Κώστας Γεμενετζής - ψυχαναλυση

Το παιχνιδι των faces

φωτο 1
φωτο 1
φωτο 2
φωτο 2
φωτο 3
φωτο 3
φωτο 4
φωτο 4
Ομιλια σε μαθητες και γονεις, Εκπαιδευτηρια Βασιλειαδη, Θεσσαλονικη, 31 Μαρτιου 2013.


Μιλαμε για τα παιδια, αλλα ισχυει και για τους μεγαλους: Το Facebook ειναι ενα μαγικο πραγμα. Τραβαει παρα πολυ κοσμο, και τον τραβαει σαν μαγνητης. Αυτο συμβαινει βεβαια και με το ιντερνετ γενικοτερα, ομως ειναι απροσωπο. Το Facebook, μαζι με τα υπολοιπα λεγομενα "κοινωνικα δικτυα", ειναι προσωπικο, αφορα το προσωπο, το face, το δικο μας και των αλλων.
Απο που ερχεται αραγε η μαγεια του; Η ακατανικητη πολλες φορες ελξη που ασκει πανω μας; Που κανει συχνα να μας τραβα περισσοτερο το face ενος γνωστου η αγνωστου, και λιγοτερο η προσωπικη, πραγματικη συναντηση μαζι του; Γιατι το εικονικο face ειναι συχνα πιο ενδιαφερον απο το ζωντανο προσωπο; Μαγευτικο;

Η μαγεια του Facebook θυμιζει τη μαγεια που εχει στα μικρα παιδια ενα παιχνιδι. Με τον ιδιο τροπο σε απορροφα, σε καθηλωνει, σε αποναρκωνει. Ας παρουμε για παραδειγμα μια κουκλα. Η Μπαρμπι. Το κοριτσακι της αλλαζει φορεματα, την βαζει σ' ενα σωρο ιστοριες με την Skipper, την αδελφη της, με τον φιλο της τον Ken και μ' ενα σωρο αλλους. Αμα λαχει θα της ξεσκισει και τα μαλλια, θα της ξεριζωσει χερια και ποδια, θα την βροντηξει στον απεναντι τοιχο.
Η Μπαρμπι δεν λεει ποτε "Οχι". Δεν εχει καμια δικη της προτιμηση, θεληση, υποσταση. Χωρις δισταγμο, χωρις αντιρρηση και διαμαρτυρια αφηνει το κοριτσι να την κανει ο,τι θελει, να την βαλει σε οποιο, μα οποιο σεναριο της φαντασιας και του ονειρου, να την λατρεψει και να την καταστρεψει.
Σ' αυτο το σημειο η Μπαρμπι εχει κατι κοινο με την μπαλα - για να μην ξεχναμε τα αγορια. Η μπαλα ειναι στρογγυλη, η "στρογγυλη θεα". Στο σουτ, ειτε γινεται με το ποδι στο ποδοσφαιρο, ειτε με το χερι στο μπασκετ, η μπαλα κατευθυνεται υπακουα εκει που την στελνει το ποδι και το χερι. Η τροχια της ειναι πιστη προεκταση του σουτερ. Μια πετρα δεν θα φερονταν ετσι. Η ανωμαλη επιφανεια της θα την εκανε σιγουρα να παραλλαξει την προθεση του παικτη, να παει οπου θελει αυτη. Γι' αυτο η πετρα δεν ειναι παιχνιδι.

Ξεκινησα μιλωντας για τη μαγεια του Facebook. Την συνεκρινα με τη μαγεια του παιχνιδιου - της Μπαρμπι, της μπαλας. Μα, θα ελεγε κανεις, Μπαρμπι και μπαλα ειναι παιχνιδια· στο Facebook εχει προσωπα! Πραγματικους, ζωντανους ανθρωπους! Ειναι ετσι; Ας το δουμε στο παραδειγμα του κοριτσιου που μικρο επαιζε με την Μπαρμπι. Το κοριτσι, ας το πουμε "Αννα", εφτασε στην εφηβεια και μονο του, η με τη βοηθεια των γονιων του, γραφηκε στο Facebook πολυ πριν απο την επισημα επιτρεπομενη ηλικια των 16.
Τωρα η Αννα εχει ενα face. Ας το ονομασουμε, απο το face και το Αννα, "FAnna". Ειναι προσωπο και face, η πραγματικη Αννα και η εικονικη FAnna, το ιδιο; Οχι! Η οθονη του υπολογιστη, του ταμπλετ η του κινητου ειναι σαν καθρεφτης, και η Αννα βλεπει εκει το ειδωλο της - που τωρα ειναι η FAnna. Και σε αντιθεση με τον καθρεφτη, που προσφερει στην Αννα την αναπαρασταση της, η οθονη ζητα απ' αυτην να κατασκευασει το ειδωλο της, την FAnna, να την στησει οπως θελει. Με την FAnna μπορει να παιζει, να κανει ο,τι εκανε μικρη με την Μπαρμπι. Της κανει ενα προφιλ, με φωτογραφιες, ενδιαφεροντα, πληροφοριες. Και τιποτα δεν την εμποδιζει να την αλλαζει, να την κανει αλλον ανθρωπο - συγνωμη, αλλο face. Η μαγεια του παιδικου παιχνιδιου ξαναρχεται με το παιχνιδι των faces!
Στη ζωη της FAnna ολα ειναι ευκολα, χαλαρα, cool. Οπως η Μπαρμπι δεν ελεγε ποτε οχι, ετσι και στον κοσμο της FAnna η αρνηση ενος αλλου ανθρωπου, το οχι-πια και το οχι-ακομα του χρονου, τα ορια που βαζει η πραγματικοτητα, ειναι ανυπαρκτα. Για παραδειγμα:
- Η Αννα εχει μια, δυο η τρεις φιλες, φιλιες που χρειαστηκαν πολυ χρονο να δημιουργηθουν, που περνανε απο καλες και κακες ωρες, απο χαρες και απο στεναχωριες, θυμους και απογοητευσεις. Στο σχολειο, στις παρεες πρεπει να βλεπει μπροστα της και κοσμο που αντιπαθει, να ανεχεται τον ενα και τον αλλο. Η FAnna αποκτα στο αψε-σβησε ενα πληθος "φιλων", διακοσιους, τριακοσιους, πεντακοσιους. Και αν καποιος δεν της κανει, με ενα κλικ στο "unfriend" τον ξεφορτωνεται.
- Για να συναντησει τους φιλους της δεν χρειαζονται συνεννοησεις, προετοιμασιες, βαψιμο και ντυσιμο. Μπορει με τις πυτζαμες και την τσιμπλα στο ματι να καθησει εμπρος στην οθονη. Δεν χρειαζεται καν να εχει κανει μπανιο προηγουμενως: Το Facebook αδιαφορει για την Ιδρωτιλα και την κολωνια. Η FAnna ειναι αοσμη...
- Η FAnna δεν εχει μυστικα. Ειναι αυτο που δειχνει. Αν ειχε σπιτι, αυτο θα ηταν βιτρινα, και μαλιστα ετσι φωτισμενη ωστε να μην υπαρχουν σκιες, δηλαδη υπονοουμενα και συμφραζομενα. Δεν θα κοιταξει ενα αγορι με νοημα, καλωντας το να προχωρησει· δεν θα πει στην γνωστη της "Τι ωραια που εισαι!" και στον τονο της να ακουγεται "Σκροφα, θα σε πνιξω!". Οταν η ομιλια χανει τα υπονοουμενα και τα συμφραζομενα, τοτε γινεται - chat.
- Η FAnna δεν εχει χαρη, μα ουτε και αχαριλα. Δεν εχει καποια αυρα που θα της εδινε μιαν ακομα διασταση, οπως το εξτρα ηχειο που κανει εναν ηχο στερεοφωνικο. Πως να την ερωτευτεις λοιπον; Μα δεν ξερει απο τετοια! Εχει μονο μια χορδη που κατι μπορει να την αγγιξει, και τοτε, αντανακλαστικα, σηκωνει τον αντιχειρα: like! [φωτο1]
Βασικα δεν προκειται για καν για χορδη, γιατι αυτη παραγει πλουσιο ηχο. Αυτο που αγγιζει την FAnna παραγει μαλλον κατι σαν γδουπο...

Στον κοσμο της FAnna, δεν υπαρχει κανενα αγκαθι. Αν κατι δεν ανηκει στην κατηγορια του like, απλα αγνοειται, σβυνεται, διαγραφεται. Η FAnna δεν περιμενει. Ο,τι θελει, να κανει chat, να ανεβασει μουσικες και βιντεο, να δει τι ανεβασαν και ειπαν οι φιλοι της, ολα ειναι εδω, κατευθειαν. Ειναι ενδιαφερον οτι ο Sigmund Freud, ο ιδρυτης της ψυχαναλυσης, εγραφε πριν απο καπου 100 χρονια οτι στο ασυνειδητο δεν υπαρχει το "οχι" και οι επιθυμιες εκπληρωνονται αμεσα. Ισως η νοσταλγια για εναν τετοιο παραμυθενιο κοσμο ειναι που γεννησε το ιντερνετ και τα κοινωνικα δικτυα.
Μια μορφη, για την οποια τιποτα δεν ειναι αδυνατο, ειναι ο Λουκυ Λουκ. Ειναι ικανος ακομα και να προλαβει να πυροβολησει τον ισκιο του. 
[φωτο2]
Ο Λουκι Λουκ, στις περιπετειες του, δεν χρειαζεται να κανει προσπαθεια, δεν μπαινει ποτε σε πραγματικο κινδυνο. Ακριβως το οτι δεν ρισκαρει πραγματικα, τον κανει να αντιμετωπιζει καθε τι με το χαρακτηριστικο βαριεστημενο του υφος. Γι' αυτο και ειναι μονος, χωρις σπιτικο. Ειναι αστεγος, χαμενος στην ερημο. 
[φωτο3]
Το τραγουδι του λεει:
Lonesome cowboy, lonesome cowboy,
You're a long long way from home
Lonesome cowboy, lonesome cowboy,
You've a long long way to roam
Στο τραγουδι η χαρακτηριστικη λεξη, που επαναλαμβανεται με εμφαση, ειναι "to roam", που θα πει περιπλανιεμαι ασκοπα, χωρις σχεδιο και κατευθυνση. Μοναχικη, στην εικονικη της παντοδυναμια, ειναι και η φιλη μας η FAnna στην ερημο του Facebook. Το γνωστο του logo 
[φωτο4] δειχνει μορφες, την καθεμια χαμενη στη μοναξια της. Μου θυμησε δυο στιχους του Οδυσσεα Ελυτη: "μενουμε σαν ασυρματοφορα / παρατημενα μες στην ερημο..."
Καπως ετσι λοιπον η Αννα τηλεκατευθυνει την FAnna, οπως η ΝΑΣΑ ενα σεληνιακο οχημα. Το αγαπαει, αυτο το face; Δεν νομιζω οτι μπορεις να αγαπας κατι που κατευθυνεις. Οπως το θεμα με το σεληνιακο οχημα ηταν να καταφερει κατι που δεν ειχαν επιτυχει οι Ρωσοι, το ζητημα με την FAnna ειναι να εχει οσο γινεται περισσοτερους φιλους και να μαζευει περισσοτερα likes. Ο ανταγωνισμος ειναι στο DNA της. Και τι νοημα εχει αυτο; Τρεφει την εγωπαθεια, την αυταρεσκεια, τον ναρκισσισμο της.

Τελειωνοντας θα ηθελα να επισημανω μια τελευταια εξελιξη στο παιχνδι των faces: Με τον καιρο η σχεση της Αννας με την FAnna αλλαζει. Τα πραγματα ερχονται τουμπα και η Αννα, που δημιουργησε την FAnna, μοιαζει ολο και περισσοτερο με το δημιουργημα της. Ως προς αυτο εχει βεβαια ατελειες. Ο κοσμος του Facebook δεν μεταφυτευεται ολοτελα στην πραγματικοτητα. Ομως ειναι το προτυπο, το αστρο που μας οδηγει. Ετσι η Αννα εχει γινει μια ατελης FAnna, η, για να αλλαξω λιγο την εκφραση ενος Γαλλου φιλοσοφου, το προσωπο ειναι ο προϊστορικος προγονος του face.
Μιλαμε για μια εξελιξη που δεν εχει γυρισμο. Εμεις οι μεγαλοι, και πολυ περισσοτερο τα παιδια, βρισκομαστε στο ρευμα μιας συγκλονιστικης αλλαγης. Μαλιστα για τα παιδια δεν ειναι καν αλλαγη, καθως σ' αυτον τον κοσμο μεγαλωσαν, και ο,τι αλλο τους λεμε ηχουν στ' αυτια τους κινεζικα. Ισως και για εμας ειναι προβληματικο να κρινουμε το σημερα σε ορους του χθες που ζησαμε και ξερουμε. Τα πραγματα παιρνουν τον δρομο τους σε μια πορεια οπου κανεις μας δεν καθεται στο τιμονι. Και, οπως ελεγε ο Σωκρατης στην Απολογια του, "ποιος παει για το καλυτερο, μονο ο θεος το ξερει".


[Και εδω]

''Συναισθήματα σε περίοδο αβεβαιότητας''



Μια συζήτηση του Simon Critchley και του Κώστα Γεμενετζή, Στεγη Γραμματων και Τεχνων, 20 Μαρτίου 2013
19:00 Μικρή Σκηνή

Εισαγωγη [το video στην αγγλικη μεταφραση]

Συναισθηματα σε περιοδο αβεβαιοτητας...
Κατα τι θα μπορουσαν να διαφερουν απο τα συναισθηματα σε περιοδο βεβαιοτητας; Επιτρεψτε μου μια ακραια απαντηση: Σε περιοδο βεβαιοτητας, συναισθηματα δεν υπαρχουν! Η βεβαιοτητα σιγαζει ολα τα ερωτηματα. Κλεινει ολα τα ανοιχτα θεματα. Αν η αβεβαιοτητα ηταν ενα ειδος ελλειψης και αναζητησης, η βεβαιοτητα θα αντιστοιχουσε στην κατασταση του κορεσμου και της επαναπαυσης. Στον κυκλο τραγουδιων του Franz Schubert με τον τιτλο "Η ωραια μυλωνου", καποια στιγμη ο νεαρος εργατης στον μυλο κερδιζει την αγαπη της κορης. Εδω ακολουθει το τραγουδι με τον τιτλο "Παυση", κι αρχιζει ετσι:
Κρέμασα το λαούτο στον τοίχο. Το τύλιξα με πράσινη κορδέλα. Δεν μπορώ να τραγουδήσω πια, η καρδιά μου παραείναι γεμάτη ...
Ενα πεδιο στο οποιο θα μπορουσαμε να πουμε οτι αποκταται βεβαιοτητα, θα ηταν το συμβαν κατα το οποιο επιθυμιες εκπληρωνονται, "dreams come true". Στην εκπληρωση μιας επιθυμιας, αλλα και στην επαληθευση ενος φοβου, τα ονειρα, π.χ. για τον νεαρο του Schubert η ωραια μυλωνου, χανουν το μετεωρο, το ακαθοριστο, το φευγαλεο, το αιθεριο, το σαγηνευτικο που τα χαρακτηριζει. Μεταμορφωνονται σε συμπαγη, χειροπιαστα σωματα που περιερχονται στην κατοχη μου. "Δικη μου", λεει το προηγουμενο τραγουδι της "Ωραιας μυλωνους". "Ειναι δικη μου", στα γερμανικα ειναι "ist mein". Ακουστε με ποια εμφαση, με ποιον σθεναρο και καταλυτικο τροπο το λεει ο νεος: Η αγαπημενη μου μυλωνου ειναι δικη μου! Δικη μου, δικη μου! [Die geliebte Müllerin ist mein! Mein, mein!]
Στο παθος για την εκπληρωση επιθυμιων υπαρχει μια πλανη. Κανεις νομιζει οτι απλα εκεινο το ονειρο τωρα εχει παρει σαρκα και οστα, εχει πραγματοποιηθει, εχει γινει πραγμα και κτημα του. Ομως αυτο που συμβαινει ειναι οτι το ονειρο, γινομενο πραγμα και αποκτημα, ειναι σαν τον νεκρο που διατηρειται ταριχευμενος. Η μονη απολαυση που μπορει να δωσει ειναι αυτη της νεκροφιλιας. Γυρω απο τον κτητορα περιστρεφονται τα εχει του σαν τα διαστημικα αποβλητα που διαβαινουν στις τροχιες τους πανω απο τη γη.
Στην "Ωραια μυλωνου" η κορη αφηνει τον νεαρο για χαρη ενος κυνηγου, κι εκεινος τελικα ριχνεται στο ποταμι. Αν ο ρομαντισμος, στο προσωπο του ονειροπολου νεου, τρεφονταν απο την οδυνη της ανεκπληρωτης επιθυμιας, η σημερινη εποχη, στο προσωπο του κυνηγου, του βεβαιου για τον εαυτο του, παταει επανω στα πτωματα των θηραματων της.
Στην περιοδο λοιπον της σημερινης αβεβαιοτητας, οπως αυτη μιας οικονομικης κρισης, λιγοστευουν οι επιθυμιες που μπορουν να εκπληρωθουν. Ο κυνηγος μενει απο σφαιρες. Δεν θα φωτογραφηθει πια με το ποδι επανω στο πτωμα της λειας του. Και συμβαινει αυτο το παραδοξο, οτι ακριβως η απωλεια μιας πλανεμενης, μιας απατηλης δυνατοτητας ειναι και η πιο οδυνηρη, ειναι αυτη που θα προκαλεσει την πιο ακραια, την πιο απονενοημενη αντιδραση: θα βυθισει καποιον στην απομονωση και στην καταθλιψη, θα τον ριξει στην οργη, στη λυσσα, καποτε και στην αυτοκτονια.
Ισως ζηταω πολλα, ομως χρειαζεται μια συμφιλιωση με την αβεβαιοτητα. Τοτε αυτη θα εχανε τον στερητικο, τον απειλητικο της χαρακτηρα. Ο Sigmund Freud, χωρις να το αποσκοπει και χωρις να το γνωριζει, εδειξε προς μια τετοια κατευθυνση, προς τη δυνατοτητα μιας, ας την ονομασω, ξεγνοιαστης αβεβαιοτητας: Το αθεατο των συνομιλουντων
· ο λεγομενος "βασικος κανονας", συμφωνα με τον οποιο κανεις καλειται να μιλησει χωρις να εχει τον ελεγχο των λεγομενων του· η "αρχη της αποχης", συμφωνα με την οποια στην ψυχαναλυτικη συναντηση ο δρομος για την εκπληρωση επιθυμιων ειναι αποκλεισμενος. Ολα αυτα δεν ειναι απλα τεχνικη και προπονηση για τη ζωη αλλα η δυνητικη εξοικειωση με την ευεργετικη παρουσια του αχρηστου και του μη πραγματικου. Οπως εγραψα καποτε, ειναι η επιβιβαση στη βαρκουλα που αρμενιζει εκει που τα καραβια χανονται. Και τα συναισθηματα ξαναγεννιουνται.
Ξερω οτι αυτα ειναι, οπως λενε οι Γερμανοι, σταγονα επανω στο πυρωμενο σιδερο. Ομως ο ατμος που θα βγει απο την εξατμιση της σταγονας δεν θα ηταν ενα τιποτα. Ο Ludwig Wittgenstein γραφει σε μια σημειωση: "Απο τον προηγουμενο πολιτισμο θα μεινει ενας σωρος ερειπιων και τελικα ενας σωρος σταχτη, ομως πανω απο την σταχτη θα αιωρουνται πνευματα."

