Κώστας Γεμενετζής - ψυχαναλυση

Υποκειμενο του αρρητου

Υποκειμενο του αρρητου 

Επανω στο βιβλιο του Φωτη Καγγελαρη

Το Βλεμμα και το Ειναι στην Ψυχωση


 Video

Στις 30 Οκτωβριου του 1965 εγινε μια γιορτη προς τιμη του ψυχιατρου Ludwig Binswanger στο Amriswil, μικρη πολη της βορειας Ελβετιας. Παρευρεθηκε ο Martin Heidegger, ο οποιος εκφωνησε εναν λογο. Οι δυο πρωτες παραγραφοι της ομιλιας του ειναι οι εξης:

 Αυτο το εορταστικο βραδυ ακουσαμε οτι ο Ludwig Binswanger, στον δρομο της ιατρικης του δραστηριοτητας και της επιστημονικης του αναζητησης, διετρεξε και τα διαφορα σταδια και τις κατευθυνσεις της φιλοσοφιας του αιωνα μας.

 Καθε επιστημη εδραζεται σε θεμελια τα οποια, με τον τροπο που θετει τα ερωτηματα και με τις μεθοδους της ερευνας της, παραμενουν γι' αυτην την ιδια βασικα απροσιτα. Ομως καθε ερευνητης μπορει να στραφει στοχαστικα προς αυτα τα θεμελια, εφοσον το πνευμα του ειναι εναργες και τολμησει μ' αυτο το πνευμα να αφεθει στη συνομιλια με τη φιλοσοφια. Μια τετοια τολμη ανηκει στη ζωη του αντρα, τη θεληση και το εργο του οποιου γιορταζουμε σημερα.

 Για ποια τολμη μιλα ο Heidegger; Ψυχιατρικη και Ψυχολογια εχουν ως θεμελιο τους τον ανθρωπο. Ομως, με τον τροπο που θετουν τα ερωτηματα και με τις μεθοδους της ερευνας τους, ο ανθρωπος ως ανθρωπος δεν ειναι ζητημα. Εαν στους ψυχιατρους και στους ψυχολογους ο ανθρωπος ως ανθρωπος γινοταν ερωτημα και ζητουμενο, εαν ο ανθρωπος προβαλλε, οπως γραφει καπου ο Binswanger, ως ενα "mysterium tremendum", ενα συγκλονιστικο μυστηριο, εαν οι ψυχιατροι και οι ψυχολογοι γινοταν ποτε να θαυμασουν και να απορησουν εμπρος σ' αυτο που λεγεται "ανθρωπος", τοτε μαζι θα γινοταν ερωτημα κι απορια ολο το οικοδομημα της επιστημης τους. Σ' αυτην την τολμη αναφερεται ο Heidegger, και λιγοι την εχουν.

Στην χορεια αυτων των λιγων ανηκει ο Φωτης Καγγελαρης. Το μαρτυρει, μεταξυ αλλων, το βιβλιο που παρουσιαζουμε σημερα. Ο Καγγελαρης συνομιλει με πληθος φιλοσοφων, ψυχιατρων, ανθρωπων του λογου και της τεχνης, οπου διακρινει συγγενειες αναμεσα σε τελειως ετεροκλητα πεδια και θεωρησεις. Δεκαδες φορες συνανταμε την εκφραση "θα ελεγε ο" .. Bakhtin, Lacan, Aulagner, Blondel, Žižek, Agamben, Scheler, Foucault, Sartre, Heidegger και παει λεγοντας. Μιλαμε για ενα ατελειωτο συμποσιο μεταξυ "φιλων", οπως τους προσφωνει σε ενα αλλο κειμενο. Απειρες ειναι και οι παραπομπες που αφηνουν πολλους απο μας με την εντυπωση οτι ειμαστε τραγικα αμορφωτοι, π.χ. "Φαινεται οτι οι πρωτοι στιχοι απο τον «Faust» του Goethe ειναι προτιμοτεροι απο τους γνωστους του Mallarmé για τη σαρκα και τα βιβλια." Καποιες φορες θυμιζει μικρα παιδια που συνανταμε για πρωτη φορα, μας διηγουνται ενα γεγονος και αναφερουν οικεια τους προσωπα με τ' ονομα τους, λες κι εμεις τα ξεραμε.

Ο αναγνωστης ας μην περιμενει μια συστηματικη επιστημονικη μελετη και ας μην ετοιμαζεται να συλλαβει μια κεντρικη ιδεα. Το βιβλιο θελει να διαβαστει αργα και διχως ωφελιμισμο - θελει μια αναγνωση που να ανταποκρινεται στην γραφη του: μια αφηγηση της σχιζοφρενειας (γεν υποκειμενικη και αντικειμενικη), μια στοχαστικη-ποιητικη περιπλανηση στον, με μια εκφραση του Αλεξανδρου Παπαδιαμαντη, "βυθο των ακαταληπτων πραγματων". Ποιον βυθο; Καθως τους λιγους, στους οποιους αναφερθηκε ο Heidegger, διεπει καποιο κοινο πνευμα, θα μπορουσα να τον επισημανω με λογια ενος αλλου ψυχιατρου, του ελβετου Medard Boss:

 Στους ψυχικα ασθενεις εχουν διανοιγει τοιχοι οι οποιοι προστατευουν ευεργετικα τα ματια των 'υγιων' απο τις υπερμετρα εκτυφλωτικες αστραπες που ερχονται απο τις ουρανιες και κολασμενες αβυσσους εκεινης της αβυσσου που μας περιβαλλει και συναμα μας ειναι απροσιτη.

Θα μπορουσαμε να πουμε οτι το βιβλιο ειναι μια αποπειρα, μια αποτολμη αποπειρα συνδιαλλαγης με ο,τι ο συγγραφεας αποκαλει καπου το "καρναβαλικο γελιο" του σχιζοφρενους, γελιο που μοιαζει να αναδυεται απο εκεινες τις αβυσσους. Και που ενδεχομενως δεν ειναι ασχετο με ενα αλλο που ερχεται απο την Απω Ανατολη: "Διηγουνται πως μια νυχτα ο δασκαλος Yüe-shan ανεβηκε σ' ενα βουνο, κοιταξε το φεγγαρι και ξεσπασε σ' ενα βροντερο γελιο. Το γελιο του, λενε, αντιλαλησε τριαντα χιλιομετρα μακρια."

Θυμαμαι τον Erwin, εναν χρονιο σχιζοφρενη σε μια κλινικη της Ζυριχης. Εγραφε ποιηματα, μαλιστα μου ειχε αφιερωσει ενα. Καποια μερα λοιπον, καθως μιλουσαμε, ορθιοι, ο ενας απεναντι στον αλλο, ξαφνικα ξεσπαει σ' αυτο το ασχετο γελιο, μου δινει μια κουτουλια, και τα γυαλια που τοτε φορουσα επεσαν κατω. Ο Helmut Plessner, γερμανος φιλοσοφος και κοινωνιολογος, βλεπει το γελιο ως εκφραση μιας κρισης, οπου τα λογια πλεον δεν μπορουν να αρθρωσουν μια ανταποκριση. Ομως ενω στους "φυσιολογικους" το γελιο λιγοτερο η περισσοτερο το μοιραζομαστε, εκεινο το αποκοσμο, καρναβαλικο γελιο ακριβως κατεστρεψε καθε μοιρασμα, καθε κοινωνια μεταξυ μας. Κοιταζα τον Erwin σαν χαζος, κι αυτος με κοιταζε με μια αδιορατη εκφραση ψιλοντροπης παιδιου που εκανε αταξια, αλλα και θριαμβου που εμοιαζε να τον απολαμβανει. Ο Καγγελαρης μιλα για "υποκειμενο ρηξης του σημαινοντος, που επιφερει τη ρηξη της ιστορικοτητας του υποκειμενου, τη ρηξη της σημαινουσας αλυσιδας. Υποκειμενο του αρρητου." Ισως οπως το μικρο παιδι που χτιζει ενα σπιτι με τα κυβακια του και σε καποια ανυποπτη στιγμη τους δινει μια και παρ' το κατω το σπιτι.

Η ρηξη για την οποια μιλαμε, και της οποιας ενας δρομος ειναι το αποκοσμο, "καρναβαλικο" γελιο, φερνει εμπρος στο αρρητο, καταποντιζει στο αρρητο. Στον βυθο του τα πραγματα, τα νοηματα και οι σημασιες του κοσμου αποσυρονται. Αποσυρεται και το ιδιο το υποκειμενο, αυτοπαθως, διανοιγεται η ερημος της αποπροσωποποιησης που αναφερεται στον υποτιτλο του βιβλιου. Στο πεδιο αυτης της εμπειριας βρισκεται και ο,τι ο Martin Heidegger αποκαλει "αυθεντικο αγχος", το οποιο ανοιγει την υπαρξη για το πρωτο και εσχατο, το "Ειναι", η το "Μηδεν". Βρισκεται κοντα σε ο,τι ο Καγγελαρης αποκαλει "το αλεκτο, το 'εκτος του σημαινοντος' ως ο τοπος - και - της τρελας" και τον τρελο "ενα σκηνωμα στον τοπο του αρρητου." Γι' αυτο μπορει και να λεει: "Η «φυσιολογικοτητα» δεν ειναι η φυση του ανθρωπου.", και μπορει να χαρακτηριζει το ανθρωπινο Ειναι, παραλλασσοντας μια εκφραση του Heidegger, ως "ειναι-προς-τρελα". Η "φυσιολογικοτητα", γραφει o Καγγελαρης, δηλαδη "η ασχολια μας και η σκεψη μας με τα ανθρωπινα", "μας εγκλωβιζει, μας προφυλασσει ταυτοχρονα … απο αυτο."

Η αμυνα απεναντι στο horror vacui, στον τρομο εκεινου του αρχαϊκου κενου, διαμορφωνει, δινει υποσταση στην "φυσιολογικοτητα" αλλα και στην σχιζοφρενεια ως, Καγγελαρης, "προσπαθεια της υπαρξης προς την αυτοϋπερβαση της, προσπαθεια υπερβασης του θανατου, παλη εναντια στο Μηδεν." Η διαφορα φυσιολογικοτητας και τρελας τωρα βρισκεται στην σχεση τους με την απουσια. Καγγελαρης: "Το γεγονος της αντιληψης συντελειται οταν το αντικειμενο ειναι απον. Πρεπει να λειπει για να το δουμε. Σαν το «πουλακι» στη φωτογραφια. Σαν μια σχεση στην αρχη της." Και: "Οφειλει να λειπει η εικονα μου για να τη δω το πρωι στον καθρεφτη. Οφειλει να λειπει ο Αλλος για να τον δω." (Εδω σκεφτομαι το κρεβατι της ψυχαναλυσης, τους συνομιλουντες, που μενουν ο ενας για τον αλλο αθεατοι.) Ο Καγγελαρης συμπληρωνει με τον de Sade: "η αναμονη αποντων αντικειμενων, και οχι η παρουσια τους, δημιουργει ηδονη." Ομως ακριβως η "αναμονη αποντων αντικειμενων" ανηκει στη φυση ενος ερωτηματος, καθως η προθετικοτητα του, δηλαδη η ζητουμενη απαντηση, για μικροτερο, η μεγαλυτερο διαστημα δεν ειναι ακομα εδω, παραμενει δηλαδη παρουσα - δια της απουσιας της. Και η ανθρωπινη υπαρξη, μας θυμιζει ο συγγραφεας τον Gadamer, "δεν εχει τοσο απαντησεις οσο ερωτηματα" Η ανθρωπινη υπαρξη κατοικει χωρους της απουσιας.

Θα μπορουσαμε να πουμε οτι ο σχιζοφρενης σχεδον δεν εχει ερωτηματα. Εχει απαντησεις, και μαλιστα στη μορφη των παραληρητικων πεποιθησεων. Πολλες φορες, σ' ολους μας, η απαντηση δεν ειναι ανταποκριση στο ερωτημα αλλα φυγη απο αυτο. Στον σχιζοφρενη τουτο συμβαινει σε βαθμο ακραιο. Το ερωτημα κανει τζιζ! Και αυτο επειδη στον σχιζοφρενη λειπει εκεινη η φιλικη σχεση με την απουσια, η οποια εκφραζεται ως ρητο και αρρητο ερωτηματικο. Καγγελαρης: "δεν βλεπει την εικονα του στον καθρεφτη γιατι δεν εχει ελλειψη της εικονας του: Ειναι η εικονα του. Και δεν βλεπει τον Αλλο ως Αλλο γιατι ειναι αυτος ο ιδιος που ειναι ο Αλλος." Ο Martin Heidegger, σε ενα σεμιναριο για ψυχιατρους στη Ζυριχη, λεει:

Ο ψευδαισθανομενος μπορει να δει τον κοσμο του μονο με μια αισθητηριακα αντιληπτη, παροντικη παρουσια ολων των δεδομενων, διοτι δεν μπορει να επιτελεσει το Ειναι παροντος και αποντος … Δεν αφηνει την απουσια να ειναι απουσια."

Ο σχιζοφρενης, θα λεγαμε στο πνευμα του Καγγελαρη, εχει δυσανεξια στα ερωτηματα. Του λειπει ολοτελα η εμπειρια του Paul Celan: "αληθινα μιλαει οποιος μιλαει σκιες". Η, το "Σε κοιταζα με ολο το φως και το σκοταδι που εχω" του Γιωργου Σεφερη. Ο λογος του σχιζοφρενους δεν ειναι απαντηση, αντ-αποκριση, ειναι λογια, κυριολεκτικα, του αερα. Γι' αυτο και η συνομιλια ειναι απο εκτρωτικη εως ανυπαρκτη. "Ειμαι τραγουδιστης γιατι, αφου με λενε Πανο και εχω βγει απο μητρα, ειμαι ο Μητροπανος." Αν αυτο ηταν καλαμπουρι, ο Πανος θα το μοιραζονταν με εμας, θα μοιραζομασταν ολοι μας ενα γελιο, οχι "καρναβαλικο" αλλα ως επιφωνημα μιας καθαρτικης βουτιας στις παραδοξολογιες και στα κολπα της γλωσσας, στα ανοιγματα των ατελειωτων παιχνιδιων της. Ο Πανος ομως μιλα μεσα απο μια, γραφει ο Καγγελαρης, "γλωσσικη ακαμψια", μια, ακριβως λογω της απουσιας του αποντος, "αδιαμεσολαβητη επαφη με την πραγματικοτητα". Μητρο- και -Πανος ειναι μπαζα, η συντριμμια μιας Waste Land που κουμπωνουν μεταξυ τους βουβα και τυχαια στο "Μητροπανος".

Η φραση του Πανου, αλλα και καθε παραληρημα, ειναι salto mortale. Βοα εν τη ερημω. Πηδα στην αντιπερα οχθη χωρις να εχει στηθει γεφυρα. Γι' αυτο ο Καγγελαρης μιλα για "επικινδυνοτητα" τετοιων απελπιδων λογων. Ομως ακριβως γι' αυτο ο Μητροπανος του Πανου, η κουτουλια που εισεπραξα στη Ζυριχη, και ολα τα συναφη, παραληρημα, ψευδαισθηση, κατατονικα φαινομενα ειναι σπαραγματα στα οποια, εμφατικοτερα απο τα λεγομενα, μιλουν τα διακενα του αρρητου. Καγγελαρης: "Η αποπροσωποποιημενη σχιζοφρενικη υπαρξη προσωποποιει τον λογο της πεπερασμενης και αιωνιας συνειδησης του ανθρωπου, ως ενα ατελευτητο οροσημο στην απροσωπη οδυνη του ειναι." Το ποιημα που μου αφιερωσε ο Erwin ηταν το εξης

:Kameraden.jpg

Συντροφοι

Αυτη 'ναι της ζωης

Η εσωτερικη αντιφαση

Πως μοναχοι συχνα

Και χαμενοι στον κοσμο

Ατενιζουμε τα ερχομενα

Κι αισθηματα αγχους

Μας καταδιωκουνε παντα

Μεσα στο ακαθοριστο.

Ο χαρακτηρας του σχιζοφρενους απαιτει απο τον θεραπευτη επαρκη ανταποκριση. Απαιτει, σε βαθμο πολυ πιο ριζικο απο την ψυχοθεραπεια του νευρωτικου, την αποπειρα της συνομιλιας, που τωρα ειναι ακροβασια στο τεντωμενο σκοινι του αδιαμεσολαβητου, χωρις το διχτυ προστασιας που παρεχει η μεσολαβηση των νοηματων, η αυρα των λεγομενων. Καγγελαρης: "Στην ψυχωση, κατ’ αρχας, δεν ερμηνευουμε, ακουμε. Να ακουσουμε, κατ’ αρχας, την κυριολεξια των λογων του υποκειμενου, την οδυνη, τον πονο, την αγωνια. Η ερμηνεια, αν και οποτε εισαχθει, ας αρχισει απο την κυριολεξια, και οχι τη μεταφορα – τον τροπο, δηλαδη, με τον οποιο εμεις συλλαμβανουμε διαμεσολαβημενη την πραγματικοτητα." Και, πολυ πιο ριζικα απο την ψυχοθεραπεια του νευρωτικου, η συνομιλια με τον ψυχωτικο ειναι και για τον θεραπευτη μαθητεια. Στον προλογο για την Γ' εκδοση ο Πανος εισαγεται ως ενας με τον οποιο "'μεγαλωσαμε' και 'γερναμε' μαζι". Και λεει στον θεραπευτη του: "Θα σου δινω τα σημαδια να βρισκεις τον δρομο σου. Ειμαι πολυ πλουσιος μεσα μου. Ομως μην τα θελεις ολα μαζι."

Σε δυο σημεια ο συγγραφεας θετει, απο το πουθενα, την ιδια ερωτηση:

Εχουμε σκεφτει γιατι, αραγε, προσπαθουμε να ερμηνευσουμε το χαμογελο της Gioconda, και οχι το βλεμμα της;

Δεν δινει απαντηση. Η δικη μου θα ηταν: Το χαμογελο επιδεχεται ερμηνειας γιατι μιλαει το ιδιο. Ειναι χαιρετισμος, ανταποκριση στο απεναντι, και γι' αυτο ειναι εμφορτο σημασιων. Εγκυμονει ερμηνειες που το αρθρωνουν. Το βλεμμα, το βλεμμα καθαυτο, δεν ειναι καταρχην ανταποκριση, αλλα - υποδοχη. Δεχεται τα πραγματα του κοσμου, νωπα, πριν τα αποστεγνωσει η φορτιση με μνημη και με επιθυμια. Αυτο το πρωτο βλεμμα, η prima vista, ειναι καθε φορα, θυμιζω τα λογια του Καγγελαρη, "μια σχεση στην αρχη της". Ετσι δεν εχει βαθυτερα νοηματα, δεν εχει τιποτα να ερμηνευσεις. Ομως γι' αυτο ακριβως μπορει και να σαγηνευει. Στο βλεμμα διανοιγεται, με την εκφραση του Jean Baudrillard, μια "επιφανειακη αβυσσος". Θυμομαστε, τις αβυσσους που αναφερθηκαν...

Η περιοχη στην οποια κινουνται οι στοχασμοι του βιβλιου εκτεινεται απο το αβυσσαλεο μεχρι το εγκοσμιο, απο ενα βλεμμα μεχρι ενα χαμογελο.

Φαινομενολογια του οργασμου

 

Φαινομενολογια του οργασμου
[2ο Μεσογειακό Συνέδριο Ανθρώπινης Σεξουαλικότητας / Αναπαραγωγής, Απριλιος 2015, Αθηνα]
[Το κειμενο με υποσημειωσεις εδω]

Το ποιημα του Αρχιλοχου απο τον 7ο αιωνα π.Χ., γνωστο ως "Επωδη της Κολωνιας", ξεκινα με τον ποιητη που μιλα με μια κοπελα και την προκαλει. Τελειωνει ως εξης:

… κι αρπαξα την παρθενα την πλαγιασα στα ανθισμενα λουλουδια

την τυλιξα σε μαλακο μανδυα αγκαλιασα τον λαιμο της

που ειχε ακινητησει σαν απο ελαφακι κυνηγημενο

ψηλαφησα τα στηθη της απαλα

οπου αυτη αποκαλυψε το νεαρο της δερμα και την ηβη της προβαλε

κι εγω σφιγγοντας πανω μου το ωραιο της σωμα

χαϊδευοντας το ξανθο τριχωμα αφησα το λευκο μενος,

λευκ]ὸν ἀφῆκα μένος… Το λευκὸν μένος: το σπερμα. Η λεξη μένος συγγενευει με το ρημα μαινομαι, που θα πει: περιερχομαι εκτος εαυτου. Εκ-σταση. Για ο,τι σημερα εμεις ονομαζουμε "οργασμο" φαινεται πως οι Αρχαιοι δεν ειχαν δικη τους, ιδιαιτερη λεξη. Το ρημα ὀργάω σημαινει ετοιμαζομαι να γεννησω κατι, να φερω κατι στο φως - το δεντρο που παει να ξεπεταξει λουλουδια, η μολυσμενη πληγη που ειναι ετοιμη να πυορροησει. Ομως και τα κολπικα υγρα, και το ανδρικο σπερμα, αναβλυζουν οπως βγαινουν τα λουλουδια απο τα κλαδια και το πυον απο την πληγη. Ειδικοτερα στα ανθρωπινα πραγματα ὀργάω σημαινει ανυπομονω, ετοιμαζομαι, διεγειρομαι. Σαπφω:

Γιατι, αρκει να σε κοιταξω εστω για μια στιγμη, και λεξη δεν ανεβαινει στα χειλη μου, η γλωσσα μου, σπασμενη, βυθιζεται στη σιωπη, αμεσως μια λεπτη φλογα περνα κατω απο το δερμα μου, τα ματια μου παυουν να βλεπουν το παραμικρο και τ᾽ αυτια μου αρχιζουνε να βουιζουν. Ιδρωτας με πλημμυριζει και τρεμουλο με συνεπαιρνει ολοκληρη, γινομαι πιο χλωμη κι απο τη χλοη, και, στο σκοτισμενο μου λογικο, μου φαινεται πως παω να ξεψυχησω.

"...μια λεπτη φλογα περνα κατω απο το δερμα μου…" τραγουδα η Σαπφω. Οπως το σπιτι που πιανει φωτια και σε διωχνει, πρεπει να το αφησεις, ετσι κι εδω καιγεσαι ο ιδιος, πρεπει να φυγεις απο το σπιτι του εαυτου, ειναι το, με μια εκφραση του Πλατωνα, ερωτικον ομμα, η οψη του ερωμενου, που το πυρπολει. Σε αναγκαζει να εγκαταλειψεις το κλεισιμο στον εαυτο και να εκ-στασιαστεις στον Αλλο, που μονος αυτος, αν του δοθεις, αν σου δοθει, μπορει να κατασβεσει τη φλογα.

Ο οργαζων, βγαινοντας απο τον εαυτο του, μεταμορφωνεται. Ο οργασμος συμβαινει ως μεταμορφωση, ως μεταβαση σε μια αλλη μορφη. Γραφει ο γαλλος φιλοσοφος Alexandre Lacroix:

Πριν απο τη συνουσια το προσωπο μεταμορφωνεται
bild3-picasso-29566308.jpg
Οσο μεγαλη και να 'ναι η εμπιστοσυνη, η η ηδονη μεταξυ των συντροφων, τα βλεμματα παντα τα διαπερνα ενας φοβος, η μια βουλιμια, μια νευρικη συσπαση. Αμεσως πριν απο τη διεισδυση κυριαρχει ενταση, συγκεντρωση των ανταγωνιστικων δυναμεων. Αγαπη και αποπλανηση εγγραφουν επανω τους ενα ολοσωμο τατουαζ πολεμου.
Στη συνουσια μετεχουν η ορμη του κυνηγου κι ενα κρυφο ενστικτο αρπακτικου ζωου..

Dream-of-the-Fisherman's-Wife-large.jpg

Το δυναμικο της ανδρικης φυσης εγκειται στη διεισδυση. Ειναι ιδιον του αντρα να ξανοιγεται σε στερια και σε θαλασσα και σε νεα πεδια δρασης, να εξερευνα το αγνωστο, να κατακτα τη γυναικα, να ρισκαρει ακομα και τη ζωη του, να κανει πολεμο. Ψαραντωνης, Εχω μια τιγρη μεσα μου:

Ψαραντώνης - Τίγρη - snapshot.jpg
Όρη, λαγκαδια και γκρεμνα με σπρωχνει να περασω,

για να την αγκαλιασω

στον πιο τρελο χορο,

κι οταν τις κρυες τις βραδιες θυμαται τα κλουβια της,

μου δινει την προβια της

για να τηνε φορω.

Η γυναικεια φυση τωρα μπορει να αποδοθει μεσα απο μια, κρητικη και παλι, μαντιναδα:

Δυναμη πο 'χει η κοπελια

στον αφαλο απο κατω

βανει το φιδι ζωντανο

και βγανει το ψοφατο.

ZmurkoFranciszek_Sinnenrausch.png
Η δυναμη της γυναικας ειναι η ιδιοτητα καθε νεου, καθε "παρθενου" τοπου στον οποιο ο ανδρας διεισδυει, τον οποιο διακορευει, να γινεται οικειος, να γινεται οικος και σπιτικο, ο αντρας να εξημερωνεται μεσα του, να "ψοφαει". Η φυση της γυναικας αποτυπωνεται αρχετυπικα στη φιγουρα των Σειρηνων που σαγηνευουν τον αντρα, τον ελκυουν στον παραδεισενιο τοπο και στην αγκαλια τους, και τον λιωνουν.

Ο Ανδρεας Εμπειρικος βλεπει την ερωτικη συνευρεση, μεταξυ πολλων αλλων, στην εικονα του υπερωκεανιου που διακορευει τη θαλασσα:

Αφρός- Ανδρέας Εμπειρίκος.jpg
Ω υπερωκεανειον τραγουδας και πλεχεις

Στις τροχιες των βαθυπτυχων οργωματων

Που λαμπουν στο κατοπι σου σαν τροχιες θριαμβου

Αυλακες διακορευσεως χναρια ηδονης που ασπαιρουν

Μεσ’ στο λιοπυρι και στο φως η κατω απο τ’ αστερια

Οταν οι στροφαλοι γυρνουν πιο γρηγορα και σπερνεις

Αφρο δεξια κι αφρο ζερβα στο ριγος των υδατων.

Η ανασα. Lacroix και παλι:

13 Προφανεστατα η συνουσια ειναι μια μεγαλη οπερα της ανασας. Η αναπνοη των συντροφων φουντωνει ολο και περισσοτερο, μεχρι να καταλαβει ολον τον ηχοχωρο. Γινεται θρηνος, κραυγη, κλαψουρισμα, αποκριση - επιδειξη των φωνητικων χορδων, εκρηξη των θωρακικων κοιλοτητων, παρελαση των πνευμονων. Αδυνατο να παρασυρεις τον αλλο στην κορυφωση, να βρεις το σωστο τεμπο, αν δεν ακολουθησεις προσεκτικα την αλλαγη της εισπνοης και της εκπνοης του, αν δεν καταφερεις να φωλιασεις στις μετατροπιες του διαφραγματος του.

Στο κλαμα μερικες φορες λεμε οτι κανεις "αναλυθηκε σε δακρυα". Θα πει: εγινε ολος δακρυα. Εκ-σταση, οπου ο εαυτος αποσταζεται στα ματια, που πλεον δεν βλεπουν, αλλα παροχετευουν τον εαυτο, ως δακρυα, προς τα εξω. Ετσι στον οργασμο: τα κορμια κορυφωνονται στα γεννητικα οργανα. Η υπαρξη γινεται πεος, γινεται κολπος.
Πεος1.jpg

Οι σπασμοι. Στον αντρα συνοδευονται κατα κανονα απο την εξωθηση του σπερματος. Θα ελεγες οτι οι παλινδρομικες κινησεις που προηγουνται, και απο τους δυο συντροφους, αυτο προσκαλουν, επικαλουνται, προετοιμαζουν. Τα σωματα οργαζουν, οργαζονται, οι υπαρξεις εξ-ιστανται, αναλυονται, τωρα οχι σε δακρυα αλλα στο χυμα της ερωτικης τους συνευρεσης.

Η αναλυση στο χυμα ειναι η ηδονη. Η γερμανικη λεξη για την ηδονη, Lust, συγγενευει ετυμολογικα με το στερητικο μοριο los, εν μερει αναλογο του δικου μας στερητικου αλφα, η του πρωτου συνδετικου απο-. Η ηδονη ειναι κενωση, αδειασμα, που δεν αφηνει καποιον στην ερημο του μηδενος αλλα ολοκληρωνει την εκ-σταση με μια τελικη μεταμορφωση, αυτην τη φορα μεταμορφωση στο αμορφο: εκκενωνει το σπιτι, την επικρατεια του εαυτου, απαλειφει το αποτυπωμα του και τον απολυει σε ενα ηδυ, γλυκο τιποτα. Ο Freud το συλλαμβανει απο μακρια με την αχαρη, επιστημονικοφανη εκφραση "αποφορτιση των ορμων". Η ερωτικη συναντηση, αν ειναι αποφορτιση, τοτε αποφορτιζει απο τον φορτο του ιδιου του εαυτου. Θυμαμαι μια γυναικα στη Ζυριχη που ελεγε οτι ποτε δεν ενοιωθε τοσο αναλαφρα οσο οταν ειχε εναν αντρα ξαπλωμενο επανω της.

Καποιες φορες η ηδονη αποκτα σχεδον θρησκευτικη διασταση. Leonard Cohen - Light As The Breeze / Αναλαφρη σαν αερακι

Cohen.jpg
Στεκει εμπρος σου γυμνη

μπορεις να το δεις, μπορεις να το γευτεις

κι ερχεται κατα σενα αναλαφρη σαν αερακι

(και αργοτερα)

Ετσι γονατισα στο δελτα,

στο αλφα και στο ωμεγα

στην κοιτη του ποταμου και των θαλασσων

και σαν ευλογια που ερχεται απο τα ουρανια

για κατι σαν ενα δευτερολεπτο

ιαθηκα και η καρδια μου

γαληνεψε.

Το μπαλετο του Béla Bartók με τον τιτλο Ο θαυμαστος μανταρινος απο το 1924 αφηγειται την εξης ιστορια:

Στο διαμερισμα ενος φτωχικου προαστιου τρεις αλητες αναγκαζουν μια κοπελα να προσελκυσει αντρες απο τον δρομο για να τους ληστεψουν. Οι δυο πρωτοι ειναι φτωχοι και τους πεταν εξω. Η γυναικα πηγαινει και παλι στο παραθυρο και ξεκινα τον χορο της. Στον δρομο στεκει τωρα μια αλλοκοτη μορφη, που συντομα ακουνε να ανεβαινει τη σκαλα. Οι αλητες κρυβονται και ενας μανταρινος στεκει στην πορτα ασαλευτος. Οι αλητες βαζουν τη γυναικα να τον παρασυρει κοντα της. Αυτη ξεκινα εναν αλλο ηδυπαθη χορο και το παθος του μανταρινου ολο και μεγαλωνει. Ξαφνικα πεταγεται και την αγκαλιαζει. Παλευουν. Αυτη, κατατρομαγμενη, ξεφευγει. Ο μανταρινος την κυνηγα. Οι αλητες ορμουν επανω του, του αφαιρουν τα τιμαλφη του και προσπαθουν να τον πνιξουν κατω απο μαξιλαρια και κουβερτες. Αυτος παντως συνεχιζει να εχει το βλεμμα του στυλωμενο στη γυναικα. Τρεις φορες τον καρφωνουν μ' ενα σκουριασμενο λεπιδι, σχεδον πεφτει κατω, ομως και παλι ριχνεται στη γυναικα. Οι αλητες τον αρπαζουν και παλι και τον κρεμανε απο τον γαντζο μιας λαμπας. Η λαμπα πεφτει και βυθιζει το δωματιο στο σκοταδι, και το σωμα του μανταρινου αρχιζει να λαμπει με ενα αποκοσμο κυανοπρασινο χρωμα.
Mandarin.jpg
Οι αλητες και η γυναικα κατατρομαζουν. Ξαφνικα η γυναικα ξερει τι πρεπει να κανουν. Λεει στους αλητες να τον λυσουν. Ο μανταρινος ριχνεται στη γυναικα και παλι, κι αυτην την φορα τουτη δεν αντιστεκεται, κι αγκαλιαζονται. Καθως
ο ποθος του μανταρινου ικανοποιειται, οι πληγες του αρχιζουν να αιμορραγουν, και πεθαινει.

Μηπως εδω αιμορραγια και εκσπερματωση ταυτιζονται; Μηπως ο μανταρινος, στις επιθεσεις των αλητων, ειναι ατρωτος γιατι ακριβως, οργαζοντας, βρισκεται εκτος εαυτου; Οπως δειχνει το αποκοσμο κυανοπρασινο χρωμα που αναδυει; Μηπως, στην οργαζουσα εκ-σταση, βρισκεται εξω απο αυτον που οι αλητες χτυπανε; Μηπως ο θανατος του και το γαληνεμα της ηδονης εχουν κοινη προελευση; Μηπως η ηδονη, δηλαδη η αποφορτιση απο τον εαυτο, εχει την αρχετυπικη της εικονα στον θανατο; Μηπως γι' αυτο μια γαλλικη εκφραση για τον οργασμο ειναι petit mort, μικρος θανατος; Μηπως γι' αυτο μονο οποιος ερχεται απο τον θανατο, ειναι και σε θεση να καλεσει, να πεισει εναν Αλλο να βρεθουνε στους λειμωνες της ηδονης; Στον Αδη θα κατεβω...

Ομως προς τι η τεχνη; Ποιητες και ζωγραφοι και μουσικοι; Και οι φιλοσοφοι; Ενδεχομενως γιατι το "ασεξουαλικο" που αναφερεται στον τιτλο του συνεδριου θα μπορουσε να αφορα οχι μονο την αναπαραγωγη αλλα και καθε λεγομενη "σεξουαλικη πραξη" που αρχιζει και τελειωνει στη διαδικασια της, οπου η γυναικα ειναι "μουνι" - υπαρχει και αντιστοιχη, εστω "αδοκιμη", εκφραση για τον αντρα. Οταν τα βηματα οδηγουν κατευθειαν στο πηδημα, αυτο γρηγορα γινεται πληκτικη υποθεση. Το quickie, το πηδημα για το πηδημα,
Quickie.jpg
ειναι πολλες φορες ακριβως αποπειρα διασκεδασης αυτης της πληξης, ομως συχνα απλως την επιτεινει, και ακριβως γι' αυτο μπορει να γινεται και εμμονικο. Καπως ετσι θα ανακαλυφθηκαν βηματα που φερνουν τον εναν κοντα στον αλλο οχι απο την συντομοτερη διαδρομη, δηλαδη το quickie, αλλα μεσα απο μια απλα, μια περιπλανηση, βηματα που δρομολογουν το ερωτικο παιχνιδι, την τελετουργια των βλεμματων και των αγγιγματων, και καποτε καποτε ο σκοπος και ξεχνιεται ακομα.
legs.jpg
Τοτε αυτα τα βηματα θα γινοταν, παραδειγματος χαριν, χορος.
Astor Piazzolla, Oblivion.

Ειπα πριν: καποτε καποτε ο σκοπος και ξεχνιεται ακομα. Γιατι εδω πρεπει να τονιστει κατι. Οπως γενικοτερα στην τεχνη, ο χορος που ειδαμε δεν ειναι, δεν μπορει ποτε να ειναι ερωτικο foreplay, να εξολισθησει στη συνουσια. Θα ηταν αγροικο, θα ηταν κακοποιηση να φανταστουμε οτι τελειωνει με τους χορευτες να καταληγουνε στο κρεβατι. Η εγγυτητα τους, η τοσο παλλομενη και σφριγωσα, δεν αγεται απο την πιεση μιας επιθυμιας που ζηταει ικανοποιηση. Διαγει αρκουμενη στον εαυτο της. Αυτο ειναι που ο γαλλος φιλοσοφος Jean Baudrillard ονομαζει "σαγηνη":

Η σαγηνη των ματιων. Η πιο αμεση, η πιο καθαρη μορφη σαγηνης, μορφη σαγηνης που αντιπαρερχεται τις λεξεις. Οπου μοναχα τα βλεμματα συναντωνται σ' ενα ειδος μονομαχιας, μιας αμεσης διαπλοκης, εν α­γνοια των αλλων και των συναναστροφων τους: διακριτικη γοητεια ενος σιωπηλου και ακινητου οργασμου. Απο την στιγμη που η ερασμια ενταση των βλεμματων παραχωρησει την θεση της σε λογια, η ερωτικες χειρονομιες, η ενταση πεφτει. Απτικοτητα των βλεμματων που συγκεντρωνει ολοκληρο το δυναμικο του σωματος (και αυτο των ποθων του;) σε μια μοναδικη, αερινη στιγμη, οπως σ' ενα ευφυολο­γημα. Μονομαχια που ειναι συναμα αισθησιακη, ακομα και ηδονικη, ομως ασωματη - μια τελεια προγευση του ιλιγγου της σαγηνης, που ομοιο τους δεν θα εχουν οι πιο σαρκικες απολαυσεις που ακολουθουν.

Το οτι αυτα τα ματια συναντωνται, ειναι τυχαιο, ομως ειναι σαν να ειχαν καθηλωθει τα μεν στα δε απο παντα. Απογυμνωμενα απο νοημα, αυτο που ανταλλασσεται δεν ειναι τα βλεμματα. Εδω δεν υπαρχει ποθος, γιατι ο ποθος δεν αιχμαλωτιζει, ενω τα ματια, σαν μια τυχαια παρουσια, απλωνουν μαγια φτιαγμενα απο καθαρα, ανταγωνιστικα σημεια χωρις βαθος και χωρις χρονικοτητα.

Και σε ανυποπτο χρονο, πριν γνωρισω τον Baudrillard, ελεγα σε μια ομιλια:

Εδω ισως υπαρχει ενα αλλο βλεμμα, το οποιο πλεον δεν ανηκει σε ενα εγω και δεν αποτεινεται σε ενα εσυ. Δεν ειμαι αυτος που βλεπει αυτην. Δεν υπαρχει "σχεση". Γι' αυτο λειπει καθε συστολη και καθε τολμη, λειπει καθε επιθυμια και καθε φοβος, λειπει καθε εφεση για καποια πραγματωση. Τουτο το κοιταγμα ειναι ανοιχτος οριζοντας που απλωνεται σ' ανοιχτον οριζοντα.

Αυτα τα λιγα για τον ασωματο οργασμο της σαγηνης.

Στο ποιημα της Σαπφους που ακουσαμε, η τελευταια φραση ηταν:

Ιδρωτας με πλημμυριζει και τρεμουλο με συνεπαιρνει ολοκληρη, γινομαι πιο χλωμη κι απο τη χλοη, και, στο σκοτισμενο μου λογικο, μου φαινεται πως παω να ξεψυχησω.

Το ποιημα δεν τελειωνει εδω. Εχουν σωθει και λιγες λεξεις ακομα:

ἀλλὰ πὰν τόλματον / κι ομως τα παντα θελουν να τα τολμας

Τι ειναι ο ερωτας για να συνιστα τολμημα; Ο ερωτας, γραφει ο Ίβυκος, ποιητης του 6ου αιωνα π.Χ., στη Σαμο, ειναι

... σαν τον Θρακιωτη Βορια που, πυρωμενος απο τις αστραπες, ορμα μανιασμενος απο τα μερη της Αφροδιτης και ξεραινει τα παντα. Ζοφερος, ατρομητος, ξετιναζει την καρδια μου συθεμελα

Το παρατολμο του ερωτα ειναι το συθεμελο ξετιναγμα, η απωλεια του εαυτου, το αυτοπαθες ανοιγμα και το αυτοπαθες χασιμο στον Αλλο. Και τουτο γιατι το ενα φυλο ειναι για το αλλο ασυμβατο και μαζι αναποφευκτο. Η ενωση τους συνιστα αλμα στο κενο, salto mortale. Αυτο το αντιμοιρο ανδρα και γυναικας εκδηλωνεται, εκδηλωνονταν μαλλον, στην πληρη του ενταση στην τρελα και στο δραμα του ερωτα.

Η διαφορα ανδρικης και γυναικειας φυσης παλι ευκολα εξολισθαινει στην αντιθεση και στην αντιπαραθεση, στον φοβο του ενος για τον αλλο, καποτε στο αμοιβαιο μισος, καποτε στο καταφυγιο του ομοιου φυλου. Ισως ο φοβος εμπρος στην αβυσσο του ερωτα ειναι που ωθησε τους ψυχολογους να καταπιαστουν να τον ερμηνευσουν - που θα πει, να τον φερουν στα μετρα μας, να τον εξημερωσουν.

Και ακομα, ισως ο τρομος εμπρος σε τετοιες αβυσσους ειναι που κανει τις λεξεις νεκρες πεταλουδες καρφιτσωμενες στον καμβα ενος ξυλινου λεξιλογιου. Ειπαμε οτι οι Αρχαιοι δεν ειχαν ορισμενη λεξη για ο,τι εμεις ονομαζουμε "οργασμο". Ισως απο την ωρα που το διαπραττουμε, απο την ωρα που θα καρφιτσωσουμε την πεταλουδα στο λεξιλογιο και θα την κανουμε θεμα και ζητημα, μπαινουμε στην εποχη της, για να παραθεσω τον τιτλο ενος βιβλιου, "προθανατιας αγωνιας του ερωτα".

Σημερα, σε μια εποχη οπου κυριαρχει η ναρκισσιστικη καθηλωση στον εαυτο, στην κοινωνια μας της επιδοσης, λεμε "make" love. Ηδη στην Αμερικη του '60, με την λεγομενη "σεξουαλικη απελευθερωση", το θεμα δεν ηταν πια το να κανουν σεξ, αλλα το να κανουν καλο σεξ. Δημιουργηθηκε μια ολοκληρη φιλολογια και παραφιλολογια για τεχνικες της καλης στυσης ως επιδοσης του αντρα, του καλου οργασμου ως ολοκληρωσης της γυναικας. Καθιερωθηκε το χαλαρωτικο σεξ, το οποιο μπορει να ειναι απλα χαλαρωτικο ακριβως επειδη εχει παρει τη μορφη αμοιβαιου αυνανισμου, αλλα και ατομικου εμπρος στην οθονη του υπολογιστη. Και ο οργασμος, στην απονευρωμενη του πλεον μορφη, εχει γινει παραδειγμα της καθε απολαυσης. Μας τον υποσχεται ηδη μια φραπεδια,
nescafe-frappe-mermaid.jpg
η
ενα κεσεδακι γιαουρτι,
milk.jpg
εστω κι αν ανθρωποι της τριτης και τεταρτης ηλικιας το
παρωδουν- οπου δεν ξερεις ποιον να παρεις στα σοβαρα, την νεα, η τους γερους.

Αυτος ο ερωτας κι αυτο το σεξ κι αυτος ο οργασμος, στην σημερινη τους κυριαρχη εκδοχη, μοιαζει να εχουν γινει κατι σαν το εμμονικα ζητουμενο αλατι της ζωης, μιας ζωης δηλαδη που κατα τα αλλα, παρολη την υπερκινητικοτητα της, η ακριβως λογω αυτης, ειναι τραγικα αγευστη, αοσμη, βαρετη. Δουλεια δεν ειχε ο διαβολος, πηδαγε τα παιδια του...
Δουλεια δεν ειχε....jpg

Παθη σκιων και φωτος 1. Προπλατωνικοι χρονοι

 

[Ομιλια στο πλαισιο του Art Introjection: Στον κοινο τοπο τεχνης και ψυχαναλυσης, Θεσσαλονικη, Φεβρουαριος 2015]

Στους Αρχαιους, μεχρι καπου τον Πλατωνα, τα παντα εννοουνται στην διασταση φως και σκοταδι. Σε ενα αποσπασμα του προσωκρατικου φιλοσοφου Παρμενιδη διαβαζουμε:

μα καθως τα παντα ονοµάστηκαν φως και νύχτα, κι αυτα που αντιστοιχουν στις δυνάµεις τους (ονομαστηκαν) συμφωνα με το ενα και τ' αλλο, είναι όλα πληρη απο φως και αφανερωτη νύχτα1

Φως και σκοταδι δεν εξαντλουνται λοιπον στο αισθητηριακο δεδομενο τους. Δεν ονομαζουν αυτο που βλεπουν, η δεν βλεπουν τα ματια μας. Ονομαζουν τα παντα. Ονομαζουν εναν κοσμο. Ενας ελληνιστης το συνοψιζει ως εξης:

Το σκοταδι μπορει να αντιπροσωπευει αγνοια, το κακο και το δυσοιωνο, βια και βαρβαρισμο, και τον αλλο κοσμο. Το φως μπορει να σημαινει οραση, μαντικη ικανοτητα, την ολυμπια ταξη, την λυτρωση της ψυχης και τον κοσμο που κατοικουμε.2

Βλεπουμε ευκολα οτι εδω φως και σκοταδι ειναι χωριστα μεταξυ τους. Δυο διαφορετικοι κοσμοι, μεταξυ τους ασυμβατοι. Στις Χοηφορες του Αισχυλου ο Ορεστης μιλα στον νεκρο του πατερα (315-320):

Πατερα, φτωχε πατερα, λεγοντας η κανοντας τι για σενα θα πετυχαινα να φτάσω εκει, στις κλινες που σε κρατουν; Εσενα που η μοιρα σου το φως ανταλλαξε με σκοταδι;3

Μ' αυτην την εννοια για τους Αρχαιους λιγο φως και λιγο σκοταδι ειναι τοσο αδιανοητα οσο το "λιγο εγκυος", "λιγο ζωντανος", "λιγο νεκρος".

Ζω θα πει: βλεπω το φως του ηλιου.4 Ποια ειναι τωρα η σχεση αυτου του φωτος με την ζωη του ανθρωπου; Στην Αντιγονη του Σοφοκλεους, στην αρχη της τραγωδιας, ο χορος, εκει που προκειται να εξιστορησει την εκστρατεια του Πολυνεικη εναντιον της Θηβας, προσφωνει το φως:5

Ω βλεμμα του ηλιου, καλλιστο εσυ, που

Στην εφταπυλη Θηβα

Λαμπεις απο παλια, καποτε

Εμφανιστηκες, φως,

Ω θωρια της ολοχρυσης μερας,

Περασες πανω απο της Διρκης τα ρεματα

Κι εκεινον με την λευκη την ασπιδα, απο το Αργος,

Τον αντρα, που εφτασε πανοπλος,

Τον ακαθεκτο φυγαδα,

Κινεις με κοφτερο χαλιναρι ...

Το φως, η ἀκτὶς ἀελίου, κινει, κατευθυνει τον αντρα οπως τα χαλιναρια το αλογο! Ο ανθρωπος δεν κινειται αυτοβουλα, οπου το φως θα μπορουσε να ειναι απλα βοηθητικο για την κινηση του - και τελικα ειναι σχεδον αδιαφορο, καθως υπαρχει το τεχνητο, διαθεσιμο παντα. Ουτε εννοειται ως χρηστικο, δηλαδη αποκλειστικα σε αναφορα με τον ανθρωπο, καπου ως πηγη ενεργειας, ως στοιχειο της φωτοσυνθεσης κλπ. Στα λογια του χορικου λεγεται κατι αλλο. Το φως κινει τον ανθρωπο οπως η αυγη κανει τα πουλια να κελαηδουν, η οπως η αγαπη ξυπνα καποιον και τον ζωντανευει. Φως και ζωη ειναι ενα και το αυτο. Ο Γιωργος Σεφερης, που ειχε ενα σπανιο αισθητηριο για την αρχαια παραδοση, γραφει καπου:

Αν το φως του ηλιου και το αιμα του ανθρωπου ηταν το ιδιο πραγμα;6

Και αλλου:

Κατα βαθος ειμαι ζητημα φωτος.7

Και οι νεκροι; Σκιες. Τους βρισκει ο Οδυσσεας οταν μεταβαινει στον Αδη για να τον συμβουλεψει ο Τειρεσιας, πως να επιστρεψει στην πατριδα του. Εκει συναντα την πεθαμενη μητερα του:

Αυτα ειπε κι η καρδια μου φουντωσε απο τον ποθο ν' αγκαλιασω την ψυχη της πεθαμενης μητερας μου. Τρεις φορες ορμησα προς αυτην και τρεις φορες ξεγλιστρησε απ' τα χερια μου σαν σκια η σαν ονειρο.8

Και λιγο αργοτερα βλεπει τον Αχιλλεα, κι αυτος του λεει:

Πως τόλμησες να κατεβείς στον Άδη, όπου μονάχα νεκροί κατοικούν, δίχως νου πια, είδωλα και σκιές θνητων που έχουν πεθάνει;9

Οι νεκροι, φερεται να ειπε ο Παρμενιδης, βλεπουν το σκοταδι.10

Τα ορια της επιπεδης γης οριζονται απο τον, το λεει και η λεξη, Οριζοντα. Τον διατρεχει ενας ποταμος που καλειται Ωκεανος. Αυτος ειναι το οριο του κοσμου που κατοικουμε. Περαν αυτου ειναι το βασιλειο των νεκρων. Ετσι ο Ωκεανος ειναι το τελος ενος κοσμου και η απαρχη ενος αλλου.11

Η αντιθεση φωτος και σκιας σημαδευει την σχεση θεων και ανθρωπων. Ο Friedrich Hölderlin, ο κατεχοχην ποιητης στον οποιο οι Αρχαιοι βρισκουν διαμονη στον σημερινο κοσμο, γραφει στο  Το τραγουδι του Υπεριωνα για την μοιρα:

Ψηλα πλανιεστε στο φως

  Σ' απαλο χωμα επανω μακαρια πνευματα!

     Ανεμοι λαμπυριζοντας των θεων

        Σας αγγιζουν αναλαφρα,

           Οπως τα δαχτυλα της αρτιστας

              Χορδες ιερες.

Ελευθεροι απο μοιρα, σαν το κοιμωμενο

  Βρεφος, ανασαινουν οι επουρανιοι,

     Φυλαγμενο απεριττα,

        Σε ταπεινο μπουμπουκι

           Ανθει αιωνια

              Το πνευμα σ' αυτους,

                 Και τα μακαρια ματια

                    Κοιτανε με σιγαλη

                       Αιωνια καθαροτητα.

Ομως σ' εμας δεν δοθηκε

  Τοπος γαληνης κανενας,

     Χανονται, πεφτουν

       Οι δολιοι οι ανθρωποι

          Τυφλα απο τη μια

              Ωρα στη αλλη,

                 Σαν το νερο που πετιεται

                    Απο βραχο σε βραχο,

                       Χρονια και χρονια στου αβεβαιου τον γκρεμο.12

Πινδαρος:

Εφήμεροι· τί είναι κανείς και τί δεν είναι; Σκια ονείρου

ο άνθρωπος. Μα σαν ερθει αίγλη θεόσταλτη,

φέγγος λαμπρό βρισκει τους ανθρωπους και ζωή γλυκια.13

Αλλα και οταν ενας θεος κατεβαινει να συναντησει καποιον θνητο, τουτος τον αντιλαμβανεται απο την ιδιαιτερη "εναργειαν", την λαμψη της παρουσιας του. "Εναργης", λαμπερος οπως ο αργυρος. Υπάρχει ένα σημείο στον Όμηρο όπου ο Οδυσσέας, έχοντας επιστρέψει στην Ιθάκη, είναι με τον Τηλέμαχο και τον Εύμαιο, που απομακρύνεται. Τότε εμφανίζεται στον Οδυσσέα η Αθηνά με την μορφή μιας ωραίας νεαρής γυναίκας. Ο Τηλέμαχος δεν την αντιλαμβάνεται. Λέει εκεί ο Όμηρος:

ου γαρ πως παντεσσι θεοι φαινονται εναργεις14

 

Η νεαρή γυναίκα είναι εμφανής και στους δύο. Όμως εναργης δεν εμφανίζεται παντεσσι. Ο Οδυσσέας μόνο την βλέπει να λάμπει και αντιλαμβάνεται στην λάμψη της την παρουσία της θεάς.


Επειδη οι θεοι ειναι στο φως, οι ελληνικοι ναοι ειναι χτισμενοι σε σημεια ψηλα και ανοιχτα, οπου το φως τους λουζει ανεμποδιστα. Διαπερατοι. Σχεδον διαφανοι. Ο γερμανος φιλοσοφος Martin Heidegger, σε ενα οδοιπορικο για το ταξιδι του στην Ελλαδα μνημονευει τον ναο του Διος στην Νεμεα:

Nemea.jpg

Η ευρεια κοιλαδα, στην οποια βρισκεται προφυλαγμενο το μοναχικο χωριο Νεμεα, περικλειεται απο παντου με κλιμακωτα υψωματα, στα βοσκοτοπια των οποιων κατοικουν κοπαδια προβατα που κινουνται αργοσυρτα. Η ολη περιοχη φανταζει σαν ενα μεγαλο σταδιο που προσκαλει σε εορταστικους αγωνες. Μονο τρεις εγκαταλειμενοι κιονες προβαλλουν, και μιλουν ακομη για τον αλλοτινο ναο του Διος: στην εκταση του τοπιου σαν τρεις χορδες μιας αορατης λυρας οπου ισως, για τους θνητους μη ακουομενοι, οι ανεμοι παιζουν θρηνωδιες - αποηχους της φυγης των θεων.

Και αργοτερα, μετα απο μια επισκεψη στο Σουνιο:

Sounion.jpg

Νωρις το απογευμα το αυτοκινητο της φιλης μας, η οποια μιλουσε τα νεα ελληνικα, μας πηρε και μας πηγε στον ναο του Ποσειδωνος στο Σουνιο. ... Στους αποτομους βραχους τα λευκα φωτεινα καταλοιπα του ναου εστεκαν μεσα σε εναν δυνατο θαλασσινο ανεμο. Οι λιγοι ορθοι κιονες του ηταν σαν χορδες μιας αορατης λυρας, το τραγουδι της οποιας εκανε να ηχει, απο τον νησιωτικο κοσμο των Κυκλαδων περα, ο τηλοπτης δηλιος θεος.

O γερμανοκορεατης φιλοσοφος Byung-Chul Han, σχολιαζοντας αυτες τις γραμμες, γραφει:

Ο ελληνικος ναος, με τους ανοιχτους διαδρομους και με τις ανοιχτες αιθουσες, παριστανει μια διελευση του θειου, του θεϊκου ανεμου. Ομως τουτη η ανοιχτοτητα ειναι αυτη του εκτεθειμενου.

Εκτεθειμενου λοιπον, δηλαδη ορθανοιχτου  - στο φως και σε ο,τι διαγει, οπως ο ανεμος, στο βασιλειο του.

Εκτεθειμενες παριστανονται και οι μορφες στα αγαλματα. Και οχι μονο γιατι πολλα, ισως στους Αρχαιους για πρωτη φορα, ειναι γυμνα. Τα ιδια τα αγαλματα ειναι ετσι καμωμενα ωστε να υπακουνε στον νομο του φωτος: εκθετουν την μορφη χωρις να κρατουνε καλυμμενο τιποτα, ακομα και οπου υπαρχουν ενδυματα. Το 1928-29 ο Ιαπωνας φιλοσοφος Watsuji Tetsuro ταξιδεψε στην Ευρωπη. Σχετικοι στοχασμοι καταγραφηκαν στο βιβλιο του Fūdo - Wind und Erde [Κλιμα - ανεμος και γη]. Πατραθετω την περιγραφη απο το αγαλμα της κορης της Νιοβης που βρισκεται στο Museo Nazionale Romano, Palazzo Massimo στη Ρωμη.

Το γλυπτο συλλαμβανει ακριβως την στιγμη στην οποια η νεαρη κορη της Νιοβης, χτυπημενη απο το βελος του Amor, στηριζεται με το ενα γονατο στο εδαφος και προσπαθει με τα δυο χερια να τραβηξει το βελος εξω. Το προσωπο της ειναι στραμμενο προς τον ουρανο, το ενδυμα εχει γλιστρησει απο τους ωμους και την φανερωνει σχεδον γυμνη. Αυτο το εργο χρονολογειται απο το μεσον του 5ου αιωνα π.Χ., επομενως ειναι νωριτερο απο τον Παρθενωνα, κι ετσι μας παρουσιαζει την πρωτη γνωστη γυμνη γυναικεια μορφη. Βεβαια αυτη η τολμηρη αποπειρα να παρασταθει μια ασυνηθιστη και βιαιη κινηση δειχνει ακομα ιχνη αρχαϊκης ακαμψιας και ανωριμοτητες και περισσοτερα ελαττωματα στην εκτελεση, προπαντων το αριστερο χερι εχει μια ανατομικα αδυνατη σταση. Και παλι, αν κανεις παραβλεψει αυτα τα ελαττωματα, τοτε αυτο το εργο αναμφιβολα καθιστα εμφανη τη μεγαλοπρεπεια της ελληνικης τεχνης. Πραγματι η ζωντανια αυτου του εργου μιλα στην καρδια. Συνοπτικα θα το περιεγραφα ως "η ολοσχερης αποκαλυψη του εσωτερικου προς τα εξω". Εδω το "μεσα" γινεται 'εξω". Το αντιλαμβανομαστε σε καθε λεπτομερεια. Δεν ειναι οτι η μορφη καλυπτει κατι εσωτερικο και συναμα εχει καποιες επιφανειες που δειχνουν προς τα εξω. Πολυ περισσοτερο αποτελειται απο τρυφερους κυματισμους που αναδυονται απο μεσα. Την γραμμη που οδηγει απο τα στηθη στη μεση,

XIR209289 Dying Niobid, from the Baths of Sallust (marble) by Greek School (5th century BC)
marble
Museo Nazionale Romano, Rome, Italy
Giraudon
Greek, out of copyright

την παρακολουθουμε μονο με κομμενη ανασα. Η ομορφια της ειναι απλα απεριγραπτη. Καθως αυτοι οι τρυφεροι κυματισμοι μεταφερουν το εσωτερικο ολοσχερως προς τα εξω, δεν προκυπτει η εντυπωση ενος αφορισμενου περιγραμματος. Βεβαια αυτοι οι κυματισμοι, οταν κανεις τους κοιταξει απο πλαγια, γινονται γραμμες.

Ομως αυτες οι γραμμες καθαυτες δεν κινουνται προς τα πλαγια, αλλα ειναι προεκτασεις σημειων που αναδυονται απο μεσα. Αυτο που συνδεει καθε σημειο με τα αλλα, ειναι η ζωη που εκπηγαζει απο μεσα. Εαν για δοκιμη φερουμε εναν γυρο στη φιγουρα, στις ατελειωτες παραλλαγες αυτων των κυματισμων θα αντιληφθουμε οχι κινησεις που κυλουν προς τα πλαγια, αλλα μια εναλλαγη των ιδιων των κινησεων των κυματισμων, ως ρυθμο της ζωης που ρεει απο μεσα προς τα εξω. Αυτη η εντυπωση ενισχυεται ακομα απο τα ιχνη του σκαρπελου του γλυπτη.

Η πτυχη του ενδυματος που καλυπτει το αριστερο ποδι μοιαζει - εναντια στο τι θα περιμεναμε φυσιολογικα - να μην ρεει προς τα κατω. Τα σαφη ιχνη του σκαρπελου δειχνουν οτι ο καλλιτεχνης ηθελε να τονισει την ανωμαλια της επιφανειας και επιτρεπει στον εαυτο του να παραμελησει τους ορους (της βαρυτητας κατα την αναπαρασταση του ενδυματος). Το τραχια λαξευμενο βαθος δεν εχει καμια ομαλη συνδεση με το υψος. Προφανως εδω ο καλλιτεχνης ηθελε να δωσει εκφραση σε μια ζωη που ειναι αλλου ειδους απο αυτην του σωματος, η οποια ρεει απο μεσα προς τα εξω. Το ενδυμα που ρεει σε πτυχωσεις, το οποιο περιβαλλει μεν το κορμι, ομως συγχρονως προβαλλει τις καμπυλες του σωματος, φανερωνεται σαν κατι τελειως αλλο απο ενδυμα. Στα αντιγραφα απο την ρωμαϊκη εποχη κατι τετοιο δεν αναγνωριζεται καθολου. Τα ιχνη του σκαρπελου στο δερμα δεν ειναι τοσο σαφη οσο στο ενδυμα, ομως παρολαυτα μπορουμε να τα δουμε ως λεπτες γραμμες, η σημεια. Οσο απαλα κι αν ειναι, ο καλλιτεχνης τα δειχνει ολοφανερα, μαρτυρουν την προθεση του να παραστησει μια ανωμαλη επιφανεια. Κανουν την επιδερμιδα να μην φαινεται ως ομαλη επιφανεια, αλλα σαν κατι που τρυφερα αναδυεται απο μεσα.

Λιγο αργοτερα ο συγγραφεας τονιζει και παλι:

"Η αποκαλυψη του εσωτερικου προς τα εξω" ειναι αυτο που συνιστα την ανωτεροτητα της ελληνικης γλυπτικης. Δεν υπαρχει  περιεχομενο αλλο απο αυτο που προβαλλει ανοιχτα προς τα εξω. Στην εποχη των Ρωμαιων αντιγραφεων [εικονα δεξια] αυτο το χαρακτηριστικο χαθηκε ολοτελα, διοτι για τους μιμητες η επιφανεια, στην οποια αυτη η κυματιστη κινηση [των πτυχωσεων] αναδυεται απο το εσωτερικο, κατεληξε κατευθειαν σε κατι που εχει την λειτουργια να συγκαλυπτει ενα κλειστο περιεχομενο. Το ελληνικο πρωτοτυπο [εικονα αριστερα] δεν συγκαλυπτει τιποτα, δηλαδη η επιφανεια, που κανονικα συγκαλυπτει κατι, στεκει αφεαυτης.

Οι πτυχες:

Στο ρωμαϊκο αντιγραφο, δεξια, πεφτουν ψοφιες, ο χιτωνας ειναι ρουχο, εν-δυμα, που εξαντλειται στην λειτουργικοτητα του να καλυπτει. Γι' αυτο και ειναι βαρυς, οπως ο συγγραφεας τονιζει κατα την περιγραφη του αριστερου ποδιου. Στο ελληνικο αγαλμα οι πτυχες ειναι ζωντανες, αερινες, διαγουν μια δικη τους υπαρξη. Δεν ενδιαφερονται να καλυψουν. Δεν συνδεονται με το σωμα. Η σχεση τους με το σωμα δεν ειναι συντακτικη. Ειναι παρατακτικη.


Αυτο ειναι το ελληνικο φως. Τωρα, πως φερεται το φως απεναντι στο σκοταδι; Ακουσαμε απο τον Παρμενιδη πως είναι όλα πληρη απο φως και αφανερωτη νύχτα. Το αποσπασμα συνεχιζει με τις λεξεις ...ἵσων ἀμφοτέρων… Φως και σκοταδι ειναι ισοδυναμα. Δεν ειναι αντιθετα. Η αντιθεση ειναι θεση του ενος εναντι του αλλου. Τα αντιθετα ειναι εχθροι, οπου το ενα θα κυριαρχησει και το αλλο θα υποχωρησει. Ομως η μοιρα, ακουσαμε στα λογια του Ορεστη, τα ανταλλασσει. Το ἀντίμοιρον σημαινει οτι τον λογο εχει η μοιρα του φωτος και η μοιρα του σκοτους, δηλαδη το μερισμα, το μοιραδι τους, οτι φως και σκοτος ειναι, κυριολεκτικα, μοιρασμενα. Ετσι δινονται τα μετρα. Φως και σκια, ζωη και θανατος συνορευουν με ενα συνορο ανυπερβλητο. Αυτο δεν επιτρεπει σε κανενα να εξαπλωθει εις βαρος του αλλου, να υποχωρησει εις οφελος του αλλου.

