καπου σαραντα χρονια οταν διαβασα τους παρακατω στιχους απο το ποιημα του Γιωργου Σεφερη "Τελευταιος Σταθμος":

Κι α σου μιλω με παραμυθια και παραβολες

ειναι γιατι τ' ακους γλυκοτερα,

κι η φρικη δεν κουβεντιαζεται γιατι ειναι ζωντανη

γιατι ειναι αμιλητη και προχωραει·

Στην απορια αυτων των στιχων, μη με ρωτατε γιατι, συγκαταλεχθηκαν και λιγες φρασεις απο το δοκιμιο του ιδιου ποιητη με τον τιτλο Παντα πληρη θεων. Σας τις διαβαζω:

Οσο για τους ναους, αν ενας πολυ στενος μου φιλος γυρευε να τους προσεγγισει με τη συντροφια παλαιων κειμενων, θα τολμουσα να τον συμβουλεψω να εξοικειωθει με κειμενα που τον φερνουν προς αυτους απο δρομους πλαγιους, οχι με αμεσες περιγραφες. [...] Να προτιμησει αυτη την ευρυχωρια. Κι αν ο πολυ στενος μου φιλος επιμενει να ειμαι πιο συγκεκριμενος, θα του ελεγα οτι τουτες τις μερες που εγραφα τις παρουσες σελιδες ειχα στο νου τους στιχους του Ομηρου για τις πενηντα βαγιες στο παλατι του Αλκινοου [...]- τοσο απομακρος ημουν.

Εκεινα τα χρονια οι λογοι του Σεφερη δεν ειχαν ουσιαστικη θεση στον κοσμο μου. Σ' αυτον το δομημενο με τις παραστασεις της επιστημονικης σκεψης που μου εντυπωθηκαν στο σχολειο και στα αμφιθεατρα της Ιατρικης, αλλα και στις πρωτες μου περιδιαβασεις σε ψυχιατρικα και ψυχαναλυτικα κειμενα, σ' αυτον τον κοσμο λοιπον ισχυε το δογμα πως ολα "κουβεντιαζονται", εξηγουνται κι ερμηνευονται, καθως για ολα υπαρχει ενα "γιατι", και πως για καθε "απομακρο" υπαρχει μια υποσυνειδητη συνδεση και συσχετιση.

Και παλι εκεινοι οι λογοι ειχαν αρκετη δυναμη για να μην μπορω και να τους απορριψω. Ετσι εγινε κι εμειναν αποριες. Σκοτωματα στο οπτικο πεδιο του νεαρου επιστημονα.

Και ηδη καθως γραφω κι εξιστορω το τι εγινε και τελικα εφτασα να κατοικω εναν κοσμο οπου τα "παραμυθια" και οι "παραβολες" εχουν τοπο, οπου καποτε υπαρχει "ευρυχωρια" και μπορω να ειμαι, με την παραπανω εννοια, "απομακρος", εχω προς στιγμη την ταση να σας εκθεσω αυτην τη μεταβολη σαν μια διαδικασια, σαν να υπηρχε μια συνεχεια που οδηγησε απο το ενα στο αλλο.

Κυριες και κυριοι, τετοια συνεχεια δεν υπηρξε ποτε! Χωρις να το καταλαβω, καποτε αντιληφθηκα πως ειμαι πλεον αλλου και πως το παρελθον εχει γινει ενα "μια φορα κι εναν καιρο...", σαν παραμυθι. Μηπως ειμαι κι εγω ο ιδιος παραβολη; Και τωρα που τα λεω αυτα βλεπω αχνα ενα αλλο σκοτωμα να φωτιζεται. Ειναι ενα μικρο κειμενο του Kafka με τιτλο Για τις παραβολες. Σας το μεταφραζω:

Πολλοι παραπονιουνται πως οι λεξεις των σοφων ειναι παντα και μονο παραβολες, ομως ανεφαρμοστες στην καθημερινη ζωη κι εμεις αυτην εχουμε μονο. Οταν ο σοφος λεει "Περνα απεναντι", μ' αυτο δεν εννοει οτι κανεις πρεπει να περασει στην αλλη πλευρα του δρομου, κατι που κανεις θα μπορουσε και να το κανει αν αξιζε το αποτελεσμα, αλλα εννοει ενα καποιο μυθικο απεναντι, κατι που δεν γνωριζουμε, που ουτε κι απ' αυτον μπορει να προσδιοριστει περισσοτερο και που επομενως εδω δεν μπορει να μας βοηθησει καθολου. Ολες αυτες οι παραβολες το μονο που τελικα θελουν να πουν ειναι πως το ασυλληπτο ειναι ασυλληπτο, κι αυτο το ξεραμε. Ομως αυτα που καθημερινα μας παιδευουν ειναι αλλα πραγματα.

Οπου ενας ειπε: "Γιατι αμυνεστε; Αν ακολουθουσατε τις παραβολες, τοτε θα ειχατε γινει παραβολες οι ιδιοι, κι ετσι θα ειχατε απαλλαγει απο τους καθημερινους κοπους".

Ενας αλλος ειπε: "Παω στοιχημα πως κι αυτο ειναι παραβολη".

O πρωτος ειπε: "Κερδισες".

O δευτερος ειπε: "Ομως δυστυχως στην παραβολη μονο".

O πρωτος ειπε: "Οχι, στην πραγματικοτητα. Στην παραβολη εχασες".

O δευτερος κερδισε στην πραγματικοτητα, καθως μονο μεσα απο την πραγματικοτητα μπορει να πει "Παω στοιχημα πως κι αυτο ειναι παραβολη". Αυτος που εχει γινει παραβολη ο ιδιος ποτε δεν θα μιλησει για παραβολη, οπως, συμφωνα μ' ενα παραδειγμα του Wittgenstein, ενα γραμμοφωνο ποτε δεν θα πει "Ειμαι μονο ενα μηχανημα".

Κυριες και κυριοι, αυτοι ειμαστε, "πραγματικοτητα" και "παραβολη". Σ' αυτο το αδηλο "και" δηλωνεται η "ευρυχωρια", δηλαδη το "απομακρο" του Σεφερη, σ' αυτο κερδιζεται και χανεται το στοιχημα μιας ζωης. Ο Hölderlin το αναφερει ως εξης:

Με την αξια του και ομως ποιητικα κατοικει ο ανθρωπος πανω σ' αυτην τη γη.

Και τι γινεται με την ψυχοθεραπεια; Μηπως την αφορουν μονο "αυτα που καθημερινα μας παιδευουν" (Kafka) και που ειναι "αλλα πραγματα"; Η μηπως τα "προβληματα" ανακυπτουν και υφιστανται ακριβως οταν ειμαστε τυφλοι για το "ασυλληπτο"; Μηπως, απο τη στιγμη που θα δει τις καταστασεις που ονομαζονται "προβληματα" σ' ενα, αναφερω την εκφραση οπως τη χρησιμοποιει ο Wittgenstein, "αλλο φως", διαλυονται και χανονται σαν τη ζαχαρη στο νερο; Μηπως το "Περνα απεναντι" ποτε δεν αρχιζει και ποτε δεν τελειωνει στο κρασπεδο του πεζοδρομιου αλλα μιλα συγχρονως και παντα, εστω αρρητα και αγνωρα, για κατι το "μυθικο"; Τις μερες που ετοιμαζα την ομιλια ενας αντρας παραπονεθηκε πως τον τελευταιο χρονο παχυνε, καθως τον πιανουν κρισεις βουλιμιας. Του ζητω να μου περιγραψει μια προσφατη. Λεει:

- Το απογεμα κατεβασα δεκα κομματια αποξηραμενο ανανα.

Του απαντω:

- Αν αυτη η, ας την πουμε, "δοσοληψια" με τον ανανα γινοταν σε γλωσσικο επιπεδο, τι θα λεγονταν μεταξυ σας; Τι θα σας ελεγε ο ανανας; Τι θα του λεγατε;

Ο αντρας, που τυχαινει να ειναι και ψυχιατρος, οταν μιλησε για τα κομματια του ανανα που κατεβασε, ειχε προσθεσει πως αυτο οφειλεται στην απογοητευση απο εναν στενο συγγενη του. Εκανε μια συνδεση των βουλιμικων του κρισεων με συναισθηματα που τον παιδευουν. Εκανε ενα ειδος ερμηνειας.

Η ερωτηση μου δεν επιδιωκει καποια συνδεση, δεν υπεισερχεται στη δικη του, δεν αποσκοπει σε καποια "καλυτερη". Αφηνει τη βουλιμια του να ερθει σ' ενα αλλο φως.

Ποια ειναι η διαφορα;

Πρωτον. Ο,τι αυτος χαρακτηρισε ως ενδοψυχικη διαδικασια, οπου ενα συναισθημα μεσα απο διαφορους μηχανισμους εκδηλωνεται ως βουλιμια, στην ερωτηση μου προς αυτον γινεται μια συνομιλια με τον ανανα ως ενα αλλο, ως ενα, κι εδω ερχεται μια λεξη του ποιητη Paul Celan, "απεναντι", μια συνομιλια που διαμειβεται οχι μεσα του αλλα στον κοινο κοσμο.

Δευτερον. Σ' αυτο το αλλο φως, το βουλιμικο επεισοδιο παιρνει μια διασταση, για να χρησιμοποιησω τη λεξη του Kafka, "μυθικη": αντρας και ανανας μιλουν μεταξυ τους.

Τριτον. Αν επεδιωκα μια ερμηνευτικη συνδεση, θα το εκανα, περα και πριν απο καθε στοιχειο "ενσυναισθησης", μεσα απο την πιστη σε μια θεωρια που λεει πως βουλιμια κι απογοητευση συσχετιζονται. Λεω "πιστη" γιατι μια τετοια συσχετιση ουτε να αποδειχθει μπορει ουτε και να απορριφθει. Μια τετοια πιστη δεν εχει κανενα νοημα - ειναι α-νοητη (Wittgenstein). Και φυσικα η αντιδραση του πελατη, παρα το συχνα λεγομενο, δεν ειναι κριτηριο - κατω απο ορισμενες συνθηκες, οχι και τοσο σπανιες, κανεις μπορει να συμφωνησει ακομα και πως πεταει ο γαιδαρος.

Τεταρτον και κυριο. Η προσφυγη στην ερμηνεια ερχεται, ειπα, μεσα απο την πιστη σε μια θεωρια που λεει πως βουλιμια κι απογοητευση συσχετιζονται. Ομως η πραξη της συσχετισης ειναι πραξη σκεψης. Θα σκεπτομουν. Την ερωτηση που εκανα δεν τη σκεφτηκα. Μου ηρθε. Και μου χαρισε μια "ευρυχωρια" που μου επετρεψε να την πω μ' εναν τονο αναλαφρο, σχεδον σαν να του 'λεγα: "Ελα τωρα να παιξουμε!".

Στο αλλο φως, στο οποιο η ερωτηση μου μετεθεσε το βουλιμικο επεισοδιο του αντρα, δεν ανηκει μονο η λεκτικη της διατυπωση, αλλα προπαντων αυτο το αναλαφρο, ο χαρακτηρας του παιχνιδιου. Ειναι το καλεσμα που συναντησαμε ηδη "να γινει ο ιδιος παραβολη".

Με την απομακρυνση προς την "ευρυχωρια" της παραβολης δεν απομακρυνομαστε απο το βουλιμικο επεισοδιο, απο τον αντρα που κατεβαζει το ενα κομματι ανανα μετα το αλλο, οπως συμβαινει οταν το συσχετιζουμε, π.χ., με την απογοητευση του κι επικεντρωνομαστε πλεον σ' αυτην, αλλα το πλησιαζουμε.

Και γιατι πρεπει, για να πλησιασουμε κατι, να γινομαστε κατα εναν τετοιο τροπο απομακροι; O Θρασυβουλος Γεωργιαδης, ιστορικος της μουσικης και για μενα ενας απο τους σημαντικοτερους νοητες του 20ου αιωνα, γραφει στον προλογο ενος βιβλιου του:

Η διαφορετικοτητα της μεθοδου μου αναγνωριζεται ηδη εκ του οτι η παρουσιαση δειχνει μια προτιμηση στη χρηση αναλογιων (μεταφορες, εικονες). Ομως μια αναλογια δεν ειναι αποδειξη· το μονο που μπορει, ειναι να παραπεμπει στο μη αποδειξιμο και ομως εμφανες ενος πραγματος, ενος φαινομενου, ενος δεδομενου· μπορει απλα να βοηθησει να δουμε το φαινομενο.

Θα το πω αξιωματικα: Τα ουσιαστικα πραγματα, και η δουλεια μας των θεραπευτων με ουσιαστικα πραγματα εχει να κανει, δεν κατανοουνται, δεν εξηγουνται, δεν αποδεικνυονται. Φαινονται, και μαλιστα τοτε οταν ερθουν σ' ενα αλλο φως. Ειναι οπως, κι εδω ανακαλω τον καιρο που ημουν υποβοηθος στο εργαστηριο της Ανατομιας, ειναι οπως οταν κατω απο το μικροσκοπιο στον αδιαφοροποιητο ιστο προστεθει μια χρωστικη ουσια και τοτε διαγραφονται κυτταρα προηγουμενως αθεατα.

Στο θεραπευτικο μας στιγμιοτυπο μειναμε κει που ρωτησα τον αντρα:

- Αν αυτη η, ας την πουμε, "δοσοληψια" με τον ανανα γινοταν σε γλωσσικο επιπεδο, τι θα λεγονταν μεταξυ σας; Τι θα σας ελεγε ο ανανας; Τι θα του λεγατε;

Η απαντηση του ηταν:

- Ο ανανας θα μου ελεγε: "Ειμαι γλυκος!".

Εγω:

- Θα σας προσφερονταν;

Αυτος:

- Ναι.

Εγω:

- Το εχετε ζησει, καποιος να σας προσφερεται;

Κανεις θα ετεινε να αντιληφθει τα λογια του ανανα μεταφορικα και να υποθεσει οτι εδω εχουμε να κανουμε με εναν ανθρωπομορφισμο οπου ο ανανας παρασταινεται σαν ανθρωπος που προσφερεται στον αντρα, κατι που τελικα βοηθα τον θεραπευτη να το παει εκει που καιει, στο οτι, π.χ., η μητερα κι ο πατερας του δεν του προσφερθηκαν αληθινα ποτε. Τοτε η ιστορια με τον ανανα θα ηταν ενα κολπο του θεραπευτη, μια μικρη απατη με "καλο σκοπο".

Πρωτον, απο κολπα και μικροαπατες, που πολλες φορες κρυβονται πισω απο το μανδυα της "τεχνικης", τιποτα καλο δεν προκυπτει.

Δευτερον, αν ο ανανας ηταν ανθρωπομορφιζουσα μεταφορα, τοτε θα παρασταινονταν σαν ανθρωπος, θα χανονταν καθε "ευρυχωρια" και φυσικα δεν θα μπορουσε να γινει λογος για "αλλο φως" και το "παρα-" της παραβολης θα ηταν τελικα ψεμα.

Αν λοιπον ανανας και ανθρωπος διατηρουν τη διαφορα τους, πως ειναι δυνατο να παραβαλλονται μεταξυ τους; Να συνερχονται σε μια σχεση, καλυτερα, σε μια συναψη, αυτην της παραβολης;

Για τη δυνατοτητα μιας μη ανθρωπομορφιστικης εννοησης του λεγομενου "μεταφορικου λογου", για τη δυνατοτητα δηλαδη στη "μεταφορα" να μην μεταφερεται τιποτα αλλα τα δυο μερη να αντιπαραβαλλονται, και ετσι μονο να αποληγουν στη μεταξυ τους εγγυτητα, σταθηκε για μενα αποφασιστικη η ερμηνεια απο τον Heidegger ενος ποιηματος στο οποιο δεν αναφερεται μεν καποιος ανανας αλλα ο ηλιος, που εμφανιζεται σαν αγροτισσα. Γραφει ο Heidegger:

Ποιος θα το αμφισβητουσε οτι εδω [...] ο ηλιος παρομοιαζεται με τη μητρικη αγροτισσα; Η μηπως, αντιθετα, η ουσια της αγροτισσας και της μητερας εμφανιζεται στη μεγαλη ουρανια εικονα του ηλιου; Μηπως λοιπον εδω απλως παρομοιαζεται το ενα με το αλλο; Ενδεχομενως το ποιημα δεν μιλα με μια παρομοιωση αλλα με μιαν ομοιωση. Ομοιος [μεσα απο την ετυμολογια της γερμανικης λεξης "gleich", "gelich", "ge-lich"] θα πει περισυλλεγμενος στην αυτη μορφη.

Ομως ποια ειναι στο ποιημα η αυτη μορφη; Ο ηλιος, η η αγροτισσα; Η μηπως το αυτο στο οποιο η ουσια των δυο συμφερεται δεν ειναι ουτε ο ουρανος (ηλιος) καθαυτον ουτε η γη και οι ανθρωποι καθαυτους; Το αυτο στο οποιο ηλιος και αγροτισσα παρ-αγονται ποιητικα δεν ειναι αραγε πραγματι η συνηχηση εκεινης της συνολης περιοχης μεσα απο την οποια μιλα το ποιημα; Γι' αυτο και ο ηλιος ισως δεν προσωποποιειται και δεν υποκειται στον ανθρωπομορφισμο. Διοτι, ετσι πρεπει επιτελους να ερωτησουμε, τι θα πει σ' αυτον τον βεβιασμενο λογο περι προσωποποιησης και ανθρωπομορφισμου το ονομα "ανθρωπος"; Δεν ειναι εκεινος ο οποιος εκ φυσεως παραμενει αρμοσμενος σ' εκεινη την περιοχη που φανερωνεται στο μορφωμα του ποιηματος;

Την "περιοχη", στην οποια ο Heidegger αναφερεται, δεν μπορουμε να τη συζητησουμε διεξοδικα. Ας συγκρατησουμε μονο οτι ο ανθρωπος ως αρμοσμενος σ' εκεινη την περιοχη δεν ειναι πρωτιστα ενα υποστασιοποιημενο ον, δεν ειναι υποκειμενο, οργανισμος, ψυχικο οργανο και τα συναφη, και ο ανανας, συμπληρωνω, δεν ειναι πρωτα καρπος και αντικειμενο της γεωπονιας και του εμποριου και διατροφικο ειδος. Αν ηταν ετσι, τοτε ανθρωπος και ανανας δεν θα ειχαν τιποτα το κοινο και η φραση μου προς τον αντρα θα ειχε νοημα μονο εαν ο ανανας "προσωποποιουνταν".

O Heidegger υποδεικνυει τη δυνατοτητα αντρα και ανανα να συναρμοζονται στην αυτη μορφη, στο ταυτοσημο της οποιας συνηχει εκεινη η αινιγματικη "συνολη περιοχη". Ανανας και αντρας δεν ειναι το ιδιο, ομως αρμοζονται στο αυτο. Μονον ετσι γινεται και συνομιλουν κι ο ανανας του προσφερεται με τα λογια "Ειμαι γλυκος!".

Απο μια αποψη ακολουθωντας τον Heidegger, απο μιαν αλλη τον Wittgenstein, θα ελεγα οτι ενα ονομα γι' αυτην την περιοχη ειναι η λεξη "παιχνιδι". Τη συναντησαμε ηδη οταν εκανα λογο για την "ευρυχωρια" και τον αναλαφρο τονο με τον οποιο αποτανθηκα στον αντρα.

Το οτι ο ανανας μπορει να μιλαει, να λεει κατι στον αντρα, δεν ειναι τοσο περιεργο οσο εκ πρωτης οψεως φαινεται. Εχει τον τοπο του, π.χ., στα παραμυθια, στα δημοτικα μας τραγουδια -θυμηθειτε το "τρια πουλακια καθονται..."-, στον κοσμο των παιδιων.

Στην ενηλικιωση το παιδι δεν μενει πισω. Αντιθετα, γινεται περισσοτερο παιδι, γιατι τωρα, εναντια στην πιεστικοτητα (Kafka) των "αλλων πραγματων...για τα οποια κοπιαζουμε καθε μερα", πρεπει να κερδηθει απο την αρχη. Εδω το παιχνιδι δεν ειναι μια δραστηριοτητα του ανθρωπου αλλα ο τροπος με τον οποιο στα παιδικα και στα εσαει παιδικα ματια δειχνονται ολα τα πραγματα.

Και γιατι "πρεπει" ο κοσμος σαν παιχνιδι να ξανακερδηθει; Να σωθει; Διοτι αυτο το παιχνιδι ειναι δεσμευτικο: Δεν το παιζουμε αλλα ειμαστε εμεις καθαυτους παικτες του κατοικωντας αυτον τον κοσμο επανω στη γη και κατω απο τον ουρανο. Και μ' αυτο δεν λεγεται τιποτα διαφορετικο απο τη φραση του Kafka πως ειμαστε παραβολη. Και τιποτα διαφορετικο απο ενα λογο του Γεωργιαδη για την "ιδιομορφια της ελληνικης πραγματικοτητας, του ελληνικου νου": "αφενος το απιστευτα φωτεινο, καθαρο, αξιοθαυμαστα λογικα ακριβες, αφετερου το "ονειρο"".

Και τιποτα διαφορετικο απο τη φραση του Hölderlin που ηδη ακουσαμε: "Με την αξια του και ομως ποιητικα κατοικει ο ανθρωπος επανω σ' αυτην τη γη".

Επειδη το παιχνιδι αυτο καποτε διαπερνα και διαμορφωνει και καθοριζει τα παντα, ο αντρας κι ο ανανας μπορουν να συνομιλουν, ο ανανας μπορει να του μιλα και να του προσφερεται.

Ενας δασκαλος μου, ο Medard Boss, ελεγε, θυμαμαι, σ' ενα σεμιναριο πως ο ισκιος του δεντρου ειναι μεν απο την αποψη της οπτικης φυσικο φαινομενο, ομως απο μιαν αλλη αποψη ισως, ειχε συμπληρωσει με τη συστολη που αρμοζει οταν λεγεται κατι καιριο, ισως το δεντρο χαριζει τον ισκιο του. Κι αυτην τη χαρη μονο σαν παιχνιδι κανεις μπορει να την εννοησει.

Ενα παραδειγμα ακομα. Μπορουμε να πουμε οτι σ' εναν ποδοσφαιρικο αγωνα παιζουν δυο ομαδες, με παικτες που διακρινονται η οχι, με τα γκολ, νικες και ηττες, με οπαδους που τα ζουν ολ' αυτα με τον δικο τους τροπο, κι ακομα, οταν προκειται για μεγαλες ομαδες, με σημαντικες οικονομικες, πολιτικες προεκτασεις κτλ.

Θελει μονο ενα αλλο φως για να δειχτει ο ποδοσφαιρικος αγωνας σαν τελετουργια για χαρη της μπαλας, της "στρογγυλης θεας", η χαρη της οποιας προσφερεται, οπως καλη ωρα ο ανανας κι ο ισκιος του δεντρου, σ' αυτους που ειναι δεκτικοι και ανταποκρισιμοι σε μια τετοια χαρη - που εχουν αυτο το χαρισμα.

Το ετσι εννοουμενο παιχνιδι ειναι η ανταποκριση στη χαρη, ειναι το εμπρακτο "ευ-χαριστω".

Στην πραξη της ευχαριστιας μπαλα και δεντρο και ανανας γινονται οικεια, συναπαρτιζουν την οικοσκευη της αλλης, της "ποιητικης κατοικησης" του ανθρωπου "επανω σ' αυτην τη γη". Υπαρχει η χαρα - οχι το "συναισθημα", οχι το μισο που το αλλο μισο του θα ηταν η λυπη, αλλα η ανασα της εμπρακτης ευχαριστιας, ο χαιρετισμος αυτου που με τη χαρη του χαρισε και παλι εναν κοσμο φιλοξενο.

Κυριο χαρακτηριστικο του ειναι οτι ο ανθρωπος δεν αποτελει θεμα. Ενας στιχος απο το ποιημα του Σεφερη "Φωτιες του Αϊ-Γιαννη" λεει:

Μηπως εγινε ποτες φωτια που να μην την αναψε καποιο παιδι, ω Ηροστρατε;

Κατα την παραδοση, τον 4ο αιωνα π.Χ. ο Ηροστρατος εβαλε φωτια στο ναο της Αρτεμιδας στην Εφεσο για ν' απαθανατισει το ονομα του. Στο ποιημα η πραξη του φανταζει σ' ενα αλλο φως. Ειναι το παιχνιδι ενος παιδιου που συνεπαιρνεται απο τη μαγεια της φωτιας.

Στο θεραπευτικο μας στιγμιοτυπο, στην ερμηνεια του ψυχιατρου το θεμα επισης ειναι αυτος: η απογοητευση του, οι ματαιωμενες αναγκες του, η φυγη στο υποκαταστατο της βουλιμικης του ικανοποιησης.

Στο αλλο φως ειναι το εμπρακτο "Ναι!" στο "Ειμαι γλυκος!" του ανανα που του προσφερεται, ακριβως οπως καθε τι μπορει να μιλησει στα παιδικα αυτια και ματια και χερια και να πει "Ειμαι φωτια!" - και να γινει φωτια.

Προηγουμενως μιλησα για το α-νοητο της πιστης σε μια θεωρια που λεει πως βουλιμια κι απογοητευση συσχετιζονται. Και παλι η τελευταια μου ερωτηση στον ψυχιατρο ηταν:

- Το εχετε ζησει, καποιος να σας προσφερεται;

Φυσικα περιμενα, οπως κι εγινε, να απαντησει αρνητικα. Δεν το ειχε ζησει, ουτε με τους γονεις του ουτε αργοτερα. Η προσφορα της χαρης, ακομα και σαν ενα απλο χατηρι, του ηταν μια ξενη γλωσσα. Ηξερε να ειναι δεκτικος μονο γι' αυτο που μπορουσε να εξαγοραζει.

Ομως αυτην την απαντηση δεν την περιμενα ως το αιτιο που προκαλεσε τη βουλιμικη συμπεριφορα. Την περιμενα διοτι η προσφορα του ανανα ειναι υπερ-προσφορα. Ειναι υπερβολη. Ξεπερνα το μετρο. Ποιο μετρο; Το μετρο πεινας και χορτασης οπου ο ανανας στην πεινα προσφερεται και στη χορταση αποσυρεται.

Την υπερβολη ως υπερβαση του μετρου οι αρχαιοι την ονομαζαν "υβριν". Και υπαρχει ενας νομος που διατυπωνεται στον Αγαμεμνονα του Αισχυλου και λεει: "φιλει δε τικτειν υβρις μεν παλαια νεαζουσαν εν κακοις βροτων υβριν". (Η παλαια υβρη εχει την ταση να γεννα νεα υβρη στους θνητους και να προξενει νεα κακα).

Την υβρη παλι δεν πρεπει να την παραστησουμε ουτε χριστιανικα σαν αμαρτια ουτε ψυχολογικα σαν παθολογικη συμπεριφορα. Οι αρχαιοι την εννοουσαν σαν εμπαιγμο των θεων. Ας κρατησουμε το "εμπαιγμος" χωρις να ρωταμε απο ποιον και προς τι. Στη λεξη εξυπακουεται οτι ο ανθρωπος και παλι δεν ειναι θεμα. Γι' αυτο και η υβρη εχει επισης το χαρακτηρα του παιχνιδιου. Μονο που το παιχνιδι το μειλιχιο τωρα γινεται αμειλικτο και η χαρη γινεται Ερινυα και εκδικειται. Ποια ειναι η εκδικηση;

Ξερεις τα σπιτια πεισματωνουν ευκολα σαν τα γυμνωσεις

λεει ενας στιχος του Σεφερη απο την "Κιχλη".

Η εκδικηση ειναι η νεαζουσα, η νεα υβρη που γεννιεται απο την παλια, ειναι οι θυελλες που κανεις θεριζει οταν σπερνει ανεμους, ειναι η αμετρη και υπερμετρη απαντηση στο γυμνωμα της ποιητικης κατοικησης, στην αγνοηση της χαρης. Αυτο περιμενα, και το ακουσα στην απαντηση του αντρα.

Ομως ακομα και στην υβρη της βουλιμιας ανθρωπος και ανανας συνομιλουν. Και εδω κρατει το παιχνιδι. Ο ανανας λεει "Ειμαι γλυκος! " κι ο αντρας του απαντα με το εμπρακτο "Ναι!": τον καταβροχθιζει.

Με την αναγνωριση του χαρακτηρα του παιχνιδιου στο οποιο αντρας και ανανας συμμετεχουν, ακομα και τωρα αποκαθισταται η δικαιοσυνη. Κι αυτο ειναι μια χαρη επισης. Θυμαμαι καποιον που μετα απο εναν καυγα και μια πληρη ασυνεννοησια με τη γυναικα του υπεφερε στη διαπιστωση του χασματος αναμεσα στις αντιληψεις και στη νοοτροπια τους. Κι αξαφνα πλημμυρισε απο ευγνωμοσυνη για το οτι, με τη γυναικα του, ειχε μπει στον κοσμο του και τον ειχε συμπληρωσει ακριβως αυτο που του ηταν εναντιο.

Αυτη η συμπληρωση του κοσμου που παντα κατα εναν τροπο συμβαινει, και συνηθως συμβαινει εις πεισμα των δικων μας προθεσεων, ειναι τελικα ο λογος που οι εμπειροι θεραπευτες δεν καταπολεμουν, π.χ., τα συμπτωματα αλλα καλουν τους πασχοντες να τα δεχτουν, να τα αναλαβουν.

Αν ποτε ο αντρας αναγνωρισει στη βουλιμια του τη χαρη της εκδικησης που αποκαθιστα τη δικαιοσυνη, δηλαδη εξισορροπει την παλια αγνοια της προσφορας με το αμετρο της νεας υπερπροσφορας, θα ειναι ευγνωμων γι' αυτην. Αν.

Η ψυχοθεραπεια, στην οπτικη που εδω συζηταμε, ειναι καλεσμα: "Ελα τωρα να παιξουμε!". Καλει στο ανοιγμα γι' αυτο το πολυπτυχο παιχνιδι, το μειλιχιο και αμειλικτο, το χαρουμενο και οδυνηρο. Το θεραπευτικο εγκειται στη δυνατοτητα της μετατοπισης, της μεταβασης σ' αυτον τον τοπο. Ο θεραπευτης προσφερει αυτην τη δυνατοτητα. Τη δυνατοτητα της χαρης.

Η χαρη δεν εκπορευεται φυσικα απ' αυτον. O θεραπευτης τη μεταφερει στο βαθμο που ο ιδιος την εχει προσδεχθει αρμοζομενος στο παιχνιδι. Ειναι φορεας της, οπως ενας που εχει τον ιο της γριππης και τον μεταδιδει. Στη δικη μας περιπτωση, τη μεταδιδει φεροντας το λεκτεο σε εναν επαρκη λογο. Τοτε ειναι, με μια λεξη της αρχαιας μας γλωσσας, "ερμηνευς". Αυτο το εμαθα απο τον Heidegger, που λεει:

[...] το ερμηνευτικο δεν σημαινει πρωτα την "ερμηνεια" αλλα ηδη προηγουμενως τη μεταφορα ενος αγγελματος και την αναγγελια.

Και παρακατω:

[...] Η εκφραση "ερμηνευτικο" αναγεται στο ελληνικο ρημα "ερμηνευειν". Αυτο αναφερεται στο ουσιαστικο "ερμηνευς" το οποιο μπορει να συνδεθει με το ονομα του θεου Ερμη, σε ενα παιχνιδι της νοησης δεσμευτικοτερο απο την αυστηροτητα της επιστημης. O Ερμης ειναι ο αγγελιοφορος των θεων. Φερνει το αγγελμα της μοιρας. "Ερμηνευειν" ειναι εκεινος ο λογος ο οποιος αναγγελλει, καθοσον ειναι σε θεση ν' ακουσει ενα αγγελμα. Ενας τετοιος λογος γινεται εκ-θεση αυτου που ηδη εχει ειπωθει απο τους ποιητες, οι οποιοι συμφωνα με τα λογια του Σωκρατη στο διαλογο Ιων (534 ε) "ερμηνης εισιν των θεων" (ειναι αγγελιοφοροι των θεων).

Και γιατι η χαρη ειναι μεταδοτικη; Γιατι ετσι. Ειναι νομος και ειπωθηκε απο τον Σοφοκλη στην τραγωδια του Αιας: "χαρις χαριν φερει".

Αυτον το νομο θεραπευει, δηλαδη υπηρετει, η ψυχοθεραπεια, στο βαθμο που ειναι ανταξια του ονοματος της.

Τελειωνοντας, σας αναφερω μερικα ακομη θεραπευτικα στιγμιοτυπα απο στιγμες που νομιζω πως τους ειχε δοθει μια τετοια χαρη.

*

[Λεει πως στη ζωη της απεφυγε προσεγγισεις. Ακολουθει σιωπη, θλιψη.]

- Απετυχα.

Εγω:

- Φανταζομαι πως αυτο σας ειναι μια οικεια κατασταση, εστω βασανιστικη καποτε, αλλα παντως σαν σπιτι, το σπιτι, ο "οικος" σας...

Αυτη:

- Απορω πως το καταλαβατε... Θελω να φυγω απ' αυτο... Προσπαθω...

Εγω:

- Μονο οταν κι εφοσον σας γινει φυλακη, αφορητο, θα το πεταξετε απο πανω σας.

*

Αυτη:

- Καμια φορα το πρωι ξυπναω και σκεφτομαι: δεν θελω να πεθανω.

Εγω:

- Αν εδω αυτο το "Δεν θελω να πεθανω" ηταν απαντηση σε μια ερωτηση ποια θα 'ταν η ερωτηση;

*

[Προκειται να λειψει λογω μιας επεμβασης.] Εγω:

- Δηλαδη θα ξαναρθειτε στις... Η μηπως οχι ακομα;

Αυτη:

- Ε, αλιμονο και να μην ερθω μεχρι τοτε... Εκτος κι αν εχω πεθανει.

Εγω:

  • Και νομιζετε πως αυτο ειναι δικαιολογια για να μην ερθετε;

  • Αυτη:

  • Τι λετε τωρα; Κι οι πεθαμενοι ερχονται σ' εσας;

  • Εγω:

  • Και βεβαια!

Αυτη:

- Δεν ειμαι απο σιδερο...

Εγω:

-Ειστε!

Αυτη:

-Οχι, εχω συναισθηματα... Δεν αντεχω...κτλ.

Εγω:

- Εγω αποτεινομαι σε μια αλλη απ' αυτην που μιλα σε πρωτο προσωπο.

*

[Μιλα για καποιον που κατι της εκανε.]

-... και του ειπα οτι στεναχωρηθηκα...

Εγω:

- Του ειπατε οτι στεναχωρηθηκατε... Σαν καποιος στο δρομο να σας χτυπουσε κι εσεις να λεγατε "Πονεσα!". Θα μπορουσατε να σκεφτειτε αλλη αντιδραση;

Αυτη:

  • Να του πω "Τι χτυπας;", να τον χτυπησω...

Εγω:

  • Ποια ειναι η διαφορα απο το "στεναχωρηθηκα";

Αυτη:

  • Θα ημουν προς τα εξω...

Εγω:

- Αυτο θα πει θα μενατε στην κατασταση μαζι με τον αλλο. Αντιθετα, το να λετε "Πονεσα!" ειναι μια αποσυρση.

*

Αυτη:

- Γιατι δεν με βοηθατε; Θελετε να πεθανω απ' το φοβο μου;

Εγω:

-Ναι.

[Μετα απο μικρη σιωπη]

Αυτη:

- Ειναι σα ν' ανοιξατε μια πορτα και να μπηκε μεσα αερας.

*

Αυτη:

- Η δουλεια, το σπιτι, τοσο διαφορετικα, δεν μπορω να τα συμβιβασω...

Εγω:

- Σας αρεσε, σας αρεσει να ντυνεστε καρναβαλι;

Αυτος:

  • Κι αν αυτα που σας λεω δεν ειν' ετσι; Που το ξερετε;

Εγω:

  • Μιλαμε μονο γι' αυτα που μπορουμε ν' αντιληφθουμε.

Αυτος:

- Ω, πως μου ακουστηκε αυτο... Σαν μια περιπετεια... Σαν να καθομασταν το βραδυ γυρω απ' τη φωτια ...

Εγω:

- Ετσι ειναι.

Αυτος:

-.. .και να λεγατε: "Μπορουμε να φαμε απ' αυτα που εχουμε. Δεν μπορουμε να φαμε αυτα που δεν εχουμε... Γιατι ειπατε πριν "Ετσι ειναι"; Ειχατε κι εσεις την ιδια αισθηση;

Εγω:

-Ναι.

Αυτη:

- Πως θα βρω τον εαυτο μου; Γεννιεμαι ο εαυτος μου και πρεπει να τον βρω η ειναι στην καθε κατασταση που πρεπει να ειμαι ο εαυτος μου;

Εγω:

- Αν υποθεσουμε οτι η ζωη αποτελειται απο διαφορους ηχους, μουσικους ηχους. Εμεις καλουμαστε να τους ανταποκριθουμε, να τραγουδησουμε, να πιασουμε τον τονο, να ειμαστε μεσα στον τονο - η τουλαχιστον να ξερουμε πως τραγουδαμε φαλτσα, πως ειμαστε εξω απο τον τονο.

*

Και τωρα, στο τελος, σας παρακαλω να ξεχαστε αυτα που ειπωθηκαν. Αν κατι αξιζουν, καποια στιγμη μπορει να σας θυμηθουνε αυτα.


Ο θανατος

Ο Θανατος

Προσφατα σε μια θεραπευτικη συναντηση μια γυναικα μου μιλησε για το φοβο της του θανατου. Την ρωτησα ποια εικονα εχει για το θανατο· τι την φοβιζει σ' αυτην την εικονα. Ειπε το να ειναι μεσα στο φερετρο. Και, σ' αυτην την εικονα, ποιο στοιχειο της ειναι το φοβερο; Το οτι ειναι καταχωμενη βαθια μεσα στο χωμα. Και τι της κανει αυτην την εικονα, οπου ειναι καταχωμενη, αφορητη; Η απαντηση που μας προεκυψε μετα απο καποια αναζητηση ηταν: Εκει μεσα, στο φερετρο, ειναι περα για περα κρυμμενη.

Εδω ειναι το κρισιμο σημειο σε καθε λογο για το θανατο. Το διεκρινα με την αφορμη ενος αποσπασματος του Ηρακλειτου που λεει:

ἀνθρωπους μενει ἀποθανοντας ἃσσα οὐκ ἔλπονται οὐδὲ δοκεουσιν

(στους ανθρωπους, οταν εχουν πεθανει, απομενουν αυτα για τα οποια ουτε ελπιζουν ουτε και αποφαινονται).

Ελπιζω για τα πραγματα τα μελλοντικα. Αποφαινομαι για τα παροντα και τα παρελθοντα. Στους ανθρωπους, οταν εχουν πεθανει, απομενουν οσα πραγματα δεν ειναι ουτε μελλοντικα ουτε παροντα ουτε παρελθοντα. Δεν τους απομενει τιποτα.

Ποιο ειναι λοιπον το κρισιμο σημειο στη συνομιλια με τη γυναικα; Το οτι νεκρη μεσα στο φερετρο δεν θα της εχει απομεινει κανενα κρυψιμο και κανενας φοβος. Αυτα που λεει δεν μπορει λοιπον να αφορουν το θανατο της καθαυτον. Απο που ερχονται τοτε; Απο που αλλου παρα απο τον τροπο με τον οποιο τωρα την αφορουν τα πραγματα; Τωρα, οσο ζει;

Τη ρωτω λοιπον για τη σχεση της με πραγματα που εχουν τον χαρακτηρα του κρυμμενου. Για να γινει πιο συγκεκριμενο, τη ρωτω αν, π.χ., μικρη της αρεσε να παιζει κρυφτο, αν ειχε μυστικα κτλ.

Στη συνομιλια που ακολουθει διακρινουμε μια σταση που την εχει σημαδεψει και που μεχρι σημερα δεν ειχε βρει το ονομα της: Παιδι γρηγορα σταματησε να παιζει κρυφτο· δεν μπορει να εχει μυστικα, δεν θελει να της εκμυστηρευονται πραγματα· απεχθανεται τις σκιες· το "δεν ξερω" γυμνο, χωρις την προσφυγη σε υποθεσεις και εικασιες, της φερνει τρομο.

Για το σημερινο μας θεμα αυτα αρκουν. Μονο σαν αντιφωνο και σαν πρελουδιο για ο,τι θ' ακολουθησει σας διαβαζω στιχους απο ενα ποιημα του Paul Celan με τον τιτλο "Μιλα κι εσυ":

Sprich auch du,

sprich als letzter,

sag deinen Spruch.

Sprich -

Doch scheide das Nein nicht vom Ja.

Gib deinem Spruch auch den Sinn:

gib ihm den Schatten.

Gib ihm Schatten genug,

gib ihm so viel,

als du urn dich verteilt weisst zwischen

Mittnacht und Mittag und Mittnacht.

Blicke umher:

sieh, wie's lebendig wird rings -

Beim Tode! Lebendig!

Wahr spricht, wer Schatten spricht.

Μιλα κι εσυ,

μιλησε τελευταιος,

πες το λογο σου.

Μιλα -

Μα μην χωρισεις το οχι απο το ναι.

Δωσε στο λογο σου και το νοημα:

δωσε του τη σκια.

Δωσ' του σκια αφθονη,

δωσ' του τοση

οση γνωριζεις γυρω σου μοιρασμενη αναμεσα σε

μεσανυχτα και μεσημερι και μεσανυχτα.

Κοιτα τριγυρω:

δες πως ολα ζωντανευουν παντου -

Μα το θανατο! Ζωντανευουν!

Αληθινα μιλαει οποιος μιλαει σκιες

Θα επανελθουμε στον Celan.

Η γυναικα πιστευει πως μιλα για το θανατο, ομως μιλαει για τη ζωη. Αυτο συμβαινει καθε φορα που αναφερομαστε στο θανατο. Λεμε "Θα πεθανω" και χρησιμοποιουμε τη λεξη σαν ο θανατος να ηταν ενα μελλοντικο συμβαν. Λεμε για καποιον που πεθανε "Εφυγε", λες κι θανατος ειναι μια απομακρυνση. Στα ιατρικα αρχεια των νοσοκομειων ο θανατος σημειωνεται με το βαρυγδουπο και σχεδον ακαταλαβιστικο λατινικο "exitus", εξοδος, σαν να ηταν κι αυτος ενα ειδος "εξιτηριου". O θανατος δεν ειναι ουτε συμβαν ουτε απομακρυνση ουτε εξοδος ουτε τιποτε αλλο, καθως ολες αυτες οι λεξεις μονο στη ζωη εχουν μια χρηση κι ενα νοημα. Στο θανατο δεν τους απομενει κανενα.

Οσο κι αν προσπαθησουμε να μιλησουμε για το θανατο μας, θα βρεθουμε να μιλαμε με ορους της ζωης για πραγματα της ζωης μας. Και μαλιστα, οπως μας δειχνει το παραδειγμα της γυναικας, για πραγματα που εχουν σημαδεψει ιδιαιτερα τη ζωη μας.

Ειναι ενα απιστευτο παραδοξο: Ξεκινησαμε απο την αυτονοητη αντιληψη οτι ο θανατος ειναι το τελειως αλλο απο τη ζωη. Ποιο ειναι για τη γυναικα το τελειως αλλο απο τη ζωη της; Αυτο που της ειναι αδιανοητο, αυτο που δεν εχει γνωρισει αρκετα και απεναντι στο οποιο ειναι κλειστη; Το κρυφο. Ε, λοιπον ακριβως αυτο, στη μορφη της εικονας της μεσα στο φερετρο, ειναι και το ονομα που εχει δωσει στο θανατο της!

Αν δεν το εχετε κανει, επιχειρειστε να προσεξετε τι σας φοβιζει στο θανατο. Εκει θα βρειτε την ιδια σας τη ζωη. Μιλα μου για το θανατο σου και θα σου μιλησω για τη ζωη σου! Η παραδοξη αληθεια που εδω δηλωνεται ειναι πως ζωη και θανατος λεγονται ως ενα και το αυτο. Τουτο το ενα και το αυτο συναρμοζεται απο το φοβο.

Η ζωη της γυναικας, καθοσον ειναι μια ζωη οπου φανερο και κρυφο διαχωριζονται και το κρυφο μενει εξορισμενο, ειναι μιση ζωη. Και καθε φορα που μιλαμε για τη "ζωη" διχως να περιλαμβανουμε το θανατο μιλαμε για μιση ζωη. Ζουμε μιση ζωη. Μοιαζει με το αρνητικο μιας φωτογραφιας οπου τα παντα προβαλλουν σε αποχρωσεις του γκριζου. Στην προοπτικη του θανατου εισβαλλει και το αλλο μισο, εφορμουν ολα τα χρωματα - μεσα σε ανειπωτο, λιγοτερο η περισσοτερο συγκαλυμμενο φοβο.

Ειναι ομως ο φοβος η μονη δυνατοτητα για τη σχεση ζωης και θανατου; Ηδη στη συζητηση του παραδειγματος μας διαφαινεται μια αλλη: Οσο περισσοτερο ειναι κανεις ανοιχτος για τα πραγματα της ζωης τοσο λιγοτερα εχει να φοβαται, τοσο λιγοτερο ειναι ο θανατος θεμα. Τοτε παυει και η "ζωη" να ειναι θεμα. Αν η γυναικα μπορεσει να δεχτει τα κρυφα, τα μυστικα και τα μυστηρια, το παιχνιδισμα του φωτος με το σκοταδι που υπαρχει στα παντα, αν μπορεσει να "μιλησει σκιες", τοτε θα ζησει το θανατο της, δηλαδη εδω: το κρυψιμο εν ζωη θα βρεθει στο δρομο που η απωασιατικη παραδοση αποκαλει "μεγα θανατο".

Γραφει ο Σεφερης:

Κι ομως κερδιζει κανεις το θανατο του, τον δικο του θανατο, που δεν ανηκει σε κανεναν αλλον και τουτο το παιχνιδι ειναι η ζωη

Οταν ημουν παιδι και ξαπλωνα να κοιμηθω, σκεφτομουν οτι μπορει να πεθανω στον υπνο μου κι οτι θα 'πρεπε να 'μαι ετοιμος. Γυριζα λοιπον ανασκελα, σταυρωνα τα χερια στο στηθος, οπως κανουν στους πεθαμενους, κι ελεγα φωναχτα τρεις φορες: "Α". Γιατι; Διοτι ο τελευταιος μου λογος επρεπε να ειναι το πιο ανοιχτο γραμμα: "Α"! Αργοτερα, νεος αντρας πια, βασανιζομουν, οπως καλη ωρα η γυναικα που αναφερθηκε, απο την εικονα μου νεκρου βαθια κατω στο χωμα. Νεκρου, αυτο ηταν το δικο μου σαρακι, που κρυωνε και κρυωνε διχως να μπορει να προστατευτει. Αν ειχα συναντησει εκεινον τον νεο σημερα, θα τον ρωτουσα μηπως αυτο το κρυο τον διαπερνα τωρα, μηπως η νοσταλγια μιας θαλπωρης τον διακατεχει τωρα, ενοσο ζει.

Γιατι σας τα λεω αυτα; Γιατι μια μερα ανακαλυψα, με οχι μικρη εκπληξη, πως αυτη η εικονα του νεκρου που ξεπαγιαζει κατω στο χωμα με αφηνε παντελως αδιαφορο. Δεν εχει νοημα να αναρωτηθουμε για το ποια εξελιξη και ποιες διεργασιες με εφεραν σ' αυτον τον νεο τοπο. Θα χανομασταν σ' ενα δαιδαλο ακαρπων εκλογικευσεων.

Ισως ετσι λυνονται οι κομποι ζωης και θανατου, μ' ενα απροσδοκητο και ανυποπτο ξυπνημα σε μιαν αλλη ανοιχτοτητα, σαν να σου δοθηκε μια χαρη. Αραγε εκεινο το "Α" του μικρου παιδιου ειχε ξαναγυρισει; Εκφρασμενο στη νεα ανοιχτοτητα; Ισως στα παιδικα ματια ετσι λεγονταν, και κρυβονταν, εκεινη η αληθεια που λεει πως μπορω να πεθανω ησυχα μονο αν εχω ζησει ανοιχτα. Ισως.

Πως θα πεθανουμε;

ρωτα ο Σεφερης στο ονομα ολων μας.

Οι ανθρωποι καλουνται οι θνητοι διοτι το μπορουν, να πεθανουν. Πεθαινω θα πει: δυναμαι το θανατο ως θανατο

λεει ο Martin Heidegger.

Ενδεχομενως ο δρομος της απαντησης στην ερωτηση του ποιητη και ο δρομος της ανταποκρισης στην προταση του νοητη ειναι αυτος στον οποιο ο θανατος παυει να ειναι θεμα, δηλαδη παυει να διαχωριζεται απο τη ζωη. Τοτε, οπως ειπωθηκε ηδη, παυει να ειναι θεμα και η ζωη. Ειναι μεγαλη υποθεση. Ειναι υποθεση ζωης και θανατου. Μη με ρωτατε πως γινεται αυτο. Θα σας πω μονο: καποτε γινεται.

