Κώστας Γεμενετζής - ψυχαναλυση

Δημος Ονειρων

[Ομιλια στο Πανεπιστημιο της Βιεννης με τον τιτλο «Träume» [Ονειρα]. Βιεννη 2003.]

PDF

Κυριες και κυριοι, τον περασμενο Απριλιο ελαβα ενα αρθρο για το ονειρο. Προσπαθησα επανειλημμενα να συνταξω μια απαντηση. Δεν μου 'βγαινε με τιποτα! Παντως μια φραση απο τα σχεδιασματα επεζησε. Σας τη μεταφερω: «Ολο και λιγοτερο ξερω τι θα μπορουσε να ειπωθει επανω στο ονειρο και σκεφτομαι με τρομο πως εχω να κανω μια ομιλια στη Βιεννη με τον τιτλο "Ονειρα"».
Και μια μερα, μαζι με τον τρομο και το δεν ξερω, ψηλαφωντας και γραφοντας βγηκα στο δρομο των ονειρων.
Για οδοσημα ειχα ενα σημειο απο την Οδυσσεια. Εκει περιγραφεται η πορεια των ψυχων των σκοτωμενων μνηστηρων στον Αδη. Οι σχετικοι στιχοι λενε: «ηδε παρ' Ηελιοιο πυλας και δημον 'Ονειρων / ηισαν αιψα δ' ικοντο κατ' ασφοδελον λειμωνα (περασαν απ' τις πυλες του ηλιου, απο το δημο ονειρων και κατοπιν εφτασαν γρηγορα στο σκοπο τους, στο λιβαδι των ασφοδελων).
O δημος ονειρων... Βρισκεται αναμεσα στις πυλες του Ηλιου και τον Αδη - το λιβαδι των ασφοδελων.
Αρχικα το σημειο μου ηταν γνωστο απο στιχους του Γιωργου Σεφερη: «Οι πεθαμενοι ξερουν μοναχα τη γλωσσα των λουλουδιων [των ασφοδελων]
· γι' αυτο σωπαινουν / ταξιδευουν και σωπαινουν, υπομενουν και σωπαινουν», και τωρα ακολουθουν οι ομηρικες λεξεις, που επαναλαμβανονται, «παρα δημον ονειρων, παρα δημον ονειρων».
Τους στιχους τους διαβασα πρωτη φορα πριν απο καπου σαραντα χρονια. Κανενας λογος για τα ονειρα δεν με συγκινησε ποτε οσο αυτος. Ομως η συγκινηση μου εμεινε βουβη. Ο,τι εχω να σας πω ερχεται μεσα απο την αποπειρα σημερα να τη φερω σε γλωσσα.
Πρωτα θα σας διηγηθω ενα συντομο ονειρο. Ειναι απο την εποχη της διαμονης μου στο γερμανοφωνο χωρο, που μου εγινε και παλι παρουσα με την ευκαιρια αυτης της ομιλιας:
Ειμαι με τον Medard Boss [τον αλλοτινο μου δασκαλο] σ' εναν αγνωστο τοπο, στο υπαιθρο. Μου χαριζει ενα δαχτυλιδι.
Το βραδυ που εβαλα αυτες τις αραδες για πρωτη φορα στο χαρτι εγραψα κι ενα γραμμα στον φιλο μου και συναδελφο Hansjörg Reck.
Μια νυχτα ηταν που ειδα το ονειρο με τον Boss. Μια νυχτα ηταν που εγραψα το γραμμα στον Reck. Ειναι εδω νυχτα και νυχτα το ιδιο; Ειναι δυο νυχτερινα συμβαντα αυτα που μολις σας αφηγηθηκα; Ονειρο με τον Boss και γραμμα στον Reck;
Η νυχτα του γραμματος στον Reck ηταν η νυχτα της 15ης Μαΐου. Ημουν στο ιατρειο μου στην Αθηνα. Ειχε πανσεληνο. Σκεφτομουν τη γυναικα μου στη Θεσσαλονικη, 500 χιλιομετρα μακρια. Καθομουν στο γραφειο μου μ' ενα ποτηρι τσιπουρο. Στις ειδησεις ειχε τα νεοτερα για την πνευμονια στην Κινα κτλ.
Το γραμμα στον Reck δεν ειναι νοητο διχως αυτην τη νυχτα. Ουτε κι οι αλλοι τοποι κι οι ανθρωποι που μνημονευτηκαν δεν νοουνται διχως αυτην, διοτι περισυνελεξαν το χρονο της ζωης μου στο παρον εκεινης της νυχτας.
Τι γινεται τωρα με τη νυχτα του ονειρου Boss; Αυτη, ως η νυχτα του ονειρου Boss, δεν μπορει να περιγραφει οπως η νυχτα του γραμματος στον Reck, αφου το ονειρο Boss μου ηρθε στο νου πρωτα με το ξυπνημα. Δεν υπηρξε καμια στιγμη που να ειπα η να μπορουσα να πω για το ονειρο Boss: «Αυτην τη νυχτα ονειρευομαι...».
Εχει το ρημα «ονειρευομαι» ενεστωτα χρονο; Ρωταει ο Wittgenstein. Ομως ο,τι ποτε δεν ηταν παροντικο ποτε δεν μπορει να γινει και παρελθον: Το ονειρο μου δεν παρηλθε οπως παρηλθε το γραμμα στον Reck. Καθοσον το ρημα «ονειρευομαι» δεν εχει ενεστωτα χρονο, δεν εχει ουτε και παρελθοντα χρονο. Η φραση «Ονειρευτηκα...» δεν μπορει να ειπωθει οπως η φραση «Εγραψα ενα γραμμα...».
Κανεις θα μπορουσε να αντιτεινει οτι, π.χ., σ' ενα εργαστηριο υπνου και βεβαια μπορω να γνωριζω ποτε κανεις ονειρευεται: μπορω να τον ξυπνησω, αυτος μπορει να το επιβεβαιωσει και να διηγηθει τ' ονειρο του. Λοιπον το ρημα «ονειρευομαι» οντως εχει ενεστωτα χρονο! Αυτη η ενσταση μου δινει την ευκαιρια να υποδειξω μια διαφορα: Αλλο γνωριζω, αλλο βλεπω.
Στην ψυχοθεραπεια η διαφορα μεταξυ γνωσης και βλεμματος εχει ιδιαιτερη σημασια. Σ' αυτην κρινεται κατα ποσον η ερμηνεια [στα γερμανικα «Deutung», απο το «δεικνυμι»] σημαινει μια αφεση βλεμματος που ενθαρρυνει καποιον ν' ανοιξει τα ματια του, η μια εξηγηση που οδηγει σε συνδεσεις και σε κατασκευες χωρις νοημα. Τη νυχτα του ονειρου Boss, ως τη νυχτα ενος ονειρικου συμβαντος, μπορω μεν να τη συμπερανω, ομως ποτε δεν μπορω να τη δω.
Η νυχτα που αναφερεται στην προταση «Ονειρευτηκα τη νυχτα. ..» δεν εγινε ουτε παρον ουτε παρελθον του χρονου της ζωης μου ποτε. Ποτε δεν με δεχτηκε εντος της. Ποτε δεν μου εγινε οικεια. Και παλι το ανοικειο της με αφορα, αφου ηταν η νυχτα εκεινου του ονειρου. Αυτη η νυχτα ειναι αποκοσμη.
Το εδω εννοουμενο αποκοσμο γινεται ακομα καθαροτερα ορατο οταν προκειται για τη νυχτα του ανονειρευτου υπνου. Η διαφορα της φρασης «Εγραψα ενα γραμμα...» απο τη φραση «Κοιμηθηκα» ειναι ακομα πιο οφθαλμοφανης. Εδω η ελλειψη ενεστωτα και παρελθοντος χρονου του ρηματος «κοιμαμαι» στη συνηθισμενη του χρηση χτυπαει στο ματι ιδιαιτερα. Ομως σημερα δεν μπορω να επεκταθω σ' αυτο περισσοτερο.
Το αποκοσμο ονειρων και υπνου, το απομακρο τους ως προς τα μερη της κατοικησης των ανθρωπων, το απ-ανθρωπο τους, εκανε τους αρχαιους να δουν ονειρα και υπνο σε αναφορα με το θειο και με το θανατο - το «λιβαδι των ασφοδελων». Μας απαγορευει τοσο να παραστησουμε το ονειρο με το συγχρονο ψυχολογικο νοημα σαν κατι που εκτυλισσεται σ' ενα φανταστικο «μεσα μου», οσο και να το εγκλωβισουμε στο ανθρωπολογικο, δηλαδη ως καθοριζομενο απο τις ανθρωπινες καταστασεις υπνου και ξυπνου.
Το αποκοσμο της νυχτας τους κανει τα ονειρα να εμφανιζονται σ' ενα αλλο φως. Αναγκαζει τ' απορημενα ματια να συνηθισουν σ' αυτο το αλλο φως.
Σκεφτομαι δυο ακομα ομαδες φαινομενων που διακρινονται απ' αυτο το αλλοκοτο αχρονο, αυτο το αποκοσμο.
Πρωτα, τα παλια παραμυθια. Συχνα ξεκινουν με τη φραση «Μια φορα κι εναν καιρο...»
Αυτη η «μια φορα» διαφερει ριζικα απο τη μια φορα, π.χ., που επισκεφτηκα τη Βιεννη το καλοκαιρι του 1965. Παραπεμπει σ' ενα παναρχαιο που βρισκεται τοσο εξω απο καθε αρχαιοτητα κι απο καθε ημερομηνια οσο η φαινομενικα τοσο χειροπιαστη «προηγουμενη νυχτα» που ονειρευτηκα το 'να και τ' αλλο. Κατοπιν σκεφτομαι τα περασμενα.
Με τη λεξη «περασμενα» δεν εννοω τωρα διολου, π.χ., εναν παιδικο φοβο που ζωντανευει στην ενηλικη ζωη ξανα και ξανα, η εναν πεθαμενο που σε καποιον μπορει για χρονια να παραμενει παρων, η το κακο που εγινε σ' εναν και δεν τον αφηνει σε ησυχια κι αποζηταει εκδικηση. Αυτα τα πραγματα μονο κατ' επιφαση παρηλθαν.
Το κυριολεκτικα παρελθον εχει μετατεθει στο ξενο μιας αποστασης και μιας εγγυτητας οπου η χρονολογια του εχει γινει πλεον ολοτελα αδιαφορη. Μπορει να συμβει μ' ολα τα προηγουμενα παραδειγματα. O δρομος αυτης της μεταμορφωσης αναλαμβανεται, μεταξυ αλλων, εκπεφρασμενα στη θεραπευτικη συναντηση: Το παρελθον ειναι καθοδον στην παρελθοντικοτητα του. Στο τελος αυτου του δρομου το κυριολεκτικα πλεον παρελθον παιρνει ακριβως μορφη ονειρικη, η παραμυθενια. Αυτο το τελος κανεις θα μπορουσε να το ονομασει «μνημη».
Οταν σας διηγηθηκα το ονειρο Boss, ανεφερα επι τουτου πως ηταν ονειρο. Εαν ειχα παραλειψει τη λεξη «ονειρο» κι ειχα πει οτι ο Boss μου χαρισε ενα δαχτυλιδι, σιγουρα θα ειχατε ξεγελαστει. Ομως, εαν σας ειχα πει «Στις 15 Μαΐου, στον ξυπνο, εγραψα ενα γραμμα στον Reck», τοτε η αναφορα μου στον ξυπνο θα ηταν παραταιρη.
Πως χρησιμοποιειται η λεξη «ονειρο» στη διηγηση του ονειρου Boss; Δεν ανηκει μεν στην υποθεση οπου ο Boss μου χαριζει ενα δαχτυλιδι, ομως για τη διηγηση της ειναι απαραιτητη. Γιατι; Διοτι πουθενα στη διηγηση της ιστοριας με τον Boss και το δαχτυλιδι δεν θ' αναγνωρισετε οτι ηταν ονειρο.
Εαν πω «Ο Ροναλντο εβαλε ενα φοβερο γκολ!», δεν χρειαζεται να το αναφερω οτι μιλω για ποδοσφαιρο, γιατι ο Ροναλντο ειναι γενικα γνωστος ως ποδοσφαιριστης και το γκολ ανηκει στο ποδοσφαιρο.
Με το ονειρο τα πραγματα εχουν αλλιως. Δεν υπαρχει τιποτα που ν' ανηκει στο ονειρο ειδικα, ετσι ωστε απο τη διηγηση ενος ονειρου ν' αναγνωριζαμε πως ειναι ονειρο. Και τα πιο παλαβα πραγματα θα μπορουσαν το ιδιο καλα ν' αναφερθουν σε μια φαντασιωση, σε μια ψευδαισθηση, σ' ενα παραμυθι, στη μυθοπλασια κτλ.
Κι αλλωστε, αν ηταν αληθινος ο ισχυρισμος πως οι ονειρικες εμπειριες διαφερουν απ' αυτες του ξυπνου, πως δηλαδη υπαρχουν ονειρικες εμπειριες, τοτε ενα ονειρο θα 'πρεπε να 'ναι αναγνωρισιμο σαν τετοιο ηδη και στην πιο ασημαντη περιγραφη, οπως το ποδοσφαιρο που ειναι αναγνωρισιμο στην περιγραφη καθε φασης. Τοτε απο τη φραση «Ο Boss μου χαρισε ενα δαχτυλιδι» θα 'πρεπε να καταλαβετε πως ηταν ονειρο. Εαν δεν μπορειτε να το καταλαβετε, τοτε η λεξη «ονειρικη εμπειρια» δεν εχει κανενα νοημα κι η υποτιθεμενη διαφορα ειναι αχρηστη.
Μ' αυτο δεν εννοω διολου πως ονειρο και ξυπνος ειναι ενα αδιαφοροποιητο μιγμα. Θελω μονο να δω καθαροτερα πως μπαινει στο παιχνιδι η λεξη «ονειρο».
Και τωρα θα δοκιμασω να περιγραψω αυτο το «παιχνιδι»: Ξυπνω και ρητα, η αρρητα μου ερχεται η λεξη: «ονειρο». Για την ακριβεια δεν ειναι λεξη αλλα ονομα. Κανεις θα μπορουσε να παρομοιασει το ονομα «ονειρο» με ανω κατω τελεια: διανοιγει μια θεαση οπου ολα φωτιζονται απο ενα ιδιαιτερο φως. Ο αγνωστος τοπος. O Boss. Εγω. Το δαχτυλιδι που μου χαριζει.
Το ξερω αυτο το φως απο αλλες περιστασεις οπου ξυπνησα κι ειπα φωναχτα η αφωνα το ονομα «ονειρο». Καθε φορα με βλεπω εκει, αυτην τη φορα με τον Boss και το δαχτυλιδι. Κανεις θα μπορουσε να πει οτι ο Boss μου χαριζει το δαχτυλιδι στο ονομα του ονειρου, εαν εδω ακουσουμε το «στο...» κυριολεκτικα: Ειναι σ' αυτο το φως που συμβαινει η ιστορια με τον Boss και το δαχτυλιδι.
Το ονειρο ως-ονειρο θα ηταν λοιπον φαινομενο του ξυπνηματος. Και το φαινομενο του ονειρου δεν θα 'πρεπε ν' αναζητηθει στο «ονειρικο υλικο», στα «ονειρικα δεδομενα» -αφου αυτα δεν ειναι ιδιαιτερα του ονειρου- αλλα σ' εκεινο το φως.
Σχετικα θα μπορουσαν να ειπωθουν καποια πραγματα - εφοσον δεν παραστησουμε το ξυπνημα σαν κατι το περιορισμενο στον ανθρωπο που το πρωι ανοιγει τα ματια του. Το ξυπνημα δεν ειναι νοητο διχως την ανατολη του ηλιου. Ξυπνημα και ανατολη ειναι με τον τροπο (Παρμενιδης) του ζευγους νοειν και ειναι: το αυτο. Ονειρα και ανατελλον φως: το αυτο!
Στους ομηρικους στιχους τουτο ηχει στη γειτνιαση δημου ονειρων και πυλων του ηλιου. Ομως για ποιο φως μιλαμε; Μπορει να περιγραφει περισσοτερο; Αυτα που μπορω να πω σχετικα τα εμαθα εμμεσα απο τον Boss - δεν ξερω πια αν τα διαβασα η τα ακουσα:
Μια γυναικα βλεπει στην κουζινα της ενα ποντικι να τριγυρναει. Βγαζει μια τσιριδα, ανεβαινει επανω στην καρεκλα κτλ. O Boss λεει λοιπον πως η γυναικα δεν βλεπει απλα το ζωακι «ποντικι». Διοτι το ποντικι καθως ξετρυπωνει απ' το σκοταδι της γης φερνει αυτο το σκοταδι μαζι του στην επιφανεια και στο σπιτι. Αυτο ειναι, λεει, που βλεπει η γυναικα και στο οποιο απανταει με πανικο.
Ειναι αναλογο προς τη σκεψη του υστερου Heidegger, ο οποιος συνελαβε την αληθειαν ως την α-ληθευουσα ληθη: το αληθες δεν «απαγεται» απο τη ληθη, οπως λεγεται ακομα στο Ειναι και χρονος. Α-ληθευει το ληθιο καθαυτο. Πρωτα το ποντικι μου το εδειξε καθαρα. Τετοιες στιγμες ηταν που εκαναν τον Boss δασκαλο μου.
Στο ανατελλον φως ανατελλει το σκοταδι της νυχτας! Στο απροσωπο της εκφρασης «ξημερωνει» εκ-προσωπειται η νυχτα! Η νυχτα ξημερωνει! Απο εδω θα μπορουσε ν' ακουστει η ρηση του Ηρακλειτου για τη μερα και νυχτα: εν.
Το φως δεν εξαντλειται στο φωτισμο του. Το φως ειναι καθαυτο αφωτο. Ο Σεφερης το προσφωνει: «Αγγελικο και μαυρο, φως».
«Προς τι ποιητες;» θα μπορουσε κανεις να ρωτησει μαζι με τον Hölderlin και τον Heidegger και τον κοινο νου. Απαντηση: Οσο προσεκτικοτερο ειναι το ματι τοσο ποιητικοτερος ειναι ο περιγραφικος του λογος.
«Η προσοχη ειναι η φυσικη προσευχη της ψυχης». Ειναι μια φραση του Malebranche η οποια, μεσα απο τις μελετες του Walter Benjamin για τον Kafka, αναληφθηκε απο τον Paul Celan.
Η προσοχη ειναι υποθεση του λεγοντος βλεμματος, του βλεποντος λογου, που ειναι χρεωμενος το πραγματικο. Αντιθετα η ακριβολογια ειναι υποθεση της παραστατικης σκεψης που ενδιαφερεται για τη δικη της διασφαλιση. Ο μαθητευομενος θεραπευτης πρεπει να οξυνει την προσοχη του και να ξεσυνηθισει να σκεφτεται.
Επιστρεφουμε στο ξυπνημα. Τωρα θα μπορουσαμε να πουμε οτι τα ονειρα ανηκουν σ' εκεινο το σκοταδι του υπνου, δηλαδη της νυχτας, το οποιο, οπως το ποντικι του Boss, φανερωνεται με το ανατελλον φως. Εκει, σ' αυτο το φως, διπλα στις πυλες του Ηλιου τα ονειρα εχουν τον τοπο τους. Εκει ειναι ο δημος τους - μακρια απο τις κατοικιες και τα οικεια πραγματα των μοναχα ζωντων ανθρωπων.
Τωρα στην περιγραφη μου μπορω να προσθεσω τα εξης: O τροπος με τον οποιο, ξυπνωντας, μου ερχεται στο νου ενα ονειρο ειναι καπου διαφορετικος απ' αυτον μιας αναμνησης, π.χ., του γραμματος στον Reck. Το ονειρο δεν ειναι μνημονικο φαινομενο (Wittgenstein).
O τροπος που το ονειρο ερχεται στο νου ειναι περισσοτερο ο τροπος μιας αναδυσης. Κανεις θα μπορουσε να τον αποδωσει με μια λεξη του Ηρακλειτου: «αγχιβασιη», προσεγγιση. Ενδεχομενως ειναι ενα ονομα για το ενουν εν, οταν στο αγγελικο και μαυρο φως συνερχονται μερα και νυχτα, ξυπνος και υπνος, ζωη και θανατος.
Τα ονειρα, ιδωμενα ετσι, δεν ανηκουν ουτε στη μια πλευρα (ημερα-ξυπνος) ουτε στην αλλη (νυχτα-υπνος), οπως το ποντικι δεν ανηκει ουτε στο σκοτεινο της γης ουτε στο ανοιχτο του υπαιθριου.
Δειχνονται μεσα απο εκεινο το, για να χρησιμοποιησω μια καιρια λεξη του Freud. που ομως σπανια εννοηθηκε περαν του Freud, ελευθερα μετεωρο μεσον που αναδυεται, στον προσεχοντα.
Οταν τα ονειρα αποσπωνται απ' αυτο το μεσον και συρονται στην πλευρα του ξυπνου, τιθενται στην υπηρεσια μιας «θεραπειας» που εχει θεσει ως στοχο της μια καποια «υγεια», «απαρτιωση», «ανοιχτοτητα» κτλ.
Οταν συρονται στην πλευρα του υπνου, ειτε μεταπιπτουν στο μαγικο, καπου με την εννοια του προφητικου, του συμβολικου, του αρχετυπικου κτλ., η χανονται στα μηχανηματα του εργαστηριου υπνου.
Ομως η υπερβαση του μετρου μπορει να συζητηθει και ως προς την αχρονικοτητα των ονειρων που αναφερθηκε: Οταν το ελευθερα μετεωρο τους κλινει προς την πλευρα του παρελθοντος, τοτε προκυπτει η γενετικη ερμηνεια της ψυχαναλυσης. Οταν κλινει προς την πλευρα του μελλοντος, τοτε ερμηνευονται, π.χ., στην προοπτικη ανολοκληρωτων δυνατοτητων, οπως καπου στη «Daseinsanalyse» του Boss.
Κανεις θα μπορουσε και παλι να αντιτεινει:
- Θελεις λοιπον ν' αρνηθεις το πασιφανες, οτι ενα ονειρο παντα συνδεεται καπως με τη ζωη του ονειρευομενου; Οτι το ονειρο σημαινει κατι γι' αυτον;
Απαντω:
- Το ονειρο φυσικα και συνδεεται με τη ζωη μου. Θα μπορουσε ποτε ο πενταχρονος γιος μου να ονειρευτει τον Medard Boss;
Ομως το μονο που λεει αυτο ειναι: ο,τι αντιλαμβανομαι καθε φορα γινεται αντιληπτο στους ορους της ζωης μου. Μ' αυτο δεν μιλω στο πνευμα καποιου μονισμου. Σκεφτομαι περισσοτερο τον προσωκρατικο Ξενοφανη που πρεπει να ειπε:
[....] αλλ' ει χειρας εχον βοες ιπποι τ' ηε λεοντες
η γραψαι χειρεσσι και εργα τελεΐν απερ ανδρες
ιπποι μεν θ' ιπποισι, βοες δε τε βουσιν ομοιας
και (κε) θεων ιδεας εγραφον και σωματ' εποιουν
τοιαυθ', οιον περ καυτοι δεμας ειχον (εκαστοι).
Αν ομως βοδια κι αλογα και λιονταρια ειχαν χερια
και με τα χερια ζωγραφιζαν κι εργαζονταν οπως οι ανθρωποι
τοτε τ' αλογα ομοιες μ' αλογα και τα βοδια ομοιες με βοδια
θα ζωγραφιζαν τις εικονες των θεων και θα 'καναν τα σωματα τους
με μορφη σαν κι αυτην που εχουν τα ιδια.
Καθοσον τα πραγματα του ονειρου πρεπει να εμφανιζονται στα μετρα των ματιων που τα βλεπουν, καθοσον δηλαδη το ασυνδετο μεταξυ ονειρων και ιδωματων του ξυπνου ειναι αδιανοητο, αυτος που αναζητει συνδεσεις παραβιαζει ανοιχτες πορτες.
Και τωρα ενα ονειρο μου απο τα πρωτα μου χρονια στη Ζυριχη: Δινω εξετασεις ειδικοτητας. Εξεταστης ειναι ενας αγνωστος μου επιμελητης. Με ρωτα αν ξερω αρχαια ελληνικα. Απορω τι σχεση μπορει να 'χουν τα αρχαια με την ψυχιατρικη.
Ειναι γεγονος οτι τα επομενα χρονια ασχοληθηκα ολο και περισσοτερο με αρχαια ελληνικα κειμενα. Μπορω εδω να μιλησω για συνδεση αναμεσα στο ονειρο και στην ξυπνια ζωη μου; Ηταν, π.χ., προφητικο ονειρο; Αρχετυπικο; Ειναι η εξεταση στα αρχαια η μετατεθειμενη και συμπυκνωμενη μορφη καταστασεων της πρωτης παιδικης μου ηλικιας; Επεστησε το ονειρο την προσοχη μου σε ακομα ανολοκληρωτες δυνατοτητες;
Αυτες οι ερωτησεις... Τις συλλογιζομαι. Παρατηρω πως σε καμια τους δεν θελω να υπεισελθω. Ειναι ενα ψυχανεμισμα πρωτα που με κανει δυσβουλο. Θα χαλαγε αν αφηνομουν σε καποια απο τις προτεινομενες ερμηνειες κι επεδιωκα ν' αποκαταστησω μια συνδεση του ονειρου μου με τη ζωη μου του ξυπνου.
Δεν θελω να του κανω αυτο το κακο. Αφουγκραζομαι. Αυτο που ψαχνω ειναι, λεει, κιολας εδω. Απο μακρια ερχεται η πνοη μιας, κι εδω χρησιμοποιω με πολυ δισταγμο μια λεξη του Pasul Celan, τροπης της ανασας.
Τωρα μου φαινεται πως βλεπω καθαροτερα: Η απασχοληση μου με τ' αρχαια δεν ειναι πια νοητη διχως αυτο το ονειρο. Με αλλα λογια: Τα αρχαια δεν ειναι πια απλα θεμα της ξυπνιας ζωης μου. Το ευρος τους ξεπερνα αυτο του ξυπνου ατελειωτα: Ειναι πλεον σημαδεμενα απ' το ονειρικο οπως ο Εβραιος της εποχης των Ναζι ειναι σημαδεμενος απο το αστρο του -τη μοιρα του.
Ετσι ειναι ακομα και με τον Boss και μ' ολους τους ανθρωπους και τα πραγματα που καποτε συναντησα στο ονειρο. Ολ' αυτα ειναι σημαδεμενα απο το αστρο του ονειρου. Συντροφευονται απο τον τοπο και το δαχτυλιδι, αλλα κι ολους τους ανθρωπους και τα πραγματα που στον ξυπνο μου ειναι αγνωστα.
Αυτα τα οντα περισυλλεγουν ξυπνο και ονειρο. Το ανοιγμα της περισυλλογης τους φτανει απο το Dr.-Karl-Lueger-Ring [Ο δρομος του κτιριου στο οποιο εγινε η ομιλια]  εως τις «πυλες του Ηλιου».
Στην Καταιγιδα του Shakespeare λεει μια φορα ο Prospero: «Ειμαστε απο υλικο σαν αυτο που 'ναι φτιαγμενα τα ονειρα κι η μικρη μας ζωη κυκλωνεται απο εναν υπνο».
«Κυκλωνεται απο εναν υπνο» θα πει: αθικτη απο παραπομπες κι απο αναφορες και συνδεσεις, διχως πριν και μετα, κειμενη στον εαυτο της, αποκοσμη.
Και τι γινεται με τη ζευξη η οποια περισυλλεγει ξυπνο κι ονειρα; Ειναι οπως με τα δεντρα του δασους. O Heidegger το υπονοει μια φορα με στιχους του Hölderlin: «Και μενουν αγνωστοι μεταξυ τους, / Ενοσω στεκουν, οι γειτονικοι κορμοι».
Προοδευτικα μου γινεται ολο και καθαροτερο που αναφεροταν ο τρομος μου στην προοπτικη μιας ομιλιας με τιτλο «Ονειρα». Ηταν η απορια πως να μπορεσω να μιλησω για τα ονειρα διχως να πρεπει να μιλησω επανω στα ονειρα - και τουτο μεταξυ αλλων και ως θεραπευτης, ως καποιος δηλαδη που ο λογος του τωρα αποτεινεται μεν σ' εσας, ομως βασικα ειναι στραμμενος σ' αυτον που ξαπλωνει στο κρεβατι εμπρος απ' την πολυθρονα μου.
Μ' αυτο δεν εννοω πως οσα ειπωθηκαν θα τα εφερνα ποτε στη θεραπευτικη συνομιλια. Συγκρινονται περισσοτερο με μια παρτιτουρα, που βεβαια γινεται πραγματικοτητα του μουσικου εργου πρωτα στην πραξη της μουσικης. Πως τωρα αυτο συμβαινει στη θεραπευτικη πραξη θα προσπαθησω να το περιγραψω καταρχην με τη διηγηση του ονειρου μιας γυναικας:
Βρισκεται σε μια ωρα αναλυσης. Συναδελφοι απ' τη δουλεια της ειναι παροντες. Ενας της φερνει ενα ποτηρι νερο. Το τοποθετει στο μαξιλαρι. Αναποδογυριζει. Σφουγγαριζω το νερο στο πατωμα. Σηκωνεται και περιμενει εξω. Εχει θυμωσει μ' ολο αυτο το χαος. Σκεφτεται πως δεν θελει να πληρωσει την ωρα...
Και τωρα γινεται μεταξυ μας ο εξης διαλογος:
Αυτη:
- Τι λετε για το ονειρο;
Εγω:
- Τι φανταζεστε; Μηπως ηδη εχετε καποια ιδεα; Μηπως ηδη εχω πει κατι γι' αυτο;
Αυτη:
-Οτι δεν ειναι θετικο, οτι ειμαι δυσπιστη...
Εγω:
- Εννοειτε πως το αρνητικο, πως η δυσπιστια δεν πρεπει να υπαρχουν μεταξυ μας;
[Ενα διαστημα γινεται λογος γι' αυτο. Κατοπιν:] Αυτη:
- Και τι γινεται με το ονειρο; Δεν μου το ειπατε...
Εγω:
- Βλεπετε λοιπον ποσα πρεπει να προετοιμαστουν για να φτασουμε στο ονειρο...
Αυτη:
- Και τωρα που τα ξερουμε...;
Εγω:
- Δεν αρκει. Πρωτα πρεπει ν' απελευθερωθειτε απ' ολ' αυτα. Το ονειρο ερχεται μετα. Η ερωτηση που ρωτα πραγματικα για το ονειρο δεν εχει τεθει ακομα!
Τι παρεμβαλλεται εδω; Η γυναικα ηδη εχει ερμηνευσει το ονειρο της, δηλαδη σαν σημαδι μιας δυσπιστιας προς εμενα, την οποια αξιολογει επιπλεον ως «αρνητικη». Κατα τουτο η ερωτηση της «Τι λετε για το ονειρο;» ειναι αστοχη. Εαν ετιθετο σωστα, θα ειχε καπου τη μορφη: «Βλεπετε κι εσεις το ονειρο αρνητικα;». Η, ακομα: «Το βλεπετε, κατι δεν παει καλα μεταξυ μας!».
Για τη δυσπιστια και για το αρνητικο κανεις μπορει να μιλησει με τη γυναικα, πραγμα που εκανα. Κανεις μπορει ακομα να σημειωσει την ταση της ν' ακουει κατευθειαν το «αρνητικο». Αυτα και αλλα θα μπορουσανε να συζητηθουν μαζι της και θεραπευτικα θα ειχαν και νοημα.
Μονο που δεν εχουν τιποτα να κανουν με τ' ονειρο της. Διοτι η ερωτηση της αναφερεται στη δικη της και στην υποτιθεμενη δικη μου ερμηνεια και η ερμηνεια αυτη ειναι προδιαγραμμενη σε τασεις και κλισεις της ξυπνιας ζωης της.
Το ιδιο ισχυει και για τις πιο δουλεμενες επιστημονικες ερμηνειες των ονειρων. Τα ερωτηματα με τα οποια στρεφονται προς ενα ονειρο, π.χ., «Ποια ασυνειδητη επιθυμια εκπληρωνεται στο ονειρο;» (Freud), η «Ποιες ανολοκληρωτες ακομα δυνατοτητες φανερωνονται εδω;» (Boss) κτλ. εχουν ηδη εκφερει την κριση τους για το θεμα των ονειρων: Το ονειρο ειναι εκπληρωση επιθυμιας. Το ονειρο ειναι η αισθητηριακα παροντικα αντιληπτη εκδοχη ανολοκληρωτων δυνατοτητων κτλ.
Κατα τουτο δεν ειναι γνησιες ερωτησεις. Δεν φθανουν εως το ονειρο. Δεν ειναι ερωτησεις που αφηνουν ενα ονειρο ν' αναπνευσει. Μιλουν ξεκινωντας απ' τον ξυπνο και κατευθυνομενες στον ξυπνο, σαν τ' αλογα και τα λιονταρια του Ξενοφανη. Δεν φθανουν εως το «ου τι δεμας θνητοισιν ομοιιος ουδε νοημα» (ουτε στη μορφη ομοιος ουτε στη νοηση), που λεγεται σ' ενα αλλο αποσπασμα και που εδω προσαγορευτηκε ως το αποκοσμο των ονειρων. Τους λειπει η (Heidegger) ευλαβικοτητα της νοησης. Ανηκει στην προετοιμασια που αναφερθηκε, αυτο να δειχτει - χωρις μεγαλα λογια και ιεραποστολικο ζηλο.
Οι ποικιλες θεσεις επανω στο ονειρο συνιστουν απαντησεις σε μια οδηγο ερωτηση που λεει «Τι ειναι το ονειρο;» η, διατυπωμενο ψυχολογικα, «Τι σημαινει το ονειρο;». Εδω εχει γινει σιωπηρα αποδεκτο πως το ονειρο κατι ειναι, κατι σημαινει. Η παμπαλαιη συνηθεια να ρωταει κανεις και να μιλαει σ' αυτο το στιλ εχει το ολεθριο επακολουθο οτι κανεις αποκλινει απο το ονειρο και κλινει προς αυτο το κατι. Τα ονειρα εκδιωκονται απ' τον τοπο τους - τον τοπο τους, θυμιζω μισο στα σοβαρα μισο στα αστεια, κοντα στις «πυλες του Ηλιου» και τον «ασφοδελον λειμωνα». Ριχνονται στην αγορα των ψυχολογικων και νευροβιολογικων υπολογισμων.
Μιση ωρα πριν καταγραψω για πρωτη φορα αυτους τους συλλογισμους ακουσα τη διηγηση του ονειρου μιας ψυχολογου. Και μετα:
Αυτη:
- Εχετε να πειτε κατι για το ονειρο;
Εγω:
- Ποιο ειναι το θεμα εδω; Σε τι προσβλεποντας με ρωτατε;
Αυτη:
- Ρωτω για μια εξηγηση του ονειρου.
Εγω:
- Και τι περιμενετε απο μια εξηγηση; Τι θα ηταν διαφορετικο μετα την εξηγηση;
Αυτη:
- Μια καλυτερη κατανοηση του εαυτου μου, αυτων των πραγματων.
Εγω:
- Το εχετε ηδη ζησει κατι τετοιο; Οτι μια εξηγηση μ' αυτην την εννοια σας βοηθησε;
Αυτη:
- Μια φορα ενα ονειρο με βοηθησε να παρω μια σημαντικη επαγγελματικη αποφαση. Μια αλλη φορα μετα απο ενα ονειρο μπορεσα να δω ενα λαθος σε μια εργασια μου.
Εγω:
- Σ' αυτες τις περιπτωσεις δεν ηταν λοιπον καποια εξηγηση που σας βοηθησε. Μαλλον αυτα τα πραγματα μετα το ονειρο φανηκαν σ' ενα αλλο φως.
Υπαρχουν παλι περιπτωσεις οπου σε μια ερωτηση του στιλ «Τι σημαινει το ονειρο;» σωπαινω, η απαντω «Δεν ξερω».
Το προκειμενο ειναι, κι αυτο το εμαθα απο τον Παρμενιδη και τους αρχαιους, απο τον Heidegger και τον Wittgenstein, η οξυνση του βλεμματος για τη διαφορα αναμεσα σ' αυτο που μπορει να ερωταται και να λεγεται και σ' αυτο για το οποιο ερωτησεις και λογια δεν εχουν νοημα - ειναι ανοητα.
Μια τετοια σταση, η οποια βεβαια δεν περιοριζεται στα ονειρα, φερνει συχνα οργη κι επανειλημμενες εφορμησεις εναντια στην αρνηση μου να συμπραξω εκει που υπερβαινονται μετρα. Αλλα μονο ετσι μαθαινει κανεις: Οχι με ερμηνειες κι εξηγησεις αλλα με την προσκρουση στον τοιχο που του δειχνεται απο τον θεραπευτη των αδυνατων πραγματων - των «ανοησιων» του. Συχνα ο θεραπευτης θα εκληφθει ως αυτος τουτος ο τοιχος.
Δεν ειναι μαθημα απο καθεδρας. Ουτε παθολογικοποιηση. Το θεμα μου ειναι η συναντηση μας, καλυτερα, το ξεκαθαρισμα του πεδιου στο οποιο καποτε μπορουμε να συναντιομαστε, δηλαδη να μιλουμε, δηλαδη (Hölderlin) ν' ακουμε ο ενας για τον αλλο.
Ευτυχει οταν πραγματικα ερχομαστε στο προκειμενο. Οταν βρισκομαστε στο ρυθμο του μετρου του. Ο τονισμος βρισκεται στο «ρυθμο», οχι σ' εμας.
Η θεραπευτικη συναντηση, αν κανεις μπορει ακομα να μιλα καν για «θεραπεια», θα ειχε τοτε ακριβως το χαρακτηρα της αντι-πα-ρα-θεσης. Αυτο που παιζεται ειναι τα μετρα, δηλαδη οι διαφορες παντου οπου παραβαινονται. Ομως η αντιπαραθεση δεν γινεται απο τον θεραπευτη με διαθεση εχθρικη αλλα δεκτικη και καλοπροαιρετη. Αφου γνωριζει πως οι δρομοι μας ειναι βατοι μονο με βηματα παραβατικα. Ο συνομιλητης του καλειται να ενστερνισθει προπαντων αυτο.
Οπου η συναντηση σ' ενα βαθμο ευτυχει, οπου, οπως γραφει ο Hölderlin σ' ενα οψιμο ποιημα, «υψηλοτερες δειχνονται οι διαφορες», το οικειο γινεται πιο οικειο και το ανοικειο πιο ανοικειο κι η ζωη γινεται (Hölderlin και παλι) «κατοικουσα ζωη».
Το εξαντλησα το ερωτημα για τα ονειρα; Με τιποτα! Απλα σταματω σαν ενας οδοιπορος που κουρασμενος καθεται κατω και, στην εξαντληση, οι μορφες της αρχης και του δρομου και του σκοπου γινονται συγκεχυμενες κι ο υπνος τις παιρνει μαζι του.
Κι ενας θεος ξερει που θα βρεθει σαν ξυπνησει. Κι ο,τι ειπε εδω και σημερα αυριο θα του μοιαζει σαν ονειρο.

Η φυση του ''ψυχικου πονου''

PDF

[Ομιλια στο 1ο Πανελλήνιο Συνέδριο «Η κατάθλιψη πριν από τα είκοσι χρόνια της ηλικίας». Θεσσαλονίκη 2003]

Μιλαμε για «ψυχικο» πονο σε αντιδιαστολη προς τον «σωματικο» πονο. Τι διαφερει ο πονος στο δοντι απο τον πονο στην ειδηση πως η γυναικα μου με απατα; Και στις δυο περιπτωσεις λεω: «Ποναω!».
Η διαφορα θα φανει οταν καποιος με ρωτησει: «Που πονας;». Στην πρωτη περιπτωση θα πω «Ποναω στο δοντι» και θα μου πει «Πηγαινε στον οδοντιατρο». Στη δευτερη περιπτωση θα πω «Ποναω στην ψυχη» και θα μου πει «Πηγαινε στον ψυχιατρο».
Κι αν με ρωτησει «Γιατι πονας;», στην πρωτη περιπτωση θα πω κατι σαν «Γιατι η τερηδονα εφτασε στο νευρο», στη δευτερη περιπτωση θα πω κατι σαν «Γιατι αυτο δεν το περιμενα απ' τη γυναικα μου».
Ομως ας προσεξουμε: Οι ερωτησεις του και οι απαντησεις μου δεν αναφερονται στο «Ποναω!», δεν αναφερονται στο φαινομενο «Ποναω!». Αναφερονται στο «που» ποναω και στο «γιατι» ποναω.
Οι οροι «σωματικος πονος», «ψυχικος πονος» δινουν την εντυπωση πως χαρακτηριζουν δυο ειδη πονου. Ομως χαρακτηριζουν δυο ειδη αφορμης, εντοπισμου και αντιμετωπισης του πονου. Δεν αφορουν το ιδιο το «Ποναω!». Αυτο ειναι παντα ενα και το αυτο. Και δεν γινεται αλλιως βεβαια διοτι, αν δεν ηταν ενα και το αυτο, τοτε δεν θα χρησιμοποιουσαμε και στις δυο περιπτωσεις την ιδια λεξη, «ποναω», αλλα δυο η περισσοτερες.
Το φαινομενο «πονος» μενει απροσιτο στις ερωτησεις του ειδους «που;», «πως;», «ποτε;», «γιατι;» κτλ. O ορος «ψυχικος» ειναι μια ορισμενη απαντηση στα «που;», «γιατι;» κτλ. του πονου, ο ορος «σωματικος» ειναι μια αλλη απαντηση. Η αντιδιαστολη «σωματικου» και «ψυχικου» δεν ειναι αντιδιαστολη πονου και πονου!
Τι σημασια εχει αυτο; Μας δειχνει πως η συνηθισμενη μας ταση να εκλαμβανουμε τον λεγομενο «ψυχικο» πονο σαν μεταφορικη χρηση της λεξης, σαν μη πραγματικο, σχεδον σαν ψευδαισθηση ειναι λαθεμενη, ειναι παρανοηση αυτου που εννοουμε οταν κανουμε λογο για «ψυχικο πονο». Αυτη η παρανοηση ειναι που μας παρασυρει κι εχουμε την ταση να πουμε πως ο απατημενος συζυγος που παραπονιεται οτι ποναει, δεν ποναει «πραγματικα».
Τι μας λειπει, οταν λεμε «δεν ποναει πραγματικα»; Μας λειπει μια επαρκης, και μ' αυτο εννοουμε επιστημονικη, εξηγηση του πονου. Ομως το «Ποναω!», ειδαμε, δεν εξαρταται απο ενα «γιατι;», δεν κατακυρωνεται με την παραθεση του και δεν ακυρωνεται με την ελλειψη του.
Αλλο το οτι ποναω κι αλλο το που και γιατι και ποτε ποναω.
Τι ειναι τοτε ο «ψυχικος πονος»; Καθως το «ψυχικος» συνιστα μια ορισμενη απαντηση στο «που;» και «γιατι;», ειπαμε, δεν αφορα το φαινομενο «πονος». Ας αφησουμε το «ψυχικος» για την ωρα στην ακρη και ας ρωτησουμε πρωτα τι ειναι ο πονος.
Ομως δεν θα βιαστουμε ν' αναζητησουμε απαντηση. Θα προσεξουμε την ερωτηση, διοτι αυτη εχει προκαταλαβει την απαντηση. Πως την εχει προκαταλαβει; Εχει προεξοφλησει οτι ο πονος ειναι ενα «τι», ενα κατι, ενα πραγμα. Εχει καταστησει τον πονο αντικειμενο.
Και δεν ειναι ο πονος ενα κατι; Δεν μιλαμε για τον πονο; Π.χ., ο πονοδοντος ειναι αντικειμενο της οδοντιατρικης, ο «ψυχικος πονος» ειναι αντικειμενο της ψυχολογιας. Ομως αυτες οι επιστημες ασχολουνται με το που, το πως και το γιατι του πονου, οχι με το οτι ποναω. Και οταν μιλουν για «τον πονο», ειναι χρησεις της λεξης επι χαρτου, διοτι εδω ο πονος δεν λεγεται στην κατασταση στην οποια λεω «Ποναω!». Ο πονος εκλαμβανεται σαν πραγμα, αποκομμενος απο την κατασταση στην οποια ανηκει. Ειναι πλεον αδειανο κελυφος, λεξη χωρις νοημα.
Βεβαια για τον πονο δεν κανει λογο μονο η ιατρικη, αλλα και πρωτα ο ανθρωπος που τον εχει. Μπορω οταν ποναω να πω «ο πονος ειναι αβασταχτος, σαν σουβλια» κτλ. Αυτο ομως που εννοω ειναι οτι ποναω αβασταχτα, σαν να με σουβλιζουν κτλ. Οταν ο πονος εκλαμβανεται σαν πραγμα, ανοιγει ο δρομος για την ταξινομηση του σαν αισθηση, σαν συναισθημα κτλ. Επειδη ο πονος δεν ειναι πραγμα, οι φρασεις «νιωθω πονο», «αισθανομαι πονο», δεν εχουν νοημα διοτι δεν λενε τιποτα περισσοτερο απο το «Ποναω!».
Η ερωτηση «Τι ειναι ο πονος;» δεν ειναι λοιπον σε θεση να μας διαφωτισει για τον πονο διοτι θα εκανε λογο για ενα πραγμα, κι ο πονος δεν ειναι πραγμα.
Ο πονος δεν αποδιδεται με λογια. Και παλι το αλεκτο του πονου δινει νοημα στην καθε περιπτωση που λεμε «πονος», «ποναω», δινει νοημα στο καθε «που;» και «πως;» και «γιατι;»του πονου.
Ο πονος δεν ειναι κατι, ομως δεν ειναι και τιποτα. Το ονομα του, με λογια του Ηρακλειτου, «ουτε λεγει ουτε κρυπτει αλλα σημαινει».
Η λεξη «πονος» ειναι σημα: Ουτε λεγει ουτε κρυβει.
Θα χρειαζονταν ο θεραπευτης, προπαντων αυτος, να εξοικειωθει με τα σηματα. Δηλαδη να μαθει να διακρινει αυτο που μπορει και πρεπει να ειπωθει κι αυτο που ειναι αναγκη και πρεπει να μενει ανειπωτο. Δηλαδη να μαθει ποτε να μιλα και ποτε να σωπαινει. Δηλαδη να μαθει μιλωντας να σωπαινει και σωπαινοντας να μιλα. Και τουτο η ψυχιατρικη κι η ψυχολογια δεν ειναι σε θεση να το διδαξουν γιατι δεν το γνωριζουν.
Η φυση του πονου ως σηματος μας προειδοποιει να ειμαστε συγκρατημενοι τοσο απεναντι στις επιστημονικες θεωριες που πιστευουν οτι μπορουν να συλλαβουν τον πονο, να τον παραστησουν και να τον εξηγησουν οσο κι απεναντι σ' εκεινες που τον εκλαμβανουν ως βιολογικη λειτουργια και του αρνουνται καθε νοημα.
Ερχεται λοιπον καποιος και μας λεει:
- Η γυναικα μου με απατα!
Το λεει μεσα σε λυγμους και κραυγες, σε συγχυση, μπορει να κανει πραγματα οπως να μεθυσει, να τη δειρει, να φυγει απ' το σπιτι του η να τη διωξει κτλ. Κι ας υποθεσουμε οτι μας λεει ακομα:
- Τα χω χαμενα! Τι μου συμβαινει;
Κι οτι εμεις του απανταμε:
- Πονας!
Τι κανουμε μ' αυτο;
Μια ψυχολογικη εξηγηση ειναι: O ανθρωπος απωθησε τον πονο και κατεφυγε σ' ενα, οπως λεμε, «acting out», σε μια «εκδραματιση» με λυγμους, κραυγες, απονενοημενες ενεργειες. Οταν του εξηγουμε οτι ποναει, κανουμε τον απωθημενο του πονο συνειδητο.
Εδω η ψυχολογικη εξηγηση εχει διασπασει αυτο που του συμβαινει: Το εχει διαχωρισει αφενος στην εικονα της γυναικας του που τον απατα, «ερεθισμα», και αφετερου στις δικες του εκδηλωσεις, «αντιδραση», και αναμεσα στο ερεθισμα και στην αντιδραση εχει παρεμβαλει εναν «εσωτερικο κοσμο», εναν «ψυχισμο» οπου ο ανθρωπος αισθανθηκε τον πονο, αποφασισε λιγοτερο η περισσοτερο ασυνειδητα να μην τον νιωσει αλλα να τον απωθησει και στη συνεχεια να τον «εκδραματισει».
Εδω υπαρχει ενα λαθος που στη φιλοσοφια λεγεται «φαυλος κυκλος»: Με την ερμηνεια μου θελω να καταδειξω οτι στον ανθρωπο υπαρχει ασυνειδητος πονος, κι αυτο το κανω προεξοφλωντας τον, δηλαδη λεγοντας του «Πονας αλλα δεν το ξερεις επειδη απωθησες τον πονο».
Πολλες ψυχολογικες ερμηνειες ειναι αυτου του ειδους. Σ' αυτην την οπτικη ο λεγομενος «εσωτερικος», «ψυχικος κοσμος» ειναι ενα πλεγμα φαυλων κυκλων, φανταστικων μορφωματων μεταξυ ερεθισματος και αντιδρασης, το οποιο οι μεν αποκαλουν «μαυρο κουτι», οι δε «ψυχικο οργανο».
Χωρισμος του φαινομενου σε ερεθισμα και αντιδραση και γεφυρωμα του χασματος με την επινοηση διεργασιων που συνδεουν τα χωρισμενα παν χερι χερι.
Ας επιστρεψουμε στον ανθρωπο που ερχεται στο ιατρειο μου και μου περιγραφει την κατασταση. Πως γνωριζω οτι ο ανθρωπος ποναει; Η θεωρια απαντα: με την «ενσυναισθηση», το «empathy»: Ταυτιζομαι μαζι του, μπαινω στη θεση του και νιωθω τον πονο που ασυνειδητα νιωθει. Η θεωρια της ενσυναισθησης λεει λοιπον οτι τον πονο του τον συμπεραινω μεσα απο μια ορισμενη διαδικασια. Ειναι σαν να ειχα ενα μηχανημα, «ανιχνευτη πονου», να το εβαζα μπροστα του κι αυτο να εδειχνε «θετικο» κι ετσι να διαπιστωνα οτι ο ανθρωπος ποναει.
Ομως τον πονο του δεν τον συμπεραινω μεσα απο μια διαδικασια. Τον βλεπω ζωγραφισμενο στο προσωπο του, σ' αυτα που λεει, με τη φωνη που τα λεει. Και τι κανω οταν του λεω «Πονας!»; Απαντηση: Του μαθαινω μια λεξη!
Ειναι ενα απο τα θαυματα της θεραπευτικης συνομιλιας οτι λεξεις χιλιοειπωμενες μπορουν καποτε να λεγονται σαν να 'ταν η πρωτη φορα, σαν κανεις να τις ελεγε μεχρι τωρα διχως να ξερει τι λεει. Ο ανθρωπος μαθαινει τη λεξη «Ποναω!».
Ο Wittgenstein γραφει πως η λεξη «πονος» αντικαθιστα την κραυγη [του πονου]. (Και, οταν λεμε «κραυγη», ας ακουσουμε μαζι και ολη την «εκδραματιση» της!)
Θα ελεγα: Η λεξη «πονος» δεν αντικαθιστα ακριβως την κραυγη του πονου. Η κραυγη ηχει παντα στο «Ποναω!», στον τονο της φωνης και στην εκφραση του, και πολλες φορες ηχει τοσο καθαροτερα οσο λιγοτερο κραυγαλεα λεγεται το «Ποναω!».
Η σχεση αναμεσα στην κραυγη του πονου και στη λεξη του πονου ειναι σαν τη σχεση, π.χ., αναμεσα στον πεζο λογο και στο τραγουδι. Σκεφτειτε τις λεξεις «συννεφιασμενη Κυριακη» να λεγονται στο δελτιο καιρου και κατοπιν να τις τραγουδα ο Βασιλης Τσιτσανης. Δεν γινεται τωρα, στο τραγουδι, η Κυριακη περισσοτερο Κυριακη και περισσοτερο συννεφιασμενη;
Ο ανθρωπος που ακουγοντας για την απατη της γυναικας του την κραυγη του την αρθρωνει και λεει «Ποναω!» δεν ποναει τωρα πιο αληθινα; Δεν ειναι σαν η κραυγη να βαφτιζεται, να βγαινει απο τον ποταμο της γλωσσας εξαγνισμενη, εχοντας τωρα ενα ονομα, ησυχασμενη στο ονομα της; «Ησυχασμενη» δεν θα πει οτι ο ανθρωπος δεν ποναει αλλα οτι κατα εναν τροπο τωρα για πρωτη φορα ποναει.
Σε τετοιες πραξεις ονομασιας, οπως τις αποκαλει ο ιστορικος της μουσικης Θρασυβουλος Γεωργιαδης, συμβαινει το θεραπευτικο. Θελει παντα το χρονο του, κι αυτος μπορει να ειναι μακρυς. Πολλα εμποδια χρειαζεται να ξεπεραστουν, ομως η συζητηση τους δεν ειναι του παροντος.
Η αντιληψη της θεραπευτικης συνομιλιας ως πραξης ονομασιας, εδω ως πορειας προς την καθαρη εκφορα της λεξης «ποναω», μας βοηθα να λυθουμε απο ενα σωρο ψευδοπροβληματα για τον εντοπισμο και τους μηχανισμους του πονου, τις γενικολογιες της σχετικης βιβλιογραφιας που μας εμπλεκουν στη σκεψη και δεν αφηνουν το βλεμμα ελευθερο να δει και να προσεξει αυτο που βρισκεται εμπρος στα ματια μας.
Η «φυση» του «ψυχικου πονου» δεν υπαρχει σαν κατι «πισω» απο τον «ψυχικο πονο», οπως ο μηχανισμος του ρολογιου πισω απο την πλακα και τους ωροδεικτες. Υπαρχει, αν ειναι να μεινουμε στα πραγματα, το καθε φορα ζητουμενο και λεγομενο «ποναω».
Το «ποναω» λεγεται παντα σε μια κατασταση, π.χ.: «Η γυναικα μου με απατα».
Ειναι αυτο η ολη κατασταση; 'Oχι, διοτι σ' αυτην ανηκει και η εκπληξη μου: «Δεν το περιμενα απ' αυτην». Αυτο ειναι το καθοριστικο, οτι τωρα εχω μπροστα μου μια αλλη γυναικα απ' αυτην που νομιζα, μια απροσμενη γυναικα που μπορει να με απατα.
Το «Ποναω!» ανηκει σ' αυτην την εικονα της. Αυτη η εικονα αυτης της γυναικας που βρισκεται με τον αλλον ειναι που ποναει: Η γυναικα μου δεν ειναι γυναικα μου, οπως νομιζα, κι εγω, ο αντρας της, δεν ειμαι ο αντρας της. Αυτη η εικονα, αν ειχα προσλαβει ντετεκτιβ, αυτες οι φωτογραφιες, αν μου το ειχε ομολογησει η ιδια, αυτα τα λογια της ειναι που πονανε σαν πετριες. O πονος δεν συμβαινει σαν κατι το «ψυχικο» μεσα μου. Πονανε αυτες οι εικονες, αυτα τα λογια, αυτα τα πραγματα.
Λεμε «με πονανε», ομως πολυ συχνα δεν μενουμε στα λογια μας, δεν τα ακουμε. Θεωρουμε τον πονο του ανθρωπου αποτελεσμα της πραξης της γυναικας του. Ομως μιλαμε για αποτελεσματα εκει οπου συμβαινουν διεργασιες. Θεωρουμε την πληροφορια «με απατα η γυναικα μου» ως ερεθισμα το οποιο κανεις, οπως συνηθιζουμε να λεμε, «επεξεργαζεται» μεσα του, στο «ψυχικο οργανο» η στο «μαυρο κουτι», κι οτι ο πονος ειναι το αποτελεσμα αυτης της διεργασιας.
Ηδη η γλωσσα μας, η λεξη «ποναω», μας παγιδευει στην παρασταση ενος πονου που αναφερεται στο «εγω» που ποναει, σαν ο τοπος του πονου να ηταν αυτο το «εγω», σαν ο πονος να ηταν μεσα μου. Ομως αυτο που ποναει ειναι η εικονα της, η γυναικα μου που αγκαλιαζεται μ' εναν αλλο. Στη λεξη «ποναω» να συμπληρωνουμε ρητα η αρρητα ενα «εγω» και να το εκλαμβανουμε σαν τον τοπο στον οποιο συμβαινει ο πονος δεν εχει κανενα νοημα.
Η ψυχολογια, ορμωμενη απο την παρανοηση οτι ποναω «εγω», δεν μιλαει για πονο αλλα για «αισθημα πονου», οπως βεβαια δεν μιλαει για αγχος αλλα για «αισθημα αγχους» κτλ. Αντιστοιχα η παραδοσιακη φιλοσοφια της γλωσσας κατατασσει το «ποναω» στις λεγομενες «φι-προτασεις», στις προτασεις που αναφερονται σε «συνειδησιακες καταστασεις».
Ομως «ποναω» θα πει εξαρχης και μεχρι τελους: «(κατι) με ποναει». «Ποναω στο δοντι» θα πει: «ποναει το δοντι μου». O πονος ανηκει σε μια περισταση και ποτε δεν υπαρχει πραγματικα αποκομμενος κι «εσωτερικευμενος» σαν «αισθημα». Επωδυνα μπορουν να ειναι τα πραγματα που μας αφορουν, και μονο αυτα «αλγεινα» τα λεει η Αντιγονη του Σοφοκλη.
Υπαρχουν πολλοι ανθρωποι που μιλουν αναφερομενοι σχεδον αποκλειστικα στα συναισθηματα τους, για το οτι «νιωθουν» αυτο κι εκεινο, και δεν εχουμε ιδεα για τι πραγμα μιλουν. Ειναι σαν να ρωταμε καποιον που μπαινει στο σπιτι τι καιρο εχει κι αυτος να μας απαντα «Ωραιο!». Ειναι ενα ζητουμενο της θεραπειας να επαναφερει αυτους τους ανθρωπους στον κοινο κοσμο.
Στον κοινο κοσμο ανηκει το «ποναω» - σε αναφορα οχι προς το εγω αλλα προς αυτο που ποναει. Τοτε η λεξη ειναι λογος με την εννοια των αρχαιων: Συλ-λεγει τη γυναικα που πηγε μ' εναν αλλο, τον ανθρωπο και τις ματαιωμενες του προσδοκιες κι ολη την ιστορια τους που τους εφερε μεχρι εδω.
Στο «ποναω», εκτος απο τον εγκλωβισμο στο «εγω», ανηκει συνηθως και κατι ακομα. Αν ηταν να εκφρασθει ο,τι θελει να πει το «ποναω», τοτε η φραση του ανθρωπου συχνα θα ηταν: «ποναω - και δεν θελω να ποναω!».
Ο θεραπευτης θα τον ενθαρρυνει να δεχτει τον πονο. Η θεραπεια προχωρει εναντια στην ταση του ανθρωπου μας να τον αποφυγει.
Το λεγομενο «κοινο αισθημα» τεινει στην αποφυγη του πονου. Αυτο το κοινο αισθημα διαπνεει και μια βασικη θεση της ψυχολογιας: «O ανθρωπος επιδιωκει το ευχαριστο κι αποφευγει το δυσαρεστο». Η ψυχαναλυτικη θεωρια το διατυπωνει με τον βαρυγδουπο τιτλο «Αρχη της ηδονης».
Το κοινο αισθημα λεει για το ποτηρι του πονου: Απελθετω απ' εμε... «Δεν θελω να ποναω!» μας λεει ο απατημενος αντρας. Αυτη η φραση δεν εχει νοημα διοτι ο πονος, το ειδαμε, δεν ειναι ενα κατι που μπορω να το θελω η να μην το θελω.
Το ιδιο α-νοητη ειναι και η φραση «Ο ανθρωπος επιδιωκει το ευχαριστο κι αποφευγει το δυσαρεστο». Μπορω να επιδιωκω και ν' αποφευγω ενα πραγμα, ομως, οπως κι ο πονος, το ευχαριστο και το δυσαρεστο δεν ειναι πραγματα. Και για οσους νομιζουν οτι μπορουν να διαχωριζουν ευχαριστο και δυσαρεστο, να προτιμουν το ενα και ν' αποκρουουν το αλλο, μνημονευω ενα διστιχο του Hölderlin που επιγραφεται «Σοφοκλης»: «Πολλοι δοκιμασαν ματαια το χαριεστατο χαρουμενα να το πουν. / Εδω μου μιλα επιτελους, εδω, στο πενθος μου φανερωνεται».
Και ο Ελυτης στην «Ωδη στον Πικασσο»: «χαρα και λυπη στο μετωπο του ανθρωπου μοιαζουν...».
Το «Δεν θελω να ποναω!», οταν ο πονος συγχεεται με την αφορμη του, μπορει να παρει και τη μορφη: «Δεν θελω να με απατησει η γυναικα μου» η «Θελω να μην το ειχε κανει».
Εδω και παλι ο ανθρωπος ξεπερνα τα ορια. Η γυναικα του, η οποια γυναικα, παντα μπορει να παει μ' εναν αλλον, η δυνατοτητα ως δυνατοτητα ειναι παντα δεδομενη, ακομα και εις πεισμα των δικων της προθεσεων.
Να θελω να μην συμβει κατι που μπορει να συμβει ειναι εκτος πραγματικοτητας, δεν εχει νοημα. Ειναι σαν να λεω «Δεν θελω να γινει σεισμος». O σεισμος, αν γινει, θα γινει ασχετα με τη βουληση μου. Πολλες φορες πρεπει κι αυτο να μαθευτει, τι μπορει κανεις να θελει και τι οχι. Πρεπει κανεις, αν ειναι να μενει στα πραγματα, να συμφιλιωθει περα για περα μ' εναν κοσμο στον οποιο ανηκει το ενδεχομενο η γυναικα του να τον αφησει και το σπιτι του να σειστει και να τον πλακωσει. Αλλον κοσμο δεν εχουμε, δεν μπορουμε καν να διανοηθουμε πραγματικα.
Θα χρειαστει με τη θεραπευτικη μας τεχνη να δειξουμε στον ανθρωπο που δεν θελει να ποναει αυτα τα ορια. Και δεν θα του δειξουμε κατι καινουριο. O πονος του ειναι αυτη τουτη η προσκρουση πανω τους, η προσκρουση, π.χ., του «Δεν το περιμενα απ' αυτην» επανω στην πραγματικοτητα του «και ομως...». Τα ορια του, τι μπορει να περιμενει και τι οχι, τι μπορει να θελει και τι οχι δεν τα γνωριζε. Τωρα τα μαθαινει πονωντας, και μονο ετσι μαθαινει.
Το αληθινο μαθημα συμβαινει παντα στο παθημα. Ετσι και μονο ετσι προχωρανε οι δρομοι μας. Τα οδοσηματα τους, επιτρεψτε μου τελειωνοντας να γινω μελοδραματικος, ειναι γραμμενα με αιμα. Και το υλικο τους, οι ταμπελες, οι στυλοι και το τσιμεντο ειναι φτιαγμενα απο πονο.
Τοσο οδυνηρα καλο κι αληθινο ειναι αυτο που ζει
Κι αναλαφρα σ' αγγιζει μια πετρα παλια:
Αληθεια, θα 'μαι παντα μαζι σας.