Για τους Αρχαιους π.χ. μια ανασταση εκ νεκρων, ενα "θανατω θανατον πατησας", μια νικη του φωτος εναντιον του σκοτους ειναι υβρη. Ο Ασκληπιος, ο πρωτος γιατρος, ανεστησε καποιον, και ο κεραυνος του Δια τον βρηκε καταστηθα. Πινδαρος, 3ος Πυθιονικης:

κι εκεινον [τον Ασκληπιο] τον τραβηξε γενναιος μισθος, χρυσος που λαμπει στην φουχτα, να φερει πισω εναν ανθρωπο, ηδη αρπαγμενο απο τον θανατο. Ο Κρονιδης σήκωσε τοτε κατευθειαν τα χέρια, με μια ριπη εκοψε και στους δυο την πνοη στα στηθη, κι η φλογα του κεραυνου σημανε το τελος.15

Η μοιρα, που ανταλλασσει φως και σκοταδι, δεν ειναι ενα τριτο, ενας μεσολαβητης, διαιτητης, η δικαστης μεταξυ τους. Ενα αποσπασμα του Ηρακλειτου λεει:

Ο ηλιος δεν θα υπερβει τα μετρα, ειδαλλως θα τον ανευρουν οι Ερινυες, επικουροι της δικαιοσυνης.16

Οι Ερινυες ειναι κορες της νυχτας.17 Τοπος τους ειναι ο Κατω Κοσμος.18 Ειναι λοιπον η ιδια η νυχτα που θα επαναφερει τον ηλιο στο μετρο. Τα πραγματα τα ιδια τιμωρουν την αδικια που διαπραττουν το ενα προς το αλλο, και ετσι εκ-δικουνται την αδικια, αποληγουν στην δικαιοσυνη. Ενα αποσπασμα του Αναξιμανδου το λεει:

γιατι αυτα αποδιδουν δικαιοσυνη, δηλαδη αποτιουν τιμη το ενα στο αλλο μετα απο την αδικια που αλληλοπροξενησαν19

Στο Ηρακλειτο καλειται ερις και πολεμος.20 Ειναι υποχρεωτικο να γινεται ετσι: κατα το χρεων, γραφουν τοσο ο Ηρακλειτος οσο και ο Αναξιμανδρος. Και δεν χωρουν ερωτηματα, γιατι και πως:

το φως δεν το εξηγεί κανείς, το βλέπει,

γραφει ο Γιωργος Σεφερης.21

Το φως, το ελληνικο φως, κινει, ακουσαμε. Πως λοιπον θα μεταλλασσονταν η ψυχαναλυση, οπως την ξερουμε, αν την κινουσε το ελληνικο φως; Δεν θα αποζητουσε κρυμμενα νοηματα. Θα κατευθυνονταν απο τα μετρα του χρονου, τα μετρα του τοπου. Και θα αγονταν απο μια εμπιστοσυνη στα πραγματα, οπου δηλαδη καθε τι μονοπλευρο καπως καπου καποτε θα υποχωρησει, οπως ο ηλιος που οι Ερινυες επαναφερουν στα μετρα. Αυτη θα ηταν η δουλεια του θεραπευτη οταν θεραπευει, με την πρωτη σημασια της λεξης, δηλαδη υπηρετει τα πραγματα. Ας το δουμε σε ενα παραδειγμα.

Περιγραφη

Μια γυναικα λεει, ο αντρας της τελευταια τρωει ανεξελεγκτα, εχει παχυνει, κουραζεται, κι αυτη ολο του λεει να μην τρωει, μια αγωνια, αυτος θυμωνει, καταληγουνε να μαλωνουν, δεν ξερει τι να κανει...

Έτσι ξεκινα μια ψυχοθεραπευτικη συνεδρια.

Προσεχω το λαχανιασμενο και το σπασμωδικο της φωνης της, τον τροπο της που, ξαναμμενη, σαν υπνοβατης, λεει στον αντρα της τα ιδια και τα ιδια, πεφτοντας συνεχως πανω στον τοιχο της οργισμενης του αντιδρασης. Όμως στα λογια της δεν βλεπω τοσο τον αντρα, δεν εχω αυτον ζωντανο μπροστα στα ματια μου. Τη σκηνη την καταλαμβανει σχεδον η γυναικα. Τι θα πουν αυτα; Ότι δεν μιλα για μια δικη του υποθεση, οπως διατεινονται τα λογια της, δηλαδη για το παχος του και για την απειλουμενη υγεια του, αλλα για δικη της υποθεση.

Αυτη ηταν μια πρωτη περιγραφη του παραπανω στιγμιοτυπου. Ας δουμε καποια χαρακτηριστικα της.

1. Ακουω τη γυναικα. Όμως το ακουσμα μου δεν ειναι ακουστικο φαινομενο. Εδω "ακουω" θα πει "βλεπω". Η γυναικα με φερνει στο σπιτι της, στον καυγα με τον αντρα της. Με καθιστα αυτοπτη της σκηνης. Βεβαια ακουω και τον τονο και τα ηχοχρωματα της φωνης της, που μιλανε κι αυτα, που λενε κατι, και μαλιστα κατι αλλο απο τις λεξεις της, και ειναι σαν ενας προβολεας να πεφτει επανω της και να την θετει στο επικεντρο της προσοχης. Αυτην τη σκηνη βλεπω και περιγραφω.

2. Η περιγραφη δεν ενδιαφερεται να ταξινομησει και να εξηγησει, που θα πει: να μεταφρασει τα λογια της γυναικας στη γλωσσα ενος διαγνωστικου η ψυχολογικου μοντελου. Η περιγραφη δεν σκεφτεται – δεν συγκρινει, δεν αξιολογει, δεν συνδεει. Ακουει, βλεπει τα ακουομενα, λεγει τα βλεπομενα. Όπου δεν προκειται για χρονικη αλληλουχια μιας διαδικασιας. Άκουσμα, βλεμμα και λογος ειναι το αυτο. Φαινομενο ενιαιο.

3. Αυτο που βλεπω και περιγραφω στη συναντηση μου με τη γυναικα ειναι ενα στιγμιοτυπο. Εντυπωμα μιας στιγμης. Και διαπερναται ολοτελα απο την εκαστοτητα της στιγμης, το φευγαλεο της, την παροδικοτητα της.

Κατοικουμε στιγμες. Και αυτη η κατοικηση εχει τη δικη της ιδιαιτεροτητα. Ίσως θα ετυχε να δειτε καποιο σκουπιδι στον δρομο, ενα φυλλο η μια πλαστικη σακουλα, πως το ανασηκωνει το αυτοκινητο που περνα απο διπλα του, και στροβιλιζεται στον αερα για να ξαναπεσει σε λιγο καπου αλλου. Και αν προσεξετε περισσοτερο, θα δειτε την διολου ακαμπτη σιγουρια, την διολου εμμονη σταθεροτητα, την διολου σπαστικη ακινησια, την διολου χαζοχαρουμενη ελαφροτητα με την οποια διαγραφει την τρελη του τροχια. Αυτο ειναι στα ματια μου και ενα στοιχειο της θεραπευτικης συναντησης, ισως ενα στοιχειο της ιδιας μας της ζωης.

4. Η εμφαση στην περιγραφη που δεν σκεφτεται - δεν συγκρινει, δεν αξιολογει, δεν συνδεει, μιλα για ενα βλεμμα που ειναι εκει εξω, στο σπιτι της γυναικας και του αντρα της. Ειναι ενα βλεμμα χωρις αναστοχασμο, χωρις προθετικοτητα, χωρις αυτοαναφορα, χωρις εσωτερικοτητα, ναι, χωρις ψυχη. Αυτια, ματια και στομα χωρις ψυχη, χωρις μυαλο, χωρις καρδια. Μετεχουν στα γινομενα αμετοχα - οπως ενα ονειρο στη ζωη μας.

...

Η περιγραφη μας δεν εχει τελειωσει. Ήμασταν στο οτι το ζητουμενο στην υποθεση της γυναικας δεν βρισκεται ακομα στον αντρα της και την πολυφαγια του, αλλα στον τροπο με τον οποιο η πολυφαγια του την αφορα. Αυτο ειναι το πρωτο. Και οσο αυτο, δηλαδη η ακομα αγνωστη δικη της υποθεση, την κρατα δεσμια, δεν θα ειναι σε θεση να στραφει στον αντρα της και στο ενδεχομενο προβλημα του πραγματικα.

Και πως μπορουν τα σημαδια, που μου σημαινουν οτι η γυναικα μιλα για δικη της υποθεση, να γινουν θεμα, εκει που τα λογια της εχουν για θεμα τον αντρα της; Απ' οσα ειπε, μου εντυπωνεται η λεξη της "αγωνια". Την ρωταω λοιπον:

- Αυτην την αγωνια, μπορειτε να την περιγραψετε περισσοτερο;

Η γυναικα:

- Έχω την αγωνια οτι θα πεθανει.

Η απαντηση της λεχθηκε καπου βιαστικα και, αν τα λογια της αποδιδονταν σε γραπτη γλωσσα, η τελεια στο τελος θα ηταν εντονη και παχια, σαν να 'λεγε: "Μεχρι εδω ... Φοβαμαι ... Τρομερα πραγματα ... Δε θελω να το σκεφτομαι ..."

Την ρωταω:

- Ας υποθεσουμε οτι οντως πεθαινει. Πως ειναι τοτε;

Η ερωτηση μου την καλει να φερει την εικονα που φοβαται εμπρος στο βλεμμα της, να σταθει απεναντι της και να την αντικρυσει.

Η απαντηση της:

- Θα φταιω.

Τωρα βλεπουμε καθαροτερα πως η πολυφαγια του αντρα της ειναι δικη της υποθεση. Ειναι υπευθυνη γι' αυτον. Κι εδω διακρινουμε ενα πεμπτο χαρακτηριστικο της περιγραφης:

5. Η περιγραφη δεν ειναι δικη μου, του θεραπευτη, αλλα κοινη μας υποθεση. Βρισκομαστε εμπρος στην εικονα και την παρατηρουμε, συμβαλλοντας ο καθενας με το δικο του. Και ειναι σαν να μιλουμε με ενα στομα και μια φωνη. Δεν ειναι δυο εγω που αλληλοσυμπληρωνονται αλλα ματια που εναλλασσονται και στοματα που διαδεχονται το ενα το αλλο. Και η εικονα γινεται ολο και πιο πολυχρωμη, πολυποικιλη, πολυδιαστατη.

Και συνεχιζουμε. Διοτι η γυναικα θα μπορουσε ποτε να πει "Θα φταιω" αν δεν ηταν κατα καποιον τροπο προκατειλημμενη ωστε να αντιδρα ετσι και οχι αλλιως; Μπορει ποτε τετοια λογια να ειπωθουν απο το πουθενα; Μηπως στο "θα φταιω" βλεπουμε να διαγραφονται αχνα στον αερα μορφες μιας ακομη αγνωστης ιστοριας;

Βλεπει κανεις πως τα πραγματα αναπτυσσουν εναν δικο τους ρυθμο και, αν ξερουμε να του ανταποκριθουμε, καθοδηγουνε τα βηματα μας με μια σιγουρια απειρως ανωτερη απο την πιστη σε μια ερμηνεια και στη θεωρια στην οποια στηριζεται. Ειναι η σιγουρια του σκουπιδιου στην ασφαλτο.

"Θα φταιω", λεει η γυναικα. Αντιλαμβανομαι το προκατειλημμενο των λογων της, την ρωτω:

- Αυτο το "θα φταιω", σας λεει κατι; Που το πρωτογνωρισατε; Ποτε το πρωτακουσατε; Ποτε το πρωτοειπατε; Ξερετε;

Η γυναικα ανακαλει μια σκηνη. Μικρη, στο πατρικο της, πηγαινει στην τουαλετα. Εκει ειναι η μητερα και κρατα στα χερια της μια ματωμενη σερβιετα. Το κοριτσι τρομαζει στη θεα του αιματος και ακουει τη μητερα να της λεει: "Βλεπεις, οταν με στεναχωρεις, τι παθαινω;"

6. Εδω δεν γινεται καποιου ειδους συνειρμικη η ερμηνευτικη συνδεση της παρουσας ιστοριας με μια παρελθουσα. Τα παρελθοντα ειναι παροντα εδω και τωρα. Έτσι δεν χρειαζονται συνδεσεις αλλα απλα η περιγραφη αυτου που ειναι, οπως ειναι. Φτανει να θυμομαστε οτι το παρον δεν περιοριζεται στις αισθητηριακα αντιληπτες παρουσιες. Την ωρα που η γυναικα μαλωνει με τον αντρα της και πλημμυριζεται απο αγωνια γιατι "θα φταιει", δεν βρισκεται μονο στο σπιτι της με τον αντρα της. Ειναι παρουσα και η μητερα της, που ερχεται απο αλλον χρονο και απο αλλον τοπο, την μεταφερει και παλι εκει, στον αλλο χρονο και τοπο, και η γυναικα ακουει με τα αυτια του αλλοτινου κοριτσιου στην πορτα της τουαλετας κι επιφορτιζεται με ενα φταιξιμο εφιαλτικο, καθοτι συγκεχυμενο και ακατανοητο.

Η γυναικα, μαλωνοντας με τον αντρα της, βρισκεται εκτος τοπου και χρονου, πεφτει σ' εκεινη την παλια συγχυση, σαν σε παραληρημα. Όντας σαν σε ναρκη, ξεχνα οτι δεν ειναι πια το μικρο κοριτσι στο πατρικο του.

Το "εκτος τοπου και χρονου" δεν ειναι μια κριση δικη μας. Ειναι παρον φαινομενο. Δειχνεται. Το αντιλαμβανονται τα αυτια που ακουν, τα ματια που βλεπουν, το στομα που περιγραφει. Που δειχνεται; Στο "παραληρητικο" του τροπου της, οπου στον σημερινο καυγα η γυναικα δεν αποτεινεται πραγματικα στον αντρα της, ειναι κυριολεκτικα αλλο-παρμενη. Αν την ρωτουσατε, ισως θα σας ελεγε πως εκεινη την ωρα δεν ειναι απλα στο σπιτι της μαζι του αλλα και σ' ενα δικαστηριο στην πορτα της τουαλετας, πως αποτεινεται σε μια μορφη που εχει μαζι στοιχεια του αντρα και της μητερας της, πως δεν ειναι μονο η γυναικα που νοιαζεται για τον αντρα της αλλα συγχρονως και προπαντων η ανηλικη κατηγορουμενη για ανθρωποκτονια απο αμελεια.

Το παρελθον δεν εχει παρελθει αλλα ειναι παρον. Αυτο ειναι που την χαλαει, την αρρωσταινει, την κανει πασχουσα. Έτσι εκφραζεται η παραβιαση των μετρων του χρονου και του τοπου. Και απο εδω θα μπορουσε να εννοηθει μια Ψυχοπαθολογια, μια διακριση φυσιολογικου και παθολογικου που δεν θεσπιζεται απο την ψυχιατρικη επιστημη αλλα υπαγορευεται απο τα ιδια τα πραγματα.

7. Επειδη η συγχυση της γυναικας καταδειχθηκε μεσα απο την κοινη μας περιγραφη, και βεβαια με τον τροπο της ψυχοθεραπευτικης τεχνης, στον οποιο εδω δεν μπορω να επεκταθω, εγινε αντιληπτη απο τη γυναικα αβιαστα. Τουτο ομως θα πει οτι ειδε την κατασταση πλεον με αλλα ματια - και μαλιστα οχι απο πιστη στην αυθεντια μου αλλα μεσα απο ενα καθαροτερο βλεμμα για το πως εχουν τα πραγματα. Όμως ακριβως σε τουτο εγκειται το θεραπευτικο.

Το θεραπευτικο της περιγραφης, οπως την εννοω, βρισκεται λοιπον σε μια μετατοπιση. Ο τοπος του ανθρωπου που ερχεται στον θεραπευτη στοιχειωνεται απο πολλα και ποικιλα φαντασματα, οπως η μορφη της μητερας στο στιγμιοτυπο που ανεφερα. Η ιδια η περιγραφη, στον βαθμο που θα ευτυχησει, θα μας φερει σε εναν τοπο που δεν ειναι αλλος απο τον εδωδιμο κοσμο, απελευθερωμενο απο μορφες παρεισακτες. Έτσι π.χ. η παρελθουσα κατασταση αναγνωριζεται σαν τετοια και καποτε αφηνεται να παρελθει, να χαθει στο παρελθον στο οποιο ανηκει. Τοτε τα παροντικα πραγματα αποκτουν τη ζωντανια τους και ο ανθρωπος τη γαληνη του, ακομα και μεσα σε θυελλες. Τα προβληματα αποκαλυπτονται ως ψευδοπροβληματα, οπως εκεινο  το "φταις-φταιω" που εχει καθηλωσει στη μεγγενη του μητερα και κορη.

Ας θυμηθουμε τωρα τα επτα χαρακτηριστικα της περιγραφης που αναφερθηκαν: Άκουσμα που βλεπει και λεγει, χωρις σκεψη και κριση και ερμηνεια, διαγοντας στην παροδικοτητα της στιγμης, κενο απο εσωτερικοτητα, με μια συμμετοχη αμετοχη, υποθεση κοινη του θεραπευτη και του πασχοντα, οπου διακρινονται τα ορια τοπου και χρονου, οι ποικιλες παραβιασεις τους και συναμα η ιαματικη αναγνωριση και αποδοχη τους.

 

Η εδω εννοουμενη περιγραφη ειναι κατι σαν τροπος ζωης, εγκλιματισμος στο παρον, στα πραγματα, οπως ειναι. Εξοικειωνει με μια ελευθερια απο την προθετικοτητα, δηλαδη απο στοχους, απο επιθυμια και φοβο, απο βουληση και αμυνα, απο ενεργητικοτητα και παθητικοτητα, οταν αυτα παραβιαζουν τα μετρα και εννοουν να επιβαλουν το δικο τους. Κανεις γνωριζει τον εαυτο του και με μιαν αλλη μορφη, πιο ανιδιοτελη, που θα πει με ενα λιγοτερο εμφατικο, λιγοτερο επιμονο εγω. Όσο αφανεστερο το εγω, δηλαδη οσο περισσοτερο εναρμοσμενο στα ορια τοπου και χρονου, τοσο εναργεστερη η λαμψη του κοσμου στην απλα της στιγμης.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1.   απ. ΙΧ.
αυταρ επειδη πάντα φάος και νύξ ονόµασται / και τα κατα σφετέρας δυνάµεις επί τοισί τε καί τοις, / παν πλέον εστιν οµου φάεος και νυκτός αφάντου
2.   Darkness may stand for ignorance, evil and the ominous, violence and barbarism, and the world beyond; light may denote vision, clairvoyance, the Olympian order, the salvation of the psyche, and the world we inhabit. (Walter Burkert and Nanno Marinatos Light and Darkness in Ancient Greek Myth and Religion, Plymouth 2010, XV)
3.   ὦ πάτερ αἰνόπατερ, τί σοι / φάμενος ἢ τί ῥέξας / τύχοιμ᾽ ἂν ἕκαθεν οὐρίσας, / ἔνθα σ᾽ ἔχουσιν εὐναί, / σκότῳ φάος ἀντίμοιρον;
4.   ζώειν καὶ ὁρᾶν φάος ἠελίοιο (Οδυσσεια 10, 499)
5.   στ. 100 κ.ε.
ἀκτὶς ἀελίου, τὸ κάλλιστον ἑπταπύλῳ φανὲν  / Θήβᾳ τῶν προτέρων φάος,  / ἐφάνθης ποτ᾽, ὦ χρυσέας ἁμέρας βλέφαρον, / Διρκαίων ὑπὲρ ῥεέθρων μολοῦσα, / τὸν λεύκασπιν Ἀργόθεν ἐκβάντα φῶτα πανσαγίᾳ / φυγάδα πρόδρομον ὀξυτέρῳ κινήσασα χαλινῷ...
Η νεοελληνικη αποδοση ακολουθει την γερμανικη του Friedrich Hölderlin:
Blick der Sonne, du schönster, der / Dem siebentorigen Thebe / Seit langem scheint, bist einmal du / Erschienen, o Licht, bist du, / O Augenblick des goldenen Tages, / Gegangen über die dirzäischen Bäche, / Und den Weißschild, ihn von Argos, / Den Mann, gekommen in Waffenrüstung, / Den hinstürzenden Flüchtling / Bewegst du mit der Schärfe des Zaums...
6.   Μια σκηνοθεσια για την "Κιχλη"
7.   Ξεστρατισματα απο τους Ομηρικους Υμνους
8.   11, 204-207. ὣς ἔφατ᾽, αὐτὰρ ἐγω γ᾽ ἔθελον φρεσὶ μερμηριξας / μητρὸς ἐμῆς ψυχὴν ἑλεειν κατατεθνηυιης. / τρὶς μὲν ἐφωρμηθην, ἑλεειν τε με θυμὸς ἀνωγει, /  τρὶς δε μοι ἐκ χειρῶν σκιῇ εἴκελον ἢ καὶ ὀνειρῳ / ἔπτατ᾽.
9.   11, 475. πῶς ἔτλης Ἄϊδόσδε κατελθέμεν, ἔνθα τε νεκροὶ / ἀφραδέες ναίουσι, βροτῶν εἴδωλα καμόντων;
10.               Theoprastus, de sensu 1ff (D.499) … (3) Π. … "ως γαρ εκαστοτε, φησιν, εχει...νοημα" (Β16). το γαρ αισθανεσθαι και το φρονειν ως ταυτο λεγει. διο και την μνημην και την ληθην απο τουτων γιγνεσθαι δια της κρασεως. αν δ' ισαζωσι τη μηξει, ποτερον εσται φρονειν η ου, και τις η διαθεσις, ουδεν ετι διωρικεν. οτι δε και τω εναντιω καθ' αυτο ποιει την αισθησιν, φανερον εν οις φησι τον νεκρον φωτος μεν και θερμου και φωνης ουκ αισθανεσθαι δια την εκλειψιν του πυρος, ψυχρου δε και σιωπης και των εναντιων αισθανεσθαι
11.               We also see that the ocean is at the edges of the inhabited world, according to Hesiod and Homer ( Hes. Th. 242; Hom. Il. 14. 200–1). Along its banks we find not only the dead, but also the blessed dead. This means that the ocean is the end of one world; at the same time, it is the beginning of another.
[Nanno Marinatos (Νανω Μαρινατου), Light and Darkness in Ancient Greek Myth and Religion, Light and Darkness and Archaic Greek Cosmography, ο.π., σ. 195] Νανω Μαρινατου nannom@uic.edu
12.               Hyperions Schiksaalslied
Ihr wandelt droben im Licht / Auf weichem Boden, seelige Genien! / Glänzende Götterlüfte / Rühren euch leicht, / Wie die Finger der Künstlerin / Heilige Saiten.
Schiksaallos, wie der schlafende / Säugling, athmen die Himmlischen; / Keusch bewahrt / In bescheidener Knospe, / Blühet ewig / Ihnen der Geist, / Und die seeligen Augen / Bliken in stiller / Ewiger Klarheit.
Doch uns ist gegeben, / Auf keiner Stätte zu ruhn, / Es schwinden, es fallen / Die leidenden Menschen / Blindlings von einer / Stunde zur andern, / Wie Wasser von Klippe / Zu Klippe geworfen, / Jahr lang ins Ungewisse hinab.
13.               8ος Πυθιονικος, 95-97. ἐπάμεροι· τί δέ τις; τί δ᾽ οὔ τις; σκιᾶς ὄναρ / ἄνθρωπος. ἀλλ᾽ ὅταν αἴγλα διόσδοτος ἔλθῃ, / λαμπρὸν φέγγος ἔπεστιν ἀνδρῶν καὶ μείλιχος αἰών.
14.               Οδ. XVI, 161
ἔτραπεν καὶ κεῖνον ἀγάνορι μισθῷ/ χρυσὸς ἐν χερσὶν φανείς / ἄνδρ᾽ ἐκ θανάτου κομίσαι / ἤδη ἁλωκότα· χερσὶ δ᾽ ἄρα Κρονίων / ῥίψαις δι᾽ ἀμφοῖν ἀμπνοὰν στέρνων κάθελεν / ὠκέως, αἴθων δὲ κεραυνὸς ἐνέσκιμψεν μόρον.
15.               94. ηλιος γαρ ουχ υπερβησεται μετρα ει δε μη ερινυες μιν δικης επικουροι εξευρησουσιν
16.               Ευμενιδες 322
17.               ο.π.,  72
18.               διδοναι γαρ αυτα δικην και τισιν αλληλοις της αδικιας
19.               53. πολεμος παντων μεν πατηρ εστι παντων δε βασιλευς και τους μεν θεους εδειξε τους δε ανθρωπους τους μεν δουλους εποιησε τους δε ελευθερους
20.               80. ειδεναι δε χρη τον πολεμον εοντα ξυνον και δικην εριν και γινομενα παντα κατ εριν και χρεων

21. 21.              ο.π.

  1.  

Προσοχη στο κενο!

Προσοχή στο κενό!

PDF

[Workshop με τον Μίλτο Θεοδοσίου, Second Interdisciplinary Congress on Psychiatry and Related Sciences, Αθήνα, Οκτώβριος 2014]

Αύγουστος, αεροδρόμιο Αθηνών. Η γυναίκα μου κι εγώ επιστρέφουμε μετά από μια εβδομάδα διακοπών. Αναμονή στον έλεγχο ταυτοτήτων πριν από την επιβίβαση. Ένας υπάλληλος έρχεται βιαστικά, είναι σε ένταση, μας ρωτά αν ξεχάσαμε μια μαύρη τσάντα. Εμείς, με απόλυτη σιγουριά, λέμε όχι, δεν ξεχάσαμε τίποτα. Περνάμε τον έλεγχο και περιμένουμε στη φυσούνα για να μπούμε στο αεροπλάνο. Παίρνω από την γυναίκα μου τη βαλίτσα μου, που στο ενδιάμεσο κρατούσε αυτή, και η συνηθισμένη αίσθηση αυτής της στάσης, βαλίτσα στο δεξί, σακίδιο στον αριστερό ώμο, μου επιφυλάσσει μια έκπληξη: στον ώμο δεν υπάρχει τίποτα! "Το σακίδιο!", της λέω. Τελικά το είχα όντως αφήσει στο μηχάνημα έλεγχου αποσκευών και δεν το είχα πάρει πίσω ποτέ, και στον υπάλληλο που ήρθε και μας ρώτησε, εμείς πέρα βρέχει...

Στον ώμο μου, ένα κενό. Η αναστάτωση, η απορία: Πως δεν το πήρα είδηση; Που ήμουν;

Τέτοια κενά, τέτοια ρήγματα υπάρχουν πάμπολλα και πολυποίκιλα: Το άδηλο του μέλλοντος. Τα όνειρα τα αλλότρια προς τον ξύπνο. Μια κρίση πανικού, η εμφάνιση μιας φοβίας, το άνοιγμα μιας ψύχωσης. Μια παραδρομή της γλώσσας, και όσα άλλα συνιστούν την "ψυχοπαθολογία της καθημερινής ζωής". Το όριο του θανάτου. Το ξέχασμα του σακιδίου μου. Το κενό μ' αυτήν την έννοια είναι το ψυχολογικό ομόλογο αυτού που ο Hegel αποκαλεί "το Αρνητικό" και η σύγχρονη φιλοσοφία "το Άλλο". Όμως εδώ δεν είναι η ώρα για μια διευκρίνιση και συζήτηση του τρόπου με τον οποίο ψυχολογια και φιλοσοφια θα μπορούσαν εδω να σχετίζονται.

Μιλάμε, στην οπτική που μας αφορά εδώ, για τα κενά ως το κατεξοχήν θέμα της ψυχανάλυσης. Και όχι καν θέμα. Μιλάμε για τα κενά ως αυτόν τούτο τον λόγο ύπαρξης της ψυχανάλυσης. O Sigmund Freud αναφέρεται συχνά σ' αυτό. Έτσι στο κείμενο του "Το ασυνείδητο" γράφει:

[Η υπόθεση του ασυνειδήτου] είναι αναγκαία διότι τα δεδομένα της συνείδησης έχουν σε μεγάλο βαθμό κενά· [...] όλες αυτές οι συνειδητές ενέργειες θα έμεναν ασύνδετες και ακατανόητες αν επιμέναμε στην αξίωση να πρέπει να γνωρίζουμε με την συνείδηση όσες ψυχικές ενέργειες συμβαίνουν μέσα μας. Τις εντάσσουμε σε μια καταδείξιμη συσχέτιση, όταν προβάλλουμε τις ασυνείδητες ενέργειες που αποκαλύφθηκαν. Όμως κέρδος σε νόημα και συσχέτιση είναι ένα ολότελα δικαιολογημένο κίνητρο το οποίο μπορεί να μας οδηγήσει πέραν της άμεσης εμπειρίας.

To σακίδιο μου. Η "άμεση εμπειρία" είναι το απρόσμενο κενό στον ώμο μου. "Ασύνδετο και ακατανόητο". Δεν ανήκει στις κινήσεις κάποιου που ετοιμάζεται να πάρει το αεροπλάνο. Η έκπληξη και η αναστάτωση μου θα μπορούσαν να εκφραστούν κάπου με την φράση "Δεν το πιστεύω! Δεν αναγνωρίζω τον εαυτό μου! Εγώ το έκανα αυτό;"

Ο Freud αποκαθιστά την σύνδεση με ένα πραξικόπημα. Γεφυρώνει το κενό εισάγοντας "πέραν της άμεσης εμπειρίας" μια διαδικασία ασυνείδητη. Θα μπορούσε π.χ. να μου πει: "Ασυνείδητα δεν ήθελες να πετάξεις, δεν ήθελες να τελειώσουν οι διακοπές σου, ήθελες να μείνεις πίσω και, καθώς αυτό δεν το επέτρεπες στον εαυτό σου, άφησες αντί για σένα το σακίδιο." Για να μην βάλω στο παιχνίδι και την εικόνα του σακιδίου καθώς περνά μέσα από το μηχάνημα έλεγχου, και τις για το φροϋδικό μάτι πασιφανείς σεξουαλικές του παραπομπές ... baggage-screening.jpg

Τι επιτυγχάνει η εισαγωγή του ασυνειδήτου; Αποκαθιστά την συνέχεια μου, που στο "Εγώ το έκανα αυτό;" ράγισε. Εγώ είμαι και πάλι εγώ - εμπλουτισμένος κατά μια ασυνείδητη διάσταση.

Όμως τώρα βλέπουμε και κάτι άλλο: Η ανησυχία μου, η αναστάτωση μου δεν αφορούσε το κενό του ξεχάσματος ως ξεχάσματος. Αφορούσε το "Δεν αναγνωρίζω τον εαυτό μου! Εγώ το έκανα αυτό;". Αφορούσε το κενό που άνοιξε ένα ρήγμα στην συνοχή της ιδίας της ταυτότητας μου.

Ο Freud θα μου έλεγε: Όταν συμπεριλάβεις στον λογαριασμό τα ασυνείδητα κίνητρα, θα σε αναγνωρίσεις και πάλι. Βέβαια το τίμημα είναι ένα, όπως γράφει αλλού, "ναρκισσιστικό τραύμα": αναγκάζομαι να δεχτώ ότι δεν έχω πλήρη συνείδηση και έλεγχο του εαυτού μου. Όμως μπορώ πάλι να υπολογίζω σε μια "νοηματική συσχέτιση", τώρα όλα πάλι συνδέονται μεταξύ τους, το ρήγμα αποκαταστάθηκε, έχω και πάλι μια ταυτότητα αρραγή. Όλα ταιριάζουν.

Um des Reimes willen....jpgΗ Klaudia Schifferle, Ελβετή καλλίτεχνις, εξέδωσε την δεκαετία του '70 μια συλλογή με τίτλο: Um des Reimes willen könnt ich einen killen. ("Για χάρη της ρίμας θα σκότωνα")

Ο Freud αποκαθιστά την ρίμα της ύπαρξης. Μήπως αφήνει πίσω του και κάποιο πτώμα; Επανέρχομαι στην "άμεση εμπειρία". Έλεγχος των αποσκευών και ταυτοτήτων. Πως θα με περιέγραφα; Άνθρωπο δίχως σακίδιο. Υπνοβάτη που περιφέρεται στους χώρους του αεροδρομίου. Έναν άλλο από αυτόν που περιμένει στη φυσούνα και αντιλαμβάνεται στον ώμο του ένα κενό. Αυτόν τον άλλο είναι που ο Freud, για χάρη της ρίμας, για χάρη του "παγκόσμιου ντετερμινισμού", όπως λέει, για να συνδέονται όλα με όλα, σκοτώνει.

Στον ώμο μου ένα κενό. Πότε ταράζομαι; Όταν έχω καθηλωθεί σε μια ταυτότητα τόπου και χρόνου, σε μια ταυτότητα του εαυτού μου, π.χ. "επιβάτης", και διαπιστώνω ότι δεν εξαντλούμαι σ' αυτήν. Όταν την υπερασπίζομαι με νύχια και με δόντια, π.χ. καταφεύγοντας στο πραξικόπημα του ασυνειδήτου, τον άνθρωπο δίχως σακίδιο τον προδίδω.

Αν αρχίζαμε να εξοικειωνόμαστε με την ιδέα ότι δεν οριζόμαστε, δεν εξαντλούμαστε σε μια ταυτότητα; Πριν από λίγο καιρό διάβασα στο Facebook το ποίημα μιας γυναίκας που μιλά για την εμπειρία της, της κατάθλιψης. Τελειώνει ως έξης:

Κατάθλιψη κάποιες φορές σημαίνει

Ν' αγνοείς το κάθε τηλέφωνο για έναν ολόκληρο μήνα

Γιατί, ναι, έχουνε τον σωστό αριθμό

Μα συ δεν είσαι το πρόσωπο που ζητιάνε, όχι πια.

Αν προσέξουμε θα δούμε ότι, τουλάχιστον σε καταστάσεις όπου δεν είμαστε αμέτοχοι, ή απλά λειτουργικοί, δεν είμαστε ποτέ οι ίδιοι. Όπως υποδηλώνουν και οι τελευταίοι στίχοι, η κατάθλιψη δεν θα ήταν πάθηση ενός ατόμου, αλλά μια μετάβαση σε ένα άλλο "άτομο", όπως λέει. Αλλά και στην αμφιθυμία, το ναι και το όχι λέγονται από διαφορετικούς εαυτούς, αντιτιθέμενους μεταξύ τους. Όταν π.χ. μια γυναίκα εκφράζει ένα ναι-και-οχι απέναντι στον άντρα της, μπορεί να την καλέσω να μου περιγράψει την γυναίκα που λέει ναι και την γυναίκα που λέει όχι. Πάντα περιγράφει δυο διαφορετικά πρόσωπα!

Kahlo1.jpgΘα το δείξω με μια αναφορά σε έναν πίνακα της Frida Kahlo.

Η μεξικάνα ζωγράφος, που είχε ένα τροχαίο ατύχημα στην ηλικία των 17, στην διάρκεια της ζωής της υποβλήθηκε σε πολλές επεμβάσεις. Η Χαρά Παπαθεοδώρου, ελληνίδα ζωγράφος, συζητά αυτόν τον πίνακα με τον τίτλο Δέντρο της ελπίδας, κράτα γερά σε μια ομιλία:

Ο πίνακας έγινε μετά από μια εγχείρηση στην Νέα Υόρκη. Η καλλίτεχνις φιλοτέχνησε αυτό το πορτραίτο για τον πάτρωνα της Eduardo Morillo Safa. Παραθέτω σημεία της επιστολής της σ' αυτόν:Tree of Hope, Keep Firm.jpg

"Σχεδόν τελείωσα τον πρώτο σου πίνακα, που βέβαια δεν είναι παρά το αποτέλεσμα της σιχαμένης εγχείρησης: Κάθομαι - στο χείλος της αβύσσου - κρατώντας στο ένα χέρι τον δερμάτινο κορσέ μου. Από πίσω είμαι ξαπλωμένη σ' ένα νοσοκομειακό φορείο - κοιτάζοντας πέρα στο τοπίο - με ένα μέρος της πλάτης μου ξέσκεπο, έτσι που μπορείς να δεις τις ουλές από τις τομές που μου κατάφεραν αυτά τα κοπρόσκυλα οι χειρούργοι" (Kahlo, p.68, Taschen).

Το γυμνό, κακοποιημένο άρρωστο σώμα στα αριστερά έρχεται σε αντίθεση με την δυνατή ορθή φιγούρα της Kahlo στα δεξιά, που κρατά ένα κόκκινο λάβαρο με το δημοφιλές τραγούδι "Δέντρο της ελπίδας, κράτα γερά, για να δώσει κουράγιο στον εαυτό της.

Το τοπίο από πίσω [...] χωρίζεται στα δυο. Το ακρωτηριασμένο σώμα είναι ορισμένο στον ήλιο, ο οποίος στην μυθολογία των Αζτέκων τρέφεται από αίμα ανθρώπινης θυσίας. Από την άλλη, η δυνατή, αισιόδοξη Frida έχει οριστεί στην σελήνη, το σύμβολο της θηλυκότητας, που εκπροσωπείται από τον θεό Tezcatlipoca, τον μαύρο, και αντίπαλο του λευκού θεού Huitzilopochtli, που είναι ο θεός του ήλιου.

Εφόσον αναγνωρίσουμε ότι ο εγκλωβισμός σε μια ταυτότητα είναι ένας βιασμός της πτητικής φύσης μας, εφόσον ανοίξουμε για μια ζωή και έναν θάνατο όπου το Εγώ δεν θα ήταν σαν μια κρατική επικράτεια καθαρή από μετανάστες, αν ανοίξουμε για μια τέτοια ζωή και για έναν τέτοιο θάνατο, τότε το ζητούμενο του Freud καθίσταται άσχετο. Τότε ο καταναγκασμός της συνέχειας, της συνειδητοποιημένης γνώσης του εαυτού και του κόσμου, μαζί με τα ενοχλητικά κενά, δεν θα ήταν θέμα, και δεν θα χρειάζονταν η κατασκευή ενός ασυνειδήτου, η επίκληση ενός εσωτερικού, ψυχικού κόσμου. Ούτε βέβαια και η ερμηνεία ως σύνδεση και "νοηματική συσχέτιση". Κάνεις μπορεί να ζει, και να ζει καλυτέρα δίχως εσωτερικό κόσμο. Δίχως ψυχή!

Όλα αυτά χρειάζονται διευκρίνιση.

Η ψυχή, στη έκφανση της των νεοτέρων χρονών, ήδη από την εποχή των άγγλων συνειρμιστών Locke και Hume, την psychologie nouvelle των Ribot και Charcot, και την φροϋδική της εκδοχή ως ψυχικό όργανο, μας οδηγεί σε μια περιοχή "πέραν της άμεσης εμπειρίας". Στην φιλοσοφία αυτή η περιοχή, η πέραν της εμπειρίας, καλείται "το υπερβατικό". Το πρώτο όνομα για το υπερβατικό είναι "θεός". Η ψυχολογία, καθόσον θεσπίζει μια νέα μορφή του υπερβατικού, είναι θεολογία. Δυο σχετικά χαρακτηριστικά της είναι:

1. Η ταυτότητα: μια υπερβατική εικόνα του εαυτού και των άλλων που καθίσταται κανονιστική και υπαγορεύει την πράξη. Δηλαδή, στην οπτική της συντήρησης, της απειλής, της εδραίωσης, της διασφάλισης της εμπρός σε απειλές, της οριοθέτησης της απέναντι σε άλλους,  τροφοδοτεί ένα "πρέπει", "θέλω", "φοβάμαι", "ελπίζω" κλπ. Γεννά την νοσταλγία, και την αξίωση, ενός αλλού, καλύτερου γονιού, συντρόφου, παιδιού, ζωής, κόσμου, που δεν θα έθετε υπό αμφισβήτηση αυτήν την υπερβατική εικόνα, αλλά θα της έρχονταν γάντι, θα έκανε τον κόσμο κατ' εικόνα και ομοίωση της.

2. Τα "σκέφτομαι", "νοιώθω", "φαντάζομαι", "επιθυμώ" γίνονται αντικείμενο ερμηνείας, η οποία αναπέμπει στον υπερβατικό χώρο του ασυνειδήτου και υποβάλλει την ιδέα ότι "πραγματικά" είμαι άλλο από αυτό που μαρτυρεί η "άμεση εμπειρία". Μου λέει π.χ. στην περίπτωση του σακιδίου μου ότι είμαι ένας αμετανόητος καλοπερασάκιας που θέλει να κάνει μια ζωή διακοπές, και συνάμα ένας κοινωνικά προσαρμοσμένος που δεν επιτρέπει στον εαυτό του τέτοιες αμυαλιές. Τι θα μου έλεγε στην περίπτωση των σεξουαλικών συμβολισμών που υπονοήθηκαν παραπάνω, δεν τολμώ καν να σκεφτώ.

Η ελκτική δύναμη του υπερβατικού μας απορροφά, μας αποσπά από τον τόπο μας, και ο νέος μας τόπος έχει την μορφή του δικαστηρίου. Ενσταλάζει μέσα μας την ενοχή: την οφειλή απέναντι σε μια αρχή ξένη προς το εγγενές της ζωής που σφετερίζεται την ζωή, υπεξαιρεί το κέντρο βάρους της και την καθίστα δορυφόρο του. Σ' αυτό το δικαστήριο δεν είμαστε μόνο εγκαλούμενοι αλλά και κατήγοροι, τόσο απέναντι στον εαυτό μας όσο και απέναντι στους άλλους, οι οποίοι επίσης μας οφείλουν. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο μια ερμηνεία που αποκαλύπτει, υποτίθεται, τις αληθινές προθέσεις, τόσο στην ψυχοθεραπεία από τον ειδικό όσο και στην καθημερινή ζωή από τον οποιονδήποτε, εξολισθαίνει λιγότερο η περισσότερο εμφατικά στην κατηγορία. Το υπερβατικό, εδώ στη μορφή του ψυχικού, της ψυχής, γίνεται, με την αποκάλυψη του μέσω της ερμηνείας, πηγή αμέτρητων ανόητων διλημμάτων, συγκρούσεων, μιζέριας και βασάνων.

Μίλησα πριν για τη νοσταλγία, και την αξίωση, ενός άλλου, καλύτερου γονιού, συντρόφου, παιδιού, ζωής, κόσμου. Έτσι η σχέση που έχω με την γυναίκα μου, πολλές φορές δεν είναι η σχέση που έχω με την "άμεση εμπειρία" της, αλλά με μια γυναίκα που την υπερβαίνει, και στην οποία θέλω η γυναίκα μου να μοιάσει. Μοιραία θα ακολουθούσουν η κριτική της, τα παράπονα και οι κατηγορίες, οι συγκρούσεις, οι πληγές που ο ένας θα προξενήσει στον άλλο. Το ίδιο συμβαίνει στις σχέσεις με τους γονείς, τα παιδιά, με άλλους ανθρώπους, με την ζωή και με τον κόσμο.

Πριν μερικά χρόνια έπεσα σε ένα "θέατρο μουσικής δωματίου" της κορεάτισας συνθέτη Younghi Pagh-Paan με τον τίτλο Mondschatten [Ίσκιοι του φεγγαριού]. Το λιμπρέτο βασίζεται στην τραγωδία του Σοφοκλή Οιδίπους επί Κολωνώ. Εκεί παρεμβάλλεται ένα ποίημα του φιλοσόφου Byung-Chul Han. Είναι η Αντιγόνη και απευθύνεται στον πατέρα της Οιδίποδα:

[Πατέρα!]

Δίκασε τους θεούς,

Σκότωσε τους.

Αδιάφοροι είναι για τους ανθρώπους,

Αυτοί οι θεοί μας κτυπάνε

πληγή στην πληγή.

Πληγιασμένη απ' τις πορείες

Πληγιασμένη από το κλάμα

Πληγιασμένη από τα όνειρα

Καταλαγιασμένη ειν' η ψυχή σου.

Ανάσανε μες από τις πληγές σου!

Άσε τις πληγές σου ν' ανθίσουν!

Η πληγιασμένη σου κεφαλή ακόμα

Δεν είναι πρόσωπο του κανένα,

Ήλιος και φεγγάρι,

Του φωτός και της σκιάς

Η φιλική αλλαγή

Δεν καθρεφτίζονται πάνω της.

Η ψυχή σου είναι

Πια μόνο φόρτος.

Μέχρι τον θάνατο

Θα την υποφέρεις.

Κόψε την, την ψυχή σου.

Ό,τι λέγεται για τους θεούς ισχύει, όπως αναφέρθηκε, και για μια μοντέρνα έκφανση της υπερβατικότητας, την ψυχολογικοποιημένη ψυχή, και τα βάσανα που φέρνει μαζί της.

Τώρα, προς το μέσον του ποιήματος, έρχεται μια τροπή: Ανάσανε μες από τις πληγές σου! / Άσε τις πληγές σου ν' ανθίσουν! Μοιάζει αντίλαλος μιας σημείωσης του λογοτέχνη Elias Canetti: Μια πληγή που γίνεται πνεύμονας και διαμέσου του ανασαίνεις. Και απόηχος μιας προτροπής του ποιητή Paul Celan: Πήγαινε στα ολόδικα σου στενά - και απελευθερώσου!.

Θα ήταν έκπτωση στο υπερβατικό να παραθέταμε έναν κανόνα, μια μέθοδο για το πώς κάτι τέτοιο συμβαίνει. Ας πούμε μόνο ότι συμβαίνει όπως η ορατότητα που αλλάζει "όταν ο αέρας γυρνά", όπως λέει ένας έλληνας τραγουδιστής: Πόλεις που είδες απ' την σκοπιά / Καραβιού καθώς ο αέρας γυρνά. Ή, όπως η απτή διαφάνεια που αποκτά η ατμόσφαιρα όταν περάσει η καθαρτική καταιγίδα. Μπορεί να συμβαίνει, έστω σαν υπόνοια, στην πορεία μιας ψυχανάλυσης.

Και πώς είναι όταν κανείς "δικάζει" και "σκοτώνει" τους θεούς, δηλαδή το υπερβατικό που εννοεί να ορίζει και να τραυματίζει την ζωή του; Το ακούμε στη συνέχεια του ποιήματος, ως αυτό που ο πατέρας της Αντιγόνης δεν είναι ακόμα:

Η πληγιασμένη σου κεφαλή ακόμα / Δεν είναι πρόσωπο του κανένα, / Ήλιος και φεγγάρι, / Του φωτός και της σκιάς / Η φιλική αλλαγή / Δεν καθρεφτίζονται πάνω της.

Στην κεφαλή αυτού που λύθηκε από την κατοχή του υπερβατικού καθρεφτίζεται η φιλική αλλαγή ήλιου και φεγγαριού, φωτός και σκιάς. Τι θα πει εδώ "φιλική αλλαγή"; Θα πει ότι ήλιος και φεγγάρι, φως και σκιά δεν είναι αντίθετα, δεν καταπολεμούν και δεν ακυρώνουν το ένα το άλλο, κανένα δεν επιμένει στην παρουσία του όταν ο χρόνος του έχει τελειώσει, κανένα δεν αναβάλλει την εμφάνιση του όταν είναι η ώρα του. Όταν όλα αυτά καθρεφτίζονται σε μια κεφαλή, τότε αυτή δεν παρεμβαίνει αυτόβουλα στη ροη των πραγμάτων, δεν αξιώνει να επιβάλει δικά της μέτρα, δεν αφήνει ίχνη, δηλαδή δεν καμαρώνει στις επετείους των γενεθλίων της και δεν πανικοβάλλεται εμπρός στον επερχόμενο θάνατο. Γίνεται πρόσωπο του κανένα.

Ξεχνώ το σακίδιο μου, ακολουθεί η όποια έκβαση και η ζωή συνεχίζεται. Δεν την υφαρπάζει καμιά αρχή του Αυτό, ή του Υπερεγώ που θα με εγκαλούσε εν ονόματι ασυνείδητων επιθυμιών και κοινωνικών επιταγών.

Το εγγενές της ζωής. Υπάρχει μια μακρά παράδοση που το μαρτυρεί.

- Για έναν σοφό της Άπω Ανατολής λέγεται; "Όταν πεινάσει τρώει και όταν νυστάξει κοιμάται." Κι ένας άλλος, στην ερώτηση του νεόφερτου μαθητή για τον σωστό δρόμο, τον ρωτάει αν έφαγε. Στην καταφατική του απάντηση συμπληρώνει, και ο μαθητής φωτίζεται: "Τότε πήγαινε να καθαρίσεις το πιάτο σου."

- Στον προσωκρατικό Παρμενίδη κάθε τι που δεν συμβαίνει στο πεδίο της άμεσης αλληλέχειας νου και όντων δηλώνεται ως η πηγή της πλάνης και της σύγχυσης.

- Ο μυστικός του 17ου αιώνα Angelus Silesius γράφει σε ένα δίστιχο: Το ρόδο είναι δίχως γιατί. Ανθεί διότι ανθεί. / Δεν προσέχει τον εαυτό του, δεν ερωτά μήπως κανείς το θωρεί. Ο γερμανός φιλόσοφος Martin Heidegger, σχολιάζοντας αυτά τα λόγια, λέει:

Βέβαια θα σκαφτόμασταν πολύ μυωπικά εάν νομίζαμε ότι το νόημα της ρήσης του Angelus Silesius εξαντλείται στο να ονομάζει απλώς την διαφορά των τρόπων κατά τους οποίους ρόδο και άνθρωπος είναι ό,τι είναι. Το άρρητο της ρήσης -και απ' αυτό εξαρτώνται τα πάντα- λέει μάλλον ότι ο άνθρωπος, στον πιο μύχιο βυθό της ουσίας του, είναι τότε μόνο αληθινός όταν με τον τρόπο του είναι όπως το ρόδο - δίχως γιατί.

- Ο αυστριακός φιλόσοφος Ludwig Wittgenstein γράφει σε μια σημείωση:

Είναι ουσιαστικό για την έρευνα μας το ότι μ'' αυτήν δεν θέλουμε να μάθουμε τίποτα καινούργιο. Θέλουμε να κατανοήσουμε κάτι που ήδη βρίσκεται ανοιχτό εμπρός στα μάτια μας. Γιατί φαίνεται πως αυτό είναι, που κατά έναν τρόπο δεν κατανοούμε.

Και αλλού:

Οι για μας σημαντικότερες απόψεις των πραγμάτων είναι κρυμμένες λόγω της απλότητας και της καθημερινότητας τους.

- Όμως και το έργο τέχνης, κάθε τέχνης, καθώς είναι βασικα έργο των χεριών, ειναι έργο τεχνίτη.

- Και όλα αυτά θα μπορούσαν να στεγάζονται κάτω από έναν τίτλο του Jean Baudrillard:  "Επιφανειακές άβυσσοι".

Η "άμεση εμπειρία" του Freud, αν αφήνονταν στην αμεσότητα της, θα απέληγε στους τόπους αυτής της παράδοσης.

Επανερχόμαστε στο ποίημα. Οι τελευταίοι στίχοι λένε:

Η ψυχή σου είναι / Πια μόνο φόρτος. / Μέχρι τον θάνατο / Θα την υποφέρεις. / Κόψε την, την ψυχή σου.

Τότε η ψυχαναλυση θα ήταν ψυχαναλυση, με το ψυχ- διαγραμμένο, με την ψυχή να οδεύει προς την διαγραφή της - μια πορεία ακριβώς προς την διαμονή στο εγγενές της ζωής, στην "άμεση εμπειρία" και τις "επιφανειακές αβύσσους" της.

DSC06950 Mind the Gap.JPG"Προσοχή στο κενό!". Το κενό ανάμεσα στο βαγόνι του μετρό και την αποβάθρα είναι δεδομένο της άμεσης εμπειρίας. Δεν συμβαίνει το ίδιο με τα κενά που ανησυχούν τον Freud. Ας θυμηθούμε τα λόγια του:

[Η υπόθεση του ασυνειδήτου] είναι αναγκαία διότι τα δεδομένα της συνείδησης έχουν σε μεγάλο βαθμό κενά· [...] όλες αυτές οι συνειδητές ενέργειες θα έμεναν ασύνδετες και ακατανόητες [...]

Τα κενά λοιπόν δεν είναι όπως αυτά στους σταθμούς του μετρό. Εμφανίζονται εκεί όπου κανείς προσλαμβάνει τα πράγματα στον καμβά της σύνδεσης και της κατανόησης. Όπου μάλιστα το "και" μεταξύ σύνδεσης και κατανόησης δεν είναι αθροιστικό, αλλά επεξηγηματικό: κατανοώ θα πει συνδέω. Μόνο όταν σύνδεση και κατανόηση συνιστούν δομικό στοιχείο της ύπαρξης μου, η απουσία του σακιδίου από τον ώμο μου θα εκληφθεί ως κενό. Κενό υπαρξιακό, και ως εκ τούτου απειλητικό, έτοιμο να καταβροχθίσει την ύπαρξη στην άβυσσο του.

Μορφές της απουσίας, π.χ. τα όνειρα που ανακαλούμε στον ξύπνο (από πού έρχονται;), τα παρελθόντα και τα μέλλοντα (πώς έγινε; τι θα γίνει;), το ξέχασμα (πού πήγε;) και η ανάμνηση του ξεχασμένου (πού ήταν;), ο θάνατος (πού πάνε οι νεκροί;), αυτές και άλλες μορφές της απουσίας, στο πλαίσιο σύνδεσης και κατανόησης είναι ιδιαίτερα επιρρεπείς στο να εκληφθούν πάραυτα ως κενά.

800px-Sousse_bath_Oceanus.JPGΠού πάει ο ήλιος όταν χάνεται στη δύση; Η απάντηση, με παραλλαγές, υπάρχει στον Όμηρο, στον Ησίοδο, στον Μίμνερμο: Το βράδυ ο θεός του ήλιου κρύβεται σ’ ένα μεγάλο χρυσό κύπελλο που στην διάρκεια της νύχτας τον μεταφέρει με τα κύματα του Ωκεανού  (ο ποταμός που κυκλώνει τη γη, Ορίζων) από τη Δύση στην Ανατολή.

Μια στιγμή όμως! Είναι αυτός ο μύθος πράγματι απάντηση; Διότι η ερώτηση, στην οποία υποτίθεται ότι αποκρίνεται, "Πού πάει ο ήλιος όταν χάνεται στη δύση;", δεν ερωτάται πουθενά! Όμως αν δεν υπάρχει το ερώτημα, τότε ο χαμός του ήλιου στη δύση δεν αφήνει κανένα κενό και ο μύθος δεν είναι μια κάποια πρωτόγονη εξήγηση, αλλά αφήγηση, παραμύθι του κόσμου!

Πώς μπορούμε να το παρακολουθήσουμε αυτό; Το τόσο ξένο για την σημερινή μας νοοτροπία; Είναι τόσο ξένο; Αναλογίζομαι μια ατάκα του Pablo Picasso: Je ne cherche pas, je trouve. (Δεν ψάχνω. Βρίσκω.) Τότε το παραμύθι του κόσμου δεν θα ήταν δευτερογενής αντίδραση σε μια σχετική ερώτηση αλλά εμπειρία σε πρώτο χρόνο, θα ήταν κι αυτό "άμεση εμπειρία"! Ο λόγος του θα ήταν μίλημα των "επιφανειακών αβύσσων".

Σε μια τέτοια παράσταση του κόσμου τίποτα δεν επερωτάται, τίποτα δεν χρειάζεται να δώσει λόγο, να δικαιολογήσει την ύπαρξη του. Γι' αυτό και είναι όλα ήσυχα. Αυτό το κλίμα υπάρχει σε πολλές και ποικίλες φάσεις της παράδοσης μας. Ο Johann Sebastian Bach για παράδειγμα δεν είναι ο συνθέτης που δημιουργεί, με έμπνευση και με αγωνία και πόνο. Καλεί το πιάνο να εκπτύξει τις δυνατότητες του, και το πιάνο εκπτύσσει τον εαυτό του. Αυτή η μουσική είναι το παραμύθι του πιάνου! Ο γερμανός λογοτέχνης Peter Handke γράφει στο "Δοκίμιο για την κόπωση":

Ambrosius Bosschaert the Elder.jpgΕκείνες οι νεκρές φύσεις με τα λουλούδια από τον δέκατο έβδομο αιώνα, κατά κανόνα από τις Κάτω Χώρες, όπου στα άνθη κάθεται, σαν να 'ταν αληθινό, εδώ ένα ζουζούνι, εδώ ένα σαλιγκάρι, εκεί μια μέλισσα, εκεί μια πεταλούδα και, παρόλο που κανένα ίσως δεν έχει ιδέα για την παρουσία του άλλου, προς στιγμή, στη δική μου στιγμή, όλα γειτονεύουν μεταξύ τους.

Μιλάμε για έναν κόσμο αδιάφορο για σύνδεση και κατανόηση, και επομένως δίχως κενά. Υπάρχει μια ησυχία σ' όλον αυτόν τον πλούτο, μια άνεση. Είναι η απουσία των κενών, η απουσία της αγωνίας, των ερωτήσεων, της σκέψης που κρίνει και συνδυάζει και εξηγεί, όπου, το βλέπουμε στην επιστημονική έρευνα, κάθε εξήγηση γεννά πολλαπλάσια ερωτήματα. Ο Franz Kafka τον αποκαλεί "πνευματικό κόσμο": Το γεγονός ότι δεν υπάρχει παρά ένας πνευματικός κόσμος, μας παίρνει την ελπίδα και μας δίνει την βεβαιότητα.

Στην ψυχανάλυση λοιπόν της διαγραμμένης ψυχής δεν θα ανήκε πλέον η προσπάθεια για την ερμηνεία ως σύνδεση κενών και αποκατάσταση νοηματικής συνέχειας, για την κάμψη της αντίστασης του αναλυόμενου, αλλά για το βάπτισμα των πραγμάτων που κουράζουν και βασανίζουν σ' εκείνον τον "πνευματικό κόσμο". Τότε τα Γιατί και τα Διότι θα μπορούσαν να μην εμβάλλουν σε ανησυχία και ταραχή αλλά να αιωρούνται στην αύρα μιας belle indifférence και να γίνονται ακόμα κι ένα νανούρισμα:  why and why .... because .... good night.

Εδώ δεν μιλάμε για το μεμονωμένο σύμπτωμα που πρέπει να ερμηνευτεί, να συνδεθεί, αλλά πρώτα για την εγκατάλειψη αυτού του ονόματος και την διάχυση του στον "πνευματικό κόσμο". Προς τούτο δεν χρειάζεται η σκέψη αλλά μια προσοχή ιδιάζουσα. Ο ποιητής Paul Celan την απέδωσε με έναν λόγο του Malebranche, ως την "φυσική προσευχή της ψυχής". Αυτή η προσοχή είναι άλλη από την επιστημονική ακρίβεια. Η ακρίβεια επιδιώκει την βεβαιότητα. Η βεβαιότητα είναι υπόθεση του επιστήμονα. Αφορά αυτόν. Ικανοποιεί την δική του επιδίωξη, που είναι η μονοσημαντότητα, η υπολογισιμότητα, η προβλεψιμότητα, το ελέγξιμο και το επαληθεύσιμο των προτάσεων του. Η προσοχή δεν είναι υπόθεση του προσέχοντας. Είναι δοσμένη σ’ αυτό το οποίο προσέχει. Η προσοχή είναι ανιδιοτελής. Γι’ αυτό μπορεί, σε αντίθεση με την ακρίβεια, να είναι ευλαβική. Να αναλώνεται στο απέναντι.

dust X.jpgΘdust.jpgα μπορούσαμε να την αποδώσουμε παραστατικά με την όψη που παίρνουν τα πράγματα όταν ιδωθούν κάτω από το μικροσκόπιο. Η σκόνη του νοικοκυριού. Και τώρα αυτή η ίδια σκόνη σε μεγέθυνση Χ22 εκατομμύρια. Στο καλειδοσκόπιο που πλέον προβάλλει, εκεί που ήταν μια ομοιόμορφη γκρίζα τούφα γίνονται διακριτά ένα σωρό πράγματα: μακρές τρίχες μαλλιών, γούνα γάτας, περιπλεγμένο συνθετικό, μάλλινες ίνες, οδοντωτά λέπια εντόμων, ένας κόκκος γύρης, υπολείμματα φυτών και εντόμων. Προσέξτε την διαφορά ανάμεσα σε μια φωτογραφία του ήλιου και τον ήλιο σε έναν πίνακα του Van Gogh!

Rising-gold-sun.jpg Sun Van Gogh.jpg

Ή, πώς μια καθημερινή λέξη όπως το "σ' αγαπώ", γαλλικά "Je t' aime" μπορεί να ειπωθεί ως έργο τέχνης. Έτσι ανοίγονται οι "επιφανειακές άβυσσοι", που δεν τρομάζουν αλλά χαρίζουν μια ανείπωτη ηρεμία. Στην ψυχαναλυση είναι η ιδιαίτερη επικοινωνία. Η επικοινωνία αυτή είναι εκπαίδευση στο εγγενές της ζωής. Πορεύεται χωρίς μέθοδο, σχεδιασμό και πρόβλεψη, καθοδηγούμενη από εκείνη την αδιάφορη προσοχή. Αναδύεται κάτι σαν ένας "πνευματικός κόσμος", εάν και όταν αυτό συμβεί, κάπου σαν διάττοντες.

Είναι καθαρό πως όσα είπα τελευταία δεν αποδίδουν μια ψυχαναλυτική συνεδρία. Δεν είναι και απαραίτητο. Μια ποιητική μελέτη είναι τελείως διαφορετική υπόθεση από το ποίημα στο οποίο αναφέρεται. Και η ανάλυση ενός αθλητικού αγώνα στην εφημερίδα ποτέ δεν αναπαριστά τον αγώνα. Ποιο είναι τότε το νόημα της θεωρίας; Ποιο είναι το νόημα της σημερινής ομιλίας; Ο συνθέτης Wilhelm Killmayer λέει σε έναν χαιρετισμό του σε νεοεισερχομένους φοιτητές της Μουσικολογίας:

... η θεωρία δεν είναι μόνο απλή δούλη της πράξης, αλλά και ένα αυτόνομο ελεύθερο παιχνίδι που προσεγγίζει τη μουσική με άλλα μέσα, με αυτά της θεώρησης, και δεν χρειάζεται να είναι προσανατολισμένη στην άμεση χρηστικότητα. Θα ήμασταν φτωχοί, εάν κάτι τέτοιο δεν θέλαμε να το προσφέρουμε στον εαυτό μας.

Θα συμπλήρωνα: Μ' αυτό το "ελεύθερο παιχνίδι" της θεωρίας, μερικές φορές άκουσα το ένα ή το άλλο ποίημα, είδα τον ένα ή τον άλλο αγώνα πλουσιότερα. Και στην περίπτωση της ψυχανάλυσης, τα κείμενα που διάβασα και έγραψα και οι ομιλίες που άκουσα και έκανα, ακριβώς όταν πλησίαζαν περισσότερο στο παιχνίδι το ελεύθερο από τον καταναγκασμό της χρηστικότητας, με έκαναν, μέσω Αυστραλίας, καλύτερο θεραπευτή.

Περι ανεκρων και θνητων

[Συνεδριο "Τεχνη και τρελα" (Εταιρεια Μελετης Πολιτισμικης Ετεροτητας), Οκτωβριος 2014, Αθηνα]

PDF

Περιληψη
Θα δοκιμασω να προσεγγισω το θεμα "Τεχνη και τρελα" στην οπτικη ενος φαινομενου που στην ψυχοπαθολογια ειναι γνωστο ως "Διασχιση" (Dissociation) και περιλαμβανει την "αποπροποσωποποιηση" και την "αποπραγματοποιηση": Ο εαυτος η/και τα πραγματα γινονται ξενα, αποκοσμα: η ταυτοτητα τους καταρρεει οπως ενα κτισμα σε σεισμικη δονηση.
Καποτε το κλεισιμο και η αμυνα απεναντι στην "διασχιση" εμφανιζεται σε μια μορφη "τρελας" - σε βουβο, ανειπωτο βασανο, αλλα και στην καταθλιψη, στην σχιζοφρενεια, στις ψυχαναγκαστικες ιδεες και πραξεις.
Πιο σπανια η "διασχιση", το ανοιγμα του σχισματος της, γινεται χωρος φιλοξενιας. Τοτε εαυτος η/και πραγματα χανονται στην ξενωση τους, για να προβαλουν, σε ευτυχεις ωρες, κεκαθαρμενα, εμπλουτισμενα κατα την μηδενικοτητα που τα διαπερασε. Προβαλλουν, μεταξυ πολλων αλλων τροπων, και ως εργα τεχνης. Αλλα και ως "ερμηνεια" σε μια θεραπευτικη συναντηση, η οποια, σ' αυτην την οπτικη, θα μπορουσε να συγγενευει περισσοτερο με την τεχνη παρα με μια επιστημονικη της παρασταση.