Μονο τουτο ακομη, σαν μεταβαση στα επομενα: Μην αναζητας το θανατο στο φερετρο και στο πτωμα. Αλλου, μακρυτερα βρισκεται, και συναμα κοντυτερα. Χρειαζεται αυτη η "ευρυχωρια" - μια λεξη του Σεφερη. Ειναι ο τοπος οπου οι νεκροι συναντωνται με τους ζωντανους, οχι σαν ξεχωροι αλλα οταν (Ηρακλειτος) εκεινοι πεθαινουν τη ζωη αυτων και αυτοι ζουν το θανατο εκεινων. Σ' αυτον τον τοπο το φιλι και ο ξενος και το δακρυ ειναι αληθινοτερα. Γι' αυτα μιλα και παλι ενα ποιημα του Paul Celan:

KRISTALL

Nicht an meinen Lippen suche deinen Mund,

nicht vorm Tor den Fremdling,

nicht im Aug die Träne.

Sieben Nächte höher wandert Rot zu Rot,

sieben Herzen tiefer pocht die Hand ans Tor,

sieben Rosen später rauscht der Brunnen.

ΚΡΥΣΤΑΛΛΟΣ

Μη στα χειλη μου ζητησεις το στομα σου,

μη μπροστα στην πορτα τον ξενο,

μη στο ματι το δακρυ.

Εφτα νυχτες ψηλοτερα διαβαινει κοκκινο προς κοκκινο,

εφτα καρδιες βαθυτερα βαραει το χερι την πορτα,

εφτα ροδα αργοτερα κελαρει το πηγαδι.

Πριν απο τρια χρονια πεθανε η μητερα μου. Ας υποθεσουμε πως ο θανατος της με αφησε αδιαφορο. Λεει αυτο κατι ειδικα για τη σχεση με τη νεκρη μητερα μου; Η μηπως ημασταν ο ενας για τον αλλο αδιαφοροι και οσο ζουσε; Ας υποθεσουμε πως μου λειπει, π.χ., πως τωρα αισθανομαι ορφανεμενος. Λεει αυτο κατι ειδικα για τη σχεση με τη νεκρη μητερα μου; Η μηπως οσο ζουσε παρεμενα ο μικρος γιος που "μαμαδιζονταν"; Ας υποθεσουμε πως ο θανατος της με ανακουφισε και με απελευθερωσε. Λεει αυτο κατι ειδικα για τη σχεση με τη νεκρη μητερα μου; Η μηπως οσο ζουσε με ηθελε δορυφορο της;

Μηπως ζωη και θανατος της μητερας μου ειναι οψεις του ιδιου νομισματος; Ακριβως αντιστοιχα με τη γυναικα την καταχωμενη στο φερετρο και με τον νεαρο αντρα που κρυωνει κατω απο το χωμα; Μηπως κι εδω ζωη και θανατος ειναι ενα και το αυτο; Οπου τουτο το ενα και το αυτο συναρμοζεται καθε φορα απο την αδιαφορια, το μαμαδισμα, τον εγωισμο;

Ομως εξαντλειται εδω η σχεση με τη νεκρη μητερα μου; Η μηπως κι εδω εχουμε να κανουμε με το αρνητικο μιας φωτογραφιας; Με μιση ζωη;

Ας ξαναδουμε τα πραγματα απο την αρχη. Απο τη νεκρη μητερα μου εχω διαφορες αναμνησεις. Τη θυμαμαι, π.χ., παλια σε συγκεντρωσεις στο σπιτι να εχει βγαλει τις γοβες της και να χορευει ολο κεφι. Ομως σε μια τετοια αναμνηση ειναι ζωντανη, ολοζωντανη. Οταν τη βλεπω τωρα νοερα να χορευει ειναι σαν ενα replay. Η αναμνηση μου την αναβιωνει. Αυτη δεν ειναι η νεκρη μητερα μου. Βεβαια μια τετοια αναμνηση ποτε πια δεν θα μπορεσω να τη μοιραστω μαζι της. Ομως και παλι αυτο και ολα τα "ποτε πια" λεγονται σε αναφορα με τη ζωη της και την κοινη μας ζωη. Δεν αναφερονται στη νεκρη μητερα μου καθαυτην. Η εικονα της που χορευει εξανεμιζεται.

Τη θυμαμαι και νεκρη, στο φερετρο. Ομως ακομα κι αυτο ειναι ενα replay. Δεν ειναι η νεκρη μητερα μου σημερα. Καθε παρασταση της μενει πισω απο τη σημερινη νεκρη μητερα μου.

Οσα ειπωθηκαν τελευταια τα ακουμε σ' ενα μοιρολοι των ελληνοφωνων της Κατω Ιταλιας:

Κλαμα

[...] Στο κοφινι της κιατερα μου

πρεπαν ασπρα τα προιτσια.

Ηρτε ο τανατο τσε ης εβαλε

τ' απερτουρι τσε τα τσερια.

Αρε μου αρε μου κιατερεddα

μου που σε πηραν οι πατεροι;

- Ε που ε σειεται φυddo ατσ' ανεμο

καγιο μανα μου κα ε το τσερει.

- Τις σου πλενει τα ρουκασα σου

με τες εισαι να φανει;

- Τις πο' ατσ' ολοι που εττου ειμεσται

ε τωριεται τσε ε τωρει.

Μοιρολοι

[...] Στο καλαθι της θυγατερας μου

επρεπαν ασπρα τα προικια.

Ηρθε ο θανατος και της εβαλε

την αγιαστουρα και τα κερια.

Ποιος το ξερει, μικρο μου κοριτσι,

που σε πηραν οι παπαδες;

- Εκει που δε σειεται φυλλο απ' τον ανεμο καλυτερα, μανα μου, να μην το ξερεις.

- Ποιος σου πλενει τα ρουχακια σου

απ' αυτους που 'σαι μαζι, για να τον δουμε;

- Κανεις ποτε απ' οσους ειμαστ' εδω περα

δε θωριεται και δε θωρει.

Η κορη λεει το ιδιο: Στον Αδη, εκει που συμφωνα με το ονομα του δεν υπαρχει κανενα ιδειν, καθε εικονα της, καθε τροπος της μητερας της ν' αναφερεται σ' αυτην εξανεμιζεται. Και παλι, οπως η κορη, ετσι κι η νεκρη μητερα μου δεν ειναι τιποτα. Μονο που καμια παρασταση της δεν μπορει να την αποδωσει οπως ειναι σημερα. Ειναι λοιπον, ομως χωρις τη μορφη της, χωρις τη φωνη της, οπως την ειδα και την ακουσα αλλοτε. Ειναι διχως μορφη, διχως φωνη, διχως προσωπο, διχως καν ν' αναγνωριζεται ως μητερα μου, γυναικα του πατερα μου κτλ. Δεν εχει καν φυλο. Ακομα και το "την", η προσωπικη της αντωνυμια, ηχει παραταιρα. Ολα τους εξανεμιζονται. Η νεκρη μητερα μου, ως νεκρη, εχει απο-προσωποιηθει. Ειναι, ομως ειναι ενα τιποτα - ο τονισμος τωρα πεφτει στο "ειναι": ειναι ενα τιποτα.

Αυτο το τιποτα εχει αφησει εκεινη τη μορφη που λεγοταν "μητερα μου" πισω. Και παλι τη φερνει μαζι του, απροσωπη πια. Αυτο το τιποτα εκτοτε με συντροφευει. Οταν βλεπω το φως του ηλιου, αυτο το τιποτα βλεπει μαζι μου. Οταν χρησιμοποιω το τηγανι και την κατσαρολα που πηρα απο το σπιτι της, αυτο το τιποτα μαγειρευει μαζι μου. Τις ωρες που συνομιλω ετσι μ' αυτο το τιποτα, απο-προσωποποιουμαι κι εγω. Γινομαι ενα τιποτα. Celan:

ES IST NICHT MEHR

diese

zuweilen mit dir

in die Stunde gesenkte

Schwere. Es ist

eine andere.

Es ist das Gewicht, das die Leere zurückhält,

die mit-

ginge mit dir.

Es hat, wie du, keinen Namen. Vielleicht

seid ihr dasselbe. Vielleicht

nennst auch du mich einst

so.

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΙΑ

αυτη

η βαρυτητα που

καποτε βυθιζεται μαζι σου

μεσα στην ωρα. Ειναι

μια αλλη.

Ειναι το βαριδι που συγκρατει το κενο

που θα συν-

παρασερνονταν μαζι σου.

Δεν εχει, οπως κι εσυ, κανενα ονομα. Ισως

ειστε το ιδιο. Ισως

καποτε κι εσυ να με ονομασεις

ετσι.

Τωρα ομως, σ' αυτες τις ωρες, το φως του ηλιου ειναι περισσοτερο φως γιατι δεν υπαρχει ενα εγω που να παρεμβαινει με τις αντιληψεις του και με τις προτιμησεις του. Το φως ειναι περισσοτερο φως και τα πραγματα, οπως το τηγανι και η κατσαρολα, περισσοτερο πραγματα. Μεχρι τις παρυφες αυτης της ενορασης εφτασα.

Εδω επιτρεψτε μου μια παρεκβαση. Η "φαινομενολογια", δηλαδη ο λογος που λεγει τα φαινομενα, εκφραζει τα πραγματα οπως δειχνονται καθαυτα, μπορει να τα λεγει αληθινα μονο οταν το υποκειμενο του λογου απεκδυεται καθε δικη του υποσταση. Αυτο ειναι που ζηταει ο Freud, για να μεινουμε στη θεραπευτικη, εστω κι αν δεν το εννοει σε ολο το ευρος του, οταν περιμενει απ' τον πελατη να πει ο,τι του ερχεται στο νου διχως να παρεμβαλλει τιποτα δικο του, δηλαδη διχως να επιλεγει, να αλλοιωνει, να αποσιωπα, να τονιζει. Και αυτο ειναι που ζηταει απο τον θεραπευτη οταν περιμενει απ' αυτον μια προσοχη "ελευθερα μετεωρη".

Ομως οι παροτρυνσεις δεν φτανουν. Δειχνουν την κατευθυνση μονο, και προς τα εκει οδηγει ο θεραπευτης με την τεχνη του - οχι την τεχνικη του. Ειναι τα ιδια τα πραγματα που εξαναγκαζουν σ' αυτον το δρομο, καθως δειχνονται παντα με το φως και με τη σκια τους. Ενα τετοιο πραγμα ειναι ο θανατος, ως αυτο που (Σεφερης) "χαριζει τη ζωη".

Η αληθινη συνομιλια με τους νεκρους οπου ο κοσμος δεν βυθιζεται στη θανατιλα αλλα "μα το θανατο, ζωντανευει" σπανια πραγματωθηκε στην ιστορια της Δυσης. Οσο εγω γνωριζω, και οπως θα διαπιστωσατε, μια απο τις πιο ολοκληρωμενες πραγματωσεις της ειναι η ποιηση του Paul Celan. Αυτος, πιστευω, ειναι ο κρυφος λογος που ο Celan συχνα αναγνωριζεται ως ο μεγαλυτερος ποιητης της εποχης μας. Κανενας αλλος ποιητης, και κανενας νοητης, ουτε ο Heidegger, δεν το καταφεραν σε τετοια πληροτητα, εννοω τη συνομιλια με τους νεκρους που χαριζει μια -κι εδω χρησιμοποιω τον τιτλο μιας ποιητικης συλλογης του- χαριζει μια "τροπη της ανασας" και ικανοποιει ο,τι ο Ηρακλειτος διατυπωσε με απιστευτη απλοτητα, διχως επιφωνηματα, σχεδον στη ρυμη του λογου του:

ταὐτὸ τ' ἔνι ζῶν καὶ τεθνηκὸς

(το αυτο ειναι ζωντανο και πεθαμενο).

Το αυτο: Η συναντηση του τιποτα με το τιποτα. Celan:

ich weiss,

ich weiss und du weisst, wir wussten,

wir wussten nicht, wir

waren ja da und nicht dort,

und zuweilen, wenn

nur das Nichts zwischen uns stand, fanden

wir ganz zueinander.

ξερω,

ξερω και ξερεις, ξεραμε,

δεν ξεραμε,

αλλωστε εδω ειμασταν κι οχι εκει,

και καποτε, οταν

μονο το τιποτα εστεκε αναμεσα μας, βρισκαμε

ο ενας τον αλλο ολοτελα.

Κι ακομα:

PSALM

Niemand knetet uns wieder aus Erde und Lehm,

niemand bespricht unsern Staub.

Niemand.

Gelobt seist du, Niemand.

Dir zulieb wollen

wir blühn.

Dir

entgegen.

Ein Nichts

waren wir, sind wir, werden

wir bleiben, blühend:

die Nichts-, die

Niemandsrose.

ΨΑΛΜΟΣ

Κανεις δεν θα μας ξαναπλασει απο χωμα και λασπη,

κανεις δεν θα διαβασει τη σταχτη μας.

Κανεις.

Δοξασμενος να 'σαι, Κανεις εσυ.

Για χαρη σου θε ν'

ανθισουμε.

Κατα

σενα.

Ενα Μηδεν

ημασταν, ειμαστε, θα

μεινουμε, ανθωντας:

του Μηδενος, του

Κανενος το ροδο.

"Δεν μου φτανουν οι ζωντανοι" γραφει ο Γιωργος Σεφερης. Πρωτα στη συνομιλια με τους νεκρους, στην οποια, επαναλαμβανω τα λογια του Ηρακλειτου, οι νεκροι πεθαινουν τη ζωη των ζωντων, οι ζωντες ζουν το θανατο των νεκρων, σ' αυτην την αποπροσωποποιηση οπου συναντωνται το τιποτα με το τιποτα, γινονται, ειπα πριν, το φως περισσοτερο φως, τα πραγματα περισσοτερο πραγματα, γινεται το σκοταδι περισσοτερο σκοταδι. "Περισσοτερο" θα πει εδω: τωρα τα παντα "βγαζουν σπιθες", αναφλεγονται, ο κοσμος γινεται φωτια "πῦρ αειζωον" τον αποκαλεσε ο Ηρακλειτος. Αυτον τον κοσμο, λεει ο Εφεσιος στο ιδιο αποσπασμα, δεν τον εποιησε ουτε θεος ουτε ανθρωπος αλλα ηταν, ειναι και θα ειναι - πῦρ ἀειζωον.

Τοτε το καθε τι ειναι μια φλογα που ξεκινα απ' το τιποτα και μενει στερεα μετεωρη στο κενο. Κι εδω, σ' αυτην την εικονα συναντωνται η απαρχη της δυτικης νοησης με μια κορυφωση της ανατολικης. Μια τετοια εικονα υπαρχει:

shoki

Ειναι μια καλλιγραφια του συγχρονου ζεν-φιλοσοφου Hisamatsu. To φλεγομενο ιδεογραμμα στη μεση ειναι η καρδια. Στο περιθωριο λεει: "Πρεπει να κατοικεις η να μενεις στο πουθενα και πρεπει ν' αφηνεις την καρδια να ξεσπασει". Ισως κι εδω λεγεται ο,τι συναντησαμε επανειλημμενα: ζωη και θανατος ειναι το αυτο.

Ο βουδισμος, ιδιαιτερα ο ζεν-βουδισμος, ειναι εξαρχης στραμμενος στο θανατο. Ο,τι σχετικο εκφραστηκε στη Δυση, στο χριστιανισμο, στην ποιηση, στη νοηση, στην τεχνη ειναι ψηγματα σε συγκριση με την Ανατολη οπου αναπτυχθηκε σ' ενα μοναδικο ευρος και βαθος μεσα απο μια μακραιωνη παραδοση. Εκεινο παλι που εδω λειπει σχεδον ολοτελα ειναι η δεκτικοτητα για την πλανη, οχι με την εννοια της συμπαθειας και της συγκαταβασης αλλα σαν δρομος που καποτε μπορει να φερει στην αληθεια. Αν η γυναικα κι ο νεος μιλουσαν για την εικονα τους του θανατου σ' εναν δασκαλο του ζεν, φανταζομαι πως για απαντηση θα εισεπρατταν μια ξυλια απο το ραβδι του. O αλλος, ο δικος μας δρομος, δρομολογηθηκε με την αρχαια τραγωδια: Ειναι η πλανη που κανει αυτον που εχει μπει στο λουκι της να τσακιζεται, οπου αυτη ακριβως η συμφορα θα φερει την καθαρση. Θα το δουμε και παρακατω.

Μ' αυτην την επιφυλαξη μου φαινεται πως εχουμε πολλα να μαθουμε απο την Ανατολη - οπως τωρα, που κι αυτοι εγιναν σαν εμας, θα χρειαστει να μαθουν ν' αντιμετωπιζουν το ανθρωπινο βασανο με αλλη κατανοηση.

Για το θεμα του διαλογου Δυσης κι Ανατολης θα γινει μια ακομη παρεκβαση. Γραφει ο Keiji Nishitani, ενας απο τους σημαντικοτερους συγχρονους Ιαπωνες νοητες:

Σημερα, οπου σε ολες τις περιοχες της ανθρωπινης πρακτικης λαμβανουν χωρα συναντησεις μεταξυ Ανατολης και Δυσης με εκπληκτικη ταχυτητα, η αμοιβαια κατανοηση ειναι διχως αλλο μια απο τις σημαντικοτερες αποστολες της ανθρωποτητας. [...]

Σημερα στεκουμε εμπρος στο πλεον οξυ αιτημα, δηλαδη να υπερβουμε τα δικα μας πνευματικα σχηματα και προτυπα, τον ακαμπτο σκελετο δογματος και δογματικης. Αυτο το αιτημα ειναι σαν τομη, διοτι μας καλει να επιστρεψουμε στον πηγαιο μας "εαυτο" -περαν καθε δογματος-, να απεκδυθουμε απαξ δια παντος εκεινων των παγιωμενων σχηματων και προτυπων που εγκλειουν τη σκεψη, την αισθηση και τη βουληση μας σε τυποποιημενα και φαινομενικα αιωνια πλαισια. Καλουμαστε να επιστρεψουμε στο πλεον θεμελιακο επιπεδο οπου ο ανθρωπος ειναι απλως ανθρωπος η πλεον μονο γιος του ανθρωπου, τιποτα λιγοτερο και τιποτα περισσοτερο· οπου ειναι ολοτελα εκθετος, ασκεπος, γδυτος, με αδεια χερια, ανυποδητος, ομως επισης οπου μπορει και ν' ανοιξει το ενδοτατο της καρδιας του απεριφραστα. [...] Οσο δυσκολο κι αν ειναι, παντως φαινεται αναγκαιο να επιστρεψουμε σ' ενα τετοιο θεμελιακο επιπεδο μεσα μας για να προετοιμασουμε τον ανοιχτο τοπο για τη ζητουμενη γνησια συναντηση.

Δεν θα συμπληρωσω τιποτα. Η ιδια η ομιλια ειναι μια αποπειρα προς αυτην την κατευθυνση.

Στο ζεν μια λεξη-κλειδι για την εννοηση του θανατου ειναι η "παροδικοτητα". Επηρεασμενοι απο την κρατουσα παραδοση η οποια παρασταινει ως εγκυρο ο,τι εχει υποσταση και μενει σταθερο στο χρονο, θεωρουμε το παροδικο σαν το μηδαμινο που συμβαινει σ' ενα τωρα για να χαθει στο μετα. O Dogen, ενας απο τους σημαντικοτερους δασκαλους του ζεν, γραφει λιγο πριν απο το θανατο του:

Με τι λοιπον να συγκρινω

τον κοσμο και τη ζωη του ανθρωπου;

Με τον ισκιο του φεγγαριου

οταν στη δροσοσταλιδα αγγιζει

το ραμφος απο ενα θαλασσοπουλι.

O Byung-Chul Han, Ιαπωνας καθηγητης της φιλοσοφιας στη Βερνη, σχολιαζει:

Εδω κανεις εχει να κανει με μια ιδιαιτερη εμπειρια της παροδικοτητας [...] Οπου ανακινειται μια αντισταση εναντια στην παροδικοτητα διαμορφωνεται ενας εμφατικος εαυτος. Κανεις μεγενθυνεται, τροπον τινα κανει το εγω του να μεγαλωσει εναντια στο θανατο, που ειναι ο θανατος μου, που δινει στο εγω ενα τελος. Μια αλλη αντιληψη της θνητοτητας ειναι εκεινη η "αφυπνιση στην παροδικοτητα", στην οποια κανεις αφηνει τον εαυτο του να παρελθει.

Εκει που κανεις δινει τον εαυτο του στο θανατο, εκει που κανεις κενωνεται, ο θανατος δεν ειναι πια θανατος μου. Δεν εχει πια τιποτα το δραματικο. Δεν ειμαι πια δεσμιος του θανατου, που θα ηταν ο θανατος μου.

Στη συνεχεια γινεται αναφορα στον "μεγα θανατο", που μνημονευτηκε επιτροχαδην στην συζητηση του παραδειγματος της γυναικας:

Ο "μεγας θανατος" δεν αποτελειωνει τη ζωη. Ο θανατος που θα ερχοταν στο τελος της ζωης θα ηταν ενας "μικρος" θανατος. Σιγουρα μονο ο ανθρωπος ειναι ικανος για τον "μεγα θανατο". Συνιστα εκεινο το τολμημα, να πεθανεις και να φυγεις καθαυτον. Και ομως δεν εκμηδενιζει τον εαυτο. Πολυ περισσοτερο τον διαυγαζει στο ανοιχτο. O εαυτος κενωνεται καθως πληρουται με μια κοσμικη ευρυτητα. Αυτο το ιδιαζον ειδος θανατου αφηνει να προκοψει ενας εαυτος πληρης ευρυτητας, ενας ανιδιοτελης εαυτος.

Η εδω εννοουμενη παροδικοτητα αποδιδεται παραστατικα στην τεχνη του ikebana, οπου λουλουδια κοβονται και τοποθετουνται σ' ενα βαζο με χωμα.

Ikebana 2

Ακουστε τι λεει σχετικα ο Nishitani εχοντας κατα νου πως η ανθρωπινη υπαρξη ειναι σαν λουλουδι του ikebana. Γραφει ο Han:

O Nishitani ερμηνευει την ιαπωνικη τεχνη της τοποθετησης των λουλουδιων απο την πλευρα του φαινομενου του κοψιματος. Οταν καποιος χωριζει το λουλουδι απο τη ριζα της ζωης του, τροπον τινα το αποκοβει απο την ψυχη του. Ετσι του αφαιρειται η ενστικτωδης ορμη, το appetitus. Στο λουλουδι αυτη η αποκοπη δινει το θανατο. Το κανει να πεθανει επι τουτου. Αυτος ο θανατος διαφερει απο το μαρασμο, που για το λουλουδι θα ηταν ενα ειδος απο-βιωσης η φυσικου θανατου. Κανεις δινει στο λουλουδι το θανατο προτου αυτο ζησει μεχρι τελους. [...]

Το κομμενο λουλουδι, που πλεον δεν ορεγεται τιποτα, διαγει τον εκαστοτε χρονο του. Διαμενει ολοτελα στο εκαστοτε παρον διχως μεριμνα για το πριν και το μετα. Γινεται ολοτελα χρονος διχως αντισταση εναντιον του. Οπου πηγαινει με το χρονο, συμφιλιωμενο μαζι του, ο χρονος δεν παρερχεται. [...] Ανακυπτει εν μεσω του χρονου μια ιδιαζουσα διαρκεια, μια διαρκεια διχως συνεχεια, που δεν παριστανει καμια αχρονη απεραντοσυνη, κανεναν σταματημενο χρονο. Ειναι μια εκφανση εκεινης της περατοτητας που ησυχαζει στον εαυτο της, φερει η ιδια τον εαυτο της, που δεν αλληθωριζει προς το "απειρο", που κατα εναν τροπο εχει ξεχασει τον εαυτο της. [...] Ikebana θα πει κατα λεξη: "ζωογονηση του λουλουδιου". Προκειται για μια ιδιαζουσα ζωογονηση. Κανεις ζωογονει το λουλουδι, το υποβοηθει προς μια βαθυτερη ζωντανια δινοντας του το θανατο. Το ikebana κανει το περατο ως αυτο τουτο να λαμπει διχως το φως της απεραντοσυνης. Ωραια εδω ειναι η καταλαγιασμενη, αταραχη περατοτητα, η ησυχασμενη στον εαυτο της, μια περατοτητα που φωτιζεται διχως να κοιτα περα απο τον εαυτο της. [...]

Και γιατι η ανθρωπινη υπαρξη ειναι σαν λουλουδι του ikebana; Διοτι οι ανθρωποι ειναι οι θνητοι. Μια λεξη του Ηρακλειτου για τον ανθρωπο ειναι ο "μορος". Θα πει: θνητη μοιρα. Γεννιεμαι θα πει συναμα και εξαρχης πεθαινω. Η αποκοπη που δινεται στο λουλουδι στην τεχνη του ikebana, εχει δοθει στον ανθρωπο εξαρχης και χωρις να παρεμβει κανενα χερι.

Ακουσαμε: "Το κομμενο λουλουδι, που πλεον δεν ορεγεται τιποτα, διαγει τον εκαστοτε χρονο του. Διαμενει ολοτελα στο εκαστοτε παρον διχως μεριμνα για το πριν και το μετα". Αν το υστατο "μετα" ειναι ο θανατος, τοτε η "μεριμνα" γι' αυτον θα ελειπε στο βαθμο που κανεις θα ειχε πεθανει τον "μεγα θανατο", η, στα καθ' ημας, στο βαθμο που θα ειχε αναλαβει τη θνητοτητα του, ειχε γινει ο θνητος που ειναι. Αντιστοιχα, θα συμπληρωνα, το πρωτο "πριν" ειναι η γεννηση. Ομως η γεννηση η οποια προσιδιαζει στον ανθρωπο θα ηταν μια "μεγαλη γεννηση", οπως οταν κανεις, οπως λεμε, "ξαναγεννιεται".Ισως δεν προκειται καν για δυο ξεχωριστα πραγματα: Οταν πεθαινω τον "μεγαλο θανατο", ξαναγεννιεμαι. Τοτε "μικρος θανατος" και "μικρη γεννηση" δεν θα ηταν θεμα καμιας "μεριμνας".

Τα λεμε αυτα με οδηγο τη σοφια της Ανατολης, ομως για μας τουλαχιστον μενει μια επιφυλαξη: Αυτη η σοφια μιλα αξιωματικα. Δεν μας λεει, ισως δεν εχει καν αναγκη να το σκεφτει, απο που αντλει το κυρος της. Στη γραφη του Παρμενιδη του Ελεατη λεγεται:

τως γενεσις μεν απεσβεσται και ἂπυστος ὂλεθρος

(ετσι η γεννηση εσβησε κι ο χαμος χαθηκε).

Και εδω συναντουμε εναν τροπο υπαρξης ομοιο μ' εκεινον της παροδικοτητας του κομμενου λουλουδιου και της ανθρωπινης υπαρξης: πριν και μετα, και τα ακρα τους, γεννηση και χαμος, παυουν να ειναι θεμα. Ομως στον Παρμενιδη, οπως και σ' ολη την πρωιμη ελληνικη νοηση και τεχνη, τουτο δεν λεγεται αξιωματικα αλλα υπαγορευεται απ' αυτο που οι αρχαιοι αποκαλουσαν "αναγκη". Δεν την επιβαλλει κανενας ανθρωπος και κανενας θεος. Τα ιδια τα πραγματα εξαναγκαζουν σ' αυτην.

Ας θυμηθουμε τη γυναικα που φοβαται το θανατο. Αυτο δεν ειναι "ψυχολογικο προβλημα" και η λυση δεν βρισκεται σε καποιον τροπο με τον οποιο θα θεραπευτει απο τη φοβια της και θα επανελθει στο "φυσιολογικο". Ποια θα ηταν αλλωστε η "φυσιολογικη" αντιμετωπιση του θανατου; Η ψυχολογια, οπως η επιστημη συνολικα και σχεδον ολη η παραδοσιακη φιλοσοφια, γνωριζει μονο το θανατο του εμβιου οντος, την απο-βιωση. Ο λογος της για το θανατο ακομα, και προπαντων οταν τον κανει αντικειμενο της ερευνας της, ειναι ενας λογος αφασικος. Ομως η αφασια, το ειδαμε επανειλημμενα, δεν ειναι η πραγματικοτητα του θανατου που αρμοζει στον ανθρωπο. Η γυναικα που μιλα για το θανατο της, οπως μιλα, δεν εχει ψυχολογικο προβλημα. Ειναι εκτος πραγματικοτητας.

Για ποια πραγματικοτητα μιλαμε; Ειπα στην αρχη, ακολουθωντας ενα λογο του Ηρακλειτου: "Νεκρη μεσα στο φερετρο δεν θα της εχει απομεινει κανενα κρυψιμο και κανενας φοβος". Μιλαμε για την πραγματικοτητα οπου καθε κρυψιμο και καθε φοβος χρειαζονται τον ανθρωπο ο οποιος, ρητα η αρρητα, λεγει και εννοει: "κρυβομαι", "φοβαμαι". Το δρομο αυτης της "χρειας", του χρη, ο Παρμενιδης τον ονομαζει δρομο του "ειναι": ἔστιν.

Στα λογια της γυναικας αυτη η αρραγης ταυτοτητα, οπου τα πραγματα ειναι καταλογισμενα στον ανθρωπο, ο ανθρωπος ειναι χρεωμενος τα πραγματα, διασπαται: Η γυναικα μιλα για ενα κρυψιμο για το οποιο, οντας νεκρη, ποτε δεν θα πει "κρυβομαι", μιλα για εναν φοβο για τον οποιο, οντας νεκρη, ποτε δεν θα πει "φοβαμαι". Αυτον το δρομο τον εκτος πραγματικοτητας ο Παρμενιδης τον ονομαζει δρομο του "μη ειναι": οὐκ ἔστιν.

Ας τα ανακεφαλαιωσουμε ακουγοντας τωρα λιγα απο τον ιδιο τον Παρμενιδη:

ἡ δε κρισις περι τουτων εν τῶι δ' ἔστιν

ἔστιν ἢ οὐκ ἔστιν

κεκριται δ' οὖν, ὥσπερ ἀναγκη,

τὴν μὲν ἐᾶν ἀνοητον ἀνωνυμον

(ου γαρ ἀληθης ἔστιν ὁδὸς),

τὴν δ' ὥστε πελειν και ἐτητυμον εἶναι.


ταυτηι δ' ἐπὶ σηματ' ἔασι πολλὰ μαλ',

ὡς ἀγενητον ἐὸν καὶ ἀνωλεθρον ἐστιν,

και κρινεται τουτο:

ειναι, η δεν ειναι

εχει λοιπον κριθει, οπως ειναι αναγκη

ο ενας δρομος [του "δεν ειναι"] να εγκαταλειφθει καθοτι δεν εχει νοημα και ονομα, αφου δεν ειναι αληθινος δρομος, ομως ο αλλος [ο δρομος του "ειναι"] κριθηκε οτι υπαρχει και ειναι αληθινος

σ' αυτον τον δρομο [του "ειναι"] λοιπον εχει παμπολλα σηματα: "ειναι" αγινωτα και "ειναι" αφθαρτα...


Τα σηματα ἀγενητον και ἀνωλεθρον δεν σημαινουν καποια θεϊκη αιωνια υπαρξη διχως αρχη και τελος. Σημαινουν πως το πριν της γεννησης και το μετα το θανατο δεν μπορει ποτε να εννοηθει και να ειπωθει. Καθε τετοια αποπειρα προσκρουει στο αβατο του "μη ειναι". Τα ερωτηματα για τη γεννηση και το θανατο ειναι ψευδο-ερωτηματα. Ακριβως γι' αυτο φερνουν συγχυση και ταλανιζουν, οπως στην περιπτωση της γυναικας και του νεαρου αντρα. Τουτο αφορα κατα εναν τροπο καθε πριν και μετα, ομως η συζητηση του δεν ειναι της ωρας.

Θα προσεξατε πως στον Παρμενιδη δεν γινεται λογος γι' αυτο η εκεινο το πραγμα, αλλα για το "ειναι".Ισως ενας τροπος να βρεθει κανεις στο δρομο του ειναι κι αυτος που δοκιμασα να περιγραψω μιλωντας για τη νεκρη μητερα μου, την αποπροσωποποιημενη, που ειναι, ομως ειναι ενας κανεις, ανυπαρκτη, ενα τιποτα, το οποιο τελικα διαπερνα και μεταβαλλει κι εμενα και τα παντα. Η αφορμη εδω ηταν ο θανατος της μητερας μου, ομως τελικα προκειται για την καθε συναντηση των νεκρων με τους ζωντανους, στην οποια συν-ουσιαζονται και απ-ουσιαζονται μεταξυ τους. Αυτο το τιποτα, ειπα ακομη, δεν ειναι "τιποτα" αλλα στο φως του καθε τι γραφει ο Celan "μα το θανατο, ζωντανευει". Το ακουσαμε με διαφορους τροπους απο τον Ηρακλειτο, τον Σεφερη, τους Ανατολικους.

Το "ειναι" στον Παρμενιδη, θυμιζω, ονομαζει εκεινη την αρραγη ταυτοτητα οπου τα πραγματα ειναι καταλογισμενα στον ανθρωπο, ο ανθρωπος ειναι χρεωμενος τα πραγματα. Αυτος ο δρομος υπαγορευεται απο την αναγκη, το κρατος της οποιας, θυμιζω ακομα, επιβαλλεται τραγικα, δηλαδη με τον πολεμον, μια λεξη του Ηρακλειτου οπου οι πλανημενοι δρομοι ειναι γραφτο να φθασουν σε αδιεξοδο και οι οδοιποροι τους να τσακιστουνε στον τοιχο του. Ακουσαμε την αντιστοιχη λεξη του Παρμενιδη: "κρισις". Η "κριση" δεν ειναι απλα ενα κακο. Σημαινει τη διακριση. Γι' αυτο η κριση παντα μας βαζει στο αλλοκοτο σταυροδρομι πλανης κι αληθειας και δρομολογει τις πορειες μας. Ο φοβος της γυναικας και του νεαρου αντρα, αλλα και καθε φοβος θανατου, δεν ειναι ψυχολογικο συναισθημα αλλα κρισις, σημαδι της προσπτωσης επανω σε τετοιους τοιχους.

Ομολογο του φοβου του θανατου ειναι η κριση του πενθους. Ποια πλανη οδηγει τον πενθουντα στα ακρα; Οπως στην εικονα του φερετρου για τη γυναικα και τον νεο, ετσι και στο πενθος ο νεκρος διατηρει την υποσταση του: Ειναι νοερα παρων με τη μορφη του, κανεις πολλες φορες μιλα μαζι του. O Ελβετος θεραπευτης Hanspeter Padrutt στο βιβλιο του για τον Παρμενιδη, στο οποιο οφειλω μια αποφασιστικη ωθηση για οσα σας ανεπτυξα, στο σχετικο κεφαλαιο αναφερει σαν μοτο ενα ανεκδοτο του Kleist. Σας το διαβαζω μεταφρασμενο:

O Bach, οταν πεθανε η γυναικα του, επρεπε να κανει τις προετοιμασιες για την κηδεια της. Ομως ο καημενος ειχε συνηθισει ν' αφηνει τα παντα στη φροντιδα της γυναικας του· τοσο που, οταν ηρθε ενας γερος υπηρετης και του ζητησε χρηματα για τα λουλουδια που θα στολιζαν το φερετρο, αυτος με βουβα δακρυα, με το κεφαλι πεσμενο πανω σ' ενα τραπεζι, απαντησε: "Πες της γυναικας μου".

Στον Bach η γυναικα του διατηρει την υποσταση της - οπου, μεταξυ αλλων, φροντιζει για τα παντα. Η οδυνη του πενθους, αυτο που ποναει, ειναι το πεσιμο στον τοιχο του "οχι πια": Η γυναικα του ποτε δεν θα ξαναφροντισει το σπιτι, ποτε δεν θα δωσει λεφτα για τα λουλουδια της κηδειας της. O Bach βρισκεται στον αδιεξοδο, αδιανοητο και ακατανομαστο δρομο του "μη ειναι". Η αναγκη τον κανει να πεφτει πανω στον τοιχο του αδιεξοδου. Η οδυνη του πενθους δεν ειναι αλλο απο το συμβαν αυτης της προσπτωσης, που τσακιζει τον πλανημενο νου, παλι και παλι. Ετσι και μονον ετσι, παθαινοντας, μαθαινουμε.

Μια ιστορια ακομα απο τη μυθολογια μας. O Σισυφος ηταν, λεγεται, ο πιο πονηρος και πανουργος αντρας. Μετα το θανατο του πηγε να ξεγελασει τους θεους και να γυρισει στον πανω κοσμο, και για λιγο το καταφερε. Οι θεοι τον τιμωρησαν και του επεβαλαν για ποινη ν' ανεβαζει ενα βραχο σ' ενα υψωμα. Οχι τοσο γνωστη ειναι μια λεπτομερεια: O βραχος βρισκεται στον κατω κοσμο κι ο Σισυφος καλειται να τον ανεβασει στο υψωμα του πανω κοσμου. Δηλαδη καλειται να επαναλαβει αυτο που με κολπα και με ραδιουργιες οντως προσπαθησε. Το οτι ο βραχος ξανακυλα κατω, παλι και παλι, του υπογραμμιζει ξανα και ξανα την αναγκην η οποια απαγορευει καθε αναβιωση.

Το πενθος φερνει παλι και παλι τον νεκρο αναμεσα μας. "Ποιος σου πλενει τα ρουχακια σου;" ρωτα η μανα την κορη που εχασε. "Πες της γυναικας μου" λεει ο Bach. Ακομα και τα μαυρα ρουχα, και η μαυρισμενη ψυχη, ανηκουν στην πλανη που παει να φερει τον κατω κοσμο με το σκοταδι του επανω στο φως. Και παλι και παλι πεφτει κανεις στον τοιχο του "οχι πια", κι ολα κατρακυλανε πισω εκει που ανηκουν. Χρειαζεται να περασουμε απ' αυτο για να μαθουμε, για να πεταξουμε καποτε τα μαυρα και ν' αφησουμε τους νεκρους μας να ησυχασουν.

Θα τελειωσω με λογια του Οδυσσεα Ελυτη για το θανατο του Ανδρεα Εμπειρικου. Πριν πολλα χρονια μου χαρισαν μια πρωτη αναλαμπη γι' αυτα που ειχα σημερα να σας πω:

Δεν ηταν θανατος αυτος αλλα ενα φυσημα ελαφρυ, κι υστερα τα πουλια και το κελαηδητο τους - μια συνεχεια στην ποιηση κεινου που χανοταν εδω για να ξαναβρεθει κερδισμενος αλλου, για παντοτε, μεσα στους γαλαζιους ατμους τ' ουρανου και τις λευκες πετρες.


 

Η αρμονια του ομοφυλοφιλου

Εισαγωγικά για τη σεξουαλικότητα
Η λέξη «σεξουαλικότητα» είναι όρος της ψυχολογίας. Υποδηλώνει, γενικά κι αόριστα, το σύνολο της κυριολεκτικά και συμβολικά εννοούμενης ερωτικής συμπεριφοράς. Όπως κι η «επιθετικότητα», δεν ανταποκρίνεται σε τίποτα, σε κανένα πράγμα, σε καμιά πραγματική κατάσταση. Κι όμως μιλάμε για «σεξουαλικότητα» κι «επιθετικότητα» όπως μιλάμε για αναβολισμό και καταβολισμό. Αυτές οι λέξεις απλά υποβάλλουν την ψευδαίσθηση ότι αναφέρονται σε κάτι, όμως δεν αναφέρονται σε τίποτα. Είναι λέξεις χωρίς νόημα.
Νόημα αντιθέτως έχει η λέξη στην οποία προστέθηκε το «-ότητα» της «σεξουαλικότητας»: το «sexus», το φύλο. Είναι το άρρητο θέμα σε κάθε συνάντηση που στον αέρα της υπάρχει το «σεξ».
To sexus είναι το θέμα του σεξ.
Αυτό είναι ταυτολογία. Μας προτρέπει όταν μιλάμε για «σεξ» ν' αφήσουμε κατά μέρος βιολογικές, ψυχολογικές, κοινωνικές και λοιπές προσεγγίσεις και προεκτάσεις και να προσέξουμε το προκείμενο, ότι στο φαινόμενο του σεξ αυτό που φαίνεται, αυτό που προβάλλει είναι το φύλο.
Τέλη του 19ου και αρχές του 20ού αιώνα εμφανίζεται αυτό που ο Φρόυντ στις Τρεις πραγματείες για τη θεωρία της σεξουαλικότητας αποκαλεί «θεωρία του ψυχικού ερμαφροδιτισμού». Σε μια υποσημείωση γράφει:
Είναι απαραίτητο να ξεκαθαρίσουμε ότι οι έννοιες «αρσενικό» και «θηλυκό», το περιεχόμενο των οποίων για τη γνώμη του κόσμου μοιάζει τόσο αδιαμφισβήτητο, στην επιστήμη ανήκουν στις πλέον περίπλοκες και μπορούν να κατατμηθούν προς τουλάχιστον τρεις κατευθύνσεις. Κανείς χρησιμοποιεί αρσενικό και θηλυκό άλλοτε με την έννοια ενεργητικότητας και παθητικότητας, άλλοτε με βιολογική έννοια και κατόπιν πάλι με κοινωνιολογική.
Ο λόγος περί «αρσενικών» και «θηλυκών» στοιχείων στο χαρακτήρα του καθένα, κάπου στη διάσταση «ενεργητικότητας και παθητικότητας», είναι πλέον κοινός τόπος. Αυτή η αντίληψη θεωρεί ότι «αρσενικό» και «θηλυκό» είναι «έννοιες» όπου κανείς είναι αυτό που νιώθει πως είναι (αρσενικός, θηλυκός, και η ποικιλόμορφη μίξη τους) και όχι ονόματα της πραγματικότητας του, ότι κανείς είναι εξαρχής δεδομένος ως άντρας ή ως γυναίκα.
Τι κάνει τον Φρόυντ να περιφρονεί τη γνώμη του κόσμου που διακρίνει άντρα και γυναίκα και από τα ύψη της επιστήμης να καθιστά αρσενικό και θηλυκό «έννοιες», και μάλιστα να τις υπολογίζει στις «πλέον περίπλοκες»; Είναι η προσπάθεια του να εξηγήσει. Εδώ, να εξηγήσει αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «Inversion», «αναστροφή» του λεγόμενου «σεξουαλικού ενστίκτου», δηλαδή την ομοφυλοφιλία.
Ήδη ο όρος «αναστροφή» δεν αναφέρεται πια στο φαινόμενο που μιλά για τη φιλία προς το όμοιο φύλο αλλά σε μια εξήγηση του. Αυτή πάλι βασίζεται σ' ένα μαγικό πράγμα που λέγεται «σεξουαλικό ένστικτο» και που εδώ «αναστρέφεται». Η μανία της εξήγησης τον τυφλώνει σε σημείο που να μην μπορεί να ξεχωρίσει άντρα και γυναίκα.
Είναι σαν ένας ψυχολόγος που έχει μπροστά του έναν άντρα ή μια γυναίκα και τους λέει μ' ελαφριά ειρωνεία:
- Λες πως είσαι άντρας; Κι εσύ γυναίκα; Για να δούμε τι είστε!
Κατόπιν ανοίγει τα χαρτιά του, π.χ., ένα προβλητικό τεστ προσωπικότητας, και τους το κάνει για να διαπιστώσει πόσο «αληθινά» είναι κανείς άντρας, γυναίκα και σε ποιο βαθμό μίξη τους.
Όμως η πραγματικότητα, το ότι κανείς ήδη είναι άντρας ή γυναίκα πριν «νιώσει» οτιδήποτε, είναι αδήριτη, είναι το όριο στο οποίο προσκρούει κάθε τάση αμφισβήτησης της. Ενδεχομένως πολλά βάσανα ανθρώπων με «σεξουαλικά προβλήματα» είναι αυτή τούτη η πρόσκρουση της αμφιβολίας, της αμφισβήτησης, της αντίστασης τους στην πραγματικότητα του φύλου που τους έχει δοθεί και που αρνούνται να τη δεχθούν και να την αναλάβουν.
Η λέξη «φύλον» έρχεται από το ρήμα «φύναι»: αναφύομαι και προβάλλω. Από την ίδια ρίζα έρχεται και το «φαίνομαι», το «φαινόμενον». Το φύλο φαίνεται, το βλέπεις!
Η διαφορά της γνώμης του κόσμου και της επιστήμης είναι ότι η πρώτη βλέπει αυτό που είναι μπροστά της, η δεύτερη ζητάει να το συλλάβει με τη γνώση: να το εξηγήσει, να το αποδείξει. Κι εδώ αναφέρω μια φράση του Αριστοτέλη που συνήθιζε να παραθέτει ο Χάιντεγκερ: «εστί γαρ άπαιδευσία το μη γιγνώσκειν τίνων δει ζητείν απόδειξιν και τίνων ου δεί [...] (είναι απαιδευσία, αμορφωσιά να μην γνωρίζει κανείς για ποια πράγματα χρειάζεται απόδειξη και για ποια όχι).
Για τα πράγματα που μας αφορούν στην ψυχοθεραπεία δεν χρειάζεται η γνώση κι η απόδειξη αλλά το προσεκτικό βλέμμα. Το ζητούμενο δεν είναι ν' απορρίψουμε τη «γνώμη του κόσμου» αλλά αυτό που βλέπει ο κόσμος, τον άντρα και τη γυναίκα, να επιχειρήσουμε να το δούμε ακόμα ευκρινέστερα.
Η θεώρηση της ανατομίας μας υποβάλλει την εντύπωση ότι «άντρας» και «γυναίκα» ορίζονται από ένα σύνολο σωματικών χαρακτηριστικών στα οποία εκτός από τα γεννητικά όργανα περιλαμβάνονται, π.χ., οι μαστοί, το σχήμα του προσώπου, η μυϊκή ανάπτυξη, το ύψος, η φωνή κτλ.
Το λάθος που γίνεται εδώ είναι ότι παίρνουμε αυτήν τη θεώρηση απόλυτα, σαν να ίσχυε παντού και πάντα. Έχει μεν νόημα στην ιατρική, στο σχέδιο ρούχου, στις υπηρεσίες δημόσιας τάξης κι αλλού. Όμως στην ερωτική συνάντηση, στο «σεξ», δεν έχει.
Φέρτε μπροστά σας μια κοπέλα το βράδυ σ' ένα μπαρ με τις φίλες της. Βλέπει κάποιον να την κοιτάζει επίμονα και τη διαπερνά μια ανατριχίλα. Σκύβει ελαφρά προς τη φίλη της και της ψιθυρίζει:
- Εκείνος ο άντρας! Στ' αριστερά σου!
Όταν η κοπέλα λέει εδώ τη λέξη «άντρας», δεν τη λέει όπως ο γιατρός κι ο μόδιστρος κι ο αστυνόμος. Ανάμεσα σ' όλα τ' ανθρώπινα όντα γένους αρσενικού αναγνωρίζει απέναντι της τον έναν άντρα που εκείνη τη στιγμή είναι άντρας γι' αυτήν και αναγνωρίζει συνάμα τον εαυτό της σαν γυναίκα που εκείνη τη στιγμή είναι γυναίκα γι' αυτόν.
Σ' αυτό το «συνάμα» οι λέξεις «άντρας», «γυναίκα» έχουν αποκτήσει διαφορετικό νόημα. Είναι το νόημα της ερωτικής συνάντησης.
Ο έρωτας, γράφω σε μια μελέτη, είναι η συνάντηση στην οποία άντρας και γυναίκα βρίσκουν το όνομα τους.
Τώρα βλέπουμε καθαρότερα σε ποια κατεύθυνση μας εξαπέστειλε η ετυμολογία των λέξεων «σεξουαλικότητα», «sexus» και «σεξ» και η ταυτολογία της φράσης «Το sexus, το φύλο, είναι το θέμα του σεξ»: Μας κάλεσε να δούμε την ερωτική συνάντηση ως τον ιδιαίτερο και αποκλειστικό μάλιστα τρόπο με τον οποίο το φύλο, άντρας, γυναίκα, λέγεται έμφωνα ή άφωνα και αποκαλύπτεται.
Από εδώ μπορούμε να δούμε (λέω να δούμε, όχι να ερμηνεύσουμε και να εξηγήσουμε) την κατάσταση στην οποία αναφέρεται το λεγόμενο «οιδιπόδειο σύμπλεγμα»: Το παιδί μαθαίνει τον άντρα και τη γυναίκα στο ζωντανό παράδειγμα των γονέων. Στον πατέρα που απέναντι στη μητέρα δεν είναι πια πατέρας αλλά άντρας, στη μητέρα που απέναντι στο πατέρα δεν είναι πια μητέρα αλλά γυναίκα. Το μαθαίνει ακόμα στη στάση τους απέναντι του, που το αναγνωρίζουν σαν εκκολαπτόμενο άντρα ή γυναίκα.
Είναι μια ιστορία μακρόχρονη, επώδυνη κάποτε, καθώς το παιδί καλείται να δει πατέρα και μητέρα και τον εαυτό του διαφορετικά απ' ό,τι τους έβλεπε μέχρι τώρα και μάλιστα σε μια προοπτική που δεν πρόκειται να μοιραστεί μαζί τους:
Το αγόρι ποτέ δεν θα είναι άντρας γι' αυτήν τη γυναίκα που είναι η μητέρα του, το κορίτσι ποτέ δεν θα είναι γυναίκα γι' αυτόν τον άντρα που είναι ο πατέρας της.
Εδώ όλοι οι ενεχόμενοι είναι εκτεθειμένοι σε παρανοήσεις και παραβιάσεις των παραπάνω ορίων. Η συζήτηση τους δεν είναι του παρόντος. Θα σημειώσω μόνο εκείνη την παραβίαση κατά την οποία για τον άντρα είναι μία με δυο ονόματα: μητέρα και γυναίκα, «διπλούν έπος» λέγεται στον Σοφοκλή. Είναι η μοίρα του Οιδίποδα.