Ειναι στιχοι απο ενα ποιημα με τον τιτλο «Ευφροσυνη Ανοιξη». Η παλια πετρα που μας μιλα σ' αυτην την ποιηση ειναι η μορφη του πονου.

Το αλλο φως


[Ομιλια στην διημερίδα «Η ερμηνεία στη θεραπεία», Ασκληπιείον Άνω Βόλου, 2004]                        PDF

Υπηρξαν στη ζωη μου καποιες στιγμες που, οπως λεμε, «εγραψαν» - με συγκινησαν, με σημαδεψαν, πηραν μια μονιμη θεση στον κοσμο, τον στιγματισαν. Αρχικα και για μεγαλο διαστημα παρεμεναν βουβες. Επιμονες και αμετακινητες.
Τα τελευταια χρονια λοιπον μου συμβαινει κατι πρωτογνωρο: Τυχαινει καποτε να εχω μια αναλαμπη. Και ανακαλυπτω, οπως συμβαινει σε μερικα ονειρα, οτι ο κοσμος εχει μεταβληθει. Τοτε καποια απ' αυτες τις αλλοτινες στιγμες ανασαλευει. Αποκτα πλεον μια επισημη θεση στον κοσμο. Γινεται οικεια, μπορω και συνομιλω μαζι της.
Το ονομα που μου ηρθε γι' αυτες τις εμπειριες, δεν ξερω πως κι απο που, ηταν «γεραματα».
Η στιγμη τωρα με την οποια τουτη η ομιλια δοκιμαζει να συνομιλησει ηρθε πριν απο καπου σαραντα χρονια οταν διαβασα τους παρακατω στιχους απο το ποιημα του Γιωργου Σεφερη «Τελευταιος Σταθμος»:
Κι α σου μιλω με παραμυθια και παραβολες
ειναι γιατι τ' ακους γλυκοτερα,
κι η φρικη δεν κουβεντιαζεται γιατι ειναι ζωντανη
γιατι ειναι αμιλητη και προχωραει
·

Στην απορια αυτων των στιχων, μη με ρωτατε γιατι, συγκαταλεχθηκαν και λιγες φρασεις απο το δοκιμιο του ιδιου ποιητη με τον τιτλο Παντα πληρη θεων. Σας τις διαβαζω:
Οσο για τους ναους, αν ενας πολυ στενος μου φιλος γυρευε να τους προσεγγισει με τη συντροφια παλαιων κειμενων, θα τολμουσα να τον συμβουλεψω να εξοικειωθει με κειμενα που τον φερνουν προς αυτους απο δρομους πλαγιους, οχι με αμεσες περιγραφες. [...] Να προτιμησει αυτη την ευρυχωρια. Κι αν ο πολυ στενος μου φιλος επιμενει να ειμαι πιο συγκεκριμενος, θα του ελεγα οτι τουτες τις μερες που εγραφα τις παρουσες σελιδες ειχα στο νου τους στιχους του Ομηρου για τις πενηντα βαγιες στο παλατι του Αλκινοου [...]- τοσο απομακρος ημουν.
Εκεινα τα χρονια οι λογοι του Σεφερη δεν ειχαν ουσιαστικη θεση στον κοσμο μου. Σ' αυτον το δομημενο με τις παραστασεις της επιστημονικης σκεψης που μου εντυπωθηκαν στο σχολειο και στα αμφιθεατρα της Ιατρικης, αλλα και στις πρωτες μου περιδιαβασεις σε ψυχιατρικα και ψυχαναλυτικα κειμενα, σ' αυτον τον κοσμο λοιπον ισχυε το δογμα πως ολα «κουβεντιαζονται», εξηγουνται κι ερμηνευονται, καθως για ολα υπαρχει ενα «γιατι», και πως για καθε «απομακρο» υπαρχει μια υποσυνειδητη συνδεση και συσχετιση.
Και παλι εκεινοι οι λογοι ειχαν αρκετη δυναμη για να μην μπορω και να τους απορριψω. Ετσι εγινε κι εμειναν αποριες. Σκοτωματα στο οπτικο πεδιο του νεαρου επιστημονα.
Και ηδη καθως γραφω κι εξιστορω το τι εγινε και τελικα εφτασα να κατοικω εναν κοσμο οπου τα «παραμυθια» και οι «παραβολες» εχουν τοπο, οπου καποτε υπαρχει «ευρυχωρια» και μπορω να ειμαι, με την παραπανω εννοια, «απομακρος», εχω προς στιγμη την ταση να σας εκθεσω αυτην τη μεταβολη σαν μια διαδικασια, σαν να υπηρχε μια συνεχεια που οδηγησε απο το ενα στο αλλο.
Κυριες και κυριοι, τετοια συνεχεια δεν υπηρξε ποτε! Χωρις να το καταλαβω, καποτε αντιληφθηκα πως ειμαι πλεον αλλου και πως το παρελθον εχει γινει ενα «μια φορα κι εναν καιρο...», σαν παραμυθι. Μηπως ειμαι κι εγω ο ιδιος παραβολη; Και τωρα που τα λεω αυτα βλεπω αχνα ενα αλλο σκοτωμα να φωτιζεται. Ειναι ενα μικρο κειμενο του Kafka με τιτλο Για τις παραβολες. Σας το μεταφραζω:
Πολλοι παραπονιουνται πως οι λεξεις των σοφων ειναι παντα και μονο παραβολες, ομως ανεφαρμοστες στην καθημερινη ζωη κι εμεις αυτην εχουμε μονο. Οταν ο σοφος λεει «Περνα απεναντι», μ' αυτο δεν εννοει οτι κανεις πρεπει να περασει στην αλλη πλευρα του δρομου, κατι που κανεις θα μπορουσε και να το κανει αν αξιζε το αποτελεσμα, αλλα εννοει ενα καποιο μυθικο απεναντι, κατι που δεν γνωριζουμε, που ουτε κι απ' αυτον μπορει να προσδιοριστει περισσοτερο και που επομενως εδω δεν μπορει να μας βοηθησει καθολου. Ολες αυτες οι παραβολες το μονο που τελικα θελουν να πουν ειναι πως το ασυλληπτο ειναι ασυλληπτο, κι αυτο το ξεραμε. Ομως αυτα που καθημερινα μας παιδευουν ειναι αλλα πραγματα.
Οπου ενας ειπε: «Γιατι αμυνεστε; Αν ακολουθουσατε τις παραβολες, τοτε θα ειχατε γινει παραβολες οι ιδιοι, κι ετσι θα ειχατε απαλλαγει απο τους καθημερινους κοπους».
Ενας αλλος ειπε: «Παω στοιχημα πως κι αυτο ειναι παραβολη».
O πρωτος ειπε: «Κερδισες».
O δευτερος ειπε: «Ομως δυστυχως στην παραβολη μονο».
O πρωτος ειπε: «Οχι, στην πραγματικοτητα. Στην παραβολη εχασες».

O δευτερος κερδισε στην πραγματικοτητα, καθως μονο μεσα απο την πραγματικοτητα μπορει να πει «Παω στοιχημα πως κι αυτο ειναι παραβολη». Αυτος που εχει γινει παραβολη ο ιδιος ποτε δεν θα μιλησει για παραβολη, οπως, συμφωνα μ' ενα παραδειγμα του Wittgenstein, ενα γραμμοφωνο ποτε δεν θα πει «Ειμαι μονο ενα μηχανημα».
Κυριες και κυριοι, αυτοι ειμαστε, «πραγματικοτητα» και «παραβολη». Σ' αυτο το αδηλο «και» δηλωνεται η «ευρυχωρια», δηλαδη το «απομακρο» του Σεφερη, σ' αυτο κερδιζεται και χανεται το στοιχημα μιας ζωης. Ο Hölderlin το αναφερει ως εξης: «Με την αξια του και ομως ποιητικα κατοικει ο ανθρωπος πανω σ' αυτην τη γη».
Και τι γινεται με την ψυχοθεραπεια; Μηπως την αφορουν μονο «αυτα που καθημερινα μας παιδευουν» (Kafka) και που ειναι «αλλα πραγματα»; Η μηπως τα «προβληματα» ανακυπτουν και υφιστανται ακριβως οταν ειμαστε τυφλοι για το «ασυλληπτο»; Μηπως, απο τη στιγμη που θα δει τις καταστασεις που ονομαζονται «προβληματα» σ' ενα, αναφερω την εκφραση οπως τη χρησιμοποιει ο Wittgenstein, «αλλο φως», διαλυονται και χανονται σαν τη ζαχαρη στο νερο; Μηπως το «Περνα απεναντι» ποτε δεν αρχιζει και ποτε δεν τελειωνει στο κρασπεδο του πεζοδρομιου αλλα μιλα συγχρονως και παντα, εστω αρρητα και αγνωρα, για κατι το «μυθικο»; Τις μερες που ετοιμαζα την ομιλια ενας αντρας παραπονεθηκε πως τον τελευταιο χρονο παχυνε, καθως τον πιανουν κρισεις βουλιμιας. Του ζητω να μου περιγραψει μια προσφατη. Λεει:
- Το απογεμα κατεβασα δεκα κομματια αποξηραμενο ανανα.
Του απαντω:
- Αν αυτη η, ας την πουμε, «δοσοληψια» με τον ανανα γινοταν σε γλωσσικο επιπεδο, τι θα λεγονταν μεταξυ σας; Τι θα σας ελεγε ο ανανας; Τι θα του λεγατε;
Ο αντρας, που τυχαινει να ειναι και ψυχιατρος, οταν μιλησε για τα κομματια του ανανα που κατεβασε, ειχε προσθεσει πως αυτο οφειλεται στην απογοητευση απο εναν στενο συγγενη του. Εκανε μια συνδεση των βουλιμικων του κρισεων με συναισθηματα που τον παιδευουν. Εκανε ενα ειδος ερμηνειας.
Η ερωτηση μου δεν επιδιωκει καποια συνδεση, δεν υπεισερχεται στη δικη του, δεν αποσκοπει σε καποια «καλυτερη». Αφηνει τη βουλιμια του να ερθει σ' ενα αλλο φως.
Ποια ειναι η διαφορα;
Πρωτον. Ο,τι αυτος χαρακτηρισε ως ενδοψυχικη διαδικασια, οπου ενα συναισθημα μεσα απο διαφορους μηχανισμους εκδηλωνεται ως βουλιμια, στην ερωτηση μου προς αυτον γινεται μια συνομιλια με τον ανανα ως ενα αλλο, ως ενα, κι εδω ερχεται μια λεξη του ποιητη Paul Celan, «απεναντι», μια συνομιλια που διαμειβεται οχι μεσα του αλλα στον κοινο κοσμο.
Δευτερον. Σ' αυτο το αλλο φως, το βουλιμικο επεισοδιο παιρνει μια διασταση, για να χρησιμοποιησω τη λεξη του Kafka, «μυθικη»: αντρας και ανανας μιλουν μεταξυ τους.
Τριτον. Αν επεδιωκα μια ερμηνευτικη συνδεση, θα το εκανα, περα και πριν απο καθε στοιχειο «ενσυναισθησης», μεσα απο την πιστη σε μια θεωρια που λεει πως βουλιμια κι απογοητευση συσχετιζονται. Λεω «πιστη» γιατι μια τετοια συσχετιση ουτε να αποδειχθει μπορει ουτε και να απορριφθει. Μια τετοια πιστη δεν εχει κανενα νοημα - ειναι α-νοητη (Wittgenstein). Και φυσικα η αντιδραση του πελατη, παρα το συχνα λεγομενο, δεν ειναι κριτηριο - κατω απο ορισμενες συνθηκες, οχι και τοσο σπανιες, κανεις μπορει να συμφωνησει ακομα και πως πεταει ο γαιδαρος.
Τεταρτον και κυριο. Η προσφυγη στην ερμηνεια ερχεται, ειπα, μεσα απο την πιστη σε μια θεωρια που λεει πως βουλιμια κι απογοητευση συσχετιζονται. Ομως η πραξη της συσχετισης ειναι πραξη σκεψης. Θα σκεπτομουν. Την ερωτηση που εκανα δεν τη σκεφτηκα. Μου ηρθε. Και μου χαρισε μια «ευρυχωρια» που μου επετρεψε να την πω μ' εναν τονο αναλαφρο, σχεδον σαν να του 'λεγα: «Ελα τωρα να παιξουμε!».
Στο αλλο φως, στο οποιο η ερωτηση μου μετεθεσε το βουλιμικο επεισοδιο του αντρα, δεν ανηκει μονο η λεκτικη της διατυπωση, αλλα προπαντων αυτο το αναλαφρο, ο χαρακτηρας του παιχνιδιου. Ειναι το καλεσμα που συναντησαμε ηδη «να γινει ο ιδιος παραβολη».
Με την απομακρυνση προς την «ευρυχωρια» της παραβολης δεν απομακρυνομαστε απο το βουλιμικο επεισοδιο, απο τον αντρα που κατεβαζει το ενα κομματι ανανα μετα το αλλο, οπως συμβαινει οταν το συσχετιζουμε, π.χ., με την απογοητευση του κι επικεντρωνομαστε πλεον σ' αυτην, αλλα το πλησιαζουμε.
Και γιατι πρεπει, για να πλησιασουμε κατι, να γινομαστε κατα εναν τετοιο τροπο απομακροι; O Θρασυβουλος Γεωργιαδης, ιστορικος της μουσικης και για μενα ενας απο τους σημαντικοτερους νοητες του 20ου αιωνα, γραφει στον προλογο ενος βιβλιου του:
Η διαφορετικοτητα της μεθοδου μου αναγνωριζεται ηδη εκ του οτι η παρουσιαση δειχνει μια προτιμηση στη χρηση αναλογιων (μεταφορες, εικονες). Ομως μια αναλογια δεν ειναι αποδειξη· το μονο που μπορει, ειναι να παραπεμπει στο μη αποδειξιμο και ομως εμφανες ενος πραγματος, ενος φαινομενου, ενος δεδομενου· μπορει απλα να βοηθησει να δουμε το φαινομενο.
Θα το πω αξιωματικα: Τα ουσιαστικα πραγματα, και η δουλεια μας των θεραπευτων με ουσιαστικα πραγματα εχει να κανει, δεν κατανοουνται, δεν εξηγουνται, δεν αποδεικνυονται. Φαινονται, και μαλιστα τοτε οταν ερθουν σ' ενα αλλο φως. Ειναι οπως, κι εδω ανακαλω τον καιρο που ημουν υποβοηθος στο εργαστηριο της Ανατομιας, ειναι οπως οταν κατω απο το μικροσκοπιο στον αδιαφοροποιητο ιστο προστεθει μια χρωστικη ουσια και τοτε διαγραφονται κυτταρα προηγουμενως αθεατα.
Στο θεραπευτικο μας στιγμιοτυπο μειναμε κει που ρωτησα τον αντρα:
- Αν αυτη η, ας την πουμε, «δοσοληψια» με τον ανανα γινοταν σε γλωσσικο επιπεδο, τι θα λεγονταν μεταξυ σας; Τι θα σας ελεγε ο ανανας; Τι θα του λεγατε;
Η απαντηση του ηταν:
- Ο ανανας θα μου ελεγε: «Ειμαι γλυκος!».
Εγω:
- Θα σας προσφερονταν;
Αυτος:
-Ναι.
Εγω:
- Το εχετε ζησει, καποιος να σας προσφερεται;
Κανεις θα ετεινε να αντιληφθει τα λογια του ανανα μεταφορικα και να υποθεσει οτι εδω εχουμε να κανουμε με εναν ανθρωπομορφισμο οπου ο ανανας παρασταινεται σαν ανθρωπος που προσφερεται στον αντρα, κατι που τελικα βοηθα τον θεραπευτη να το παει εκει που καιει, στο οτι, π.χ., η μητερα κι ο πατερας του δεν του προσφερθηκαν αληθινα ποτε. Τοτε η ιστορια με τον ανανα θα ηταν ενα κολπο του θεραπευτη, μια μικρη απατη με «καλο σκοπο».
Πρωτον, απο κολπα και μικροαπατες, που πολλες φορες κρυβονται πισω απο το μανδυα της «τεχνικης», τιποτα καλο δεν προκυπτει.
Δευτερον, αν ο ανανας ηταν ανθρωπομορφιζουσα μεταφορα, τοτε θα παρασταινονταν σαν ανθρωπος, θα χανονταν καθε «ευρυχωρια» και φυσικα δεν θα μπορουσε να γινει λογος για «αλλο φως» και το «παρα-» της παραβολης θα ηταν τελικα ψεμα.
Αν λοιπον ανανας και ανθρωπος διατηρουν τη διαφορα τους, πως ειναι δυνατο να παραβαλλονται μεταξυ τους; Να συνερχονται σε μια σχεση, καλυτερα, σε μια συναψη, αυτην της παραβολης;
Για τη δυνατοτητα μιας μη ανθρωπομορφιστικης εννοησης του λεγομενου «μεταφορικου λογου», για τη δυνατοτητα δηλαδη στη «μεταφορα» να μην μεταφερεται τιποτα αλλα τα δυο μερη να αντιπαραβαλλονται, και ετσι μονο να αποληγουν στη μεταξυ τους εγγυτητα, σταθηκε για μενα αποφασιστικη η ερμηνεια απο τον Heidegger ενος ποιηματος στο οποιο δεν αναφερεται μεν καποιος ανανας αλλα ο ηλιος, που εμφανιζεται σαν αγροτισσα. Γραφει ο Heidegger:
Ποιος θα το αμφισβητουσε οτι εδω [...] ο ηλιος παρομοιαζεται με τη μητρικη αγροτισσα; Η μηπως, αντιθετα, η ουσια της αγροτισσας και της μητερας εμφανιζεται στη μεγαλη ουρανια εικονα του ηλιου; Μηπως λοιπον εδω απλως παρομοιαζεται το ενα με το αλλο; Ενδεχομενως το ποιημα δεν μιλα με μια παρομοιωση αλλα με μιαν ομοιωση. Ομοιος [μεσα απο την ετυμολογια της γερμανικης λεξης «gleich», «gelich», «ge-lich»] θα πει περισυλλεγμενος στην αυτη μορφη.
Ομως ποια ειναι στο ποιημα η αυτη μορφη; Ο ηλιος, η η αγροτισσα; Η μηπως το αυτο στο οποιο η ουσια των δυο συμφερεται δεν ειναι ουτε ο ουρανος (ηλιος) καθαυτον ουτε η γη και οι ανθρωποι καθαυτους; Το αυτο στο οποιο ηλιος και αγροτισσα παρ-αγονται ποιητικα δεν ειναι αραγε πραγματι η συνηχηση εκεινης της συνολης περιοχης μεσα απο την οποια μιλα το ποιημα; Γι' αυτο και ο ηλιος ισως δεν προσωποποιειται και δεν υποκειται στον ανθρωπομορφισμο. Διοτι, ετσι πρεπει επιτελους να ερωτησουμε, τι θα πει σ' αυτον τον βεβιασμενο λογο περι προσωποποιησης και ανθρωπομορφισμου το ονομα «ανθρωπος»; Δεν ειναι εκεινος ο οποιος εκ φυσεως παραμενει αρμοσμενος σ' εκεινη την περιοχη που φανερωνεται στο μορφωμα του ποιηματος;

Την «περιοχη», στην οποια ο Heidegger αναφερεται, δεν μπορουμε να τη συζητησουμε διεξοδικα. Ας συγκρατησουμε μονο οτι ο ανθρωπος ως αρμοσμενος σ' εκεινη την περιοχη δεν ειναι πρωτιστα ενα υποστασιοποιημενο ον, δεν ειναι υποκειμενο, οργανισμος, ψυχικο οργανο και τα συναφη, και ο ανανας, συμπληρωνω, δεν ειναι πρωτα καρπος και αντικειμενο της γεωπονιας και του εμποριου και διατροφικο ειδος. Αν ηταν ετσι, τοτε ανθρωπος και ανανας δεν θα ειχαν τιποτα το κοινο και η φραση μου προς τον αντρα θα ειχε νοημα μονο εαν ο ανανας «προσωποποιουνταν».
O Heidegger υποδεικνυει τη δυνατοτητα αντρα και ανανα να συναρμοζονται στην αυτη μορφη, στο ταυτοσημο της οποιας συνηχει εκεινη η αινιγματικη «συνολη περιοχη». Ανανας και αντρας δεν ειναι το ιδιο, ομως αρμοζονται στο αυτο. Μονον ετσι γινεται και συνομιλουν κι ο ανανας του προσφερεται με τα λογια «Ειμαι γλυκος!».
Απο μια αποψη ακολουθωντας τον Heidegger, απο μιαν αλλη τον Wittgenstein, θα ελεγα οτι ενα ονομα γι' αυτην την περιοχη ειναι η λεξη «παιχνιδι». Τη συναντησαμε ηδη οταν εκανα λογο για την «ευρυχωρια» και τον αναλαφρο τονο με τον οποιο αποτανθηκα στον αντρα.
Το οτι ο ανανας μπορει να μιλαει, να λεει κατι στον αντρα, δεν ειναι τοσο περιεργο οσο εκ πρωτης οψεως φαινεται. Εχει τον τοπο του, π.χ., στα παραμυθια, στα δημοτικα μας τραγουδια -θυμηθειτε το «τρια πουλακια καθονται...»-, στον κοσμο των παιδιων.
Στην ενηλικιωση το παιδι δεν μενει πισω. Αντιθετα, γινεται περισσοτερο παιδι, γιατι τωρα, εναντια στην πιεστικοτητα (Kafka) των «αλλων πραγματων...για τα οποια κοπιαζουμε καθε μερα», πρεπει να κερδηθει απο την αρχη. Εδω το παιχνιδι δεν ειναι μια δραστηριοτητα του ανθρωπου αλλα ο τροπος με τον οποιο στα παιδικα και στα εσαει παιδικα ματια δειχνονται ολα τα πραγματα.
Και γιατι «πρεπει» ο κοσμος σαν παιχνιδι να ξανακερδηθει; Να σωθει; Διοτι αυτο το παιχνιδι ειναι δεσμευτικο: Δεν το παιζουμε αλλα ειμαστε εμεις καθαυτους παικτες του κατοικωντας αυτον τον κοσμο επανω στη γη και κατω απο τον ουρανο. Και μ' αυτο δεν λεγεται τιποτα διαφορετικο απο τη φραση του Kafka πως ειμαστε παραβολη. Και τιποτα διαφορετικο απο ενα λογο του Γεωργιαδη για την «ιδιομορφια της ελληνικης πραγματικοτητας, του ελληνικου νου»: «αφενος το απιστευτα φωτεινο, καθαρο, αξιοθαυμαστα λογικα ακριβες, αφετερου το "ονειρο"».
Και τιποτα διαφορετικο απο τη φραση του Hölderlin που ηδη ακουσαμε: «Με την αξια του και ομως ποιητικα κατοικει ο ανθρωπος επανω σ' αυτην τη γη».
Επειδη το παιχνιδι αυτο καποτε διαπερνα και διαμορφωνει και καθοριζει τα παντα, ο αντρας κι ο ανανας μπορουν να συνομιλουν, ο ανανας μπορει να του μιλα και να του προσφερεται.
Ενας δασκαλος μου, ο Medard Boss, ελεγε, θυμαμαι, σ' ενα σεμιναριο πως ο ισκιος του δεντρου ειναι μεν απο την αποψη της οπτικης φυσικο φαινομενο, ομως απο μιαν αλλη αποψη ισως, ειχε συμπληρωσει με τη συστολη που αρμοζει οταν λεγεται κατι καιριο, ισως το δεντρο χαριζει τον ισκιο του. Κι αυτην τη χαρη μονο σαν παιχνιδι κανεις μπορει να την εννοησει.
Ενα παραδειγμα ακομα. Μπορουμε να πουμε οτι σ' εναν ποδοσφαιρικο αγωνα παιζουν δυο ομαδες, με παικτες που διακρινονται η οχι, με τα γκολ, νικες και ηττες, με οπαδους που τα ζουν ολ' αυτα με τον δικο τους τροπο, κι ακομα, οταν προκειται για μεγαλες ομαδες, με σημαντικες οικονομικες, πολιτικες προεκτασεις κτλ.
Θελει μονο ενα αλλο φως για να δειχτει ο ποδοσφαιρικος αγωνας σαν τελετουργια για χαρη της μπαλας, της «στρογγυλης θεας», η χαρη της οποιας προσφερεται, οπως καλη ωρα ο ανανας κι ο ισκιος του δεντρου, σ' αυτους που ειναι δεκτικοι και ανταποκρισιμοι σε μια τετοια χαρη - που εχουν αυτο το χαρισμα.
Το ετσι εννοουμενο παιχνιδι ειναι η ανταποκριση στη χαρη, ειναι το εμπρακτο «ευ-χαριστω».
Στην πραξη της ευχαριστιας μπαλα και δεντρο και ανανας γινονται οικεια, συναπαρτιζουν την οικοσκευη της αλλης, της «ποιητικης κατοικησης» του ανθρωπου «επανω σ' αυτην τη γη». Υπαρχει η χαρα - οχι το «συναισθημα», οχι το μισο που το αλλο μισο του θα ηταν η λυπη, αλλα η ανασα της εμπρακτης ευχαριστιας, ο χαιρετισμος αυτου που με τη χαρη του χαρισε και παλι εναν κοσμο φιλοξενο.
Κυριο χαρακτηριστικο του ειναι οτι ο ανθρωπος δεν αποτελει θεμα. Ενας στιχος απο το ποιημα του Σεφερη «Φωτιες του Αϊ-Γιαννη» λεει: «Μηπως εγινε ποτες φωτια που να μην την αναψε καποιο παιδι, ω Ηροστρατε;»
Κατα την παραδοση, τον 4ο αιωνα π.Χ. ο Ηροστρατος εβαλε φωτια στο ναο της Αρτεμιδας στην Εφεσο για ν' απαθανατισει το ονομα του. Στο ποιημα η πραξη του φανταζει σ' ενα αλλο φως. Ειναι το παιχνιδι ενος παιδιου που συνεπαιρνεται απο τη μαγεια της φωτιας.
Στο θεραπευτικο μας στιγμιοτυπο, στην ερμηνεια του ψυχιατρου το θεμα επισης ειναι αυτος: η απογοητευση του, οι ματαιωμενες αναγκες του, η φυγη στο υποκαταστατο της βουλιμικης του ικανοποιησης.
Στο αλλο φως ειναι το εμπρακτο «Ναι!» στο «Ειμαι γλυκος!» του ανανα που του προσφερεται, ακριβως οπως καθε τι μπορει να μιλησει στα παιδικα αυτια και ματια και χερια και να πει «Ειμαι φωτια!» - και να γινει φωτια.
Προηγουμενως μιλησα για το α-νοητο της πιστης σε μια θεωρια που λεει πως βουλιμια κι απογοητευση συσχετιζονται. Και παλι η τελευταια μου ερωτηση στον ψυχιατρο ηταν:
- Το εχετε ζησει, καποιος να σας προσφερεται;
Φυσικα περιμενα, οπως κι εγινε, να απαντησει αρνητικα. Δεν το ειχε ζησει, ουτε με τους γονεις του ουτε αργοτερα. Η προσφορα της χαρης, ακομα και σαν ενα απλο χατηρι, του ηταν μια ξενη γλωσσα. Ηξερε να ειναι δεκτικος μονο γι' αυτο που μπορουσε να εξαγοραζει.
Ομως αυτην την απαντηση δεν την περιμενα ως το αιτιο που προκαλεσε τη βουλιμικη συμπεριφορα. Την περιμενα διοτι η προσφορα του ανανα ειναι υπερ-προσφορα. Ειναι υπερβολη. Ξεπερνα το μετρο. Ποιο μετρο; Το μετρο πεινας και χορτασης οπου ο ανανας στην πεινα προσφερεται και στη χορταση αποσυρεται.
Την υπερβολη ως υπερβαση του μετρου οι αρχαιοι την ονομαζαν «υβριν». Και υπαρχει ενας νομος που διατυπωνεται στον Αγαμεμνονα του Αισχυλου και λεει: «φιλει δε τικτειν υβρις μεν παλαια νεαζουσαν εν κακοις βροτων υβριν». (Η παλαια υβρη εχει την ταση να γεννα νεα υβρη στους θνητους και να προξενει νεα κακα).
Την υβρη παλι δεν πρεπει να την παραστησουμε ουτε χριστιανικα σαν αμαρτια ουτε ψυχολογικα σαν παθολογικη συμπεριφορα. Οι αρχαιοι την εννοουσαν σαν εμπαιγμο των θεων. Ας κρατησουμε το «εμπαιγμος» χωρις να ρωταμε απο ποιον και προς τι. Στη λεξη εξυπακουεται οτι ο ανθρωπος και παλι δεν ειναι θεμα. Γι' αυτο και η υβρη εχει επισης το χαρακτηρα του παιχνιδιου. Μονο που το παιχνιδι το μειλιχιο τωρα γινεται αμειλικτο και η χαρη γινεται Ερινυα και εκδικειται. Ποια ειναι η εκδικηση; «Ξερεις τα σπιτια πεισματωνουν ευκολα σαν τα γυμνωσεις» λεει ενας στιχος του Σεφερη απο την «Κιχλη».
Η εκδικηση ειναι η νεαζουσα, η νεα υβρη που γεννιεται απο την παλια, ειναι οι θυελλες που κανεις θεριζει οταν σπερνει ανεμους, ειναι η αμετρη και υπερμετρη απαντηση στο γυμνωμα της ποιητικης κατοικησης, στην αγνοηση της χαρης. Αυτο περιμενα, και το ακουσα στην απαντηση του αντρα.
Ομως ακομα και στην υβρη της βουλιμιας ανθρωπος και ανανας συνομιλουν. Και εδω κρατει το παιχνιδι. Ο ανανας λεει «Ειμαι γλυκος! » κι ο αντρας του απαντα με το εμπρακτο «Ναι!»: τον καταβροχθιζει.
Με την αναγνωριση του χαρακτηρα του παιχνιδιου στο οποιο αντρας και ανανας συμμετεχουν, ακομα και τωρα αποκαθισταται η δικαιοσυνη. Κι αυτο ειναι μια χαρη επισης. Θυμαμαι καποιον που μετα απο εναν καυγα και μια πληρη ασυνεννοησια με τη γυναικα του υπεφερε στη διαπιστωση του χασματος αναμεσα στις αντιληψεις και στη νοοτροπια τους. Κι αξαφνα πλημμυρισε απο ευγνωμοσυνη για το οτι, με τη γυναικα του, ειχε μπει στον κοσμο του και τον ειχε συμπληρωσει ακριβως αυτο που του ηταν εναντιο.
Αυτη η συμπληρωση του κοσμου που παντα κατα εναν τροπο συμβαινει, και συνηθως συμβαινει εις πεισμα των δικων μας προθεσεων, ειναι τελικα ο λογος που οι εμπειροι θεραπευτες δεν καταπολεμουν, π.χ., τα συμπτωματα αλλα καλουν τους πασχοντες να τα δεχτουν, να τα αναλαβουν.
Αν ποτε ο αντρας αναγνωρισει στη βουλιμια του τη χαρη της εκδικησης που αποκαθιστα τη δικαιοσυνη, δηλαδη εξισορροπει την παλια αγνοια της προσφορας με το αμετρο της νεας υπερπροσφορας, θα ειναι ευγνωμων γι' αυτην. Αν.
Η ψυχοθεραπεια, στην οπτικη που εδω συζηταμε, ειναι καλεσμα: «Ελα τωρα να παιξουμε!». Καλει στο ανοιγμα γι' αυτο το πολυπτυχο παιχνιδι, το μειλιχιο και αμειλικτο, το χαρουμενο και οδυνηρο. Το θεραπευτικο εγκειται στη δυνατοτητα της μετατοπισης, της μεταβασης σ' αυτον τον τοπο. Ο θεραπευτης προσφερει αυτην τη δυνατοτητα. Τη δυνατοτητα της χαρης.
Η χαρη δεν εκπορευεται φυσικα απ' αυτον. O θεραπευτης τη μεταφερει στο βαθμο που ο ιδιος την εχει προσδεχθει αρμοζομενος στο παιχνιδι. Ειναι φορεας της, οπως ενας που εχει τον ιο της γριππης και τον μεταδιδει. Στη δικη μας περιπτωση, τη μεταδιδει φεροντας το λεκτεο σε εναν επαρκη λογο. Τοτε ειναι, με μια λεξη της αρχαιας μας γλωσσας, «ερμηνευς». Αυτο το εμαθα απο τον Heidegger, που λεει:
[...] το ερμηνευτικο δεν σημαινει πρωτα την «ερμηνεια» αλλα ηδη προηγουμενως τη μεταφορα ενος αγγελματος και την αναγγελια.
Και παρακατω:
[...] Η εκφραση «ερμηνευτικο» αναγεται στο ελληνικο ρημα «ερμηνευειν». Αυτο αναφερεται στο ουσιαστικο «ερμηνευς» το οποιο μπορει να συνδεθει με το ονομα του θεου Ερμη, σε ενα παιχνιδι της νοησης δεσμευτικοτερο απο την αυστηροτητα της επιστημης. O Ερμης ειναι ο αγγελιοφορος των θεων. Φερνει το αγγελμα της μοιρας. «Ερμηνευειν» ειναι εκεινος ο λογος ο οποιος αναγγελλει, καθοσον ειναι σε θεση ν' ακουσει ενα αγγελμα. Ενας τετοιος λογος γινεται εκ-θεση αυτου που ηδη εχει ειπωθει απο τους ποιητες, οι οποιοι συμφωνα με τα λογια του Σωκρατη στο διαλογο Ιων (534 ε) «ερμηνης εισιν των θεων» (ειναι αγγελιοφοροι των θεων).
Και γιατι η χαρη ειναι μεταδοτικη; Γιατι ετσι. Ειναι νομος και ειπωθηκε απο τον Σοφοκλη στην τραγωδια του Αιας: «χαρις χαριν φερει».
Αυτον το νομο θεραπευει, δηλαδη υπηρετει, η ψυχοθεραπεια, στο βαθμο που ειναι ανταξια του ονοματος της.
Τελειωνοντας, σας αναφερω μερικα ακομη θεραπευτικα στιγμιοτυπα απο στιγμες που νομιζω πως τους ειχε δοθει μια τετοια χαρη.
*
[Λεει πως στη ζωη της απεφυγε προσεγγισεις. Ακολουθει σιωπη, θλιψη.]
- Απετυχα.
Εγω:
- Φανταζομαι πως αυτο σας ειναι μια οικεια κατασταση, εστω βασανιστικη καποτε, αλλα παντως σαν σπιτι, το σπιτι, ο «οικος» σας...
Αυτη:
- Απορω πως το καταλαβατε... Θελω να φυγω απ' αυτο... Προσπαθω...
Εγω:
- Μονο οταν κι εφοσον σας γινει φυλακη, αφορητο, θα το πεταξετε απο πανω σας.
*
Αυτη:
- Καμια φορα το πρωι ξυπναω και σκεφτομαι: δεν θελω να πεθανω.
Εγω:
- Αν εδω αυτο το «Δεν θελω να πεθανω» ηταν απαντηση σε μια ερωτηση ποια θα 'ταν η ερωτηση;
*
[Προκειται να λειψει λογω μιας επεμβασης.] Εγω:
- Δηλαδη θα ξαναρθειτε στις... Η μηπως οχι ακομα;
Αυτη:
- Ε, αλιμονο και να μην ερθω μεχρι τοτε... Εκτος κι αν εχω πεθανει.
Εγω:
- Και νομιζετε πως αυτο ειναι δικαιολογια για να μην ερθετε;
- Αυτη:
- Τι λετε τωρα; Κι οι πεθαμενοι ερχονται σ' εσας;
- Εγω:
- Και βεβαια!
Αυτη:
- Δεν ειμαι απο σιδερο...
Εγω:
-Ειστε!
Αυτη:
-Οχι, εχω συναισθηματα... Δεν αντεχω...κτλ.
Εγω:
- Εγω αποτεινομαι σε μια αλλη απ' αυτην που μιλα σε πρωτο προσωπο.
*
[Μιλα για καποιον που κατι της εκανε.]
-... και του ειπα οτι στεναχωρηθηκα...
Εγω:
- Του ειπατε οτι στεναχωρηθηκατε... Σαν καποιος στο δρομο να σας χτυπουσε κι εσεις να λεγατε «Πονεσα!». Θα μπορουσατε να σκεφτειτε αλλη αντιδραση;
Αυτη:
- Να του πω «Τι χτυπας;», να τον χτυπησω...
Εγω:
- Ποια ειναι η διαφορα απο το «στεναχωρηθηκα»;
Αυτη:
- Θα ημουν προς τα εξω...
Εγω:
- Αυτο θα πει θα μενατε στην κατασταση μαζι με τον αλλο. Αντιθετα, το να λετε «Πονεσα!» ειναι μια αποσυρση.
*
Αυτη:
- Γιατι δεν με βοηθατε; Θελετε να πεθανω απ' το φοβο μου;
Εγω:
-Ναι.
[Μετα απο μικρη σιωπη]
Αυτη:
- Ειναι σα ν' ανοιξατε μια πορτα και να μπηκε μεσα αερας.
*
Αυτη:
- Η δουλεια, το σπιτι, τοσο διαφορετικα, δεν μπορω να τα συμβιβασω...
Εγω:
- Σας αρεσε, σας αρεσει να ντυνεστε καρναβαλι;
Αυτος:
- Κι αν αυτα που σας λεω δεν ειν' ετσι; Που το ξερετε;
Εγω:
- Μιλαμε μονο γι' αυτα που μπορουμε ν' αντιληφθουμε.
Αυτος:
- Ω, πως μου ακουστηκε αυτο... Σαν μια περιπετεια... Σαν να καθομασταν το βραδυ γυρω απ' τη φωτια ...
Εγω:
- Ετσι ειναι.
Αυτος:
-.. .και να λεγατε: «Μπορουμε να φαμε απ' αυτα που εχουμε. Δεν μπορουμε να φαμε αυτα που δεν εχουμε... Γιατι ειπατε πριν «Ετσι ειναι»; Ειχατε κι εσεις την ιδια αισθηση;
Εγω:
-Ναι.
Αυτη:
- Πως θα βρω τον εαυτο μου; Γεννιεμαι ο εαυτος μου και πρεπει να τον βρω η ειναι στην καθε κατασταση που πρεπει να ειμαι ο εαυτος μου;
Εγω:
- Αν υποθεσουμε οτι η ζωη αποτελειται απο διαφορους ηχους, μουσικους ηχους. Εμεις καλουμαστε να τους ανταποκριθουμε, να τραγουδησουμε, να πιασουμε τον τονο, να ειμαστε μεσα στον τονο - η τουλαχιστον να ξερουμε πως τραγουδαμε φαλτσα, πως ειμαστε εξω απο τον τονο.
*
Και τωρα, στο τελος, σας παρακαλω να ξεχαστε αυτα που ειπωθηκαν. Αν κατι αξιζουν, καποια στιγμη μπορει να σας θυμηθουνε αυτα.