Ομιλια
Ο Martin Heidegger γραφει
καπου οτι οι ανθρωποι ειναι οι θνητοι. Και το διευκρινιζει: Αποκαλουνται οι θνητοι διοτι μπορουν να πεθαινουν.
Εκεινο το "μπορουν" ξενιζει. Μπορω π.χ. να διορθωσω μια πριζα. Εχω αυτην την δυνατοτητα. Ομως μπορω και να φωναξω ηλεκτρολογο. Το οτι μπορω να διορθωσω την πριζα δεν σημαινει διολου και καποια αναγκαιοτητα, οτι θα την διορθωσω εγω ουτως η αλλως. Ομως τι θα πει "μπορω να πεθανω"; Ειναι κι αυτο δυνατοτητα μου; Μπορω και να μην πεθανω;
Διαβαζω την τελευταια παραγραφο απο την "Δικη" του Franz Kafka. Ειναι το βασικο προσωπο, ο Κ, και οι δυο κυριοι που τον παρακολουθουν σ' ολη την διαρκεια της ιστοριας:
Ομως τα χερια του ενος κυριου τοποθετηθηκαν στον λαρυγγα του Κ, ενω ο αλλος του εχωσε το μαχαιρι βαθια στην καρδια, κι εκει το εστριψε δυο φορες. Ο Κ, καθως εσβυνε το φως των ματιων του, προφτασε να δει πως οι κυριοι, εμπρος και κοντα στο προσωπο του, τα μαγουλα τους ακουμπωντας το ενα στο αλλο, παρατηρουσαν την εκβαση. "Σαν σκυλι!", ειπε, ηταν λες κι η ντροπη επροκειτο να τον επιζησει.
Και μια αλλη ιστορια που καποιοι ακουσαμε απο τις μητερες μας:
Ενας νεος ανδρας ερωτευεται παραφορα. Η κοπελα δεχεται να τον παρει με εναν ορο: Να σκοτωσει την μανα του και να της φερει την καρδια της. Ο νεος, χωρις δευτερη σκεψη, την σκοτωνει, της ξεριζωνει την καρδια και τρεχει αλαφιασμενος να την παραδωσει στην καλη του. Στην βιασυνη του σκονταφτει στο καλντεριμι και πεφτει. Και η καρδια του λεει: "Χτυπησες αγορι μου;"
Η ντροπη επιζει τον Κ, η μητρικη αγαπη επιζει την μητερα. Ντροπη και μητρικη αγαπη δεν πεθαινουν μαζι τους. Τους επιζουν διοτι, οπως λεει ο Freud για τα πραγματα τπυ ασυνειδητου, δεν εχουν σχεση με τον χρονο. Ντροπη και μητρικη αγαπη ειναι αχρονα (zeitlos). Μοιαζουν με απολιθωματα - που ηταν παλλομενη ζωη, οργανικα αρμοσμενη σε μια ιστορια με αρχη και τελος, και καποτε ξεφυγαν απο τον χρονο, εγιναν πετρα, μετεπεσαν σε μια τελειως αλλη διασταση, εξω απο τον κοσμο, χωρις να επικοινωνουν πια, και πλεον διαγουν αδιαφορα στον αιωνα τον απαντα.
Φερνουμε τετοια απολιθωματα μαζι μας. Οταν π.χ. η λιγοτερο, η περισσοτερο μονιμη ανταποκριση καποιου σε μια κατασταση ειναι το "φταιω / φταις", σε διαφορες παραλλαγες, τοτε αυτη η ανταποκριση εχει πολυ λιγο να κανει με την ιδιαιτεροτητα, με την ενικοτητα της εκαστοτε καταστασης. Πολυ περισσοτερο το "φταιω / φταις" προβαλλει σχεδον μηχανικα, λες και ακολουθει μια δικη του, αποπροσωποποιημενη νομοτελεια. Και τουτο το "φταιω / φταις" θα τον επιζησει. Π.χ. με το να εκλαβει και τον ιδιο του τον θανατο ως τιμωρια, δικη του, η των αλλων.
Οπως ειπα, φερνουμε τετοια σκληραδια μαζι μας. Μιλαμε, θυμιζω, για ακαμπτες επαναληψεις μιας συμπεριφορας λιγοτερο η περισσοτερο αποκομμενης απο την ζωντανη επικοινωνια. Οπως μεσα στον σπιτικο πουρε κομματια πατατας που δεν ελιωσαν. Τετοια σκληραδια μπορουν να ειναι το αγχος, η καταθλιψη, οι φοβιες, η ασφαλεια και η ανασφαλεια, η συμβιβαστικοτητα και η εριστικοτητα, η αδικια και η εκδικηση, αλλα και η ολιγαρκεια και η απληστια, η αγαθοσυνη και η καχυποψια, η εκμεταλλευση και η υπηρετικοτητα κλπ. κλπ.
Παντου εδω κατι απ' αυτα εχει αναπτυξει ενα πεδιο βαρυτητας που κρατα τον φορεα του καθηλωμενο στην τροχια του. Απ' ολα τα πραγματα, αυτο το ενα εχει γινει κυριαρχο και στριμωχνει καθε συμπεριφορα στο καλουπι του. Οπως η κοιτη του ρεματος, που σ' αυτο θα κυλησουν ολα τα νερα απο τις βροχες και τα χιονια που λιωνουν.
Αυτοι οι ανθρωποι, και τετοιοι ειμαστε ολοι μας, πεθαινουν χωρις να μπορουν να πεθανουν. Ο θανατος τους ερχεται παντοτε ακαιρα. Ο Κ και η μητερα και ολοι οι αλλοι δεν ειναι θνητοι. Κατι τους επιζει. Αυτο το κατι, ως απολιθωμα, δεν ειναι ζωντανο και ετσι δεν μπορει και να πεθανει. Ειναι ανεκρο. Μιλαμε για μια παθολογια που εκτεινεται πολυ ευρυτερα απο το οπτικο πεδιο της ψυχιατρικης και της ψυχολογιας. Ισως μιλαμε για μια παραλλαγη αυτου που ο Martin Heidegger αποκαλεσε "εκπτωση στα οντα".
Οσο περισσοτερο "χαρακτηρα" εχει κανεις, δηλαδη οσο βαθυτερα εχουν εγχαραχτει επανω του μονιμα καναλια σκεψης και αισθησης, συμπεριφορας και επικοινωνιας, τοσο λιγοτερο ζωντανος ειναι - και τοσο λιγοτερο μπορει να πεθανει.
Καποιες φορες το ανεκρο αφορα οχι ενα κατι αλλα το ιδιο το προσωπο, την ιδια την υπαρξη καποιου. Κανεις γινεται αυτος καθαυτον απολιθωμα. Ανεκρος.
Ο Erwin Hügin ηταν ενας χρονιος σχιζοφρενης που γνωρισα σε μια κλινικη της Ζυριχης την δεκαετια του '70. Ο φακελλος του περιειχε πληθωρα ποιηματων. Σε ενα απ' αυτα με τιτλο "Χαμενος στους δρομους" γραφει:
τελειως αποσυνδεμενος απο ανθρωπους
περναω δρομους
που ειναι πηγμενοι απο
ανθρωπους
βλεπω στα προσωπα
κοιταζω τα σωματα
κοιταζω τα χερια
καμια σπιθα δεν μεταπηδα -
λοιπον δεν υπαρχει ζωη
στους ανθρωπους
η μηπως δεν ειναι καν ανθρωποι;
ειναι συναρμολογημενες μηχανικες
κουκλες, ναι,
βλεπω πως ετσι πρεπει να ειναι -
τα ιδια εκεινα δευτερολεπτα που
αυτο το αντιλαμβανομαι,
εγω δεν πηγαινω, πηγαινομαι, παρατηρουν
απο μεσα μου δυο γυαλινα ματια, πισω
απο τα οποια η ζωη εχει φυγει, απ' ολο το σωμα εχει φυγει - για που;
Και τωρα οι μηχανισμοι -
βηματιζουν εν-δυο.
Που που που ειναι η ζωη;

Που ειναι η ζωη; Ενα αλλο ποιημα του Hügin αναφερεται στον θεραποντα ιατρο του Schöl:
Βλεπω μια εικονα: πλησιαζω τον κυριο Schöl με
λεξεις, λεω: θα ηθελα να ειμαι κοντα σας, ναι
λαχταραω να βρεθω στην ζεστασια σας, κοντα σας
παω να τον συναντησω, αυτος απλωνει το χερι του,
τουτο γινεται υπερμετρα μεγαλο και δυνατο

Χερι Μολυβι Schöl
με ριχνει προς τα κατω
κατω στο σκοταδι
σε λαγουμι απο πετρα
θανατος

λιγο πριν απ' τον θανατο: δικαστηριο
δικαστης:
δεν επιτρεποταν να νοιωθεις
να πλησιασεις ανθρωπο
σου ηταν απαγορευμενο!
εγω:
ακομα τα φερνω μεσα μου
ζωη αισθηση ηχους ποθο
δικαστης:
γεννηθηκες για να μην αισθανεσαι
θα ζεις κατ' επιφαση μονο κι ακομα,
χωρις να 'ναι αντιληπτο σε κανενα, τον θανατο μεσα σου
θα φερνεις, τον θανατο
ακους, τον θανατο

Η κατ' επιφαση ζωη και ο κατ' επιφαση θανατος. Αυτος ειναι ο ανεκρος. Ο ανεκρος παραειναι νεκρος για να ζει και παραειναι ζωντανος για να πεθανει. Μια ψυχοπαθολογικη μορφη του ειναι αυτη της λεγομενης "Διασχισης" (Dissociation) και περιλαμβανει την "αποπροποσωποποιηση" και την "αποπραγματοποιηση". Τις ειδαμε στα παραδειγματα που αναφερθηκαν. Απανταται μονη της σε κρισεις απο βουβο, ανειπωτο βασανο, αλλα και στο πλαισιο της καταθλιψης, στην σχιζοφρενεια, στις ψυχαναγκαστικες ιδεες και πραξεις.
Γνωρισα την Διασχιση. Φοιτητης ιατρικης, καποια στιγμη εμαθα την επιστημονικη εκδοχη της ορασης: Ενα αντικειμενο Χ εκπεμπει φωτεινη ακτινοβολια, ο αμφιβληστροειδης την προσλαμβανει ως εικονα και μεσω του οπτικου νευρου στελνει αντιστοιχα ηλεκτρικα ερεθισματα στον οπτικο φλοιο οπου η εικονα αποκαθισταται, σε συνεργασια με τα υπολοιπα μερη του εγκεφαλου ταυτοποιειται, εντοπιζεται στον χωρο κλπ. Αυτο λοιπον το εζησα ως εμπειρια: Τα ματια μου ειχαν γινει κατι σαν παραθυρα, τα πραγματα στο δωματιο εμπαιναν απ' αυτα και προβαλλαν πισω απο τα ματια και μεσα στο κεφαλι μου, ηταν εκει οπως σπιτακια και ανθρωπακια μεσα σε μια γυαλινη σφαιρα που οταν την κουνησεις πεφτει χιονι - ομως τωρα το ζουσα σαν εφιαλτη. Εκει εξω ειχε απομεινει κατι σαν σεληνιακο τοπιο, τα αντικειμενα Χ, που σηματοδοτουνται και νοηματοδοτουνται, λεει, πρωτα στη συνειδηση και στον εγκεφαλο. Καμια εμπειρια, στα λιγα λεπτα που διηρκεσε, δεν με ταρακουνησε, δεν με αρρωστησε σε τετοιο βαθμο.
Γνωρισα την Διασχιση και με αλλον τροπο. Καποια φορα που χρειαστηκε να συνταξω ενα βιογραφικο, ξεκινησα με την φραση "Ο Κωστας Γεμενετζης γεννηθηκε το 1944..." και κατευθειαν μου ηρθε να συνεχισω: "...και πεθανε...". Ηδη παιδι μου γεννηθηκε μια απορια με το ονομα μου. Ο κοσμος μου αποτεινονταν και με προσφωνουσε "Κωστα...", "Κωστακη...", "Γεμενετζη...". Καποια στιγμη λοιπον αναρωτηθηκα: Περιεχομαι, περα για περα, στο ονομα μου; Η απαντηση μου ηταν σαφης: Οχι! Αυτοι που μου μιλουν, αποτεινονται σ' εμενα. Και, αν το "Κωστας" δεν καλυπτει το "εμενα", εχει η αντ-ωνυμια "εμενα" ενα ονομα, αντι του οποιου λεγεται; Η απαντηση μου ηταν και παλι σαφης: Οχι! Πολλα χρονια αργοτερα ειδα, με ανακουφιση, πως με την απορια μου δεν εστεκα μονος. Καπου στον Kierkegaard διαβασα: "Κοιταζω μεσα στην υπαρξη - και δεν βλεπω τιποτα." Η απορια ειχε αρχισει να ησυχαζει και να δινει τη θεση της στην αποδοχη ενος αναλαφρου "τιποτα", που με αποδιδει πολυ περισσοτερο απο καθε ονομα. Αποδοχη ενος αναλαφρου "τιποτα" που συνοδευει το ονομα μου, του αφαιρει καθε απολυτοτητα, το επαφηνει στο λικνο της παροδικοτητας του, και σε καθε "γεννηθηκα" υπαγορευει το "πεθανα".
Το ονομα μου δεν ηταν το μονο που με εκ-κενωνε. Καποιες φορες ηταν και ενα ειδος απελπισιας με την ζωη, οπου η μονη διεξοδος ηταν φυγη προς τα εμπρος, προς τα ακρα, χωρις επαναπαυση σε μισολογα, σε ημιμαθειες. Ειναι οπως αυτο που συμβαινει στην Αρετουσα, στον "Ερωτοκριτο" του Βιντσεντζου Κορναρου. Οταν ο βασιλιας των Αθηνων Ηρακλης μαθαινει για τον ερωτα της κορης του Αρετουσας με τον Ερωτοκριτο, την ριχνει στην φυλακη. Εκει λοιπον, ο ποιητης γραφει:
Θωρωντας τοσα βασανα η Aρετη, και παθη, 485
η ταξη εγινη αποκοτια, κ’ η ταπεινοτη εχαθη.
Tης γλωσσας τα µποδισµατα, το δειλιασµα του νου τση
επαψαν, και µ’ αποκοτιαν εµιλειε του Kυρου τση

Ο Ερωτοκριτος εξοριζεται, συμβαινουν ενα σωρο πραγματα, και καποτε γυριζει πισω και θελει να δοκιμασει την Αρετη. Παριστανει εναν φιλο του που θα της πει για την τυχη του Ερωτοκριτου και κανονιζουν μια συναντηση. Την βρισκει
... σαν ξεπεριορισµενη.
Στο παραθυρι εσιµωσε, κ’ η Aρετη αρχινιζει,
αποκοτα να του µιλει, να τον αναντρανιζει.
Δεν εχει πλιο την κρατηξιν, δε ντρεπεται, µα οι πονοι 635
την εντροπην εδιωξασι, τα’χωνε φανερωνει.
Kαι λιγωµαρα τσ’ ηδιδε, το γληγορα να µαθει,
αν ειν’ και ζει ο Pωτοκριτος, γ-η αποθανε, κ’ εχαθη.

Τα βασανα και τα παθη και οι πονοι "ξεπεριοριζουν" την Αρετη. Χανονται ταξη και ταπεινοτητα που εφερναν στην γλωσσα εμποδια και φοβο στην ψυχη της. Οι πονοι διωχνουν την ντροπη. Η Αρετη, η πριγκηποπουλα με τους τροπους που της αρμοζουν, ταξη και ταπεινοτητα και ντροπη, απο-χαρακτηριζεται: χανει την αρετη της. Χανει - το ονομα της. Γινεται ανωνυμη και απροσωπη. Αποπροσωποποιειται. Βασανα, παθη και πονοι την "ξεπεριοριζουν" - την εκ-κενωνουν.
κατω απ' την προσωπιδα ενα κενο.
λεει στον "Βασιλια της Ασινης".
Κι ακομα:
Πισω απο τα μεγαλα ματια τα καμπυλα χειλια τους βοστρυχους
αναγλυφα στο μαλαματενιο σκεπασμα της υπαρξης μας
ενα σημειο σκοτεινο που ταξιδευει σαν το ψαρι
μεσα στην αυγινη γαληνη του πελαγου και το βλεπεις:
ενα κενο παντου μαζι μας

Τι συμβαινει μ' αυτο το κενο;
Leonard Cohen, Anthem
:
There is a crack in everything
That's how the light gets in
Μια ρωγμη υπαρχει στο καθε τι
Ετσι μπαινει μεσα το φως

Τετοια πραγματα εμελλε να σημαδεψουν την εξελιξη μου, μεταξυ αλλων και ως θεραπευτη.
Καπως ετσι εζησα μια αποστροφη του Elias Canetti που γνωρισα πολυ αργοτερα:
... μια πληγη που γινεται σαν πνευμονας και διαμεσου του ανασαινεις
Ισως πλεον εχει να κανει και με την προχωρημενη μου ηλικια, αυτην που οι παλιοτεροι, που ζουσανε και πεθαινανε συντονοι με τον χρονο, αποκαλουσαν "γεραματα". Ενα χαρακτηριστικο των γηρατειων ειναι λοιπον οτι κανεις, μετα απο τα πολλα "του κυκλου τα γυρισματα", στην γειτονευση πια με τον θανατο, χανει την ντροπη: Σε εναν αγνωστο μου, π.χ. στο μετρο, οταν ζητω να περασω για να κατεβω στην επομενη σταση, θα απευθυνθω με μια οικειοτητα σαν να τον ηξερα απο παντα. Κι αυτο ειναι ενα φαινομενο αποπροσωποποιησης: Τα προσωπα μας, δηλαδη ανθρωποι, αυτος κι εγω, με ολοτελα διαφορετικη ιστορια, αναφορες, προσωπικοτητες, ειναι παντελως αδιαφορα. Η οικειοτητα, με την οποια του, η της, απευθυνομαι, ειναι μια τελειως αλλη, που δεν βασιζεται σε τιποτα που να μας ενωνει, η να μας χωριζει. Η οικειοτητα του "ξεπεριορισμου".
Η αποπροσωποποιηση θα μπορουσε λοιπον να μην συνιστα οπωσδηποτε στερητικο φαινομενο, αλλα την επανοδο σ' ενα πρωτο. Η ψυχοπαθολογια δεν το γνωριζει. Ο ορος, υπο τον οποιο ταξινομουνται αποπροσωποποιηση και αποπραγματοποιηση, ειναι, ειπαμε, "Διασχιση", μεταφραση του "Dissociation". Υποβαλλει την πεποιθηση οτι το φυσιολογικο ειναι το "Association", μια συνδεση και συνεχεια που τωρα διακοπτεται, κατι σαν ενα νοητικο καταγμα. Ομως η Διασχιση θα μπορουσε να ειναι οχι επεισοδιο αλλα δομικη ιδιοτητα της υπαρξης. Ο ανεκρος θα μπορουσε να ειναι η μητρα επωασης του θνητου. Εκεινου που ειναι στον χρονο και που οταν λεει "γεννηθηκα", λεει συναμα και "πεθανα".
Αυτο το, ευεργετικο τωρα, σχισμα της διασχισης, ειναι καποτε και ο τοπος που κατοικει η τεχνη. Το εργο της θα μπορουσε να εννοηθει επισης ως απολιθωμα, σαν να ειχε κοιταξει την Μεδουσα καταπροσωπο. Ο ποιητης Paul Celan λεει σε μια ομιλια του κατα την απονομη του βραβειου Büchner:
Ο
Lenz, δηλαδη ο Büchner, εχει [...] πολυ περιφρονητικα λογια για τον "ιδεαλισμο" [...] Και αυτην την πεποιθηση για την τεχνη την λεει τωρα παραστατικα με ενα βιωμα: "Καθως χθες ανηφοριζα διπλα στην κοιλαδα, ειδα δυο κοπελλες να καθονται πανω σ’ εναν βραχο: η μια εδενε τα μαλλια της, η αλλη την βοηθουσε· και τα χρυσαφενια μαλλια επεφταν κατω, κι ενα σοβαρο χλωμο προσωπο, κι ομως τοσο νεανικο, κι η μαυρη στολη, κι η αλλη να νοιαζεται με τοση φροντιδα. Οι ωραιοτερες, οι βαθυτερες εικονες της παλιας γερμανικης σχολης δεν αποδιδουν τιποτε απ’ αυτο. Μερικες φορες κανεις θα ‘θελε να ‘ναι μεδουσοκεφαλη για να μπορεσει ενα τετοιο συμπλεγμα να το μεταμορφωσει σε πετρα και να φωναξει τον κοσμο."
Και ο Celan συνεχιζει:
Κυρίες και Κυριοι, προσεξτε παρακαλω: "Κανεις θα ‘θελε να ‘ναι μεδουσοκεφαλη" για να ... συλλαβει το φυσικο ως το φυσικο μεσω της τεχνης!
Οποιος εχει την τεχνη εμπρος στα ματια και στον νου του, αυτος ειναι – εδω ειμαι στην αφηγηση για τον Lenz –, αυτος ειναι φευγατος. Η τεχνη δημιουργει διασταση απο το Εγω. Η τεχνη απαιτει εδω σε μιαν ορισμενη κατευθυνση μια ορισμενη αποσταση, εναν ορισμενο δρομο.
Κι η ποιηση; Η ποιηση, η οποια και βεβαια εχει να παρει τον δρομο της τεχνης; Τοτε εδω θα ειχε μαλιστα πραγματι δοθει ο δρομος προς μεδουσοκεφαλη και αυτοματα!

Για την διασταση του καλλιτεχνη απο το εγω, την συγγενεια του με την μεδουσοκεφαλη και τα αυτοματα μιλα και ο ποιητης T. S. Eliot σε ενα δοκιμιο με τον τιτλο "Tradition and the Individual Talent" . Ο Eliot χρησιμοποιει την λεξη "αποπροσωποποιηση" για να υποδηλωσει την αναλογια αναμεσα στην καλλιτεχνικη δημιουργια και την επιστημη. Το διευκρινιζει με ενα παραδειγμα απο την χημεια:
Οταν τα δυο αερια που αναφερθηκαν προηγουμενως [οξυγονο και διοξειδιο του θειου] αναμειγνυονται με την παρουσια νηματων πλατινας, σχηματιζουν θειικο οξυ. Αυτος ο συνδυασμος συμβαινει μονο οταν ειναι παρουσα η πλατινα· παρ' ολα αυτα το νεο οξυ που παραχθηκε δεν περιεχει ιχνος πλατινας, και η ιδια η πλατινα ειναι προφανως ανεπαφη· εμεινε αδρανης, ουδετερη, και αναλλοιωτη. Ο νους του ποιητη ειναι το κομματι της πλατινας. Μπορει εν μερει, η αποκλειστικα, να λειτουργει επανω στην πειρα του ιδιου του ανθρωπου· ομως, οσο τελειοτερος ειναι ο καλλιτεχνης, τοσο πιο ξεχωρα μεσα του θα ειναι ο ανθρωπος που υποφερει και ο νους που δημιουργει· τοσο τελειοτερα ο νους θα αφομοιωνει και θα μεταλλασσει τα παθη που ειναι το υλικο του.
[...] Ο νους του ποιητη ειναι οντως ενα δοχειο για την αποθηκευση αναριθμητων αισθηματων, φρασεων, εικονων, που παραμενουν εκει εως οτου ολα τα στοιχεια που μπορουν να ενωθουν για να σχηματισουν ενα νεο μιγμα, να ειναι παροντα μαζι.

Ο καλλιτεχνης περνα απο την "αυτο-θυσια", οπως λεει ο Eliot, της αποπροσωποποιησης, και τοτε τα αποπραγματοποιημενα κομματια, καποτε, ισως, "ενωνονται για να σχηματισουν ενα νεο μειγμα" - οπως η γυμνη παρουσια της πλατινας οδωνει τον σχηματισμο του θειικου οξεος. Τωρα η διασχιση δεν εξοριζει απο τον χρονο, δεν δημιουργει ανεκρους, αλλα ακριβως αρμοζει τον χρονο, παρελθον της παραδοσης και παρον του σημερινου εργου τεχνης, χαριζει θνητοτητα.
"Τι καλλιτεχνης ειστε;", ρωτα ο ψυχαναλυτης Wilfred Bion νεους θεραπευτες σε ενα σεμιναριο. "Και αν δεν ειμαστε καλλιτεχνες;", αντερωτα καποιος. Η απαντηση του Bion: "Τοτε ειστε σε λαθος επαγγελμα."
Ετσι λοιπον η ψυχαναλυση θα μπορουσε να συνιστα μια ιδιαζουσα περιπτωση του θεματος του συνεδριου μας, ενα "και", δηλαδη εναν τοπο οπου "Τεχνη και Τρελα" συναπαντωνται. Σ' αυτο το "και", στις ευτυχεις περιπτωσεις, συμβαινει μια αμοιβαια ανταλλαγη: Η "τεχνη" συνισταται στο οτι ο θεραπευτης γινεται πιο τρελος απο τον πελατη του. Και τουτος, ο "τρελος", μεσα απο το "εργο τεχνης" της συναντησης τους, βρισκει τη λυτρωση του.
Τι θα πει τωρα οτι εγω ως θεραπευτης γινομαι πιο τρελος απο τον πελατη μου; Ας θυμηθουμε το "φευγατο" του Celan και την "αποπροσωποποιηση" του Eliot. Στα ανεκρα πραγματα του πελατη μου, που δεν μπορουν να πεθανουν, αντιτασσω μια δικη μου αποπροσωποποιηση, εναν δικο μου θανατο. Θα πει: τα δεχομαι ολα, τα δεχομαι ακομα σε ενα ευρος και βαθος που ο πελατης μου δεν θα διανοουνταν. Ειναι μια δεκτικοτητα του νεκρου: χωρις προσδοκια, χωρις συμφωνια και διαφωνια, χωρις αντισταση και χωρις αντιρρηση. Πολλες φορες και μ' ενα γελιο, που το μοιραζομαστε, και που, διχως να γελοιοποιει, αφαιρει απο τα πραγματα την σοβαροτητα και την βαρυτητα που εμοιαζε να εχουν.
Σ' αυτο το αποπροσωποποιημενο ματι, η ερμηνεια, αν ειναι να διατηρησουμε αυτην την βεβαρυμενη λεξη, εχει κατι απο την καλλιτεχνικη δημιουργια που ακουσαμε απο τον Eliot: Η ερμηνεια προσλαμβανει τα πραγματα του παρελθοντος και τα συγκεντρωνει σε μια ολοτελα νεα συνθεση. Και τουτο σε ενα κλιμα που θα μπορουσε να αποδοθει με εναν στιχο του Γιωργου Σεφερη:
μα πρεπει να μ' αρμηνεψουν [συμβουλεψουν] οι πεθαμενοι
Και γιατι ιδιαιτερα οι πεθαμενοι μπορουνε να συμβουλευουν; Σε ενα αλλο ποιημα μιλουν οι ιδιοι, οι "αδυναμες ψυχες μεσα στ' ασφοδιλια":
εμεις που τιποτα δεν ειχαμε, θα τους διδαξουμε τη γαληνη.

''Ενας καλος ταξιδιωτης δεν αφηνει πισω του ιχνη''


Οφηλια του Millais
Οφηλια του Millais
Οφηλια της Moki
Οφηλια της Moki
[Ομιλια στο Εργοταξιο Ιδεων, Βυζιτσα Πηλιου, Αυγουστος 2014]

PDF (με μορφοποιηση)

1. Byung-Chul Han, Περι φαντασματων και αλλων απουσιαζοντων
2. Φαντασματα... 
Στοιχειωμενη γλωσσα. Το ιχνος ως η υπογραφη 
Στοιχειωμενη φυση. Πως να εξαφανιζεσαι. 
Στοιχειωμενος χωρος. Ασε τα χερια σου να ταξιδεψουν. 
3. Ψυχαναλυση 
Στοιχειωμενη συναντηση 


1. Byung-Chul Han, Περι φαντασματων και αλλων απουσιαζοντων

Μια ωραια ρηση του Laozi λεει: Ενας καλος ταξιδιωτης δεν αφηνει πισω του ιχνη. Μα πως μπορει κανεις να περπατα και να μην αφηνει πισω του ιχνη; Προτου πατησεις το ενα ποδι στο εδαφος, θα επρεπε να ειχες σηκωσει το αλλο, κι αυτο θα ηταν αδυνατο. Δεν γινεται να περπατας χωρις να αγγιζεις το εδαφος. Επομενως μοιαζει οτι ο Laozi απαιτει το αδυνατο. Η, ζηταει να αιωρουμαστε. Αυτοι που αιωρουνται, αυτοι που τριγυρνουν αιωρουμενοι, οντως δεν αφηνουν πισω τους ιχνη. Τα φαντασματα αιωρουνται επισης. Ειναι γνωστο οτι τα φαντασματα δεν βαδιζουν παρατεταγμενα σε γραμμες με τακτικο βημα.
Το Ο νομος της γης του
Carl Schmitt
(Nomos der Erde) ξεκινα με εναν υμνο της γης. Προπαντων υμνει την γη για την συσταση της, η οποια επιτρεπει να χαραζονται πανω της σταθερες γραμμες· και, λογω του συμπαγους της, καθισταται δυνατο να καθιερωνονται σαφη ορια, σταθεροι κανονες και θεσεις, συμπαγη πλαισια και διαφοροποιησεις. Το συμπαγες της γης καθιστα δυνατο να χτιζονται πανω της συνορα, τοιχοι, σπιτια και οχυρα: εδω γινονται εμφανη οι κανονες και η θεση της κοινωνικης υπαρξης του ανθρωπου. Οικογενεια, συγγενεις, φυλη και κοινωνικη ταξη, τα ειδη των αποκτηματων και η γειτονια, καθως και οι μορφες της δυναμης και των κανονων ειναι σε κοινη θεα. Περιουσια, αποκτηματα, δυναμη, κανονες, νομοι, ταξη και θεση, ολα οφειλονται στην ιδιαιτερη συσταση της γης. Ο Schmitt αντιπαραβαλλει την σταθερη επιφανεια της γης με την θαλασσα: η θαλασσα δεν γνωριζει καμια τοσο εμφανη οντοτητα [...] ταξης και τοπου. [...] Ουτε επιτρεπει η θαλασσα [...] να χαραχτουν επανω της σταθερες γραμμες. Ειναι ενδιαφερον οτι κατοπιν παρατηρει πως τα πλοια που ταξιδευουν στην θαλασσα δεν αφηνουν ιχνη. Η θαλασσα δεν εχει χαρακτηριστικα με την πρωταρχικη εννοια της λεξης χαρακτηρ, που σημαινει ενσωματωμενο, σκαλιστο, η εγχαραγμενο. Επομενως η θαλασσα, λογω της ελλειψης σταθεροτητας, δεν εχει χαρακτηρα. Και αυτο ειναι που καθιστα τον θαλασσοπορο ικανο να μην αφηνει πισω του ιχνη. Ο Carl Schmitt εχει γενικα μια φοβια για την θαλασσα και το νερο. Επισημαινει μια προφητεια του Βιργιλιου, οπου προεβλεψε οτι στην επερχομενη εποχη της ευτυχιας δεν θα υπαρχουν πλεον θαλασσοπορειες και οτι στην Αποκαλυψη του Ιωαννου αυτος προκηρυξε εναν νεο κοσμο που θα καθαιρονταν απο την αμαρτια και στον οποιο δεν θα υπηρχαν ωκεανοι.
Ο Carl Schmitt ειναι ενα ειδικα χερσαιο πλασμα με την εννοια οτι σχεφτεται μονο σε ορους σταθερων διακρισεων, διχοτομικων η δυαδικων αντιθετων, και δεν εχει καμια κατανοηση για το μη αποφασισμενο, η το αδιορατο. Συμφωνα με την θεωρια του η υπαρξη βασιζεται σε καθαρα ορια και σταθερα περιγραμματα, σε ακλονητη ταξη και αρχες. Αυτος ειναι ο λογος που γι' αυτον το νερο ειναι τοσο ενοχλητικο και αποκοσμο. Δεν επιτρεπει καθαρες οριοθετησεις η διαφοροποιησεις και, στο πολιτικο επιπεδο, καθιερωση σταθερων εθνικων η εδαφικων συνοριακων γραμμων.
Αυτο που ειναι ενδιαφερον στον Carl Schmitt ειναι οτι δεν πιστευει απλοϊκα σε μια σταθερη ταξη, αλλα προσκολλαται σ' αυτην εμπρος στην γενικη παρακμη, και προσπαθει να χτισει ψηλους τοιχους επανω σ' ενα εδαφος που εχει ηδη αρχισει να σειεται. Η σκεψη του Carl Schmitt ερχεται μεσα απο την καρδια μιας φυγοκεντρης δυναμης που διασκορπιζει την σταθερη ταξη και παρεκκλινει απο τον αρχικο δρομο της. Αισθανεται να απειλειται υπαρξιακα απο μια στοιχειωμενη αναποφασιστικοτητα και ελλειψη διακρισης. Στο εργο του 1919 Πολιτικος ρομαντισμος συνοψισε με μια δραματικη γλωσσα την κατασταση στην οποια περιηλθε ο κοσμος: συνεχεις νεες ευκαιριες δημιουργουν εναν συνεχως νεο, ομως βραχυβιο κοσμο, εναν κοσμο χωρις υποσταση [...] χωρις δυναμικη ηγεσια, χωρις συμπερασμα και χωρις ορισμο, χωρις αποφαση, χωρις μια μερα τελικης κρισης, που συνεχιζεται επ' αοριστον, οδηγημενος μονο απο το μαγικο χερι της τυχης [...] Γι' αυτον ενας κοσμος χωρις υποσταση, ενας κοσμος χωρις σταθερη διαφοροποιηση, χωρις καθαρα περιγραμματα, συμπαγεις τοιχους και φραγματα, ειναι ενας κοσμος στοιχειωμενος.
Απο την αλλη για τον Laozi η υπαρξη χωρις δυναμικη ηγεσια, οριστικους ορισμους και συμπερασματα, θα ηταν ενας ξεγνοιαστος περιπατος που δεν θα αφηνε πισω του ιχνη. Ο Carl Schmitt απορριπτει με ολη του την δυναμη την σκεψη ενος κοσμου χωρις υποσταση. Με καθε μεσον προσπαθει να αποκρουσει το στοιχειωμενο χερι της τυχης. Ο Carl Schmitt, σε προχωρημενη ηλικια, αισθανοταν καταδιωκομενος απο φωνες και θορυβους, ακομα κι απο φαντασματα. Αισθανομενος οτι ηταν στο ελεος αυτων των αποκοσμων θορυβων, επαναδιατυπωσε την περιφημη φραση του για την ανωτατη δυναμη: Μετα τον Πρωτο Παγκοσμιο Πολεμο ειπα "Κυριαρχος ειναι αυτος που κυβερνα σε κατασταση εκτακτης αναγκης." Μετα τον Δευτερο Παγκοσμιο Πολεμο, καταπροσωπο με τον θανατο, λεγω τωρα "Κυριαρχος ειναι αυτος που κυβερνα τα κυματα στο διαστημα." Επομενως το κυριαρχο ατομο ειναι αυτο που εχει την εξουσια επανω στα φαντασματα. Αυτο παντως ειναι μια απελπιδα επιχειρηση. Αναφερθηκε οτι ο Schmitt σ' ολη του την ζωη φοβοτανε τα κυματα. Αποδιωξε απο το δωματιο του και την τηλεοραση και το ραδιοφωνο, ωστε τιποτα απροσκλητο να μην μπορει να εισβαλει στον χωρο του απο τον αερα. Ο τοιχος, μια αρχαϊκη εγκατασταση που ανηκει στον Νομο της γης, δεν μπορει να συγκρατησει τα κυματα που αιωρουνται στον αερα και διαφευγουν καθε συλληψης, καθε συνορου, καθε προσπαθειας να καθηλωθουν σε μια ορισμενη θεση.
[...]
Και ο Carl Schmitt, κατα την καταρρευση, σκεφτοταν την παλια ταξη. Διανοιγε τον δρομο του μεσα απο ολοκληρους στρατους φαντασματων. Τα φαντασματα εμφανιζονται οταν το σταθερο πλαισιο της παλιας ταξης αρχιζει να αποσυντιθεται. Οσο περισσοτερο σθεναρη ειναι η ταξη, τοσο πιο θορυβωδη γινονται τα φαντασματα. Τα κυματα, απο τα οποια ο Schmitt νοιωθει να καταδιωκεται, ειναι οι δονησεις της παρακμης. Απο την αλλη, τα φαντασματα ειναι επισης αγγελιοφοροι απο το περαν του τοιχου, το οποιο ενδεχομενως θα εφερνε την σωτηρια. Κανεις θα μπορουσε να δανειστει λεξεις απο τον Heidegger η τον Hölderlin και να τις χρησιμοποιησει εκτος των συμφραζομενων και να πει: Οπου υπαρχει κινδυνος, βλασταινει και το σωτηριο.
Το φαντασμα, ηδη στην ετυμολογικη του προελευση, εχει επανω του κατι το αντιφατικο, η το αμφιθυμικο. Η λεξη φαντασμα (Gespenst) σχετιζεται με την λεξη της Παλαιας Υψηλης Γερμανικης spanan, που σημαινει βαζω σε πειρασμο, δελεαζω, πειράζω η πειθω. Επομενως το φαντασμα ειναι και δελεαστικο και ανησυχητικο. Θα εικαζαμε οτι ειναι τοσο δελεαστικο γιατι φερνει στον νου οπτασιες πραγματων που καποτε μας αποτραπηκε να δουμε, πραγματα που ειτε επρεπε να κατασταλουν ειτε να αποβληθουν απο την παρουσια μας. Κατα μια εννοια το φαντασμα ειναι ενα revenant, ενα προσωπο που γυρισε απο τους νεκρους, που ξεπερνα τους τοιχους της καταστολης και της προγραφης, τους τοιχους του διαχωρισμου και του αποκλεισμου. Οφειλει την δυναμη του να σαγηνευει σ' αυτην την επιδραση του revenant, στην συγχρονικοτητα παρουσιας και απουσιας. Επιτυγχανει να γινει οπτασια, ομως οπτασια απο κατι που βασικα θα επρεπε να ειναι απον. Στο συντακτικο του φαντασματος υπαρχει μια εμφατικη διακριση αναμεσα σ' αυτο που πρεπει να ειναι και σ' αυτο που δεν επιτρεπεται να ειναι.
[...]
Η σκεψη της Απω Ανατολης δεν γνωριζει καμια αναλλοιωτη δομη της ταξης. Καθε τι εννοειται σε ορους αλλαγης και εξελιξης. Δεν υπαρχει τιποτα στο οποιο κανεις θα προσδενονταν γερα. Που σημαινει: ενας καλος ταξιδιωτης δεν αφηνει πισω του ιχνη. Και τα φαντασματα δεν αφηνουν πισω τους ιχνη. Ενα ιχνος ειναι το αποτυπωμα μιας καταναγκαστικης καθηλωσης. Αυτοι που αιωρουνται δεν αφηνουν πισω τους ιχνη. Στην σκεψη της Απω Ανατολης καθε τι ειναι ρευστο. Κι αυτος ειναι ο λογος που η εξυμνηση του νερου ειναι θεμελιακα ενσωματωμενη μεσα της. Το νερο μεταβαλλει συνεχως την μορφη του για να ταιριαξει σε οποιαδηποτε κατασταση συναντησει. Το νερο δεν γνωριζει περιορισμους της ταυτοτητας. Η σκεψη της Απω Ανατολης, λογω της ελλειψης σε περιορισμους της ταυτοτητας, παρεχει στα φαντασματα περισσοτερο χωρο. Καθε τι ειναι περισσοτερο ανεσταλμενο απ' ο,τι στην Δυση. Σε μεγαλυτερη κλιμακα, καθε τι ειναι διχως ουδο και μεταβαση. Σπανια χρησιμοποιουνται συνορα και διαφοροποιησεις. Η φιλοσοφια της Απω Ανατολης δεν κυριαρχειται απο το 'ειτε-ειτε', κυριαρχειται απο το 'οχι μονον αλλα'. Αντιθετα ο Carl Schmitt, ενα χερσαιο πλασμα και πεζοπορος, ηταν ενας υδροφοβικος, φοβουνταν το νερο και την θαλασσα γιατι αυτο το μεσον δεν επιτρεπει καθαρα ορια η διακρισεις, δεν επιτρεπει σκεψη σε διχοτομικες αντιφασεις. Γι' αυτον ο κοσμος που ειναι η Απω Ανατολη θα ηταν ενας κοσμος χωρις υποσταση, ενας κοσμος κατοικουμενος απο φαντασματα. Στο φως ενος τετοιου ρευστου, μετεωρου κοσμου ο Carl Schmitt θα μπορουσε να ειχε πει: "Στην Κινα εχει μονο φαντασματα."
Στην Δυση φαντασματα εμφανιζονται σε μια κριση ταυτοτητας. Ο Jacques Derrida τονιζει οτι, σε μιαν αλλη οπτικη, αυτη η κριση μπορει να ειναι απελευθερωτικη. Η αποδομηση της ειναι η επιστημη των φαντασματων, μια μορφη φασματολογιας. Ερευνα εκεινα τα στοιχεια της "αλλοτριοτητας" που σαν φαντασματα πλανιωνται μεσα στην ταυτοτητα και την βγαζουν απο την ισσοροπια.
Ο Derrida αποδομει το φτιαξιμο μιας ταυτοτητας τονιζοντας τα πραγματα που τρομοκρατουν, που ειναι φοβερα, και τα οποια στην πορεια της διαμορφωσης της ταυτοτητας καταστελλονται για χαρη της φανταστικης της αγνοτητας. Η ταυτοτητα περιτριγυριζεται ουτως ειπειν απο την αυρα των φαντασματων. Ο Derrida διατηρει μια ηρεμια απεναντι στα φαντασματα, η οποια ανακουφιζει την σκεψη απο τους περιορισμους της ταυτοτητας και των νευρωσεων ταυτοτητας. Αντιτασσει την Λογικη του του φαντασματος εναντια ατην λογικη του νου, η οποια συνεχως προσπαθει να αποτιναξει την διαφορα, η την αλλοτριοτητα που βροντα υποκωφα μεσα στην ταυτοτητα του. Το μοττο του αποδομημενου τροπου ζωης ειναι: Μαθε να ζεις 'με' φαντασματα, σε συνομιλια [...] και σε κοινα ταξιδια [...] Να μαθεις να ζεις με φαντασματα θα πει τελικα: να μαθεις να ζεις φιλικα, να δεχεσαι ο,τι τα κανει ανωμαλα και απροβλεπτα, να μην ανεχεσαι παθητικα τις διαφορες τους, αλλα να βοηθας να πληθυνουν. Ισως ειναι δυνατο να ζει κανεις πιο αρμονικα με φαντασματα. [...] Παντως ο κοσμος του Zhuangzhi, η του Laozi ειναι ενας υπεριπταμενος, αιωρουμενος κοσμος χωρις καθαρα περιγραμματα, χωρις οριστικες διακρισεις, χωρις συμπερασματα, αποφασεις η ορισμους
· σ' αυτον τον κοσμο ειναι δυνατο να ταξιδευεις στον χωρο ξεγνοιαστα. Ισως στο μελλον, στην αλλη πλευρα της θεολογιας και της τελεολογιας, η αιωρηση θα γινει ο νεος τροπος περπατηματος, αφηνοντας πισω της τα πιο ακαμπτα βηματα του προσκυνηματος, του στρατιωτικου εμβατηριου και της γραμμικης κινησης προς τα μπρος.


2. Φαντασματα...

Ο ταξιδιωτης αφηνει ιχνη οταν ξεχωριζει και διακρινεται, π.χ. τα παπουτσια του απο το χωμα, η μορφη του απο τις γυρω μορφες, η φωνη του απο τις γυρω φωνες. Δεν αφηνει ιχνη, οχι οταν ειναι ολοτελα ξεχωριστος, π.χ αορατος και αφωνος, αλλα οταν ειναι ολοτελα μετοχος. Που θα πει, οταν δεν υπαρχει αναμεσα σ' αυτον και στο αλλο κανενα οριο - οταν εχει τον τροπο του φαντασματος. Ο τροπος αυτης της ολικης μεθεξης λεγεται στοιχειωμα.
Το φαντασμα, το στοιχειο, στοιχειωνει τον χωρο στο οποιο παρουσιαζεται. "Τον στοιχειωνει" θα πει: οντας ολοτελα ξενο διαπερνα τα ορια του χωρου σαν να μην υπηρχαν, η παρουσια του τον διαποτιζει, κατακρημνιζει την ταυτοτητα του σε μια δινη, σε μια ρουφηχτρα και την εξαφανιζει. Κανει τον χωρο αποκοσμο, αλλοκοτο, μετεωρο, καποτε εφιαλτικο και καποτε παραμυθενιο. Αναλογιστειτε μονο, οσοι το φοβαστε, πως αλλαζει το σπιτι σας οταν ξεπροβαλει ενα ποντικι.
Στην Καταιγιδα του Shakespeare λεει ο Prospero: "Ειμαστε απο υλικο σαν αυτο που 'ναι φτιαγμενα τα ονειρα κι η μικρη μας ζωη κυκλωνεται απο εναν υπνο."

Στοιχειωμενη γλωσσα. Το ιχνος ως η υπογραφη
(Απο το: Byung-Chul Han, Ειδη θανατου)
Τι εννοουσε ο Heidegger ως υπογραφη του; Ποιος υπογραφει, η φερει την ευθυνη για τα γραπτα που εχουν την υπογραφη "Martin Heidegger"; Εννοουσε καν ο Heidegger τον εαυτο του ως συγγραφεα; Ο Heidegger θα ειχε αποφυγει να χρησιμοποιησει την λεξη "Autor", και οχι μονον επειδη ειναι μια ξενικη λεξη. Εκει που οντως εμφανιζεται, πρεπει να παραμεριζει εμπρος στον αυθεντικο υπογραφοντα το εργο. [...]
Στη φανταστικη συνομιλια "Gelassenheit" ["αφεση"... ] βασικα δεν συμβαινει καμια ανταλλαγη γνωμων. Κανεις δεν λεει τη δικη του γνωμη. Κανεις δεν μοιαζει να ενδιαφερεται να υπογραψει τα εκφωνουμενα λογια. Μια παραξενη ελλειψη ενδιαφεροντος συν-τονιζει την πορεια της συνομιλιας. Παντως δεν ειναι απαθεια. Προκειται περισσοτερο για μια εγρηγορση χωρις ενδιαφερον, η χωρις προθεση. Οταν καταμεσις στη συνομιλια επεσαν παλι στη λεξη "Gelassenheit", ο διδασκαλος ερωτα: "L Τι ειναι αυτο που ονοματισατε με το ονομα Gelassenheit; F Το ονομα, αν επιτρεπετε, δεν το χρησιμοποιησα εγω αλλα εσεις. L [76] Οπως εσεις, αλλο τοσο κι εγω δεν επετελεσα την ονομασια. G Ποιος ηταν τοτε; Κανεις απο μας; L Μαλλον. Διοτι στην περιοχη που βρισκομαστε ολα ειναι ενταξει μονο εαν δεν ηταν κανενας."
Στη συνομιλια ο καθενας ειναι κατα ορισμενο τροπο εκτος εαυτου. Κανεις δεν υπογραφει την λεξη "Gelassenheit". Κανεις δεν ηταν εκει, οταν επεσε η λεξη. Καθενας παρευρισκονταν μονο σ' αυτο το συμβαν της λεξης. Η συνομιλια δεν λαμβανει χωρα μεταξυ φορεων απο γνωμες αλλα η συνομιλια δινεται, απροσωπα. Κανεις δεν εχει πει την λεξη "Gelassenheit". Κανεις δεν αναλαμβανει η δεν αξιωνει την πατροτητα. Η λεξη εχει πεσει, ετυχε στην συζητηση γιατι Κανενας ηταν εκει. Η συνομιλια προχωρει οταν "κινουμαστε στις λεξεις ελευθερα" . Η ελευθερια δεν εγκειται στο οτι κανεις εξουσιαζει τον λογο. Πολυ περισσοτερο να κινεισαι στις λεξεις ελευθερα θα πει να χανεσαι στις λεξεις, και μαλιστα ως Κανεις. Η ελευθερια ειναι μια αδιαφορη εγρηγορση οπου κανεις τις λεξεις που ερχονται τις απολυει, η τις προσδεχεται ως δωρεα. Η ελευθερια ειναι η απο-λυση της λεξης. Η λεξη ως δωρεα ερχεται στον αδιαφορο Κανενα, τον μη ενδιαφερομενο για πνευματικη ιδιοκτησια. Η ευθυνη του θα ενεκειτο μονο σ' αυτην την απολυση της δωρεας. [...]

Στοιχειωμενη φυση. Πως να εξαφανιζεσαι.
Ειπα πριν απο λιγο οτι ο ταξιδιωτης δεν αφηνει ιχνη, οχι οταν ειναι ολοτελα ξεχωριστος, π.χ αορατος και αφωνος, αλλα οταν ειναι ολοτελα μετοχος. Η Οφηλια, η ερωμενη του Hamlet. Δυο πινακες, του Millais και της συγχρονης γερμανιδας ζωγραφου Moki
Στον Millais, ενα πτωμα. Χους ει και εις χουν απελευσει, λεγεται. Και τι ειναι πιο κοντα στο χωμα απο εναν νεκρο; Δεν εχουμε εδω μια ολικη μεθεξη της νεκρης με την φυση; Οχι! Το ιχνος που αφηνει η Οφηλια του Millais ειναι ανεξιτηλο. Διοτι ακριβως ως νεκρη φερνει εμπρος στα ματια μας την εικονα της γυναικας που ζουσε, που πεθανε εναν τραγικο, εναν αδικο θανατο σε εναν καιρο που ηταν, με τα λογια του Hamlet, out of joint. Μια υπαρξη ολοτελα διαφορετικη λοιπον απο αυτην του νερου και τις οχθες και την τριγυρω βλαστηση.
Η Οφηλια τωρα της Moki.
Αυτην δεν την παιρνει το ποταμι. Στεκει ακινητη και το ρεμα προσκρουει επανω της και την παρακαμπτει, οπως κανει σ' εναν βραχο. Τα ορια μεταξυ ανθρωπου και βραχου εχουν καταργηθει. Και η καταργηση τους συμβαινει μεσα σε ενα τοπιο αλλοκοτο. Στοιχειωμενο.

Στοιχειωμενος χωρος. Ασε τα χερια σου να ταξιδεψουν.
Heidegger, Σεμινάρια του Zollikon:
[112] Στο εκαστοτε εδω, που ειμαι, το ζωντανο σωμα συμμετεχει παντα, ομως πως; Καθοριζεται το Εδω, που ειμαι, απο τον ογκο του φυσικου μου σωματος; Συμπιπτουν τα περατα του φυσικου και του ζωντανου μου σωματος; Κανεις μπορει το ζωντανο σωμα να το εκλαβει ως φυσικο σωμα. Καθομαι εδω στο τραπεζι και καταλαμβανω τον χωρο που περιβαλλεται απο την επιδερμιδα μου. Ομως τοτε δεν γινεται λογος για το Εδω, που ειμαι, αλλα μονο για την θεση αυτου του φυσικου σωματος σ’ αυτο το σημειο. [...] Δειχνοντας με το δαχτυλο στο παραθυρο εκει περα, δεν τελειωνω στις ακρες των δακτυλων. Που ειναι λοιπον τα περατα του ζωντανου σωματος; [...] Τα περατα του ζωντανου σωματος ειναι ο οριζοντας [...] στον οποιο διαμενω. Γι’ αυτο και η περατωση του ζωντανου σωματος μεταβαλλεται συνεχως με τη μεταβολη της εμβελειας της διαμονης μου.
(Απο σημειώσεις για το
Δρομοι του Σωματος και Ψυχη)
Εδω συναντουμε ενα αλλο χαρακτηριστικο του ζωντανου σωματος: Τα περατα του διαγραφονται απο τον οριζοντα των εκαστοτε αναφορων μου. Μονον μεσα απο μια τετοια εννοηση του ζωντανου σωματος μπορουμε να παρακολουθησουμε πραγματικα εναν ποιητικο λογο, οπως αυτον του Γιωργου Σεφερη απο το ποιημα ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ: "αφησε τα χερια σου αν μπορεις να ταξιδεψουν... / [...] με το καραβι / που αγγιξε τον οριζοντα."
Ετσι εδω δεν πρεπει να φανταστουμε χερια μεταφορικα, καπου σαν ανθρωπακια που κινουνται, ανεβαινουν στο καραβι και ταξιδευουν μεχρι τον οριζοντα. Οι στιχοι καλουν τα χερια του προσφωνουμενου, τα χερια του σωματος, του ζωντανου του σωματος. Τα καλουνε να απλωθουν σ' ενα καθοδον που φτανει εως τα ακρα. Προκειται ουσιαστικα για την ιδια εμπειρια του ζωντανου σωματος που λεγεται και στο δοκιμιο "Μια σκηνοθεσια για την Κιχλη": "Το φως της μερας και το αιμα του ανθρωπου ειναι το ιδιο πραμα." Οταν ανθρωπος και φως ειναι το ιδιο πραμα, τοτε το αιμα δεν αφηνει ιχνη...


3. Ψυχαναλυση

Στοιχειωμενη συναντηση
(Απο το
Η πολις των Αρχαιων...)
Ας επιχειρησουμε τωρα ν' αναγνωρισουμε το ετσι εννοουμενο σωμα, εδω και τωρα. Σας μιλω, ομως μιλω στο μικροφωνο. Το σωμα μου εκτεινεται εως το μηχανημα που εχω μπροστα μου. Τωρα αφηνω το μικροφωνο.
... Με τη φωνη μου, που τωρα μονο ακουτε πραγματικα, το σωμα μου εκτεινεται εως εσας, περατωνεται σ’ εσας. Με το ακουσμα σας, που δεχεται τη φωνη μου, το σωμα σας εκτεινεται εως εμενα, περατωνεται σ’ εμενα ...

Ο Ιαπωνας σκηνοθετης του θεατρου Toshiharu Takeuchi ανεπτυξε μια ασκηση γι' αυτο στο οποιο εγκειται καθε συνομιλια, οτι αποτεινεται καποιος σε καποιον. Σ' αυτην την ασκηση στεκονται δυο ανθρωποι αντικριστα. Ο Α αποτεινεται στον Β με μια συντομη φραση, π.χ. "Παμε στην καφετερια;", η: "Σημερα εισαι στις ομορφιες σου." Κατοπιν ο Β του γυριζει την πλατη, και ο Α αποτεινεται στην πλατη του Β. Οταν ο Β νοιωσει πως ο Α πραγματι του αποτεινεται, γυριζει και απαντα. Στην αρχη πολλοι δεν παρατηρουν τιποτα ιδιαιτερο, απλως γυριζουν και απαντουν. Ο δασκαλος, τους προτεινει ν’ ακουσουν τον Α να τους αποτεινεται ακομα μια φορα και να προσεξουν καλα, εαν πραγματι ο Α τους αποτεινεται. Και τοτε σιγα-σιγα οι μαθητευομενοι δειχνουν απορημενοι και δηλωνουν διαφορα, οπως:
- Μοιαζει σαν ο Α να μην αποτεινεται σ' εμενα αλλα σε καποιον διπλα μου. - Ο Α αποταθηκε σε καποιον που βρισκεται δυο-τρια βηματα πισω μου. - Ο Α αποταθηκε σε καποιον πανω και περα απ' το κεφαλι μου. - Η φωνη του Α δεν φτανει μεχρι εμενα. - Μου φανηκε πως ο Α μου αποταθηκε, μα δεν ειμαι τελειως σιγουρος.
Η, ακομα, μεταξυ αλλων: - Η φωνη του Α αγγιξε την πλατη μου. - Αγγιξε το αυτι μου και πεταξε περα. - Γλιστρησε πανω στην πλατη μου. - Τωρα η φωνη του Α με χτυπησε δυνατα.
Κι εκεινοι που συμμετεχουν στην ασκηση ως παρατηρητες, παρατηρουν πως σιγα-σιγα μπορουν να βλεπουν τα ιχνη της φωνης. Αυτα πολλες φορες διαγραφουν μια καμπυλη και πεφτουν κατω. Διασπωνται σε διαφορες κατευθυνσεις. Πετυχαινουν τον στοχο και πετουν περα, προς τα εξω.
(Απο το
Δρομοι του σωματος και ψυχη)
Στη διαρκεια της θεραπειας μια γυναικα μιλα για κατι που αναγνωρισε στον εαυτο της. Μιλα καθαρα, με τον ησυχο και δυνατο παλμο που χαρακτηριζει την φωνη της αφυπνισης σε μια ενοραση. Διαπιστωνω πως αυτη η καθαροτητα της φωνης, ο παλμος της, διατρεχουν και το δικο μου σωμα. "Ναι, ετσι ειναι", θα μπορουσα να πω. Δεν υπαρχει καμια δυσκολια, κανενα σταματημα αναμεσα στη φωνη της και στο αυτι μου. Ακομα κι αν αυτα που μου λεει δεν τα ηξερα προηγουμενως, ειναι σαν να ημουν γι αυτα ευκαιρος, σαν τα περιμενα. Ολα ειναι αναλαφρα, η φωνη της και το ακουσμα μου, που θα πει τελικα: τα σωματα μας, συνεχονται αβιαστα. Ειναι μια αισθηση που δεν μου μαρτυρειται απλως απο το περιεχομενο των λεγομενων της αλλα προπαντων απο την εμπειρια του σωματος μου.
[...]
Η πελατισσα μου προσθετει, τωρα με εναν τονο απογοητευσης και απελπισιας στη φωνη της:
- Αλλα βρισκομαι ετη φωτος μακρια απο τον εαυτο μου...
Εδω την χανω απο τ' αυτια μου. Η φωνη της ειναι σαν να μην φτανει μεχρι εμενα. Ακουω μονο λογια. Το σωμα μου μενει αμετοχο. Τι συμβαινει εδω; Οπου η συνεχεια λογου και σωματος χανεται; Αυτα που λεει, δεν τα εννοει. Της αντιτεινω λοιπον:
- Τα λετε αυτα, ομως καπου δεν τα αισθανομαι.
Μου απαντα, με φωνη σιγουρη και ζωντανη:
- Δεν σας πειθουν;
Τωρα μοιαζει να ξαναβρισκουμε ο ενας τον αλλον. Της απαντω:
- Οχι.
Αυτη:
- Και βεβαια. Οχι ετη φωτος, διπλα μου ειναι, ομως φοβαμαι να το παραδεχτω.
Δεν προκειται για καποιο ιδιαιτερο στιγμιοτυπο. Προκειται για τον τροπο με τον οποιο εργαζομαι. Οταν τα σημαδια του σωματος, του δικου μου και του πελατη μου, διακρινονται και ονομαζονται, τοτε, με τη συνομιλια μας, ειμαστε, ο ενας για τον αλλο, στη μοναδικη και ανεπαναληπτη πραγματικοτητα της στιγμης.
[...]
Στο θεραπευτικο μας στιγμιοτυπο, στην αρχη, η φωνη της πελατισσας μου με βρισκει κατευθειαν, με διαπερνα, σαν φαντασμα, με συγκινει, με συν-κινει. Κατοπιν, στην συνεχεια, οταν μιλα για τα δηθεν "ετη φωτος" που την χωριζουν απο τον εαυτο της, παραπλανα τον εαυτο της κι εμενα, και την φωνη της την χανω. Ξαναβρισκομαστε, οταν αυτην την πλανη την αναγνωριζουμε.
Η ασκηση οπου ο ενας αποτεινεται στον αλλο δειχνει οτι κανεις, ηδη με το οτι αποτεινεται σε καποιον, επιδρα πανω του. Ομως αυτο δεν πετυχαινει οταν κανεις "εξωτερικευει" μονον το δικο του "συναισθημα" και την "γνωμη" του ως αναφορα "προς τα εξω" για το τι συμβαινει "μεσα του". Δεν πετυχαινει διοτι εδω το ζωντανο του σωμα ειναι απεναντι στον αλλον κλειστο: Ο ομιλων κανει απλως αναφορα. Τα λογια του δεν ανοιγονται στον αλλο, δεν του αποτεινονται αληθινα.
[...]
Τουτο ειναι και το κυριολεκτικο νοημα της λεξης "απο-τεινομαι": εκτεινομαι εως... Τα ορια του ζωντανου μου σωματος εκτεινονται μεχρι εκει που φτανει η φωνη μου, και, στην ευτυχη περισταση, στον συνομιλητη μου. Ουτε πιο κοντα ουτε πιο μακρια απ' αυτον.
Η αποταση δεν φτανει τον συνομιλητη οταν κανεις π.χ. μιλαει "μεσα στο στομα του", η σιγα, η με κακη αρθρωση. Η αποταση φευγει περα απο τον συνομιλητη οταν κανεις π.χ. μιλαει σαν να βγαζει λογο, η πολυ δυνατα, η οταν το κεφαλι του ειναι γυρισμενο πανω και περα απο τα ματια του συνομιλητη κλπ.
Ο Α αποτεινεται στον Β θα πει, σε κανεναν αλλον παρα ακριβως στον Β. Για τον Β, τουτο θα πει οτι ο Β ακουει την φωνη, βλεπει την φωνη να αποτεινεται ακριβως σ' αυτον. Ομως εδω δεν προκειται για το οτι κανεις απλως διαπιστωνει πως καποιος του αποτεινεται απο το οτι αναφερει το ονομα του, στρεφεται προς αυτον κλπ. Το διαπιστωνει απο το οτι το ζωντανο σωμα του αποτεινομενου αναφερεται στο δικο του, τον αγγιζει, τον διαπερνα, τον διαποτιζει.
Τουτο μας βοηθα ακομα να εννοησουμε επαρκεστερα το φαινομενο το οποιο στην ψυχοθεραπεια καθιερωθηκε να λεγεται "μεταβιβαση". Ο ορος δεν αποδιδει αυτο που συμβαινει. Ο πελατης μας δεν μας μεταβιβαζει τιποτε. Ομως πολλες φορες, οταν μας αποτεινεται, η φωνη του δεν αποτεινεται σ' εμας, η μονο σ' εμας, αλλα και σε καποιον αλλο, διπλα μας, πισω μας, περα μακρια. Ποιον; Η ψυχοθεραπεια καλειται να τον φανερωσει, και να καταδειξει την συγχυση και την πλανη του, εφοσον δεν γνωριζει σε ποιον πραγματικα αποτεινεται.
Κι ακομα εμεις, ως θεραπευτες, χρειαζεται ν' αναρωτιομαστε και να εχουμε αναπτυγμενο το αισθητηριο: οταν μιλουμε στον πελατη μας, αποτεινομαστε πραγματι σ' αυτον, και μονο σ' αυτον; Και μπορουμε ν' αναρωτηθουμε γενικοτερα: Οταν οι ανθρωποι μιλουν μεταξυ τους, μιλουν πραγματι σ' αυτον στον οποιον καθε φορα αποτεινονται;

Ενας καλος ταξιδιωτης δεν αφηνει πισω του ιχνη. Καλοι συνταξιδιωτες ειναι αυτοι που στην συναντηση τους ο ενας δεν εγγραφει το ιχνος του επανω στον αλλο. Εδω η αρμοζουσα σταση του ψυχαναλυτη διατυπωνεται απο τον Freud με τον ορο "ελευθερα μετεωρη προσοχη". Αυτη η προσοχη, καθοτι ελευθερα μετεωρη, δεν αφηνει ιχνη. Και επειδη δεν αφηνει ιχνη, δεν μπορουμε καν να μιλουμε για "σταση". Τι ειδους προσοχη ειναι αυτη; Ποτε ειναι η προσοχη ελευθερα μετεωρη και δεν αφηνει ιχνη; Η προσοχη αφηνει ιχνη οταν τα ακουομενα ακουγονται ως πληροφοριες και υλικο. Οπου ο ψυχαναλυτης τα επεξεργαζεται: συνδεει, συγκρινει, εξηγει, ερμηνευει. Η προσοχη ειναι πραγματι ελευθερα μετεωρη οταν ειναι, οπως ακουσαμε, "μια εγρηγορση χωρις ενδιαφερον, η χωρις προθεση". Και δεν αφηνει ιχνη οταν ο ψυχαναλυτης ακουει διχως να σκεφτεται και μιλα σε πρωτο χρονο, και μαλιστα οταν δεν μιλαει ο ιδιος αλλα δια στοματος του μιλα ο αναλυομενος - ετσι που ο ιδιος δεν ειχε μιλησει ποτε μεχρι τωρα. Τουτο συμβαινει οταν ο ενας αναλυεται στον αλλο, οταν ανταλλασσουν τα ζωντανα τους σωματα.
Ενα τετοιο φαινομενο ειναι ο ερωτικος οργασμος. Το διευκρινιζω καταρχην με ενα θεραπευτικο στιγμιοτυπο που επισημαινει το φαινομενο - απο την ελλειψη του. Μια γυναικα λεει πως ποτε της δεν ειχε οργασμο. Της αποκρινομαι, με καποιον δισταγμο, καθως δεν ειμαι σιγουρος αν θα το ακουσει: "Μπορει να σας φανει τρελο, ομως θα μπορουσαμε να πουμε οτι τα ορια του σωματος σας δεν ξεπερνανε την επιδερμιδα του." Το ακουσε!
Ηδη η γερμανικη λεξη για την ηδονη, Lust, συγγενευει ετυμολογικα με το στερητικο μοριο los, εν μερει αναλογο του δικου μας στερητικου αλφα, η του πρωτου συνδετικου απο-. Η ηδονη ειναι κενωση, αδειασμα, που δεν αφηνει καποιον στην ερημο του μηδενος αλλα εκκενωνει το σπιτι, την επικρατεια του εαυτου, απαλειφει το αποτυπωμα του, και τον (οχι, δεν μπορουμε πια να χρησιμοποιουμε την προσωπικη αντωνυμια), και απολυει τον ενα στον - κανενα. Ο Freud το συλλαμβανει απο μακρια με την μπακαλικη ψυχολογιστικη εκφραση "αποφορτιση των ορμων". Η καθε στοιχειωμενη, δηλαδη ευτυχης συναντηση, αν ειναι αποφορτιση, τοτε αποφορτιζει απο τον φορτο του ιδιου του εαυτου.
Πολλες φορες και η θεραπευτικη συνομιλια εχει μια παρομοια υφη. Και στο τελος μια τετοιας ωρας, οταν αποχαιρετω, εχω την αισθηση πως τελειωσε μια ερωτικη συνευρεση, πως συνταξιδεψαμε σ' ενα ταξιδι - που, μ' ολο τον πλουτο του, δεν αφησε πισω του ιχνη.