Αρμονία
Το θέμα μου είναι «Η αρμονία του ομοφυλόφιλου». Η τονιζόμενη λέξη, θα δούμε αργότερα γιατί, είναι η «αρμονία». Θα την ακούσουμε στην κατεύθυνση που τη χρησιμοποιούν οι αρχαίοι και ιδιαίτερα ο Ηράκλειτος.
Ποιο το νόημα της αναδρομής στους αρχαίους; O λόγος τους μας παρέχει μια δυνατότητα να δούμε πράγματα που μας αφορούν σ' ένα άλλο φως. Και πολλές φορές σ' αυτό το άλλο φως τα προβλήματα δεν λύνονται, αλλά και δεν χρειάζεται πια να λυθούν, διότι δεν τίθενται καν.
Θα προσεγγίσουμε το θέμα του ομοφυλόφιλου μέσα από την αρχαία λέξη «άρμονίη». Το απόσπασμα του Ηράκλειτου λέει: «άρμονίη αφανής φανερής κρείττων» (η αφανής αρμονία είναι ανώτερη της φανερής).
Τι θα πει «αφανής αρμονία»; Τι «φανερή»; Γιατί η «αφανής» είναι «ανώτερη» της «φανερής»; Τι σχέση έχει μ' αυτά η ομοφυλοφιλία; Ας τα πάρουμε με τη σειρά.
Καταρχήν πρέπει να έχουμε υπόψη ότι εδώ η λέξη «αρμονία» δεν χαρακτηρίζει ούτε ένα είδος «διαπροσωπικής σχέσης» ούτε κάτι το «ψυχικό». Οι αρχαίοι δεν τα γνωρίζουν αυτά, καθώς δεν γνωρίζουν κάποιον «εσωτερικό» κόσμο. Κι ακόμα η άρμονίη δεν έχει τίποτα να κάνει με την αισθητική, τη θεώρηση του «ωραίου», γιατί ούτε αυτό το γνωρίζουν.
Στους αρχαίους η άρμονίη, μεταξύ άλλων, ονομάζει το μουσικό διάστημα της ογδόης, της οκτάβας. Και τι έχει να κάνει η μουσική με το θέμα μας; Μα, ακριβώς η οκτάβα είναι το διάστημα μεταξύ ανδρικής και γυναικείας φωνής!
Στην οκτάβα ως αρμονίη θα γνωρίσουμε την αρμονία των δύο φύλων, αρσενικού και θηλυκού, και την αρμονία του ομού φύλου: αρσενικού και αρσενικού, θηλυκού και θηλυκού. Αυτό θα μπορούσε να είναι μια δυνατότητα να προβάλουν τα πράγματα σ' ένα άλλο φως. Ας δούμε τι έχει να μας δείξει.
Η φωνή της γυναίκας είναι λοιπόν ψηλότερη από τη φωνή του άντρα βασικά κατά μια οκτάβα. Η οκτάβα δεν είναι ένα απλό μουσικό διάστημα που αρχίζει, π.χ., από ένα ντο και μετά από έξι φθόγγους καταλήγει στο επόμενο ντο. Καταρχήν ακούμε τα διαστήματα που περιέχονται στην οκτάβα:
Καθώς ακούμε, π.χ., το διάστημα της τρίτης, ντο-μι, το διάστημα της πέμπτης, ντο-σολ, μετά από μερικές επαναλήψεις μπορούμε να διαπιστώσουμε μια σχέση του ντο με τον εκάστοτε υψηλότερο φθόγγο, το ρε, το μι, το φα, το σολ κτλ.
Οι επτά φθόγγοι, ντο - ρε - μι - φά - σολ - λα - σι, απαρτίζουν μια οικογένεια, στο παράδειγμα μας την κλίμακα του ντο:
Η αρμονία τους είναι η αρμονία μιας συγγένειας, μιας ομοιότητας, όπως αυτής μεταξύ των μελών της οικογένειας. Η ομοιότητα τους είναι εμφανής: ακούγεται, αλλά και δηλώνεται με το όνομα της κλίμακας στην οποία ανήκουν. Είναι μια αρμονία φανερή.
Μετά το τελευταίο διάστημα, το ντο-σι, φθάνουμε στην ογδόη, στην οκτάβα ντο-ντο:
Όλα τώρα αλλάζουν άρδην! Έχει γίνει ένα άλμα έξω από τον κλειστό κόσμο των επτά φθόγγων. Εδώ το χαμηλότερο ντο δεν σχετίζεται με το υψηλότερο ντο όπως σχετίζονταν με το ρε, το μι, το φα κτλ. Όμως ούτε μπορούμε να πούμε ότι τα δυο ντο είναι άσχετα μεταξύ τους. Δεν μπορούμε να πούμε ούτε πως είναι ίδια ούτε πως δεν είναι ίδια. Η αρμονία τους είναι αμεσολάβητη, ανείπωτη, αφανής.
Η αφανής αρμονία μπορεί να περιγραφεί με εκφράσεις όπως, π.χ., «φιλότητα των ξένων / ξένωση των φίλιων». Το τι θα πει «φίλος» είναι φανερό. Το τι θα πει «ξένος» είναι φανερό. Στην έκφραση «φιλότητα των ξένων / ξένωση των φίλιων» η δεύτερη λέξη ακυρώνει το φανερό της πρώτης, το α-φανίζει. Η αφανής αρμονία μόνο με τέτοιες εκφράσεις σημαίνεται.
Στη συνάντηση άντρα και γυναίκας, οι φωνές τους και το μεταξύ τους διάστημα είναι σημάδι της συνάντησης τους. Ήδη στη λέξη «συνάντηση» λέγονται συνάμα «συν-» και «αντί-» και φέρνουν άντρα και γυναίκα τόσο κοντά - και τόσο μακριά μεταξύ τους.
Οι φωνές τους, καθώς διίστανται στο διάστημα τους, τραγουδάνε και αγγέλλουν την αφανή αρμονία τους. Είναι μάταιο να προσπαθήσουμε να την καταλάβουμε. Δεν συλλαμβάνεται με τη γνώση. Δεν εξηγείται και δεν ερμηνεύεται. Θα επανέλθουμε.
Η φανερή άρμονίη είναι, είπαμε, η αρμονία των φθόγγων μέσα στην οικογένεια τους, η αρμονία του όμοιου. Συμβαίνει εκεί που, όσον αφορά στην ερωτική σχέση, υπάρχει η φιλότητα του όμοιου φύλου.
O ομο-φυλό-φιλος, το λέει η ίδια η λέξη, προσβλέπει στη φανερή αρμονία του όμοιου: στη χειροπιαστή, ανεμπόδιστη, αδιατάρακτη συμφωνία, καλύτερα ομο-φωνία, την οποία υπόσχεται η συνεύρεση με ένα μέλος του δικού του φύλου.
Θυμάμαι έναν και τη λαχτάρα του για μια τέτοια ομοφωνία. Γενικά ο τόνος του ήταν απόμακρος, άχρωμος, ουδέτερος. Εκείνη τη φορά καθώς μιλούσε δονούνταν ολόκληρος.
O Γκίλμπερτ Ροζ, ψυχαναλυτής από τη Νέα Υόρκη, σ' ένα άρθρο του με τον τίτλο «Fusion States» (Καταστάσεις Σύντηξης) αναφέρει μια συνάντηση που του περιέγραψε ένας ομοφυλόφιλος:
Ανάμεσα σ' αυτόν και σ' έναν ξένο ξεπήδησε ένα άμεσο και απόκοσμο αίσθημα. [...] Ένιωθε ότι κανένα άλλο άτομο δεν θα ήταν δυνατό να περπατήσει ανάμεσα τους, αν και οι δυο τους καθόταν στις αντίθετες άκρες του χώρου. Ήταν για τρεις μέρες σε διεγερτική κατάσταση - βηματίζοντας, σφίγγοντας και στρίβοντας τα χέρια του, κάνοντας συνεχή ντους. [...] Όμως μετά απ' αυτήν την [...] καταιγίδα [...] ήταν σε θέση ν' αντιλαμβάνεται και ν' αντιδρά στους ανθρώπους πιο θερμά κι αυθόρμητα απ' όσο θεωρούσε πως έκανε ποτέ μέχρι τώρα.
Ήδη ο τίτλος του άρθρου αναφέρεται σε μια εξήγηση του φαινομένου το οποίο ο συγγραφέας παρασταίνει ως «σύντηξη». Όμως, είπαμε, η γνώση εδώ είναι ανεπαρκής για ν' αποδώσει αυτό που συμβαίνει.
Τη συνάντηση που περιγράφεται παραπάνω δεν έχουμε να την καταλάβουμε αλλά να την προσέξουμε:
Αυτός ο άνθρωπος βλέπει, κυριολεκτικά βλέπει ένα δεσμό να τον δένει με τον άλλο, ένα δεσμό που δεν μπορεί να διαρραγεί από κανέναν. Τίποτα δεν μπορεί να μπει ανάμεσα τους. Δεν υπάρχει χωρισμός, υπάρχει μόνο το «μαζί»: το φίλιο που αποκλείει κάθε χωρισμό, κάθε ξένωση.
Ο άνθρωπος γνωρίζει τη φιλία του όμοιου φύλου, τη φανερή αρμονία, όχι με τη γνώση, όχι με τη βουβή εμπειρία και τη συνήθεια αλλά τη βλέπει σε μια έκλαμψη που τον βρίσκει σαν κεραυνός. Του αποκαλύπτεται το όνομα «ομοφυλόφιλος» με όλη του την ενάργεια.
Χρησιμοποιώντας μια έκφραση του ιστορικού της μουσικής Θρασύβουλου Γεωργιάδη, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η εμπειρία αυτού του ανθρώπου είναι μια πράξη ονομασίας: «ομο-φυλό-φιλος». Βαπτίζεται στη λέξη και αναδύεται απ' αυτήν έχοντας το όνομα του έτσι όπως δεν το είχε μέχρι τώρα ποτέ. Κάπου αυτά θα του έλεγα σε μια θεραπευτική ώρα.
Σε όσα ακολούθησαν τις επόμενες μέρες δεν θα υπεισέλθω διότι δεν αφορούν το θέμα μας άμεσα. Ανήκουν στη δοκιμασία της αποδοχής της πραγματικότητας του. Με τη συντελεσμένη αποδοχή είναι πλέον, όπως ακούσαμε, ανοιχτός κι ελεύθερος προς τους άλλους μ' έναν τρόπο πρωτόγνωρο.
Επανερχόμαστε στην αφανή αρμονίην. Γιατί είναι κρείττων, «ανώτερη», της φανερής; Διότι η ομοφωνία στην οποία προσβλέπει ο ομοφυλόφιλος, εκείνος ο δεσμός που δεν διασπάται από κανέναν, που δεν διαπερνάται από τίποτα, αυτό το αδιάσπαστο και αδιαπέραστο μεταξύ είναι χίμαιρα.
Ο ομοφυλόφιλος είναι τραγική μορφή καθόσον κυνηγάει μια χίμαιρα, αυτήν της φανερής αρμονίας.
Επειδή η φανερή αρμονία είναι χίμαιρα, δεν φτάνει ποτέ σ' ένα τέλος, σε μια τελείωση. Σ' αυτόν το δρόμο τον δίχως τέλος ανήκει το αχόρταγο που ωθεί κάποιους στην ασταμάτητη αναζήτηση συντρόφων, άλλους πάλι σ' ένα παράφορο πάθος κατά τις ερωτικές τους συνευρέσεις. Αυτή είναι η τραγικότητα του ομοφυλόφιλου.
Φανερή και αφανής αρμονία είναι δρόμοι, οι δρόμοι μας στους οποίους βρισκόμαστε από πάντα, είτε το ξέρουμε είτε όχι, είτε το θέλουμε είτε όχι.
Ήδη στο πεδίο των ερωτικών συνευρέσεων η φανερή αρμονία δεν αφορά μόνο τον ομοφυλόφιλο. O άντρας κι η γυναίκα, π.χ., που θεωρούν τη σχέση τους σαν επιβεβαίωση της αρσενικότητάς του ο μεν και της θηλυκότητας της η δε ή εκεί που η ερωτική τους συνάντηση μοιάζει περισσότερο με αμοιβαίο αυνανισμό ή εκεί που πιστεύουν στο «έσονται ες σάρκα μία» βρίσκονται στο δρόμο της φανερής αρμονίας.
Στο δρόμο της φανερής αρμονίας βρίσκονται ακόμα οι άνθρωποι που αντιμετωπίζουν τον άλλο με έναν τρόπο, π.χ., όπως έμαθαν με τον πατέρα και τη μητέρα τους· οι άνθρωποι για τους οποίους, π.χ., η εκπλήρωση των επιθυμιών τους είναι μονόδρομος
· οι επιστήμονες που επιζητούν να εντάξουν τα φαινόμενα σε μια θεωρία· η κοινωνία, στο σημείο που οργανώνεται όλο και περισσότερο σε ένα σύστημα.
Κάπου, κάπως, αυτός ο δρόμος θα προσκρούσει επάνω στην πραγματικότητα που δεν ανέχεται το μονοδιάστατο και τη μονομέρεια. Και κανείς, αν σταθεί τυχερός, μέσα από την πρόσκρουση θα το μάθει, ότι, π.χ., μπορεί να χαίρεται μόνο όταν μπορεί να πονά
· ότι μπορεί να ζει με τον άλλο μόνο όταν μπορεί να χωρίσει απ' αυτόν ότι μπορεί να ζει σαν άνθρωπος μόνο όταν μπορεί σαν άνθρωπος να πεθαίνει.
Δεν έμεινα στο θέμα μου, στον ομοφυλόφιλο. Το έκανα επίτηδες. O ομοφυλόφιλος δεν είναι το θέμα.
Το θέμα είναι ο δρόμος του που εδώ, στο φως των αρχαίων, μνημονεύτηκε ως δρόμος της φανερής άρμονίης, και που δεν είναι μόνο δικός του αλλά με τον ένα ή τον άλλο τρόπο δρόμος και αδιέξοδο και δοκιμασία για όλους μας. Γι' αυτό είπα προηγουμένως ότι στον τίτλο της ομιλίας μου «Η αρμονία του ομοφυλόφιλου» τονιζόμενη λέξη είναι η «αρμονία».
Η ομοφυλοφιλία ονομάζει τη φιλότητα του όμοιου φύλου. Όταν όμως μιλάμε για τον ομοφυλόφιλο πολύ εύκολα παρασυρόμαστε στην εικόνα ενός ανθρώπου που καθορίζεται ολοκληρωτικά από την ομοφυλοφιλική του συμπεριφορά, σχεδόν σαν να ανήκε σ' ένα ξεχωριστό ανθρώπινο είδος. Έτσι ανοίγει ο δρόμος του στιγματισμού, της παθολογικοποίησης και της απομόνωσης ή, που είναι ίδιο και χειρότερο, της αναγνώρισης αυτών των ανθρώπων ως «μειονότητας», ανοίγει ο δρόμος ακόμα για λαθεμένους τρόπους με τους οποίους οι ίδιοι κατανοούν τον εαυτό τους.
Θέμα δεν χρειάζεται να γίνεται ο ομοφυλόφιλος ούτε από την ηθική ούτε από την ψυχοπαθολογία ούτε από τη «γνώμη του κόσμου». Πολλά προβλήματα θ' αποκαλύπτονταν ως ψευδοπροβλήματα και θα έφευγαν απ' τη μέση εάν το βλέπαμε ότι «ο ομοφυλόφιλος» είναι μια λέξη δίχως νόημα κι εάν πλέον, π.χ., στα ψυχιατρικά συνέδρια κανένας δεν θα το διανοούνταν, σαν τον υποφαινόμενο καλή ώρα, να βγει μπροστά σας και να μιλήσει γι' αυτόν.

Όταν ο ποιητής μαθαίνει στον ψυχαναλυτή την αγάπη

Οταν ο ποιητης μαθαινει στον ψυχαναλυτη την αγαπη

 

Ο τιτλος του συμποσιου που μου κοινοποιηθηκε αρχικα ηταν: "Η ψυχαναλυση μπροστα στην εννοια της αγαπης". Η ομιλια μου ξεκινα με τη συζητηση του. Οταν εμαθα πως αλλαξε και εγινε "Περι αγαπης" ηταν πολυ αργα. Συνεχισα λοιπον να γραφω, ομως πλεον συνομιλουσα μ' ενα φαντασμα.

 

Ο Γιωργος Σεφερης, ο ποιητης με τον οποιο θ' ασχοληθω, σ' ενα ποιημα με τον τιτλο "Ελενη" αναφερεται στην ομωνυμη τραγωδια του Ευριπιδη. Συμφωνα μ' αυτην, ηταν το ειδωλο της Ελενης που ειχε κλεψει ο Παρης, ενω η ιδια ειχε μεταφερθει απο τον Ερμη στην αυλη του Πρωτεα.

[...] τοσος πονος τοση ζωη,

ετσι τελειωνει το ποιημα,

πηγαν στην αβυσσο

για ενα πουκαμισο αδειανο, για μια Ελενη.

Καποτε, για να αποδωσω το εδω εννοουμενο, χρησιμοποιησα την εικονα του νεκρου αστρου το οποιο, καθοτι ετη φωτος μακρια, συνεχιζει για ολα αυτα τα ετη να στελνει το φως του, να μας φωτιζει και να μας οδηγει. O ουρανος μας ειναι γεματος απο νεκρα αστρα. Το γνωριζουμε καλα, μεταξυ αλλων και απο την εμπειρια της ψυχαναλυσης. Ενα μικρο νεκρο αστρο ειναι κι ο ακυρος πλεον τιτλος του συμποσιου, για τον οποιο εγραψα οσα ακολουθουν.

"Η ψυχαναλυση μπροστα στην εννοια της αγαπης" λοιπον. O τιτλος με εκανε σκεπτικο. Ειναι, αναρωτηθηκα, η αγαπη "εννοια"; Ανοιξα ενα εγκυρο φιλοσοφικο λεξικο στο λημμα "αγαπη". Η πρωτη φραση ειναι η εξης: "Η αγαπη ειναι μια απο τις πλεον πολυστρωματικες και πολυσημαντες εννοιες της σκεψης". O συγγραφεας του αρθρου αναφερεται μεταξυ αλλων και στην ψυχαναλυση. Και παλι παρεμεινα σκεπτικος. Ειναι η αγαπη εννοια;

Εχω συνηθισει, οταν μιλω για την ψυχαναλυση, να εχω υποψη μου την πραξη της ψυχαναλυτικης συνομιλιας, το εργο, και στο εργο θεωρω οτι η ψυχαναλυση αποκτα το νοημα και τη δικαιωση της, ακριβως οπως το ποδοσφαιρο στο γηπεδο και η μουσικη στην εκτελεση. Το ερωτημα μου λοιπον αν η αγαπη ειναι εννοια δεν θα το προσεγγισω μεσα απο τη θεωρια, μεσα απο το "πολυστρωματικο" και το "πολυσημαντο" των αποψεων για την αγαπη αλλα μεσα απο το εργο της ψυχαναλυσης.

Ας υποθεσουμε λοιπον, κι αυτο ειναι κατι που συμβαινει, ας υποθεσουμε οτι ο πελατης μας αρχιζει καποια στιγμη να μιλα για την "εννοια της αγαπης". Πως το ακουμε αυτο; Δεν ακουμε στις λεξεις "εννοια της αγαπης" μια αποσταση, μια συστολη, μια αμυνα απεναντι στην αγαπη που τον αφορα; Και, με τον τροπο της τεχνης μας, δεν θα του το επισημανουμε;

Ομως αυτη η επισημανση μας τι λεει; Δεν λεει πως η αγαπη, εκει που μας αφορα αληθινα, δεν ειναι εννοια; Και τι ειναι τοτε η αγαπη; Κατα που θα κατευθυνουμε, παντα συμφωνα με τους κανονες της τεχνης μας, τον πελατη μας, που καποιες φορες εχοντας χασει το εδαφος που του προσφεραν οι "εννοιες", μενει συγχυσμενος και αβοηθητος;

Τι ειναι η αγαπη; Αναρωτιεται και ρωταει κι εμας. Η απαντηση μοιαζει να ειναι ευκολη: Φυσικα, η αγαπη ειναι συναισθημα. Την αγαπη την αισθανομαστε. Και θα τον ενθαρρυνουμε ν' αφεθει στα συναισθηματα του και να μιλησει για την αγαπη που "αισθανεται".

Την αισθανομαστε την αγαπη; Ειναι η αγαπη συναισθημα; Το φιλοσοφικο μου λεξικο παντως με προειδοποιει να μην παιρνω αυτην τη γνωμη τοσο απολυτα. Η αγαπη, διαβαζω, παρασταινεται σαν συναισθημα, δηλαδη ψυχολογικοποιειται, πρωτα στην αυγη των νεοτερων χρονων, στον Ντεκαρτ και τον Locke, και ετσι ανοιγεται η δυνατοτητα για την αναληψη της απο την επερχομενη ψυχολογια.

Ανηκει στο ιδιαιτερο πνευμα μιας ορισμενης ιστορικης εποχης η αγαπη να παρασταινεται σαν συναισθημα. Δεν ηταν απο παντα ετσι και επομενως δεν θα ειναι ετσι για παντα, Ομως κι εδω δεν θελω να παρασυρθω σε μια φιλοσοφικη συζητηση περι αγαπης. Θα παραμεινω στον δικο μου χωρο, αυτον της θεραπευτικης συνομιλιας, και απο κει θα εξετασω τι συμβαινει οταν η αγαπη παρασταινεται σαν συναισθημα.

O πελατης μου λοιπον, απο μονος του, η καθοδηγουμενος απο μενα, εχει εγκαταλειψει την εννοια της αγαπης και τωρα λεει, π.χ., "Αισθανομαι αγαπη για σας". Ειμαι τωρα, ως ο θεραπευτης του, ησυχος; Εφοσον η αγαπη ειναι συναισθημα κι αυτος λεει ο,τι αισθανεται, δεν ειναι ολα ενταξει;

Οχι, δεν ειναι ολα ενταξει. Η τεχνη μας, μας πηγαινει αλλου. Στις λεξεις "αισθανομαι αγαπη για σας" διακρινουμε και παλι μια αποσταση και μια συστολη, οπως συμβαινει και με τις παρεμφερεις εκφρασεις "αισθανομαι θυμο", "αισθανομαι ενοχη" κτλ. Και παλι θα του το επισημανουμε, διοτι αλλο ειναι να πεις "αισθανομαι αγαπη για σενα" και αλλο να πεις "σ' αγαπω". Τωρα τι λεει η επισημανση μας; Λεει πως αλλο ειναι το αισθημα της αγαπης και αλλο η αγαπη. Λεει πως η αγαπη δεν ειναι συναισθημα, αλλα...;

Τι ειναι η αγαπη; Κατα που μας κατευθυνει η πραξη της ψυχαναλυσης; Μας αναγκαζει να ομολογησουμε πως εδω, σ' αυτην τη συνομιλια που ειναι υποχρεωμενη στην αληθεια, δεν επιτρεπεται στην αγαπη ν' αρκεστει στην παρασταση της σαν εννοια και σαν συναισθημα.

Η αγαπη δεν ειναι αυτο, δεν ειναι το αλλο, τι ειναι η αγαπη; Ρωταει ρητα η αρρητα ο πελατης μας. Κι εμεις αρρητα, μεσα απο τις επισημανσεις μας, ισως χωρις να το εχουμε συνειδητοποιησει, ενθαρρυνοντας τον να εγκαταλειψει τις εννοιες και τα "αισθανομαι" και να μεινει στο απλο "σ' αγαπω" του λεμε: Η αγαπη δεν ειναι εννοια, δεν ειναι συναισθημα, η αγαπη ειναι αγαπη.

Η αγαπη ειναι αγαπη. Τι ειναι παλι τουτο; Πως μας προεκυψε αυτη η ανοητη ταυτολογια;

Πριν βιαστουμε να παρουμε θεση, ας θυμηθουμε οτι μιλουμε απο τον τοπο της θεραπευτικης συνομιλιας κι ας επιστρεψουμε στον πελατη μας. Κι ας υποθεσουμε πως εχει αφησει πισω του τις συστολες που τον εκαναν να μιλα για την εννοια της αγαπης και για το συναισθημα της αγαπης και πως εχει φτασει στο σημειο να λεει καθαρα και ξαστερα: "Σ' αγαπω".

Ειναι τωρα ο θεραπευτης επιτελους ικανοποιημενος και ησυχος; Οχι. Διοτι ευκολα θα φανερωθει οτι ο πελατης του μιλα μεν για αγαπη, ομως μ' αυτην τη λεξη εννοει κατι αλλο, π.χ., τρυφεροτητα, φροντιδα, κατανοηση, αυταπαρνηση, ερωτισμο κ.ο.κ. Λεει "αγαπη", ομως δεν το εννοει. Η "αγαπη" του ειναι απλα κελυφος για μια αλλη λεξη. Δεν ειναι ακομα αγαπη.

Ισως λοιπον η ταυτολογια "η αγαπη ειναι αγαπη" δεν ειναι ανοητη και κενη αλλα δειχνει ατεγκτα κι επιμονα προς την κατευθυνση στην οποια ο πελατης μας θ' αφησει τις παρανοησεις της αγαπης στις οποιες οδηγηθηκε μεσα απο τη μοιρα και την ιστορια του και θα μπορεσει να πει τη λεξη "αγαπη" αληθινα. Να την πει και να την εννοησει.

Η αγαπη ειναι αγαπη. Η παραξενη φραση, που αρρητα κατευθυνει τη θεραπευτικη συνομιλια για την αγαπη, αρχιζει να γινεται ολο και μεγαλυτερη απορια. Το μονο που γνωριζουμε γι' αυτην και το νοημα της ειναι πως οσο αποφασιστικοτερα αφηνομαστε στην καθοδηγηση της τοσο καθαροτερα αποκτα εναν σχεδον δαιμονικο χαρακτηρα, γινεται κατι σαν μαυρη τρυπα στην αβυσσο της οποιας χανεται καθε προσπαθεια να συλλαβουμε την αγαπη - σαν εννοια και συναισθημα, αλλα και σαν τρυφεροτητα και φροντιδα και τα συναφη.

Ακομα κι ενα απο τα τελευταια μας οχυρα, το οτι η αγαπη ειναι μια σχεση που προκυπτει μεσα απο οικειους στην ψυχαναλυτικη θεωρια μηχανισμους και διαδικασιες, ακομα κι αυτο εμπρος στη λεξη της κλονιζεται και σωριαζεται. Η αγαπη δεν ειναι σχεση: η αγαπη ειναι αγαπη.

Ο τιτλος του συμποσιου ειναι, ηταν "Η ψυχαναλυση μπροστα στην εννοια της αγαπης". Που μας οδηγησε η συζητηση του; Στο οτι η ψυχαναλυτικη θεωρια, μπροστα στην επιταγη της ψυχαναλυτικης πρακτικης να λεγονται τα πραγματα και να εννοουνται, στην επιταγη που επιτασσει η αγαπη να ειναι αγαπη, σηκωνει τα χερια.

Και καθε θεωρια, καθε ψυχολογικος η αλλος επιστημονικος λογος, καθοτι μιλα σε ορους εννοιων και συναισθηματων, με μοντελα στα οποια αναγει τα παντα και με τις αναγωγες του δεν αφηνει τιποτα να ησυχασει στον τοπο του, δεν αφηνει την αγαπη να ειναι αγαπη, καθε τετοιος λογος εξανεμιζεται μεσα στη μαυρη τρυπα της απλης μικρης φρασης "Η αγαπη ειναι αγαπη".

Ο επιστημονικος λογος δεν εχει την ευρυχωρια να αποδωσει τη συναντηση που ονομαζεται "ψυχαναλυση" και που ακολουθει αλλους νομους. Αυτο ο θεραπευτης χρειαζεται να το αναγνωρισει και να παραιτηθει απο μια τετοια προσδοκια. Μονο ετσι μπορει να κατευθυνει τον πελατη του να προσεγγ'ισει, π.χ., την αγαπη περνωντας μεσα απο τις ποικιλες παρανοησεις της και να φτασει στο σημειο να την πει και να την εννοησει, εφοσον εχει κληθει να το κανει.

Οταν η καθοδηγηση του γινει με τους κανονες της τεχνης μας, και παντα εφοσον το λεει η καρδια του, η παραιτηση απο εννοιες και συναισθηματα και σχεσεις ερχεται, ξεπερνωντας την απωλεια και το πενθος, σαν καθαρση κι ελευθερια. Το "ελευθερο" και το "μετεωρο" στο οποιο ο Freud καλει τους συνειρμους του ομιλουντος και την προσοχη του ακουοντος πρεπει να εννοηθει και να πραγματωθει μεχρι αυτα τα ακρα. Η θεραπευτικη συνομιλια της ψυχαναλυσης ειναι ενας δρομος σκληροτραχηλος, μα υποχρεωτικος προς μια τετοια ελευθερια.

Η αγαπη ειναι αγαπη. Εαν η φραση συνιστα το αφανες καθοδηγητικο νημα μιας θεραπευτικης συνομιλιας για την αγαπη, ο θεραπευτης χρειαζεται να ειναι προετοιμασμενος γι' αυτην την πορεια, και τουτο σημαινει ακομα να ειναι εξοικειωμενος με το λογο της αγαπης ως αγαπης. Ποιος ομως μιλα για την αγαπη ως αγαπη;

[...] μιλω για την αγαπη·

Η φραση εχει λεχθει. Ειναι απο ενα στιχο. Βρισκεται στο ποιημα που λεγεται "Κιχλη" και που εγραψε ο Γιωργος Σεφερης.

Για τον κοινο νου η τροπη προς την ποιηση αγγιζει τα ορια του σκανδαλου - αν σκανδαλιζεται καν απο τιποτα ο κοινος νους. Σκανδαλου, διοτι εδω αναζητουμε την αγαπη οχι μεταξυ τυρου και αχλαδιου αλλα ως θεραπευτες, δηλαδη ως υπευθυνοι για μια υποθεση που καποτε γινεται ακομα και υποθεση ζωης και θανατου. Επιτρεπεται λοιπον να επαφιεμεθα σ' εναν ποιητη, που μπορει μεν να λεει ομορφα λογια που τα απαγγελλουμε και τα τραγουδαμε στον ελευθερο χρονο μας, που ομως καπου τους αναγνωριζουμε το ακαταλογιστο, τα ανεχομαστε ποιητικη αδεια;

Για απαντηση ας αρκεσει ενας λογος του ιδιου του Σεφερη απο μια ομιλια του. Εκει λεει για τον ποιητη:

[...] μοιαζει καταδικασμενος στην αληθεια, την αληθεια του, επι ποινη θανατου. [...] ολοενα παραμεριζει τα στοιχεια που δεν ανταποκρινονται στο αληθινο που υπαρχει μεσα του.

Τουτο δεν εχει ειπωθει ποιητικη αδεια. Αφορα καθε μεγαλον της τεχνης. Επανω στο ιδιο θεμα ο Σεφερης μνημονευει τα λογια ενος νεαρου ζωγραφου για τον Θεοφιλο:

Μα αυτος μας γυρευει παρα πολλα· γυρευει να λεμε ολη την αληθεια.

Αλλου γραφει:

Η δουλεια μου δεν ειναι οι αφηρημενες ιδεες, αλλα ν' ακουω τι μου λενε τα πραγματα του κοσμου, να κοιταζω πως συμπλεκουνται με την ψυχη μου και με το σωμα μου και να τα εκφραζω.

Αυτη η φραση θα μπορουσε να αποδωσει το νοημα του βασικου κανονα της ψυχαναλυσης πιστοτερα απο πολλες αναφορες της σχετικης βιβλιογραφιας.

Αναζητωντας την αγαπη στην θεραπευτικη συνομιλια βρεθηκαμε στα ιχνη μιας πορειας παραλληλης μ' εκεινην του ποιητη, μιας πορειας οπου παραμεριζονται "τα στοιχεια που δεν ανταποκρινονται στο αληθινο που υπαρχει μεσα μας", μιας πορειας η οποια, με τον τροπο της, "γυρευει" κι αυτη "να λεμε ολη την αληθεια".

Και ποιο ειναι "το αληθινο που υπαρχει μεσα μας"; Ποια ειναι "ολη η αληθεια"; Το οτι η αγαπη ειναι αγαπη. Και καποιοι στην θεραπευτικη συνομιλια, εξαναγκασμενοι απο την αναγκη να ειπωθει ο,τι εχει να ειπωθει, αφηνονται στη μαυρη τρυπα που κοβει την ζωη τους στα δυο και γυρευουν την αληθεια τους, μερικες φορες και "επι ποινη θανατου".

Ηδη απ' αυτα τα λιγα υποψιαζομαστε οτι ποιηση και ψυχαναλυση κατοικουν εναν κοσμο κοινο. Ομως αυτο μπορουν και το κανουν, που θα πει μπορουν και συνομιλουν μεταξυ τους, στον βαθμο που η ποιηση δεν περιοριζεται στην αισθητικη και η ψυχαναλυση δεν καθηλωνεται στον ψυχολογισμο.

O κοινος κοσμος για τον οποιο τωρα γινεται λογος κοσμειται απο την γλωσσα, εφοσον βεβαια αυτη με την σειρα της δεν καταντα κωδικας σημαινοντων. O Σεφερης χαρακτηριζει το εργο του ποιητη αγωνα:

[...] για να βρει εκεινη τη φωνη που ταυτιζεται [...] με τα πραγματα που θελει να δημιουργησει, η, αν θελουμε, που δημιουργει τα πραγματα ονομαζοντας τα. Το ακραιο οριο οπου τεινει ο ποιητης ειναι να μπορεσει να πει "γενηθητω φως" και να γινει φως.

Αυτο ακριβως συμβαινει και στις ευτυχεις στιγμες της θεραπευτικης συνομιλιας - στην ερμηνεια, εκει που ο λογος της "γραφει", οπως λεμε, κι ο κοσμος φωτιζεται και ποτε πια δεν ειναι αυτος που ηταν.

Τωρα διακρινουμε καλυτερα το ζητουμενο νοημα της φρασης "Η αγαπη ειναι αγαπη". Η φραση ειναι το καλεσμα της αγαπης, να ονομαστει και ονομαζομενη να αληθευσει. Η αγαπη δεν ειναι εννοια και συναισθημα και σχεση, δεν ειναι αυταπαρνηση και φροντιδα και σεξ. Η αγαπη ειναι αγαπη. Τουτο θα πει τωρα: Η αγαπη ειναι στο ονομα της.

Εαν μια τετοια εμπειρια μας ειναι ανοικεια, τουτο οφειλεται στο οτι η αγαπη, ως αγαπη, ειναι κατι πολυ διαφορετικο απ' ο,τι νομιζουμε και οφειλεται ακομα στο οτι δεν ειμαστε εξοικειωμενοι με τα ονοματα, δηλαδη δεν εχουμε μαθει να τα κατοικουμε.

*Η δυσκολια να κατοικησουμε τα ονοματα εγκειται προπαντων στην ταση μας να μενουμε στο αμεσα αντιληπτο. Αυτο, στα πραγματα που αφορουν τον ανθρωπο, ειναι η συμπεριφορα. Θεωρουμε ακριτα πως κι η αγαπη δεν μπορει παρα να ειναι μια συμπεριφορα. Ομως δεν ειναι. Η αγαπη ειναι αγαπη. Δεν οριζεται απο μια σταση η απο πραξεις, δεν αποδεικνυεται και δεν ακυρωνεται απο κατι που κανεις λεει και κανει.

Δεν ειναι η συμπεριφορα αυτο στο οποιο ο ανθρωπος ουσιαζεται. Ο ανθρωπος ουσιαζεται στον λογο. Κι εδω ακριβως αναδεικνυεται η ευγενεια της ψυχαναλυτικης συνομιλιας: Οι οροι της, η υπτια θεση, η λεγομενη "αρχη της αποχης", η ελευθερια στην οποια καλουνται οι "συνειρμοι" του λεγοντος και η "προσοχη" του ακουοντος, η απαγορευση της προσφυγης σε καποια συμπεριφορα, καθως μια συμπεριφορα ως "εκδραματιση" εχει εδω χαρακτηρα φυγης, ολα αυτα τεινουν στον περιορισμο, που θα πει συναμα στο ανοιγμα στον λογο - ολα αυτα εφοσον βεβαιως παρουμε το εργο της ψυχαναλυσης στα σοβαρα, σοβαροτερα ακομα κι απ' οσο την επαιρνε ο ιδιος ο Freud που την θεωρουσε προβα για την υποτιθεται "πραγματικη ζωη". Μονο οταν παρουμε την ψυχαναλυση στα σοβαρα θα την ανακαλυψουμε, οπως την ποιηση, ως καλεσμα για κατοικηση στα ονοματα.

Ο κοινος κοσμος που πραγματωνεται καθε φορα οταν συμβαινει μια πραξη ονομασιας, ειτε στην μορφη ενος εργου τεχνης ειτε στην εκλαμψη μιας ερμηνειας στον δρομο της θεραπευτικης συνομιλιας ειτε σε ανυποπτες στιγμες στον καθενα μας, ειναι το συμβαν της αληθειας. Θεσπιζει, οπως γραφει ο ιστορικος της μουσικης Θρασυβουλος Γεωργιαδης, "μια κοινοτητα εν ονοματι του πραγματικου".

Η πραγματικοτητα δεν ειναι ο κοσμος του ρεαλιστη που καταλαβαινει τον εαυτο του μεσα απο τη διαχειριση των υποθεσεων του και την ικανοποιηση των αναγκων του. Στην Καταιγιδα του Σαιξπηρ διαβαζουμε:

Ειμαστε απο υλικο σαν απ' αυτο που ειναι φτιαγμενα τα ονειρα κι η μικρη μας ζωη κυκλωνεται απο εναν υπνο.

Ουτε αυτα γραφηκαν ποιητικη αδεια.

Ο τιτλος της ομιλιας μου ειναι: "Οταν ο ποιητης μαθαινει στον ψυχαναλυτη την αγαπη". Και γιατι ο ψυχαναλυτης χρειαζεται να μαθει απο τον ποιητη; Διοτι η ψυχαναλυση δεν ειναι δογματικη θεωρια και θεραπευτικη μεθοδος. Ειναι η ιδια, ως προς τον εαυτο της, ενα ζητουμενο. Η ψυχαναλυση αναζητει τον εαυτο της. Τουτο θα πει: αναζητει, σ' εναν αφασικο κοσμο, την δυνατοτητα μιας συναντησης, ενος ακουσματος και μιας ομιλιας. Προς τουτο ειναι αναγκη να στραφει σ' εκεινους τους λογους, σ' εκεινα τα εργα που, καθως γραφει ο Rimbaud σε μια επιστολη, βρισκονται "en avant", προηγουνται. Γι' αυτο ο ποιητης μπορει να μαθει στον ψυχαναλυτη την αγαπη.

Ετσι φτανουμε στον Γιωργο Σεφερη.

Τα ποιηματα του Σεφερη αναφερουν την αγαπη συχνα. Μερικα μαλιστα κορυφωνονται σ' αυτην την λεξη. Στην προετοιμασια, καλυτερα, στην προδιαθεση η οποια μας καθιστα διατεθειμενους να ακουσουμε τον λογο της αγαπης οχι μονο με τ' αυτια αλλα με τον νου και με την καρδια μας χρειαζεται κατι ακομα. Το λεει ο ιδιος ο Σεφερης στο ποιημα με τον τιτλο "Πανω σ' εναν ξενο στιχο":

Παρακαλω τον θεο να με συντρεξει να πω, σε μια στιγμη μεγαλης ευδαιμονιας, ποια ειναι αυτη η αγαπη .

Ο λογος για την αγαπη ειναι δυνατος "σε μια στιγμη μεγαλης ευδαιμονιας". Το δυνητικο ακουσμα του απο εμας υπακουει στον ιδιο νομο. Αφορα εμενα που σας μιλω, αφορα εσας που μ' ακουτε. Τοσο ευαισθητα κι ευπαθη ειναι αυτα τα πραγματα, τοσο επαφημενα στην ωρα που τα φερνει, η που τα αποκλειει.

Το ιδιο ισχυει για την ψυχαναλυτικη συνομιλια. Μονο που το γνωστο μας "timing" υποβαλλει την πλανη πως εμεις διαχειριζομαστε το χρονο. Και ενα απο τα σημαντικοτερα που μαθαινει οποιος περασει απο την ψυχαναλυση ειναι ακριβως να αρμοζεται στα μετρα του χρονου, στο τωρα και στο οχι πια και στο οχι ακομα, στο ηδη απο παντα και στο ποτε. Ομως εδω δεν μπορουμε να επεκταθουμε περισσοτερο. Ας αρκεστουμε στην αναγνωριση πως το μιλημα μου και το ακουσμα σας, δηλαδη η ανταποκριση μας στον ποιητικο λογο της αγαπης, κρινεται απο πραγματα που μας ξεπερνουν, που, καθως γραφει καπου ο Ελυτης, "ερχονται απ' αλλου".

Στην περιληψη της ομιλιας μου χρησιμοποιω για τα ποιηματα του Σεφερη την εκφραση "ποιητικος λογος της αγαπης". Εδω η γενικη "της αγαπης" δεν ειναι γενικη αντικειμενικη, η αγαπη δεν συνιστα θεμα και αντικειμενο των ποιηματων. Πρεπει ν' ακουστει περισσοτερο ως γενικη υποκειμενικη: τα ποιηματα αυτα ειναι λογια της αγαπης, ειναι η αγαπη που μιλα μεσα απο τον εαυτο της για τον εαυτο της. Σ' αυτο το μιλημα συντελειται η ονομασια της. Ουσιαζεται.

Βεβαια και αυτο τεινουμε να μην το παρουμε στα σοβαρα. Αφου ο ανθρωπος ειναι που μιλα. Η αγαπη ανηκει στον ανθρωπο. Αυτα λεμε εμεις. Ας δουμε τωρα τι λεει ο Σεφερης, που ανηκει η αγαπη. Στο ποιημα "Μνημη Α'" διαβαζουμε για την αγαπη

[...] που ανηκει και στις Σεμνες / καθως και στον ανθρωπο και στην πετρα και στο νερο και στο χορταρι / και στο ζωο που κοιταει καταματα το θανατο που ερχεται να το παρει.

Η αγαπη δεν ανηκει λοιπον στον ανθρωπο μονο. Ανηκει "και στις Σεμνες", ετσι ονομαζονται στον Αισχυλο οι Ερινυες, που εχουν επιφορτιστει την τιμωρια και την εκδικηση, ο,τι δηλαδη εμεις θεωρουμε ως το αντιθετο της αγαπης. Σ' αυτο θα επανελθουμε. Εδω ας αρκεσει πως ο λογος της αγαπης εχει μια καταγωγη κι ενα ευρος που δεν το υποψιαζομαστε: Η αγαπη ανηκει πρωτα στις Σεμνες, κατοπιν στον ανθρωπο, κι ανηκει ακομα στην πετρα, στο νερο, στο χορταρι, στο ζωο που κοιταει το θανατο που ερχεται να το παρει καταματα.

Αρχιζουμε να υποψιαζομαστε πως μπορουν και λεγονται οι στιχοι απο το ποιημα "Πανω σ' εναν ξενο στιχο" που μιλουν για μια αγαπη:

[...] με ακατελυτο ρυθμο, ακατανικητη σαν τη μουσικη και παντοτινη γιατι γεννηθηκε οταν γεννηθηκαμε και, σαν πεθαινουμε, αν πεθαινει δεν το ξερουμε ουτε εμεις ουτε αλλος κανεις.

Υποψιαζομαστε πως μπορει και λεγεται ο στιχος απο το "O Στρατης Θαλασσινος αναμεσα στους αγαπανθους":

Το πρωτο πραγμα που εκανε ο θεος ειναι η αγαπη.

Εκεινος ο δαιμονικος χαρακτηρας που διαφανηκε στη φραση "η αγαπη ειναι αγαπη", εκεινη η μαυρη τρυπα που στην πορεια της ψυχαναλυτικης συνομιλιας αφαιρει καθε κρατημα της αγαπης σε μια εννοια, σ' ενα συναισθημα κτλ. μας αγγιζει και παλι, αυτην τη φορα στον λογο της ποιησης.

Ομως εδω λεγεται και κατι ακομα: Το δαιμονικο της αγαπης, που φανερωνεται στον ποιητη "σε μια στιγμη μεγαλης ευδαιμονιας", εγκειται στο οτι η αγαπη δεν ειναι του ανθρωπου. Εδω, στα βαθη του λογου της αγαπης, αναγνωριζουμε εκεινο που κανει την ψυχαναλυτικη συνομιλια, την επισης υποχρεωμενη στην αληθεια, να μην σταματα στον ανθρωπο, στις εννοιες και στα συναισθηματα του, στις σχεσεις και στη συμπεριφορα του.

Εαν η αγαπη δεν ειναι υποθεση, για να το πω φιλοσοφικα, της ανθρωπολογιας, εαν δεν εχει την αρχη και το τελος της στον ανθρωπο, τοτε με ποιον τροπο τον αφορα; Καποτε ο Σεφερης μετεφρασε μια ρηση του Κινεζου σοφου Μεγκ Τσου. Η ρηση λεει:

Η αγαπη, το γαληνεμενο σπιτι του ανθρωπου.

Εδω δεν χρειαζεται να καταπιαστουμε με μεταφραστικα ζητηματα, π.χ., απο ποια γλωσσα μετεφρασε ο Σεφερης την ρηση, ποια κινεζικη λεξη φτανει στα ελληνικα ως αγαπη κτλ. Σημασια εχει πως ο Σεφερης σ' αυτην τη μεταφραση αναλαμβανει την ρηση ο ιδιος μ' αυτες τις λεξεις. Η αγαπη, το γαληνεμενο σπιτι του ανθρωπου.

Θα τονισω και παλι την αναγκη να ακουστει η φραση κυριολεκτικα. Ακομα και οταν δεν την παρακολουθουμε και μας ξεπερνα. Ο ανθρωπος κατοικει την αγαπη. Πως μπορουμε να συλλαβουμε αυτην την κατοικηση;

"Μιλω για την αγαπη" γραφει ο Σεφερης. Αυτο θα πει τωρα: ο ποιητης μιλα για το σπιτι του ανθρωπου, για εκεινο το σπιτι που ανοιγει και τον δεχεται "σε μια στιγμη μεγαλης ευδαιμονιας". Ας ακουσουμε αυτο το μιλημα για να γνωρισουμε, οσο μας επιτρεπουν τα ορια του βλεμματος και της καρδιας μας, αυτο το σπιτι, τον κοσμο αυτης της κατοικησης.

Στο ιδιο ποιημα διαβαζουμε:

οποιος ποτε του δεν αγαπησε θ' αγαπησει,

στο φως.

Το υλικο απο το οποιο ειναι φτιαγμενο "το γαληνεμενο σπιτι του ανθρωπου" ειναι το φως.

"Το φως" ειναι ο τιτλος του κομματιου απο την "Κιχλη" οπου βρισκονται οι παραπανω στιχοι. Εκει λεει:

ΤΟ ΦΩΣ

[...]

Αγγελικο και μαυρο, φως,

γελιο των κυματων στις δημοσιες του ποντου,

δακρυσμενο γελιο,

σε βλεπει ο γεροντας ικετης

πηγαινοντας να δρασκελισει τις αορατες πλακες

καθρεφτισμενο στο αιμα του

που γεννησε τον Ετεοκλη και τον Πολυνεικη.

Αγγελικη και μαυρη μερα·

η γλυφη γεψη της γυναικας που φαρμακωνει το φυλακισμενο

βγαινει απ' το κυμα δροσερο κλωναρι στολισμενο σταλες.

Τραγουδησε μικρη Αντιγονη, τραγουδησε, τραγουδησε...

δεν σου μιλω για περασμενα, μιλω για την αγαπη·

στολισε τα μαλλια σου με τ' αγκαθια του ηλιου,

σκοτεινη κοπελα·

η καρδια του Σκορπιου βασιλεψε,

ο τυραννος μεσα απ' τον ανθρωπο εχει φυγει,

κι ολες οι κορες του ποντου, Νηρηιδες, Γραιες

τρεχουν στα λαμπυρισματα της αναδυομενης·

οποιος ποτε του δεν αγαπησε θ' αγαπησει,

στο φως·

[...]

Το ακουμε απαγγελμενο απο τον Γιωργο Σεφερη:

Στο δοκιμιο "Ξεστρατισματα απο τους Ομηρικους Υμνους" γραφει ο Σεφερης:

Μονο μια φορα, ενα τελος του φθινοπωρου, μου φανηκε πως με κεραυνοβολα εναργεια περασε ο θεος...κοντα μου. Και ειπα: "Κατα βαθος ειμαι ζητημα φωτος". Ηταν μια εμπειρια που πρεπει να ερχεται πραγματικα σπανια στη ζωη μας και τη φωτιζει ολοκληρη· δεν μπορει κανεις ρηματικα να τη μεταδωσει.

Και σ' ενα γραμμα στον φιλο του Γιωργο Κατσιμπαλη με τιτλο "Μια Σκηνοθεσια για την Κιχλη", αναφερομενος σ' ενα αποσπασμα του Ηρακλειτου: O ηλιος δεν μπορει να ξεπερασει τα μετρα, ειδεμη θα τονε βρουν οι Ερινυες που βοηθουν τη Δικαιοσυνη.