Γυναικο-λογια

 
{Απαντησεις σε ερωτησεις του "Μπορω" [boro.gr]}

-Το θέμα της ανισότητας εκφράζεται και μέσα από το θέμα ηλικίας;
Υπαρχει μια διαφορα αναμεσα στον χρονο του αντρα και στον χρονο της γυναικας. Ο χρονος του αντρα ειναι γραμμικος, σαν βελος. Ειναι προσανατολισμενος προς τα εμπρος. Ειναι τελεολογικος χρονος - χρονος της δημιουργιας, χρονος της δρασης. Ο χρονος της γυναικας ειναι κυκλιος. Ακολουθει τους βιολογικους ρυθμους, τους ρυθμους της φυσης, της αεναης επαναληψης στου "κυκλου τα γυρισματα", που λεει ο ποιητης. Αυτος ειναι ο χρονος της εμμηνης ρυσης, ο χρονος στον οποιο κινουνται οι δουλειες του σπιτιου, η φροντιδα των παιδιων και των γερων, το τι θα φαμε σημερα.
Αντιστοιχα διαφορετικη ειναι και η αλλαγη με την ηλικια:
- Με την φθορα της γηρανσης ο γραμμικος χρονος του αντρα υφισταται μια προοδευτικη επιβραδυνση. Η κινηση γινεται ολο και πιο αργη, οι στοχοι ολο και λιγοστευουν. Ο γραμμικος χρονος προοδευτικα καμπυλωνεται, και τελικα τηκεται μεσα στον κυκλιο χρονο του υπνου και του ξυπνου, της τακτικοτητας των γευματων και του πρωινου περιπατου, των δοσεων των φαρμακων και των επισκεψεων στον γιατρο.
- Ο κυκλιος χρονος, που καθοριζει τη γυναικα εξαρχης, γνωριζει μονο την επαναληψη, την αεναη επιστροφη του ομοιου. Ομως καποτε μπαινουν στο παιχνιδι καινουργια πραγματα: τα παιδια μεγαλωνουν και φευγουν, κανει την εμφανιση της η κλιμακτηριος, οι γονεις πεθαινουν, η φρεσκαδα της νιοτης θαμπωνει και φευγει. Στα γυρισματα των κυκλιων χρονων τετοια συμβαντα δεν προβλεπονται, δεν ειναι στον λογαριασμο. Η ελευση τους γινεται αισθητη σαν επιδρομη που ρημαζει τα παντα. Γι' αυτο και στη γυναικα, που προαισθανεται τετοιες απειλες, ειναι ιδιαιτερα οξυμμενο το αισθητηριο της ασφαλειας. Γι' αυτο, ακομη και μετα την ενηλικιωση των παιδιων, η μητερα ειτε εξακολουθει να ειναι "μαμα", ειτε καταρρεει. Γι' αυτο και ο πανικος με τα ασπρα μαλλια και τις πρωτες ρυτιδες, με το χαλαρωμα του στηθους, με την ολο και περισσοτερο εκσεσημασμενη πλαδαροτητα του σωματος. Γι' αυτο και η εθελουσια συναινεση, η αυτο-θυσια στα βασανιστηρια και στην τερατογενεση των πλαστικων επεμβασεων.
Στον αντρα τετοιοι πανικοι ειναι σπανιοτεροι, καθως ο αντρας, οπως ειπαμε, κινειται σε γραμμικο χρονο, δηλαδη ειναι συντονισμενος με την ιδεα της εξελιξης και της αλλαγης. Η ασφαλεια, η ομοιοσταση του κυκλου δεν ειναι πρωταρχικο του μελημα. Ακομη, οντας εμβιο ον, ειναι εξοικειωμενος και με τους κυκλιους ρυθμους που τον περιμενουν στα γεραματα, εστω και αν αυτοι δεν ειναι καθοριστικοι για την εικονα του εαυτου του.
Ο Ομηρος λεει καπου οτι οι ανθρωποι ειναι σαν τα φυλλα των δεντρων, που ανθιζουν την ανοιξη, και το φθινοπωρο ζαρωνουν και πεφτουν. Σκεφτομαι τα λογια αυτα οταν βλεπω μια συκια εξω απο το παραθυρο του ιατρειου μου, τα φυλλα της, την λαμπρη πρασινη σφριγηλοτητα της αρχης, τα αδυναμα φαιοκιτρινα πατσαβουρια του τελους. Εδω, στον κοσμο του Ομηρου, ο χρονος ζωης και θανατου ειναι επισης κυκλιος. Και καθως το φασμα ζωης και θανατου περιλαμβανει τα παντα, δεν υπαρχει τιποτα που να ηταν ξενο, που η ελευση του να εμοιαζε επιδρομη και να εφερνε πανικο, που να καθιστουσε αναγκαια την επιδιωξη της ασφαλειας. Ομως τουτο προϋποθετει μια υπαρξη που αντιλαμβανεται τον εαυτο της ουτε καν σαν εαυτο, αλλα σαν ενα τυχαιο και φευγαλεο κυμα στη θαλασσα του ανθρωπινου γενους. Τα ξενα σωματα και οι πανικοι ερχονται σε μια εποχη ολεθριας εξατομικευσης οπου το καθε φυλλο οριζει τη δικη του επικρατεια, καθε κυμα σηκωνει το δικο του λαβαρο.
Και παλι, για τον σημερινο κοσμο, η συζητηση για τη διαφορα του αντρικου-γραμμικου και του γυναικειου-κυκλιου χρονου ειναι ανευ αντικειμενου. Μην ξεχναμε οτι ζουμε σε μια εποχη η οποια, εκτος απο την ακρατη εξατομικευση, καθοριζεται απο μια επιτεινομενη ελευθεριοτητα, διολου μονο ηθικης φυσης, η οποια σαρωνει τα ορια και τις διαφορες. Ετσι οι αντρες ειναι πλεον λιγοτερο αντρες, οι γυναικες ειναι λιγοτερο γυναικες. Το unisex δεν ειναι μονο στυλ ντυσιματος αλλα τροπος υπαρξης. Το σημερινο ανθρωπινο ον δεν οριζεται απο το εκαστοτε φυλο του. Γινεται ολο και περισσοτερο τρανσεξουαλ.
Και παλι, η διαφορα αντρα και γυναικας ειναι αβυσσαλεα. Η μεταξυ τους αβυσσος καθιστα καθε γεφυρα, καθε μεταβαση, καθε συνδεση αδιανοητη. Οταν η διαφορα αμβλυνεται, οταν το unisex γινεται πανδημια, εμφανιζονται προγεφυρωματα και γεφυρες. Μια τετοια γεφυρα ειναι η συγκριση μεταξυ των φυλων και η συγκρουση επανω σε ζητηματα ισοτητας και ανισοτητας. Η συγκριση δεν οξυνει τη διαφορα. Τα συγκρινομενα βρισκονται πολυ κοντα μεταξυ τους. Παιζουν στο ιδιο γηπεδο. Η συγκριση ειναι συμ-φορα.Τη διαφορα την σκοτωνει.

-Η επιλογή ενός νεότερου συντρόφου από τη γυναίκα είναι ταμπού, και αν ναι. γιατί;
Στον "Πλουτο" του Αριστοφανη καποια στιγμη εμφανιζεται μια γρια, αναστατωμενη. Παρακατω μερικα σημεια απο τον διαλογο που ακολουθει (στ. 974 κ.ε.):
Χρεμύλος -∆εν µας λες επί τέλους τι καϊλα είναι αυτή που έχεις;
Γραῦς - Άκου λοιπόν. Είχα φίλο ένα παλικάρι. Φτωχό ήταν, µα καλοφτιαγµένο κι όµορφο και καλό παιδί. Σε ό,τι το χρειαζόµουν εγώ, όλα µου τα έκανε όµορφα και καλά. Κι εγώ πάλι ό,τι του ζητούσε του το έδινα για τον κόπο του.
Χρεμύλος -Και σαν τι σου ζητούσε συνήθως;
Γραῦς - Όχι µεγάλα πράγµατα. Γιατί µε ντρεπόταν τροµερά. Έτυχε να µου ζητήσει είκοσι δραχµές για φόρεµα, ή και οχτώ για παπούτσια. Και για τις αδελφές του µε παρακαλούσε να τους αγοράσω κανένα πουκάµισο. Και για τη µάνα του κανένα φορεµατάκι. Έτυχε να χρειαστεί και τέσσερις µεδίµνους στάρι.
... Κι αυτά όµως, έλεγε, πως δεν τα ζητάει για τα χάδια του, παρά από αγάπη, για να µε θυµάται φορώντας ρούχα από εµένα.
... Κι όµως πρωτύτερα κάθε µέρα, µα τις θεές, ερχόταν πολλές φορές στο σπίτι µου.
Χρεμύλος -Γιατί φοβόταν µην πεθάνεις;
Γραῦς - Όχι καλέ, παρά γιατί λαχταρούσε ν' ακούσει µονάχα τη φωνή µου.
Χρεμύλος -∆ηλαδή να πάρει κανένα δώρο.
Γραῦς - Έτσι, µα τον ∆ία, αν µ' έβλεπε λυπηµένη, µε φώναζε χαϊδευτικά παπάκι και πιτσούνι.
Χρεμύλος -Κι ύστερα θα σου ζητούσε να του πάρεις παπούτσια.
...
Γραῦς - Και µου έλεγε πως έχω ωραιότατα χέρια.
Χρεμύλος -Όσες φορές του έδιναν τις είκοσι δραχµές.
Γραῦς - Και µου έλεγε πως µοσχοβολάει το δέρµα µου.
Χρεμύλος -Αν τον κερνούσες θάσιο κρασί, φυσικά, µα το ∆ία.
Γραῦς - Και πως το βλέµµα µου είναι γλυκό και χαριτωµένο.
Χρεμύλος -∆εν ήταν κουτό το παιδί, παρά ήξερε να τραγανίζει τα λεφτά µιας γριάς.
...
Γραῦς - ... µου έλεγε πως ποτέ δεν θα µε παρατήσει, όσο ζω.
Χρεμύλος -Σωστά. Τώρα δεν σ' έχει πια για ζωντανή.
Γραῦς - Αχ, έλειωσα απ' τον καηµό, χρυσό µου.
Χρεμύλος -∆εν είναι απ' αυτό, µα έχεις σαπίσει, καθώς µου φαίνεται.
Η γρια ειναι γελοια. Το γελοιο δεν ειναι βεβαια το ιδιο το παθος για τον νεο αλλα η πλανη της, το ροζ συννεφακι που την κανει να πιστευει οτι ειναι ακομη ομορφη και ποθητη, οτι τα χρονια δεν εχουν περασει. Η υβρη απεναντι στον χρονο ειναι που την κανει γελοια, και τραγικη συναμα.
Προηγουμενως αναφερθηκα στον κυκλιο χρονο της γυναικας. Ειπα πως διαφερει απο τον χρονο του Ομηρου κατα το οτι η ακτινα των κυκλων του ειναι συχνα περιορισμενη, π.χ. περιλαμβανει σπιτι και παιδια και φιλαρεσκεια. Αυτο την αφηνει εκθετη στα πραγματα που κρατα εξω απο τον κυκλο, οπως στις αλλαγες που φερνει ο "πανδαματορας" χρονος (Σοφοκλης) και που καποτε θα ερθουν. Ειναι ευαλωτη στην υβρη που παραβιαζει τα μετρα του χρονου: Παραμενει "μαμα" εκει που τα παιδια εχουν απο καιρο μεγαλωσει, παραμενει "γκομενα" εκει που το "γλυκο πουλι της νιοτης" εχει απο καιρο πεταξει.
Η ερωτηση ηταν αν η επιλογη ενος νεοτερου συντροφου απο τη γυναικα ειναι ταμπου. Αυτο το ταμπου, στην ουσια του, δεν ειναι καποια αυθαιρετη, η παλιομοδιτικη απαγορευση. Εκει που η επιλογη απο τη γυναικα του νεοτερου συντροφου τρεφεται απο το παραμυθιασμα της αειθαλους νεοτητας, εκει δηλαδη που διαπραττεται η υβρη απεναντι στον χρονο, θα ερθει αναγκαστικα και το πληρωμα του χρονου (γενικη αντικειμενικη): η γυναικα θα το πληρωσει, π.χ. με τη γελοιοποιηση, με το τραυμα μιας αποτομης και επωδυνης προσγειωσης. (Αφορα φυσικα και τους αντρες αντιστοιχα, τον Μπερλουσκονι και τους συν αυτω.)
Το περι ου ο λογος ταμπου δεν ειναι τελικα αυτοβουλη απαγορευση, αλλα καλοπροαιρετη και συμπονετικη προειδοποιηση. Μονο που πολλες φορες κανεις μαθαινει παθαινοντας...

-Πώς συμπεριφέρεται και πώς νιώθει η γυναίκα μετά τα 60;
Το οτι η παραπανω ερωτηση τιθεται καν, υποδηλωνει οτι σ' αυτην την κοινωνικη ομαδα υπαρχει προβλημα, καπου παρομοιας ταξης με το προβλημα των βετερανων, των ανθρωπων με ειδικες αναγκες, των ανεργων και αλλων που βρεθηκαν για τον ενα η τον αλλο λογο στο περιθωριο. Γι' αυτες τις γυναικες π.χ. στα περιοδικα μοδας δεν υπαρχουν πλεον αφιερωματα για καλλυντικα, για την περιποιηση προσωπου και σωματος
Το "Η γυναικα μετα τα 60" ειναι μια εικονα που σχηματιζεται οταν την παρατηρουμε και οταν η ιδια παρατηρει τον εαυτο της. Ομως η παρατηρηση και η αυτοπαρατηρηση, ως τροπος σχεσης με τους αλλους και με τον εαυτο, δεν ειναι απαραιτητη παντοτε. Και, οσον αφορα το θεμα που συζηταμε, ειναι τουλαχιστον ψυχοφθορα.
Οταν μια "γυναικα μετα τα 60" δεν παρατηρει τον εαυτο της, τοτε η ηλικια των 60 δεν ειναι θεμα. Η ηλικια απο μονη της, χωρις νοσταλγια και πενθος και αντισταση, θα αποκλεισει το μινι και το καυτο σορτακι ως επιλογες ντυσιματος, τα νεανικα μπαρ και τα παρτυ μεχρι πρωιας ως τροπους ψυχαγωγιας. Τοτε η ηλικια, τα 60, δεν θα ηταν καν θεμα. Οπως καμια ηλικια δεν ειναι θεμα, με την εννοια οτι η αντιστοιχη καθε φορα εικονα, το εκαστοτε στετρεοτυπο, που τυραννικα υπαγορευει εναν ορισμενο τροπο παρουσιας και συμπεριφορας, χανει την επιβολη και τη δεσμευτικοτητα του.
Αυτα ειναι βεβαια δυσκολα πραγματα. Ειναι μια εποχη οπου η "εκθεσιακη αξια", τοσο του σωματος οσο και του πνευματος, απαιτει να ειναι το μονο κριτηριο αυτοεκτιμησης και αυτοπεποιθησης και νοηματος ζωης. Το πεζοδρομιο και οι τοποι των κοινωνικων συναθροισεων, το τηλεοπτικο στουντιο, το βημα του πνευματικου και του πολιτικου λογου, το αθλητικο και το καλλιτεχνικο θεαμα αποκτουν ολο και περισσοτερο τον χαρακτηρα πασαρελας. Κανεις κρινει και κρινεται συνεχως ως προς της εκθεσιακη του αξια. Και μαλιστα ανελεητα.
Τι μπορει να γινει εδω; Κατι μαγικο μονο, οπως μαγικα συμβαινουν ολα τα πραγματα που σημαδευουν πραγματικα στη ζωη μας. Η 60αρα γυναικα θα εβγαινε απο την εικονα, απο το καδρο του στερεοτυπου, οπως
βγαινει απο την οθονη του σινεμα ο ηρωας στην ταινια του Woody Allen "The Purple Rose of Cairo".

-Είναι πιο αδύνατη ή πιο δυνατή η γυναικεία φύση από την ανδρική;
Ειπαμε ηδη οτι σημερα οι ανδρες ειναι λιγοτερο ανδρες και οι γυναικες λιγοτερο γυναικες. Στην εποχη μας οι ανθρωποι γινονται ολο και περισσοτερο, με αυτην την ευρυτερη εννοια, τρανσεξουαλς. Η διαφορα ανδρικης και γυναικειας φυσης, στις "εξελιγμενες" κοινωνιες προπαντων, τεινει να εξαλειφθει.
Η ερωτηση εχει λοιπον μια ρομαντικη νοτα. Αν προς στιγμη γινουμε κι εμεις ρομαντικοι, θα παρατηρουσαμε τα εξης:
Δεν μπορουμε να συγκρινουμε τη δυναμη ανδρων και γυναικων, γιατι προκειται καθε φορα για αλλου ειδους δυναμη.
Το δυναμικο της ανδρικης φυσης εγκειται στη διεισδυση. Ειναι ιδιον του ανδρα να ξανοιγεται σε στερια και σε θαλασσα και σε νεα πεδια δρασης, να εξερευνα το αγνωστο, να κατακτα τη γυναικα, να ρισκαρει ακομα και τη ζωη του, να κανει πολεμο:
Ποτε θα καμει ξαστερια / και ποτε θα φλεβαρισει / να παρω το τουφεκι μου ... να κατεβω στον Ομαλο / και στη στρατα των Μουσουρων / να καμω μανες διχως γιους και γυναικες διχως αντρες / να καμω και μωρα παιδι να κλαινε διχως μανες ...
Η γυναικεια φυση τωρα μπορει να αποδοθει μεσα απο μια, κρητικη και παλι, μαντιναδα:
Δυναμη πο 'χει η κοπελια στον αφαλο απο κατω / βανει το φιδι ζωντανο / και βγανει το ψοφατο.
Η δυναμη της γυναικας ειναι η μοιρα του καθε νεου, καθε "παρθενου" τοπου, στον οποιο ο ανδρας διεισδυει, τον οποιο διακορευει, να γινεται οικειος, να γινεται οικος και σπιτικο, ο αντρας να εξημερωνεται μεσα του, να "ψοφαει". Η φυση της γυναικας αποτυπωνεται αρχετυπικα στη φιγουρα των Σειρηνων, που σαγηνευουν τον ανδρα, τον ελκυουν στον παραδεισενιο τοπο και στην αγκαλια τους, και τον λιωνουν.
Η παραπανω διαφορα ανδρικης και γυναικειας φυσης ευκολα εξολισθαινει στην αντιθεση και στην αντιπαραθεση, στον φοβο του ενος για τον αλλο, καποτε στο αμοιβαιο μισος, καποτε στο καταφυγιο του ομοιου φυλου (βλ. "Το Γραμμα Α",
Η αρμονια του ομοφυλοφιλου).
Το ενα φυλο ειναι για το αλλο ασυμβατο και μαζι αναποφευκτο. Αυτο το αντιμοιρο ανδρα και γυναικας εκδηλωνεται, εκδηλωνονταν μαλλον, στην πληρη του ενταση στην τρελα και στο δραμα του ερωτα.



ήξεις αφήξεις ...



Για μένα ενα οδηγό νήμα στην ψυχανάλυση δίνεται από μια αρχαία ρήση που βρισκόταν γραμμένη στην είσοδο του μαντείου των Δελφών. Η ρήση λέει: ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ.

Ας το δούμε με ένα παράδειγμα: Ένας άρχοντας που πρόκειται να πάει στον πόλεμο, φτάνει στο μαντείο1  και ζητάει να μάθει, προβάλλει το "αίτημα", όπως θα λέγαμε στην ψυχοθεραπεια: -Θα γυρίσω από τον πόλεμο ζωντανός, ή θα πεθάνω;

Η απάντηση του μαντείου είναι: "ἤξεις ἀφήξεις οὐκ ἐν πολέμῳ θνήξεις"2. Τούτο μπορεί να ακουστεί με δύο τρόπους, είτε: "ἤξεις ἀφήξεις[,] οὐκ ἐν πολέμῳ θνήξεις" (θα πας, θα γυρίσεις, δεν θα πεθάνεις στον πόλεμο), είτε: "ἤξεις ἀφήξεις οὐκ[,] ἐν πολέμῳ θνήξεις" (θα πας, δεν θα γυρίσεις, θα πεθάνεις στον πόλεμο).

Με ποιον τρόπο η απάντηση του μαντείου είναι συνεπής με την προτροπή ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ που ο άνθρωπος διάβασε μπαίνοντας στο μαντείο; Με ποιον τρόπο αυτή η απάντηση θα μπορούσε να τον οδηγήσει σε μια γνώση του εαυτού του; Και ποια γνώση;

Ας υποθέσουμε καταρχήν ότι αυτός ο άνθρωπος ζει σήμερα, και σε μια ώρα ψυχάλυσης κάνει αυτήν την ερώτηση στον θεραπευτή του: -Τι λες; Θα γυρίσω; Δεν θα γυρίσω;

Ο ψυχαναλυτής είναι πιθανόν, ανάμεσα σε διάφορα ενδεχόμενα, να μην μείνει στον πόλεμο ως πόλεμο αλλά να τον ερμηνεύσει ως σύμβολο για αυτό που θα ονόμαζε "άγχος ευνουχισμού", να τον κατατάξει σ' αυτό που ο Freud αποκαλεί "Realangst" (άγχος εμπρός σε μια πραγματική απειλή), να κάνει λόγο για άγχος θανάτου κλπ.

Θα έμενα στην ερώτηση. Και όχι μόνο θα έμενα αλλά θα εμβάθυνα σ' αυτήν, θα επιζητούσα να την δούμε μαζί με όσο το δυνατό μεγαλύτερη καθαρότητα. Διότι συνήθως οι ερωτήσεις μας δεν έχουν πραγματικά έναν τόσο ουδέτερο χαρακτήρα. O άνθρωπος αυτός κάπου, κάπως, με κάποιον τρόπο φαντάζεται την πλάστιγγα να βαραίνει προς τη μια πλευρά. Βλέπει τον εαυτό του π.χ. να επιβιώνει και να γυρίζει, ή τον βλέπει να σκοτώνεται, και βλέπει ακόμα ενδεχομένως τη γυναίκα του, τα παιδιά του, τον ένα, τον άλλο να αντιδρούν στον θάνατό του μ' έναν ορισμένο τρόπο κλπ. Η ερώτησή του δεν είναι τόσο ανοιχτή όσο φαίνεται. Αναζητά περισσότερο μια επιβεβαίωση, ή φοβάται μια διάψευση των προσδοκιών του.