Ο θανατος

πυρ αειζωον
πυρ αειζωον
Ikebana
Ikebana
 

Πρόσφατα σε μια θεραπευτική συνάντηση μια γυναίκα μου μίλησε για το φόβο της του θανάτου. Την ρώτησα ποια εικόνα έχει για το θάνατο· τι την φοβίζει σ' αυτήν την εικόνα. Είπε το να είναι μέσα στο φέρετρο. Και, σ' αυτήν την εικόνα, ποιο στοιχείο της είναι το φοβερό; Το ότι είναι καταχωμένη βαθιά μέσα στο χώμα. Και τι της κάνει αυτήν την εικόνα, όπου είναι καταχωμένη, αφόρητη; Η απάντηση που μας προέκυψε μετά από κάποια αναζήτηση ήταν: Εκεί μέσα, στο φέρετρο, είναι πέρα για πέρα κρυμμένη.
Εδώ είναι το κρίσιμο σημείο σε κάθε λόγο για το θάνατο. Το διέκρινα με την αφορμή ενός αποσπάσματος του Ηράκλειτου που λέει: «ἀνθρώπους μένει ἀποθανόντας ἃσσα οὐκ ἔλπονται οὐδὲ δοκέουσιν» (στους ανθρώπους όταν έχουν πεθάνει απομένουν αυτά για τα οποία ούτε ελπίζουν ούτε και αποφαίνονται).
Ελπίζω για τα πράγματα τα μελλοντικά. Αποφαίνομαι για τα παρόντα και τα παρελθόντα. Στους ανθρώπους, όταν έχουν πεθάνει, απομένουν όσα πράγματα δεν είναι ούτε μελλοντικά ούτε παρόντα ούτε παρελθόντα. Δεν τους απομένει τίποτα.
Ποιο είναι λοιπόν το κρίσιμο σημείο στη συνομιλία με τη γυναίκα; Το ότι νεκρή μέσα στο φέρετρο δεν θα της έχει απομείνει κανένα κρύψιμο και κανένας φόβος. Αυτά που λέει δεν μπορεί λοιπόν να αφορούν το θάνατο της καθαυτόν. Από πού έρχονται τότε; Από πού αλλού παρά από τον τρόπο με τον οποίο τώρα την αφορούν τα πράγματα; Τώρα, όσο ζει;
Τη ρωτώ λοιπόν για τη σχέση της με πράγματα που έχουν τον χαρακτήρα του κρυμμένου. Για να γίνει πιο συγκεκριμένο, τη ρωτώ αν, π.χ., μικρή της άρεσε να παίζει κρυφτό, αν είχε μυστικά κτλ.
Στη συνομιλία που ακολουθεί διακρίνουμε μια στάση που την έχει σημαδέψει και που μέχρι σήμερα δεν είχε βρει το όνομα της: Παιδί γρήγορα σταμάτησε να παίζει κρυφτό· δεν μπορεί να έχει μυστικά, δεν θέλει να της εκμυστηρεύονται πράγματα· απεχθάνεται τις σκιές· το «δεν ξέρω» γυμνό, χωρίς την προσφυγή σε υποθέσεις και εικασίες, της φέρνει τρόμο.
Για το σημερινό μας θέμα αυτά αρκούν. Μόνο σαν αντίφωνο και σαν πρελούδιο για ό,τι θ' ακολουθήσει σας διαβάζω στίχους από ένα ποίημα του Paul Celan με τον τίτλο «Μίλα κι εσύ»:

Μίλα κι εσύ,
μίλησε τελευταίος,
πες το λόγο σου.
Μίλα -
Μα μην χωρίσεις το όχι απο το ναι.
Δώσε στο λόγο σου και το νόημα:
δώσε του τη σκιά.
Δώσ' του σκιά άφθονη,
δώσ' του τόση
όση γνωρίζεις γύρω σου μοιρασμένη ανάμεσα σε
μεσάνυχτα και μεσημέρι και μεσάνυχτα.
Κοίτα τριγύρω:
δες πώς όλα ζωντανεύουν παντού -
Μα το θάνατο! Ζωντανεύουν!
Αληθινά μιλάει όποιος μιλάει σκιές

Θα επανέλθουμε στον Celan.
Η γυναίκα πιστεύει πως μιλά για το θάνατο, όμως μιλάει για τη ζωή. Αυτό συμβαίνει κάθε φορά που αναφερόμαστε στο θάνατο. Λέμε «Θα πεθάνω» και χρησιμοποιούμε τη λέξη σαν ο θάνατος να ήταν ένα μελλοντικό συμβάν. Λέμε για κάποιον που πέθανε «Έφυγε», λες κι θάνατος είναι μια απομάκρυνση. Στα ιατρικά αρχεία των νοσοκομείων ο θάνατος σημειώνεται με το βαρύγδουπο και σχεδόν ακαταλαβίστικο λατινικό «exitus», έξοδος, σαν να ήταν κι αυτός ένα είδος «εξιτηρίου». O θάνατος δεν είναι ούτε συμβάν ούτε απομάκρυνση ούτε έξοδος ούτε τίποτε άλλο, καθώς όλες αυτές οι λέξεις μόνο στη ζωή έχουν μια χρήση κι ένα νόημα. Στο θάνατο δεν τους απομένει κανένα.
Όσο κι αν προσπαθήσουμε να μιλήσουμε για το θάνατο μας, θα βρεθούμε να μιλάμε με όρους της ζωής για πράγματα της ζωής μας. Και μάλιστα, όπως μας δείχνει το παράδειγμα της γυναίκας, για πράγματα που έχουν σημαδέψει ιδιαίτερα τη ζωή μας.
Είναι ένα απίστευτο παράδοξο: Ξεκινήσαμε από την αυτονόητη αντίληψη ότι ο θάνατος είναι το τελείως άλλο από τη ζωή. Ποιο είναι για τη γυναίκα το τελείως άλλο από τη ζωή της; Αυτό που της είναι αδιανόητο, αυτό που δεν έχει γνωρίσει αρκετά και απέναντι στο οποίο είναι κλειστή; Το κρυφό. Ε, λοιπόν ακριβώς αυτό, στη μορφή της εικόνας της μέσα στο φέρετρο, είναι και το όνομα που έχει δώσει στο θάνατο της!
Αν δεν το έχετε κάνει, επιχειρείστε να προσέξετε τι σας φοβίζει στο θάνατο. Εκεί θα βρείτε την ίδια σας τη ζωή. Μίλα μου για το θάνατο σου και θα σου μιλήσω για τη ζωή σου! Η παράδοξη αλήθεια που εδώ δηλώνεται είναι πως ζωή και θάνατος λέγονται ως ένα και το αυτό. Τούτο το ένα και το αυτό συναρμόζεται από το φόβο.
Η ζωή της γυναίκας, καθόσον είναι μια ζωή όπου φανερό και κρυφό διαχωρίζονται και το κρυφό μένει εξορισμένο, είναι μισή ζωή. Και κάθε φορά που μιλάμε για τη «ζωή» δίχως να περιλαμβάνουμε το θάνατο μιλάμε για μισή ζωή. Ζούμε μισή ζωή. Μοιάζει με το αρνητικό μιας φωτογραφίας όπου τα πάντα προβάλλουν σε αποχρώσεις του γκρίζου. Στην προοπτική του θανάτου εισβάλλει και το άλλο μισό, εφορμούν όλα τα χρώματα - μέσα σε ανείπωτο, λιγότερο ή περισσότερο συγκαλυμμένο φόβο.
Είναι όμως ο φόβος η μόνη δυνατότητα για τη σχέση ζωής και θανάτου; Ήδη στη συζήτηση του παραδείγματος μας διαφαίνεται μια άλλη: Όσο περισσότερο είναι κανείς ανοιχτός για τα πράγματα της ζωής τόσο λιγότερα έχει να φοβάται, τόσο λιγότερο είναι ο θάνατος θέμα. Τότε παύει και η «ζωή» να είναι θέμα. Αν η γυναίκα μπορέσει να δεχτεί τα κρυφά, τα μυστικά και τα μυστήρια, το παιχνίδισμα του φωτός με το σκοτάδι που υπάρχει στα πάντα, αν μπορέσει να «μιλήσει σκιές», τότε θα ζήσει το θάνατο της, δηλαδή εδώ: το κρύψιμο εν ζωή θα βρεθεί στο δρόμο που η απωασιατική παράδοση αποκαλεί «μέγα θάνατο».
Γράφει ο Σεφέρης: «Κι όμως κερδίζει κανείς το θάνατο του, τον δικό του θάνατο, που δεν ανήκει σε κανέναν άλλον και τούτο το παιχνίδι είναι η ζωή».
Όταν ήμουν παιδί και ξάπλωνα να κοιμηθώ, σκεφτόμουν ότι μπορεί να πεθάνω στον ύπνο μου κι ότι θα 'πρεπε να 'μαι έτοιμος. Γύριζα λοιπόν ανάσκελα, σταύρωνα τα χέρια στο στήθος, όπως κάνουν στους πεθαμένους, κι έλεγα φωναχτά τρεις φορές: «Α». Γιατί; Διότι ο τελευταίος μου λόγος έπρεπε να είναι το πιο ανοιχτό γράμμα: «Α»! Αργότερα, νέος άντρας πια, βασανιζόμουν, όπως καλή ώρα η γυναίκα που αναφέρθηκε, από την εικόνα μου νεκρού βαθιά κάτω στο χώμα. Νεκρού, αυτό ήταν το δικό μου σαράκι, που κρύωνε και κρύωνε δίχως να μπορεί να προστατευτεί. Αν είχα συναντήσει εκείνον τον νέο σήμερα, θα τον ρωτούσα μήπως αυτό το κρύο τον διαπερνά τώρα, μήπως η νοσταλγία μιας θαλπωρής τον διακατέχει τώρα, ενόσο ζει.
Γιατί σας τα λέω αυτά; Γιατί μια μέρα ανακάλυψα, με όχι μικρή έκπληξη, πως αυτή η εικόνα του νεκρού που ξεπαγιάζει κάτω στο χώμα με άφηνε παντελώς αδιάφορο. Δεν έχει νόημα να αναρωτηθούμε για το ποια εξέλιξη και ποιες διεργασίες με έφεραν σ' αυτόν τον νέο τόπο. Θα χανόμασταν σ' ένα δαίδαλο άκαρπων εκλογικεύσεων.
Ίσως έτσι λύνονται οι κόμποι ζωής και θανάτου, μ' ένα απροσδόκητο και ανύποπτο ξύπνημα σε μιαν άλλη ανοιχτότητα, σαν να σου δόθηκε μια χάρη. Άραγε εκείνο το «Α» του μικρού παιδιού είχε ξαναγυρίσει; Εκφρασμένο στη νέα ανοιχτότητα; Ίσως στα παιδικά μάτια έτσι λέγονταν, και κρύβονταν, εκείνη η αλήθεια που λέει πως μπορώ να πεθάνω ήσυχα μόνο αν έχω ζήσει ανοιχτά. Ίσως.
«Πώς θα πεθάνουμε;» ρωτά ο Σεφέρης στο όνομα όλων μας. «Οι άνθρωποι καλούνται οι θνητοί διότι το μπορούν, να πεθάνουν. Πεθαίνω θα πει: δύναμαι το θάνατο ως θάνατο» λέει ο Martin Heidegger.
Ενδεχομένως ο δρόμος της απάντησης στην ερώτηση του ποιητή και ο δρόμος της ανταπόκρισης στην πρόταση του νοητή είναι αυτός στον οποίο ο θάνατος παύει να είναι θέμα, δηλαδή παύει να διαχωρίζεται από τη ζωή. Τότε, όπως ειπώθηκε ήδη, παύει να είναι θέμα και η ζωή. Είναι μεγάλη υπόθεση. Είναι υπόθεση ζωής και θανάτου. Μη με ρωτάτε πώς γίνεται αυτό. Θα σας πω μόνο: κάποτε γίνεται.
Μόνο τούτο ακόμη, σαν μετάβαση στα επόμενα: Μην αναζητάς το θάνατο στο φέρετρο και στο πτώμα. Αλλού, μακρύτερα βρίσκεται, και συνάμα κοντύτερα. Χρειάζεται αυτή η «ευρυχωρία» - μια λέξη του Σεφέρη. Είναι ο τόπος όπου οι νεκροί συναντώνται με τους ζωντανούς, όχι σαν ξέχωροι αλλά όταν (Ηράκλειτος) εκείνοι πεθαίνουν τη ζωή αυτών και αυτοί ζουν το θάνατο εκείνων. Σ' αυτόν τον τόπο το φιλί και ο ξένος και το δάκρυ είναι αληθινότερα. Γι' αυτά μιλά και πάλι ένα ποίημα του Paul Celan:

ΚΡΥΣΤΑΛΛΟΣ
Μη στα χείλη μου ζητήσεις το στόμα σου,
μη μπροστά στην πόρτα τον ξένο,
μη στο μάτι το δάκρυ.
Εφτά νύχτες ψηλότερα διαβαίνει κόκκινο προς κόκκινο,
εφτά καρδιές βαθύτερα βαράει το χέρι την πόρτα,
εφτά ρόδα αργότερα κελαρεί το πηγάδι.

Πριν από τρία χρόνια πέθανε η μητέρα μου. Ας υποθέσουμε πως ο θάνατος της με άφησε αδιάφορο. Λέει αυτό κάτι ειδικά για τη σχέση με τη νεκρή μητέρα μου; Ή μήπως ήμασταν ο ένας για τον άλλο αδιάφοροι και όσο ζούσε; Ας υποθέσουμε πως μου λείπει, π.χ., πως τώρα αισθάνομαι ορφανεμένος. Λέει αυτό κάτι ειδικά για τη σχέση με τη νεκρή μητέρα μου; Ή μήπως όσο ζούσε παρέμενα ο μικρός γιος που «μαμαδίζονταν»; Ας υποθέσουμε πως ο θάνατος της με ανακούφισε και με απελευθέρωσε. Λέει αυτό κάτι ειδικά για τη σχέση με τη νεκρή μητέρα μου; Ή μήπως όσο ζούσε με ήθελε δορυφόρο της;
Μήπως ζωή και θάνατος της μητέρας μου είναι όψεις του ίδιου νομίσματος; Ακριβώς αντίστοιχα με τη γυναίκα την καταχωμένη στο φέρετρο και με τον νεαρό άντρα που κρυώνει κάτω από το χώμα; Μήπως κι εδώ ζωή και θάνατος είναι ένα και το αυτό; Όπου τούτο το ένα και το αυτό συναρμόζεται κάθε φορά από την αδιαφορία, το μαμάδισμα, τον εγωισμό;
Όμως εξαντλείται εδώ η σχέση με τη νεκρή μητέρα μου; Ή μήπως κι εδώ έχουμε να κάνουμε με το αρνητικό μιας φωτογραφίας; Με μισή ζωή;
Ας ξαναδούμε τα πράγματα από την αρχή. Από τη νεκρή μητέρα μου έχω διάφορες αναμνήσεις. Τη θυμάμαι, π.χ., παλιά σε συγκεντρώσεις στο σπίτι να έχει βγάλει τις γόβες της και να χορεύει όλο κέφι. Όμως σε μια τέτοια ανάμνηση είναι ζωντανή, ολοζώντανη. Όταν τη βλέπω τώρα νοερά να χορεύει είναι σαν ένα replay. Η ανάμνηση μου την αναβιώνει. Αυτή δεν είναι η νεκρή μητέρα μου. Βέβαια μια τέτοια ανάμνηση ποτέ πια δεν θα μπορέσω να τη μοιραστώ μαζί της. Όμως και πάλι αυτό και όλα τα «ποτέ πια» λέγονται σε αναφορά με τη ζωή της και την κοινή μας ζωή. Δεν αναφέρονται στη νεκρή μητέρα μου καθαυτήν. Η εικόνα της που χορεύει εξανεμίζεται.
Τη θυμάμαι και νεκρή, στο φέρετρο. Όμως ακόμα κι αυτό είναι ένα replay. Δεν είναι η νεκρή μητέρα μου σήμερα. Κάθε παράσταση της μένει πίσω από τη σημερινή νεκρή μητέρα μου.
Όσα ειπώθηκαν τελευταία τα ακούμε σ' ένα μοιρολόι των ελληνόφωνων της Κάτω Ιταλίας:

Μοιρολόι
[...] Στο καλάθι της θυγατέρας μου
έπρεπαν άσπρα τα προικιά.
Ήρθε ο θάνατος και της έβαλε
την αγιαστούρα και τα κεριά.
Ποιος το ξέρει, μικρό μου κορίτσι,
πού σε πήραν οι παπάδες;
- Εκεί που δε σειέται φύλλο απ' τον άνεμο καλύτερα, μάνα μου, να μην το ξέρεις.
- Ποιος σου πλένει τα ρουχάκια σου
απ' αυτούς που 'σαι μαζί, για να τον δούμε;
- Κανείς ποτέ απ' όσους είμαστ' εδώ πέρα
δε θωριέται και δε θωρεί.

Η κόρη λέει το ίδιο: Στον Άδη, εκεί που σύμφωνα με το όνομα του δεν υπάρχει κανένα ίδείν, κάθε εικόνα της, κάθε τρόπος της μητέρας της ν' αναφέρεται σ' αυτήν εξανεμίζεται. Και πάλι, όπως η κόρη, έτσι κι η νεκρή μητέρα μου δεν είναι τίποτα. Μόνο που καμιά παράσταση της δεν μπορεί να την αποδώσει όπως είναι σήμερα. Είναι λοιπόν, όμως χωρίς τη μορφή της, χωρίς τη φωνή της, όπως την είδα και την άκουσα άλλοτε. Είναι δίχως μορφή, δίχως φωνή, δίχως πρόσωπο, δίχως καν ν' αναγνωρίζεται ως μητέρα μου, γυναίκα του πατέρα μου κτλ. Δεν έχει καν φύλο. Ακόμα και το «την», η προσωπική της αντωνυμία, ηχεί παράταιρα. Όλα τους εξανεμίζονται. Η νεκρή μητέρα μου, ως νεκρή, έχει απο-προσωποιηθεί. Είναι, όμως είναι ένα τίποτα - ο τονισμός τώρα πέφτει στο «είναι»: είναι ένα τίποτα.
Αυτό το τίποτα έχει αφήσει εκείνη τη μορφή που λεγόταν «μητέρα μου» πίσω. Και πάλι τη φέρνει μαζί του, απρόσωπη πια. Αυτό το τίποτα έκτοτε με συντροφεύει. Όταν βλέπω το φως του ήλιου, αυτό το τίποτα βλέπει μαζί μου. Όταν χρησιμοποιώ το τηγάνι και την κατσαρόλα που πήρα από το σπίτι της, αυτό το τίποτα μαγειρεύει μαζί μου. Τις ώρες που συνομιλώ έτσι μ' αυτό το τίποτα, απο-προσωποποιούμαι κι εγώ. Γίνομαι ένα τίποτα. Celan:

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΙΑ
αυτή
η βαρύτητα που
κάποτε βυθίζεται μαζί σου
μέσα στην ώρα. Είναι
μια άλλη.
Είναι το βαρίδι που συγκρατεί το κενό
που θα συν-
παρασέρνονταν μαζί σου.
Δεν έχει, όπως κι εσύ, κανένα όνομα. Ίσως
είστε το ίδιο/Ισως
κάποτε κι εσύ να με ονομάσεις
έτσι.

Τώρα όμως, σ' αυτές τις ώρες, το φως του ήλιου είναι περισσότερο φως γιατί δεν υπάρχει ένα εγώ που να παρεμβαίνει με τις αντιλήψεις του και με τις προτιμήσεις του. Το φως είναι περισσότερο φως και τα πράγματα, όπως το τηγάνι και η κατσαρόλα, περισσότερο πράγματα. Μέχρι τις παρυφές αυτής της ενόρασης έφτασα.
Εδώ επιτρέψτε μου μια παρέκβαση. Η «φαινομενολογία», δηλαδή ο λόγος που λέγει τα φαινόμενα, εκφράζει τα πράγματα όπως δείχνονται καθαυτά, μπορεί να τα λέγει αληθινά μόνο όταν το υποκείμενο του λόγου απεκδύεται κάθε δική του υπόσταση. Αυτό είναι που ζητάει ο Freud, για να μείνουμε στη θεραπευτική, έστω κι αν δεν το εννοεί σε όλο το εύρος του, όταν περιμένει απ' τον πελάτη να πει ό,τι του έρχεται στο νου δίχως να παρεμβάλλει τίποτα δικό του, δηλαδή δίχως να επιλέγει, να αλλοιώνει, να αποσιωπά, να τονίζει. Και αυτό είναι που ζητάει από τον θεραπευτή όταν περιμένει απ' αυτόν μια προσοχή «ελεύθερα μετέωρη».
Όμως οι παροτρύνσεις δεν φτάνουν. Δείχνουν την κατεύθυνση μόνο, και προς τα εκεί οδηγεί ο θεραπευτής με την τέχνη του - όχι την τεχνική του. Είναι τα ίδια τα πράγματα που εξαναγκάζουν σ' αυτόν το δρόμο, καθώς δείχνονται πάντα με το φως και με τη σκιά τους. Ένα τέτοιο πράγμα είναι ο θάνατος, ως αυτό που (Σεφέρης) «χαρίζει τη ζωή».
Η αληθινή συνομιλία με τους νεκρούς όπου ο κόσμος δεν βυθίζεται στη θανατίλα αλλά «μα το θάνατο, ζωντανεύει» σπάνια πραγματώθηκε στην ιστορία της Δύσης. Όσο εγώ γνωρίζω, και όπως θα διαπιστώσατε, μια από τις πιο ολοκληρωμένες πραγματώσεις της είναι η ποίηση του Paul Celan. Αυτός, πιστεύω, είναι ο κρυφός λόγος που ο Celan συχνά αναγνωρίζεται ως ο μεγαλύτερος ποιητής της εποχής μας. Κανένας άλλος ποιητής, και κανένας νοητής, ούτε ο Heidegger, δεν το κατάφεραν σε τέτοια πληρότητα, εννοώ τη συνομιλία με τους νεκρούς που χαρίζει μια -κι εδώ χρησιμοποιώ τον τίτλο μιας ποιητικής συλλογής του- χαρίζει μια «τροπή της ανάσας» και ικανοποιεί ό,τι ο Ηράκλειτος διατύπωσε με απίστευτη απλότητα, δίχως επιφωνήματα, σχεδόν στη ρύμη του λόγου του: «ταὐτὸ τ' ἔνι ζῶν καὶ τεθνηκὸς» (το αυτό είναι ζωντανό και πεθαμένο). Το αυτό: Η συνάντηση του τίποτα με το τίποτα. Celan:

ξέρω,
ξέρω και ξέρεις, ξέραμε,
δεν ξέραμε,
άλλωστε εδώ είμασταν κι όχι εκεί,
και κάποτε, όταν
μόνο το τίποτα έστεκε ανάμεσα μας, βρίσκαμε
ο ένας τον άλλο ολότελα.

Κι ακόμα:

ΨΑΛΜΟΣ
Κανείς δεν θα μας ξαναπλάσει από χώμα και λάσπη,
κανείς δεν θα διαβάσει τη στάχτη μας.
Κανείς.
Δοξασμένος να 'σαι, Κανείς εσύ.
Για χάρη σου θε ν'
ανθίσουμε.
Κατά
σένα.
Ένα Μηδέν
ήμασταν, είμαστε, θα
μείνουμε, ανθώντας:
του Μηδενός, του
Κανενός το ρόδο.

«Δεν μου φτάνουν οι ζωντανοί» γράφει ο Γιώργος Σεφέρης. Πρώτα στη συνομιλία με τους νεκρούς, στην οποία, επαναλαμβάνω τα λόγια του Ηράκλειτου, οι νεκροί πεθαίνουν τη ζωή των ζώντων, οι ζώντες ζουν το θάνατο των νεκρών, σ' αυτήν την αποπροσωποποίηση όπου συναντώνται το τίποτα με το τίποτα, γίνονται, είπα πριν, το φως περισσότερο φως, τα πράγματα περισσότερο πράγματα, γίνεται το σκοτάδι περισσότερο σκοτάδι. «Περισσότερο» θα πει εδώ: τώρα τα πάντα «βγάζουν σπίθες», αναφλέγονται, ο κόσμος γίνεται φωτιά «πῦρ άείζωον» τον αποκάλεσε ο Ηράκλειτος. Αυτόν τον κόσμο, λέει ο Εφέσιος στο ίδιο απόσπασμα, δεν τον εποίησε ούτε θεός ούτε άνθρωπος αλλά ήταν, είναι και θα είναι - πῦρ ἀείζωον.
Τότε το κάθε τι είναι μια φλόγα που ξεκινά απ' το τίποτα και μένει στέρεα μετέωρη στο κενό. Κι εδώ, σ' αυτήν την εικόνα συναντώνται η απαρχή της δυτικής νόησης με μια κορύφωση της ανατολικής. Μια τέτοια εικόνα υπάρχει:
[φωτο]
Είναι μια καλλιγραφία του συγχρόνου ζεν-φιλοσόφου Hisamatsu. To φλεγόμενο ιδεόγραμμα στη μέση είναι η καρδιά. Στο περιθώριο λέει: «Πρέπει να κατοικείς ή να μένεις στο πουθενά και πρέπει ν' αφήνεις την καρδιά να ξεσπάσει». Ίσως κι εδώ λέγεται ό,τι συναντήσαμε επανειλημμένα: ζωή και θάνατος είναι το αυτό.
Ο βουδισμός, ιδιαίτερα ο ζεν-βουδισμός, είναι εξαρχής στραμμένος στο θάνατο. Ό,τι σχετικό εκφράστηκε στη Δύση, στο χριστιανισμό, στην ποίηση, στη νόηση, στην τέχνη είναι ψήγματα σε σύγκριση με την Ανατολή όπου αναπτύχθηκε σ' ένα μοναδικό εύρος και βάθος μέσα από μια μακραίωνη παράδοση. Εκείνο πάλι που εδώ λείπει σχεδόν ολότελα είναι η δεκτικότητα για την πλάνη, όχι με την έννοια της συμπάθειας και της συγκατάβασης αλλά σαν δρόμος που κάποτε μπορεί να φέρει στην αλήθεια. Αν η γυναίκα κι ο νέος μιλούσαν για την εικόνα τους του θανάτου σ' έναν δάσκαλο του ζεν, φαντάζομαι πως για απάντηση θα εισέπρατταν μια ξυλιά από το ραβδί του. O άλλος, ο δικός μας δρόμος, δρομολογήθηκε με την αρχαία τραγωδία: Είναι η πλάνη που κάνει αυτόν που έχει μπει στο λούκι της να τσακίζεται, όπου αυτή ακριβώς η συμφορά θα φέρει την κάθαρση. Θα το δούμε και παρακάτω.
Μ' αυτήν την επιφύλαξη μου φαίνεται πως έχουμε πολλά να μάθουμε από την Ανατολή - όπως τώρα, που κι αυτοί έγιναν σαν εμάς, θα χρειαστεί να μάθουν ν' αντιμετωπίζουν το ανθρώπινο βάσανο με άλλη κατανόηση.
Για το θέμα του διαλόγου Δύσης κι Ανατολής θα γίνει μια ακόμη παρέκβαση. Γράφει ο Keiji Nishitani, ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Ιάπωνες νοητές:

Σήμερα, όπου σε όλες τις περιοχές της ανθρώπινης πρακτικής λαμβάνουν χώρα συναντήσεις μεταξύ Ανατολής και Δύσης με εκπληκτική ταχύτητα, η αμοιβαία κατανόηση είναι δίχως άλλο μια από τις σημαντικότερες αποστολές της ανθρωπότητας. [...]
Σήμερα στέκουμε εμπρός στο πλέον οξύ αίτημα, δηλαδή να υπερβούμε τα δικά μας πνευματικά σχήματα και πρότυπα, τον άκαμπτο σκελετό δόγματος και δογματικής. Αυτό το αίτημα είναι σαν τομή, διότι μας καλεί να επιστρέψουμε στον πηγαίο μας «εαυτό» -πέραν κάθε δόγματος-, να απεκδυθούμε άπαξ δια παντός εκείνων των παγιωμένων σχημάτων και προτύπων που εγκλείουν τη σκέψη, την αίσθηση και τη βούληση μας σε τυποποιημένα και φαινομενικά αιώνια πλαίσια. Καλούμαστε να επιστρέψουμε στο πλέον θεμελιακό επίπεδο όπου ο άνθρωπος είναι απλώς άνθρωπος ή πλέον μόνο γιος του ανθρώπου, τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο· όπου είναι ολότελα έκθετος, άσκεπος, γδυτός, με άδεια χέρια, ανυπόδητος, όμως επίσης όπου μπορεί και ν' ανοίξει το ενδότατο της καρδιάς του απερίφραστα. [...] Όσο δύσκολο κι αν είναι, πάντως φαίνεται αναγκαίο να επιστρέψουμε σ' ένα τέτοιο θεμελιακό επίπεδο μέσα μας για να προετοιμάσουμε τον ανοιχτό τόπο για τη ζητούμενη γνήσια συνάντηση.

Δεν θα συμπληρώσω τίποτα. Η ίδια η ομιλία είναι μια απόπειρα προς αυτήν την κατεύθυνση.
Στο ζεν μια λέξη-κλειδί για την εννόηση του θανάτου είναι η «παροδικότητα». Επηρεασμένοι από την κρατούσα παράδοση η οποία παρασταίνει ως έγκυρο ό,τι έχει υπόσταση και μένει σταθερό στο χρόνο, θεωρούμε το παροδικό σαν το μηδαμινό που συμβαίνει σ' ένα τώρα για να χαθεί στο μετά. O Dogen, ένας από τους σημαντικότερους δασκάλους του ζεν, γράφει λίγο πριν από το θάνατο του:

Με τι λοιπόν να συγκρίνω
τον κόσμο και τη ζωή του ανθρώπου;
Με τον ίσκιο του φεγγαριού
όταν στη δροσοσταλίδα αγγίζει
το ράμφος από ένα θαλασσοπούλι.

O Byung-Chul Han, Ιάπωνας καθηγητής της φιλοσοφίας στη Βέρνη, σχολιάζει:

Εδώ κανείς έχει να κάνει με μια ιδιαίτερη εμπειρία της παροδικότητας [...] Όπου ανακινείται μια αντίσταση ενάντια στην παροδικότητα διαμορφώνεται ένας εμφατικός εαυτός. Κανείς μεγενθύνεται, τρόπον τινά κάνει το εγώ του να μεγαλώσει ενάντια στο θάνατο, που είναι ο θάνατος μου, που δίνει στο εγώ ένα τέλος. Μια άλλη αντίληψη της θνητότητας είναι εκείνη η «αφύπνιση στην παροδικότητα», στην οποία κανείς αφήνει τον εαυτό του να παρέλθει.
Εκεί που κανείς δίνει τον εαυτό του στο θάνατο, εκεί που κανείς κενώνεται, ο θάνατος δεν είναι πια θάνατος μου. Δεν έχει πια τίποτα το δραματικό. Δεν είμαι πια δέσμιος του θανάτου, που θα ήταν ο θάνατος μου.

Στη συνέχεια γίνεται αναφορά στον «μέγα θάνατο», που μνημονεύτηκε επιτροχάδην στην συζήτηση του παραδείγματος της γυναίκας:

Ο «μέγας θάνατος» δεν αποτελειώνει τη ζωή. Ο θάνατος που θα ερχόταν στο τέλος της ζωής θα ήταν ένας «μικρός» θάνατος. Σίγουρα μόνο ο άνθρωπος είναι ικανός για τον «μέγα θάνατο». Συνιστά εκείνο το τόλμημα, να πεθάνεις και να φύγεις καθαυτόν. Και όμως δεν εκμηδενίζει τον εαυτό. Πολύ περισσότερο τον διαυγάζει στο ανοιχτό. O εαυτός κενώνεται καθώς πληρούται με μια κοσμική ευρύτητα. Αυτό το ιδιάζον είδος θανάτου αφήνει να προκόψει ένας εαυτός πλήρης ευρύτητας, ένας ανιδιοτελής εαυτός.
Η εδώ εννοούμενη παροδικότητα αποδίδεται παραστατικά στην τέχνη του ikebana, όπου λουλούδια κόβονται και τοποθετούνται σ' ένα βάζο με χώμα.
[φωτο]
Ακούστε τι λέει σχετικά ο Nishitani έχοντας κατά νου πως η ανθρώπινη ύπαρξη είναι σαν λουλούδι του ikebana. Γράφει ο Han:

O Nishitani ερμηνεύει την ιαπωνική τέχνη της τοποθέτησης των λουλουδιών από την πλευρά του φαινομένου του κοψίματος. Όταν κάποιος χωρίζει το λουλούδι από τη ρίζα της ζωής του, τρόπον τινά το αποκόβει από την ψυχή του. Έτσι του αφαιρείται η ενστικτώδης ορμή, το appetitus. Στο λουλούδι αυτή η αποκοπή δίνει το θάνατο. Το κάνει να πεθάνει επί τούτου. Αυτός ο θάνατος διαφέρει από το μαρασμό, που για το λουλούδι θα ήταν ένα είδος απο-βίωσης ή φυσικού θανάτου. Κανείς δίνει στο λουλούδι το θάνατο προτού αυτό ζήσει μέχρι τέλους. [...]
Το κομμένο λουλούδι, που πλέον δεν ορέγεται τίποτα, διάγει τον εκάστοτε χρόνο του. Διαμένει ολότελα στο εκάστοτε παρόν δίχως μέριμνα για το πριν και το μετά. Γίνεται ολότελα χρόνος δίχως αντίσταση εναντίον του. Όπου πηγαίνει με το χρόνο, συμφιλιωμένο μαζί του, ο χρόνος δεν παρέρχεται. [...] Ανακύπτει εν μέσω του χρόνου μια ιδιάζουσα διάρκεια, μια διάρκεια δίχως συνέχεια, που δεν παριστάνει καμιά άχρονη απεραντοσύνη, κανέναν σταματημένο χρόνο. Είναι μια έκφανση εκείνης της περατότητας που ησυχάζει στον εαυτό της, φέρει η ίδια τον εαυτό της, που δεν αλληθωρίζει προς το «άπειρο», που κατά έναν τρόπο έχει ξεχάσει τον εαυτό της. [...] Ikebana θα πει κατά λέξη: «ζωογόνηση του λουλουδιού». Πρόκειται για μια ιδιάζουσα ζωογόνηση. Κανείς ζωογονεί το λουλούδι, το υποβοηθεί προς μια βαθύτερη ζωντάνια δίνοντας του το θάνατο. Το ikebana κάνει το περατό ως αυτό τούτο να λάμπει δίχως το φως της απεραντοσύνης. Ωραία εδώ είναι η καταλαγιασμένη, ατάραχη περατότητα, η ησυχασμένη στον εαυτό της, μια περατότητα που φωτίζεται δίχως να κοιτά πέρα από τον εαυτό της. [...]

Και γιατί η ανθρώπινη ύπαρξη είναι σαν λουλούδι του ikebana; Διότι οι άνθρωποι είναι οι θνητοί. Μια λέξη του Ηράκλειτου για τον άνθρωπο είναι ο «μόρος». Θα πει: θνητή μοίρα. Γεννιέμαι θα πει συνάμα και εξαρχής πεθαίνω. Η αποκοπή που δίνεται στο λουλούδι στην τέχνη του ikebana, έχει δοθεί στον άνθρωπο εξαρχής και χωρίς να παρέμβει κανένα χέρι.
Ακούσαμε: «Το κομμένο λουλούδι, που πλέον δεν ορέγεται τίποτα, διάγει τον εκάστοτε χρόνο του. Διαμένει ολότελα στο εκάστοτε παρόν δίχως μέριμνα για το πριν και το μετά». Αν το ύστατο «μετά» είναι ο θάνατος, τότε η «μέριμνα» γι' αυτόν θα έλειπε στο βαθμό που κανείς θα είχε πεθάνει τον «μέγα θάνατο», ή, στα καθ' ημάς, στο βαθμό που θα είχε αναλάβει τη θνητότητα του, είχε γίνει ο θνητός που είναι. Αντίστοιχα, θα συμπλήρωνα, το πρώτο «πριν» είναι η γέννηση. Όμως η γέννηση η οποία προσιδιάζει στον άνθρωπο θα ήταν μια «μεγάλη γέννηση», όπως όταν κανείς, όπως λέμε, «ξαναγεννιέται».Ίσως δεν πρόκειται καν για δυο ξεχωριστά πράγματα: Όταν πεθαίνω τον «μεγάλο θάνατο», ξαναγεννιέμαι. Τότε «μικρός θάνατος» και «μικρή γέννηση» δεν θα ήταν θέμα καμιάς «μέριμνας».
Τα λέμε αυτά με οδηγό τη σοφία της Ανατολής, όμως για μας τουλάχιστον μένει μια επιφύλαξη: Αυτή η σοφία μιλά αξιωματικά. Δεν μας λέει, ίσως δεν έχει καν ανάγκη να το σκεφτεί, από πού αντλεί το κύρος της. Στη γραφή του Παρμενίδη του Ελεάτη λέγεται: «τώς γένεσις μεν άπέσβεσται καί ἂπυστος ὂλεθρος» (έτσι η γέννηση έσβησε κι ο χαμός χάθηκε).
Και εδώ συναντούμε έναν τρόπο ύπαρξης όμοιο μ' εκείνον της παροδικότητας του κομμένου λουλουδιού και της ανθρώπινης ύπαρξης: πριν και μετά, και τα άκρα τους, γέννηση και χαμός, παύουν να είναι θέμα. Όμως στον Παρμενίδη, όπως και σ' όλη την πρώιμη ελληνική νόηση και τέχνη, τούτο δεν λέγεται αξιωματικά αλλά υπαγορεύεται απ' αυτό που οι αρχαίοι αποκαλούσαν «ανάγκη». Δεν την επιβάλλει κανένας άνθρωπος και κανένας θεός. Τα ίδια τα πράγματα εξαναγκάζουν σ' αυτήν.
Ας θυμηθούμε τη γυναίκα που φοβάται το θάνατο. Αυτό δεν είναι «ψυχολογικό πρόβλημα» και η λύση δεν βρίσκεται σε κάποιον τρόπο με τον οποίο θα θεραπευτεί από τη φοβία της και θα επανέλθει στο «φυσιολογικό». Ποια θα ήταν άλλωστε η «φυσιολογική» αντιμετώπιση του θανάτου; Η ψυχολογία, όπως η επιστήμη συνολικά και σχεδόν όλη η παραδοσιακή φιλοσοφία, γνωρίζει μόνο το θάνατο του εμβίου όντος, την απο-βίωση. Ο λόγος της για το θάνατο ακόμα, και προπάντων όταν τον κάνει αντικείμενο της έρευνας της, είναι ένας λόγος αφασικός. Όμως η αφασία, το είδαμε επανειλημμένα, δεν είναι η πραγματικότητα του θανάτου που αρμόζει στον άνθρωπο. Η γυναίκα που μιλά για το θάνατο της, όπως μιλά, δεν έχει ψυχολογικό πρόβλημα. Είναι εκτός πραγματικότητας.
Για ποια πραγματικότητα μιλάμε; Είπα στην αρχή, ακολουθώντας ένα λόγο του Ηράκλειτου: «Νεκρή μέσα στο φέρετρο δεν θα της έχει απομείνει κανένα κρύψιμο και κανένας φόβος». Μιλάμε για την πραγματικότητα όπου κάθε κρύψιμο και κάθε φόβος χρειάζονται τον άνθρωπο ο οποίος, ρητά ή άρρητα, λέγει και εννοεί: «κρύβομαι», «φοβάμαι». Το δρόμο αυτής της «χρείας», του χρή, ο Παρμενίδης τον ονομάζει δρόμο του «είναι»: ἔστιν.
Στα λόγια της γυναίκας αυτή η αρραγής ταυτότητα, όπου τα πράγματα είναι καταλογισμένα στον άνθρωπο, ο άνθρωπος είναι χρεωμένος τα πράγματα, διασπάται: Η γυναίκα μιλά για ένα κρύψιμο για το οποίο, όντας νεκρή, ποτέ δεν θα πει «κρύβομαι», μιλά για έναν φόβο για τον οποίο, όντας νεκρή, ποτέ δεν θα πει «φοβάμαι». Αυτόν το δρόμο τον εκτός πραγματικότητας ο Παρμενίδης τον ονομάζει δρόμο του «μη είναι»: οὐκ ἔστιν.
Ας τα ανακεφαλαιώσουμε ακούγοντας τώρα λίγα από τον ίδιο τον Παρμενίδη:

και κρίνεται τούτο:
είναι, ή δεν είναι
έχει λοιπόν κριθεί, όπως είναι ανάγκη
ο ένας δρόμος [του «δεν είναι»] να εγκαταλειφθεί καθότι δεν έχει νόημα και όνομα, αφού δεν είναι αληθινός δρόμος, όμως ο άλλος [ο δρόμος του «είναι»] κρίθηκε ότι υπάρχει και είναι αληθινός
σ' αυτόν τον δρόμο [του «είναι»] λοιπόν έχει πάμπολλα σήματα: «είναι» αγίνωτα και «είναι» άφθαρτα...

Τα σήματα ἀγένητον και ἀνώλεθρον δεν σημαίνουν κάποια θεϊκή αιώνια ύπαρξη δίχως αρχή και τέλος. Σημαίνουν πως το πριν της γέννησης και το μετά το θάνατο δεν μπορεί ποτέ να εννοηθεί και να ειπωθεί. Κάθε τέτοια απόπειρα προσκρούει στο άβατο του «μη είναι». Τα ερωτήματα για τη γέννηση και το θάνατο είναι ψευδο-ερωτήματα. Ακριβώς γι' αυτό φέρνουν σύγχυση και ταλανίζουν, όπως στην περίπτωση της γυναίκας και του νεαρού άντρα. Τούτο αφορά κατά έναν τρόπο κάθε πριν και μετά, όμως η συζήτηση του δεν είναι της ώρας.
Θα προσέξατε πως στον Παρμενίδη δεν γίνεται λόγος γι' αυτό ή εκείνο το πράγμα, αλλά για το «είναι».Ίσως ένας τρόπος να βρεθεί κανείς στο δρόμο του είναι κι αυτός που δοκίμασα να περιγράψω μιλώντας για τη νεκρή μητέρα μου, την αποπροσωποποιημένη, που είναι, όμως είναι ένας κανείς, ανύπαρκτη, ένα τίποτα, το οποίο τελικά διαπερνά και μεταβάλλει κι εμένα και τα πάντα. Η αφορμή εδώ ήταν ο θάνατος της μητέρας μου, όμως τελικά πρόκειται για την κάθε συνάντηση των νεκρών με τους ζωντανούς, στην οποία συν-ουσιάζονται και απ-ουσιάζονται μεταξύ τους. Αυτό το τίποτα, είπα ακόμη, δεν είναι «τίποτα» αλλά στο φως του κάθε τι γράφει ο Celan «μα το θάνατο, ζωντανεύει». Το ακούσαμε με διάφορους τρόπους από τον Ηράκλειτο, τον Σεφέρη, τους Ανατολικούς.
Το «είναι» στον Παρμενίδη, θυμίζω, ονομάζει εκείνη την αρραγή ταυτότητα όπου τα πράγματα είναι καταλογισμένα στον άνθρωπο, ο άνθρωπος είναι χρεωμένος τα πράγματα. Αυτός ο δρόμος υπαγορεύεται από την ανάγκη, το κράτος της οποίας, θυμίζω ακόμα, επιβάλλεται τραγικά, δηλαδή με τον πόλεμον, μια λέξη του Ηράκλειτου όπου οι πλανημένοι δρόμοι είναι γραφτό να φθάσουν σε αδιέξοδο και οι οδοιπόροι τους να τσακιστούνε στον τοίχο του. Ακούσαμε την αντίστοιχη λέξη του Παρμενίδη: «κρίσις». Η «κρίση» δεν είναι απλά ένα κακό. Σημαίνει τη διάκριση. Γι' αυτό η κρίση πάντα μας βάζει στο αλλόκοτο σταυροδρόμι πλάνης κι αλήθειας και δρομολογεί τις πορείες μας. Ο φόβος της γυναίκας και του νεαρού άντρα, αλλά και κάθε φόβος θανάτου, δεν είναι ψυχολογικό συναίσθημα αλλά κρίσις, σημάδι της πρόσπτωσης επάνω σε τέτοιους τοίχους.
Ομόλογο του φόβου του θανάτου είναι η κρίση του πένθους. Ποια πλάνη οδηγεί τον πενθούντα στα άκρα; Όπως στην εικόνα του φέρετρου για τη γυναίκα και τον νέο, έτσι και στο πένθος ο νεκρός διατηρεί την υπόσταση του: Είναι νοερά παρών με τη μορφή του, κανείς πολλές φορές μιλά μαζί του. O Ελβετός θεραπευτής Hanspeter Padrutt στο βιβλίο του για τον Παρμενίδη, στο οποίο οφείλω μια αποφασιστική ώθηση για όσα σας ανέπτυξα, στο σχετικό κεφάλαιο αναφέρει σαν μότο ένα ανέκδοτο του Kleist. Σας το διαβάζω μεταφρασμένο:

O Bach, όταν πέθανε η γυναίκα του, έπρεπε να κάνει τις προετοιμασίες για την κηδεία της. Όμως ο καημένος είχε συνηθίσει ν' αφήνει τα πάντα στη φροντίδα της γυναίκας του· τόσο που, όταν ήρθε ένας γέρος υπηρέτης και του ζήτησε χρήματα για τα λουλούδια που θα στόλιζαν το φέρετρο, αυτός με βουβά δάκρυα, με το κεφάλι πεσμένο πάνω σ' ένα τραπέζι, απάντησε: «Πες της γυναίκας μου».

Στον Bach η γυναίκα του διατηρεί την υπόσταση της - όπου, μεταξύ άλλων, φροντίζει για τα πάντα. Η οδύνη του πένθους, αυτό που πονάει, είναι το πέσιμο στον τοίχο του «όχι πια»: Η γυναίκα του ποτέ δεν θα ξαναφροντίσει το σπίτι, ποτέ δεν θα δώσει λεφτά για τα λουλούδια της κηδείας της. O Bach βρίσκεται στον αδιέξοδο, αδιανόητο και ακατανόμαστο δρόμο του «μη είναι». Η ανάγκη τον κάνει να πέφτει πάνω στον τοίχο του αδιέξοδου. Η οδύνη του πένθους δεν είναι άλλο από το συμβάν αυτής της πρόσπτωσης, που τσακίζει τον πλανημένο νου, πάλι και πάλι. Έτσι και μόνον έτσι, παθαίνοντας, μαθαίνουμε.
Μια ιστορία ακόμα από τη μυθολογία μας. O Σίσυφος ήταν, λέγεται, ο πιο πονηρός και πανούργος άντρας. Μετά το θάνατο του πήγε να ξεγελάσει τους θεούς και να γυρίσει στον πάνω κόσμο, και για λίγο το κατάφερε. Οι θεοί τον τιμώρησαν και του επέβαλαν για ποινή ν' ανεβάζει ένα βράχο σ' ένα ύψωμα. Όχι τόσο γνωστή είναι μια λεπτομέρεια: O βράχος βρίσκεται στον κάτω κόσμο κι ο Σίσυφος καλείται να τον ανεβάσει στο ύψωμα του πάνω κόσμου. Δηλαδή καλείται να επαναλάβει αυτό που με κόλπα και με ραδιουργίες όντως προσπάθησε. Το ότι ο βράχος ξανακυλά κάτω, πάλι και πάλι, του υπογραμμίζει ξανά και ξανά την ανάγκην η οποία απαγορεύει κάθε αναβίωση.
Το πένθος φέρνει πάλι και πάλι τον νεκρό ανάμεσα μας. «Ποιος σου πλένει τα ρουχάκια σου;» ρωτά η μάνα την κόρη που έχασε. «Πες της γυναίκας μου» λέει ο Bach. Ακόμα και τα μαύρα ρούχα, και η μαυρισμένη ψυχή, ανήκουν στην πλάνη που πάει να φέρει τον κάτω κόσμο με το σκοτάδι του επάνω στο φως. Και πάλι και πάλι πέφτει κανείς στον τοίχο του «όχι πια», κι όλα κατρακυλάνε πίσω εκεί που ανήκουν. Χρειάζεται να περάσουμε απ' αυτό για να μάθουμε, για να πετάξουμε κάποτε τα μαύρα και ν' αφήσουμε τους νεκρούς μας να ησυχάσουν.
Θα τελειώσω με λόγια του Οδυσσέα Ελύτη για το θάνατο του Ανδρέα Εμπειρίκου. Πριν πολλά χρόνια μου χάρισαν μια πρώτη αναλαμπή γι' αυτά που είχα σήμερα να σας πω:

Δεν ήταν θάνατος αυτός αλλά ένα φύσημα ελαφρύ, κι ύστερα τα πουλιά και το κελαηδητό τους - μια συνέχεια στην ποίηση κείνου που χανόταν εδώ για να ξαναβρεθεί κερδισμένος αλλού, για πάντοτε, μέσα στους γαλάζιους ατμούς τ' ουρανού και τις λευκές πέτρες.

Η αρμονια του ομοφυλοφιλου

Εισαγωγικά για τη σεξουαλικότητα
Η λέξη «σεξουαλικότητα» είναι όρος της ψυχολογίας. Υποδηλώνει, γενικά κι αόριστα, το σύνολο της κυριολεκτικά και συμβολικά εννοούμενης ερωτικής συμπεριφοράς. Όπως κι η «επιθετικότητα», δεν ανταποκρίνεται σε τίποτα, σε κανένα πράγμα, σε καμιά πραγματική κατάσταση. Κι όμως μιλάμε για «σεξουαλικότητα» κι «επιθετικότητα» όπως μιλάμε για αναβολισμό και καταβολισμό. Αυτές οι λέξεις απλά υποβάλλουν την ψευδαίσθηση ότι αναφέρονται σε κάτι, όμως δεν αναφέρονται σε τίποτα. Είναι λέξεις χωρίς νόημα.
Νόημα αντιθέτως έχει η λέξη στην οποία προστέθηκε το «-ότητα» της «σεξουαλικότητας»: το «sexus», το φύλο. Είναι το άρρητο θέμα σε κάθε συνάντηση που στον αέρα της υπάρχει το «σεξ».
To sexus είναι το θέμα του σεξ.
Αυτό είναι ταυτολογία. Μας προτρέπει όταν μιλάμε για «σεξ» ν' αφήσουμε κατά μέρος βιολογικές, ψυχολογικές, κοινωνικές και λοιπές προσεγγίσεις και προεκτάσεις και να προσέξουμε το προκείμενο, ότι στο φαινόμενο του σεξ αυτό που φαίνεται, αυτό που προβάλλει είναι το φύλο.
Τέλη του 19ου και αρχές του 20ού αιώνα εμφανίζεται αυτό που ο Φρόυντ στις Τρεις πραγματείες για τη θεωρία της σεξουαλικότητας αποκαλεί «θεωρία του ψυχικού ερμαφροδιτισμού». Σε μια υποσημείωση γράφει:
Είναι απαραίτητο να ξεκαθαρίσουμε ότι οι έννοιες «αρσενικό» και «θηλυκό», το περιεχόμενο των οποίων για τη γνώμη του κόσμου μοιάζει τόσο αδιαμφισβήτητο, στην επιστήμη ανήκουν στις πλέον περίπλοκες και μπορούν να κατατμηθούν προς τουλάχιστον τρεις κατευθύνσεις. Κανείς χρησιμοποιεί αρσενικό και θηλυκό άλλοτε με την έννοια ενεργητικότητας και παθητικότητας, άλλοτε με βιολογική έννοια και κατόπιν πάλι με κοινωνιολογική.
Ο λόγος περί «αρσενικών» και «θηλυκών» στοιχείων στο χαρακτήρα του καθένα, κάπου στη διάσταση «ενεργητικότητας και παθητικότητας», είναι πλέον κοινός τόπος. Αυτή η αντίληψη θεωρεί ότι «αρσενικό» και «θηλυκό» είναι «έννοιες» όπου κανείς είναι αυτό που νιώθει πως είναι (αρσενικός, θηλυκός, και η ποικιλόμορφη μίξη τους) και όχι ονόματα της πραγματικότητας του, ότι κανείς είναι εξαρχής δεδομένος ως άντρας ή ως γυναίκα.
Τι κάνει τον Φρόυντ να περιφρονεί τη γνώμη του κόσμου που διακρίνει άντρα και γυναίκα και από τα ύψη της επιστήμης να καθιστά αρσενικό και θηλυκό «έννοιες», και μάλιστα να τις υπολογίζει στις «πλέον περίπλοκες»; Είναι η προσπάθεια του να εξηγήσει. Εδώ, να εξηγήσει αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «Inversion», «αναστροφή» του λεγόμενου «σεξουαλικού ενστίκτου», δηλαδή την ομοφυλοφιλία.
Ήδη ο όρος «αναστροφή» δεν αναφέρεται πια στο φαινόμενο που μιλά για τη φιλία προς το όμοιο φύλο αλλά σε μια εξήγηση του. Αυτή πάλι βασίζεται σ' ένα μαγικό πράγμα που λέγεται «σεξουαλικό ένστικτο» και που εδώ «αναστρέφεται». Η μανία της εξήγησης τον τυφλώνει σε σημείο που να μην μπορεί να ξεχωρίσει άντρα και γυναίκα.
Είναι σαν ένας ψυχολόγος που έχει μπροστά του έναν άντρα ή μια γυναίκα και τους λέει μ' ελαφριά ειρωνεία:
- Λες πως είσαι άντρας; Κι εσύ γυναίκα; Για να δούμε τι είστε!
Κατόπιν ανοίγει τα χαρτιά του, π.χ., ένα προβλητικό τεστ προσωπικότητας, και τους το κάνει για να διαπιστώσει πόσο «αληθινά» είναι κανείς άντρας, γυναίκα και σε ποιο βαθμό μίξη τους.
Όμως η πραγματικότητα, το ότι κανείς ήδη είναι άντρας ή γυναίκα πριν «νιώσει» οτιδήποτε, είναι αδήριτη, είναι το όριο στο οποίο προσκρούει κάθε τάση αμφισβήτησης της. Ενδεχομένως πολλά βάσανα ανθρώπων με «σεξουαλικά προβλήματα» είναι αυτή τούτη η πρόσκρουση της αμφιβολίας, της αμφισβήτησης, της αντίστασης τους στην πραγματικότητα του φύλου που τους έχει δοθεί και που αρνούνται να τη δεχθούν και να την αναλάβουν.
Η λέξη «φύλον» έρχεται από το ρήμα «φύναι»: αναφύομαι και προβάλλω. Από την ίδια ρίζα έρχεται και το «φαίνομαι», το «φαινόμενον». Το φύλο φαίνεται, το βλέπεις!
Η διαφορά της γνώμης του κόσμου και της επιστήμης είναι ότι η πρώτη βλέπει αυτό που είναι μπροστά της, η δεύτερη ζητάει να το συλλάβει με τη γνώση: να το εξηγήσει, να το αποδείξει. Κι εδώ αναφέρω μια φράση του Αριστοτέλη που συνήθιζε να παραθέτει ο Χάιντεγκερ: «εστί γαρ άπαιδευσία το μη γιγνώσκειν τίνων δει ζητείν απόδειξιν και τίνων ου δεί [...] (είναι απαιδευσία, αμορφωσιά να μην γνωρίζει κανείς για ποια πράγματα χρειάζεται απόδειξη και για ποια όχι).
Για τα πράγματα που μας αφορούν στην ψυχοθεραπεία δεν χρειάζεται η γνώση κι η απόδειξη αλλά το προσεκτικό βλέμμα. Το ζητούμενο δεν είναι ν' απορρίψουμε τη «γνώμη του κόσμου» αλλά αυτό που βλέπει ο κόσμος, τον άντρα και τη γυναίκα, να επιχειρήσουμε να το δούμε ακόμα ευκρινέστερα.
Η θεώρηση της ανατομίας μας υποβάλλει την εντύπωση ότι «άντρας» και «γυναίκα» ορίζονται από ένα σύνολο σωματικών χαρακτηριστικών στα οποία εκτός από τα γεννητικά όργανα περιλαμβάνονται, π.χ., οι μαστοί, το σχήμα του προσώπου, η μυϊκή ανάπτυξη, το ύψος, η φωνή κτλ.
Το λάθος που γίνεται εδώ είναι ότι παίρνουμε αυτήν τη θεώρηση απόλυτα, σαν να ίσχυε παντού και πάντα. Έχει μεν νόημα στην ιατρική, στο σχέδιο ρούχου, στις υπηρεσίες δημόσιας τάξης κι αλλού. Όμως στην ερωτική συνάντηση, στο «σεξ», δεν έχει.
Φέρτε μπροστά σας μια κοπέλα το βράδυ σ' ένα μπαρ με τις φίλες της. Βλέπει κάποιον να την κοιτάζει επίμονα και τη διαπερνά μια ανατριχίλα. Σκύβει ελαφρά προς τη φίλη της και της ψιθυρίζει:
- Εκείνος ο άντρας! Στ' αριστερά σου!
Όταν η κοπέλα λέει εδώ τη λέξη «άντρας», δεν τη λέει όπως ο γιατρός κι ο μόδιστρος κι ο αστυνόμος. Ανάμεσα σ' όλα τ' ανθρώπινα όντα γένους αρσενικού αναγνωρίζει απέναντι της τον έναν άντρα που εκείνη τη στιγμή είναι άντρας γι' αυτήν και αναγνωρίζει συνάμα τον εαυτό της σαν γυναίκα που εκείνη τη στιγμή είναι γυναίκα γι' αυτόν.
Σ' αυτό το «συνάμα» οι λέξεις «άντρας», «γυναίκα» έχουν αποκτήσει διαφορετικό νόημα. Είναι το νόημα της ερωτικής συνάντησης.
Ο έρωτας, γράφω σε μια μελέτη, είναι η συνάντηση στην οποία άντρας και γυναίκα βρίσκουν το όνομα τους.
Τώρα βλέπουμε καθαρότερα σε ποια κατεύθυνση μας εξαπέστειλε η ετυμολογία των λέξεων «σεξουαλικότητα», «sexus» και «σεξ» και η ταυτολογία της φράσης «Το sexus, το φύλο, είναι το θέμα του σεξ»: Μας κάλεσε να δούμε την ερωτική συνάντηση ως τον ιδιαίτερο και αποκλειστικό μάλιστα τρόπο με τον οποίο το φύλο, άντρας, γυναίκα, λέγεται έμφωνα ή άφωνα και αποκαλύπτεται.
Από εδώ μπορούμε να δούμε (λέω να δούμε, όχι να ερμηνεύσουμε και να εξηγήσουμε) την κατάσταση στην οποία αναφέρεται το λεγόμενο «οιδιπόδειο σύμπλεγμα»: Το παιδί μαθαίνει τον άντρα και τη γυναίκα στο ζωντανό παράδειγμα των γονέων. Στον πατέρα που απέναντι στη μητέρα δεν είναι πια πατέρας αλλά άντρας, στη μητέρα που απέναντι στο πατέρα δεν είναι πια μητέρα αλλά γυναίκα. Το μαθαίνει ακόμα στη στάση τους απέναντι του, που το αναγνωρίζουν σαν εκκολαπτόμενο άντρα ή γυναίκα.
Είναι μια ιστορία μακρόχρονη, επώδυνη κάποτε, καθώς το παιδί καλείται να δει πατέρα και μητέρα και τον εαυτό του διαφορετικά απ' ό,τι τους έβλεπε μέχρι τώρα και μάλιστα σε μια προοπτική που δεν πρόκειται να μοιραστεί μαζί τους:
Το αγόρι ποτέ δεν θα είναι άντρας γι' αυτήν τη γυναίκα που είναι η μητέρα του, το κορίτσι ποτέ δεν θα είναι γυναίκα γι' αυτόν τον άντρα που είναι ο πατέρας της.
Εδώ όλοι οι ενεχόμενοι είναι εκτεθειμένοι σε παρανοήσεις και παραβιάσεις των παραπάνω ορίων. Η συζήτηση τους δεν είναι του παρόντος. Θα σημειώσω μόνο εκείνη την παραβίαση κατά την οποία για τον άντρα είναι μία με δυο ονόματα: μητέρα και γυναίκα, «διπλούν έπος» λέγεται στον Σοφοκλή. Είναι η μοίρα του Οιδίποδα.