Η ρηση του Laozi: Ενας καλος ταξιδιωτης δεν αφηνει πισω του ιχνη, εχει το ομολογο της στην αρχαια ελληνικη επιταγη λαθε βιωσας, ζωντας, λανθανε. Στις αναφορες που προηγηθηκαν, η ρηση σημαινει: λανθανε, ως αυτος καθαυτον, αφησε τον ιδιο τον εαυτο σου λανθανοντα. Υπαρχει και ενα πρωτο επιπεδο, πιο καθημερινο, που καποιες φορες θα ηταν και ενα πρωτο βημα: ζωντας, μενε λανθανων ως προς τους αλλους. Τελειωνοντας θα σας φερω για παραδειγμα ενα τραγουδι απο την Ωραια Μυλωνου του Schubert. Λεγεται "Ζηλεια και περηφανεια". Η Ωραια Μυλωνου ειναι η ιστορια ενος νεου που παει να εργαστει σ' εναν μυλο, ερωτευεται την κορη του μυλωνα, αυτη αρχικα ανταποκρινεται, ομως αργοτερα τον εγκαταλειπει για χαρη ενος κυνηγου.
Τα λογια:
Για που τοσο γρηγορα, τοσο αλαφιασμενα και αγρια, αγαπημενο μου ρεμα; / Μηπως τρεχεις ολο θυμο πισω απ' αυτον τον τυπο, τον μαγκα τον κυνηγο; / Γυρνα πισω, γυρισε πισω και ψαλλε τα πρωτα στη μυλωνου σου / για το επιπολαιο, το χαζο, το μικρο της το μυαλουδακι. / Γυρνα πισω! Γυρνα πισω! Γυρισε πισω!
Δεν την ειδες ψες βραδυ να στεκει στην πορτα / με τεντωμενο λαιμο και να κοιτα προς τον μεγαλο δρομο; / Οταν ο κυνηγος κεφατος απ' το κυνηγι γυριζει στο σπιτι, / κανενα σωστο παιδι δεν βγαζει το κεφαλι απ' το παραθυρο.
Πηγαινε, ρεματακι, και πες της τα. / Μα μην της πεις, ακους, κουβεντα για το θλιμμενο μου προσωπο. / Πες της, ξυνει ενα καλαμι μου και φτιαχνει φλογερα, / και παιζει στα παιδια ομορφους χορους και τραγουδια.
Και τωρα
το τραγουδι

Πεταλουδες και ονειρα

1
1
2
2
3
3
4
4
5
5
6
6
7
7
8
8
9
9
10
10
11
11
12
12
13
13
14
14
15
15
PDF

Το "Ονειρο πεταλουδας" του κινεζου σοφου Zhuangzi. Με απασχολησε ιδιαιτερα στη μελετη απο το 1989 Το ονειρο και στην ομιλια απο το 2007 Αποηχοι απο το "Ονειρο πεταλουδας.
Καποτε ο Zhuangzi ονειρευτηκε πως ειναι πεταλουδα, μια πεταλουδα που πεταριζε, που ενοιωθε καλα κι ευτυχισμενη και δεν γνωριζε τιποτα για τον Zhuangzi. Ξαφνικα ξυπνησε: εκει ηταν παλι, πραγματικα κι αληθινα ο Zhuangzi. Τωρα δεν ξερω αν ο Zhuangzi ονειρευτηκε πως ειναι πεταλουδα η αν η πεταλουδα ονειρευτηκε πως ειναι ο Zhuangzi (...).
Φετος την ανοιξη, στον κηπο ξαναφανηκαν πεταλουδες. Το σπαρταριστο πεταρισμα, η ευθραυστοτητα του, οι ατελειωτες και απροβλεπτες τεθλασμενες του, η αξαφνη ησυχια σαν καθισουν για λιγο επανω σ' ενα λουλουδι, και παλι ξανα…
Αρχες του 19ου αιωνα ο ιαπωνας ζωγραφος Hokusai φιλοτεχνησε ενα αλμπουμ με "εικονες απο τη φυση". Μια απ' αυτες τις εικονες παριστανει παιωνιες και μια πεταλουδα (φωτο 1).
Φυσαει αερας, απο δεξια προς τα αριστερα. Φυλλα και πεταλουδα γερνουν στο φυσημα του, ομοιοφορφα και τελεια συγχρονισμενα, σαν χορευτες κλασσικου μπαλετου. Η χθονια οικειοτητα τους.
Ο εντομολογος E. O. Wilson αποκαλει τις πεταλουδες "ανθους του αερα".
"Η πεταλουδα ειναι ανθος που πεταει, / Το ανθος, πεταλουδα που εδεσε στο χωμα."(Ponce Denis Écouchard Lebrun, γαλλος λυρικος του 18ου αιωνα)
Ειναι η πεταλουδα φυλλο που αποσπαστηκε απο το λουλουδι, η ειναι τα φυλλα του λουλουδιου πεταλουδες που το συνεθεσαν;

Απο τον Hokusai εχει παραδοθει και ο ακολουθος πινακας (φωτο 2)
Εχει τον τιτλο "Φιλοσοφος παρατηρωντας ενα ζευγαρι πεταλουδων". Πως παρατηρει ο φιλοσοφος;
Οχι οπως ενας αλλοτινος Μεξικανος, Ινδιανος, Απωασιατης, κατοικος της κεντρικης Ευρωπης και της Ελλαδας, που βλεπει σ' αυτες φιλους κι εχθρους: ψυχες και θεοτητες, καλους και κακους οιωνους, συμβολα της γεννησης και του θανατου και της αιωνιοτητας: (φωτο 3,4)
Οχι οπως ενας βιολογος με το μπλοκακι του, η που τις εχει καταγραψει σε βιντεο και, καθισμενος εμπρος απο το μονιτορ, μελετα σε slow motion π.χ. τον κωδικα της επικοινωνιας τους: (φωτο 5,6)
Οχι οπως ενας συλλεκτης που προχωρει καταπανω τους, ετοιμαζεται να τις πιασει στην αποχη του και τις βλεπει ηδη καρφιτσωμενες στα καδρα του. (φωτο 7,8)
Οχι οπως ενας αισθηματιας που σκιρτα, που δονειται απο συγκινηση και αναφωνει: "Υπεροχο!". (φωτο 9)

Ξαναβλεπουμε την εικονα: (φωτο 2)
Ο φιλοσοφος προφανως βρισκεται στον χωρο του. Δεν εχει αναζητησει τις πεταλουδες, δεν περιμενει τιποτα απ' αυτες. Οι πεταλουδες εχουν μπει στην καμαρη του τυχαια.
Ο φιλοσοφος αφηνει χαμω το φτερο, με το οποιο εγραφε, την βενταλια, με την οποια δροσιζονταν. Το σωμα του. Τεινει ολοκληρο προς τις πεταλουδες: (φωτο 10)
Το υφος του: (φωτο 11)
Κανενα συναισθημα, καμια προθετικοτητα. Μαζι με φτερο και βενταλια, εχει αποποιηθει καθε τι που τον προσδιοριζει ως ανθρωπινο ον.
Τα χερια του. (φωτο 12) Ακουμπισμενα στο τραπεζακι, διπλα-διπλα, ομως χωρις να σφιγγονται, λες και αντιγραφουν το ζευγαρι των πεταλουδων. (φωτο 13)

Ποιος ειναι αυτος ο φιλοσοφος, τωρα;
Καποτε ο δασκαλος Hui-tang πηγε με τον κοσμικο Huang-schan-gu στα βουνα. Ξαφνου ενας ευωδιαστος αερας φυσηξε καταπανω τους. Ο Hui-tang ρωτησε: "Νιωθεις την ευωδια της ρεσεντας;" Οταν ο Huang-schan απαντησε καταφατικα, ο Hui-tang του ειπε: "Δεν εχω τιποτα να σου κρυψω."
Τι θα πει εδω "Δεν εχω τιποτα να σου κρυψω"; Ο Byung-Chul Han γραφει: "Η ευωδια της ρεσεντας εκ-σωτερικευει τον Hui-tang." Εσωτερικοτητα ειναι ενα ονομα για τον πατριο τοπο τον οποιο θεσπιζουν το Εγω, το υποκειμενο, η ψυχη, το πνευμα, η σκεψη και το συναισθημα, η συνειδηση και το ασυνειδητο, η ταυτοτητα και ο Κανεις και ο Εαυτος. Αυτες οι λεξεις ακριβως και δεν ειναι εννοιες. Ειναι τοποι, σπιτια που κατοικουμε. Η ευωδια της ρεσεντας δεν αφηνει στον Hui-tang τιποτ' απ' αυτα ορθιο. Ο Hui-tang αναλυεται στην ευωδια της ρεσεντας. Δεν εχει τιποτα το εσωτερικο και γι' αυτο δεν εχει τιποτα να κρυψει. Ο Hui-tang ειναι "εξω στα πραγματα" με μια ακρως ριζικη εννοια. Δεν ειναι κανενα "Ειναι-μεσα-στον-κοσμο" αλλα, οπως γραφει καπου ο Han, απλα ενα "Ειναι-κοσμος" .
Ο φιλοσοφος δεν εχει τιποτα να κρυψει. Ειναι ολοτελα πεταλουδα. Αναλυεται στις πεταλουδες. Ποιος ειναι λοιπον ο φιλοσοφος; Ειναι ο φιλοσοφος που αναλυεται στις πεταλουδες, η ειναι οι πεταλουδες που μορφοποιουνται στον φιλοσοφο;
Αυτη η οικειοτητα, αυτη η φιλοτητα αναμεσα στον φιλοσοφο, στον Zhuangzi και στην πεταλουδα, δεν εχει καμια σχεση με καποια ομοιοτητα μεταξυ τους. Το μαρτυρουν δυο αλλοι παλιοι πινακες. Η διαφορα της μορφης τους, των ογκων τους ειναι τονισμενη: (φωτο 14,15)
Ομως τουτο ακριβως κανει την "αφανη αρμονια" τους (Ηρακλειτος) ακομα εμφατικοτερη: Τωρα δεν ξερω αν ο Zhuangzi ονειρευτηκε πως ειναι πεταλουδα, η αν η πεταλουδα ονειρευτηκε πως ειναι ο Zhuangzi (...).

Και τωρα: Το "ονειρο πεταλουδας" δεν χρειαζεται μονο να ακουστει ως γενικη αντικειμενικη, οτι δηλαδη η πεταλουδα ειναι το αντικειμενο ενος ονειρου. Ουτε μονο ως γενικη υποκειμενικη: οτι η πεταλουδα ονειρευεται. Γιατι ο Zhuangzi μιλα για "ονειρο πεταλουδας", και οχι π.χ. για ονειρο φιδιου, η ελεφαντα; Ενδεχομενως διοτι ονειρο και πεταλουδα, ως ονειρο και ως πεταλουδα, συνεχονται σε μια "αφανη αρμονια". Ο τιτλος "Ονειρο πεταλουδας" θα μπορουσε να νευει προς μια σχεδον ταυτολογια: Το ονειρο ειναι σαν πεταλουδα. Η πεταλουδα ειναι σαν ονειρο.

... οταν ειν' ολα ανακατα ...

PDF

"... οταν ειν' ολα ανακατα / ατακτα και ξαναγυρνα / παμπαλαιη συγχυση"
Friedrich Hölderlin, Der Rhein

[Παρουσιαση του βιβλιου του George Makari,
Επανασταση στον νου, Αθηνα 2014. Τα μερη της παρουσιασης που για λογους χρονου δεν ειπωθηκαν, εδω.]

Ο αρχικος τρομος, οταν αντικρυσα τις καπου 800 σελιδες του "Επανασταση στον νου", χαθηκε γρηγορα. Το βιβλιο με κερδισε, το διαβασμα ηταν αβιαστο και, πολλες φορες, συναρπαστικο. Παραλληλα βρεθηκα συχνα να παρασερνομαι σε νοερες συζητησεις επανω σε θεματα που συναντουσα. Σημερα θα περιοριστω σε δυο επισημανσεις. Η πρωτη αφορα το μοντελο της αφηγησης. Η δευτερη αφορα το παρελθον και το μελλον της ψυχαναλυσης.

Το μοντελο των ερμηνευτικων κοινοτητων
Ο αναγνωστης του βιβλιου ευκολα θα προσεξει μια ορισμενη κανονικοτητα στην αφηγηση. Οταν ο συγγραφεας μιλα για ενα γεγονος, π.χ. το ταξιδι του Freud στο Παρισι, θα ανοιξει μια εκτεταμενη περιγραφη για το Παρισι της εποχης, που θα καλυπτει τα τοτε επιστημονικα, πολιτικα και πολιτιστικα ρευματα, τους ανθρωπους που συναναστραφηκε ο Freud, την δικη τους ιστορια. Μας τον παρουσιαζει δηλαδη μεσα σε ενα καδρο τοπων, ανθρωπων, ιδεων, μας τον παρουσιαζει ως μελος μιας κοινοτητας, στο περιβαλλον της οποιας, και σε διαδραση με την οποια διαμορφωνεται το εργο του. Μ' αυτον τον τροπο παρουσιαζονται σχεδον ολα τα προσωπα που αμεσα, η εμμεσα μετειχαν στην δημιουργια της ψυχαναλυσης.
Αυτον τον τροπο αφηγησης ο Makari δεν τον χρησιμοποιει τυχαια. Σε μια παρουσιαση του βιβλιου του δηλωνει οτι ακολουθησε ενα μοντελο της φιλολογικης κριτικης που καλειται "interpretative communities", "ερμηνευτικες κοινοτητες". Το μοντελο προταθηκε απο τον αμερικανο φιλολογο Stanley Fish, καθηγητη Αγγλικης Φιλολογιας στο Johns Hopkins, την δεκαετια του '70. Ο ιδιος ο Makari το διευκρινιζει παραπεμποντας στον Fish και το βασικο του σχετικο εργο Interpreting Variorum:
Ο Stanley Fish ελεγε "Εαν διαβασετε Milton , και διαβασετε ενα ολοκληρωμενο σχολιο για τον Milton, το σχολιο εχει πολυ λιγο να κανει με τον Milton. Εχει πολυ να κανει με τον χρονο και τον τοπο που γραφηκε. Υπαρχουν ερμηνευτικες κοινοτητες που συγκεντρωνονται σε εναν χρονο και τοπο. Ολες τους διαβαζουν Milton με τον ιδιο τροπο. Κατοπιν ερχεται μια νεα ομαδα. Διαβαζουν John Milton μεσα σε ενα ολοτελα διαφορετικο ερμηνευτικο πλαισιο· που θα πει, το ερμηνευτικο πλαισιο των αναγνωστων ανασυγκροτει το κειμενο και τις προθεσεις του συγγραφεα.
Το πως εννοει ο Fish μια ερμηνευτικη κοινοτητα, το βλεπουμε πιο παραστατικα στην τελευταια παραγραφο του βιβλιου του που αναφερθηκε, και που κλεινει με τις φρασεις:
Η μονη "αποδειξη" για το οτι κανεις ειναι μελος [μιας ερμηνευτικης κοινοτητας] ειναι η συναδελφικοτητα, το νευμα της αναγνωρισης απο καποιον της ιδιας κοινοτητας, καποιον που σου λεει αυτο που κανεις μας δεν θα μπορουσε ποτε να αποδειξει σ' εναν τριτο: "ξερουμε εμεις". Σας το λεω τωρα γνωριζοντας πληρως οτι θα συμφωνησετε μαζι μου (δηλαδη θα καταλαβετε) μονο αν ηδη συμφωνειτε μαζι μου.
Ο Makari τωρα συνεχιζει:
Υιοθετησα αυτο το μοντελο επειδη ενσωματωνει την πνευματικη και την κοινωνικη ιστορια. Εχει χωρο για την δυναμη των ιδεων. Εχει επισης εναν δυναμικο χωρο για τις κοινωνικες, πολιτικες και πολιτιστικες δυναμεις που συνενωνουν ανθρωπους και που διασπουν ανθρωπους. [...] εχει παρα πολυ να κανει με ανθρωπους σε εναν χρονο και τοπο.
Ενα παραδειγμα για το ιδιαιτερο κλιμα μιας ερμηνευτικης κοινοτητας, και μαλιστα της ψυχαναλυτικης: Δυο ψυχαναλυτες συζητουν επανω στην ερμηνεια ενος ονειρου:
Ψυχαναλυτης Α: Δεν πιστευω οτι προκειται για τριχοπτωση. Στο ονειρο ο ασθενης περιγραφει μονο ενα φαλακρο σημειο με λιγες μεμονωμενες τριχες επανω του, και ακουσαμε τον ασθενη να λεει για το ονειρο του τη λεξη «σκατα». Και ακομα επαναλαμβανει συχνα σε σχεση με το φαλακρο σημειο τη λεξη «πισω». Εξ ου και ο συνειρμος μου σε αυτην την εικονα του ονειρου: «Δεν τα βγαζω περα με τις ομοφυλοφιλικες ορμες μου».
Ψυχαναλυτης Γ: Εγω αντιθετα πιστευω οτι ο ασθενης θελει να πει: «Δεν τα βγαζω περα με την απωλεια του αυτοελεγχου μου, με την οργη μου, και γι’ αυτο πρεπει να καταφυγω σε μια υποτελη θηλυκια ομοφυλοφιλικη σταση, για να μην ξεσπασει κανενας καυγας που θα με κατεστρεφε.

Οι ψυχαναλυτες, εστω κι αν δεν συμφωνουν, καταλαβαινονται μεταξυ τους. Για εναν εξω απο την κοινοτητα τους, μιλανε κινεζικα.
Κατα ποσο το μοντελο των ερμηνευτικων κοινοτητων αρμοζει στην φυση της ψυχαναλυσης; Η διαμορφωση ερμηνευτικων κοινοτητων ειναι ενα γεγονος, ισως αναποφευκτο. Ξεκινα ηδη με τον μικροκοσμο της οικογενειας και αφορα καθε ειδους κοινοτητα - φιλων, επαγγελματικων συναδελφων, πολιτικα ομονοουντων κλπ. Ομως η ιδια η φυση της ερμηνευτικης κοινοτητας οδηγει ευκολα, ισως αναγκαστικα, σε μια παγιδα: Διαμορφωνεται μια ταυτοτητα της κοινοτητας, που θα πει μια οριοθετηση, ενας περιορισμος του μικροκοσμου της απεναντι σε αλλους μικροκοσμους, και απεναντι βεβαια στον μεγαλο κοσμο. Δημιουργειται μια μονιστικη νησιδα.
Απο την στιγμη που η ψυχαναλυση εννοειται ως δημιουργια και εξελιξη μιας ερμηνευτικης κοινοτητας, προβαλλει ως κινημα. Στον μικροκοσμο της αναπτυσσει μια ταυτοτητα, και αυτην πρεπει να την οριοθετησει απεναντι σε εσωτερικους και εξωτερικους εχθρους, να την υπερασπιστει απεναντι σε επιθεσεις. Μια κυριαρχη μορφη σχεσης καθοριζεται απο το δογμα: Οποιος δεν ειναι μαζι μας, ειναι εναντιον μας. Ειναι επομενο λοιπον, το βιβλιο του Makari να παιρνει μορφη θριλερ - μια ιστορια εκστρατειων, κατακτησεων, συγκρουσεων, συμμαχιων και διασπασεων.
Σ' αυτην την οπτικη τα κειμενα των ψυχαναλυτων γραφονται κυριως για να χρησιμοποιηθουν ως οπλα στις συγκρουσεις των μελων με τους αλλους και μεταξυ τους. Στις εσωτερικες τους αντιπαραθεσεις το πιο συνηθισμενο επιχειρημα ειναι η ψυχαναλυτικη ερμηνεια του αντιπαλου που τον καταδεικνυει ως νευρωτικο και τις θεσεις του ως προϊον της ψυχοπαθολογιας του.
Υπαρχουν κοινοτητες που παραμενουν κλειστες, χωρις αυτο να ενοχλει. Για να πεταξω π.χ. με το αεροπλανο δεν χρειαζεται να γνωριζω την γλωσσα με την οποια συνεννοουνται οι πιλοτοι με τον πυργο ελεγχου. Για να κανω ενα εμβολιο δεν χρειαζεται να εχω μυηθει στο λεξιλογιο της μοριακης βιοχημειας. Η ψυχαναλυτικη κοινοτητα αντιθετα, ως κοινοτητα θεραπευτων, εχει ενδομημενη την ουσιαστικη επικοινωνια με τους αναλυομενους, ανθρωπους δηλαδη που δεν ανηκουν σ' αυτην. Η ψυχαναλυτικη κοινοτητα δεν μπορει ποτε να κλειστει πραγματικα στον μικροκοσμο της. Παραμενει ανοιχτη για τον μεγαλο κοσμο που ερχεται με τον αναλυομενο, αλλα και με την καθημερινοτητα του ιδιου του αναλυτη, και οι ιδιες οι ζωες τους καποτε επικυρωνουν τις θεσεις της και καποτε τις διαψευδουν. Αυτο το χαρακτηριστικο της ψυχαναλυσης, η δομικη ανοικτοτητα της, υπερβαινει την παρασταση της ως ερμηνευτικης κοινοτητας.
Ακομα η ψυχαναλυτικη επικοινωνια χαρακτηριζεται απο μια εμφατικη ενικοτητα, απο το μοναδικο και ανεπαναληπτο του αναλυτη, του αναλυομενου, στην καθε θεραπεια, μαλιστα στην καθε θεραπευτικη ωρα. Η ψυχαναλυση δημιουργηθηκε και εξελιχθηκε προπαντων απο τα αδιεξοδα που ανεκυψαν και τους δρομους που διανοιχθηκαν μεσα απο τις περιπετειες αυτων των ενικων θεραπευτικων συναντησεων. Εδω το μοντελο των ερμηνευτικων κοινοτητων ειναι συντηρητικο: ισχυει μονον οπου η ενικοτητα αγνοειται και ο αναλυτης προχωρει με βαση την βιβλιογραφια, τα παραδεδομενα αξιωματα και την ισχυουσα διδαχη. Τοτε ομως δεν ακουει. Γραφει σε μια σημειωση ο Elias Canetti:
Ομως οι αλλαγες και οι διασπασεις της διδαχης συμβαινουν χαρη σε λιγοστες στιγμες στις οποιες κανεις ξεχαστηκε τοσο ωστε ν' ακουσει οντως. [...] Ο ιδιος ο Freud πρεπει να ειχε ακουσει πολυ ακομα, διαφορετικα δεν θα μπορουσε τοσο πολυ να ειχε [...] αλλαξει.

Επανω στο μελλον της ψυχαναλυσης
Στον προλογο ο Makari θετει το ερωτημα που κατα την γνωμη του πυροδοτησε την περιπετεια της δημιουργιας της ψυχαναλυσης ως αποπειρας απαντησης του:
Πως μπορουσε να δημιουργηθει μια αντικειμενικη επιστημη της υποκειμενικοτητας; (σ. 4)
Και με το ιδιο καπου ερωτημα κλεινει την παρουσιαση του βιβλιου του που αναφερθηκε, σχετικα με το μελλον της ψυχαναλυσης:
Εν περιληψει, η ψυχαναλυση ηταν μια δυνατη συνθεση που παρεσχε ενα επιστημονικα αξιοπιστο μοντελο για την υποκειμενικοτητα. [...] Παντως την ιστορια της την διετρεχε ενα βασικο ερωτημα: μπορει κανεις να σταθεροποιησει μια θεωρια της υποκειμενικοτητας; [...] Σημερα το ερωτημα μενει για μας πιεστικο.
Η ψυχαναλυση, ηδη απο τις απαρχες της, εγειρει την αξιωση να εννοησει τον εαυτο της και να καθιερωθει ως επιστημη - που θα πει, να τοποθετηθει στον χωρο της γνωσης. Τουτο δεν αφορα μονο την συγκροτηση της ως θεωριας και την δημιουργια μοντελων. Αφορα και την ιδια την ψυχαναλυτικη ερμηνεια, αν την εννοησουμε ευρυτερα ως απαντηση στα "γιατι;" στα "απο που;", στα "πως;" και στα "προς τι;". Θυμιζω οτι ηδη οροι οπως π.χ. "απωθηση", "μεταβιβαση" δεν ονομαζουν φαινομενα της εμπειριας αλλα διαδικασιες, απο τις οποιες θεωρειται οτι τα φαινομενα προκυπτουν: το ξεχασμα ως αποτελεσμα μιας διαδικασιας απωθησης στο ασυνειδητο, η σχεση του αναλυομενου με τον αναλυτη του ως αποτελεσμα μιας διαδικασιας μεταβιβασης συναισθηματων, π.χ. απο εναν γονεα προς αυτον.
Στην επιστημη τα εμπειρικα δεδομενα δινουν την θεση τους στην επιστημονικη τους παρασταση, οπως π.χ. η εικονα του ηλιου, που διαγραφει την τροχια του πανω απο την ακινητη γη, υποχωρει εμπρος στην παρασταση της αστρονομιας, με την δικη της εικονα του ηλιακου μας συστηματος. Κατι αναλογο, σιγουρα οχι τοσο εδραιωμενο, ομως φιλοδοξωντας να παρασχει μια επιστημονικη θεση, επιχειρει και η ψυχαναλυση. Γραφει ο Freud:
Κατα την αποψη μας τα αντιληπτα φαινομενα πρεπει να υποχωρουν εμπρος στις ορμες, τις οποιες απλως υποθετουμε.
Ποιο ειναι εδω το προβληματικο; Η γνωση αποτελει μια μονο σχεση με τα πραγματα, με τους αλλους, με τον εαυτο. Και οχι καν την πηγαια. Ομως η ιδια η ασκηση της ψυχαναλυσης, η ζωντανη ψυχαναλυτικη συναντηση, δεν στριμωχνεται σε επιστημονικες στενωπους. Καθοριζεται απο τον λεγομενο "βασικο κανονα", δηλαδη την ζητουμενη ελευθερια του αναλυομενου να εκφραζει τα παντα, και την λεγομενη "ελευθερα μετεωρη προσοχη" του αναλυτη, δηλαδη ενα ακουσμα και μια ανταποκριση που δεν ειναι εστιασμενη αλλα μπορει να προσεγγιζει τα ερωτηματα με μια ευρυχωρια, ας το πω ετσι, μεσω Αυστραλιας. Η ψυχαναλυτικη συναντηση ειναι μια συναντηση ανοιχτη για τα παντα. Ειναι πηγαια συναντηση. Η γνωστικη οπτικη μενει πολυ πισω. Δεν φτανει σ' αυτην την πηγη.
Πιο κοντα στην πηγη βρισκονται τα λιγοστα κειμενα του Freud που ειναι γνωστα ως "Κειμενα για την θεραπευτικη τεχνικη". Αυτα ειναι σε μεγαλο βαθμο ελευθερα απο την θεωρια. Μια γερμανικη αποστροφη λεει πως Καθολικοι και Προτεσταντες εχουν διαφορες οσο ειναι εξω απο την εκκλησια. Τα πραγματα ειναι αλλιως οταν βρισκονται μεσα στην εκκλησια και προσευχονται. Και ο Sándor Radó απο την εταιρεια του Βερολινου ελεγε: "Οταν η θεωρια βαραινει περισσοτερο απο τα γεγονοτα, τοτε η επιστημη γινεται ζητημα γνωμης και οι διαφορες μετασχηματιζονται σε μαχη θελησεων."
Ισως απο εδω λοιπον, δηλαδη οχι απο τον τοπο της θεολογιας και της καθηλωσης σε δογματα αλλα απο τον τοπο της προσευχης, οχι απο τον τοπο των επιστημονικων παραστασεων αλλα απο τον τοπο των γεγονοτων θα μπορουσαν να προκυψουν προοπτικες για ενα μελλον της ψυχαναλυσης.
Το θεμα δεν τελειωνει εδω. Το ερωτημα του Makari ηταν: "Πως μπορει κανεις να σταθεροποιησει μια θεωρια της υποκειμενικοτητας;". Ομως πριν απ' αυτο θα μπορουσε κανεις να ρωτησει: Εξαντλειται καν ο ανθρωπος στην υποκειμενικοτητα;
Το φθινοπωρο του 1895 ο Freud εχει μια συναντηση με τον ωτορινολαρυγγολογο Wilhelm Fliess, "confidant" του, οπως τον χαρακτηριζει ο Makari, "φιλο εξ απορρητων". Ηδη στο τραινο της επιστροφης ο Freud, σε εναν πυρετο δημιουργιας, γραφει τα δυο πρωτα κεφαλαια απο ενα κειμενο με τον τιτλο "Σχεδιο μιας ψυχολογιας" . Σε μια παραγραφο του δευτερου κεφαλαιου γραφει: "Ας υποθεσουμε οτι το αντικειμενο, το οποιο παρεχει η αντιληψη, ειναι παρομοιο με το υποκειμενο, ενας δευτερος ανθρωπος." Το, οπως το αποκαλει, "συμπλεγμα του δευτερου ανθρωπου", χωριζεται σε δυο συστατικα μερη. Το ενα ειναι "αυτο που μπορει να κατανοηθει, δηλ. να αναχθει σε μια ειδηση απο το δικο μου σωμα". Αυτο το συστατικο του δευτερου ανθρωπου τον φανερωνει σαν παρομοιο με εμενα, καθως οι χειρονομιες του συνδεονται συνειρμικα με μνημες απο κινησεις του δικου μου σωματος, οι κραυγες του απο δικα μου βιωματα πονου. Αυτο το συστατικο του δευτερου ανθρωπου ειναι κατανοητο. Εχει νοημα. Επιτρεπει μια σχεση μαζι του. Συγκροτει ο,τι ο Makari αποκαλει "υποκειμενικοτητα".
Κι ερχομαστε στο αλλο συστατικο μερος του δευτερου ανθρωπου. Εδω ο Freud αναφερεται στα "χαρακτηριστικα του", π.χ. στην εμφανιση του. Αυτα ειναι "νεα και μη συγκρισιμα", δηλαδη δεν μου παρεχουν κανεναν συνειρμο, καμια "ειδηση", δεν υπαρχει τιποτα το αναλογο τους σ' εμενα, δεν εχουν νοημα, μενουν ακινητα και απροσιτα, "με σταθερη δομη", οπως γραφει. Αυτο το συστατικο μερος του δευτερου ανθρωπου, συνεχιζει ο Freud, "εντυπωσιαζει". Ακολουθει μια ωραια εκφραση για τον δευτερο ανθρωπο που θα μπορουσε να αποδοθει καπως ετσι: "μενει συμπυκνωμενος στον εαυτο του, σαν πραγμα." .
Ο δευτερος ανθρωπος λοιπον δεν εξαντλειται στην υποκειμενικοτητα του, στο κατανοησιμο και ενσυναισθητο μερος του. Προβαλλει και ως πραγμα, απροσιτο και ακατανοητο στην ενικοτητα των χαρακτηριστικων του, τοσο μακρινο και τοσο κοντινο, και ακριβως ως πραγμα ειναι που εντυπωσιαζει, που, με μια εκφραση του Jean Baudrillard, σαγηνευει. Το κατανοητο δεν εντυπωσιαζει.
Ο ανθρωπος ως πραγμα μενει απροσιτος στην γνωση. Καμια επιστημη δεν μπορει να τον συλλαβει. Ισως αυτος ειναι ο λογος που ο επιστημονας Freud, ηδη μετα απο δυο μηνες, βρισκει το "Σχεδιο μιας ψυχολογιας" αδιεξοδο, και γραφει στον Fliess: "Την πνευματικη κατασταση, στην οποια επωασα την Ψυχολογια, δεν την καταλαβαινω πια." Σαν να την ειχε γραψει ενας αλλος, που χαθηκε.
Εδω δεν μπορω να επεκταθω περισσοτερο. Ας αρκεσει το οτι αυτος ο ανθρωπος-πραγμα δεν ειναι τερατογενεση της σκεψης του Freud, οπως κατεληξε να το βλεπει ο ιδιος. Βρισκεται σε αγαστη συνυπαρξη με πολλες αλλες μορφες που εχουν αποβαλλει την υποκειμενικοτητα, στην φιλοσοφια, στην ποιηση και στην τεχνη, ειδωλα μας .
Ο Freud, στην "Αυτοπαρουσιαση" του απο το 1936, γραφει σχετικα με τις "αυθεντιες" που συναναστραφηκε: "Μου ειχαν πει περισσοτερα απ' ο,τι οι ιδιοι γνωριζαν και ηταν προθυμοι να εκπροσωπησουν." Τουτο θα μπορουσε να ισχυει και για πραγματα που ειπε ο ιδιος.

Φιλοσοφια και Ψυχοθεραπεια



[Μια συζητηση με τον Μιλτο Θεοδοσιου στο Εργοταξιο Ιδεων. Αθηνα 2014]

video 1  /  video 2  /  video 3  /  video 4  /  video 5



ΟΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

PDF


Περιεχομενα

Πως το θεραπευτικο αφορα τη ζωη μου;
Φιλοσοφικοι αρμονικοι. Η Αλλη
Γιατι φιλοσοφια;
- Σχολαζω απο σχολειο, δουλεια, δραστηριοτητα. Ελευθερος χρονος.
- Σχολαζω απο την πιεση της βιοτικης αναγκης, του φοβου και της επιθυμιας.
- Η επαναληψη της ζωης στην τεχνη, η επαναληψη ως τεχνη
- Χρονικοτητα της σχολης.
- Θεωρητικος βιος. Vita contemplativa
- Το ακρο της σχολης: σχολαζω απο τον ιδιο τον εαυτο μου.
- Η σχολη, παρουσα με την αρνητικη οψη της
Το αισθητηριο για το Αλλο, τον Αλλο
Επιστημη και καλυψη των κενων
Η αμφισβητηση της προτεραιοτητας της γνωσης
Το θεραπευτικο
Το θεμα της υποκειμενικοτητας
Η παθολογια σημερα
Γενικα θεματα

Πως το θεραπευτικο αφορα τη ζωη μου;
Απο το Το Γραμμα Α, σ. 248
Ποτε δεν μου σταθηκε δυνατο να πω, ολα ειναι καλα, και εφησυχασμενος να ενταχθω στην παραγωγικη διαδικασια προσφεροντας υπηρεσιες η διαχειριζομενος προϊοντα. Χρειαζεται, ενοιωθα, να σταματησουμε (βλ. παρακατω και "σχόλη"!) και να διανοηθουμε που παμε.
Σε μια ταινια του Antognoni αναφερεται η ιστορια μιας ομαδας αρχαιολογων στο Μεξικο, που πηγαινουν στον τοπο των ερευνων τους. Καποια στιγμη οι ιθαγενεις οδηγοι τους σταματουν. Οταν μετα απο μερες αποφασιζουν να συνεχισουν, δινουν και την εξηγηση: οι ψυχες τους ειχαν μεινει πισω, κι επρεπε να τις περιμενουν.
Λεει ο Σωκρατης στην "Απολογια" (38α): ... ο δε ανεξεταστος βιος ου βιωτος ανθρωπω...
Η ψυχαναλυση απεκτησε στα ματια μου τον χαρακτηρα ενος τετοιου σταματημου και μιας τετοιας <εξετασης>. Αυτο που ορισε ο Freud ως "αρχη της αποχης", εννοημενο στα ακρα , κανει την θεραπευτικη συναντηση σταθμο στην δινη της καθημερινης εγνοιας, σταθμο οπου παυουν τα παντα, παυση οπου δεν επιζητειται τιποτα, δεν αναμενεται τιποτα, εκτος απο την ψυχη που εμεινε πισω. Την ψυχη, οχι το "ψυχικο οργανο" της φροϋδικης ψυχαναλυσης αλλα το, Ελυτης, τετραφυλλο δακρυ, το τετραφυλλο τριφυλλι της χαρας και το δακρυ του πονου, που, ως "τετραφυλλο δακρυ" ειναι το αυτο. Τετοιοι σταθμοι ειναι που κανουν τον βιο βιωτο, βιωσιμο.
Φιλοσοφικοι αρμονικοι . Η Αλλη
- Εδω και μερικες μερες εντονη υπνηλια, ατονια...
- Ποτε ξεκινησε;
- Συνεδριαση στην υπηρεσια που δουλευει, οι θεσεις πιασμενες, καθησε μονη της, οι συνδικαλιστες μιλουσαν με καθαρα και σταρατα λογια, τους ζηλεψε... πολυ μικρη μπροστα τους ... Και κατοπιν η ατονια. Γυριζοντας με το αυτοκινητο επρεπε να προσεχει. Και μετα το πεσιμο, η υπνηλια, να πεθανω να τελειωνει... πεσιμο, υπνηλια ... να πεθανω ... να κουκουλωθω και να χαθω απο προσωπου γης ... μηχανικα [Να τελειωνει... Η κριση στην κορυφωση της! Κινδυνος και σωτηριο: Heidegger – Hölderlin]
Λεω:
- Ας υποθεσουμε οτι πεθαινατε. Πως θα ηταν τοτε, μετα θανατον; [Heidegger: Να γινουμε ελληνικοτεροι απο τους Ελληνες. Οχι empathy, ενσυναισθηση.]
- ... Σκοταδι ... μονο σκοταδι ...
- (Η εικονα ολο και σαφεστερη) Ας υποθεσουμε πως σας συνεβαινε μια μετενσαρκωση, μια μετεμψυχωση ... και μαλιστα να ειχατε ακριβως την ιδια μορφη, να ζουσατε στα περιβαλλοντα που ζειτε τωρα, και κανεις να μην καταλαβαινε την διαφορα ... [Wittgenstein: Μια καλη παρομοιωση φρεσκαρει τον νου.]
- Αυτη η αλλη ... καλοντυμενη .... τακουνια ... οχι οπως εγω ... το σπιτι μοντερνο και λιτο ... στα παιδια μου οχι υποχωρητικη ... στη δουλεια ... βρωμικο, αραχνιασμενο μερος ... κλεινω το πομολο και φευγω ... Η Αλλη εχει γνωρισει τον θανατο και δεν φοβαται τιποτα [Hegel: κυριος - δουλος / νεκυια / Byung-Chul Han, Ειδη θανατου / Απο εδω η ελευθερια και η φρεσκαδα της Aλλης (μεγαλος θανατος)] Τα λογια μου αντανακλαση, δεν πηγαινουν στο βαθος, δεν ψαχνουν κρυμμενα νοηματα του ψυχικου κοσμου. Επιφανειακες αβυσσοι (Les abîmes superficiels, Baudrillard)]
- Θα μεινω ετσι; Στον φοβο;
- Ισως ναι, ισως οχι [Δεν ενθαρρυνω. Δεν διαπραττω την υβρη να προκαταλαβω το απροκαταληπτο. Η ανωνυμια της τυχης Το απανθρωπο της. Το ατεγκτο της. Προσωκρατικοι.]

Γιατι φιλοσοφια;
Οχι μονη. Ποιηση, αρχαια μουσικη, τεχνες. Ζητωντας μια υποτροφια απο το Ινστιτουτο Goethe μετα το τελος της Ιατρικης: "Δεν θελω ειδικευση αλλα γενικευση..."

Σε μια εκθεση στο δημοτικο γραφω για την Κερκοπορτα, που στην πολιορκια της Κωνσταντινουπολης ξεχαστηκε ανοιχτη, και γι' αυτο, υποτιθεται καταληφθηκε απο τους Οθωμανους... Ο δασκαλος καλεσε τους γονεις μου, ολοι ταραχτηκαν, σαν να ειχε διαγνωστει λευχαιμια. Καταλαβα οτι ημουν μονος. Ενα ειδος αποπροσωποποιησης, αποπραγματοποιησης, που με τον ενα η με τον αλλο τροπο εκανε τα πραγματα ερωτηματα.

Ενα ειδος απελπισιας με την ζωη, οπου η μονη διεξοδος ηταν φυγη προς τα εμπρος, προς τα ακρα, χωρις επαναπαυση σε μισολογα, σε ημιμαθειες.

Eliot, Το ερωτικο τραγουδι του J. Alfred Prufrock:
Do I dare / Disturb the universe?
Τολμω / Να ταραξω το συμπαν;
Should I, after tea and cakes and ices, / Have the strength to force the moment to its crisis?
Θα ειχα, μετα το τσαϊ και τα κεϊκ και τα παγωτα / Θα ειχα την δυναμη να εξαναγκασω την στιγμη στην κριση της;

Στην φιλοσοφια δεν με ενδιεφεραν συστηματα και γνωσεις, αλλα το."φιλοσοφειν". Τα χαρακτηριστικα του: Το κριτικο ακουσμα της ερωτησης. Η σχολη. Το αισθητηριο για τον Αλλο.
1. Το κριτικο ακουσμα της ερωτησης
Δεν ακολουθω τυφλα το ερωτημα για να βρω την απαντηση, αλλα αναλογιζομαι την ερωτηση: Υπαρχουν οι προϋποθεσεις να απαντηθει; Η κατασταση επιτρεπει την πραξη καν; Ειναι αρκετα ελευθερος να κανει αυτο που ζητα; Μπορω π.χ. να ανταποκριθω στην ερωτηση για το τι να κανει με τα φαναρια του δρομου, να σταματα στο κοκκινο και να ξεκινα στο πρασινο, με μια προϋποθεση: να διακρινει τα χρωματα, να μην εχει αχρωματοψια. Σε μια αλλη περιπτωση να μην διακατεχεται απο αμφιθυμια, απο το και-ναι-και-οχι που θα εκανε καθε δικη μου παραινεση αχρηστη, .
Το κριτικο βλεμμα ως προς τα ερωτηματα. Τι εχει απαντηση και τι οχι.

2. Σχολη. Οι βαθμιδες της.
- Σχολαζω απο σχολειο, δουλεια, δραστηριοτητα. Ελευθερος χρονος.

- Σχολαζω απο την πιεση της βιοτικης αναγκης, του φοβου και της επιθυμιας.
> Ο τροπος που, οπως το βλεπω τωρα, πρωτοανοιξα, εγινα δεκτικος γι' αυτην. Επανεισαγωγη, 12κ.ε.:
Μια μερα, το θυμαμαι λες και ηταν χθες, ηρθε η σκεψη και γεμισαν ολα με φως: πρεπει να γνωρισω τον κοσμο. Οπως το αναλογιζομαι τωρα, εκεινο το "να γνωρισω" σιγουρα δεν εννοουσε καποια συσσωρευση εγκυκλοπαιδικων, η και επιστημονικων γνωσεων. Η γνωση, που τοτε με καλεσε, υποσχονταν προπαντων την δυνατοτητα να μην αναζητω την λυση σε εναν τροπο ζωης, αλλα ακριβως στην αποκτηση μιας αποστασης απο την "ζωη". Υπηρχε ισως μια ζωη η οποια δεν θα αναλωνονταν στον εαυτο της, και για τον εαυτο της, δεν θα τελειωνε στην "ζωη", στις αναγκες, στις υποχρεωσεις και στα βιωματα της, αλλα θα συνιστατο βασικα στην αναζητηση της γνωσης της, που θα μπορουσε να προσφερει καθαροτητα στο βλεμμα και γαληνη στην ψυχη μου. Αυτη η σκεψη δεν ειχε τον χαρακτηρα ενος προγραμματος ζωης. Περισσοτερο συνοδευονταν απο την αισθηση μιας παραξενης και πρωτογνωρης παλιννοστησης, το νεο που με φωτιζε εμοιαζε σαν κατι που ηξερα απο παντα, κατι στο οποιο βρισκομουν απο παντα. Αυτη η αισθηση εμελλε να ειναι ενας αλαθητος οδηγος, καθε φορα που την ακολουθησα.

> Η σχολη των Αρχαιων. Δεν οφειλεται οτι την λαντζα την εκαναν οι δουλοι, οπως καποιοι ισχυριζονται. Το βιοτικο δεν ειναι μονοπωλιο του φτωχου. Αντιθετα. Πουθενα δεν ειδα ανθρωπους τοσο κατειλημμενους απο βιοτικες αναγκες, οσο στο business lounge, οπου πηγαινω ως τακτικος επιβατης.

> Σε απορροφα κατι αλλο, ακομη και εν αγνοια σου, ακομη και εις πεισμα των προθεσεων σου: Ξεχασμα. Δαρειος

> Στην ψυχαναλυση:
- Η αμοιβη απαλλασσει απο βιοτικες αναγκες.
- Η "αρχη της αποχης", στην ακρα εννοηση της, και στην πληρη της αφομοιωση, δεν ειναι μονο απαγορευση εκπληρωσης επιθυμιων κατα την ψυχαναλυτικη συνεδρια, δεν ειναι ασκητισμος. Εφοσον η αποχη αφομοιωθει, πρωτα απο τον ιδιο τον θεραπευτη, χαριζει την ευρυχωρια της σχολης. Η ευρυχωρια αυτη καθαυτην ειναι το θεραπευτικο.

- Η επαναληψη της ζωης στην τεχνη, η επαναληψη ως τεχνη
Η επαναληψη ως χρονικο φαινομενο: Μια εμπειρια δεν εξαντλειται στην στενωπο του γεγονοτος της αλλα επιστρεφει πλουσιοτερο, σε μια αλλη διασταση, "ξαναγινεται" και αυτο το ξαναγινωμα εχει ολον τον χρονο που χρειαζεται για να ολοκληρωθει.

> Paul Celan: Το ποιημα ... επιμνημον των δεδομενων του - επ-ανα-ληψη των δεδομενων του

> Αποστολος Καλδαρας: Το επεισοδιο και το τραγουδι - "Μου σπασανε τον μπαγλαμα..."

> Villa Lobos, Bacchianas Brasileiras, Danca: Ο τραγουδιστης μιλα σε ενα πουλι της στεππας. Σε ενα κομβικο σημειο, του λεει: "canta mais..." ["τραγουδα ξανα ..."]. Αυτο το "ξανα" ειναι το τραγουδι του συνθετη!

> Martin Heidegger, απο επιστολη στον Erhart Kästner, 1.1.1954:
Στη ζωη μου ταξιδεψα λιγο και, οταν τουτο συνεβαινε, ποτε η εμπειρια της στιγμης δεν ηταν το ουσιαστικο. Αυτο σ' εμενα εκπτυσσεται αργοτερα στην μνημη, η οποια ειναι κατι διαφορετικο απο την αναμνηση των περασμενων.

- Χρονικοτητα της σχολης
> Ηδη η επαναληψη δινει στο συμβαν χρονο, το αφηνει να αναπνεει. Το συμβαν δεν εξαντλειται στο γεγονος του.

> Στην σχολη τα πραγματα εχουν εναν αλλο ρυθμο. Πρβλ. τα χορικα στις τραγωδιες.
Αντιγονη. Μια σφοδρη λογομαχια αναμεσα στον Κρεοντα και τον φυλακα (324-332).
Κρεων
λεγε εσυ. μα αν δεν
φανερωστε τους δραστες, τοτε θα το πειτε
πως τα ανιερα κερδη φερνουν ζημια.

Φυλαξ
θα 'τανε καλυτερα να βρισκοταν. μα
ειτε πιαστει ειτε οχι, γιατι αυτο η τυχη θα το κρινει,
εσυ δεν θα με δεις να ξαναρχομαι.
γιατι τωρα, χωρις ουτε να το ελπιζω ουτε να το περιμενω,
σωθηκα, κι οφειλω στους θεους ενα μεγαλο ευχαριστω.

Και κατοπιν ακολουθει ο χορος:
ειναι πολλα τα δεινα, μα κανενα δεν ειναι δεινοτερο απ' τον ανθρωπο...
Το ακουμε, ακουμε τον αλλο ρυθμο και στην μελοποιηση απο τον Carl Orff:
KREON
So mal' die Satzung aus! Wenn aber ihr
Nicht anzeigt, die's getan, so mögt ihr sagen,
Gewaltiges Gewinnen gebe Schaden.

DER BOTE
Dem kann denn doch wohl nachgespüret werden.
Ob's aber treffen auch sich läßt? So etwas
Geht nämlich, wie es zustößt eben; nun scheint's nicht,
Als sähest du mich wieder hieher kommen.
Denn unverhofft und gegen meine Meinung
Erhalten, sag ich jetzt viel Dank den Göttern.

CHOR der thebanischen Alten
Ungeheuer ist viel. Doch nichts
Ungeheuerer als der Mensch.


- Θεωρητικος βιος. Vita contemplativa
> Ραμφος, σε μια πρωινη εκπομπη του Mega, σχετικα με την φιλοσοφια. Τελειως αλλη ατμοσφαιρα απο π.χ. τα δελτια ειδησεων. Ο δημοσιογραφος Ιορδανης Χασαποπουλος, το βραδυ με τεντωμενο προσωπο και μαυρους κυκλους στα ματια, τωρα αλλος ανθρωπος. Φωτεινο προσωπο, αφημενος στον ρυθμο της συζητησης, εχει χρονο να ακουσει, να μιλησει, να ρωτησει.

> Byung-Chul Han, Σχολη

> Heidegger.
- O Heidegger, σε μια παραδοση, αναφερει μια ιστορια σχετικα με τον Θαλη που, «αστρονομουντα [...] και ανω βλεποντα», καθως μελετουσε τ' αστρα κι ειχε το βλεμμα του στραμμενο προς τα πανω, «πεσοντα εις φρεαρ», επεσε σ' ενα πηγαδι, «Θραττα τις εμμελης και χαριεσσα θεραπαινις», και μια ομορφη και χαριτωμενη δουλα θρακιωτισσα «αποσκωψαι λεγεται», λεγεται πως του ειπε περιπαιχτικα, «ως τα μεν εν ουρανω προθυμοιτο ειδεναι», πως τοσο επιθυμει να γνωρισει αυτα που ειναι στον ουρανο, «τα δ' εμπροσθεν αυτου και παρα ποδας λανθανοι αυτον», και χανει αυτα που θα του συμβουν και που ειναι μπροστα στα ποδια του.
- Απο την εμπειρια της νοησης Το αργο.
- Το δεντρο
Heidegger:
Στον κηπο υπαρχει ενα δεντρο. Λεμε γι αυτο: το δεντρο ειναι ομορφο. Ειναι μηλια. Αυτον τον χρονο δεν ειναι πολυ καρπερη. Ειναι τοπος οπου συχνα μαζευονται πουλια. Ο οπωροκαλλιεργητης μπορει να πει γι αυτην και αλλα. Ο επιστημων βοτανολογος, ο οποιος παρασταινει το δεντρο ως φυτο, μπορει να βρει για το δεντρο ενα σωρο πραγματα. Τελος φτανει ενας παραξενος ανθρωπος, και λεει: το δεντρο ειναι, δεν ειναι τιποτε.
//
Wittgenstein:
Καθομαι σε ενα κηπο μ’ ενα φιλοσοφο, ο οποιος μου λεει ξανα και ξανα, δειχνοντας ενα δεντρο κοντα μας: ‘Γνωριζω οτι αυτο ειναι ενα δεντρο.’ Καποια στιγμη ερχεται ενας τριτος και ακουει αυτο το πραγμα. Τοτε εγω του λεω: ‘O φιλος απο δω δεν ειναι τρελος. Απλως φιλοσοφουμε’

- Το ακρο της σχολης: σχολαζω απο τον ιδιο τον εαυτο μου.
> Σχολαζ-ομαι παραδιδομενος στο Αλλο: ερωτας, θανατος. Μικρη, η μεγαλη κατα-στροφη.

> Ρυθμιση στον ρυθμο της φυσης:
- Heidegger, Χωραφοδρομος:
Στο μεταξυ η σκληροτητα και η οσμη του ξυλου αρχισαν να μιλουν ευληπτοτερα για την αργη σταθεροτητα με την οποια το δεντρο μεγαλωνει. Η ιδια η βελανιδια μιλουσε κι ελεγε πως μονο σε μια τετοια βλαστηση θεμελιωνεται οτι διαρκει και καρπιζει: πως βλασταινω θα πει: ανοιγομαι στην εκταση του ουρανου και συναμα ριζωνω στο σκοταδι της γης.
- Περπατημα. Οταν δεν πηγαινεις τα ποδια σου, αλλα σε πηγαινουν αυτα, οπως αυτα "θελουν", τοτε το περπατημα ξεκουραστο και αναλαφρο
- Αφηνεις σε κατι χρονο να ωριμασει
- Ενα με την φυση = Μεγας θανατος
- Η Οφηλια του Millet (φωτο 1), μια νεκρη γυναικα στο ποταμι. Η Οφηλια της Moki (φωτο 2), ιδια με βραχο στην κοιτη του ποταμου.
[Moki, How to disappear]

> Baudrillard:
Καθε τι αποζητα τον θανατο του ... Η, μαλλον, καθε τι απαιτει να ανταλλαγει, να αντιστραφει, και να χαθει μεσα σ' εναν κυκλο.

- Η σχολη, παρουσα με την αρνητικη οψη της
> Το "δεν εχω χρονο". Το ξερουμε απο την αρνητικη του πλευρα ως κριση πανικου, καταθλιψη. Ως πιεστικοτητα της πληξης. Ως κουραση με τον εαυτο: με βαρεθηκα.

> "Τι να κανω;"

Το αισθητηριο για το Αλλο, τον Αλλο
> Η λεξη "σχεση" ειναι παραγωγο του "εχω" (αορ. "εσχον"). Στην σχεση ο ενας εχει τον αλλο: συν-εχεται μ' αυτον, τον κατ-εχει, τον προσ-εχει. Στο πεδιο του "εχω" ο Αλλος ως Αλλος χανεται: Ειναι κατανοητος, συγκρισιμος, προβλεψιμος. Η ψυχολογια δεν γνωριζει τον Αλλο.
- Φανερη αρμονια (Ηρακλειτος)
- "κολαση του ομοιου" (Baudrillard):
Τα πραγματα γινονται διαφανα οταν απεκδυονται καθε αρνητικοτητας, οταν ομαλοποιουνται και ισοπεδωνονται, οταν εναρμοζονται χωρις αντισταση σε ομαλες ροες του κεφαλαιου, της επικοινωνιας και της πληροφοριας. Οι πραξεις γινονται διαφανες οταν γινονται λειτουργικες, [6] οταν υπαγονται στη διαδικασια της υπολογισιμοτητας, της χειρισιμοτητας και ελεγξιμοτητας. Ο χρονος γινεται διαφανος οταν ισοπεδωνεται σε μια ακολουθια διαθεσιμου παροντος. Ετσι και το μελλον θετικοποιειται ως βελτιστοποιημενο παρον. Ο διαφανος χρονος ειναι ενας χρονος χωρις μοιρα και συμβαν. Οι εικονες γινονται διαφανες οταν, ελευθερωμενες απο καθε δραματουργια, χορογραφια και σκηνογραφια, απο καθε ερμηνευτικο βαθος, μαλιστα απο καθε νοημα, γινονται πορνογραφικες. Πορνογραφια ειναι η αμεση επαφη μεταξυ εικονας και ματιου. Τα πραγματα γινονται διαφανα οταν απεκδυονται της ενικοτητας τους και εκφραζονται ολοτελα σε τιμες. Το χρημα, που κανει τα παντα συγκρισιμα με τα παντα, καταλυει καθε ασυμβατοτητα, καθε ενικοτητα των πραγματων. Η κοινωνια της διαφανειας ειναι μια κολαση του ομοιου. [Byung-Chul Han, Κοινωνια της διαφανειας]

- Εδω ανηκει η εικονα του κοσμου που φερνουν σχεδον ολοι οσοι ερχονται στην ψυχαναλυση (και οχι μονον αυτοι!): το κλιμα του, η ατμοσφαιρα του, οι συνθηκες: μεγενθυμενο πατρικο! Η προσκολληση στο οικειο. (Ξενοφανης: αν τα αλογα ... ειχαν χερια και ζωγραφιζαν, ο θεος τους μορφη αλογου.)

> Ο Αλλος ως Αλλος
- αφανης αρμονιη (Ηρακλειτος)
- Martin Heidegger ( Βλ. Ο εαυτος στο ονειρο και αλλου),
- Byung-Chul Han (Κοινωνια της κοπωσης, Η προθανατια αγωνια του ερωτα),
- Jean Baudrillard (Σαγηνη)

> Ομως, ο Αλλος χανεται και εδω:
- Σεφερης:, "Ειναι παιδια πολλων ανθρωπων τα λογια μας."
- Απο το Ο εαυτος στο ονειρο και αλλου:
Μια τετοια Γη Κανενος θα μπορουσε καποτε να ειναι και σημειο συναντησης του Förster και του Γεμενετζη οπου ξενος και ξενοδοχος μεταβαινουν ελευθερα απο τη μια μορφη στην αλλη. Αυτο θα μπορουσε να αποδοθει στη φραση: Ο Förster ειναι ονειρο του Γεμενετζη, ο Γεμενετζης ειναι ονειρο του Förster.
Επιτρεψτε μου για λιγο να το περιγραψω λεπτομερεστερα. Ο κυριος Förster. Τον βλεπω. Η φραση "Τον βλεπω" σημαινει συγχρονως με βλεπει, ασχετα με το αν το βλεμμα του ειναι στραμμενο προς εμενα η οχι. (Πρβλ. Nietzsche, παραθετω απο μνημης: "Οταν κανεις κοιταζει αρκετη ωρα μεσα στην αβυσσο, αρχιζει η αβυσσος να τον κοιταζει αυτη.") Με κοιτα και η οψη του, σαν μαγικο ραβδι, με αγγιζει και κατευθειαν με αδειαζει και με ρυθμοποιει σε Förster. Ειμαι οπως ενα δεντρο που στην κορμοστασια του προβαλλουν οι κυριαρχοι ανεμοι της περιοχης, η οπως, ως οδηγος του αυτοκινητου μου, γινομαι συστατικο της μηχανης, η οπως η ευωδια της ρεσεντας διαποτιζει τον Κινεζο. Δεν εχω τιποτα να κρυψω. Γνωριζω μεν τον κυριο Förster εδω και 35 χρονια και ειμαι οδηγος εδω και σχεδον 50 χρονια, ομως η οικειοτητα δεν σημαινει τιποτα. Το ιδιο ισχυει για τα παντα και τους παντες, οπως για την αγνωστη μου κυρια που καθεται ακριβως απεναντι μου.



Επιστημη και καλυψη των κενων
Freud:
[Η υποθεση του ασυνειδητου] ειναι αναγκαια γιατι τα δεδομενα της συνειδησης εχουν σε μεγαλο βαθμο κενα• συχνα τοσο σε υγιεις οσο και σε ασθενεις συμβαινουν ψυχικες ενεργειες που προϋποθετουν για την εξηγηση τους αλλες ενεργειες, τις οποιες η συνειδηση δεν μαρτυρει. Τετοιες ενεργειες δεν ειναι μονο οι παραπραξεις αι τα ονειρα στους υγιεις, ολα οσα κανεις αποκαλει ψυχικα συμτωματα και καταναγκαστικα φαινομενα στους ασθενεις - η πλεον προσωπικη καθημερινη μας εμπειρια, μας γνωστοποιει ιδεες, την προελευση των οποιων δεν γνωριζουμε, και με συμπερασματα σκεψεων, η διεργασια των οποιων μας εχει μεινει κρυφη. Ολες αυτες οι συνειδητες ενεργειες θα εμεναν ασυνδετες και ακατανοητες αν επιμενουμε στην αξιωση να πρεπει να γνωριζουμε με την συνειδηση οσες ψυχικες ενεργειες συμβαινουν μεσα μας και τις εντασσουμε σε μια καταδειξιμη συσχετιση, οταν προβαλλουμε τις ασυνειδητες ενεργειες που αποκαλυφθηκαν. Ομως κερδος σε νοημα και συσχετιση ειναι ενα ολοτελα δικαιολογημενο κινητρο, το οποιο μπορει να μας οδηγησει περαν της αμεσης εμπειριας.

Η αμφισβητηση της προτεραιοτητας της γνωσης
> Nietzsche
Βλεπω, και εχω δει, χειροτερα και πολλες φορες τοσο απαισια που δεν θελω να μιλω για το καθενα, και για καποια ουτε καν να σωπαινω: ανθρωποι δηλαδη που τους λειπουν τα παντα, εκτος απο ενα που παραεχουν - ανθρωποι που δεν ειναι αλλο απο ενα μεγαλο αυτι, η ενα μεγαλο στομα, η μια μεγαλη κοιλια, η κατι αλλο μεγαλο - αντιστροφους σακατηδες τους αποκαλω τετοιους.
Και οταν βγηκα απο τη μοναξια μου και πρωτη φορα περασα αυτην τη γεφυρα: δεν πιστευα στα ματια μου και κοιταξα, και ξανακοιταξα, και τελικα ειπα: 'αυτο ειν' ενα αυτι! Ενα αυτι μεγαλο οσο ενας ανθρωπος!' Ειδα ακομα καλυτερα: και πραγματι κατω απο το αυτι κατι ακομα κινουνταν, κατι που ηταν μικρο και φτωχικο και καχεκτικο. Και πραγματι, το τεραστιο αυτι στεκοταν επανω σ' εναν μικρο λεπτο μισχο, - ομως ο μισχος ηταν ενας ανθρωπος! Μαλιστα οποιος εβαζε μπρος στο ματι του εναν φακο, μπορουσε ν' αναγνωρισει κι ενα μικρο ζηλοτυπο προσωπακι· επισης μια πρησμενη ψυχουλα που ταλαντευοταν στον μισχο. Ομως ο λαος μου ειπε οτι το μεγαλο αυτι δεν ειναι μονο ενας ανθρωπος, αλλα ενας μεγαλος ανθρωπος, μια ιδιοφυια. Ομως ποτε δεν πιστεψα τον λαο, οταν μιλουσε για μεγαλους ανθρωπους - και διατηρουσα την πιστη μου οτι ειναι ενας αντιστροφος σακατης που εχει πολυ λιγο απ' ολα και παρα πολυ απο ενα.”