Όμως η απάντηση που ο ίδιος υποψιάζεται, και που ζητάει ν' ακούσει από τα χείλη του μάντη ή του θεραπευτή του, έχει δώσει κατά έναν τρόπο στη φαντασία του, είναι μια πλάνη. Καλύτερα, πλάνη είναι το ότι καν κλίνει προς μια απάντηση. Αναφέρεται στον μελλοντικό πόλεμο, σε κάτι που δεν έχει γίνει ακόμα, δεν έχει πάει ακόμα στον πόλεμο, και κάθε έκβαση είναι ανοιχτή, όμως αυτός δεν την αφήνει ανοιχτή. Την έχει κλείσει, και τούτο συνιστά ύβρη, δηλαδή παραβίαση των ορίων του χρόνου, του όχι-ακόμη αυτών που του μέλλονται.

Ο χρησμός του μαντείου, το "ήξεις αφήξεις...", δεν ασκεί καμιά βία επάνω του, δεν νουθετεί, δεν συμβουλεύει. Ο άνθρωπος θα τον διαβάσει όπως του το υπαγορεύει η προσδοκία του, η κλίση της πλάστιγγας. Αν πάλι ποτέ ανοίξουν τα μάτια και τ' αυτιά του, μπορεί και να αντιληφθεί το παιχνίδι που του παίζει ο χρησμός. Σ' αυτο το παιχνίδι μπορεί να τον αγγίξει η άβυσσος του αληθινού μέλλοντος, το οποίο είναι κάθε άλλο από προβολή του παρόντος, των υπολογισμών, των προσδοκιών, των φόβων και των ελπίδων μας, και περιπαίζει την κάθε πρόβλεψη.

Έχει σημασία λοιπόν και στα καθ' ημάς, π.χ. με την τέχνη της ψυχανάλυσης, αυτός ο άνθρωπος με τον καιρό να ανοίξει γι' αυτήν την αλήθεια, να μείνει ανοιχτός για αυτό το οποίο πρέπει να μείνει ανοιχτό - να ανοίξει ειλικρινά και μύχια, και όχι απλώς παπαγαλίζοντας μια κοινοτοπία.



Οι αδαείς επισκέπτες έρχονταν στο μαντείο και ρωτούσαν για τα μελλούμενα. Η αινιγματική απάντηση τους έλεγε άρρητα: "γνώρισε τον εαυτό σου". Τα λόγια του χρησμού, π.χ. το "ήξεις αφήξεις..." μιλούσαν σε μια γλώσσα η οποία, κατά τον Ηράκλειτο, "ούτε λέγει ούτε κρύπτει αλλά σημαίνει". Μιλούσαν μια γλώσσα - σημάτων.

Τα σήματα ούτε λέγουν ούτε κρύβουν.

Δεν μας είναι τόσο ξένο όσο ενδεχομένως νομίζουμε. Σε γλώσσα σημάτων μιλούν τα όνειρα, τα μικρά παιδιά και οι ανοϊκοί γέροι, οι παράφρονες κι οι προφήτες. Την μιλούν οι θρύλοι και τα παραμύθια, οι αλλοτινοί ποιητές και σοφοί. Είναι η λεγόμενη "γλώσσα του σώματος", η γλώσσα την οποία μιλούν η σαγήνη και ο έρωτας και ο θάνατος.

Αν, σύμφωνα με την επιγραφή του μαντείου, σε γλώσσα σημάτων είναι να γνωρίσουμε τον εαυτό μας, τότε πρέπει εμείς οι ίδιοι να είμαστε σήμα. Το λέει σε μια μακρινή συμφωνία με τον Ηράκλειτο ένας στίχος του Χαίλντερλιν: "Σήμα είμαστε [...]"3.

Τα σήματα - ούτε λέγουν ούτε κρύβουν. Εμείς πάλι μένουμε είτε στο "λέγουν" είτε στο "κρύβουν". Παραβλέπουμε το ένα, προσκολλώμαστε στο άλλο.

Στα όνειρα, για παράδειγμα, η ερμηνεία του ονειροκρίτη και της ψυχολογίας παραβλέπει το "κρύβει". Ισχυρίζεται ότι p.x. στη μορφή των συμβόλων και του "λανθάνοντος ονείρου" το όνειρο λέγεται, αποκαλύπτεται. Η βιολογική εξήγηση των ονείρων πάλι παραβλέπει το "λέγει". Ισχυρίζεται ότι το όνειρο οφείλεται σε αποδιοργάνωση των εγκεφαλικών λειτουργιών κι επομένως στερείται νοήματος.

Στο "λέγει" μένει προσκολλημένος αυτός που έχει την απάντηση για τα πάντα - ή θεωρεί πως υπάρχει η απάντηση για τα πάντα. Η θεραπεία που ακολουθεί το "λέγει", έχει τη λύση στο πρόβλημα και τη δίνει στη μορφή της εξήγησης, της συμβουλής, της κατευθυνόμενης συμπεριφοράς. Στο "κρύβει" πάλι μένει προσκολλημένος αυτός για τον οποίο τα προβλήματα δεν έχουν νόημα. Η θεραπεία που ακολουθεί το "κρύβει" θα προσανατολιστεί στο φάρμακο και στην παρηγορική αντιμετώπιση.

Η προσκόλληση στο "λέγει", η οποία φέρνει φράσεις όπως "Το όνειρο σου σημαίνει αυτό...", αποστομώνει. O άλλος δεν έχει να πει τίποτα. Εχει να το δεχτεί ή να το απορρίψει. Εδώ ο λόγος του ενός κλείνει το στόμα του άλλου. Αυτό δεν είναι συνομιλία. Για να το ξεκαθαρίσουμε: Αποτέλεσμα μπορεί να έχει. Όμως δεν είναι συνομιλία.

Η προσκόλληση στο "κρύβει" φέρνει τη βουβαμάρα, το αδιάφορο σήκωμα των ώμων, την απλή διαχείριση της κατάστασης. Αποτέλεσμα μπορεί να έχει. Όμως δεν είναι συνομιλία.

Και αν έχει αποτέλεσμα; Αν, όπως λέμε, "βοηθάει", τι χρειάζεται η συνομιλία; Δεν χρειάζεται. Και τούτο θα μας εφησυχάζει όσο υπνωτισμένοι μένουμε δέσμιοι εκείνης της ολέθριας ιδιοτέλειας που έχει εγκλωβίσει τον άνθρωπο σ' αυτά που "χρειάζεται", στα συμφέροντά του και στις ανάγκες του, και τον κατευθύνει στη διαφύλαξη και την ενίσχυση της ισορροπίας του.

"Αν οι άνθρωποι είχαν έστω και την παραμικρή απροκατάληπτη υπόνοια για το τι ζει και γίνεται μέσα τους, θα τρέμανε τα πολλά λόγια και θα τ' απέφευγαν όπως το δηλητήριο." (Elias Canetti, Die Provinz des Menschen)


1. Αλλού αναφέρεται ότι το περιστατικό έλαβε χώρα στο μαντείο της Δωδώνης.
2. Ο χρησμός φαίνεται πως σώθηκε στη λατινική γλώσσα: "Ibis redibis nunquam per bella peribis" (Brewer's Dictionary of Phrase and Fable). Η ελληνική διατύπωση είναι υστερότερη μετάφραση.
3. Mnemosyne.


Παθολογια της ευμαρειας και της λιτοτητας


Εισαγωγη

Η φωτογραφια ειναι του γαλλου φιλοσοφου Jean Baudrillard. Ειναι μια φωτογραφια ερειπιων που πιθανον αφησε πισω του καποιος πολεμος. Χρειαζεται μονο μια μικρη μετακινηση του βλεμματος για να δει κανεις στο πρωτο πλανο ενα προσωπο συσπασμενο απο τον πονο. Και στο δευτερο πλανο μια γυναικεια φιγουρα, και τη σκια της, να περιπλανωνται διπλα στα υπολειμματα ενος τοιχου.
Τωρα ο τοπος αρχιζει να ανασαινει, αρχιζει να μιλα, να λεει ιστοριες. Αργοτερα θα ακουσουμε εναν λογο του ποιητη Paul Celan: "Με τ' αδιεξοδα να μιλας!". Ας ειναι το μοττο της ακολουθης ομιλιας.

Η ομιλια

Το αγγιγμα του Ακαλυπτου

 

[Ομιλια στο πλαισιο του εικαστικου προγραμματος του Εθνικου Θεατρου με τιτλο "Κοινη Θεα". Μαϊος 2012.]

Το παραθυρο του ιατρειου μου στην Αθηνα βλεπει στον ακαλυπτο της πολυκατοικιας, εναν χωρο, μια εσοχη καλυτερα εκτασης καπου 5 Χ 5. Παραπερα, χωρισμενος απο ενα τοιχιο, ανοιγει ο κυριως ακαλυπτος στο μεσο των γυρω οικοδομων. Καθως το εδαφος του ειναι στο επιπεδο των υπογειων, το ισογειο παραθυρο μου βρισκεται 3-4 μετρα ψηλοτερα. Μια συκια καταλαμβανει τη μεγαλυτερη εκταση της εσοχης και απλωνει τα κλαδια της ακριβως εμπρος απο το παραθυρο. Την ξερω καλα, αφου βρισκομαι εκει πανω απο δωδεκα χρονια. Μαλλον, την ηξερα καλα. Αρχιζω να ξεχνω το πως την ηξερα. Εδω και 3-4 χρονια τα κλαδια της μενουν γυμνα, εξω απο λιγες διασπαρτες τουφες φυλλα εδω κι εκει. Υποθετω δεν αντεξε τα απονερα με τις χλωρινες, δυο-τρεις κουβαδες καθε βδομαδα, που πετα απο ψηλα η γειτονισσα οταν καθαριζει το μπαλκονι της. Μηνες τωρα κρεμεται απο ενα κλαδι και μια πατσαβουρα, αρκετα στερεα για να μην την παρασερνει η βροχη κι οσος αγερας φτανει μεχρι εκει, αρκετα μακρια απο το παραθυρο για να μην την φτανω με το σκουποξυλο. Παρακατω, στο ανοιγμα του κυριως ακαλυπτου, κατα καιρους απλωνεται ενα τεραστιο κοτετσοσυρμα, σε μια προσπαθεια να αποτρεψει τα περιστερια που τον βρωμιζουν.

Ομολογω, και με απορια, οτι, εξω απο τετοια ζητηματα οικολογιας και αισθητικης, ο ακαλυπτος ποτε δεν με ειχε απασχολησει ως αυτος τουτος. Εμενε αφανης. Και τωρα σκεφτομαι πως η αφανεια συνιστα ακριβως ενα χαρακτηριστικο του. Ο ακαλυπτος δεν αφορα κανεναν. Δεν ειναι χωρος κατοικησης. Η συκια του διαφερει απο μια συκια του κηπου, οπως εκεινη που στον ισκιο της καποτε ολοκληρωσα ενα βιβλιο, η η αλλη που μελετας τα συκα της πως ωριμαζουν, παιρνεις τα ετοιμα για συντροφια στο πρωινο σου και για γλυκο και για μαρμελαδα τις χειμωνιατικες μερες.
Η συκια του ακαλυπτου, η μοιρα της, μου θυμιζει εναν χαρακτηρισμο του ρωμαϊκου δικαιου για εκεινον τον ανθρωπο ο οποιος, λόγω μιας παράβασης, έχει αποκλειστεί από την κοινωνία, και κανείς μπορεί να τον σκοτώσει χωρίς να τιμωρηθεί: homo sacer. Ο homo sacer, ο καταραμενος ανθρωπος, συμβολίζει την απόλυτα φονεύσιμη ζωή. "Homines sacri" θα μπορουσαν να αποκληθουν και οι Εβραίοι στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως, οι κρατούμενοι στο Guantanamo, αυτοι που δεν έχουν χαρτιά, αυτοι που ζητούν άσυλο, οι οποίοι, σε έναν χώρο εκτός νόμου, περιμένουν την απέλαση τους στα λεγομενα "κεντρα φιλοξενιας".1
Η συκια μου, τα περιστερια, και οτι αλλο μπορει να ζει και να κινειται στον ακαλυπτο, θα ηταν τετοια πραγματα - res sacrae. Αποκληρα και αποβλητα. Ο ακαλυπτος ειναι ενα ειδος no man's land. Ανετα τον περιδιαβαζουν τα αδεσποτα και οι κλεφτες.

Ο ακαλυπτος ειναι συναμα ενας ενδιαμεσος χωρος ο οποιος, ακριβως επειδη ειναι ακατοικητος, ειναι διαπερατος και αφηνει να κυκλοφορουν ελευθερα τα σημαδια της παρουσιας των γυρω κατοικων: μουσικη και τηλεφωνηματα, τηγανισματα και ψησιματα, καυγαδες κι ερωτικοι στεναγμοι, ντυσιματα και γδυσιματα, ρουχα που στεγνωνουν στα μανταλακια, ολα εκτεθειμενα σε κοινη θεα, σε κοινη οσφρηση, σε κοινο ακουσμα.
Ετσι για τους γυρω κατοικους μαθαινουμε ενα σωρο πραγματα, καποτε πραγματα που δεν γνωριζουν καν φιλοι και συγγενεις τους. Ομως αυτη η γνωση δεν ανηκει σε καποια επικοινωνια μας. Δεν ερχεται μεσα απο μια προθυμια τους να μας μιλησουν, και μια δικη μας να τους ακουσουμε. Πολλες φορες μαλιστα δεν τους απασχολουμε καν. Συχνα καμια ντροπη δεν τους παρακινει να κρυβονται και καμια διαθεση επιδειξης δεν τους ωθει να φανερωνονται. Οι αλλοι τους ειναι λιγο-πολυ αδιαφοροι. Και σ' εμας τους αλλους ολα τουτα τα σημαδια της παρουσιας τους ειναι συνηθως ενοχληση. Λες και ο,τι περνα διαμεσου του ακαλυπτου σημαδευεται απο την αποκοσμη αυρα του: χανει καθε νοημα, ερημωνει, γινεται σκουπιδι κι αυτο. Res sacrae.

Ομως πως κι απο που προκυπτει καν ενας ακαλυπτος; Θα επιχειρησω μια απαντηση με τον κινδυνο, καθοτι μη αρχιτεκτονας και πολεοδομος, να πω ανοησιες. Σκεφτομαι λοιπον οτι ο ακαλυπτος προκυπτει αναγκαστικα απο τη δομηση σε τετραγωνα. Και χρειαζεται, για να μπορει στις οικοδομες που τον περιβαλλουν να κυκλοφορει καποιος αερας, να μπαινει καποιο φως κλπ. Και τα τετραγωνα, πως προκυπτουν; Απο τους ευθεις δρομους που διασταυρωνονται, και τα σχηματιζουν. Και τι εξυπηρετουν οι ευθεις δρομοι; Σε αντιθεση με τα σοκακια και τα καλντεριμια; Την ταχυτερη δυνατη μετακινηση και την ευκολοτερη αποληξη στον προορισμο. Εξυπηρετουν τη ζωη που κυριαρχειται απο την σκοπιμοτητα, την ενεργητικοτητα. Την vita activa.
Χερι-χερι με τη νεκριλα του ακαλυπτου πηγαινει η πλευρα της οικοδομης που εφαπτεται του δρομου, που διαποτιζεται απο τη δραση, τη ζωηραδα, το αεικινητο, που δεν κοιμαται ποτε. Και καθως απο εδω εννοουμε το νοημα της ζωης, η πλευρα που εφαπτεται των δρομων ειναι η προσοψη, αυτο που δειχνουμε, η βιτρινα.

Το οτι μιλαμε για βιτρινα τοσο εννοωντας την προσοψη των σπιτιων οσο και την εικονα μας που προβαλλουμε στους αλλους, δεν ειναι τυχαιο. Οπως κατοικουμε σπιτια, ετσι κατοικουμε τον εαυτο μας. Στον βαθμο λοιπον που ειμαστε προσηλωμενοι σε μια ζωη που οριζεται απο την σκοπιμοτητα, την χρηστικοτητα, την ενεργητικοτητα, το σπιτι του εαυτου μας θα εμοιαζε με τα σπιτια που αναφερθηκαν προηγουμενως. Θα ειχαμε δυο τροπους επαφης με τους αλλους. Μια βιτρινα, μια εικονα του εαυτου μας με την οποια θα επικοινωνουσαμε, και μια πισω πλευρα, μια νεκριλα, η οποια θα γειτονευε με τους αλλους μεσω καποιου ακαλυπτου. Ποια θα ηταν τοτε αυτη η μορφη μας; Η μορφη της νεκριλας, της ακινησιας, της αχρηστιας; Της μοναχικοτητας; Οπου τα πραγματα δεν μας αφορουν και η παρουσια τους γινεται ενοχληση και βαρος; Ομως τωρα δεν περιγραφω σημαδια της πληξης; Θα μπορουσε η πληξη να εννοηθει ως η πλευρα του εντος μας ακαλυπτου, η πισω πλευρα των φρεσκων, των δραστηριων, των χαμογελαστων μορφων με τις οποιες μας βομβαρδιζουν οι διαφημισεις και μας καλουνε να τις υιοθετησουμε; Και θα μπορουσε ακομη καποτε να οξυνεται μεταλλασσομενη σε καταθλιψη; Μηπως η vita activa ειναι συναμα και vita sacra; Μηπως η ενεργητικη ζωη κουβαλαει αναγκαστικα τη σκια της; Την καταραμενη ζωη;

Η σκια της vita sacra δεν χρειαζεται πρωτα να μας πλακωσει για να κανει εμφανη την παρουσια της. Προβαλλει καθημερινα, στις παρυφες του οπτικου μας πεδιου. Θυμαμαι εδω στιχους του T. S. Eliot:
"Οπως, σ' ενα θεατρο,
Σβηνουν τα φωτα για ν' αλλαξει το σκηνικο
Μ' ενα κουφιο πλαταγισμα φτερων, με μια κινηση σκοτους στο σκοτος,
Και ξερουμε πως οι λοφοι και τα δεντρα, το μακρινο πανοραμα
Κι η εντονη, εντυπωσιακη προσοψη, ολα μαζευονται -
Η οπως, οταν ενας υπογειος σιδηροδρομος, στη σηραγγα, μεταξυ δυο σταθμων, σταματα για πολλη ωρα
Κι η κουβεντα αναβει και σιγα-σιγα σβυνει σε σιωπη
Και πισω απο καθε προσωπο βλεπεις το πνευματικο κενο να βαθαινει
Αφηνοντας μονο τον επιτεινομενο τρομο να μην εχεις τιποτα να σκεφτεις
·
Η οταν, σε ναρκωση με αιθερα, ο νους εχει συνειδηση, ομως συνειδηση απο τιποτα-"2

"Συνειδηση, ομως συνειδηση απο τιποτα"... Το ξερουμε απο τη συνυπαρξη στο ασανσερ, τις ουρες στην τραπεζα και στις δημοσιες υπηρεσιες, την αναμονη στα φαναρια. Ειναι ακομα η αμηχανια αναμεσα σε ανθρωπους που εξαφνα δεν εχουν να πουν τιποτα. Η ανεργια, η αχρηστια, η αρρωστια. Καποιες φορες η εικονικη πραγματικοτητα των κοινωνικων δικτυων.
Η αλλη πλευρα, αυτη της προσοψης, της βιτρινας, θελει μια ζωη γεματη εμπειριες, εμπειριες οπως αυτες που υποσχεται η διαφημιση, με τη γευση του ταδε καφε και την προσχωρηση στη δεινα εταιρεια κινητης τηλεφωνιας
· το κυνηγι αρκουδων στην Αλασκα και πληθος αλλες λιγοτερο η περισσοτερο εκκωφαντικες δραστηριοτητες. Εδω ανηκουν ακομα η αναγορευση καποιων καταστασεων σε αλατι της κατα τα αλλα ανοστης ζωης, οπως η επιτυχια, η αναγνωριση, ο ερωτας, τα παιδια, αλλα και το shopping therapy, τα ναρκωτικα, το γηπεδο. Η πλευρα της προσοψης ειναι ενα σαφαρι μικρων και μεγαλων εμπειριων. 
Οταν λειπουν, οταν δηλαδη παιρνει κεφαλι η αλλη πλευρα, κανεις λεει πως τοτε "δεν ζει". Η μη-ζωη θα ηταν η παραδοση στο κενο που ειναι ακαλυπτο, που δεν καλυπτεται απο την δραση. Θα ηταν το κενο αναμεσα σε ανθρωπους που εχουν εξατομικευτει σε μεγαλο βαθμο. Τοτε ο αλλος, ο γειτονας, ο διπλανος στον υπογειο σιδηροδρομο, στο ασανσερ, στις ουρες κλπ. ειναι παντελως ξενος, τοσο ξενος που ουτε ξενιζει πια, ειναι απλα ενοχληση. Τοτε η πληξη και η καταθλιψη θα ηταν μορφες ενος αδιεξοδου εγκλεισμου στην ατομικοτητα, η οποια εκδηλωνεται πλεον ως βαρος και μοναχικοτητα και καταραμενη ζωη.