Οι Ερινυες θα κυνηγησουν τον ηλιο, καθως κυνηγησαν τον Ορεστη· για σκεψου αυτους τους λωρους που δενουν τους ανθρωπους με τα στοιχεια της φυσης· αυτη η τραγωδια που ειναι συναμα φυσικη και ανθρωπινη, αυτη η οικειοτητα. Αν το φως γινοτανε ξαφνικα Ορεστης; Ειναι τοσο ευκολο, για σκεψου: αν το φως της μερας και το αιμα του ανθρωπου ηταν το ιδιο πραγμα; Ως που μπορει να το αισθανθει κανεις αυτο;

Το γραμμα επιχειρει μια ερμηνεια της "Κιχλης", ολοφανερα με μιση καρδια. Οταν ο Σεφερης φτανει στο σημειο που μας απασχολει εδω, στο "Φως", αρνειται να συνεχισει και συμπληρωνει:

[...] το φως δεν το εξηγει κανεις, το βλεπει [...].

Αυτο ας ειναι και για μας προειδοποιηση πως υπαρχουν πραγματα που δεν τους αρμοζει η εξηγηση, αυτη η βουβη διαδικασια που βιαζει το καθε αλλοτριο στην προκρουστεια κλινη των τετριμμενων μας μοντελων και παραστασεων.

Η φραση του Σεφερη ειναι ενα καλεσμα και για μας εκει που πρεπει να εξηγουμε λιγοτερο και ν' ανοιξουμε τα ματια μας περισσοτερο.

Το ποιημα δεν ειναι αψυχο κειμενο, ειναι ομιλουμενη γλωσσα, ειναι "ανασα", για να χρησιμοποιησω μια λεξη προσφιλη στον Σεφερη. Οπως ενα μουσικο κομματι γινεται υπαρκτο και πραγματικο μονο στην εκτελεση, ετσι και το ποιημα μιλα μονο απαγγελλομενο. Γι' αυτο ας ακουσουμε τον πρωτο στιχο αλλη μια φορα: "Αγγελικο και μαυρο, φως". Τι μας λεει αυτη η ανασα; Ειναι μια φωνη ησυχη και βαθια, προφερει τις λεξεις με προσοχη, αφηνει στην καθε μια ολο το βαρος του λεγομενου της. Μας πειθει. "Αγγελικο και μαυρο, φως". Ακουτε με τι οικειοτητα, με τι καρδια λεγονται αυτα τα αλλοκοτα λογια, πως τα λεει ο ποιητης τους και τα εννοει, οπως δεν θα το καταφερνε ο καλυτερος ηθοποιος με την τελειοτερη αρθρωση.

Οι λεξεις "αγγελικο και μαυρο" μας ειναι γνωστες σαν αντιθετα: το αγγελικο παραπεμπει στο φωτεινο και ουρανιο, το μαυρο στο σκοτεινο και χθονιο.

"Αγγελικο και μαυρο, φως". Οι λεξεις ειπωμενες απο τον Σεφερη δεν εχουν τιποτα το αντιθετικο, καμια αντιπαλοτητα δεν τις εναντιωνει μεταξυ τους, τις ακουμε και λεμε ναι, το φως, αγγελικο και μαυρο!

Εδω το "και" αποκλειει καθε εξηγηση, καθε επιχειρημα, καθε διευκρινιση: αγγελικο και μαυρο. Το οτι δεν καταλαβαινουμε δεν ειναι, δεν πρεπει ποτε να ειναι λογος αρκετος για ν' αμφισβητησουμε αυτο που ακουσαμε. Μονο οταν παρουμε αποσταση απο την ζωντανη γλωσσα, οταν αγνοησουμε το μιλημα της, οταν επιμεινουμε να καταλαβουμε, θα παραστησουμε τα φιλια ως αντιθετα, θα μεινουμε καθηλωμενοι στη μεταξυ τους αντιπαλοτητα και συγκρουση.

Η δουλεια μας εχει το σπανιο προνομιο να αφορα τη ζωντανη γλωσσα, να ειναι στην φυση της συνομιλια. Ομως για να επαρκεσουμε ως συνομιλητες, χρειαζεται να ακουμε. Και για να ακουμε χρειαζεται πολλες φορες να παψουμε να σκεφτομαστε, να παψουμε να καταλαβαινουμε.

"Αγγελικο και μαυρο, φως". Ετσι ακουμε και το "δακρυσμενο γελιο", ακουμε τους αδελφικους εχθρους, τον Ετεοκλη και τον Πολυνεικη στο φως, κυριολεκτικα στο φως του αιματος του Οιδιποδα, του πατερα τους.

Επεκταθηκα και ο χρονος δεν μου επιτρεπει να μεινω στο ποιημα οσο θα του επρεπε. Θα ερθω κατευθειαν σ' εκεινη την μορφη στην οποια αποτεινομενος ο Σεφερης λεει "μιλω για την αγαπη". Ειναι η Αντιγονη.

Η ομιλια μας, ειτε το ξερουμε ειτε οχι, ειτε το θελουμε ειτε οχι, ειναι παντα συνομιλια. Και καθε φορα αποτεινομαστε σ' εκεινο το εσυ το οποιο ειναι μιλητο, δηλαδη ανοιχτο για να του μιλησουμε. Στο ποιημα μας το μιλητο εσυ για την αγαπη ονομαζεται Αντιγονη.

Στην τραγωδια του Σοφοκλη η Αντιγονη, σε μια στιχομυθια με τον Κρεοντα, αρνειται ν' αφησει τον νεκρο αδελφο της κι εχθρο του Κρεοντα Πολυνεικη διχως τις πρεπουσες νεκρικες τιμες: "ουτοι συνεχθειν, αλλα συμφιλειν εφυν".

Η Αντιγονη μιλα για τη φυση της, εφυν, για το πρωτο που την καθοριζει. Τουτο ειναι το συμφιλειν, η απορριψη της εχθροτητας, της μεροληψιας, η ανοικτοτητα, η δεκτικοτητα για τα παντα. Δεν ειναι στοιχειο του χαρακτηρα της αλλα η αναληψη εκ μερους της της αγαπης, την οποια οφειλει να προασπιστει "επι ποινη θανατου". Αυτη η Αντιγονη ειναι το μιλητο εσυ του τωρινου ποιητικου λογου της αγαπης, σ' αυτην μπορει να ειπωθει το "μιλω για την αγαπη".

Το σπιτι το οποιο συν-κατοικουν τα πραγματα του κοσμου φιλια μεταξυ τους βρισκει στον Σεφερη το ονομα αγαπη. Σ' αυτο το σπιτι:

η καρδια του Σκορπιου βασιλεψε, / ο τυραννος μεσα απ' τον ανθρωπο εχει φυγει, / κι ολες οι κορες του ποντου, Νηρηιδες, Γραιες / τρεχουν στα λαμπυρισματα της αναδυομενης.

Σε μια τετοια γιορτη καλει την Αντιγονη ο ομιλων με τους στιχους:

στολισε τα μαλλια σου με τ' αγκαθια του ηλιου, / σκοτεινη κοπελα.

Γιατι η γιορτη της αγαπης θυμιζει θανατο; Γιατι ο ηλιος αυτης της μερας εχει αγκαθια; Γιατι η κοπελα πρεπει να στολισει τα μαλλια της με τετοιες ακτινες, με τετοιο αγκαθινο στεφανι; Η "σκοτεινη κοπελα"; Να γινει "ζητημα" ενος τετοιου "φωτος"; "Αγγελικου και μαυρου";

Διοτι η μορφη η χρεωμενη αυτην την αγαπη πρεπει να πει "οχι" στους αλλους που δεν ειναι της μοιρας τους να μοιραστουν, να συν-χωρεσουν το ανοικτο της. Η μορφη, στο ονομα της Αντιγονης, λεει το "οχι" στον Κρεοντα, στο ονομα της Αρετουσας, η οποια, συμφωνα με μια σημειωση του Σεφερη, υποδηλωνεται στη "γλυφη γεψη της γυναικας που φαρμακωνει το φυλακισμενο" και "βγαινει απ' το κυμα δροσερο κλωναρι στολισμενο σταλες", θα το πει στους γονεις της, τον Ηρακλη και την Αρτεμη, βασιλια και βασιλισσα της Αθηνας, που εξορισαν τον Ερωτοκριτο και την προσταζουν να παντρευτει τον ρηγα του Βυζαντιου.

Το "οχι" της Αρετουσας και της Αντιγονης δεν ειναι περιστασιακο. Η αγαπη αυτη παντα θα βρισκει μπροστα της εναν Κρεοντα, εναν Ηρακλη και μια Αρτεμη, θα βρισκει εναν "τυραννο", εξω η "μεσα στον ανθρωπο" και παντα θα πρεπει να τους πει το "οχι", "επι ποινη θανατου".

Η αγαπη σ' αυτο το "οχι" ειναι που πραγματωνεται, σ' αυτο ονομαζεται, γιορταζεται. Ευτυχια και δυστυχια ειναι πολυ στενοκαρδα πραγματα για ν' αποδωσουν ο,τι εδω παιζεται. Εδω θανατος και γιορτη, Αδης και Διονυσος ειναι ενα. Θα το ακουσουμε σε λιγο απο τον πρωτο διδαξαντα, τον Ηρακλειτο.

Το ενα το οποιο, στο ονομα της αγαπης, σ' αυτην τη διολου παραδεισενια αλλα τραγικη φιλοτητα, συν-χωρει τα παντα, χαριζει στην αγαπη το "ακατελυτο", το "ακατανικητο" και το "παντοτινο" της, το οτι ειναι "το πρωτο πραγμα που εκανε ο θεος". Σ' αυτο το ενα, στο εν, στο ενουν εν, πλανιεται το "γαληνεμενο σπιτι του ανθρωπου".

Η αγαπη λεει δια στοματος Ηρακλειτου: "εν παντα". Το εν παντα δεν ειναι φιλοσοφικη θεση αλλα λογος της αγαπης.

O Ηρακλειτος μιλαει ο ιδιος σ' ενα αλλο ποιημα του Σεφερη με τον τιτλο "Μνημη Β" και υποτιτλο "Εφεσσος". Καθως γι' αυτο, οσο γνωριζω, δεν υπαρχει δημοσιευμενη απαγγελια του Σεφερη, θα σας διαβασω ενα αποσπασμα του εγω. Λεει λοιπον ο Ηρακλειτος:

[...]

Ειναι παντου το ποιημα. Η φωνη σου

καμια φορα προβαινει στο πλευρο του

σαν το δελφινι που για λιγο συντροφευει

μαλαματενιο τρεχαντηρι μες στον ηλιο

και παλι χανεται. Ειναι παντου το ποιημα

σαν τα φτερα του αγερα μες στον αγερα

που αγγιξαν τα φτερα του γλαρου μια στιγμη.

Ιδιο και διαφορο απο την ζωη μας, πως αλλαζει

το προσωπο κι ωστοσο μενει το ιδιο

γυναικας που γυμνωθηκε. Το ξερει

οποιος αγαπησε· στο φως των αλλων

ο κοσμος φθειρεται· μα εσυ θυμησου

Αδης και Διονυσος ειναι το ιδιο.

Το προηγουμενο ποιημα λεει "μιλω για την αγαπη". Ονομαζει την αγαπη. Το τωρινο ποιημα λεει "Το ξερει οποιος αγαπησε". Μιλα γι' αυτον που αγαπησε και ξερει.

Οσα προηγηθηκαν δεν μας επιτρεπουν να φανταστουμε το "ξερει" ουτε σαν αναρθρη συναισθηματικη εμπειρια ουτε σαν εννοιολογικη γνωση. Το "ξερω" θα πρεπει να το ακουσουμε περισσοτερο μεσα απο την πρωτη μορφη του ρηματος, "ξευρω", που ερχεται απο το εκ- και τον αοριστο του αρχαιου "ευρισκω","ευρον". "Το ξερει" θα πει τοτε: το εχει βρει, το εχει δει, τον εχει σημαδεψει. Αυτο που ξερει οποιος αγαπησε ειναι ο νομος που διατυπωνεται στα λογια του Ηρακλειτου: "εν παντα".

Σε πρωτη ματια κανεις θα νομιζε πως εδω ο ποιητης μιλα για το ποιημα, για κατι που ενδιαφερει τους ποιητες, οχι εμας. Ομως δεν αναφερεται στους ποιητες. Αναφερεται σε "οποιον αγαπησε". Αυτος "το ξερει". Και το ποιημα δεν ειναι στις ποιητικες συλλογες. Σ' αυτες ειναι τα ποιηματα. "Το ποιημα", το λεει δυο φορες, "ειναι παντου". Θυμομαστε τα λογια του Σαιξπηρ: "Ειμαστε απο υλικο σαν αυτο που ειναι φτιαγμενα τα ονειρα...".

"Το ποιημα ειναι παντου" θα πει: το ποιημα ονομαζει εναν τροπο με τον οποιο παρουσιαζονται τα πραγματα του κοσμου, ονομαζει εναν τροπο παρουσιας, εναν τροπο που κανει κατι να παρουσιαζεται "ιδιο και διαφορο απο τη ζωη μας". O τροπος αυτος ειναι οπως "[...] αλλαζει το προσωπο κι ωστοσο μενει το ιδιο γυναικας που γυμνωθηκε".

"Στο φως των αλλων", που δεν το ξερουν γιατι δεν αγαπησαν, το γυμνωμα γινεται αντιληπτο στην αφαιρεση των ενδυματων, στην αλλαγη, στο πριν της ντυμενης γυναικας και στο τωρα της γυμνης. Στο φως τους "ο κοσμος φθειρεται" με την εμπλοκη στα αντιθετα, στο πριν και στο τωρα, στο ντυμενο και στο γυμνο κορμι, στην επιθυμια και στην εκπληρωση.

"Οποιος αγαπησε" θα δει τα παντα στο προσωπο της: "πως αλλαζει κι ωστοσο παραμενει το ιδιο". Κι αυτο επισης ειναι κατι που "δεν το εξηγει κανεις, το βλεπει". Βλεπει οχι εκεινο που απλως αλλαζει μα εκεινο που "αλλαζει κι ωστοσο παραμενει το ιδιο". Αυτο το "ιδιο και διαφορο απο τη ζωη μας" εδω ονομαζεται: "το ποιημα". Και "ειναι παντου". Το ποιημα ονομαζει τη ζωη μας γυμνη. Η, οταν η ζωη μενει γυμνη, τοτε γινεται, με λογια του Hölderlin, "ποιητικη κατοικηση πανω σ' αυτην την γη".

"Η γυμνια ολοκληρης της ζωης" γραφει ο Σεφερης στο τελευταιο του ποιημα. "Καμια φορα", "σε μια στιγμη μεγαλης ευδαιμονιας", η φωνη του ποιητη συμ-φωνει με "το ποιημα". Το εργο αυτης της συμ-φωνιας ειναι ενα ποιημα.

Ειναι παντου το ποιημα. Η φωνη σου

καμια φορα προβαινει στο πλευρο του.

Ενα ποιημα ομο-λογει, για να μεινω σε λεξεις του Ηρακλειτου, ομο-λογει το ποιημα, που ειναι παντου, και που στον Ηρακλειτο ονομαζεται "λογος".

Η σχεση λογου και ομο-λογιας συνιστα ομως και τον ακρογωνιαιο λιθο της θεραπευτικης συνομιλιας. O νομος της διεπει την ερμηνεια, εφοσον αυτη πραγματωθει ως ομο-λογια του λογου που καθε φορα θελει να ερθει σε λογο. Η ερμηνεια δεν ειναι πρωταρχικα εργο του θεραπευτη. Ειναι εργο της αγαπης.

Απο εδω, απο τον Ηρακλειτο, με την καθοδηγηση του Σεφερη, ο ποιητης μπορει να μαθει στον ψυχαναλυτη και αυτο. Διοτι ενδεχομενως η συναντηση που αρμοζει στη θεραπευτικη συνομιλια, στις στιγμες που συμβαινει αληθινα, αλλα και σ' αυτες που προετοιμαζεται, αλλα και σ' αυτες που λειπει, αυτη η συναντηση ειναι ενα "ιδιο και διαφορο απο τη ζωη μας", ενα γυμνωμα κι αυτη, οπου καποιος, το προσωπο του, "αλλαζει / [....] κι ωστοσο παραμενει το ιδιο".

Το ξερει οποιος αγαπησε.


Απο το ''Εργα τεχνης και θεραπειας''


Επανω στην ακροαση και την εκφορα του λογου  [PDF]


Ο τραγουδιστης πρεπει [...] να τραγουδα σαν απλως να μιλουσε‛ ομως συναμα πρεπει να μιλα σαν απλως να τραγουδουσε. Το πρωτο απελευθερωνει απο την υλικοτητα του τονικου ογκου‛ το δευτερο απο μια παθητικα φορτισμενη δηλωση: μια φαινομενικα αντιφατικη διατυπωση‛ το πραγματικο μονο με παραδοξολογιες αποδιδεται, μη παραδοξο ειναι μονο το νατουραλιστικο.
Θρασυβουλος Γεωργιαδης, Schubert

Ενα τραγουδι του Leonhard Cohen:
I can't forget
I stumbled out of bed. I got ready for the struggle
I smoked a cigarette and I tightened up my gut
I said this can't be me, must be my double
and I can't forget, I can't forget,
I can't forget but I don't remember what
Καταρχην το ακουμε σε μια ερμηνεια των Pixies. Το τραγουδι κυριαρχειται απο τον ρυθμο. Το μονοτονο μπασο του ισοπεδωνει τις λεξεις και τα νοηματα τους: τις κανει μονο λεξεις, "λογια", αξεσουαρ του ρυθμου. Περνανε απο μπροστα σου σαν τροχοι που αποσπαστηκαν απο την αμαξα και συνεχιζουν να κυλανε μονοι τους για το πουθενα.
Αυτη η γλωσσα ειναι πιασμενη σε εναν ναρκισσιστικο, αυτοερωτικο μονολογο. Δεν φτανει στα αυτια και στα ματια του αλλου. Αποκλειει καθε συνομιλια.
Και τωρα η εκτελεση του
Cohen. Ο Cohen δεν τραγουδα. Αφηγειται. Εδω οι λεξεις δεν ειναι αξεσουαρ αλλα - μιλανε οι ιδιες. Τραγουδανε λεγοντας τον εαυτο τους. Ο λογος ειναι σκηνικος: Ακους και ακουγοντας βλεπεις τα λεγομενα.
Αυτη η γλωσσα ειναι η γλωσσα της συνομιλιας: Η σκηνη που στηνεται απο τα λεγομενα μπορει να γινει τοπος κατοικησης, συν-κατοικησης των συνομιλουντων.

Απο τον "Ερωτοκριτο"
Ο Νικος Ξυλουρης, οσο γνωριζω, ηχογραφησε αποσπασματα του "Ερωτοκριτου" καταρχην το 1970. Τεσσερα χρονια αργοτερα εκανε μιαν αλλη ηχογραφηση, σε ενορχηστρωση του Χριστοδουλου Χαλαρη.
 
Ήκουσες Αρετούσα μου τα θλιβερά μαντάτα
Ο κύρης σου με ξόρισε στης ξενιτιάς τη στράτα
Τέσσερις μέρες μοναχά μου ‘δωκε να ανιμένω
κι απόκεις να ξενιτευτώ πολλά μακριά να πιένω
Και πως θα σ' αποχωριστώ και πως θα σου μακρύνω
Και πως θα ζήσω δίχως σου τον ξορισμόν εκείνο
Κατέχω το κι ο κύρης σου γρήγορα σε παντρεύει
Ρηγόπουλο αφεντόπουλο σαν είσαι εσύ γυρεύει
Και δεν μπορείς να αντισταθείς στα θέλουν οι γονείς σου
Νικούν τηνε την γνώμη σου κι αλλάζει η όρεξη σου
Μια χάρη αφέντρα σου ζητώ κι εκείνη θέλω μόνο
Και μετά κείνη ολόχαρος την ζήση μου τελειώνω
Την ώρα π' αρραβωνιαστείς να βαριαναστενάξεις
Κι όντε σα νύφη στολιστείς σαν παντρεμένη αλλάξεις
Να αναδακριώσεις και να πεις Ρωτόκριτε καημένε
τα σου ‘ταξα ελησμόνησα τα 'θελες μπλιό δεν ενε
Και κάθε μήνα μια φορά μέσα στην κάμαρα σου
Λόγιαζε τα 'παθα για σε να με πονεί η καρδιά σου
Και πιάσε και τη ζωγραφιά που βρες στ' αρμάρι μέσα
Και τα τραγούδια που 'λεγα κι οπού πολύ σ' αρέσα
Και διάβαζε τα θώριε τα κι αναθυμού και μένα
Πως με ξορίσανε για σε πολλά μακριά στα ξένα
Κι οντε σου πουν κι απόθανα λυπήσου με και κλάψε
Και τα τραγούδια που ‘βγαλα μες την φωτιά τα κάψε

[συνεχεια 1970]
Κι ας τάξω ο κακορίζικος πως δε σ' είδα ποτέ μου
Ενα κερί αυτούμενο εκράτου κι έσβησε μου
Κι ας τάξω ο κακορίζικος ποτέ μου πως δε σ' είδα
Γιατι για να παρθουμε ναι δεν το 'χε γραψει η μοιρα
Λησμονησε παντοτεινα και διωξε καθ' ελπιδα
Και πε πως δε με γνωρισες κι ουτε κι εγω πως σ' ειδα
[συνεχεια 1974]
Όπου κι αν πάω κι αν βρεθώ κι ότι καιρό κι αν ζήσω
Τάσσω σου άλλη να μη δω ούτε να αναντρανίσω
Κι ας τάξω ο κακορίζικος πως δε σ' είδα ποτέ μου
Ενα κερί αυτούμενο εκράτου κι έσβησε μου
Καλιά 'χω εσέ με θάνατο παρά άλλη με ζωή μου
Για σένα εγεννήθηκε στον κόσμο το κορμί μου

Η εκτελεση του 1970
 
Ως γνωστο ο πρωτος στιχος του "Ερωτοκριτου" μιλα για "του κυκλου τα γυρισματα". Το προτυπο τετοιων κυκλων ειναι βεβαια τα φυσικα φαινομενα - η εναλλαγη μερας και νυχτας, των φεγγαριων, των εποχων, της γεννησης και του θανατου. Χαρακτηριστικο αυτων των κυκλων ειναι, για να το πω απλα, οτι δεν μας ρωτανε. [Μονο στην χριστιανικη παραδοση αναφερεται οτι στην πολιορκια της Γαβαων, για να προφτασουν οι Ισραηλιτες να εκπορθησουν την πολη, ο θεος εκανε ηλιο και σεληνη να μεινουν ακινητοι για μια ολοκληρη μερα. (Ιησους του Ναυη, 10, 12-13)]
Οι κυκλοι της φυσης αγνοουν τα ανθρωπινα, οπως αυτο:
Ο Απρίλης με τον Ερωτα χορεύουν και γελούνε,
[...]
όποιος πεθάνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει.
Η φυση ειναι απ-ανθρωπη. Μαζι και η μουσικη που δενει οσο λιγα πραγματα τον ανθρωπο με τη φυση: Τοσο η αρχαια, οσο και η δημοτικη μουσικη, αλλα και το τραγουδι του "Ερωτοκριτου", προχωρανε με τετοιους κυκλους, δηλαδη επαναληψεις ρυθμικων και μελωδικων σχηματων που δεν παιρνουν διολου υποψη τους το υποκειμενικο - νοηματικο - συναισθηματικο περιεχομενο των λεγομενων. Αιφνης τα συμβαντα που εξιστορουνται στο τραγουδι, και που ειναι κυριολεκτικα γραμμενα απο οδυνη, αδονται χωρις καμια συμμετοχη του τραγουδιστη, με τον ιδιο τροπο με τον οποιο δεν συμμετεχει ο ηλιος και το φεγγαρι που περναν απο πανω τους, τα ιδια καθε μερα και καθε νυχτα.
 
 
Η διασκευη του 1974
Η διασκευη του Χαλαρη εχει κατι απο οπερα. Η μουσικη εχει γινει μαλακη, μαλθακη, σαν "ελαφρο ελληνικο τραγουδι". Υπαρχουν συναισθηματικα φορτισμενες λεξεις και φρασεις που εκτελουνται εμφατικα. Τα γυρισματα του κυκλου εχουν θαμπωσει. Δεν μιλα η ηλιος και το φεγγαρι αλλα η ανθρωπινη εσωτερικοτητα με τις εγνοιες και με τα παθη της.
 

Η πόλις των αρχαίων και η σημερινή κατοίκηση τον ανθρώπου επάνω στη γη

Η πόλις των αρχαίων και η σημερινή κατοίκηση τον ανθρώπου επάνω στη γη

 


Στη διαφάνεια προβάλλεται μια κατασκευή από ακρυλικό, αλουμίνιο και ξύλο, έργο του ζωγράφου Γιώργου Μόκαλη, με τον τίτλο «Θέα». Μας αντικρίζει και μιλά τη δική της άφωνη γλώσσα. Θα συνοδεύει όσα έμφωνα ακολουθήσουν.

Κυρίες και κύριοι, οι δρόμοι μας, αυτοί που ο καθένας μας πήρε από κει που ξεκίνησε, σήμερα το βράδυ μας έφεραν και μας συγκέντρωσαν σ' αυτόν το χώρο. O καθένας μας πέρασε από γειτονιές και πλατείες, από δρομάκια και λεωφόρους, πέρασε περπατώντας, με το αυτοκίνητο, με το λεωφορείο, με το μετρό. Διαδρομές που τις έχουμε ξανακάνει πηγαίνοντας σε μια άλλη συνάντηση, φεύγοντας από μια άλλη συνάντηση, διαδρομές που μας κάλεσαν και μας απέτρεψαν, που ανταποκριθήκαμε και αποφύγαμε, που μας σημάδεψαν και μείναν αδιάφορες, διαδρομές που άνοιξαν δρόμους και που κατέληξαν σε αδιέξοδα.

Οι δρόμοι που περάσαμε σήμερα ερχόμενοι κατά δω είναι γεμάτοι από τέτοια σημάδια. Δοκιμάστε να τα φέρετε για λίγο και πάλι στο νου σας.

Όλα αυτά δεν χάθηκαν. Τίποτα δεν χάθηκε. Είναι εδώ, είναι ανάμεσα μας, είναι συγκεντρωμένα στον αέρα αυτού του χώρου και αυτής της συνάντησης.

Υπάρχει ένα όνομα που θα μπορούσε να εκφράζει αυτήν τη συνάντηση, με όλα όσα σήμερα συναντώνται εδώ, να τη συλ-λέγει στη λέξη του. Το όνομα θα ήταν «πόλη».

Τότε η πόλη θα κρατούσε στο όνομα της περισυλλεγμένα τα πάντα και θα απέδιδε στον καθένα αυτό που του ανήκει. Η πόλη θα ήταν ένα όνομα για τη συνάντηση όλων των συναντήσεων, όχι κάτι αφηρημένο και γενικό αλλά κάτι που θα πραγματώνονταν κάθε ώρα και κάθε στιγμή, πάντα διαφορετικό και πάντα το ίδιο, στην κάθε συνάντηση. Παραδείγματος χάριν, εδώ και τώρα.

Επιχείρησα μια εισαγωγή στην πόλη, η οποία μπορεί να έχει κάποια αλήθεια και στην οποία θα επανέλθουμε. Όμως έχει και πραγματικότητα; Είναι η σημερινή μας συνάντηση, είναι η πόλη που θα πραγματώνονταν σ' αυτήν τη συνάντηση πραγματική;

Βρισκόμαστε εδώ, σας μιλώ, με ακούτε. Τι μίλημα είναι αυτό, τι άκουσμα; Ας το δούμε προσεκτικότερα.

Βασικά δεν μιλώ σ' εσάς. Μιλώ στο μικρόφωνο που έχω μπροστά μου. Εστιάζομαι σε κάτι που βρίσκεται μερικά εκατοστά μόνο μακριά απ' το στόμα μου. Γι' αυτό και η ένταση της φωνής μου είναι χαμηλή. Η ανάσα μου δεν σας φτάνει. Κι επειδή μιλώ σ' ένα μηχάνημα, ο τόνος της φωνής μου είναι περίεργος και το σώμα μου παρακολουθεί τα λεγόμενα μου με έναν τρόπο σπαστικό, έστω κι αν τον έχουμε συνηθίσει και δεν μας κάνει εντύπωση. Κι αυτό μπορούμε εύκολα να το διαπιστώσουμε κάθε φορά που μεσολαβεί ένα μικρόφωνο ανάμεσα σ' αυτόν που είναι μπροστά του και σ' αυτούς που βρίσκονται πίσω του.

Για να συνειδητοποιήσουμε καλύτερα τι μας συμβαίνει, θα σας δείξω μια φωτογραφία από την εποχή που δεν υπήρχαν μικρόφωνα:

Lenin 1.jpeg

Είναι ο Λένιν που μιλά από μια εξέδρα. Προσέξτε πώς όλος, κάθε ίνα του σώματος του απλώνεται ν' αγκαλιάσει το πλήθος που τον ακούει. Τα χέρια του που ακουμπούν στο διάζωμα δεν τον στηρίζουν αλλά τον σηκώνουν και τον φέρνουν έξω στο συγκεντρωμένο πλήθος.

Το βλέμμα του δεν πλανιέται πάνω από τον κόσμο αλλά μοιάζει σχεδόν να καρφώνει τον καθένα ξεχωριστά. Και σκέφτομαι πως αυτά που σας λέω, αν τα έλεγα από μια εξέδρα, δίχως μικρόφωνο, με κακή ακουστική ή ενδεχομένως και σ' έναν υπαίθριο χώρο, και μάλιστα διαβάζοντας από τα χαρτιά μου, θ' ακούγονταν το λιγότερο γελοία.

Μιλώ, αν αυτό λέγεται ομιλία, σε πολλούς μ' έναν τρόπο που θα ταίριαζε σε λίγους, μέσα από ένα μηχάνημα που δεν ταιριάζει σε κανένα μας κι ο θεός να βάλει το χέρι του - αν όλα αυτά δεν έρχονται ήδη από το χέρι ενός θεού.

Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με το άκουσμα σας. Η φωνή μου, όχι η φωνή μου, το ηχητικό κύμα που την αναπαράγει, με «υψηλή πιστότητα» βέβαια, δεν έρχεται από μένα αλλά από τα μεγάφωνα που είναι κατεσπαρμένα στο χώρο. Δεν έχει σημασία πού κάθεστε. Ακούτε τη φωνή μου, όχι τη φωνή μου, ξεγελιέμαι κι εγώ συνεχώς, ακούτε αυτήν τη μεταλλική αναπαράσταση της στην ίδια σχεδόν ένταση όπου κι αν κάθεστε. Κι αν ήμουν πιο σημαντικό πρόσωπο, θα βλέπατε και το είδωλο μου σε γιγαντοοθόνη, εσείς που κάθεστε πίσω το ίδιο καλά μ' εσάς που κάθεστε μπροστά.

Σ' αυτόν το χώρο δεν υπάρχει κοντά και μακριά. Δεν ξέρω αν μπορούμε να το αποκαλέσουμε πλέον χώρο αυτό το διάστημα, που ούτε διάστημα είναι καθώς οι διαστάσεις δεν διίστανται και οι αποστάσεις έχουν καταργηθεί και το μεταξύ μας είναι ανύπαρκτο.

Κι ας μην νομίσουμε πως έχουμε μπροστά μας την κατασκευή του Γιώργου Μόκαλη. Μια σκιά έχουμε, είναι μια οπτική απάτη. Όχι γιατί η οπτική εικόνα δεν είναι ακριβής. Μας εξαπατά διότι μας υποβάλλει την εντύπωση πως για να βλέπουμε αρκεί να βλέπουμε με τα μάτια μας, μας μεταχειρίζεται σαν όντα που αποτελούνται μόνο από μάτια. Όπως το μικρόφωνο και τα μεγάφωνα μας μεταχειρίζονται σαν όντα που αποτελούνται μόνο από αυτιά.

Σε ανάλογες συνθήκες βρισκόμαστε κάθε φορά που μιλάμε στο τηλέφωνο και σερφάρουμε στο διαδίκτυο, κάθε φορά που ακούμε το ραδιόφωνο και βλέπουμε την τηλεόραση.

Υπάρχει ένα παιχνίδι για υπολογιστές που λέγεται «The cyberpunk handbook» (To εγχειρίδιο του κυβερνοπάνκ). Στο παιχνίδι το σώμα γίνεται κυριολεκτικά «κρέας» για την εμφύτευση συσκευών πληροφοριών. Μήπως είναι περισσότερο από παιχνίδι; Μήπως γινόμαστε κι εμείς όλο και περισσότερο παίκτες του;

Η συνάντηση μας δεν είναι πραγματική συνάντηση. Η πόλη, αυτή που θα μπορούσε να πραγματωθεί στη συνάντηση μας, δεν είναι πραγματική.

Σας μιλώ και δεν σας μιλώ. Υπάρχει λέξη που ν' αποδίδει αυτό το αλλόκοτο μίλημα; Υπάρχει. Τη γνωρίζουμε κυρίως από την τηλεόραση και χαρακτηρίζει εκπομπές που μεταδίδονται στο χρόνο που γίνονται: «live». Σας μιλώ live.

Η λέξη έρχεται από το «alive», το μεσαιωνικό «alyfe», που σημαίνει «on life» και θα πει περίπου ό,τι και το δικό μας «εν ζωή». Στη λέξη «live» τώρα το a-, αυτό το «εν...», το «μέσα (στη ζωή)», έχει χαθεί. Γι' αυτό και στην καθομιλούμενη αγγλική η λέξη σημαίνει μεν «ζωντανό», όμως χρησιμοποιείται κυρίως μεταφορικά, «δήθεν ζωντανό» όπως, π.χ., «ζωντανό θέμα», «ζωντανό ηφαίστειο», «ζωντανό χρώμα» και, βέβαια, «ζωντανές εκπομπές».

Η φωνή μου είναι μεν «ζωντανή», όμως ζωντανή σε εισαγωγικά. Εισαγωγικά διότι, όπως είδαμε, το «live» δε σημαίνει πραγματικά «ζωντανός», όμως ούτε και «νεκρός».

Το μη πραγματικό της συνάντησης μας δεν αφορά λοιπόν μόνο τούτον το χώρο, που δεν είναι χώρος γιατί δεν εκχωρεί αποστάσεις, δεν προσφέρει ούτε εγγύτητα ούτε απόσταση. Αυτός που σας μιλάει, χωρίς να σας μιλάει πραγματικά, είναι live ο ίδιος, ούτε ζωντανός ούτε νεκρός. Κι εσείς που ακούτε, όχι, δεν ακούτε, εσείς που προσλαμβάνετε ακουστικά αυτήν τη συνθετική φωνή είστε οι ίδιοι live. Ούτε ζωντανοί ούτε νεκροί.

Πλάσματα σαν κι εμάς, καθότι μη πραγματικά, κινούνται σ' αυτό το «ούτε...ούτε». Δεν είναι σε θέση να πραγματώσουν τίποτα, μήτε καλό μήτε κακό. Δεν τους αξίζει ούτε η κόλαση ούτε ο παράδεισος. Είμαστε μη πραγματικοί άνθρωποι σε μια μη πραγματική πόλη. Μη πραγματική πόλη... Στην αγγλική γλώσσα, «unreal city» είναι στίχος από ένα ποίημα. Τον έγραψε πριν από 60 χρόνια ο Eliot. Όσα ειπώθηκαν μέχρι τώρα είναι η απόπειρα μιας εξοικείωσης μ' αυτόν το στίχο.

Το ποίημα έχει τον τίτλο «The Waste Land». O Σεφέρης τον μετέφρασε ως «Η Έρημη Χώρα». Στο ποίημα, το «unreal», μη πραγματική, ανύπαρκτη το μεταφράζει ο Σεφέρης, έρχεται τρεις φορές: μια όταν ξημερώνει στη χώρα, μια το μεσημέρι και μια καθώς βραδιάζει. Το ανύπαρχτο διατρέχει τον ουρανό της σαν άλλος ήλιος: ανατέλλει, μεσουρανεί, χαμηλώνει και την αφήνει να προβάλλει στο φως του.

Ξημέρωμα στην Έρημη Χώρα. Η μετάφραση είναι πάντα του Γιώργου Σεφέρη (στ. 60-64): «Ανύπαρχτη Πολιτεία, / Μέσα στην καστανή καταχνιά μιας χειμωνιάτικης αυγής, / Χύνουνταν στο γιοφύρι της Λόντρας ένα πλήθος, τόσοι πολλοί, / Δεν το 'χα σκεφτεί πως ο θάνατος είχε ξεκάνει τόσους πολλούς».

Σχετικά μ' αυτούς τους στίχους ο ίδιος ο Έλιοτ παραπέμπει σε δυο ποιητές. Το «Ανύπαρχτη Πολιτεία» απηχεί τους παρακάτω στίχους του Μπωντλαίρ: «Πολυάνθρωπη πόλη, πόλη κατάμεστη από όνειρα / Όπου το φάσμα συναντά καταμεσήμερο τον διαβάτη».

Οι επόμενοι στίχοι, «Χύνουνταν στο γιοφύρι της Λόντρας ένα πλήθος, τόσοι πολλοί, / Δεν το 'χα σκεφτεί πως ο θάνατος είχε ξεκάνει τόσους πολλούς», είναι παραλλαγή μιας σκηνής από τη Θεία Κωμωδία του Δάντη: «μια τόσο μακριά συνοδεία / ανθρώπων, που ποτές δεν θα το 'χα πιστέψει / πως ο θάνατος είχε ξεκάνει τόσους πολλούς».

Στην Έρημη Χώρα το ονειρικό φάσμα που συναντά τον διαβάτη και γίνεται ο ίσκιος του είναι ο θάνατος. Όμως τι είδους θάνατος είναι αυτός; Γράφει ο Σεφέρης: «Οι πρωινοί διαβάτες του London Bridge μοιάζουν με την ατέλειωτη συνοδεία εκείνων "που ποτές τους δεν ήταν ζωντανοί" [έτσι χαρακτηρίζονται στη Θεία Κωμωδία], γιατί δεν έκαναν μήτε καλό μήτε κακό [...]»

Αναγνωρίζουμε μήπως ανάμεσα στο πλήθος που περνά τη γέφυρα του Λονδίνου εμάς τους ίδιους; Φυσικά δεν χρειάζεται να πάμε εκεί. Είναι οι ίδιες μορφές που θα συναντήσουμε στους δρόμους μας, στο μετρό και στις ουρές των τραπεζών και των ταχυδρομείων, στα γήπεδα και στα κέντρα διασκέδασης, πίσω από τα τζάμια των αυτοκινήτων και ίσως, ίσως, εμπρός στον καθρέφτη μας. Είναι μορφές σαν κι εμάς, εδώ και τώρα.

Ξαναδιαβάζω τους στίχους που συζητούμε: «Ανύπαρχτη Πολιτεία, / Μέσα στην καστανή καταχνιά μιας χειμωνιάτικης αυγής, / Χύνουνταν στο γιοφύρι της Λόντρας ένα πλήθος, τόσοι πολλοί, / Δεν το 'χα σκεφτεί πως ο θάνατος είχε ξεκάνει τόσους πολλούς».

Και τώρα τους ακούμε διαβασμένους από τον ίδιο τον Eliot:

«Unreal City, / Under the brown fog of a winter dawn, / A crowd flowed over London Bridge, so many, / I had not thought death had undone so many».

Ας συγκρατήσουμε από την απαγγελία δυο πράγματα. Πρώτον, η φωνή δεν έχει κανένα ίχνος απελπισίας, κατηγορίας, κηρύγματος. Αν έχει κάτι, θα 'λεγα έναν τόνο ήσυχης απορίας, σιγαλού θαυμασμού, πως έτσι είναι. Δεύτερον, ο τονισμός του «unreal» στην αρχή και του «undone» στο τέλος. Και οι δυο λέξεις προσδιορίζονται από το «un->>, κάτι σαν το δικό μας στερητικό άλφα που στον πρώτο στίχο χαρακτηρίζει την πόλη τη στερούμενη πραγματικότητας.

Τι προκαλεί τη στέρηση της πραγματικότητας; O θάνατος. Εκείνος ο θάνατος που un-does, ξε-κάνει, αποστερεί ακριβώς το «κάμωμα», την πραγμάτωση.

Πώς συμβαίνει αυτός ο θάνατος; Στη Θεία Κωμωδία εκείνοι που πέθαναν αυτόν το θάνατο είναι όσοι «από δειλία έκαμαν τη μεγάλη άρνηση».

Η «μεγάλη άρνηση» είναι η στάση του «ούτε.. .ούτε» που συναντήσαμε ήδη. Η άλλη όψη της είναι το «και ναι και όχι», όπου ούτε το ναι είναι πραγματικό «ναι» ούτε το όχι πραγματικό «όχι». Ας το αναλογιστεί περισσότερο ο καθένας για τον εαυτό του. Εδώ αρκεί να τονιστεί πως δεν πρόκειται για αμαρτία, για αδυναμία χαρακτήρα ή, στην τρέχουσα ψυχολογική γλώσσα, για «πρόβλημα». Πρόκειται για ανθρώπινη μοίρα. Η ανάγνωση του Έλιοτ μας καλεί να την αναγνωρίσουμε και να την παραδεχτούμε.

Δεν είναι απλό. Και δεν είναι απλό γιατί καταρχήν μοιάζει να μην είναι απόλυτο. Σε κάποιες συναντήσεις, σε κάποιες ώρες μοιάζει να γινόμαστε πραγματικοί κι η χώρα μας δεν είναι έρημη. Το λέω και μου έρχεται κατευθείαν στο νου μια φράση του Νίτσε: «Η έρημος μεγαλώνει. Αλίμονο σ' αυτόν που μέσα του κρύβει έρημους». Δεν είναι ανατριχιαστικά αυτά τα λόγια; Κι αυτός που ανατριχιάζει δεν έχει ήδη ομολογήσει πως τον άγγιξαν βαθιά; Δεν έχει ήδη ομολογήσει πως μέσα του «κρύβει έρημους»;

Κι αυτοί που δεν ανατριχιάζουν; Ένας είναι ο κύριος Ευγενίδης. Τον συναντούμε στην Έρημη Χώρα το μεσημέρι (στ. 207-214):

Ανύπαρχτη Πολιτεία

Μέσα στην καστανή καταχνιά ενός χειμωνιάτικου μεσημεριού

Ο Σμυρνιός έμπορας, κύριος Ευγενίδης

Αξούριστος, με την τσέπη γεμάτη σταφίδες

Τσιφ Λόντρα: φορτωτικές εν όψει,

Με κάλεσε με τα πρόστυχα του γαλλικά

Για πρόγευμα στο Κάννον Στρητ Οτέλ

Κι έπειτα το Σαββατοκύριακο στο Μετροπόλ.

Ο κύριος Ευγενίδης, λέει ο Έλιοτ σε μια συνάντηση του με τον Σεφέρη, είναι ένα πρόσωπο που γνώρισε τον καιρό που εργαζόταν στο Σίτυ σαν τραπεζικός υπάλληλος στην Lloyds Bank.

«Τσιφ Λόντρα: φορτωτικές εν όψει». «Τσιφ», το αγγλικό «c.i.f.», είναι η συντομογραφία του «cost, insurance, freight» (τιμή, ασφάλεια, ναύλος). Ο Έλιοτ σημειώνει: «Η τιμή της κορινθιακής σταφίδας ήταν "μετά ναύλου και ασφαλείας μέχρι Λονδίνου"». Η φορτωτική κτλ. έπρεπε να παραδοθεί στον αγοραστή αμέσως μετά την πληρωμή του εν όψει γραμματίου».

Ο Σεφέρης μας πληροφορεί ακόμα:

To Cannon Street Hotel ήταν την εποχή εκείνη ένα βολικό μέρος συναντήσεων για τους ξένους εμπόρους με Άγγλους συναδέλφους, γιατί βρισκότανε στο κέντρο του Σίτυ και στο τέρμα μιας αρτηρίας της ηπειρωτικής Ευρώπης. Από τότε έχασε τη σημασία του. Το Μέτροπολ, ένα από τα κυριότερα ξενοδοχεία πολυτελείας του Μπράιτον. Το χρησιμοποιούσαν πολύ για διασκεδάσεις οι πλούσιοι επιχειρηματίες. Δεν είναι ξενοδοχείο «δι' οικογενείας».

Πάλι: «Ανύπαρχτη Πολιτεία / Μέσα στην καστανή καταχνιά ενός χειμωνιάτικου μεσημεριού / O Σμυρνιός έμπορας, κύριος Ευγενίδης / Αξούριστος, με την τσέπη γεμάτη σταφίδες / Τσιφ Λόντρα: φορτωτικές εν όψει, / Με κάλεσε με τα πρόστυχα του γαλλικά / Για πρόγευμα στο Κάννον Στρητ Οτέλ / Κι έπειτα το Σαββατοκύριακο στο Μετροπόλ».

Και ο Έλιοτ:

«Unreal City / Under the brown fog of a winter noon / Mr. Eugenides, the Smyrna merchant / Unshaven, with a pocket full of currants / C.L.f. London: documents at sight, / Asked me in demotic French / To luncheon at the Cannon Street Hotel / Followed by a weekend at the Metropole».

Όπως και στο προηγούμενο απόσπασμα η ενότητα ξεκινά με το στίχο «Unreal City». Από την ανάγνωση του Έλιοτ τείνω να τον ακούσω περισσότερο στην ονομαστική πτώση και λιγότερο στην κλητική. Και η μικρή παύση που ακολουθεί θα μπορούσε ν' αποδοθεί με μια αδιόρατη άνω κάτω τελεία, δηλαδή: Στο πλήθος στη γέφυρα του Λονδίνου, στον κύριο Ευγενίδη μιλά η πόλη, η μη πραγματική πόλη, η ανύπαρχτη.

Τώρα, σε αντίθεση με τη σχεδόν ονειρική σκηνή του πλήθους στη γέφυρα, έχουμε τη σχεδόν πεζή περιγραφή μιας συνάντησης του Σμυρνιού εμπόρου με το πρόσωπο που μιλά ο Mr. Eugenides:

Το όνομα λέγεται με ιδιαίτερη έμφαση, με στόμφο, ο κύριος Ευγενίδης εισάγεται φαντασμαγορικά, αναδύεται μέσα από την καστανή καταχνιά του χειμωνιάτικου μεσημεριού μονόφθαλμος, όπως γράφει ο Έλιοτ στις «Σημειώσεις», αξούριστος, η τσέπη φουσκωμένη σταφίδες, στο χέρι φορτωτικές, προφανώς η συνάντηση είναι για τις δουλειές του, σχεδόν τον βλέπουμε να μπαίνει και να μπουκώνει το μικρό δωμάτιο του τραπεζικού υπάλληλου, να κάθεται απέναντι του και ν' απλώνει το σώμα και τα χέρια του πάνω στο γραφείο μασουλώντας σταφίδες και να προσφέρει και σ' αυτόν μια χούφτα με τα κολλώδη του δάχτυλα.

Οπωσδήποτε το όνομα δεν είναι τυχαίο. O κύριος Ευγενίδης εκπροσωπεί την ευγένεια - εξ αποκλεισμού. Με μια λέξη, αυτό που τον καθορίζει είναι η χυδαιότητα. Η λέξη ας ακουστεί κυριολεκτικά. «Χύδην» είναι αυτό που λέμε «χύμα», όπου τα πάντα συγχέονται στο αδιαφοροποίητο, όπου έχει χαθεί κάθε όριο: «Αξούριστος». Ο κύριος Ευγενίδης δεν ετοιμάστηκε για να βγει απ' το σπίτι του, να συναντήσει ανθρώπους. Σχεδόν όπως σηκώθηκε απ' το κρεβάτι του πήγε στο λιμάνι και κατόπιν στην τράπεζα. Φαντάζομαι και όντως με την τσίμπλα στο μάτι. 'Ύπνος και ξύπνος, μέσα κι έξω, οικείο και ξένο, του είναι το ίδιο. «Με την τσέπη γεμάτη σταφίδες». Η σταφίδα δεν είναι απλά το εμπόρευμα του, είναι ο μόνιμος σύντροφος του, το φυλαχτό του.

Πριν από μερικά χρόνια ο δημοσιογράφος Νίκος Ευαγγελάτος, σε μια συνέντευξη με τον κύριο Μιμίκο από τη γνωστή επιχείρηση ορνιθοτροφείων και συσκευασίας πουλερικών «Μιμίκος», τον ρώτησε τι κρέας τρώει. O κύριος Μιμίκος απάντησε κατηγορηματικά: «Μόνο κοτόπουλο».

Όμως ας γυρίσουμε στον κύριο Ευγενίδη και στις σταφίδες του. Η τσέπη του είναι γεμάτη από δαύτες. Οι σταφίδες δεν είναι καν μέσα σε κάποια σακούλα, τίποτα δεν παρεμβάλλεται ανάμεσα στον κύριο Ευγενίδη και σ' αυτές. Πιστεύω πως ολόκληρος ο κύριος Ευγενίδης μυρίζει σταφίδα, τα ρούχα του, το δέρμα του. Το σώμα του κι οι σταφίδες του είναι ένα.

«Με κάλεσε για πρόγευμα» κτλ. O κύριος Ευγενίδης πάει κατευθείαν στο ψητό. Εκμαυλίζει τον υπαλληλάκο μ' ένα Σαββατοκύριακο μεγάλης ζωής σε κοσμοπολίτικα ξενοδοχεία, με γυναίκες και καλοπέραση - θεωρώντας αυτονόητο πως όλοι, άρα κι ο υπαλληλάκος, λαχταρούν κι ονειρεύονται αυτά που ο ίδιος γεύεται και απολαμβάνει.