Το θεραπευτικο
> Οποιος εχει ανοιξει πολυ νωρις για την εμπειρια του θανατου, δεν μπορει πια να κλεισει απεναντι της, μια πληγη που γινεται σαν πνευμονας και διαμεσου του ανασαινεις. Elias Canetti, Das Geheimherz der Uhr) ...
Κατα τον Heidegger εμπειρωμαι θα πει "προχωρωντας, καθοδον αποκτω κατι, φτανω σ' αυτο βηματιζοντας σ' εναν δρομο". [M. Heidegger, Unterwegs zur Sprache, Pfullingen 1959, σ. 169] Ο δρομος, στον οποιο μια εμπειρια καθισταται δυνατη, δεν ειναι ευθυς η γραμμικος αλλα καμπυλος, κυρτος η λοξος. Ετσι ο προβλητικος υπολογισμος δεν ειναι δυνατος. Στην εμπειρια ανηκει το οτι κανεις εκπλησσεται, συγκλονιζεται και καταλαμβανεται. Ειναι μια διαβαση στο αγνωστο, οπου κανεις θα επρεπε να εκτεθει σ' εναν απολυτο κινδυνο, οπως ο τυφλος σκαντζοχοιρος που περνα εναν αυτοκινητοδρομο: "Αυτος, ο σκαντζοχοιρος, καθιστα τον εαυτο του τυφλο. (...) οταν στον αυτοκινητοδρομο ψιλιαζεται κινδυνο, εκτιθεται στο ατυχημα (...) Κανενα ποιημα διχως ατυχημα, κανενα ποιημα που δεν ανοιγει σαν πληγη, ομως και που δεν πληγωνει συναμα." [J. Derrida, Was ist Dichtung?, Beirln 1990] Η πληγη γινεται πνευμονας δια του οποιου κανεις ανασαινει την φρεσκαδα του νεου, της νεας εμπειριας. Η εμπειρια εξαρταται απο αυτον τον ποιητικο βηματισμο. Το ατυχημα τραυματιζει. Η συμπτωση ως πτωση, ως μη περι-πτωση, ανοιγει πληγες στο λογικο, στο εγγενες της συνειδησης. Η εμπειρια πονα: "Η εμπειρια (...) ειναι στην ουσια της ο πονος, με τον οποιο αποκαλυπτεται η ουσιακη ετεροτητα του οντος απεναντι στο συνηθες." [M. Heidegger, GA 54, σ. 249] Η εμπειρια ανοιγει πληγες, η μονο μεσα απο τις πληγες που πονουν ειναι δυνατη η εμπειρια, και μαλιστα χωρις τη διαλεκτικη θεραπευτικη αγωγη του πονου και της πληγης.
(Byung-Chul Han, Η προθανατια αγωνια του ερωτα)

> Το "απολυτο κλεισιμο" (Byung-Chul Han, Η προθανατια αγωνια του ερωτα)
Ο "ορισμος του απολυτου", λεει ο Hegel, ειναι "οτι ειναι το κλεισιμο". Εδω το κλεισιμο δεν ειναι λογικη σχηματικη κατηγορια. Η ιδια η ζωη, θα ελεγε ο Hegel, ειναι ενα κλεισιμο.Το κλεισιμο θα ηταν μια βια, ενας βιαιος αποκλεισμος του Αλλου, εαν (33) δεν ηταν απολυτο κλεισιμο αλλα περιορισμενο, μαλιστα θα ηταν ενα βραχυκυκλωμα. Το απολυτο κλεισιμο ειναι ενα αργο, αργοσυρτο κλεισιμο, του οποιου προηγειται ενα διαγειν στον Αλλο. Η ιδια η διαλεκτικη ειναι μια κινηση του κλεισιματος, του ανοιγματος και της επανευρεσης. Το πνευμα θα αιμορραγουσε απο πληγες, τις οποιες θα του επεφερε η αρνητικοτητα του Αλλου, εαν δεν ηταν ικανο για κανενα κλεισιμο. Καθε κλεισιμο δεν ειναι βια. Κανεις κλεινει ειρηνη. Κανεις κλεινει μια φιλια. Η φιλια ειναι ενα κλεισιμο. Η αγαπη ειναι ενα απολυτο κλεισιμο. Ειναι απολυτο διοτι προϋποθετει τον θανατο, την εγκαταλειψη του εαυτου.
Η "αληθινη ουσια της αγαπης" συνισταται ακριβως στο "να παραδιδει τη συνειδηση του εαυτου της, να ξεχνιεται μεσα σε εναν αλλο εαυτο". Η συνειδηση του δουλου του Hegel ειναι περιορισμενη, δεν ειναι ικανη για το απολυτο κλεισιμο διοτι δεν ειναι σε θεση να παραδωσει τη συνειδηση του εαυτου του, δηλαδη δεν ειναι σε θεση να πεθανει. Η αγαπη ως απολυτο κλεισιμο περναει μεσα απο τον θανατο. Κανεις πεθαινει μεν μεσα στον Αλλο, ομως αυτον τον θανατο τον ακολουθει μια επανοδος στον εαυτο. Ομως η συμφιλιωμενη επανοδος στον εαυτο απο τον Αλλο ειναι καθε αλλο απο βιαιη ιδιοποιηση του Αλλου, η οποια λανθασμενα αναγορευτηκε sε κυρια φιγουρα της ακεψης του Hegel. Πολυ περισσοτερο ειναι το δωρο του Αλλου, του οποιου προηγειται η παραδοση, η εγκαταλειψη του εαυτου μου.

(34) Το καταθλιπτικο-ναρκισσιστικο υποκειμενο δεν ειναι ικανο για κανενα κλεισιμο. Ομως χωρις κλεισιμο ολα διαρρεουν και συγχεονται. Ετσι δεν εχει καμια σταθερη εικονα του εαυτου, η οποια επισης ειναι μια μορφη κλεισιματος. Δεν ειναι τυχαιο οτι στη συμπτωματολογια της καταθλιψης ανηκει η αναποφασιστικοτητα, η ανικανοτητα για ενα κλεισιμο. Η καταθλιψη ειναι χαρακτηριστικη για μια εποχη οπου κανεις, στην υπερβολη του ανοιγματος και του αμετρου, εχει χασει την ικανοτητα να κλεινει και να τελειωνει. Κανεις ξεμαθαινει να πεθαινει διοτι δεν μπορει να τελειωνει τη ζωη. Επισης το υποκειμενο της επιδοσης ειναι ανικανο για κλεισιμο, για τελειωμα. Καταρρεει κατω απο τον καταναγκασμο να πρεπει να κανει ολο και περισσοτερες επιδοσεις.

Ο βασικος κανονας στα ακρα
Η θεραπεια ως μη γνωση:
- Μετοικηση σε ενα αλλο κλιμα
- Το ζωντανο παραδειγμα του θεραπευτη

Το θεμα της υποκειμενικοτητας
(Σχεδιασμα και τελικο κειμενο απο το "... οταν ειν' ολα ανακατα / ατακτα και ξαναγυρνα / παμπαλαιη συγχυση")
Ως "υποκειμενικοτητα" ο Makari εννοει την "γνωση η οποια προερχεται απο τον νου που παρατηρει τον εαυτο του". Και ο νους τι ειδους πραγματα παρατηρει στον εαυτο του; "Σκεψη, συναισθημα, επιθυμια" . Ο εαυτος του θα ηταν τοτε ο τοπος της προελευσης μιας τετοιας γνωσης σκεψεων, συναισθηματων, επιθυμιων. Αν ο τοπος προελευσης ενος ονειρου ειναι το λεγομενο "λανθανον" ονειρο, τοτε η υποκειμενικοτητα θα αφορουσε τον λανθανοντα ανθρωπο: ολον εκεινο τον εσωτερικο κοσμο που ειναι ο πηγαιος του εαυτος. Οταν λοιπον μιλω για την υποκειμενικοτητα, μιλω για τον εσωτερικο κοσμο, η αλλιως, για τον ψυχισμο του, Υποκειμενικοτητα θα πει ουσιαστικα εσωτερικοτητα, και εσωτερικοτητα θα πει ψυχικος κοσμος. Ψυχη.
Η πιεστικη ερωτηση του Makari για το μελλον της ψυχαναλυσης ειναι: "Μπορει κανεις να σταθεροποιησει μια θεωρια της υποκειμενικοτητας;"
Το πνευμα της εποχης, που εκφραστηκε απο φιλοσοφους οικειους στον Freud, και καθοριστικους για το εργο του, οπως οι Locke, Hume, Kant, Schopenhauer, Fechner, Brentano, Nietzsche, Hartmann και αλλοι, στους οποιους με αλλοτε αλλον τροπο η υποκειμενικοτητα εδραιωνεται και καθιερωνεται, δεν ειναι η εποχη του Heidegger, του Wittgenstein και των νεοτερων, εποχη στην οποια η διασταση εσωτερικου και εξωτερικου κοσμου, υποκειμενικου και αντικειμενικου παυει να ειναι θεμα. Ο σημερινος ανθρωπος δεν χαρακτηριζεται απο υποκειμενικοτητα.
Σημερα δεν μπορουμε να μιλαμε για εσωτερικο κοσμο. Εδω θα περιοριστω σε λιγες νυξεις: Οταν σημερα εναν αντρας λεει σε μια γυναικα "Σ' αγαπω", δεν εκφραζει καποια εσωτερικα του συναισθηματα. Το "Σ' αγαπω" θα πει σημερα "Θελω να σε πηδηξω." Φυσικα κανεις μπορει ν' ακουσει αυτα τα λογια με τον παλιο τροπο και να τα εννοησει ως εκφραση συναισθηματων, ενδοψυχικης δραστηριοτητας. Υπαρχουν και ανθρωποι που ζουν σημερα σαν να ηταν σε αλλες εποχες. Ομως ο κοσμος μας δεν ειναι αυτος. Το "Like" του Facebook δεν εχει καμια εσωτερικοτητα, δεν ειναι λιβιδινικη επενδυση. Ακομα και η δημοφιλης πλεον παραπομπη θεματων της ψυχαναλυσης στην νευροφυσιολογια προς επιλυση, ανηκει στην σημερινη εποχη. Ο εγκεφαλος δεν ειναι αλλο ονομα για την ψυχη. Ειναι res extensa, εξωτερικοτητα. Το ιδιο συμβαινει με την κυριαρχια της ψυχοφαρμακολογιας, με την υποκατασταση της ψυχικης υγειας απο την λειτουργικοτητα και με την υποκατασταση της ψυχοθεραπειας απο το life coaching.
Για μενα λοιπον το ερωτημα του Makari θα επαιρνε αλλη μορφη: Μπορει να υπαρξει μια ψυχαναλυση απαλλαγμενη απο τον εσωτερικο κοσμο; Απαλλαγμενη απο ψυχη; Μια ψυχαναλυση ολοτελα επιφανειακη, ομως αντιθετα με τα τρεχοντα, αφημενη και προθυμη για το βημα μεσα στις "επιφανειακες αβυσσους" (Baudrillard);

//
Στον προλογο ο Makari θετει το ερωτημα που κατα την γνωμη του πυροδοτησε την περιπετεια της δημιουργιας της ψυχαναλυσης ως αποπειρας απαντησης του:
Πως μπορουσε να δημιουργηθει μια αντικειμενικη επιστημη της υποκειμενικοτητας; (σ. 4)
Και με το ιδιο καπου ερωτημα κλεινει την παρουσιαση του βιβλιου του που αναφερθηκε, σχετικα με το μελλον της ψυχαναλυσης:
Εν περιληψει, η ψυχαναλυση ηταν μια δυνατη συνθεση που παρεσχε ενα επιστημονικα αξιοπιστο μοντελο για την υποκειμενικοτητα. [...] Παντως την ιστορια της την διετρεχε ενα βασικο ερωτημα: μπορει κανεις να σταθεροποιησει μια θεωρια της υποκειμενικοτητας; [...] Σημερα το ερωτημα μενει για μας πιεστικο.
Η ψυχαναλυση, ηδη απο τις απαρχες της, εγειρει την αξιωση να εννοησει τον εαυτο της και να καθιερωθει ως επιστημη - που θα πει, να τοποθετηθει στον χωρο της γνωσης. Τουτο δεν αφορα μονο την συγκροτηση της ως θεωριας και την δημιουργια μοντελων. Αφορα και την ιδια την ψυχαναλυτικη ερμηνεια, αν την εννοησουμε ευρυτερα ως απαντηση στα "γιατι;" στα "απο που;", στα "πως;" και στα "προς τι;". Θυμιζω οτι ηδη οροι οπως π.χ. "απωθηση", "μεταβιβαση" δεν ονομαζουν φαινομενα της εμπειριας αλλα διαδικασιες, απο τις οποιες θεωρειται οτι τα φαινομενα προκυπτουν: το ξεχασμα ως αποτελεσμα μιας διαδικασιας απωθησης στο ασυνειδητο, η σχεση του αναλυομενου με τον αναλυτη του ως αποτελεσμα μιας διαδικασιας μεταβιβασης συναισθηματων, π.χ. απο εναν γονεα προς αυτον.
Στην επιστημη τα εμπειρικα δεδομενα δινουν την θεση τους στην επιστημονικη τους παρασταση, οπως π.χ. η εικονα του ηλιου, που διαγραφει την τροχια του πανω απο την ακινητη γη, υποχωρει εμπρος στην παρασταση της αστρονομιας, με την δικη της εικονα του ηλιακου μας συστηματος. Κατι αναλογο, σιγουρα οχι τοσο εδραιωμενο, ομως φιλοδοξωντας να παρασχει μια επιστημονικη θεση, επιχειρει και η ψυχαναλυση. Γραφει ο Freud:
Κατα την αποψη μας τα αντιληπτα φαινομενα πρεπει να υποχωρουν εμπρος στις ορμες, τις οποιες απλως υποθετουμε.
Ποιο ειναι εδω το προβληματικο; Η γνωση αποτελει μια μονο σχεση με τα πραγματα, με τους αλλους, με τον εαυτο. Και οχι καν την πηγαια. Ομως η ιδια η ασκηση της ψυχαναλυσης, η ζωντανη ψυχαναλυτικη συναντηση, δεν στριμωχνεται σε επιστημονικες στενωπους. Καθοριζεται απο τον λεγομενο "βασικο κανονα", δηλαδη την ζητουμενη ελευθερια του αναλυομενου να εκφραζει τα παντα, και την λεγομενη "ελευθερα μετεωρη προσοχη" του αναλυτη, δηλαδη ενα ακουσμα και μια ανταποκριση που δεν ειναι εστιασμενη αλλα μπορει να προσεγγιζει τα ερωτηματα με μια ευρυχωρια, ας το πω ετσι, μεσω Αυστραλιας. Η ψυχαναλυτικη συναντηση ειναι μια συναντηση ανοιχτη για τα παντα. Ειναι πηγαια συναντηση. Η γνωστικη οπτικη μενει πολυ πισω. Δεν φτανει σ' αυτην την πηγη.
Πιο κοντα στην πηγη βρισκονται τα λιγοστα κειμενα του Freud που ειναι γνωστα ως "Κειμενα για την θεραπευτικη τεχνικη". Αυτα ειναι σε μεγαλο βαθμο ελευθερα απο την θεωρια. Μια γερμανικη αποστροφη λεει πως Καθολικοι και Προτεσταντες εχουν διαφορες οσο ειναι εξω απο την εκκλησια. Τα πραγματα ειναι αλλιως οταν βρισκονται μεσα στην εκκλησια και προσευχονται. Και ο Sándor Radó απο την εταιρεια του Βερολινου ελεγε: "Οταν η θεωρια βαραινει περισσοτερο απο τα γεγονοτα, τοτε η επιστημη γινεται ζητημα γνωμης και οι διαφορες μετασχηματιζονται σε μαχη θελησεων."
Ισως απο εδω λοιπον, δηλαδη οχι απο τον τοπο της θεολογιας και της καθηλωσης σε δογματα αλλα απο τον τοπο της προσευχης, οχι απο τον τοπο των επιστημονικων παραστασεων αλλα απο τον τοπο των γεγονοτων θα μπορουσαν να προκυψουν προοπτικες για ενα μελλον της ψυχαναλυσης.
Το θεμα δεν τελειωνει εδω. Το ερωτημα του Makari ηταν: "Πως μπορει κανεις να σταθεροποιησει μια θεωρια της υποκειμενικοτητας;". Ομως πριν απ' αυτο θα μπορουσε κανεις να ρωτησει: Εξαντλειται καν ο ανθρωπος στην υποκειμενικοτητα;
Το φθινοπωρο του 1895 ο Freud εχει μια συναντηση με τον ωτορινολαρυγγολογο Wilhelm Fliess, "confidant" του, οπως τον χαρακτηριζει ο Makari, "φιλο εξ απορρητων". Ηδη στο τραινο της επιστροφης ο Freud, σε εναν πυρετο δημιουργιας, γραφει τα δυο πρωτα κεφαλαια απο ενα κειμενο με τον τιτλο "Σχεδιο μιας ψυχολογιας" . Σε μια παραγραφο του δευτερου κεφαλαιου γραφει: "Ας υποθεσουμε οτι το αντικειμενο, το οποιο παρεχει η αντιληψη, ειναι παρομοιο με το υποκειμενο, ενας δευτερος ανθρωπος." Το, οπως το αποκαλει, "συμπλεγμα του δευτερου ανθρωπου", χωριζεται σε δυο συστατικα μερη. Το ενα ειναι "αυτο που μπορει να κατανοηθει, δηλ. να αναχθει σε μια ειδηση απο το δικο μου σωμα". Αυτο το συστατικο του δευτερου ανθρωπου τον φανερωνει σαν παρομοιο με εμενα, καθως οι χειρονομιες του συνδεονται συνειρμικα με μνημες απο κινησεις του δικου μου σωματος, οι κραυγες του απο δικα μου βιωματα πονου. Αυτο το συστατικο του δευτερου ανθρωπου ειναι κατανοητο. Εχει νοημα. Επιτρεπει μια σχεση μαζι του. Συγκροτει ο,τι ο Makari αποκαλει "υποκειμενικοτητα".
Κι ερχομαστε στο αλλο συστατικο μερος του δευτερου ανθρωπου. Εδω ο Freud αναφερεται στα "χαρακτηριστικα του", π.χ. στην εμφανιση του. Αυτα ειναι "νεα και μη συγκρισιμα", δηλαδη δεν μου παρεχουν κανεναν συνειρμο, καμια "ειδηση", δεν υπαρχει τιποτα το αναλογο τους σ' εμενα, δεν εχουν νοημα, μενουν ακινητα και απροσιτα, "με σταθερη δομη", οπως γραφει. Αυτο το συστατικο μερος του δευτερου ανθρωπου, συνεχιζει ο Freud, "εντυπωσιαζει". Ακολουθει μια ωραια εκφραση για τον δευτερο ανθρωπο που θα μπορουσε να αποδοθει καπως ετσι: "μενει συμπυκνωμενος στον εαυτο του, σαν πραγμα." .
Ο δευτερος ανθρωπος λοιπον δεν εξαντλειται στην υποκειμενικοτητα του, στο κατανοησιμο και ενσυναισθητο μερος του. Προβαλλει και ως πραγμα, απροσιτο και ακατανοητο στην ενικοτητα των χαρακτηριστικων του, τοσο μακρινο και τοσο κοντινο, και ακριβως ως πραγμα ειναι που εντυπωσιαζει, που, με μια εκφραση του Jean Baudrillard, σαγηνευει. Το κατανοητο δεν εντυπωσιαζει.
Ο ανθρωπος ως πραγμα μενει απροσιτος στην γνωση. Καμια επιστημη δεν μπορει να τον συλλαβει. Ισως αυτος ειναι ο λογος που ο επιστημονας Freud, ηδη μετα απο δυο μηνες, βρισκει το "Σχεδιο μιας ψυχολογιας" αδιεξοδο, και γραφει στον Fliess: "Την πνευματικη κατασταση, στην οποια επωασα την Ψυχολογια, δεν την καταλαβαινω πια." Σαν να την ειχε γραψει ενας αλλος, που χαθηκε.
Εδω δεν μπορω να επεκταθω περισσοτερο. Ας αρκεσει το οτι αυτος ο ανθρωπος-πραγμα δεν ειναι τερατογενεση της σκεψης του Freud, οπως κατεληξε να το βλεπει ο ιδιος. Βρισκεται σε αγαστη συνυπαρξη με πολλες αλλες μορφες που εχουν αποβαλλει την υποκειμενικοτητα, στην φιλοσοφια, στην ποιηση και στην τεχνη, ειδωλα μας .
Ο Freud, στην "Αυτοπαρουσιαση" του απο το 1936, γραφει σχετικα με τις "αυθεντιες" που συναναστραφηκε: "Μου ειχαν πει περισσοτερα απ' ο,τι οι ιδιοι γνωριζαν και ηταν προθυμοι να εκπροσωπησουν." Τουτο θα μπορουσε να ισχυει και για πραγματα που ειπε ο ιδιος.


Βλεπε σχετικα:
Το αλλο φως
Η φυση του ψυχικου πονου
Αποηχοι απο το ονειρο πεταλουδας
"Μα πρεπει να μ' αρμηνεψουν οι πεθαμενοι"
Αποπροσωποποιηση
Λογοτεχνια και ψυχαναλυση
Για τελευταια φορα ψυχολογια

Η παθολογια σημερα
- Οι ανθρωποι δεν ερχονται πλεον οπωσδηποτε κατω απο την πιεση ενος "συμπτωματος". Υπερκινητικοτητα, υπερδραστηριοτητα, "multitasking". Η νοσταλγια του να μην σκεφτεσαι τιποτα - και που εχουν την δυνατοτητα να βρουν στην σχόλη της θεραπευτικης συναντησης.
- Η παγιδα του "κανω" [Θεραπευτικος ζηλος - 'Κανω']
- Η παλια "αγχωδης νευρωση" εχει μετονομαστει σε "κριση πανικου". Ειναι ενδεικτικη η οξυνση, το αιφνιδιο, σε βρισκε ακομα πιο απροετοιμαστο, σε αφηνει ακομα πιο αβοηθητο.
- Η απαλοιφη του Αλλου και ο ενδημικος ναρκισσισμος: δεν ξερουν πως να μιλησουν και να ακουσουν, πως ν' αγαπησουν, πως να πεθανουν.
- Κανεις ξερει μονο να "λειτουργει", και περαν αυτου χαοτικη συγχυση.

Γενικα θεματα
Ψυχοπαθολογια της ευμαρειας και της λιτοτητας / Ο Marx δεν γοητευει πια τις γυναικες ... / Το πενθος της απωλειας και η πτωση της πτωχευσης

Γυναικο-λογια

Σκιες και Faces / Το παιχνιδι των Faces

Γαμος των ομοφυλοφιλων

Στον κηπο του Wittgenstein


[Ομιλια στην παρουσιαση του βιβλιου Ludwig Wittgenstein, Συζητησεις για τον Freud, Αθηνα 2014.]

VIDEO

PDF


Ο εσωτερικος κοσμος, ο ψυχικος κοσμος, το μαυρο κουτι, το "ψυχικο οργανο", το "μεσα μου", τα "σωψυχα μου". Αυτη η πολυωνυμη παρομοιωση υφισταται μια ολεθρια σκληρυνση, αποτιθεται, οπως το αεριο που μετατρεπεται απευθειας σε στερεο, αποτιθεται στο χωνευτηρι της κυριολεξιας. και της υποστασιοποιησης και παρεχει εναν ου-τοπο για την ψυχιατρικη και την ψυχολογια.
Θα σας παρουσιασω μια αναθεωρημενη ομιλια απο το 2003 με τον τιτλο Η φυση του 'ψυχικου πονου' : αποπειρα να μιλησω για τον λεγομενο "ψυχικο πονο" διχως την προσφυγη στις παραπανω επιστημες και στην ατοπια τους. Οδηγο μου ειχα τον Wittgenstein.
"Ειναι παιδια πολλων ανθρωπων τα λογια μας", εγραφε ο Γιωργος Σεφερης . Ενας απο τους ανθρωπους, που καποιες φορες τα λογια μου ειναι παιδια του, καποτε ενδεχομενως και νοθα, ειναι ο Wittgenstein. Δεν θα μιλησω λοιπον για τον Wittgenstein, αλλα θα αφησω αυτον να μιλησει - δια στοματος μου.

Λεμε "ψυχικος" πονος σε αντιδιαστολη προς το "σωματικος" πονος. Τι διαφερει ο πονος στο δοντι απο τον πονο στην ειδηση πως η γυναικα μου με απατα; Και στις δυο περιπτωσεις ειναι η ιδια λεξη: "Ποναω!".
Η διαφορα θα φανει οταν καποιος με ρωτησει "Που πονας;". Στην πρωτη περιπτωση θα πω "Ποναω στο δοντι" και θα μου πει "Πηγαινε στον οδοντιατρο". Στην δευτερη περιπτωση θα πω "Ποναω στην ψυχη" και θα μου πει "Πηγαινε στον ψυχολογο". Κι αν με ρωτησει "Γιατι πονας;", στην πρωτη περιπτωση θα πω κατι σαν "Γιατι η τερηδονα εφτασε στο νευρο", στη δευτερη περιπτωση θα πω κατι σαν "Γιατι αυτο δεν το περιμενα απ' τη γυναικα μου".
Ας προσεξουμε: Οι ερωτησεις του και οι απαντησεις μου δεν αναφερονται στο "Ποναω!". Αναφερονται στο "που" ποναω και στο "γιατι" ποναω. Οι οροι "σωματικος πονος", "ψυχικος πονος" δινουν την εντυπωση πως χαρακτηριζουν δυο ειδη πονου. Ομως χαρακτηριζουν δυο ειδη αφορμης, εντοπισμου και αντιμετωπισης του πονου. Δεν αφορουν το "Ποναω!".
Ο ιδιος ο πονος μενει απροσιτος στις ερωτησεις του ειδους "που;", "πως;", "ποτε;", "γιατι;" κτλ. O ορος "ψυχικος" ειναι μια ορισμενη απαντηση στα "που;", "πως;", "ποτε;", "γιατι;" του πονου, ο ορος "σωματικος" ειναι μια αλλη απαντηση. Η αντιδιαστολη "σωματικου" και "ψυχικου" δεν ειναι αντιδιαστολη πονου και πονου!
Τι ειναι τοτε ο πονος; Δεν θα βιαστουμε ν' αναζητησουμε απαντηση. Θα προσεξουμε την ερωτηση, διοτι αυτη εχει προκαταλαβει την απαντηση. Πως την εχει προκαταλαβει; Εχει προεξοφλησει οτι ο πονος ειναι ενα "τι", ενα κατι, ενα πραγμα. Εχει καταστησει τον πονο αντικειμενο.
Και δεν ειναι ο πονος ενα κατι; Δεν μιλαμε για τον πονο; Π.χ. ο πονοδοντος ειναι αντικειμενο της οδοντιατρικης, ο ψυχικος πονος ειναι αντικειμενο της ψυχολογιας. Ομως αυτες οι επιστημες ασχολουνται με το που, το πως και το γιατι του πονου, οχι με το "Ποναω!". Και οταν μιλουν για "τον πονο", ειναι χρησεις της λεξης επι χαρτου, διοτι εδω ο πονος δεν λεγεται στην κατασταση στην οποια λεω "Ποναω!". Ο πονος εκλαμβανεται ως πραγμα, αποκομμενος απο την κατασταση στην οποια ανηκει. Η λεξη του ειναι πλεον αδειανο κελυφος.
Βεβαια για τον πονο δεν κανει λογο μονο η ιατρικη, αλλα πρωτα ο ανθρωπος που τον ζει. Μπορω, οταν ποναω, να πω "ο πονος ειναι αβασταχτος, σαν σουβλια". Ομως αυτο που λεω ειναι οτι ποναω αβασταχτα, σαν να με σουβλιζουν. Οταν ο πονος εκλαμβανεται ως πραγμα, ανοιγει ο δρομος για την καταχωρηση του ως αισθηση, ως συναισθημα κτλ. Επειδη ο πονος δεν ειναι πραγμα, οι φρασεις "νιωθω πονο", "αισθανομαι πονο", δεν εχουν νοημα διοτι δεν λενε τιποτα περισσοτερο απο το "Ποναω!".
Η ερωτηση "Τι ειναι ο πονος;" δεν ειναι λοιπον σε θεση να μας διαφωτισει για τον πονο διοτι θα εκανε λογο για ενα πραγμα, και ο πονος δεν ειναι πραγμα. Ο πονος δεν ειναι ενα "τι", δεν ειναι ενα κατι, ομως δεν ειναι και τιποτα.
Ερχεται λοιπον καποιος και μας λεει: "Η γυναικα μου με απατα!" Το λεει μεσα σε λυγμους και κραυγες, σε συγχυση, μπορει να κανει πραγματα οπως να μεθυσει, να την δειρει, να φυγει απ' το σπιτι του, η να την διωξει κτλ. Κι ας υποθεσουμε οτι μας λεει ακομα: "Τα 'χω χαμενα! Τι εχω παθει;" Κι εμεις του απανταμε: "Πονας!" Τι συμβαινει σ' αυτην την απαντηση;
Μια ψυχολογικη εξηγηση ειναι: O ανθρωπος απωθησε τον πονο και κατεφυγε σε ενα, οπως λεμε, "acting out", σε μια "εκδραματιση" με λυγμους, κραυγες, απονενοημενες ενεργειες. Οταν του εξηγουμε οτι ποναει, κανουμε τον απωθημενο του πονο συνειδητο.
Εδω η ψυχολογικη εξηγηση εχει διασπασει αυτο που του συμβαινει: Το εχει διαχωρισει αφενος στην εικονα της γυναικας του που τον απατα, "ερεθισμα", και αφετερου στις δικες του εκδηλωσεις, "αντιδραση", και αναμεσα στο ερεθισμα και στην αντιδραση εχει παρεμβαλει εναν "εσωτερικο κοσμο", εναν "ψυχισμο" οπου ο ανθρωπος αισθανθηκε τον πονο, αποφασισε λιγοτερο η περισσοτερο ασυνειδητα να μην τον νιωσει αλλα να τον απωθησει και στη συνεχεια να τον "εκδραματισει". Χωρισμος του φαινομενου σε ερεθισμα και αντιδραση και γεφυρωμα του χασματος με την ενεργοποιηση διεργασιων που συνδεουν τα χωρισμενα, παν χερι χερι.
Ας επιστρεψουμε στον ανθρωπο που ερχεται στο ιατρειο μου και μου περιγραφει την κατασταση. Πως γνωριζω οτι ο ανθρωπος ποναει; Η θεωρια απαντα: με την "ενσυναισθηση", το "empathy": Ταυτιζομαι μαζι του, μπαινω στη θεση του και νιωθω τον πονο που ασυνειδητα νιωθει. Η θεωρια της ενσυναισθησης λεει λοιπον οτι τον πονο του τον συμπεραινω μεσα απο μια ορισμενη διαδικασια. Ειναι σαν να ειχα μεσα μου εναν αισθητηρα, εναν ανιχνευτη πονου, κι αυτος τωρα να εδειχνε "θετικο", κι ετσι να διαπιστωνα οτι ο ανθρωπος ποναει.
Ομως τον πονο του δεν τον συμπεραινω μεσα απο εσωτερικες διεργασιες. Τον βλεπω, σε πρωτο χρονο, με τα ματια μου και με το σωμα μου, ζωγραφισμενο στο προσωπο του. Τον βλεπω σ' αυτα που λεει, με τη φωνη που τα λεει το στομα του και το σωμα του. Βλεπω τον πονο, που θα πει, σε ευτυχεις στιγμες σαν αυτην, πιανω ενα πουλι στον αερα και το απιθωνω στην ανοιχτη του παλαμη, που θα πει: τον ονομαζω: "Πονας!" Και τι κανω οταν του λεω "Πονας!"; Απαντηση: Του μαθαινω μια λεξη!
Ειναι ενα απο τα θαυματα της θεραπευτικης συνομιλιας οτι λεξεις χιλιοειπωμενες μπορουν καποτε να λεγονται σαν να 'ταν η πρωτη φορα, σαν κανεις να τις ελεγε μεχρι τωρα διχως να ξερει τι λεει. Ο ανθρωπος μαθαινει τη λεξη "Ποναω!". Η λεξη αποκτα, οπως θα ελεγε ο Wittgenstein, προσωπο, χαρακτηρα: τον κοιταζει, οπως σε κοιταζει το προσωπο ενος ζωγραφικου πινακα .
Ο Wittgenstein γραφει πως η λεξη "πονος" "αντικαθιστα την κραυγη" [του πονου] . Θα ελεγα: Η λεξη "πονος" δεν αντικαθιστα ακριβως την κραυγη του πονου. Η κραυγη συνηχει παντα στο "Ποναω!", στον τονο της φωνης και στην εκφραση του, και πολλες φορες ηχει τοσο καθαροτερα οσο λιγοτερο κραυγαλεα λεγεται το "Ποναω!". Θα ελεγα, τωρα με τον Wittgenstein, οτι με την εκμαθηση της λεξης "Ποναω!" το γλωσσοπαιγνιο, δηλαδη η "μορφη ζωης" της κραυγης αποκτα μια "νεα κλειδωση" .
"Η γυναικα μου με απατα. Ποναω!" Ειναι αυτο η ολη κατασταση; Oχι, διοτι σ' αυτην ανηκει και η εκπληξη μου: "Δεν το περιμενα απ' αυτην". Αυτο ειναι το καθοριστικο, οτι τωρα εχω μπροστα μου μια αλλη γυναικα απ' αυτην που νομιζα, μια απροσμενη γυναικα που με απατα. Το "Ποναω!" ανηκει σ' αυτην την εικονα της. Αυτη η εικονα αυτης της γυναικας που βρισκεται με τον αλλο, ειναι που ποναει: Η γυναικα μου δεν ειναι γυναικα μου, οπως νομιζα, κι εγω, ο αντρας της, δεν ειμαι αντρας της. Αυτη η εικονα, αν ειχα προσλαβει ντετεκτιβ, αυτες οι φωτογραφιες, αν μου το ειχε ομολογησει η ιδια, αυτα τα λογια της πονανε. Χτυπανε σαν πετριες. O πονος δεν συμβαινει σαν κατι το "ψυχικο" μεσα μου. Αυτες οι εικονες πονανε, αυτα τα λογια, αυτα τα πραγματα. Και αυτα δεν ειναι μεσα μου. Ειναι παρουσιες, εκει απεναντι, παρουσες με αλλον τροπο απο αυτον του αισθητηριακα αντιληπτου.
Ηδη η γλωσσα μας, η λεξη "Ποναω!", μας παγιδευει στην παρασταση ενος πονου που αναφερεται σε ενα πρωτο προσωπο, σε ενα "εγω" που ποναει, σαν ο τοπος του πονου να ηταν αυτο το "εγω", σαν ο πονος να ηταν μεσα μου. Ομως αυτο που ποναει ειναι η εικονα της, η γυναικα μου που αγκαλιαζεται μ' εναν αλλο. Στην λεξη "Ποναω!" να συμπληρωνουμε ρητα η αρρητα ενα "εγω", και να το εκλαμβανουμε σαν τον τοπο στον οποιο συμβαινει ο πονος, δεν εχει κανενα νοημα.
Η ψυχολογια, ορμωμενη απο την παρανοηση οτι ποναω "εγω", "μεσα μου", δεν μιλαει για πονο αλλα για "συναισθημα πονου", οπως βεβαια δεν μιλαει για αγχος αλλα για "συναισθημα αγχους" κτλ. Αντιστοιχα η παραδοσιακη φιλοσοφια της γλωσσας κατατασσει το "ποναω" στις λεγομενες "φι-προτασεις", στις προτασεις που αναφερονται σε εσωτερικες, "συνειδησιακες καταστασεις" . Ομως "Ποναω!" θα πει εξαρχης και μεχρι τελους: "(κατι) ποναει". "Ποναω στο δοντι" θα πει: "ποναει το δοντι μου". Επωδυνα μπορουν να ειναι τα πραγματα που μας αφορουν, και μονο αυτα. "Αλγεινα" τα λεει η Αντιγονη του Σοφοκλη .

Οι φιλοσοφοι ανηκουν σ' εκεινους που πρωτοι διακρινουν σημαδια μιας επερχομενης εποχης, και την εκφραζουν, δηλαδη ανοιγουν δρομους προς τις νεες μορφες. Τον 20ο αιωνα, προπαντων με το εργο των Ludwig Wittgenstein και Martin Heidegger ξεκινα το τελος της εσωτερικοτητας. Στην ψυχοθεραπεια η νεα εποχη εκδηλωνεται με την παραιτηση απο καθε αναζητηση νοηματος και απο καθε ερμηνεια. Η ακραια μορφη αυτης της εξελιξης οδηγει στο life coaching: προπονουμαι για την ζωη οπως προπονουμαι για αγωνα μπασκετ. Αυτη, η χυδαια εκδοχη της εξωτερικοτητας, ειναι πλεον κυριαρχη. Η ψυχαναλυση ακολουθησε την νεα εποχη συντηρητικα, καθως τα περι ασυνειδητου δεν εχουν μεν την παλια βαρυτητα, ωστοσο βασικα συνεχιζει να κινειται σε παρωχημενους ορους εσωτερικοτητας.
Θα ηταν ενα ζητουμενο της ψυχοθεραπειας να λυθει τοσο απο την ψυχη και τα βαθη της και την αναλυση και την ερμηνεια τους, οσο και απο το σημερινο αφασικο πλασμα το ρυθμισμενο σε μακροεντολες για το know-how της ζωης. Ζητουμενο θα ηταν μια ψυχοθεραπεια που θα πετουσε απο πανω της το πρωτο συνθετικο της, ισως και το δευτερο, και θα ανοιγονταν για ενα σερφαρισμα στις, οπως τις ονομαζει ο Jean Baudrillard, "αβυσσους της επιφανειας" . 

Διασχιση: Αποπροσωποποιηση και Αποπραγματοποιηση. Σημειωσεις

Victor Sydorenko, Depersonalization
Victor Sydorenko, Depersonalization
Anthony Gormley, Wirebody
Anthony Gormley, Wirebody
Το βασανο
Ενα παλιο αγγλοσαξωνκο ονομα για τον ψυχιατρο ειναι "alienist" - αυτος που σχετιζεται με το alien: το ξενικο, το αλλοτριο, το αποκοσμο. (Και εδω σκεφτομαι εναν στιχο του αυστριακου ποιητη
Georg Trakl: Η ψυχη ειναι ενα ξενο επι γης…) Αν τετοια φαινομενα αφορουν τον ψυχιατρο, ισως το πλεον ξενικο, αλλοτριο, αποκοσμο, ειναι εμπειριες που υπεισηλθαν στην ψυχοπαθολογια με τους τιτλους "αποπροσωποιηση" και "αποπραγματοποιηση". Συμπεριλαμβανονται στη διαγνωστικη κατηγορια "Διασχιση" - ελευθερη μεταφραση του αγγλικου "Dissociation".
Η λεξη "αποπροσωποποιηση" χρησιμοποιηθηκε πρωτη φορα περι τα μεσα του 19ου αιωνα απο τον ελβετο φιλοσοφο Henri Frederic Amiel. Γραφει στο προσωπικο του ημερολογιο:
… βρισκω τον εαυτο μου να βλεπει την υπαρξη σαν περα απο τον ταφο, απο εναν αλλο κοσμο· τα παντα μου ειναι ξενα· ειμαι σαν εξω απο το ιδιο μου το σωμα και την ατομικοτητα μου· ειμαι αποπροσωποιημενος [depersonalizé], αποκομμενος, φτερο στον ανεμο.
Παρομοιες εμπειριες, συνηθως σε ηπιες μορφες, συμβαινουν στο περιπου 50% των εφηβων και παραμενουν, σε αλλοτε αλλον βαθμο βαρυτητας, στο 1% του ενηλικα πληθυσμου. Καταρχην καποιες περιγραφες :
Νοιωθω σε καποιον βαθμο συνεχως 'εξω απ' αυτο', ομως πλεον καταντησε να ειναι ο τροπος που ειμαι. Εχω ωρες που νοιωθω πολυ εξω απο το σωμα μου. Κοιταζω τον κοσμο, ξερω ποιοι ειναι, αλλα δεν μπορω να τοποθετησω τον εαυτο μου εκει. Θυμαμαι γεγονοτα του παρελθοντος αλλα δεν μπορω παντα να 'με' δω εκει. Ακομα και δικες μου φωτογραφιες φαινονται αλλιως. Δεν μου αρεσει το ατομο που θυμαμαι να ημουν. Να κοιταζομαι στον καθρεφτη γινεται δυσκολο καθως δεν αναγνωριζω παντα το προσωπο που με κοιταζει.
Οταν στη διαρκεια ενος κακου επεισοδιου κοιταζω οικεια πραγματα, αυτα απλα δεν μοιαζουν πραγματικα, δεν φανταζουν τα ιδια και πια δεν φανταζουν οικεια, αν και κατα βαθος ξερω το πως ειναι. Βλεπω τα πραγματα διαφορετικα απ' ο,τι συνηθιζα, σχεδον σαν να βλεπω κατι που ξερω, ομως αυτο πια σαν να μην μοιαζει μ' αυτο που ξερω. Νοιωθω σαν να κοιταζω με τα ματια ενος αλλου. Μιλω και οι λεξεις απλα βγαινουν εξω. Δεν νοιωθω να ελεγχω τι λεω. Σαν να μπηκε ο αυτοματος πιλοτος. Η φωνη μου, οταν βγαινει, δεν ακουγεται σαν 'εγω'. Καποιες φορες απορω, πως μενω μεσα σε συζητησεις, αισθανομαι πως δεν ειμαι καθολου εκει.
Μπορω να καθομαι και να κοιταζω το ποδι μου, το χερι μου και δεν νοιωθω να ειναι δικα μου. Αυτο μπορει να συμβει οταν γραφω, γραφει μονο το χερι μου, αλλα δεν του λεω εγω να το κανει. Ειναι η αισθηση σαν να εχω πεθανει, αλλα κανεις να μην σκεφτηκε να μου το πει. Ετσι μενω να ζω μεσα σ' ενα κελυφος που πια δεν αναγνωριζω.
Μπορει να νοιωθω τα συναισθηματα αποναρκωμενα, σχεδον αδειος μεσα μου. Μισω το οτι δεν μπορω να νοιωθω τα πραγματα οπως συνηθιζα. Ειναι σκληρο στην καθημερινη ζωη, οπου πολλη ωρα παλευω να διακρινω τι ειναι ονειρο και τι πραγματικη ζωη και τι πραγματικα εγινε.
-------------------
Δεν νοιωθω το πως ειναι να εχω σωμα. Οταν κοιταζω κατω, βλεπω τα ποδια μου και το σωμα, αλλα η αισθηση ειναι πως δεν ημουν εκει. Οταν κινουμαι, βλεπω τις κινησεις καθως κινουμαι, αλλα δεν ειμαι εκει μαζι με τις κινησεις. Ανεβαινω τα σκαλοπατια, βλεπω τα ποδια μου, ακουω βηματα και αισθανομαι τους μυες, αλλα η αισθηση ειναι οτι δεν εχω σωμα, δεν ειμαι εκει. Αισθανομαι οτι το προσωπο και το σωμα μου δεν ειναι εκει καθολου - σχεδον ειναι αορατα. Βλεπω τα χερια μου και το σωμα μου να κανουν πραγματα, αλλα δεν μοιαζει να ειμαι εγω και δεν ειμαι καθολου συνδεδεμενος μ' αυτα. Με κανεναν τροπο δεν αισθανομαι ζωντανος. Δεν αισθανομαι ενα πραγμα εκτος απο το αν ειναι κρυο, η ζεστο· ισως πεινα. Ακομα κι αν αγγιξω το προσωπο μου, εχω την αισθηση απο κατι, ομως το προσωπο μου δεν ειναι εκει. Καθως το νοιωθω, εχω την αναγκη να βεβαιωθω και τριβω, αγγιζω και χτυπω τον εαυτο μου για να αισθανθω κατι. Για παραδειγμα αγγιζω τον λαιμο μου με το χερι μου, αλλα η αισθηση δεν ειναι οτι το χερι μου αγγιζει τον λαιμο μου. Δεν μπορω να νοιωσω οτι εγω αγγιζω το δικο μου το σωμα … Οταν κινουμαι και περπατω και μιλαω, δεν αισθανομαι απολυτως τιποτα. Κανω γυμναστικη, αλλα δεν αισθανομαι να κανω κατι, κινουνται οι μυες μου αλλα οχι το σωμα μου, ειναι μια τρελλα να μην νοιωθω τον εαυτο μου να κινειται, να μιλαει…
-------------------
Ειναι σαν να σας μιλαει μια μηχανη. Διολου ενας ανθρωπος, μονο ενα μηχανικο πραγμα, η αντικειμενο. Μπορω να καταλαβω οτι κινουνται τα χερια μου και τα ποδια μου, αλλα ειναι σαν να μην μου ανηκουν, και κινουνται αυτοματα.
-------------------
Διασχισαμε τον δρομο και, αν και τα ποδια μου κινουνταν καθως περπατουσαμε, ειχα την αισθηση οτι ο νους μου ηταν αλλου, και με παρατηρουσε απο εκει … Δεν μπορουσα να ξερω αν ημουν εκει, η αν ημουν το μερος που ειχε φυγει.
-------------------
[Ακουω μουσικη] αλλα μεσα μου δεν υπαρχει αντιδραση. Συνηθως η μουσικη με συγκινει, αλλα τωρα θα μπορουσε να ειναι και καποιος που καθαριζει πατατες … Νοιωθω να τριγυριζω σ' εναν κοσμο που αναγνωριζω, αλλα δεν αισθανομαι. Χθες βραδυ ειδα το Big Ben φωτισμενο, κανονικα ειναι ενα θεαμα που με συγκινει, αλλα ενοιωσα οτι θα μπορουσε να ειναι κι ενα ξυπνητηρι. … Ο αντρας μου κι εγω ημασταν παντα ευτυχισμενοι, αλλα τωρα καθεται εκει και θα μπορουσε να ειναι καποιος τελειως ξενος. Ξερω πως ειναι ο αντρας μου μονο απο την εμφανιση του - απο το τι νοιωθω γι' αυτον, θα μπορουσε να ειναι ενας οποιοσδηποτε.
-------------------
Οταν καποιος υποφερει, η ποναει, δεν μπορω να αισθανθω τιποτα. Πριν μερικους μηνες διαγνωστηκε καρκινος στον καλυτερο μου φιλο. Ολοι του λεγαμε ποσο στεναχωρεθηκαμε, ομως εγω δεν νοιωθω απολυτως τιποτα, και επρεπε να υποκριθω και να πω ολα τα σωστα λογια … Ηταν το ιδιο οπως οταν πεθανε η γιαγια μου …
-------------------
Ειναι σκληρο στην καθημερινη ζωη, οπου πολλη ωρα παλευω να διακρινω τι ειναι ονειρο και τι πραγματικη ζωη και τι πραγματικα εγινε.

-------------------
Ενας αντρας, γυρω στα τριαντα πεντε, στην πρωτη μας συναντηση, μου μιλησε για μια "μεμβρανη" που υπαρχει συνεχως αναμεσα σ' αυτον και τον κοσμο. Η πρωτη κριση συνεβη στα επτα του. Ηταν ενα "αγχος", οπως το ονομαζε, ενα "κενο", οπου για πρωτη φορα διαπιστωσε οτι η μητερα του, η αγκαλια της "δεν μπορουσε να τον παρηγορησει". Στα επομενα χρονια το "κενο" παρεμενε με διαφορες μορφες: "Ποιος ειμαι;" Καποιες φορες κοιτουσε μια καρεκλα απορωντας. Αυτο που εβλεπε ηταν ενα πραγμα, και ελεγε στον εαυτο του: "Αυτο ειναι καρεκλα …" Για μεγαλα διαστηματα ενοιωθε την καθημερινοτητα του στοιχειωμενη απο αυτο το αποκοσμο κενο, ακομα και χωρις να του συμβαινουν συγκεκριμενες εμπειριες αποπροσωποποιησης / αποπραγματοποιησης.

Το κλεισιμο
Τι κανει αυτους τους ανθρωπους ασθενεις; Οχι η ιδια η εμπειρια. Δεν υπαρχουν φυσιολογικες και παθολογικες εμπειριες. Τους αρρωσταινει η σταση που παιρνουν απεναντι σ' αυτην την εμπειρια.
Και τι χαρακτηριζει αυτον τον τροπο; Στις εμπειριες διασχισης τιναζεται κυριολεκτικα στον αερα η ταυτοτητα ανθρωπων, πραγματων, εαυτου. Ο ιδιος, η ενα πραγμα, δεν ειναι ταυτοσημο με τον εαυτο του:
- Αυτο ειναι το Big Ben - και δεν ειναι το Big Ben.
- Αυτος ειναι ο αντρας μου - και δεν ειναι ο αντρας μου.
- Αυτα ειναι τα χερια μου - και δεν ειναι τα χερια μου.
Ομως η ταυτοτητα δεν τιναζεται στον αερα για να αντικατασταθει απο μια αλλη, οπως π.χ. στον τρελλο που λεει πως ειναι ο Μεγας Ναπολεων, η στην παραισθηση, οπου π.χ. στα ματια της κορης η μητερα της εξαφνα παιρνει τη μορφη του διαβολου. Στη διασχιση τιναζεται στον αερα η ιδια η εννοια της ταυτοτητας!
Για ποιον λοιπον ειναι μια τετοια εμπειρια βασανιστικη; Για εκεινον για τον οποιο η αρχη της ταυτοτητας ειναι θεμελιο της υπαρξης του. Γι' αυτον απο-προσωποποιηση και απο-πραγματοποιηση ειναι ο χειροτερος εφιαλτης. Εφιαλτης γιατι το τελειως αλλο, που δεν ειναι καν ενα κατι αλλο, το ριζικα ξενο, που δεν ειναι καν ενα καποιο ξενο, εισβαλλει στην περιοχη του, στον νου και στο σωμα του. Εισβαλλει, διαρρηκτης, γιατι δεν βρισκει φιλοξενια. Μενει το ξενο σωμα που, επειδη δεν αφομοιωθηκε, γινεται αγκαθι. Γι' αυτο η παραμονη του στον τοπο της εισβολης ειναι για τον οικοδεσποτη βασανιστικη.
Τοτε κανεις, ακριβως επειδη παραμενει κλειστος απεναντι στο αλλο, μενει και καθηλωμενος στο βασανο. Το κλεισιμο απεναντι στο ξενο κραταει την πληγη ανοιχτη. Γινεται ασθενης.

Η επανασταση εναντια στο κενο. Déscartes
Το 1641 ο γαλλος φιλοσοφος René Déscartes δημοσιευσε ενα βιβλιο που εμελλε να αποτελεσει σταθμο: "Meditationes de prima philosophia" ["Στοχασμοι επανω στην πρωτη φιλοσοφια"]. Στις πρωτες παραγραφους διαβαζουμε τα εξης:
Εστω λοιπον οτι οχι ο παναγαθος θεος, η πηγη της αληθειας, αλλα ενα καποιο κακο πνευμα, που ειναι παντοδυναμο και συναμα πανουργο, εβαλε ολα τα δυνατα του να μ' εξαπατησει. Θελω να πιστευω πως ο ουρανος, ο αερας, η γη, τα χρωματα, οι μορφες, οι ηχοι και ολα τα εξωτερικα πραγματα δεν ειναι παρα το απατηλο παιχνιδι ονειρων με τα οποια στηνει παγιδες στην ευπιστια μου. Εμενα τον ιδιο θελω να με θεωρω σαν να μην ειχα χερια, ματια, σαρκα, αιμα, σαν να μην ειχα καθολου αισθησεις αλλα σαν να πιστευα λανθασμενα πως ολ' αυτα τα κατειχα. [...]
Και λιγο αργοτερα:
Η χθεσινη θεωρηση μ' εριξε σε τετοιες τεραστιες αμφιβολιες που πια δεν μπορω να τις ξεχασω, και παλι δεν βλεπω το πως μπορουν να λυθουν. Και, οπως σ' ενα ανυποπτο πεσιμο σε μια βαθια δινη, βρισκομαι σε τετοια συγχυση που ουτε μπορω να πατησω γερα στον βυθο ουτε ν' ανεβω κολυμπωντας στην επιφανεια.
Η περιγραφη μιλα εμφανως για μια εμπειρια διασχισης: Αποπραγματοποιηση (...ολα τα εξωτερικα πραγματα δεν ειναι παρα το απατηλο παιχνιδι ονειρων...), αποπροσωποποιηση (...σαν να μην ειχα χερια, ματια, σαρκα, αιμα...). Βεβαια στην βιβλιογραφια αναφερεται ως "μεθοδικη αμφιβολια", δηλαδη ως μεθοδος που εφαρμοζει ο Déscartes για να αποληξει σε μια σταθερη αληθεια, σε ενα αρχιμηδειο σημειο που να μην κλονιζεται ουτε απο τη μεγαλυτερη πλανη. Ομως θα μπορουσε ποτε να ειχε καν διανοηθει μια τετοια κατασταση, αν δεν την ειχε ζησει ο ιδιος;
Η "διασχιστικη" εμπειρια του Déscartes δεν τον καταβαλλει. Δεν τον τρεπει σε υποχωρηση. Ειναι μια ηρωικη φυγη προς τα εμπρος:
Μα θα επιμεινω σ' αυτην την σκεψη πεισματικα και - αν και δεν ειμαι σε θεση να γνωρισω κατι αληθινο - θα ειμαι αποφασισμενος να προσεξω, οσο περνα απ' το χερι μου, να μην συμφωνησω σε τιποτε λανθασμενο, ουτε να παρασυρθω απο εκεινον τον απατεωνα, οσο δυνατος και πανουργος κι αν ειναι.
Η επιμονη του, η παραμονη του στη "βαθια δινη", τον εντασσει στην χορεια εκεινων με τους οποιους δρομολογειται μια επανασταση της σκεψης που κυριαρχησε τον πλανητη και μπορει να αποτυπωθει με τo γνωστο "cogito ergo sum", "σκεφτομαι, αρα ειμαι".

Επιστημη
Σκεφτομαι, αρα ειμαι. Ποσο ξενος πρεπει να του εχει γινει ο κοσμος, ωστε να χρειαζεται μια αποδειξη για το οτι ... ειναι;
Σκεφτομαι, αρα ειμαι. Εδω βρισκεται η αφετηρια της επιστημης των νεοτερων χρονων. Η σημερινη εικονα της εχει μεν αλλαξει ριζικα. Αυτο που δεν εχει αλλαξει ειναι το σημειο εκκινησης - ωστοσο εχει γινει ακομα πιο απροσωπο, ακομα πιο αποκοσμο. Μυριζω ενα τριανταφυλλο. Τι θα πει αυτο στην οπτικη της επιστημης; Θα πει ενα παιχνιδι διαδρασης ηλεκτρομαγνητικων κυματων και φυσικοχημικων διεργασιων αναμεσα σε ενα πραγμα Χ (τριανταφυλλο) και ενα αλλο πραγμα Υ (ο ανθρωπος που μυριζει). Ομως και τα ιδια τα πραγματα Χ και Υ δεν ειναι ο,τι παραδοσιακα θεωρουσαμε: οντα, αλλα ενα παιχνιδι κι αυτα διαδρασης συστηματων της υλης, ανωνυμων δεδομενων, στο οποιο δινουμε εκ των υστερων ονοματα και νοηματα: "τριανταφυλλο", "εγω", "μυριζω", "ωραιο" κλπ.
Εμπρος στην αποπροσωποποιηση και αποπραγματοποιηση που θεμελιωνει τη συγχρονη επιστημη, η εμπειρια του Déscartes ειναι σχεδον γραφικη. Μοιαζει να ειναι η μοιρα της επιστημης, η "ερευνα", δηλαδη ο πολεμος εναντιον του αποκοσμου, να το ξαναγεννα σε μια ακομα πιο τερατωδη μορφη.

Καθοδον προς το απολυτο κλεισιμο
Mια πληγη που γινεται σαν πνευμονας και δια μεσου του ανασαινεις.
Elias Canetti
Η εννοηση του "απολυτου κλεισιματος" αναγεται στον Hegel. Σε αντιθεση με το απλως κλεισιμο, οπου το αρνητικο αποκλειεται και παραμενει παρον βασανιστικα, σαν ξενο σωμα, εδω το αρνητικο φιλοξενειται. Αυτη η φιλοξενια ειναι απολυτη: ο οικοδεσποτης στεγαζει το ξενο τοσο ουσιαστικα, που ξενωνεται ο ιδιος. Ομως σ' αυτην την ξενωση, περνωντας απο αυτην την ξενωση, αργα, ξαναβρισκει τον εαυτο του, αλλιως. "Περνωντας απο αυτην την ξενωση" θα πει: Η επιστροφη στον εαυτο ειναι δωρο του ξενου. Το ξενο, που μεσα του χαθηκα, με ξαναφερνει στον εαυτο μου.
Ενα τετοιο, απολυτο κλεισιμο, θα ηταν και η μορφη του τελους μιας ψυχαναλυσης που ευτυχησε. Διοτι το απλως κλεισιμο που αποκλειει, που εκφραζεται σαν πληγη που αιμορραγει ατελειωτα, εκδηλωνεται ως συμπτωμα και αρρωστια. Το απολυτο κλεισιμο σημαινει την ιαση. Συμβαινει τελειως διαφορετικα απ' ο,τι κανεις περιμενε. Σαν θαυμα. Το απολυτο κλεισιμο διατυπωνεται και με εναν στιχο του Hölderlin: Ομως οπου υπαρχει κινδυνος / Βλασταινει και το σωτηριο.
Το φαινομενο που μας απασχολει εδω, και που στην ψυχοπαθολογια καλειται "διασχιση", δεν μπορει πλεον, εχοντας αποληξει στο απολυτο κλεισιμο, να αποκαλειται ετσι. Θα το διευκρινισω με μερικα παραδειγματα απο τον χωρο της νοησης και την ποιησης. Τα εργα που θα μνημονευτουν ειναι αυτα καθαυτα αποτυπωσεις ενος απολυτου κλεισιματος.

Η φιλοσοφια
Μια σημειωση του Ludwig Wittgenstein:
Καθομαι σε ενα κηπο μ’ ενα φιλοσοφο, ο οποιος μου λεει ξανα και ξανα, δειχνοντας ενα δεντρο κοντα μας: ‘Γνωριζω οτι αυτο ειναι ενα δεντρο.’ Καποια στιγμη ερχεται ενας τριτος και ακουει αυτο το πραγμα. Τοτε εγω του λεω: ‘O φιλος απο δω δεν ειναι τρελος. Απλως φιλοσοφουμε’
Γιατι ο "φιλος απο δω" θα μπορουσε να ειναι τρελος; Καθε φορα που εχουμε να κανουμε με ενα δεντρο, οταν το φυτευουμε, το κλαδευουμε, οταν βγαζει φυλλα και καρπους κλπ., η προταση 'Γνωριζω οτι αυτο ειναι ενα δεντρο" εξυπακουεται. Ο φιλοσοφος ομως την λεει, και μαλιστα ξανα και ξανα. Λες και προσπαθει να το εντυπωσει, οτι αυτο ειναι ενα δεντρο, λες και χρειαζεται κατι ακομα για να τον ησυχασει. Λες και το δεντρο, ως δεντρο, του ειναι ανοικειο, ξενο - αποπραγματοποιημενο.
Ομως ο "φιλος απο δω" δεν ειναι τρελος. Γιατι οχι; Γιατι καθεται στον κηπο με τον συνομλητη του, απεναντι του εχει το δεντρο που του παρουσιαζεται ξενο κι ανοικειο, και μιλα γι' αυτο προφανως ησυχα και χωρις ταραχη. Δεν κλεινεται απεναντι του. Εχει προσδεχτει το ξενο του δεντρου στον εαυτο του, ειναι και ο ιδιος παρα-ξενος. Ειναι καθοδον προς το απολυτο κλεισιμο.
Ομως ηδη η πρωτη ερωτηση της φιλοσοφιας: "Τι το ον;", δεν μαρτυρει μια διασχιση; Το ον, τα πραγματα, δεν πρεπει να εχουν γινει αποκοσμα, για να ρωταει κανεις "Τι ειναι το ον;" Δηλαδη: "Τι ειναι αυτο που ειναι;";

Martin Heidegger
Ενας αλλος φιλοσοφος, ο Martin Heidegger, μιλα για το "αγχος". Κι εδω προκειται για μια εμπειρια διασχισης.
Στο αγχος κανεις "αγριευεται".
Στο αγχος τα πραγματα χανονται, διαρρεουν, και μαζι διαρρεω κι εγω ο ιδιος, διαρρεει αυτο που αναγνωριζω ως τον εαυτο μου. Μενω ενας "κανεις":
[Το αγχος] κανει το ον συνολικα να εξολισθαινει. Σ' αυτο ανηκει οτι κι εμεις οι ιδιοι - αυτοι οι οντες ανθρωποι - που ειμαστε εν μεσω του οντος εξολισθαινουμε μαζι του. Γι' αυτο βασικα δεν αγριευομαι "εγω" κι "αυτος" αλλα "κανεις".
Στην αγριαδα του αγχους εχει χαθει καθε τι το οικειο. Αν ο εαυτος ειναι ενα ειδος σπιτι που κατοικουμε, μια εστια, χανεται ακομη κι αυτο:
"Ομως εδω η αγριαδα εννοει συναμα την αν-εστιοτητα." Δεν υπαρχουν τα λογια να ειπωθει: "Το αγχος μας αφηνει αφωνους." Ειναι ενα Μηδεν που διαποτιζει τα παντα και συντονιζει αυτον που προσεβαλε στον τονο του:
Μια ουσιακη στεγη της αφωνιας ειναι το αγχος με την εννοια του τρομου, στον οποιο η αβυσσος του μηδενος συντονιζει τον ανθρωπο.
Το αγχος: "η αφωνη φωνη η οποια μας συντονιζει στον τρομο της αβυσσου."
Ετσι λοιπον
Δεν μενει κανενα κρατημα. Μενει μονο και μας πλημμυριζει - με την εξολισθηση του οντος - αυτο το "κανενα". Το αγχος αποκαλυπτει το Μηδεν.
Σ' αυτην την αγριαδα και την ανεστιοτητα, στην αφωνια εμπρος στον τρομο της αβυσσου, ο νοητης δεν καθηλωνεται απο το αποκοσμο που τον συνεπαιρνει. Δεν βυθιζεται στο βασανο και δεν ακινητοποιειται απο τον τρομο και δεν τρεπεται σε φυγη. Δεν καταλαμβανεται απο το "'αγχος' για το αγχος". Αντιθετα, μιλαμε για μια "προθυμια για το αγχος". Και τουτο
Διοτι στην εγγυτητα του ουσιακου αγχους ως του τρομου της αβυσσου κατοικει η αιδως.
Αιδως, οχι ως ντροπη αλλα ως ταπεινη δεκτικοτητα. Απεναντι σε τι; Ακριβως στο Μηδεν, το οποιο αποκαλυπτεται στο αγχος. Δεν προκειται πλεον για το μηδενιστικο Μηδεν της αμυνας αλλα για ενα πλουσιο Μηδεν που φανερωνεται ως το ιδιο το Ειναι:
Το καθαρο θαρρος για το ουσιακο αγχος εγγυαται την μυστηριακη δυνατοτητα της εμπειριας του Ειναι. [...] Μονος μεταξυ ολων ο ανθρωπος, καλουμενος απο την φωνη του Ειναι, εμπειραται το θαυμα θαυματων: ο τ ι το ον ε ι ν α ι.
Το απολυτο κλεισιμο: Το Μηδεν, ως αυτο τουτο, περνωντας μεσα απο την εμπειρια του, και ακριβως επειδη γινεται το περασμα μεσα απο την εμπειρια του, γινεται πληγη που διαμεσου της ανασαινεις, γινεται θαυμα θαυματων.


Dschuang Dschou
Λεει ενας ασθενης.
Ειναι σκληρο στην καθημερινη ζωη, οπου πολλη ωρα παλευω να διακρινω τι ειναι ονειρο και τι πραγματικη ζωη και τι πραγματικα εγινε.
Ρωταει ο Jack στο εργο "Fight Club".
Κοιμαμαι; Κοιμομουνα; Ο Tyler ειναι το κακο μου ονειρο, η εγω ειμαι το κακο ονειρο του Tyler;
Καπου την ιδια ερωτηση κανει και ο κινεζος σοφος Dschuang Dschou στην ιστορια του με τον τιτλο "Ονειρο πεταλουδας":
Καποτε ο Dschuang Dschou ονειρευτηκε πως ηταν πεταλουδα - μια χαρωπη πεταλουδα που χαιροτανε τη ζωη της και δεν γνωριζε τιποτα για καποιον Dschou. Αξαφνα, καθως ξυπνησε, ηταν ο Dschou με σαρκα και οστα. Ομως δεν ξερω αν ο Dschou ονειρευτηκε πως ειναι πεταλουδα, η αν η πεταλουδα [τωρα] ονειρευεται πως ειναι ο Dschou.
- Ομως αναμεσα στον Dschou και στην πεταλουδα θα 'πρεπε βεβαια να υπαρχει μια διαφορα!
- Αυτο ειναι που λεμε μεταβολη των πραγματων.

Ποια ειναι η διαφορα; Γιατι ο ασθενης και ο Jack βασανιζονται, ενω ο Dschuang Dschou μιλα τοσο ησυχα και αυτονοητα για τη "μεταβολη των πραγματων"; Γιατι ο εαυτος του, ως Dschuang Dschou, δεν ειναι το σπιτι του, η εδρα και το θεμελιο της υπαρξης του. Στο σπιτι του εαυτου του μπαινοβγαινει ελευθερα. Γι' αυτο δεν χρειαζεται να ερμηνευει τα ονειρα του, να τα εντασσει δηλαδη στην σφαιρα του ξυπνητου του Εγω.