Ενδεχομενως ο κοσμος της δρασης και το σκορποχωρι της ατομικοτητας καθοριζουν τελικα και τον τροπο που συνηθως χτιζουμε τα σπιτια μας. Ενδεχομενως οι οικοδομες μας ειναι μια εικονα του εαυτου μας. Γι' αυτο και συχνα, στην προοδο μιας ψυχοθεραπειας, οι ανθρωποι, αλλαζοντας οι ιδιοι, μετακομιζοντας σε μιαν αλλη μορφη του εαυτου τους, μετακομιζουν και σε αλλο σπιτι.
Ο Freud παρομοιαζε το ασυνειδητο με το σκοτεινο, αραχνιασμενο υπογειο, στο οποιο κατεβαινε με τους ασθενεις του και το περιεργαζονταν. Σημερα τα υπογεια ειναι φωτεινα. Με τους καυστηρες και τις ηλεκτρικες εγκαταστασεις, με τις ποικιλλες νομιμες και παρανομες χρησεις τους, ειναι λειτουργικα μερη της ολης οικοδομης. Ισως, σημερα, ενα ζητουμενο της ψυχοθεραπειας, αν οχι και της κοινωνιας μας γενικοτερα, θα ηταν να προσεξουμε τον ακαλυπτο και την πλευρα μας που ανηκει σ' αυτον. Να την δεχτουμε οπως ειναι, ακαλλωπιστα και απεριφραστα. Να παψουμε να την κλωτσαμε, οταν μας συμβαινει, στον υπογειο και στις ουρες και στα φαναρια και στην πληξη και στην καταθλιψη. Να την κανουμε φιλη μας κι αυτην, οσο παραδοξο και ν' ακουγεται. Ισως ετσι τα σπιτια μας, και ο εαυτος μας, να γινονταν περισσοτερο φιλοξενα.

Ειναι δυνατος αραγε ενας αλλος, λιγοτερο διχασμενος, λιγοτερο βεβαρυμενος τυπος ανθρωπου; Που θα κατοικουσε αλλιωτικα σπιτια; Φυσικα. Βεβαια οι αληθινες αλλαγες δεν προτεινονται, δεν υποβαλλονται και δεν επιβαλλονται. Ερχονται, στην ψυχοθεραπεια, στην αρχιτεκτονικη, στην πολιτικη, σαν απο μονες τους, στο χαραμα μιας μερας οπου ενας ανθρωπος, η μια κοινωνια, ξυπνα με αλλη νοοτροπια και τροπο σκεψης. Και τοτε ειναι σαν προηγουμενως να ονειρευονταν. Γραφει ο νεαρος Hölderlin σ' ενα γραμμα: "Πιστευω σε μια επανασταση των νοοτροπιων και των τροπων σκεψης, η οποια θα κανει οσα προηγηθηκαν να κοκκινιζουν απο ντροπη."3 Και γι' αυτους τους τροπους σκεψης διαβαζουμε στον "Ζαρατουστρα" του Nietsche: "Ειναι οι σιγαλινοτερες λεξεις που φερνουν την καταιγιδα. Σκεψεις που ερχονται πανω σε ποδια περιστεριων, κατευθυνουν τον κοσμο."

1 Agamben, στο: Byung-Chul Han, Müdigkeitsgesellschaft, Berlin 2010, κεφ. "Vita activa".
2 East Coker:
As, in a theatre, / The lights are extinguished, for the scene to be changed / With a hollow rumble of wings, with a movement of darkness on darkness, / And we know that the hills and the trees, the distant panorama / And the bold imposing facade are all being rolled away— / Or as, when an underground train, in the tube, stops too long between stations / And the conversation rises and slowly fades into silence / And you see behind every face the mental emptiness deepen / Leaving only the growing terror of nothing to think about; / Or when, under ether, the mind is conscious but conscious of nothing—
3 Γραμμα του 1797 στον Johann Gottfried Ebel στο Παρισι.
pdf

Για ενα δεντρο



[Ομιλια στην επιστημονικη διημεριδα "Εγκεφαλος Συνειδηση Ελευθερια της βουλησης" στο Ψυχιατρικο Νοσοκομειο θεσσαλονικης. Μαϊος 2012.]

Σημερα θα διαβασουμε και θα συζητησουμε ενα αποσπασμα απο την παραδοση που εκανε ο γερμανος φιλοσοφος Martin Heidegger το 1951 με τιτλο "Τι καλειται νοηση;". Στο κειμενο αναφερονται ζητηματα που απτονται του θεματος της διημεριδας, ιδιαιτερα οσον αφορα τον εγκεφαλο και τη συνειδηση.
Στο αποσπασμα ο Heidegger συζητα την εννοια της παραστασης. Ο ορος "παρασταση" εννοει την ανα-παρασταση των πραγματων καπου μεσα μας, στην ψυχη, στη συνειδηση, στον εγκεφαλο. Τι νοημα εχει αυτη η αναπαρασταση; Ας θυμηθουμε εδω τον λατινικο ορο που μεταφραστηκε ως "παρασταση" και "αναπαρασταση": perceptio. Η λεξη συγγενευει με το ρημα percapere, που θα πει συλλαμβανω, αδραχνω. Η αναπαρασταση ειναι λοιπον συλληψη. Στην αναπαρασταση αντι-λαμβανομαι και συλ-λαμβανω το εκαστοτε πραγμα. Το ανα- της αναπαραστασης συμβαινει ως ληψη, ως αντιληψη και συλληψη. Καταλαβαινω κατι θα πει καταρχην το συλλαμβανω και το αναπαριστω μεσα μου. Θα μπορουσαμε να το δουμε στην οικεια μας ψυχιατρικη-ψυχοθεραπευτικη πρακτικη: Οταν ακουμε εναν ασθενη, συγχρονως παραλαμβανουμε τα λεγομενα του, καθως και τα στοιχεια της δικης μας παρατηρησης, και αποσυρομαστε σε ενα ειδος εσωτερικο εργαστηριο οπου επεξεργαζομαστε ολο αυτο το υλικο για να καταλαβουμε, δηλαδη να καταληξουμε σε μια διαγνωση, σε μια ερμηνεια, σε μια συμβουλη.
Ομως και καθε φορα που σκεφτομαστε, ειτε στο πεδιο της επιστημης, ειτε στην καθημερινοτητα μας, θεωρουμε λιγο-πολυ αυτονοητο οτι η σκεψη ειναι μια διαδικασια που συμβαινει μεσα μας, καθως αποσυρομαστε στο εσωτερικο εργαστηριο που καλειται, μεταξυ αλλων, εγκεφαλος και συναψεις, συνειδηση και ασυνειδητο, ψυχη και ψυχικο οργανο. Εδω δημιουργουνται οι παραστασεις των πραγματων.
Αυτο θα ηταν καπου το πλαισιο στο οποιο κινειται το αποσπασμα απο την παραδοση του Heidegger.
[Τα σχολια μου εισαγονται με ''>'' και γραφονται με κανονικους χαρακτηρες.]

Παρασταση; Ποιος απο μας δεν γνωριζει τι καλειται παρασταση; Οταν παρασταινουμε κατι, π.χ. φιλολογικα ενα κειμενο, τεχνοκριτικα ενα πλαστικο εργο, στη χημεια μια διαδικασια καυσεως, τοτε εχουμε μια εκαστοτε παρασταση των αναφερθεντων αντικειμενων.

>Που θα πει: το εχουμε συλλαβει και καταλαβει.

Και που τις εχουμε αυτες τις παραστασεις; Τις εχουμε στο κεφαλι. Τις εχουμε στη συνειδηση. Τις εχουμε στην ψυχη. Εχουμε τις παραστασεις μεσα μας, τις παραστασεις των αντικειμενων.

>Οι "παραστασεις των αντικειμενων" δεν ειναι παντως ειδωλα τους, που σχηματιζονται σε εναν εσωτερικο καθρεφτη. Πρωτα εδω, στην παρασταση, δηλαδη στην αναπαρασταση και στη συλληψη τους αποκτουν υποσταση και νοημα, γινονται πραγματικα.

Βεβαιως εδω και λιγους αιωνες παρενεβη η φιλοσοφια και κατεστησε αμφισβητησιμο το κατα ποσον οι παραστασεις εντος μας ανταποκρινονται και στην πραγματικοτητα εκτος μας. Οι μεν λεγουν: ναι. Οι αλλοι: οχι. Αλλοι παλι λεγουν οτι αυτο δεν μπορει καν να κριθει και κανεις μπορει απλως να πει οτι κοσμος, που θα πει εδω το ολον του πραγματικου, ειναι, καθοσον παρασταινεται απο εμας. "Die Welt ist meine Vorstellung", "Ο κοσμος ειναι η παρασταση μου". Σ' αυτην την προταση ο Schopenhauer συνοψισε τη νοηση της νεοτερης φιλοσοφιας. Ο Schopenhauer πρεπει εδω να αναφερθει διοτι το κυριο εργο του "Die Welt als Wille und Vorstellung", "Ο κοσμος ως βουληση και παρασταση", απο την εμ¬φανιση του το ετος 1818, καθορισε σε υψιστο βαθμο τη νοηση ολου του 19ου αιωνα και του 20ου (...) Ο ιδιος ο Schopenhauer λεγει γι' αυτην την προταση στην αρχη του δευτερου τομου (Κεφ. 1) του κυριου εργου του τα εξης: "(...) οσο απεραντος και συμπαγης κι αν ειναι ο κοσμος, και παλι η υπαρξη¬ του κρεμεται απο μια και μονη κλωστη: και αυτη ειναι η εκαστοτε συνειδηση, μεσα στην οποια βρισκεται."

>Ηδη αυτη η συντομη παραπομπη θα μπορουσε να μας βαλει σε σκεψεις. Διοτι μας θυμιζει οτι αυτονοητες και κυριαρχες αντιληψεις, οπως αυτη της παραστασης του κοσμου μεσα στη συνειδηση, δεν ειναι καποια αδιαμφισβητητη και αταλαντευτη αληθεια, δεν ειναι η βεβαιοτητα ενος δεδομενου, οπως π.χ. ο ηλιος που βγαινει απο την ανατολη και χανεται στη δυση. Η οπτικη του κοσμου ως "βουληση και παρασταση" εμφανιστηκε σε μια ορισμενη εποχη και ηδη σημερα, στη μεταμοντερνα κοινωνια, εχει υποχωρησει. Απηχει μια διαγνωση του πνευματος της εποχης των νεωτερων χρονων, και μενει στα ορια αυτης της σημασιας της και αυτης της βαρυτητας της.
Ομως πολλες φορες τεινουμε να την εκλαμβανουμε απολυτα, την αναγορευουμε σε πεποιθηση, και μαλιστα, στον δικο μας χωρο, την ψυχολογικοποιουμε και μιλαμε π.χ. για "εσωτερικευση" σαν φυσικη διαδικασια της εξελιξης, οπως π.χ. το περπατημα του μωρου και η τριχοφυια του εφηβου. Ετσι ακομα εκλαμβανουμε π.χ. ως δεδομενο αυτο που ονομαζεται "συνειδηση", ως σχεδον ανατομικο, η λειτουργικο μορφωμα.

Με τη διαφωνια στη φιλοσοφια για το τι ειναι η παρασταση στην ουσια της, υπαρχει προφανως μονο μια διεξοδος. Κανεις εγκατα¬λειπει το πεδιο των φιλοσοφικων θεωριων και κατ' αρχην ερευνα διεξοδικα και επιστημονικα τι συμβαινει καν με τις παραστασεις οι οποιες απαντωνται στα εμβια οντα, προπαντων στον ανθρωπο και στα ζωα. Με τετοιες ερευνες ασχολειται μεταξυ αλλων η ψυχολογια. Σημερα ειναι μια καλα συγκροτημενη και ηδη εξαπλωμενη επιστημη, η σημασια της οποιας μεγαλωνει απο ετους εις ετος. Ομως ας αφησουμε κατα μερος τα ερευνητικα αποτελεσματα της ψυχολογιας σχετικα με ο,τι αυτη ονομαζει "παρασταση", οχι διοτι αυτα τα αποτελεσματα ειναι λανθασμενα, η ακομη κι ασημαντα, αλλα διοτι ειναι επιστημονικα αποτελεσματα. Καθοτι ως επιστημονικες προτασεις κινουνται ηδη μεσα σε μια περιοχη η οποια και για την ψυχολογια πρεπει να παρα¬μενει στην προηγουμενως αναφερθεισα αλλη μερια.

>Μια γνωστη φραση του Heidegger λεει: "Οι επιστημες δεν σκεφτονται." Τι εννοει μ' αυτο; Επιστημονικα αποτελεσματα ειναι δυνατα μονο εφοσον στηριζονται σε ακλονητες προϋποθεσεις. Ετσι π.χ. η ψυχοπαθολογικη εξεταση ενος ψυχωσικου, οπου γινεται λογος για τη σκεψη και το συναισθημα του, ειναι δυνατη μονο εφοσον η ψυχοπαθολογια εχει ηδη μια σαφη και λιγο-πολυ αδιαμφισβητητη παρασταση για το τι θα πει "σκεψη" και "συναισθημα". Αν η ψυχοπαθολογια αιφνης αναρωτιουνταν, αν εβλεπε σκεψη και συναισθημα ως ζητηματα αξια ερωτηματος και αξια αποριας, τοτε θα εχανε το εδαφος κατω απο τα ποδια της, θα κατερρεε ως επιστημη. Η ψυχοπαθολογια λοιπον, για να υφισταται και να εχει αποτελεσματα, ειναι αναγκη, με την εννοια του Heidegger, να μην σκεφτεται!

Γι' αυτο και δεν ειναι αξιο αποριας οταν στην ψυχολογια κατα κανεναν τροπο δεν καθισταται καθαρο τι ειναι αυτο στο οποιο εντασσονται οι παραστασεις: δηλαδη ο οργανισμος του εμβιου οντος, η συνειδηση, η ψυχη, το ασυνειδητο και ολα τα βαθη και τα στρωματα στα οποια υποδιαιρειται η περιοχη της ψυχολογιας. Εδω ολα παραμενουν ερωτηματικα. Και ομως τα επιστημονικα αποτελεσματα ειναι ορθα.

>Ορθα θα πει, συνεπη με τις προϋποθεσεις τους. Μπορω π.χ. να μιλησω για εναν ανθρωπο εξυπνο οχι γενικα και αοριστα, οχι απολυτα, αλλα συμφωνα με τις προϋποθεσεις με τις οποιες οριζω την εξυπναδα, π.χ. ως επιδοση στο τεστ νοημοσυνης.
Ετσι μπορω να μιλησω ως επιστημονας, ως νευροφυσιολογος, για το αγχος. Ομως μην ξεχνουμε οτι αυτος ο λογος μου ειναι παντα ορθος υπο προϋποθεσεις. Πρεπει καταρχην αυτο που λεμε "αγχος" να το καταστησω μετρησιμο και υπολογισιμο. Να το διατυπωσω δηλαδη σε ορους τετοιους, που να μου επιτρεπουν την πειραματικη και την στατιστικη ερευνα. Ειναι η διαδικασια της λεγομενης "operationalization", της "λειτουργικοποιησης". Με αυτην την προϋποθεση, μπορω να καταληξω σε ορθα συμπερασματα, δηλαδη συμπερασματα που πληρουν τις προϋποθεσεις μου.
Η παγιδα βρισκεται σε μια γενικευση, οταν ξεχνω οτι π.χ. αυτος που βγαινει εξυπνος, ειναι εξυπνος μονο οσον αφορα το τεστ νοημοσυνης και τις παρομοιες επιδοσεις. Αυτο το "εξυπνος" δεν τον αφορα σε ολες τις καταστασεις της ζωης του. Οταν αντιστοιχα μιλω για "αγχος", μιλω μονο για την αντιδραση και τις νευροφυσιολογικες μεταβολες που παρατηρω π.χ. στην aplysia californica, ενα ειδος γυμνοσαλιαγκου, οταν χτυπησω την ουρα της. Η αποσταση αναμεσα σ' αυτο και σε ο,τι εγω μπορω να αναφερομαι οταν λεω πως εχω αγχος, θα αφορουσε περισσοτερο τη θεωρια του χαους.

Εαν λοιπον τωρα με το ερωτημα μας, τι ειναι η παρασταση, δεν στηριζομαστε στην επιστημη, προς τουτο δεν μας παρακινει η υπερ¬οψια του παντογνωστη αλλα η προσοχη της αγνοιας.

>Στο σημειο αυτο του κειμενου μας, ο λογος του Heidegger παιρνει μια τροπη:

Στεκουμε εκτος της επιστημης. Αντ' αυτου στεκουμε π.χ. εμπρος σ' ενα ανθισμενο δεντρο - και το δεντρο στεκει εμπρος μας. Το δεντρο κι εμεις παρ-ισταμεθα ο ενας στον αλλο, καθως το δεντρο στεκει εκει κι εμεις στεκουμε απεναντι του. Ισταμενοι στη σχεση του ενος προς το αλλο, του ενος παρα το αλλο ειμαστε, το δεντρο κι εμεις.

>Εδω λοιπον μιλαμε για παρασταση κυριολεκτικα, παρα-σταση, οπως την γνωριζουμε π.χ. απο τον "παραστατη" στην παρελαση, απο το "παραστεκω", στεκω διπλα σε καποιον.

Σ' αυτην την παρασταση δεν προκειται λοιπον για "παραστασεις" που σβουριζουν μεσα στο κεφαλι μας. Ας συγκεντρωθουμε για μια στιγμη, οπως οταν παιρνουμε μια ανασα πριν και μετα απο ενα αλμα. Καθοτι τωρα καναμε ενα αλμα εξω απο την τρεχουσα περιοχη των επιστημων και ακομη, οπως θα φανει, και της φιλοσοφιας. Και προς τα που καναμε το αλμα; Μηπως σε μιαν αβυσσο; Οχι. Μαλλον σ' ενα εδαφος. Σε ενα; Οχι. Αλλα στο εδαφος στο οποιο ζουμε και πεθαινουμε, οταν δεν παριστανουμε τιποτα. Παραξενη υποθεση, η μαλιστα και δεινη υποθεση, να πρεπει πρωτα να κανουμε το αλμα ακριβως στο εδαφος στο οποιο στεκουμε. Εαν ειναι αναγκαιο κατι τοσο παραξενο οσο αυτο το αλμα, τοτε θα εχει συμβει κατι το οποιο θα πρεπει να εμβαλει σε σκεψεις. Παντως επιστημονικα παραμενει το πλεον ασημαντο πραγμα του κοσμου, οτι ο καθενας μας ηδη καποτε σταθηκε απεναντι σ' ενα ανθισμενο δεντρο. Και λοιπον; Εμεις, οπως ειμαστε, στεκουμε απεναντι σ' ενα δεντρο και το δεντρο μας παρα-στεκει. (...)
Τι συμβαινει εδω ωστε το δεντρο να μας παρα-στεκει, κι εμεις να στεκουμε απεναντι στο δεντρο; Που διαδραματιζεται αυτη η παρασταση οταν στεκουμε απεναντι σ' ενα ανθισμενο δεντρο, εμπρος του; Αιφνης στο κεφαλι μας; Σιγουρα. Στον εγκεφαλο μας μπορουν να γινονται πολλα και ποικιλα οταν στεκουμε σ' ενα λιβαδι κι εχουμε εμπρος μας να στεκει ενα ανθισμενο δεντρο, και το προσλαμβανουμε με τη λαμψη και τις μυρωδιες του. Σημερα μαλιστα κανεις μπορει να καταστησει τις διαδικασιες μεσα στο κεφαλι ως ηλεκτροφυσιολογικα φαινομενα, ακουστικα προσληψιμες μεσω καταλληλων συσκευων μεταλλαγης και ενισχυσης, και να καταγραψει την προοδο τους σε καμπυλες. Κανεις μπορει – σιγουρα! Και τι δεν μπορει ο σημερινος ανθρωπος! Και μαλιστα, μπορωντας, ειναι μεχρις ενος σημειου σε θεση και να βοηθα. Και βοηθα παντου με τις καλυτερες των προθεσεων. Κανεις μπορει - ενδεχομενως κανενας μας δεν υποψιαζεται τι θα μπορει σε λιγο ο ανθρωπος επιστημονικα. Ομως που μενει, για να περιοριστουμε στην περιπτωση μας, που μενει σε ολα τα επιστημονικα καταγραψιμα ηλεκτρoφυσιoλoγικα φαινομενα το ανθισμενο δεντρο; Που μενει το λιβαδι; Που μενει ο ανθρωπος; Οχι ο εγκεφαλος αλλα ο ανθρωπος που ισως αυριο μας πεθανει και που καποτε μας ειχε ερθει; Που μενει η παρασταση κατα την οποια το δεντρο παρ-ισταται και ο ανθρωπος στεκει απεναντι στο δεντρο;


>Τωρα λοιπον "παρασταση" οχι μεσα μας αλλα με τη δευτερη εννοια, ως σταση του ενος παρα τον αλλο!
>Που μενει ο ανθρωπος... Πολλοι παραπονιουνται πως οι γιατροι δεν μιλανε, δεν εξηγουν, βιαζονται κλπ. Ισως μας διαφευγει το οτι για τον γιατρο που ειναι συγκεντρωμενος στον εγκεφαλο, στην καρδια, στο εντερο, στον οργανισμο, ο ανθρωπος δεν μενει πουθενα, και δεν μπορει να μενει πουθενα. Ο γιατρος, ως γιατρος, δεν εχει να πει τιποτα. Ως ανθρωπος, μπορει. Ομως ως γιατρος οχι, διοτι, για να το πω ακραια, δεν εχει, και δεν μπορει να εχει μπροστα του εναν ανθρωπο. Εκει που θα επικοινωνουσε ως ανθρωπος προς ανθρωπο, θα επαυε να ειναι γιατρος. Εδω θα ηταν ενα ενδιαφερον ερωτημα, κατα ποσον ο ψυχοθεραπευτης, εκει που ανοιγεται σε μια θεραπευτικη συνομιλια, μια ανθρωπινη συνομιλια με τον πελατη του, μπορει να ειναι επιστημονας...