Αρμονία
Το θέμα μου είναι «Η αρμονία του ομοφυλόφιλου». Η τονιζόμενη λέξη, θα δούμε αργότερα γιατί, είναι η «αρμονία». Θα την ακούσουμε στην κατεύθυνση που τη χρησιμοποιούν οι αρχαίοι και ιδιαίτερα ο Ηράκλειτος.
Ποιο το νόημα της αναδρομής στους αρχαίους; O λόγος τους μας παρέχει μια δυνατότητα να δούμε πράγματα που μας αφορούν σ' ένα άλλο φως. Και πολλές φορές σ' αυτό το άλλο φως τα προβλήματα δεν λύνονται, αλλά και δεν χρειάζεται πια να λυθούν, διότι δεν τίθενται καν.
Θα προσεγγίσουμε το θέμα του ομοφυλόφιλου μέσα από την αρχαία λέξη «άρμονίη». Το απόσπασμα του Ηράκλειτου λέει: «άρμονίη αφανής φανερής κρείττων» (η αφανής αρμονία είναι ανώτερη της φανερής).
Τι θα πει «αφανής αρμονία»; Τι «φανερή»; Γιατί η «αφανής» είναι «ανώτερη» της «φανερής»; Τι σχέση έχει μ' αυτά η ομοφυλοφιλία; Ας τα πάρουμε με τη σειρά.
Καταρχήν πρέπει να έχουμε υπόψη ότι εδώ η λέξη «αρμονία» δεν χαρακτηρίζει ούτε ένα είδος «διαπροσωπικής σχέσης» ούτε κάτι το «ψυχικό». Οι αρχαίοι δεν τα γνωρίζουν αυτά, καθώς δεν γνωρίζουν κάποιον «εσωτερικό» κόσμο. Κι ακόμα η άρμονίη δεν έχει τίποτα να κάνει με την αισθητική, τη θεώρηση του «ωραίου», γιατί ούτε αυτό το γνωρίζουν.
Στους αρχαίους η άρμονίη, μεταξύ άλλων, ονομάζει το μουσικό διάστημα της ογδόης, της οκτάβας. Και τι έχει να κάνει η μουσική με το θέμα μας; Μα, ακριβώς η οκτάβα είναι το διάστημα μεταξύ ανδρικής και γυναικείας φωνής!
Στην οκτάβα ως αρμονίη θα γνωρίσουμε την αρμονία των δύο φύλων, αρσενικού και θηλυκού, και την αρμονία του ομού φύλου: αρσενικού και αρσενικού, θηλυκού και θηλυκού. Αυτό θα μπορούσε να είναι μια δυνατότητα να προβάλουν τα πράγματα σ' ένα άλλο φως. Ας δούμε τι έχει να μας δείξει.
Η φωνή της γυναίκας είναι λοιπόν ψηλότερη από τη φωνή του άντρα βασικά κατά μια οκτάβα. Η οκτάβα δεν είναι ένα απλό μουσικό διάστημα που αρχίζει, π.χ., από ένα ντο και μετά από έξι φθόγγους καταλήγει στο επόμενο ντο. Καταρχήν ακούμε τα διαστήματα που περιέχονται στην οκτάβα:
Καθώς ακούμε, π.χ., το διάστημα της τρίτης, ντο-μι, το διάστημα της πέμπτης, ντο-σολ, μετά από μερικές επαναλήψεις μπορούμε να διαπιστώσουμε μια σχέση του ντο με τον εκάστοτε υψηλότερο φθόγγο, το ρε, το μι, το φα, το σολ κτλ.
Οι επτά φθόγγοι, ντο - ρε - μι - φά - σολ - λα - σι, απαρτίζουν μια οικογένεια, στο παράδειγμα μας την κλίμακα του ντο:
Η αρμονία τους είναι η αρμονία μιας συγγένειας, μιας ομοιότητας, όπως αυτής μεταξύ των μελών της οικογένειας. Η ομοιότητα τους είναι εμφανής: ακούγεται, αλλά και δηλώνεται με το όνομα της κλίμακας στην οποία ανήκουν. Είναι μια αρμονία φανερή.
Μετά το τελευταίο διάστημα, το ντο-σι, φθάνουμε στην ογδόη, στην οκτάβα ντο-ντο:
Όλα τώρα αλλάζουν άρδην! Έχει γίνει ένα άλμα έξω από τον κλειστό κόσμο των επτά φθόγγων. Εδώ το χαμηλότερο ντο δεν σχετίζεται με το υψηλότερο ντο όπως σχετίζονταν με το ρε, το μι, το φα κτλ. Όμως ούτε μπορούμε να πούμε ότι τα δυο ντο είναι άσχετα μεταξύ τους. Δεν μπορούμε να πούμε ούτε πως είναι ίδια ούτε πως δεν είναι ίδια. Η αρμονία τους είναι αμεσολάβητη, ανείπωτη, αφανής.
Η αφανής αρμονία μπορεί να περιγραφεί με εκφράσεις όπως, π.χ., «φιλότητα των ξένων / ξένωση των φίλιων». Το τι θα πει «φίλος» είναι φανερό. Το τι θα πει «ξένος» είναι φανερό. Στην έκφραση «φιλότητα των ξένων / ξένωση των φίλιων» η δεύτερη λέξη ακυρώνει το φανερό της πρώτης, το α-φανίζει. Η αφανής αρμονία μόνο με τέτοιες εκφράσεις σημαίνεται.
Στη συνάντηση άντρα και γυναίκας, οι φωνές τους και το μεταξύ τους διάστημα είναι σημάδι της συνάντησης τους. Ήδη στη λέξη «συνάντηση» λέγονται συνάμα «συν-» και «αντί-» και φέρνουν άντρα και γυναίκα τόσο κοντά - και τόσο μακριά μεταξύ τους.
Οι φωνές τους, καθώς διίστανται στο διάστημα τους, τραγουδάνε και αγγέλλουν την αφανή αρμονία τους. Είναι μάταιο να προσπαθήσουμε να την καταλάβουμε. Δεν συλλαμβάνεται με τη γνώση. Δεν εξηγείται και δεν ερμηνεύεται. Θα επανέλθουμε.
Η φανερή άρμονίη είναι, είπαμε, η αρμονία των φθόγγων μέσα στην οικογένεια τους, η αρμονία του όμοιου. Συμβαίνει εκεί που, όσον αφορά στην ερωτική σχέση, υπάρχει η φιλότητα του όμοιου φύλου.
O ομο-φυλό-φιλος, το λέει η ίδια η λέξη, προσβλέπει στη φανερή αρμονία του όμοιου: στη χειροπιαστή, ανεμπόδιστη, αδιατάρακτη συμφωνία, καλύτερα ομο-φωνία, την οποία υπόσχεται η συνεύρεση με ένα μέλος του δικού του φύλου.
Θυμάμαι έναν και τη λαχτάρα του για μια τέτοια ομοφωνία. Γενικά ο τόνος του ήταν απόμακρος, άχρωμος, ουδέτερος. Εκείνη τη φορά καθώς μιλούσε δονούνταν ολόκληρος.
O Γκίλμπερτ Ροζ, ψυχαναλυτής από τη Νέα Υόρκη, σ' ένα άρθρο του με τον τίτλο «Fusion States» (Καταστάσεις Σύντηξης) αναφέρει μια συνάντηση που του περιέγραψε ένας ομοφυλόφιλος:
Ανάμεσα σ' αυτόν και σ' έναν ξένο ξεπήδησε ένα άμεσο και απόκοσμο αίσθημα. [...] Ένιωθε ότι κανένα άλλο άτομο δεν θα ήταν δυνατό να περπατήσει ανάμεσα τους, αν και οι δυο τους καθόταν στις αντίθετες άκρες του χώρου. Ήταν για τρεις μέρες σε διεγερτική κατάσταση - βηματίζοντας, σφίγγοντας και στρίβοντας τα χέρια του, κάνοντας συνεχή ντους. [...] Όμως μετά απ' αυτήν την [...] καταιγίδα [...] ήταν σε θέση ν' αντιλαμβάνεται και ν' αντιδρά στους ανθρώπους πιο θερμά κι αυθόρμητα απ' όσο θεωρούσε πως έκανε ποτέ μέχρι τώρα.
Ήδη ο τίτλος του άρθρου αναφέρεται σε μια εξήγηση του φαινομένου το οποίο ο συγγραφέας παρασταίνει ως «σύντηξη». Όμως, είπαμε, η γνώση εδώ είναι ανεπαρκής για ν' αποδώσει αυτό που συμβαίνει.
Τη συνάντηση που περιγράφεται παραπάνω δεν έχουμε να την καταλάβουμε αλλά να την προσέξουμε:
Αυτός ο άνθρωπος βλέπει, κυριολεκτικά βλέπει ένα δεσμό να τον δένει με τον άλλο, ένα δεσμό που δεν μπορεί να διαρραγεί από κανέναν. Τίποτα δεν μπορεί να μπει ανάμεσα τους. Δεν υπάρχει χωρισμός, υπάρχει μόνο το «μαζί»: το φίλιο που αποκλείει κάθε χωρισμό, κάθε ξένωση.
Ο άνθρωπος γνωρίζει τη φιλία του όμοιου φύλου, τη φανερή αρμονία, όχι με τη γνώση, όχι με τη βουβή εμπειρία και τη συνήθεια αλλά τη βλέπει σε μια έκλαμψη που τον βρίσκει σαν κεραυνός. Του αποκαλύπτεται το όνομα «ομοφυλόφιλος» με όλη του την ενάργεια.
Χρησιμοποιώντας μια έκφραση του ιστορικού της μουσικής Θρασύβουλου Γεωργιάδη, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η εμπειρία αυτού του ανθρώπου είναι μια πράξη ονομασίας: «ομο-φυλό-φιλος». Βαπτίζεται στη λέξη και αναδύεται απ' αυτήν έχοντας το όνομα του έτσι όπως δεν το είχε μέχρι τώρα ποτέ. Κάπου αυτά θα του έλεγα σε μια θεραπευτική ώρα.
Σε όσα ακολούθησαν τις επόμενες μέρες δεν θα υπεισέλθω διότι δεν αφορούν το θέμα μας άμεσα. Ανήκουν στη δοκιμασία της αποδοχής της πραγματικότητας του. Με τη συντελεσμένη αποδοχή είναι πλέον, όπως ακούσαμε, ανοιχτός κι ελεύθερος προς τους άλλους μ' έναν τρόπο πρωτόγνωρο.
Επανερχόμαστε στην αφανή αρμονίην. Γιατί είναι κρείττων, «ανώτερη», της φανερής; Διότι η ομοφωνία στην οποία προσβλέπει ο ομοφυλόφιλος, εκείνος ο δεσμός που δεν διασπάται από κανέναν, που δεν διαπερνάται από τίποτα, αυτό το αδιάσπαστο και αδιαπέραστο μεταξύ είναι χίμαιρα.
Ο ομοφυλόφιλος είναι τραγική μορφή καθόσον κυνηγάει μια χίμαιρα, αυτήν της φανερής αρμονίας.
Επειδή η φανερή αρμονία είναι χίμαιρα, δεν φτάνει ποτέ σ' ένα τέλος, σε μια τελείωση. Σ' αυτόν το δρόμο τον δίχως τέλος ανήκει το αχόρταγο που ωθεί κάποιους στην ασταμάτητη αναζήτηση συντρόφων, άλλους πάλι σ' ένα παράφορο πάθος κατά τις ερωτικές τους συνευρέσεις. Αυτή είναι η τραγικότητα του ομοφυλόφιλου.
Φανερή και αφανής αρμονία είναι δρόμοι, οι δρόμοι μας στους οποίους βρισκόμαστε από πάντα, είτε το ξέρουμε είτε όχι, είτε το θέλουμε είτε όχι.
Ήδη στο πεδίο των ερωτικών συνευρέσεων η φανερή αρμονία δεν αφορά μόνο τον ομοφυλόφιλο. O άντρας κι η γυναίκα, π.χ., που θεωρούν τη σχέση τους σαν επιβεβαίωση της αρσενικότητάς του ο μεν και της θηλυκότητας της η δε ή εκεί που η ερωτική τους συνάντηση μοιάζει περισσότερο με αμοιβαίο αυνανισμό ή εκεί που πιστεύουν στο «έσονται ες σάρκα μία» βρίσκονται στο δρόμο της φανερής αρμονίας.
Στο δρόμο της φανερής αρμονίας βρίσκονται ακόμα οι άνθρωποι που αντιμετωπίζουν τον άλλο με έναν τρόπο, π.χ., όπως έμαθαν με τον πατέρα και τη μητέρα τους· οι άνθρωποι για τους οποίους, π.χ., η εκπλήρωση των επιθυμιών τους είναι μονόδρομος
· οι επιστήμονες που επιζητούν να εντάξουν τα φαινόμενα σε μια θεωρία· η κοινωνία, στο σημείο που οργανώνεται όλο και περισσότερο σε ένα σύστημα.
Κάπου, κάπως, αυτός ο δρόμος θα προσκρούσει επάνω στην πραγματικότητα που δεν ανέχεται το μονοδιάστατο και τη μονομέρεια. Και κανείς, αν σταθεί τυχερός, μέσα από την πρόσκρουση θα το μάθει, ότι, π.χ., μπορεί να χαίρεται μόνο όταν μπορεί να πονά
· ότι μπορεί να ζει με τον άλλο μόνο όταν μπορεί να χωρίσει απ' αυτόν ότι μπορεί να ζει σαν άνθρωπος μόνο όταν μπορεί σαν άνθρωπος να πεθαίνει.
Δεν έμεινα στο θέμα μου, στον ομοφυλόφιλο. Το έκανα επίτηδες. O ομοφυλόφιλος δεν είναι το θέμα.
Το θέμα είναι ο δρόμος του που εδώ, στο φως των αρχαίων, μνημονεύτηκε ως δρόμος της φανερής άρμονίης, και που δεν είναι μόνο δικός του αλλά με τον ένα ή τον άλλο τρόπο δρόμος και αδιέξοδο και δοκιμασία για όλους μας. Γι' αυτό είπα προηγουμένως ότι στον τίτλο της ομιλίας μου «Η αρμονία του ομοφυλόφιλου» τονιζόμενη λέξη είναι η «αρμονία».
Η ομοφυλοφιλία ονομάζει τη φιλότητα του όμοιου φύλου. Όταν όμως μιλάμε για τον ομοφυλόφιλο πολύ εύκολα παρασυρόμαστε στην εικόνα ενός ανθρώπου που καθορίζεται ολοκληρωτικά από την ομοφυλοφιλική του συμπεριφορά, σχεδόν σαν να ανήκε σ' ένα ξεχωριστό ανθρώπινο είδος. Έτσι ανοίγει ο δρόμος του στιγματισμού, της παθολογικοποίησης και της απομόνωσης ή, που είναι ίδιο και χειρότερο, της αναγνώρισης αυτών των ανθρώπων ως «μειονότητας», ανοίγει ο δρόμος ακόμα για λαθεμένους τρόπους με τους οποίους οι ίδιοι κατανοούν τον εαυτό τους.
Θέμα δεν χρειάζεται να γίνεται ο ομοφυλόφιλος ούτε από την ηθική ούτε από την ψυχοπαθολογία ούτε από τη «γνώμη του κόσμου». Πολλά προβλήματα θ' αποκαλύπτονταν ως ψευδοπροβλήματα και θα έφευγαν απ' τη μέση εάν το βλέπαμε ότι «ο ομοφυλόφιλος» είναι μια λέξη δίχως νόημα κι εάν πλέον, π.χ., στα ψυχιατρικά συνέδρια κανένας δεν θα το διανοούνταν, σαν τον υποφαινόμενο καλή ώρα, να βγει μπροστά σας και να μιλήσει γι' αυτόν.

Όταν ο ποιητής μαθαίνει στον ψυχαναλυτή την αγάπη


[Συνεδριο της Βορειοελλαδικης Εταιρειας Ψυχαναλυτικης Ψυχοθεραπειας "Περι αγαπης". Θεσσαλονικη, 2001]

Ο τίτλος του συμποσίου που μου κοινοποιήθηκε αρχικά ήταν: "Η ψυχανάλυση μπροστά στην έννοια της αγάπης". Η ομιλία μου ξεκινά με τη συζήτηση του. Όταν έμαθα πως άλλαξε και έγινε "Περί αγάπης" ήταν πολύ αργά. Συνέχισα λοιπόν να γράφω, όμως πλέον συνομιλούσα μ' ένα φάντασμα.
Ο Γιώργος Σεφέρης, ο ποιητής με τον οποίο θ' ασχοληθώ, σ' ένα ποίημα με τον τίτλο "Ελένη" αναφέρεται στην ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη. Σύμφωνα μ' αυτήν, ήταν το είδωλο της Ελένης που είχε κλέψει ο Πάρης, ενώ η ίδια είχε μεταφερθεί από τον Ερμή στην αυλή του Πρωτέα.
[...] τόσος πόνος τόση ζωή,
έτσι τελειώνει το ποίημα,
πήγαν στην άβυσσο
για ένα πουκάμισο αδειανό, για μια Ελένη.

Κάποτε, για να αποδώσω το εδώ εννοούμενο, χρησιμοποίησα την εικόνα του νεκρού άστρου το οποίο, καθότι έτη φωτός μακριά, συνεχίζει για όλα αυτά τα έτη να στέλνει το φως του, να μας φωτίζει και να μας οδηγεί. O ουρανός μας είναι γεμάτος από νεκρά άστρα. Το γνωρίζουμε καλά, μεταξύ άλλων και από την εμπειρία της ψυχανάλυσης.
Ένα μικρό νεκρό άστρο είναι κι ο άκυρος πλέον τίτλος του συμποσίου, για τον οποίο έγραψα όσα ακολουθούν.
"Η ψυχανάλυση μπροστά στην έννοια της αγάπης" λοιπόν. O τίτλος με έκανε σκεπτικό. Είναι, αναρωτήθηκα, η αγάπη "έννοια";
Άνοιξα ένα έγκυρο φιλοσοφικό λεξικό στο λήμμα "αγάπη". Η πρώτη φράση είναι η εξής: "Η αγάπη είναι μια από τις πλέον πολυστρωματικές και πολυσήμαντες έννοιες της σκέψης". O συγγραφέας του άρθρου αναφέρεται μεταξύ άλλων και στην ψυχανάλυση. Και πάλι παρέμεινα σκεπτικός. Είναι η αγάπη έννοια;
Έχω συνηθίσει, όταν μιλώ για την ψυχανάλυση, να έχω υπόψη μου την πράξη της ψυχαναλυτικής συνομιλίας, το έργο, και στο έργο θεωρώ ότι η ψυχανάλυση αποκτά το νόημα και τη δικαίωση της, ακριβώς όπως το ποδόσφαιρο στο γήπεδο και η μουσική στην εκτέλεση. Το ερώτημα μου λοιπόν αν η αγάπη είναι έννοια δεν θα το προσεγγίσω μέσα από τη θεωρία, μέσα από το "πολυστρωματικό" και το "πολυσήμαντο" των απόψεων για την αγάπη αλλά μέσα από το έργο της ψυχανάλυσης.
Ας υποθέσουμε λοιπόν, κι αυτό είναι κάτι που συμβαίνει, ας υποθέσουμε ότι ο πελάτης μας αρχίζει κάποια στιγμή να μιλά για την "έννοια της αγάπης". Πώς το ακούμε αυτό; Δεν ακούμε στις λέξεις "έννοια της αγάπης" μια απόσταση, μια συστολή, μια άμυνα απέναντι στην αγάπη που τον αφορά; Και με τον τρόπο της τέχνης μας δεν θα του το επισημάνουμε;
Όμως αυτή η επισήμανση μας τι λέει; Δεν λέει πως η αγάπη, εκεί που μας αφορά αληθινά, δεν είναι έννοια; Και τι είναι τότε η αγάπη; Κατά πού θα κατευθύνουμε, πάντα σύμφωνα με τους κανόνες της τέχνης μας, τον πελάτη μας, που κάποιες φορές έχοντας χάσει το έδαφος που του πρόσφεραν οι "έννοιες", μένει συγχυσμένος και αβοήθητος;
Τι είναι η αγάπη; Αναρωτιέται και ρωτάει κι εμάς. Η απάντηση μοιάζει να είναι εύκολη: Φυσικά, η αγάπη είναι συναίσθημα. Την αγάπη την αισθανόμαστε. Και θα τον ενθαρρύνουμε ν' αφεθεί στα συναισθήματα του και να μιλήσει για την αγάπη που "αισθάνεται".
Την αισθανόμαστε την αγάπη; Είναι η αγάπη συναίσθημα; Το φιλοσοφικό μου λεξικό πάντως με προειδοποιεί να μην παίρνω αυτήν τη γνώμη τόσο απόλυτα. Η αγάπη, διαβάζω, παρασταίνεται σαν συναίσθημα, δηλαδή ψυχολογικοποιείται, πρώτα στην αυγή των νεοτέρων χρόνων, στον Ντεκάρτ και τον Locke, και έτσι ανοίγεται η δυνατότητα για την ανάληψη της από την επερχόμενη ψυχολογία.
Ανήκει στο ιδιαίτερο πνεύμα μιας ορισμένης ιστορικής εποχής η αγάπη να παρασταίνεται σαν συναίσθημα. Δεν ήταν από πάντα έτσι και επομένως δεν θα είναι έτσι για πάντα, Όμως κι εδώ δεν θέλω να παρασυρθώ σε μια φιλοσοφική συζήτηση περί αγάπης. Θα παραμείνω στον δικό μου χώρο, αυτόν της θεραπευτικής συνομιλίας, και από κει θα εξετάσω τι συμβαίνει όταν η αγάπη παρασταίνεται σαν συναίσθημα.
O πελάτης μου λοιπόν, από μόνος του, ή καθοδηγούμενος από μένα, έχει εγκαταλείψει την έννοια της αγάπης και τώρα λέει, π.χ., "Αισθάνομαι αγάπη για σας". Είμαι τώρα, ως ο θεραπευτής του, ήσυχος; Εφόσον η αγάπη είναι συναίσθημα κι αυτός λέει ό,τι αισθάνεται, δεν είναι όλα εντάξει;
Όχι, δεν είναι όλα εντάξει. Η τέχνη μας, μας πηγαίνει αλλού. Στις λέξεις "αισθάνομαι αγάπη για σας" διακρίνουμε και πάλι μια απόσταση και μια συστολή, όπως συμβαίνει και με τις παρεμφερείς εκφράσεις "αισθάνομαι θυμό", "αισθάνομαι ενοχή" κτλ. Και πάλι θα του το επισημάνουμε, διότι άλλο είναι να πεις "αισθάνομαι αγάπη για σένα" και άλλο να πεις "σ' αγαπώ". Τώρα τι λέει η επισήμανση μας; Λέει πως άλλο είναι το αίσθημα της αγάπης και άλλο η αγάπη. Λέει πως η αγάπη δεν είναι συναίσθημα, αλλά...;
Τι είναι η αγάπη; Κατά πού μας κατευθύνει η πράξη της ψυχανάλυσης; Μας αναγκάζει να ομολογήσουμε πως εδώ, σ' αυτήν τη συνομιλία που είναι υποχρεωμένη στην αλήθεια, δεν επιτρέπεται στην αγάπη ν' αρκεστεί στην παράσταση της σαν έννοια και σαν συναίσθημα.
Η αγάπη δεν είναι αυτό, δεν είναι το άλλο, τι είναι η αγάπη; Ρωτάει ρητά ή άρρητα ο πελάτης μας. Κι εμείς άρρητα, μέσα από τις επισημάνσεις μας, ίσως χωρίς να το έχουμε συνειδητοποιήσει, ενθαρρύνοντας τον να εγκαταλείψει τις έννοιες και τα "αισθάνομαι" και να μείνει στο απλό "σ' αγαπώ" του λέμε: Η αγάπη δεν είναι έννοια, δεν είναι συναίσθημα, η αγάπη είναι αγάπη.
Η αγάπη είναι αγάπη. Τι είναι πάλι τούτο; Πώς μας προέκυψε αυτή η ανόητη ταυτολογία;
Πριν βιαστούμε να πάρουμε θέση, ας θυμηθούμε ότι μιλούμε από τον τόπο της θεραπευτικής συνομιλίας κι ας επιστρέψουμε στον πελάτη μας. Κι ας υποθέσουμε πως έχει αφήσει πίσω του τις συστολές που τον έκαναν να μιλά για την έννοια της αγάπης και για το συναίσθημα της αγάπης και πως έχει φτάσει στο σημείο να λέει καθαρά και ξάστερα: "Σ' αγαπώ".
Είναι τώρα ο θεραπευτής επιτέλους ικανοποιημένος και ήσυχος; Όχι. Διότι εύκολα θα φανερωθεί ότι ο πελάτης του μιλά μεν για αγάπη, όμως μ' αυτήν τη λέξη εννοεί κάτι άλλο, π.χ., τρυφερότητα, φροντίδα, κατανόηση, αυταπάρνηση, ερωτισμό κ.ο.κ. Λέει "αγάπη", όμως δεν το εννοεί. Η "αγάπη" του είναι απλά κέλυφος για μια άλλη λέξη. Δεν είναι ακόμα αγάπη.
Ίσως λοιπόν η ταυτολογία "η αγάπη είναι αγάπη" δεν είναι ανόητη και κενή αλλά δείχνει άτεγκτα κι επίμονα προς την κατεύθυνση στην οποία ο πελάτης μας θ' αφήσει τις παρανοήσεις της αγάπης στις οποίες οδηγήθηκε μέσα από τη μοίρα και την ιστορία του και θα μπορέσει να πει τη λέξη "αγάπη" αληθινά. Να την πει και να την εννοήσει.
Η αγάπη είναι αγάπη. Η παράξενη φράση, που άρρητα κατευθύνει τη θεραπευτική συνομιλία για την αγάπη, αρχίζει να γίνεται όλο και μεγαλύτερη απορία. Το μόνο που γνωρίζουμε γι' αυτήν και το νόημα της είναι πως όσο αποφασιστικότερα αφηνόμαστε στην καθοδήγηση της τόσο καθαρότερα αποκτά έναν σχεδόν δαιμονικό χαρακτήρα, γίνεται κάτι σαν μαύρη τρύπα στην άβυσσο της οποίας χάνεται κάθε προσπάθεια να συλλάβουμε την αγάπη - σαν έννοια και συναίσθημα, αλλά και σαν τρυφερότητα και φροντίδα και τα συναφή.
Ακόμα κι ένα από τα τελευταία μας οχυρά, το ότι η αγάπη είναι μια σχέση που προκύπτει μέσα από οικείους στην ψυχαναλυτική θεωρία μηχανισμούς και διαδικασίες, ακόμα κι αυτό εμπρός στη λέξη της κλονίζεται και σωριάζεται. Η αγάπη δεν είναι σχέση: η αγάπη είναι αγάπη.
Ο τίτλος του συμποσίου είναι, ήταν "Η ψυχανάλυση μπροστά στην έννοια της αγάπης". Πού μας οδήγησε η συζήτηση του; Στο ότι η ψυχαναλυτική θεωρία, μπροστά στην επιταγή της ψυχαναλυτικής πρακτικής να λέγονται τα πράγματα και να εννοούνται, στην επιταγή που επιτάσσει η αγάπη να είναι αγάπη, σηκώνει τα χέρια.
Και κάθε θεωρία, κάθε ψυχολογικός ή άλλος επιστημονικός λόγος, καθότι μιλά σε όρους εννοιών και συναισθημάτων, με μοντέλα στα οποία ανάγει τα πάντα και με τις αναγωγές του δεν αφήνει τίποτα να ησυχάσει στον τόπο του, δεν αφήνει την αγάπη να είναι αγάπη, κάθε τέτοιος λόγος εξανεμίζεται μέσα στη μαύρη τρύπα της απλής μικρής φράσης "Η αγάπη είναι αγάπη".
Ο επιστημονικός λόγος δεν έχει την ευρυχωρία να αποδώσει τη συνάντηση που ονομάζεται "ψυχανάλυση" και που ακολουθεί άλλους νόμους. Αυτό ο θεραπευτής χρειάζεται να το αναγνωρίσει και να παραιτηθεί από μια τέτοια προσδοκία. Μόνο έτσι μπορεί να κατευθύνει τον πελάτη του να προσεγγίσει, π.χ., την αγάπη περνώντας μέσα από τις ποικίλες παρανοήσεις της και να φτάσει στο σημείο να την πει και να την εννοήσει, εφόσον έχει κληθεί να το κάνει.
Όταν η καθοδήγηση του γίνει με τους κανόνες της τέχνης μας, και πάντα εφόσον το λέει η καρδιά του, η παραίτηση από έννοιες και συναισθήματα και σχέσεις έρχεται, ξεπερνώντας την απώλεια και το πένθος, σαν κάθαρση κι ελευθερία. Το "ελεύθερο" και το "μετέωρο" στο οποίο ο Φρόυντ καλεί τους συνειρμούς του ομιλούντος και την προσοχή του ακούοντος πρέπει να εννοηθεί και να πραγματωθεί μέχρι αυτά τα άκρα.
Η θεραπευτική συνομιλία της ψυχανάλυσης είναι ένας δρόμος σκληροτράχηλος, μα υποχρεωτικός προς μια τέτοια ελευθερία.
Η αγάπη είναι αγάπη. Εάν η φράση συνιστά το αφανές καθοδηγητικό νήμα μιας θεραπευτικής συνομιλίας για την αγάπη, ο θεραπευτής χρειάζεται να είναι προετοιμασμένος γι' αυτήν την πορεία, και τούτο σημαίνει ακόμα να είναι εξοικειωμένος με το λόγο της αγάπης ως αγάπης. Ποιος όμως μιλά για την αγάπη ως αγάπη;
[...] μιλώ για την αγάπη
Η φράση έχει λεχθεί. Είναι από ένα στίχο. Βρίσκεται στο ποίημα που λέγεται "Κίχλη" και που έγραψε ο Γιώργος Σεφέρης.
Για τον κοινό νου η τροπή προς την ποίηση αγγίζει τα όρια του σκανδάλου - αν σκανδαλίζεται καν από τίποτα ο κοινός νους. Σκανδάλου, διότι εδώ αναζητούμε την αγάπη όχι μεταξύ τυρού και αχλαδιού αλλά ως θεραπευτές, δηλαδή ως υπεύθυνοι για μια υπόθεση που κάποτε γίνεται ακόμα και υπόθεση ζωής και θανάτου. Επιτρέπεται λοιπόν να επαφιέμεθα σ' έναν ποιητή, που μπορεί μεν να λέει όμορφα λόγια που τα απαγγέλλουμε και τα τραγουδάμε στον ελεύθερο χρόνο μας, που όμως κάπου τους αναγνωρίζουμε το ακαταλόγιστο, τα ανεχόμαστε ποιητική αδεία;
Για απάντηση ας αρκέσει ένας λόγος του ίδιου του Σεφέρη από μια ομιλία του. Εκεί λέει για τον ποιητή: "[...] μοιάζει καταδικασμένος στην αλήθεια, την αλήθεια του, επί ποινή θανάτου. [...] ολοένα παραμερίζει τα στοιχεία που δεν ανταποκρίνονται στο αληθινό που υπάρχει μέσα του".
Τούτο δεν έχει ειπωθεί ποιητική αδεία. Αφορά κάθε μεγάλον της τέχνης. Επάνω στο ίδιο θέμα ο Σεφέρης μνημονεύει τα λόγια ενός νεαρού ζωγράφου για τον Θεόφιλο: "Μα αυτός μας γυρεύει πάρα πολλά• γυρεύει να λέμε όλη την αλήθεια". Αλλού γράφει: "Η δουλειά μου δεν είναι οι αφηρημένες ιδέες, αλλά ν' ακούω τι μου λένε τα πράγματα του κόσμου, να κοιτάζω πώς συμπλέκουνται με την ψυχή μου και με το σώμα μου και να τα εκφράζω".
Αυτή η φράση θα μπορούσε ν' αποδώσει το νόημα του βασικού κανόνα της ψυχανάλυσης πιστότερα από πολλές αναφορές της σχετικής βιβλιογραφίας.
Αναζητώντας την αγάπη στη θεραπευτική συνομιλία βρεθήκαμε στα ίχνη μιας πορείας παράλληλης μ' εκείνη του ποιητή, μιας πορείας όπου παραμερίζονται "τα στοιχεία που δεν ανταποκρίνονται στο αληθινό που υπάρχει μέσα μας", μιας πορείας η οποία με τον τρόπο της "γυρεύει" κι αυτή "να λέμε όλη την αλήθεια".
Και ποιο είναι "το αληθινό που υπάρχει μέσα μας"; Ποια είναι "όλη η αλήθεια"; Το ότι η αγάπη είναι αγάπη. Και κάποιοι στη θεραπευτική συνομιλία εξαναγκασμένοι από την ανάγκη να ειπωθεί ό,τι έχει να ειπωθεί αφήνονται στη μαύρη τρύπα που κόβει τη ζωή τους στα δυο και γυρεύουν την αλήθεια τους, μερικές φορές και "επί ποινή θανάτου".
Ήδη απ' αυτά τα λίγα υποψιαζόμαστε ότι ποίηση και ψυχανάλυση κατοικούν έναν κόσμο κοινό. Όμως αυτό μπορούν και το κάνουν, που θα πει μπορούν και συνομιλούν μεταξύ τους, στο βαθμό που η ποίηση δεν περιορίζεται στην αισθητική και η ψυχανάλυση δεν καθηλώνεται στον ψυχολογισμό.
O κοινός κόσμος για τον οποίο τώρα γίνεται λόγος κοσμείται από τη γλώσσα, εφόσον βέβαια αυτή με τη σειρά της δεν καταντά κώδικας σημαινόντων. O Σεφέρης χαρακτηρίζει το έργο του ποιητή αγώνα: "[...] για να βρει εκείνη τη φωνή που ταυτίζεται [...] με τα πράγματα που θέλει να δημιουργήσει, ή, αν θέλουμε, που δημιουργεί τα πράγματα ονομάζοντας τα. Το ακραίο όριο όπου τείνει ο ποιητής είναι να μπορέσει να πει "γενηθήτω φως " και να γίνει φως".
Αυτό ακριβώς συμβαίνει και στις ευτυχείς στιγμές της θεραπευτικής συνομιλίας - στην ερμηνεία, εκεί που ο λόγος της "γράφει", όπως λέμε, κι ο κόσμος φωτίζεται και ποτέ πια δεν είναι αυτός που ήταν.
Τώρα διακρίνουμε καλύτερα το ζητούμενο νόημα της φράσης "Η αγάπη είναι αγάπη". Η φράση είναι το κάλεσμα της αγάπης, να ονομαστεί και ονομαζόμενη να αληθεύσει. Η αγάπη δεν είναι έννοια και συναίσθημα και σχέση, δεν είναι αυταπάρνηση και φροντίδα και σεξ. Η αγάπη είναι αγάπη. Τούτο θα πει τώρα: Η αγάπη είναι στο όνομα της.
Εάν μια τέτοια εμπειρία μάς είναι ανοίκεια, τούτο οφείλεται στο ότι η αγάπη, ως αγάπη, είναι κάτι πολύ διαφορετικό απ' ό,τι νομίζουμε και οφείλεται ακόμα στο ότι δεν είμαστε εξοικειωμένοι με τα ονόματα, δηλαδή δεν έχουμε μάθει να τα κατοικούμε.
Η δυσκολία να κατοικήσουμε τα ονόματα έγκειται προπάντων στην τάση μας να μένουμε στο άμεσα αντιληπτό. Αυτό, στα πράγματα που αφορούν τον άνθρωπο, είναι η συμπεριφορά. Θεωρούμε άκριτα πως κι η αγάπη δεν μπορεί παρά να είναι μια συμπεριφορά. Όμως δεν είναι. Η αγάπη είναι αγάπη. Δεν ορίζεται από μια στάση ή από πράξεις, δεν αποδεικνύεται και δεν ακυρώνεται από κάτι που κανείς λέει και κάνει.
Δεν είναι η συμπεριφορά αυτό στο οποίο ο άνθρωπος θυσιάζεται. Ο άνθρωπος θυσιάζεται στο λόγο. Κι εδώ ακριβώς αναδεικνύεται η ευγένεια της ψυχαναλυτικής συνομιλίας: Οι όροι της, η ύπτια θέση, η λεγόμενη "αρχή της αποχής", η ελευθερία στην οποία καλούνται οι "συνειρμοί" του λέγοντος και η "προσοχή" του ακούοντος, η απαγόρευση της προσφυγής σε κάποια συμπεριφορά, καθώς μια συμπεριφορά ως "εκδραμάτιση" έχει εδώ χαρακτήρα φυγής, όλ' αυτά τείνουν στον περιορισμό, που θα πει συνάμα στο άνοιγμα στο λόγο - όλ' αυτά εφόσον βεβαίως πάρουμε το έργο της ψυχανάλυσης στα σοβαρά, σοβαρότερα ακόμα κι απ' όσο την έπαιρνε ο ίδιος ο Φρόυντ που τη θεωρούσε πρόβα για την υποτίθεται "πραγματική ζωή". Μόνο όταν πάρουμε την ψυχανάλυση στα σοβαρά θα την ανακαλύψουμε, όπως την ποίηση, ως κάλεσμα για κατοίκηση στα ονόματα.
Ο κοινός κόσμος που πραγματώνεται κάθε φορά όταν συμβαίνει μια πράξη ονομασίας, είτε στη μορφή ενός έργου τέχνης είτε στην έκλαμψη μιας ερμηνείας στο δρόμο της θεραπευτικής συνομιλίας είτε σε ανύποπτες στιγμές στον καθένα μας, είναι το συμβάν της αλήθειας. Θεσπίζει, όπως γράφει ο ιστορικός της μουσικής Θρασύβουλος Γεωργιάδης, "μια κοινότητα εν ονόματι του πραγματικού".
Η πραγματικότητα δεν είναι ο κόσμος του ρεαλιστή που καταλαβαίνει τον εαυτό του μέσα από τη διαχείριση των υποθέσεων του και την ικανοποίηση των αναγκών του. Στην Καταιγίδα του Σαίξπηρ διαβάζουμε: "Είμαστε από υλικό σαν απ' αυτό που είναι φτιαγμένα τα όνειρα κι η μικρή μας ζωή κυκλώνεται από έναν ύπνο".
Ούτε αυτά γράφηκαν ποιητική αδεία.
Ο τίτλος της ομιλίας μου είναι: "Όταν ο ποιητής μαθαίνει στον ψυχαναλυτή την αγάπη". Και γιατί ο ψυχαναλυτής χρειάζεται να μάθει από τον ποιητή; Διότι η ψυχανάλυση δεν είναι δογματική θεωρία και θεραπευτική μέθοδος. Είναι η ίδια, ως προς τον εαυτό της, ένα ζητούμενο. Η ψυχανάλυση αναζητεί τον εαυτό της. Τούτο θα πει: αναζητεί, σ' έναν αφασικό κόσμο, τη δυνατότητα μιας συνάντησης, ενός ακούσματος και μιας ομιλίας. Προς τούτο είναι ανάγκη να στραφεί σ' εκείνους τους λόγους, σ' εκείνα τα έργα που, καθώς γράφει ο Ρεμπώ σε μια επιστολή, βρίσκονται "en avant", προηγούνται. Γι' αυτό ο ποιητής μπορεί να μάθει στον ψυχαναλυτή την αγάπη.
Έτσι φτάνουμε στον Γιώργο Σεφέρη.
Τα ποιήματα του Σεφέρη αναφέρουν την αγάπη συχνά. Μερικά μάλιστα κορυφώνονται σ' αυτήν τη λέξη. Στην προετοιμασία, καλύτερα, στην προδιάθεση η οποία μας καθιστά διατεθειμένους να ακούσουμε το λόγο της αγάπης όχι μόνο με τ' αυτιά αλλά με το νου και με την καρδιά μας χρειάζεται κάτι ακόμα. Το λέει ο ίδιος ο Σεφέρης στο ποίημα με τον τίτλο "Πάνω σ' έναν ξένο στίχο": "Παρακαλώ τον θεό να με συντρέξει να πω, σε μια στιγμή μεγάλης ευδαιμονίας, ποια είναι αυτή η αγάπη ".
Ο λόγος για την αγάπη είναι δυνατός "σε μια στιγμή μεγάλης ευδαιμονίας". Το δυνητικό άκουσμα του από εμάς υπακούει στον ίδιο νόμο. Αφορά εμένα που σας μιλώ, αφορά εσάς που μ' ακούτε. Τόσο ευαίσθητα κι ευπαθή είναι αυτά τα πράγματα, τόσο επαφήμένα στην ώρα που τα φέρνει ή που τα αποκλείει.
Το ίδιο ισχύει για την ψυχαναλυτική συνομιλία. Μόνο που το γνωστό μας "timing" υποβάλλει την πλάνη πως εμείς διαχειριζόμαστε το χρόνο. Και ένα από τα σημαντικότερα που μαθαίνει όποιος περάσει από την ψυχανάλυση είναι ακριβώς να αρμόζεται στα μέτρα του χρόνου, στο τώρα και στο όχι πια και στο όχι ακόμα, στο ήδη από πάντα και στο ποτέ. Όμως εδώ δεν μπορούμε να επεκταθούμε περισσότερο. Ας αρκεστούμε στην αναγνώριση πως το μέλημα μου και το άκουσμα σας, δηλαδή η ανταπόκριση μας στον ποιητικό λόγο της αγάπης, κρίνεται από πράγματα που μας ξεπερνούν, που, καθώς γράφει κάπου ο Ελύτης, "έρχονται απ' αλλού".
Στην περίληψη της ομιλίας μου χρησιμοποιώ για τα ποιήματα του Σεφέρη την έκφραση "ποιητικός λόγος της αγάπης". Εδώ η γενική "της αγάπης" δεν είναι γενική αντικειμενική, η αγάπη δεν συνιστά θέμα και αντικείμενο των ποιημάτων. Πρέπει ν' ακουστεί περισσότερο ως γενική υποκειμενική: τα ποιήματα αυτά είναι λόγια της αγάπης, είναι η αγάπη που μιλά μέσα από τον εαυτό της για τον εαυτό της. Σ' αυτό το μίλημα συντελείται η ονομασία της. Θυσιάζεται.
Βέβαια και αυτό τείνουμε να μην το πάρουμε στα σοβαρά. Αφού ο άνθρωπος είναι που μιλά. Η αγάπη ανήκει στον άνθρωπο. Αυτά λέμε εμείς. Ας δούμε τώρα τι λέει ο Σεφέρης, πού ανήκει η αγάπη. Στο ποίημα "Μνήμη α'" διαβάζουμε για την αγάπη "[...] που ανήκει και στις Σεμνές / καθώς και στον άνθρωπο και στην πέτρα και στο νερό και στο χορτάρι / και στο ζώο που κοιτάει κατάματα το θάνατο που έρχεται να το πάρει".
Η αγάπη δεν ανήκει λοιπόν στον άνθρωπο μόνο. Ανήκει "και στις Σεμνές", έτσι ονομάζονται στον Αισχύλο οι Ερινύες, που έχουν επιφορτιστεί την τιμωρία και την εκδίκηση, ό,τι δηλαδή εμείς θεωρούμε ως το αντίθετο της αγάπης. Σ' αυτό θα επανέλθουμε. Εδώ ας αρκέσει πως ο λόγος της αγάπης έχει μια καταγωγή κι ένα εύρος που δεν το υποψιαζόμαστε: Η αγάπη ανήκει πρώτα στις Σεμνές, κατόπιν στον άνθρωπο, κι ανήκει ακόμα στην πέτρα, στο νερό, στο χορτάρι, στο ζώο που κοιτάει το θάνατο που έρχεται να το πάρει κατάματα.
Αρχίζουμε να υποψιαζόμαστε πώς μπορούν και λέγονται οι στίχοι από το ποίημα "Πάνω σ' έναν ξένο στίχο" που μιλούν για μια αγάπη: "[...] με ακατέλυτο ρυθμό, ακατανίκητη σαν τη μουσική και παντοτινή γιατί γεννήθηκε όταν γεννηθήκαμε και, σαν πεθαίνουμε, αν πεθαίνει δεν το ξέρουμε ούτε εμείς ούτε άλλος κανείς".
Υποψιαζόμαστε πώς μπορεί και λέγεται ο στίχος από το "O Στρατής Θαλασσινός ανάμεσα στους αγάπανθους": "Το πρώτο πράγμα που έκανε ο θεός είναι η αγάπη".
Εκείνος ο δαιμονικός χαρακτήρας που διαφάνηκε στη φράση "η αγάπη είναι αγάπη", εκείνη η μαύρη τρύπα που στην πορεία της ψυχαναλυτικής συνομιλίας αφαιρεί κάθε κράτημα της αγάπης σε μια έννοια, σ' ένα συναίσθημα κτλ. μας αγγίζει και πάλι, αυτήν τη φορά στο λόγο της ποίησης.
Όμως εδώ λέγεται και κάτι ακόμα: Το δαιμονικό της αγάπης που φανερώνεται στον ποιητή "σε μια στιγμή μεγάλης ευδαιμονίας" έγκειται στο ότι η αγάπη δεν είναι του ανθρώπου. Εδώ, στα βάθη του λόγου της αγάπης, αναγνωρίζουμε εκείνο που κάνει την ψυχαναλυτική συνομιλία, την επίσης υποχρεωμένη στην αλήθεια, να μην σταματά στον άνθρωπο, στις έννοιες και στα συναισθήματα του, στις σχέσεις και στη συμπεριφορά του.
Εάν η αγάπη δεν είναι υπόθεση, για να το πω φιλοσοφικά, της ανθρωπολογίας, εάν δεν έχει την αρχή και το τέλος της στον άνθρωπο, τότε με ποιον τρόπο τον αφορά; Κάποτε ο Σεφέρης μετέφρασε μια ρήση του Κινέζου σοφού Μεγκ Τσου. Η ρήση λέει: "Η αγάπη, το γαληνεμένο σπίτι του ανθρώπου".
Εδώ δεν χρειάζεται να καταπιαστούμε με μεταφραστικά ζητήματα, π.χ., από ποια γλώσσα μετέφρασε ο Σεφέρης τη ρήση, ποια κινεζική λέξη φτάνει στα ελληνικά ως αγάπη κτλ. Σημασία έχει πως ο Σεφέρης σ' αυτήν τη μετάφραση αναλαμβάνει τη ρήση ο ίδιος μ' αυτές τις λέξεις. Η αγάπη, το γαληνεμένο σπίτι του ανθρώπου.
Θα τονίσω και πάλι την ανάγκη να ακουστεί η φράση κυριολεκτικά. Ακόμα και όταν δεν την παρακολουθούμε και μας ξεπερνά. Ο άνθρωπος κατοικεί την αγάπη. Πώς μπορούμε να συλλάβουμε αυτήν την κατοίκηση;
"Μιλώ για την αγάπη" γράφει ο Σεφέρης. Αυτό θα πει τώρα: ο ποιητής μιλά για το σπίτι του ανθρώπου, για εκείνο το σπίτι που ανοίγει και τον δέχεται "σε μια στιγμή μεγάλης ευδαιμονίας". Ας ακούσουμε αυτό το μίλημα για να γνωρίσουμε, όσο μας επιτρέπουν τα όρια του βλέμματος και της καρδιάς μας, αυτό το σπίτι, τον κόσμο αυτής της κατοίκησης.
Στο ίδιο ποίημα διαβάζουμε: "όποιος ποτέ του δεν αγάπησε θ' αγαπήσει, / στο φως".
Το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένο "το γαληνεμένο σπίτι του ανθρώπου" είναι το φως.
"Το φως" είναι ο τίτλος του κομματιού από την "Κίχλη" όπου βρίσκονται οι παραπάνω στίχοι. Ακούμε ένα απόσπασμα του απαγγελμένο από τον Γιώργο Σεφέρη:
ΤΟ ΦΩΣ
[...]
Αγγελικό και μαύρο, φως,
γέλιο των κυμάτων στις δημοσιές του πόντου,
δακρυσμένο γέλιο,
σε βλέπει ο γέροντας ικέτης
πηγαίνοντας να δρασκελίσει τις αόρατες πλάκες
καθρεφτισμένο στο αίμα του
που γέννησε τον Ετεοκλή και τον Πολυνείκη.
Αγγελική και μαύρη μέρα
·
η γλυφή γέψη της γυναίκας που φαρμακώνει το φυλακισμένο
βγαίνει απ' το κύμα δροσερό κλωνάρι στολισμένο στάλες.
Τραγούδησε μικρή Αντιγόνη, τραγούδησε, τραγούδησε...
δεν σου μιλώ για περασμένα, μιλώ για την αγάπη
·
στόλισε τα μαλλιά σου με τ' αγκάθια του ήλιου,
σκοτεινή κοπέλα
·
η καρδιά του Σκορπιού βασίλεψε,
ο τύραννος μέσα απ' τον άνθρωπο έχει φύγει,
κι όλες οι κόρες του πόντου, Νηρηίδες, Γραίες
τρέχουν στα λαμπυρίσματα της αναδυόμενης
·
όποιος ποτέ του δεν αγάπησε θ' αγαπήσει,
στο φως
·
[...]