Στον κύριο Ευγενίδη δεν υπάρχουν διαφορές. Είναι μια σούπα: ύπνος και ξύπνος, μέσα κι έξω, οικείο και ξένο («αξούριστος...»), δουλειά και σχόλη, ανθρώπινο σώμα κι εμπόρευμα («με την τσέπη γεμάτη σταφίδες...»). Δεν υπάρχει ιδιαιτερότητα και σεβασμός (η ξεδιάντροπη απόπειρα δωροδοκίας), δεν υπάρχει ο πόνος της στέρησης κι η ηδονή της ικανοποίησης (η αγοραία απόλαυση).

O κόσμος του διακατέχεται από το «ούτε.. .ούτε». Τίποτα πάνω του δεν είναι πραγματικό. Ανύπαρχτη Πολιτεία...

Μια στιγμή όμως! Το «ούτε... ούτε» δεν είναι που συναντήσαμε στη γέφυρα του Λονδίνου αλλά κι εδώ, σ' εμάς, όπου δεν υπάρχει κοντά και μακριά, όπου επικοινωνούμε με μια συνθετική φωνή που δεν είναι ούτε ζωντανή ούτε νεκρή; Μήπως ο κύριος Ευγενίδης, ο κύριος Μιμίκος, κι όλοι μας μοιάζουμε μεταξύ μας περισσότερο απ' όσο νομίζουμε; Ας αναλογιστεί ο καθένας τις δικές του σταφίδες και τα δικά του κοτόπουλα.

Το «ούτε.. .ούτε», έχοντας καταλύσει τα όρια και ισοπεδώσει τα πάντα, μας «ξεκάνει», είναι έργο εκείνου του θανάτου που ούτε καν μας θανατώνει πραγματικά αλλά μας κάνει κενούς, κούφιους.

Όμως το κούφιο δεν μπορεί να υφίσταται μόνο του. Χρειάζεται παραγέμισμα. Τρία χρόνια μετά την «Έρημη Χώρα», και μένοντας ακόμα στον κύκλο της, ο Έλιοτ έγραψε ένα ποίημα με τον τίτλο «Οι κούφιοι άνθρωποι». Οι δύο πρώτοι στίχοι του, σε μετάφραση του Σεφέρη, είναι οι εξής: «Είμαστε οι κούφιοι άνθρωποι / Είμαστε οι παραγεμισμένοι άνθρωποι». Με τι είμαστε παραγεμισμένοι; Το ακούμε στην αρχή της «Έρημης Χώρας»: «Με θύμηση κι επιθυμία [... ]».

Στη θύμηση είναι προσκολλημένος αυτός που ζει στα περασμένα, όταν, π.χ., ο κόσμος του πατρικού σπιτιού παραμένει καθοριστικός ή όταν κατατρώγεται με τα κακά που «του έκαναν».

Στην επιθυμία είναι προσκολλημένος αυτός που η ζωή του θ' αποκτήσει νόημα με την εκπλήρωση και την ικανοποίηση.

Αυτοί που ζουν με θύμηση κι επιθυμία, δηλαδή αυτοί που τρέφονται μ' εκείνο που δεν είναι πια (θύμηση) κι εκείνο που δεν είναι ακόμα (επιθυμία), δηλαδή λίγο πολύ εμείς όλοι, ζουν με σκιές. Ζουν το δεν είναι και χάνουν αυτό που είναι και στο οποίο βρίσκονται. Χάνουν την πραγματικότητα. Είναι μη πραγματικοί, unreal, ανύπαρχτοι.

Θύμηση κι επιθυμία στοιχειώνουν την απούσα πραγματικότητα, την παραγεμίζουνε με τις σκιές τους. Κι εδώ συνεπικουρούνται από μια αλλοτριωμένη φιλοσοφία και τέχνη και ψυχολογία που τις έχουν αναγορεύσει σε κυρίαρχα στοιχεία της ανθρώπινης φύσης. «Είμαστε οι κούφιοι άνθρωποι / Είμαστε οι παραγεμισμένοι άνθρωποι». Συνήθως δεν το βλέπουμε ή δεν το παραδεχόμαστε. Παριστάνουμε ότι «ζούμε». Σ' εμάς τους υποκριτές αποτείνεται ο ποιητής της Έρημης Χώρας όταν, με λόγια δανεισμένα από τον Μπωντλαίρ, λέει: «You! hypocrite lecteur! - mon semblable - mon frere!» (Συ! υποκριτή αναγνώστη! - όμοιε μου - αδερφέ μου!)

Υπάρχει μια θερμότητα σ' αυτήν την προσφώνηση. O ποιητής δεν μας μιλά αφ' υψηλού. Σημαίνει αυτό πως ταυτίζεται με τον υποκριτή αναγνώστη, πως είναι κι αυτός υποκριτής; Ή μήπως ο αναγνώστης, καθότι υποκριτής, κρύβει κι αυτός μια αλήθεια, μέσα από την οποία είναι όμοιος με τον ποιητή κι αδελφός του; Ή μήπως και τα δυο; Μήπως κάπου είμαστε υποκριτές, σχεδόν χαμένοι ο καθένας στην ατομικότητα των ενθυμήσεων και των επιθυμιών του, και συνάμα κάπου μεταξύ μας όμοιοι κι αδελφοί;

Και ποιο θα ήταν αυτό το «κάπου»; Μήπως η πόλη, που αναφέρθηκε αρχικά σαν δυνατότητα μόνο; Το ερώτημα χρειάζεται ακόμα να περιμένει. Ακόμα είμαστε στην Έρημη Χώρα.

Βραδιάζει. Είναι «η ώρα η μενεξεδιά» (στ. 210). Το πρόσωπο που μιλά δεν βρίσκεται πια στο Λονδίνο αλλά πορεύεται στα βουνά, σε απροσδιόριστο τόπο και χρόνο (στ. 331-334):

Δεν έχει εδώ νερό παρά μονάχα βράχια Βράχια χωρίς νερό κι ο άμμος του δρόμου

Του δρόμου που ξετυλίγεται στα βουνά

Που είναι βραχόβουνα χωρίς νερό

Ας δούμε τι συναντά στην πορεία του (στ. 366-376):

Ποιος είναι αυτός ο ήχος ψηλά στον αέρα

Μουρμούρισμα μητρικού ολολυγμού

Ποιες είναι αυτές οι κουκουλωμένες ορδές που μερμηγκιάζουν

Πάνω σ' ατέλειωτους κάμπους, σκοντάφτοντας στη σκασμένη γης

Ζωσμένες από τον ορίζοντα τον χαμηλό μονάχα

Ποια είναι η πολιτεία πέρα απ' τα βουνά

Σκάζει, ξαναγεννιέται, θρουβαλιάζεται μες στον μενεξεδένιο αέρα

Πύργοι πέφτουν

Ιερουσαλήμ Αθήνα Αλεξάντρεια

Βιέννη Λόντρα

Ανύπαρχτες

Οι στίχοι, σημειώνει ο Έλιοτ, έχουν την αφετηρία τους στο βιβλίο του Hermann Hesse Ματιά στο χάος:

Ήδη η μισή Ευρώπη, ήδη η μισή ανατολική Ευρώπη τουλάχιστον, καθοδόν προς το χάος, προχωρεί μεθυσμένη μέσα σε ιερή παραφροσύνη κατά μήκος του γκρεμού και τραγουδά κιόλας, τραγουδά μεθυσμένα και υμνητικά [...]. O αστός γελά μ' αυτά τα τραγούδια που τον προσβάλλουν, ο άγιος και ο προφήτης τα ακούει με δάκρυα...

Το δειλινό στην Έρημη Χώρα δεν αφορά την ανατολική Ευρώπη του 1920 αλλά απλώνεται σ' όλον τον δυτικό κόσμο, σ' όλες τις εποχές, στις πόλεις που ήταν εκφραστές τους: «Ιερουσαλήμ Αθήνα Αλεξάντρεια / Βιέννη Λόντρα».

Εδώ τα λόγια είναι περισσότερο λόγια ενός άγιου, ενός προφήτη μαινόμενου:

What is that sound high in the air

Murmur of maternal lamentation

Who are those hooded hordes swarming

Over endless plains, stumbling in cracked earth

Ringed by the flat horizon only

What is the city over the mountains

Cracks and reforms and bursts in the violet air

Falling towers

Jerusalem Athens Alexandria

Vienna London

Unreal

Ο προφήτης αντιλαμβάνεται σημάδια που τον συνταράζουν: «Ποιος είναι αυτός ο ήχος... Ποιες είναι αυτές οι ορδές... Ποια είναι η πολιτεία...». Ακούει ψηλά στον αέρα θρήνους μητέρων. Το βλέμμα του χαμηλώνει και στους κάμπους βλέπει ορδές άστεγων και άσκεπων που φτάνουν μέχρι τον ορίζοντα και πιο πέρα βλέπει πόλεις, όχι πόλεις, είναι πάντα μια πόλη, η ίδια πόλη:

Σκάζει, ξαναγεννιέται, θρουβαλιάζεται μες στον μενεξεδένιο αέρα Πύργοι πέφτουν

Ιερουσαλήμ Αθήνα Αλεξάντρεια

Βιέννη Λόντρα

Ανύπαρχτες

Οι πόλεις, κοιτίδες των πολιτισμών που σημάδεψαν τον κόσμο μας, πόλεις που, για να θυμηθούμε τη διατύπωση στην αρχή της σημερινής ομιλίας, στο όνομα τους συναντήθηκαν όλες οι συναντήσεις. Πύργοι που πέφτουν: «Ανύπαρχτες...».

Και σαν αντήχηση, προς το τέλος του ποιήματος, ο στίχος από ένα παιδικό τραγούδι (στ. 426): «Της Λόντρας το γιοφύρι πέφτει, πάει και πέφτει, πάει και πέφτει».

Το τραγούδι αναφέρεται σε πραγματικό γεγονός. Το 1014 σε μια μάχη οι Βίκινγκς έριξαν την τότε ξύλινη γέφυρα. Τα παιδιά το κάναν τραγούδι και το τραγούδι είναι μέχρι σήμερα από τα πιο αγαπητά τους: «London Bridge is falling down falling down falling down».

Τώρα η ανάγνωση του Eliot:

«London Bridge is falling down falling down falling down».

Στην αργή πτώση της λέξης «falling» βλέπουμε την ίδια τη γέφυρα να γκρεμίζεται. Όμως γιατί αναφέρεται η πτώση μιας γέφυρας; Πώς σχετίζεται με την πτώση των πόλεων στο ανύπαρχτο; Θα το δούμε αργότερα.

Επειδή οι πόλεις είναι ανύπαρχτες, δεν υπάρχουν και σπίτια. Έχει κατασκευές μόνο. Δεν υπάρχει στέγη που να στεγάζει, εστία που να συγκεντρώνει μια συνάντηση. Όταν λέμε «σπίτι μου», υποκρινόμαστε. Οι χώροι αυτοί δεν είναι χώροι, δεν μπορούν να χωρέσουν σχεδόν τίποτα. Ο όρος που αποδίδει σήμερα αυτό που έχει καταλάβει τη θέση των ανύπαρχτων πόλεων είναι «πολεοδομικά συγκροτήματα» κατεσπαρμένα επάνω στον πλανήτη «πάνω σ' ατέλειωτους κάμπους».

Πάντως οι πόλεις που ονομάζονται δεν είναι μόνο του σήμερα. Μήπως το ανύπαρχτο τις στοίχειωνε πάντα; Μήπως είναι πλανερά τα έργα κι οι μέρες των παλαιών που ανέδειξαν κι έκαναν περιλάλητες την Ιερουσαλήμ και την Αθήνα και την Αλεξάντρεια, τη Βιέννη και το Λονδίνο; Μήπως η πόλη, ως πόλη, ήταν από πάντα μια χίμαιρα; Η απάντηση δεν είναι απλή. Ας μείνουμε καταρχήν στο ερώτημα και ας το ακούσουμε όπως τίθεται από τον Έλιοτ στο ποίημα «East Coker» από τον κύκλο Τέσσερα Κουαρτέτα:

[...] Μας εξαπάτησαν,

Ή εξαπάτησαν τον εαυτό τους οι γηραιοί με τους ήπιους λόγιους τους,

Κληροδοτώντας μας απλά μια συνταγή απάτης;

Η γαλήνη μόνο εσκεμμένο ύφος,

Η σοφία μόνο γνώση νεκρών μυστικών

Άχρηστη στο σκοτάδι στο οποίο στύλωσαν

Ή απ' το οποίο απόστρεψαν το βλέμμα τους [...]

Λίγο παρακάτω ακολουθεί η απάντηση με τους αινιγματικούς στίχους :

[...] Δεν θέλω ν' ακούω

Για τη σοφία των παλαιών αλλά περισσότερο για την τρέλα τους,

Το φόβο τους του φόβου και τη μανία, το φόβο τους της κατοχής,

Ν' ανήκουν σε άλλον ή σε άλλους ή στον θεό.

Ακόμα δεν είναι η ώρα να συνομιλήσουμε μαζί τους. Καταρχήν ας συγκρατήσουμε το ότι η «Έρημη Χώρα» δεν αναφέρεται μόνο όπως γράφει ο Σεφέρης στη «σημερινή Ευρώπη» ως εποχή παρακμής ούτε «ετοιμάζει το χώμα για ένα διαφορετικό αύριο». Η «Έρημη Χώρα» ονομάζει τον τόπο του ανθρώπου ως ανθρώπου. Όμως και πάλι προτρέχουμε.

Μείναμε στον προφήτη που μας βλέπει «ορδές» που «μερμηγκιάζουν», «ζωσμένες από τον ορίζοντα το χαμηλό μονάχα». Απ' αυτές ανεβαίνει ψηλά ένας ήχος, «μουρμούρισμα μητρικού ολολυγμού». Είναι μια κηδεία, ίδια μ' αυτήν που περνά τη γέφυρα του Λονδίνου, μια όπως διαβάζουμε στο «East Coker», «[...] σιωπηλή κηδεία, / Κανενός κηδεία, γιατί δεν υπάρχει κανείς να ταφεί». Και δεν υπάρχει κανείς αφού στις ανύπαρχτες πόλεις δεν συμβαίνει ούτε ζωή ούτε θάνατος.

«[...] Γιε του ανθρώπου» μας λέει η φωνή που εισάγει στην «Έρημη Χώρα» (στ. 19-22). «Να πεις ή να μαντέψεις δεν μπορείς, γιατί γνωρίζεις μόνο / Μια στοίβα σπασμένες εικόνες, [...]».

«Μια στοίβα σπασμένες εικόνες». Τι έχει σπάσει κι αποσπαστεί απ' αυτές τις εικόνες; Η πραγματικότητα. Το συναντήσαμε με διάφορες μορφές στη στάση του «ούτε.. .ούτε» που μας αδειάζει και μας κάνει «κούφιους» και «παραγεμισμένους».

Ας πούμε πως φτάσαμε μέχρις εδώ, πως στις πολιτείες της Έρημης Χώρας αναγνωρίσαμε τη δική μας και στα πρόσωπα της τον εαυτό μας. Τι αναγνωρίσαμε; Θα μιλήσω για μένα, για τις μέρες που προετοίμαζα την ομιλία και περιδιάβαινα την Έρημη Χώρα. O προφήτης που είχε αναλάβει να μου τη δείξει, το ήξερε ήδη, μου το είχε πει από την αρχή (στ. 30): «[...] θα σου δείξω το φόβο».

Ήταν αλήθεια. Συνάντησα το φόβο. Τον συνάντησα καθώς άρχισα να εγκλιματίζομαι στην Έρημη Χώρα, να τη λέω χώρα μου και ν' ακούω τη λέξη «ανύπαρχτος» να μιλά ευκρινέστερα.

Όμως στο φόβο δεν γνώριζα πια «μια στοίβα σπασμένες εικόνες». Ο ίδιος ο φόβος περισυνέλεγε τα πάντα. Στο φόβο άρχισα να είμαι υπαρχτός. Το «θα σου δείξω το φόβο» σήμαινε: θα σου δείξω τον εαυτό σου. Ποιον εαυτό; Ο στίχος ολόκληρος είναι: «Μέσα σε μια φούχτα σκόνη θα σου δείξω το φόβο».

«Μέσα σε μια φούχτα σκόνη». Η σκόνη είναι το υπαρχτό που μένει όταν οι πόλεις «θρουβαλιάζονται» πέφτοντας στο ανύπαρχτο. Είναι μια σκόνη παμπάλαια. Μας προσπερνά, προσπερνά τους πατέρες των πατέρων μας και απολήγει στο χέρι που πρώτο έμελλε να την κρατήσει στη χούφτα του. Είναι το χέρι της Σίβυλλας.

Στους αρχαίους μύθους η Σίβυλλα είναι όνομα από πολλές προφήτισσες. Για μια απ' αυτές, τη Σίβυλλα της Κύμης στην Καμπάνια της νότιας Ιταλίας, ο Πετρώνιος στο Σατυρικόν γράφει πως ο Απόλλωνας της είχε χαρίσει, μαζί με την προφητική δύναμη, τόσα χρόνια ζωής όσα οι κόκκοι της άμμου που κρατούσε στη χούφτα της. Όμως η Σίβυλλα είχε ξεχάσει να ζητήσει και το δώρο της νιότης. Καθώς γερνούσε, κόνταινε κι αδυνάτιζε όλο και πιο πολύ και τέλος έμοιαζε με τζιτζίκι και την έβαλαν να μένει μέσα σ' ένα καλάθι, στο ιερό του Απόλλωνα. Τα παιδιά τη ρωτούσαν: «Σίβυλλα τι θέλεις;» κι αυτή απαντούσε: «Να πεθάνω θέλω». Τα λόγια της είναι και το μότο της «Έρημης Χώρας»: «Γιατί στην Κύμη είδα με τα ίδια μου τα μάτια τη Σίβυλλα να κρέμεται μέσα σ' ένα καλάθι* κι όταν τα παιδιά τη ρωτούσαν: "Σίβυλλα τι θέλεις;" εκείνη απαντούσε: "να πεθάνω θέλω"».

Κάποτε τα δώρα των θεών είναι περίεργα. Αυτό που ο Απόλλωνας χαρίζει στη Σίβυλλα είναι η παραβίαση των μέτρων. Της χαρίζει μια ζωή τόσο μεγάλη, τόσο υπερτροφική, που απωθεί το θάνατο σ' ένα απώτατο μέλλον, τον κάνει μακρινό και αμελητέο. Βέβαια τα χρόνια που της χαρίζονται είναι σαν τους κόκκους της άμμου: άσημα, άτονα, ομοιόμορφα, έτσι που «καταντά το αύριο σαν αύριο να μην μοιάζει».

Η Σίβυλλα, στο πέρασμα των χρόνων που της χαρίστηκαν, συρρικνώνεται και καταντά η ίδια σχεδόν ένας κόκκος άμμου κι αυτή. Ανύπαρχτη.

Και τα παιδιά, που πιάνει το μάτι τους και δεν ξέρουν να μαζεύουν τη γλώσσα τους, την κοροϊδεύουν για το πάθημα της επαναλαμβάνοντας την αλλοτινή προσφορά του Απόλλωνα «Σίβυλλα, τι θέλεις;», σαν να της λένε «Για να δούμε τι θα πεις τώρα». Κι η αδύναμη, συριστική φωνίτσα που βγαίνει απ' το ζαμουριασμένο ανθρώπινο ζωύφιο δεν θέλει πια τη μακροζωία. Θέλει το μόνο υπαρχτό που μπορεί ακόμα να περιμένει: το θάνατο, που κάποτε προτίμησε να διώξει μακριά της.

Αυτή είναι η ιστορία της χούφτας άμμου. Μας έχει παραδοθεί η άμμος, που με τα χρόνια έγινε στάχτη και την κρατάμε ο καθένας σφιχτά στο χέρι του που ποτέ δεν είναι αρκετά μεγάλο.

Ό,τι πέρασε η Σίβυλλα είναι έκτοτε μοίρα μας. Το δώρο του Απόλλωνα, εκείνο το απλό και πλανερό «Τι θέλεις;» φτάνει έως εμάς. Η αλλόφρονη θέληση για ζωή και περισσότερη ζωή θα κάνει στον καθένα μας τον τραγικό κύκλο της, θα περάσει από την αλλού λιγότερο κι αλλού περισσότερο συγκαλυμμένη μονοτονία και πλήξη και θα γίνει θέληση για θάνατο, αλλού περισσότερο εμφανής κι αλλού λιγότερο.

«Πολλά τα δεινά κούδέν ανθρώπου δεινότερον πέλει» τραγουδά ο χορός στην Αντιγόνη του Σοφοκλή. Μπορεί να μας τυχαίνουν δεινά πάμπολλα, όμως το μεγαλύτερο δεινό είναι ο ίδιος ο άνθρωπος. Αυτό δεν είναι έκφραση απελπισίας. Είναι ένας λόγος που απορεί και θαυμάζει.

Βρισκόμαστε πάντα στην Έρημη Χώρα. Κι εκεί, πάνω στη γέφυρα του Λονδίνου, δίπλα στον κύριο Ευγενίδη, πέρα από τις ορδές στους ατέλειωτους κάμπους είναι πάντα παρών ένας που μας δείχνει τη χώρα μας, τον εαυτό μας. Τον γνωρίσαμε ως τον προφήτη της, όμως δεν τον προσέξαμε ακόμα. Καλείται με πολλά ονόματα, θα δούμε γιατί. O ίδιος συστήνεται ως εξής (στ. 218-219):

«Εγώ ο Τειρεσίας, μολονότι τυφλός, σφύζοντας ανάμεσα σε δυο ζωές, / Γέροντας με γυναικείο στήθος ρυτιδωμένο, [...]»

Η μορφή του, στην οποία σημειώνει ο Έλιοτ «τα δυο φύλα ενώνονται», είναι παρμένη από τις Μεταμορφώσεις του Οβιδίου. Το σχετικό χωρίο είναι το εξής:

[ο Τειρεσίας] ήταν μαθημένος κι από τη μια κι από την άλλη Αφροδίτη. Γιατί σ' ένα πράσινο δάσος είχε χτυπήσει τα σμιγμένα κορμιά δυο μεγάλων φιδιών με το ραβδί του. Άξαφνα, ως θάμα, από άντρας έγινε γυναίκα κι έμεινε έτσι για εφτά φθινόπωρα· πάνω στο όγδοο είδε τα φίδια· και «αν η δύναμη των πληγών σας» είπε «είναι τόσο μεγάλη που ν' αλλάζει το γένος εκείνου που σας λάβωσε, τώρα θα σας ξαναχτυπήσω!» Μόλις τα χτύπησε έρχεται πάλι η πρώτη του μορφή, σαν να ξαναγεννήθηκε.

Αυτός ο Τειρεσίας λοιπόν, γράφει ο Έλιοτ,

μολονότι δεν είναι πραγματικά ένα «πρόσωπο του δράματος», αλλά ένας απλός θεατής, είναι ωστόσο η σημαντικότερη προσωπικότητα του ποιήματος, ενώνοντας όλα τα άλλα πρόσωπα. Όπως ακριβώς ο μονόφθαλμος σταφιδέμπορας γίνεται ένα με τον Φοίνικα Θαλασσινό και ο τελευταίος δεν είναι ολωσδιόλου ξεχωριστός από τον Φερδινάνδο, πρίγκιπα της Νάπολης [όλα τους πρόσωπα της Έρημης Χώρας], έτσι και όλες οι γυναίκες είναι μια γυναίκα και τα δυο φύλα ενώνονται στον Τειρεσία.

Πώς συμβαίνει αυτή η ένωση στην Έρημη Χώρα;

Εγώ ο Τειρεσίας, μολονότι τυφλός, σφύζοντας ανάμεσα σε δυο ζωές, Γέροντας με γυναικείο στήθος ρυτιδωμένο, μπορώ να ιδώ,

Τι βλέπει ο Τειρεσίας; Ακολουθεί η περιγραφή μιας, ας την πούμε, «ερωτικής» συνάντησης (στ. 219-252):

Την ώρα τη μενεξεδιά, την ώρα τη δειλινή που μάχεται

Κατά το γυρισμό και φέρνει τον ναύτη στο λιμάνι από το πέλαγο,

Σπίτι της τη δακτυλογράφο την ώρα του τσαγιού· μαζεύει τ' απομεινάρια του πρωινού της

Ανάβει τη θερμάστρα κι αραδιάζει τρόφιμα από κονσέρβες.

Έξω από το παράθυρο απλωμένα ριψοκίνδυνα

Στεγνώνουνε τα σώρουχά της στου ήλιου τις τελευταίες αχτίνες,

Στοιβαγμένα στο ντιβάνι (τη νύχτα κρεβάτι της)

Κάλτσες, παντούφλες, μεσοφόρια, κορσέδες.

Εγώ ο Τειρεσίας, γέροντας με ρυτιδωμένα βυζιά

Διάκρινα τη σκηνή, και προφήτεψα τα επίλοιπα -

Κι εγώ περίμενα τον αναμενόμενο ξένο.

Εκείνος, νέος όλο σπυριά, καταφτάνει,

Υπάλληλος πρακτορείου μικροεταιρείας,

Με βλέμμα θαρραλέο, κάποιος απ' τους μικρούς

Όπου η αυτοπεποίθηση είναι καθισμένη

Σαν το ψηλό μπραντφορδιανού 'κατομμυριούχου.

Τώρα η στιγμή είναι πρόσφορη, καθώς εικάζει,

Απόφαγε, βαριέται κι είναι κουρασμένη,

Κάνει μια απόπειρα να την μπλέξει σε χάδια

Που εκείνη δεν ποθεί, μήτε αποδοκιμάζει.

Πυρός κι αποφασιστικός, ρίχνεται αμέσως·

Χέρια ερευνητικά δεν συναντούν αντίσταση·

Η ματαιοδοξία του δεν απαιτεί ανταπόκριση,

Και παίρνει για παραδοχή την αδιαφορία.

(Κι εγώ ο Τειρεσίας υπόφερα απ' τα πριν όλα

Που εγίναν στο ίδιο τούτο ντιβάνι ή κρεβάτι·

Εγώ που κάθισα στη Θήβα κάτω απ' τα τείχη

Και περπάτησα ανάμεσα στους χαμηλότερους νεκρούς.)

Δίνει ένα προστατευτικό φιλί,

Και βγαίνει ψάχνοντας τη σκάλα τη σβηστή ...

Εκείνη ρίχνει στον καθρέφτη μια ματιά,

Πως ο εραστής της έφυγε το νιώθει μόλις·

Από το νου της μια άμορφη σκέψη περνά:

«Λοιπόν έγινε ό,τι έγινε: καλά που έχει τελειώσει».

Για να υποψιαστούμε τον Τειρεσία της Έρημης Χώρας χρειάζεται να παραμερίσουμε την έννοια της ταυτότητας του ανθρώπου που περιορίζει τον καθένα σε μία μορφή. O Τειρεσίας δεν είναι μόνο ο «απλός θεατής». O Τειρεσίας ζει κι αυτός τη ζωή της δακτυλογράφου, την αδιάφορη και αμέτοχη, τη συγκαταβατική, το «έγινε ό,τι έγινε», με μόνο υπόλειμμα ανάσας το «καλά που έχει τελειώσει». Ο Τειρεσίας ζει κι αυτός τη ζωή του ματαιόδοξου νεαρού υπάλληλου, την επίσης αδιάφορη και αμέτοχη μέσα στο διεστραμμένο του εγωισμό, το θράσος και τον τσαμπουκά «που δεν απαιτεί ανταπόκριση».

Ας αναλογιστούμε με το χέρι στην καρδιά μήπως λόγια και έργα της δακτυλογράφου και του μικρού υπαλλήλου είναι λόγια και έργα δικά μας· μήπως αυτοί ζουν τη ζωή μας κι εμείς τη δική τους. Μήπως τα πρόσωπα μας είναι ένα πρόσωπο. Μήπως αυτή η πρωτογενής μας συμβίωση είναι η πόλη μας, που είναι η κάθε πόλη: ανύπαρχτη.

«Μέσα σε μια φούχτα σκόνη θα σου δείξω το φόβο» μας είπε ο Τειρεσίας. Ποιους εμάς; Αυτούς που «από δειλία έκαμαν τη μεγάλη άρνηση» και χάθηκαν στο «ούτε.. .ούτε».

Μέσα σε μια φούχτα σκόνη μας μιλά το ανύπαρχτο της ζωής μας. Η δειλία δεν θέλει να το βλέπει. O φόβος το αντικρίζει, όμως δεν το αναλαμβάνει σαν δικό του.

O Τειρεσίας το αναλαμβάνει και το υποφέρει εν ονόματι όλων μας και εξ ονόματος όλων μας.

Στη μορφή του, γράφει ο Έλιοτ, ενώνονται όλα τα πρόσωπα της Έρημης Χώρας. Ενώνονται διότι αυτός υπο-φέρει, φέρει τον πόνο. Δεν τον εκλαμβάνει ως περιστασιακό γεγονός, δεν τον ψυχολογικοποιεί θεωρώντας τον πρόβλημα προς επίλυση, δεν τον παραμυθίαζει με νοσταλγία των παρελθόντων και με μελλοντικές χίμαιρες. Έτσι ο πόνος δεν είναι διάσπαση, δεν σκίζει τα σωθικά αλλά συγκρατεί τις «σπασμένες εικόνες» μαζί, μας κρατεί συγκεντρωμένους, τους χαμένους «γιους του ανθρώπου», σε έναν τόπο.

Στον Τειρεσία, στον πόνο που λέγεται «Τειρεσίας», η «ανύπαρχτη πολιτεία» ως ανύπαρχτη υπάρχει.

Η δειλία, ο φόβος, ο πόνος απηχούν εκείνο που κάνει τον άνθρωπο να είναι από τα δεινά το «πάντων δεινότατον», όπως ακούσαμε στο χορικό του Σοφοκλή.

Στον Τειρεσία που υποφέρει, η πόλη πραγματώνεται, βρίσκει την κορύφωση της. Και συνάμα ο Τειρεσίας, ως «θεατής», μοιάζει να μην ανήκει στην πόλη. Σ' αυτό το διττό αναφέρεται ο αρχαίος χορός όταν χαρακτηρίζει τον άνθρωπο (στ. 371-372) «ύψίπολις άπολις» ως αυτόν στον οποίο η πόλη κορυφώνεται και συνάμα ως μην ανήκοντα στην πόλη.

Ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος; Για ποιον άνθρωπο γίνεται λόγος; Για εκείνον, συνεχίζει ο χορός,«[...] ότω το μη καλόν / ξύνεστι

Στον άνθρωπο ξύνεστι, ανήκει στο είναι του, το μη καλόν. Αυτό δεν πρέπει ν' ακουστεί ηθικολογικά. Για τον Σοφοκλή και την εποχή του το μη καλόν είναι στη γλώσσα της Έρημης Χώρας το μη πραγματικό. Στον άνθρωπο ανήκει να παίρνει, καθοδόν προς το πραγματικό, το δρόμο του μη πραγματικού. Και τούτο το κάνει «[...] τόλμας χάριν» (για χάρη της τόλμης).

Εδώ η τόλμα, η τόλμη, δεν χαρακτηρίζει μια περιστασιακή επιλογή και συμπεριφορά αλλά την εσώτατη φύση του ανθρώπου, στον οποίο καταλογίστηκε να βρίσκεται συγχρόνως σε δύο δρόμους, καλύτερα, με μια έκφραση του Χάιντεγκερ, να είναι καθοδόν στο «σταυροδρόμι» όπου διασταυρώνονται το είναι και το μη είναι, ας πούμε: το πραγματικό και το μη πραγματικό, το υπαρχτό και το ανύπαρχτο, εκείνο που τον σώζει κι εκείνο που τον χαλά.

Και το σταυροδρόμι των δρόμων του είναι κι αυτό καθοδόν μαζί του. Παντού και πάντα.

Όμως πού στην Έρημη Χώρα έχει χώρο για το πραγματικό; Αφήσαμε τη δακτυλογράφο με την άμορφη σκέψη: Λοιπόν έγινε ό,τι έγινε, καλά που έχει τελειώσει. Η ιστορία της δεν τελειώνει εδώ. Ακολουθούν τα εξής (στ. 253-256): «Όταν στην τρέλα αφήνεται η ομορφονιά / Μ' αυτόματο χέρι διορθώνει τα μαλλιά / Κι έπειτα βάζει μια πλάκα στο φωνογράφο».

O πρώτος στίχος είναι παρμένος από ένα βιβλίο του 18ου αιώνα, το The Vicar of Wakefield του Goldsmith, όπου έχει το παρακάτω τραγούδι: «Όταν στην τρέλα αφήνεται η ομορφονιά / και βρίσκει πολύ αργά πως οι άντρες απατούν, / ποια μάγια μπορούν ν' απαλύνουν τη μελαγχολία της / ποια τέχνη μπορεί να ξεπλύνει το φταίξιμο της [...]».

Εδώ η «τρέλα» δεν είναι ψυχασθένεια αλλά το άφημα, το κύλισμα σ' έναν άλλο κόσμο. Ηδη στη λέξη «ομορφονιά» η δακτυλογράφος φανερώνεται σ' ένα άλλο φως. Είναι μια άλλη, η παρουσία της έχει πάρει μια λάμψη. Από πού έρχεται αυτός ο κόσμος; Τα μάγια που μπορούν ν' απαλύνουν τη μελαγχολία, η τέχνη που μπορεί να ξεπλύνει το φταίξιμο;

Από τον φωνογράφο βγαίνει το τραγούδι του Άριελ από την Καταίγίδα του Σαίξπηρ (στ. 257): «Σύρθηκε προς εμένα πάνω στα νερά τούτη η μουσική ».

Και αναφωνεί ο προφήτης (στ. 259): «Ω Πολιτεία πολιτεία».

Είναι η μόνη φορά που η πόλη καλείται, η πόλη χωρίς να στοιχειώνεται από το ανύπαρχτο. Μήπως εδώ, στην τρέλα, στην τέχνη, ανοίγεται ο άλλος δρόμος, το υπαρχτό της πόλης;

Υπάρχει «τούτη η μουσική» που σέρνεται «πάνω στα νερά», κατά μήκος του Strand ώς το Queen Victoria Street, και, συνεχίζοντας το δρόμο της, στο Lower Thames Street γίνεται (στ. 261): «Το απαλό γκρίνιασμα ενός μαντολίνου» σ' ένα μπαρ (στ. 263) «Που τεμπελεύουν οι ψαράδες το μεσημέρι».

 

Lower Thames Street.PNG


Η πορεία της μουσικής απολήγει εκεί κοντά, σε μια εκκλησία (στ. 264): «Εκεί που οι τοίχοι του Μάγνου του Μάρτυρα κρατούν / Μια ανεξήγητη λαμπράδα Ιωνικού λευκού και χρυσαφιού».

2875492092_9ac18f2766_z.jpg

Από την εκκλησία, μετά το βομβαρδισμό του Λονδίνου, έμεινε άθικτο το καμπαναριό μόνο και η κρύπτη, που μας δίνει μια υπόνοια αυτής της λαμπράδας, μιας λαμπράδας που έρχεται από μέρη αλλοτινά της Ιωνίας, μέρη του ελληνικού κόσμου.

Το ελληνικό αποδίδεται με δύο χρώματα, το λευκό και το χρυσαφί. Το λευκό στην ουσία δεν είναι χρώμα. Ονομάζει το φωτεινό και καθαρό. Εξ ου και η «διαλεύκανση».

Η λέξη «λευκό» συγγενεύει με το ρήμα «λεύσσω», «βλέπω», το αγγλικό «look». To λατινικό «lucus» είναι το ξέφωτο του δάσους. Η αρχαία ινδική ρίζα «loka-» σημαίνει «ανοιχτός χώρος, κόσμος».

Στο λευκό μιλά ό,τι στη νόηση του Χάιντεγκερ αποκαλείται «Lichtung», το διαύγασμα, όχι ως έννοια ή οντότητα αλλά ως το ελεύθερο μεταξύ, χάρη στο οποίο, π.χ., μπορώ να σας βλέπω και μπορείτε να με βλέπετε, χάρη στο οποίο μπορούμε να συναντιόμαστε ή να μην συναντιόμαστε.

Στο χρυσαφί πάλι ανήκει η λάμψη που κάποτε, για κάποιο βλέμμα, σε κάποια μάτια, κάνει τα πάντα ν' αναλάμπουν στο αντιφέγγισμα της. Ποια μάτια; Τα ανοιχτά, τα πλέρια ανοιχτά για ό,τι βρίσκεται μπροστά τους.

Αυτό είναι το ελληνικό.

Όμως η αναφορά του Έλιοτ στο ελληνικό θα έμενε ένα εξωτερικό στοιχείο, ένα ρομαντικό επιφώνημα, εάν δεν ονόμαζε κάτι που ήδη υπάρχει στην «Έρημη Χώρα» και την καθορίζει. Για αυτό το «κάτι»γράφει ο Σεφέρης: «[...] η ποίηση του Έλιοτ ερχότανε να μου προσφέρει κάτι πολύ βαθύτερο, που δεν μπορούσε να μην συγκινήσει έναν Έλληνα: το στοιχείο της τραγωδίας».

Ο τόπος της ποίησης της «Έρημης Χώρας» δεν είναι ούτε ένα εγώ κλεισμένο στα συναισθήματα και στην υποκειμενικότητα του ούτε μια γλώσσα συμβολική που, σαν τέτοια, εξ ορισμού δεν παίρνει τον εαυτό της στα σοβαρά.

Οι κάτοικοι της είναι συνυφασμένοι με την πόλη. Δεν κρατούν για τον εαυτό τους καμιά εσωτερικότητα. Στον καθένα, στην κάθε πράξη, στην κάθε λέξη πραγματώνεται η πόλη - ακόμα και με τον τρόπο του μη πραγματικού. Και όλα τα πρόσωπα, το είδαμε, συμβιώνουν φερόμενα από τη μορφή του ποιητή-προφήτη, φέροντας τον στη δική τους μορφή.

Τούτο είναι βαθύτατα ελληνικό. Η πόλη, η πόλις, είναι μια ελληνική υπόθεση. Αυτό που τη διαφοροποιεί από τα -ας τα αποκαλέσουμε- «πολεοδομικά συγκροτήματα» άλλων πολιτισμών είναι, γράφει ο Βερνάν, ο λόγος. Όμως ο Βερνάν το εννοεί κοινωνιολογικά. Γι' αυτόν ο λόγος είναι μέσο επικοινωνίας. Μπορεί να είναι έτσι γι' αυτόν και για μας, δεν ήταν όμως για τους αρχαίους στις απαρχές τους.

«Λόγος» δεν σημαίνει απλά «γλώσσα». «Λόγος» θα πει καταρχήν συλλογή, «λέγω» θα πει «συλλέγω». Ο «λόγος» είναι το όνομα για εκείνο το ένα στο οποίο τα πάντα συλλέγονται. Στον ελληνικό κόσμο το εν δεν είναι αριθμός αλλά το ενούν, που ενώνει, που έχει ήδη από πάντα ενώσει και κρατά ενωμένα. Σαν τέτοιο έχει πολλά ονόματα. Ένα απ' αυτά είναι «πόλις», ο τόπος συνάντησης όλων των συναντήσεων.

Η ποίηση της «Έρημης Χώρας» είναι συλλέγων λόγος, καθόσον μιλά εξ ονόματος όλων μας και εν ονόματι όλων μας. Γι' αυτό συγγενεύει με το λόγο της αρχαίας τραγωδίας, μιλά και πάλι ελληνικά, σπασμένα ελληνικά.

Η συλ-λέγουσα δύναμη της καταδεικνύεται ακόμα στην πληθώρα των φωνών που μιλούν με τη δική της φωνή. Ήδη ακούσαμε φωνές του Μπωντλαίρ, του Δάντη, του Έσσε, των παιδιών, του Πετρώνιου και της Σίβυλλας, του Οβίδιου και του Τειρεσία, του Γκόλντσμιθ. Μέτρησα πρόχειρα περισσότερες από σαράντα πέντε τέτοιες φωνές κατεσπαρμένες στους 433 στίχους του ποιήματος.

Μια τρίτη διάσταση του συλλέγοντος λόγου της «Έρημης Χώρας» δίνεται απ' ό,τι ο Σεφέρης αποκαλεί «ιστορικό συναίσθημα του ποιητή». Κανείς βρίσκει τον τηλεφωνητή Πάρκερ πλάι στους Βόλσκους, την κυρία Πόρτερ και τον κύριο Ευγενίδη πλάι στον Τειρεσία ή τον Φοίνικα Φληβά.

Πρόκειται για εκείνο το οποίο ο Σεφέρης επισημαίνει σε μια παράσταση του Καραγκιοζοπαίχτη Σπαθάρη με τον παρακάτω διάλογο ανάμεσα στον Μέγα Αλέξανδρο και τον Καραγκιόζη:

Αλέξαντρος:

Μου είσαι γνωστή φυσιογνωμία, πώς σε λέγουν;

Καραγκιόζης:

Καραγκιόζη, κι εσύ ποιος είσαι;

Αλέξαντρος:

Αλέξανδρος ο Μακεδών.

Καραγκιόζης:

Μπα! Τρόμαξα να σε γνωρίσω!...

Μόνο που εδώ δεν πρόκειται για «συναίσθημα» του ποιητή. Δεν έχουμε να κάνουμε με μια ψυχολογική υπόθεση. Στα έργα της «Έρημης Χώρας», του Καραγκιόζη δεν εκφράζεται ένα συναίσθημα αλλά μια αλήθεια, που πρωτοειπώθηκε στις απαρχές του ελληνισμού και λέει πως τα απόντα είναι τώρα, βεβαίως, παρόντα, ζωντανοί και νεκροί και αγέννητοι: «νύν εστίν όμού πάν».

O Έλιοτ, όπως κάθε μεγάλος, δεν λέει κάτι άλλο, κάτι πρωτότυπο. Ούτε λέει το ίδιο. Λέει το αυτό. Στο ποίημα «Burnt Norton» από τα Τέσσερα Κουαρτέτα γράφει: «O χρόνος ο παρελθών και ο χρόνος ο μέλλων [...] Δείχνουν προς ένα τέλος που είναι πάντα παρόν».

Επειδή τα πάντα είναι, με όμοιο τρόπο, τώρα, θύμηση κι επιθυμία δεν έχουν κανένα νόημα, δεν υπάρχει κανένα κενό να το παραγεμίσουν!

Η «Έρημη Χώρα» είναι ένας από τους σπάνιους λόγους που μπόρεσαν να στεγάσουν το πάν. Αναγνωρίζουμε καθαρότερα την πολύμορφη συλλογή αυτής της ποίησης: Τα πρόσωπα συγκεντρώνονται σε ένα πρόσωπο, η παράδοση συγκεντρώνεται σε ένα έργο, ο χρόνος συγκεντρώνεται σε ένα τώρα.

O λόγος της «Έρημης Χώρας» μιλά ελληνικά, σπασμένα ελληνικά και συνάμα, επειδή μιλά στο δικό μας τώρα, τα μιλάει ελληνικότερα. Η πόλη ως ο τόπος συνάντησης όλων των συναντήσεων πραγματώνεται σ' έναν τέτοιο λόγο. Πραγματώνεται ασύγκριτα πιο πραγματικά απ' ό,τι στα κυβερνητικά μέτρα ή στις εκπομπές υψηλής τηλεθέασης. O τόπος της πόλης, ο τόπος της συνάντησης όλων των συναντήσεων, είναι ο λόγος.

Η ποίηση της Έρημης Χώρας δεν έχει κανένα «νόημα», δεν το απαιτεί, το αποστρέφεται μάλιστα το νόημα ως εκείνη τη διανοητική διαδικασία που θέλει να βγάλει μια «κεντρική ιδέα». Μας καλεί να μην σκεφτόμαστε αλλά να βλέπουμε. O λόγος της συλ-λέγει, συγκεντρώνει και σαρκώνει εμπρός στα μάτια μας παρουσίες. Τους έχουμε εμπρός μας, το πλήθος στη γέφυρα του Λονδίνου, τον κύριο Ευγενίδη, τις ορδές στους ατέλειωτους κάμπους, τη δακτυλογράφο και τον νεαρό υπάλληλο, τη μουσική που σέρνεται πάνω στα νερά.

Κι επειδή ο λόγος της δεν είναι αφηρημένος, είναι πάντα φωνή.

Και η φωνή είναι πάντα ανάσα. Ας την ακούσουμε μια φορά ακόμα, προσέχοντας την επί τούτου στην ανάγνωση των τελευταίων στίχων. Είμαστε εκεί που η «ομορφονιά» βάζει μια πλάκα στο φωνογράφο:

Σύρθηκε προς εμένα πάνω στα νερά τούτη η μουσική»

Και στο μάκρος του Στρανδ ως το Κουήν Βικτώρια Στρητ.

Ω Πολιτεία πολιτεία, μπορώ κάποτε κι ακούω

Πίσω από ένα μπαρ στο Λόουερ Ταιμς Στρητ,

Το απαλό γκρίνιασμα ενός μαντολίνου

Και τη βουή και τους θορύβους εκεί μέσα

Που τεμπελεύουν ψαράδες το μεσημέρι:

Εκεί που οι τοίχοι του Μάγνου του Μάρτυρα κρατούν

Μια ανεξήγητη λαμπράδα ιωνικού λευκού και χρυσαφιού.

Eliot:

This music crept by me upon the waters»

And along the Strand, up Queen Victoria Street.

O City city, I can sometimes hear

Beside a public bar in Lower Thames Street,

The pleasant whining of a mandoline

And a clatter and a chatter from within

Where fishmen lounge at noon: where the walls

Of Magnus Martyr hold

Inexplicable splendour of Ionian white and gold.

Ο Έλιοτ δεν ήταν ευχαριστημένος απ' αυτήν την ανάγνωση. Την έβρισκε «αποτυχημένη, υπερβολικά βαριά», είπε κάποτε στον Σεφέρη. Περισσότερο τον ικανοποιούσε η ηχογράφηση των Τεσσάρων Κουαρτέτων. Αυτό που αναζητούσε θα το δούμε στο παράδειγμα του αποσπάσματος από το «East Coker» που ακούσαμε και που θα μας απασχολήσει και πάλι. Σας θυμίζω πρώτα την ελληνική μετάφραση: «[...] Δεν θέλω ν' ακούω / Για τη σοφία των παλαιών αλλά περισσότερο για την τρέλα τους, / Το φόβο τους του φόβου και τη μανία, το φόβο τους της κατοχής, /Ν' ανήκουν σε άλλον ή σε άλλους ή στον θεό».

Και τώρα με τη φωνή του Έλιοτ:

«[...] Do not let me hear / Of the wisdom of old men, but rather of their folly, / Their fear of fear and frenzy, their fear of possession, / Of belonging to another, or to others, or to God».

O Έλιοτ δεν απαγγέλλει το ποίημα. Δεν βάζει τίποτα δικό του στις λέξεις, ούτε έμφαση ούτε συναίσθημα, τις αφήνει να μιλήσουν οι ίδιες. Δεν απαγγέλλει το ποίημα. Το λέει.

Ακριβώς αυτό ζητά ο μουσικολόγος Θρασύβουλος Γεωργιάδης, στον οποίο οφείλουμε τις βασικές ενοράσεις στην αρχαία μουσική, για τα Λίντερ του Σούμπερτ που, όπως η «Έρημη Χώρα», είναι έργα υποχρεωμένα στο πραγματικό: Δεν πρέπει να τραγουδιούνται, τονίζει ο Γεωργιάδης, αλλά να λέγονται. Αυτό θα πει πως, τόσο στην ποίηση του Έλιοτ όσο και στο τραγούδι του Σούμπερτ, δεν αρμόζει στον ερμηνευτή ν' αναλαμβάνει αυτός την ερμηνεία αλλά χρειάζεται, απαιτείται, ν' αφήνει τις λέξεις να μιλήσουν οι ίδιες, αυτές τούτες να πουν το λόγο που έχουν να πουν, να τραγουδήσουν τη μουσική που έχουν να τραγουδήσουν.

O ερμηνευτής πρέπει να απο-προσωποποιείται χάριν αυτού που καλείται να ερμηνεύσει. Εδώ βρίσκεται ο ουσιαστικός λόγος του προσωπείου, της μάσκας που χρησιμοποιείται στο αρχαίο θέατρο.

O Έλιοτ γράφει σ' ένα δοκίμιο: «Η πρόοδος του καλλιτέχνη είναι μια διαρκής αυτοθυσία, μια διαρκής απόσβεση της προσωπικότητας».

Μόνο στην «αυτοθυσία», εκεί που ο «εαυτός» ως μεμονωμένο άτομο αναγνωρίζεται ως ανύπαρχτος κι εγκαταλείπεται, εκεί που «σ' ένα πρόσωπο ενώνονται όλα τα πρόσωπα», είναι ο λόγος πραγματικός, δηλαδή κοινός, όπως αυτός του προφήτη της Έρημης Χώρας που ζει και μιλά στο όνομα όλων μας.

Στην προμετωπίδα των Τεσσάρων Κουαρτέτων ο Έλιοτ τοποθέτησε ένα απόσπασμα του Ηράκλειτου: «του λόγου δ' έόντος ξυνού ζώουσιν οι πολλοί ώς / ιδίαν έχοντες φρόνησιν».

Ενώ ο λόγος είναι κοινός, οι πολλοί ζουν σαν να 'χαν τη δική τους ιδιαίτερη φρόνησιν, ζουν ιδιό-τροπα, ξεκομμένοι, γνωρίζουν μόνο «μια στοίβα σπασμένες εικόνες».

Η «αυτοθυσία» που ανήκει στον κοινό λόγο εκφράζεται σ' ένα άλλο απόσπασμα που αρχίζει ως εξής: «ουκ έμού, άλλά τού λόγου άκούσαντας [...]» (όχι ακούοντας εμένα αλλά το λόγο).