Ενδεχομενως κατα την τωρα αναφερθεισα παρασταση γινονται επισης πολλα και ποικιλα μεσα σε ο,τι κανεις περιγραφει ως σφαιρα της συνειδησης και θεωρει ως το ψυχικο. Ομως στεκει το δεντρο "μεσα στην συνειδηση" η στεκει στο λιβαδι; Βρισκεται το λιβαδι ως βιωμα μεσα στην ψυχη η εκτεινεται πανω στη γη; Ειναι η γη μεσα στο κεφαλι μας; 'Η στεκουμε πανω στη γη;
Κανεις θα ηθελε να αντικρουσει: προς τι λοιπον τετοια ερωτηματα για μια υποθεση την οποια κανεις ευλογα παραδεχεται αμεσως, καθως για ολον τον κοσμο ειναι ηλιου φαεινοτερο οτι στεκουμε πανω στη γη και, συμφωνα με το επιλεχθεν παραδειγμα, απεναντι σ' ενα δεντρο; Ομως μ' αυτην την παραδοχη ας μην βιαζομαστε υπερβολικα, αυτο το ηλιου φαεινοτερο ας μην το παιρνουμε υπερβολικα αψηφιστα. Διοτι αιφνης τα εγκαταλειπουμε ολα μολις οι επιστημες της φυσικης, της φυσιολογιας και της ψυχολογιας καθως και η επιστημονικη φιλοσοφια, με ολη την βαρυτητα των στοιχειων και των αποδειξεων, εξηγουν πως κατα βαση δεν αντιλαμβανομαστε κανενα δεντρο αλλα στην πραγματικ¬οτητα ενα κενο στο οποιο εδω κι εκει ειναι διεσπαρμενα ηλεκτρικα φορτια τα οποια με ιλιγγιωδη ταχυτητα κινουνται περα δωθε. Δεν αρκει το οτι μονο για τις ουτως ειπειν επιστημονικα αφυλακτες στιγμες παραδεχομαστε οτι φυσικα στεκουμε απεναντι σ' ενα ανθισμενο δεντρο, για να βεβαιωνουμε το ιδιο αυτονοητα την επομενη στιγμη οτι εκεινη η γνωμη φυσικα χαρακτηριζει μονο την απλοϊκη, καθοτι προεπιστημονικη συλληψη των αντικειμενων. Ομως μ' αυτην τη βεβαιωση εχουμε παραδεχτει κατι, η βαρυτητα του οποιου σχεδον μας διαφευγει, δηλαδη τουτο, οτι βασικα οι αναφερθεισες επιστημες κρινουν τι στο ανθισμενο δεντρο μπορει να ισχυει ως πραγματικοτητα και τι οχι.


>Freud: "Κατά την άποψη μας, τα αντιληπτά φαινόμενα πρέπει να υποχωρούν εμπρός στις ορέξεις τις οποίες απλώς υποθέτουμε." π.χ. το φανερο ονειρο να υποχωρει εμπρος στην υποτιθεμενη ασυνειδητη επιθυμια που το γεννα. Εδω ανηκει και αυτο που θετει ο Δημητρης Σκαραγκας ως ερωτημα στον προλογο του νεου βιβλιου του: "Είναι τα γονίδια που καθορίζουν την ανθρωπινη συμπεριφορά και την εμφάνιση των ψυχικων διαταραχων;"
>Εαν η φυσικη, η φυσιολογια, η ψυχολογια κρινουν τι στον ανθρωπο ισχυει ως πραγματικοτητα, ποια θα ηταν τοτε η πραγματικοτητα αυτου του ανθρωπου; Ποια θα ηταν η μορφη του; Θα ηταν κατι σαν τη μορφη που βλεπουμε στο προγραμμα της διημεριδας (βλ. εικονα). Αυτος ο ανθρωπος ειναι ενα τερας!

Απο που εχουν οι επιστημες (...) την δικαιοδοσια για τετοιες κρισεις; Απο που εχουν οι επιστημες το δικαιωμα να καθοριζουν τη θεση του ανθρωπου και να προβαλλουν τον εαυτο τους ως το μετρο ενος τετοιου καθορισμου; Ομως τουτο συμβαινει ηδη και οταν ακομη συμβιβαζομαστε σιωπηρα με το οτι η θεση μας απεναντι στο δεντρο ειναι μια προ-επιστημονικα εννοημενη σχεση προς αυτο το οποιο συνεχιζουμε να ονομαζουμε "δεντρο".
Στην πραγματικοτητα σημερα μαλλον τεινουμε το ανθισμενο δεντρο να το καταρριψουμε χαριν υποτιθεται υψηλοτερων γνωσεων της φυσικης και της φυσιολογιας.
Οταν το αναλογιστουμε, τι ειναι τουτο, το οτι ενα ανθισμενο δεντρο μας παρα-στεκει, ουτως ωστε εμεις να μπορουμε να στεκουμε στο απεναντι του, τοτε προπαντων και επιτελους πρεπει το ανθισμενο δεντρο να μην το αφησουμε να πεσει αλλα, για μια φορα, να το αφησουμε να στεκει εκει που στεκει. Γιατι λεμε "για μια φορα"; Διοτι μεχρι τωρα η νοηση ποτε δεν το αφησε να στεκει εκει που στεκει.


>Αυτα τα πρωτοδιαβασα πριν απο καπου σαραντα χρονια. Εκεινο τον καιρο, ενα απογευμα στο ινστιτουτο που εκανα την ψυχαναλυτικη μου εκπαιδευση, στη διαρκεια ενος σεμιναριου, καθομουν απεναντι απο το παραθυρο. Απεξω εβλεπες ενα δεντρο, ισως μια φλαμουρια, αν θυμαμαι καλα. Αυτο που θυμαμαι, ειναι εκεινη την στιγμη μια συγκινηση να πλημμυριζει το σωμα μου, μια θερμη που ζεσταινε και συναμα πονουσε, μια αποφαση που αναδυονταν απο τα βαθη της καρδιας μου, και θυμαμαι ακομη να λεω στον εαυτο μου: "Οχι, αυτο το δεντρο δεν θα το αφησω να πεσει."
pdf

''Για τελευταια φορα ψυχολογια.'' (Paul Celan: ''Φρανκφουρτη, Σεπτεμβριος'')

Ambrosius Bosschaert the Elder, Flower Still Life
Ambrosius Bosschaert the Elder, Flower Still Life

[Ομιλια στην Στρογγυλη Τραπεζα "Η ψυχολογικη διασταση του ποιητικου λογου" στο αμφιθεατρο Δρακοπουλου, Αθηνα, Μαϊος 2012]

Το βιντεο [Η ομιλια μου στο διαστημα 20.10-37.50. Καλη ακουστικη μετα  το 20.44]

Σκεφτομαι το θεμα της σημερινης μας εκδηλωσης: "Η ψυχολογικη διασταση του ποιητικου λογου". Η διατυπωση μου γεννα ερωτηματα. Εχει ο ποιητικος λογος διαστασεις; Οπου μια απο αυτες θα ηταν η ψυχολογια; Τοτε η ψυχολογια θα ηταν διασταση του, οπως π.χ. το υψος ειναι διασταση του χωρου. Και πως το διανοουμαστε καν να μιλουμε για ψυχολογικη διασταση; Δεν θα διανοουμασταν να πουμε π.χ. "η φυσικοχημικη διασταση του ποιητικου λογου", καθως ενας τετοιος τιτλος δεν θα ειχε νοημα, τουλαχιστον οχι περισσοτερο απο οτι εχει η συσχετιση μιας πεταλουδας που πεταριζει στο Λονδινο με εναν τυφωνα που ξεσπαει στην Κινα. Το "Η ψυχολογικη διασταση του ποιητικου λογου" δεν μας προκαλει την ιδια εντυπωση. Εχει νοημα. Σε τι διαφερει η ψυχολογια απο τη φυσικοχημεια; Γιατι η ψυχολογια μπορει να ειναι διασταση του ποιητικου λογου;
Η απαντηση θα μπορουσε να ειναι: Ο ανθρωπος ειναι ενα ον με "ψυχη", δηλαδη με εναν εσωτερικο, ψυχικο κοσμο, και η οποια συμπεριφορα του συνιστα εκφραση, εξωτερικευση του ψυχισμου του. Η ψυχολογια λοιπον δεν ειναι μια επιστημη μεταξυ αλλων, αλλα η θεμελιακη επιστημη για την ερευνα, την ερμηνεια και, οπου χρειαζεται, τη θεραπευτικη αγωγη της ανθρωπινης συμπεριφορας - και ως ανθρωπινη συμπεριφορα νοειται βεβαια και η ποιητικη συγγραφη. Ο καμβας, επανω στον οποιο συντιθεται ενα ποιημα, ειναι φτιαγμενος, μεταξυ αλλων, απο ψυχολογια. Απο την ψυχολογια του ποιητη.
Μια τετοια, η περιπου τετοια θεωρηση για την απανταχου παρουσια της ψυχολογιας ξεκινα απο αντιληψεις που κυριαρχησαν σε μεγαλο βαθμο απο τον 18ο μεχρι το πρωτο μισο του 20ου αιωνα. Στη φιλοσοφια καταχωρηθηκαν με τον ορο "ψυχολογισμος". Η σχετικη συζητηση ατονησε με την εμφανιση ενος ριζικα αλλιως δομημενου κοσμου και ενος αλλου τυπου ανθρωπου. Στη συγχρονη εποχη η αξιωση της ψυχολογιας για εκεινη την καθολικοτητα εχει σιγασει.

Σημερα θα μιλησω για ενα ποιημα του Paul Celan, γερμανοεβραιου ποιητη ρουμανικης καταγωγης, που εζησε 1920 με 1970. Γραφηκε τον Σεπτεμβριο του 1965 και εχει τον τιτλο "Φρανκφουρτη, Σεπτεμβριος". Ειναι το δευτερο απο τη συλλογη "Fadensonnen" ["Νηματινοι ηλιοι"]. Στο ποιημα υπαρχει η φραση "Για τελευταια / φορα ψυχο- / λογια!".

ΦΡΑΝΚΦΟΥΡΤΗ, ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ

Τυφλο, φωτο-
γενειοφορο διαχωριστικο.
Ενα ονειρο σκαθαριου
το καταφωτιζει.

Απο πισω, θρηνοπλεκτο,
το μετωπο του Freud ανοιγει,

το εξω
επιμονα αποσιωπημενο δακρυ
ξεσπα με τη φραση:
"Για τελευταια
φορα ψυχο-
λογια."

Η ιμιτασιον
καργας
προγευματιζει.

Ο ηχος της λαρυγγικης αποφραξης
αδει.

Ο Celan λεει σε μια ομιλια του: "Ομως το ποιημα μιλα βεβαια! (...) μιλα παντα μονο για δικη του, ολοδικη του υποθεση." Τουτο θα σημαινε οτι το ποιημα, οπως το εννοει, δεν ειναι υποθεση αλλου, π.χ. της ψυχολογιας. Θα επιχειρησω λοιπον να το ακουσω στο πνευμα του ποιητη του, δηλαδη χωρις αλλη ψυχολογια πλεον: να το ακουσω α-ψυχολογητα. Δεν ειναι απλο διοτι, τουλαχιστον οι παλιοτερες γενιες, εχουν γαλουχηθει με την ψυχολογιστικη νοοτροπια. Το ζητουμενο λοιπον θα ηταν μια πορεια, διαμεσου μιας αποδομησης της ψυχολογικης διαστασης του ποιητικου λογου, προς τον ιδιο τον αδιαστατο ποιητικο λογο. Χωρις αλλη ψυχολογια, παρα το οτι στο ποιημα ο Freud αναφερεται ρητα, παρα το οτι ο Celan, δραπετης απο ναζιστικο στρατοπεδο συγκεντρωσεως, στο οποιο πεθαναν οι γονεις του, ταλανιζονταν απο τυψεις που τους εγκατελειψε, υπεφερε απο παρανοϊκη ψυχωση, αυτοκτονησε πεφτοντας στον Σηκουανα.

Στο προηγουμενο παραθεμα που ξεκινα "Ομως το ποιημα μιλα βεβαια!", υπερπηδησα μια φραση, που φερνω τωρα: "Παραμενει επιμνημον των δεδομενων του." Ποια ειναι τα δεδομενα, των οποιων επιμνημον μενει το "Φρανκφουρτη, Σεπτεμβριος"; Φιλολογοι και φιλοσοφοι που ασχοληθηκαν με το ποιημα, τα αναζητησαν, και αναφερουν τα εξης:
"ΦΡΑΝΚΦΟΥΡΤΗ, ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ". Ενδεχομενως εννοειται η μεγαλη εκθεση βιβλιου στη Φρανκφουρτη, που γινεται καθε Οκτωβριο. Το ποιημα γραφηκε εναν μηνα νωριτερα. Η αναφορα στην εκθεση μοιαζει να υποδηλωνεται και απο το "διαχωριστικο" που αναφερεται στον 2ο στιχο.
Ο τιτλος συντιθεται απο τον ονομα μιας πολης και ενος μηνα. Αναλογα δομημενος τιτλος υπαρχει σ' ενα προηγουμενο ποιημα του Celan, "Τυβιγγη, Γεναρης" [Tübingen, Jänner]. Μαλιστα εδω για πρωτη φορα συναντουμε μια λεξη συγγενικη με το "φωτογενειοφορο", σε αναφορα με τον Hölderlin: "Αν ερχοταν, / αν ερχοταν ενας ανθρωπος, / αν ερχοταν ενας ανθρωπος στον κοσμο με το φωτογενειο των πατριαρχων ..."
Το "ονειρο σκαθαριου". Με αυτον τον τιτλο αναφερεται ενα ονειρο στην "Ερμηνεια των ονειρων" του Freud. Τη δεκαετια του '60 ο Celan διαβασε πολλα βιβλια του. Εμμεσες αναφορες στον Freud υπαρχουν και σε αλλα ποιηματα. Το "Το ονειρο του σκαθαριου" ειναι το εξης: "[μια γυναικα] Σκεφτεται οτι εχει δυο σκαθαρια σ' ενα κουτι στα οποια πρεπει να δωσει την ελευθερια τους, γιατι διαφορετικα θα σκασουν. Ανοιγει το κουτι, τα σκαθαρια ειναι τελειως αδυναμα• το ενα πετα εξω απο το ανοιχτο παραθυρο, ομως το αλλο συνθλιβεται απ' το παραθυροφυλλο καθως αυτη κλεινει το παραθυρο, οπως καποιος της ζηταει να κανει (εκφρασεις φρικης)."
Ενα ονειρο σκαθαριου υπαρχει και στο διηγημα του Kafka, "Προετοιμασιες ενος γαμου στην επαρχια" ["Hochzeitsvorbereitungen auf dem Lande"]: "Γιατι εγω, εγω στο μεταξυ ειμαι ξαπλωμενος στο κρεβατι μου, ολοτελα σκεπασμενος με καφεκιτρινη κουβερτα, εκτεθειμενος στον αερα που φυσα απο το μισανοιγμενο παραθυρο. (...) ακομα ονειρευομαι. (...) Καθως ειμαι ξαπλωμενος στο κρεβατι εχω τη μορφη ενος μεγαλου σκαθαριου, μου φαινεται ενος μαυρου η ενος χρυσοκανθαρου."
Κι ακομα ενα παιδικο τραγουδι που πρεπει να γνωριζε ο Celan: "Πετα, σκαθαρι! / Ο μπαμπας ειναι στον πολεμο. / Η μαμα στην Πομμερανια*. / Κι η Πομμερανια εγινε σταχτη. / Πετα, σκαθαρι!" [*Περιοχη που καλυπτε μερη της βορειας Γερμανιας-Πολωνιας]
Η φραση "Για τελευταια φορα ψυχολογια" ειναι μια σημειωση απο τα καταλοιπα του Kafka. Η σημειωση ειναι αυτοτελης, χωρις συμφραζομενα, και μαλιστα στο χειρογραφο ειναι διαγραμμενη. Υπαρχει παντα στους λεγομενους "Αφορισμους", καταχωρημενη υπο τον αριθμο 93.
Ο Kafka παραμενει εντονα παρων και στη συνεχεια του ποιηματος. Καταρχην στο ονομα της καργας, καθως στα τσεχικα η "καργα" λεγεται "kafka" - λογος για τον πατερα του να την χρησιμοποιησει στο οικογενειακο εμβλημα.
Ο Kafka, στην τελευταια φαση της φυματιωσης του, προσβληθηκε στον λαρυγγα, ο οποιος στο τελος αποφραχθηκε. Δεν μπορουσε ουτε να φαει ουτε να μιλησει. Αυτο ενδεχομενως ανακαλει ο "ηχος της λαρυγγικης αποφραξης". Eιναι ενας ηχος οπως στην αμερικανικη εκφραση για το 'οχι': uh-uh.

Αυτα θα ηταν εν συντομια τα κυριοτερα δεδομενα του ποιηματος. Επαναλαμβανω τη φραση του Celan: "[το ποιημα] Παραμενει επιμνημον των δεδομενων του". Η φραση δεν τελειωνει εδω. Ακολουθει μια παυλα, και οι λεξεις "- ομως μιλα". Το εμφατικο "ομως μιλα" δεν μας επιτρεπει να εκλαβουμε το ποιημα, το μιλημα του ποιηματος, ως αφηγηση των δεδομενων του. Το ποιημα μιλα, ακουσαμε, "παντα μονο για δικη του, ολοδικη του υποθεση." Δεν μιλα ουτε για υποθεση της ψυχολογιας, οπως ειπωθηκε προηγουμενως, ομως, βλεπουμε τωρα, ουτε και για υποθεση της ιστοριας ενος ανθρωπου. Celan: "Η γνησια ποιηση ειναι αντιβιογραφικη. Η πατριδα του ποιητη ειναι το ποιημα του, αλλαζει απο το ενα ποιημα στο αλλο." Και ακομη: "Το παρον του ποιηματος ειναι - κι αυτο δεν <εχει να κανει> με βιογραφικα δεδομενα, το ποιημα ειναι γραφη ζωης - το παρον του ποιηματος ειναι το παρον ενος προσωπου [...]" "Γραφη ζωης". Η γενικη "ζωης" δεν ειναι λοιπον γενικη αντικειμενικη, δεν προκειται δηλαδη για καταγραφη μιας ζωης, αλλα γενικη υποκειμενικη: Η γραφη ως φαινομενο της ζωης, η γραφη ως διαγωγη μιας ζωης.