Στο δοκίμιο "Ξεστρατίσματα από τους Ομηρικούς Ύμνους" γράφει ο Σεφέρης:
Μόνο μια φορά, ένα τέλος του φθινοπώρου, μου φάνηκε πως με κεραυνοβόλα ενάργεια πέρασε ο θεός...κοντά μου. Και είπα: "Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός". Ήταν μια εμπειρία που πρέπει να έρχεται πραγματικά σπάνια στη ζωή μας και τη φωτίζει ολόκληρη· δεν μπορεί κανείς ρηματικά να τη μεταδώσει.
Και σ' ένα γράμμα στον φίλο του Γιώργο Κατσίμπαλη με τίτλο "Μια Σκηνοθεσία για την Κίχλη", αναφερόμενος σ' ένα απόσπασμα του Ηράκλειτου:
O ήλιος δεν μπορεί να ξεπεράσει τα μέτρα, ειδεμή θα τόνε βρουν οι Ερινύες που βοηθούν τη Δικαιοσύνη.
Οι Ερινύες θα κυνηγήσουν τον ήλιο, καθώς κυνήγησαν τον Ορέστη
· για σκέψου αυτούς τους λώρους που δένουν τους ανθρώπους με τα στοιχεία της φύσης· αυτή η τραγωδία που είναι συνάμα φυσική και ανθρώπινη, αυτή η οικειότητα. Αν το φως γινότανε ξαφνικά Ορέστης; Είναι τόσο εύκολο, για σκέψου: αν το φως της μέρας και το αίμα του ανθρώπου ήταν το ίδιο πράγμα; Ως πού μπορεί να το αισθανθεί κανείς αυτό;
Το γράμμα επιχειρεί μια ερμηνεία της "Κίχλης", ολοφάνερα με μισή καρδιά. Όταν ο Σεφέρης φτάνει στο σημείο που μας απασχολεί εδώ, στο "Φως", αρνείται να συνεχίσει και συμπληρώνει: "[...] το φως δεν το εξηγεί κανείς, το βλέπει [...]".
Αυτό ας είναι και για μας προειδοποίηση πως υπάρχουν πράγματα που δεν τους αρμόζει η εξήγηση, αυτή η βουβή διαδικασία που βιάζει το κάθε αλλότριο στην προκρούστεια κλίνη των τετριμμένων μας μοντέλων και παραστάσεων.
Η φράση του Σεφέρη είναι ένα κάλεσμα και για μας εκεί που πρέπει να εξηγούμε λιγότερο και ν' ανοίξουμε τα μάτια μας περισσότερο.
Το ποίημα δεν είναι άψυχο κείμενο, είναι ομιλούμενη γλώσσα, είναι "ανάσα", για να χρησιμοποιήσω μια λέξη προσφιλή στον Σεφέρη. Όπως ένα μουσικό κομμάτι γίνεται υπαρκτό και πραγματικό μόνο στην εκτέλεση, έτσι και το ποίημα μιλά μόνο απαγγελλόμενο. Γι' αυτό ας ακούσουμε τον πρώτο στίχο άλλη μια φορά: "Αγγελικό και μαύρο, φως". Τι μας λέει αυτή η ανάσα; Είναι μια φωνή ήσυχη και βαθιά, προφέρει τις λέξεις με προσοχή, αφήνει στην κάθε μια όλο το βάρος του λεγομένου της. Μας πείθει. "Αγγελικό και μαύρο, φως". Ακούτε με τι οικειότητα, με τι καρδιά λέγονται αυτά τα αλλόκοτα λόγια, πώς τα λέει ο ποιητής τους και τα εννοεί, όπως δεν θα το κατάφερνε ο καλύτερος ηθοποιός με την τελειότερη άρθρωση.
Οι λέξεις "αγγελικό και μαύρο" μας είναι γνωστές σαν αντίθετα: το αγγελικό παραπέμπει στο φωτεινό και ουράνιο, το μαύρο στο σκοτεινό και χθόνιο.
"Αγγελικό και μαύρο, φως". Οι λέξεις ειπωμένες από τον Σεφέρη δεν έχουν τίποτα το αντιθετικό, καμιά αντιπαλότητα δεν τις εναντιώνει μεταξύ τους, τις ακούμε και λέμε ναι, το φως, αγγελικό και μαύρο!
Εδώ το "και" δεν το ακούμε και δεν το επαναλαμβάνουμε ως συνδετικό αλλά ως επεξηγηματικό: αγγελικό, δηλαδή μαύρο. Το ότι δεν καταλαβαίνουμε δεν είναι, δεν πρέπει ποτέ να είναι λόγος αρκετός για ν' αμφισβητήσουμε αυτό που ακούσαμε. Μόνο όταν πάρουμε απόσταση από τη ζωντανή γλώσσα, όταν αγνοήσουμε το μίλημά της, όταν επιμείνουμε να καταλάβουμε, θα παραστήσουμε τα φίλια ως αντίθετα, θα μείνουμε καθηλωμένοι στη μεταξύ τους αντιπαλότητα και σύγκρουση.
Η δουλειά μας έχει το σπάνιο προνόμιο να αφορά τη ζωντανή γλώσσα, να είναι στη φύση της συνομιλία. Όμως για να επαρκέσουμε ως συνομιλητές, χρειάζεται να ακούμε. Και για να ακούμε χρειάζεται πολλές φορές να πάψουμε να σκεφτόμαστε, να πάψουμε να καταλαβαίνουμε.
"Αγγελικό και μαύρο, φως". Έτσι ακούμε και το "δακρυσμένο γέλιο", ακούμε τους αδελφικούς εχθρούς, τον Ετεοκλή και τον Πολυνείκη στο φως, κυριολεκτικά στο φως του αίματος του Οιδίποδα, του πατέρα τους.
Επεκτάθηκα και ο χρόνος δεν μου επιτρέπει να μείνω στο ποίημα όσο θα του έπρεπε. Θα έρθω κατευθείαν σ' εκείνη τη μορφή στην οποία αποτεινόμενος ο Σεφέρης λέει "μιλώ για την αγάπη". Είναι η Αντιγόνη.
Η ομιλία μας, είτε το ξέρουμε είτε όχι, είτε το θέλουμε είτε όχι, είναι πάντα συνομιλία. Και κάθε φορά αποτεινόμαστε σ' εκείνο το εσύ το οποίο είναι μιλητό, δηλαδή ανοιχτό για να του μιλήσουμε. Στο ποίημα μας το μιλητό εσύ για την αγάπη ονομάζεται Αντιγόνη.
Στην τραγωδία του Σοφοκλή η Αντιγόνη, σε μια στιχομυθία με τον Κρέοντα, αρνείται ν' αφήσει τον νεκρό αδελφό της κι εχθρό του Κρέοντα Πολυνείκη δίχως τις πρέπουσες νεκρικές τιμές: "ούτοι συνέχθειν, άλλα συμφιλείν εφυν".
Η Αντιγόνη μιλά για τη φύση της, εφυν, για το πρώτο που την καθορίζει. Τούτο είναι το συμφιλείν, η απόρριψη της εχθρότητας, της μεροληψίας, η ανοικτότητα, η δεκτικότητα για τα πάντα. Δεν είναι στοιχείο του χαρακτήρα της αλλά η ανάληψη εκ μέρους της της αγάπης, την οποία οφείλει να προασπιστεί "επί ποινή θανάτου". Αυτή η Αντιγόνη είναι το μιλητό εσύ του τωρινού ποιητικού λόγου της αγάπης, σ' αυτήν μπορεί να ειπωθεί το "μιλώ για την αγάπη".
Το σπίτι το οποίο συν-κατοικούν τα πράγματα του κόσμου φίλια μεταξύ τους βρίσκει στον Σεφέρη το όνομα αγάπη. Σ' αυτό το σπίτι: "η καρδιά του Σκορπιού βασίλεψε, / ο τύραννος μέσα απ' τον άνθρωπο έχει φύγει, / κι όλες οι κόρες του πόντου, Νηρηίδες, Γραίες /τρέχουν στα λαμπυρίσματα της αναδυομένης".
Σε μια τέτοια γιορτή καλεί την Αντιγόνη ο ομιλών με τους στίχους: "στόλισε τα μαλλιά σου με τ' αγκάθια του ήλιου, / σκοτεινή κοπέλα".
Γιατί η γιορτή της αγάπης θυμίζει θάνατο; Γιατί ο ήλιος αυτής της μέρας έχει αγκάθια; Γιατί η κοπέλα πρέπει να στολίσει τα μαλλιά της με τέτοιες ακτίνες, με τέτοιο αγκάθινο στεφάνι; Η "σκοτεινή κοπέλα"; Να γίνει "ζήτημα" ενός τέτοιου "φωτός"; "Αγγελικού και μαύρου";
Διότι η μορφή η χρεωμένη αυτήν την αγάπη πρέπει να πει "όχι" στους άλλους που δεν είναι της μοίρας τους να μοιραστούν, να συν-χωρέσουν το ανοικτό της. Η μορφή, στο όνομα της Αντιγόνης, λέει το "όχι" στον Κρέοντα, στο όνομα της Αρετούσας, η οποία, σύμφωνα με μια σημείωση του Σεφέρη, υποδηλώνεται στη "γλυφή γέψη της γυναίκας που φαρμακώνει το φυλακισμένο" και "βγαίνει απ' το κύμα δροσερό κλωνάρι στολισμένο στάλες", θα το πει στους γονείς της, τον Ηράκλη και την Αρτέμη, βασιλιά και βασίλισσα της Αθήνας, που εξόρισαν τον Ερωτόκριτο και την προστάζουν να παντρευτεί τον ρήγα του Βυζαντίου.
Το "όχι" της Αρετούσας και της Αντιγόνης δεν είναι περιστασιακό. Η αγάπη αυτή πάντα θα βρίσκει μπροστά της έναν Κρέοντα, έναν Ηράκλη και μια Άρτεμη, θα βρίσκει έναν "τύραννο", έξω ή "μέσα στον άνθρωπο" και πάντα θα πρέπει να τους πει το "όχι", "επί ποινή θανάτου".
Η αγάπη σ' αυτό το "όχι" είναι που πραγματώνεται, σ' αυτό ονομάζεται, γιορτάζεται. Ευτυχία και δυστυχία είναι πολύ στενόκαρδα πράγματα για ν' αποδώσουν ό,τι εδώ παίζεται. Εδώ θάνατος και γιορτή, Άδης και Διόνυσος είναι ένα. Θα το ακούσουμε σε λίγο από τον πρώτο διδάξαντα, τον Ηράκλειτο.
Το ένα το οποίο, στο όνομα της αγάπης, σ' αυτήν τη διόλου παραδεισένια αλλά τραγική φιλότητα, συν-χωρεί τα πάντα, χαρίζει στην αγάπη το "ακατέλυτο", το "ακατανίκητο" και το "παντοτινό" της, το ότι είναι "το πρώτο πράγμα που έκανε ο θεός". Σ' αυτό το ένα, στο εν, στο ενούν εν, πλανιέται το "γαληνεμένο σπίτι του ανθρώπου".
Η αγάπη λέει δια στόματος Ηρακλείτου: "εν πάντα". Το εν πάντα δεν είναι φιλοσοφική θέση αλλά λόγος της αγάπης.
O Ηράκλειτος μιλάει ο ίδιος σ' ένα άλλο ποίημα του Σεφέρη με τον τίτλο "Μνήμη Β'" και υπότιτλο "Έφεσσος". Καθώς γι' αυτό, όσο γνωρίζω, δεν υπάρχει δημοσιευμένη απαγγελία του Σεφέρη, θα σας διαβάσω ένα απόσπασμα του εγώ. Λέει λοιπόν ο Ηράκλειτος:
[...]
Είναι παντού το ποίημα. Η φωνή σου
καμιά φορά προβαίνει στο πλευρό του
σαν το δελφίνι που για λίγο συντροφεύει
μαλαματένιο τρεχαντήρι μες στον ήλιο
και πάλι χάνεται. Είναι παντού το ποίημα
σαν τα φτερά του αγέρα μες στον αγέρα
που άγγιξαν τα φτερά του γλάρου μια στιγμή.
Ίδιο και διάφορο από την ζωή μας, πώς αλλάζει
το πρόσωπο κι ωστόσο μένει το ίδιο
γυναίκας που γυμνώθηκε. Το ξέρει
όποιος αγάπησε
· στο φως των άλλων
ο κόσμος φθείρεται· μα εσύ θυμήσου
Άδης και Διόνυσος είναι το ίδιο.
Το προηγούμενο ποίημα λέει "μιλώ για την αγάπη". Ονομάζει την αγάπη. Το τωρινό ποίημα λέει "Το ξέρει όποιος αγάπησε". Μιλά γι' αυτόν που αγάπησε και ξέρει.
Όσα προηγήθηκαν δεν μας επιτρέπουν να φανταστούμε το "ξέρει" ούτε σαν άναρθρη συναισθηματική εμπειρία ούτε σαν εννοιολογική γνώση. Το "ξέρω" θα πρέπει να το ακούσουμε περισσότερο μέσα από την πρώτη μορφή του ρήματος, "ξεύρω", που έρχεται από το εκ- και τον αόριστο του αρχαίου "εύρίσκω","εύρον". "Το ξέρει" θα πει τότε: το έχει βρει, το έχει δει, τον έχει σημαδέψει.
Αυτό που ξέρει όποιος αγάπησε είναι ο νόμος που διατυπώνεται στα λόγια του Ηράκλειτου: "εν πάντα".
Σε πρώτη ματιά κανείς θα νόμιζε πως εδώ ο ποιητής μιλά για το ποίημα, για κάτι που ενδιαφέρει τους ποιητές, όχι εμάς. Όμως δεν αναφέρεται στους ποιητές. Αναφέρεται σε "όποιον αγάπησε". Αυτός "το ξέρει". Και το ποίημα δεν είναι στις ποιητικές συλλογές. Σ' αυτές είναι τα ποιήματα. "Το ποίημα", το λέει δύο φορές, "είναι παντού". Θυμόμαστε τα λόγια του Σαίξπηρ: "Είμαστε από υλικό σαν αυτό που είναι φτιαγμένα τα όνειρα...".
"Το ποίημα είναι παντού" θα πει: το ποίημα ονομάζει έναν τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται τα πράγματα του κόσμου, ονομάζει έναν τρόπο παρουσίας, έναν τρόπο που κάνει κάτι να παρουσιάζεται "ίδιο και διάφορο από τη ζωή μας". O τρόπος αυτός είναι όπως "[...] αλλάζει το πρόσωπο κι ωστόσο μένει το ίδιο γυναίκας που γυμνώθηκε".
"Στο φως των άλλων", που δεν το ξέρουν γιατί δεν αγάπησαν, το γύμνωμα γίνεται αντιληπτό στην αφαίρεση των ενδυμάτων, στην αλλαγή, στο πριν της ντυμένης γυναίκας και στο τώρα της γυμνής. Στο φως τους "ο κόσμος φθείρεται" με την εμπλοκή στα αντίθετα, στο πριν και στο τώρα, στο ντυμένο και στο γυμνό κορμί, στην επιθυμία και στην εκπλήρωση.
"Όποιος αγάπησε" θα δει τα πάντα στο πρόσωπο της: "πώς αλλάζει κι ωστόσο παραμένει το ίδιο". Κι αυτό επίσης είναι κάτι που "δεν το εξηγεί κανείς, το βλέπει". Βλέπει όχι εκείνο που απλώς αλλάζει μα εκείνο που "αλλάζει κι ωστόσο παραμένει το ίδιο". Αυτό το "ίδιο και διάφορο από τη ζωή μας" εδώ ονομάζεται: "το ποίημα". Και "είναι παντού". Το ποίημα ονομάζει τη ζωή μας γυμνή.
"Η γύμνια ολόκληρης της ζωής" γράφει ο Σεφέρης στο τελευταίο του ποίημα. "Καμιά φορά", "σε μια στιγμή μεγάλης ευδαιμονίας", η φωνή του ποιητή συμ-φωνεί με "το ποίημα". Το έργο αυτής της συμ-φωνίας είναι ένα ποίημα. "Είναι παντού το ποίημα. Η φωνή σου / καμιά φορά προβαίνει στο πλευρό του".
Ένα ποίημα ομο-λογεί, για να μείνω σε λέξεις του Ηράκλειτου, ομο-λογεί το ποίημα, που είναι παντού, και που στον Ηράκλειτο ονομάζεται "λόγος".
Η σχέση λόγου και ομο-λογίας συνιστά όμως και τον ακρογωνιαίο λίθο της θεραπευτικής συνομιλίας. O νόμος της διέπει την ερμηνεία, εφόσον αυτή πραγματωθεί ως ομο-λογία του λόγου που κάθε φορά θέλει να έρθει σε λόγο.
Η ερμηνεία δεν είναι πρωταρχικά έργο του θεραπευτή. Είναι έργο της αγάπης.
Από εδώ, από τον Ηράκλειτο, με την καθοδήγηση του Σεφέρη, ο ποιητής μπορεί να μάθει στον ψυχαναλυτή και αυτό. Διότι ενδεχομένως η συνάντηση που αρμόζει στη θεραπευτική συνομιλία, στις στιγμές που συμβαίνει αληθινά, αλλά και σ' αυτές που προετοιμάζεται, αλλά και σ' αυτές που λείπει, αυτή η συνάντηση είναι ένα "ίδιο και διάφορο από τη ζωή μας", ένα γύμνωμα κι αυτή, όπου κάποιος, το πρόσωπο του, "αλλάζει / [....] κι ωστόσο παραμένει το ίδιο".
Το ξέρει όποιος αγάπησε.

Απο το ''Εργα τεχνης και θεραπειας''


Επανω στην ακροαση και την εκφορα του λογου  [PDF]


Ο τραγουδιστης πρεπει [...] να τραγουδα σαν απλως να μιλουσε‛ ομως συναμα πρεπει να μιλα σαν απλως να τραγουδουσε. Το πρωτο απελευθερωνει απο την υλικοτητα του τονικου ογκου‛ το δευτερο απο μια παθητικα φορτισμενη δηλωση: μια φαινομενικα αντιφατικη διατυπωση‛ το πραγματικο μονο με παραδοξολογιες αποδιδεται, μη παραδοξο ειναι μονο το νατουραλιστικο.
Θρασυβουλος Γεωργιαδης, Schubert

Ενα τραγουδι του Leonhard Cohen:
I can't forget
I stumbled out of bed. I got ready for the struggle
I smoked a cigarette and I tightened up my gut
I said this can't be me, must be my double
and I can't forget, I can't forget,
I can't forget but I don't remember what
Καταρχην το ακουμε σε μια ερμηνεια των Pixies. Το τραγουδι κυριαρχειται απο τον ρυθμο. Το μονοτονο μπασο του ισοπεδωνει τις λεξεις και τα νοηματα τους: τις κανει μονο λεξεις, "λογια", αξεσουαρ του ρυθμου. Περνανε απο μπροστα σου σαν τροχοι που αποσπαστηκαν απο την αμαξα και συνεχιζουν να κυλανε μονοι τους για το πουθενα.
Αυτη η γλωσσα ειναι πιασμενη σε εναν ναρκισσιστικο, αυτοερωτικο μονολογο. Δεν φτανει στα αυτια και στα ματια του αλλου. Αποκλειει καθε συνομιλια.
Και τωρα η εκτελεση του
Cohen. Ο Cohen δεν τραγουδα. Αφηγειται. Εδω οι λεξεις δεν ειναι αξεσουαρ αλλα - μιλανε οι ιδιες. Τραγουδανε λεγοντας τον εαυτο τους. Ο λογος ειναι σκηνικος: Ακους και ακουγοντας βλεπεις τα λεγομενα.
Αυτη η γλωσσα ειναι η γλωσσα της συνομιλιας: Η σκηνη που στηνεται απο τα λεγομενα μπορει να γινει τοπος κατοικησης, συν-κατοικησης των συνομιλουντων.

Απο τον "Ερωτοκριτο"
Ο Νικος Ξυλουρης, οσο γνωριζω, ηχογραφησε αποσπασματα του "Ερωτοκριτου" καταρχην το 1970. Τεσσερα χρονια αργοτερα εκανε μιαν αλλη ηχογραφηση, σε ενορχηστρωση του Χριστοδουλου Χαλαρη.
 
Ήκουσες Αρετούσα μου τα θλιβερά μαντάτα
Ο κύρης σου με ξόρισε στης ξενιτιάς τη στράτα
Τέσσερις μέρες μοναχά μου ‘δωκε να ανιμένω
κι απόκεις να ξενιτευτώ πολλά μακριά να πιένω
Και πως θα σ' αποχωριστώ και πως θα σου μακρύνω
Και πως θα ζήσω δίχως σου τον ξορισμόν εκείνο
Κατέχω το κι ο κύρης σου γρήγορα σε παντρεύει
Ρηγόπουλο αφεντόπουλο σαν είσαι εσύ γυρεύει
Και δεν μπορείς να αντισταθείς στα θέλουν οι γονείς σου
Νικούν τηνε την γνώμη σου κι αλλάζει η όρεξη σου
Μια χάρη αφέντρα σου ζητώ κι εκείνη θέλω μόνο
Και μετά κείνη ολόχαρος την ζήση μου τελειώνω
Την ώρα π' αρραβωνιαστείς να βαριαναστενάξεις
Κι όντε σα νύφη στολιστείς σαν παντρεμένη αλλάξεις
Να αναδακριώσεις και να πεις Ρωτόκριτε καημένε
τα σου ‘ταξα ελησμόνησα τα 'θελες μπλιό δεν ενε
Και κάθε μήνα μια φορά μέσα στην κάμαρα σου
Λόγιαζε τα 'παθα για σε να με πονεί η καρδιά σου
Και πιάσε και τη ζωγραφιά που βρες στ' αρμάρι μέσα
Και τα τραγούδια που 'λεγα κι οπού πολύ σ' αρέσα
Και διάβαζε τα θώριε τα κι αναθυμού και μένα
Πως με ξορίσανε για σε πολλά μακριά στα ξένα
Κι οντε σου πουν κι απόθανα λυπήσου με και κλάψε
Και τα τραγούδια που ‘βγαλα μες την φωτιά τα κάψε

[συνεχεια 1970]
Κι ας τάξω ο κακορίζικος πως δε σ' είδα ποτέ μου
Ενα κερί αυτούμενο εκράτου κι έσβησε μου
Κι ας τάξω ο κακορίζικος ποτέ μου πως δε σ' είδα
Γιατι για να παρθουμε ναι δεν το 'χε γραψει η μοιρα
Λησμονησε παντοτεινα και διωξε καθ' ελπιδα
Και πε πως δε με γνωρισες κι ουτε κι εγω πως σ' ειδα
[συνεχεια 1974]
Όπου κι αν πάω κι αν βρεθώ κι ότι καιρό κι αν ζήσω
Τάσσω σου άλλη να μη δω ούτε να αναντρανίσω
Κι ας τάξω ο κακορίζικος πως δε σ' είδα ποτέ μου
Ενα κερί αυτούμενο εκράτου κι έσβησε μου
Καλιά 'χω εσέ με θάνατο παρά άλλη με ζωή μου
Για σένα εγεννήθηκε στον κόσμο το κορμί μου

Η εκτελεση του 1970
 
Ως γνωστο ο πρωτος στιχος του "Ερωτοκριτου" μιλα για "του κυκλου τα γυρισματα". Το προτυπο τετοιων κυκλων ειναι βεβαια τα φυσικα φαινομενα - η εναλλαγη μερας και νυχτας, των φεγγαριων, των εποχων, της γεννησης και του θανατου. Χαρακτηριστικο αυτων των κυκλων ειναι, για να το πω απλα, οτι δεν μας ρωτανε. [Μονο στην χριστιανικη παραδοση αναφερεται οτι στην πολιορκια της Γαβαων, για να προφτασουν οι Ισραηλιτες να εκπορθησουν την πολη, ο θεος εκανε ηλιο και σεληνη να μεινουν ακινητοι για μια ολοκληρη μερα. (Ιησους του Ναυη, 10, 12-13)]
Οι κυκλοι της φυσης αγνοουν τα ανθρωπινα, οπως αυτο:
Ο Απρίλης με τον Ερωτα χορεύουν και γελούνε,
[...]
όποιος πεθάνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει.
Η φυση ειναι απ-ανθρωπη. Μαζι και η μουσικη που δενει οσο λιγα πραγματα τον ανθρωπο με τη φυση: Τοσο η αρχαια, οσο και η δημοτικη μουσικη, αλλα και το τραγουδι του "Ερωτοκριτου", προχωρανε με τετοιους κυκλους, δηλαδη επαναληψεις ρυθμικων και μελωδικων σχηματων που δεν παιρνουν διολου υποψη τους το υποκειμενικο - νοηματικο - συναισθηματικο περιεχομενο των λεγομενων. Αιφνης τα συμβαντα που εξιστορουνται στο τραγουδι, και που ειναι κυριολεκτικα γραμμενα απο οδυνη, αδονται χωρις καμια συμμετοχη του τραγουδιστη, με τον ιδιο τροπο με τον οποιο δεν συμμετεχει ο ηλιος και το φεγγαρι που περναν απο πανω τους, τα ιδια καθε μερα και καθε νυχτα.
 
 
Η διασκευη του 1974
Η διασκευη του Χαλαρη εχει κατι απο οπερα. Η μουσικη εχει γινει μαλακη, μαλθακη, σαν "ελαφρο ελληνικο τραγουδι". Υπαρχουν συναισθηματικα φορτισμενες λεξεις και φρασεις που εκτελουνται εμφατικα. Τα γυρισματα του κυκλου εχουν θαμπωσει. Δεν μιλα η ηλιος και το φεγγαρι αλλα η ανθρωπινη εσωτερικοτητα με τις εγνοιες και με τα παθη της.
 

Η πόλις των αρχαίων και η σημερινή κατοίκηση τον ανθρώπου επάνω στη γη


Στη διαφάνεια προβάλλεται μια κατασκευή από ακρυλικό, αλουμίνιο και ξύλο, έργο του ζωγράφου Γιώργου Μόκαλη, με τον τίτλο «Θέα». Μας αντικρίζει και μιλά τη δική της άφωνη γλώσσα. Θα συνοδεύει όσα έμφωνα ακολουθήσουν.
Κυρίες και κύριοι, οι δρόμοι μας, αυτοί που ο καθένας μας πήρε από κει που ξεκίνησε, σήμερα το βράδυ μας έφεραν και μας συγκέντρωσαν σ' αυτόν το χώρο. O καθένας μας πέρασε από γειτονιές και πλατείες, από δρομάκια και λεωφόρους, πέρασε περπατώντας, με το αυτοκίνητο, με το λεωφορείο, με το μετρό. Διαδρομές που τις έχουμε ξανακάνει πηγαίνοντας σε μια άλλη συνάντηση, φεύγοντας από μια άλλη συνάντηση, διαδρομές που μας κάλεσαν και μας απέτρεψαν, που ανταποκριθήκαμε και αποφύγαμε, που μας σημάδεψαν και μείναν αδιάφορες, διαδρομές που άνοιξαν δρόμους και που κατέληξαν σε αδιέξοδα.
Οι δρόμοι που περάσαμε σήμερα ερχόμενοι κατά δω είναι γεμάτοι από τέτοια σημάδια. Δοκιμάστε να τα φέρετε για λίγο και πάλι στο νου σας.
Όλα αυτά δεν χάθηκαν. Τίποτα δεν χάθηκε. Είναι εδώ, είναι ανάμεσα μας, είναι συγκεντρωμένα στον αέρα αυτού του χώρου και αυτής της συνάντησης.
Υπάρχει ένα όνομα που θα μπορούσε να εκφράζει αυτήν τη συνάντηση, με όλα όσα σήμερα συναντώνται εδώ, να τη συλ-λέγει στη λέξη του. Το όνομα θα ήταν «πόλη».
Τότε η πόλη θα κρατούσε στο όνομα της περισυλλεγμένα τα πάντα και θα απέδιδε στον καθένα αυτό που του ανήκει. Η πόλη θα ήταν ένα όνομα για τη συνάντηση όλων των συναντήσεων, όχι κάτι αφηρημένο και γενικό αλλά κάτι που θα πραγματώνονταν κάθε ώρα και κάθε στιγμή, πάντα διαφορετικό και πάντα το ίδιο, στην κάθε συνάντηση. Παραδείγματος χάριν, εδώ και τώρα.


Συνεχεια

''Μανιφεστο''

''Μανιφεστο'' της Ελληνικής Εταιρείας Φαινομενολογικής-Υπαρξιακής Ανάλυσης και Ψυχοθεραπείας


Η Εταιρεία ιδρύθηκε αρχές του 2004. Αποτελεί μετεξέλιξη μιας ομάδας μελέτης που υφίσταται τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια. Είναι συνδεδεμένη με την "International Federation of Daseinsanalysis".

Η κατεύθυνση της Εταιρείας προέρχεται από την ψυχανάλυση. Διατηρεί το πλαίσιο και τους βασικούς όρους της φροϋδικής πρακτικής, όμως δεν εκπροσωπεί το θεωρητικό της υπόβαθρο και την αντίστοιχη θεραπευτική τεχνική.

Ο ορίζοντας των αναφορών της διαμορφώνεται στην διαρκή συνομιλία με νοητές και ποιητές των αρχαίων και των νεωτέρων χρόνων: Martin Heidegger, Ludwig Wittgenstein, Προσωκρατικοί, αρχαίοι Λυρικοί και Τραγωδοί, Friedrich Hoelderlin, Paul Celan, Θρασύβουλος Γεωργιάδης, σύγχρονοι δάσκαλοι του Ζεν κ.α.

Η αντίστοιχη θεραπευτική στάση ακολουθεί τον δρόμο των μεγάλων παραδόσεων της Δύσης και της Ανατολής που βλέπουν την σχέση του ανθρώπου με τον εαυτό του και τον κόσμο στο παιχνίδι αλήθειας και πλάνης. Έχει χαρακτήρα "παιδείας", όπως την εννοούσε ο Πλάτωνας: "Περιαγωγή όλης της ψυχής". Χαρακτηρίζεται από τα εξής:

- Αντί για την αναφορά στο "φυσιολογικό" και την επιδίωξη καλύτερης "ισορροπίας" καλεί τον πρόθυμα διακείμενο στην ελευθερία: Ανοίγουν τα μάτια του, η γλώσσα και τα χέρια του λύνονται, η ζωή του πλουτίζει.

- Αντί για το καθιερωμένο οπλοστάσιο του θεραπευτή (μοντέλα, μέθοδοι, τεχνικές) απλώνεται σε μια ευρύτητα βλέμματος, καρδιάς και νου, που τού δόθηκε σαν χάρισμα και διαμορφώθηκε κατά την μαθητεία του.

- Αντί για τον μονόλογο του "ειδικού" και "υγιούς" με τον "ασθενή" και "ανίδεο" αποτολμά την συνομιλία, στην οποία και μόνο γίνονται οι συμμετέχοντες αυτό που είναι: Ο ένας θεραπευτής, δείχνοντας τον δρόμο, ο άλλος πελάτης, προσ-πελάζοντας τον εαυτό του.

- Αντί για τις εκ των υστέρων κατασκευές μιας "ερμηνείας" κορυφώνεται στην πράξη της ονομασίας: Καταμεσής στο βουβό, στο συγκεχυμένο, στο ταραγμένο αναλάμπει το όνομα, το πράγμα ξεκαθαρίζει και παίρνει μορφή, ησυχάζει σε μια πρωτόγνωρη καθαρότητα.

- Αντί για την παράσταση του υποκειμένου που παραπατάει διχασμένο ανάμεσα στο "μέσα" και στο "έξω", είναι λογοδοσμένη στον άνθρωπο που κατοικεί τον κόσμο, μένει στα πράγματα, δοκιμάζεται στην πραγματικότητα.

PDF

''Μανιφεστο'', Διευκρινισεις

Η αντίστοιχη θεραπευτική στάση ακολουθεί τον δρόμο των μεγάλων παραδόσεων της Δύσης και της Ανατολής που βλέπουν την σχέση του ανθρώπου με τον εαυτό του και τον κόσμο στο παιχνίδι αλήθειας και πλάνης.

"Αλήθεια" και "πλάνη" εννοούνται σε αυστηρή αναφορά προς την πραγματικότητα και τους νόμους που την διέπουν. Ένα άλλο όνομα για την αλήθεια είναι η καθαρότητα του βλέμματος και του λόγου. Ένα άλλο όνομα για την πλάνη είναι η σύγχυση.

Παράδειγμα

Ο άνθρωπος που έχει μείνει προσκολλημένος σε τρόπους που οικειοποιήθηκε σαν παιδί, αγνοεί το όχι-πια του παρελθόντος του. Το ζει σαν να ήταν παρόν.

Έχει χαρακτήρα "παιδείας", όπως την εννοούσε ο Πλάτωνας: "Περιαγωγή όλης της ψυχής".

Αυτός που έρχεται δεν θεωρείται σαν τίποτα λιγότερο (π.χ. νευρωτικός, άντρας/γυναίκα, καλός/κακός κλπ.) από άνθρωπος, δηλαδή μια κάθε φορά ιδιαίτερη συγκέντρωση του παντός [1] [2] [Κυριακη στο κρεβατι...], στο οποίο και καλείται αυτός, ο καταρχήν πλανημένος μέσα σε εγκλωβισμούς και σε σύγχυση, να ανοίξει (αλήθεια).

Παράδειγμα

[Πρόκειται να λείψει λόγω μιας επέμβασης]

- Δηλαδή θα ξαναρθείτε στις... Ή μήπως όχι ακόμα;

- Ε, αλίμονο και να μην έρθω μέχρι τότε ... Εκτός κι αν έχω πεθάνει.

- Και νομίζετε πως αυτό είναι δικαιολογία για να μην έρθετε;

- Τι λέτε τώρα; Κι οι πεθαμένοι έρχονται σ' εσάς;

- Και βέβαια!

Παράδειγμα

- Έτσι κι αλλιώς όλα είναι μάταια...

- Φαντάζομαι πως αυτό είναι ένα οικείο φως που βλέπετε τα πράγματα του κόσμου σας.

- Ναι. Και δεν ξέρω από πού να το πιάσω.

- Και δεν μπορείτε να το πιάσετε από πουθενά. Είναι σαν κάποιος που φοράει μαύρα γυαλιά, να ψάχνει να βρει κάτι άσπρο τριγύρω.

Παράδειγμα

- Γιατί δε με βοηθάτε; Θέλετε να πεθάνω απ' τον φόβο μου;

- Ναι.

[Μετά από μικρή σιωπή:]

- Είναι σα ν' ανοίξατε μια πόρτα και να μπήκε μέσα αέρας.

Παράδειγμα

- Θα χάσω τη ζωή μου χωρίς νά 'χω ζήσει και χωρίς νά 'χω πεθάνει.

Αντί για την αναφορά στο "φυσιολογικό" και την επιδίωξη καλύτερης "ισορροπίας" καλεί τον πρόθυμα διακείμενο στην ελευθερία: Ανοίγουν τα μάτια του, η γλώσσα και τα χέρια του λύνονται, η ζωή του πλουτίζει.

Το λεγόμενο "φυσιολογικό" ορίζεται μέσα από ένα είδος "ισορροπίας". Όμως για "ισορροπία" μιλάμε εκεί που υπάρχουν δύο αντιτιθέμενα, εκεί δηλαδή που συμβαίνει μια σύγκρουση. Το "παθολογικό", η διαταραγμένη ισορροπία και η σύγκρουση παν χέρι-χέρι. Στην ισορροπία του "φυσιολογικού" η σύγκρουση δεν καταργείται. Μένει απλά περίπου ισόπαλη, τα αντιτιθέμενα είναι ισοδύναμα.

Η σύγκρουση λύνεται αληθινά μόνο όταν τα αντιτιθέμενα χάσουν το έδαφός τους, όταν δηλαδή το πεδίο της μάχης τους φύγει κάτω από τα πόδια τους.

Παράδειγμα

Μια γυναίκα που στην δουλειά της είναι υπερφορτωμένη. Τής μιλούν δύο φωνές. Η μία διαμαρτύρεται, λέει "Δεν μπορώ!". Η άλλη λέει "Δεν έχει 'δεν μπορώ'!": Σύγκρουση!

Το κοινό έδαφος είναι η ηθική αξιολόγηση, το τι θα πουν οι άλλοι, όπου οι δυο φωνές είναι αντίστοιχα η κακή, καθότι απορριπτέα από τον κόσμο, και η καλή, που προσβλέπει στο "Μπράβο!".

Η λύση: "καλό" και "κακό" παύουν να είναι θέμα. Μένει η παραμονή στα πράγματα, στην εκτίμηση της κατάστασης και μόνο, όπου το "δεν μπορώ" ή το "μπορώ" είναι αυτό που συμβαίνει και τίποτ' άλλο.

Η εδώ εννοούμενη ελευθερία είναι ένα τέτοιο ξεκαθάρισμα, απελευθέρωση από δεσμεύσεις αλλότριες και άνοιγμα στα ίδια τα πράγματα, ώστε π.χ. ο φόρτος εργασίας να μένει φόρτος εργασίας.

Αντί για το καθιερωμένο οπλοστάσιο του θεραπευτή (μοντέλα, μέθοδοι, τεχνικές) απλώνεται σε μια ευρύτητα βλέμματος, καρδιάς και νου, που τού δόθηκε σαν χάρισμα και διαμορφώθηκε κατά την μαθητεία του.

Το "οπλοστάσιο" υπαγορεύει στον θεραπευτή "τι να σκεφτεί και τι να κάνει". Τον περιορίζει σε μια λιγότερο ή περισσότερο χειριστική στάση επίλυσης προβλημάτων.

Η απαιτούμενη ευρύτητα τον ελευθερώνει προς μια αληθινά "ελεύθερα μετέωρη προσοχή" που τού επιτρέπει ν' ακούει και να μιλά όχι με τ' αυτιά και το στόμα και το κεφάλι του αλλά όλος: Συν-κινείται, ακούει όλος και μιλά όλος.

Παράδειγμα

Στην διάρκεια της θεραπείας μια γυναίκα μιλά για κάτι που αναγνώρισε στον εαυτό της. Μιλά καθαρά, με τον ήσυχο και δυνατό παλμό που χαρακτηρίζει την φωνή της αφύπνισης σε μια ενόραση. Διαπιστώνω πως αυτή η καθαρότητα της φωνής, ο παλμός της, διατρέχουν και το δικό μου σώμα. "Ναι, έτσι είναι", θα μπορούσα να πω. Δεν υπάρχει καμιά δυσκολία, κανένα σταμάτημα ανάμεσα στην φωνή της και στο αυτί μου. Ακόμα κι αν αυτά που μού λέει δεν τα ήξερα προηγουμένως, είναι σαν να ήμουν γι αυτά εύκαιρος, σαν τα περίμενα. Όλα είναι ανάλαφρα, η φωνή της και το άκουσμά μου, που θα πει τελικά: τα σώματα μας, συνέχονται αβίαστα. Είναι μια αίσθηση που δεν μού μαρτυρείται απλώς από το περιεχόμενο των λεγομένων της αλλά και από την εμπειρία του σώματος μου. 

Η πελάτισσά μου προσθέτει, τώρα με έναν τόνο απογοήτευσης και απελπισίας στη φωνή της:

- Αλλά βρίσκομαι έτη φωτός μακριά από τον εαυτό μου...

Εδώ την χάνω από τ' αυτιά μου. Η φωνή της είναι σαν να μην φτάνει μέχρι εμένα. Ακούω μόνο λόγια. Το σώμα μου μένει αμέτοχο. Τι συμβαίνει εδώ; Όπου η συνέχεια λόγου και σώματος χάνεται; Αυτά που λέει, δεν τα εννοεί. Της αντιτείνω λοιπόν:

- Τα λέτε αυτά, όμως κάπου δεν τα αισθάνομαι.

Μου απαντά, με φωνή σίγουρη και ζωντανή:

- Δεν σας πείθουν;

Τώρα μοιάζει να ξαναβρίσκουμε ο ένας τον άλλον. Της απαντώ:

- Όχι.

Αυτή:

- Και βέβαια. Όχι έτη φωτός, δίπλα μου είναι, όμως φοβάμαι να το παραδεχτώ.

Αντί για τον μονόλογο του "ειδικού" και "υγιούς" με τον "ασθενή" και "ανίδεο" αποτολμά την συνομιλία, στην οποία και μόνο γίνονται οι συμμετέχοντες αυτό που είναι: Ο ένας θεραπευτής, δείχνοντας τον δρόμο, ο άλλος πελάτης, προσ-πελάζοντας τον εαυτό του.

Οι παραπάνω χωρισμοί συνεπάγονται ερμηνείες του τύπου "αυτό σημαίνει αυτό". Τέτοιες φράσεις, με τον αποφαντικό χαρακτήρα τους, δεν αφήνουν χώρο για διάλογο. Το μόνο που περιμένουν από τον άλλο είναι να τις αποδεχθεί - ή να μην τις αποδεχθεί.

Κατά πόσον η συνομιλία είναι τόλμη; Μια κινεζική παροιμία λέει: "Όταν ο σοφός δείχνει το φεγγάρι, ο μωρός κοιτάει το δάχτυλο." Στην ψυχολογία ασχολούμαστε κατά κόρον με τα δάχτυλά μας - τα "εγώ" των υποκειμένων μας. Ο συνάνθρωπος γίνεται θέμα. Τούτο θα πει: Ο αγγελιοφόρος εκλαμβάνεται ως το άγγελμα.

Παράδειγμα

- Είστε ο βασικός κανόνας!

μου είπε πρόσφατα σε μια ώρα ανάλυσης ένας ψυχίατρος.

Παράδειγμα

Εγώ:

- Αν σας πω ότι στον τοίχο κρέμεται ένας πίνακας [στην πραγματικότητα είναι ένα απλό ρολόι], θα τείνατε όντως να δείτε εκεί έναν πίνακα;

Αυτός, σχεδόν σε διέγερση:

- Ναι, θα προσπαθούσα να δω το ρολόι κάπου σαν έργο τέχνης, ή θά 'λεγα πως εκεί αντί για ρολόι θά 'πρεπε να είναι ένας πίνακας, ναι, βασικά θά 'βλεπα το ρολόι σχεδόν σαν πίνακα!

Η τόλμη συνίσταται στο να λυθούμε από την μυωπική προσκόλληση στα δάχτυλά μας και να μιλήσουμε για το φεγγάρι (γι' αυτό που εκείνη την ώρα μας αφορά).

Όταν μιλάμε για το φεγγάρι μ' αυτόν τον τρόπο, ξεκινάμε την συνομιλία μας από μηδενική βάση, που περιλαμβάνει κι εμάς τους ίδιους: Δεν είμαστε θέμα, ούτε το φεγγάρι έχει πριν και μετά, είμαστε πέρα για πέρα η αυτή η στιγμή αυτού του φεγγαριού. (Έτσι είναι και με τον πελάτη μας, στην κάθε καινούργια συνάντηση.)

Η θεραπεία συνίσταται στην καθοδήγηση του πελάτη μας να δει κι αυτός το φεγγάρι από μηδενική βάση. Τότε είναι που το βλέπουμε αληθινά μαζί, όταν είμαστε πέρα για πέρα αυτή η στιγμή.

Έκλειψη: Πάντα παρών ο μηχανισμός: Την έκλειψη, δεν την είδα!

Αντί για τις εκ των υστέρων κατασκευές μιας "ερμηνείας" κορυφώνεται στην πράξη της ονομασίας: Καταμεσής στο βουβό, στο συγκεχυμένο, στο ταραγμένο αναλάμπει το όνομα, το πράγμα ξεκαθαρίζει και παίρνει μορφή, ησυχάζει σε μια πρωτόγνωρη καθαρότητα.

Παράδειγμα 

Να μπορώ την πόρτα εκεί να την λέω πόρτα!

μου είπε κάποιος. Η θεραπευτική συνομιλία γίνεται αληθινή κάθε φορά που απολήγει σε μια πράξη ονομασίας και τα λόγια "γράφουν".

Παράδειγμα

Ο Gilbert Rose, ψυχαναλυτής από την Νέα Υόρκη, σ' ένα άρθρο του με τον τίτλο "Fusion States" ["Καταστάσεις Σύντηξης"], αναφέρει μια συνάντηση που τού περιέγραψε ένας ομοφυλόφιλος:

Ανάμεσα σ' αυτόν και σ' έναν ξένο ξεπήδησε ένα άμεσο και απόκοσμο αίσθημα. [...] Ένοιωθε ότι κανένα άλλο άτομο δεν θα ήταν δυνατό να περπατήσει ανάμεσά τους, αν και οι δυο τους καθόταν στις αντίθετες άκρες του χώρου. Ήταν για τρεις μέρες σε διεγερτική κατάσταση - βηματίζοντας, σφίγγοντας και στρίβοντας τα χέρια του, κάνοντας συνεχή ντους. [...] Όμως μετά απ' αυτήν την [...] καταιγίδα [...] ήταν σε θέση ν' αντιλαμβάνεται και ν' αντιδρά στους ανθρώπους πιο θερμά κι αυθόρμητα απ' όσο θεωρούσε πως έκανε ποτέ μέχρι τώρα.

Ήδη ο τίτλος του άρθρου αναφέρεται σε μια ερμηνεία, μια εξήγηση του φαινομένου, το οποίο ο συγγραφέας παρασταίνει ως "σύντηξη".

Την συνάντηση που περιγράφεται παραπάνω δεν έχουμε να την καταλάβουμε αλλά να την προσέξουμε:

Αυτός ο άνθρωπος βλέπει, κυριολεκτικά βλέπει έναν δεσμό να τον δένει με τον άλλο, έναν δεσμό που δεν μπορεί να διαρραγεί από κανέναν: Τίποτα δεν μπορεί να μπει ανάμεσά τους. Δεν υπάρχει χωρισμός, υπάρχει μόνο το "μαζί": το φίλιο που αποκλείει κάθε χωρισμό, κάθε ξένωση.

Ο άνθρωπος γνωρίζει την φιλία του όμοιου φύλου, όχι με την γνώση, όχι με την βουβή εμπειρία και την συνήθεια, αλλά την βλέπει σε μια έκλαμψη που τον βρίσκει σαν κεραυνός. Τού αποκαλύπτεται το όνομα "ομοφυλόφιλος" με όλη του την ενάργεια.

Η εμπειρία αυτού του ανθρώπου είναι μια πράξη ονομασίας: "ομο-φυλό-φιλος". Βαπτίζεται στην λέξη και αναδύεται απ' αυτήν έχοντας το όνομά του έτσι όπως δεν το είχε μέχρι τώρα ποτέ. Κάπου αυτά θα τού έλεγα σε μια θεραπευτική ώρα.

Αντί για την παράσταση του υποκειμένου που παραπατάει διχασμένο ανάμεσα στο "μέσα" και στο "έξω", είναι λογοδοσμένη στον άνθρωπο που κατοικεί τον κόσμο, μένει στα πράγματα, δοκιμάζεται στην πραγματικότητα.

Ο διχασμός σε ψυχή και σώμα, πνεύμα και ύλη, που φέρνει μαζί και τον διχασμό "μέσα" κι "έξω", όχι μόνο αφήνει τον κόσμο λειψό και διασπασμένο, αλλά γεννά και τα ατέλειωτα προβλήματα για το πώς τα διχασμένα μέρη, το υποκείμενο κι ο εξωτερικός κόσμος, τα υποκείμενα μεταξύ τους, μπορούν να συνδέονται το ένα με τ' άλλο. Κι εδώ κανείς επινοεί μαγικές λέξεις, π,χ. "libido", "empathy", "επενδυση", που δεν ονομάζουν τίποτα το πραγματικό.

Όλα αυτά λύνονται με μιας όταν ο άνθρωπος ιδωθεί σαν ευρισκόμενος εξαρχής και ολότελα μέσα στον κόσμο και στα πράγματα - όταν τα πάντα που τον αφορούν εννοηθούν σαν πράξη, σαν δοκιμασία της πράξης.

Παράδειγμα

[Παιδεύεται με σκέψεις και σενάρια, πώς θα είναι αν αφήσει την Χ (η γυναίκα του), πώς θα είναι αν αφήσει την Ψ (με την οποία είναι ερωτευμένος), παίδεμα, αδιέξοδο.]

- Η έγνοια σας είναι να κάνετε μια προσομοίωση ... τρόπον τινά να ζήσετε από τα πριν, μέσα σας, δοκιμαστικά, το πώς θα είναι ...

- Θέλω να το ελέγξω, να κρατήσω την ισορροπία ... ο πόνος πολύς ... Ποιο είναι το πρώτο βήμα;

- Δεν προέχει να κάνετε κάποιο βήμα αλλά να δείτε ότι αυτός ο τρόπος, η προσομοίωση, τα σενάρια, δεν είναι δρόμος.

Παράδειγμα

- Τι ωραία, το πρόβλημά μου να ήταν λυμένο, να μην ντρεπόμουν, να μην δυσκολευόμουν με τις γυναίκες...

- Μιλάτε για κάτι που δεν ξέρετε. Δεν ξέρετε πώς θα είστε χωρίς την ντροπή, χωρίς τις δυσκολίες με τις γυναίκες.


 

[1] Κυρίες και Κύριοι, οι δρόμοι μας, αυτοί που ο καθένας μας πήρε από κει που ξεκίνησε, σήμερα το βράδυ μας έφεραν και μας συγκέντρωσαν σ' αυτόν τον χώρο. Ο καθένας μας πέρασε από γειτονιές και πλατείες, από δρομάκια και λεωφόρους, πέρασε περπατώντας, με το αυτοκίνητο, με το λεωφορείο, με το μετρό. Διαδρομές που τις έχουμε ξανακάνει πηγαίνοντας σε μιαν άλλη συνάντηση, φεύγοντας από μιαν άλλη συνάντηση, διαδρομές που μας κάλεσαν και μας απέτρεψαν, που ανταποκριθήκαμε και αποφύγαμε, που μας σημάδεψαν και μείναν αδιάφορες, διαδρομές που άνοιξαν δρόμους και που κατέληξαν σε αδιέξοδα.

Οι δρόμοι που περάσαμε σήμερα ερχόμενοι κατά δω είναι γεμάτοι από τέτοια σημάδια. Δοκιμάστε να τα φέρετε για λίγο και πάλι στον νου σας.

Όλα αυτά δεν χάθηκαν. Τίποτα δεν χάθηκε. Είναι εδώ, είναι ανάμεσά μας, είναι συγκεντρωμένα στον αέρα αυτού του χώρου και αυτής της συνάντησης.

Υπάρχει ένα όνομα, που θα μπορούσε να εκφράζει αυτήν την συνάντηση, με όλα όσα σήμερα συναντώνται εδώ, να την συλ-λέγει στην λέξη του. Το όνομα θα ήταν: ΠΟΛΗ. Τότε η ΠΟΛΗ θα κρατούσε στο όνομά της περισυλλεγμένα τα πάντα και θα απέδιδε στον καθένα αυτό που του ανήκει. Η ΠΟΛΗ θα ήταν ένα όνομα για την συνάντηση όλων των συναντήσεων, όχι κάτι αφηρημένο και γενικό αλλά κάτι που θα πραγματώνονταν κάθε ώρα και κάθε στιγμή, πάντα διαφορετικό και πάντα το ίδιο, στην κάθε συνάντηση. Παραδείγματος χάριν εδώ και τώρα.

[2] - Την Κυριακή έμεινα κάτω απ' τις κουβέρτες.

[Ο θεραπευτής, από μέσα του:

Άκου βρε παιδί μου! Εγώ ποτέ δεν θα το έκανα!]

[Εγώ στον θεραπευτή:]

- Μόνο αν δεχτείτε ότι η μοίρα είναι κοινή, δίχως στεγανά, ότι κάποτε κι εσείς θα μπορούσατε να περάσετε μια Κυριακή κάτω από τις κουβέρτες, θα μπορέσετε μια τέτοια φράση να την ακούσετε.

 

PDF

Martin Heidegger, Σεμινάριο της 8ης Σεπτεμβρίου


Σεμινάριο της 8ης Σεπτεμβρίου στο μεγάλο αμφιθέατρο του Burghölzli (ψυχιατρικής πανεπιστημιακής κλινικής της Ζυρίχης)

Heidegger:

Αυτό το σχέδιο είναι μόνο για να καταστήσει σαφές ότι η ανθρώπινη ύπαρξη, στο ουσιακό της θεμέλιο, ποτέ δεν είναι ένα κάπου παρόν αντικείμενο, και βεβαίως διόλου δεν είναι ένα αντικείμενο κλεισμένο στον εαυτό του. Πολύ περισσότερο αυτή η ύπαρξη συνίσταται "απλώς" σε δυνατότητες πρόσληψης, απρόσιτες οπτικά και απτικά, που είναι στραμμένες προς ό,τι την συναντά και της μιλάει. Όλες οι μέχρι τούδε συνήθεις στην Ψυχολογία και Ψυχοπαθολογία αντικειμενοποιούσες κυστοειδείς παραστάσεις μιας ψυχής, ενός υποκειμένου, ενός προσώπου, ενός Εγώ, μιας συνείδησης, στην οπτική της Αναλυτικής του Dasein πρέπει να εξαφανιστούν χάριν μιας τελείως άλλης κατανόησης. H νέα θεμελιακή οντότητα που έχει να ιδωθεί, πρόκειται να ονομαστεί Da-sein ή Είναι-στον-κόσμο. Όπου πάντως το Da αυτού του Da-sein ακριβώς και δεν εννοεί, όπως απλοϊκά συμβαίνει, ένα για τον παρατηρητή κοντινό σημείο του χώρου. Πολύ περισσότερο η ύπαρξη ως Da-sein σημαίνει το κράτημα ανοιχτής μιας περιοχής, που μέσα από την διαύγασή της γίνεται δυνατή η πρόσληψη των σημασιοτήτων των δεδομένων που της μιλούν. Το ανθρώπινο Da-sein είναι ως περιοχή δυνητικής πρόσληψης, και ποτέ ένα απλά παρόν αντικείμενο. Μάλιστα δεν είναι διόλου και σε καμιά περίπτωση κάτι που μπορεί να αντικειμενοποιηθεί.


Συζήτηση

Αυτό το σχέδιο είναι μόνο για να καταστήσει σαφές ότι η ανθρώπινη ύπαρξη,
Ποια η διαφορά ανάμεσα στο "άνθρωπος" και στο "ανθρώπινη ύπαρξη";
Όταν λέμε "ο άνθρωπος" μιλούμε για ένα κάτι, ένα αντικείμενο (Μ' αυτήν την έννοια και το "υποκείμενο", καθότι επίσης συνιστά ένα "κάτι", στην φιλοσοφία εννοείται ως αντικείμενο.) Τότε τα ζητήματα για τον άνθρωπο συνιστούν άμεσες ή έμμεσες απαντήσεις στην ερώτηση "τι είναι [αυτό το "κάτι",] ο άνθρωπος;"
Όταν τώρα μιλούμε για την "ανθρώπινη ύπαρξη", δεν αναφερόμαστε στον άνθρωπο ως "κάτι", αλλά ως προς την οπτική του ότι υπάρχει, ότι είναι.
Το κείμενο του Heidegger έχει την μορφή της αντιπαράθεσης των δύο αυτών οπτικών.

στο ουσιακό της θεμέλιο,
Θα πει: Στις πρώτες προϋποθέσεις της. Έτσι π.χ. η προϋπόθεση του τι είναι ο άνθρωπος, το "ουσιακό θεμέλιο" για κάθε τι που είναι ο άνθρωπος, είναι το ότι ο άνθρωπος είναι.
Το "ουσιακό θεμέλιο" του ανθρώπου είναι η "ύπαρξή" του.