Ποιος είναι αυτός ο λόγος ο μη εκπορευόμενος από ένα εγώ, ο ευρισκόμενος, με μια έκφραση του Πάουλ Τσελάν, «πέραν των ανθρώπων»;

Ποιος είναι ο ελληνικός λόγος;

Ακολουθώντας τον Θρασύβουλο Γεωργιάδη θα δοκιμάσουμε να τον πλησιάσουμε μέσα από ένα παράδειγμα. Προηγουμένως ακούσαμε δυο στίχους από το χορικό του Σοφοκλή:«ύψίπολις άπολις ότω το μη καλόν / ξύνεστι τόλμας χάριν».

Το διάβασα και το ακούσατε όπως διαβάζουμε κι ακούμε ένα σημερινό κείμενο, απλά δυσκολότερο γιατί τα αρχαία δεν είναι πλέον η γλώσσα που μιλάμε και καταλαβαίνουμε αβίαστα. Και πάλι το πράγμα θεωρούμε πως διορθώνεται με μια μετάφραση:

«[O άνθρωπος:] η κορύφωση της πόλης, ο δίχως πόλη, στον οποίο το μη καλό / συνυπάρχει χάρη στην τόλμη».

Αυτό δεν είναι ούτε νέα ελληνικά ούτε αρχαία ελληνικά. Η ανάγνωση μας είναι ένα «ούτε.. .ούτε»: Το παρόν της γλώσσας της δεν είναι πραγματικό παρόν και το παρελθόν της, στο οποίο ανήκει, δεν είναι πραγματικό παρελθόν. Εχουμε και πάλι χαθεί στο ανύπαρχτο.

Οι στίχοι δεν λέγονταν και δεν ακούγονταν έτσι. O τονισμός των λέξεων δεν υπήρχε. Δεν υπήρχαν καν λέξεις χωριστές μεταξύ τους. Οι συλλαβές διακρίνονταν σε βραχείες και σε μακρές όπου, εκτός από τον ομηρικό στίχο, οι μακρές διαρκούσαν διπλάσιο χρόνο από τις βραχείες. Αυτά είναι που γνωρίζουμε ακόμα. Υπάρχουν και άλλα που δεν γνωρίζουμε.

Αν δοκιμάσουμε να εφαρμόσουμε αυτά που γνωρίζουμε, οι στίχοι μας θα πρέπει να ειπωθούν ως εξής: [Πλάγια: μακρά συλλαβή. Κανονικά: βραχεία συλλαβή.]

υ ψι πο λις α πο λις ο τωι το μη κα λον

ξυν ε στι τολ μας χα ριν

Μια φορά ακόμα:

υ ψι πο λις α πο λις ο τωι το μη κα λον

ξυν ε στι τολ μας χα ριν

Καταρχήν παρατηρούμε ότι αυτός ο λόγος, με την εναλλαγή μακρών και βραχειών συλλαβών έχει από μόνος του ένα ρυθμό: Ήδη η ανάγνωση του είναι μουσική. Κι ακόμα οι λεγόμενοι πόδες, οι ρυθμικές ενότητες που προκύπτουν κάθε φορά από τη συμπαράθεση δύο, τριών ή περισσότερων συλλαβών (στο χορικό: κρητικός, ίαμβος), αφορούν πράγματι το πόδι του υποκριτή και με τη θέσιν και την άρσιν, στις οποίες ο κάθε πους-χωρίζεται, έχουν ήδη ορίσει τη βασική «χορογραφία», πότε το πόδι τοποθετείται στο έδαφος, θέσις, και πότε αίρεται, άρσις.

O λόγος της αρχαίας μουσικής από μόνος του κρατεί περισυλλεγμένα, δεμένα εξαρχής μεταξύ τους, αυτά που για μας είναι πεζός λόγος, πρόζα, ποίηση, μουσική, χορός.

υ ψι πο λις α πο λις ο τωι το μη κα λον

ξυν ε στι τολ μας χα ριν

Στην αρχαία μουσική δεν μπορεί κανείς να τονίσει τα λεγόμενα, δεν μπορεί να τα χρωματίσει υποκειμενικά επιμηκύνοντας ή συντομεύοντας τις συλλαβές, δεν μπορεί ο ίδιος να τα μελοποιήσει ή να τα χορέψει διαφορετικά από τον τρόπο τον οποίο ο ίδιος ο λόγος τους επιβάλλει. Γεωργιάδης: «Η λέξη στην αρχαία μουσική διήγε έναν από την ανθρώπινη ικανότητα του λόγου ανεξάρτητο βίο, κατεδείκνυε μια δική της υπόσταση, η οποία ούτως ειπείν συναπαντούσε τον Έλληνα αφεαυτής. O Έλληνας πρέπει να είχε την αίσθηση ότι δεν είναι ο άνθρωπος αυτός ο οποίος ονομάζει τα πράγματα αλλά ότι τα πράγματα, ηχώντας καθαυτά, δηλώνονται τα ίδια στην υπόσταση τους».

O λόγος είναι απ-άνθρωπος. Ένας μακρινός απόηχος του είναι που κάνει την απαγγελία του Έλιοτ να μην είναι «απαγγελία», τα Λίντερ του Σούμπερτ να μην είναι «τραγούδια».

Μια φορά ακόμα:

υ ψι πο λις α πο λις ο τωι το μη κα λον

ξυν ε στι τολ μας χα ριν

Όταν ακούμε τον αρχαίο λόγο, δεν έχουμε τη δυνατότητα να παρακολουθήσουμε τα λεγόμενα λέξη προς λέξη, δεν μας δίνεται ο χρόνος, το περιθώριο να τα αναπαραστήσουμε στο νου μας και να τα σκεφτούμε, δεν μας επιτρέπεται μια απόσταση για να συλλάβουμε το νόημα τους όπως έχουμε συνηθίσει. Γράφει ο Γεωργιάδης:

Είναι κανείς αναγκασμένος να προχωρεί βήμα βήμα από στοιχείο σε στοιχείο. Δεν μπορεί να εποπτεύσει το ρυθμό αλλά πρέπει να πατάει σταθερά επάνω στο χώμα. Ναι, πρέπει να κολλήσει στο χώμα και να εκτελεί κάθε σχήμα όπως προβάλλει.

Στην αρχαία μουσική «μιλώ» και «ακούω» είναι άλλο από το δικό μας και άλλη είναι η σχέση ομιλούντος και ακουόντων. Γεωργιάδης:

Το υποκείμενο έπρεπε να συμμετέχει ενεργά, όχι μόνο ως ομιλούν αλλά επίσης ως ακούον. Και τα δύο μέρη έπρεπε να διαθέτουν την ίδια πνευματική δραστηριότητα. Όμως αυτό έχει μεγάλη σημασία: Η ελληνική γλώσσα, ο ελληνικός στίχος, προϋποθέτουν μια κοινωνία και έχουν μια κοινωνικοποιό δύναμη η οποία σήμερα είναι αδιανόητη. O σήμερα οπωσδήποτε δυνατός διαχωρισμός ενεργητικών ομιλητών και παθητικών ακροατών στην ελληνική κοινωνία ήταν αδιανόητος. Σ' εκείνη την κοινότητα, η οποία ήταν φορέας του ελληνικού στίχου, δεν μπορούσε να υπάρχει ένας ηγέτης-μάγος και μια τυφλή μάζα. Τα πάντα παρευρίσκονταν ενεργά. Τα πάντα συμμετείχαν με τον εναργέστατο πνευματικό αυθορμητισμό σ' εκείνον τον σωματικά παγιωμένο, άκαμπτο νοηματικό φορέα τον οποίο ονομάζουμε ελληνικό στίχο.

Ο έμπρακτος λόγος πραγματώνει την πόλη ως τον τόπο συνάντησης όλων των συναντήσεων συλλέγοντας (Γεωργιάδης) μια κοινότητα στο όνομα του πραγματικού.

Στον έμπρακτο λόγον η πόλις γίνεται υπαρχτή. Υπάρχει στην πράξη του λόγου. Τούτο θα πει: Η πόλις χρειάζεται τον πράττοντα άνθρωπο, χρειάζεται την πράξη της ομιλίας και του ακούσματος ή αντίστροφα ο άνθρωπος είναι χρεωμένος την πραγμάτωση της πόλεως. Η πόλις είναι χρέος. Κάθε στιγμή κερδίζεται με το μέλημα για το χρέος και κάθε στιγμή χάνεται με την παραμέληση του.

Σήμερα ο λόγος περί «χρέους» ακούγεται παλιομοδίτικος και φθαρμένος. Σήμερα, λέμε, ο άνθρωπος έχει «ανάγκες» που απαιτούν την ικανοποίηση τους. Ας το δούμε, έστω και με την απαραίτητη συντομία, προσεκτικότερα.

Μια «ανάγκη» είναι, π.χ., η πείνα. Τι μου συμβαίνει όταν λέω φωναχτά ή άφωνα «πεινώ»; Εάν παρατηρήσω αυτό που μου συμβαίνει, θα δω πως όταν, π.χ., πηγαίνω στην κουζίνα και τρώω ένα κομμάτι ψωμί δεν έχω μια ανάγκη που την ικανοποιώ. Με έχει μια ανάγκη. Μια ανάγκη με καλεί.

Η ανάγκη είναι κάλεσμα. Καλούμαι από το ψωμί στην κουζίνα. Η ανάγκη δεν είναι ανάγκη «μου», δεν είναι κάτι μέσα μου. Με φέρνει και με κρατεί «έξω» στον κόσμο, στο ψωμί που με καλεί να το φάω και στο οποίο κάλεσμα είναι ανάγκη να ανταποκριθώ.

Η ανταπόκριση σ' αυτό το απρόσωπο «είναι ανάγκη» ονομάζει το ελληνικά εννοημένο «χρέος», το ελληνικό «χρή».

Η πόλις είναι ανάγκη. Είναι χρέος για τη συνάντηση. Μια σημερινή ανταπόκριση προς αυτό είναι και η ποίηση που επιγράφεται «Έρημη Χώρα».

O Σεφέρης, κλείνοντας την ομιλία του στη Στοκχόλμη κατά την τελετή της απονομής του βραβείου Νόμπελ, είπε: «Πρέπει ν' αναζητήσουμε τον άνθρωπο, όπου και να βρίσκεται».

Σ' αυτό το «πρέπει» μιλά σε ελληνικούς όρους το μέλημα για την πόλη, εκφράζεται το χρέος απέναντι στη συνάντηση, στη συνομιλία.

Εδώ δεν πρόκειται για περιστασιακές συνομιλίες. Ένας στίχος του Χαίλντερλιν λέει: «[...] είμαστε μια συνομιλία».

Πρέπει ν' αναζητήσουμε τον άνθρωπο διότι σ' αυτήν την αναζήτηση, σ' αυτήν τη συνομιλία παίζεται αυτό που «είμαστε», παίζεται η ίδια η ύπαρξη μας.

Μια έκφραση του χρέους είναι και η συνομιλία η ζητούμενη στο δρόμο αυτού που λέγεται «ψυχανάλυση». Πρόσφατα το εξέφρασε μια γυναίκα μιλώντας εξ ονόματος του καθένα ο οποίος αναζητεί τον άνθρωπο, δηλαδή τον εαυτό του, σ' αυτόν το δρόμο. Μου είπε κατά λέξη:

- Όταν φεύγω χωρίς να σας μιλήσω δεν ξέρω πού να πάω, δεν ξέρω πού ανήκω, αν ανήκω πουθενά ή όχι, δηλαδή αν είμαι ζωντανή ή πεθαμένη.

Θυμόμαστε τους ανύπαρχτους ανθρώπους της Έρημης Χώρας που κινούνται αφασικά, ο καθένας στον κόσμο του, παλινωδώντας στο «ούτε...ούτε», μήτε ζωντανοί μήτε πεθαμένοι.

Η ψυχανάλυση δεν είναι πρωταρχικά θεωρία και μέθοδος για τη θεραπεία ψυχικών προβλημάτων αλλά αφύπνιση στο χρέος. Στο χρέος μιας «αυτοθυσίας» όπου εκείνο που θέλω να είμαι (Σίβυλλα) υποχωρεί εμπρός σ' αυτό που αληθινά είμαι.

Η ψυχανάλυση είναι κάθε άλλο από ατομική υπόθεση. Και σ' αυτήν τη συνάντηση, τη ζητούμενη συνάντηση, επίσης διακυβεύεται η πόλη, σώζεται και χάνεται.

Θα πρέπει στο μεταξύ να έγινε καθαρό ότι η πόλη δεν είναι κάποιο πράγμα, ένα αντικείμενο που υφίσταται και που εμείς έχουμε το πολύ να διαχειριστούμε τα θέματα της. Όπως λέει ο Σωκράτης στην Απολογία του, εδώ δεν πρόκειται για «τά της πόλεως» αλλά για την «πόλιν». Κι αυτός αναζήτησε τον άνθρωπο. Δίχως αυτόν και την αυτοθυσία του η Αθήνα ως πόλις είναι αδιανόητη.

Η πόλη ως πόλη γίνεται ένα υπαρχτό, πραγματικό, στην πράξη. Και πάλι η εκάστοτε πράξη, π.χ., ο λόγος της «Έρημης Χώρας», συνιστά μόνο μία πραγμάτωση της πόλης, στον τόπο και στο χρόνο που μας μιλά και τον ακούμε. Η πόλη δεν εξαντλείται σ' αυτήν.

Η πόλη ως πόλη είναι ένα αφανές, όπως, π.χ., ένα μουσικό κομμάτι σε νότες, που γίνεται πραγματικό μόνο στην εκτέλεση του, και που ποτέ δεν εξαντλείται σ' αυτήν τη μία εκτέλεση.

Για αυτό το αφανές οι αρχαίοι είχαν επίσης πολλά ονόματα. Ένα, την επισήμανση του οποίου οφείλουμε στον Θρασύβουλο Γεωργιάδη, είναι η λέξη «νόμος».

Τότε ο νόμος δεν απαιτούσε την τυφλή υπακοή και συμμόρφωση. Ο νόμος, που τότε αφορούσε τα πάντα, από το κελάηδισμα των πουλιών και τη μουσική έως το νομικό, είναι το κάλεσμα το οποίο, με λόγια της Αντιγόνης, «ουδείς ουδέν εξ ότου 'φάνη» (κανείς δεν είδε ποτέ από πού εμφανίστηκε).

Ο νόμος αυτός έχει απο-νεμηθεί στον άνθρωπο, στην ουσίαση του ανθρώπου, και του έχει χρεώσει την ανάγκη της ανταπόκρισης. Και μόνο επειδή ο άνθρωπος είναι ο χρεωμένος, μπορεί, πρέπει κάποτε να αμελεί το χρέος, να παραμένει ανύπαρχτος σε πόλεις ανύπαρχτες.

Ποιος είναι τώρα ο άνθρωπος ο υπαρχτός, ο ανοιχτός για την ανταπόκριση στον νόμον της πόλης;

Όταν στην τρέλα αφήνεται η ομορφονιά

Και πάλι μόνη, βηματίζει απάνω κάτω,

Μ' αυτόματο χέρι διορθώνει τα μαλλιά

Κι έπειτα βάζει μια πλάκα στο φωνογράφο.

«Σύρθηκε προς εμένα πάνω στα νερά τούτη η μουσική»

Και στο μάκρος του Στρανδ ως το Κουην Βικτώρια Στρητ.

Ω Πολιτεία, πολιτεία, μπορώ κάποτε κι ακούω

Πίσω από ένα μπαρ στο Λόουερ Τάιμς Στρητ,

Το απαλό γκρίνιασμα ενός μαντολίνου

Και τη βουή και τους θορύβους εκεί μέσα

Που τεμπελεύουν οι ψαράδες το μεσημέρι:

Εκεί που οι τοίχοι του Μάγνου του Μάρτυρα κρατούν

Μια ανεξήγητη λαμπράδα ιωνικού λευκού και χρυσαφιού.

Στην Έρημη Χώρα η πόλη, η υπαρχτή πόλη, γίνεται ορατή και προσφωνείται όταν έρχεται το άφημα στην τρέλα κι ακούγεται μια μουσική να σέρνεται πάνω στα νερά προς τον προφήτη και κατά μήκος των παρόχθιων δρόμων του Λονδίνου και να φτάνει εκεί -πόσο λάλο είναι στο ποίημα αυτό το «εκεί»!- όπου διατηρείται η παμπάλαια λάμψη.

Είναι η ίδια η πόλις που πραγματώνεται ως συνάντηση και συνομιλία, καθώς σ' αυτήν τη λάμψη η μίζερη δακτυλογράφος για λίγο μεταμορφώνεται σε ομορφονιά και ο Τάμεσης ανταμώνει με τα νερά πάνω στα οποία η μουσική σύρθηκε προς τον Άριελ κι όλα τα νερά ανταμώνουν με τις ακτές της Ιωνίας κι η λάμψη της αρχής συναντά τη λάμψη του τέλους και όλα είναι ένα. Αναλάμπει κόσμος.

Η λέξη μας «κόσμος» έρχεται από το «κοσμέω». Στην ίδια ρίζα ανήκει το «κόσμημα», που λάμπει και στη λάμψη του αναδεικνύεται, γίνεται υπαρχτό ό,τι κοσμείται απ' αυτό.

Η λάμψη της ομορφονιάς που αφήνεται στην τρέλα, όπου η μουσική ξεκινά το δρόμο της, και η λάμψη του ιωνικού λευκού και χρυσαφιού, όπου απολήγει, είναι η ίδια λάμψη.

Λάμψη και μουσική, το δωμάτιο της ομορφονιάς και το μπαρ που τεμπελεύουν ψαράδες και ο οίκος του θεού, η τρέλα και το ιερό συναντιόνται σε έναν τόπο. O δρόμος που τον ορίζει είναι κύκλος, όπου αρχή και τέλος είναι το αυτό. Στον κύκλο διαγράφονται τα όρια του κόσμου, τα όρια της πόλης: Η πόλη είναι υπαρχτή.

Τότε είναι η ζωή, με λόγια του Χαίλντερλιν, «μια κατοικούσα ζωή».

O νόμος-της πόλης, αυτός που χαρίζει στον άνθρωπο τη δυνατότητα μιας κατοίκησης, με λόγια του Χαίλντερλιν και πάλι, λέει: «Με την αξία του και όμως ποιητικά κατοικεί ο άνθρωπος επάνω σ' αυτήν τη γη».

Η φράση δεν μας λέει πλέον κάτι ανοίκειο. Συμπυκνώνει ό,τι γνωρίσαμε ήδη μελετώντας την «Έρημη Χώρα». Το «ποιητικά» ονομάζει την πράξη του λόγου, το έργο της κατοίκησης του ανθρώπου στον κόσμο. Είναι το έργο της ανταπόκρισης στην ανάγκη, στο χρέος, στο κάλεσμα της συνάντησης. Η οποία συνάντηση έχει τον τόπο της όχι σε μια συμπεριφορά αλλά στο λόγο.

Όμως η ανταπόκριση συμβαίνει, είδαμε, στην αυτοθυσία, στην απόσβεση της προσωπικότητας, στην παραίτηση από την ιδιο-τροπία του εγώ, που ποτέ δεν προγραμματίζεται αλλά χαρίζεται, άγνωστο πότε και από πού.

Η ίδια η ίδρυση της πόλεως, η κτίσις, συνιστά ανταπόκριση στο κάλεσμα της συνάντησης. Η συνάντηση χρειάζεται την εμπέδωση στο μεταξύ, που είναι η γέφυρα όλων των γεφυρών. Αυτή η γέφυρα είναι ο τόπος του υπαρχτού, διότι πρώτα μ' αυτήν και μόνο μ' αυτήν γίνονται οι όχθες αυτό που είναι. Η γέφυρα είναι το πρώτο.

Το χτίσιμο της, εκείνο το χτίσιμο που απεργάζεται την ποιητική κατοίκηση του ανθρώπου, απαιτεί την αυτοθυσία. Την ακούμε σ' ένα τραγούδι. Μιλά για το γεφύρι της Άρτας και για όλες τις γέφυρες. Σας το θυμίζω. Είναι η παραλλαγή από την Αγιάσο της Λέσβου:

Σαρανταπέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες

γεφύρι θεμελιώνανε στης Άρτας το ποτάμι.

Ολημερίς εχτίζανε, το βράδυ γκρεμιζόταν.

Μοιρολογούνε μάστοροι και κλαίνε μαθητάδες.

- «Αλίμονο στους κόπους μας, κρίμα στη δούλεψη μας,

ολημερίς να χτίζωμε, το βράδυ να γκρεμιέται!»

Και το στοιχειό 'ποκρίθηκε απ' την δεξιά καμάρα:

«Ά δε στοιχειώσ'τε άθρωπο, τοίχος δε θεμελιώνει

Και μη στοιχειώσ'τε ορφανό, μη ξένο, μη διαβάτη,

παρά του πρωτομάστορα την όμορφη γυναίκα».

Τ' ακούει ο πρωτομάστορας, ραγίζει η καρδιά του.

Με το πουλί παρήγγειλε, με το πουλί τ' αηδόνι

αργά ντυθή, αργά 'λλαχτή, αργά να πά' το γιόμα,

αργά να πά' και να διαβεί της Άρτας το γεφύρι.

Και το πουλί παράκουσε κι αλλιώς επήγε κ' είπε:

«Γοργά ντυθής, γοργά 'λλαχτής, γοργά να πας το γιόμα,

γοργά να πας και να διαβής της Άρτας το γεφύρι».

Νά την και εξεφάνηκε από την άσπρη στράτα.

Την είδ' ο πρωτομάστορας, ραγίζεται η καρδιά του.

- «Ώρα καλή σας, μάστορες κ' εσείς οι μαθητάδες·

μα τι έχει ο πρωτομάστορας κ' είν' 'έτσι χολιασμένος;»

- «Το δαχτυλίδι του 'πέσε στην πρώτη την καμάρα

και ποιος να μπη και ποιος να βγει το δαχτυλίδι νά 'βρη;»

«Εγώ να μπω, εγώ να βγω, το δαχτυλίδι νά 'βρω».

Μηδέ καλά κατέβηκε, μηδέ στην μέση μπήκε.

«Τραύα καλέ την άλυσο, τραύα την αλυσίδα,

όλο τον κόσμο γύρισα και τίποτα δεν ηύρα».

Ένας πιχάει με το μυστρί κι άλλος με τον ασβέστη,

πιάνει κι ο πρωτομάστορας και ρίχτει μέγα λίθο.

«Τρεις αδερφάδες ήμαστε, κ' οι τρεις κακογραμμένες.

Η μιά 'χτίσε το Δούναβη κ' η άλλη τον Αυλώνα

κ' εγώ η πιο μικρότερη της Άρτας το γεφύρι*

ως πέφτουν τα μαλλάκια μου, να πέφτουν οι διαβάτες».

«Κόρη, τον λόγον άλλαξε κι άλλη κατάρα δώσε

κ' έεις αδερφό στην ξενιτειά, μη λάχη και περάση».

«Σίδερο η καρδούλα μου, σίδερο το γεφύρι·

σίδερο τα μαλλάκια μου, σίδερο κ' οι διαβάτες».

Στο κάλεσμα του χρέους η καρδιά του πρωτομάστορα ραγίζει, θέλει όσο μπορεί να το αναβάλει, μηνάει στη γυναίκα του ν' αργήσει, να καθυστερήσει. Όμως σ' αυτήν φτάνουν τα λόγια που πρέπει, όχι αυτά που ο πρωτομάστορας θέλει.

Και η γυναίκα, που κατεβαίνει στην καμάρα, ήδη στα μισά ψυχανεμίζεται τι συμβαίνει, θυμάται τις αδελφές της, νιώθει πως εκεί κάτω δεν είναι η βέρα το δαχτυλίδι αλλά εκείνο που η βέρα συγκεντρώνει, η κοινή τους μοίρα που τελειώνει στα θεμέλια που τάχθηκαν να υπηρετήσουν. Δειλιάζει και ζητά να την ανεβάσουν. Όμως αυτός ο δρόμος δεν έχει γυρισμό.

Το τραγούδι μας θυμίζει πως η αναγκαία αυτοθυσία της ανταπόκρισης στο χρέος, αυτή που στεριώνει το μεταξύ και δρομολογεί μια συνάντηση, ποτέ δεν είναι ελεύθερη επιλογή αλλά μια ανάγκη απ-άνθρωπη που επιβάλλεται εις πείσμα του ανθρώπου και της θέλησης του.

Γράφει σχετικά με το τραγούδι ο επιμελητής της έκδοσης:

Πηγή του άσματος [...], είναι η παλαιά και εις πολλούς λαούς γνωστή δοξασία, ότι διά να στερεωθεί οικοδόμημα τι και να προφυλάσσεται εκ κινδύνων, πρέπει να εγκλεισθεί ζώον εις τα θεμέλια ή τους τοίχους του. Μορφάς της δοξασίας ταύτης αποτελούν τα αναφερόμενα εις αρχαίους ελληνικούς μύθους και βυζαντινός παραδόσεις περί ανθρωποθυσιών κατά την θεμελίωσιν μεγάλων οικοδομημάτων. [...] Υπολείμματα τοιαύτων δοξασιών διασώζονται εισέτι κατά τόπους. Καρφώνουν, π.χ., την σκιάν ανθρώπου διερχομένου εκ κτιζομένης γέφυρας και πιστεύουν ούτω ότι ο καρφωθείς θα αποθάνη αλλά θα στερεωθή το κτίσμα.

Ο επιστήμονας φιλόλογος μιλά για «δοξασίες». Νομίζει πως η πραγματικότητα είναι το ανύπαρχτο των «σπασμένων εικόνων», το ρεαλιστικό που βλέπουμε με τα μάτια μας κι ακούμε με τ' αυτιά μας, τα οποία δεν διαπιστώνουν κανένα πτώμα και κανένα σκελετό στα θεμέλια της γέφυρας.

Δεν γνωρίζει πως ο άνθρωπος ποιητικά κατοικεί επάνω σ' αυτήν τη γη.

Η γέφυρα της Άρτας, η γέφυρα του Λονδίνου, είναι πάντα η ίδια γέφυρα, είναι το μεταξύ που δρομολογεί μια συνάντηση. Γι' αυτό και η γέφυρα είναι ο κατεξοχήν τόπος στον οποίο η πόλη ως συνάντηση όλων των συναντήσεων πραγματώνεται.

Η προς τούτο αναγκαία θυσία, ο νόμος της, πρωτοειπώθηκε στο ούκ έμού του Ηράκλειτου. Μια ευτυχής σημερινή διατύπωση του βρίσκεται στα Τέσσερα Κουαρτέτα. Στο «East Coker» διαβάζουμε:

[...] Για να φτάσεις εκεί,

Να φτάσεις εκεί που είσαι, να 'ρθεις από 'κεί που δεν είσαι,

Πρέπει να πάρεις ένα δρόμο όπου δεν υπάρχει έκσταση.

Για να φτάσεις σ' αυτό που δεν γνωρίζεις

Πρέπει να πάρεις ένα δρόμο που είναι ο δρόμος της άγνοιας

Για να κατέχεις ό,τι δεν κατέχεις

Πρέπει να πάρεις το δρόμο της ανέχειας

Για να φτάσεις σ' αυτό που δεν είσαι

Πρέπει να πάρεις το δρόμο στον οποίο δεν είσαι.

Κι ό,τι δεν γνωρίζεις είναι το μόνο πράγμα που γνωρίζεις

Κι ό,τι κατέχεις είν' αυτό που δεν κατέχεις

Κι εκεί που είσαι είν' εκεί που δεν είσαι.

Η λέξη του Έλιοτ γι' αυτήν τη στάση είναι «humility», ταπεινοσύνη. Προηγουμένως λέχθηκε:

[...] Δεν θέλω ν' ακούω

Για τη σοφία των παλαιών αλλά περισσότερο για την τρέλα τους,

Το φόβο τους του φόβου και τη μανία, το φόβο τους της κατοχής,

Ν' ανήκουν σε άλλον ή σε άλλους ή στον θεό.

Η τρέλα της ομορφονιάς και η τρέλα των παλαιών, η τρέλα του πρωτομάστορα και η τρέλα της γυναίκας του είναι πάντα η ίδια, είναι η τρέλα του ουκ έμοΰ, ίσως το άλλο πρόσωπο κάθε τρέλας, είναι η τρέλα που υποφέρεται και αναλαμβάνεται, και πού αποσπά τον άνθρωπο από κεί που «ανήκει» κι απ' αυτό που «κατέχει».

Ποια δύναμη είναι αυτή που τον αποσπά;

O φόβος του, όμως όχι ο φόβος που τρέπει στη φυγή, όχι η δειλία του «ούτε...ούτε» που υποκρίνεται. Είναι ο «φόβος» αυτού «του φόβου», είναι ο φόβος πως κανείς δειλιάζοντας και αποποιούμενος τον εαυτό του, αφήνοντας τον σε μια ξένη κατοχή, να ανήκει «σε άλλον ή σε άλλους ή στον θεό», χάνει τον εαυτό του, γίνεται ανύπαρχτος.

Οι μεγάλοι δεν είναι ήρωες. Είναι αυτοί που φοβούνται περισσότερο. Στο φόβο της ανυπαρξίας τους πιάνει μια μανία που δεν τους αφήνει να κουρνιάζουν στη δειλία του «ούτε...ούτε». Αυτόν το φόβο μας δείχνει ο προφήτης «μέσα σε μια χούφτα σκόνη».

Τώρα διακρίνουμε καθαρότερα τι μπορούν να σημαίνουν οι στίχοι

[...] Μας εξαπάτησαν, Ή εξαπάτησαν τον εαυτό τους οι γηραιοί με τους ήπιους λόγους

τους,

Κληροδοτώντας μας απλά μια συνταγή απάτης;

Η γαλήνη μόνο εσκεμμένο ύφος,

Η σοφία μόνο γνώση νεκρών μυστικών

Άχρηστη στο σκοτάδι στο οποίο στύλωσαν

Ή απ' το οποίο απόστρεψαν το βλέμμα τους [...]

Ας το δούμε επιστρέφοντας εκεί που ξεκινήσαμε, στην ανύπαρχτη συνάντηση μας. Αυτό που την κάνει ανύπαρχτη είναι ότι μέσα από τη, σε εισαγωγικά, «σοφία» μιας μακράς παράδοσης που μας έχει γίνει δεύτερη φύση πιστεύω ότι σας μιλώ, ενώ δεν σας μιλώ, πιστεύετε πως μ' ακούτε, ενώ δεν μ' ακούτε, πιστεύουμε πως έχουμε μπροστά μας την κατασκευή του Γιώργου Μόκαλη ενώ δεν την έχουμε, πιστεύουμε πως ο Έλιοτ απήγγειλε και τα παιδιά τραγούδησαν, ενώ αυτά δεν συνέβησαν.

Είναι η στάση των προσώπων της Έρημης Χώρας η οποία, συγκαταβατική όπως αυτή της δακτυλογράφου, όμοια μ' εκείνη του νεαρού υπαλλήλου που δεν ζητά ανταπόκριση, δεν σέβεται τα όρια. Είναι η στάση που δεν προσέχει το απέναντι. Αυτή η αναιδής στάση έχει ξεχάσει την αιδώ, την ταπεινοσύνη. Μας την θυμίζει ένας τελευταίος λόγος του Έλιοτ:

Είπα στην ψυχή μου γαλήνεψε και περίμενε δίχως ελπίδα

Γιατί η ελπίδα θα 'ταν ελπίδα για το λάθος πράγμα· περίμενε δίχως αγάπη

Γιατί η αγάπη θα 'ταν αγάπη για το λάθος πράγμα- ακόμα υπάρχει πίστη

Μα η πίστη κι η αγάπη κι η ελπίδα είναι όλα τους στην αναμονή.

Περίμενε δίχως σκέψη αφού ακόμα δεν είσ' έτοιμη για σκέψη·

Πιστέψαμε πως είμαστε έτοιμοι για σκέψη και ήρθαμε εδώ, εγώ να σας μιλήσω, εσείς να μ' ακούσετε, προσβλέποντας σε μια συνάντηση που δεν έγινε. Αμελήσαμε το χρέος μας. Η ζητούμενη πόλη έμεινε ανύπαρχτη.

Δεν χρειάζεται να επανορθώσουμε τίποτα. Η αιδώς μας καλεί τώρα, που ίσως γνωρίζουμε περισσότερα, να το δεχτούμε ακόμα κι αυτό.

''Μανιφεστο''

''Μανιφεστο'' της Ελληνικής Εταιρείας Φαινομενολογικής-Υπαρξιακής Ανάλυσης και Ψυχοθεραπείας


Η Εταιρεία ιδρύθηκε αρχές του 2004. Αποτελεί μετεξέλιξη μιας ομάδας μελέτης που υφίσταται τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια. Είναι συνδεδεμένη με την "International Federation of Daseinsanalysis".

Η κατεύθυνση της Εταιρείας προέρχεται από την ψυχανάλυση. Διατηρεί το πλαίσιο και τους βασικούς όρους της φροϋδικής πρακτικής, όμως δεν εκπροσωπεί το θεωρητικό της υπόβαθρο και την αντίστοιχη θεραπευτική τεχνική.

Ο ορίζοντας των αναφορών της διαμορφώνεται στην διαρκή συνομιλία με νοητές και ποιητές των αρχαίων και των νεωτέρων χρόνων: Martin Heidegger, Ludwig Wittgenstein, Προσωκρατικοί, αρχαίοι Λυρικοί και Τραγωδοί, Friedrich Hoelderlin, Paul Celan, Θρασύβουλος Γεωργιάδης, σύγχρονοι δάσκαλοι του Ζεν κ.α.

Η αντίστοιχη θεραπευτική στάση ακολουθεί τον δρόμο των μεγάλων παραδόσεων της Δύσης και της Ανατολής που βλέπουν την σχέση του ανθρώπου με τον εαυτό του και τον κόσμο στο παιχνίδι αλήθειας και πλάνης. Έχει χαρακτήρα "παιδείας", όπως την εννοούσε ο Πλάτωνας: "Περιαγωγή όλης της ψυχής". Χαρακτηρίζεται από τα εξής:

- Αντί για την αναφορά στο "φυσιολογικό" και την επιδίωξη καλύτερης "ισορροπίας" καλεί τον πρόθυμα διακείμενο στην ελευθερία: Ανοίγουν τα μάτια του, η γλώσσα και τα χέρια του λύνονται, η ζωή του πλουτίζει.

- Αντί για το καθιερωμένο οπλοστάσιο του θεραπευτή (μοντέλα, μέθοδοι, τεχνικές) απλώνεται σε μια ευρύτητα βλέμματος, καρδιάς και νου, που τού δόθηκε σαν χάρισμα και διαμορφώθηκε κατά την μαθητεία του.

- Αντί για τον μονόλογο του "ειδικού" και "υγιούς" με τον "ασθενή" και "ανίδεο" αποτολμά την συνομιλία, στην οποία και μόνο γίνονται οι συμμετέχοντες αυτό που είναι: Ο ένας θεραπευτής, δείχνοντας τον δρόμο, ο άλλος πελάτης, προσ-πελάζοντας τον εαυτό του.

- Αντί για τις εκ των υστέρων κατασκευές μιας "ερμηνείας" κορυφώνεται στην πράξη της ονομασίας: Καταμεσής στο βουβό, στο συγκεχυμένο, στο ταραγμένο αναλάμπει το όνομα, το πράγμα ξεκαθαρίζει και παίρνει μορφή, ησυχάζει σε μια πρωτόγνωρη καθαρότητα.

- Αντί για την παράσταση του υποκειμένου που παραπατάει διχασμένο ανάμεσα στο "μέσα" και στο "έξω", είναι λογοδοσμένη στον άνθρωπο που κατοικεί τον κόσμο, μένει στα πράγματα, δοκιμάζεται στην πραγματικότητα.

PDF

''Μανιφεστο'', Διευκρινισεις

Η αντίστοιχη θεραπευτική στάση ακολουθεί τον δρόμο των μεγάλων παραδόσεων της Δύσης και της Ανατολής που βλέπουν την σχέση του ανθρώπου με τον εαυτό του και τον κόσμο στο παιχνίδι αλήθειας και πλάνης.

"Αλήθεια" και "πλάνη" εννοούνται σε αυστηρή αναφορά προς την πραγματικότητα και τους νόμους που την διέπουν. Ένα άλλο όνομα για την αλήθεια είναι η καθαρότητα του βλέμματος και του λόγου. Ένα άλλο όνομα για την πλάνη είναι η σύγχυση.

Παράδειγμα

Ο άνθρωπος που έχει μείνει προσκολλημένος σε τρόπους που οικειοποιήθηκε σαν παιδί, αγνοεί το όχι-πια του παρελθόντος του. Το ζει σαν να ήταν παρόν.

Έχει χαρακτήρα "παιδείας", όπως την εννοούσε ο Πλάτωνας: "Περιαγωγή όλης της ψυχής".

Αυτός που έρχεται δεν θεωρείται σαν τίποτα λιγότερο (π.χ. νευρωτικός, άντρας/γυναίκα, καλός/κακός κλπ.) από άνθρωπος, δηλαδή μια κάθε φορά ιδιαίτερη συγκέντρωση του παντός [1] [2] [Κυριακη στο κρεβατι...], στο οποίο και καλείται αυτός, ο καταρχήν πλανημένος μέσα σε εγκλωβισμούς και σε σύγχυση, να ανοίξει (αλήθεια).

Παράδειγμα

[Πρόκειται να λείψει λόγω μιας επέμβασης]

- Δηλαδή θα ξαναρθείτε στις... Ή μήπως όχι ακόμα;

- Ε, αλίμονο και να μην έρθω μέχρι τότε ... Εκτός κι αν έχω πεθάνει.

- Και νομίζετε πως αυτό είναι δικαιολογία για να μην έρθετε;

- Τι λέτε τώρα; Κι οι πεθαμένοι έρχονται σ' εσάς;

- Και βέβαια!

Παράδειγμα

- Έτσι κι αλλιώς όλα είναι μάταια...

- Φαντάζομαι πως αυτό είναι ένα οικείο φως που βλέπετε τα πράγματα του κόσμου σας.

- Ναι. Και δεν ξέρω από πού να το πιάσω.

- Και δεν μπορείτε να το πιάσετε από πουθενά. Είναι σαν κάποιος που φοράει μαύρα γυαλιά, να ψάχνει να βρει κάτι άσπρο τριγύρω.

Παράδειγμα

- Γιατί δε με βοηθάτε; Θέλετε να πεθάνω απ' τον φόβο μου;

- Ναι.

[Μετά από μικρή σιωπή:]

- Είναι σα ν' ανοίξατε μια πόρτα και να μπήκε μέσα αέρας.

Παράδειγμα

- Θα χάσω τη ζωή μου χωρίς νά 'χω ζήσει και χωρίς νά 'χω πεθάνει.

Αντί για την αναφορά στο "φυσιολογικό" και την επιδίωξη καλύτερης "ισορροπίας" καλεί τον πρόθυμα διακείμενο στην ελευθερία: Ανοίγουν τα μάτια του, η γλώσσα και τα χέρια του λύνονται, η ζωή του πλουτίζει.

Το λεγόμενο "φυσιολογικό" ορίζεται μέσα από ένα είδος "ισορροπίας". Όμως για "ισορροπία" μιλάμε εκεί που υπάρχουν δύο αντιτιθέμενα, εκεί δηλαδή που συμβαίνει μια σύγκρουση. Το "παθολογικό", η διαταραγμένη ισορροπία και η σύγκρουση παν χέρι-χέρι. Στην ισορροπία του "φυσιολογικού" η σύγκρουση δεν καταργείται. Μένει απλά περίπου ισόπαλη, τα αντιτιθέμενα είναι ισοδύναμα.

Η σύγκρουση λύνεται αληθινά μόνο όταν τα αντιτιθέμενα χάσουν το έδαφός τους, όταν δηλαδή το πεδίο της μάχης τους φύγει κάτω από τα πόδια τους.

Παράδειγμα

Μια γυναίκα που στην δουλειά της είναι υπερφορτωμένη. Τής μιλούν δύο φωνές. Η μία διαμαρτύρεται, λέει "Δεν μπορώ!". Η άλλη λέει "Δεν έχει 'δεν μπορώ'!": Σύγκρουση!

Το κοινό έδαφος είναι η ηθική αξιολόγηση, το τι θα πουν οι άλλοι, όπου οι δυο φωνές είναι αντίστοιχα η κακή, καθότι απορριπτέα από τον κόσμο, και η καλή, που προσβλέπει στο "Μπράβο!".

Η λύση: "καλό" και "κακό" παύουν να είναι θέμα. Μένει η παραμονή στα πράγματα, στην εκτίμηση της κατάστασης και μόνο, όπου το "δεν μπορώ" ή το "μπορώ" είναι αυτό που συμβαίνει και τίποτ' άλλο.

Η εδώ εννοούμενη ελευθερία είναι ένα τέτοιο ξεκαθάρισμα, απελευθέρωση από δεσμεύσεις αλλότριες και άνοιγμα στα ίδια τα πράγματα, ώστε π.χ. ο φόρτος εργασίας να μένει φόρτος εργασίας.

Αντί για το καθιερωμένο οπλοστάσιο του θεραπευτή (μοντέλα, μέθοδοι, τεχνικές) απλώνεται σε μια ευρύτητα βλέμματος, καρδιάς και νου, που τού δόθηκε σαν χάρισμα και διαμορφώθηκε κατά την μαθητεία του.

Το "οπλοστάσιο" υπαγορεύει στον θεραπευτή "τι να σκεφτεί και τι να κάνει". Τον περιορίζει σε μια λιγότερο ή περισσότερο χειριστική στάση επίλυσης προβλημάτων.

Η απαιτούμενη ευρύτητα τον ελευθερώνει προς μια αληθινά "ελεύθερα μετέωρη προσοχή" που τού επιτρέπει ν' ακούει και να μιλά όχι με τ' αυτιά και το στόμα και το κεφάλι του αλλά όλος: Συν-κινείται, ακούει όλος και μιλά όλος.

Παράδειγμα

Στην διάρκεια της θεραπείας μια γυναίκα μιλά για κάτι που αναγνώρισε στον εαυτό της. Μιλά καθαρά, με τον ήσυχο και δυνατό παλμό που χαρακτηρίζει την φωνή της αφύπνισης σε μια ενόραση. Διαπιστώνω πως αυτή η καθαρότητα της φωνής, ο παλμός της, διατρέχουν και το δικό μου σώμα. "Ναι, έτσι είναι", θα μπορούσα να πω. Δεν υπάρχει καμιά δυσκολία, κανένα σταμάτημα ανάμεσα στην φωνή της και στο αυτί μου. Ακόμα κι αν αυτά που μού λέει δεν τα ήξερα προηγουμένως, είναι σαν να ήμουν γι αυτά εύκαιρος, σαν τα περίμενα. Όλα είναι ανάλαφρα, η φωνή της και το άκουσμά μου, που θα πει τελικά: τα σώματα μας, συνέχονται αβίαστα. Είναι μια αίσθηση που δεν μού μαρτυρείται απλώς από το περιεχόμενο των λεγομένων της αλλά και από την εμπειρία του σώματος μου. 

Η πελάτισσά μου προσθέτει, τώρα με έναν τόνο απογοήτευσης και απελπισίας στη φωνή της:

- Αλλά βρίσκομαι έτη φωτός μακριά από τον εαυτό μου...

Εδώ την χάνω από τ' αυτιά μου. Η φωνή της είναι σαν να μην φτάνει μέχρι εμένα. Ακούω μόνο λόγια. Το σώμα μου μένει αμέτοχο. Τι συμβαίνει εδώ; Όπου η συνέχεια λόγου και σώματος χάνεται; Αυτά που λέει, δεν τα εννοεί. Της αντιτείνω λοιπόν:

- Τα λέτε αυτά, όμως κάπου δεν τα αισθάνομαι.

Μου απαντά, με φωνή σίγουρη και ζωντανή:

- Δεν σας πείθουν;

Τώρα μοιάζει να ξαναβρίσκουμε ο ένας τον άλλον. Της απαντώ:

- Όχι.

Αυτή:

- Και βέβαια. Όχι έτη φωτός, δίπλα μου είναι, όμως φοβάμαι να το παραδεχτώ.

Αντί για τον μονόλογο του "ειδικού" και "υγιούς" με τον "ασθενή" και "ανίδεο" αποτολμά την συνομιλία, στην οποία και μόνο γίνονται οι συμμετέχοντες αυτό που είναι: Ο ένας θεραπευτής, δείχνοντας τον δρόμο, ο άλλος πελάτης, προσ-πελάζοντας τον εαυτό του.

Οι παραπάνω χωρισμοί συνεπάγονται ερμηνείες του τύπου "αυτό σημαίνει αυτό". Τέτοιες φράσεις, με τον αποφαντικό χαρακτήρα τους, δεν αφήνουν χώρο για διάλογο. Το μόνο που περιμένουν από τον άλλο είναι να τις αποδεχθεί - ή να μην τις αποδεχθεί.

Κατά πόσον η συνομιλία είναι τόλμη; Μια κινεζική παροιμία λέει: "Όταν ο σοφός δείχνει το φεγγάρι, ο μωρός κοιτάει το δάχτυλο." Στην ψυχολογία ασχολούμαστε κατά κόρον με τα δάχτυλά μας - τα "εγώ" των υποκειμένων μας. Ο συνάνθρωπος γίνεται θέμα. Τούτο θα πει: Ο αγγελιοφόρος εκλαμβάνεται ως το άγγελμα.

Παράδειγμα

- Είστε ο βασικός κανόνας!

μου είπε πρόσφατα σε μια ώρα ανάλυσης ένας ψυχίατρος.

Παράδειγμα

Εγώ:

- Αν σας πω ότι στον τοίχο κρέμεται ένας πίνακας [στην πραγματικότητα είναι ένα απλό ρολόι], θα τείνατε όντως να δείτε εκεί έναν πίνακα;

Αυτός, σχεδόν σε διέγερση:

- Ναι, θα προσπαθούσα να δω το ρολόι κάπου σαν έργο τέχνης, ή θά 'λεγα πως εκεί αντί για ρολόι θά 'πρεπε να είναι ένας πίνακας, ναι, βασικά θά 'βλεπα το ρολόι σχεδόν σαν πίνακα!

Η τόλμη συνίσταται στο να λυθούμε από την μυωπική προσκόλληση στα δάχτυλά μας και να μιλήσουμε για το φεγγάρι (γι' αυτό που εκείνη την ώρα μας αφορά).

Όταν μιλάμε για το φεγγάρι μ' αυτόν τον τρόπο, ξεκινάμε την συνομιλία μας από μηδενική βάση, που περιλαμβάνει κι εμάς τους ίδιους: Δεν είμαστε θέμα, ούτε το φεγγάρι έχει πριν και μετά, είμαστε πέρα για πέρα η αυτή η στιγμή αυτού του φεγγαριού. (Έτσι είναι και με τον πελάτη μας, στην κάθε καινούργια συνάντηση.)

Η θεραπεία συνίσταται στην καθοδήγηση του πελάτη μας να δει κι αυτός το φεγγάρι από μηδενική βάση. Τότε είναι που το βλέπουμε αληθινά μαζί, όταν είμαστε πέρα για πέρα αυτή η στιγμή.

Έκλειψη: Πάντα παρών ο μηχανισμός: Την έκλειψη, δεν την είδα!

Αντί για τις εκ των υστέρων κατασκευές μιας "ερμηνείας" κορυφώνεται στην πράξη της ονομασίας: Καταμεσής στο βουβό, στο συγκεχυμένο, στο ταραγμένο αναλάμπει το όνομα, το πράγμα ξεκαθαρίζει και παίρνει μορφή, ησυχάζει σε μια πρωτόγνωρη καθαρότητα.

Παράδειγμα 

Να μπορώ την πόρτα εκεί να την λέω πόρτα!

μου είπε κάποιος. Η θεραπευτική συνομιλία γίνεται αληθινή κάθε φορά που απολήγει σε μια πράξη ονομασίας και τα λόγια "γράφουν".

Παράδειγμα

Ο Gilbert Rose, ψυχαναλυτής από την Νέα Υόρκη, σ' ένα άρθρο του με τον τίτλο "Fusion States" ["Καταστάσεις Σύντηξης"], αναφέρει μια συνάντηση που τού περιέγραψε ένας ομοφυλόφιλος:

Ανάμεσα σ' αυτόν και σ' έναν ξένο ξεπήδησε ένα άμεσο και απόκοσμο αίσθημα. [...] Ένοιωθε ότι κανένα άλλο άτομο δεν θα ήταν δυνατό να περπατήσει ανάμεσά τους, αν και οι δυο τους καθόταν στις αντίθετες άκρες του χώρου. Ήταν για τρεις μέρες σε διεγερτική κατάσταση - βηματίζοντας, σφίγγοντας και στρίβοντας τα χέρια του, κάνοντας συνεχή ντους. [...] Όμως μετά απ' αυτήν την [...] καταιγίδα [...] ήταν σε θέση ν' αντιλαμβάνεται και ν' αντιδρά στους ανθρώπους πιο θερμά κι αυθόρμητα απ' όσο θεωρούσε πως έκανε ποτέ μέχρι τώρα.

Ήδη ο τίτλος του άρθρου αναφέρεται σε μια ερμηνεία, μια εξήγηση του φαινομένου, το οποίο ο συγγραφέας παρασταίνει ως "σύντηξη".

Την συνάντηση που περιγράφεται παραπάνω δεν έχουμε να την καταλάβουμε αλλά να την προσέξουμε:

Αυτός ο άνθρωπος βλέπει, κυριολεκτικά βλέπει έναν δεσμό να τον δένει με τον άλλο, έναν δεσμό που δεν μπορεί να διαρραγεί από κανέναν: Τίποτα δεν μπορεί να μπει ανάμεσά τους. Δεν υπάρχει χωρισμός, υπάρχει μόνο το "μαζί": το φίλιο που αποκλείει κάθε χωρισμό, κάθε ξένωση.