Πως μιλα λοιπον το "Φρανκφουρτη, Σεπτεμβριος"; Διαβαζω τις δυο πρωτες αραδες: "Τυφλο, φωτο- / γενειοφορο διαχωριστικο." Ενας μελετητης γραφει: "Ενα διαχωριστικο 'τυφλο', δηλ. ενα αδιαφανες παραπετασμα απο γαλακτουχο γυαλι, που τα σχεδια του, λωριδες η κυματισμοι, φεγγουν λευκα και 'φωτεινα' σαν βοστρυχοι γενειαδας." Αλλου παλι διαβαζουμε: "Αυτο το διαχωριστικο, οντας κατι που ενισχυει διαφορα ειδη τυφλοτητας με την εννοια συζητησεων με ορους επιλεκτικους, που αποκλειουν [ψυχαναλυση, πνευμα, σωμα], χαρακτηριζεται απο το 'φωτο-/γενειο'. Το φωτογενειο αναφερεται μετωνυμικα σε ενα ειδος ομιλιας, τον logos lux. Η ιδιαιτερη γενειαδα που τρεμολαμπει σ' αυτην την αραδα παραπεμπει στη φροϋδικη ψυχαναλυση."
Αυτες, και πολλες παρομοιες, ειναι ερμηνειες του 'δηλαδη'. Μας εξηγουν τι λεει ο ποιητης. Αντικαθιστουν καθε φορα μια φραση του ποιηματος με μιαν αλλη. Αν ηταν ετσι, δεν θα επροκειτο για ενα κακο ποιημα; Γιατι ο ποιητης να μας τα λεει με τοσες περικοκλαδες, οταν θα μπορουσε να μας τα πει κατευθειαν;
Αν δεν προκειται για κακο ποιημα, τοτε η φραση "Τυφλο, φωτο- / γενειοφορο διαχωριστικο" δεν ειναι αντικαταστασιμη. Δεν ανεχεται κανενα ερμηνευτικο 'δηλαδη'. Εδω σκεφτομαι μια σημειωση του Ludwig Wittgenstein: "Μιλουμε για την κατανοηση μιας προτασης με την εννοια με την οποια μπορει ν' αντικατασταθει απο μιαν αλλη που λεει το ιδιο. Αλλα και με την εννοια με την οποια δεν μπορει ν' αντικατασταθει απο καμια αλλη. (...) / Στην πρωτη περιπτωση ειναι η σκεψη μιας προτασης που ειναι κοινη για πολλες προτασεις• στην αλλη κατι που μονο αυτες οι λεξεις, σ' αυτες τις θεσεις, εκφραζουν. (Κατανοηση ενος ποιηματος)."

"Τυφλο, φωτο- / γενειοφορο διαχωριστικο." Ο λογος ειναι για ενα διαχωριστικο. Ακουμε τη λεξη και φερνουμε εμπρος στο βλεμμα μας ενα καποιο πραγμα, ενα διαχωριστικο, π.χ. οπως αυτα που στηνονται στις εκθεσεις. Ομως οι προσδιορισμοι του μας τα χαλανε: "τυφλο, φωτογενειοφορο". Δεν υπαρχει κανενα διαχωριστικο μ' αυτα τα χαρακτηριστικα. Ερμηνειες οπως η προηγουμενη επιδιωκουν παρολαυτα μια παρασταση του. Ετσι αναγκαστικα το βιαζουν, καθως ενα "τυφλο, φωτο- / γενειοφορο διαχωριστικο" δεν ειναι παραστασιμο.
Ισως να μην εχουν αλλο τροπο. Διοτι πολλες φορες μια ερμηνεια, και τουτο αφορα και την ψυχοθεραπεια, ειναι η μεταλλαξη των λεγομενων σε μια παραστατικη αφηγηση, οπως π.χ. συμβαινει σε μια κλασσικη ερμηνεια ενος ονειρου, οπου το αλαλουμ του φανερου ονειρου αντικαθισταται απο μια ιστορια με αρχη, μεση και τελος, το λεγομενο "λανθανον ονειρο".
Η παραστατικοτητα ειναι ο κυριαρχος τροπος σκεψης των νεωτερων χρονων. Ο λατινικος ορος για αυτο που αποκαλουμε "παρασταση" ειναι perceptio. Συγγενευει με το ρημα percapere που σημαινει αδραχνω, αρπαζω, συλλαμβανω. Εκεινος που θελει να κατανοει τα λεγομενα, δηλαδη να τα συλλαμβανει, δηλαδη να τα εγκλειει σε μια παρασταση, ειτε κατασκευαζοντας μια εικονα τους, ειτε εντασσοντας τα σε ενα μοντελο, εχει τη μορφη του αρπαχτικου. Η πραξη της κατανοησης ειναι πραξη βιας και βιασμος. Τουτο το αρπαχτικο το συναντουμε στον εαυτο μας, στους αλλους, στις σχεσεις μας, στα λογια μας και στα εργα μας. Σ' αυτον τον πνιγηρο κοσμο το ποιημα, που "μιλα παντα μονο για δικη του, ολοδικη του υποθεση", ειναι για τον Celan "διαλειμμα ανασας" .
Το ποιημα, ειδαμε, δεν μιλα για υποθεση της ψυχολογιας, δεν μιλα για υποθεση της βιογραφιας. Δεν μιλα για υποθεση καμιας κατανοουσας παραστασης, ουτε ψυχολογικης, ουτε ιστορικης, ουτε οποιας αλλης. Τωρα θα μπορουσε να ειναι καθαροτερο, με ποιον τροπο για τον Celan το ποιημα δεν αντικαθισταται με προτασεις που θα επεδιωκαν μια συλληψη, μια κατανοηση, μια ερμηνεια του.

Το ποιημα παραμενει στο δικο του, ολοδικο του παρον. "Το παρον του ποιηματος ειναι (...) το παρον ενος προσωπου", ακουσαμε. Αυτο το παρον δεν λογοδοτει για κανενα παρελθον και δεν προσβλεπει σε κανενα μελλον. Αυτο το παρον ειναι σημαδεμενο περα για περα απο παροδικοτητα. "(...) κωπηλατεις / μες απο τα καναλια, τις λιμνοθαλασσες και τις διωρυγες, / στο φεγγος της λεξης, / στην πλωρη κανενα γιατι, στην πρυμνη κανενα για που" . Η εδω εννοουμενη παροδικοτητα δεν ειναι στερητικη, δεν ειναι ελλειψη μονιμοτητας. "Η πατριδα του ποιητη ειναι το ποιημα του", ακουσαμε ακομη. Το παρον του ποιηματος, η παροδικοτητα του ειναι μια πατριδα, ειναι, οπως η πατριδα, τοπος κατοικησης. Το παρον του ποιηματος, η παροδικοτητα του ειναι μια ανασα, ειναι, οπως η ανασα, τοπος κατοικησης.
Ο ποιητης κατοικει την παροδικοτητα του ποιηματος του. Την κατοικει "στο φεγγος της λεξης". Το οτι η ποιητικη φραση δεν αντικαθισταται απο αλλη, ειναι σημαδι της παροδικοτητας της. Διοτι η αντικατασταση της απο μια αλλη θα σημαινε και τη δυνατοτητα της γενικευσης της. Και η χρονικοτητα της γενικευσης ειναι αυτη της εμμονης στην ακαμψια της σταθεροτητας και της μονιμοτητας. Ο χρονος της παροδικοτητας ειναι ενα, οχι στιγμιαιο αλλα ατελειωτο, απεριοριστο, φιλοξενο, παμφιλο τωρα. Θα μπορουσε να ειναι ο παλμος αυτου που ο Celan καποτε ονομαζει "καρδια".

Ας ακουσουμε το ποιημα και παλι:
ΦΡΑΝΚΦΟΥΡΤΗ, ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ

Τυφλο, φωτο-
γενειοφορο διαχωριστικο.
Ενα ονειρο σκαθαριου
το καταφωτιζει.

Απο πισω, θρηνοπλεκτο,
το μετωπο του Freud ανοιγει,

το εξω
επιμονα αποσιωπημενο δακρυ
ξεσπα με τη φραση:
"Για τελευταια
φορα ψυχο-
λογια."

Η ιμιτασιον
καργας
προγευματιζει.

Ο ηχος της λαρυγγικης αποφραξης
αδει.

Το ποιημα απαρτιζουν αποκλειστικα κυριες προτασεις. Δεν σχετιζονται μεταξυ τους με χρονικους, αναφορικους, αιτιολογικους προσδιορισμους. "κανενα γιατι (...) κανενα για που", ακουσαμε. Απλα παρατασσονται η μια διπλα στην αλλη. Αυτον τον τροπο γραφης και ομιλιας τον διεκρινε ο γερμανος ομηρικος ερευνητης Friedrich Wilhelm von Thiersch και τον χαρακτηριζει ως εξης: "(...) μια σκεψη μοιαζει να ακολουθει την αλλη, (...) και ολες τους τοποθετουνται σε μια σειρα με τη βοηθεια των πλεον απλων συνδεσμων των γλωσσων, του κ α ι, ο μ ω ς και παρομοιων, του τε, και, μεν, δε κ.α. Μολις τελειωσει η μια, ξεκινα η αλλη διχως να την αγγιζει (...). Αυτην την α κ ο λ ο υ θ ι α θα την ονομασουμε π α ρ α τ α ξ η." Στον τροπο της παραταξης μιλα αυτος, "του οποιου η αυτοσυνειδηση και η σκεψη δεν εχουν ακομη αναπτυχθει." Ετσι "σ' αυτην την α κ ο λ ο υ θ ι α μιλα το παιδι, οπως κι ο ανθρωπος σε πρωτογονη κατασταση
· παρομοια κι αυτος που συγγενευει μαζι του, ο ανθρωπος της Ανατολης, και συχνα επισης ο επικος ποιητης."
Κατα τον Thiersch η "σ υ ν τ α ξ η" αντιθετα ερχεται σε ενα ανωτερο σταδιο εξελιξης, οταν "το ανθρωπινο πνευμα αρχιζει να διεισδυει στην πλοκη και στη συναρμοση του λογου κρινοντας και ταξινομωντας (...), οπου οι προτασεις (...) που παρουσιαζονται η μια διπλα στην αλλη, η μετα την αλλη βρισκονται σε μια σχεση, η σε μια αναφορα ετσι ωστε η μια εμφανιζεται ε π ε ι δ η, η ο τ α ν η αλλη προηγηθηκε, την προϋποθετει, την συμπληρωνει, την καθοριζει, αναφερεται σ' αυτην και γι' αυτο ειναι, χωρις αυτην, αδιανοητη και ακατανοητη."
Οπου κρινουμε και ταξινομουμε, δηλαδη σχεδον παντου και παντα, οπου συνυφαινουμε τη ζωη μας με τα επειδη και τα οταν, που θα πει οπου εχουμε υιοθετησει τη συνταξη ως τροπο λογου και ζωης, το αναμεσο της παραθεσης φανταζει ως ελλειψη, ως ενα κενο που επιβαλλεται να γεφυρωθει. Ετσι γραφει ο Freud στο κειμενο με τον τιτλο "Το ασυνειδητο":
"[Η υποθεση του ασυνειδητου] ειναι αναγκαια γιατι τα δεδομενα της συνειδησης εχουν σε μεγαλο βαθμο κενα
· (...) Η πλεον προσωπικη καθημερινη μας εμπειρια, μας γνωστοποιει ιδεες, την προελευση των οποιων δεν γνωριζουμε, και συμπερασματα σκεψεων, η διεργασια των οποιων μας εχει μεινει κρυφη. Ολες αυτες οι συνειδητες ενεργειες θα εμεναν ασυνδετες και ακατανοητες αν επιμενουμε στην αξιωση να πρεπει να γνωριζουμε με τη συνειδηση οσες ψυχικες ενεργειες συμβαινουν μεσα μας. Τις εντασσουμε σε μια καταδειξιμη συσχετιση οταν συμπεριλαμβανουμε τις ασυνειδητες ενεργειες που αποκαλυφτηκαν. Ομως κερδος σε νοημα και συσχετιση ειναι ολοτελα δικαιολογημενο κινητρο, το οποιο μπορει να μας οδηγησει περαν της αμεσης εμπειριας."

Η παραταξη, ειναι ενας αλλος τροπος ζωης. Ο γερμανος λογοτεχνης Peter Handke, στο "Δοκιμιο για την κοπωση", μιλα για αυτην τη ζωη και φερνει το παραδειγμα μιας ολλανδικής νεκρής φύσης [βλ. εικονα]: "Εκείνες τις νεκρές φύσεις με τα λουλούδια από τον δέκατο έβδομο αιώνα, κατά κανόνα από τις Κάτω Χώρες, όπου στα άνθη κάθεται, σαν να 'ταν αληθινό, εδώ ένα ζουζούνι, εδώ ένα σαλιγκάρι, εκεί μια μέλισσα, εκεί μια πεταλούδα και, παρόλο που κανένα ίσως δεν έχει ιδέα για την παρουσία του άλλου, προς στιγμή, στη δική μου στιγμή, όλα γειτονεύουν μεταξύ τους."


Η ριζικη μοναδικοτητα του ποιηματος, το αμετοχο του σε καθε ψυχολογικη, βιογραφικη, η αλλη παραστατικη αναφορα δεν ειναι και μοναχικοτητα. Στο ποιημα ΤΟΣΑ ΑΣΤΡΑ λεει: "(...) και καποτε, οταν / μονο το τιποτα εστεκε μεταξυ μας, βρισκαμε / ο ενας τον αλλο ολοτελα." Το ποιητικο συνειναι επιτελει ενα μαξιμουμ συνυπαρξης με ενα μινιμουμ συσχετισης. Απο τι ειναι φτιαγμενο το συν- αυτης της συνυπαρξης; Διαβαζω απο το ποιημα ΕΙΝ' ΟΛΑ ΑΛΛΙΩΤΙΚΑ: "Ελαφρα / ανοιξε η αγκαλια σου, σιγαλο / ενα χνωτο / υψωθηκε στον αιθερα, / κι αυτο που συννεφωσε δεν ηταν, / δεν ηταν μορφη κι απ’ το μερος μας / δεν ηταν / σχεδον σαν ονομα;"
Ο Martin Heidegger σε μια ομιλια του ξεκινα απο το ποιημα του Stefan George "Das Wort" ("Η λεξη"). Η ομιλια εστιαζει στον τελευταιο στιχο: "Πραγμα κανενα δεν ειναι οπου λειπει η λεξη." Για τον Heidegger η λεξη πρωτα δινει, χαριζει παρουσια, παρεχει στην παρουσια μια στεγη. "Η γλωσσα ειναι ο οικος του Ειναι", λεει μια συχνα παρατιθεμενη αποστροφη του. Ο Celan, που ειχε διαβασει Heidegger, και τον γνωριζε προσωπικα, απαντωντας ενδεχομενως σ' αυτο, γραφει σε ενα ποιημα: "Καμια λεξη, κανενα πραγμα / και των δυο τους το μοναδικο ονομα".

Μας ειναι ανοικειο να ακουμε χωρις να προσφευγουμε σε μια κατανοουσα παρασταση των λεγομενων. Ισως ηταν ανοικειο απο ανεκαθεν. Ο Ξενοφανης γραφει "Ομως αν τα βοδια και τ' αλογα και τα λιονταρια ειχανε χερια και ζωγραφιζαν και εκτελουσαν εργα οπως οι ανθρωποι, τα αλογα θα ζωγραφιζαν τις εικονες των θεων ομοιες με αλογα και τα βοδια ομοιες με βοδια, και θα εκαναν τα σωματα τους ετσι οπως ειναι η μορφη του καθενα τους." Καποτε σε μια ωρα ψυχαναλυσης ενας ελβετος αντρας μου ανεφερε ενα ονειρο οπου αυτος ειχε μορφη πιθηκου, ηταν σκαρφαλωμενος σ' ενα κλαδι και εκλαιγε. Δεν υπαρχει καμια εικονα που να ανταποκρινεται σ' αυτα τα λογια, χωρις να ασκησει βια επανω τους. Θα ηταν δυνατο να ακουσουμε αυτο το ονειρο χωρις να το βαλουμε στην προκρουστεια κλινη μιας παραστασης; Να το ακουμε διχως να το παρασταινουμε; Διχως να το καταλαβαινουμε; Να μενουμε στις ακουομενες λεξεις; Στον πλουτο των ακουομενων λεξεων;
Οσο περισσοτερο η λεξη μενει στην "ολοδικη της υποθεση", οσο λιγοτερο τιθεται στην υπηρεσια ενος αλλου, τοσο περισσοτερο λαμπει η ιδια. Ακουσαμε: "(...) κωπηλατεις / στο φεγγος της λεξης". Ανατρεχω και παλι στον Wittgenstein: "Καθε λεξη - ετσι θα 'λεγε κανεις - μπορει μεν σε διαφορετικες συσχετισεις να εχει και διαφορετικο χαρακτηρα, ομως παντα οντως εχει εναν χαρακτηρα - ενα προσωπο. Οντως μας κοιταζει. (...)"

Ισως ενα τετοιο ακουσμα, ενα ακουσμα που συμβαινει για ολοδικη του υποθεση, να χρειαζεται μια ιδιαζουσα προσοχη, μια προσοχη την οποια ο Celan καποτε, παραθετοντας τον Malebranche, χαρακτηρισε ως τη "φυσικη προσευχη της ψυχης" . Αυτη η προσοχη ειναι αλλη απο την επιστημονικη ακριβεια. Η ακριβεια επιδιωκει τη βεβαιοτητα. Η βεβαιοτητα ειναι υποθεση του επιστημονα. Αφορα αυτον. Ικανοποιει τη δικη του επιδιωξη, που ειναι η μονοσημαντοτητα, η υπολογισιμοτητα, η προβλεψιμοτητα, το ελεγξιμο και το επαληθευσιμο των προτασεων του. Η προσοχη δεν ειναι υποθεση του προσεχοντος. Ειναι δοσμενη σ’ αυτο το οποιο προσεχει. Η προσοχη ειναι ανιδιοτελης. Γι’ αυτο μπορει, σε αντιθεση με την ακριβεια, να ειναι ευλαβικη. Να αναλωνεται στο απεναντι.
Η προσοχη στη λεξη απαιτει να δωσει κανεις χρονο στην εκφορα της. Ο ιδιος ο Celan το ζηταει. Το "Φρανκφουρτη, Σεπτεμβριος" δεν υπαρχει σε δικη του απαγγελια. Θα τον ακουσουμε σε ενα αλλο ποιημα απο την ιδια συλλογη. Στην απαγγελια, ακομα και μη γνωριζοντας τη γλωσσα, μπορουμε ισως να αντιληφθουμε πως καθε λεξη λεγεται και εννοειται για ολοδικη της υποθεση. Πως καθε λεξη γινεται τοπος κατοικησης:


FADENSONNEN
über der grauschwarzen Ödnis.
Ein baum-
hoher Gedanke
greift sich den Lichtton: es sind
noch Lieder zu singen jenseits
der Menschen.
ΝΗΜΑΤΙΝΟΙ ΗΛΙΟΙ
πανω απο τη γκριζομαυρη ερημια.
Ενας δεντρο-
ϋψης λογισμος
αδραχνεται στον φωτοηχο: εχει
ακομα τραγουδια να ειπωθουν περαν
των ανθρωπων.

Ας επιχειρησουμε λοιπον να ακουσουμε και παλι το "Φρανκφουρτη, Σεπτεμβριος", τωρα κατα το δυνατον παραμενοντας σε ενα αψυχολογητο, ανιστορητο, ανεικονιστο, παρατακτικο, αμιγες ακουσμα:
FRANKFURT, SEPTEMBER

ΦΡΑΝΚΦΟΥΡΤΗ, ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ

Τυφλο, φωτο-
γενειοφορο διαχωριστικο.
Ενα ονειρο σκαθαριου
το καταφωτιζει.

Απο πισω, θρηνοπλεκτο,
το μετωπο του Freud ανοιγει,

το εξω
επιμονα αποσιωπημενο δακρυ
ξεσπα με τη φραση:
"Για τελευταια
φορα ψυχο-
λογια."

Η ιμιτασιον
καργας
προγευματιζει.