ποτέ δεν είναι ένα κάπου παρόν αντικείμενο,
"Ποτέ"; Όταν π.χ. οδηγώντας το αυτοκίνητο προσέχω να αποφύγω τον πεζό που περνάει τον δρόμο, δεν τον αντιλαμβάνομαι σαν ένα φυσκό σώμα σε ένα ορισμένο σημείο, που κινείται προς αυτήν την κατεύθυνση με αυτήν την ταχύτητα, και προσαρμόζω την δική μου κατεύθυνση και ταχύτητα ανάλογα;
Και βέβαια εδώ αντιλαμβάνομαι τον άνθρωπο ως αντικείμενο. Όμως τότε δεν τον αντιλαμβάνομαι "στο ουσιακό του θεμέλιο". Τον αντιλαμβάνομαι στο "τι είναι", δηλαδή εδώ ως φυσικό σώμα με ορισμένα χαρακτηριστικά. Το ότι είναι, μένει εδώ, και πάντα σχεδόν στις καθημερινές μας συναλλαγές, αγνοημένο.
Και πότε χρειάζεται να αντιληφθώ την "ανθρώπινη ύπαρξη στο ουσιακό της θεμέλιο";
Όταν κι εφόσον μου γίνει ανάγκη: Όταν κι εφόσον μου ανοίξουν τα μάτια και αναγνωρίσω πως στον άνθρωπο ως αντικείμενο ο άνθρωπος ως άνθρωπος, δηλαδή στο "ουσιακό του θεμέλιο", κινδυνεύει να χαθεί.
Η ψυχοθεραπεία και η φαρμακοθεραπεία που προσβλέπουν στην διαχείριση προβλημάτων, εκλαμβάνουν τον άνθρωπο ως αντικείμενο.
Η "φαινομενολογική-υπαρξιακή" ψυχοθεραπεία κατευθύνεται προς την άλλη δυνατότητα

και βεβαίως διόλου δεν είναι ένα αντικείμενο κλεισμένο στον εαυτό του.
Ο Heidegger εδώ αναφέρεται στην θεώρηση του ανθρώπου που στην φιλοσοφία καλείται "μονισμός": Ο άνθρωπος ως "μόνος".
Κυρίως χάρη στο έργο του Heidegger και του Wittgenstein, ο μονισμός ανήκει σε μια εποχή της φιλοσοφικής νόησης που πλέον αποτελεί παρελθόν. Παρολαυτά, σαν συνηθισμένη ανθρώπινη στάση, παραμένει κυρίαρχος.
Κυριαρχεί επίσης στην επιστημονκή σκέψη, και ακόμη στο σύνολο των ψυχιατρικών και ψυχολογικών θεωρήσεων. (Βλέπε παρακάτω.)

Πολύ περισσότερο αυτή η ύπαρξη συνίσταται "απλώς" σε δυνατότητες πρόσληψης,
Δηλαδή: Αυτή, η ανθρώπινη, ύπαρξη, καθότι μη "κλεισμένη στον εαυτό της", συνίσταται σε "δυνατότητες πρόσληψης".
Δηλαδή καθαυτήν δεν είναι παρά ένα άνοιγμα προς ..., μια δεκτικότητα για ..., μια έκθεση σε ... ό,τι την συναντά και της μιλάει.
Εδώ δεν λέγεται το τι είναι ο άνθρωπος αλλά περιγράφεται το ότι του Είναι του.

απρόσιτες οπτικά και απτικά ,
Οι "δυνατότητες πρόσληψης", και οι διευκρινιστικές μου λέξεις "άνοιγμα", "δεκτικότητα", "έκθεση", δεν αναφέρονται σε περιστασιακά γεγονότα ή καταστάσεις που άλλοτε συμβαίνουν κι άλλοτε όχι.
Γι' αυτό και εδώ δεν πρόκειται για "πρόσληψη" με την έννοια της αισθητηριακής, "οπτικής, απτικής" αντίληψης από κάτι: Η άνθρώπινη ύπαρξη είναι, υπάρχει εξ υπαρχής, ως "δυνατότητες πρόσληψης"

που είναι στραμμένες προς ό,τι την συναντά και της μιλάει.
Το "και" πρέπει να το ακούσουμε επεξηγηματικά: "την συναντά" θα πει "της μιλάει".
Όπως λέμε πως αυτό κι εκείνο "μου μιλάει", "μου λέει κάτι".
Κάθε αληθινή, δηλαδή στον άνθρωπο ως άνθρωπο προσιδιάζουσα και τον άνθρωπο ως άνθρωπο εκπληρούσα συνάντηση άγεται από ένα τέτοιο, άφωνο, μίλημα.

Όλες οι μέχρι τούδε συνήθεις στην Ψυχολογία και Ψυχοπαθολογία αντικειμενοποιούσες κυστοειδείς παραστάσεις μιας ψυχής, ενός υποκειμένου, ενός προσώπου, ενός Εγώ, μιας συνείδησης,
Ο μονισμός στην ψυχολογία και στην ψυχοπαθολογία δηλώνεται στις βασικές τους έννοιες, που έχουν μορφή αντικειμένου και "κύστης":
-Η ψυχή, ένα αντικείμενο "μόνο", ως π.χ. το "μαύρο κουτί" μεταξύ ερεθίσματος και αντίδρασης, ως το κλειστό σύστημα ενός "ψυχικού οργάνου", ως γενικό όνομα για κύκλους επανατροφοδότησης, στην "συστημική", στην γνωσιακή-νευροχημκή θεώρηση κλπ.
-Το υποκείμενο, ένα αντικείμενο "μόνο", ως ιστάμενο από την μία πλευρά κι έχοντας απέναντί του τα "αντικείμενα", προς τα οποία πρέπει να κατασκευάζει γέφυρες.
-Το πρόσωπο, ένα αντικείμενο "μόνο", κθόσον εννοεί τον εαυτό του μέσα από το "προσωπικό", απ' αυτό που είναι μόνο δικό του.
-Το Εγώ, ένα αντικείμενο "μόνο", ως ιστάμενο απέναντι σ' ένα Εσύ και χωρισμένο απ' αυτό.
-Η συνείδηση (και, άρρηκτα δεμένο μ' αυτήν, το "υποσυνείδητο"), ένα αντικείμενο "μόνο", ως ή έδρα του "μέσα μου", του εσωτερικού κόσμου απέναντι σ' έναν εξωτερικό κόσμο και χωρισμένη απ' αυτόν.

στην οπτική της Αναλυτικής του Dasein
δηλαδή στην οπτική της ανθρώπινης ύπαρξης, του ότι ο άνθρωπος είναι, και όχι στην οπτική του τι είναι

πρέπει να εξαφανιστούν
ως αναρμόδιες

χάριν μιας τελείως άλλης κατανόησης. H νέα θεμελιακή οντότητα που έχει να ιδωθεί, πρόκειται να ονομαστεί Da-sein
Το Da είναι δεικτικό επίρρημα του τόπου: Να! Εδώ!, ή: Να! Εκεί!).
Sein θα πει: Είναι.
Στην καθομιλουμένη γερμανική Dasein θα πει κάτι σαν "ύπαρξη".

ή Είναι-στον-κόσμο.
Το δεικτικό Da δείχνει στον κόσμο.
Το Είναι-στον-κόσμο καταρχήν στρέφεται εναντίον του μονισμού και, όσο μας αφορά ιδιαίτερα, εναντίον των "αντικειμενικών-κυστοειδών παραστάσεων" ψυχής, υποκειμένου, προσώπου, Εγώ, συνείδησης.
Da-sein ως Είναι-στον-κόσμο θα πει ότι ο άνθρωπος στο Είναι του είναι ήδη από πάντα "έξω", ανοιχτός και μέτοχος στον κόσμο.
Αυτό για τον Heidegger δεν θα πει ότι κανείς δεν μπορεί και να αποσύρεται, να κλείνεται "στον εαυτό του", να είναι μόνος, "στον κόσμο του", κλπ. Θα πει ότι, όπως μόνον ένας βλέπων μπορεί και να είναι τυφλός, μόνον εκείνος που καταρχήν είναι-στον-κόσμο μπορεί και να αποσύρεται, να κλείνεται, να είναι μόνος, "στον κόσμο του".

Όπου πάντως το Da αυτού του Da-sein ακριβώς και δεν εννοεί, όπως απλοϊκά συμβαίνει, ένα για τον παρατηρητή κοντινό σημείο του χώρου. Πολύ περισσότερο η ύπαρξη ως Da-sein σημαίνει το κράτημα ανοιχτής μιας περιοχής,
Αυτό το "κράτημα" δεν είναι ποτέ απόφαση και πράξη, όπως όταν κρατάω μια θέση στο τραπέζι ή στην κερκίδα για τον φίλο μου. Ο άνθρωπος ως άνθρωπος θα πει: "Κράτημα ανοιχτής μιας περιοχής ..."
Και αυτή η περιοχή πάλι δεν είναι ένα αντικείμενο, δεν είναι η μια και η άλλη "περιοχή", όπως χρησιμοποιούμε την λέξη αναφερόμενοι σε έναν γεωγραφικό ή ιδεατό τόπο τον οποίο μπορούμε να πλησιάζουμε, να αποφεύγουμε, να αγνοούμε κλπ.
Η εδώ εννοούμενη περιοχή είμαστε εμείς οι ίδιοι, ακριβώς όπως το εκάστοτε οπτικό μας πεδίο είναι το ίδιο το βλέμμα μας.
Ο άνθρωπος ως άνθρωπος θα πει: "Κράτημα ανοιχτής μιας περιοχής ..."
Αυτή ακριβώς η περιοχή είναι το Da του Da-sein, είναι ο "κόσμος" του Είναι-στον-κόσμο.

που μέσα από την διαύγασή της
Η εν λόγω περιοχή χαρακτηρίζεται από ένα Διαυγές [Lichtung]. Όμως και πάλι όχι με την έννοια μιας ατμόσφαιρας, μιας νύχτας κλπ. που μπορεί να είναι διαυγής, μπορεί και όχι.
Εδώ το Διαυγές ονομάζει αυτήν τούτη την περιοχή, είναι το προχωρημένο όνομα του Heidegger για το Da- του Dasein, για τον κόσμο του Είναι-στον-Κόσμο.
Ο άνθρωπος, καλύτερα: η ανθρώπινη ύπαρξη, έτσι λέγεται στο όψιμο έργο, είναι η Έν-σταση στο Διαυγές.
Αυτό θα πει το "ανοιχτό", το "έκθετο", το "δεκτικό" του ανθρώπου ως ανθρώπου.

γίνεται δυνατή η πρόσληψη
Και εδώ πάλι δεν πρόκειται για την μια ή την άλλη πρόσληψη, αλλά για το ότι σ' αυτό το Διαυγές ανήκει η πρόσληψη.
Και τούτο όχι σαν χρονική ακολουθία, όπου πρώτα είναι το Διαυγές και μέσα απ' αυτό μπορούμε να προσλαμβάνουμε, αλλά Διαυγές και Πρόσληψη είναι το αυτο, με τον ίδιο τρόπο που ΤΟ ΑΥΤΟΝ είναι, Παρμενίδης, το ΝΟΕΙΝ (πρόσληψη...) και το ΕΙΝΑΙ (διαυγές ...), με τον ίδιο τρόπο που "βλέμμα" και "οπτικό πεδίο", για την ελεύθερη εμπειρία και όχι για την επιστημονική σκέψη, είναι το αυτό.
Στην "οπτικά, απτικά απρόσιτη" περιοχή του Αυτού "γίνεται δυνατή η πρόσληψη", γίνεται δυνατή αυτή τούτη η ανθρώπινη ύπαρξη,
Έτσι πρόσληψη θα πει διαύγαση, και διαύγαση θα πει αναφύηση και εμφάνιση: ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ.Τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο. Η Φαινομενολογία, καθόσον έχει για μέλημά της το φαινομενο, δεν είναι μέθοδος. Είναι ο τρόπος εννόησης που αρμόζει στην ανθρώπινη ύπαρξη, καθόσον "εν-ίσταται στο Διαυγές".

των σημασιοτήτων των δεδομένων που της μιλούν.
Τι θα πει "σημασιότητα";
Είναι μια λέξη από το Είναι και Χρόνος του Heidegger. Εκεί γράφει [σ. 87]:
"Συλλαμβάνουμε τον αναφορικό [με την έννοια του "Το Αυτόν" "μιλήματος" και "πρόσληψης"] χαρακτήρα των παραπεμπτικών αναφορών [των "δεδομένων που μας μιλούν"] ως σημασία. Στην οικειότητα μ' αυτές τις αναφορές το Dasein 'αυτοσημαίνεται' [Διαφορετικά "αυτοσημαίνομαι" απέναντι στην γυναίκα μου και διαφορετικά απέναντι στην θεραπευτική συνάντηση.] Δίνει του εαυτού του να καταλάβει πρωτογενώς [όχι διανοητικά αλλά ψυχή τε και σώματι, όπως π.χ. στην έκφραση "του έδωσα να καταλάβει"] το Είναι του και το δυνητικό Είναι του ως προς το Είναι του-στον-κόσμο. Ονομάζουμε το όλον των αναφορών αυτής της σημασίας σημασιότητα. Συνιστά την κοσμικότητα του κόσμου."
"Σημασιότητα": Η σημασία, η αυτή για τα πράγματα του κόσμου και για τον ευρισκόμενο σε αναφορά προς αυτά τα πράγματα. Έτσι είναι δομημένος ο κόσμος στον οποίο βρισκόμαστε ήδη από πάντα και ανα πάσα στιγμή. Αυτή είναι η "κοσμικότητα" του κόσμου. Το κράτος του ΤΟ ΑΥΤΟΝ.

Το ανθρώπινο Da-sein είναι ως περιοχή δυνητικής πρόσληψης, και ποτέ ένα απλά παρόν αντικείμενο. Μάλιστα δεν είναι διόλου και σε καμιά περίπτωση κάτι που μπορεί να αντικειμενοποιηθεί.
Το μη αντικειμενοποιήσιμο της ανθρώπινης ύπαρξης και του κόσμου στην πρώτη αρχή τους, αποδίδεται συνήθως με την εικόνα του δρόμου - στην πρώτη ελληνική νόηση (ΟΔΟΣ), στην απωασιατική νόηση (Tao) -, όπου ο τονισμός δεν είναι το στατικό-αντικειμενικό αλλά ακριβώς το καθοδόν ως ο αληθινός τόπος της διαμονής μας, η αληθινή μας διαμονή. Πρόκειται για ό,τι λέει η λέξη "πορεύομαι", αν την ακούσουμε στην μέση φωνή της: Ανήκω στον "πόρο", στον δρόμο στον οποίο βρίσκομαι, έτσι που να είμαι ένα μαζί του, στις στροφές του να στρέφομαι και ν' αλλάζω ο ίδιος, στην άσφαλτο και στο κακοτράχαλο, στο αυτοκίνητο και και στο περπάτημα να είναι η ίδια μου η ύπαρξη αυτού του είδους.
Οπωσδήποτε μένει ερώτημα, κατά πόσον το μη αντικειμενοποιήσιμο μπορεί ποτέ να αποδοθεί με λέξεις που έχουμε συνηθίσει να χρησιμοποιούμε για αντικείμενα ("δρόμος", "περιοχή", "διαυγές", "κόσμος").
Ο Heidegger γνωρίζει το πρόβλημα, και μάλιστα σαν την βασική πρόκληση της σκέψης του.
Ο Wittgenstein το γνωρίζει επίσης, και θεωρεί πως εδώ δεν υπάρχει άλλη δυνατότητα από το να σωπαίνει κανείς.
Η Φαινομενολογία, κι εκεί που ασκείται στην μορφή της θεραπευτικής συνομιλίας, είναι δοκιμασία στα όρια της γλώσσας, αυτού που μπορεί, και πρέπει να ειπωθεί, του "λεκτέου", και αυτού για το οποίο οι λέξεις δεν υπάρχουν.
Η ίδια η δοκιμασία εκφράζεται πολύ συχνά με τον επαρκέστερο τρόπο παίρνοντας μορφή απορίας και ερωτήματος.
Heidegger: "Το ερώτημα είναι η ευλαβικότητα της νόησης".

PDF

Το αγχος μεσα απο εναν λογο του Martin Heidegger

 
 
[Πρώτη δημοσίευση στο: Rollo May, Το Νόημα του Άγχους, Κοζάνη 1999. Το κείμενο αναθεωρήθηκε με αφορμή την δημοσίευση στο περιοδικο "Ψυχανεμισματα", Τευχος 1ο, Φθινοπωρο 2005.]

Ο Heidegger μιλά για το άγχος ρητά κυρίως στα εξής κείμενα: "Sein und Zeit" ("Είναι και Χρόνος", 1927) §40, §68β, "Was ist Metaphysik?" ("Τι είναι Μεταφυσικη;", 1929), "Nachwort zu 'Was ist Metaphysik?'" ("Επίλογος στο 'Τι είναι Μεταφυσική;'",1943).

Όμως μια συνοπτική παρουσίαση των παραπάνω διόλου δεν θα εξαντλούσε το εύρος αυτού το οποίο στην νόηση του Heidegger συζητείται υπό το όνομα "Angst" ("Άγχος"). Επιγραμματικά θα λέγαμε ότι το άγχος συνιστά ορόσημο στην μετάβαση προς ό,τι ο Heidegger ονομάζει der andere Anfang, η άλλη απαρχή. Αναφορές συγγενικές προς το άγχος υπάρχουν σε λέξεις του όπως Furcht, τρόμος, Abgrund, άβυσσος: Gefahr, κίνδυνος.

Η πολυσήμαντη εμπειρία, η οποία αρχικά λέγεται με το όνομα του άγχους, σε διαφορετικές εποχές, μέσα από διαφορετικούς δρόμους της σκέψης του, απαντάται στα ονόματα Transzendenz, υπέρβαση, Untergang, χαμός, Verzicht, παραίτηση.

Εδώ συμβαίνει κάποτε ένα άλμα, Sprung, μια τροπή, Kehre, προς την άλλη νόηση, das andere Denken. Οι λέξεις της είναι: Το Μηδέν, Nichts, το οποίο συμπίπτει με το Είναι, Sein, η οντολογική διαφορά, die ontologische Differenz, η α-λήθεια, die Unverborgenheit, το Μεταξύ, das Zwischen, η Διάκριση, der Unterschied, το Ανοικτό, das Offene, το Διαυγές, die Lichtung, το Τετράπτυχο, das Geviert, το Συμβάν, das Ereignis, όπου το άγχος μεταλλάσσεται καθαυτό έτσι ώστε, τελικά, να συμπίπτει με την αιδώ, Scheu, την ευφορία, Heiterkeit. Δεν μπορούμε να μιλήσουμε επαρκώς για το άγχος στον Heidegger δίχως να λάβουμε υπόψη μας την συνόλη του νόηση - και πάλι, μιλώντας για μια καίρια λέξη του Heidegger, όπως εδώ για το άγχος, μιλούμε αναπόφευκτα για την συνόλη του νόηση.

Και πώς μπορούμε να μιλήσουμε για το άγχος στον Heidegger εμείς, στην γλώσσα μας; Βέβαια προϋποτίθεται η μετάφραση των λέξεων και των νοημάτων του στα ελληνικά. Όμως ο λόγος του Heidegger είναι βαθειά ριζωμένος στην γερμανική γλώσσα. Η απόπειρα της μετάφρασής του είναι μια υπόθεση άχαρη. Όσο πιστότερη φιλοδοξεί να είναι, προ πάντων στα κρίσιμα σημεία, τόσο μεγαλύτερη βία ασκεί επάνω στην μεταφράζουσα γλώσσα. Και όμως, μπορώ να πω από την δική μου πείρα, αυτή η αποτυχία άνοιξε έναν δρόμο. Ως έλληνόφωνο με ανάγκασε να εγκαταλείψω κατά έναν τρόπο τον Heidegger και να τον ξαναβρώ ως ένα, για να χρησιμοποιήσω μια έκφραση του Paul Celan, "μιλητό εσύ", ένα εσύ στο οποίο κανείς κάποτε μπορεί να μιλήσει, με το οποίο κανείς κάποτε μπορεί να συνομιλήσει.

Η προκείμενη λέξη του Heidegger είναι: Angst. Ο Γιάννης Τζαβάρας, στην μετάφρασή του του "Είναι και Χρόνος", την αποδίδει ως "αγωνία". Προτιμώ να την μεταφράσω με "άγχος", όπως άλλωστε έχει καθιερωθεί στον χώρο της ψυχιατρικής και της ψυχολογίας.

Ο χώρος αυτός δεν έχει καμιά παράδοση στην ελληνική γλώσσα. Υφίσταται εν πολλοίς παρασιτικά, μέσα από την άκριτη μετάφραση της ευρωπαϊκής και αγγλοσαξωνικής ορολογίας και την ασυλλόγιστη ανάληψη του σκεπτικού της. Ήδη αυτό απαιτεί από μας ν' αναλογιστούμε την λέξη Angst και το λεγόμενό της εκ νέου, αυτήν τη φορά μέσα από τον λόγο της ελληνικής γλώσσας.

Οι λέξεις Angst και άγχος έχουν πιθανώς κοινή ετυμολογική ρίζα, το αρχαίο ελληνικό ΑΓΧΙ, ΑΓΧΟΥ. Οπωσδήποτε το ΑΓΧΙ ανήκει στην ίδια ρίζα με την και σήμερα ακόμη καθομιλούμενη λέξη "αγχιστεία", αλλά και με την "αγχόνη". Τι μας λένε αυτές οι αναφορές για το άγχος; Είναι ένα ερώτημα. Την απάντηση δεν την έχουμε έτοιμη. Στην "οικογενειακή ομοιότητα", για να χρησιμοποιήσω ίσως αυθαίρετα μια έκφραση του Wittgenstein, άγχος-αγχιστεία-αγχόνη ανήκουμε όλοι όσοι έχουμε μητρική γλώσσα την ελληνική, και πάλι αυτή η συγγένεια μας είναι ξένη. Αν τούτο μας κάνει ανήσυχους, τότε το άγχος, σαν λέξη ελληνική που την λέμε δίχως να ξέρουμε τι λέμε, γίνεται, με μια έκφραση του Heidegger, άξιο ερωτήματος.

Τι εννοούμε όταν λέμε "άγχος"; Αυτό που λέει ο κόσμος; Αυτό που διαλογίζεται η φιλοσοφία; Αυτό που παρασταίνει η ψυχολογία και η ψυχιατρική; Αυτό που διαπιστώνει η νευρο-φυσιολογία; Το άγχος παρασταίνεται ως ψυχικό αίσθημα, ως απόρροια της σύγχρονης υπαρξιακής ανεστιότητας του ανθρώπου, ως κίνδυνος διάσπασης των αμυντικών μηχανισμών στο "ψυχικό όργανο", ως έλλειψη του γάμμα-αμινο-βουτυρικού οξέως στις νευρικές συνάψεις.

Παντού εδώ, ρητά ή άρρητα, ξεκινούμε από την ερώτηση "Τι είναι το άγχος;" και απαντούμε με την διατύπωση ενός ορισμού του.

Και τι θα πει "ορισμός"; Από τον Αριστοτέλη και έκτοτε σ' έναν ορισμό παρατίθενται, όπως έχει παραδοθεί στα λατινικά, genus proximum et differentia specificam, το προσήκον γένος και η ειδοποιός διαφορά. Ετσι το άγχος είναι π.χ. αίσθημα (προσήκον γένος) που χαρακτηρίζεται π.χ. από συγκεκριμένα σωματικά συμπτώματα (ειδοποιός διαφορά).

Ο ορισμός του άγχους δεν μένει στο άγχος. Αποδίδεται σ' ένα "γένος", π.χ. "αίσθημα", και διαφοροποιείται ως προς άλλα αισθήματα, π.χ. με κριτήριο τα συνοδά σωματικά του συμπτώματα. Ο ορισμός του άγχους δεν μένει στο άγχος. Το άγχος, ως άγχος, παρακάμπτεται. Ο ορισμός του άγχους υπεκφεύγει το άγχος.

Όμως για τον θεραπευτή οι υπεκφυγές, ακόμα κι αυτές, και προπάντων αυτές, είναι μοιραίες. Διότι ο θεραπευτής συνομιλεί με ανθρώπους για τους οποίους π.χ. το άγχος μπορεί να είναι, ή να γίνει, υπόθεση ζωής και θανάτου. Ο θεραπευτής, για να αρθεί στο ύψος μιας τέτοιας περίστασης, χρειάζεται να βλέπει τα πράγματα καταπρόσωπο. Προς τούτο, όπως ειπώθηκε, οι ψυχολογικές-ψυχιατρικές παραστάσεις του άγχους δεν επαρκούν. Χρειαζεται, αφού αναπόφευκτα περάσει από την ψυχιατρική και την ψυχολογία, να ξεχάσει πως είναι ψυχίατρος και ψυχολόγος και να παραμείνει αληθινός απέναντι σ' έναν άνθρωπο ο οποίος, στην συνομιλία τους, αναζητεί την δική του αλήθεια.

Και πώς μπορούμε να φθάσουμε στο άγχος ως άγχος; Εμείς λέμε, το άγχος είναι αίσθημα, το άγχος είναι σήμα κινδύνου, το άγχος είναι νευροχημική διαταραχή. Παντού εδώ προχωρούμε ένα βήμα περισσότερο απ' όσο χρειάζεται. Πριν απ' όλα το άγχος είναι άγχος. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο. Πρέπει να παραιτηθούμε από τους ποικίλους ορισμούς του, πρέπει να κάνουμε, με μιαν έκφραση του Heidegger, den Schritt zurueck, το βήμα πίσω απ' αυτούς, πρέπει να το εννοήσουμε στην αλήθεια του.

Πού και πότε, είναι το άγχος; Εδώ, σε μια "αγχώδη κατάσταση"; Τώρα, που με πιάνει ένας κόμπος στον λαιμό και ιδρώνω και χτυπά η καρδιά μου και νομίζω πως θα πεθάνω; Όχι! Όλα αυτά γίνονται αισθητά συγκεχυμένα και διάσπαρτα. Πρώτα όταν έρθει το όνομα, το όνομα και όχι η διάγνωση, συλ-λέγονται, συγκεντρώνονται σ' αυτό, καθότι λέγονται ΕΝΙ ΟΝΟΜΑΤΙ, με ένα όνομα: άγχος. Το άγχος είναι όπου και όταν ονομάζεται. Το άγχος είναι εν ονόματί του.

Το άγχος ονομάζεται, και έτσι μόνον είναι. Το Είναι του δεν προκαλείται από τίποτε, από κανέναν "αγχογόνο παράγοντα", από κανένα αίτιο και καμιά κατάσταση. Και ο άνθρωπος δεν "κάνει" άγχος, όπως συχνά λέγεται. Καμιά εξήγηση και καμιά ερμηνεία του άγχους δεν φθάνει ποτέ στο άγχος καθαυτό. Οδηγεί σε κάτι άλλο, μακριά του, και τον άνθρωπο που το έχει μακριά από τον εαυτό του.

Και τι μπορούμε να πούμε, εμείς οι θεραπευτές, εάν δεν διαγνώσουμε και δεν εξηγήσουμε και δεν ερμηνεύσουμε; Υπάρχει τίποτ' άλλο που μπορούμε να κάνουμε; Υπάρχει. Το λέει ο Ηράκλειτος στην αρχή της αποσπασματικά παραδεδομένης γραφής του:

(...) ΦΡΑΖΩΝ [ΕΚΑΣΤΟΝ] ΟΚΩΣ ΕΧΕΙ

Μπορούμε να λέμε τα πράγματα όπως έχουν. Ας δοκιμάσουμε να πούμε το άγχος, όπως έχει.

Λέμε: Έχω άγχος. Το λέμε. Πρωτίστως, στην αλήθεια του, το άγχος είναι λόγος. Και τι θα πει "λόγος";

Ο ΛΟΓΟΣ, στο χθόνιο ελληνικό του νόημα, απαντάται εκπεφρασμένα στον Ηράκλειτο. Ένα απόσπασμα το λέει, τι θα πει ΛΟΓΟΣ:

[...] ΕΝ ΠΑΝΤΑ [...]

Ο ΛΟΓΟΣ δεν είναι η "γλώσσα" ως μια ιδιότητα του ανθρώπου μεταξύ άλλων. ΛΟΓΟΣ: ΕΝ ΠΑΝΤΑ. Έτσι π.χ. το ρολόι, το ωρο-λόγιον: το ένα, πασών των ωρών: το ημερο-λόγιο: το ένα, πασών των ημερών. Ο ΛΟΓΟΣ, όχι πλέον ως δεύτερο συνθετικό: Το ένα των πάντων.

Εξυπακούεται ότι αυτόν τον λόγο κανείς δεν τον ακούει μόνο με τ' αυτιά του και δεν τον εκφέρει μόνο με το κεφάλι του. Για ποιο άκουσμα και για ποιο μίλημα πρόκειται εδώ, μας το λέει ένα απόσπασμα του Ξενοφάνη:

ΟΥΛΟΣ ΟΡΑΙ ΟΥΛΟΣ ΔΕ ΝΟΕΙ ΟΥΛΟΣ Τ' ΑΚΟΥΕΙ

Εδώ είμαι όλος αυτιά, είμαι όλος μάτια, είμαι όλος εννόηση. Ο ΛΟΓΟΣ δεν είναι γενικά κι αόριστα "η γλώσσα". Ο ΛΟΓΟΣ είναι εκεί και μόνον εκεί όπου ο άνθρωπος υπάρχει ΟΥΛΟΣ.

ΕΝ ΠΑΝΤΑ. Ποια είναι τα ΠΑΝΤΑ, τα οποία στον ΛΟΓΟΝ συλ-λέγονται; Στα αποσπάσματα του Ηράκλειτου αναφέρονται:

Άδης Διόνυσος. Δούλος Ελεύθερος. Ημέρα Νύχτα. Ανήφορος Κατήφορος. Χειμώνας Θέρος. Πόλεμος Ειρήνη. Λιμός Κορεσμός. Ζωντανό Πεθαμένο. Νέο Γηραιό. Νόσος Υγεία. Κάματος Ανάπαυση. Υγρό Ξηρό.

Στο ΠΑΝΤΑ μιλούν όσα εμείς παρασταίνουμε ως εκάστοτε αντίθετα. Αυτά, στον ΛΟΓΟΝ, δεν αντιτίθενται μεταξύ τους αλλά έρχονται κοντά το ένα στο άλλο, ενούνται: ΕΝ.

Έρχονται κοντά το ένα στο άλλο και συγγενεύουν, ως μεταξύ τους ξένα και ως μεταξύ τους οικεία. Στην γλώσσα μας υπάρχει μια λέξη στην οποία η συγγένεια ξένου και οικείου λέγεται ενί ονόματι: ΑΓΧΙΣΤΕΙΑ. Ο Ηράκλειτος δεν την αναφέρει. Όμως στα αποσπάσματά του σώζεται μια άλλη λέξη από την ίδια ρίζα, ΑΓΧ-, η οποία έχει παραδοθεί μεμονωμένη, δίχως συμφραζόμενα, και η οποία θα μπορούσε να ονομάζει το προκείμενο. Ο Heidegger θέτει αυτήν την λέξη ως τίτλο ενός διαλόγου του από το 1945:

ΑΓΧΙΒΑΣΙΗ

ΑΓΧΙΒΑΣΙΗ. ΤοΑΓΧΙ- της μιλά και σήμερα στην λέξη μας "αγχιστεία". Δηλώνει την συγγένεια ανάμεσα στο ξένο και στο οικείο. Η ΒΑΣΙΗ, το ρήμα ΒΑΙΝΩ, μιλά για "βήματα προς...". ΑΓΧΙΒΑΣΙΗ είναι βήματα προς την αγχιστεία. Όμως μέσα από την ίδια ρίζα μιλά και το "άγχος". Το συναντούμε εκεί όπου φαινόταν πως είχαμε απομακρυνθεί απ' αυτό. Λόγω, ΛΟΓΩΙ της ρίζας του, στον ΛΟΓΟΝ της ρίζας του, το άγχος έχει συλλέξει τα πάντα στο ΕΝ της αγχιστείας τους. Όμως, το άγχος, επιτελώντας αυτήν την συλλογή, παραμένει πιστό στην ρίζα του και στον ΛΟΓΟΝ της. Παραμένει στον εαυτό του, μάλιστα απολήγει καταρχήν στον εαυτό του, είναι το άγχος το οποίο είναι. Το άγχος είναι άγχος. Κινούμαστε στον χώρο αυτού το οποίο ο Heidegger, στην συνομιλία του με τον Παρμενίδη, αποκαλεί das tautologische Denken, "η ταυτολογική νόηση". Δεν πρόκειται για μια "σημασία" του άγχους. Το αληθινό άγχος δεν είναι "σημαίνον" το οποίο κολλάει σαν ταμπέλα επάνω στο "σημαινόμενο", π.χ. ενός αισθήματος.

Το άγχος είναι άγχος. Το "είναι" ας ακουστεί εδώ μεταβατικα: Το άγχος (όνομα) "οντίζει", πραγματώνει, το άγχος (τον εαυτό του: το αγχ-, την ΑΓΧΙΒΑΣΙΗ προς την αγχιστεία). Εδώ μιλά η ίδια η γλώσσα, μιλά ο ΛΟΓΟΣ του άγχους, τον οποίο δεν ορίζουμε εμείς, τον οποίο καλούμαστε να ακούσουμε και να ομο-λογήσουμε.

Ας προσέξουμε τώρα το άγχος ως άγχος, την αγχιστεία των αντιθέτων στο ΕΝ. Συνήθως κατοικούμε έναν κόσμο διασπασμένο σε αντίθετα. Χωρίζουμε μεταξύ τους: την αυτονομία και την εξάρτηση, την ασφάλεια και τον κίνδυνο, τον εχθρό και τον φίλο, την χαρά και την λύπη, την νίκη και την ήττα, την ζωή και τον θάνατο. Επιδιώκουμε να αρκεστούμε στο ένα και να εξαλείψουμε το αλλο.

ΜΟΡΦΑΣ ΓΑΡ ΚΑΤΕΘΕΝΤΟ ΔΥΟ ΓΝΩΜΑΣ ΟΝΟΜΑΖΕΙΝ

ΤΩΝ ΜΙΑΝ ΟΥ ΧΡΕΩΝ ΕΣΤΙΝ ΕΝ ΩΙ ΠΕΠΛΑΝΗΜΕΝΟ ΕΙΣΙΝ

"(Οι θνητοί) καταθέτουν γνώμες που ονομάζουν δύο μορφές, η μία από τις οποίες να μην τους χρειάζεται - εδώ πλανώνται.", γράφει ο Παρμενίδης, σε μια τόσο κοντινή και συνάμα τόσο μακρινή συμφωνία με τον Ηράκλειτο. Οι θνητοί χωρίζουν τις μορφές. Έχουν την γνώμη πως τους αρκεί η μία και πως η άλλη δεν χρειάζεται. Πλανώνται. Διότι είναι τα ίδια τα πράγματα που κάπου, κάπως, κάποτε, θα ματαιώσουν τα σχέδιά μας: Η αυτονομία θα εκπέσει στην πλέον ανελεύθερη εξάρτηση, η οχύρωση στην ασφάλεια θα κινδυνεύσει, ο φίλος θα γίνει ο μεγαλύτερος εχθρός, την χαρά θα ακολουθήσει η λύπη, η νίκη θα γνωρίσει την ήττα, η ζωή θα τελειώσει.

Ό,τι είχε τεθεί ως αντίθετο μ' ένα αλλο και αντιτιθέμενο προς αυτό, θα το συναντήσει, ΑΓΧΙΒΑΣΙΗ, τα δύο τους θα καταδειχθούν ως αυτά τα οποία είναι: συγγενικά, εξ αγχιστείας. Είναι η ίδια συγγένεια που γνωρίζουμε και σήμερα: Αυτοί οι οποίοι, χάρη σ' έναν γάμο, συναντώνται και, στην συνάντησή τους, αναγνωρίζονται συνάμα ως ξένοι και οικείοι - όπου και πάλι οι άνθρωποι ως επί το πλείστον καθηλώνονται στο ένα από τα δύο και δέχονται (ΔΟΞΑ) - μόνον την μεταξύ τους ξένωση ή την μεταξύ τους οικειότητα.

Στο άγχος συνέρχονται τα μέχρι τότε αντίθετα στον δρόμο της χθόνιας αγχιστείας τους. Οι ψυχολογικές-ψυχιατρικές παραστάσεις καθιστούν το άγχος "περίπτωση". Όμως είναι ο δρόμος, ο μόνος στον οποιο η αντιθετικότητα χάνεται και συμβαίνει ο κοινός κόσμος, η πραγματικότητα, ότι το λεγόμενο, ακόμα και όταν λέγεται απορριπτικά, είναι.

Όταν έρχεται η ώρα και η καθήλωση στην μία μορφή δεν μπορεί πλέον να κρατηθεί, τα αντιτιθέμενα συναντώνται. Όταν το άγχος είναι, ο αφορώμενος άνθρωπος καταλαμβάνεται εξ απήνης. Ο κόσμος του ανθρώπου, ο συγκεντρωμένος στην μία μορφή και οχυρωμένος απέναντι στην άλλη, χάνεται. Το άγχος σε πιάνει απ' τον λαιμό και σου κόβει την ανάσα: Αγχόνη, μια ακόμη λέξη, ένα ακόμη συν-ώνυμο, καθότι από την ίδια ρίζα, του αγχους. Και πάλι εκείνο το πιάσιμο απ' τον λαιμό κι η ασφυξία, η αγχόνη του άγχους, απομονωμένη και παραστημένη μέσα απο την τρέχουσα αξιολόγηση που απεχθάνεται κάθε τι το ακραίο, ανωδυνοποιείται και λογαριάζεται σαν "σύμπτωμα".

Η αγχόνη του άγχους έρχεται εκεί οπου η καθήλωση στην μία μορφή είχε φτάσει σε αδιέξοδο. Αυτή, ακριβώς αυτή είναι η ώρα όπου, με την ίδια σφοδρότητα, με την ίδια πιεστικότητα, με την οποία είχε προηγουμένως καταπολεμηθεί, εισβάλλει η άλλη μορφή και διατρανώνει την αγχιστεία της: Η εγγύτητα εκεί που κρατούνταν απόσταση, η απόσταση εκεί που κυριαρχούσε η εγγύτητα, ο ενήλικας εκεί όπου επέμενε το παιδί, το παιδί εκεί που ο ενήλικας το είχε ξεχάσει, η φιλία εκεί που υπήρχε η εχθρότητα, η εχθρότητα εκεί που μόνο η συμφιλίωση επιτρέπονταν, το άφημα εκεί που ασκούνταν ο έλεγχος, ο έλεγχος εκεί που όλα ήταν αφημένα, η υγεία εκεί που είχε εξαπλωθεί νοσηρότητα, η νόσος εκεί που τα πάντα σφύζαν από υγεία.

ΑΛΛΑΙ / ΟΔΩΝ ΟΔΟΙ ΠΕΡΑΙΤΕΡΑΙ

"Από κάποιους δρόμους, άλλοι δρόμοι προχωρούν 'περαιτέρω'", γράφει ο Πίνδαρος. Ο δρόμος του άγχους, η ΑΓΧΙΒΑΣΙΗ, λίγες φορές φθάνει μέχρι το τέλος και την συντέλεση. Συνήθως το άγχος παραμένει ουσιαστικά ανώνυμο, ο παθών δεν ονομάζει αυτό που του συμβαίνει. Ως επί το πλείστον κυριαρχεί κάποιου είδους αντίσταση και φυγή: Το άγχος παραμένει κάτι το άγνωστο, λέγεται δίχως να εννοείται, συγκαλύπτεται πίσω από αιτιάσεις φλυαρία υπερκινητικότητα, επικεντρώνεται στο "σωματικό σύμπτωμα", "ερμηνεύεται". Στην φυγή, ακόμη και όταν κανείς λέει "έχω άγχος", δεν το λέει ΟΥΛΟΣ.

Τι σημαίνουν αυτά για την θεραπευτική συνομιλία; Ο θεραπευτής καλείται να μην εννοήσει το άγχος του πελάτη του σαν κάτι το "νευρωτικό" το οποίο χρήζει ερμηνείας και "θεραπείας". Στο άγχος βλέπει έναν δρόμο. Το πρώτο του μέλημα είναι ν' αφήσει αυτόν τον δρόμο ν' ανοίξει, δηλαδή, με την τέχνη του, να καθοδηγήσει τον πελάτη του ώστε αυτός να ελευθερωθεί από την φυγή η οποία αρνείται επίμονα να αρμοστεί στον δρόμο του άγχους, ενώ έχει κληθεί σ' αυτόν.

Εδώ η αγχόνη, μέσα από την οποία ο πελάτης περνά, πρέπει να υποφερθεί. Ο θεραπευτής μπορεί να μείνει ελεύθερος απο κάθε ανησυχία, από κάθε συμπονετική και από κάθε παρηγορητική στάση όταν έχει εμπεδώσει το ότι, εφόσον παίζεται η αλήθεια, αυτός ο δρόμος είναι αναγκαίος και αναπόφευκτος.

Όταν το άγχος έρθει καθαρά και φτάσει στην κορύφωση και στην κρίση, όταν ο πελάτης εχει ανοίξει για το άγχος του, ΟΥΛΟΣ, τότε γίνονται θεραπευτής και πελάτης, ο ένας για τον άλλον, ομιλητοί: Μπορούν να συνομιλήσουν, ν' ακούσουν ο ένας τον άλλο. Όμως ο θεραπευτής μπορεί να είναι επαρκής συνομιλητής όταν και εφόσον έχει διακρίνει μια απάντηση στο οδηγό πλέον ερώτημα: Ποια καθήλωση, σε ποιαν μία μορφή, κλονίζεται στο άγχος του ανθρώπου; Ποια άλλη, μέχρι τώρα αποκλεισμένη, μορφή την πλησιάζει και ζητά ν' αποκαταστήσει την αγχιστεία τους;

Το άνοιγμα του πελάτη στο άγχος και η επάρκεια του θεραπευτή για την συνομιλία τους πηγαίνουν μαζί. Κανένας δεν μπορεί να προχωρήσει μόνος του, δίχως τον άλλον - Όμως, πηγαίνοντας μαζί, ο καθένας πηγαίνει από τον δικό του δρόμο.

Και όλα θέλουν την ώρα τους. Κατά έναν θαυμαστό και ανεξερεύνητο τρόπο είναι η ώρα αυτή που φέρνει τα πάντα.

ΩΡΑΙ ΑΙ ΠΑΝΤΑ ΦΕΡΟΥΣΙ

Όλα αυτά πάλι δεν γίνονται με την έννοια μιας διαδικασίας. Έρχονται ώρες όπου, απρόσμενα, το Μεταξύ θεραπευτή και πελάτη διαυγάζει, και συνομιλούν. Και έρχονται ώρες όπου απλώνεται μια θόλωση και μένουν στην ουσία βουβοί και χρειάζεται να περιμένουν, ν' αφήσουν χρόνο στον εαυτό τους. Στην συνομιλία τους ο δρόμος του άγχους προχωρεί, μέχρι εκεί που προχωρεί, στα σκοτεινά. Αριά και πού εκλάμψεις τον φωτίζουν, και

μέσα στα χάσματα της αστραπής

διαγράφεται η χάραξή του. Και το τέλος, εφόσον η συνομιλία τους φθάσει καν σε αληθινό τέλος, δεν είναι η απόληξη σε κάποιον σκοπό αλλά η εξοικείωση σ' αυτούς τους δρόμους, η κατοίκηση σ' αυτούς τους δρόμους, με τα σκοτάδια στα οποία κάποτε χάνονται, με τις λάμψεις στις οποίες, πάντα κάπως διαφορετικοί, ξεπροβάλλουν.

ΤΑ ΔΕ ΠΑΝΤΑ ΟΙΑΚΙΖΕΙ ΚΕΡΑΥΝΟΣ

"Τα πάντα έχουν για δοιάκι τον κεραυνό."

Η συνομιλία ενός ελληνόφωνου με τον Heidegger για τους δρόμους του άγχους ας κλείσει με κάτι δικό του σχετικό με την φύση των δρόμων που μνημονεύτηκαν, των δρόμων μας:

Οδοί

Οδοί,

Οδοί της νόησης, οι ίδιες οδεύοντας,

σβύνοντας. Γυρίζοντας πότε πάλι,

θεάσεις προς τα πού φέρνοντας;

Οδοί, οι ίδιες οδεύοντας,

άλλοτε ανοιχτές, αιφνίδια οι κλειστές,

όψιμες/./ δείχνοντας ένα πρώιμο:

μηδέποτε κεκτημένο, προορισμένο για την παραίτηση -

τα βήματα λύνοντας

στην κλαγγή αξιόπιστης μοίρας.

Και πάλι η ένδεια

αργόσυρτου σκότους

στο αναμένον φως.

PDF

ΑΛΗΘΕΙΑ


ΑΛΗΘΕΑ ΛΕΓΕΙΝ ΚΑΙ ΠΟIΕΙΝ θα πει στον Ηράκλειτο ΚΑΤΑ ΦΥΣΙΝ ΕΠΑΪΟΝΤΑΣ (απ. 112), και ΚΑΤΑ ΦΥΣΙΝ θα πει πως κάτι λέγεται ΟΚΩΣ ΕΧΕΙ (απ. 1), όπως έχει.

Τα ΑΛΗΘΕΑ είναι τα πράγματα, όπως έχουν, δηλαδή: όπως είναι.

Παράδειγμα: "Είμαι αγχωμένος."

Συνήθως λέμε κι ακούμε την φράση στον τονισμό: "Είμαι αγχωμένος". Εδώ το "αγχωμένος" προσδιορίζει το "είμαι", δηλαδή: Το είναι μου ορίζεται από το άγχος μου, εξαντλείται στο άγχος μου. Είμαι έγκλειστος μέσα του. Το άγχος προ-βάλλει, γίνεται πρό-βλημα, κι εγώ γίνομαι προβληματικός.

Τώρα η φράση, ίδια κι απαράλλαχτη, μπορεί να ειπωθεί με άλλον τρόπο: "Είμαι αγχωμένος". Τώρα το άγχος δεν είναι το κλουβί τού είναι μου. Τώρα το "είμαι" είναι σαν ένας δρόμος όπου, στην πορεία, πέφτω στο άγχος όπως πέφτω π.χ. σε μια καταιγίδα. Παρόλη της την σφοδρότητα και τους κινδύνους που κρύβει, ακόμα κι αν δεν βγω ζωντανός, το είναι μου, ο δρόμος που κάνω, που έκανα, και που ίσως ακόμα έχω να κάνω, δεν εξαντλείται στην καταιγίδα, δεν εξαντλείται στο άγχος μου.

Αυτή είναι μια δυνατότητα περιγραφής του "Είμαι αγχωμένος".

Σ' αυτήν την οπτική το κρίσιμο σημείο κάθε ψυχοθεραπείας βρίσκεται στην αφανή μετάπτωση από τον πρώτο τρόπο στον δεύτερο, από το "είμαι αγχωμένος" στο "είμαι αγχωμένος". Με μια έκφραση του Wittgenstein:
Δίνουμε στο γλωσσοπαίγνιο [το οποίο δεν είναι παιχνίδι με τις λέξεις αλλά "μορφή ζωής"] νέα κλείδωση.

Η θεραπεία που προσβλέπει στα πράγματα όπως είναι, και σαν τέτοια εννοείται εδώ η "φαινομενολογική-υπαρξιακή ανάλυση", είναι χρεωμένη την ΑΛΗΘΕΙΑ. Την θεραπεύει: την υπηρετεί.

Η "νέα κλείδωση", ο δρόμος τού είναι, δεν εφαρμόζεται μόνο εκεί που η λέξη αναφέρεται ρητά, όπως στο παράδειγμα που χρησιμοποίησα. Το είναι εξυπακούεται σε κάθε λέξη, διότι η κάθε λέξη συνοδεύεται από το είναι όπως η κάθε μελωδία της τσαμπούνας από τον πάντα ίδιο ήχο του δεύτερου σωλήνα που κρατάει το ίσο.

Η ΑΛΗΘΕΙΑ ονομάζει τον δρόμο στον οποίο τα πράγματα λέγονται και νοούνται - όπως είναι. Επαναλαμβάνω: Το "όπως είναι" δεν τονίζει το "όπως", δηλαδή δεν απαντά στο ερωτηματικό "πώς;", αλλά ακολουθεί το αναφορικό "πως", "πως είναι": Μιλά στην τονικότητα του είναι.

Στην έκφραση "τονικότητα του είναι" πρέπει ν' ακουστεί το βασικό στοιχείο τής "νέας κλείδωσης" που αποκτά η "μορφή της ζωής". Θα χρησιμοποιήσω έναν λόγο του Αλέξανδρου Βιζυηνού από "Το Φάσμα μου" και θα υπογραμμίσω ότι "μετάπτωση στην τονικότητα του είναι" θα πει: αλλάζει ο ρυθμός του κόσμου.

Τα πράγματα, όπως είναι, ονομάζονται όντα, και στην πρώτη εποχή του Ελληνισμού ΕΟΝΤΑ. Το ΕΟΝ στον Παρμενίδη καλείται ΑΛΗΘΕΙΗΣ ΗΤΟΡ (απ. 1): το σπλάχνο, η καρδιά της αλήθειας: το ίσο της μουσικής που παίζει στον εκάστοτε ρυθμό του κόσμου.

Τα όντα λέγονται από παλιά και με δύο προθέματα: παρ-όντα, απ-όντα, ΠΑΡΕΟΝΤΑ, ΑΠΕΟΝΤΑ.
Παρμενίδης (4,1):
ΛΕΥΣΣΕ Δ' ΟΜΩΣ ΑΠΕΟΝΤΑ ΝΟΩΙ ΠΑΡΕΟΝΤΑ ΒΕΒΑΙΩΣ
"Και βεβαίως δες όμοια με τον νου τα απόντα, τα παρόντα." (Η μετάφραση δική μου.)

Πώς μπορούν να είναι ποτέ όμοια, παρόντα και απόντα; Ρωτάει αυτός που ακούει τις λέξεις στο τονισμό παρόντα, απόντα. Διότι απο- και παρα- δεν είναι όμοια. "Απ-όντα" ονομάζουμε τα απόμακρα πράγματα, τα παρελθόντα και τα μελλοντικά, τα πράγματα της φαντασίας και των ονείρων. "Παρ-όντα" ονομάζουμε τα αισθητηριακά αντιληπτά πράγματα στο εδώ και τώρα.

Ο χωρισμός απόντων και παρόντων πηγαίνει μαζί με μια στάση απέναντί τους η οποία κάθε φορά έχει την μορφή στέρησης και πληρότητας, νοσταλγίας και λησμοσύνης, επιθυμίας και φόβου, εξάρτησης και φυγής κλπ. και των ποικιλόμορφων σύμμεικτων μορφών τους.

Όμως η γραφή του Παρμενίδη λέει: "δες με τον νου", και ο νους, το ΝΟΕΙΝ, βρίσκεται στην τονικότητα του ΕΙΝΑΙ (απ. 3). Το ΛΕΥΣΣΕ ΝΟΩΙ μας παροτρύνει να δούμε απόντα και παρόντα ως παρόντα, απόντα. Τι θα πει αυτό; Θα πει ότι απόντα και παρόντα είναι, πριν από κάθε τι άλλο, - όντα:
Κατά όμοιο τρόπο, απόντα και παρόντα είναι.

Τι θα πει αυτό; Θα πει ότι στο ΛΕΥΣΣΕ Δ' ΟΜΩΣ ΝΟΩΙ η λάμπα απέναντί μου, που με φωτίζει, ο Hanspeter Padrutt (που κυρίως σε συνομιλία μαζί του γράφονται αυτές οι αράδες) εκεί πέρα στην Ζυρίχη, οι ώρες που παλιά περάσαμε μαζί, η ώρα που ίσως κάποτε, με τα ατελή του νέα ελληνικά, κοπιάσει να παρακολουθήσει αυτό το κείμενο, όλα τους, κατά όμοιο τρόπο, είναι.

Σ' αυτό το ΛΕΥΣΣΕ ΟΜΩΣ, στο όμοιο ίδωμα απόντων και παρόντων, οι ποικίλες και περιστασιακές στάσεις απέναντι στο απο- και στο παρα- (στέρηση και πληρότητα, νοσταλγία και λησμοσύνη, επιθυμία και φόβος, εξάρτηση και φυγή κλπ.) χάνουν κάθε νόημα και διαλύονται σαν την ζάχαρη στο νερό.

Δυο παραδείγματα ενός τέτοιου βλέμματος (Οι στίχοι που μας αφορούν εδώ, με πλάγιους χαρακτήρες):
Καβάφης, Θυμήσου, σώμα...

Σώμα, θυμήσου όχι μόνο το πόσο αγπήθηκες,
όχι μονάχα τα κρεββάτια όπου πλάγιασες,
αλλά κι εκείνες τες επιθυμίες που για σένα
γυάλιζαν μες στα μάτια φανερά,
κ' ετρέμανε μες στην φωνή - και κάποιο
τυχαίον εμπόδιο τες ματαίωσε.
Τώρα που είναι όλα πια μέσα στο παρελθόν,
μοιάζει σχεδόν και στες επιθυμίες
εκείνες σαν να δόθηκες
- πώς γυάλιζαν,
θυμήσου, μες στα μάτια που σε κύτταζαν•
πώς έτρεμαν μες στην φωνή, για σε, θυμήσου, σώμα.



Σεφέρης, Θερινό Ηλιοστάσι

Τώρα,
Με το λιωμένο μολύβι του κλήδονα
Το λαμπύρισμα του καλοκαιρινού πελάγου,
η γύμνια ολόκληρης της ζωής•
και το πέρασμα και το σταμάτημα και το πλάγιασμα και το τίναγμα
τα χείλια το χαϊδεμένο δέρας,
όλα γυρεύουν να καούν.
Όπως το πεύκο καταμεσήμερα
Κυριεμένο απ' το ρετσίνι
Βιάζεται να γεννήσει φλόγα
Και δε βαστά πια την παιδωμή -
Φώναξε τα παιδιά να μαζέψουν τη στάχτη
Και να τη σπείρουν.
Ό,τι πέρασε πέρασε σωστά.
Κι εκείνα ακόμη που δεν πέρασαν
πρέπει να καούν

τούτο το μεσημέρι που καρφώθηκε ο ήλιος
στην καρδιά του εκατόφυλλου ρόδου.