Ο άνθρωπος γνωρίζει την φιλία του όμοιου φύλου, όχι με την γνώση, όχι με την βουβή εμπειρία και την συνήθεια, αλλά την βλέπει σε μια έκλαμψη που τον βρίσκει σαν κεραυνός. Τού αποκαλύπτεται το όνομα "ομοφυλόφιλος" με όλη του την ενάργεια.

Η εμπειρία αυτού του ανθρώπου είναι μια πράξη ονομασίας: "ομο-φυλό-φιλος". Βαπτίζεται στην λέξη και αναδύεται απ' αυτήν έχοντας το όνομά του έτσι όπως δεν το είχε μέχρι τώρα ποτέ. Κάπου αυτά θα τού έλεγα σε μια θεραπευτική ώρα.

Αντί για την παράσταση του υποκειμένου που παραπατάει διχασμένο ανάμεσα στο "μέσα" και στο "έξω", είναι λογοδοσμένη στον άνθρωπο που κατοικεί τον κόσμο, μένει στα πράγματα, δοκιμάζεται στην πραγματικότητα.

Ο διχασμός σε ψυχή και σώμα, πνεύμα και ύλη, που φέρνει μαζί και τον διχασμό "μέσα" κι "έξω", όχι μόνο αφήνει τον κόσμο λειψό και διασπασμένο, αλλά γεννά και τα ατέλειωτα προβλήματα για το πώς τα διχασμένα μέρη, το υποκείμενο κι ο εξωτερικός κόσμος, τα υποκείμενα μεταξύ τους, μπορούν να συνδέονται το ένα με τ' άλλο. Κι εδώ κανείς επινοεί μαγικές λέξεις, π,χ. "libido", "empathy", "επενδυση", που δεν ονομάζουν τίποτα το πραγματικό.

Όλα αυτά λύνονται με μιας όταν ο άνθρωπος ιδωθεί σαν ευρισκόμενος εξαρχής και ολότελα μέσα στον κόσμο και στα πράγματα - όταν τα πάντα που τον αφορούν εννοηθούν σαν πράξη, σαν δοκιμασία της πράξης.

Παράδειγμα

[Παιδεύεται με σκέψεις και σενάρια, πώς θα είναι αν αφήσει την Χ (η γυναίκα του), πώς θα είναι αν αφήσει την Ψ (με την οποία είναι ερωτευμένος), παίδεμα, αδιέξοδο.]

- Η έγνοια σας είναι να κάνετε μια προσομοίωση ... τρόπον τινά να ζήσετε από τα πριν, μέσα σας, δοκιμαστικά, το πώς θα είναι ...

- Θέλω να το ελέγξω, να κρατήσω την ισορροπία ... ο πόνος πολύς ... Ποιο είναι το πρώτο βήμα;

- Δεν προέχει να κάνετε κάποιο βήμα αλλά να δείτε ότι αυτός ο τρόπος, η προσομοίωση, τα σενάρια, δεν είναι δρόμος.

Παράδειγμα

- Τι ωραία, το πρόβλημά μου να ήταν λυμένο, να μην ντρεπόμουν, να μην δυσκολευόμουν με τις γυναίκες...

- Μιλάτε για κάτι που δεν ξέρετε. Δεν ξέρετε πώς θα είστε χωρίς την ντροπή, χωρίς τις δυσκολίες με τις γυναίκες.


 

[1] Κυρίες και Κύριοι, οι δρόμοι μας, αυτοί που ο καθένας μας πήρε από κει που ξεκίνησε, σήμερα το βράδυ μας έφεραν και μας συγκέντρωσαν σ' αυτόν τον χώρο. Ο καθένας μας πέρασε από γειτονιές και πλατείες, από δρομάκια και λεωφόρους, πέρασε περπατώντας, με το αυτοκίνητο, με το λεωφορείο, με το μετρό. Διαδρομές που τις έχουμε ξανακάνει πηγαίνοντας σε μιαν άλλη συνάντηση, φεύγοντας από μιαν άλλη συνάντηση, διαδρομές που μας κάλεσαν και μας απέτρεψαν, που ανταποκριθήκαμε και αποφύγαμε, που μας σημάδεψαν και μείναν αδιάφορες, διαδρομές που άνοιξαν δρόμους και που κατέληξαν σε αδιέξοδα.

Οι δρόμοι που περάσαμε σήμερα ερχόμενοι κατά δω είναι γεμάτοι από τέτοια σημάδια. Δοκιμάστε να τα φέρετε για λίγο και πάλι στον νου σας.

Όλα αυτά δεν χάθηκαν. Τίποτα δεν χάθηκε. Είναι εδώ, είναι ανάμεσά μας, είναι συγκεντρωμένα στον αέρα αυτού του χώρου και αυτής της συνάντησης.

Υπάρχει ένα όνομα, που θα μπορούσε να εκφράζει αυτήν την συνάντηση, με όλα όσα σήμερα συναντώνται εδώ, να την συλ-λέγει στην λέξη του. Το όνομα θα ήταν: ΠΟΛΗ. Τότε η ΠΟΛΗ θα κρατούσε στο όνομά της περισυλλεγμένα τα πάντα και θα απέδιδε στον καθένα αυτό που του ανήκει. Η ΠΟΛΗ θα ήταν ένα όνομα για την συνάντηση όλων των συναντήσεων, όχι κάτι αφηρημένο και γενικό αλλά κάτι που θα πραγματώνονταν κάθε ώρα και κάθε στιγμή, πάντα διαφορετικό και πάντα το ίδιο, στην κάθε συνάντηση. Παραδείγματος χάριν εδώ και τώρα.

[2] - Την Κυριακή έμεινα κάτω απ' τις κουβέρτες.

[Ο θεραπευτής, από μέσα του:

Άκου βρε παιδί μου! Εγώ ποτέ δεν θα το έκανα!]

[Εγώ στον θεραπευτή:]

- Μόνο αν δεχτείτε ότι η μοίρα είναι κοινή, δίχως στεγανά, ότι κάποτε κι εσείς θα μπορούσατε να περάσετε μια Κυριακή κάτω από τις κουβέρτες, θα μπορέσετε μια τέτοια φράση να την ακούσετε.

 

PDF

Martin Heidegger, Σεμινάριο της 8ης Σεπτεμβρίου


Σεμινάριο της 8ης Σεπτεμβρίου στο μεγάλο αμφιθέατρο του Burghölzli (ψυχιατρικής πανεπιστημιακής κλινικής της Ζυρίχης)

Heidegger:

Αυτό το σχέδιο είναι μόνο για να καταστήσει σαφές ότι η ανθρώπινη ύπαρξη, στο ουσιακό της θεμέλιο, ποτέ δεν είναι ένα κάπου παρόν αντικείμενο, και βεβαίως διόλου δεν είναι ένα αντικείμενο κλεισμένο στον εαυτό του. Πολύ περισσότερο αυτή η ύπαρξη συνίσταται "απλώς" σε δυνατότητες πρόσληψης, απρόσιτες οπτικά και απτικά, που είναι στραμμένες προς ό,τι την συναντά και της μιλάει. Όλες οι μέχρι τούδε συνήθεις στην Ψυχολογία και Ψυχοπαθολογία αντικειμενοποιούσες κυστοειδείς παραστάσεις μιας ψυχής, ενός υποκειμένου, ενός προσώπου, ενός Εγώ, μιας συνείδησης, στην οπτική της Αναλυτικής του Dasein πρέπει να εξαφανιστούν χάριν μιας τελείως άλλης κατανόησης. H νέα θεμελιακή οντότητα που έχει να ιδωθεί, πρόκειται να ονομαστεί Da-sein ή Είναι-στον-κόσμο. Όπου πάντως το Da αυτού του Da-sein ακριβώς και δεν εννοεί, όπως απλοϊκά συμβαίνει, ένα για τον παρατηρητή κοντινό σημείο του χώρου. Πολύ περισσότερο η ύπαρξη ως Da-sein σημαίνει το κράτημα ανοιχτής μιας περιοχής, που μέσα από την διαύγασή της γίνεται δυνατή η πρόσληψη των σημασιοτήτων των δεδομένων που της μιλούν. Το ανθρώπινο Da-sein είναι ως περιοχή δυνητικής πρόσληψης, και ποτέ ένα απλά παρόν αντικείμενο. Μάλιστα δεν είναι διόλου και σε καμιά περίπτωση κάτι που μπορεί να αντικειμενοποιηθεί.


Συζήτηση

Αυτό το σχέδιο είναι μόνο για να καταστήσει σαφές ότι η ανθρώπινη ύπαρξη,
Ποια η διαφορά ανάμεσα στο "άνθρωπος" και στο "ανθρώπινη ύπαρξη";
Όταν λέμε "ο άνθρωπος" μιλούμε για ένα κάτι, ένα αντικείμενο (Μ' αυτήν την έννοια και το "υποκείμενο", καθότι επίσης συνιστά ένα "κάτι", στην φιλοσοφία εννοείται ως αντικείμενο.) Τότε τα ζητήματα για τον άνθρωπο συνιστούν άμεσες ή έμμεσες απαντήσεις στην ερώτηση "τι είναι [αυτό το "κάτι",] ο άνθρωπος;"
Όταν τώρα μιλούμε για την "ανθρώπινη ύπαρξη", δεν αναφερόμαστε στον άνθρωπο ως "κάτι", αλλά ως προς την οπτική του ότι υπάρχει, ότι είναι.
Το κείμενο του Heidegger έχει την μορφή της αντιπαράθεσης των δύο αυτών οπτικών.

στο ουσιακό της θεμέλιο,
Θα πει: Στις πρώτες προϋποθέσεις της. Έτσι π.χ. η προϋπόθεση του τι είναι ο άνθρωπος, το "ουσιακό θεμέλιο" για κάθε τι που είναι ο άνθρωπος, είναι το ότι ο άνθρωπος είναι.
Το "ουσιακό θεμέλιο" του ανθρώπου είναι η "ύπαρξή" του.

ποτέ δεν είναι ένα κάπου παρόν αντικείμενο,
"Ποτέ"; Όταν π.χ. οδηγώντας το αυτοκίνητο προσέχω να αποφύγω τον πεζό που περνάει τον δρόμο, δεν τον αντιλαμβάνομαι σαν ένα φυσκό σώμα σε ένα ορισμένο σημείο, που κινείται προς αυτήν την κατεύθυνση με αυτήν την ταχύτητα, και προσαρμόζω την δική μου κατεύθυνση και ταχύτητα ανάλογα;
Και βέβαια εδώ αντιλαμβάνομαι τον άνθρωπο ως αντικείμενο. Όμως τότε δεν τον αντιλαμβάνομαι "στο ουσιακό του θεμέλιο". Τον αντιλαμβάνομαι στο "τι είναι", δηλαδή εδώ ως φυσικό σώμα με ορισμένα χαρακτηριστικά. Το ότι είναι, μένει εδώ, και πάντα σχεδόν στις καθημερινές μας συναλλαγές, αγνοημένο.
Και πότε χρειάζεται να αντιληφθώ την "ανθρώπινη ύπαρξη στο ουσιακό της θεμέλιο";
Όταν κι εφόσον μου γίνει ανάγκη: Όταν κι εφόσον μου ανοίξουν τα μάτια και αναγνωρίσω πως στον άνθρωπο ως αντικείμενο ο άνθρωπος ως άνθρωπος, δηλαδή στο "ουσιακό του θεμέλιο", κινδυνεύει να χαθεί.
Η ψυχοθεραπεία και η φαρμακοθεραπεία που προσβλέπουν στην διαχείριση προβλημάτων, εκλαμβάνουν τον άνθρωπο ως αντικείμενο.
Η "φαινομενολογική-υπαρξιακή" ψυχοθεραπεία κατευθύνεται προς την άλλη δυνατότητα

και βεβαίως διόλου δεν είναι ένα αντικείμενο κλεισμένο στον εαυτό του.
Ο Heidegger εδώ αναφέρεται στην θεώρηση του ανθρώπου που στην φιλοσοφία καλείται "μονισμός": Ο άνθρωπος ως "μόνος".
Κυρίως χάρη στο έργο του Heidegger και του Wittgenstein, ο μονισμός ανήκει σε μια εποχή της φιλοσοφικής νόησης που πλέον αποτελεί παρελθόν. Παρολαυτά, σαν συνηθισμένη ανθρώπινη στάση, παραμένει κυρίαρχος.
Κυριαρχεί επίσης στην επιστημονκή σκέψη, και ακόμη στο σύνολο των ψυχιατρικών και ψυχολογικών θεωρήσεων. (Βλέπε παρακάτω.)

Πολύ περισσότερο αυτή η ύπαρξη συνίσταται "απλώς" σε δυνατότητες πρόσληψης,
Δηλαδή: Αυτή, η ανθρώπινη, ύπαρξη, καθότι μη "κλεισμένη στον εαυτό της", συνίσταται σε "δυνατότητες πρόσληψης".
Δηλαδή καθαυτήν δεν είναι παρά ένα άνοιγμα προς ..., μια δεκτικότητα για ..., μια έκθεση σε ... ό,τι την συναντά και της μιλάει.
Εδώ δεν λέγεται το τι είναι ο άνθρωπος αλλά περιγράφεται το ότι του Είναι του.

απρόσιτες οπτικά και απτικά ,
Οι "δυνατότητες πρόσληψης", και οι διευκρινιστικές μου λέξεις "άνοιγμα", "δεκτικότητα", "έκθεση", δεν αναφέρονται σε περιστασιακά γεγονότα ή καταστάσεις που άλλοτε συμβαίνουν κι άλλοτε όχι.
Γι' αυτό και εδώ δεν πρόκειται για "πρόσληψη" με την έννοια της αισθητηριακής, "οπτικής, απτικής" αντίληψης από κάτι: Η άνθρώπινη ύπαρξη είναι, υπάρχει εξ υπαρχής, ως "δυνατότητες πρόσληψης"

που είναι στραμμένες προς ό,τι την συναντά και της μιλάει.
Το "και" πρέπει να το ακούσουμε επεξηγηματικά: "την συναντά" θα πει "της μιλάει".
Όπως λέμε πως αυτό κι εκείνο "μου μιλάει", "μου λέει κάτι".
Κάθε αληθινή, δηλαδή στον άνθρωπο ως άνθρωπο προσιδιάζουσα και τον άνθρωπο ως άνθρωπο εκπληρούσα συνάντηση άγεται από ένα τέτοιο, άφωνο, μίλημα.

Όλες οι μέχρι τούδε συνήθεις στην Ψυχολογία και Ψυχοπαθολογία αντικειμενοποιούσες κυστοειδείς παραστάσεις μιας ψυχής, ενός υποκειμένου, ενός προσώπου, ενός Εγώ, μιας συνείδησης,
Ο μονισμός στην ψυχολογία και στην ψυχοπαθολογία δηλώνεται στις βασικές τους έννοιες, που έχουν μορφή αντικειμένου και "κύστης":
-Η ψυχή, ένα αντικείμενο "μόνο", ως π.χ. το "μαύρο κουτί" μεταξύ ερεθίσματος και αντίδρασης, ως το κλειστό σύστημα ενός "ψυχικού οργάνου", ως γενικό όνομα για κύκλους επανατροφοδότησης, στην "συστημική", στην γνωσιακή-νευροχημκή θεώρηση κλπ.
-Το υποκείμενο, ένα αντικείμενο "μόνο", ως ιστάμενο από την μία πλευρά κι έχοντας απέναντί του τα "αντικείμενα", προς τα οποία πρέπει να κατασκευάζει γέφυρες.
-Το πρόσωπο, ένα αντικείμενο "μόνο", κθόσον εννοεί τον εαυτό του μέσα από το "προσωπικό", απ' αυτό που είναι μόνο δικό του.
-Το Εγώ, ένα αντικείμενο "μόνο", ως ιστάμενο απέναντι σ' ένα Εσύ και χωρισμένο απ' αυτό.
-Η συνείδηση (και, άρρηκτα δεμένο μ' αυτήν, το "υποσυνείδητο"), ένα αντικείμενο "μόνο", ως ή έδρα του "μέσα μου", του εσωτερικού κόσμου απέναντι σ' έναν εξωτερικό κόσμο και χωρισμένη απ' αυτόν.

στην οπτική της Αναλυτικής του Dasein
δηλαδή στην οπτική της ανθρώπινης ύπαρξης, του ότι ο άνθρωπος είναι, και όχι στην οπτική του τι είναι

πρέπει να εξαφανιστούν
ως αναρμόδιες

χάριν μιας τελείως άλλης κατανόησης. H νέα θεμελιακή οντότητα που έχει να ιδωθεί, πρόκειται να ονομαστεί Da-sein
Το Da είναι δεικτικό επίρρημα του τόπου: Να! Εδώ!, ή: Να! Εκεί!).
Sein θα πει: Είναι.
Στην καθομιλουμένη γερμανική Dasein θα πει κάτι σαν "ύπαρξη".

ή Είναι-στον-κόσμο.
Το δεικτικό Da δείχνει στον κόσμο.
Το Είναι-στον-κόσμο καταρχήν στρέφεται εναντίον του μονισμού και, όσο μας αφορά ιδιαίτερα, εναντίον των "αντικειμενικών-κυστοειδών παραστάσεων" ψυχής, υποκειμένου, προσώπου, Εγώ, συνείδησης.
Da-sein ως Είναι-στον-κόσμο θα πει ότι ο άνθρωπος στο Είναι του είναι ήδη από πάντα "έξω", ανοιχτός και μέτοχος στον κόσμο.
Αυτό για τον Heidegger δεν θα πει ότι κανείς δεν μπορεί και να αποσύρεται, να κλείνεται "στον εαυτό του", να είναι μόνος, "στον κόσμο του", κλπ. Θα πει ότι, όπως μόνον ένας βλέπων μπορεί και να είναι τυφλός, μόνον εκείνος που καταρχήν είναι-στον-κόσμο μπορεί και να αποσύρεται, να κλείνεται, να είναι μόνος, "στον κόσμο του".

Όπου πάντως το Da αυτού του Da-sein ακριβώς και δεν εννοεί, όπως απλοϊκά συμβαίνει, ένα για τον παρατηρητή κοντινό σημείο του χώρου. Πολύ περισσότερο η ύπαρξη ως Da-sein σημαίνει το κράτημα ανοιχτής μιας περιοχής,
Αυτό το "κράτημα" δεν είναι ποτέ απόφαση και πράξη, όπως όταν κρατάω μια θέση στο τραπέζι ή στην κερκίδα για τον φίλο μου. Ο άνθρωπος ως άνθρωπος θα πει: "Κράτημα ανοιχτής μιας περιοχής ..."
Και αυτή η περιοχή πάλι δεν είναι ένα αντικείμενο, δεν είναι η μια και η άλλη "περιοχή", όπως χρησιμοποιούμε την λέξη αναφερόμενοι σε έναν γεωγραφικό ή ιδεατό τόπο τον οποίο μπορούμε να πλησιάζουμε, να αποφεύγουμε, να αγνοούμε κλπ.
Η εδώ εννοούμενη περιοχή είμαστε εμείς οι ίδιοι, ακριβώς όπως το εκάστοτε οπτικό μας πεδίο είναι το ίδιο το βλέμμα μας.
Ο άνθρωπος ως άνθρωπος θα πει: "Κράτημα ανοιχτής μιας περιοχής ..."
Αυτή ακριβώς η περιοχή είναι το Da του Da-sein, είναι ο "κόσμος" του Είναι-στον-κόσμο.

που μέσα από την διαύγασή της
Η εν λόγω περιοχή χαρακτηρίζεται από ένα Διαυγές [Lichtung]. Όμως και πάλι όχι με την έννοια μιας ατμόσφαιρας, μιας νύχτας κλπ. που μπορεί να είναι διαυγής, μπορεί και όχι.
Εδώ το Διαυγές ονομάζει αυτήν τούτη την περιοχή, είναι το προχωρημένο όνομα του Heidegger για το Da- του Dasein, για τον κόσμο του Είναι-στον-Κόσμο.
Ο άνθρωπος, καλύτερα: η ανθρώπινη ύπαρξη, έτσι λέγεται στο όψιμο έργο, είναι η Έν-σταση στο Διαυγές.
Αυτό θα πει το "ανοιχτό", το "έκθετο", το "δεκτικό" του ανθρώπου ως ανθρώπου.

γίνεται δυνατή η πρόσληψη
Και εδώ πάλι δεν πρόκειται για την μια ή την άλλη πρόσληψη, αλλά για το ότι σ' αυτό το Διαυγές ανήκει η πρόσληψη.
Και τούτο όχι σαν χρονική ακολουθία, όπου πρώτα είναι το Διαυγές και μέσα απ' αυτό μπορούμε να προσλαμβάνουμε, αλλά Διαυγές και Πρόσληψη είναι το αυτο, με τον ίδιο τρόπο που ΤΟ ΑΥΤΟΝ είναι, Παρμενίδης, το ΝΟΕΙΝ (πρόσληψη...) και το ΕΙΝΑΙ (διαυγές ...), με τον ίδιο τρόπο που "βλέμμα" και "οπτικό πεδίο", για την ελεύθερη εμπειρία και όχι για την επιστημονική σκέψη, είναι το αυτό.
Στην "οπτικά, απτικά απρόσιτη" περιοχή του Αυτού "γίνεται δυνατή η πρόσληψη", γίνεται δυνατή αυτή τούτη η ανθρώπινη ύπαρξη,
Έτσι πρόσληψη θα πει διαύγαση, και διαύγαση θα πει αναφύηση και εμφάνιση: ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ.Τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο. Η Φαινομενολογία, καθόσον έχει για μέλημά της το φαινομενο, δεν είναι μέθοδος. Είναι ο τρόπος εννόησης που αρμόζει στην ανθρώπινη ύπαρξη, καθόσον "εν-ίσταται στο Διαυγές".

των σημασιοτήτων των δεδομένων που της μιλούν.
Τι θα πει "σημασιότητα";
Είναι μια λέξη από το Είναι και Χρόνος του Heidegger. Εκεί γράφει [σ. 87]:
"Συλλαμβάνουμε τον αναφορικό [με την έννοια του "Το Αυτόν" "μιλήματος" και "πρόσληψης"] χαρακτήρα των παραπεμπτικών αναφορών [των "δεδομένων που μας μιλούν"] ως σημασία. Στην οικειότητα μ' αυτές τις αναφορές το Dasein 'αυτοσημαίνεται' [Διαφορετικά "αυτοσημαίνομαι" απέναντι στην γυναίκα μου και διαφορετικά απέναντι στην θεραπευτική συνάντηση.] Δίνει του εαυτού του να καταλάβει πρωτογενώς [όχι διανοητικά αλλά ψυχή τε και σώματι, όπως π.χ. στην έκφραση "του έδωσα να καταλάβει"] το Είναι του και το δυνητικό Είναι του ως προς το Είναι του-στον-κόσμο. Ονομάζουμε το όλον των αναφορών αυτής της σημασίας σημασιότητα. Συνιστά την κοσμικότητα του κόσμου."
"Σημασιότητα": Η σημασία, η αυτή για τα πράγματα του κόσμου και για τον ευρισκόμενο σε αναφορά προς αυτά τα πράγματα. Έτσι είναι δομημένος ο κόσμος στον οποίο βρισκόμαστε ήδη από πάντα και ανα πάσα στιγμή. Αυτή είναι η "κοσμικότητα" του κόσμου. Το κράτος του ΤΟ ΑΥΤΟΝ.

Το ανθρώπινο Da-sein είναι ως περιοχή δυνητικής πρόσληψης, και ποτέ ένα απλά παρόν αντικείμενο. Μάλιστα δεν είναι διόλου και σε καμιά περίπτωση κάτι που μπορεί να αντικειμενοποιηθεί.
Το μη αντικειμενοποιήσιμο της ανθρώπινης ύπαρξης και του κόσμου στην πρώτη αρχή τους, αποδίδεται συνήθως με την εικόνα του δρόμου - στην πρώτη ελληνική νόηση (ΟΔΟΣ), στην απωασιατική νόηση (Tao) -, όπου ο τονισμός δεν είναι το στατικό-αντικειμενικό αλλά ακριβώς το καθοδόν ως ο αληθινός τόπος της διαμονής μας, η αληθινή μας διαμονή. Πρόκειται για ό,τι λέει η λέξη "πορεύομαι", αν την ακούσουμε στην μέση φωνή της: Ανήκω στον "πόρο", στον δρόμο στον οποίο βρίσκομαι, έτσι που να είμαι ένα μαζί του, στις στροφές του να στρέφομαι και ν' αλλάζω ο ίδιος, στην άσφαλτο και στο κακοτράχαλο, στο αυτοκίνητο και και στο περπάτημα να είναι η ίδια μου η ύπαρξη αυτού του είδους.
Οπωσδήποτε μένει ερώτημα, κατά πόσον το μη αντικειμενοποιήσιμο μπορεί ποτέ να αποδοθεί με λέξεις που έχουμε συνηθίσει να χρησιμοποιούμε για αντικείμενα ("δρόμος", "περιοχή", "διαυγές", "κόσμος").
Ο Heidegger γνωρίζει το πρόβλημα, και μάλιστα σαν την βασική πρόκληση της σκέψης του.
Ο Wittgenstein το γνωρίζει επίσης, και θεωρεί πως εδώ δεν υπάρχει άλλη δυνατότητα από το να σωπαίνει κανείς.
Η Φαινομενολογία, κι εκεί που ασκείται στην μορφή της θεραπευτικής συνομιλίας, είναι δοκιμασία στα όρια της γλώσσας, αυτού που μπορεί, και πρέπει να ειπωθεί, του "λεκτέου", και αυτού για το οποίο οι λέξεις δεν υπάρχουν.
Η ίδια η δοκιμασία εκφράζεται πολύ συχνά με τον επαρκέστερο τρόπο παίρνοντας μορφή απορίας και ερωτήματος.
Heidegger: "Το ερώτημα είναι η ευλαβικότητα της νόησης".

PDF

Το αγχος μεσα απο εναν λογο του Martin Heidegger

 
 
[Πρώτη δημοσίευση στο: Rollo May, Το Νόημα του Άγχους, Κοζάνη 1999. Το κείμενο αναθεωρήθηκε με αφορμή την δημοσίευση στο περιοδικο "Ψυχανεμισματα", Τευχος 1ο, Φθινοπωρο 2005.]

Ο Heidegger μιλά για το άγχος ρητά κυρίως στα εξής κείμενα: "Sein und Zeit" ("Είναι και Χρόνος", 1927) §40, §68β, "Was ist Metaphysik?" ("Τι είναι Μεταφυσικη;", 1929), "Nachwort zu 'Was ist Metaphysik?'" ("Επίλογος στο 'Τι είναι Μεταφυσική;'",1943).

Όμως μια συνοπτική παρουσίαση των παραπάνω διόλου δεν θα εξαντλούσε το εύρος αυτού το οποίο στην νόηση του Heidegger συζητείται υπό το όνομα "Angst" ("Άγχος"). Επιγραμματικά θα λέγαμε ότι το άγχος συνιστά ορόσημο στην μετάβαση προς ό,τι ο Heidegger ονομάζει der andere Anfang, η άλλη απαρχή. Αναφορές συγγενικές προς το άγχος υπάρχουν σε λέξεις του όπως Furcht, τρόμος, Abgrund, άβυσσος: Gefahr, κίνδυνος.

Η πολυσήμαντη εμπειρία, η οποία αρχικά λέγεται με το όνομα του άγχους, σε διαφορετικές εποχές, μέσα από διαφορετικούς δρόμους της σκέψης του, απαντάται στα ονόματα Transzendenz, υπέρβαση, Untergang, χαμός, Verzicht, παραίτηση.

Εδώ συμβαίνει κάποτε ένα άλμα, Sprung, μια τροπή, Kehre, προς την άλλη νόηση, das andere Denken. Οι λέξεις της είναι: Το Μηδέν, Nichts, το οποίο συμπίπτει με το Είναι, Sein, η οντολογική διαφορά, die ontologische Differenz, η α-λήθεια, die Unverborgenheit, το Μεταξύ, das Zwischen, η Διάκριση, der Unterschied, το Ανοικτό, das Offene, το Διαυγές, die Lichtung, το Τετράπτυχο, das Geviert, το Συμβάν, das Ereignis, όπου το άγχος μεταλλάσσεται καθαυτό έτσι ώστε, τελικά, να συμπίπτει με την αιδώ, Scheu, την ευφορία, Heiterkeit. Δεν μπορούμε να μιλήσουμε επαρκώς για το άγχος στον Heidegger δίχως να λάβουμε υπόψη μας την συνόλη του νόηση - και πάλι, μιλώντας για μια καίρια λέξη του Heidegger, όπως εδώ για το άγχος, μιλούμε αναπόφευκτα για την συνόλη του νόηση.

Και πώς μπορούμε να μιλήσουμε για το άγχος στον Heidegger εμείς, στην γλώσσα μας; Βέβαια προϋποτίθεται η μετάφραση των λέξεων και των νοημάτων του στα ελληνικά. Όμως ο λόγος του Heidegger είναι βαθειά ριζωμένος στην γερμανική γλώσσα. Η απόπειρα της μετάφρασής του είναι μια υπόθεση άχαρη. Όσο πιστότερη φιλοδοξεί να είναι, προ πάντων στα κρίσιμα σημεία, τόσο μεγαλύτερη βία ασκεί επάνω στην μεταφράζουσα γλώσσα. Και όμως, μπορώ να πω από την δική μου πείρα, αυτή η αποτυχία άνοιξε έναν δρόμο. Ως έλληνόφωνο με ανάγκασε να εγκαταλείψω κατά έναν τρόπο τον Heidegger και να τον ξαναβρώ ως ένα, για να χρησιμοποιήσω μια έκφραση του Paul Celan, "μιλητό εσύ", ένα εσύ στο οποίο κανείς κάποτε μπορεί να μιλήσει, με το οποίο κανείς κάποτε μπορεί να συνομιλήσει.

Η προκείμενη λέξη του Heidegger είναι: Angst. Ο Γιάννης Τζαβάρας, στην μετάφρασή του του "Είναι και Χρόνος", την αποδίδει ως "αγωνία". Προτιμώ να την μεταφράσω με "άγχος", όπως άλλωστε έχει καθιερωθεί στον χώρο της ψυχιατρικής και της ψυχολογίας.

Ο χώρος αυτός δεν έχει καμιά παράδοση στην ελληνική γλώσσα. Υφίσταται εν πολλοίς παρασιτικά, μέσα από την άκριτη μετάφραση της ευρωπαϊκής και αγγλοσαξωνικής ορολογίας και την ασυλλόγιστη ανάληψη του σκεπτικού της. Ήδη αυτό απαιτεί από μας ν' αναλογιστούμε την λέξη Angst και το λεγόμενό της εκ νέου, αυτήν τη φορά μέσα από τον λόγο της ελληνικής γλώσσας.

Οι λέξεις Angst και άγχος έχουν πιθανώς κοινή ετυμολογική ρίζα, το αρχαίο ελληνικό ΑΓΧΙ, ΑΓΧΟΥ. Οπωσδήποτε το ΑΓΧΙ ανήκει στην ίδια ρίζα με την και σήμερα ακόμη καθομιλούμενη λέξη "αγχιστεία", αλλά και με την "αγχόνη". Τι μας λένε αυτές οι αναφορές για το άγχος; Είναι ένα ερώτημα. Την απάντηση δεν την έχουμε έτοιμη. Στην "οικογενειακή ομοιότητα", για να χρησιμοποιήσω ίσως αυθαίρετα μια έκφραση του Wittgenstein, άγχος-αγχιστεία-αγχόνη ανήκουμε όλοι όσοι έχουμε μητρική γλώσσα την ελληνική, και πάλι αυτή η συγγένεια μας είναι ξένη. Αν τούτο μας κάνει ανήσυχους, τότε το άγχος, σαν λέξη ελληνική που την λέμε δίχως να ξέρουμε τι λέμε, γίνεται, με μια έκφραση του Heidegger, άξιο ερωτήματος.

Τι εννοούμε όταν λέμε "άγχος"; Αυτό που λέει ο κόσμος; Αυτό που διαλογίζεται η φιλοσοφία; Αυτό που παρασταίνει η ψυχολογία και η ψυχιατρική; Αυτό που διαπιστώνει η νευρο-φυσιολογία; Το άγχος παρασταίνεται ως ψυχικό αίσθημα, ως απόρροια της σύγχρονης υπαρξιακής ανεστιότητας του ανθρώπου, ως κίνδυνος διάσπασης των αμυντικών μηχανισμών στο "ψυχικό όργανο", ως έλλειψη του γάμμα-αμινο-βουτυρικού οξέως στις νευρικές συνάψεις.

Παντού εδώ, ρητά ή άρρητα, ξεκινούμε από την ερώτηση "Τι είναι το άγχος;" και απαντούμε με την διατύπωση ενός ορισμού του.

Και τι θα πει "ορισμός"; Από τον Αριστοτέλη και έκτοτε σ' έναν ορισμό παρατίθενται, όπως έχει παραδοθεί στα λατινικά, genus proximum et differentia specificam, το προσήκον γένος και η ειδοποιός διαφορά. Ετσι το άγχος είναι π.χ. αίσθημα (προσήκον γένος) που χαρακτηρίζεται π.χ. από συγκεκριμένα σωματικά συμπτώματα (ειδοποιός διαφορά).

Ο ορισμός του άγχους δεν μένει στο άγχος. Αποδίδεται σ' ένα "γένος", π.χ. "αίσθημα", και διαφοροποιείται ως προς άλλα αισθήματα, π.χ. με κριτήριο τα συνοδά σωματικά του συμπτώματα. Ο ορισμός του άγχους δεν μένει στο άγχος. Το άγχος, ως άγχος, παρακάμπτεται. Ο ορισμός του άγχους υπεκφεύγει το άγχος.

Όμως για τον θεραπευτή οι υπεκφυγές, ακόμα κι αυτές, και προπάντων αυτές, είναι μοιραίες. Διότι ο θεραπευτής συνομιλεί με ανθρώπους για τους οποίους π.χ. το άγχος μπορεί να είναι, ή να γίνει, υπόθεση ζωής και θανάτου. Ο θεραπευτής, για να αρθεί στο ύψος μιας τέτοιας περίστασης, χρειάζεται να βλέπει τα πράγματα καταπρόσωπο. Προς τούτο, όπως ειπώθηκε, οι ψυχολογικές-ψυχιατρικές παραστάσεις του άγχους δεν επαρκούν. Χρειαζεται, αφού αναπόφευκτα περάσει από την ψυχιατρική και την ψυχολογία, να ξεχάσει πως είναι ψυχίατρος και ψυχολόγος και να παραμείνει αληθινός απέναντι σ' έναν άνθρωπο ο οποίος, στην συνομιλία τους, αναζητεί την δική του αλήθεια.

Και πώς μπορούμε να φθάσουμε στο άγχος ως άγχος; Εμείς λέμε, το άγχος είναι αίσθημα, το άγχος είναι σήμα κινδύνου, το άγχος είναι νευροχημική διαταραχή. Παντού εδώ προχωρούμε ένα βήμα περισσότερο απ' όσο χρειάζεται. Πριν απ' όλα το άγχος είναι άγχος. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο. Πρέπει να παραιτηθούμε από τους ποικίλους ορισμούς του, πρέπει να κάνουμε, με μιαν έκφραση του Heidegger, den Schritt zurueck, το βήμα πίσω απ' αυτούς, πρέπει να το εννοήσουμε στην αλήθεια του.

Πού και πότε, είναι το άγχος; Εδώ, σε μια "αγχώδη κατάσταση"; Τώρα, που με πιάνει ένας κόμπος στον λαιμό και ιδρώνω και χτυπά η καρδιά μου και νομίζω πως θα πεθάνω; Όχι! Όλα αυτά γίνονται αισθητά συγκεχυμένα και διάσπαρτα. Πρώτα όταν έρθει το όνομα, το όνομα και όχι η διάγνωση, συλ-λέγονται, συγκεντρώνονται σ' αυτό, καθότι λέγονται ΕΝΙ ΟΝΟΜΑΤΙ, με ένα όνομα: άγχος. Το άγχος είναι όπου και όταν ονομάζεται. Το άγχος είναι εν ονόματί του.

Το άγχος ονομάζεται, και έτσι μόνον είναι. Το Είναι του δεν προκαλείται από τίποτε, από κανέναν "αγχογόνο παράγοντα", από κανένα αίτιο και καμιά κατάσταση. Και ο άνθρωπος δεν "κάνει" άγχος, όπως συχνά λέγεται. Καμιά εξήγηση και καμιά ερμηνεία του άγχους δεν φθάνει ποτέ στο άγχος καθαυτό. Οδηγεί σε κάτι άλλο, μακριά του, και τον άνθρωπο που το έχει μακριά από τον εαυτό του.

Και τι μπορούμε να πούμε, εμείς οι θεραπευτές, εάν δεν διαγνώσουμε και δεν εξηγήσουμε και δεν ερμηνεύσουμε; Υπάρχει τίποτ' άλλο που μπορούμε να κάνουμε; Υπάρχει. Το λέει ο Ηράκλειτος στην αρχή της αποσπασματικά παραδεδομένης γραφής του:

(...) ΦΡΑΖΩΝ [ΕΚΑΣΤΟΝ] ΟΚΩΣ ΕΧΕΙ

Μπορούμε να λέμε τα πράγματα όπως έχουν. Ας δοκιμάσουμε να πούμε το άγχος, όπως έχει.

Λέμε: Έχω άγχος. Το λέμε. Πρωτίστως, στην αλήθεια του, το άγχος είναι λόγος. Και τι θα πει "λόγος";

Ο ΛΟΓΟΣ, στο χθόνιο ελληνικό του νόημα, απαντάται εκπεφρασμένα στον Ηράκλειτο. Ένα απόσπασμα το λέει, τι θα πει ΛΟΓΟΣ:

[...] ΕΝ ΠΑΝΤΑ [...]

Ο ΛΟΓΟΣ δεν είναι η "γλώσσα" ως μια ιδιότητα του ανθρώπου μεταξύ άλλων. ΛΟΓΟΣ: ΕΝ ΠΑΝΤΑ. Έτσι π.χ. το ρολόι, το ωρο-λόγιον: το ένα, πασών των ωρών: το ημερο-λόγιο: το ένα, πασών των ημερών. Ο ΛΟΓΟΣ, όχι πλέον ως δεύτερο συνθετικό: Το ένα των πάντων.

Εξυπακούεται ότι αυτόν τον λόγο κανείς δεν τον ακούει μόνο με τ' αυτιά του και δεν τον εκφέρει μόνο με το κεφάλι του. Για ποιο άκουσμα και για ποιο μίλημα πρόκειται εδώ, μας το λέει ένα απόσπασμα του Ξενοφάνη:

ΟΥΛΟΣ ΟΡΑΙ ΟΥΛΟΣ ΔΕ ΝΟΕΙ ΟΥΛΟΣ Τ' ΑΚΟΥΕΙ

Εδώ είμαι όλος αυτιά, είμαι όλος μάτια, είμαι όλος εννόηση. Ο ΛΟΓΟΣ δεν είναι γενικά κι αόριστα "η γλώσσα". Ο ΛΟΓΟΣ είναι εκεί και μόνον εκεί όπου ο άνθρωπος υπάρχει ΟΥΛΟΣ.

ΕΝ ΠΑΝΤΑ. Ποια είναι τα ΠΑΝΤΑ, τα οποία στον ΛΟΓΟΝ συλ-λέγονται; Στα αποσπάσματα του Ηράκλειτου αναφέρονται:

Άδης Διόνυσος. Δούλος Ελεύθερος. Ημέρα Νύχτα. Ανήφορος Κατήφορος. Χειμώνας Θέρος. Πόλεμος Ειρήνη. Λιμός Κορεσμός. Ζωντανό Πεθαμένο. Νέο Γηραιό. Νόσος Υγεία. Κάματος Ανάπαυση. Υγρό Ξηρό.

Στο ΠΑΝΤΑ μιλούν όσα εμείς παρασταίνουμε ως εκάστοτε αντίθετα. Αυτά, στον ΛΟΓΟΝ, δεν αντιτίθενται μεταξύ τους αλλά έρχονται κοντά το ένα στο άλλο, ενούνται: ΕΝ.

Έρχονται κοντά το ένα στο άλλο και συγγενεύουν, ως μεταξύ τους ξένα και ως μεταξύ τους οικεία. Στην γλώσσα μας υπάρχει μια λέξη στην οποία η συγγένεια ξένου και οικείου λέγεται ενί ονόματι: ΑΓΧΙΣΤΕΙΑ. Ο Ηράκλειτος δεν την αναφέρει. Όμως στα αποσπάσματά του σώζεται μια άλλη λέξη από την ίδια ρίζα, ΑΓΧ-, η οποία έχει παραδοθεί μεμονωμένη, δίχως συμφραζόμενα, και η οποία θα μπορούσε να ονομάζει το προκείμενο. Ο Heidegger θέτει αυτήν την λέξη ως τίτλο ενός διαλόγου του από το 1945:

ΑΓΧΙΒΑΣΙΗ

ΑΓΧΙΒΑΣΙΗ. ΤοΑΓΧΙ- της μιλά και σήμερα στην λέξη μας "αγχιστεία". Δηλώνει την συγγένεια ανάμεσα στο ξένο και στο οικείο. Η ΒΑΣΙΗ, το ρήμα ΒΑΙΝΩ, μιλά για "βήματα προς...". ΑΓΧΙΒΑΣΙΗ είναι βήματα προς την αγχιστεία. Όμως μέσα από την ίδια ρίζα μιλά και το "άγχος". Το συναντούμε εκεί όπου φαινόταν πως είχαμε απομακρυνθεί απ' αυτό. Λόγω, ΛΟΓΩΙ της ρίζας του, στον ΛΟΓΟΝ της ρίζας του, το άγχος έχει συλλέξει τα πάντα στο ΕΝ της αγχιστείας τους. Όμως, το άγχος, επιτελώντας αυτήν την συλλογή, παραμένει πιστό στην ρίζα του και στον ΛΟΓΟΝ της. Παραμένει στον εαυτό του, μάλιστα απολήγει καταρχήν στον εαυτό του, είναι το άγχος το οποίο είναι. Το άγχος είναι άγχος. Κινούμαστε στον χώρο αυτού το οποίο ο Heidegger, στην συνομιλία του με τον Παρμενίδη, αποκαλεί das tautologische Denken, "η ταυτολογική νόηση". Δεν πρόκειται για μια "σημασία" του άγχους. Το αληθινό άγχος δεν είναι "σημαίνον" το οποίο κολλάει σαν ταμπέλα επάνω στο "σημαινόμενο", π.χ. ενός αισθήματος.

Το άγχος είναι άγχος. Το "είναι" ας ακουστεί εδώ μεταβατικα: Το άγχος (όνομα) "οντίζει", πραγματώνει, το άγχος (τον εαυτό του: το αγχ-, την ΑΓΧΙΒΑΣΙΗ προς την αγχιστεία). Εδώ μιλά η ίδια η γλώσσα, μιλά ο ΛΟΓΟΣ του άγχους, τον οποίο δεν ορίζουμε εμείς, τον οποίο καλούμαστε να ακούσουμε και να ομο-λογήσουμε.

Ας προσέξουμε τώρα το άγχος ως άγχος, την αγχιστεία των αντιθέτων στο ΕΝ. Συνήθως κατοικούμε έναν κόσμο διασπασμένο σε αντίθετα. Χωρίζουμε μεταξύ τους: την αυτονομία και την εξάρτηση, την ασφάλεια και τον κίνδυνο, τον εχθρό και τον φίλο, την χαρά και την λύπη, την νίκη και την ήττα, την ζωή και τον θάνατο. Επιδιώκουμε να αρκεστούμε στο ένα και να εξαλείψουμε το αλλο.

ΜΟΡΦΑΣ ΓΑΡ ΚΑΤΕΘΕΝΤΟ ΔΥΟ ΓΝΩΜΑΣ ΟΝΟΜΑΖΕΙΝ

ΤΩΝ ΜΙΑΝ ΟΥ ΧΡΕΩΝ ΕΣΤΙΝ ΕΝ ΩΙ ΠΕΠΛΑΝΗΜΕΝΟ ΕΙΣΙΝ

"(Οι θνητοί) καταθέτουν γνώμες που ονομάζουν δύο μορφές, η μία από τις οποίες να μην τους χρειάζεται - εδώ πλανώνται.", γράφει ο Παρμενίδης, σε μια τόσο κοντινή και συνάμα τόσο μακρινή συμφωνία με τον Ηράκλειτο. Οι θνητοί χωρίζουν τις μορφές. Έχουν την γνώμη πως τους αρκεί η μία και πως η άλλη δεν χρειάζεται. Πλανώνται. Διότι είναι τα ίδια τα πράγματα που κάπου, κάπως, κάποτε, θα ματαιώσουν τα σχέδιά μας: Η αυτονομία θα εκπέσει στην πλέον ανελεύθερη εξάρτηση, η οχύρωση στην ασφάλεια θα κινδυνεύσει, ο φίλος θα γίνει ο μεγαλύτερος εχθρός, την χαρά θα ακολουθήσει η λύπη, η νίκη θα γνωρίσει την ήττα, η ζωή θα τελειώσει.

Ό,τι είχε τεθεί ως αντίθετο μ' ένα αλλο και αντιτιθέμενο προς αυτό, θα το συναντήσει, ΑΓΧΙΒΑΣΙΗ, τα δύο τους θα καταδειχθούν ως αυτά τα οποία είναι: συγγενικά, εξ αγχιστείας. Είναι η ίδια συγγένεια που γνωρίζουμε και σήμερα: Αυτοί οι οποίοι, χάρη σ' έναν γάμο, συναντώνται και, στην συνάντησή τους, αναγνωρίζονται συνάμα ως ξένοι και οικείοι - όπου και πάλι οι άνθρωποι ως επί το πλείστον καθηλώνονται στο ένα από τα δύο και δέχονται (ΔΟΞΑ) - μόνον την μεταξύ τους ξένωση ή την μεταξύ τους οικειότητα.

Στο άγχος συνέρχονται τα μέχρι τότε αντίθετα στον δρόμο της χθόνιας αγχιστείας τους. Οι ψυχολογικές-ψυχιατρικές παραστάσεις καθιστούν το άγχος "περίπτωση". Όμως είναι ο δρόμος, ο μόνος στον οποιο η αντιθετικότητα χάνεται και συμβαίνει ο κοινός κόσμος, η πραγματικότητα, ότι το λεγόμενο, ακόμα και όταν λέγεται απορριπτικά, είναι.

Όταν έρχεται η ώρα και η καθήλωση στην μία μορφή δεν μπορεί πλέον να κρατηθεί, τα αντιτιθέμενα συναντώνται. Όταν το άγχος είναι, ο αφορώμενος άνθρωπος καταλαμβάνεται εξ απήνης. Ο κόσμος του ανθρώπου, ο συγκεντρωμένος στην μία μορφή και οχυρωμένος απέναντι στην άλλη, χάνεται. Το άγχος σε πιάνει απ' τον λαιμό και σου κόβει την ανάσα: Αγχόνη, μια ακόμη λέξη, ένα ακόμη συν-ώνυμο, καθότι από την ίδια ρίζα, του αγχους. Και πάλι εκείνο το πιάσιμο απ' τον λαιμό κι η ασφυξία, η αγχόνη του άγχους, απομονωμένη και παραστημένη μέσα απο την τρέχουσα αξιολόγηση που απεχθάνεται κάθε τι το ακραίο, ανωδυνοποιείται και λογαριάζεται σαν "σύμπτωμα".

Η αγχόνη του άγχους έρχεται εκεί οπου η καθήλωση στην μία μορφή είχε φτάσει σε αδιέξοδο. Αυτή, ακριβώς αυτή είναι η ώρα όπου, με την ίδια σφοδρότητα, με την ίδια πιεστικότητα, με την οποία είχε προηγουμένως καταπολεμηθεί, εισβάλλει η άλλη μορφή και διατρανώνει την αγχιστεία της: Η εγγύτητα εκεί που κρατούνταν απόσταση, η απόσταση εκεί που κυριαρχούσε η εγγύτητα, ο ενήλικας εκεί όπου επέμενε το παιδί, το παιδί εκεί που ο ενήλικας το είχε ξεχάσει, η φιλία εκεί που υπήρχε η εχθρότητα, η εχθρότητα εκεί που μόνο η συμφιλίωση επιτρέπονταν, το άφημα εκεί που ασκούνταν ο έλεγχος, ο έλεγχος εκεί που όλα ήταν αφημένα, η υγεία εκεί που είχε εξαπλωθεί νοσηρότητα, η νόσος εκεί που τα πάντα σφύζαν από υγεία.

ΑΛΛΑΙ / ΟΔΩΝ ΟΔΟΙ ΠΕΡΑΙΤΕΡΑΙ

"Από κάποιους δρόμους, άλλοι δρόμοι προχωρούν 'περαιτέρω'", γράφει ο Πίνδαρος. Ο δρόμος του άγχους, η ΑΓΧΙΒΑΣΙΗ, λίγες φορές φθάνει μέχρι το τέλος και την συντέλεση. Συνήθως το άγχος παραμένει ουσιαστικά ανώνυμο, ο παθών δεν ονομάζει αυτό που του συμβαίνει. Ως επί το πλείστον κυριαρχεί κάποιου είδους αντίσταση και φυγή: Το άγχος παραμένει κάτι το άγνωστο, λέγεται δίχως να εννοείται, συγκαλύπτεται πίσω από αιτιάσεις φλυαρία υπερκινητικότητα, επικεντρώνεται στο "σωματικό σύμπτωμα", "ερμηνεύεται". Στην φυγή, ακόμη και όταν κανείς λέει "έχω άγχος", δεν το λέει ΟΥΛΟΣ.