Ο ηχος της λαρυγγικης αποφραξης
αδει.
pdf

Σκιες και Faces


Video



Περίληψη


Υπολογιστές και ίντερνετ δεν είναι απλώς μέσα επικοινωνίας. Αλλάζουν αποφασιστικά την ίδια την επικοινωνία και τους επικοινωνούντες. Τους προσαρμόζουν στα μέτρα τους. Μεταβάλλουν την εικόνα του κόσμου και του εαυτού μας, τις σχέσεις μας. Σε μια μεγάλη μερίδα του πληθυσμού η δυνατότητα της κοινωνικής δικτύωσης ασκεί μια γοητεία ακατανίκητη. Τα κοινωνικά δίκτυα προάγουν μια ύπαρξη ελεύθερη από δεσμεύσεις σε τόπο, χρόνο, ταυτότητα, παράδοση, ήθη και έθιμα. Το πρόσωπο μεταλλάσσεται σε face (πρβ. Facebook).
To face είναι πέρα για πέρα αυτό που δηλώνει. Του λείπει η αύρα, η ατμόσφαιρα, η γεύση και η οσμή - του λείπει το φόντο μιας σκιάς που το μυθοποιεί, το κάνει πρόσφορο στον έρωτα, την εχθρότητα, τη φιλία. Το face είναι μοναχικό και αδέσμευτο. Δεν είναι σε θέση να συνάπτει σχέσεις. Μια σχέση, από την ίδια τη λέξη της, χαρακτηρίζεται από ιδιότητες όπως του έχω, συνέχω, κατέχω, προσέχω. Το face είναι υπερβολικά αδέσμευτο, αποσπασματικό, συγκεντρωμένο στο Εγώ του. Η επικοινωνία του είναι διάδραση. Της λείπει η ιστορία, η συνέχεια, η αφηγηματικότητα μιας σχέσης. Το face δεν διαβάζει κείμενα αλλά hyper-texts και δικτυώνεται σε υπερ-σχέσεις.
Η έλλειψη σκιών (αύρα, ατμόσφαιρα, γεύση, οσμή), μαζί με τη διαθεσιμότητα μιας απέραντης δικτύωσης, προσδίδει στο face μια ελευθερία χωρίς όρια, που φτάνει έως την ελευθεριότητα. Παθολογίες όπως το "σύνδρομο διάσπασης προσοχής και υπερκινητικότητας", φαινόμενα βίας όπως η "κυβερνητική κακοποίηση", ένας τρόπος ύπαρξης μονοδιάστατος και αυτιστικός συνοδεύουν ανθρώπους, το πρόσωπο των οποίων παραμορφώνεται σε face.
Και πάλι απέναντι σ' αυτόν τον χείμαρρο της δικτύωσης που πλανά, αποπλανά και συμπαρασέρνει τα πάντα στο ρεύμα του δεν υπάρχει άλλη δυνατότητα. Δεν κερδίζεται τίποτα ούτε με την αντίσταση ούτε με την προσφυγή στα παλιά. Ο εικονικός κόσμος είναι μαγευτικός και συνάμα ολέθριος. Μαζί με την αναπόφευκτη αποδοχή του παραμένει ζητούμενο μια άνεση απέναντι στην αξίωση του να μονοπωλήσει τον κόσμο.
 

Σκιες και Faces 1

Ο Marshall McLuhan, ο πρωτοπορος θεωρητικος των ηλεκτρονικων μεσων επικοινωνιας, στις ομιλιες του ανεφερε καποιες φορες το εξης ανεκδοτο:
"Δυο Ινδιανοι Ναβαχο συζητανε με σηματα καπνου διαμεσου μιας κοιλαδας στην Αριζονα. Την ωρα που τα λενε μ' αυτον τον τροπο, η επιτροπη ατομικης ενεργειας προχωρει σε μια ατομικη εκρηξη. Οταν το μανιταρι εχει διαλυθει, ο ενας Ινδιανος στελνει στον αλλο ενα σημα καπνου που λεει: "Πω! Πω! Νεαρε, θα 'θελα να το 'χα πει εγω αυτο!"

Ο Ινδιανος ειναι πολυ εντυπωσιασμενος. Το μανιταρι ειναι εκπληκτικο. Ειναι και ολεθριο, ομως αυτο δεν το γνωριζει ακομη. Πλαναται. Η πλανη ειναι πλανα, μαγευει και σαγηνευει, και "η τραγωδια περιμενει αναποτρεπτη στο τελος", οπως ειπε καποτε ο Σεφερης.2

Υπολογιστες και ιντερνετ, στις απαρχες τους, πριν γινουν αυτονοητα, προκαλεσαν εναν θαυμασμο αντιστοιχο μ' αυτον του Ινδιανου στη θεα του μανιταριου. Καπου 15 χρονια νωριτερα απο τον McLuhan ο γερμανος φιλοσοφος Martin Heidegger εκανε μια ομιλια με τιτλο "Το πραγμα". Στην ομιλια επισης γινεται λογος για την ατομικη βομβα. Εκεινα τα χρονια, αρχες της δεκαετιας του '50, ο Heidegger μιλαει για αεροπλανα, ραδιοφωνο και τηλεοραση. Ομως αυτα που λεει θα μπορουσαν κατα μειζονα λογο να αφορουν και τη σημερινη εποχη του ιντερνετ και των κοινωνικων δικτυων. Κατα τον Heidegger η νεα τεχνολογια και οι συγχρονες μορφες επικοινωνιας συνεπαγονται μια συρρικνωση των αποστασεων, χωρις ομως αυτη η συρρικνωση να οδηγει σε εγγυτητα. Προκυπτει ενα πεδιο οπου τα πραγματα δεν ειναι ουτε κοντα ουτε μακρια, δηλαδη ουτε παροντα ουτε αποντα. Καθοσον ομως παρουσια και απουσια συνιστουν τους τροπους με τους οποιους τα πραγματα υπαρχουν και μας αφορουν, η καταλυση παρουσιας και απουσιας ισοδυναμει με εναν, οπως λεει, "διαμελισμο" των πραγματων, πολυ πιο ουσιαστικο και πιο θεμελιακο απο την καταστροφη που επιφερει μια ατομικη βομβα. Η ομιλια αρχιζει ως εξης:
"Ολες οι αποστασεις στον χωρο και στον χρονο συρρικνωνονται. Οπου ο ανθρωπος καποτε χρειαζονταν εβδομαδες και μηνες δρομου, σημερα με το αεροπλανο φτανει εν μια νυκτι. Ο,τι παλαιοτερα ο ανθρωπος χρειαζονταν χρονια για να το μαθει, η δεν το μαθαινε καν, σημερα το πληροφορειται αμεσως καθε ωρα απο το ραδιοφωνο. (...) Το ακρον αωτον παραμερισμου καθε δυνατοτητας μιας αποστασης επιτυγχανεται με την τηλεοπτικη συσκευη, η οποια συντομα θα υφαρπαζει και θα κατακυριαρχει ολη τη συναρμοση και τη ροη της επικοινωνιας. (...) Τι συμβαινει εδω οταν με τον παραμερισμο των αποστασεων ολα βρισκονται το ιδιο κοντα και το ιδιο μακρια; Τι ειναι αυτο το ομοιομορφο οπου τα παντα δεν ειναι ουτε κοντα ουτε μακρια, τροπον τινα διχως αποσταση; Ολα συμπαρασυρονται στην ομοιομορφια και στην ελλειψη αποστασης. Πως λοιπον; Δεν ειναι η περισυλλογη σ' εναν τοπο χωρις κοντα και χωρις μακρια ακομη πιο δεινη απο εναν διαμελισμο των παντων; Ο ανθρωπος γουρλωνει τα ματια εμπρος σ' αυτο που θα μπορουσε να επελθει με την εκρηξη της ατομικης βομβας. Ο ανθρωπος δεν βλεπει αυτο που ηδη εχει επελθει (...) Τι περιμενει αυτη η αμηχανη αγωνια οταν το αποτροπαιο εχει ηδη συμβει;"3

Το μεσο επικοινωνιας, γραφει ο Mc Luhan στην αρχη του βιβλιου του "Understanding Media", ειναι "προεκταση του εαυτου μας"4, οπως, δικο μου παραδειγμα, τα ξυλοποδαρα. Τα ξυλοποδαρα δεν προεκτεινουν απλα τα ποδια. Μεταβαλλουν και τον τροπο του βηματισμου. Το ιντερνετ, αυτο το ηλεκτρονικο ξυλοποδαρο, μεταβαλλει επισης εμας και την επικονωνια μας. Πως λοιπον παρουσιαζονται σημερα ανθρωποι και πραγματα στην ηλεκτρονικη τους δικτυωση; Πως μας σημαδευει το ιντερνετ; Ποιους ανθρωπους μας κανει; Πως μεταλλασσει τις σχεσεις μας; Η επισκοπηση καποιων χαρακτηριστικων του μπορει να μας δωσει την εικονα αυτου του μεταλλαγμενου εαυτου μας, η, οπως λεει ο Elias Aboujaoude, μια εικονα της "ηλεκτρονικης μας προσωπικοτητας" και των διαπροσωπικων μας σχεσεων - αν οι λεξεις "προσωπο" και "διαπροσωπικες σχεσεις" ειναι καν πλεον δοκιμες.

Ας εχουμε βεβαια κατα νου πως καθε φορα, σε καθε χρηστη του υπολογιστη και του ιντερνετ, η εμπλοκη στον εικονικο κοσμο ποικιλλει. Ο εικονικος κοσμος μπορει να εξυπηρετει τον πραγματικο, οπως στην επαγγελματικη προβολη, στην ενημερωση και πληροφορηση, στην αναζητηση συντροφου, η απλα στην επικοινωνια μεταξυ γνωστων και φιλων. Στην αλλη ακρη του φασματος βρισκεται εκεινη η διαδραση η οποια αρχιζει και τελειωνει στο εικονικο, οπως "φιλοι" στο facebook που ποτε δεν γνωριστηκαν, και μαλλον δεν θα γνωριστουν ποτε, ταξιδια με το google ανα τον κοσμο, παιχνιδια, εικονικο η πορνογραφικο σεξ κλπ. Σ' αυτην την ομιλια θα επιχειρησω να περιγραψω καποια χαρακτηριστικα του αμιγως εικονικου κοσμου, τα οποια σημαδευουν τον καθενα μας σε αλλοτε αλλον βαθμο. Τον καθενα μας ... Και εδω θυμαμαι τωρα μια φραση του Nietzsche: "Η ερημος μεγαλωνει. Αλοιμονο σ' αυτον που μεσα του κρυβει ερημους."

Ενα παλιο διαφημιστικο σλογκαν της Microsoft για τα Windows '95 λεει: "Where do you want to go today?" Καποτε οι ερωτησεις κρυβουν τις δικες τους παγιδες. Απαντας στην ερωτηση και, πριν το καταλαβεις, με την απαντηση σου εχεις εμπλακει στους κανονες του παιχνιδιου με τους οποιους διατυπωνεται η ερωτηση. Οταν π.χ. οι γονεις ρωτουν το παιδι τους που γυριζει απο το παρτυ "Περασες καλα;", το μαθαινουν να κρινει καταστασεις σε ορους "Περνω καλα" / "Περνω ασχημα". Ο υπολογιστης γνωριζει μονο την ερωτηση του τυπου "Τι θελεις;" και μαθαινει στον χρηστη να επικοινωνει μαζι του σε ορους εντολων, στη μορφη "Θελω να...".

"Where do you want to go today?" θα πει στην ουσια: μπορεις να πας οπου θελεις. Θα πει: σε βαθμο ασυγκριτα μεγαλυτερο απο το τηλεφωνο και την τηλεοραση, δεν εισαι δεσμευμενος απο το γεγονος οτι βρισκεσαι σε εναν ορισμενο τοπο και σε εναν ορισμενο χρονο, σε μια ορισμενη κοινωνικη συνθηκη, με τα ηθη και με τα εθιμα της πατριδας και του πολιτισμου στον οποιο μεγαλωσες, και που σε ακολουθει. Το ιντερνετ εχει εγκαταλειψει την αναφορα σε εναν πολιτισμο. Ειναι υπερ-πολιτισμικο. Ο χρηστης του δεν κατοικει κανενα σπιτι, κανεναν οικο που θα στεγαζε τα οικεια του πραγματα και θα ορθωνε εναν φρακτη απεναντι στο ανοικειο, το ξενικο. Η ερωτηση "Where do you want to go today?" απελευθερωνει τον αποδεκτη της απο καθε οικο και απο καθε διασταση οικειου / ανοικειου. Του αποτεινεται ως τουριστα, ως, οπως καθιερωνεται πλεον να λεγεται, "υπερπολιτισμικο τουριστα".5

Θα μπορουσαμε να πουμε οτι ενα κυριο χαρακτηριστικο της εικονικης πραγματικοτητας ειναι η αποδεσμευση απο το γεγονος - το γεγονος οτι ειμαι εδω, οτι εχω ενα φυλο και μια ηλικια, οτι γεννηθηκα σε μια ορισμενη χωρα και εχω μια ορισμενη μητρικη γλωσσα, οτι εζησα οπως εζησα και οτι ολα αυτα δεν ξεγινονται, οτι οι οποιες δυνατοτητες μου ειναι ανοιχτες, ειναι ανοιχτες στη βαση αυτης μου της γεγονοτητας. Τωρα, στην εικονικη πραγματικοτητα του διαδικτυου, εχει συμβει μια απο-γεγονοποιηση. Μπορω να εχω μια οποιαδηποτε αλλη ταυτοτητα. Σε ενα forum γραφει καποιος: "Το ονομα μου ειναι Caterina Fake, και ειμαι ενας φορτηγατζης 45 χρονων απο το νοτιο Σικαγο. (...) Πιστευω πως το ονομα μου αντανακλα τον εσωτερικο μου εαυτο καθως ειμαι ενας ευγενικος και τρυφερος παλιος παικτης του ραγκμπυ υψους 1,95."6

Ο υπερπολιτισμικος τουριστας, πορευομενος επανω στα ηλεκτρονικα ξυλοποδαρα, εχει εναν βηματισμο που δεν γνωριζει ορια. Ειναι ενας απολυτος τουριστας, δηλαδη χωρις εναν τοπο δικο του απο τον οποιο θα ξεκινουσε και στον οποιο θα επεστρεφε. Δεν πεφτει σε συνορα που να τον εμποδιζουν, η να τον απαγορευουν. Ολα ειναι ανα πασα στιγμη μπροστα του. Το Οχι του εκει που δεν ειναι εδω, το Οχι του παρελθοντος που δεν ειναι πια, το Οχι του μελλοντος που δεν ειναι ακομη, εξαφανιζονται με ενα κλικ. Δεν γνωριζει κανενα Οχι που θα του αντιστεκονταν, που θα δηλωνε πως υπαρχει ενα Αλλοτριο, ενας Αλλος που θα τον ξενιζε, θα τον ενοχλουσε, θα τον αμφισβητουσε. Ετσι δεν γνωριζει τον πονο της πτωσης επανω σε κλειστες πορτες, αλλα ουτε και τη χαρα στο ανοιγμα μιας φιλοξενης πορτας. Ο υπερπολιτισμικος τουριστας, καθοτι πουθενα δεν συναπαντα τον Αλλο, ειναι ενα αυτιστικο ον. Αυτιστικο, αχρωμο και αοσμο. Δεν πονα και δεν χαιρεται. Γνωριζει μονο τη ρηχη βουλιμικη ευφορια που του φερνει η ελευθεριοτητα την αυτιστικης του αυταρκειας.

Ο υπερπολιτισμικος τουριστας ειναι αγενης. Μιλα με τον υπολογιστη σε ορους εντολων. Δεν γνωριζει μορφες ευγενειας οπως "Θα ηθελα...", "Μηπως θα μπορουσες...", "Παρακαλω, μπορω να εχω...", μορφες δηλαδη που αφηνουν χρονο, ανασα, που αποτεινονται στη δυνατοτητα και στην προθυμια του Αλλου.
Ο υπερπολιτισμικος τουριστας ειναι κουτος. Δεν σκεφτεται. Η επικοινωνια με τον υπολογιστη δεν σηκωνει δευτερη κουβεντα. Δεν αφηνει περιθωριο για τον δισταγμο, για το ερωτημα, το οποιο, συμφωνα με τον Heidegger, ειναι η ευλαβικοτητα της σκεψης. Στο λεξιλογιο του δεν υπαρχει η απορια, το "Ισως...", το "Δεν ξερω..." και το αδιεξοδο, η αμφιθυμια και η συγκρουση. Αγνοει ολοτελα τη σιωπη και την σχολη, την ανετη, ελευθερη, αβιαστη, μετεωρη παραμονη στο ενα και το αλλο. Ειναι υπερκινητικος και διασπασμενος. Ειναι ο ανθρωπος ελαφροπετρα.

Ο υπερπολιτισμικος τουριστας δεν εχει προσωπο. Εχει face. Το συνειναι με τους αλλους, η διαπροσωπικη σχεση, με την εισοδο στο facebook και τα συναφη κοινωνικα δικτυα υφισταται μια μεταλλαγη. Το προσωπο δινει τη θεση του στο face. Το face ειναι διαφανο. Ειναι περα για περα αυτο που δηλωνει. Οχι οτι επικοινωνει τα παντα με ειλικρινεια. Ομως αυτα που επικοινωνει δεν αφηνουν τιποτα κρυφο. Το face παρουσιαζεται οπως αυτο και μονο με ειδοποιει για τον εαυτο του. Δεν εχει κανενα μυστηριο, καμια αυρα: Δεν εχει χρωματα και μυρωδιες, δεν εχει ατμοσφαιρα και ρυθμο, η οψη του δεν αφηγειται ιστοριες, το σωμα του, τα ματια, τα χερια του, δεν μιλουν. Το face δεν εχει δηλαδη σκιες. Δεν εχω τη δυνατοτητα να το γνωρισω εγω, μεσα απο τις σκιες του, και να γνωρισει κι αυτο τον εαυτο του μεσα απο τα δικα μου τα ματια. Ετσι δεν συνδιαλεγεται μαζι μου. Τα λογια του δεν λεγονται μεσα απο μια ανταποκριση στη δικη μου παρουσια, δεν τα γενναει η ατμοσφαιρα, η αυρα της συναντησης μας. Τα ερωτηματα, τα μυστηρια, η σαγηνη, ο μυθος λειπουν απο αναμεσα μας. Το face δεν συνομιλει. Κανει chat. Ολα εκτυλισσονται σε ενα απλετο κρυο φως. Το φως διχως σκιες ειναι τελικα, με μια ευρυτερη αλλα και στενοτερη εννοια, πορνογραφικο.

Ο Byung-Chul Han, ενας κορεατης φιλοσοφος που ζει στη Γερμανια, λεει σε μια συνεντευξη σχετικα: "(...) ενας διαφανος κοσμος θα ηταν ενας κοσμος που θα ειχε μια πολυ ατονη γευση. Το μυστηριο μπορει να εμβαθυνει το Ειναι. Σημερα τη θεση του πλανεματος την παιρνει η υπολογιστικη διαθεσιμοτητα. Η μαγεια παραμεριζεται απο τον αριθμο. Η διαφανεια δεν ευωδιαζει. Επισης η διαφανεια υφαρπαζει απο τον χρονο την ευωδια του. Ο διαφανος χρονος ειναι χωρις συμβαντα, χωρις αφηγηση, ειναι χρονος χωρις ιστορια. Το ερωτικο επισης προϋποθετει το μυστηριο. Εκει που χανεται τελειως, ξεκινα η πορνογραφια. Αυτη ισοπεδωνει το Ειναι. Το αδειαζει και το απομυθοποιει."7

Ομως για τις σκιες γραφει ο ποιητης Paul Celan:
"ΕΙΝ' ΟΛΑ ΑΛΛΙΩΤΙΚΑ απ' οτι νομιζεις, απ' οτι νομιζω,
το λαβαρο κυματιζει ακομα,
τα μικρα μυστηρια ειν' ακομη αυτουσια,
ριχνουν ακομα σκιες, απ' αυτο
ζεις εσυ, ζω εγω, ζουμε."8
και αλλου:
"Μιλαει αληθινα οποιος μιλαει σκιες"9

Ο Han, στη συνεντευξη που αναφερθηκε, παραπεμπει στο διηγημα "Η θαυμαστη ιστορια του Peter Schlemihl" του Adelbert von Chamisso. Ο Peter Schlemihl πουλα τη σκια του στον διαβολο για ενα θαυμαστο σακουλακι γεματο χρυσαφι που δεν στερευει ποτε. Στο τελος της ιστοριας ο Schlemihl, ο ηρωας της ιστοριας, δινει στον Chamisso, τον συγγραφεα, τη συμβουλη: "Κι εσενα, αγαπητε μου Chamisso, σε ανακηρυξα θεματοφυλακα της θαυμαστης ιστοριας μου, ωστε αυτη, οταν εχω χαθει απο τη γη, να γινει ισως χρησιμο μαθημα για πολλους απο τους κατοικους της. Εσυ ομως, φιλε μου, αν θελεις να ζεις αναμεσα στους ανθρωπους, μαθε προπαντων να τιμας τη σκια."

Η λεξη "σχεση" ειναι παραγωγο του εχω. Στο εχω συνηχουν, μεταξυ πολλων αλλων, τα κατεχω, παρεχω, συνεχω, προσεχω. Χαρακτηριστικο μιας σχεσης ειναι το οτι ο ενας "εχει" τον αλλο, αναφερεται σ' αυτον ως συνεχεια του εαυτου του. Γι' αυτο καμαρωνουμε η ντρεπομαστε για τον συντροφο και τα παιδια μας. Γι' αυτο μια συγκρουση ειναι επωδυνη, γι' αυτο ενας χωρισμος μοιαζει με ακρωτηριασμο. Ο υπερπολιτισμικος τουριστας δεν εχει σχεσεις. Η διαφορα με καποιο face δεν θα γεννησει καμια αμφισβητηση του, καμια κριση μεταξυ τους που θα μπορουσε ειτε να ανοιξει τον ενα για τον αλλο, ειτε να οδηγησει σε χωρισμο τους, και οπωσδηποτε να τους σημαδεψει.