Στην θεραπεία, όταν κανείς έχει τ' αυτιά να τ' ακούσει, που θα πει και να τα προκαλέσει, αυτό συμβαίνει π.χ. εκεί που κανείς λύνεται από την καθήλωση στους γονείς που έχει, αλλά και στους γονείς που ενδεχομένως θα ήθελε να έχει, από την καθήλωση στα πράγματα που ευτύχησαν να συμβούν, αλλά και σ' εκείνα που δεν ευοδώθηκαν, από την καθήλωση σ' αυτό στο οποίο βρίσκεται, αλλά και σ' αυτό στο οποίο ελπίζει, περιμένει να βρεθεί.

Η λύση από το βάσανο της στέρησης, η προσκόλληση στην επιδίωξη της πληρότητας κλπ. δεν επιτυγχάνεται με ψυχολογίστικες ερμηνείες και με συμπεριφορικές τεχνικές. Χαρίζεται στα μάτια που ανοίγουν για την ΑΛΗΘΕΙΑ, δηλαδή ανοίγουν με όμοιο τρόπο για παρόντα και απόντα.

Το όμοιο βλέμμα για απόντα και παρόντα καθιστά αδύνατη την μονομέρεια ως καθήλωση π.χ. σε έναν άνθρωπο, σε ένα πράγμα, στη ζωή: Κανείς μπορεί αληθινά να βρίσκεται με τον άλλον όταν ξέρει και να χωρίζει, μπορεί αληθινά να χαίρεται κάτι όταν ξέρει και να το χάνει, μπορεί αληθινά να ζει όταν ξέρει και να πεθαίνει.

Τι μας υποχρεώνει σε μια τέτοια αλήθεια; Μια φράση του Παρμενίδη λέει (απ. 6,1):
ΧΡΗ ΤΟ ΛΕΓΕΙΝ ΤΕ ΝΟΕΙΝ Τ' ΕΟΝ ΕΜΜΕΝΑΙ.
"Χρέος είναι τούτο, να λέγεται και να νοείται: το ον είναι." (Μετάφραση δική μου.)

Η φράση του Παρμενίδη, αν είχε τον χαρακτήρα της εντολής, θα μας μιλούσε για την υποχρέωση να λέμε και να σκεφτόμαστε: "Το ον είναι ... Το ον είναι ... Το ον είναι ... κ.ο.κ.". Όμως αυτό δεν έχει νόημα.

Η φράση του Παρμενίδη έχει τον χαρακτήρα αυτού το οποίο οι Αρχαίοι αποκαλούν ΝΟΜΟΣ, και την διευκρίνιση του οποίου οφείλουμε στο έργο του Θρασύβουλου Γεωργιάδη.

Στο κελάιδημα ενός πουλιού, π.χ. της δεκαοχτούρας, υπ-άρχει ένας ΝΟΜΟΣ: Το ακούμε κι αναγνωρίζουμε το χαρακτηριστικό κελάιδημα της δεκαοχτούρας. Ο Αριστοφάνης μιλά για τον ΕΠΙΚΛΑΥΤΟΝ ΑΗΔΟΝΙΟΝ ΝΟΜΟΝ (Βάτραχοι, στ. 684).

Ο ΝΟΜΟΣ της δεκαοχτούρας χρειάζεται την δεκαοχτούρα, το κελάιδημά της, καθώς μόνο σ' αυτήν την πράξη αποκτά υπόσταση, κάθε φορά για πρώτη και τελευταία φορά.

ΝΟΜΟΣ: Η δεκαοχτούρα νέμεται αυτό που της έχει απομεμηθεί, και σ' αυτήν την νομή είναι.

Το "Είναι-στον-κόσμο" του Heidegger, το "γλωσσοπαίγνιο" του Wittgenstein είναι ΝΟΜΟΙ: Ανανωρίζουμε σ' αυτούς το τέλος μιας εποχής, την δυνατότητα μιας άλλης, αυτό που είμαστε κι αυτό που μπορούμε να είμαστε.

Τέτοιοι ΝΟΜΟΙ χρειάζονται τον άνθρωπο και τα πουλια και τα πάντα. Όμως, όπως και στο παράδειγμα της δεκαοχτούρας, το "χρειάζονται" δεν αναφέρεται σε κάτι περιστασιακό, όπως π.χ. όταν ο υπάλληλος ρωτάει τον προϊστάμενό του: "Με χρειάζεστε;", κι αυτός απαντά: "Σε χρειάζομαι" ή "Δεν σε χρειάζομαι."

Όπως η δεκαοχτούρα είναι εκτελώντας τον ΝΟΜΟ της, έτσι κι ο άνθρωπος είναι κάνοντας την ζωή του και πεθαίνοντας τον θάνατό του με το να εκτελεί τους ΝΟΜΟΥΣ που τον χρειάζονται. Τον χρειάζονται με τον ίδιο τρόπο που οι ψυχές στην Νέκυια της Οδύσσειας χρειάζονται να πιουν το αίμα για να βρουν την λαλιά τους και να μιλήσουν με τον άνθρωπο που κατέβηκε να τις συναντήσει.

Αυτό είναι το ΧΡΗ στην φράση του Παρμενίδη ΧΡΗ ΤΟ ΛΕΓΕΙΝ ΤΕ ΝΟΕΙΝ Τ' ΕΟΝ ΕΜΜΕΝΑΙ.

Ο δρόμος τού είναι, είναι ΝΟΜΟΣ. Χρειάζεται τον άνθρωπο. Όπως με την δεκαοχτούρα στο κελάιδημά της, στο καθοδόν τού είναι αναγνωρίζουμε τον άνθρωπο σε κάθε λέξη του, σε κάθε ανάσα του. Είμαστε εκτέλεσή του, είτε το ξέρουμε είτε όχι, είτε το θέλουμε είτε όχι.

Και όπως μόνον αυτός που βλέπει μπορεί να είναι τυφλός, μόνον αυτός που έχει χρεωθεί την τονικότητα τού είναι μπορεί, και πρέπει, ευρισκόμενος μέσα στον τόνο, να είναι παράτονος, π.χ. στο βάσανο της στέρησης και στην επιδίωξη της πληρότητας κλπ. που αναφέρθηκαν, μπορεί, ευρισκόμενος στο "είμαι αγχωμένος", να λέει: "είμαι αγχωμένος".

Αυτό το χρέος, που είμαστε, είναι που στον Παρμενίδη έρχεται και με τα ονόματα ΜΟΙΡΑ, ΘΕΜΙΣ, ΑΝΑΓΚΗ: Το χρέος που είμαστε είναι η μοίρα μας. Μας θεσπίζει. Είναι ανάγκη.

Και γιατί αυτό το χρέος είναι μοίρα και θεσμός κι ανάγκη; Μάς το λέει το απόσπασμα 3 που αναφέρθηκε επιτροχάδην:
ΤΟ ΓΑΡ ΑΥΤΟΝ ΝΟΕΙΝ ΕΣΤΙΝ ΤΕ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ.
"Καθότι είναι το αυτό, νόηση και είναι." (Μετάφραση δική μου.)

Αν το ΝΟΕΙΝ ονομάζει το ιδιαίτερο του ανθρώπου, τότε το απόσπασμα λέει πως ο άνθρωπος δεν έχει καμιά ιδιαιτερότητα: Δεν υπάρχει τίποτα που να ξεκινά και να τελειώνει αληθινά σ' αυτόν, είτε σαν άτομο είτε σαν οικογένεια είτε σαν κοινωνία είτε σαν ανθρωπότητα. Το αγχωμένος, για παράδειγμα, δεν ανήκει στο "εγώ" αλλά στο είμαι, με τον τρόπο που αναφέρθηκε.

Το χρέος για το οποίο γίνεται λόγος εδώ, "στην ηχώ του Παρμενίδη" (Heidegger), είναι όπως το χρέος του μήλου να πέφτει κάτω από την μηλιά. Αυτό θα πει, σε αναφορά με τα προηγούμενα: Είναι μοίρα και θεσμός και ανάγκη, το μήλο να βρεθεί στο μέρος που ήδη ανήκει και που το περιμένει, ο άνθρωπος, μέσα από δρόμους παράξενους, να βρίσκει, δηλαδή να χάνει, την ταυτότητά του στην ταυτότητα με το είναι. Το άγχος "μέσα μου" απολύεται στην καταιγίδα του δρόμου.

Και η θεραπευτική συνάντηση που είναι χρεωμένη την ΑΛΗΘΕΙΑ;

Είναι ο δρόμος από το παράτονο της σύγχυσης και της πλάνης στην κατοίκηση μέσα στον τόνο. Δεν σημαίνει πως η πλάνη εξοβελίζεται. Δεν πρόκειται για μύηση. Όταν κανείς έχει βρεθεί μια φορά μέσα στον τόνο, τότε γνωρίζει και τις ώρες που μιλά και πράττει παράτονα: Αναγνωριζονται τόσο η αλήθεια όσο και η πλάνη, που και τα δύο έχουν τον τόπο τους. Αναγνωρίζεται, και μένει αποδεκτή, η ώρα της σύγχυσης, της συσκότισης.

Δεν πρόκειται για "γνώση". Περισσότερο πρόκειται για το ότι αλήθεια και πλάνη παύουν να είναι καν θέμα: Μαθαίνεις να προχωράς στα τυφλά, καλύτερα, μαθαίνεις ότι προχωράς στα τυφλά, δηλαδή ποτέ αληθινά με την δική σου προαίρεση. Αναγνωρίζεται η περατότητα, η θνητότητα. Μαθαίνεται η ταπεινοσύνη.

Το ζητούμενο δεν είναι η θεραπεία με στόχο την καλύτερη ισορροπία, την αποτελεσματικότερη "λειτουργία", την ψυχική υγεία, αλλά η επάφεση σ' αυτό που δεν εξυπηρετεί τον άνθρωπο αλλά τον ορίζει. Είναι η ανιδιοτέλεια ως παραίτηση από την πρωτοκαθεδρία του "θέλω", του "πρέπει" και αποδοχή ότι το είμαι είναι πάντα δυνατότερο από το "θέλω" ή "πρέπει" να είμαι.

Αυτό δεν είναι "αυτογνωσία", "αυτοπραγμάτωση" αλλά η εμπράγματη, επώδυνη και συνάμα λυτρωτική άρρητη εξοικείωση στο πολύμορφο, πολυσήμαντο, πολύφωνο παιχνίδι ζωής και θανάτου.

Η εξοικείωση συμβαίνει στο πεδίο της γλώσσας, ως ονομασία. Ονόματα χιλιοειπωμένα, τώρα λέγονται στην πραγματικότητα για πρώτη φορά, και "γράφουν" - Πατέρας. Μητέρα. Καλημέρα. Καληνύχτα. Όπως ένα έργο της τέχνης, της νόησης, όπως εδώ κι εκεί στην καθημερινότητα, έτσι και η θεραπεία, η χρεωμένη την ΑΛΗΘΕΙΑ, δεν είναι παρά μια σειρά από πράξεις ονομασίας που ευτύχησαν να συμβούν - μια σειρά από πράξεις αλήθευσης, στις οποίες μέσα άνθρωπος και κόσμος ξαναβαφτίζονται.

PDF

Φαινομενολογια και Υπαρξη


Πριν απο μισο χρονο με επισκεφθηκε μια νεαρη ψυχολογος που ηθελε να μαθει περισσοτερα για τον τροπο της θεραπευτικης μου εργασιας. Ειχε, μου ειπε, ακουσει μιαν ομιλια μου, κι αυτο που συγκρατησε ηταν μια φραση, οτι η ψυχαναλυση ειναι συνομιλια. Πως το εννοω αυτο;

Της αφηγηθηκα ενα στιγμιοτυπο απο την αμεσως προηγουμενη ωρα:
Μια γυναικα λεει, ο αντρας της τελευταια τρωει ανεξελεγκτα, εχει παχυνει, κουραζεται, κι αυτη ολο του λεει να μην τρωει, μια αγωνια, αυτος θυμωνει, καταληγουνε να μαλωνουν, δεν ξερει τι να κανει...

Τα τελευταια της λογια ("... τι να κανω ..."), ακομα κι αν δεν αποτεινονται στον θεραπευτη, θα μπορουσαν να τον παρασυρουν και να προσπαθησει ο ιδιος να βρει, τι να κανει, και να της δωσει μια συμβουλη.

Συνηθως θεωρειται πως συμβουλευτικη και αναλυτικη θεραπεια ειναι απλως ξεχωριστες μεθοδοι και πως αν π.χ. αυτη η γυναικα δεν ηταν ξαπλωμενη σ' ενα κρεβατι κι εγω δεν καθομουν πισω της, θα της εδινα συμβουλες, που δεν της δινω επειδη "κανουμε αναλυση". Ειναι λαθος. Η συμβουλη ειναι δυνατη μονον εκει που κανεις ειναι ελευθερος να φερθει κι αλλιως. Αν εχω π.χ. αχρωματοψια, η συμβουλη "στο κοκκινο σταματα, στο πρασινο ξεκινα" ειναι αχρηστη.

Η γυναικα, στην προκειμενη περιπτωση, δεν ειναι ελευθερη. Που το ξερω; Το μαρτυρει το λαχανιασμενο και το σπασμωδικο της φωνης της, ο τροπος της, που σαν υπνοβατης λεει στον αντρα της τα ιδια και τα ιδια, πεφτοντας συνεχως πανω στον τοιχο της οργισμενης του αντιδρασης. Στα λογια της δεν βλεπω τοσο πολυ τον αντρα, δεν τον εχω τοσο ζωντανο μπροστα στα ματια μου. Την σκηνη την καταλαμβανει σχεδον η γυναικα. Τι θα πουν ολα αυτα; Οτι δεν μιλα για μια δικη του υποθεση, αλλα για δικη της.

Εγκαταλειπω λοιπον το ενδεχομενο μιας συμβουλης. Ομως ουτε και τεινω να εξηγησω, που θα πει στην συνηθισμενη ψυχολογικη σκεψη: να μεταφρασω τα λογια της γυναικας στην γλωσσα ενος ψυχαναλυτικου η αλλου μοντελου, π.χ. σε ορους "στοματικου σταδιου", να κανω συνδεσεις, π.χ. με την σχεση της μ' εμενα και την "μεταβιβαση", να σκεφτω το ενα και το αλλο και να δωσω μια ερμηνεια του στιλ: "Αυτο σημαινει αυτο."

Για μενα το ζητουμενο ειναι, αυτο που λεει η γυναικα να το προσεξουμε περισσοτερο.

Ομως που βρισκεται το ζητουμενο; Οχι στον αντρα της και την πολυφαγια του, αλλα πιο πριν, οπως ειπα προηγουμενως, στον τροπο με τον οποιο η πολυφαγια του αντρα της την αφορα. Αυτο ειναι το πρωτο. Και οσο αυτο, δηλαδη η ακομα αγνωστη δικη της υποθεση, την κρατα δεσμια, δεν θα ειναι σε θεση να στραφει στον αντρα της και στο ενδεχομενο προβλημα του πραγματικα.

Και πως μπορουν τα σημαδια που μου σημαινουν οτι η γυναικα μιλα για δικη της υποθεση να γινουν θεμα, εκει που τα λογια της εχουν για θεμα τον αντρα της; Απ' οσα ειπε, μου φαινεται πως η λεξη "αγωνια" δειχνει καθαροτερα προς το ζητουμενο.

Την ρωταω λοιπον:
- Αυτην την αγωνια, μπορειτε να την περιγραψετε περισσοτερο;

Εγω δεν ξερω σχετικα τιποτα. Ειναι σαν να συμπλεουμε σ' ενα καραβι, εγω ενας τυφλος, που ομως πιανω την κατευθυνση του αερα, της δειχνω προς τα κει, και τωρα αυτη χρειαζεται να κανει την στροφη και να πει τι βλεπει, ποια εικονα και ποιον οριζοντα.

Αυτο εννοω με "συνομιλια": Ο ενας χρειαζεται τον αλλο, και μονο ετσι ειναι δυνατη μια αληθινη συνομιλια, μια αληθινα θεραπευτικη συνομιλια.

Λεει λοιπον η γυναικα:
- Εχω την αγωνια οτι θα πεθανει.

Εδω παλι θα μπορουσα να πω αυτα που γνωριζω απο την βιβλιογραφια: Ο φοβος ειναι ασυνειδητη επιθυμια, η γυναικα ασυνειδητα επιθυμει τον θανατο του αντρα της. Ομως αυτο δεν εχει κερδηθει απο την συνομιλια μας, και γι' αυτο ειναι αχρηστο. Τοσο απλα.

Το πολυτιμοτερο στην συναντηση μας δεν ειναι τετοιου ειδους γνωσεις. Το πολυτιμοτερο ειναι η δυνατοτητα, αυτη η γυναικα να μαθει να συνομιλει. Κι αυτο μαθαινεται μονον στο ζωντανο παραδειγμα της ιδιας της θεραπευτικης συναντησης.

Η τελευταια απαντηση της γυναικας, "Εχω την αγωνια οτι θα πεθανει.", λεχθηκε καπου βιαστικα και, αν τα λογια αποτυπωνονταν σε γραπτη γλωσσα, η τελεια στο τελος θα ηταν εντονη και παχια, σαν να 'λεγε: "Μεχρι εδω ... Φοβαμαι ... Τρομερα πραγματα ... Δεν θελω να το σκεφτομαι ..."

Την ρωταω:
- Ας υποθεσουμε οτι πεθαινει. Πως ειναι τοτε;

Η ερωτηση μου την καλει, την εικονα που φοβαται να την φερει εμπρος στα ματια της, να σταθει απεναντι της και να την αντιμετωπισει.

Η απαντηση της:
- Θα φταιω.

Τωρα βλεπουμε καθαροτερα πως η πολυφαγια του αντρα της ειναι δικη της υποθεση.

Ομως ο τυφλος εδω αντιλαμβανεται κατι ακομα: Απ' ολες τις δυνατες αντιδρασεις στην πολυφαγια του, η γυναικα λεει: "Θα φταιω." Θα μπορουσε ποτε να πει αυτην τη φραση αν δεν ηταν κατα καποιον τροπο προκατειλημμενη ωστε να αντιδρα ετσι; Μπορει ποτε μια τετοια φραση να ερθει απο το πουθενα;

Βλεπει κανεις πως τα πραγματα αναπτυσσουν εναν δικο τους ρυθμο και, αν ξερουμε να του ανταποκριθουμε, καθοδηγουνε τα βηματα μας με μια σιγουρια απειρως ανωτερη απο την πιστη σε μια ερμηνεια και στην θεωρια στην οποια στηριζεται.

Γραφει καπου ο Martin Heidegger: Η νοηση βαστα ορτσα στον αερα του πραγματος.

"Θα φταιω", λεει η γυναικα. Αντιλαμβανομαι το προκατειλημμενο των λογων της, κατα κει τωρα χρειαζεται να ορτσαρουμε, την ρωτω:
- Αυτο το "θα φταιω", σας λεει κατι; Που το πρωτογνωρισατε; Ποτε το πρωτακουσατε; Ποτε το πρωτοειπατε; Ξερετε;

Η γυναικα μιλαει για την μητερα της, πως μεγαλωσε ουσιαστικα ακουγοντας οτι την στεναχωρουν κι οτι θα την πεθανουν κλπ.

Τονιζω και παλι οτι αυτα δεν συνιστουν "υλικο" για ερμηνειες. Η ιδια η αποκαλυψη τους, ο ερχομος τους σε γλωσσα, οταν οι λεξεις εννοουνται και δεν λεγονται για να λεγονται, ειναι το θεραπευτικο. Και τουτο μονο σε μιαν αληθινη συνομιλια ειναι δυνατο.

"Αποκαλυψη" που δεν καταληγει στο αποκαλυφθεν, οπως π.χ. σε μια ανακριση, αλλα σαν δρομος, σαν τροπος ζωης - και θανατου.

Η ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΛΟΓΙΑ, για την οποια γινεται λογος στον τιτλο του κειμενου και του Περιοδικου και της Εταιρειας του, εχει τον χαρακτηρα του δρομου μιας τετοιας προσεγγισης στα πραγματα, μιας τετοιας αποκαλυψης. Οδωνεται απο την συνομιλια.

Γι' αυτο και χρειαζεται να προσεξουμε και να μην θεωρησουμε το ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ αντικειμενο, ενα κατι, αλλα να τιμησουμε τον ρηματικο χαρακτηρα που εχει, σαν μετοχη. Ονομαζει αυτο τουτο το συμβαν της φανερωσης, της αναφυησης.

Οπου στην αναφυηση στο ανοιχτο αναφυεται συναμα η προελευση της, το αβατο κι απροσιτο των ριζων - ακριβως σαν αβατο και απροσιτο. Ακριβως οπως στην ανατολη συν-ανατελλει το σκοταδι. Το σκοταδι, ακριβως οπως το ανασυρει π.χ. κι ενα ποντικι που ξετρυπωνει απο τα εγκατα και τρομαζει τις νοικοκυρες. Ακριβως οπως η πολυφαγια του αντρα φερνει εμπρος στην γυναικα την αλλοτινη μορφη της μητερας της.

Η Φαινομενολογια ειναι, με μια εκφραση και παλι του Heidegger, ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΦΑΝΟΥΣ. Γι' αυτο ο θεραπευτης χρειαζεται να ειναι τυφλος αλλα και, Hoelderlin,
μ' ενα ματι περισσιο.

Η θεραπεια της γυναικας με την αγωνια για την πολυφαγια του αντρα της, επιζητει το ανοιγμα των ματιων γι' αυτο στο οποιο βρισκεται ηδη, και το οποιο πλησιασαμε κατα την μεταξυ μας συνομιλια.

Θελουμε να εννοησουμε κατι που βρισκεται ηδη ανοιχτο εμπρος στα ματια μας.
γραφει ο Ludwig Wittgenstein. Και:

Οι σημαντικοτερες για μας πλευρες των πραγματων ειναι κρυμμενες λογω της απλοτητας και της καθημερινοτητας τους.

Ετσι η Φαινομενολογια ονομαζει τον δρομο "πισω στα πραγματα", δηλαδη στην πρωτη αρχη τους, που δεν ειναι αλλη απο τα πραγματα αυτα καθαυτα, ομως "κρυμμενα", αν και "μπροστα στα ματια μας".

Ανηκει στην αρχη, μ' αυτην την εννοια, να υπ-αρχει. Ετσι και η ΥΠΑΡΞΗ δεν ειναι ενα κατι. Ονομαζει τον τροπο με τον οποιο αρχουν τα πραγματα. Αρχουν, δηλαδη συνιστουν το σημειο αναφορας καθε αναφορας: Αρχουν με τον τροπο της υπ-αρξης.

ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΛΟΓΙΑ και ΥΠΑΡΞΗ ειναι λεξεις ομοουσιες: Ειναι ο τροπος της Υπ-αρξης, που κανει αναγκαια την Φαινομενολογια ως αποκαλυψη. Ειναι ο δρομος της Φαινομενολογιας, που επιτρεπει στην Υπ-αρξη να ερθει, σαν τετοια, δηλαδη σαν ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ, με το Αφανες που το συνοδευει, στο φως, δηλαδη στην γλωσσα. Στον Παρμενιδη αποκαλειται ΑΛΗΘΕΙΑ.

Η νεαρη ψυχολογος που μ' ακουγε, μεχρι τωρα δεν ξαναφανηκε.

(Δημοσιευτηκε στο περιοδικο "Ψυχανεμισματα", Τευχος 1ο, Φθινοπωρο 2005.)

PDF

Θεραπευτικη παιδεια

Οπως η "μουσικη παιδεια" αναφερεται σε κατι περαν της εκμαθησης ενος οργανου, η "πολιτικη παιδεια" σε κατι περαν της συμμετοχης σ' ενα πολιτικο κομμα, ετσι και η "θεραπευτικη παιδεια" δεν εξαντλειται στον χωρο των θεραπευτικων σχολων, δεν τις ανταγωνιζεται και δεν τις υποκαθιστα. Αντιθετα, οπως στη μουσικη και ισως και στην πολιτικη, μια καποια σχολη ειναι η σκαλα προς τη θεραπευτικη παιδεια. Οταν κανεις την ανεβει, μπορει και να την πεταξει.

Προκειται για τη μορφη της παιδειας που εννοουσε ο Πλατωνας: "Περιαγωγη ολης της ψυχης": Η θεραπευτικη παιδεια ονομαζει εκεινη τη διασταση οπου ενας θεραπευτης ειναι ο ανθρωπος που ειναι. Με αλλα λογια, οπου ο θεραπευτης ειναι θεραπευτης με "ολη του την ψυχη". Με αλλα λογια, οπου ο θεραπευτης θεραπευει προπαντων με το δικο του ζωντανο παραδειγμα.

Εδω οδηγος προς μια τετοια παιδεια ειναι η εδραιωμενη πεποιθηση οτι περαν της οποιας θεραπευτικης κατευθυνσης, περαν των οποιων τεχνικων και θεωρητικων γνωσεων, ο επαρκης θεραπευτης χαρακτηριζεται απο μια οξυτητα του βλεμματος, μια ευρυτητα της καρδιας και του νου, ενα βαθος του λογου που δεν ερχονται απο τη μελετη της ψυχιατρικης και της ψυχολογιας αλλα απο αλλου.

Η θεραπευτικη παιδεια, οπως επιδιωχθηκε σε μαθηματα μου που ξεκινησαν στην Ελλαδα πριν απο δεκαπεντε χρονια, και πλεον συνεχιζονται στο πλαισιο του εκπαιδευτικου προγραμματος της Εταιρειας, αποκταται στον οριζοντα μιας διαρκους συνομιλιας με μεγαλες μορφες της νοησης και της ποιησης των αρχαιων και νεοτερων χρονων: Προσωκρατικοι, αρχαιοι λυρικοι και τραγωδοι, συγχρονοι δασκαλοι του Ζεν, Freud, Heidegger, Wittgenstein, Hölderlin, Celan, Γεωργιαδης κ.α.

Φυσικα δεν προκειται για τη μεταδοση μιας "διδακτεας υλης" και την αποκτηση γνωσεων. Προκειται περισσοτερο για την εξοικειωση σ' ενα ανοιγμα, οπως π.χ. ο καπετανιος που κανει δρομολογια στη λιμνη και καλειται εφεξης να ταξιδευει στο πελαγος. Στα καθ' ημας, η εξοικειωση στο "πελαγος" επιδιωκεται με τους παρακατω τροπους:

1. Το πρωτο ειναι η εμπειρια μιας προσωπικης θεραπειας, της λεγομενης "εκπαιδευτικης αναλυσης" που δεν διαφερει σε τιποτα απο οποιαδηποτε αλλη αναλυση.

Σ' αυτο το ευρυ πεδιο δεν θα επεκταθω ιδιαιτερα. Θα υπογραμμισω μονο οτι η κατευθυνση δεν ειναι αυτη της "θεραπειας" των λεγομενων "ψυχοπαθολογικων συμπτωματων" αλλα, παντα με την εννοια της "περιαγωγης ολης της ψυχης", η μαθητεια στη συνομιλια, στη δυνατοτητα να βλεπει, ν' ακουει και να μιλα. Τα αλλα ερχονται απο μονα τους.

2. Στη θεραπευτικη συναντηση, οπως ανεφερα, ο θεραπευτης μετεχει με τον εαυτο του. Ο "εαυτος" δεν χρησιμοποιειται εδω ως ορος της ψυχολογιας. Σημαινει την μη περαιτερω αναλυσιμη ιδιαιτεροτητα μου, την «εκαστοτητα» μου, σημαινει την πρωτογενη και παντα εκ νεου δοκιμαζομενη ταυτολογια του οτι ειμαι αυτος που ειμαι. Σημαινει την αναγκη και το καλεσμα να αναλαβω το δικο μου και οχι να επιδιωκω αυτο που θα 'θελα η θα 'πρεπε να ειμαι.

Ο θεραπευτης ως θεραπευτης δεν καλειται να παρει αποσταση απο τον εαυτο του αλλα να υπεισελθει σ’ αυτον ακομη περισσοτερο: να γνωρισει, να δεχτει και να εκπροσωπησει ακομη καθαροτερα τις αναφορες, τις θεσεις και τις αποριες, τις διαπλοκες αληθειας και πλανης, και ακομη τα αλεκτα που του ανταποκρινονται.

Ενας δυνατος δρομος προς το καλεσμα του εαυτου ανοιγεται εκει που οι συμμετεχοντες φερνουν κειμενα της δικης τους ελευθερης επιλογης, τα οποια διαβαζονται και συζητουνται απο κοινου. Το νοημα δεν εξαντλειται στο εκαστοτε παρουσιαζομενο κειμενο. Το κρισιμο ειναι η ιδια η ελευθερη επιλογη, στην οποια οι συμμετεχοντες ενθαρρυνονται. Προκειται για μια ελευθερια που δεν ειναι κεκτημενη. Χρειαζεται να τολμηθει και να μαθευτει. Τολμαται το ανοιγμα, και συναμα ο περιορισμος σ’ εκεινη τη συνομιλια με την παραδοση που προσιδιαζει στον εαυτο του, που τον αφορα, οπως τον αφορα, αυτον και μονον αυτον.

3. Το αποφασιστικο σημειο, στο οποιο ο θεραπευτης δοκιμαζεται, ειναι η ερμηνεια: Ο λογος του θεραπευτη αναγνωριζει και ονομαζει πραγματα που αφορουν τον θεραπευομενο, οπως ερχονται στη συνομιλια τους, στη μοναδικοτητα και στο ανεπαναληπτο της στιγμης, και που γι’ αυτο δεν εχουν ποτε μεχρι τωρα αναγνωριστει και ονομαστει. Ειναι μια ικανοτητα, που ομοια της μονον ο λογοτεχνης και ο φιλοσοφος χρειαζεται να κατεχουν.

Η ζητουμενη ικανοτητα του λογου ενασκειται αφενος με κειμενα που γραφουν οι συμμετεχοντες και συζητουνται, οπου αναζητειται η επαρκης διατυπωση αυτου που θελει να ερθει σε γλωσσα, και αφετερου με τη μελετη γραφων απο τη παλαιοτερη και νεοτερη γραμματεια, οπου δινεται προσοχη σε ο,τι λεγεται και στον τροπο που λεγεται.

4. Αυτη ακριβως η ικανοτητα ειναι που αποκταται και με ο,τι συνηθιστηκε να ονομαζεται "εποπτεια". Η "εποπτεια" δεν ειναι παρα η ασκηση εκεινης της προσοχης, χαρη στην οποια ο θεραπευτης ακουει τα ρητα και τα αρρητα, φερνει σε γλωσσα τα κυοφορουμενα, σωπαινει εκει που χρειαζεται ν’ απαντησει με τη σιωπη του.

Ο εποπτευομενος ασκειται καταρχην στο να περιγραφει ενα στιγμιοτυπο: Να μη μιλα με σημειο αναφορας τον εαυτο του, να μην καταφευγει σε ψυχολογικους και ψυχοπαθολογικους ορους, να μη συγκρινει "περιστατικα", να μη συγχεει περιγραφη και εξηγηση.

Οσο καθαροτερη ειναι η περιγραφη, τοσο καθαροτερα ο εποπτευων γινεται επ-οπτης, βλεπει το τι διαμειβεται, τοσο ευκρινεστερα ακουει τον θεραπευομενο ο ιδιος, τοσο αμεσοτερα υπεισερχεται ο ιδιος σε μια συνομιλια μαζι του. Ετσι μπορει να μιλησει σαν αυτος να ηταν ο θεραπευτης, και ο εποπτευομενος γινεται μαρτυρας αυτης της συνομιλιας.

Το νοημα δεν ειναι να επισημανθει στον εποπευομενο το σωστο και το λαθος αλλα να γνωρισει στο παραδειγμα του εποπτευοντος μια θεραπευτικη σταση. Στην αντιπαραθεση μ' αυτην, μια αντιπαραθεση που θα περασει απο τη μιμηση και την αντισταση, θα διαμορφωθει με τον καιρο η δικη του θεραπευτικη σταση.

5. Οσο περισσοτερο ανοιχτη ειναι η θεραπευτικη συνομιλια, τοσο λιγοτερο θα περιοριστει στην ανακουφιση των συμπτωματων. Με τη μια η την αλλη μορφη, συγκεκαλυμμενα η ρητα, θα ανακυψουν τα βασικα ερωτηματα για το νοημα της ζωης, για το "ποιος ειμαι", "απο που ερχομαι" και "που παω", θα γινει ο ιδιος ο ερωτων, οταν το λεει η καρδια του, ζητημα ζωης και θανατου. Ο θεραπευτης, για να ανταποκριθει με την απαιτουμενη επαρκεια, χρειαζεται να εχει ιδιαιτερη εξοικειωση μ’ αυτα, τα πρωτα και υστατα ερωτηματα.

Η ζητουμενη εξοικειωση αποκταται με τη μελετη των μεγαλων νοητων και ποιητων της αρχαιοτητας και των νεωτερων χρονων, αυτων που αναφερθηκαν προηγουμενως, και αλλων. Σ’ αυτες τις γραφες αναγνωριζονται δρομοι και νοηματα που μας αφορουν και μας κατευθυνουν και μας καθιστουν ικανους για μια επαρκεστερη συνομιλια με τους ανθρωπους που ερχονται σ’ εμας αναζητωντας τελικα δρομο και νοημα και κατευθυνση.

6. Περιττο να ειπωθει οτι δεν προκειται για πεντε διαφορετικα σημεια αλλα για πεντε τροπους εκμαθησης και εξοικειωσης στο ενα και μονο ζητουμενο.

Ας μην βιαστουμε να το προσδιορισουμε με ενα ονομα. Διοτι το ονομα του θα το βρει καθε φορα, οσο το βρει, μεσα απο την ιδια την αναζητηση.

Τετραδια Ψυχιατρικης, Σεπτεμβριος 2001
PDF

Ο τρελος, ο σοφος, ο ποιητης

Commedia
Commedia
Ο χωραφοδρομος
Ο χωραφοδρομος
Αγαπανθος
Αγαπανθος

Ο τρελος, ο σοφος, ο ποιητης. Ειναι τρεις μορφες που μοιαζει να μην κατοικουν αναμεσα μας. Βρισκονται, λεμε, "αλλου": Ο τρελος στον κοσμο του, ο σοφος στις ευχες των παιδικων γενεθλιων, ο ποιητης στα συννεφα.

Κι εμεις; Που βρισκομαστε;

Ας παρουμε προς στιγμη στα σοβαρα το λαϊκο ρητο που λεει πως απ’ τον τρελο, συμπληρωνω, παραλλαζοντας τη συνεχεια, κι απ’ τον σοφο κι απο τον ποιητη θα μαθουμε την αληθεια. Προς τουτο θα τους δωσουμε τον λογο και θα δουμε τι εχουν να μας πουν.

Ο τρελος εκπροσωπειται απο εναν ελβετο αντρα που δηλωνεται με το ονομα "Όττο Αλντερ". Ο λογος του παρατιθεται σ' ενα βιβλιο με τον τιτλο "Commedia" [Βλ. Μαθηματα / Ποιητες]. Πρεπει να εζησε στα μερη του συγγραφεα Gerold Späth, το Rapperswil, μια μικρη πολη της γερμανοφωνης Ελβετιας. Στο αποσπασμα που ακολουθει μιλαει ο Επιμελητης ενος μουσειου που παρουσιαζει σ’ ενα γκρουπ τουριστων τα εκθεματα, μεταξυ των οποιων και χαλκογραφιες απο την συλλογη του "τρελου" μας, του Αλντερ. Ο Επιμελητης:

"[...] Ο Αλντερ συνελεγε χαλκογραφιες, τοτε η χαλκογραφια δεν αξιζε ακομα τιποτα, ηταν εκτεθειμενος στις κοροϊδιες των συναδελφων και συγγενων, σε πολλους το πολυ ειναι παρα πολυ, μα κι αυτος με την ηλικια εγινε καπως αλλοκοτος, θα μπορουσα να πω και: τρελος, μα ετσι ηταν απο παντα, πιστευε ο κοσμος, τελικα ακουγε, οπως λεγεται, φωνες, του εδιναν εντολες η του αφηγουνταν ιστοριες, και απο μια νεαρη κοπελα που επανειλημμενα παθαινε λοξυγκα για βδομαδες λαμβανε τακτικα για καπου δυο χρονια σηματα Μορς, τα σηματα Μορς ειχαν εφευρεθει μολις τοτε, και σ' ορισμενες μερες μπορουσε να βλεπει διαμεσου των γυναικων, ελεγε πως ειχαν χασει την αντισταση τους, επισης διατηρουσε αλληλογραφια με καθε ειδους νεκρους βασιλιαδες και θεους, με τον Ουρανο, τον Αλεξανδρο, τον Θεοδεριχο, η αλληλογραφια συνεβαινε στην εξοχη, η γραφη περνουσε απο ψηλα, οπως στις μερες μας τα κυλιομενα φωτεινα γραμματα, αλλα δεν ηταν ηλεκτρικη, ηταν απο συννεφα κι ο αγερας φυσουσε κι εσμπρωχνε, ακομα και το θροϊσμα των φυλλων ηταν γραφη, το φτεροκοπημα των πουλιων, τα κυματα στο νερο, ο Αλντερ στις αλλοκοτες υστερες μερες του μπορουσε να διαβαζει καθε γραφη, μα ποτε δε μαρτυρησε λεξη [...]"

Τον λογο του σοφου θα τον ακουσουμε δια στοματος ενος γερμανου στοχαστη, του Martin Heidegger, σ' ενα κειμενο με τον τιτλο "Ο Χωραφοδρομος". Αναφερεται στον τοπο που γεννηθηκε κι εζησε, στην ανατολικη πλαγια του Μελανα Δρυμου. Εκει ηταν κι ο χωραφοδρομος που μνημονευεται. Γραφει ο Heidegger:

"Στο μεταξυ η σκληραδα κι η μυρωδια του ξυλου της βαλανιδιας αρχισαν να μιλουν ευληπτοτερα για την βραδυτητα και τη σταθεροτητα με την οποια βλασταινει το δεντρο. Η ιδια η βαλανιδια μιλουσε κι ελεγε πως ο,τι διαρκει και καρπιζει, το οφειλει μονο σ’ ενα τετοιο βλαστεμα: πως βλασταινω θα πει: ανοιγομαι στην απλα τ’ ουρανου και συναμα ριζωνω στο σκοτος της γης
· πως καθε ευδοκιμο ευδοκιμει μονο οταν ο ανθρωπος ειναι στον ιδιο βαθμο και τα δυο: ετοιμος για το καλεσμα του υψιστου ουρανου κι επαφημενος στην προστασια της φερουσας γης.

Παντα συνεχιζει να το λεει η βαλανιδια στον χωραφοδρομο που, σιγουρος για την πορεια του, περνα απο διπλα της. Ό,τι εχει την οντοτητα του γυρω απο τον δρομο, αυτος το περισυλλεγει και αποδιδει στον καθενα που τον διαβαινει το δικο του."

Ο ποιητης που ακολουθει ειναι ο Γιωργος Σεφερης. Οι στιχοι βρισκονται στο ποιημα "Ο ΣΤΡΑΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΑΓΑΠΑΝΘΟΥΣ". Το εγραψε το 1942, στο Τρανσβααλ της Νοτιας Αφρικης, και αναφερεται στον τοπο που βρεθηκε τον καιρο της Κατοχης ακολουθωντας την εξοριστη κυβερνηση. Εκει οι "αγαπανθοι" ειναι το κοινο λουλουδι.
Η πρωτη στροφη ειναι η εξης:

"Δεν εχει ασφοδιλια, μενεξεδες, μητε υακινθους
·
πως να μιλησεις με τους πεθαμενους.
Οι πεθαμενοι ξερουν μοναχα τη γλωσσα των λουλουδιων
· 
γι' αυτο σωπαινουν
ταξιδευουν και σωπαινουν, υπομενουν και σωπαινουν
παρα δημον ονειρων, παρα δημον ονειρων."

Η τριτη στροφη αρχιζει ετσι:
"Ειναι βαρυ και δυσκολο, δε μου φτανουν οι ζωντανοι
· 
πρωτα γιατι δε μιλουν, κι υστερα
γιατι πρεπει να ρωτηω τους νεκρους
για να μπορεσω να προχωρησω παρακατω.
Αλλιως δε γινεται [...]"

Ακουσαμε τον Επιμελητη του μουσειου να λεει: σε πολλους το πολυ ειναι παρα πολυ.

Τα λογια του τρελου, του σοφου, του ποιητη εχουν κατι το "πολυ". Μας ξεπερνανε. Το "πολυ" τους μας ειναι "παρα πολυ". Το "παρα πολυ", αυτο που μας ξεπερνα, οχι μονο δεν το εννοουμε, αλλα συχνα και δεν το δεχομαστε.

Ο Αλντερ, ακουσαμε, ειναι εκτεθειμενος στις κοροϊδιες των συναδελφων και συγγενων.

Ο Heidegger, σε μια παραδοση, αναφερει μια ιστορια για τον Θαλη που, αστρονομουντα [...] και ανω βλεποντα, καθως μελετουσε τ' αστρα κι ειχε το βλεμμα του στραμμενο προς τα πανω, πεσοντα εις φρεαρ, επεσε σ' ενα πηγαδι, θραττα τις εμμελης και χαριεσσα θεραπαινις, και μια ομορφη και χαριτωμενη δουλα θρακιωτισσα αποσκωψαι λεγεται, λεγεται πως του ειπε περιπαιχτικα, ως τα μεν εν ουρανω προθυμοιτο ειδεναι, πως τοσο επιθυμει να γνωρισει αυτα που ειναι στον ουρανο, τα δ' οπισθεν αυτου και παρα ποδας λανθανοι αυτον, και χανει αυτα που θα του συμβουν και που ειναι μπροστα στα ποδια του.

Ο Σεφερης γραφει στο ποιημα "Θερινο Ηλιοστασι Θ'": Μιλουσες για πραγματα που δεν τα 'βλεπαν / κι αυτοι γελουσαν.

Κι εμεις επισης, γελωντας, παραπεμπουμε τον τρελο στον κοσμο του, τον σοφο στο μελλον των παιδιων μας, τον ποιητη στα συννεφα.

Με τον τρελο, με τον σοφο, με τον ποιητη, γελαμε. Όμως οσο θεωρουμε το γελιο απλα εκφραση υποτιμησης, η οσο δεν επιτρεπουμε στον εαυτο μας να γελασει μαζυ τους, γιατι αυτο θα ηταν υποτιμητικο για μας, δεν εχουμε προσεξει αρκετα το ιδιο το γελιο μας.

Το γελιο, πριν απο την οποια σημασια εμεις του προσδιδουμε, ειναι μια απαντηση, η αναρθρη απαντηση μας στα λογια τους. Τα λογια και τα εργα τους μας αφηνουν αναρθρους. Η απαντηση μας, το γελιο μας, ειναι ενα επιφωνημα εκει που μας λειπουν οι λεξεις.

Ας δοκιμασουμε λοιπον, οχι να καταπνιξουμε το γελιο αλλα να το αφησουμε να γελασει ακομα πιο ελευθερα, δηλαδη διχως την αμυνα της υποτιμησης και της απορριψης. Έτσι θα μπορεσουμε καλυτερα να εντοπισουμε αυτο στο οποιο απανταμε με ενα γελιο.

Και στους τρεις λογους που ακουσαμε προκειται για τη σχεση με την γλωσσα:

Στον τρελο ενας λοξυγγας, τα συννεφα, το θροισμα των φυλλων, το φτεροκοπημα των πουλιων, τα κυματα στο νερο ειναι γραφη, τα διαβαζει. Στην γλωσσα αυτη του μιλανε η νεαρη κοπελλα, οι νεκροι βασιλιαδες κι οι θεοι, ο Ουρανος, ο Αλεξανδρος, ο αγνωστος Θεοδεριχος.

Στον σοφο μιλα η βαλανιδια. Η σκληραδα κι η μυρωδια του ξυλου της μιλανε για το βλαστεμα. Και μαλιστα η βαλανιδια δεν μιλαει καν σ’ αυτον. Μιλαει στον χωραφοδρομο. Ο σοφος απλως ακουει και καταγραφει τη συνομιλια τους.

Στον ποιητη δεν ειναι οι ζωντανοι που μιλουν αληθινα αλλα οι νεκροι, οι πεθαμενοι. Μιλουν την γλωσσα των λουλουδιων, των ασφοδελων, των μενεξεδων, των υακινθων. Τους νεκρους πρεπει να ρωτησει, οι πεθαμενοι πρεπει να τον αρμηνεψουν, γραφει στην τελευταια στροφη, για να προχωρησει παρακατω.

Το κοινο τρελου, σοφου και ποιητη ειναι πως τον πρωτο λογο δεν τον εχουν αυτοι. Αυτοι ακουν. Ακουν και ανταποκρινονται. Με μια λεξη του Ηρακλειτου: ομο-λογουν τον λογο που ακουσαν. Ο λογος τους δεν αρχιζει λοιπον απ’ αυτους και δεν ειναι καταρχην ανθρωπινη λειτουργια και δραστηριοτητα. Ειναι ενας λογος, με την εκφραση ενος αλλου ποιητη, περαν των ανθρωπων.

Και ποια ειναι η ιδιαιτεροτητα του λογου τους; Στον καθενα αναγνωριζουμε τους αλλους δυο: Ο λογος του τρελου ειναι σοφος και ποιητικος, ο λογος του σοφου ειναι τρελος και ποιητικος, ο λογος του ποιητη ειναι τρελος και σοφος.

Ο καθενας εγκαταλειπει τον εγωισμο του, μιλα εν ονοματι ολων, ολοι μιλουν δια στοματος του. Ο κοσμος που φερνει σε γλωσσα ειναι ενας κοσμος κοινος, με μια κοινοτητα πρωτογενη, πρωταρχικη, και για τον κοινο μας νου, ο οποιος δυσκολα συλλαμβανει κατι περαν των ανθρωπων, πρωτακουστη. Δεν υπαρχει παγιωμενος σε κανενα συνταγμα, σε κανενα καταστατικο, σε καμια συμβαση.

Το φανερωμα του χρειαζεται καθε φορα την πραξη, και μαλιστα την υψιστη ανθρωπινη πραξη, τον λογο, και μαλιστα στην υψιστη εκφανση του, που ειναι η ομο-λογια ενος μιληματος αλλοτριου. Ο κοινος κοσμος χρειαζεται τον λογο για ν' αποκτησει εκ νεου υποσταση και να μας προσφερει παλι και παλι εναν τοπο κατοικησης, καθως τετοιοι λογοι λεγονται παντοτε εν ονοματι ολων μας.

Τι συγκροτει αυτον, τον αληθινα κοινο κοσμο; Το ακουσαμε απο τον τρελο. Ειναι το χωρις αντισταση. Εδω τιποτα δεν εμμενει στον εαυτο του, κανενα πραγμα και κανενας ανθρωπος και κανενας θεος. Δεν επικρατει καμια αρχη, καμια σκοπιμοτητα και καμια χρηστικοτητα, τιποτα δεν ειναι ανωτερο απο το αλλο, τιποτα δεν ειναι κατωτερο απο το αλλο. Καθε τι αποδιδει στο αλλο, χαριζει στο αλλο αυτο που ειναι. Με μια λεξη του σοφου, του αποδιδει την οντοτητα του, το δικο του. Ο ποιητης, στο ιδιο ποιημα, το ονομαζει αγαπη: το πρωτο πραγμα που εκανε ο θεος.

Το "χωρις αντισταση", η "αποδοση του δικου", η "αγαπη", λενε ενα και το αυτο.

Η εδω απαιτουμενη σταση ειναι η προσοχη, μια προσοχη η οποια δεν παρατηρει, δεν αισθανεται, δεν ελεγχει, δεν εκφερει κρισεις αλλα αφηνει, που θα πει τωρα: χαριζει, στο καθε τι αυτο που ειναι. Αυτη η προσοχη, ειπωθηκε, ειναι η φυσικη ευλαβικοτητα της ψυχης.

Στο βλεμμα της οι γυναικες, οι νεκροι βασιλιαδες και οι θεοι, τα συννεφα και τα κυματα, η βαλανιδια κι ο χωραφοδρομος, η γη κι ο ουρανος, τα ασφοδιλια και οι μενεξεδες και οι υακινθοι, οι ζωντανοι και οι πεθαμενοι και τα ονειρα, με τις φωνες και τις σιωπες τους, αναφυονται και προβαλλουν στη λαμψη και στο σκοταδι τους.

Υπαρχει ενας στιχος του Friedrich Hölderlin που λεει: Με την αξια του, και ομως ποιητικα, κατοικει ο ανθρωπος επανω σ’ αυτην τη γη.

Με την οποια αξια μας, με τις εγνοιες και τις φροντιδες, με τα κερδη και τις ζημιες, με τις επιτυχιες και τις αποτυχιες μας ζουμε δω πανω και πολλες φορες θεωρουμε πως αυτοι ειμαστε και πως αυτη ειναι η ζωη μας.

Και ομως, ο τρελος, ο σοφος, ο ποιητης ειναι αναμεσα μας και μας καλουνε αναμεσα τους, και καποιες στιγμες ανυποπτες μας συνεπαιρνουν προς την αληθινη, την ποιητικη κατοικηση του ανθρωπου επανω σ’ αυτην τη γη.

φωτος:
commedia / frings / agris.gr




PDF

Καβαφης, ΤΥΨΙΣ



Πες την αυτην την τυψι να μετριασθει,

την αγαθη βεβαιως, μα μεροληπτικη επικινδυνως.
Μη για το παρελθον προσαπτεσαι και τυραννιεσαι τοσο.
Μικροτερο ηταν το κακο που εκαμες
παρα ο,τι το θαρρεις· πολυ μικροτερο.
Η αρετη που σ’ εφερε την τυψι τωρα
ηταν και τοτε υπολανθανουσα μαζυ σου.
Ιδου που ενα περιστατικο που αιφνης
στην μνημη σου επανερχεται εξηγει
το αιτιον μιας πραξεως σου που σε φαινονταν
οχι αξιεπαινος, μα τωρα δικαιολογειται.
Μην εμπιστευεσαι στην μνημη σου απολυτως
·

πολλα λησμονησες – διαφορα μικροπραγματα –
που σε δικαιολογουσαν αρκετα.
Και μη θαρρεις που τον αδικηθεντα
τον ηξερες τοσο καλα. Θα ειχε χαρες, που αγνοουσες·
μητ’ αμυχες ισως δεν ηταν εκεινες
που εσυ θαρρεις (απο αγνοια του βιου του)
που ησαν πληγες δεινες δοσμενες απο σενα.
Μην εμπιστευεσαι στην ασθενη σου μνημη.
Μετριασε την τυψι που ειναι παντα
μεχρι στρεψοδικιας μεροληπτικη εναντιον σου.


………………………………………………………………………

Πες την αυτην την τυψι
Μιλα μαζι της! Μην την εκλαμβανεις ως αρχη, μην την υπακους μενοντας απεναντι της αφωνος και βουβος!
Η τυψη ειναι φωνη, σου μιλαει (η "φωνη της συνειδησης"). Και σε μια φωνη που σου αποτεινεται μπορεις, εχεις την υποχρεωση μαλιστα, να πεις κατι, να της απαντησεις!

να μετριασθει,
"Μετριαζομαι" θα πει: επανερχομαι στο μετρο. Κατα ποσον η τυψη υπερβαινει τα μετρα;
Ηδη καθοσον δεν σηκωνει αντιλογο και δεν θελει απαντηση.
Ηδη το πες την την ενθετει στον διαλογο, η φωνη της γινεται φωνη συνομιλουσα: Επανερχεται στο μετρο. Μετριαζεται.

την αγαθη
Αλλα μην παρασυρθεις απο τον κυριαρχικο της τονο και πεσεις στο αλλο ακρο, να αντιδρας στην κατηγορια της αλλεργικα και να την απορριπτεις, η ακομα και να παραμυθιασεις τον εαυτο σου κλεινοντας ματια κι αυτια και γινομενος αναισθητος γι' αυτην.
Η τυψη ειναι αγαθη: σου λεει κατι που χρειαζεται να τ' ακουσεις.

βεβαιως,
Το βεβαιως αφενος επικυρωνει το αγαθη, αφετερου το περιοριζει, δεν το αφηνει να ισχυει ανευ ορων, αμετρα.

μα μεροληπτικη επικινδυνως.
Κατα ποσον η τυψη ειναι μεροληπτικη; Καθοσον παιρνει το ενα μερος. Καθοσον την πραξη στην οποια αναφερεται την ονομαζει "κακη", απολυτα κακη.
Κι επιπλεον αυτο θα πει οτι η τυψη δεν μενει καν στην πραξη αλλα συμπεριλαμβανει τον ιδιο τον πραττοντα στην ολοτητα του και του λεει: "Εισαι κακος."
Και γιατι η μεροληψια ειναι αμετρη; Διοτι, υπονοει αυτος που μιλα στο ποιημα, τα πραγματα ποτε δεν εξαντλουνται σε ενα "μερος", σε μια πλευρα π.χ. του ζευγους "καλος"-"κακος".
[Κι αυτο υπονοει ακομη κατι που ενας θεραπευτης χρειαζεται να γνωριζει εκ βαθεων: ποτε δεν μπορουμε για καποιον να πουμε οτι ειναι "καλος" η "κακος" και τα παρομοια. Θα λεγαμε μαλιστα πως οσο περισσοτερο ενας ανθρωπος "μεροληπτει", δηλαδη ειναι προσκολημμενος στο ενα μερος, π.χ. "καλος", "ηπιος", "χαρουμενος", "ανεξαρτητος", "κυριαρχικος" κλπ., τοσο περισσοτερο καπου, καπως θα δειχτει "κακος", "βιαιος", "θλιμμενος", "εξαρτημενος", "υποτελης" κλπ.]
Αυτο ειναι το μετρο που η τυψη, ως μεροληπτικη, παραβαινει.
Και γιατι το αμετρο του μεροληπτικου ειναι επικινδυνο; Αντι για μια εμπεριστατωμενη απαντηση, ας θυμηθουμε οτι η τυψη μπορει να ειναι τοσο επικινδυνη που κανεις καποτε ωθειται να εξαγορασει την σιωπη της με την ιδια του την ζωη.