T.S. Eliot
Το 1922 ο ποιητης T. S. Eliot δημοσιευσε μια μεγαλη συνθεση που εμελλε να γινει οροσημο: "Waste Land". (Ο Σεφερης μεταφραζει "Ερημη χωρα").
Στο πρωτο μερος του ποιηματος λεει:
Αποκοσμη πολη, / Μεσα στην καφετια αχλη μιας χαραυγης του χειμωνα, / Ενα πληθος πλημμυριζε τη γεφυρα του Λονδινου, τοσοι πολλοι, / Δεν το 'χα σκεφτει πως ο θανατος ειχε ξεκανει τοσους πολλους.
Στον ποιητη η πολη παρουσιαζεται αποκοσμη [unreal]. Το πληθος επανω στην Γεφυρα του Λονδινου φανταζει πομπη νεκρων. Προβαλλει ενας κοσμος αποπραγματοποιημενος. Αν κανεις
διαβασει το ποιημα, θα βρει αμετρητα παρομοια σημεια.
Γιατι αυτη, και οι συναφεις εμπειριες του Eliot, δεν τον καθιστα ασθενη; Πως γινονται καθοριστικες για ενα εργο τεχνης; Δυο χρονια νωριτερα ο Eliot δημοσιευσε ενα δοκιμιο με τον τιτλο "Tradition and the Individual Talent" . Σε ενα σημειο αναφερεται ακριβως στην αποπροσωποποιηση:
Αυτο που συμβαινει ειναι μια συνεχης υποταγη του εαυτου του [του καλλιτεχνη], καθως εκεινη την στιγμη βρισκεται σε κατι που εχει μεγαλυτερη αξια. Η προοδος ενος καλλιτεχνη ειναι μια συνεχης θυσια, μια συνεχης εξαλειψη της προσωπικοτητας.
Απομενει να ορισουμε αυτην την διαδικασια της αποπροσωποποιησης και την σχεση της με την αισθηση της παραδοσης. Σ' αυτην την αποπροσωποποιηση μπορει να ειπωθει οτι η τεχνη προσεγγιζει την κατασταση της επιστημης. Γι' αυτο θα σας καλεσω να αναλογιστειτε, σαν ενδεικτικη αναλογια, αυτο που συμβαινει οταν ενα κομματι απο λεπτα νηματα πλατινας εισαγεται σε ενα δοχειο που περιεχει οξυγονο και διοξειδιο του θειου
[...] Η αλλη οψη αυτης της απροσωπης θεωριας της ποιησης ειναι η σχεση του ποιηματος με τον συγγραφεα του. Και υπαινιχθηκα, με μια αναλογια, οτι ο νους του ωριμου ποιητη διαφερει απο αυτον του ανωριμου οχι ακριβως ως προς την αξιολογηση της "προσωπικοτητας", οχι επειδη ειναι πιο ενδιαφερων, η επειδη εχει "να πει περισσοτερα", αλλα μαλλον επειδη ειναι ενα πιο εκλεπτυσμενα τελειοποιημενο μεσον στο οποιο ειδικα, η πολυ ποικιλα αισθηματα ειναι ελευθερα να υπεισελθουν σε νεους συνδυασμους.
Η αναλογια ηταν αυτη του καταλυτη. Οταν τα δυο αερια που αναφερθηκαν προηγουμενως αναμειγνυονται με την παρουσια νηματων πλατινας, σχηματιζουν θεϊκο οξυ. Αυτος ο συνδυασμος συμβαινει μονο οταν ειναι παρουσα η πλατινα·· παρ' ολα αυτα το νεο οξυ που παραχθηκε δεν περιεχει ιχνος πλατινας, και η ιδια η πλατινα ειναι προφανως ανεπαφη· εμεινε αδρανης, ουδετερη, και αναλλοιωτη. Ο νους του ποιητη ειναι το κομματι της πλατινας. Μπορει εν μερει, η αποκλειστικα, να λειτουργει επανω στην πειρα του ιδιου του ανθρωπου· ομως, οσο τελειοτερος ειναι ο καλλιτεχνης, τοσο πιο ξεχωρα μεσα του θα ειναι ο ανθρωπος που υποφερει και ο νους που δημιουργει· τοσο τελειοτερα ο νους θα αφομοιωνει και θα μεταλλασσει τα παθη που ειναι το υλικο του.
[...] Ο νους του ποιητη ειναι οντως ενα δοχειο για την αποθηκευση αναριθμητων αισθηματων, φρασεων, εικονων, που παραμενουν εκει εως οτου ολα τα στοιχεια που μπορουν να ενωθουν για να σχηματισουν ενα νεο μιγμα, να ειναι παροντα μαζι.

Η αποπροσωποποιηση, συνοδος της αποπραγματοποιηση της παραδοσης, αφηνει τα δεδομενα της γυμνα, τα αποσυρει απο τα συμφραζομενα της παραδοσης, το κλιμα της. Τετοια δεδομενα παραθετει ο Eliot σε σημειωσεις για την "Ερημη χωρα", 52 τον αριθμο. Ηδη στο τετραστιχο μας, η "αποκοσμη πολη" ειναι αποηχος του Baudelaire: Fourmillante cité, cité pleine de rêves, / Où le spectre en plein jour raccroche le passant. Και το "τοσοι πολλοι, / Δεν το 'χα σκεφτει πως ο θανατος ειχε ξεκανει τοσους πολλους." φερνει τον Dante, Inferno, iii. 55–7: "si lunga tratta / di gente, ch'io non avrei mai creduto / che morte tanta n' avesse disfatta".
Ο καλλιτεχνης περνα απο την "αυτο-θυσια" της αποπροσωποποιησης, και τοτε τα αποπραγματοποιημενα κομματια, καποτε, ισως, "ενωνονται για να σχηματισουν ενα νεο μειγμα" - οπως η γυμνη παρουσια της πλατινας οδωνει τον σχηματισμο του διοξειδιου του θειου.
Εχουμε και παλι το "απολυτο κλεισιμο" του Hegel: Ο καλλιτεχνης περνα απο τον θανατο, αφηνει τον κοσμο, και καποτε ο κοσμος ξαναγυριζει σ' αυτον – στο εργο του.

Keiji Nishitani
Ο Nishitani (1900–1990) ειναι ενας απο τους σημαντικοτερους νοητες της Απω Ανατολης. Στο βιβλιο του με τον τιτλο της αγγλικης μεταφρασης "
Religion and Nothingness" και της γερμανικης "Was ist Religion?" λεει: "Ομως η ζωη ειναι εξαρχης ενα με τον θανατο." Πως εννοει αυτο το "εξαρχης ενα"; Προκειται για την εμπειρια του χρονου: Στην πραγματικοτητα αυτο που θα συμβει σε εκατο χρονια, ειναι ηδη εδω:
Αφου λεγεται πως μια στιγμη ειναι δεκα χιλιαδες χρονια και δεκα χιλιαδες χρονια ειναι μια στιγμη. Σε μια τετοια εκλαμψη, στο φως ενος τετοιου "πνευματικου οφθαλμου", αυτο που θα ειναι επικαιρο σ' εκατο χρονια ειναι επικαιρο ηδη σημερα.
Ο Nishitani μιλα για εναν "διπλο φωτισμο" των πραγματων, η για μια "διπλη θεαση". Ο δευτερος φωτισμος, η δευτερη θεαση βλεπει εναν σημερα ζωντανο ανθρωπο νεκρο, βλεπει εναν σκελετο. Ο Basho, σημειωνει ο Nishitani, προλογιζει ενα χαϊκου ως εξης:
Στο σπιτι του Homma Shume κρεμεται στον τοιχο της θεατρικης του σκηνης-Νο ενας πινακας που δειχνει μια σκηνη-Νο με μια ομαδα σκελετων που παιζουν με φλογερες και τυμπανα. Πειτε μου, γινεται η οψη της ζωης να διαφερει σε τιποτα απ' αυτο το παιξιμο; Ο αρχαιος θρυλος οπου εκεινος που βρισκεται σε υπνο με μια νεκροκεφαλη για μαξιλαρι, ειναι μεχρι τελους ανικανος να διακρινει ονειρο και πραγματικοτητα, επισης απεικονιζει την ζωη μας.
Ο "πνευματικος οφθαλμος" ειναι ενα ματι αποπροσωποιημενο! Το χαϊκου που ακολουθει λεει:
Ριπες κεραυνων - / Στο προσωπο μου / Χορτα της στεππας!
Και το σχολιο του Nishitani:
Καποτε ο ποιητης, σε μια απο τις περιπλανησεις του, επρεπε να περασει μια νυχτα σε μια τεφρα στεππα. Πανω στον ουρανο μαινονταν κεραυνοι, κι αξαφνα ειδε τον εαυτο του να κειτεται στο χορτο, με μια τουφα απο χορτα της στεππας στο προσωπο του. Ο βουδιστικος "διαλογισμος νεκροκεφαλης" και το παραδοσιακο θεμα της τεχνης απαρτιζουν το φοντο αυτου του χαϊκου. Ομως νεο εδω ειναι το οτι ενας ζωντανος ανθρωπος αναγνωριζει τον εαυτο του, ετσι οπως ειναι, στην εικονα της νεκροκεφαλης στο χορτο της στεππας. Σ' αυτο το ποιημα δεν προκειται λοιπον μονο για μια νεκροκεφαλη στο χορτο της στεππας. Μια ρηση του zen λεει: "Στο χωραφι παντου κρανια νεκρα." Αυτο το χωραφι μπορει να ειναι η Kinza [κεντρο του Tokio] η το Broadway. Βεβαια θα 'ρθει καιρος που εκει θα φυτρωσει και παλι το χορταρι της στεππας.
Ετσι διαβαζει και τους στιχους του Eliot που παρατεθηκαν προηγουμενως:
Το ματι γι' αυτην την διπλη θεαση μπορει κανεις να το βρει και σε μερικους μοντερνους δυτικους ποιητες. Στον T.S.Eliot λεει:
Αποκοσμη πολη, / Μεσα στην καφετια αχλη μιας χαραυγης του χειμωνα, / Ενα πληθος πλημμυριζε τη γεφυρα του Λονδινου, τοσοι πολλοι, / Δεν το 'χα σκεφτει πως ο θανατος ειχε ξεκανει τοσους πολλους.
Στην τελευταια γραμμη δειχνει την περιγραφη της κηδειας στην Κολαση του Dante, πως οι ανθρωποι χυνονται πανω στην Γεφυρα του Λονδινου. Η δραστηρια πολη Λονδινο, μια οφθαλμοφανης πραγματικοτητα, εμφανιζεται στον ποιητη ως αυτη τουτη ως "αποκοσμη", που θα πει: ως νεκρη. (Στο τελευταιο μερος της Ερημης Χωρας ονομαζονται "αποκοσμα" οχι μονο το Λονδινο αλλα κι η Ιερουσαλημ, η Αθηνα κι η Αλεξανδρεια, τα κεντρα γεννησης του δυτικου πολιτισμου. Το διπλωπικο ματι στρεφεται και στην ιστορια.)
Ενας τετοιος διπλος φωτισμος αρμοζει στην αληθινη οψη των πραγματων στην πραγματικοτητα τους. Την απαιτουν τα ιδια τα πραγματα.


Σχετικα κειμενα μου
Ο θανατος
[...] έτσι κι η νεκρή μητέρα μου δεν είναι τίποτα. Μόνο που καμιά παράσταση της δεν μπορεί να την αποδώσει όπως είναι σήμερα. Είναι λοιπόν, όμως χωρίς τη μορφή της, χωρίς τη φωνή της, όπως την είδα και την άκουσα άλλοτε. Είναι δίχως μορφή, δίχως φωνή, δίχως πρόσωπο, δίχως καν ν' αναγνωρίζεται ως μητέρα μου, γυναί¬κα του πατέρα μου κτλ. Δεν έχει καν φύλο. Ακόμα και το «την», η προσωπική της αντωνυμία, ηχεί παράταιρα. Όλα τους εξανεμίζο¬νται. Η νεκρή μητέρα μου, ως νεκρή, έχει απο-προσωποιηθεί. Είναι, όμως είναι ένα τίποτα - ο τονισμός τώρα πέφτει στο «είναι»: είναι ένα τίποτα.
Αυτό το τίποτα έχει αφήσει εκείνη τη μορφή που λεγόταν «μητέρα μου» πίσω. Και πάλι τη φέρνει μαζί του, απρόσωπη πια. Αυ¬τό το τίποτα έκτοτε με συντροφεύει. Όταν βλέπω το φως του ήλιου, αυτό το τίποτα βλέπει μαζί μου. Όταν χρησιμοποιώ το τηγάνι και την κατσαρόλα που πήρα από το σπίτι της, αυτό το τίποτα μαγει¬ρεύει μαζί μου. Τις ώρες που συνομιλώ έτσι μ' αυτό το τίποτα, απο-προσωποποιούμαι κι εγώ. Γίνομαι ένα τίποτα.
[...]
«Δεν μου φτάνουν οι ζωντανοί» γράφει ο Γιώργος Σεφέρης. Πρώτα στη συνομιλία με τους νεκρούς, στην οποία, επαναλαμβάνω τα λόγια του Ηράκλειτου, οι νεκροί πεθαίνουν τη ζωή των ζώντων, οι ζώντες ζουν το θάνατο των νεκρών, σ' αυτήν την αποπροσωποποίηση όπου συναντώνται το τίποτα με το τίποτα, γίνονται, είπα πριν, το φως περισσότερο φως, τα πράγματα περισσότερο πράγματα, γίνεται το σκοτάδι περισσότερο σκοτάδι. «Περισσότερο» θα πει εδώ: τώρα τα πάντα «βγάζουν σπίθες», αναφλέγονται, ο κόσμος γίνεται φωτιά «πῦρ άείζωον» τον αποκάλεσε ο Ηράκλειτος. Αυτόν τον κόσμο, λέει ο Εφέσιος στο ίδιο απόσπασμα, δεν τον εποίησε ούτε θεός ούτε άνθρωπος αλλά ήταν, είναι και θα είναι - πῦρ ἀείζωον.
''Μα πρεπει να μ' αρμηνεψουν οι πεθαμενοι...''

Θεραπεια
Η θεραπεια ως εργο τεχνης

Η ξενωση της μνημης. Βλεπε:

ψυχαναλυση_ΚΕΙΜΕΝΑ ΟΜΙΛΙΕΣ 1996-2000
Η εκδικηση
ψυχαναλυση_ΚΕΙΜΕΝΑ ΟΜΙΛΙΕΣ 2011-
Λογοτεχνια και Ψυχαναλυση
ψυχαναλυση_ΚΕΙΜΕΝΑ ΟΜΙΛΙΕΣ 2011-
''Μα πρεπει να μ' αρμηνεψουν οι πεθαμενοι...''
εν παροδω_ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
Επιζωντας τον θανατο
εν παροδω_ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
Ονειρα
μαθηματα_ΣΧΌΛΗ
- Λαθος χρονος
μαθηματα_ΕΠΟΠΤΕΙΕΣ
Οι ομορφες ωρες
ψυχαναλυση_ΚΕΙΜΕΝΑ ΟΜΙΛΙΕΣ 1996-2000
Η ψυχαναλυση στο τελος της Μεταφυσικης και η ελληνικη νοηση
εν παροδω_ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
Ηρακλειτος, απ. 50: ΟΥΚ ΕΜΟΥ ...
μαθηματα_ΕΠΟΠΤΕΙΕΣ
Μια ιστορια του Nietzsche

Σημειωσεις επανω στο ''Το αμαρτημα της μητρος μου'' του Γεωργιου Βιζυηνου

[Ομιλια στα Εκπαιδευτηρια Βασιλειαδη, Θεσσαλονικη, Φεβρουαριος 2014]

Η εποχη
Με εξαιρεση τους διαλογους, το διηγημα ειναι γραμμενο στην καθαρευουσα:
Άλλην αδελφήν δεν είχομεν παρά μόνον την Αννιώ. Ήτον η χαϊδεμμένη της μικράς ημών οικογενείας και την ηγαπώμεν όλοι. Αλλ’ απ’ όλους περισσότερον την ηγάπα η μήτηρ μας. Εις την τράπεζαν την εκάθιζε πάντοτε πλησίον της και από ό,τι είχομεν έδιδε τον καλλίτερον εις εκείνην. Και ενώ ημάς μας ενέδυε χρησιμοποιούσα τα φορέματα του μακαρίτου πατρός μας, διά την Αννιώ ηγόραζε συνήθως νέα.
Η καθαρευουσα ειναι περιεργη γλωσσα. Δεν ειναι μητρικη γλωσσα. Ποτε δεν αποκτησε εκεινη την ζεστη αμεσοτητα, εκεινη την οικειοτητα οπου τα πραγματα φωλιαζουν στις λεξεις τους σαν σε μητρικη αγκαλια. Επινοηθηκε απο του λογιους του 18ου αιωνα και χρησιμοποιηθηκε απ' αυτους και την κρατικη γραφειοκρατια. Γι' αυτο αλλωστε και δεν εφαρμοζεται στους διαλογους του διηγηματος. Και σιγουρα ο συγγραφεας, αν αφηγουνταν σε καποιον τις αναμνησεις του που ακουσαμε, η εαν τις αναλογιζοταν ο ιδιος, θα τις ελεγε στο ιδιωμα του τοπου καταγωγης του, τα θρακιωτικα. Για να τις καταγραψει στο διηγημα, πρεπει να τις μεταφρασει στην καθαρευουσα. Κι εμεις παλι, οταν διαβαζουμε τα λογια του, ασυναισθητα τα μεταφραζουμε πισω στην καθομιλουμενη γλωσσα μας. Το "Ήτον η χαϊδεμμένη της μικράς ημών οικογενείας και την ηγαπώμεν όλοι." το ακουμε: "Ηταν η χαιδεμενη της μικρης μας οικογενειας και την αγαπουσαμε ολοι."
Το αποσπασμα, αμεταφραστο, δεν μας αγγιζει, δεν μας διαπερνα. Ακουστε το οταν γινεται παρασταση.
Άλλην αδελφήν δεν είχομεν παρά μόνον την Αννιώ. Ήτον η χαϊδεμμένη της μικράς ημών οικογενείας και την ηγαπώμεν όλοι. Αλλ’ απ’ όλους περισσότερον την ηγάπα η μήτηρ μας. Εις την τράπεζαν την εκάθιζε πάντοτε πλησίον της και από ό,τι είχομεν έδιδε τον καλλίτερον εις εκείνην. Και ενώ ημάς μας ενέδυε χρησιμοποιούσα τα φορέματα του μακαρίτου πατρός μας, διά την Αννιώ ηγόραζε συνήθως νέα.
Η εμφανης προσπαθεια του ηθοποιου να αποδοσει τον λογο φυσικα, να τον απαγγειλει οπως μιλουμε, φερνει το ακριβως αντιθετο αποτελεσμα. Στολιζει ενα πτωμα.
Η καθαρευουσα δεν ειναι γλωσσα της καθημερινη συνομιλιας. Οταν το πτωμα δεν στολιζεται, οταν δεν υπαρχει η αποπειρα να ειπωθει φυσικα, ακουγεται καπως ετσι:
Η συναίσθησις του αμαρτήματος, η ηθική ανάγκη της εξαγνίσεως και το αδύνατον της εξαγνίσεως αυτού – τι φρικτή και αμείλικτος Κόλασις! Επί εικοσιοκτώ τώρα έτη βασανίζεται η τάλαινα γυνή χωρίς να δυνηθή να κοιμίση τον έλεγχον της συνειδήσεώς της, ούτε εν ταις δυστυχίαις ούτε εν ταις ευτυχίαις της!
Νομιζουμε πως ακουμε πολιτικο, η νομικο αλλων εποχων!
Η μεταγλωττιση παλι στη νεα ελληνικη γλωσσα, μας βοηθα να διακρινουμε ενα αλλο χαρακτηριστικο της καθαρευουσας. Ακουμε ενα αποσπασμα στο πρωτοτυπο:
Δεξιόθεν σκαμνίον σκεπασμένον με μαύρον ύφασμα, επί του οποίου υπήρχε σκεύος πλήρες ύδατος και εκατέρωθεν δύο λαμπάδες αναμμέναι. Η μήτηρ μου γονυπετής εθυμίαζε τ’ αντικείμενα ταύτα προσέχουσα επί της επιφανείας του ύδατος.
Και σε ελευθερη μεταγλωτισση.
Στα νεα ελληνικα η αναγνωση μπορει να υποβαλλει μια ατμοσφαιρα, να ασκει μια ψυχολογικη επιδραση. Απευθυνεται στον εσωτερικο κοσμο. Η καθαρευουσα μας καθηλωνει στην εξωτερικοτητα. Το τεχνητο και εξεζητημενο της, το "δηθεν", ακριβως επειδη δεν επιτρεπει εσωτερικευση και μας κρατα εξω στα πραγματα, εχει μια σκηνικοτητα, μια δυναμη και πλαστικοτητα των εικονων, την οποια το δυναμικο της καθομιλουμενης γλωσσας, με την ταση της να εκφραζει εσωτερικες, ψυχολογικες καταστασεις, δεν διαθετει.
Τι διακρινει τωρα σκηνες οπως αυτες του διηγηματος; Εκεινες οι αναμνησεις, εκεινα τα παλια πραγματα, στη θεατρικη τους επισημοτητα, ειναι οπως οι παλιες φωτογραφιες, τα παλια πορτραιτα, με το ελαφρα κιτρινισμενο χαρτι, τα προσωπα μεσα σε ενα οβαλ πλαισιο, προστατευμενα απο την κορνιζα τριγυρω και το γυαλι απο πανω τους. Αυτες οι εικονες εχουν κατι απο εικονισμα - οπου τωρα οι ουρανιες μορφες στον τοιχο με το καντηλι εδωσαν τη θεση τους στις προγονικες. Εχουν ο,τι ο φιλολογος Walter Benjamin αποκαλει "λατρευτικη αξια". (Σε αντιθεση με τις σημερινες φωτογραφιες, που εχουν "εκθεσιακη αξια".) Ομως το αντικειμενο της λατρειας δεν μπορει να ειναι ψυχολογικο αντικειμενο. Δεν επιδεχεται αναλυση, ερμηνεια, επερωτηση και επεξηγηση.
Ενα αλλο στοιχειο, απαγορευτικο για την ψυχολογικη προσβαση στους ανθρωπους εκεινης της εποχης, ειναι το οτι η ζωη οριζονταν εντονα απο την θρησκεια και τα τελετουργικα της, πολυ πριν αυτα γινουν φολκλορ. Το διηγημα ειναι γεματο απο δαυτα. Το τελετουργικο, με την προδιαγραμμενη του ακολουθια, με τις συνεχομενες επαναληψεις, π.χ. του "Κυριε ελεησον", σε αδειαζει. Εξαλειφει το Εγω. Ισως σ' αυτο το κλιμα, οπου δεν ηταν το Εγω το σημειο αναφορας, ηταν δυνατες και φρασεις οπως:
και επαίζαν τα βιολιά ... κι’ εγύρνα η κανάτα με το κρασί από χέρι σε χέρι.
Ειναι οπως σε κατι καλαντα που κρατουν απο τους βυζαντινους χρονους:
Βαστάει πέννα και χαρτί
χαρτί και καλαμάρι

Ομως:
Το καλαμάρι έγραφε
και το χαρτί ομίλει.

Η ψυχολογικη σκεψη προϋποθετει την εξατομικευση, την εστιαση στο Εγω. Μια ψυχολογικη ερμηνεια των προσωπων του διηγηματος θα τους προσηπτε εναν ψυχισμο ο οποιος δεν υπαρχει σ' αυτα με τον τροπο που εμεις γνωριζουμε. Χρειαζεται λοιπον προσοχη. Οι ηρωες στο "Το αμαρτημα της μητρος μου" δεν ειναι ολοτελα σαν εμας. Δεν θα πρεπει να τους κρινουμε με τα δικα μας μετρα, αλλα να τους προσεξουμε, πως δειχνονται στο διηγημα αυτοι οι ιδιοι.

Ο Γιωργης και ο Αφηγητης
Το διηγημα ειναι αυτοβιογραφικο και, οπως πλεον μαθαινουμε απο τα παιδια μας, εχουμε ομοδιηγητικο αφηγητη και πρωτοπροσωπη αφηγηση: Ο αφηγητης μιλα σε πρωτο προσωπο και ειναι συναμα προσωπο της ιστοριας. Και παλι ο φιλοσοφος και λογοτεχνης Γεωργιος Βιζυηνος των 34 ετων και ο καπου εξαχρονος Γιωργης δεν ταυτιζονται. Θα χρειαστει να τους δουμε ξεχωριστα. Οπου βεβαια στον ενηλικα θα αναγνωρισουμε αποηχους του μικρου αγοριου.

Ο Γιωργης
Η προσκολληση στη μητερα
Ο Γιωργης μαθαινει απο τη μητερα του πως, μετα τον θανατο του βρεφους και τη δικη του γεννηση, η δευτερη κορη, η Αννιω, εχει ολη την προσοχη και φροντιδα της. Αυτον τον "παραμελει". Ο πατερας τον λεει "το αδικημενο του". Ζηλευει:
Και εζούλευες εσύ, και έγεινες του θανατά από τη ζούλια σου.
Ο Γιωργης δεν θυμαται τιποτα απ' αυτα. Ηδη απο την αρχη δηλωνει:
Και όχι μόνον ανειχόμεθα τας προς αυτήν περιποιήσεις αγογγύστως, αλλά και συνετελούμεν προς αύξησιν αυτών, όσον ηδυνάμεθα.
Αυτο που θελει η μητερα, το θελει κι αυτος. Προσπαθει να της ειναι "όσον το δυνατόν αρεστότερος". Στην εκκλησια, οπου την ακουει να τον προσφερει ανταλλαγμα για να σωθει η κορη της, κατατρομαζει. Ομως αργοτερα θα αποτανθει στον νεκρο πατερα του, εστω και με "παραπονο":
Έλα πατέρα – να με πάρης εμένα. Έλα πατέρα – να με πάρης εμένα – για να γιάνη το Αννιώ!
Το 'θελω αυτο που θελεις' μενει μεχρι την ενηλικη ζωη. Οταν τολμα να φερει αντιρρηση στη μητερα του για το Κατερινιω, τη δευτερη θετη κορη της, "προς μεγίστην της μητρός μου έκπληξιν", καθοτι δεν περιμενε αντιλογο απ' αυτον, η μητερα υπερασπιζεται το Κατερινιω με παθος, και αυτος: "δεν ετόλμησα να προφέρω λέξιν." Και οταν του εξομολογειται το αμαρτημα της, συντριβεται:
... σε ζητώ συγχώρησι διά την ασπλαγχνίαν μου. Σε υπόσχομαι ν’ αγαπώ το Κατερινιώ σαν την αδελφή μου, και να μη της είπω τίποτε πλέον, τίποτε δυσάρεστο.
Και:
Αφ’ ης στιγμής έμαθον την θλιβεράν της ιστορίαν, συνεκέντρωσα όλην μου την προσοχήν εις το πώς ν’ ανακουφίσω την καρδίαν της...
Ομως ηδη πριν, οταν μενει στο εξωτερικο, γραφει ενα ποιημα που εχει τιτλο "Η Θλιβερη ιστορια". Μιλα για τη μητερα του, μια "γρηά" που
'μερονυχτῆς, σὰν κλαδεμένο κλῆμα,
σὰν μνημορόπετρα γυρτή, μοιρολογᾷ καὶ κλαίει.

Το ποιημα τελειωνει με τους στιχους:
Τώνα παιδί της ξενητειὰ καί τ' άλλο σκοτωμένο!
Κι' αυτή, που θέλει στήριγμα νά γύρη ν' ακουμβήση,
τώνα δέν τώχει ζωντανό, τ' άλλο 'χει 'ποθαμένο –
Θεός να τήνε λυπηθή, νά τήν παρηγορήση!

Ο Γιωργης περιφερεται στο πεδιο βαρυτητας της μητερας:
... την συνώδευον κατά τας διακοπάς των μαθημάτων, παίζων παρ’ αυτή, ενώ εκείνη έσκαπτεν ή εξεβοτάνιζεν.
Οταν τον παρασερνει το ποταμι και η μητερα του τον σωζει, η σκεψη του διολου δεν πηγαινει στον κινδυνο που διετρεξε ο ιδιος αλλα σ' αυτην:
Πώς δεν έγεινα αιτία να πνιγή και εκείνη μετ’ εμού, είναι θαύμα.
Αυτα τα πραγματα βεβαια πολλες φορες ειναι αμφιδρομα. Η μητερα επισης τον προτιμα απο τους αλλους δυο αδελφους του:
... ηγάπων την αδελφήν μου, και εθεώρουν μεγάλην προτίμησιν να είμαι διαρκώς πλησίον της και πλησίον της μητρός μου,
Και αργοτερα τον εχει ως προστατη της:
Και όμως, οσάκις επρόκειτο περί της θετής αυτής θυγατρός, τα ελησμόνει όλα ταύτα και εφοβέριζε τους αδελφούς μου, ότι ελθών εγώ από τα ξένα θα τους εντροπιάσω διά της γενναιότητός μου, και θα προικίσω και θα υπανδρεύσω την κόρην της εν πομπή και παρατάξει.
...
– Ε; Αμ’ τι θαρρείτε! Εμένα το παιδί μου με το υποσχέθηκε! Ας έχη την ευχή μου!

Τι μπορουμε να πουμε γι' αυτην την προσκολληση; Ο Γιωργης ειναι "το αδικημενο". Και συχνα τοσο ο αδικημενος οσο και ο αδικησας αργοτερα επιζητουν να επανορθωσουν την αδικια. Ενδεχομενως ο Γιωργης αναζητα εκεινη την τρυφεροτητα που του ελειψε, και η μητερα να παρασχει εκεινη την φροντιδα που παραμελησε. Τετοια υπολοιπα πολλες φορες δενουν τους ανθρωπους, τον ενα με τον αλλο, σε εναν φαλτσο, και γι' αυτο ανελευθερο δεσμο. Γιατι φαλτσος και ανελευθερος; Γιατι σ' αυτην τη ζωη ο,τι εγινε, εγινε. Τιποτα δεν επανορθωνεται αληθινα. Η μονη διεξοδος ειναι η παραιτηση απο τετοιες, ανεφικτες πια προσδοκιες. Και η παραιτηση απο αυτο που κανεις δεν ειχε, η που αμελησε, ειναι το δυσκολοτερο.
Ο φοβος
Ο Γιωργης, ειδαμε, αναζητα να κουρνιασει στο κουκουλι της μητρικης ευνοιας. Το καθε κουκουλι εχει και τις παγιδες του. Διοτι χωριζει τον κοσμο στα δυο: στη θαλπωρη μεσα στο καστρο του και στο απεξω του, που παιρνει τη συμπληρωματικη του μορφη, αυτην του κακου, του απειλητικου, του αγριου. Στην αρρωστια της Αννιως, και ιδιαιτερα στα τελευταια της, ο Γιωργης πετιεται εξω απο το κουκουλι των ονειρων του: Η μητερα του θα τον ανταλλασσε με την κορη της. Εξω απο το κουκουλι, εξω απο τον οικειο, ζεστο κοσμο, οντα αλλοκοτα καραδοκουν να εισβαλουν:
Οσάκις το φλογίδιον μιας κανδύλας έτρεμε, μοι εφαίνετο, πως ο Άγιος επί της απέναντι εικόνος ήρχιζε να ζωντανεύη, και εσάλευε, προσπαθών ν’ αποσπαθή από τας σανίδας, και καταβή επί του εδάφους
....
Οσάκις πάλιν ο ψυχρός άνεμος εσύριζε διά των υψηλών παραθύρων, σείων θορυβωδώς τας μικράς αυτών υέλους, ενόμιζον, ότι οι περί την εκκλησίαν νεκροί ανερριχώντο τους τοίχους και προσεπάθουν να εισδύσωσιν εις αυτήν. Και τρέμων εκ φρίκης, έβλεπον ενίοτε αντικρύ μου ένα σκελετόν, όστις ήπλωνε να θερμάνη τας ασάρκους του χείρας επί του μαγκαλίου, το οποίον έκαιε προ ημών.

Σ' αυτα τα οντα ανηκει κι ενας περιπλανωμενος γυφτος που σκαρωσε ενα μοιρολοϊ για την Αννιω:
Εγώ την εκράτουν σφιγκτά από του φορέματος και έκρυπτον το πρόσωπόν μου εις τας πτυχάς αυτού, διότι όσον γλυκείς ήσαν οι ήχοι εκείνοι, τόσον φοβερά μοι εφαίνετο η μορφή του αγρίου των ψάλτου.
Ο τρομος τον ακολουθει σ' ολα τα περιστατικα της νυχτας που πεθανε η Αννιω.
Θα ελεγε κανεις: Φυσικο ειναι, μικρο παιδι να τα ζει αυτα. Ο Γιωργης ειναι το μονο παιδι που εκτιθεται στις σκηνες του θανατου. Και η μητερα του εχει χασει καθε μητρικοτητα απεναντι του. Ακριβως επειδη την βαραινει το "αμαρτημα" της, δεν στεκει ορθη απεναντι σ' αυτον τον δευτερο θανατο, κι ετσι δεν μπορει να ειναι ζωντανο παραδειγμα για τον γιο της. Τον μεταχειριζεται σαν προεκταση της:
– Μη φοβείσαι, παιδάκι μου, με είπε μυστηριωδώς, είναι τα φορέματα του πατρός σου. Έλα, παρακάλεσέ τον και συ να έλθη να γιατρέψη το Αννιώ μας.
Ομως και μεγαλος πια ο Γιωργης, οταν γυριζει απο τα ξενα, και η μητερα ετοιμαζεται να του φανερωσει το μυστικο της, δηλαδη και παλι κατι που δεν γνωριζε γι' αυτην, κατι που θα την εκανε στα ματια του μιαν αλλην απ' αυτην που ηξερε, τα γονατα του "έτρεμον ... εξ αορίστου αλλ’ ισχυρού τινος φόβου."
Ο φοβος του Γιωργη ειναι αλλος απο τον φοβο που με πιανει αν δω π.χ. ενα λιονταρι εμπρος μου, η αν συμβει ενας δυνατος σεισμος. Εχει κατι το αποκοσμο. Δεν ειναι φοβος για ενα πραγμα. Ειναι φοβος απεναντι σε κατι μυθικο, πιο δυνατος, πιο σαρωτικος κι απο τον ιδιο τον θανατο. Ειναι φοβος που απανταται περισσοτερο στα παιδια, που ομως πολλες φορες απλωνει τον ισκιο του, βαζει τις πινελιες του και στους φοβους που στοιχειωνουν τους μεγαλους.
Η μοναξια και το "Φασμα"
Ο Γιωργης ειναι μοναχικος. Δεν υπαρχουν πουθενα σημαδια καποιας συντροφικοτητας με τα αδελφια του. Η προτιμηση της μητερας του, και το καμαρι του γι' αυτο, τον απομονωνει. Ακομη και στα ενηλικα χρονια του μιλα για την "εκ της μονώσεως μελαγχολίαν". Στην επιτυμβια πλακα του εχουν γραφει οι τελευταιοι στιχοι απο το ποιημα του με τον τιτλο "Παρομοιωσις":
Και μονάχ’ αντηχούνε στη μαύρη σιγή,
τα πικρά, τα πικρά μου τραγούδια…

Στη μοναχικοτητα, εκει που ο κοσμος ειναι κλειστος και αχρωμος, συχνα υπαρχει και η προσδοκια να φωτιστει απο μια μορφη που θα ερθει απο αλλου, εξω απο τον τοπο του, απο μια ου-τοπια. Ετσι τρεφεται απο σκηνικα. Ονειρευεται πρωτα μια ιδανικη αδελφη
της οποίας η φαιδρά μορφή κ’ αι συμπαθητικαί φροντίδες να εξορίσουν από της καρδίας μου την εκ της μονώσεως μελαγχολίαν, και να εξαλείψουν από της μνήμης μου τας κακοπαθείας όσας υπέστην εν τη ξένη. Προς ανταλλαγήν εγώ θα επροθυμούμην να τη διηγώμαι τα θαυμάσια των ξένων χωρών, τας περιπλανήσεις και τα κατορθώματά μου, και θα ήμην πρόθυμος να τη αγοράζω ό,τι αγαπά· να την οδηγώ εις τους χορούς και τας πανηγύρεις· να την προικίσω, και τέλος να χορεύσω εις τους γάμους της.
Ηδη η πρωτη ψυχοκορη παιρνει μια τετοια θεση:
μετέβαλε το μονότονον και αυστηρόν του οικογενειακού ημών βίου, και εισήγαγεν εκ νέου αρκετήν ζωηρότητα.
Γραφει ακομα:
Την προς τα κοράσια κλίσιν της [μητερας] την εύρισκον σύμφωνον προς τα αισθήματα και τους πόθους μου.
Ενα κοριτσι "φαιδρο", με "συμπαθητικες φροντιδες", με "ζωηροτητα". Κανει εντυπωση η αντιθεση προς την Αννιω, εκεινο το φιλασθενο, αδυναμο, υποτονικο πλασμα που καθορισε το σκοτεινο και θανατερο κλιμα, τη νεκριλα των παιδικων του χρονων.
Φαινεται πως αυτο το ονειρο τον ακολουθει και στην ενηλικη ζωη του: Το κοριτσι που θα φωτισει επιτελους τη ζωη του. Ισως ακριβως επειδη κυνηγουσε μια χιμαιρα, οι ερωτες του, που φαινεται πως ηταν πολλοι, δεν ευτυχησαν. Και στο Δρομοκαϊτειο πλεον, αναπολωντας μια δεκατετραχρονη κοπελα, θα γραψει:
Καί από τότε πού θρηνώ 
τό ξανθό καί γαλανό
καί ουράνιο φώς μου,
μετεβλήθη εντός μου
καί ο ρυθμός τού κόσμου.


Ο Αφηγητης
Ο αφηγητης δεν ειναι πια ο Γιωργης. Ειναι ο Γεωργιος Βιζυηνος. Το πραγματικο του ονομα ηταν Γεώργιος Μιχαήλ Σύρμας ή Μιχαηλίδης. Η επιλογη του "Βιζυηνος" ως ψευδωνυμου μαρτυρει την προσκολληση στον τοπο καταγωγης του. Στο ποιημα "Η Θλιβερη Ιστορια" αναφερεται στο χωριο του και στη μητερα του. Αρχιζει ετσι:
Ὁ Χρόνος, που κάθε κακό 'μερόνει και κοιμίζει,
ολίγο 'πες 'ξεθύμανε την πίκρα του καϋμου μου.
Μια λύπη μόνον 'μέρωση και ύπνο δεν γνωρίζει,
μια ιστορία θλιβερή δεν 'βγαίν' από τον νου μου.

Και ενα απο τα στοιχεια που επεφεραν αυτην την προσκολληση ειναι ενδεχομενως οσα αναφερονται στο "Το αμαρτημα της μητρος μου".
Ενθυμούμαι τους μαύρους και μεγάλους αυτής οφθαλμούς, και τα καμαρωτά και σμιγμένα της οφρύδια, τα οποία εφαίνοντο τόσω μάλλον μελανότερα, όσω ωχρότερον εγίνετο το πρόσωπόν της.
...
Ενθυμούμαι ακόμη οποίαν εντύπωσιν έκαμεν επί της παιδικής μου φαντασίας η πρώτη εν τη εκκλησία διανυκτέρευσις.
...
Μοι φαίνεται, ότι βλέπω ακόμη την μαύρην και λιγδεράν κόμην, τους μικρούς και φλογερούς οφθαλμούς και τ’ ανοιχτά και τριχωμένα στήθη του.

Κανει εντυπωση ποσο ζωντανες μενουν οι εικονες μετα απο σχεδον 30 χρονια. Η πρωτη νυχτα στην εκκλησια, η τελευταια μερα της Αννιως, ειναι τοσο αναγλυφες, σαν να τις ζει και παλι. Και ειναι ολες τους σκηνες που εζησε με τρομο.
Θα μπορουσαμε να μιλησουμε για αυτο που αποκαλειται "ψυχικο τραυμα". Προκειται για εμπειριες που τον συγκλονισαν, επειδη τον πεταξαν εξω απο ο,τι του ηταν οικειο, που τις εζησε σαν σεισμο της ιδιας του της υπαρξης. Εμπειριες που τον βρηκαν ολοτελα απροετοιμαστο, γιατι ηταν εξω απο τον κοσμο του. Τετοιες τραυματικες εμπειριες ειναι για τους περισσοτερους πασχοντες η διαμονη στα στρατοπεδα συγκεντρωσεως, η βιωση μιας φυσικης καταστροφης, ενος δυστυχηματος, μιας κακοποιητικης συμπεριφορας. Σε αλλοτε αλλη ενταση επανερχονται αργοτερα σαν σκηνες που τις ζει κανεις στα ονειρα και στον ξυπνο του. Οσα εζησε ο μικρος Γιωργης, τον σημαδευουν.
Στο διηγημα ομως υπαρχει και ενας αλλος τονος:
Όλος ο κόσμος το έλεγεν ότι είχεν εξωτικόν. ...
Έπρεπε λοιπόν να μείνη σαράντα ημερονύκτια εντός της εκκλησίας, ... ίνα σωθή από το σατανικόν πάθος, το οποίον εμφωλεύσαν ήλεθε τόσον αμειλίκτως το τρυφερόν της ζωής αυτής δένδρον.
Σαράντα ημερονύκτια. Διότι μέχρι τοσούτου ειμπορεί να αντισταθή η τρομερά ισχυρογνωμοσύνη των δαιμονίων εις τον αόρατον πόλεμον μεταξύ αυτών και της θείας χάριτος. ...
Ευτυχείς αυτοί, εάν έχωσι τότε αρκετάς δυνάμεις ν’ ανθέξωσιν εις τους κλονισμούς του αγώνος. Οι αδύνατοι συντρίβονται υπό το μέγεθος του εν αυτοίς τελουμένου θαύματος. Αλλά δεν μετανοούσι διά τούτο. Διότι αν χάνουν την ζωήν, τουλάχιστον κερδαίνουν το πολυτιμότερον. Σώζουν την ψυχήν των.

Εδω ακουω μια ειρωνεια, λεπτη και συναμα οξυτατη. Θα ηταν η ειρωνεια του μορφωμενου πλεον ενηλικα, που σπουδασε Φιλοσοφια και Ψυχολογια στην Αθηνα και στο εξωτερικο, και που αντιμετωπιζει την πιστη και τις δεισιδαιμονιες του "λαου" με την ανωτεροτητα του επιστημονα:
Πάσα νόσος, άγνωστος εις τον λαόν, διά να θεωρηθή ως φυσικόν πάθος, πρέπει, ή να υποχωρήση εις τας στοιχειώδεις ιατρικάς του τόπου γνώσεις, ή να επιφέρη εντός ολίγου τον θάνατον. Ευθύς ως παραταθή και χρονίση, αποδίδεται εις υπερφυσικάς αιτίας, και χαρακτηρίζεται ως εξωτικόν.
Θα μπορουσαν η ειρωνεια και η υπεροψια του σπουδαγμενου να επιστρατευονται ως αμυνα απεναντι στην "θλιβερη ιστορια" που εζησε ο μικρος Γιωργης και που "δεν βγαινει απο τον νου" του;
Οπως και να 'χει, η αποκαλυψη του "αμαρτηματος", του ανοιγει τα ματια:
Η εκμυστήρευσις αύτη έκαμε βαθυτάτην επ’ εμού εντύπωσιν. Τώρα μου ηνοίγησαν οι οφθαλμοί, και εκατάλαβα πολλές πράξεις της μητρός μου, αι οποίαι πότε μεν εφαίνοντο ως δεισιδαιμονία, πότε δε ως αυτόχρημα μονομανίας αποτελέσματα.
Ειναι η εποχη οπου η γνωση εχει πλεον καταστει κυριαρχος τροπος αναφορας στα πραγματα.
έπρεπε να μάθωμεν όλοι τα γράμματά μας ... Διότι, έλεγεν η μήτηρ μας, άνθρωπος αγράμματος, ξύλον απελέκητον.
"Μου ανοιγουν τα ματια" θα πει τωρα "Καταλαβαινω". Κατι ειναι εγκυρο, γινεται αποδεκτο οταν γνωριζω την αιτια του, τον αποχρωντα, δηλαδη τον επαρκη λογο του, το Γιατι του.
Ο αποχρων λογος γινεται το οχημα που οδηγει στην αθωωση. Στην αφεση των αμαρτιων. Μ' αυτον τον τροπο ο αφηγητης επιζητει να ανακουφισει την καρδια της μητερας:
Αφ’ ης στιγμής έμαθον την θλιβεράν της ιστορίαν, συνεκέντρωσα όλην μου την προσοχήν εις το πώς ν’ ανακουφίσω την καρδίαν της, προσπαθών να παραστήσω εις αυτήν αφ’ ενός μεν το απρομελέτητον και αβούλητον του αμαρτήματος, αφ’ ετέρου δε την άκραν του Θεού ευσπλαγχνίαν, την δικαιοσύνην αυτού, ήτις δεν ανταποδίδει ίσα αντί ίσων, αλλά κρίνει κατά τους διαλογισμούς και τας προθέσεις μας.
Της λεει: Εισαι αθωα γιατι δεν το προμελετησες, δεν το ηθελες, δεν ηταν η προθεση σου. Επιστρατευει και το ιδιο τον θεο, ο οποιος κρινει, υποτιθεται με τον ιδιο τροπο. Ζητα και τη συνεπικουρια του πατριαρχη:
Το ύψιστον αυτού αξίωμα, το εξαίρετον κύρος, μεθ’ ου περιβάλλεται πάσα θρησκευτική του ρήτρα, έμελλεν αναμφιβόλως να εμπνεύση εις την μητέρα μου την πεποίθησιν της αφέσεως του κρίματός της.
Το οτι τα πραγματα δεν παν ετσι, το δειχνει το ακαρπο αυτων των παρεμβασεων. Η μητερα δεν πειθεται. Και ο αφηγητης τοτε:
και εγώ εσιώπησα
Μ' αυτες τις λεξεις τελειωνει το διηγημα. Η σιωπη της αμηχανιας του. Η εξηγηση, η κατανοηση, η συγχωρεση πεφτουν στα ορια τους. Η σιωπη του αδιεξοδου των προσπαθειων του. Που καποιες φορες μπορει να ανοιξει δρομους για μια τελειως αλλη εννοηση των ανθρωπινων πραγματων. Κατα ποσον στον Βιζυηνο ανοιξαν τετοιοι δρομοι, δεν το γνωριζω. Θα χρειαζοταν μια αλλη εξοικειωση με το εργο του, που μου λειπει.

Η μητερα
Στην ορθοδοξια ο ανθρωπος πλασθηκε κατ' εικονα και ομοιωση του θεου. Ειμαστε "κατ' εικονα" του, και ο στοχος, το νοημα της ζωης ειναι να του μοιασουμε. "Αμαρτανω" θα πει: ξαστοχω, χανω τον δρομο, κανω λαθος. Οταν ο θεος δινει ενα παιδι, ο στοχος θα ηταν να φροντισει κανεις αυτο το δωρο καθ' ομοιωσιν, δηλαδη οι γονεις να φερονται ως προεκταση του θεου-δωρητη και εκτελεστες αυτου που τους χαριστηκε και τους ανατεθηκε. Η μητερα του διηγηματος τωρα:
... δεν εστάθηκα άξια να προφυλάξω το παιδί που μ’ έδωκε!
Σε τουτο συνισταται το αμαρτημα της. Ας προσεξουμε ολη την φραση:
Ως τόσον ο καιρός περνούσε, και ο Θεός δεν μας έδιδε τίποτα. Να! έλεγα μέσα μου. Ο Θεός με τιμωρεί, γιατί δεν εστάθηκα άξια να προφυλάξω το παιδί που μ’ έδωκε!
"Ο καιρος περνουσε": ειναι τα τρια χρονια μετα τον θανατο του βρεφους, οπου αλλο παιδι δεν ερχοταν. Η μητερα το ερμηνευει ως σημαδι οτι ο θεος την τιμωρει.
Και οταν μενει εγκυος ξανα, αυτο ειναι αλλο σημαδι:
– Ευχαριστώ σε, Θεέ μου! έλεγα νύχτα και μέρα. Ευχαριστώ σε η αμαρτωλή, που εσήκωσες την εντροπή και εξάλειψες την αμαρτία μου!
Και οταν παλι η Αννιω αρρωσταινει:
Έλεγες πως εμετάνοιωσεν ο Θεός γιατί μας το έδωκε.
Και στην εκκλησια:
Ενθυμήθηκες την αμαρτίαν μου και εβάλθηκες να μου πάρης το παιδί, για να με τιμωρήσης.
Τα καλα και τα κακα που της συντυχαινουν, ειναι σημαδια του θεου, ο οποιος συγχωρει την αμαρτια της, η την τιμωρει.
Μετα τον θανατο της Αννιως συμβαινει στη μητερα ενα αλλοκοτο ανοιγμα: Βλεπει εγκαταλειμμενα κοριτσια σαν δικη της αποστολη να τα φροντισει. Υιοθετει το ενα μετα το αλλο. Ειναι μητερα οχι πια μονον του δικου της, μα ολων των κοριτσιων που παραμεληθηκαν.
Καθώς το λέγ’ ο λόγος, ξένο παιδί ’ναι παίδεψι. Μα για μένα η παίδεψι αυτή είναι παρηγοριά κ’ ελαφροσύνη. Γιατί όσο περισσότερο τυραννηθώ και χολοσκάσω, τόσο λιγώτερο θα με παιδέψη ο Θεός για το παιδί που πλάκωσα.
Στην ερμηνεια της γεννησης και του θανατου ως θεϊκων σημειων, ο αφηγητης αντιτασσει μια αλλη: Τονιζει πως το αμαρτημα της ειναι "απρομελέτητον και αβούλητον". Σ' αυτην την ερμηνεια το σημειο αναφορας δεν ειναι ο θεος αλλα, συμφωνα με το κυριαρχο πνευμα της εποχης στα μερη που σπουδασε, η ανθρωπινη βουληση και ευθυνη. Η ανθρωποκτονια εξ αμελειας βαραινει λιγοτερο απο την ανθρωποκτονια εκ προμελετης. Ομως ουτε αυτη η ερμηνεια μοιαζει να ανακουφιζει πολυ τη μητερα.
Ο αφηγητης επικαλειται τελος τον πατριαρχη που "γνωρίζει όλαις ταις βουλαίς και τα θελήματα του Θεού, και συγχωρνά ταις αμαρτίαις όλου του κόσμου." Ο πατριαρχης, ως εκπροσωπος του θεου, θα μπορουσε εν ονοματι του να της δωσει αφεση, και φαινεται πως το κανει. Ομως ουτε κι αυτο την ησυχαζει:
Δεν έκαμε παιδιά, για να μπορή να γνωρίση, τι πράγμα είναι το να σκοτώση κανείς το ίδιο το παιδί του!
Εδω, στο τελος, συμβαινει μια ριζικη μεταστροφη της μητερας. Τι "πραγμα" ειναι το να σκοτωσει κανεις το παιδι του; Ο πατριαρχης, ο εκπροσωπος του θεου, δεν το γνωριζει. Αυτο το "πραγμα" δεν ειναι πλεον υποθεση του θεου. Δεν κρινεται απο καποιον θεϊκο, η ανθρωπινο νομο. Δεν εχει ερμηνεια, δεν εχει ονομα, δεν καλειται καν "αμαρτημα". "Τι πραγμα ειναι ..." Μενει βουβη συμφορα, γυμνος πονος. Ο αφηγητης, και μαζι του ο κοσμος, ο πατριαρχης, ο θεος, ολοι σωπαινουν εμπρος του.

Και εδω

Λογοτεχνια και Ψυχαναλυση

Λογοτεχνια και Ψυχαναλυση

 

[Ομιλια στα Εκπαιδευτηρια Βασιλειαδη, Θεσσαλονικη,  Φεβρουαριος 2014]


"Ψυχολογισμος" ειναι εκεινο το δογμα, συμφωνα με το οποιο καθε σχεση του ανθρωπου με τους αλλους και με τα πραγματα: αντιληψη, μνημη, αισθηση, επιθυμια, θεληση, αλλα και η σκεψη και η γνωση, συνιστουν ψυχικες διεργασιες και επομενως ειναι αντικειμενα ψυχολογικης μελετης και ερμηνειας. Ο ψυχολογισμος διαποτιζει βεβαια και την ψυχαναλυση. Ηδη ο Freud παιρνει το δικαιωμα να εφαρμοσει την ερμηνευτικη τεχνικη του οχι μονο σε φαινομενα που ειχαν περιελθει στην αρμοδιοτητα της ψυχιατρικης και καταταχτηκαν στις κατηγοριες των νευρωσεων και των ψυχωσεων, οχι μονο σε καθημερινα πραγματα οπως τα ονειρα, τα αστεια, οι λεγομενες "παραπραξιες" και τα ολισθηματα της γλωσσας, που μαλιστα οι Αγγλοσαξωνες εκτοτε αποκαλουν "freudian slips", αλλα και στα εργα της τεχνης, της λογοτεχνιας και της φιλοσοφιας. Χαρακτηριστικο παραδειγμα το λεγομενο "οιδιποδειο": Η υποθεση μιας αρχαιας τραγωδιας παρασταινεται ως ψυχικο συμπλεγμα.

Ετσι λοιπον, αν κανεις ξεστρατιζε στην ιστοσελιδα μου, στο μενου "βιβλιοθηκη" και στο υπομενου "ΛΟΓΟΣ", θα ειχε εμπρος του μια σειρα απο ελληνες και ξενους λογοτεχνες και, προϊδεασμενος, θα ετεινε να δει αυτα τα ονοματα καπου σαν πεταλουδες καρφιτσωμενες στον καμβα του ψυχαναλυτικου ερμηνευτικου μοντελου:

Αν ομως ανοιγε π.χ. τις μεταφρασεις μου αποσπασματων του Elias Canetti, ισως επεφτε και σ' αυτο:

255 Τα ονειρα τα αντεχω μονον αθικτα και ολοκληρα, σαν μυστηριο. Ειναι τοσο ξενα που κανεις τα συλλαμβανει πολυ αργα μονο. ... Αλοιμονο στον τρελλο που τα ερμηνευει κατευθειαν, τα χανει και δεν τα συλλαμβανει ποτε πια, μαραινονται προτου πρασινισουν….

Γιατι ειναι "τρελλος" οποιος ερμηνευει τα ονειρα; Γιατι "τα χανει και δεν τα συλλαμβανει"; Συνεχιζει ο Canetti:

Το μοναδικο καθε ονειρου το υποψιαζονται ελαχιστοι, διαφορετικα πως θα το απογυμνωναν καθιστωντας το κοινοτοπια.

Η ψυχολογικη ερμηνεια ενος φαινομενου καταχωνιαζει το "μοναδικο" του. Οπως το μηλο που πεφτει επανω στο κεφαλι του Νευτωνα χανει τη μοναδικοτητα του οταν εξηγειται με τον νομο της βαρυτητας. Εκεινο το μηλο, που τοτε επεσε σ' εκεινο το κεφαλι, εκεινο το ονειρο που ειδα εκεινη τη νυχτα, οταν καθιστανται αντικειμενο της επιστημης, της φυσικης, της ψυχολογιας, καταντουν "κοινοτοπιες". Canetti και παλι:

221 Η μοντερνα ερμηνεια μας των ονειρων κανει τους ανθρωπους μονο πιο συνηθισμενους. Ξεθωριαζει την εικονα της εσωτερικης τους εντασης αντι να την φωτιζει.

Εδω "μοναδικοτητα" δεν σημαινει την ποιοτητα του ξεχωριστου, του αξιολογου, του πολυτιμου. Δεν συγκρινει το ενα με τα πολλα, για να το ξεχωρισει. Η "μοναδικοτητα" χαρακτηριζει το ενα, το καθεκαστο στον ενικο αριθμο του, στην ενικοτητα του. Για την ψυχαναλυση, οπως την καταλαβαινω, το ζητουμενο ειναι ακριβως μια επικοινωνια που θα ζωντανευε σ' εκεινον που προσφευγει στον ψυχαναλυτη την αγνοημενη του ενικοτητα, θα μπορουσε να την "φωτισει". Και αυτο, στον βαθμο που θα ευτυχησει να πραγματοποιηθει, ειναι απο μονο του ιαματικο. Θεραπευτικο. Τουτο βεβαια δεν μπορει να γινει με μια μεθοδο, με ενα μοντελο, με μια θεωρια, καθως ολα αυτα ειναι τυφλοσουρτες και γνωριζουν μονο τον πληθυντικο της γενικοτητας. Στην τυφλη οπτικη τους κανεις "ξεθωριαζει", γινεται "συνηθισμενος" και "κοινοτοπος". Γινεται καθενας και - κανενας. Η σαγηνη που ακτινοβολει καθε ανθρωπος στην ενικοτητα του, χανεται.

Ο αυστριακος φιλοσοφος Ludwig Wittgenstein γραφει σε μια σημειωση:

Μιλουμε για την κατανοηση μιας προτασης με την εννοια με την οποια μπορει ν' αντικατασταθει απο μιαν αλλη που λεει το ιδιο. Αλλα και με την εννοια με την οποια δεν μπορει ν' αντικατασταθει απο καμια αλλη. (...)

Στην πρωτη περιπτωση ειναι η σκεψη μιας προτασης που ειναι κοινη για πολλες προτασεις· στην αλλη κατι που μονο αυτες οι λεξεις, σ' αυτες τις θεσεις, εκφραζουν. (Κατανοηση ενος ποιηματος).

Ετσι για παραδειγμα η ψυχολογια αντικαθιστα την προταση που αφηγειται ενα ονειρο με μιαν αλλη, την ερμηνεια του. Αν ομως ακουσουμε το ονειρο στην ενικοτητα του, δηλαδη ως ονειρο ενος και μονον ανθρωπου, και μαλιστα σ' αυτην τη μια αφηγηση της ωρας εκεινης που μας μιλαει και τον ακουμε, τοτε η κατανοηση του ονειρου πλησιαζει περισσοτερο στον τροπο της κατανοησης ενος λογοτεχνηματος (και εδω βεβαια δεν εννοω ως λογοτεχνημα τα best sellers της αγορας βιβλιου). Διαφαινεται μια μυστικη, και συναρπαστικη, συγγενεια λογοτεχνιας και ψυχαναλυσης, την οποια θα επιχειρησω να διευκρινισω περισσοτερο.

Ηδη οσα ειπωθηκαν υποδηλωνουν οτι η αναδειξη της ενικοτητας ειναι ασυμβατη με την επιστημονικη γλωσσα. Ειναι σαν κανεις να αντικαθιστα ενα χειρογραφο με το κειμενο γραμμενο σε γραμματοσειρα. Δειτε για παραδειγμα καποιες αραδες απο το ποιημα του Κωνσταντινου Καβαφη "Φωνες":

Και με τον ηχο των για μια στιγμη επιστρεφουν

ηχοι απο την πρωτη ποιησι της ζωης μας -

σαν μουσικη, την νυχτα, μακρυνη, που σβυνει.

Και τωρα, το χειρογραφο του Καβαφη:

Οι ιδιες λεξεις, και μαλιστα στην γραμματοσειρα του υπολογιστη περισσοτερο ευαναγνωστες. Ομως το χειρογραφο εχει αυτο που λεμε "χαρακτηρα". Γραφικο χαρακτηρα. Βεβαια κι εδω υπαρχουν "τρελλοι", θα ελεγε ο Canetti, οι γραφολογοι, που ερμηνευουν τον γραφικο χαρακτηρα, μαλιστα με βαση αυτον συντασσουν ολοκληρο προφιλ προσωπικοτητας. Αλλα τωρα ας μας αφησουν ησυχους. Το χειρογραφο συγκινει. Βλεπουμε το ιδιο το χερι του ποιητη, την κορυφωση του στην πενα, την πενα να σερνει τον χορο, να σερνει τον κυκλιο χορο των γραμματων, τα οποια ο ιδιος αυτος χορος πλαθει στην προοδο της τροχιας του, το ενα μετα το αλλο.

Οταν ο ψυχαναλυτης προχωρει ετσι, μ' αυτες τις εγνοιες και μ' αυτα τα ζητουμενα, τοτε δεν αντιμετωπιζει ενα λογοτεχνικο εργο οπως ο βρετανος αποικιοκρατης που φωτογραφιζεται με την μποτα επανω στο σκοτωμενο λιονταρι. Τοτε προσεχει τους λογοτεχνες. Συνομιλει μαζι τους. Ο Wilfred Bion, ενας γνωστος ψυχαναλυτης, λεει σ' ενα σεμιναριο στο Παρισι:

Bion: … Υποστηριζω ομως οτι θα αξιζε τον κοπο να το βλεπαμε [το δωματιο της ψυχοθεραπειας] οχι σαν δωματιο ψυχοθεραπειας, αλλα σαν το ατελιε σας. Τι ειδους καλλιτεχνης ειστε; Αγγειοπλαστης; Ζωγραφος; Μουσικος; Συγγραφεας; Με βαση την εμπειρια μου αρκετοι αναλυτες δεν γνωριζουν πραγματικα τι ειδους καλλιτεχνες ειναι.

Ερωτηση: Και αν δεν ειναι καλλιτεχνες;

Bion: Τοτε βρισκονται σε λαθος επαγγελμα.

Λογοτεχνια και ψυχαναλυση, μ' ολες τις διαφορες τους, εχουν μια κοινη αναφορα: την ενικοτητα. Γι' αυτο και ο ποιητης Paul Celan λεει σε μια ομιλια του:

… Ισως το νεο στα ποιηματα που γραφονται σημερα ειναι ακριβως αυτο: πως εδω επιχειρειται περισσοτερο ρητα απο ποτε να μενουν επιμνημονα των δεδομενων τους...

Τα δεδομενα μου … Εκεινη η μερα … Εκεινος ο τοπος … Εκεινο το γεγονος … Και "Το αμαρτημα της μητρος μου", δεν μενει ακριβως επιμνημον των δικων του δεδομενων; Της ενικοτητας του;

Και πως κοινωνειται η ενικοτητα; Οι "Φωνες" του Καβαφη. Στην γραμματοσειρα αντιλαμβανομαστε τα γραφομενα οπτικα - νοητικα. Στο χειρογραφο τα αντιλαμβανομαστε στο μελανι, στην πενα που προχωραει, στο χερι που την συνοδευει, δηλαδη τα αντιλαμβανομαστε απτικα - σωματικα. Η ενικοτητα εκφραζεται, κοινωνειται με τα ιχνη, με τα σημαδια του σωματος. Η ενικοτητα ειναι συμφυτη με το σωμα.  Ο Celan γραφει σε μια επιστολη:

Handwerk - das ist Sache der Hände. Und diese Hände gehören wiederum nur einem Menschen, d.h. einem einmaligen, sterblichenSeelenwesen, das mit seiner Stimme und seiner Stummheit einen Weg sucht. Nur wahre Hände schreiben wahre Gedichte. Ich sehe keinen prinzipiellen Unterschied zwischen Händedruck und Gedicht.

Το χειροποιητο εργο - τουτο ειναι υποθεση των χεριων. Κι αυτα τα χερια παλι ανηκουν σ' εναν και μονον ανθρωπο, δηλ. ενα μοναδικο, θνητο εμψυχο ον το οποιο, με τη φωνη και την αφωνια του, αναζητα εναν δρομο. Μονο αληθινα χερια γραφουν αληθινα ποιηματα. Δεν βλεπω καμια βασικη διαφορα μεταξυ χειραψιας και ποιηματος.

Και ο Γιωργος Σεφερης σε μια ημερολογιακη σημειωση:

Κατα βαθος, ο ποιητης εχει ενα θεμα: το ζωντανο σωμα του.

Ο ψυχαναλυτης ειναι κι αυτος ενας τεχνιτης του λογου. Μεσα απο τη δικη μου προθυμια να αναζητησω τον πελατη μου ως "ενα μοναδικο, θνητο εμψυχο ον το οποιο ... αναζητα εναν δρομο", αναπτυχθηκε ο τροπος μου να ακουω και να μιλω. Οπου και το δικο μου θεμα ειναι το ζωντανο μου σωμα, καλυτερα, τα ζωντανα μας σωματα. Και εδω δεν μιλω ουτε για το σωμα που γνωριζει η ανατομια, ουτε για το σωμα που ακολουθει τις αναγκες και τις ορεξεις του, ουτε για το σωμα που εκτιθεται στη βιτρινα των κοινωνικων συναναστροφων. Το σωμα στην "χειραψια" του Celan, το "ζωντανο σωμα" του Σεφερη, ειναι αλλο πραγμα. Peter Handke:

Ich hob die Hand, dem Vogel im Strauch zum Gruß, und spürte die Gestalt des Begrüßten in meiner Handfläche.

Υψωσα το χερι να χαιρετησω το πουλι στον θαμνο, κι ενιωσα τη μορφη του χαιρετουμενου στην παλαμη μου.

Πως ακουω: Τα λεγομενα γινονται εικονες, καλυτερα, γινονται τοπιο που περιδιαβαινω μαζι του, το αφουγκραζομαι, το οσμιζομαι. Καπως σαν τα αλογα του Ελυτη που

… δυο φορες πιο ψηλα απ' το μποϊ τους, προχωρουν αθορυβα, με το κεφαλι τεντωμενο σα να οσμιζονται το ονειρο …

Δεν σκεφτομαι, δηλαδη δεν συγκρινω, δεν συνδεω, δεν κρινω, δεν ερμηνευω. Βλεπω τα λεγομενα. Ομως δεν βλεπω σαν καμερα. Βλεπω π.χ. τη φωνη του. Την τροχια της. Καποιες φορες η φωνη του, δηλαδη το σωμα του, δεν φτανει μεχρι εμενα. Ξεψυχαει στο διαστημα μεταξυ μας, η ακομα μενει στο στομα του. Αλλες φορες η φωνη του με προσπερνα και φευγει. Αποτεινεται οχι σ' εμενα, αλλα σε καποιον αλλο. (Στην ομιλια απο το μικροφωνο, το τηλεφωνο, το Skype, το βιντεο και την τηλεοραση τετοια πραγματα χανονται)

Πως μιλαω; Σε πρωτο χρονο. Ομως οχι αυθορμητα. Καθοριστικο ειναι και παλι το σωμα μου. Τα λογια μου στεκουν, ειναι εγκυρα, οταν δεν φαλτσαρουν, οταν δεν γρατζουνιζουν, οταν με διατρεχουν διχως να προκαλουν παρασιτα και τριβες. Τοτε δεν μιλω ουτε με το κεφαλι, ουτε με την καρδια, αλλα με ολο το σωμα μου. Ενας νεαρος πιανιστας μου ειπε προσφατα για τον τροπο παιξιματος που ανακαλυψε, και που ηταν γι' αυτον μια μικρη κοσμογονια: "Το σωμα τα κανει και εγω τα βλεπω." Και μια γυναικα για τον τροπο που αντιλαμβανεται τα πραγματα: "Η αποτυπωση της στιγμης στο σωμα μου". Ετσι ειναι και για μενα στη δικη μου δουλεια: το σωμα μιλα, και εγω ακουω αυτα που λεω. Ο ποιητης Thomas Stearns Eliot γραφει καπου:

Ο ποιητης ειναι ο πρωτος αναγνωστης του ποιηματος του.