Τι σημαίνουν αυτά για την θεραπευτική συνομιλία; Ο θεραπευτής καλείται να μην εννοήσει το άγχος του πελάτη του σαν κάτι το "νευρωτικό" το οποίο χρήζει ερμηνείας και "θεραπείας". Στο άγχος βλέπει έναν δρόμο. Το πρώτο του μέλημα είναι ν' αφήσει αυτόν τον δρόμο ν' ανοίξει, δηλαδή, με την τέχνη του, να καθοδηγήσει τον πελάτη του ώστε αυτός να ελευθερωθεί από την φυγή η οποία αρνείται επίμονα να αρμοστεί στον δρόμο του άγχους, ενώ έχει κληθεί σ' αυτόν.

Εδώ η αγχόνη, μέσα από την οποία ο πελάτης περνά, πρέπει να υποφερθεί. Ο θεραπευτής μπορεί να μείνει ελεύθερος απο κάθε ανησυχία, από κάθε συμπονετική και από κάθε παρηγορητική στάση όταν έχει εμπεδώσει το ότι, εφόσον παίζεται η αλήθεια, αυτός ο δρόμος είναι αναγκαίος και αναπόφευκτος.

Όταν το άγχος έρθει καθαρά και φτάσει στην κορύφωση και στην κρίση, όταν ο πελάτης εχει ανοίξει για το άγχος του, ΟΥΛΟΣ, τότε γίνονται θεραπευτής και πελάτης, ο ένας για τον άλλον, ομιλητοί: Μπορούν να συνομιλήσουν, ν' ακούσουν ο ένας τον άλλο. Όμως ο θεραπευτής μπορεί να είναι επαρκής συνομιλητής όταν και εφόσον έχει διακρίνει μια απάντηση στο οδηγό πλέον ερώτημα: Ποια καθήλωση, σε ποιαν μία μορφή, κλονίζεται στο άγχος του ανθρώπου; Ποια άλλη, μέχρι τώρα αποκλεισμένη, μορφή την πλησιάζει και ζητά ν' αποκαταστήσει την αγχιστεία τους;

Το άνοιγμα του πελάτη στο άγχος και η επάρκεια του θεραπευτή για την συνομιλία τους πηγαίνουν μαζί. Κανένας δεν μπορεί να προχωρήσει μόνος του, δίχως τον άλλον - Όμως, πηγαίνοντας μαζί, ο καθένας πηγαίνει από τον δικό του δρόμο.

Και όλα θέλουν την ώρα τους. Κατά έναν θαυμαστό και ανεξερεύνητο τρόπο είναι η ώρα αυτή που φέρνει τα πάντα.

ΩΡΑΙ ΑΙ ΠΑΝΤΑ ΦΕΡΟΥΣΙ

Όλα αυτά πάλι δεν γίνονται με την έννοια μιας διαδικασίας. Έρχονται ώρες όπου, απρόσμενα, το Μεταξύ θεραπευτή και πελάτη διαυγάζει, και συνομιλούν. Και έρχονται ώρες όπου απλώνεται μια θόλωση και μένουν στην ουσία βουβοί και χρειάζεται να περιμένουν, ν' αφήσουν χρόνο στον εαυτό τους. Στην συνομιλία τους ο δρόμος του άγχους προχωρεί, μέχρι εκεί που προχωρεί, στα σκοτεινά. Αριά και πού εκλάμψεις τον φωτίζουν, και

μέσα στα χάσματα της αστραπής

διαγράφεται η χάραξή του. Και το τέλος, εφόσον η συνομιλία τους φθάσει καν σε αληθινό τέλος, δεν είναι η απόληξη σε κάποιον σκοπό αλλά η εξοικείωση σ' αυτούς τους δρόμους, η κατοίκηση σ' αυτούς τους δρόμους, με τα σκοτάδια στα οποία κάποτε χάνονται, με τις λάμψεις στις οποίες, πάντα κάπως διαφορετικοί, ξεπροβάλλουν.

ΤΑ ΔΕ ΠΑΝΤΑ ΟΙΑΚΙΖΕΙ ΚΕΡΑΥΝΟΣ

"Τα πάντα έχουν για δοιάκι τον κεραυνό."

Η συνομιλία ενός ελληνόφωνου με τον Heidegger για τους δρόμους του άγχους ας κλείσει με κάτι δικό του σχετικό με την φύση των δρόμων που μνημονεύτηκαν, των δρόμων μας:

Οδοί

Οδοί,

Οδοί της νόησης, οι ίδιες οδεύοντας,

σβύνοντας. Γυρίζοντας πότε πάλι,

θεάσεις προς τα πού φέρνοντας;

Οδοί, οι ίδιες οδεύοντας,

άλλοτε ανοιχτές, αιφνίδια οι κλειστές,

όψιμες/./ δείχνοντας ένα πρώιμο:

μηδέποτε κεκτημένο, προορισμένο για την παραίτηση -

τα βήματα λύνοντας

στην κλαγγή αξιόπιστης μοίρας.

Και πάλι η ένδεια

αργόσυρτου σκότους

στο αναμένον φως.

PDF

ΑΛΗΘΕΙΑ


ΑΛΗΘΕΑ ΛΕΓΕΙΝ ΚΑΙ ΠΟIΕΙΝ θα πει στον Ηράκλειτο ΚΑΤΑ ΦΥΣΙΝ ΕΠΑΪΟΝΤΑΣ (απ. 112), και ΚΑΤΑ ΦΥΣΙΝ θα πει πως κάτι λέγεται ΟΚΩΣ ΕΧΕΙ (απ. 1), όπως έχει.

Τα ΑΛΗΘΕΑ είναι τα πράγματα, όπως έχουν, δηλαδή: όπως είναι.

Παράδειγμα: "Είμαι αγχωμένος."

Συνήθως λέμε κι ακούμε την φράση στον τονισμό: "Είμαι αγχωμένος". Εδώ το "αγχωμένος" προσδιορίζει το "είμαι", δηλαδή: Το είναι μου ορίζεται από το άγχος μου, εξαντλείται στο άγχος μου. Είμαι έγκλειστος μέσα του. Το άγχος προ-βάλλει, γίνεται πρό-βλημα, κι εγώ γίνομαι προβληματικός.

Τώρα η φράση, ίδια κι απαράλλαχτη, μπορεί να ειπωθεί με άλλον τρόπο: "Είμαι αγχωμένος". Τώρα το άγχος δεν είναι το κλουβί τού είναι μου. Τώρα το "είμαι" είναι σαν ένας δρόμος όπου, στην πορεία, πέφτω στο άγχος όπως πέφτω π.χ. σε μια καταιγίδα. Παρόλη της την σφοδρότητα και τους κινδύνους που κρύβει, ακόμα κι αν δεν βγω ζωντανός, το είναι μου, ο δρόμος που κάνω, που έκανα, και που ίσως ακόμα έχω να κάνω, δεν εξαντλείται στην καταιγίδα, δεν εξαντλείται στο άγχος μου.

Αυτή είναι μια δυνατότητα περιγραφής του "Είμαι αγχωμένος".

Σ' αυτήν την οπτική το κρίσιμο σημείο κάθε ψυχοθεραπείας βρίσκεται στην αφανή μετάπτωση από τον πρώτο τρόπο στον δεύτερο, από το "είμαι αγχωμένος" στο "είμαι αγχωμένος". Με μια έκφραση του Wittgenstein:
Δίνουμε στο γλωσσοπαίγνιο [το οποίο δεν είναι παιχνίδι με τις λέξεις αλλά "μορφή ζωής"] νέα κλείδωση.

Η θεραπεία που προσβλέπει στα πράγματα όπως είναι, και σαν τέτοια εννοείται εδώ η "φαινομενολογική-υπαρξιακή ανάλυση", είναι χρεωμένη την ΑΛΗΘΕΙΑ. Την θεραπεύει: την υπηρετεί.

Η "νέα κλείδωση", ο δρόμος τού είναι, δεν εφαρμόζεται μόνο εκεί που η λέξη αναφέρεται ρητά, όπως στο παράδειγμα που χρησιμοποίησα. Το είναι εξυπακούεται σε κάθε λέξη, διότι η κάθε λέξη συνοδεύεται από το είναι όπως η κάθε μελωδία της τσαμπούνας από τον πάντα ίδιο ήχο του δεύτερου σωλήνα που κρατάει το ίσο.

Η ΑΛΗΘΕΙΑ ονομάζει τον δρόμο στον οποίο τα πράγματα λέγονται και νοούνται - όπως είναι. Επαναλαμβάνω: Το "όπως είναι" δεν τονίζει το "όπως", δηλαδή δεν απαντά στο ερωτηματικό "πώς;", αλλά ακολουθεί το αναφορικό "πως", "πως είναι": Μιλά στην τονικότητα του είναι.

Στην έκφραση "τονικότητα του είναι" πρέπει ν' ακουστεί το βασικό στοιχείο τής "νέας κλείδωσης" που αποκτά η "μορφή της ζωής". Θα χρησιμοποιήσω έναν λόγο του Αλέξανδρου Βιζυηνού από "Το Φάσμα μου" και θα υπογραμμίσω ότι "μετάπτωση στην τονικότητα του είναι" θα πει: αλλάζει ο ρυθμός του κόσμου.

Τα πράγματα, όπως είναι, ονομάζονται όντα, και στην πρώτη εποχή του Ελληνισμού ΕΟΝΤΑ. Το ΕΟΝ στον Παρμενίδη καλείται ΑΛΗΘΕΙΗΣ ΗΤΟΡ (απ. 1): το σπλάχνο, η καρδιά της αλήθειας: το ίσο της μουσικής που παίζει στον εκάστοτε ρυθμό του κόσμου.

Τα όντα λέγονται από παλιά και με δύο προθέματα: παρ-όντα, απ-όντα, ΠΑΡΕΟΝΤΑ, ΑΠΕΟΝΤΑ.
Παρμενίδης (4,1):
ΛΕΥΣΣΕ Δ' ΟΜΩΣ ΑΠΕΟΝΤΑ ΝΟΩΙ ΠΑΡΕΟΝΤΑ ΒΕΒΑΙΩΣ
"Και βεβαίως δες όμοια με τον νου τα απόντα, τα παρόντα." (Η μετάφραση δική μου.)

Πώς μπορούν να είναι ποτέ όμοια, παρόντα και απόντα; Ρωτάει αυτός που ακούει τις λέξεις στο τονισμό παρόντα, απόντα. Διότι απο- και παρα- δεν είναι όμοια. "Απ-όντα" ονομάζουμε τα απόμακρα πράγματα, τα παρελθόντα και τα μελλοντικά, τα πράγματα της φαντασίας και των ονείρων. "Παρ-όντα" ονομάζουμε τα αισθητηριακά αντιληπτά πράγματα στο εδώ και τώρα.

Ο χωρισμός απόντων και παρόντων πηγαίνει μαζί με μια στάση απέναντί τους η οποία κάθε φορά έχει την μορφή στέρησης και πληρότητας, νοσταλγίας και λησμοσύνης, επιθυμίας και φόβου, εξάρτησης και φυγής κλπ. και των ποικιλόμορφων σύμμεικτων μορφών τους.

Όμως η γραφή του Παρμενίδη λέει: "δες με τον νου", και ο νους, το ΝΟΕΙΝ, βρίσκεται στην τονικότητα του ΕΙΝΑΙ (απ. 3). Το ΛΕΥΣΣΕ ΝΟΩΙ μας παροτρύνει να δούμε απόντα και παρόντα ως παρόντα, απόντα. Τι θα πει αυτό; Θα πει ότι απόντα και παρόντα είναι, πριν από κάθε τι άλλο, - όντα:
Κατά όμοιο τρόπο, απόντα και παρόντα είναι.

Τι θα πει αυτό; Θα πει ότι στο ΛΕΥΣΣΕ Δ' ΟΜΩΣ ΝΟΩΙ η λάμπα απέναντί μου, που με φωτίζει, ο Hanspeter Padrutt (που κυρίως σε συνομιλία μαζί του γράφονται αυτές οι αράδες) εκεί πέρα στην Ζυρίχη, οι ώρες που παλιά περάσαμε μαζί, η ώρα που ίσως κάποτε, με τα ατελή του νέα ελληνικά, κοπιάσει να παρακολουθήσει αυτό το κείμενο, όλα τους, κατά όμοιο τρόπο, είναι.

Σ' αυτό το ΛΕΥΣΣΕ ΟΜΩΣ, στο όμοιο ίδωμα απόντων και παρόντων, οι ποικίλες και περιστασιακές στάσεις απέναντι στο απο- και στο παρα- (στέρηση και πληρότητα, νοσταλγία και λησμοσύνη, επιθυμία και φόβος, εξάρτηση και φυγή κλπ.) χάνουν κάθε νόημα και διαλύονται σαν την ζάχαρη στο νερό.

Δυο παραδείγματα ενός τέτοιου βλέμματος (Οι στίχοι που μας αφορούν εδώ, με πλάγιους χαρακτήρες):
Καβάφης, Θυμήσου, σώμα...

Σώμα, θυμήσου όχι μόνο το πόσο αγπήθηκες,
όχι μονάχα τα κρεββάτια όπου πλάγιασες,
αλλά κι εκείνες τες επιθυμίες που για σένα
γυάλιζαν μες στα μάτια φανερά,
κ' ετρέμανε μες στην φωνή - και κάποιο
τυχαίον εμπόδιο τες ματαίωσε.
Τώρα που είναι όλα πια μέσα στο παρελθόν,
μοιάζει σχεδόν και στες επιθυμίες
εκείνες σαν να δόθηκες
- πώς γυάλιζαν,
θυμήσου, μες στα μάτια που σε κύτταζαν•
πώς έτρεμαν μες στην φωνή, για σε, θυμήσου, σώμα.



Σεφέρης, Θερινό Ηλιοστάσι

Τώρα,
Με το λιωμένο μολύβι του κλήδονα
Το λαμπύρισμα του καλοκαιρινού πελάγου,
η γύμνια ολόκληρης της ζωής•
και το πέρασμα και το σταμάτημα και το πλάγιασμα και το τίναγμα
τα χείλια το χαϊδεμένο δέρας,
όλα γυρεύουν να καούν.
Όπως το πεύκο καταμεσήμερα
Κυριεμένο απ' το ρετσίνι
Βιάζεται να γεννήσει φλόγα
Και δε βαστά πια την παιδωμή -
Φώναξε τα παιδιά να μαζέψουν τη στάχτη
Και να τη σπείρουν.
Ό,τι πέρασε πέρασε σωστά.
Κι εκείνα ακόμη που δεν πέρασαν
πρέπει να καούν

τούτο το μεσημέρι που καρφώθηκε ο ήλιος
στην καρδιά του εκατόφυλλου ρόδου.

Στην θεραπεία, όταν κανείς έχει τ' αυτιά να τ' ακούσει, που θα πει και να τα προκαλέσει, αυτό συμβαίνει π.χ. εκεί που κανείς λύνεται από την καθήλωση στους γονείς που έχει, αλλά και στους γονείς που ενδεχομένως θα ήθελε να έχει, από την καθήλωση στα πράγματα που ευτύχησαν να συμβούν, αλλά και σ' εκείνα που δεν ευοδώθηκαν, από την καθήλωση σ' αυτό στο οποίο βρίσκεται, αλλά και σ' αυτό στο οποίο ελπίζει, περιμένει να βρεθεί.

Η λύση από το βάσανο της στέρησης, η προσκόλληση στην επιδίωξη της πληρότητας κλπ. δεν επιτυγχάνεται με ψυχολογίστικες ερμηνείες και με συμπεριφορικές τεχνικές. Χαρίζεται στα μάτια που ανοίγουν για την ΑΛΗΘΕΙΑ, δηλαδή ανοίγουν με όμοιο τρόπο για παρόντα και απόντα.

Το όμοιο βλέμμα για απόντα και παρόντα καθιστά αδύνατη την μονομέρεια ως καθήλωση π.χ. σε έναν άνθρωπο, σε ένα πράγμα, στη ζωή: Κανείς μπορεί αληθινά να βρίσκεται με τον άλλον όταν ξέρει και να χωρίζει, μπορεί αληθινά να χαίρεται κάτι όταν ξέρει και να το χάνει, μπορεί αληθινά να ζει όταν ξέρει και να πεθαίνει.

Τι μας υποχρεώνει σε μια τέτοια αλήθεια; Μια φράση του Παρμενίδη λέει (απ. 6,1):
ΧΡΗ ΤΟ ΛΕΓΕΙΝ ΤΕ ΝΟΕΙΝ Τ' ΕΟΝ ΕΜΜΕΝΑΙ.
"Χρέος είναι τούτο, να λέγεται και να νοείται: το ον είναι." (Μετάφραση δική μου.)

Η φράση του Παρμενίδη, αν είχε τον χαρακτήρα της εντολής, θα μας μιλούσε για την υποχρέωση να λέμε και να σκεφτόμαστε: "Το ον είναι ... Το ον είναι ... Το ον είναι ... κ.ο.κ.". Όμως αυτό δεν έχει νόημα.

Η φράση του Παρμενίδη έχει τον χαρακτήρα αυτού το οποίο οι Αρχαίοι αποκαλούν ΝΟΜΟΣ, και την διευκρίνιση του οποίου οφείλουμε στο έργο του Θρασύβουλου Γεωργιάδη.

Στο κελάιδημα ενός πουλιού, π.χ. της δεκαοχτούρας, υπ-άρχει ένας ΝΟΜΟΣ: Το ακούμε κι αναγνωρίζουμε το χαρακτηριστικό κελάιδημα της δεκαοχτούρας. Ο Αριστοφάνης μιλά για τον ΕΠΙΚΛΑΥΤΟΝ ΑΗΔΟΝΙΟΝ ΝΟΜΟΝ (Βάτραχοι, στ. 684).

Ο ΝΟΜΟΣ της δεκαοχτούρας χρειάζεται την δεκαοχτούρα, το κελάιδημά της, καθώς μόνο σ' αυτήν την πράξη αποκτά υπόσταση, κάθε φορά για πρώτη και τελευταία φορά.

ΝΟΜΟΣ: Η δεκαοχτούρα νέμεται αυτό που της έχει απομεμηθεί, και σ' αυτήν την νομή είναι.

Το "Είναι-στον-κόσμο" του Heidegger, το "γλωσσοπαίγνιο" του Wittgenstein είναι ΝΟΜΟΙ: Ανανωρίζουμε σ' αυτούς το τέλος μιας εποχής, την δυνατότητα μιας άλλης, αυτό που είμαστε κι αυτό που μπορούμε να είμαστε.

Τέτοιοι ΝΟΜΟΙ χρειάζονται τον άνθρωπο και τα πουλια και τα πάντα. Όμως, όπως και στο παράδειγμα της δεκαοχτούρας, το "χρειάζονται" δεν αναφέρεται σε κάτι περιστασιακό, όπως π.χ. όταν ο υπάλληλος ρωτάει τον προϊστάμενό του: "Με χρειάζεστε;", κι αυτός απαντά: "Σε χρειάζομαι" ή "Δεν σε χρειάζομαι."

Όπως η δεκαοχτούρα είναι εκτελώντας τον ΝΟΜΟ της, έτσι κι ο άνθρωπος είναι κάνοντας την ζωή του και πεθαίνοντας τον θάνατό του με το να εκτελεί τους ΝΟΜΟΥΣ που τον χρειάζονται. Τον χρειάζονται με τον ίδιο τρόπο που οι ψυχές στην Νέκυια της Οδύσσειας χρειάζονται να πιουν το αίμα για να βρουν την λαλιά τους και να μιλήσουν με τον άνθρωπο που κατέβηκε να τις συναντήσει.

Αυτό είναι το ΧΡΗ στην φράση του Παρμενίδη ΧΡΗ ΤΟ ΛΕΓΕΙΝ ΤΕ ΝΟΕΙΝ Τ' ΕΟΝ ΕΜΜΕΝΑΙ.

Ο δρόμος τού είναι, είναι ΝΟΜΟΣ. Χρειάζεται τον άνθρωπο. Όπως με την δεκαοχτούρα στο κελάιδημά της, στο καθοδόν τού είναι αναγνωρίζουμε τον άνθρωπο σε κάθε λέξη του, σε κάθε ανάσα του. Είμαστε εκτέλεσή του, είτε το ξέρουμε είτε όχι, είτε το θέλουμε είτε όχι.

Και όπως μόνον αυτός που βλέπει μπορεί να είναι τυφλός, μόνον αυτός που έχει χρεωθεί την τονικότητα τού είναι μπορεί, και πρέπει, ευρισκόμενος μέσα στον τόνο, να είναι παράτονος, π.χ. στο βάσανο της στέρησης και στην επιδίωξη της πληρότητας κλπ. που αναφέρθηκαν, μπορεί, ευρισκόμενος στο "είμαι αγχωμένος", να λέει: "είμαι αγχωμένος".

Αυτό το χρέος, που είμαστε, είναι που στον Παρμενίδη έρχεται και με τα ονόματα ΜΟΙΡΑ, ΘΕΜΙΣ, ΑΝΑΓΚΗ: Το χρέος που είμαστε είναι η μοίρα μας. Μας θεσπίζει. Είναι ανάγκη.

Και γιατί αυτό το χρέος είναι μοίρα και θεσμός κι ανάγκη; Μάς το λέει το απόσπασμα 3 που αναφέρθηκε επιτροχάδην:
ΤΟ ΓΑΡ ΑΥΤΟΝ ΝΟΕΙΝ ΕΣΤΙΝ ΤΕ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ.
"Καθότι είναι το αυτό, νόηση και είναι." (Μετάφραση δική μου.)

Αν το ΝΟΕΙΝ ονομάζει το ιδιαίτερο του ανθρώπου, τότε το απόσπασμα λέει πως ο άνθρωπος δεν έχει καμιά ιδιαιτερότητα: Δεν υπάρχει τίποτα που να ξεκινά και να τελειώνει αληθινά σ' αυτόν, είτε σαν άτομο είτε σαν οικογένεια είτε σαν κοινωνία είτε σαν ανθρωπότητα. Το αγχωμένος, για παράδειγμα, δεν ανήκει στο "εγώ" αλλά στο είμαι, με τον τρόπο που αναφέρθηκε.

Το χρέος για το οποίο γίνεται λόγος εδώ, "στην ηχώ του Παρμενίδη" (Heidegger), είναι όπως το χρέος του μήλου να πέφτει κάτω από την μηλιά. Αυτό θα πει, σε αναφορά με τα προηγούμενα: Είναι μοίρα και θεσμός και ανάγκη, το μήλο να βρεθεί στο μέρος που ήδη ανήκει και που το περιμένει, ο άνθρωπος, μέσα από δρόμους παράξενους, να βρίσκει, δηλαδή να χάνει, την ταυτότητά του στην ταυτότητα με το είναι. Το άγχος "μέσα μου" απολύεται στην καταιγίδα του δρόμου.

Και η θεραπευτική συνάντηση που είναι χρεωμένη την ΑΛΗΘΕΙΑ;

Είναι ο δρόμος από το παράτονο της σύγχυσης και της πλάνης στην κατοίκηση μέσα στον τόνο. Δεν σημαίνει πως η πλάνη εξοβελίζεται. Δεν πρόκειται για μύηση. Όταν κανείς έχει βρεθεί μια φορά μέσα στον τόνο, τότε γνωρίζει και τις ώρες που μιλά και πράττει παράτονα: Αναγνωριζονται τόσο η αλήθεια όσο και η πλάνη, που και τα δύο έχουν τον τόπο τους. Αναγνωρίζεται, και μένει αποδεκτή, η ώρα της σύγχυσης, της συσκότισης.

Δεν πρόκειται για "γνώση". Περισσότερο πρόκειται για το ότι αλήθεια και πλάνη παύουν να είναι καν θέμα: Μαθαίνεις να προχωράς στα τυφλά, καλύτερα, μαθαίνεις ότι προχωράς στα τυφλά, δηλαδή ποτέ αληθινά με την δική σου προαίρεση. Αναγνωρίζεται η περατότητα, η θνητότητα. Μαθαίνεται η ταπεινοσύνη.

Το ζητούμενο δεν είναι η θεραπεία με στόχο την καλύτερη ισορροπία, την αποτελεσματικότερη "λειτουργία", την ψυχική υγεία, αλλά η επάφεση σ' αυτό που δεν εξυπηρετεί τον άνθρωπο αλλά τον ορίζει. Είναι η ανιδιοτέλεια ως παραίτηση από την πρωτοκαθεδρία του "θέλω", του "πρέπει" και αποδοχή ότι το είμαι είναι πάντα δυνατότερο από το "θέλω" ή "πρέπει" να είμαι.

Αυτό δεν είναι "αυτογνωσία", "αυτοπραγμάτωση" αλλά η εμπράγματη, επώδυνη και συνάμα λυτρωτική άρρητη εξοικείωση στο πολύμορφο, πολυσήμαντο, πολύφωνο παιχνίδι ζωής και θανάτου.

Η εξοικείωση συμβαίνει στο πεδίο της γλώσσας, ως ονομασία. Ονόματα χιλιοειπωμένα, τώρα λέγονται στην πραγματικότητα για πρώτη φορά, και "γράφουν" - Πατέρας. Μητέρα. Καλημέρα. Καληνύχτα. Όπως ένα έργο της τέχνης, της νόησης, όπως εδώ κι εκεί στην καθημερινότητα, έτσι και η θεραπεία, η χρεωμένη την ΑΛΗΘΕΙΑ, δεν είναι παρά μια σειρά από πράξεις ονομασίας που ευτύχησαν να συμβούν - μια σειρά από πράξεις αλήθευσης, στις οποίες μέσα άνθρωπος και κόσμος ξαναβαφτίζονται.

PDF

Φαινομενολογια και Υπαρξη


Πριν απο μισο χρονο με επισκεφθηκε μια νεαρη ψυχολογος που ηθελε να μαθει περισσοτερα για τον τροπο της θεραπευτικης μου εργασιας. Ειχε, μου ειπε, ακουσει μιαν ομιλια μου, κι αυτο που συγκρατησε ηταν μια φραση, οτι η ψυχαναλυση ειναι συνομιλια. Πως το εννοω αυτο;

Της αφηγηθηκα ενα στιγμιοτυπο απο την αμεσως προηγουμενη ωρα:
Μια γυναικα λεει, ο αντρας της τελευταια τρωει ανεξελεγκτα, εχει παχυνει, κουραζεται, κι αυτη ολο του λεει να μην τρωει, μια αγωνια, αυτος θυμωνει, καταληγουνε να μαλωνουν, δεν ξερει τι να κανει...

Τα τελευταια της λογια ("... τι να κανω ..."), ακομα κι αν δεν αποτεινονται στον θεραπευτη, θα μπορουσαν να τον παρασυρουν και να προσπαθησει ο ιδιος να βρει, τι να κανει, και να της δωσει μια συμβουλη.

Συνηθως θεωρειται πως συμβουλευτικη και αναλυτικη θεραπεια ειναι απλως ξεχωριστες μεθοδοι και πως αν π.χ. αυτη η γυναικα δεν ηταν ξαπλωμενη σ' ενα κρεβατι κι εγω δεν καθομουν πισω της, θα της εδινα συμβουλες, που δεν της δινω επειδη "κανουμε αναλυση". Ειναι λαθος. Η συμβουλη ειναι δυνατη μονον εκει που κανεις ειναι ελευθερος να φερθει κι αλλιως. Αν εχω π.χ. αχρωματοψια, η συμβουλη "στο κοκκινο σταματα, στο πρασινο ξεκινα" ειναι αχρηστη.

Η γυναικα, στην προκειμενη περιπτωση, δεν ειναι ελευθερη. Που το ξερω; Το μαρτυρει το λαχανιασμενο και το σπασμωδικο της φωνης της, ο τροπος της, που σαν υπνοβατης λεει στον αντρα της τα ιδια και τα ιδια, πεφτοντας συνεχως πανω στον τοιχο της οργισμενης του αντιδρασης. Στα λογια της δεν βλεπω τοσο πολυ τον αντρα, δεν τον εχω τοσο ζωντανο μπροστα στα ματια μου. Την σκηνη την καταλαμβανει σχεδον η γυναικα. Τι θα πουν ολα αυτα; Οτι δεν μιλα για μια δικη του υποθεση, αλλα για δικη της.

Εγκαταλειπω λοιπον το ενδεχομενο μιας συμβουλης. Ομως ουτε και τεινω να εξηγησω, που θα πει στην συνηθισμενη ψυχολογικη σκεψη: να μεταφρασω τα λογια της γυναικας στην γλωσσα ενος ψυχαναλυτικου η αλλου μοντελου, π.χ. σε ορους "στοματικου σταδιου", να κανω συνδεσεις, π.χ. με την σχεση της μ' εμενα και την "μεταβιβαση", να σκεφτω το ενα και το αλλο και να δωσω μια ερμηνεια του στιλ: "Αυτο σημαινει αυτο."

Για μενα το ζητουμενο ειναι, αυτο που λεει η γυναικα να το προσεξουμε περισσοτερο.

Ομως που βρισκεται το ζητουμενο; Οχι στον αντρα της και την πολυφαγια του, αλλα πιο πριν, οπως ειπα προηγουμενως, στον τροπο με τον οποιο η πολυφαγια του αντρα της την αφορα. Αυτο ειναι το πρωτο. Και οσο αυτο, δηλαδη η ακομα αγνωστη δικη της υποθεση, την κρατα δεσμια, δεν θα ειναι σε θεση να στραφει στον αντρα της και στο ενδεχομενο προβλημα του πραγματικα.

Και πως μπορουν τα σημαδια που μου σημαινουν οτι η γυναικα μιλα για δικη της υποθεση να γινουν θεμα, εκει που τα λογια της εχουν για θεμα τον αντρα της; Απ' οσα ειπε, μου φαινεται πως η λεξη "αγωνια" δειχνει καθαροτερα προς το ζητουμενο.

Την ρωταω λοιπον:
- Αυτην την αγωνια, μπορειτε να την περιγραψετε περισσοτερο;

Εγω δεν ξερω σχετικα τιποτα. Ειναι σαν να συμπλεουμε σ' ενα καραβι, εγω ενας τυφλος, που ομως πιανω την κατευθυνση του αερα, της δειχνω προς τα κει, και τωρα αυτη χρειαζεται να κανει την στροφη και να πει τι βλεπει, ποια εικονα και ποιον οριζοντα.

Αυτο εννοω με "συνομιλια": Ο ενας χρειαζεται τον αλλο, και μονο ετσι ειναι δυνατη μια αληθινη συνομιλια, μια αληθινα θεραπευτικη συνομιλια.

Λεει λοιπον η γυναικα:
- Εχω την αγωνια οτι θα πεθανει.

Εδω παλι θα μπορουσα να πω αυτα που γνωριζω απο την βιβλιογραφια: Ο φοβος ειναι ασυνειδητη επιθυμια, η γυναικα ασυνειδητα επιθυμει τον θανατο του αντρα της. Ομως αυτο δεν εχει κερδηθει απο την συνομιλια μας, και γι' αυτο ειναι αχρηστο. Τοσο απλα.

Το πολυτιμοτερο στην συναντηση μας δεν ειναι τετοιου ειδους γνωσεις. Το πολυτιμοτερο ειναι η δυνατοτητα, αυτη η γυναικα να μαθει να συνομιλει. Κι αυτο μαθαινεται μονον στο ζωντανο παραδειγμα της ιδιας της θεραπευτικης συναντησης.

Η τελευταια απαντηση της γυναικας, "Εχω την αγωνια οτι θα πεθανει.", λεχθηκε καπου βιαστικα και, αν τα λογια αποτυπωνονταν σε γραπτη γλωσσα, η τελεια στο τελος θα ηταν εντονη και παχια, σαν να 'λεγε: "Μεχρι εδω ... Φοβαμαι ... Τρομερα πραγματα ... Δεν θελω να το σκεφτομαι ..."

Την ρωταω:
- Ας υποθεσουμε οτι πεθαινει. Πως ειναι τοτε;

Η ερωτηση μου την καλει, την εικονα που φοβαται να την φερει εμπρος στα ματια της, να σταθει απεναντι της και να την αντιμετωπισει.

Η απαντηση της:
- Θα φταιω.

Τωρα βλεπουμε καθαροτερα πως η πολυφαγια του αντρα της ειναι δικη της υποθεση.

Ομως ο τυφλος εδω αντιλαμβανεται κατι ακομα: Απ' ολες τις δυνατες αντιδρασεις στην πολυφαγια του, η γυναικα λεει: "Θα φταιω." Θα μπορουσε ποτε να πει αυτην τη φραση αν δεν ηταν κατα καποιον τροπο προκατειλημμενη ωστε να αντιδρα ετσι; Μπορει ποτε μια τετοια φραση να ερθει απο το πουθενα;

Βλεπει κανεις πως τα πραγματα αναπτυσσουν εναν δικο τους ρυθμο και, αν ξερουμε να του ανταποκριθουμε, καθοδηγουνε τα βηματα μας με μια σιγουρια απειρως ανωτερη απο την πιστη σε μια ερμηνεια και στην θεωρια στην οποια στηριζεται.

Γραφει καπου ο Martin Heidegger: Η νοηση βαστα ορτσα στον αερα του πραγματος.

"Θα φταιω", λεει η γυναικα. Αντιλαμβανομαι το προκατειλημμενο των λογων της, κατα κει τωρα χρειαζεται να ορτσαρουμε, την ρωτω:
- Αυτο το "θα φταιω", σας λεει κατι; Που το πρωτογνωρισατε; Ποτε το πρωτακουσατε; Ποτε το πρωτοειπατε; Ξερετε;

Η γυναικα μιλαει για την μητερα της, πως μεγαλωσε ουσιαστικα ακουγοντας οτι την στεναχωρουν κι οτι θα την πεθανουν κλπ.

Τονιζω και παλι οτι αυτα δεν συνιστουν "υλικο" για ερμηνειες. Η ιδια η αποκαλυψη τους, ο ερχομος τους σε γλωσσα, οταν οι λεξεις εννοουνται και δεν λεγονται για να λεγονται, ειναι το θεραπευτικο. Και τουτο μονο σε μιαν αληθινη συνομιλια ειναι δυνατο.

"Αποκαλυψη" που δεν καταληγει στο αποκαλυφθεν, οπως π.χ. σε μια ανακριση, αλλα σαν δρομος, σαν τροπος ζωης - και θανατου.

Η ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΛΟΓΙΑ, για την οποια γινεται λογος στον τιτλο του κειμενου και του Περιοδικου και της Εταιρειας του, εχει τον χαρακτηρα του δρομου μιας τετοιας προσεγγισης στα πραγματα, μιας τετοιας αποκαλυψης. Οδωνεται απο την συνομιλια.

Γι' αυτο και χρειαζεται να προσεξουμε και να μην θεωρησουμε το ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ αντικειμενο, ενα κατι, αλλα να τιμησουμε τον ρηματικο χαρακτηρα που εχει, σαν μετοχη. Ονομαζει αυτο τουτο το συμβαν της φανερωσης, της αναφυησης.

Οπου στην αναφυηση στο ανοιχτο αναφυεται συναμα η προελευση της, το αβατο κι απροσιτο των ριζων - ακριβως σαν αβατο και απροσιτο. Ακριβως οπως στην ανατολη συν-ανατελλει το σκοταδι. Το σκοταδι, ακριβως οπως το ανασυρει π.χ. κι ενα ποντικι που ξετρυπωνει απο τα εγκατα και τρομαζει τις νοικοκυρες. Ακριβως οπως η πολυφαγια του αντρα φερνει εμπρος στην γυναικα την αλλοτινη μορφη της μητερας της.

Η Φαινομενολογια ειναι, με μια εκφραση και παλι του Heidegger, ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΦΑΝΟΥΣ. Γι' αυτο ο θεραπευτης χρειαζεται να ειναι τυφλος αλλα και, Hoelderlin,
μ' ενα ματι περισσιο.

Η θεραπεια της γυναικας με την αγωνια για την πολυφαγια του αντρα της, επιζητει το ανοιγμα των ματιων γι' αυτο στο οποιο βρισκεται ηδη, και το οποιο πλησιασαμε κατα την μεταξυ μας συνομιλια.

Θελουμε να εννοησουμε κατι που βρισκεται ηδη ανοιχτο εμπρος στα ματια μας.
γραφει ο Ludwig Wittgenstein. Και:

Οι σημαντικοτερες για μας πλευρες των πραγματων ειναι κρυμμενες λογω της απλοτητας και της καθημερινοτητας τους.

Ετσι η Φαινομενολογια ονομαζει τον δρομο "πισω στα πραγματα", δηλαδη στην πρωτη αρχη τους, που δεν ειναι αλλη απο τα πραγματα αυτα καθαυτα, ομως "κρυμμενα", αν και "μπροστα στα ματια μας".

Ανηκει στην αρχη, μ' αυτην την εννοια, να υπ-αρχει. Ετσι και η ΥΠΑΡΞΗ δεν ειναι ενα κατι. Ονομαζει τον τροπο με τον οποιο αρχουν τα πραγματα. Αρχουν, δηλαδη συνιστουν το σημειο αναφορας καθε αναφορας: Αρχουν με τον τροπο της υπ-αρξης.

ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΛΟΓΙΑ και ΥΠΑΡΞΗ ειναι λεξεις ομοουσιες: Ειναι ο τροπος της Υπ-αρξης, που κανει αναγκαια την Φαινομενολογια ως αποκαλυψη. Ειναι ο δρομος της Φαινομενολογιας, που επιτρεπει στην Υπ-αρξη να ερθει, σαν τετοια, δηλαδη σαν ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ, με το Αφανες που το συνοδευει, στο φως, δηλαδη στην γλωσσα. Στον Παρμενιδη αποκαλειται ΑΛΗΘΕΙΑ.

Η νεαρη ψυχολογος που μ' ακουγε, μεχρι τωρα δεν ξαναφανηκε.

(Δημοσιευτηκε στο περιοδικο "Ψυχανεμισματα", Τευχος 1ο, Φθινοπωρο 2005.)

PDF

Θεραπευτικη παιδεια

Οπως η "μουσικη παιδεια" αναφερεται σε κατι περαν της εκμαθησης ενος οργανου, η "πολιτικη παιδεια" σε κατι περαν της συμμετοχης σ' ενα πολιτικο κομμα, ετσι και η "θεραπευτικη παιδεια" δεν εξαντλειται στον χωρο των θεραπευτικων σχολων, δεν τις ανταγωνιζεται και δεν τις υποκαθιστα. Αντιθετα, οπως στη μουσικη και ισως και στην πολιτικη, μια καποια σχολη ειναι η σκαλα προς τη θεραπευτικη παιδεια. Οταν κανεις την ανεβει, μπορει και να την πεταξει.

Προκειται για τη μορφη της παιδειας που εννοουσε ο Πλατωνας: "Περιαγωγη ολης της ψυχης": Η θεραπευτικη παιδεια ονομαζει εκεινη τη διασταση οπου ενας θεραπευτης ειναι ο ανθρωπος που ειναι. Με αλλα λογια, οπου ο θεραπευτης ειναι θεραπευτης με "ολη του την ψυχη". Με αλλα λογια, οπου ο θεραπευτης θεραπευει προπαντων με το δικο του ζωντανο παραδειγμα.

Εδω οδηγος προς μια τετοια παιδεια ειναι η εδραιωμενη πεποιθηση οτι περαν της οποιας θεραπευτικης κατευθυνσης, περαν των οποιων τεχνικων και θεωρητικων γνωσεων, ο επαρκης θεραπευτης χαρακτηριζεται απο μια οξυτητα του βλεμματος, μια ευρυτητα της καρδιας και του νου, ενα βαθος του λογου που δεν ερχονται απο τη μελετη της ψυχιατρικης και της ψυχολογιας αλλα απο αλλου.

Η θεραπευτικη παιδεια, οπως επιδιωχθηκε σε μαθηματα μου που ξεκινησαν στην Ελλαδα πριν απο δεκαπεντε χρονια, και πλεον συνεχιζονται στο πλαισιο του εκπαιδευτικου προγραμματος της Εταιρειας, αποκταται στον οριζοντα μιας διαρκους συνομιλιας με μεγαλες μορφες της νοησης και της ποιησης των αρχαιων και νεοτερων χρονων: Προσωκρατικοι, αρχαιοι λυρικοι και τραγωδοι, συγχρονοι δασκαλοι του Ζεν, Freud, Heidegger, Wittgenstein, Hölderlin, Celan, Γεωργιαδης κ.α.

Φυσικα δεν προκειται για τη μεταδοση μιας "διδακτεας υλης" και την αποκτηση γνωσεων. Προκειται περισσοτερο για την εξοικειωση σ' ενα ανοιγμα, οπως π.χ. ο καπετανιος που κανει δρομολογια στη λιμνη και καλειται εφεξης να ταξιδευει στο πελαγος. Στα καθ' ημας, η εξοικειωση στο "πελαγος" επιδιωκεται με τους παρακατω τροπους:

1. Το πρωτο ειναι η εμπειρια μιας προσωπικης θεραπειας, της λεγομενης "εκπαιδευτικης αναλυσης" που δεν διαφερει σε τιποτα απο οποιαδηποτε αλλη αναλυση.

Σ' αυτο το ευρυ πεδιο δεν θα επεκταθω ιδιαιτερα. Θα υπογραμμισω μονο οτι η κατευθυνση δεν ειναι αυτη της "θεραπειας" των λεγομενων "ψυχοπαθολογικων συμπτωματων" αλλα, παντα με την εννοια της "περιαγωγης ολης της ψυχης", η μαθητεια στη συνομιλια, στη δυνατοτητα να βλεπει, ν' ακουει και να μιλα. Τα αλλα ερχονται απο μονα τους.

2. Στη θεραπευτικη συναντηση, οπως ανεφερα, ο θεραπευτης μετεχει με τον εαυτο του. Ο "εαυτος" δεν χρησιμοποιειται εδω ως ορος της ψυχολογιας. Σημαινει την μη περαιτερω αναλυσιμη ιδιαιτεροτητα μου, την «εκαστοτητα» μου, σημαινει την πρωτογενη και παντα εκ νεου δοκιμαζομενη ταυτολογια του οτι ειμαι αυτος που ειμαι. Σημαινει την αναγκη και το καλεσμα να αναλαβω το δικο μου και οχι να επιδιωκω αυτο που θα 'θελα η θα 'πρεπε να ειμαι.

Ο θεραπευτης ως θεραπευτης δεν καλειται να παρει αποσταση απο τον εαυτο του αλλα να υπεισελθει σ’ αυτον ακομη περισσοτερο: να γνωρισει, να δεχτει και να εκπροσωπησει ακομη καθαροτερα τις αναφορες, τις θεσεις και τις αποριες, τις διαπλοκες αληθειας και πλανης, και ακομη τα αλεκτα που του ανταποκρινονται.

Ενας δυνατος δρομος προς το καλεσμα του εαυτου ανοιγεται εκει που οι συμμετεχοντες φερνουν κειμενα της δικης τους ελευθερης επιλογης, τα οποια διαβαζονται και συζητουνται απο κοινου. Το νοημα δεν εξαντλειται στο εκαστοτε παρουσιαζομενο κειμενο. Το κρισιμο ειναι η ιδια η ελευθερη επιλογη, στην οποια οι συμμετεχοντες ενθαρρυνονται. Προκειται για μια ελευθερια που δεν ειναι κεκτημενη. Χρειαζεται να τολμηθει και να μαθευτει. Τολμαται το ανοιγμα, και συναμα ο περιορισμος σ’ εκεινη τη συνομιλια με την παραδοση που προσιδιαζει στον εαυτο του, που τον αφορα, οπως τον αφορα, αυτον και μονον αυτον.

3. Το αποφασιστικο σημειο, στο οποιο ο θεραπευτης δοκιμαζεται, ειναι η ερμηνεια: Ο λογος του θεραπευτη αναγνωριζει και ονομαζει πραγματα που αφορουν τον θεραπευομενο, οπως ερχονται στη συνομιλια τους, στη μοναδικοτητα και στο ανεπαναληπτο της στιγμης, και που γι’ αυτο δεν εχουν ποτε μεχρι τωρα αναγνωριστει και ονομαστει. Ειναι μια ικανοτητα, που ομοια της μονον ο λογοτεχνης και ο φιλοσοφος χρειαζεται να κατεχουν.

Η ζητουμενη ικανοτητα του λογου ενασκειται αφενος με κειμενα που γραφουν οι συμμετεχοντες και συζητουνται, οπου αναζητειται η επαρκης διατυπωση αυτου που θελει να ερθει σε γλωσσα, και αφετερου με τη μελετη γραφων απο τη παλαιοτερη και νεοτερη γραμματεια, οπου δινεται προσοχη σε ο,τι λεγεται και στον τροπο που λεγεται.

4. Αυτη ακριβως η ικανοτητα ειναι που αποκταται και με ο,τι συνηθιστηκε να ονομαζεται "εποπτεια". Η "εποπτεια" δεν ειναι παρα η ασκηση εκεινης της προσοχης, χαρη στην οποια ο θεραπευτης ακουει τα ρητα και τα αρρητα, φερνει σε γλωσσα τα κυοφορουμενα, σωπαινει εκει που χρειαζεται ν’ απαντησει με τη σιωπη του.

Ο εποπτευομενος ασκειται καταρχην στο να περιγραφει ενα στιγμιοτυπο: Να μη μιλα με σημειο αναφορας τον εαυτο του, να μην καταφευγει σε ψυχολογικους και ψυχοπαθολογικους ορους, να μη συγκρινει "περιστατικα", να μη συγχεει περιγραφη και εξηγηση.

Οσο καθαροτερη ειναι η περιγραφη, τοσο καθαροτερα ο εποπτευων γινεται επ-οπτης, βλεπει το τι διαμειβεται, τοσο ευκρινεστερα ακουει τον θεραπευομενο ο ιδιος, τοσο αμεσοτερα υπεισερχεται ο ιδιος σε μια συνομιλια μαζι του. Ετσι μπορει να μιλησει σαν αυτος να ηταν ο θεραπευτης, και ο εποπτευομενος γινεται μαρτυρας αυτης της συνομιλιας.

Το νοημα δεν ειναι να επισημανθει στον εποπευομενο το σωστο και το λαθος αλλα να γνωρισει στο παραδειγμα του εποπτευοντος μια θεραπευτικη σταση. Στην αντιπαραθεση μ' αυτην, μια αντιπαραθεση που θα περασει απο τη μιμηση και την αντισταση, θα διαμορφωθει με τον καιρο η δικη του θεραπευτικη σταση.

5. Οσο περισσοτερο ανοιχτη ειναι η θεραπευτικη συνομιλια, τοσο λιγοτερο θα περιοριστει στην ανακουφιση των συμπτωματων. Με τη μια η την αλλη μορφη, συγκεκαλυμμενα η ρητα, θα ανακυψουν τα βασικα ερωτηματα για το νοημα της ζωης, για το "ποιος ειμαι", "απο που ερχομαι" και "που παω", θα γινει ο ιδιος ο ερωτων, οταν το λεει η καρδια του, ζητημα ζωης και θανατου. Ο θεραπευτης, για να ανταποκριθει με την απαιτουμενη επαρκεια, χρειαζεται να εχει ιδιαιτερη εξοικειωση μ’ αυτα, τα πρωτα και υστατα ερωτηματα.

Η ζητουμενη εξοικειωση αποκταται με τη μελετη των μεγαλων νοητων και ποιητων της αρχαιοτητας και των νεωτερων χρονων, αυτων που αναφερθηκαν προηγουμενως, και αλλων. Σ’ αυτες τις γραφες αναγνωριζονται δρομοι και νοηματα που μας αφορουν και μας κατευθυνουν και μας καθιστουν ικανους για μια επαρκεστερη συνομιλια με τους ανθρωπους που ερχονται σ’ εμας αναζητωντας τελικα δρομο και νοημα και κατευθυνση.

6. Περιττο να ειπωθει οτι δεν προκειται για πεντε διαφορετικα σημεια αλλα για πεντε τροπους εκμαθησης και εξοικειωσης στο ενα και μονο ζητουμενο.

Ας μην βιαστουμε να το προσδιορισουμε με ενα ονομα. Διοτι το ονομα του θα το βρει καθε φορα, οσο το βρει, μεσα απο την ιδια την αναζητηση.

Τετραδια Ψυχιατρικης, Σεπτεμβριος 2001
PDF

Ο τρελος, ο σοφος, ο ποιητης

Ο τρελος, ο σοφος, ο ποιητης

Ο τρελος, ο σοφος, ο ποιητης. Ειναι τρεις μορφες που μοιαζει να μην κατοικουν αναμεσα μας. Βρισκονται, λεμε, "αλλου": Ο τρελος στον κοσμο του, ο σοφος στις ευχες των παιδικων γενεθλιων, ο ποιητης στα συννεφα.

Κι εμεις; Που βρισκομαστε;

Ας παρουμε προς στιγμη στα σοβαρα το λαϊκο ρητο που λεει πως απ’ τον τρελο, συμπληρωνω, παραλλαζοντας τη συνεχεια, κι απ’ τον σοφο κι απο τον ποιητη θα μαθουμε την αληθεια. Προς τουτο θα τους δωσουμε τον λογο και θα δουμε τι εχουν να μας πουν.

Ο τρελος εκπροσωπειται απο εναν ελβετο αντρα που δηλωνεται με το ονομα "Otto Alder". Ο λογος του παρατιθεται σ' ενα βιβλιο με τον τιτλο Commedia