Μη για το παρελθον προσαπτεσαι και τυραννιεσαι τοσο.
Μη διδεις τοση σπουδαιοτητα στον εαυτο σου.

Οι δυο πλευρες του αμετρου που συναντησαμε προηγουμενως: Αυτος που λεει "φταιω για ολα" τυραννιεται γιατι θεωρει πως ειναι αναξιος, σκουπιδι κλπ. - και μαζι, ως υπαιτιος για ολα, υπεροπτης και σπουδαιος.
Προσαπτεται τοσο θα πει: Εκλαμβανει τα πραγματα υπερβολικα σαν να οφειλονταν σ' αυτον.

Μικροτερο ηταν το κακο που εκαμες
παρα ο,τι το θαρρεις· πολυ μικροτερο. 
Αυτα τα λογια δεν ειναι φτηνη παρηγορια, ενα "δεν πειραζει". Ουτε μιλα εδω ενας δικαστης που αποφαινεται για την προσμετρηση της ποινης και δειχνει επιεικεια.
Τα λογια αυτα, η επιτεινουσα επαναληψη μετα την παυση (πολυ μικροτερο), ο ρυθμος τους, τα κανει τοσο λαλα που "γραφουν". Περισσοτερο μοιαζουν να βγαινουν απο στομα σοφου, και σαν τετοια να μην χρειαζονται εξηγησεις και διευκρινισεις, ν' αρκουνται στον εαυτο τους ολοτελα.

Η αρετη που σ’ εφερε την τυψι τωρα
ηταν και τοτε υπολανθανουσα μαζυ σου.

Η τυψη ειναι αγαθη καθοσον ερχεται απο μια αρετη.
Αυτη ειναι που τωρα φερνει την τυψη, ομως δεν φερνει κατι καινουργιο αλλα κατι που και τοτε ηταν, λανθανον, μαζι σου.
Δεν γνωριζουμε ακομα τι εννοει ο, ας τον αποκαλουμε τωρα με το ονομα που ο Πινδαρος χρησιμοποιουσε για τους ποιητες, σοφος.
Αν ομως τωρα ερχεται κατι που ηταν και τοτε, λανθανον, τοτε αυτη η τυψη μπορει να φερει μια αφυπνιση.
Μηπως εδω εγκειται η αρετη της;
Και τι ειναι τουτο; Σε ποια νυχτα ηταν ο ανθρωπος νυχτωμενος; Και σε ποιο φως αφυπνιζεται;

Ιδου που ενα περιστατικο που αιφνης
στην μνημη σου επανερχεται εξηγει
το αιτιον μιας πραξεως σου που σε φαινονταν
οχι αξιεπαινος, μα τωρα δικαιολογειται.

Η πραξη σου "εξηγειται", "δικαιολογειται". Τι συμβαινει εδω; Εξηγησεις και δικαιολογιες ψαχνουν οι ψυχολογοι κι οι δικαστες, οι ψυχολογιζοντες και οι κρινοντες. Μηπως τελικα κι εδω προκειται οντως για επιεικεια και "δεν πειραζει";
Ας προσεξουμε καλυτερα. Οι εξηγησεις κι οι δικαιολογιες δικαστων και ψυχολογων αφορουν μια πραξη (Οι ψυχολογοι το λενε "συμπεριφορα").
Αυτο το "μια πραξη" ειναι κατι που απομονωνεται απο την συνολη περισταση και παιρνει μια υποσταση δικη της.
Κατα εναν τροπο, στον οποιο εδω δεν μπορω να υπεισελθω, η απομονωμενη "πραξη" ειναι εκτεθειμενη στο "γιατι;". Η απαντηση θα την συνδεσει με επισης απομονωμενα στοιχεια απο τον χαρακτηρα και την ψυχοσυνθεση του ενοχου, την παιδικη ηλικια και την παρουσα ζωη του, τα κινητρα και την πνευματικη του κατασταση σε ορους μιας ηθικης, ενος δικαιου, μιας ψυχοπαθολογιας.
"Εξηγω" και "δικαιολογω" θα πει "συνδεω" και "συσχετιζω" μεταξυ τους κομματια απο εναν κοσμο που μου εχει παρασταθει σαν παζλ. "Συνδεω" και "συσχετιζω" θα πει: σκεπτομαι.
Ο σοφος δεν συνδεει και δεν συσχετιζει. Δεν σκεπτεται.
Βλεπει.
Ιδου, λεει, δες! Ανοιξε τα ματια σου και δες!
Τι καλειται να δει ο ενοχος; Οχι την πραξη αλλα το περιστατικο! Καλειται ν' αφησει το παζλ και τις σκεψεις και να δει αυτο που η μνημη του φερνει εμπρος στα ματια του.
Σ' αυτο το αλλο φως μιλα και το "ενοχος" διαφορετικα, μιλα με την ιδια την λεξη του και λεει στον ανθρωπο: "Ενεχεσαι!"
Εισαι ενοχος! Η πραξη σου δεν ειναι απομονωμενη σ' εναν κοσμο απομονωμενων πραγματων. Ενεχεται σ' ενα περιστατικο!
Μηπως ο ενοχος υποφερει απο το οτι δεν αντιλαμβανεται την εγερτηρια φωνη της τυψης που του φωναζει αυτο που ειναι; Ενεχομενος;
Μηπως υποφερει ακριβως οπως υποφερει ενας που κοιμαται και, παρα τις φωνες τριγυρω του που του λεν "ξυπνα!", δεν μπορει ουτε να συνεχισει να κοιμαται μακαρια ουτε και να βγει απ' τον βασανιστικο πλεον υπνο;
Μηπως η τυψη, καλωντας σ' αυτο το ξυπνημα ειναι αγαθη και μαζι επικινδυνη; Μηπως αυτη ειναι η αρετη της;

Μην εμπιστευεσαι στην μνημη σου απολυτως·
πολλα λησμονησες – διαφορα μικροπραγματα –
που σε δικαιολογουσαν αρκετα.

Που, οσο περισσοτερο τα θυμασαι, και τα ενστερνιζεσαι στο θυμικο σου, τοσο περισσοτερο η πραξη σου γινεται ενεχομενη, γινεται απλα ενα κυμα στο ρεμα της ζωης σου.

Και μη θαρρεις που τον αδικηθεντα
τον ηξερες τοσο καλα. Θα ειχε χαρες, που αγνοουσες·

Το αλλο επικινδυνο της τυψης: Ο ενοχος, καλυτερα: ο οχι-ακομη-αληθινα-ενοχος, γνωριζει μονο το πρωτο προσωπο: "Ειμαι κακος κλπ. ... Τι του εκανα ... κλπ."
Το μη θαρρεις οτι ... τον ηξερες τοσο καλα δεν σημαινει πως ειχε μικρο αριθμο βιογραφικων πληροφοριων στην διαθεση του.
Σημαινει οτι για τον αλλο, ως αλλο, ηταν τυφλος.
Ο σοφος τον καλει να δει τον αδικηθεντα οπως ειναι, και οχι με σημειο αναφορας το δικο του προσωπο ως υπ-αιτιο.

μητ’ αμυχες ισως δεν ηταν εκεινες
που εσυ θαρρεις (απο αγνοια του βιου του)
που ησαν πληγες δεινες δοσμενες απο σενα.

Οσο περισσοτερο, ξεκομμενος απο τον αλλο, θεωρω τον εαυτο μου υπ-αιτιο για την ζωη του, τοσο περισσοτερο αυτοςγινεται ανυποστατος, τοσο πιο δεινες πληγες (η, αλλου, ανεκτιμητες ευεργεσιες) μου φανταζουν αυτα που "του εκανα".

Μην εμπιστευεσαι στην ασθενη σου μνημη.
Μετριασε την τυψι που ειναι παντα
μεχρι στρεψοδικιας μεροληπτικη εναντιον σου.

Ο,τι εκανες κι ο,τι εγινες δεν ειναι ουτε σωστο ουτε λαθος, ειναι και σωστο και λαθος, ειναι κυματα στο ρεμα της ζωης, ειναι ο δρομος σου που διαβηκες.
Ειναι αδιανοητο να του αφαιρεσεις κατι, ειναι αδιανοητο να του προσθεσεις κατι, οπως μπορει να πιστευεις οταν μετανοιωνεις, οταν απογοητευεσαι, οταν αποζητας εκδικηση κι επανορθωση, αλλα και οταν μενεις προσκολλημενος στα περασμενα, οταν τα νοσταλγεις, οταν τα πενθεις.
Για να κλεισω με τα λογια ενος αλλου σοφου:
"Ο,τι περασε, περασε σωστα."
Θα το ενστερνισθεις οταν γινεις ο ενοχος που εισαι.

PDF

Δραμα, κριση και λυση της διαπροσωπικης σχεσης



Το δραμα

Θα ξεκινησω με τρια ανεκδοτα. Ειναι ανεκδοτα ανδρων κι εχουν για θεμα τις γυναικες τους.
1ο ανεκδοτο.
Η γυναικα κανει μια καινουρια διαιτα. Καρυδες και μπανανες. Δεν εχασε κιλο, αλλα που να την δειτε πως σκαρφαλωνει τωρα στα δεντρα.

2ο ανεκδοτο.
Ετρεξε πισω απ' το σκουπιδιαρικο φωναζοντας: "Αργησα για τα σκουπιδια;" Ο οδηγος της ειπε: "Οχι, πηδα μεσα."

3ο ανεκδοτο.
Συζητηση μεταξυ ανδρων: "Η γυναικα μου ειναι ενας αγγελος", λεει ο πρωτος με περηφανια. "Πραγματικα εισαι πολυ τυχερος.", απαντα ο αλλος. "Η δικια μου δυστυχως ζει ακομα."

Τα ανεκδοτα, σε μια επιπολαιη αναγνωση, εκφραζουν μια εντυπωσιακη εχθροτητα του αντρα προς τη γυναικα του. Το πρωτο την γελοιοποιει, το δευτερο την εξευτελιζει, το τριτο ευχεται να πεθανει. Ομως σ' ενα προσεκτικοτερο ακουσμα διακρινεται και μια αλλη διασταση. Οι αντρες αυτοι μονο για εναν πολυ δικο τους ανθρωπο θα μπορουσανε να μιλησουν ετσι. Στο πρωτο πλανο της εχθροτητας αναδυεται ενα αχνο δευτερο πλανο μιας εγγυτητας που υπαρχει μονο εκει που μιλαμε για τους λεγομενους "δικους μας" ανθρωπους. Ειναι λες και μιλα η ιδια η εγγυτητα, που καποτε πρεπει να μιλα και με τετοια λογια, εστω κι αν συχνα δεν διατυπωνονται τοσο απροκαλυπτα, και για να ειπωθουν χρειαζεται να παρουν τη μορφη του ανεκδοτου. Παρομοια φυσικα ειναι και η σταση της γυναικας προς τον αντρα, εστω κι αν συχνα εκφραζεται με αλλους τροπους.

Τι ειδους εχθροτητα ειναι αυτη; Στη γελοιοποιηση, στον εξευτελισμο, στην ευχη του θανατου η γυναικα, με αλλοτε αλλον τροπο, χανει τη βαρυτητα, το κυρος της υποστασης της, χανει αυτην τουτη την υποσταση της.

Ενα απλο παραδειγμα απο την καθημερινοτητα δυο ανθρωπων που ζουνε μαζι: Ποσο αλατι θα εχει το φαγητο; Εγω λεω, τοσο. Η γυναικα μου λεει, τοσο. Μπαινει το αλατι που θελει η γυναικα μου; Τοτε εγω ειμαι ενα τιποτα. Εκμηδενιζομαι. Μπαινει το αλατι που θελω εγω; Τοτε εκμηδενιζεται αυτη.

Ενδεχομενως η εικονα, στην οποια προσβλεπουν οι ανθρωποι που παντρευονται, για να μεινουμε σ' αυτο το παραδειγμα, ειναι καπου η εικονα μιας ευτυχιας οπως την αντιλαμβανεται ο καθενας. Ομως στην πραξη οι ωρες της ευτυχιας και οι ωρες της δυστυχιας εναλλασσονται. Ο λεγομενος "ανθρωπος μου", μπορει να ειναι ο καλυτερος φιλος, ομως στον ιδιο βαθμο ειναι συναμα κι ο μεγαλυτερος εχθρος. Γιατι; Διοτι πουθενα δεν αμφισβητουμαι τοσο οσο εδω. Το που βαζω τα παπουτσια μου, το πως οδηγει το αυτοκινητο, σε καθε βημα της καθημερινης συμβιωσης θα διαπιστωσουμε πως ο,τι για τον καθενα ηταν φυσικο κι αυτονοητο, τωρα γινεται ζητημα καθως η γυναικα εννοει πως τα παπουτσια πρεπει να μπαινουν αλλου κι ο αντρας ισχυριζεται πως δεν οδηγουν ετσι και το φαγητο τους το θελουν και οι δυο διαφορετικα αλατισμενο. Και, σαν αυτο να μην εφτανε, ο,τι ο καθενας ειχε καταφερει να περισωσει θα σαρωθει με την ελευση των παιδιων.

Ομως η αμφισβητηση διολου δεν περιοριζεται σε μια στενη σχεση, οπως ειναι συχνα η συζυγικη η η σχεση των γονεων με τα παιδια τους. Ενδεχομενως αφορα την καθε συναντηση μεταξυ ανθρωπων. Ο Sartre, στο Το ειναι και το μηδεν, αναφερει ενα περιστατικο. Καθεται σ' ενα παγκακι και βλεπει καποιον που διασχιζει το παρκο. Το χορτο δεν το βλεπει πλεον αυτος μονο, αλλα κι ενας αλλος. Γραφει ο Sartre:
"[255] Το χορτο εχει μια ποιοτητα• ειναι αυτο το πρασινο χορτο, που υπαρχει για τον Αλλο• μ' αυτην την εννοια αυτη τουτη η ποιοτητα του αντικειμενου, το βαθυ, τραχυ του πρασινο βρισκεται σε αμεση σχεση μ' αυτον τον αντρα. Αυτο το πρασινο στρεφει προς τον Αλλο ενα προσωπο που μου διαφευγει. Αντιλαμβανομαι τη σχεση του πρασινου με τον Αλλο ως αντικειμενικη σχεση, ομως δεν αντιλαμβανομαι το πρασινο οπως εμφανιζεται στον Αλλο. Ετσι ξαφνικα εμφανιστηκε ενα αντικειμενο που μου εκλεψε τον κοσμο. [256] Μοιαζει σαν ο κοσμος να 'χει στο μεσο του Ειναι του μια τρυπα αποχετευτικη και ν' αδειαζει συνεχως μεσα απ' αυτην την τρυπα. [257] ... μια εσωτερικη αιμορραγια. [263] Το βλεμμα του Αλλου, μου κανει τις δυνατοτητες μου να μην ειναι δικες μου, με αλλοτριωνει απ' αυτες."

Και αν καποιος πει πως μονο ενας τρελος θα τα σκεφτοταν αυτα, θα μπορουσε να παρει την απαντηση οτι ισως δεν τα σκεφτεται επειδη δεν τα προσεχει αρκετα, η αποφευγει να τα προσεξει.

Αυτος ο λιγοτερο η περισσοτερο φανερος, λιγοτερο η περισσοτερο ακραιος αγωνας υπαρξης του ενος εναντιον του αλλου βρηκε την πιο καθαρη και μεστη διατυπωση στον Hegel, στην Φαινομενολογια του πνευματος. Το σχετικο κεφαλαιο εχει τον τιτλο "Tο αυθυποστατο και το ανυποστατο της αυτοσυνειδησης
· κυριοτητα και δουλεια". Ξεκινα με την εξης προταση: 
"Η αυτοσυνειδηση ειναι ως προς και για τον εαυτο της καθοτι και δια του οτι [...] ειναι μονο ως αναγνωρισμενη."

Εδω ο καθενας προσπαθει να θεσει τον εαυτο του ως απολυτο. Θελω να παρουσιαστω και ν' αναγνωριστω στην συνειδηση του αλλου ως ενας ο οποιος τον αποκλειει ολοτελα. Μονο με τον αποκλεισμο του αλλου θα ειμαι πραγματικα ολοτητα. Ο καθενας θετει το δικο του απολυτα. Η παραμικροτερη αμφισβητηση ενος μερους της ιδιοκτησιας του αφορα το ολον του εαυτου του:
"Επομενως η τρωση μιας λεπτομερειας του ειναι απειρη• ειναι απολυτη προσβολη, προσβολη του ως ενος ολου, προσβολη της τιμης του• και η συγκρουση για καθε επιμερους ειναι αγωνας υπερ παντων."

Η παλη μεταξυ δυο ολοτητων προκυπτει εκ του οτι ο αλλος θελει να θεσει τον εαυτο του στη συνειδηση μου ως αποκλειστικη ολοτητα. Ετσι οι δυο στεκουν εναντιοι μεταξυ τους ως απολυτα αντιτιθεμενοι.
"Επομενως πρεπει να τραυματισουν ο ενας τον αλλο• το οτι ο καθενας στην εκαστοτε υπαρξη του θετει τον εαυτο του ως αποκλειστικη ολοτητα, πρεπει να γινει πραξη• η προσβολη ειναι αναγκαια [...]. Πρεπει να προσβαλω τον αλλο, να τον τραυματισω και να τον αρνηθω, για να του παρουσιαστω και ν' αναγνωριστω ως αποκλειστικη ολοτητα. [...] Δεν ρισκαρω απλως τον κινδυνο ενος τραυματισμου, αλλα παιζεται η υπαρξη μου ολοκληρη."

Ποτε συμβαινουν αυτα που ακουσαμε απο τα ανεκδοτα, που ζουμε στο σπιτι μας, αυτα που γραφουν ο Sartre και ο Hegel; Συμβαινουν οταν σημειο αναφορας της υπαρξης μου ειναι το εγω μου και η ταυτοτητα μου, δηλαδη το "εγω ειμαι εγω". Αυτο το εγω ειναι ο φορεας απο οσα θελω, επιλεγω, αποφευγω, φοβαμαι, εχω αναγκη κλπ. Τα συμ-φερει, κι αυτα παλι συνιστουν τα συμφεροντα του. Τοτε μια αμφισβητηση, ακομα και για το αλατι στο φαγητο, το κλονιζει, γινεται ζωτικη απειλη. Γι' αυτο συχνα η στιχομυθια δεν θα μεινει στο αλατι αλλα θα καταληξει να πει ο ενας στον αλλο "με αμφισβητεις", δηλαδη εμενα, ολοκληρο, και θα του το ανταποδωσει στα ισα. Το ιδιο συμβαινει οταν π.χ. ενα παιδι τρωει ολο το φαγητο του και του πουν "εισαι καλο παιδι", η οταν κανει μια αταξια και του πουν "εισαι κακο παιδι". Δεν μενουν στο φαγητο και την αταξια αλλα αποτεινονται στο παιδι ως ολοτητα, στην ιδια την υπαρξη του. Homo homini lupus, ο ανθρωπος ειναι για τον ανθρωπο λυκος, λεει ενα λατινικο ρητο.

Το εγω δεν εκπροσωπειται μονο απο το ατομο. Μπορει να ονομαζει π.χ. την οικογενεια. Τοτε το σπιτι ειναι ενα καστρο, κι ο κοσμος "εξω" ειναι κακος, απειλητικος, "ζουγκλα", κι οποιος ξεμυτισει απ' το μαντρι θα τον φανε οι λυκοι. Το εγω μπορει ακομα να εκπροσωπει μια συντεχνια, μια κοινωνικη ταξη, ενα κρατος, μια συμμαχια και κινειται με γνωμονα τα εκαστοτε συμφεροντα. Απο εδω πρεπει να εννοηθει και ο λεγομενος "νομος της αγορας", δηλαδη ο ελευθερος ανταγωνισμος ολων με ολους, οπου βεβαια οι ανταγωνιστες προσβλεπουν βασικα στην εξολοθρευση του αλλου και στην απολυτη επικρατηση.

Η κριση

Αυτος ο αγωνας στον οποιο, θυμιζω τον Hegel, "Πρεπει να προσβαλω τον αλλο, να τον τραυματισω και να τον αρνηθω, για να του παρουσιαστω και ν' αναγνωριστω ως αποκλειστικη ολοτητα.", δεν εχει ποτε νικητη. Η εικονα μιας τετοιας ολοτητας ειναι μια συνηθισμενη μεν ομως τραγικη χιμαιρα. Ακομα κι εκει που ο ενας καταφερνει να επιβληθει, η επιβολη του δεν ειναι ποτε απολυτη. Καπου, καπως τα πραγματα ειναι και αντιστροφα. Ο αντρας π.χ. που την ημερα, οσο ειναι ορθιος, συγχωρηστε μου την εκφραση, γαμαει και δερνει, στο κρεβατι μπορει να ειναι σχεδον ανικανος και υποχειριο της γυναικας του.

Το αληθινο που συμβαινει στη διαπροσωπικη συναντηση ειναι πως οχι μονο "παιζεται η υπαρξη μου ολοκληρη", οπως γραφει ο Hegel, αλλα πως η υπαρξη μου, επιδιωκοντας την ολοτητα, θα συντριβει. Εστω κι αν συνηθως δεν το αντιλαμβανομαστε και δεν το παραδεχομαστε. Για τον ενα ο αλλος ειναι, με μια λεξη του Beckett, "depeupleur" – θα μπορουσαμε να το αποδωσουμε με "ερημωτης", αυτος που με ερημωνει, η, αν ακουσουμε μια ελληνικη λεξη κυριολεκτικα και διχως αξιολογηση, "ψυχοβγαλτης".

Και γιατι ειναι αυτο αληθινο; Γιατι ετσι το θελουν τα πραγματα, που δεν ανεχονται καμια μονομερεια. Νωριτερα η αργοτερα η πραγματικοτητα θα επιφερει στην εικονα της ολοτητας ενα ρηγμα.

Ο ανθρωπος, λεει ο Heidegger σε μια παραδοση, ειναι αυτο το ρηγμα με το οποιο ακριβως καταδεικνυεται εκεινο που ειναι ανωτερο του ανθρωπου, καλυτερα, που διατρανωνεται ακριβως οταν ο ανθρωπος το ξεχνα κι επιχειρει να αυτονομηθει ως ενα εγω, ενας εαυτος. Δεν ειναι τυχαιο οτι ο Heidegger εκανε αυτην την παραδοση το 1935, λιγο μετα το ναυαγιο της αφρονης πρυτανειας του, απο την θεση της οποιας, μεσα απο την «μεθη της δυναμης», οπως γραφει σε μια κατοπινοτερη επιστολη, φιλοδοξουσε να αναμορφωσει τα γερμανικα πανεπιστημια. Και δεν ειναι τυχαιο οτι αυτη η παραδοση πραγματευεται την Αντιγονη του Σοφοκλη, οπου, οπως σε πολλες αρχαιες τραγωδιες, ακριβως εκεινος που επιμενει στο δικο του μεχρι τελους, θα σπασει.

Η εικονα του εαυτου μας που μας αρεσει και που θελουμε, αλλα κι η εικονα του εαυτου μας που φοβομαστε η απεχθανομαστε, που μας κανει περηφανους η για την οποια ντρεπομαστε, καθε μα καθε εικονα του εαυτου μας νωριτερα η αργοτερα θα συντριβει. Συνηθως κανεις δεν αναγνωριζει τη συντριβη. Θα την αποκαλεσει "αποτυχια", θα ριξει το φταιξιμο σε αλλους η στον εαυτο του, θα προσκολληθει στην απογοητευση, στο μισος, στην εκδικηση. Τετοιους πλανημενους δρομους προσφερει και η ψυχιατρικη και η ψυχολογια οταν διαγιγνωσκει μια κριση ταυτοτητας, αγχους, πανικου, μια καταθλιψη κλπ.. Πλανημενοι ειναι αυτοι οι δρομοι διοτι μιλουν παντα για ενα εγω που "κανει", οπως λεμε, αγχος και πανικο και καταθλιψη. Δεν βλεπουν οτι και αυτο τουτο το εγω συντριβεται, βλεπε το "ρηγμα" του Heidegger, τις μορφες της αρχαιας τραγωδιας. Και δεν ειναι σε θεση να διειδουν στην συντριβη του εγω την αλλη οψη της κρισης, την καθαρτηρια ευκαιρια που μπορει ν' αλλαξει μια ολοκληρη ζωη.

Η λυση

Γραφει ο Wittgenstein σε μια σημειωση:
"Τα αποτελεσματα της φιλοσοφιας ειναι η ανακαλυψη μιας καποιας απλως ανοησιας και χτυπηματα που επαθε ο νους πεφτοντας επανω στα ορια της γλωσσας. Αυτα, τα χτυπηματα, μας κανουν ν' αναγνωρισουμε την αξια εκεινης της ανακαλυψης."

Εδω δεν θ' ασχοληθουμε με το θεμα της γλωσσας αλλα με το πνευμα της φρασης, το οποιο δεν ειναι μακρια απ' οσα ειπωθηκαν: Ακολουθωντας μια ανοησια, μια λεξη που ο Wittgenstein εννοει κυριολεκτικα, δηλαδη κατι που δεν εχει κανενα νοημα, π.χ. την ανοησια περι της ανθρωπινης υποστασης ως ολοτητας, θα χτυπησουμε πεφτοντας επανω σε ορια. Το επιπλεον που ακουμε εδω, και που ηδη αναφερθηκε εμμεσα, ειναι οτι η συντριβη δεν ειναι απαραιτητο να καταληξει σε απογοητευση και αποθαρρυνση. Θα μπορουσε να ειναι ανακαλυψη, εφοσον κανεις ειναι αρκετα μεγαλοψυχος να εγκαταλειψει αυτο που ουτως η αλλως εχει χαθει – την ιδια του την υποσταση.

Ελπιδες και προοπτικες, επιδιωξεις και στοχοι καποτε, με καποιον τροπο, θα καταρρευσουν. Μαζι τους θα καταρρευσει το ιδιο το εγω που τρεφονταν απ' αυτα. Ο Πινδαρος το λεει και συναμα μας δειχνει μια κατευθυνση:
ΕΣΤΙ ΔΕ ΦΥΛΟΝ ΕΝ ΑΝΘΡΩΠΟΙΣΙ ΜΑΤΑΙΟΤΑΤΟΝ / ΟΣΤΙΣ ΑΙΣΧΥΝΩΝ ΤΑ ΕΠΙΧΩΡΙΑ ΠΑΠΤΑΙΝΕΙ ΤΑ ΠΟΡΣΩ / ΜΕΤΑΜΩΝΙΑ ΘΗΡΕΥΩΝ ΑΚΡΑΝΤΟΙΣ ΕΛΠΙΣΙΝ

Απο τις ανθρωπινες φυλες υπαρχει μια ολοτελα ματαιη. Ειναι εκεινη οπου κανεις, κοιταζοντας προς τα ΠΟΡΣΩ, τα μακρινα (εδω: την πραγματωση και την ολοκληρωση και την αναγνωριση του εγω ως υποστασης), θηρευοντας ανεμοσκορπισματα με ελπιδες ανοητες, καθυβριζει τα ΕΠΙΧΩΡΙΑ. Και ποια ειναι αυτα;

Πριν απο λιγο καιρο μια γυναικα μιλουσε για μια διαθεση απογοητευσης και παραιτησης που την πιανει, και τοτε συνηθως πεφτει σε υπνο. Την ρωτησα αν της ετυχε ποτε, ενω βρισκοταν σε μια τετοια διαθεση, να μην κοιμηθει, και πως ηταν τοτε. Μου μιλησε για μια φορα οπου εραβε ενα κουμπι, και δεν υπηρχε τιποτε' αλλο παρα το κουμπι.

Αυτα, ειναι τα ΕΠΙΧΩΡΙΑ! Να ραβεις ενα κουμπι και να εισαι ολοτελα στο κουμπι, κι ο κοσμος να ειναι περα για περα αυτο το κουμπι!

Ενας μοναχος του ζεν ειπε στον δασκαλο του: "Μολις προσφατα μπηκα σ' αυτο το μοναστηρι. Σας παρακαλω δωστε μου την οδηγια σας!" Ο δασκαλος ρωτησε: "Εφαγες;" - "Ναι", αποκριθηκε ο μοναχος. Ο δασκαλος ειπε: "Τοτε πηγαινε να πλυνεις τη κουπα σου!"

Μπορει στην καθημερινοτητα μου να επιλεγω, να κανω αυτο η εκεινο, να μενω εδω η εκει, να λεω ναι στο ενα και οχι στο αλλο, ομως ολα αυτα ειναι οπως το κουμπι κι η κουπα, αρχιζουν και τελειωνουν στον εαυτο τους. Ο κοσμος δεν εχει καμια ανωτερη ταξη, καμια αρχη, στην οποια να υπακουει, ειναι κουμπια και κουπες. Wittgenstein:
"Οι σημαντικοτερες για μας πλευρες των πραγματων ειναι κρυμμενες λογω της απλοτητας και της καθημερινοτητας τους."

Η ταξη αυτου, του ΚΑΛΛΙΣΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, λεει ο Ηρακλειτος, μοιαζει με ΚΕΧΥΜΕΝΑ, με πραγματα χυμενα, στην τυχη. Ενα χαϊκου του Bashô λεει:
"Κατω απ' την ιδια στεγη / κοιμοταν κι οι πορνες, / τριφυλλια και το φεγγαρι."

Η ψυχη εχει χωρο για ολα, για τις πορνες, τα τριφυλλια και το φεγγαρι. Εχει χωρο και για τον κλεφτη και για τον αστυνομο, καθως υπονοει μια μπαλαντα του Brecht. Η ψυχη δεν εχει ορια. Ο Αριστοτελης γραφει: Η ΨΥΧΗ ΤΑ ΟΝΤΑ ΠΩΣ ΕΣΤΙΝ.

Η ψυχη, κατα καποιον τροπο, ειναι αυτα τουτα τα πραγματα. Η ελληνιδα μαμα λεει στον γιο της: "Ψυχη μου!". Η ψυχη, για την οποια προκειται εδω, ειναι εκεινη οπου κανεις θα ηταν σε θεση να πει στα παντα, στο κουμπι και στην κουπα, στις πορνες, τα τριφυλλια και το φεγγαρι, στον κλεφτη και τον αστυνομο, "Ψυχη μου!".

Η ψυχη δεν εχει ορια. Και αιφνης μπορουμε πλεον ν' ακουσουμε και να παρακολουθησουμε τον λογο του Ηρακλειτου: ΨΥΧΗΣ ΠΕΙΡΑΤΑ ΙΩΝ ΟΥΚ ΑΝ ΕΞΕΥΡΟΙΟ... Τα περατα της ψυχης, προχωρωντας, δεν θα τα βρεις.

Αν η ψυχη ειναι διχως περας, απειρη, αν δεν συνιστα το πιο δικο του καθε μεμονωμενου ανθρωπου, αν κατα εναν τροπο ειναι αυτα τουτα τα πραγματα, τοτε ο καθενας μιλα και πραττει, ζει και πεθαινει στο ονομα ολων.

Στο εργο του Beckett Περιμενοντας τον Godot ο Estragon και ο Vladimir περιμενουν καποιον που δεν γνωριζουν. Καθως περιμενουν εμφανιζεται μια μορφη, ο Pozzo, με τον υπηρετη του. Σ' ενα σημειο διαμειβεται ο εξης διαλογος
"POZZO: Βοηθεια!
ESTRAGON: Κι αν του διναμε μαζι ενα χερι ξυλο;
VLADIMIR: Εννοεις να τον πλακωναμε οσο κοιμαται;
ESTRAGON: Ναι.
VLADIMIR: Φαινεται καλη ιδεα, ενταξει. Μα θα μπορουσαμε να το κανουμε; Κοιμαται πραγματι; (Παυση.) Οχι, το καλυτερο θα 'ταν να εκμεταλλευτουμε την εκκληση του Pozzo για βοηθεια -
POZZO: Βοηθεια!
VLADIMIR: Να τον βοηθησουμε -
ESTRAGON: Θα τον βοηθησουμε;
VLADIMIR: Με την προσδοκια μιας χειροπιαστης ανταποδοσης.
ESTRAGON: Κι αν αυτος -
VLADIMIR: Μη χανουμε τον χρονο μας ... (Παυση. Με σφοδροτητα) Ας κανουμε κατι οσο εχουμε την ευκαιρια! Δε μας χρειαζονται καθε μερα. Οχι βεβαια πως μας χρειαζονται προσωπικα. Αλλοι θ' ανταποκρινονταν στην περισταση το ιδιο καλα, αν οχι και καλυτερα. Αποτεινονταν σ' ολην την ανθρωποτητα, αυτες οι κραυγες για βοηθεια που ακομα κουδουνιζουν στ' αυτια μας! Ομως σ' αυτο το μερος, σ' αυτην τη στιγμη του χρονου ολη η ανθρωποτητα ειμαστε μεις, ειτε μας αρεσει ειτε οχι. Ας το αξιοποιησουμε ολοτελα πριν ειναι πολυ αργα! Για μια φορα ας εκπροσωπησουμε επαξια τη σιχαμερη γενια που μας την εμπιστευτηκε μια σκληρη μοιρα!"

Η Θεραπεια

Τι συνιστα το θεραπευτικο στην ψυχοθεραπεια;

Η πληρης και απεριοριστη αποδοχη. Αποδοχη εδω δεν σημαινει ουτε συμφωνια ουτε εγκριση ουτε επιβεβαιωση ουτε ανοχη ουτε βεβαια διαγνωστικη και ψυχοπαθολογικη ταξινομηση.

Σημαινει την ευρυχωρια μιας ψυχης χωρις περατα, οπου ανηκουν τα παντα.

Μια τετοια ψυχη δεν ειναι πια ψυχη μου, δεν περιοριζεται στο ατομο, στην οικογενεια, στην πατριδα, στους ομοϊδεατες μου, δεν περιοριζεται απο τιποτα. Ειναι ενα ονομα για τον κοσμο ολον.

Τουτο ειναι σπανιο να πραγματωθει. Παρολαυτα παραμενει οροσημο μιας κατευθυνσης, κατα τη γνωμη μου της μονης που αρμοζει στον ανθρωπο, και που ειναι για καποιον τιμη να φτασει ακομα και στο πρωτο σκαλι της, οπως λεει ο ποιητης.

Πως κατευθυνεται ο θεραπευτης προς μια τετοια ψυχη;

Μεσα απο τη δοκιμασμενη γνωση οτι επιθυμιες και στοχοι, ελπιδες και προσδοκιες, ο,τι απαρτιζει αυτο που λεμε "εγω", με τον ενα η τον αλλο τροπο θα καταρρευσουν. Οπως επισης θα καταδειχθουν ανοητα φοβοι και απαρεσκειες και ολα τα συναφη. Γιατι αυτο; Διοτι, ειπαμε, το φραγμα που κανεις λιγοτερο η περισσοτερο αυτονοητα υψωνει για να ορισει την υπαρξη του, να την ολοκληρωσει και να την περιφρουρησει, θα συντριβει απο την ορμη με την οποια θα το βρει η ιδια η πραγματικοτητα.

Αυτη η δοκιμασμενη γνωση κανει τον θεραπευτη ικανο να γνωριζει απο τα πριν ποιον δρομο θα παρουν τα πραγματα. Συναμα του χαριζει απεριοριστη εμπιστοσυνη σ' αυτον τον δρομο, κι ετσι τον απαλλασσει απο την εφεση να οριζει ο ιδιος, να κατασκευαζει καταστασεις, να αναλαμβανει την πορεια της θεραπειας αυτοβουλα. Τον κανει συγκρατημενο, η, με μια παλαιοτερη λεξη της γλωσσας μας, αιδημονα. Η σταση του, καλυτερα, η απουσια μιας στασης, η απο-σταση του, ερχεται απο μια μακρα και αφανη παραδοση. Μιλωντας για τους Αρχαιους, ο Heidegger την ονομαζει με μια εκφραση που στα ελληνικα θα μπορουσε να αποδοθει ως "προδραμων συγκρατημος". Στους ιδιους τους Αρχαιους, δια στοματος Πινδαρου, αποκαλειται: ΠΡΟΜΑΘΗΣ ΑΙΔΩΣ, η αιδημοσυνη που εχει μαθει.

Η θεραπεια ειναι κι αυτη μια συναντηση. Κι εδω επισης θα συμβει η αμφισβητηση, πολλες φορες μαλιστα με τροπο πολυ ριζικοτερο απ' ο,τι αλλου. Η διαφορα εγκειται στο οτι ο θεραπευτης δεν αμφισβητει τον πελατη του για χαρη ενος δικου του εγω.

Η ΠΡΟΜΑΘΗΣ ΑΙΔΩΣ ειναι το ζωντανο παραδειγμα του θεραπευτη, που μιλα στον θεραπευομενο ως αφωνη προσκληση να δεχτει μ' αυτον τον τροπο ο,τι τον αφορα, δηλαδη να μενει στα ΕΠΙΧΩΡΙΑ, στο κουμπι και στην κουπα. Τοτε ομως χανονται απο μονα τους η ανελευθερη προσκολληση σ' αυτο η εκεινο, οι διαχωριστικες γραμμες, οι διχασμοι και τα διλημματα, η μονοπλευρη σταση και η αμφιθυμικη συγκρουση.

Ενα παραδειγμα απο μια εποπτεια. Ο πελατης λεει στον θεραπευτη:
"- Την Κυριακη εμεινα κατω απ' τις κουβερτες.
[Ο θεραπευτης, απο μεσα του: Ακου βρε παιδι μου! Εγω ποτε δεν θα το εκανα!]
[Εγω στον θεραπευτη:]
- Μονο αν δεχτειτε οτι η μοιρα ειναι κοινη, διχως στεγανα, οτι καποτε κι εσεις θα μπορουσατε να περασετε μια Κυριακη κατω απ' τις κουβερτες, θα μπορεσετε μια τετοια φραση να την ακουσετε."

Στην ΠΡΟΜΑΘΗ ΑΙΔΩ προδιαθετει ηδη το λεγομενο "setting", το στησιμο της θεραπευτικης σκηνης, οπως καθιερωθηκε με τον Freud. Συνιστα ενα κλιμα, στο οποιο η θεραπευτικη συναντηση θα εγκλιματιστει, νωριτερα η αργοτερα, λιγοτερο η περισσοτερο παιρνοντας το υφος και την μορφη του. Ας δουμε επιτροχαδην καποια χαρακτηριστικα αυτης της σκηνης:

- Η υπτια θεση του πελατη μας.
Ειναι η θεση της απολυτης απραξιας. Δεν παραγεται εργο. Ουτε καν θεραπευτικο εργο. Δεν κανουμε "δουλεια", δεν κανουμε τιποτα. Αυτο το "τιποτα" δεν αδειαζει τον κοσμο αλλα, αφαιρωντας τις παρωπιδες που κανεις εχει αναγκαστικα οταν επιχειρει το ενα και το αλλο και ειναι συγκεντρωμενος σ' εναν στοχο, προσφερει τη δυνατοτητα να εμφανιστει ο κοσμος σ' ολο τον πλουτο του και σ' ολη τη φτωχεια του. Στην υπτια θεση δεν υπαρχει διαβαθμιση, ανωτερο και κατωτερο. Οπως ελεγε ενας δασκαλος μου, στο ιδιο επιπεδο βρισκονται και το κεφαλι και τα γεννητικα οργανα.

- Το αθεατο των συμμετεχοντων.
Καθως ο πελατης μας ειναι ξαπλωμενος και ο θεραπευτης καθεται πισω του, το προσωπο του ενος ειναι για τον αλλο αθεατο. Ετσι οταν μιλω, ειτε ως πελατης ειτε ως θεραπευτης, δεν αποτεινομαι κατευθειαν στο προσωπο του αλλου, σ' αυτον καθαυτον, αλλα μιλω στον αερα. Αυτος ο αερας αναμεσα μας γινεται τοτε κατι σαν ενα τραπεζι με πανω του το φαγητο, απο το οποιο εμεις, καθισμενοι γυρω του, παιρνουμε την τροφη μας – τα ακουσματα μας και τα λεγομενα μας. Με αλλα λογια, το αθεατο της θεραπευτικης συναντησης κανει μια σιγαλη και σταθερη υποδειξη οτι ο μαντατοφορος δεν ταυτιζεται με το μηνυμα. Οταν σας μιλω γι' αυτο και για κεινο, σας δειχνω κατι και σας καλω να στρεψετε το βλεμμα σας προς αυτο. Εδω το θεμα δεν ειμαι εγω, αν τα λεω καλα η ασχημα, αν εχω δικιο η αδικο. Το θεμα ειναι τα πραγματα στα οποια τωρα, με την παραινεση μου, εχουμε στραμμενο το βλεμμα μας. Τα λογια μας, καθως τωρα δεν εχουν την αρχη και το τελος τους στους συνομιλουντες αλλα υπηρετουν τα πραγματα στα οποια οι συνομιλουντες αναφερονται, ειναι λογια περα απο μας, ειναι ΕΠΕΑ ΠΤΕΡΟΕΝΤΑ κι εμεις, για ν' ακουμε και να μιλουμε καλα, χρειαζεται καποτε να πιανουμε πουλια στον αερα. Κι αυτο επισης εκμανθανεται αρρητα, μεταξυ αλλων, και στην καθημερινοτητα της θεραπευτικης συναντησης.

- Η λεγομενη "αρχη της αποχης".
Ο κανονας αυτος απαγορευει τοσο στον θεραπευτη οσο και στον πελατη του την ικανοποιηση μιας επιθυμιας, ειτε προκειται για πραγματα οπως ενα τσιγαρο, ειτε προκειται για πραγματα οπως παρηγορια, αναγνωριση, επιβεβαιωση κλπ. Ειναι πολλες φορες δυσκολο και σκληρο, ομως για εκεινον, για τον οποιο προεχει να γνωρισει τον εαυτο του και να γινει αυτος που ειναι αληθινα, αλλος δρομος δεν υπαρχει απο το να λυθει απο την νοοτροπια, συμφωνα με την οποια ο,τι τον αφορα πρεπει απαραιτητα να γινεται αντιληπτο στο πεδιο της προθετικοτητας, π.χ. ως επιθυμητο. Κανεις μαθαινει πως π.χ. «ωραιο» δεν ταυτιζεται με «το θελω δικο μου», «αγαπω» με «ποθω», «πεινω» με «μου τρεχουν τα σαλια», «κρυωνω» με «τουρτουριζω», «πονω» με «κλαιω και χτυπιεμαι». Το ωραιο και η αγαπη, η πεινα και το κρυο κι ο πονος μπορουν να υπαρχουν και, με το παραπανω νοημα, ερημην μας.

- Ο βασικος κανονας.
Ο αναλυομενος, γραφει ο Freud, "δεν πρεπει να μας ανακοινωνει μονο αυτα που λεει σκοπιμα και προθυμα [...], αλλα και ο,τι [...] του ερχεται στον νου, ακομα κι αν του ειναι δυσαρεστο να το πει, ακομα κι αν του φαινεται ασημαντο, η ακομα κι ανοητο".

Ο βασικος κανονας δεν ειναι απαραιτητα μεθοδος για την προσβαση στο ασυνειδητο, οπως το θελει η φροϋδικη αντιληψη. Μπορει και να μην ειναι μεθοδος αλλα οδος, στην οποια καλειται να κινηθει η θεραπευτικη συναντηση. Αυτη η οδος ειναι πολυσημαντη. Σας αναφερω λιγες οψεις της που σχετιζονται με το θεμα μας:

1. Ο πελατης ειναι ελευθερος να λεει ο,τι ερχεται στον νου του. Παντα εντυπωσιαζει το οτι, νωριτερα η αργοτερα, σε αλλοτε αλλον βαθμο, αναστατωνεται απο κατι το γι' αυτον πρωτογνωρο: Αλλα θελει να πει και αλλα του ερχονται στον νου, και μαλιστα τοσο επιτακτικα που η θεληση του τελικα συντριβεται και υποχωρει.

2. Στον θεραπευτη δεν ειναι δυνατο να θετει βασεις και κανονες. Το μονο που εχει να πει στον πελατη ειναι πως ειναι ελευθερος να λεει ο,τι ερχεται στον νου του. "Το μονο", λεω, ομως τουτο ειναι πολυ. Προϋποθετει την ανοικτοτητα του θεραπευτη ν' ακουει. Και τουτο θα πει: Να σωπαινει, ειλικρινα και ολοψυχα, ακομα και οταν μιλα.

3. Θυμιζω τον Freud: "[...] δεν πρεπει να μας ανακοινωνει μονο αυτα που λεει σκοπιμα [...], αλλα και ο,τι αλλο του [...] ερχεται στον νου[...]." Ο βασικος κανονας μας υπενθυμιζει οτι συνηθως μιλαμε <σκοπιμα>, δηλαδη εχουμε, η τουλαχιστον κανουμε σαν να εχουμε εναν λογο για ο,τι λεμε και για ο,τι αποσιωπουμε. Π.χ. κανεις λεει κατι γιατι θεωρει πως ανηκει στην θεραπεια και θα τον βοηθησει, γιατι πιστευει πως ο θεραπευτης αυτο θελει ν' ακουσει, γιατι τον ενδιαφερει να κανει καλη εντυπωση, γιατι θελει να παει κοντρα κλπ. Αποσιωπα κατι γιατι ντρεπεται, γιατι φοβαται, γιατι ειναι "προσωπικο", γιατι το θεωρει <ασημαντο> κι <ανοητο>. Κανεις μιλα υποταγμενος στο "γιατι". Ο βασικος κανονας, εννοημενος ως οδος, δεν τονιζει τοσο την αποφυγη του <σκοπιμου> και την παραμονη στο <ασημαντο> και <ανοητο>, αλλα καλει στην απελευθερωση απο την διασταση σημαντικου και ασημαντου, σκοπιμου και ασκοπου, ετσι που αυτα να μην ειναι κριτηρια για το τι κανεις λεει και δεν λεει, και η αξιολογηση "σημαντικο / ασημαντο", "σκοπιμο / ασκοπο" να μην γινεται καν θεμα. Ανοιγει τον δρομο προς μια υπαρξη διχως γιατι.

4. Ο βασικος κανονας ειναι οπως το ελευθερο θεμα στο μαθημα της εκθεσης. Ειναι ενα ασπρο χαρτι που καλειται να γεμισει ο καθενας, μονος κι ελευθερος. Για το ασπρο χαρτι δεν θα σας μιλησω πλεον εγω αλλα ο Γιωργος Σεφερης. Ειναι ενα ποιημα απο την συλλογη "Θερινο Ηλιοστασι". Ο ευνοϊκα διακειμενος θ' ακουσει λογια που θα μπορουσαν να ειναι γραμμενα για την πορεια μιας θεραπειας. Τουτο δειχνει πως ολα τα εργα που αφορουν την καρδια του ανθρωπου, οπως ειναι η ποιηση και η ψυχοθεραπεια, γειτονευουν, καθως γραφει ο Hölderlin, κατοικωντας βουνα που τα χωριζουνε αβυσσοι. Σεφερης:
"Τ' ασπρο χαρτι σκληρος καθρεφτης
επιστρεφει μονο εκεινο που ησουν.

Τ' ασπρο χαρτι μιλα με τη φωνη σου,
τη δικη σου φωνη
οχι εκεινη που σ' αρεσει•
μουσικη σου ειναι η ζωη
αυτη που σπαταλησες.
Μπορει να την ξανακερδισεις αν το θελεις
αν καρφωθεις σε τουτο τ' αδιαφορο πραγμα
που σε ριχνει πισω
εκει που ξεκινησες.

Ταξιδεψες, ειδες πολλα φεγγαρια πολλους ηλιους
αγγιξες νεκρους και ζωντανους
ενιωσες τον πονο του παλικαριου
και το βογκητο της γυναικας
την πικρα του αγουρου παιδιου -
ο,τι ενιωσες σωριαζεται ανυποστατο
αν δεν εμπιστευτεις τουτο το κενο.
Ίσως να βρεις εκει ο,τι νομισες χαμενο•
τη βλαστηση της νιοτης, το δικαιο καταποντισμο της ηλικιας.

Ζωη σου ειναι ο,τι εδωσες
τουτο το κενο ειναι ο,τι εδωσες
το ασπρο χαρτι."

PDF

Gerold Späth, Commedia


Αποσπασματα απο το βιβλιο του ελβετου λογοτεχνη Gerold Späth Commedia συζητηθηκαν πριν απο χρονια σε ενα σεμιναριο.
Σχολια δεν υπαρχουν. Το νοημα των κειμενων για εναν θεραπευτη υποδηλωνεται καταρχην σε δυο σημεια.

Το πρωτο μερος του βιβλιου εχει τον τιτλο "Οι ανθρωποι". 203 τον αριθμο. Περι τινος προκειται, μας το μαρτυρει η αρχη της πρωτης αφηγησης:
Εδω εχει ενα φυλλο χαρτι, παρε το φυλλο χαρτι και καταγραψε κατι απ’ τη ζωη σου η καταγραψε τη βιογραφια σου η καταγραψε απλα ο,τι σκεφτεσαι ακριβως τωρα, μπορεις να καταγραψεις ο,τι θελεις η απλα διηγησου κατι για τον εαυτο σου η ο,τι θελεις. ...

Η συγγενεια με την κατασταση της ψυχοθεραπειας ειναι προφανης, καθως εδω, και ιδιαιτερα στην ψυχαναλυση, ο λεγομενος "βασικος κανονας" δεν ειναι αλλος απο την ελευθερια του πελατη μας να μιλα, πρωτος αυτος, για ο,τι ερχεται στον νου του.
Ακουμε 203 ανθρωπους (εδω, καθοτι αποσπασμα, 36). Για τον θεραπευτη η δοκιμασια, και η προκληση, ειναι να γνωρισει ολους αυτους, τους τοσο διαφορετικους μεταξυ τους και, γνωριζοντας τους, να ερθει σε συναφεια με τις ζωες τους χωρις αντισταση και χωρις προσηνεια, χωρις συμπαθειες κι αντιπαθειες, χωρις αξιολογησεις και, last but not least, χωρις να ζητα μεσα απο ερμηνειες να καταλαβει.
Η ατελειωτη ποικιλομορφια των ανθρωπων μπορει να τον αναγκασει να παραιτηθει απο καθε αποπειρα ταξινομησης, οπως την εχουμε μαθει απο την ψυχοπαθολογια και τις διαφορες σχολες της ψυχιατρικης και της ψυχολογιας, κι αυτη η παραιτηση μπορει να τον κανει δεκτικοτερο για ο,τι την καθε ωρα αμεσα κια αμεσολαβητα βλεπουν τα ματια του.



Το δευτερο μερος του βιβλιου επιγραφεται "Το Μουσειο". Το πανδαιμονιο συνεχιζεται, με καπως διαφορετικο τροπο. Ο επιμελητης του μουσειου ξεναγει ενα γκρουπ απο τουριστες στις αιθουσες που περιεχουν κατι σαν λαογραφικο υλικο. Στο καλωσορισμα του λεει για τα εκθεματα:
Το εντεταλμενο χερι ανασυρει το πραγμα μεσα απο αυτο το ιδιο και το φτιαχνει, ενω το πραγμα, που μ’ αυτον τον τροπο προκυπτει, προσαρμοζεται στο χερι και το χερι προσαρμοζεται κι αυτο, κι ακομη καποτε τα πραγματα μεταβαλλουν κι εκεινα τα χερια απο τα οποια αργοτερα περνουν.

Ας προσεξουμε το που δινεται η εμφαση. Ειναι ανθρωποι που κανουν πραγματα. Δεν υπαρχει κανενας χωρος για σκεψη, αναστοχασμο, συναισθηματα, γενικα για τον λεγομενο "ψυχικο κοσμο" και την εσωτερικοτητα του. Ισως γι' αυτο διατρεχει το βιβλιο μια φρεσκαδα.
Σ' αυτην τη φρεσκαδα ανηκουν και τα λογια του επιμελητη: Ανθρωπος και πραγμα δεν χωριζονται. Δεν ειναι π.χ. ο ανθρωπος ενας δημιουργος απεναντι σ’ ενα ουδετερο πραγμα επαφημενο στην αυτοβουλη προαιρεση του. Τα λογια του επιμελητη μου φερνουν στον νου στιχους απο τους Αργοναυτες του Σεφερη:
Οι ψυχες τους εγιναν ενα με τα κουπια και τους σκαρμους
με το σοβαρο προσωπο της πλωρης
με τ' αυλακι του τιμονιου
με το νερο που εσπαζε τη μορφη τους.

Η πραξη φερνει ακριβως μια λυση των ενεχομενων προσωπων και πραγματων απο την ξεχωριστη τους ιδιαιτερη υποσταση και κανει προσωπα και πραγματα διαπερατα το ενα για το αλλο, αφομοιωσιμα το ενα στο αλλο.
Η πραξη της ψυχοθεραπειας επιτελει το ιδιο.

(Βλεπε μεταξυ αλλων και ψυχαναλυση / ΚΕΙΜΕΝΑ & ΟΜΙΛΙΕΣ 2006-2010, Αποηχοι απο το Ονειρο Πεταλουδας, καθως και Ο Εαυτος στο ονειρο, και αλλου).

 


Φωτο: Picasso, Bloch 1865,
 
  (Στο εξωφυλλο της πρωτης εκδοσης του βιβλιου)

 
Commedia