Δεν ειναι ο δημιουργος του ποιηματος, αλλα ο μαρτυρας του συντελουμενου ποιηματος.

Ο,τι λεει για την γραφη ο γερμανο-κορεατης φιλοσοφος Byung-Chul Han, ισχυει και για τις ευτυχεις στιγμες της ψυχαναλυτικης συνομιλιας:

Torii Kiyonaga (1752-1815):

Murasaki Shikibu, συγγραφεας του Genji Monogatari, Ξυλογραφια.

Η γραφη ως συμβαν

Ακομη και η γραφη δεν ειναι πλεον ενεργεια αλλα ανυποκειμενικο συμβαν. Χωρις τη γνωση μου, χωρις τον σκοπο μου συντελειται σαν απο μονη της. Το περιφημο βιβλιο του Yoshida Kenkô Θεασεις μεσα απο τη σιγη αρχιζει με την εξης παρατηρηση: "Οταν ειμαι μονος και σε σχολη, καθομαι ολη τη μερα στην κασελα μου με τις σινικες μελανες και γραφω ολα οσα μου περνουν απο το κεφαλι, χωρις συνοχη και χωρις ορισμενο σκοπο. Κι εδω απορω παντα".[1] ... Κατι συμβαινει διχως τη συμβολη μου, διχως τη θεληση μου, μαλιστα διχως εμενα. Κατι ειναι προκειμενο διχως να το εχω δημιουργησει, η παθει. Ετσι, εκ των υστερων απορω γι' αυτο.

Μια αρκετα οικεια φραση στην ψυχαναλυση: "Εγω ειμαι που τα λεω αυτα;", η: "Τι λεω τωρα;!" Ισχυει το παραδοξο: Οσο περισσοτερο προβαλλει η ενικοτητα, τοσο περισσοτερο το εγω, το ενεργητικο υποκειμενο της υπαρξης χανεται!

Η ψυχαναλυση, σ' αυτην την οπτικη, ανηκει στη χορεια των, επιτρεψτε μου την φθαρμενη πια λεξη, Μουσων. Οχι της επιστημης. Ο λογος της, οπως και αυτος της λογοτεχνιας, δεν ειναι, δεν μπορει να ειναι λογος της γνωσης, που ειναι παντα προσδεδεμενος σε ενα res cogitans, σε ενα νοημον ον, οπως οριζει τον ανθρωπο ο René Descartes. Ο λογος της ενικοτητας ειναι δυνατος μονο με την απαλλαγη απο την γνωση. Η επαρκης του εκφορα ειναι επαφημενη στις Μουσες.

Πως κινειται ο καλλιτεχνης εξω απο τον χωρο της γνωσης; Pablo Picasso:

Δεν ψαχνω. Βρισκω.

Τι θα πει αυτο; Ο γερμανος ποιητης Friedrich Hölderlin αφησε μια σειρα θεωρητικων κειμενων. Σε ενα απο αυτα κανει λογο για "γρηγορη συλληψη", και εξηγει:

Wie kannst du die Sache am rechten Ort brauchen, wenn du noch scheu darüber verweilst, und nicht weißt, wie viel an ihr ist, wie viel oder wenig daraus zu machen.

Πως μπορεις να χρησιμοποιησεις κατι στον σωστο τοπο αν καθεσαι απο πανω του διστακτικος και δεν ξερεις ποσο δυναμικο εχει, τι λιγο, η τι πολυ μπορεις να βγαλεις απ' αυτο.

Η γνωση δεν διαθετει "γρηγορη συλληψη", αλλα "καθεται" πανω απο το θεμα "διστακτικα". Πρωτα μεσα απο το ψαξιμο, την ερευνα, βρισκει, καταληγει σε - ευρηματα. Στην Αμερικη του '30 πολλοι θεωρουσαν οτι η σωματικη επαφη με το βρεφος ειναι επιζημια. Ο Harry Harlow λοιπον, ψυχολογος, εκανε το εξης πειραμα: Εβαλε στα πιθηκακια μια "μαμα" απο συρμα, και ενα μπιμπερο για το γαλα τους, και παραδιπλα μια μαμα οπου το συρμα καλυπτονταν απο υφασμα:

Τα πιθηκακια προτιμησαν σαφως τη μαμα απο υφασμα, και ετσι ο Harlow συνεπερανε, ακουτε, συνεπερανε οτι η σχεση μητερας-βρεφους περιλαμβανει πολλα περισσοτερα απο το γαλα...

Ενα δευτερο, προσφατο παραδειγμα. Ερευνητες της Microsoft σχεδιασαν, λεει, ενα "εξυπνο" σουτιεν που μπορει να ανιχνευσει το στρες, καθως διαθετει αφαιρουμενους αισθητηρες που καταγραφουν την καρδιακη και δερματικη δραστηριοτητα, παρεχοντας ενδειξεις για την ψυχικη διαθεση. Το σουτιεν διαθετει ηλεκτροκαρδιογραφο, αισθητηρες μετρησης της ηλεκτρικης δραστηριοτητας της επιδερμιδας, γυροσκοπιο και επιταχυνσιομετρο. Με την χρηση μιας εφαρμογης, τα στοιχεια στελνονται στο smartphοne της γυναικας και την προειδοποιουν οτι λογω του στρες ενδεχεται να καταναλωσει μεγαλυτερη ποσοτητα φαγητου.

Στον χωρο της γνωσης ανηκει και η γραμματολογικη παρασταση της γλωσσας. Οταν ενας Ισπανος λογιος παρεδωσε στη βασιλισσα της Ισπανιας, Ισαβελλα, την πρωτη ισπανικη γραμματικη, αυτη διαβασε λιγο και ειπε: "Βεβαια πολυ ωραια ειναι ολα αυτα, ομως οι Ισπανοι μιλουν τελεια τα ισπανικα απο μονοι τους".

Η προσβαση στα πραγματα μεσω της γνωσης "ψαχνει", για να θυμηθουμε τον Picasso, "καθεται απο πανω τους διστακτικα", για να θυμηθουμε τον Hölderlin. Ρωταει πρωτα: Για να δουμε, το βρεφος θελει και αγκαλια; Για να δουμε, εχω στρες; Για να δουμε, μιλας σωστα; Διαβαζεις σωστα;

Η γνωση λειτουργει παντα σε δευτερο χρονο. Κανεις μια υποθεση, αποσυρεσαι μεσα σε ενα νοερο, η πραγματικο εργαστηριο, επεξεργαζεσαι την πληροφορια και καταληγεις στο συμπερασμα: Το πειραμα αποδεικνυει οτι το βρεφος θελει και αγκαλια, οι μετρησεις των αισθητηρων δειχνουν πως εχω στρες, οι γραμματικοι κανονες αποφαινονται για το αν μιλω και διαβαζω σωστα. Μια προταση ειναι εγκυρη οταν εχει αποδειξη, οταν δινεται απαντηση στο "πως;" και στο "γιατι;", οταν δινεται μια εξηγηση. Ετσι δουλευει η επιστημη, ετσι δινονται οι ψυχολογικες ερμηνειες, ετσι διαμορφωνεται η νοοτροπια που κυριαρχει στην καθημερινοτητα μας. Και, καθως βρισκομαστε σε χωρο σχολειου, ας μου επιτραπει και αυτη η παρατηρηση: Η εκπαιδευση παιρνει ολο και πιο καθολικα, ολο και πιο σαρωτικα, τη μορφη της διαπαιδαγωγησης στην επιστημονικη γνωση. Εκεινο το αλλο, η παιδεια στα χρονια του Πλατωνα ως "περιαγωγη ολης της ψυχης", η καλλιεργεια της "γρηγορης συλληψης", εχει χαθει.

Ισως η γνωση ειναι το κατεξοχην οπλο απεναντι στη δυσπιστια, που σημερα εχει παρει διαστασεις πανδημιας: δυσπιστια γι' αυτο που αντιλαμβανομαι, δυσπιστια για τον εαυτο μου, δυσπιστια για τον συνανθρωπο μου. Ασφαλεστερη απο την εμπιστοσυνη ειναι η αποδειξη. Το αντιδοτο στο δηλητηριο της δυσπιστιας ειναι η γνωση, που δεν αφηνει τιποτα στο σκοταδι. Η κοινωνια της δυσπιστιας ειναι η μητρα για τη σημερινη κοινωνια της διαφανειας.

Η "γρηγορη συλληψη", τοσο στην τεχνη οσο και στην ψυχαναλυτικη συνομιλια, ειναι  αντιληψη σε πρωτο χρονο. Ειναι "γρηγορη" επειδη δεν προσφευγει στην παρακαμπτηριο της γνωσης. Ακουει και υπακουει τα σημαδια του σωματος. Εμπιστευεται τα δεδομενα της - και δεν πανικοβαλλεται στο ενδεχομενο της πλανης. "Δεν ψαχνω. Βρισκω." Το βρεφος θελει αγκαλια. Εχω στρες. Την αγαπη την βλεπω - στον εαυτο μου, επανω της. Μιλω, διαβαζω και γραφω χωρις το εξεταστικο βλεμμα του Γραμματικου πανω απο το κεφαλι μου.

Ενα τραγουδι του Γιαννη Αγγελακα λεει:

Ακουω την Αγαπη

και δεν ακουω τις σκεψεις μου

Η γνωση ειναι δυναμη, ειναι οικειποιηση και κατοχη του αντικειμενου της. Η "γρηγορη συλληψη" ειναι γυμνη και αδολη, ανοιχτη σ' αυτο που θα προβαλλει εμπρος της. Δεν το οικειοποιειται. Το αφηνει να ειναι ξενο και απροσμενο, εκπληξη, ομως γι' αυτο και διασωζει την, οπως λεει ο Canetti, "εσωτερικη του ενταση", την ενικοτητα και τη λαμψη του.

Ο Αριστοτελης γραφει πως ειναι αμορφωσια να μη γνωριζεις για ποια πραγματα χρειαζεται αποδειξη και για ποια οχι. Χρειαζεται μια μορφωση για την παραιτηση απο την εμμονη στην γνωση. Χρειαζεται δηλαδη μια μεγαλυτερη ελευθερια στην σχεση μας με την γνωση. Αυτη η ελευθερια ερχεται μονο μεσα σε εναν κοσμο που ειναι φιλοξενος, που ειναι προθυμος για το απροσμενο, το ξενο, εναν κοσμο οπου η διαφορα δικου και ξενου δεν ειναι τοσο ατεγκτη, τοσο απολυτη. Τοτε το καστρο της γνωσης θα ηταν ανευ αντικειμενου, καθως το καθε τι θα εβρισκε εμπρος του ανοιχτες πορτες και παραθυρα. Τοτε ολα θα μπορουσαν να ειναι εδω, φιλια μεταξυ τους, π.χ., οπως λεει ο Διονυσης Σαββοπουλος σ' ενα παλιο τραγουδι,

ο φονιας με το θυμα αγκαλια, ο γραμματεας μαζί με τον αλητη κι η παρθενα με τον σατανα.

Η παλι, ο Οδυσσεας Ελυτης στον Picasso:

Ολοενα χτιζουν μαυρες πετρες γυρω μας - αλλα συ γελας / Μαυρα τειχη γυρω μας - αλλα συ μεμιας / Ανοιγεις πανω τους μυριαδες πορτες και παραθυρα / ... / ετσι που να μη μαχεται πια κανενα το αλλο / ετσι που να μη μαχεται πια κανεις τον αλλον / Να μην υπαρχει εχτρος / Πλαι-πλαι να βαδιζουνε το αρνι με το λεονταρι

Η, ενα χαϊκου του Bashô:

Κοιμομασταν ολοι κατω απ' την ιδια σκεπη: / Πορνες κι ανθοι σπαρτων, / το φεγγαρι κι εγω.

Η ψυχαναλυση θα μπορουσε να εχει και την αποστολη του εγκλιματισμου σ' αυτον τον φιλικο, φιλοξενο κοσμο.

Κλεινω με ενα ψυχοθεραπευτικο στιγμιοτυπο που δειχνει την εσωτερικη συγγενεια λογοτεχνιας και ψυχαναλυσης απο μια αλλη πλευρα:

Ενας αντρας προσβληθηκε απο καρκίνο. Τίποτα δεν βλεπει με προοπτικη, π.χ. το εξοχικο που χτίζει. Στο σπίτι είναι ωρες που τριγυρνα σαν θηρίο. Τις προαλλες ηταν εξω, μια γλυκια νυχτα. Δεν το αντεξε, πηρε ταξί. Του λεω πως αυτη η ιστορία με την γλυκια νυχτα μου θυμίζει στίχους του Σολωμου:

Εστησ' ο Ερωτας χορο με τον ξανθον Aπριλη,

κι η φυσις ηβρε την καλη και τη γλυκια της ωρα,

Οποιος πεθανη σημερα χιλιες φορες πεθαινει.

"Ακριβως ετσι ηταν", μου απαντα.


Ο Wittgenstein δια στόματος ενός ψυχαναλυτή


[Δημοσιευτηκε ως επιμετρο στο "Συζητησεις για τον Freud", Αθηνα 2013]
 
 
Ο άνθρωπος - ίσως και οι λαοί - πρέπει πρώτα να ξυπνήσουν για τον θαυμασμό.
Η επιστήμη είναι ένα μέσο να τους κοιμίζει και πάλι.

Όσο θυμάμαι, για πρώτη φορά πρόσεξα τον Wittgenstein από ένα βιβλίο του Medard Boss, αλλοτινού μου δασκάλου, με τον τίτλο "Ονειρεύτηκα την προηγούμενη νύχτα" . Ο Boss, μαθητής του Freud, και τα πρώτα 25 χρόνια της θεραπευτικής του δραστηριότητας κλασσικός ψυχαναλυτής, επιδόθηκε αργότερα, εν μέρει υπό την καθοδήγηση του Martin Heidegger, στην προσπάθεια μιας φαινομενολογικής εννόησης και πρακτικής της ψυχανάλυσης. Το παλιό του δέσιμο με τον Freud συνεχίστηκε στη μορφή μιας έμμονης πολεμικής εναντίον του.
Στο περί ου ο λόγος βιβλίο ο Boss, ασκώντας και πάλι το αγαπημένο του άθλημα της κριτικής στον Freud, επιστρατεύει μεταξύ άλλων τον Wittgenstein. Αναφέρεται ένα "ωραίο όνειρο" μιας ασθενούς όπου αυτή κατεβαίνει από ένα ύψωμα, βλέπει λουλούδια και θάμνους, κόβει ένα κλαρί από ένα δέντρο κλπ. Ο Freud, γράφει τώρα ο Wittgenstein, ερμηνεύει αυτό το όνειρο με κάθε λογής σεξουαλικούς συνειρμούς:
"Τα χονδροειδέστερα σεξουαλικά πράγματα, οι φρικωδέστερες αδιαντροπιές, αδιάντροπο από το άλφα μέχρι το ωμέγα, για να το πούμε έτσι. (...) Μα δεν ήταν ωραίο το όνειρο; Θα έλεγα στην ασθενή: 'Αυτοί οι συνειρμοί δεν κάνουν το όνειρο άσχημο; Ήταν ωραίο. Γιατί να μην ήταν; (...) Ο Freud της προσέφερε μια εξήγηση που απλά αδικεί το περιεχόμενο αυτού που έζησε στο όνειρο, που δεν μπορεί παρά να το αδικεί - που κατά τούτο δεν είναι εξήγηση, και όμως κάνει σαν να ήταν. Διότι γενετικές εξηγήσεις ποτέ δεν συλλαμβάνουν (όχι μόνον μη πλήρως αλλά διόλου) το βιωμένο περιεχόμενο ενός πράγματος."
Με εξέπληξε η απλότητα και η αφοπλιστική ευκρίνεια της τελευταίας φράσης: "Διότι γενετικές εξηγήσεις ποτέ δεν συλλαμβάνουν (...) το βιωμένο περιεχόμενο ενός πράγματος." Το "γιατί", το "πώς", το "από πού" και "προς τι" ενός ονείρου, μιας συμπεριφοράς, δεν λένε για το ίδιο το όνειρο, για τη συγκεκριμένη συμπεριφορά, τίποτα!
Η εξήγηση είναι ένας δρόμος που με απομακρύνει από τον Άλλο. Εξηγώντας τον Άλλο, τον χάνω. Συνάμα, εξηγώντας π.χ. ένα σύμπτωμα, το έχω καταλάβει, το έχω συλλάβει, και τούτο με ησυχάζει. "Το ολέθριο στον επιστημονικό τρόπο σκέψης, τον οποίο σήμερα κατέχει όλος ο κόσμος, είναι ότι θέλει ν' απαντήσει σε κάθε ανησυχία με μια εξήγηση."

Σκέφτομαι ότι ο Wittgenstein με κέρδισε με την τιμιότητά του. Ήταν πολύ ξεκούραστο να ακούω έναν άνθρωπο που δεν υποκρίνεται. (Ο Freud είναι επίσης τίμιος. Γι' αυτό και τον αγαπώ. Ένας τίμιος - επιστήμονας. Γι' αυτό και δεν με κέρδισε.) Ο Boss και ο Heidegger, και άλλοι πολλοί, οι περισσότεροι που συνάντησα, κάποτε υποκρίνονται. Ήταν δύσκολο και χρονοβόρο να ξεχωρίζω την ήρα από το στάρι. Και δεν το κατάφερνα πάντα. Πολλές φορές, κάποτε και για χρόνια, παρασυρόμουν από φράσεις, στάσεις, οπτικές που μου φάνταζαν ελκυστικές, όμως δεν εννοούσαν αυτά που πρέσβευαν, και μ' έκαναν κι εμένα να υποκρίνομαι - και ενδεχομένως το κάνω ακόμη, κάτι που θα το γνωρίσω, αν το γνωρίσω καν, αργότερα.
Η τιμιότητα συμβαδίζει με μια ιδιάζουσα αφέλεια. Ο βηματισμός της αφέλειας, της νοήμονος αφέλειας, μοιάζει με αυτόν του υπνοβάτη - με μια εξαίρεση: Παραμένει η εγρήγορση εμπρός στον κίνδυνο να εξολισθήσεις στην υποκρισία. Ο κίνδυνος θα ήταν να μην αφήνεις την γλώσσα σου να μιλήσει, αλλά να ορίζεις ο ίδιος αυτά λες, τα λόγια σου να βιάζονται για να ταιριάξουν σε μια εικόνα προκρούστεια, την εικόνα που εσύ έχεις για τον εαυτό σου, ή που θέλεις να υποβάλεις στους άλλους. "Σκέφτομαι πράγματι με την πένα, γιατί συχνά το κεφάλι μου δεν έχει ιδέα γι' αυτά που γράφει το χέρι μου." Ο αφελής προχωρά στα τυφλά. Πρώτα στη διαδρομή το έργο του παίρνει μορφή. Όμως αυτή είναι για μένα και η κρίσιμη εμπειρία της ψυχανάλυσης. Και κανείς μαθαίνει τα περισσότερα όχι από γνώσεις αλλά από το ζωντανό παράδειγμα ανθρώπων όπως ο Wittgenstein. Στη θεραπευτική συνάντηση τα μαθαίνει από το ζωντανό παράδειγμα του θεραπευτή.
Στην τιμιότητα ανήκει η λιτότητα. Η τιμιότητα είναι λιτή. Όμως η λιτότητα του Wittgenstein δεν είναι λακωνικότητα. Ο λόγος του έχει αρμονικούς. Διατρέχουν το τοπίο του λόγου του και το πληρούν με μια ανεπαίσθητη, αλλά και απλησίαστη, τρυφερότητα. "Ω, γιατί όταν γράφω φιλοσοφία νοιώθω σαν νά 'γραφα ένα ποίημα; Είναι σαν εδώ να υπήρχε κάτι μικρό που νά 'χε μια υπέροχη σημασία. Όπως ένα φύλλο ή ένα λουλούδι." Και αλλού: "Πιστεύω ότι συνόψισα τη θέση μου για τη φιλοσοφία λέγοντας: βασικά φιλοσοφία κανείς μπορεί μόνο να συνθέτει όπως ένα ποίημα."

Δεν τον διάβασα ως φιλόσοφος αλλά ως θεραπευτής. Μου φάνηκε πως η ίδια η γραφή του προσκαλούσε προς τούτο, προς μια ανάγνωσή του από έναν θεραπευτή: "Ο φιλόσοφος αντιμετωπίζει ένα ερώτημα· όπως μια ασθένεια." Η έμφαση βρίσκεται στο "αντιμετωπίζει" . Και το ερώτημα; Αυτό προκύπτει από τους "πειρασμούς" και τις "τάσεις" που παρασύρουν κάποιον σε γνώμες, απόψεις, στις οποίες και εγκλωβίζεται.
Έτσι κανείς έρχεται στον θεραπευτή συχνά με ένα "αίτημα", δηλαδή με μια παράσταση για το πώς έχει το πρόβλημά του και πώς θα επιτευχθεί η λύση του. Αυτή είναι η "πρώτη ύλη" του. Είναι σαν να κατοικεί ένα τοπίο στο οποίο, με τον τρόπο του να διαμένει εκεί, να το μοιράζεται, να τρέφεται, να κινείται, έχει περιέλθει σε αδιέξοδο. Ο θεραπευτής, που προθυμοποιείται να τον ακούσει, μπαίνει σ' αυτό το τοπίο. Ο συνομιλητής του τον φέρνει εμπρός στους τοίχους, στα βράχια και στα ποτάμια που τον έχουν ανακόψει, που έκαναν την πορεία του αδιέξοδη, και συχνά περιμένει απ' αυτόν τη βαριοπούλα, την μπουλντόζα, τη βάρκα που θα τον πάει παρακάτω.
Ο θεραπευτής δεν υιοθετεί το βλέμμα του ανθρώπου. Δεν ανασκουμπώνεται και δεν καταπιάνεται με το άνοιγμα των κλειστών δρόμων. Ο θεραπευτής "αντιμετωπίζει" τον τόπο του προβλήματος: πριν από κάθε ανάληψη δράσης, στέκει απέναντί του και τον προσέχει. Πολλές φορές "η ατμόσφαιρα που περιβάλλει αυτό το πρόβλημα είναι φοβερή. Πυκνές ομίχλες (...) έχουν εναποτεθεί γύρω από το προβληματικό σημείο. Είναι σχεδόν αδύνατο να διεισδύσεις μέχρι αυτό." Η "φοβερή ατμόσφαιρα", οι "πυκνές ομίχλες", αρρωσταίνουν και τον ίδιο. "Έτσι κανείς (...) καταλήγει εκεί όπου το μόνο που θά 'θελε είναι να βγάλει έναν άναρθρο ήχο." Ο άναρθρος ήχος δεν θα ήταν κραυγή απελπισίας. Η προηγούμενη σημείωση συνεχίζει: "- Όμως ένας τέτοιος ήχος είναι μια έκφραση μόνο σ' ένα ορισμένο γλωσσοπαίγνιο, που τώρα πρέπει να περιγραφεί." Το πρώτο βήμα στην "αντιμετώπιση" του προβλήματος θα ήταν, ο θεραπευτής να ενθαρρύνει τον συνομιλητή του να εγκύψουν με προσοχή επάνω στο πρόβλημα, επάνω στο αδιέξοδο και να το περιγράψουν.
Ένα θεραπευτικό στιγμιότυπο: (Μιλά με συγκρατημένη απελπισία:) -Σχεδόν δεν αντέχω. -Και αν έρθει η στιγμή που όντως δεν θα αντέχετε, πώς το βλέπετε τότε; -Θα φουντάρω. -Με ποιον τρόπο; Το έχετε σκεφτεί καθόλου; -Το έχω σκεφτεί. Ή με τη μηχανή, σε μια στροφή στη Βάρκιζα, που μ' αρέσει, ή πηδώντας από έναν βράχο. -Τι έχουν αυτοί οι τρόποι, που απ' όλους τους άλλους σας τραβάνε περισσότερο; -Η επιτάχυνση. Είναι η καλύτερη μου, προπάντων στο αεροπλάνο, όταν απογειώνεται. -Και τι έχει η επιτάχυνση; -Σε κολλάει στο κάθισμα ... δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. -Αν λοιπόν λυνόσασταν από το παραμύθι ότι παντού πρέπει και μπορείτε να κάνετε κάτι, θα είχατε και εν ζωή τέτοιες εμπειρίες. -Τον τελευταίο καιρό μια-δυο φορές το έζησα ... Πόσο καλό, που τα πράγματα κάποτε είναι πιο δυνατά!
Στην οπτική του θεραπευτή, που με αφορά, το ζητούμενο του Wittgenstein είναι να δούμε τα πράγματα - με μεγαλύτερη καθαρότητα. Όμως αυτό δεν ζητά και η φαινομενολογία; Την επιστροφή στα ίδια τα πράγματα; "Είναι ουσιαστικό για την έρευνά μας το ότι μ' αυτήν δεν θέλουμε να μάθουμε τίποτα καινούργιο. Θέλουμε να κατανοήσουμε κάτι που ήδη βρίσκεται ανοιχτό εμπρός στα μάτια μας. Γιατί φαίνεται πως αυτό είναι, που κατά έναν τρόπο δεν κατανοούμε." Και αλλού: "Οι για μας σημαντικότερες απόψεις των πραγμάτων είναι κρυμμένες λόγω της απλότητας και της καθημερινότητάς τους." -Να μπορώ την πόρτα απέναντι να την λέω 'πόρτα'! Έτσι εξέφρασε ένας άντρας το ζητούμενο στη διάρκεια μιας ψυχαναλυτικής ώρας.

Καθώς γράφω τούτο το κείμενο, με βλέπω πριν από κάπου 35 χρόνια στη Ζυρίχη: Έχω βγει από ένα βιβλιοπωλείο και κρατώ το "Tractatus Logico-Philosophicus". Ο τίτλος, το φραουλί εξώφυλλο. Είναι σαν να κάθισε στα χέρια μου ένα εξωτικό πουλί. Λίγα κατάλαβα, καθώς εδώ μου έλειψε η ζωντανή συνομιλία με έναν δάσκαλο, που είναι σημαντική για τη μελέτη ενός φιλοσόφου. Όμως ήδη ο πρόλογος ήταν μια συναρπαστική έκπληξη:
"Κανείς θα μπορούσε να περιλάβει όλο το νόημα του βιβλίου κάπου στις λέξεις: Ό,τι μπορεί καν να ειπωθεί, μπορεί να ειπωθεί καθαρά
· και για ό,τι κανείς δεν μπορεί να μιλήσει, πρέπει να σωπαίνει. Το βιβλίο λοιπόν θέλει να θέσει στη διάνοια ένα όριο, ή, πολύ περισσότερο - όχι στη διάνοια αλλά στην έκφραση των διανοημάτων: Διότι για να θέσουμε ένα όριο γύρω από τη διάνοια, θα έπρεπε να μπορούμε να διανοηθούμε και τις δυο πλευρές αυτού του ορίου (θα έπρεπε λοιπόν να μπορούμε να διανοούμαστε αυτό που δεν είναι διανοητό). 
Επομένως το όριο θα τεθεί μόνο στο πλαίσιο της γλώσσας, και ό,τι βρίσκεται πέραν του ορίου θα είναι απλά α-νόητο."
Με συνάρπασε και με εξέπληξε η φιγούρα αυτού του λόγου, καθώς μου φάνηκε ότι εδώ ξαναέβρισκα κάτι γνώριμο από τα αποσπάσματα του Παρμενίδη. Ήταν σαν στα φιόρδ της Νορβηγίας να πέφτεις επάνω σ' έναν φίλο από τα καλοκαίρια στις ακρογιαλιές της νότιας Ιταλίας. Γιατί κι ο Παρμενίδης μιλά για ένα ανάλογο όριο, ανάμεσα στον λάλο, ευφραδή, αξιόπιστο δρόμο του Είναι ("οπως εστιν" ) και στον δρόμο του μη-Είναι ("ως ουκ εστιν" ) που σημαδεύει τις ανθρώπινες πλάνες και που δεν είναι ούτε "φατός" ούτε "νοητός", που δεν έχει όνομα: "ανοητον ανωνυμον" . Στον βαθμό που ένα πρόβλημα σημαίνει την εμπλοκή στην α-νοησία, αποκαλύπτεται ως ψευδοπρόβλημα: "παναπευθεα αταρπος" και "κτίσματα του αέρα"
·"πλαγκτος νοος" και "ομίχλες" .
Παράδειγμα: Κάποιος περιμένει από τον σύντροφό του κυρίως πράγματα όπως ασφάλεια, προστασία· τον θέλει ομπρέλα ώστε να μην φτάνει σ' αυτόν τίποτα το δύσκολο, το αντίξοο· στο σεξ κεντρική θέση έχει η ζεστασιά της αγκαλιάς· κυριαρχεί η ανάγκη για επιβεβαίωση ότι ο άλλος είναι 'δικός μου'. Εκεί που μια τέτοια εικόνα είναι πρωτεύουσα, αυτός ο άνθρωπος θα μπορούσε να αναζητά κατά βάση έναν καλύτερο πατέρα, μια καλύτερη μητέρα. Θα μπορούσε ακόμη να προσδοκά κάτι παρόμοιο από τον θεραπευτή του.
Και γιατί μια τέτοια προσδοκία δεν έχει νόημα; Είναι ανόητη: Ένα replay της παιδικής ηλικίας δεν είναι δυνατό. Αυτός ήταν ο πατέρας σου, αυτή ήταν η μητέρα σου, και δεύτερος γονέας δεν γίνεται. Συγχέονται παρελθόν και μέλλον, γονείς και υποκατάστατα, και κανείς τυφλώνεται για αυτόν που είναι εμπρός στα μάτια του τώρα. Και που δεν είναι, και δεν μπορεί να είναι ούτε πατέρας του ούτε μητέρα του. Αυτά είναι που κάνουν τέτοιες προσδοκίες ανόητες. Όπερ άτοπον, όπως λέμε στα μαθηματικά. Η σύγχυση είναι το αναγκαστικό επακόλουθο της καθήλωσης στην ανοησία. Το ίδιο ανόητη είναι η αρκετά συνηθισμένη αντίστοιχη θεραπευτική στάση που υπόσχεται μια λεγόμενη "corrective emotional experience" .

Το ανόητο, το άτοπο ενός προβλήματος, καταδεικνύει τούτο ως ψευδοπρόβλημα, διότι η λύση του ψευδοπροβλήματος δεν βρίσκεται στην επεξεργασία του αλλά στην αναγνώρισή του σαν τέτοιου. Και πώς το αναγνωρίζει κανείς; Με την υπόδειξη, π.χ. στον παραπάνω άνθρωπο, ότι με τις προσδοκίες του πέφτει συνεχώς επάνω σε τοίχο. Η επίμονη και αδιέξοδη πρόσπτωση στον τοίχο μπορεί κάποτε να του δείξει το ανόητο της προσπάθειάς του. "Τα αποτελέσματα της φιλοσοφίας είναι η ανακάλυψη μιας κάποιας απλώς ανοησίας και καρούμπαλα που έπαθε ο νους πέφτοντας επάνω στα όρια της γλώσσας. Αυτά, τα καρούμπαλα, μας κάνουν ν' αναγνωρίσουμε την αξία εκείνης της ανακάλυψης."
Η "αντιμετώπιση" του προβλήματος έγκειται καταρχήν στην περιγραφή και κατόπιν στην κατάδειξή του ως ανόητου, ως ψευδοπροβλήματος. Το ανόητο ως ανόητο, και τώρα χρησιμοποιώ μια σημείωση του Wittgenstein εκτός του πλαισίου της, για τα εδώ συμφραζόμενα, "παρουσιάζει εκείνη τη σκέψη η οποία είναι στον δρόμο προς την καταστροφή αυτής της πλάνης." Το ανόητο έχει την αυτοκαταστροφή, δηλαδή τη λύτρωση απ' αυτό, εγγεγραμμένη εντός του: δεν είναι ο τοίχος που θα υποχωρήσει από την πρόσπτωση του ανθρώπινου σώματος επάνω του, δεν είναι η πέτρα που θα σπάσει από το αυγό που πάει να την τσουγκρίσει. Σ' αυτήν την οπτική θα μπορούσαμε να δούμε την κατεύθυνση που οδώνεται σε μια ψυχοθεραπεία: Κρατά ανοιχτό τον δρόμο προς την αυτοκαταστροφή της πλάνης που ταλανίζει τον πάσχοντα. Αν και κατά πόσον θα φτάσει εκεί, και με ποιον τρόπο, θα φανεί στην πορεία.
Προέχει η αναγνώριση του ανόητου ως ανόητου. "Αυτό που θέλω να διδάξω είναι: η μετάβαση από μια μη προφανή ανοησία σε μια προφανή." Και πώς συμβαίνει αυτή η μετάβαση; Wittgenstein: "Από πού παίρνει αυτή η θεώρηση τη σπουδαιότητα της, αφού άλλωστε μοιάζει να καταστρέφει κάθε τι το ενδιαφέρον, δηλαδή κάθε μεγάλο και σπουδαίο; (Τρόπον τινά όλα τα οικοδομήματα. Καθώς αφήνει πίσω της μόνο κομμάτια πέτρες και μπάζα.) Μα είναι μόνο κτίσματα του αέρα, που καταστρέφουμε..."
Βέβαια αυτό το "καταστρέφουμε" απαιτεί, τουλάχιστον στον χώρο της ψυχοθεραπείας, μια διόρθωση. Πριν από λίγο καιρό σε ένα σεμινάριο έγινε λόγος για έναν άντρα δυσανεκτικό σε οτιδήποτε αλλότριο προς αυτόν: η επικοινωνία με έναν Άλλο τον ταράζει, τον θυμώνει· όταν η θεραπεύτριά του εκφράσει μια άποψη άλλην από τη δική του, η επωδός του είναι ένα οργισμένο, παρεξηγημένο, πικραμένο: -Δεν με καταλαβαίνετε! Έτσι, σε μια τέτοια περίπτωση, η θεραπεύτρια είπε: -Ναι, δεν μπορώ να μπω στα παπούτσια σας... Όπου εγώ παρατήρησα: -Και όμως, δεν θα ήταν ωραίο, δεν θα ήταν μαγικά ωραίο να μπορούσαμε να ζούμε σ' έναν κόσμο χωρίς τριβές, όπου να πορευόμαστε χωρίς αντίσταση, χωρίς αμφισβήτηση, χωρίς το 'αλλά...' των Άλλων; Δεν μπορούμε αυτό να το παρακολουθήσουμε; Τα παπούτσια του δεν θα ήταν και δικά μας παπούτσια; Μήπως θα μπορούσαμε να του απαντήσουμε με μια τέτοια, εγκάρδια στάση, γνωρίζοντας και πάλι ότι αυτό δεν γίνεται; "Οπωσδήποτε μη διστάζεις να λες ανοησίες! Μόνο πρέπει τις ανοησίες σου να τις διακρίνεις."
Αν δεν γελιέμαι, ο Wittgenstein δεν γνωρίζει μια εγκαρδιότητα όπως η παραπάνω. Και δεν γνωρίζει πως η εγκάρδια αποδοχή, που διόλου δεν σημαίνει ενσυναίσθηση και συμφωνία, μπορεί ακριβώς να οδώσει μια συνομιλία που θα απελευθέρωνε τον πάσχοντα από τα μάγια της πλάνης του. Οι σημειώσεις του βρίθουν από διαλόγους. Όμως αυτοί είναι πολύ συχνά διάλογοι, αναμετρήσεις καλύτερα με έναν Άλλον που πρέπει να αποστομωθεί. Αυτό που ο Wittgenstein επιζητεί, είναι να πάψει η βασανιστική αντιπαράθεση μαζί του.
Μια άλλη δυνατότητα επικοινωνίας αναφέρεται στους προλόγους δύο βιβλίων του: "Αυτό το βιβλίο θα το κατανοήσει ίσως αυτός που ήδη έκανε ο ίδιος τις σκέψεις που εκφράζονται εδώ - ή έκανε τουλάχιστον σκέψεις παρόμοιες." "Αυτό το βιβλίο γράφηκε για τέτοιους οι οποίοι διάκεινται φιλικά στο πνεύμα του." Εδώ και πάλι δεν υπάρχει επικοινωνία, καθώς ο Wittgenstein αποτείνεται σε όμοιους, σ' αυτούς όπου τα λόγια τους είναι τρόπον τινά ηχώ των δικών του.

Από το Tractatus μου εντυπώθηκε, μεταξύ άλλων, και το παρακάτω σημείο: "6.341 Η μηχανική του Νεύτωνα π.x. δίνει στην περιγραφή του κόσμου μια ενιαία μορφή. Ας σκεφτούμε μια λευκή επιφάνεια στην οποία υπάρχουν ακανόνιστες μαύρες κηλίδες. Λέμε λοιπόν: Όποια εικόνα και να προκύψει έτσι, πάντα μπορώ να προσεγγίσω την περιγραφή της λιγότερο ή περισσότερο κατά βούληση, εάν καλύψω την επιφάνεια με ένα αντίστοιχα λεπτό δίχτυ τετραγώνων, και τώρα πω για κάθε τετράγωνο ότι είναι λευκό ή μαύρο. Μ' αυτόν τον τρόπο θα έχω φέρει την περιγραφή της επιφάνειας σε μια ενιαία μορφή. (...)
6.342 (...) Το ότι μια εικόνα, όπως αυτή που αναφέρθηκε, μπορεί να περιγραφεί με ένα δίχτυ δεδομένης μορφής, δεν λέει για την εικόνα τίποτα. (...)
Έτσι και δεν λέει τίποτα για τον κόσμο, το ότι μπορεί να περιγραφεί με τη νευτωνική Μηχανική· (...)"
Δεν ξέρω εάν ο Wittgenstein γνώριζε ότι η παρομοίωση του διχτυού όντως εφαρμόστηκε στις απαρχές της επιστημονικής σύλληψης του κόσμου. Ο Albrecht Dürer στο βιβλίο του "Underweysung der Messung" ("Οδηγίες για τη μέτρηση"), ένα διδακτικό βιβλίο για "νέους με έφεση στην τέχνη", παραθέτει μια
ζωγραφιά.
Ο σχεδιαστής της ξαπλωμένης γυναίκας θέλει να παραστήσει τη γυναίκα. Σταθεροποιεί το μάτι του με τη βοήθεια από ένα στέρεα τοποθετημένο ραβδί και παρατηρεί το περίγραμμα της γυναίκας μέσα από ένα ράστερ από κλωστές. Καθώς το χαρτί στο τραπέζι έχει το ίδιο ράστερ, ο άντρας μπορεί να αντιγράψει το περίγραμμα τετράγωνο προς τετράγωνο.
Τα ψυχιατρικά και τα ψυχολογικό μοντέλα μοιάζουν μ' ένα τέτοιο ράστερ. Η ύφανσή του είναι η δομή του εκάστοτε μοντέλου. Όπως στην εικόνα του Dürer, ο ψυχίατρος και ο ψυχολόγος υψώνουν απέναντι σ' ένα όνειρο, σ' ένα σύμπτωμα, σε μια συμπεριφορά, το ράστερ του μοντέλου τους. Η περιγραφή που προκύπτει δεν μιλά πλέον για το όνειρο, το σύμπτωμα, τη συμπεριφορά. Αποτυπώνει σημεία του ράστερ. Το ράστερ π.χ. του Freud περιλαμβάνει την υπόθεση ότι ένα όνειρο καθορίζεται από ασυνείδητες ορέξεις οι οποίες, περνώντας από "λογοκρισία" και τα φίλτρα των "αμυντικών μηχανισμών", κάνουν το όνειρο να αναδύεται στην επιφάνεια του συνειδητού και του αντιληπτού αποσπασματικό, παραλλαγμένο, μεταμφιεσμένο. Το ράστερ που θα τοποθετηθεί απέναντι σ' αυτό, το "φανερό" όνειρο, θα το "ερμηνεύσει", δηλαδή θα το περιγράψει στους δικούς του όρους των ασυνειδήτων ορέξεων. Freud: "Κατά την άποψη μας, τα αντιληπτά φαινόμενα πρέπει να υποχωρούν εμπρός στις ορέξεις τις οποίες απλώς υποθέτουμε."
Το ράστερ, το μοντέλο είναι ένα αυτιστικό μόρφωμα που απορροφά και αφομοιώνει τα πάντα. Η ερμηνεία ενός ονείρου, η διάγνωση μιας συμπεριφοράς δεν λέει πλέον για το όνειρο, τη συμπεριφορά τίποτα. Για την πράξη της ψυχοθεραπείας, που είναι πρωταρχικά συνάντηση και συνομιλία, τούτο σημαίνει ότι ο θεραπευτής, στον βαθμό που προχωρά by the book, είναι σαν τον σχεδιαστή του Dürer. Βλέπει και ακούει μέσα από το ράστερ του. Ο συνομιλητής του, ως Άλλος, εξαλείφεται. Απέναντι στον καθαρόαιμο ψυχίατρο ή ψυχολόγο είναι σαν να πέφτω σε μια έρημο, σ' ένα σεληνιακό τοπίο. Ο Freud παρατηρεί σχετικά με το "ωραίο όνειρο" της ασθενούς του που αναφέρθηκε στην αρχή: "Μετά από την ερμηνεία το ωραίο όνειρο δεν άρεζε πια καθόλου στη γυναίκα που το ονειρεύτηκε."
Σ' αυτήν την επικοινωνία υπάρχει μια δεινή βία. Το ράστερ είναι σαν μια τσουγκράνα που περνά από πάνω μου, ξεριζώνει ό,τι με ορίζει ως Άλλον, ως ενικότητα, και αφήνει πίσω του ένα απρόσωπο μόρφωμα από αυλακιές. "Ο εθισμός στην εξήγηση είναι εμπόδιο στην πλήρη αντίληψη των γεγονότων, δηλαδή στην περιγραφή. Η προσχηματισμένη υπόθεση δρα σαν ένα κόσκινο που αφήνει ένα πολύ μικρό κομμάτι των γεγονότων να φτάσει στο βλέμμα μας." Ο ίδιος ο Wittgenstein εικάζει μέχρι πού μπορεί να φτάνει η βία αυτού του είδους: "Διότι η επιστήμη & η βιομηχανία όντως αποφασίζουν τους πολέμους, η έτσι φαίνεται."

Πάντως η κριτική του Wittgenstein στον Freud είναι κάθε άλλο από απόρριψη. Ο ίδιος φέρεται να είπε στον μαθητή του Rush Rhees: "... μετά από μερικά χρόνια έτυχε να διαβάσω κάτι του Freud και αναπήδησα από έκπληξη. Εδώ ήταν κάποιος που είχε κάτι να πει." Σε κάποια περίοδο αποκαλούσε τον εαυτό του "μαθητή του Freud" και "οπαδό του Freud". Και μαζί έλεγε "δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο" από την ψυχανάλυση. Και ακόμα: "Το είδος της κριτικής που θα βοηθούσε στη μελέτη του Freud, θα έπρεπε να πάει βαθιά· και τούτο δεν είναι συνηθισμένο." Πόσο βαθιά; Βαθιά προς τα πού;
Ας γυρίσουμε προς στιγμή στον άνθρωπο που αποζητά έναν δεύτερο, καλύτερο γονέα. Του μίλησα για έναν τοίχο στον οποίο πέφτει συνέχεια. Θα μπορούσα να του πω και το εξής: Είναι σαν να πηγαίνει στον μανάβη να πάρει φρούτα, χειμώνα. Βλέπει στο μαγαζί μήλα, πορτοκάλια, μανταρίνια, αχλάδια. Αυτός ζητάει καρπούζι - όταν αυτό το καλοκαίρι, όπου είχε καρπούζια, έχει περάσει ανεπιστρεπτί.
Εδώ δεν μιλάμε λοιπόν για την εφαρμογή ενός ψυχιατρικού μοντέλου που θα οδηγούσε στη διάγνωση, ενός ψυχαναλυτικού μοντέλου που θα οδηγούσε στην ερμηνεία, όπου θα καταλήγαμε σε ένα "αυτό είναι ..." π.χ. "κατάθλιψη" (ψυχίατρος), "παλινδρόμηση", "μεταβίβαση" (ψυχαναλυτής). Στο παραπάνω πλαίσιο το "αυτό είναι ..." θα εξυπονοούσε ακόμη: αυτό και μόνο, και όχι κάτι άλλο, π.χ. κατάθλιψη και όχι σχιζοφρένεια, παλινδρόμηση και όχι άρνηση κλπ. Το επιστημονικό παράδειγμα προχωρά σε τέτοιους μονόδρομους: "αυτό είναι αυτό". "... μονοδίαιτα: τρέφεις τη σκέψη σου με ένα μόνο είδος παραδειγμάτων."
Όπως είπα, ο Wittgenstein δεν απορρίπτει τον Freud. Όμως δεν βλέπει τις ερμηνείες του στην οπτική του "αυτό είναι ...": "Ό,τι λέει ο Freud για το υποσυνείδητο ακούγεται ως επιστήμη, όμως στην πραγματικότητα είναι μόνο ένας τρόπος αναπαράστασης. Δεν ανακαλύφτηκαν νέες περιοχές της ψυχής, όπως υπαινίσσονται τα γραπτά του. Η παρουσίαση στοιχείων ενός ονείρου, για παράδειγμα ενός καπέλου (που πρακτικά μπορεί να σημαίνει οτιδήποτε) [και που ο Freud ερμηνεύει ως φαλλικό σύμβολο] είναι μια παρουσίαση παρομοιώσεων. Όπως στην αισθητική, πράγματα τοποθετούνται δίπλα-δίπλα ώστε να καταδειχθούν ορισμένα χαρακτηριστικά. Αυτά φωτίζουν τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε ένα όνειρο."
Το καπέλο δεν "είναι" φαλλικό σύμβολο. Αυτή η ερμηνεία δεν είναι πρόταση για την ουσία του καπέλου, αλλά παρομοίωση· μια μεταξύ αναρίθμητων δυνατών. Έτσι, στο παράδειγμά μου, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε μεν για παλινδρόμηση· όμως "παλινδρόμηση" μόνο ως παρομοίωση μιας κίνησης όπου ο άνθρωπος που ζητά αγκαλιά, προστασία κλπ. γυρίζει πίσω στα παιδικά του χρόνια. Θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι "σαν" παλινδρόμηση στο πατρικό του· όχι ότι "κάνει" παλινδρόμηση, που ακούγεται όπως το "κάνει πυρετό". Και αυτή η παρομοίωση, αυτή η αναλογία θα ήταν μόνο μία από αναρίθμητες που θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω, όπως αυτή του δεύτερου, καλύτερου γονιού, αυτή της πρόσκρουσης στον τοίχο, αυτή του καρπουζιού από το αγύριστο καλοκαίρι. Και είναι εντυπωσιακό το πώς η προσφυγή σε μια αναλογία, όταν αυτή είναι επιτυχημένη, πολλές φορές ξανανιώνει κάποιον σαν ένα μπάνιο στη θάλασσα. "Μια καλή παρομοίωση φρεσκάρει τον νου." Ο Wittgenstein με απελευθέρωσε από την προσκόλληση στην ουσία, στο "αυτό είναι αυτό", από την επίκληση της αλήθειας. Μου έλυσε τη γλώσσα.
Η επίκληση της ουσίας εγκαταλείπει το εκάστοτε περιστατικό. Όταν χαρακτηρίζω το καπέλο φαλλικό σύμβολο, χάνω το καπέλο και θέμα γίνεται το φαλλικό σύμβολο. Όταν ακούω ένα όνειρο και αναρωτιέμαι για την ασυνείδητη επιθυμία που το γέννησε, δεν προσέχω το όνειρο αλλά την υποτιθέμενη ασυνείδητη επιθυμία. Όταν αντιλαμβάνομαι τα πράγματα μέσα από το όποιο ράστερ, ασχολούμαι πλέον μ' αυτό, και όχι με τα πράγματα. Δεν έχω μάτια για την ενικότητα του ανθρώπου που βρίσκεται απέναντί μου. Όμως ερευνώ την ουσία ενός φαινομένου δεν θα πει οπωσδήποτε στρέφω το βλέμμα μου αλλού, προς κάτι το οποίο υποτίθεται ότι συνιστά την αλήθεια του. "Ερευνώ την ουσία ενός φαινομένου θα πει: κοιτάζω προσεκτικότερα."
Η θεραπευτική συνομιλία διαμείβεται με αναφορές σε εκάστοτε μεμονωμένα περιστατικά της ζωής. Πολλές φορές δεν έχουμε μάθει τον τρόπο να τα προσέχουμε, αυτά τα ίδια. Εξολισθαίνουμε στις γενικότητες των μοντέλων και των κοσμοθεωριών που μας κρατάνε στα δίχτυα τους. Ένας τρόπος συνδιαλλαγής με την ενικότητα θα ήταν ακριβώς, όσο κι αν ακούγεται παράδοξο, ο τρόπος των αναλογιών, των παρομοιώσεων, των παραδειγμάτων. Ο Wittgenstein δεν είναι ο μόνος που τον εφαρμόζει. Όμως τον εφαρμόζει με μια μοναδική ευκρίνεια, συνέπεια και γλαφυρότητα. (Τούτο δεν σημαίνει βέβαια την υιοθέτηση μιας νέας μεθόδου και τον εγκλωβισμό σε μια καινούργια "μονοδίαιτα".)

"Προσπάθησα ν' αλλάξω την οπτική γωνία. Όλα έχουν τη μορφή 'δες το έτσι!', 'μην το συγκρίνεις μ' αυτό αλλά μ' εκείνο'." Και αλλού: "(...) δίνεις στο παιχνίδι της γλώσσας μια νέα κλείδωση." Μιλάμε για μια νέα ελευθερία, για ένα λύσιμο από τα μάγια που κρατούν κάποιον εγκλωβισμένο στη "μονοδίαιτα", δηλαδή στην τάση κάποιου να απαντά με έναν και μόνο τρόπο π.χ. με θυμό, η με ενοχές, με άγχος. Τότε μια αντίστοιχη διάγνωση (ναρκισσιστική προσωπικότητα, κατάθλιψη, κρίση πανικού) δεν θα ήταν η ονομασία μιας πάθησης, όπως π.χ. 'πνευμονία', αλλά χαρακτηρισμός μιας "μονοδίαιτας": κανείς τείνει να συνδέει καταστάσεις, να τις τοποθετεί "δίπλα-δίπλα" με τον θυμό, τις ενοχές, το άγχος.
Τότε η θεραπεία θα συνίστατο στη λύση από τα μάγια της "μονοδίαιτας", στο λύσιμο του Μίδα από την κατάρα, ό,τι, μα ό,τι πιάνει να γίνεται χρυσάφι. Αυτό που γράφει ο Wittgenstein για τα φιλοσοφικά προβλήματα, ισχύει και για τα "ψυχικά": "Η λύση των φιλοσοφικών προβλημάτων μοιάζει με το μαγικό ραβδί των παραμυθιών το οποίο, όσον καιρό βρίσκεται μέσα στο μαγικό κάστρο, φαίνεται κι εκείνο μαγικό. Αν όμως το πάρεις και το δεις έξω στο φως της μέρας, δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα κομμάτι σίδερο (ή κάτι τέτοιο)."

Η μετάθεση της θεραπευτικής επικοινωνίας στο πεδίο των παρομοιώσεων και των αναλογιών συμβαίνει, όταν και όπου συμβαίνει, σε ένα κλίμα ευρύχωρο και ανάλαφρο. Γίνεται κάτι σαν παιχνίδι - με την έννοια του Wittgenstein, δηλαδή "μορφή ζωής" . Αυτό το παιχνίδι, για να παιχθεί, θέλει μια χρονική άπλα - και δίνει χρονική άπλα. Δεν είναι δυνατό εκεί που η πιεστικότητα για μια άμεση λύση δεν ανέχεται κανένα παιχνίδι, εκεί που η σκέψη έχει τόσο εθιστεί στη "μονοδίαιτα" ώστε να αποστρέφεται οτιδήποτε άλλο. "O χαιρετισμός των φιλοσόφων [συμπληρώνω εγώ: και των θεραπευτών] θα έπρεπε να είναι: 'Πάρε χρόνο!'"
Η ψυχοθεραπεία προχωρεί με την εξοικείωση σε μια τέτοια ελευθερία, σε μια τέτοια "σχόλη" . Στην ευτυχή περίπτωση κανείς κάποια μέρα απλά αντιλαμβάνεται πως εκείνο που τον βασάνιζε δεν είναι πια εδώ. Έτσι απλά. "Τη λύση του προβλήματος της ζωής την παρατηρεί κανείς στην εξαφάνιση αυτού του προβλήματος. (...)"

Η εννόηση τέτοιων προβλημάτων ως ψευδο-προβλημάτων, όπως εκτίθεται από τον Wittgenstein και από τους ως προς αυτό μακρινούς συγγενείς του, όπως νομίζω, τους Προσωκρατικούς, βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με την επιστημονική τους παράσταση ως διεργασιών. Δεχόμαστε εξαρχής και χωρίς δεύτερη σκέψη ότι π.χ. το όνειρο είναι μια διεργασία. Ο Freud χρησιμοποιεί ως συνώνυμο του ονείρου τον όρο "έργο του ονείρου" ("Traumarbeit"), ως συνώνυμο του πένθους το "έργο του πένθους" ("Trauerarbeit") κλπ. Οι ψυχολογικές θεωρίες, οι μεθοδολογίες και οι ερμηνείες, οι θεραπείες με ψυχοφάρμακα θα ήταν όλες τους αδιανόητες χωρίς το βασικό αξίωμα για τη φύση του αντικειμένου τους ως διεργασίας. Στη βάση λοιπόν αυτής της πρώτης παραδοχής, ότι εδώ πρόκειται για μια διεργασία, αναπαριστάνουμε τη ζητούμενη διεργασία επινοώντας το υποσυνείδητο, μελετώντας τα νευροφυσιολογικά δεδομένα σε εργαστήρια ύπνου κλπ. Η εξήγηση του ονείρου δεν είναι άλλη από την παράθεση της διεργασίας του. Παρακάτω μια σημείωση του Wittgenstein και, εμβόλιμα, φράσεις του Freud από το κείμενό του "Το ασυνείδητο" :
Wittgenstein: "Πώς φθάνουμε στο φιλοσοφικό πρόβλημα των ψυχικών διεργασιών και καταστάσεων (...); - Το πρώτο βήμα είναι αυτό που δεν προκαλεί την προσοχή καθόλου. Μιλάμε για διεργασίες και καταστάσεις κι αφήνουμε τη φύση τους ανοιχτή!
(Freud: "Η πλέον προσωπική καθημερινή μας εμπειρία, μας γνωστοποιεί ιδέες, την προέλευση των οποίων δεν γνωρίζουμε, και συμπεράσματα σκέψεων, η διεργασία των οποίων μας έχει μείνει κρυφή.")
Wittgenstein: Ίσως κάποτε γνωρίσουμε περισσότερα γι' αυτήν - λέμε.
(Freud: "Και τι δεν θα 'δινε κανείς να γνωρίσει αυτά τα πράγματα περισσότερο!")
- Wittgenstein: "Όμως ακριβώς μ' αυτό έχουμε καθηλωθεί σε έναν ορισμένο τρόπο θεώρησης. Διότι έχουμε μια ορισμένη ιδέα γι' αυτό, τι θα πει: να γνωρίσω μια διεργασία καλύτερα. (Το αποφασιστικό βήμα στο ταχυδακτυλουργικό νούμερο έχει γίνει, και αυτό ακριβώς μας φάνηκε αθώο.)"

Οι "ψυχικές διεργασίες" λοιπόν "κτίσματα στην άμμο"... Τα γραπτά του Wittgenstein, σε μιαν άλλη οπτική από αυτήν του Heidegger, θέτουν ολόκληρο το οικοδόμημα της ψυχιατρικής και της ψυχολογίας υπό αμφισβήτηση. Για μένα τούτο δεν σήμαινε κάποιον ιδιαίτερο κλονισμό. Η αγάπη που είχα για τη θεραπευτική πρακτική δεν αφορούσε άλλωστε και τις παραπάνω επιστήμες. Μάλλον σαν συναρπαστικό και ανακουφιστικό το έζησα.
Πώς είναι να είσαι χωρίς ψυχή; Χωρίς εσωτερικό κόσμο; "Το 'εσωτερικό' είναι πλάνη. Αυτό θα πει: όλο το σύμπλεγμα ιδεών που υπονοείται μ' αυτήν τη λέξη, είναι σαν μια ζωγραφισμένη κουρτίνα, τραβηγμένη μπροστά από τη σκηνή της πραγματικής χρήσης της λέξης." Η πλάνη θα ενέκειτο στο ότι "το εσωτερικό", ως τρόπον τινά ανατομικό όργανο μέσα στο σώμα, δεν ανήκει στην "πραγματική χρήση της λέξης". "Όπου η γλώσσα μας, μας επιτρέπει να υποθέτουμε ένα σώμα, και δεν είναι κανένα σώμα, εκεί, θα τείναμε να πούμε, είναι ένα πνεύμα." Λέμε βεβαίως: "... είπα μέσα μου ..." Όμως όταν τούτο μας παρασύρει και μιλάμε για "το μέσα μου", τότε έχουμε ξεφύγει. Τότε, όταν έχουμε έναν άνθρωπο απέναντί μας, είναι σαν να βλέπουμε ένα επιφαινόμενο, σαν η συμπεριφορά του να ήταν ένα είδος έκκρισης του "μέσα" του, της "ψυχής" του, ένα τελικό αποτέλεσμα των διαδικασιών που συμβαίνουν εκεί. Σαν ένα κείμενο του Word όπου, όταν πιέσουμε το "¶", εμφανίζονται τα κρυφά σύμβολα της μορφοποίησης. Όμως "Το ανθρώπινο σώμα είναι η καλύτερη εικόνα της ανθρώπινης ψυχής."
Το έτος 1946-47 ο Wittgenstein έκανε μια παράδοση επάνω στη φιλοσοφία της ψυχολογίας. Εκεί αναφέρεται δια μακρών σε ένα περίεργο παράδειγμα:
"Μια φυλή που θέλουμε να υποδουλώσουμε. Η κυβέρνηση και οι επιστήμονες λένε ότι οι άνθρωποι αυτής της φυλής δεν έχουν ψυχή· μπορούμε λοιπόν να τους χρησιμοποιήσουμε ανενδοίαστα για οποιονδήποτε σκοπό. Φυσικά παρολαυτά μας ενδιαφέρει η γλώσσα τους· αφού βέβαια πρέπει π.χ. να τους δίνουμε εντολές και να παίρνουμε αναφορές απ' αυτούς. Ακόμη θέλουμε να ξέρουμε τι λένε μεταξύ τους, καθώς αυτό σχετίζεται με την υπόλοιπη συμπεριφορά τους. Όμως ακόμη πρέπει να μας ενδιαφέρει ό,τι σ' αυτούς αντιστοιχεί στις δικές μας 'ψυχολογικές εκδηλώσεις', γιατί θέλουμε να τους κρατάμε ικανούς για εργασία, και γι' αυτό έχουν σημασία για μας οι εκδηλώσεις τους του πόνου, της αδιαθεσίας, της κατάθλιψης, της ευζωίας κλπ. κλπ. (...)"
Δεν μπορώ να επεκταθώ στην όλη συζήτηση του παραδείγματος, από την οποία φαίνεται πώς η επικοινωνία με μια άψυχη φυλή είναι όντως δυνατή! Εδώ με ενδιαφέρει κάτι που ο Wittgenstein δεν θίγει άμεσα: Όταν κάποιος μιλά με ένα άψυχο πλάσμα και συνεννοείται μαζί του, γίνεται άψυχος και ο ίδιος: ο εσωτερικός του κόσμος μένει έξω απ' το παιχνίδι. Ως θεραπευτής είμαι ένα τέτοιο άψυχο πλάσμα. Είμαι όλος "έξω". Τούτο, σε άλλοτε άλλον βαθμό, κάνει άψυχο και τον συνομιλητή μου. Όμως εάν πολλές από τις συγχύσεις και τα βάσανα έρχονται από την αδιέξοδη εμπλοκή στις πλάνες και στα φαντάσματα της ψυχής, τότε το θεραπευτικό θα ήταν ακριβώς η αποκόλληση από την ψυχή! Παραδείγματα από θεραπευτικά στιγμιότυπα:
- Μου τα λέτε αυτά και δεν σας νοιάζει καθόλου πώς αισθάνομαι ... - Αν υποθέσουμε πως περπατώντας κολλάτε στη λάσπη και πρέπει να σας βοηθήσω να ξεκολλήσετε. Θα είχε κανένα νόημα να μου λέτε και να σκέφτομαι πώς αισθάνεστε;
- Για τον μπαμπά μου είναι η πιο μεγάλη αγάπη. Τέτοια αγάπη φαντάζομαι πως θα υπάρχει με τα παιδιά μου κλπ. - Μπορείτε να περιγράψετε αυτό που σας συμβαίνει εδώ και που το αποκαλείτε "αγάπη"; - Δεν καταλαβαίνω... Πώς να το περιγράψω; - Ας υποθέσουμε πως ήμουν ένας ξένος που δεν ξέρει τη λέξη "αγάπη", και θα πρέπει να του την εξηγήσετε περιφραστικά. Τι θα μου λέγατε; - Έχω πάρει κάποια καλά του, την καλοσύνη του, τη θερμότητα του... - Η "αγάπη" εδώ λοιπόν σημαίνει ότι είστε κάπως συνέχειά του.
- Δεν είναι δυνατό να μιλούν μεταξύ τους δυο κομμάτια του εαυτού μου; - Είναι σαν το δεξί και το αριστερό χέρι να κάνανε χειραψία.
- Δεν είστε άνθρωπος εσείς; - Όχι. - Εξωγήινος είστε; - Ναι.
Στον πρόλογο για το "Γράμμα Α" λέω: "Κατά κόσμον λέγομαι ψυχαναλυτής. (Το άλλο μου όνομα δεν το βρήκα ποτέ.)" Πριν από δυο-τρία χρόνια, στο μενού της ιστοσελίδας μου, έκανα μια αλλαγή. Τον τίτλο "Ψυχαναλυση" τον μετέβαλα σε "Ψυχαναλυση". Γράφω: "Ψυχαναλυση: Το όνομα δεν ονομάζει κάτι, (...) δεν μιλά για την ψυχή ως αντικείμενο της θεραπείας αλλά ως αυτό από το οποίο η θεραπεία επιζητεί να απαλλαγεί."
Ο Wittgenstein κλείνει την παράδοσή του ως εξής:
"Προσπάθησα ν' αλλάξω την οπτική γωνία. Όλα έχουν την μορφή 'Δες το έτσι!', 'Μην το συγκρίνεις μ' αυτό αλλά μ' εκείνο'. Η ερώτηση 'Τι είναι η σκέψη;' χάνεται από τη στιγμή που σταματούμε να συγκρίνουμε τα σχετικά φαινόμενα με φαινόμενα που διαδραματίζονται στο εσωτερικό των πραγμάτων και είναι από μας κρυμμένα."

"Εξαφάνιση του προβλήματος" δεν σημαίνει πάντα και εξάλειψή του από προσώπου γης. "... όποιος ζει σωστά δεν αισθάνεται το πρόβλημα ως λύπη, επομένως και όχι ως προβληματικό, αλλά πολύ περισσότερο ως χαρά· επομένως ως τρόπον τινά καθάριο αιθέρα γύρω από τη ζωή του, όχι ως αμφίβολο φόντο." Μ' αυτή την παράδοξη σκέψη ο Wittgenstein δεν βρίσκεται μόνος. Υπάρχουν, για να χρησιμοποιήσω μια έκφρασή του, "οικογενειακές ομοιότητες":
Elias Canetti: "Mια πληγή που γίνεται σαν πνεύμονας και δια μέσου του ανασαίνεις."
Paul Celan: "Με τ' αδιέξοδα να μιλάς"
Byung-Chul Han: "Ανάσανε μες από τις πληγές σου!"
Ο Wittgenstein το εννοεί ενδεχομένως σε σχέση και με την παρακάτω σημείωση: "Αν στη ζωή περιβαλλόμαστε από τον θάνατο, τότε και στην υγεία του νου από την τρέλα." Η λύπη, ο θάνατος, η τρέλα δεν "περιβάλλουν" τη χαρά, τη ζωή, την υγεία του νου με την έννοια του επικίνδυνου πολιορκητή. Πολύ περισσότερο η λύπη, ο θάνατος, η τρέλα θα ήταν αντίστοιχα το "περιβάλλον" της χαράς, της ζωής, της υγείας του νου, ο τόπος κατοίκησής τους, το χώμα και ο αέρας που τα τρέφουν. Η "λύση" των προβλημάτων θα μπορούσε να βρίσκεται ακριβώς στην αφομοίωση μιας τέτοιας οπτικής τους. "Μόνο ο θάνατος είναι που δίνει στη ζωή το νόημά της." Μια παραδείσια ζωή απαλλαγμένη από λύπη, τρέλα και θάνατο θα ήταν νεκρίλα. Ο ίδιος ο Wittgenstein ήταν από μια άποψη ένας βασανισμένος άνθρωπος που έζησε στα όρια της τρέλας και της αυτοκτονίας. Δεν νομίζω πως ήταν ψέματα τα τελευταία του λόγια: "Πες τους πως είχα μια υπέροχη ζωή."

Το κειμενο της εκδοσης

Καταστροφη

Καταστροφη
(Με αναφορα στο
Melancholia του Lars von Trier)

Η καταστροφη ειναι κατα-στροφη. Εδω το κατα- εχει τον χαρακτηρα μιας αναποδραστης μοιρας που κινει, συμπαρασυρει προς ... μια -στροφη, και η στροφη ειναι τοσο αποτομη, τοσο επιτακτικη, τοσο βιαιη, που δεν εχει γυρισμο. Ειναι πορεια διχως επι-στροφη. Γεφυρα, που την περνας και γκρεμιζεται.

Η καταστροφη ειναι ακραιο φαινομενο. Καταλαμβανει ολη την υπαρξη. Απεναντι σ' αυτην τη μοιραια πορεια υπαρχουν δυο βασικες στασεις. Ακριβως επειδη προκειται για ακραιο φαινομενο, και επειδη καταλαμβανει ολη την υπαρξη, δεν υπαρχουν περιθωρια για διαβαθμισεις. Οι δυο στασεις ειναι απολυτες. Στο Melancholia εκπροσωπουνται αντιστοιχα απο τις δυο αδελφες, την Justine και την Claire (μαζι με την Claire και οι αντρες τους Michael και John).

Ηδη στην αρχη της ταινιας συμβαινει μια μικρη καταστροφη: Η πληθωρικη καταλευκη λιμουζινα μεταφερει τους νεονυμφους Justine και Michael προς το κτημα της Claire, οπου θα λαβει χωρα το γαμηλιο παρτυ. Σκοτεινα προσωπα:

Και σε μια κλειστη στροφη, δυο ωρες ποδαροδρομο για το κτημα, η μικρη καταστροφη: η λιμουζινα κολλα! Στον στενο δρομακο δεν χωραει να παρει την στροφη! Τοτε λοιπον ειναι που το προσωπο της Justine φωτιζεται.

Μοιαζει να το γλενταει. Απεναντι στον αντρα της γινεται τρυφερη και ερωτικη.

Στις μανουβρες, οπου καποτε καθεται κι αυτη στο τιμονι, κανει πως τον παταει!

Φτανουν λοιπον στο κτημα πεζοι, με 2 ωρες καθυστερηση. Η Justine με τις γοβες στο χερι, λιγο κουρασμενη αλλα κεφατη.

Ειναι ξεγνοιαστη και παιζει.

Η Claire ομως τους περιμενει συγκρατημενα εξαλλη. Κραταει το προγραμμα και δειχνει στην αδελφη της τι χαθηκε μεχρι τωρα, τι αναστατωση προκληθηκε:

This is very much not my project. OK?

Η Justine εχει μαζευτει σαν παιδι που το μαλλωνουν:

Παντως, αντι να βιαστει να μπει στην αιθουσα, στους καλεσμενους που ξεροσταλιασαν να τους περιμενουν, πρωτα θα παει στους σταβλους, στον Abraham, το αγαπημενο της αλογο, να το χαιρετησει και να το αγκαλιασει.

Η ιστορια ξεκινα σε ενα κλιμα ακρας θετικοτητας: η καταλευκη λιμουζινα, σαν νυφουλα κι η ιδια, στην θαλπωρη της το ζευγαρι να λικνιζεται απαλα, ο σωφερ φοραει στολη και τους πηγαινει σ' ενα πανεμορφο κτημα, εκει τους περιμενει μια γιορτη τελεια οργανωμενη και πολυδαπανη, και ολα παραπεμπουν σε ενα μελλον στρωμενο με ροδοπεταλα. Το μεγεθος και η χλιδη της λιμουζινας συμβολιζει την υπερ-θετικοτητα της καταστασης:

Και τι συμβαινει εδω; Εμφραγμα. Οπως ενας θρομβος στην αρτηρια, η λιμουζινα, αυτο το υπερμεγεθες χλιδατο οχημα, προχωρωντας στον στενο δρομο, φρακαρει.

Μια δυνατοτητα να δουμε τι συμβαινει εδω, οδηγει στην ιστορια του Οιδιποδα. Ο Οιδιποδας ζητα απο το μαντειο να μαθει για τους γονεις του. Ο χρησμος δεν του λεει ποιοι ειναι. Ομως του λεει οτι θα σκοτωσει τον πατερα του και θα παντρευτει τη μητερα του. Ο Οιδιποδας, για να αποφυγει τη μοιρα του, φευγει απο την Κορινθο, στην οποια ζουσε υιοθετημενος απο τον εκει βασιλια που νομιζε πατερα του, και πηγαινει στη Θηβα. Οδευει κατευθειαν προς τη μοιρα του. Και οχι μονο σκοτωνει τον πατερα του και παντρευεται τη μητερα του. Μεσα απο τις δικες του ερωτησεις, μεσα απο τον δικο του τροπο να ερμηνευει ο,τι ακουει, καταληγει να αναγνωρισει τον ενοχο - αυτον τον ιδιο.1

Αραγε θα μπορουσε καπως ετσι να μας αφορα το Οιδιποδειο - οχι του Freud, αλλα του Σοφοκλη; Να υπογραμμιζει δηλαδη οτι εκει που εννοουμε να παιρνουμε την τυχη στα χερια μας, σκαβουμε οι ιδιοι τον λακκο μας; Ας το αποκαλεσουμε, το αρχαϊκο οιδιποδειο. Θα το δουμε καθαροτερα σε μερικα παραδειγματα:

- Το λεγομενο "αιτημα" του ανθρωπου που απευθυνεται στον ψυχοθεραπευτη, δηλαδη η εικονα που εχει για τον τροπο με τον οποιο θα λυθει το προβλημα του. Ομως το αιτημα αναγκαστικα προκυπτει απο την ιδια νοοτροπια που εχει γεννησει και το προβλημα! Δεν οδηγει στη λυση του, αλλα ειναι μερος του προβληματος και η εκπληρωση του θα το εκανε ακομη οξυτερο.

- Εκεινος που κυριαρχειται απο την αναγκη της ασφαλειας θα καταληξει να εχει ματια μονο για ο,τι θα την διαταραζε. Περιφρουρωντας την ασφαλεια ζει σε διαρκη ανασφαλεια.

- Εκεινος που θελει τον συντροφο του "δικο του", τον θελει κτημα του, τον εκμηδενιζει ως Αλλον και θα τον χασει - ειτε αυτος συνεχισει να μενει κοντα του χαμενος ως Αλλος, ειτε φυγει και χαθει για τα καλα.

- Εκεινος που λαχταρα για τους δικους του, γονεις, συντροφους, παιδια, να μην τους αγγιζει τιποτα στεναχωρο, θα κανει ανθρωπους δυσφορικους, ανικανοποιητους και δυσαρεστημενους.

- Η επιστημονικη ερευνα και η χιμαιρα μιας εξαντλητικης εξηγησης του κοσμου: Χρονια, αιωνες τωρα η καθε απαντηση γεννα πολλαπλασια ερωτηματα. Η κατακλυσμικη πληθωρα των πληροφοριων που αρρωσταινει: Information Fatigue Syndrome.
[
Οι πασχοντες παραπονιουνται για επιτεινομενη εκπτωση της αναλυτικης ικανοτητας, διαταραχη της προσοχης, γενικη ανησυχια, αγχος, νευρικοτητα, αυτοαμφισβητηση, η αδυναμια να αναλαβουν ευθυνες. Αυτην την εννοια την καθιερωσε ο βρετανος ψυχολογος David Lewis το 1996. Καταρχην η ασθενεια αφορουσε εκεινους τους ανθρωπους που λογω επαγγελματος πρεπει να επεξεργαζονται πολυ μεγαλη πληθωρα πληροφοριων. Σημερα προσβαλλονται απο το IFS ολες οι επαγγελματικες ομαδες και ολα τα στρωματα του πληθυσμου. Ο λογος ειναι οτι η ψηφιακη δικτυωση αυξησε τη μαζα των πληροφοριων σε τεραστιο βαθμο.]

- Η δυναμη ειναι δυναμη μονο οταν συνεχως υπερβαινει τον εαυτο της, οταν γινεται μεγαλυτερη. Το ιδιο συμβαινει με την εξουσια και τον πλουτο. Στον αυχενα αυτων των ανθρωπων επικρεμαται η δαμοκλειος σπαθη της αδυναμιας, της υποτελειας, της φτωχειας. (Καποτε στη Χαλκιδικη ενας αντρας καθοτανε μεσα στο αυτοκινητο του, μια Jaguar, και τραγουδουσε με παθος: ... στη Δραπετσωνα πια δεν εχουμε ζωη …)

- Η ιδια μοιρα διεπει τις φουσκες των ακινητων και των υπερακτιων συναλλαγων, την χιμαιρα της ευμαρειας, το πλανερο παραμυθι ενος τελικου εφησυχασμου που καποτε θα θαψει τον πλανητη κατω απο τα ιδια του τα σκοπιδια.

Αυτα για το αρχαϊκο οιδιποδειο.

Επιστρεφουμε στο Melancholia. Ενα σημερινο μαντειο θα διαμηνυε στο ζευγαρι οτι ο δρομος για το κτημα και τη γαμηλια τελετη θα ειναι δυσκολος, κουραστικος, με απροοπτα. Τι κανει το ζευγαρι μας; Φροντιζει να αποφυγει τις δυσκολιες, την κουραση και τα απροοπτα. Και πως κοιταζει να το πραγματοποιησει αυτο; Μα, ακριβως παιρνοντας για τη μετακινηση του την καλυτερη, ασφαλεστερη, ανετοτερη λιμουζινα που υπαρχει στην αγορα. Και ακριβως ετσι ο λογος του χρησμου εκπληρωνεται!
[
Η ιστορια του Οιδιποδα ειναι αντιστοιχη με μια ιστορια των Σουφι απο το Ιρακ που παραθετει ο Jean Baudrillard στο βιβλιο του "Περι σαγηνης". Το σχετικο κεφαλαιο επιγραφεται "Θανατος στη Σαμαρκανδη". Ενας στρατιωτης

" [...] συναντα τον Θανατο σε μια γωνια της αγορας και του φαινεται οτι τον ειδε να κανει μια απειλητικη χειρονομια εναντιον του. Σπευδει στο παλατι του Βασιλια για να του ζητησει το καλυτερο του αλογο ωστε να τρεξει να γλιτωσει απο τον Θανατο στη διαρκεια της νυχτας, να παει μακρια, πολυ μακρια, μεχρι τη Σαμαρκανδη. Τοτε ο Βασιλιας καλει τον Θανατο στο παλατι για να τον επιπληξει που φοβισε ετσι εναν απο τους καλυτερους υπηκοους του. Εκεινος ομως, εκπληκτος, του απαντα: "Δεν ηθελα να τον τρομαξω. Απλως εξεπλαγην που συναντησα εδω αυτο τον στρατιωτη, ενω αυριο κιολας εχουμε ραντεβου στη Σαμαρκανδη".
Ο Baudrillard συνεχιζει: "Εννοειται πως, οταν πασχιζουμε να ξεφυγουμε απο το πεπρωμενο μας, τοτε ειναι που τρεχουμε ισια καταπανω του."
]

Απο την αρχη, εμπρος σ' αυτην τη μικρη καταστροφη, προβαλλουν οι δυο αδελφες με μια διαμετρικα αντιθετη σταση. Το εμφραγμα, ειδαμε, φερνει στην Justine μια αναταση, το προσωπο της φωτιζεται, βγαινει στον φρεσκο αερα κυριολεκτικα και μεταφορικα. Αντιθετα η Claire εξοργιζεται με την ανατροπη του προγραμματος: This is very much not my project. OK? Αντιμετωπιζει τη μικρη καταστροφη με υφος αγερωχο. Δεν ανεχεται τιποτα να της χαλασει τα σχεδια. Δεν υπαρχει δικαιολογια!

Αυτα βεβαια δεν ερχονται απο το πουθενα. Οι δυο τους ειναι διαφορετικοι χαρακτηρες. H Justine ειναι καπως ufo. Απο διασπαρτες αναφορες στο εργο μαθαινουμε οτι ειναι περιεργη, κανει "σκηνες"… Δεν ειναι τελειως του κοσμου τουτου. Γι' αυτο ακριβως και βλεπει πραγματα που οι αλλοι δεν βλεπουν. Ετσι:

> Πρωτη αυτη διακρινει τον πλανητη Melancholia που σε λιγες μερες θα συντριβει πανω στη γη και θα την συντριψει.

> Η Justine "ξερει πραγματα". Ενας διαλογος με την Claire:

Justine: The earth is evil. We don't need to grieve for it.

Claire: What?

Justine: Nobody will miss it.

Claire: But where would Leo grow?

Justine: All I know is, life on earth is evil.

Claire: Then maybe life somewhere else.

Justine: But there isn't.

Claire: How do you know?

Justine: Because I know things.

Claire: Oh yes, you always imagined you did.

Justine: I know we're alone.

Claire: I don't think you know that at all.

Justine: 678. The bean lottery. Nobody guessed the amount of beans in the bottle.

Claire: No, that's right.

Justine: But I know. 678.

Claire: Well, perhaps. But what does that prove?

Justine: That I know things. And when I say we're alone, we're alone. Life is only on earth, and not for long.

Για το ufo, γι' αυτον που φερνει μια τρελλα, η γη ειναι κατι κακο, διοτι η αποκλειστικη καθηλωση σ' αυτην, η "ζωη του σκουληκιου", οπως γραφει καπου ο Hölderlin αναφερομενος στους Γερμανους, ειναι κολαση. Το ufo ασφυκτια μεσα της. Στους Ελληνες της αρχαιοτητας, αντιθετα, συνεχιζει ο Hölderlin, ειναι δοσμενη η "φωτια του ουρανου". Κατι απ' αυτην τη φωτια εχει σημαδεψει την Justine. Τα χερια της δεν τελειωνουν στα ακροδακτυλα αλλα τεινουν, με μια δικη τους φωτια, προς εκεινη του ουρανου.

Ετσι αυτο το ουρανιο σωμα, ο πλανητης Melancholia, ειναι κατι σαν ο αγνωστος φιλος απο παλια τον οποιο, χωρις να το υποψιαζεται, περιμενε μια ζωη, και τωρα ερχεται και θα κατακυριευσει τη γη. Η Justine, στην "ερωτικη σκηνη" του εργου,

θα μπορουσε να πει στη φωτια του ουρανου που πλησιαζει, με τα λογια της Αρετουσας: "Για σεναν εγεννηθηκε στον κοσμο το κορμι μου."

Το δοσιμο, η απογυμνωση της απεναντι του, που, υπογραμμιζω, δεν ειναι εκουσια, αλλα της συμβαινει, ξεκινα με την απεκδυση των πραγματων που την κρατουσαν δεμενη στη γη:

> Οταν στη γαμηλια τελετη δεν μπορει να συμμετασχει και περιερχεται σε απογνωση, οι γονεις της, απο τους οποιους αποζητα συμπαρασταση, ενα τελευταιο κρατημα, την εγκαταλειπουν.

> Παραιτειται απο την εταιρεια που δουλευε, και οπου πριν λιγο ο διευθυντης της, στην προποση του, ειχε ανακοινωσει την προαγωγη της: Nothing is too much for you, Jack. I hate you and your firm so deeply I couldn't find the words to describe it. You are a despicable power-hungry little man, Jack.

> Η χωρις νοημα, σαν φτυσιμο συνευρεση με εναν υπαλληλο της εταιρειας που γνωρισε εκεινο το βραδυ. Εξευτελιζει την ερωτικη πραξη, της δινει τροπον τινα τη χαριστικη βολη, την αποχαιρετα.

> Ο αντρας, που πλεον δεν της σημαινει τιποτα, φευγει το ιδιο βραδυ.

Michael: So I guess … we'll take off now.

Justine: Yes.

Michael: This could have been a lot different.

Justine: Yes, Michael, it would have been ... But, Michael, what did you expect?

Michael: Jeah...You're right.

> Ακολουθει μια βαρια καταθλιψη που θα χαθει εκεινη τη νυχτα που αφηνεται στην ερωτικη συνομιλια με τον Melancholia.

Και το τελευταιο βραδυ τον βλεπει να ανατελλει. Ευδαιμονια.

> Μενει λιγη ωρα ακομη μεχρι ο Melancholia να πεσει στη γη. Η Claire θελει να περασει τις τελευταιες στιγμες με ενα κρασι στην ταρατσα.

Claire: I want us to be together when it happens. Maybe out- outside on the terrace. Help me Justine. I want to do this the right way.

Justine: You'd better do it quickly.

Claire: A glass of wine, together, maybe.

Justine: You want me to have a glass of wine on your terrace?

Claire: Yes. Will... will you do it, Sis?

Justine: How about a song? Beethoven's Ninth. Something like that? Maybe we could light some candles. You want us to gather on your terrace to sing a song, have a glass of wine, the three of us?

Claire: Yes. That would make me happy.

Justine: Do you know what I think of your plan?

Claire: No. I was hoping you might like it.

Justine: I think it's a piece of shit.

Claire: Justine, please. I just want it to be nice.

Justine: Nice? Why don't we meet on the fuckin' toilet?

Claire: Then let's not.

Justine: You're damn right, let's not.

Claire: Sometimes I hate you so much, Justine.

> Αμεσως μετα η Justine μιλα με τον μικρο γιο της Claire Leo, που φοβαται. Εδω η Justine εχει τη δικη της απαντηση για τον τροπο που θα περασουν τις τελευταιες στιγμες.

Leo: I'm afraid that the planet will hit us anyway.

Justine: Don't be. Please.

Leo: Dad says there's nothing to do then. Nowhere to hide.

Justine: If your dad said that, then he's forgotten about something. He's forgotten about the magic cave.

Το αλλοτριο, το αλλοκοτο, το αλλοπαρμενο της καταστροφης φωλιαζει στο Αλλο του παραμυθενιου κοσμου, του μαγικου, του "πνευματικου κοσμου". Το σκουληκι εχει αφομοιωσει τη φωτια του ουρανου.

Ο Franz Kafka γραφει σε εναν απο τους Αφορισμους:

Die Tatsache, daß es nichts anderes gibt als eine geistige Welt, nimmt uns die Hoffnung und gibt uns die Gewißheit.(62)

Το γεγονος οτι δεν υπαρχει παρα ενας πνευματικος κοσμος, μας παιρνει την ελπιδα και μας δινει τη βεβαιοτητα.


[Το σκουληκι ζει με την ελπιδα να φτασει εκει. Ο αλλος ειναι ηδη εκει. Βλ. και "Προσοχη στο κενο!"https://docs.google.com/document/d/1NWSdMF2NucJfD2leKEe_Xk1_noF7Boaxd7foGtgzMeU/edit]

 


 

Η Claire τωρα.

Ειναι ολοτελα συντονισμενη στον τροπο του σκουληκιου. Μελημα της η ισορροπια, η ευμαρεια, η ασφαλεια. Δυο-τρεις φορες στο εργο, αντιμετωπη με τις παραξενιες της αδελφης της, αλλα και με τα ασυμβατα που θα της πεταξει στο κεφαλι σαν συγχρονη Κασσανδρα, θα της πει: Sometimes I hate you so much, Justine.

Το γαμηλιο παρτυ ειναι σε εξελιξη. Η χλιδη και παλι κυριαρχη:

Η Claire, στην εγνοια της να πανε ολα καλα, να μην παρεισφρυσει καμια αρνητικοτητα, βλεπει την Justine να εχει πεσει. Την παιρνει σε ενα δωματιο. Listen to me! We agreed that you weren't going to make any scenes tonight.

Η γιορτη τελειωνει και προβαλλει στο επικεντρο ο Melancholia. That stupid planet, λεει καπου η Claire, και προσωρινα καθησυχαζεται απο τον John, τον αντρα της, που ειναι ερασιτεχνης αστρονομος και στρουθοκαμηλιζει, για τον εαυτο του και ακομη περισσοτερο για να καθησυχαζει την Claire. Αυτη παντως παραμενει ανησυχη. Βρισκεται σε θεση αμυνας, καθως ειναι προσανατολισμενη σ' ολα αυτα που θα χασει. Ενα βραδυ κοιταζει τον Melancholia απο το τηλεσκοπιο με εναν βουβο τρομο:

Αναζητα πληροφοριες στο ιντερνετ. Ο John την πειθει για μια φορα ακομα. Ομως οχι για πολυ. Γυριζει απο το χωριο με κατι χαπια. Ο John καταλαβαινει την προθεση της: Trying to kill us all? Που σημαινει οτι επικοινωνουν και σ' ενα αλλο επιπεδο, ειλικρινεστερο, απο ο.τι μαρτυρουν τα λογια τους: Η αυτοκτονια ως υστατη φυγη απο την καταστροφη, η ακραια αρνηση της.

Τελευταιο βραδυ. Ο Melancholia ανατελλει. Ολοι βγαινουν στην ταρατσα. Η Justine:

Η Claire:

Για μια τελευταια φορα ο John, σε μια κριση πανικου της Claire, την καθησυχαζει με ενα ψεμα, οτι ο Melancholia δηθεν απομακρυνεται. Ο Melancholia δεν απομακρυνεται πραγματικα. Απλα φευγει για τον τελευταιο του κυκλο πριν πεσει επανω στη γη, οπως εδειχνε ενα σχεδιαγραμμα που κατεβασε η Claire απο το ιντερνετ:

Ξημερωνει η τελευταια μερα. Η Claire απορει που ο υπηρετης τους δεν ηρθε να εργαστει. Σε μια κουβεντα με την Justine επιμενει, αν και οχι τελειως σιγουρη:

Claire: It will pass us by tonight. John is quite calm about it.

Justine: Does that calm you down?

Claire: Yes, of course … I don't study things as the scientists.

Η Justine επισης δεν μελετα τα πραγματα. Ομως, στον διαλογο που αναφερεται προηγουμενως λεει: I know things. Δεν μελετα γιατι ξερει. Κινειται σε εναν αλλο χωρο απο αυτον της γνωσης. Ο Pablo Picasso φερεται να ειπε καποτε: Je ne cherche pas; je trouve.
[
Η δυσπιστια εμπρος σ αυτο που βλεπουν τα ματια μου. Το πιστευει μονο οταν το ερευνησει και το αποδειξει. Harry Harlow. Χταποδι.]

Η Claire κατεβαινει στην ταρατσα  με τον καφε της, χαλαρη και ευδιαθετη, αφου το κακο εχει, υποτιθεται, περασει, χουχουλιαζει στην πολυθρονα κατω απο τον γλυκο ηλιο. Ο John, σκοτεινιασμενος, παρατηρει στο τηλεσκοπιο του με ενταση. Η Claire  κλεινει για λιγο τα ματια. Οταν τα ανοιγει, ο John δεν ειναι πια εκει. Θα τον βρουν αργοτερα νεκρο στον σταβλο με το κουτι χαπακια που ειχε αγορασει η Claire. Αυτη παλι ανακαλυπτει οτι ο Melancholia εχει μεγαλωσει πολυ και πλησιαζει ακρατητος:

Απονενοημενες ενεργειες: Αρπαζει το παιδι της και πηγαινει για το χωριο, το αυτοκινητο την προδιδει, γυριζει κουβαλωντας το, ποτε στην αγκαλια και ποτε στους ωμους της:

Ακολουθει ο διαλογος με την Justine. Θελει την ωρα του τελους να καθονται στην ταρατσα με ενα ποτηρι κρασι, κερακια και μουσικη. Θελει ακομα και αυτην την ωρα να την φερει στα μετρα της. Η Justine, ειδαμε, θα το ματαιωσει.

Και φτανουμε στη μαγικη σπηλια, οπου, πιασμενοι απο τα χερια, περιμενουν το τελος:

 

Η γαληνη της μιας και η απελπισια της αλλης. Η μια, που στην καταστροφη αφηνεται στην στροφη και σε ο,τι στην στροφη διανοιγεται. Η αλλη, που ειναι στραμμενη με απογνωση σε ο,τι στην στροφη χανεται.



Παραπομπες

1

Απο το: Ποιος ειναι ο Οιδιποδας; [παραθεμα απο το: Friedrich Hölderlin, Anmerkungen zu Oedipus (Σημειωσεις για τον Οιδιποδα). Ειμαστε στο σημειο οπου ενα κακο εχει βρει τη Θηβα και οι κατοικοι προσεφυγαν στο μαντειο για συμβουλη. Ο Οιδιποδας λυτρωσε τη Θηβα απο την Σφιγγα και ειναι πλεον ο βασιλιας.]

Λέει δηλαδή ο χρησμός:

(Κρεων) Καθαρά, βασιλιά, προστάζει ο Φοίβος / να διώξουμε το μίασμα, που η γη τούτη / θρέφει, μη κακό αγιάτρευτο μας μείνει

[ἄνωγεν ἡμᾶς Φοῖβος ἐμφανῶς ἄναξ

μίασμα χώρας, ὡς τεθραμμένον χθονὶ

ἐν τῇδ᾽, ἐλαύνειν μηδ᾽ ἀνήκεστον τρέφειν.]

Αυτό θα μπορούσε να σημαίνει: Καθιερώστε γενικά αυστηρή και αδέκαστη δικαιοσύνη, διατηρείτε καλή τάξη στην πόλη σας. Όμως αμέσως κατόπιν ο Οιδίποδας [...] το εξειδικεύει:

Και ποιος αυτός, που τέτοιο είναι γραφτό του;

[ποίου γὰρ ἀνδρὸς τήνδε μηνύει τύχην;]

Και φέρνει ετσι τις σκεψεις του Κρέοντα στον φοβερό λόγο:

Είχαμε, βασιλιά, άρχοντά μας πρώτα

τον Λάιο, πριν εσύ εδώ βασιλέψεις.

[ἦν ἡμίν, ὦναξ, Λάϊός ποθ᾽ ἡγεμὼν

γῆς τῆσδε, πρὶν σὲ τήνδ᾽ ἀπευθύνειν πόλιν.]

Έτσι συνδυάζονται μεταξύ τους ο χρησμός και, χωρίς ν' ανήκει εδώ αναγκαστικά, η ιστορία του θανάτου του Λάιου. Όμως την αμέσως επομένη στιγμή [...] μιλά το πνεύμα του Οιδίποδα [...] ερμηνεύοντας τη γενική επιταγή καχύποπτα, εξειδικεύοντάς την κι εφαρμόζοντάς την σε κάποιον δολοφόνο του Λάιου, κι ακόμα θεωρώντας αυτήν την αμαρτία απέραντη.

Όποιος ξέρει από σας ποιος του Λαμβδάκου / τον γιο, τον Λάιο, σκότωσε, προστάζω / νά 'ρθει κι όλα σε με να τα ιστορήσει. /.../ Κανείς τον άντρα αυτόν, όποιος και νά 'ναι / προστάζω, εδώ, στη γη που εγώ έχω θρόνο / και δύναμη, να μη δεχτεί ούτε λόγο / να του πει, μήτε ευχή ή θυσία μαζί του να δώσει, / ... όπως μου είπε / το Πυθικό του Θεού το μαντείο.

[ὅστις ποθ᾽ ὑμῶν Λάϊον τὸν Λαβδάκου

κάτοιδεν ἀνδρὸς ἐκ τίνος διώλετο,

τοῦτον κελεύω πάντα σημαίνειν ἐμοί:

...

τὸν ἄνδρ᾽ ἀπαυδῶ τοῦτον, ὅστις ἐστί, γῆς

τῆσδ᾽, ἧς ἐγὼ κράτη τε καὶ θρόνους νέμω,

μήτ᾽ εἰσδέχεσθαι μήτε προσφωνεῖν τινα,

μήτ᾽ ἐν θεῶν εὐχαῖσι μήτε θύμασιν ]

κοινὸν ποεῖσθαι, …

ὡς τὸ Πυθικὸν θεοῦ

μαντεῖον ἐξέφηνεν ἀρτίως ἐμοί.]

Βλεπε και Το "οιδιποδειο συμπλεγμα".



ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Απο το Ψυχανάλυση και ψυχοθεραπεία στο ελληνικό φως

Ο Χάιντεγκερ, από διαφορετική προσέγγιση, την ονομάζει «φωτεινή νύχτα».

Στη νεότερη ελληνική ποίηση, όσο γνωρίζω, έχει αποδοθεί εναργέστερα στο 2ο σχεδίασμα των «Ελεύθερων Πολιορκημένων» του Διονυσίου Σολωμού:

9.

Ετούτ’ είν’ ύστερη νυχτιά· όλα τ’ αστέρια βγάνει·

 

Ολονυχτίς ανέβαινε η δέηση, το λιβάνι.


Ο Αράπης, τραβηγμένος από τη μυρωδιά που εσκορπούσε το θυμίαμα, περίεργος και ανυπόμονος, με βιαστικά πατήματα πλησιάζει εις το τείχος,

Και απάνου, ανάγκη φοβερή! σκυλί δεν του ’λυχτάει.

Και ακροάζεται· αλλά τη νυχτική γαλήνη δεν αντίσκοβε μήτε φωνή, μήτε κλάψα, μήτε αναστεναγμός· ήθελε πης ότι είχε παύσει η ζωή· οι ήρωες είναι ενωμένοι και, μέσα τους, λόγια λένε

Για την αιωνιότητα, που μόλις τα χωράει·

Στα μάτια και στο πρόσωπο φαίνοντ’ οι στοχασμοί τους·

Τους λέει μεγάλα και πολλά η τρίσβαθη ψυχή τους.

Αγάπη κι’ έρωτας καλού τα σπλάχνα τους τινάζουν·

Τα σπλάχνα τους κι’ η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν·

Γλυκιά κι’ ελεύθερ’ η ψυχή σα νάτανε βγαλμένη,

Κι’ υψώναν με χαμόγελο την όψη τη φθαρμένη.

και στο «Θάνατος και Ανάστασις του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου» του Οδυσσέα Ελύτη:

ΙΙ

Θε μου και τώρα τι Που ‘ χε με χίλιους να παλέψει

χώρια με τη μοναξιά του ποιος αυτός πού ’ξερε μ’ ένα λόγο του να δώσει ολάκερης της γης να ξεδιψάσει τι

Που όλα του τά ‘χαν πάρει Και τα πέδιλά του τα σταυροδετά και το τρικράνι του το μυτερό και το τειχιό που καβαλούσε κάθε απομεσήμερο να κρατάει τα γκέμια ενάντια στον καιρό σα ζόρικο και πηδηχτό βαρκάκι

Και μια φούχτα λουίζα που την είχε τρίψει στα μάγουλα ενός κοριτσιού μεσάνυχτα να το φιλήσει (πώς κουρναλίζαν τα νερά του φεγγαριού στα πέτρινα τα σκαλοπάτια τρεις γκρεμούς πάνω απ’ τη θάλασσα…)

Μεσημέρι από νύχτα Και μήτ’ ένας πλάι του Μονάχα οι λέξεις του οι πιστές πού’ σμιγαν όλα τους τα χρώματα ν’ αφήσουν μέσ’ στο χέρι του μια λόγχη από άσπρο φως

Και αντίκρυ σ’ όλο των τειχών το μάκρος μυρμηκιά οι χυμένες μέσ’ στον γύψο κεφαλές όσο έπαιρνε το μάτι του

«Μεσημέρι από νύχτα – όλ’ η ζωή μια λάμψη!» φώναξε κι όρμησε μέσ’ στο σωρό σύρνοντας πίσω του χρυσή γραμμή ατελεύτητη

Κι αμέσως ένιωσε ξεκινημένη από μακριά η στερνή χλομάδα να τον κυριεύει

………….

Από εδώ, από τον τόπο αυτής της γιορτής, πρέπει να εννοηθεί κάθε μεγάλη ποίηση και κάθε μεγάλη νόηση. Από εδώ ανοίγεται και ο δρόμος της αληθινής συνομιλίας του δυτικού με τους άλλους πολιτισμούς. Αναφέρω ενδεικτικά αυτό που στο Ζεν αποκαλείται «μεγάλος θάνατος».

Η θεραπευτική συνομιλία, όταν ευτυχήσει να φθάσει στα άκρα, θα απολήξει κάποτε σ' αυτόν τον κόμβο, που είναι κόμπος και μαζί κομβικό σημείο μιας στροφής που καθιστά την άλλη όψη της γιορ­τής ορατή. Ένα παράδειγμα για αυτήν τη στροφή:

Ένας άντρας που καθυστερημένα ανακάλυψε πως αγαπούσε τη γυναίκα που εγκατέλειψε ησυχάζει πρώτα στην ιδέα να την πάρει και μαζί να ξανοιχτούνε στη θάλασσα. Αυτή είναι η μία όψη, η σκο­τεινή. Η στροφή συμβαίνει σε μια έκλαμψη και λέει ο άντρας στον εαυτό του:

- Αν μπορούμε να πεθάνουμε μαζί, τότε μπορούμε και να ζήσουμε μαζί!

Θα αναφέρω δυο οδηγούς ρήσεις για τη στροφή που για τον ευήκοο θεραπευτή τώρα μπορεί να είναι περισσότερο εύληπτες.

Η πρώτη είναι του ποιητή Πάουλ Τσελάν: «Πήγαινε στα ολόδικά σου στενά - κι απελευθερώσου».

Η δεύτερη είναι του Φρίντριχ Χαίλντερλιν: «Όπου όμως είναι κίνδυνος, βλασταίνει και το σωτήριο».

Φτάνει «στενά» και «απελευθέρωση», «κίνδυνο» και «σωτήριο» να μην τα ακούσουμε κατά το αμερικανικό «happy end», το «αίσιον τέλος», ή κατά την πλατωνική-χριστιανική παράσταση μιας τελικής λύτρωσης αλλά να τα δούμε στο πρώτο ελληνικό φως όπου στενά και απελευθέρωση, κίνδυνος και σωτήριο, ΰβρις και άληθείη συνευρίσκονται στο αυτό. Είναι αδελφά νοήματα.

Οι δρόμοι τους συναντώνται σ' ένα σταυροδρόμι, γράφει ο Χάιντεγκερ, και το σταυροδρόμι είναι κι αυτό καθοδόν μαζί μας - έρχεται, αν μου επιτραπεί εδώ μια συμπλήρωση, από πίσω και καταπάνω μας. Οι τραγωδίες του Αισχύλου και του Σοφοκλή το μαρτυρούν με τον σαφέστερο τρόπο.

■ Οχι μονο ο ερωτας νικα την καταθλιψη, αλλα κατα ποσο ο δρομος προς τον ερωτα, προς το ανοιγμα στον Αλλο, περνα απο την καταθλιψη, η καταθλιψη ειναι σταθμος αυτου του δρομου.

■ Ψυχη

Στην Εισαγωγη στο Γραμμα Α γραφω:

"Κατα κοσμον λεγομαι ψυχαναλυτης. (Το αλλο μου ονομα δεν το βρηκα ποτε.)"

Πριν απο λιγο καιρο (2010) ειχα αλληλογραφια με εναν αμερικανο συναδελφο σχετικα με το ονομα μιας ενδεχομενης αμερικανικης εταιρειας προσκειμενης στην IFDA (International Federation of Daseinsanalysis) οπου, αναλογιζομενος το "αλλο μου ονομα", του γραφω:

"Θα σκεφτομουν 'Αναλυση απο το Κατι στο Τιποτα', η, 'Ψυχαναλυση' - αστειευομαι."

Ο,τι ξεκινησε σαν αστειο, αρχισε να μου εντυπωνεται ολο και περισσοτερο.

"Αναλυση απο το Κατι στο Τιποτα":

Η πορεια οπου το οποιο "αιτημα", το οποιο "προβλημα", η οποια παρασταση μιας "θεραπειας" δεν υπεισερχονται σε μια διαδικασια αλλα βρισκουν τη λυση τους με το να χανονται.

"Ψυχαναλυση":

Το ονομα δεν ονομαζει κατι, δεν παρεχει υποσταση σ' αυτο που ονομαζει, δεν μιλα για την ψυχη ως αντικειμενο της θεραπειας αλλα ως αυτο απο το οποιο η θεραπεια επιζητει να απαλλαγει.

Και απο τι επιχειρει να απαλλαγει; Τι θα πει εδω "ψυχη";

Πριν μερικα χρονια επεσα σε ενα "θεατρο μουσικης δωματιου" της Younghi Pagh-Paan με τον τιτλο "Mondschatten" [Ισκιοι του φεγγαριου]. Το λιμπρεττο βασιζεται στον "Οιδιποδα επι Κολωνω". Εκει παρεμβαλλεται ενα ποιημα του Byung-Chul Han. Το ανεφερα στο εργαστηριο μιας ημεριδας με τιτλο Περαν του πονεμενου ανθρωπου. Ειναι η Αντιγονη και απευθυνεται στον πατερα της Οιδιποδα:

[Πατερα!]

Δικασε τους θεους,

Σκοτωσε τους.

Αδιαφοροι ειναι για τους ανθρωπους,

Αυτοι οι θεοι μας χτυπανε

πληγη στην πληγη.

Πληγιασμενη απ' τις πορειες

Πληγιασμενη απο το κλαμα

Πληγιασμενη απο τα ονειρα

Καταπληγιασμενη ειν' η ψυχη σου.

Ανασανε μες απο τις πληγες σου!

Ασε τις πληγες σου ν' ανθισουν!

Η πληγιασμενη σου κεφαλη ακομα

Δεν ειναι προσωπο του κανενα,

Ηλιος και φεγγαρι,

Του φωτος και της σκιας

Η φιλικη αλλαγη

Δεν καθρεφτιζονται πανω της.

Η ψυχη σου ειναι

Πια μονο φορτος.

Μεχρι τον θανατο

Θα την υποφερεις.

Κοψε την, την ψυχη σου.

Εδω οι "Θεοι" ειναι το ονομα για το υπερβατικο: Καθε τι που ξεπερνα τα εγκοσμια, δηλαδη υπερβαινει το χειροπιαστο, το αμεσο, το πραγματικο, τον εκαστοτε τοπο και χρονο. Ονομαζει καθε περαν ... :

- Την εικονα του εαυτου και των αλλων που οριζεται απο ενα "πρεπει", "θελω", "φοβαμαι", "ελπιζω" κλπ.

- Την εικονα ενος αλλου, καλυτερου γονιου, συντροφου, παιδιου, ζωης, κοσμου.

- Το "σκεφτομαι", το "νοιωθω", το "φανταζομαι" και καθε τι αλλο που εκτυλισσεται στον χωρο μιας εσωτερικοτητας.

Ο τοπος ολων αυτων ειναι η ΨΥΧΗ.

Η ψυχη σου ειναι / Πια μονο φορτος. / Μεχρι τον θανατο / Θα την υποφερεις. / Κοψε την, την ψυχη σου.

O Pώκριτος, που εκάτεχε την αφορµή οπού εκίνα

την Aρετή, και βιαστικά να πάγει εκεί του εµήνα, 630

δε θέ’ να πάρει σύντροφον, µα µοναχός του πηαίνει·

κι ως ήσωσε, την ηύρηκε σαν ξεπεριορισµένη.

Στο παραθύρι εσίµωσε, κ’ η Aρετή αρχινίζει,

απόκοτα να του µιλεί, να τον αναντρανίζει.

Δεν έχει πλιό την κράτηξιν, δε ντρέπεται, µα οι πόνοι 635

την εντροπήν εδιώξασι, τά’χωνε φανερώνει.

Kαι λιγωµάρα τσ’ ήδιδε, το γλήγορα να µάθει,

αν είν’ και ζεί ο Pωτόκριτος, γή απόθανε, κ’ εχάθη.

Kι αρχίζει µε την πονηριά να τον-ε ξεκινήσει,

πού βρίσκεται ο Pωτόκριτος, και πού’ναι να γρικήσει. 640


''Μα πρεπει να μ' αρμηνεψουν οι πεθαμενοι...''



"Μα πρεπει να μ' αρμηνεψουν οι πεθαμενοι..."

(Πρωτη δημοσιευση: "Ψυχαναλυση και νεοελληνικη λογοτεχνια", Αθηνα 2013. Μερικως αναθεωρημενο)


Εισαγωγη

1. Πως ειναι οι ζωντανοι, και δεν "φτανουν";

2. Πως ρωτα κανεις τους νεκρους;

3. Πως συμβουλευουν οι νεκροι;

Πινακας ποιηματων


Εισαγωγη

Ο Freud, στο "Συμβουλες προς τον ιατρο κατα την ψυχαναλυτικη αγωγη", γραφει για την "τεχνικη" του ψυχαναλυτη που ειναι γνωστη ως "ελευθερα μετεωρη προσοχη":

(...) αυτη η τεχνικη ειναι πολυ απλη (...) απορριπτει ολα τα βοηθητικα μεσα, ακομη και το κρατημα σημειωσεων, και συνισταται απλα στο οτι [ο ψυχαναλυτης] δεν θελει να προσεξει τιποτα ιδιαιτερα και ανταποκρινεται σε ολα οσα ακουει με την ιδια 'ελευθερα μετεωρη προσοχη'" (...).

Και συνοψιζει:

Να ακουει και να μη νοιαζεται να συγκρατησει κατι.

Η τεχνικη της "ελευθερα μετεωρης προσοχης" εξυπηρετει δυο τινα: την αποσυμφορηση της μνημης του ψυχαναλυτη και την "ασυνειδητη" προσληψη των λεγομενων του ασθενους.

Ο αναλυομενος παλι

δεν πρεπει να μας ανακοινωνει μονο αυτα που λεει σκοπιμα και προθυμα [...], αλλα και ο,τι αλλο του παρεχει η αυτοπαρατηρηση του, ο,τι του ερχεται στο νου, ακομα κι αν του ειναι δυσαρεστο να το πει, ακομα κι αν του φαινεται ασημαντο η ακομα και διχως νοημα.[...]

Το ζητουμενο ειναι "να αποκλεισει την αυτοκριτικη του". Η τεχνικη της ελευθερα μετεωρης προσοχης, δηλαδη

η συσταση να παρατηρουμε τα παντα ομοιομορφα, ειναι η αναγκαστικη ανταποκριση στην απαιτηση προς τον αναλυομενο να αφηγειται διχως κριτικη και διαλογη ο,τι του ερχεται.

Ο Freud ζητα απο τον αναλυομενο "πληρη ειλικρινεια". Ο θεραπευτης ανταποκρινεται με μια "τεχνικη". Αυτο ειναι εξαπατηση. Διοτι ο αναλυομενος ανοιγεται σε καποιον ο οποιος απλως παριστανει τον ανοιχτο. Τουτο με καποιον τροπο, αργα η γρηγορα, θα δηλητηριασει την επικοινωνια τους και θα την περιορισει.

Η τιμιοτητα, η δικαιοσυνη, η ευγενεια απεναντι στον αναλυομενο, απεναντι στον δρομο που λεγεται ψυχαναλυση, δεν θα ικανοποιουνταν με μια τεχνικη "ελευθερα μετεωρης προσοχης", αλλα θα διαμορφωνε εναν θεραπευτη ο οποιος θα ηταν αφεαυτου και απεριφραστα "ελευθερα μετεωρος". Η "ελευθερα μετεωρη προσοχη" δεν θα ηταν ρολος αλλα τροπος του ειναι του.

Πως ειναι ενας ελευθερα μετεωρος; ενας ο οποιος δεν παριστανει μονο αλλα οντως "δεν προσεχει τιποτα ιδιαιτερο", "δεν κανει επιλογες", "δεν ακολουθει τις προσδοκιες και τις κλισεις του"; Το Εγω χαρακτηριζεται ακριβως απο το οτι προσεχει το ενα και αγνοει το αλλο, επιλεγει, προσδοκα, κλινει προς αυτο κι εκεινο, εχει δηλαδη εναν χαρακτηρα, μια προσωπικοτητα, και ετσι τοποθετειται απεναντι σ' ενα Εσυ, συμφωνει και διαφωνει μαζι του. Το Εγω εχει ενα πεδιο βαρυτητας. Ο ελευθερα μετεωρος θα ηταν εκεινος ο οποιος δεν εχει κανενα Εγω. Ομως η καθαρη μορφη του ανθρωπου ο οποιος εχει απεκδυθει του Εγω του, ειναι αυτη του νεκρου.

- Δεν ειστε ανθρωπος εσεις; - Οχι! - Εξωγηινος ειστε; - Ναι!

Πως ειναι λοιπον δυνατο και ενας που εχει απεκδυθει του Εγω του, ενας νεκρος, και κατεξοχην αυτος, να ειναι σε θεση να συμβουλευει, να δινει κατευθυνση; Και τι θα πει καν εδω "νεκρος";

Στην 10η Ραψωδια της Οδυσσειας ο Οδυσσεας ακουει απο την Κιρκη οτι πρεπει να παει στον Αδη, να συναντησει τον Τειρεσια και να μαθει απ' αυτον πως θα επιστρεψει στον τοπο του (στ. 488-540). Το κανει στη λεγομενη "Νεκυια" (11η Ραψωδια).

Η φιγουρα της Νεκυιας, της μεταβασης ενος ανθρωπου στον Αδη για να παρει συμβουλη, υπαρχει σ' ενα δημοτικο τραγουδι: Στον Αδη θα κατεβω / και στον παραδεισο / Το χαρο ν' ανταμωσω / δυο λογια να του πω. / Χαρε για χαρισε μου / σαΐτες κοφτερες / να παω να σαϊτεψω / δυο τρεις μελαχρινες (...)

Ο Γιωργος Σεφερης γραφει στο ποιημα "Ο Στρατης Θαλασσινος αναμεσα στους αγαπανθους" (Π119):

Μα πρεπει να μ' αρμηνεψουν [=συμβουλεψουν] οι πεθαμενοι....

Σε ενα αλλο σημειο του ποιηματος λεει:

(...) δε μου φτανουν οι ζωντανοι / (...) πρεπει να ρωτησω τους νεκρους / για να μπορεσω να προχωρησω παρακατω.

Στον Σεφερη, σε αντιθεση με το δημοτικο τραγουδι, η Νεκυια δεν εννοειται ως μυθος και παραμυθι αλλα ως τροπος υπαρξης. Θα παρακολουθησουμε την ποιηση του Σεφερη με αξονα τρια σημεια: 1. Πως ειναι οι ζωντανοι, και δεν "φτανουν"; 2. Πως ρωτα κανεις τους νεκρους; 3. Πως συμβουλευουν οι νεκροι;

Παραλληλα θα επιχειρησω να περιγραψω το φαινομενο της ψυχαναλυσης οπως προβαλλει στην οπτικη αυτης της ποιησης της Νεκυιας.

1. Πως ειναι οι ζωντανοι, και δεν "φτανουν";

Στο "Μια σκηνοθεσια για την Κιχλη" ο Σεφερης απαριθμει τετοιους ανθρωπους:

  • ανθρωποι σαν του συντροφους του Οδυσσεα: (...) τι κακοκεφαλια / να φαμε στην ακρογιαλια / του ηλιου τ' αργα γελαδια (...) Πεινουσαμε στης γης την πλατη, / σα φαγαμε καλα / πεσαμε εδω στα χαμηλα / ανιδεοι και χορτατοι (Π006)

Ειναι ανθρωποι που ακολουθουν τυφλα, σαν υπνοβατες, την "αρχη της ηδονης" (Freud), δηλαδη παρασυρονται στην αμεση εκπληρωση των επιθυμιων τους.

κι επειτα κοιταζε μ᾿ ανυπομονησια / εκει που τηγανιζουν ψαρια· σαν τη γατα. (Π129)

Εδω ανηκουν, ως η αλλη οψη του νομισματος, και οσοι διακατεχονται απο την ερημια της στερησης:

(...) εγινε λιμνη η μοναξια / εγινε λιμνη η στερηση / ανεγγιχτη κι αχαραχτη. (Π108)

  • Οι "υπομονετικοι":

    Με τι καρδια, με τι πνοη, / τι ποθους και τι παθος / πηραμε τη ζωη μας· λαθος! / κι αλλαξαμε ζωη. (Π 005)

Ανθρωποι που "παιρνουν" τη ζωη τους: της προκαταβαλλουν καρδια και πνοη, ποθους και παθος. Πορευονται με μια εικονα για τον εαυτο τους, για τον συντροφο που θελουν, για τους γονεις τους και για τα παιδια τους, για την επικοινωνια τους με τους αλλους. Ομως το πως ειναι τα πραγματα, ειναι παντα τελικα ισχυροτερο απο το πως ποθω, θελω, πρεπει, φοβαμαι πως ειναι τα πραγματα. Ολα τουτα ειναι κτισματα στην αμμο:

(...) ωραια που φυσηξεν ο μπατης / και σβηστηκε η γραφη. (Π 005)

  • Οι "υποταγμενοι και σιωπηλοι":

Το παραδειγμα εδω ειναι οι "Αργοναυτες" (Π023).

ητανε καλα παιδια", / (...) δε φωναζαν / ουτε απο τον καματο ουτε απο τη διψα ουτε απο την παγωνια.

Κατα εναν τροπο ειναι οι αντιθετικες φιγουρες εκεινων που "παιρνουν" τη ζωη τους. Αυτοι τωρα εχουν "το φερσιμο των δεντρων και των κυματων / (...) δεχουνται τον ανεμο και τη βροχη / (...) τη νυχτα και τον ηλιο". Οι ψυχες τους γινονται "(...) ενα με τα κουπια και τους σκαρμους". Ομως, σε αντιθεση με το φερσιμο των δεντρων και των κυματων, τα "καλα παιδια" τραβανε κουπι "με χαμηλωμενα ματια" και ενα "δερμα υποταγμενο". Η δεκτικοτητα τους ειναι εκεινη της υποταγης σε μια εξουσια που τους εχει βουβανει. Περνανε απαρατηρητοι: "Κανεις δεν τους θυμαται."

  • Στην ποιηση του Σεφερη ερχονται και αλλοι, "συμπαθητικοι, αισθηματικοι, μεσοι, και σπαταλημενοι".

Κουρνιαζουν σ' εναν μικροκοσμο ο οποιος, στο μυωπικο τους βλεμμα, φανταζει ο κοσμος ολοκληρος:

οχι ερχομαι εκ Συνταγματος" απαντα κι ειν' ευχαριστημενος / "βρηκα το Γιαννη και με κερασε ενα παγωτο. (Π070).

...

οι διανοουμενοι που σκαρφαλωνουν στο ιδιο τους κεφαλι (Π046)

...

Βαρεθηκα το δειλινο, παμε στο σπιτι μας / παμε στο σπιτι μας ν' αναψουμε το φως (Π107).

  • Αντιπροσωπευουν "μαλακα πραγματα":

βολοδερνουν στο και-ναι-και-οχι, γαβγιζουν χωρις να δαγκωνουν, θετουν την σταθεροτητα και την ασφαλεια υπερανω ολων:

Κι ειναι η ζωη ψυχρη ψαρισια / - ετσι ζεις; - Ναι! Τι θες να κανω· / τοσοι και τοσοι ειναι οι πνιγμενοι / κατω στης θαλασσας τον πατο. / (...) / Α! να 'ταν η ζωη μας ισια / πως θα την παιρναμε κατοπι / μ' αλλιως η μοιρα το βουληθη / πρεπει να στριψεις σε μια κοχη. (Π007)

...

ηταν η μερα συννεφιασμενη. Κανεις δεν αποφασιζε / (...) / 'Δεν ειναι γρεγος ειναι σιροκος' η μονη αποφαση που ακουστηκε. (Π107)

Ολοι αυτοι οι ανθρωποι αποκαλουνται "οι ζωντανοι". Η ζωη τους περιοριζεται στη ζωη. Καποιες φορες αυτη η μονοδιαστατη υπαρξη μπορει να γινει εμπειρατη "σαν τα στεκαμενα νερα". Τοτε οδηγει σε μοναξια, βαρος, ασφυξια και αδιεξοδο:

Θεοι! πως αγωνιζεται η ζωη για να περασει, θα 'λεγες φουσκωμενο ποταμι απο την τρυπα βελονας. / Κανει ζεστη βαθια ως τη νυχτα, τ' αστρα πετανε σκνιπες, πινω αγουρες, γκαζοζες και διψω· / φεγγαρι και κινηματογραφος, φαντασματα και πνιγερος ανημπορος λιμωνας. (Π046)

Η προσφορη λυση εδω ειναι βεβαια η φυγη προς τα εμπρος, δηλαδη η ακομα μεγαλυτερη, καποτε απεγνωσμενη προσκολληση στα πραγματα:

(...) παμε στο σπιτι μας / παμε στο σπιτι μας ν' αναψουμε το φως. (Π107)

...

Κι αν κρατηθηκαμε απο λαγονια κι αν αγκαλιασαμε / μ’ ολη τη δυναμη μας αλλους αυχενες / κι αν σμιξαμε την ανασα μας με την ανασα / εκεινου του ανθρωπου / κι αν κλεισαμε τα ματια μας, δεν ηταν αλλη / μοναχα αυτος ο βαθυτερος καημος να κρατηθουμε / μεσα στη φυγη. (Π067)

Καποτε παλι γεννιεται μια απορια:

... Μες στον καθρεφτη η αγαπη μας, πως παει και λιγοστευει μεσα στον υπνο τα ονειρα, σκολειο της λησμονιας / μεσα στα βαθη του καιρου, πως η καρδια στενευει (Π016)

...

Μας φαινεται παραξενο που καποτε μπορεσαμε να χτισουμε / τα σπιτια τα καλυβια και τις στανες μας. / Κι οι γαμοι μας, τα δροσερα στεφανια και τα δαχτυλα / γινουνται αινιγματα ανεξηγητα για την ψυχη μας. / Πως γεννηθηκαν πως δυναμωσανε τα παιδια μας; / (...) / σωματα που δεν ξερουν πια πως ν' αγαπησουν. (Π029)

...

Θα πεθανει κι αυτη, πως θα πεθανει; (Π080)

...

Πως θα πεθανουμε; (Π107)

...

Πως πεσαμε, συντροφε, μεσα στο λαγουμι του φοβου; (Π117)

...

Προσεχετε καποτε τον καθρεφτη / πως κανει ενταφιο το προσωπο μας; Και τον ηλιο τον κλεφτη / πως παιρνει τα φτιασιδια μας καθε πρωι; (Π141)

...

Η θαλασσα· πως εγινε ετσι η θαλασσα; (Π161)

Οι προσκολλημενοι στη ζωη δεν θα ανατρεξουν ποτε στον ψυχιατρο η στον ψυχολογο, και φυσικα οχι στον ψυχαναλυτη. Εκεινοι για τους οποιους ο περιορισμος εχει γινει ασφυκτικος, θα αναζητησουν τη λυση στους ορους μιας ζωης που περιοριζεται μονοδιαστατα στη ζωη: Θα κοιταξουν να περασουν "το φουσκωμενο ποταμι απο τη βελονα". Θα καταφυγουν σε φαρμακα η σε ψυχοθεραπευτικες τεχνικες που υποσχονται να τους κανουν οπως ηταν, δηλαδη να εξαλειψουν τα συμπτωματα, η να τους μαθουν το know how της ζωης. Και τουτο γιατι εχουν παγιδευτει στην ολεθρια μεγγενη πραγματων της ζωης που φανταζουν απολυτα, πιο απολυτα κι απο τον ιδιο τον θανατο, που τον επιζουν.

Την ψυχαναλυση θα αναζητησουν καποιοι απο τους λιγους που θα φτασουν στην απορια. Η απορια μπορει να παρει και τη μορφη της απογνωσης ως απο-γνωσης, του "δεν γνωριζω πια", "δεν ξερω πια", "δεν παει αλλο", "δεν αντεχω αλλο".

κι ολα στεγνωσαν μονομιας στην πλατωσια του καμπου / στης πετρας την απογνωση στη δυναμη τη φαγωμενη / στον αδειο τοπο με το λιγοστο χορταρι και τ' αγκαθια / οπου γλιστρουσε ξεγνοιαστο ενα φιδι (Π149)

Εκει βρισκεις

κυκλο τα ποδια θερισμενα / κυκλο τα χερια πεθαμενα / κυκλο τα ματια σκοτεινα· (Π044)

Μπορει να συμβει οταν ανακαλυψεις οτι ξεγελαστηκες, οτι κυνηγησες χιμαιρες, οτι αγωνιστηκες και παλεψες για λαθος πραγματα. Στην τραγωδια του Ευριπιδη "Ελενη", αποκαλυπτεται πως στην Τροια δεν ηταν αυτη η ιδια ποτε. Ενα "ειδωλο" της ηταν εκει.

Τιποτε στην Τροια - ενα ειδωλο. / (...) Κι ο Παρης, μ' εναν ισκιο πλαγιαζε σα να ηταν πλασμα ατοφιο· / κι εμεις σφαζομασταν για την Ελενη δεκα χρονια / (...) / αν ειναι αληθεια πως αυτο ειναι παραμυθι, / αν ειναι αληθεια πως / (...) / καποιος αγνωστος, ανωνυμος, που ωστοσο / ειδε ενα Σκαμαντρο να ξεχειλαει κουφαρια, / δεν το 'χει μες στη μοιρα του ν' ακουσει / μαντατοφορους που ερχουνται να πουνε / πως τοσος πονος τοση ζωη / πηγαν στην αβυσσο / για ενα πουκαμισο αδειανο για μιαν Ελενη. (Π137)

Η απογνωση δεν ειναι μονο τραγικη και επωδυνη. Ειναι μαζι και ανοιγμα. Κανεις ειναι τωρα περισσοτερο ετοιμος να ακουσει πραγματα που δεν ανηκουν στον οικειο του κοσμο, αυτον που τον εφερε μεχρις εδω. Τουτο μπορει να συμβει στην αρχη, η στη διαρκεια της ψυχαναλυσης.

Και να ποθεις να κατοικησει κι ο αλλος κοσμος / στη σημερινη πνιγερη μοναξια / στ' αφανισμενο τουτο παρον (Π173)

Ο "αλλος κοσμος" θα ηταν σαν τον ερχομο της ανοιξης μεσα στο καταχειμωνο:

'Αυτος ο αγερας φερνει στο νου την ανοιξη' ελεγε η φιλη / περπατωντας στο πλευρο μου κοιταζοντας μακρια 'την ανοιξη / που επεσε ξαφνικα το χειμωνα κοντα στην κλειστη θαλασσα. / Τοσο απροσδοκητα. Περασαν τοσα χρονια. Πως θα πεθανουμε;' (Π107)

Η απορια "Πως θα πεθανουμε;" δινει μαζι και την κατευθυνση για την απαντηση της: οταν απροσδοκητα μεσα στο καταχειμωνο πεφτει η ανοιξη. Τουτο θυμιζει εναν στιχο απο το "Χειμερινο ταξιδι" του Wilhelm Müller που εγινε γνωστο απο την μελοποιηση του Franz Schubert: "Γελατε βεβαια για τον ονειροπολο που εβλεπε το χειμωνα λουλουδια;"

2. Πως ρωτα κανεις τους νεκρους;

Θυμιζω πως εδω ο ψυχαναλυτης παρομοιαζεται με την, ακομη αδιευκρινιστη, φιγουρα του νεκρου. Πριν ερθουμε σ' αυτον, θα αναζητησουμε εκεινον τον τροπο υπαρξης, εκεινη τη διαθεσιμοτητα η οποια καθιστα δυνατη την επικοινωνια με τους νεκρους, και, τηρουμενων των αναλογιων, την διαθεσιμοτητα του αναλυομενου για την ψυχαναλυτικη συνομιλια. Στον Ομηρο ειναι το ταξιδι του Οδυσσεα στον "Οριζοντα" των Αρχαιων, στην ακρη του κοσμου, και η καταβαση του στον Αδη. Στην οπτικη της Νεκυιας στην ποιηση του Σεφερη, γινεται λογος για ενα πολυσημαντο βυθισμα. Ενα καιριο στοιχειο παλι της ψυχαναλυσης ειναι οτι ο αναλυομενος ειναι ξαπλωμενος σ' ενα κρεβατι και ο ψυχαναλυτης βρισκεται πισω του. Ουτε αυτο ειναι απλα τεχνικη. Θα μπορουσαμε να δουμε τη μεταβαση στην υπτια θεση επισης ως βυθισμα. Στην ποιητικη εμπειρια εκφραζεται ως εξης:

Σκυψε αν μπορεις στη θαλασσα τη σκοτεινη (...) Γραψε αν μπορεις στο τελευταιο σου οστρακο τη μερα τ' ονομα τον τοπο / και ριξε το στη θαλασσα για να βουλιαξει. (...) αφησε τα χερια σου αν μπορεις, να ταξιδεψουν / εδω στην κοχη του καιρου με το καραβι / που αγγιξε τον οριζοντα. (...) αφησε τα χερια σου αν μπορεις να ταξιδεψουν (...) και βουλιαξε (Π044)

Το βυθισμα δεν ειναι εμβαθυνση στον εαυτο, ψυχολογια του βαθους και τα παρομοια. Στον Σεφερη το βυθισμα μιλα στον αποηχο της Νεκυιας και ειναι ταξιδι - το κατεξοχην ταξιδι:

Το πρωτο πραγμα που εκανε ο θεος ειναι το μακρινο ταξιδι (Π119)

Τουτο σε αντιθεση με τους "ζωντανους" που κατοικουν "λιμναζοντα νερα":

Ο τοπος μας ειναι κλειστος", "στα λιμανια (...) βλεπουμε (...) σπασμενα ξυλα απο ταξιδια που δεν τελειωσαν (...) (ΠΟ29)

...

Σφυριζουν τα καραβια τωρα που βραδιαζει στον Πειραια / σφυριζουν ολοενα σφυριζουν μα δεν κουνιεται κανενας αργατης / καμια αλυσιδα δεν ελαμψε βρεμενη στο στερνο φως που βασιλευει / ο καπετανιος μενει μαρμαρωμενος μες στ' ασπρα και στα χρυσα. (Π070)

Και πως μπαινει καν ο αναλυομενος σ' αυτο το ταξιδι; Ο Θανασης Γεωργας σε μια ομιλια του παραθετει το χωριο απο την Οδυσσεια οπου η Κιρκη ανακοινωνει στον Οδυσσεα το ταξιδι που εχει να κανει:

- Κιρκη, και ποιος θα με οδηγησει σ' αυτον τον δρομο; / Ποτε κανεις δεν εφτασε στον Αδη με μαυρο καραβι. - Μη νοιαζεσαι τοσο για οδηγο / μα στησε το αλμπουρο κι ανοιξε τα λευκα πανια / και καθισε: η πνοη του Βορια ειναι αυτη που θα σε φερει εκει. (10, 501-507)

Η αναλογια με τον βασικο κανονα της ψυχαναλυσης ειναι προφανης. Ο αναλυομενος καλειται να μην προσφευγει σε καποιον "οδηγο" οπου π.χ. θα εκανε επιλογες, θα απεκλειε οτι βρισκει δυσαρεστο, ασημαντο, χωρις νοημα, θα εμενε σε οτι του ειναι οικειο κλπ. Καλειται να αφεθει να παει οπου φυσαει ο ανεμος - να αφησει τα χερια του να ταξιδεψουν. Ομως τουτο συμβαδιζει με μια μεταβολη της συνειδητοτητας, η οποια πολλες φορες γινεται ρητα η αρρητα εμπειρατη ως βυθισμα. Η φωνη γινεται πιο απομακρη, αποκτα κατι το ονειρικο, ειναι ενας ρυθμος που τον παει, μια ανασα που τον οδηγει σαν την πνοη του ανεμου, καποτε κανεις απορει ο ιδιος με τα λογια του: "Τι λεω τωρα;"

Και τα παιδια που καναν μακροβουτια απ' τα μπαστουνια / πηγαινουν σαν αδραχτια γνεθοντας ακομη, / σωματα γυμνα βουλιαζοντας μεσα στο μαυρο φως / μ' ενα νομισμα στα δοντια, κολυμπωντας ακομη, / καθως ο ηλιος ραβει με βελονιες μαλαματενιες / πανια και ξυλα υγρα και χρωματα πελαγισια· / ακομη τωρα κατεβαινουνε λοξα / προς τα χαλικια του βυθου / οι ασπρες ληκυ