Το face κανει "like". Το "like" δεν υποδηλωνει σχεση. Ειναι η εκφραση μιας αρεσκειας του αποστολεα που τρεφει την αυταρεσκεια του αποδεκτη. Ετσι ο καθενας μενει στον μικροκοσμο του δικου του Εγω, της δικης του εγωσφαιρας, που εχει οχι πορτες και παραθυρα αλλα windows. Η λεξη "σχεση" δεν ταιριαζει για το ειδος της επικοινωνιας στα κοινωνικα δικτυα. Ισως, αναλογα με το "hypertext", το κειμενο στο ιντερνετ, που με τα παρεμβαλλομενα links δεν αναπτυσσει καμια συνεχεια, καμια αφηγηση και καμια αυτοτελεια, και γι' αυτο δεν μπορει να σε αποροφησει, θα μπορουσαμε να μιλησουμε για "υπερσχεσεις". Το "υπερ..." υπερακοντιζει τη σχεση στο διαστημα, της αφαιρει τη βαρυτητα της συνεχειας, της ιστοριας της, της παιρνει αυτο που προπαντων της δινει τη ζωντανια της: την καρδια. Οι υπερσχεσεις ειναι ελλιποβαρεις και ανορεξικες, αναιμικες και αψυχες. Ανυδρες και ανισκιωτες. Μονολογοι που αυτοτροφοφοδοτουνται με τους μονολογους των αλλων.

Στις υπερσχεσεις ειναι εγγενης μια ιδιαιτερη βια. Οταν δινω στον αλλο μια γροθια, το χερι μου προσκρουει στο σωμα του. Οταν προσβαλλω καποιον, βλεπω την ενταση στο προσωπο του. Η βια των υπερσχεσεων δεν συναντα απεναντι της απολυτως τιποτα, και ετσι δεν γινεται καν αισθητη ως βια. Αμερικανοι πιλοτοι στον πολεμο του Κολπου δηλωναν πως οι βομβαρδισμοι που εκτελουσαν ηταν οπως ενα video game. Στην ηλεκτρονικη κακοποιηση στο σχολειο, στην εργασια, στην πολιτικη, δεν υπαρχει ο απεναντι που λοιδωρειται. Τιποτα δεν εμποδιζει τον υπερπολιτισμικο τουριστα να ειναι και υπερπολιτισμικος τρομοκρατης.

"Προβληματικες" τωρα με την στενοτερη εννοια θα ηταν εκεινες οι συμπεριφορες οπου ο εικονικος κοσμος συγχεεται με τον πραγματικο, μαλιστα αντικαθιστα τον πραγματικο. Προκειται ισως για τη σημερινη εκδοχη ανθρωπων που παλαιοτερα κατεφευγαν σε εναν φανταστικο κοσμο, με ροζ συννεφακια, με σεναρια, με νοερους διαλογους. Αυτος ο εσωτερικος κοσμος ηταν πολυ πιο ζωντανος απο τον αλλο, τον εξω, τον πραγματικο κοσμο, που τον ζουσαν ως γκριζο και ατονο, απελπιστικο και αφορητο. Το ιντερνετ, το facebook και τα συναφη, εκει που η χρηση τους ξεπερνα ενα οριο, θα ηταν η συγχρονη εκδοχη εκεινου του μοναχικου κοσμου που δεν θα χαρακτηριζονταν πλεον απο εσωτερικοτητα αλλα οπωσδηποτε απο το βυθισμα σε ενα αυτιστικο παραμυθι. Φαντασιωση που πλεον θα ανελισσονταν μεταλλαγμενη επανω στα ηλεκτρονικα ξυλοποδαρα. Ενδεχομενως παθολογιες της εποχης οπως ο εθισμος στο διαδικτυο, το "συνδρομο διασπασης προσοχης και υπερκινητικοτητας", μια ορισμενη μορφη καταθλιψης, να εγκεινται στη τοξικοτητα εκεινου του τροπου υπαρξης τον οποιο αφομοιωνουμε λιγοτερο η περισσοτερο οταν λειτουργουμε ως χρηστες του διαδικτυου.

Εκει που ανθρωποι με τετοια θεματα καταληγουν στον ψυχολογο και στον ψυχιατρο, αντιμετωπιζονται κατα κανονα με ορους του παρελθοντος, δηλαδη οπως οι εξαρτημενοι απο το αλκοολ και τα ναρκωτικα. Ισως θα επρεπε να προσεχθει περισσοτερο το ειδος αυτης της εξαρτησης, η ιδιαιτεροτητα της σχεσης με τον υπολογιστη και το ιντερνετ, αν ειναι να υπαρξει μια επικοινωνια, μια θεραπευτικη επικοινωνια μαζι τους.

Ξεκινησα με το ανεκδοτο του McLuhan για τον Ινδιανο που θαυμαζε το ατομικο μανιταρι. Το ιντερνετ ειναι εκπληκτικο και θαυμασιο. Ασκει μια ελξη παρομοια μ' αυτην που ασκουσαν οι Σειρηνες στους ναυτικους που περναγαν απο τα μερη τους. Ηταν τα υπεροχα τραγουδια τους. Στην ελληνικη μυθολογια τα αλλα μυθικα πλασματα που τραγουδουσαν ηταν οι Μουσες. Ο Martin Poltrum, αυστριακος ψυχιατρος, κανει μια ενδιαφερουσα επισημανση για τη διαφορα τους:
"Οι Μουσες (...) αρχιζουν να μιλουν οταν κανεις τις ρωτησει, τις υμνησει και τις τιμησει. Οι Μουσες ειναι αβλαβεις. Μπορει μεν να πουν λαθος πραγματα, ομως αυτο το παραδεχονται ηδη απο την αρχη του λογου τους. Παντως αυτο σημαινει και οτι οι Μουσες πρωταρχικα ακουνε. Ακουνε τον ποιητη και του λενε αυτο που ζητα. Οπως ο ποιητης παιρνει τις Μουσες στα σοβαρα, ετσι και οι Μουσες παιρνουν στα σοβαρα τον ποιητη, το ενδιαφερον του να γνωρισει, την ερωτηση του και την παρακληση του να μαθει. Εδω υφισταται μια θεμελιωδης διαφορα με τις Σειρηνες. Οι Σειρηνες τραγουδανε επισης. Μαλιστα τραγουδανε υπεροχα και αξιαγαπητα. Ετσι λεει ο μυθος. Τραγουδανε τοσο ομορφα και το τραγουδι τους υποσχεται τοσα, που οι περαστικοι ναυτικοι ειναι αδυνατο να απομακρυνθουν απο το ασμα τους. Οι ναυτικοι θελουν να ειναι κοντα στις Σειρηνες. Οι Σειρηνες με το ασμα τους υποσχονται ομορφια, γλυκα και ερωτα, ομως φερνουν ολεθρο, βασανο και θανατο. Λεγεται πως γυρω απο τις Σειρηνες ολα γινονται σταχτη. Οταν κανεις τις πλησιαζει, τροπον τινα φλεγεται απο το παθος και καιγεται. Η οντοτητα των Σειρηνων ειναι να προκαλουν με τον ερωτα και να φερνουν τον θανατο, οταν κανεις τις πλησιαζει. Οι Σειρηνες μιλουν χωρις να προσκληθουν προς τουτο. Τραγουδουν στους περαστικους ναυτες και θελουν την προσοχη τους. Οπου δεν εχουν ακριβως αυτο που χαρακτηριζει τις Μουσες: Οι Σειρηνες ειναι κουφες. Δεν ακουνε. Δεν ενδιαφερονται για τους περαστικους. Δεν ενδιαφερονται για τον Οδυσσεα που θελει το σπιτι του, την Πηνελοπη και τον Τηλεμαχο. Δεν ενδιαφερονται για το που θελουν να πανε ο Ορφεας και οι Αργοναυτες οταν περνανε απο το νησι τους. Οι Σειρηνες θελουν ενα και μονο: Προσοχη με καθε τιμημα. Αδιαφορο αν μ' αυτο αποτρεπουν τους περαστικους απο τον δρομο της ζωης τους η οχι. Η παραδοση στις Σειρηνες σημαινει πραγματικο η ψυχικο θανατο."10

Ο εικονικός κοσμος μοιαζει να ασκει μια γοητεια και μια ελξη ακατανικητη, οπως αυτη των Σειρηνων. Γιατι των Σειρηνων; Γιατι οι Σειρηνες δεν απαντουν σε μια δικη μας επικληση, δεν ακουν εμας, οπως κανουν οι Μουσες, αλλα μας καλουνε αυτες, μας προ-καλουν με τη σαγηνη τους. "Where do you want to go today?" Ειναι τοσο εκμαυλιστικο! Δεν μπορουμε να του πουμε οχι.

Ας δοκιμασουμε να δουμε αυτην τη σαγηνη προσεκτικοτερα. Η λεξη του Ομηρου για την επιρροη των Σειρηνων ειναι το "θελγουσιν". Μ' αυτην τη λεξη ο Ομηρος περιγραφει ακομα πως ο Ερμης με το μαγικο του ραβδι "ἀνδρῶν ὄμματα θέλγει"11, κλεινει τα ματια των ανθρωπων και τους κοιμιζει. Το ρημα θελγω χρησιμοποιειται σχεδον παντου με την εννοια του μαγευω, εξαπατω. Οι Σειρηνες θελγουν τους ανθρωπους. Αυτοι κατευθυνονται προς τις Σειρηνες σαν υπνοβατες. Ηδη ειναι ενας ουριος ανεμος που φερνει το καραβι του Οδυσσεα προς το νησι τους. Και καθως το προσεγγιζουν, ξαφνικα ο αερας παυει, απλωνεται μια γαληνη και, γραφει ο Ομηρος, ενας θεος κοιμιζει τα κυματα: "αὐτικ᾽ ἔπειτ᾽ ἄνεμος μὲν ἐπαυσατο ἠδὲ γαληνη / ἔπλετο νηνεμιη, κοιμησε δὲ κυματα δαιμων."12. Αυτο που συμβαινει ειναι ασυγκριτα ευρυτερο απο το φαινομενο της αποπλανησης αντρων απο ωραιες και πλανες γυναικες. Το νησι των Σειρηνων ειναι ο τοπος της απολυτης γαληνης. Δεν υπαρχουν τρικυμιες και κινδυνοι, τα παντα ειναι φιλικα και γλυκα, τοσο τα στοιχεια της φυσης οσο και οι "θεσπεσιες"13 Σειρηνες που σε καλουν: "δεῦρο" 14, "ελα!". Ειναι ο τοπος απ' οπου λειπει καθε αντιξοοτητα, καθε αμφισβητηση, καθε εχθροτητα, καθε κινδυνος, καθε πονος. Λειπει δηλαδη καθε Αλλοτριο. Δεν ειναι λοιπον μονο η αγκαλια των Σειρηνων. Ο τοπος ολος ειναι μια αγκαλια που σου προσφερεται. Σ' αυτον τον τοπο μπορεις επιτελους να ξαποστασεις. Να κοιμηθεις!

Ο Eric Schmidt, μεχρι περσι γενικος διευθυντης της Google, σε μια προσφατη ομιλια με τιτλο "Οικοδομωντας το ψηφιακο μελλον", παραθετει μια φραση του George Bernard Shaw που λεει: "Βλεπεις πραγματα και λες: γιατι; Ομως εγω ονειρευομαι πραγματα που δεν ηταν ποτε, και λεω, γιατι οχι;" Το παραθεμα ειναι απο το βιβλιο "Back to Methuselah" ("Πισω στον Μαθουσαλα"). Βρισκομαστε στον κηπο της Εδεμ. Τα λογια ερχονται απο ενα φιδι που μιλαει στην Ευα. Μαλιστα το φιδι μιλα, γραφει ο Bernard Shaw, "με ενα παραξενα γοητευτικο μουσικο ψιθυρισμα". Σαν Σειρηνα. Λεει πως εχει "κατακτησει τον θανατο". Ο Eric Schmidt συνεχιζει την ομιλια του. Τα λογια του εχουν παρει τον εκμαυλιστικο τονο του φιδιου: "Γιατι αυτο ειναι ετσι; Γιατι δεν θα μπορουσε να ειναι καλυτερο; Γιατι υπαρχει αδικια στον κοσμο; Γιατι δεν μπορουμε να το φτιαξουμε; 'Why can’t we fix that?'" Στο βιβλιο, το φιδι λεει και το πως γινεται: "Φανταζεσαι αυτο που επιθυμεις
· θελεις αυτο που φανταζεσαι· τελος δημιουργεις αυτο που θελεις."

Η τεχνολογια του ιντερνετ υποσχεται εναν κοσμο οχι μονο χωρις ορια, οχι μονο προσβασιμο παντου και παντοτε, αλλα ακομη και εναν κοσμο χωρις αδικια. Δεν θυμιζει τον τοπο των Σειρηνων; Και η ιδια η ομιλια του Eric Schmidt δεν καλει προς αυτον; Δεν μας τραγουδα ενα πλανο "Ελα!"; Δεν μας ανοιγει μια τεραστια αγκαλια; Δεν μας αποκοιμιζει, καλυτερα, δεν μας αποναρκωνει με την υποσχεση της ουτοπιας της;

Ομως σημερα ειναι, ας πουμε, μια ομορφη μερα. Ο Friedrich Hölderlin, σε μια εισαγωγη για το ποιημα του "Εορτη της Ειρηνης" ("Friedensfeier"), γραφει τα εξης:
"Αυτο το φυλλο παρακαλω να διαβαστει καλοπροαιρετα μονο. (...) Αν ομως παρολαυτα καποιοι βρουν μια τετοια γλωσσα υπερβολικα μη συμβατικη, πρεπει να τους ομολογησω: δεν μπορω διαφορετικα. Αλλωστε σε μια ομορφη μερα μπορει ν' ακουστει σχεδον καθε τροπος ασματος, και η φυση, απ' οπου προερχεται, το παιρνει και παλι."

Για μια "ζεστη και ποιητικη" μερα μιλα ο Κωνσταντινος Καβαφης στο ποιημα "Αλεξανδρινοι βασιλεις":
Μαζευθηκαν οι Aλεξανδρινοι
να δουν της Κλεοπατρας τα παιδια,
τον Καισαριωνα, και τα μικρα του αδερφια,
Aλεξανδρο και Πτολεμαιο, που πρωτη
φορα τα βγαζαν εξω στο Γυμνασιο,
εκει να τα κηρυξουν βασιλεις,
μες στη λαμπρη παραταξι των στρατιωτων.

Ο Aλεξανδρος- τον ειπαν βασιλεα
της Aρμενιας, της Μηδιας, και των Παρθων.
Ο Πτολεμαιος- τον ειπαν βασιλεα
της Κιλικιας, της Συριας, και της Φοινικης.
Ο Καισαριων στεκονταν πιο εμπροστα,
ντυμενος σε μεταξι τριανταφυλλι,
στο στηθος του ανθοδεσμη απο υακινθους,
η ζωνη του διπλη σειρα σαπφειρων κι αμεθυστων,
δεμενα τα ποδηματα του μ’ ασπρες
κορδελλες κεντημενες με ροδοχροα μαργαριταρια.
Aυτον τον ειπαν πιοτερο απο τους μικρους,
αυτον τον ειπαν Βασιλεα των Βασιλεων.

Οι Aλεξανδρινοι ενοιωθαν βεβαια
που ησαν λογια αυτα και θεατρικα.

Aλλα η μερα ητανε ζεστη και ποιητικη,
ο ουρανος ενα γαλαζιο ανοιχτο,
το Aλεξανδρινο Γυμνασιον ενα
θριαμβικο κατορθωμα της τεχνης,
των αυλικων η πολυτελεια εκτακτη,
ο Καισαριων ολο χαρις κι εμορφια
(της Κλεοπατρας υιος, αιμα των Λαγιδων)
·
κ’ οι Aλεξανδρινοι ετρεχαν πια στην εορτη,
κ’ ενθουσιαζονταν, κ’ επευφημουσαν
ελληνικα, κ’ αιγυπτιακα, και ποιοι εβραιικα,
γοητευμενοι με τ’ ωραιο θεαμα-
μ’ ολο που βεβαια ηξευραν τι αξιζαν αυτα,
τι κουφια λογια ησανε αυτες η βασιλειες.

Μια ομορφη μερα, τοσο στον Hölderlin οσο και στον Καβαφη, ειναι μια μερα φιλοξενη. Τα δεχεται ολα, και τα δεχεται με εγκαρδιοτητα, χωρις να τα εξεταζει, χωρις να τα κρινει, χωρις να τα επιτρεπει η να τα απαγορευει. Αλλα μια τετοια μερα τα αφηνει και να φευγουν, στην ωρα τους, χωρις να κραταει κανενα και χωρις να κρατιεται απο κανενα.

Ισως, σε μια τετοια μερα, το τραγουδι των Σειρηνων θα μπορουσε να ακουστει σαν ενας τροπος ασματος κι αυτο. Ισως καποιοι Αλεξανδρινοι να χαιροταν τα faces, να ενθουσιαζονταν. Ισως, γοητευμενοι, να μεταμφιεζονταν κι οι ιδιοι σε faces, "μ' ολο που βεβαια ηξευραν τι αξιζαν αυτα" ...


Σημειωσεις
  1. Ομιλια στην Στεγη Γραμματων και Τεχνων, Ιδρυμα Ωναση. 18.01.2011
  2. 28 Μαρτιου 1969: Δηλωση Σεφερη κατα της χουντας
  3. Martin Heidegger, Das Ding, GA 79, σ. 3 κ.ε.
  4. Marshall McLuhan, Understanding Media, New York 1964, Introduction
  5. πρβλ. Byung-Chul Han, Hyperkulturalität, Berlin 2005
  6. http://www.spiegel.de/netzwelt/netzpolitik/0,1518,776897,00.html
  7. Συνεντευξη στο brand eins, "Nur eine Maschine ist transparent"
  8. Paul Celan, ES IST ALLES ANDERS
  9. Paul Celan, SPRICH AUCH DU
  10. Martin Poltrum, Die Asche des toten Eros: zur tödlichen Erotik der Sirenen und zur guten „Besessenheit“ durch die Musen
  11. Il. 24.343, Od. 5.47
  12. Οd. Μ. 167-168
  13. Οd. Μ. 158
  14. Οd. Μ. 183

PDF

Μια συνεντευξη

[Περιοδικο "Psychologies", Ιουνιος 2011]

Ο άνθρωπος έχει ανάγκη να πιστεύει σε μια ανώτερη δύναμη; Γιατί (ποιες αγωνίες, φόβους εξυπηρετεί η πίστη του);
Η πίστη σε μια "ανώτερη δύναμη" δεν αφορά μόνο ένα θεϊκό υποκείμενο. Ήδη στην καθημερινή ζωή μπορούν να υπάρχουν άνθρωποι που τους αντιλαμβανόμαστε ως δυνατώτερους από εμάς, π.χ. ο πατέρας ή η μητέρα, ο/η σύντροφος, ακόμη και τα παιδιά μας - άνθρωποι, απέναντι στους οποίους είμαστε πιο "μικροί" - που παρέχουν ασφάλεια, νόημα, μας δίνουν γραμμή, που, λιγοτερο ή περισσότερο, ο λόγος τους είναι νόμος.
Ενδεχομένως πρόκειται για μια στάση που ταιριάζει περισσότερο στα μικρά παιδιά, καθώς το παιδί αρχικά διδάσκεται τον κόσμο μέσα από τα μάτια των γονιών του (κάτι που βέβαια ποικίλλει ανάλογα με το κατά πόσον οι γονείς παρουσιάζουν στο παιδί τον κόσμο με την αξίωση να τον βλέπει έτσι όπως αυτοί, να τους εκλάβει ως πρότυπα.)
Η "ανώτερη δύναμη" έχει δύο όψεις. Το κουκούλι της ασφάλειας, της προστασίας κλπ. είναι συνάμα και κελί που περιορίζει την ελευθερία. Αυτή η διπλή όψη της σχέσης με την "ανώτερη δύναμη" κάποτε βολεύεται, κάποτε γίνεται βασανιστική και αδιέξοδη.

Κατά πόσο η ανάγκη αυτή πηγάζει από το ίδιο το άτομο και κατά πόσο είναι μια ανάγκη που γεννιέται κοινωνικά;
Η σχέση με μια "ανώτερη δύναμη" είναι πάντα σχέση με μια (καλή, κακή) εξουσία. Γεγονός είναι ότι μεγαλώνουμε σ' έναν κόσμο στον οποίο γρήγορα βρισκόμαστε εμπλεκόμενοι σε σχέσεις εξουσίας. Κατά την γνώμη μου δεν πρόκειται για ανάγκη αλλά για μια πραγματικότητα στην οποία εξοικειωνόμαστε από τα γενοφάσκια μας. Και δεν νομίζω ότι μπορούμε να διακρίνουμε μεταξύ "ατόμου" και "κοινωνίας". Θα ήταν σαν να ζητούσαμε απάντηση στο "η κότα ή το αυγό".

Ταυτίζεται η θρησκεία με την πίστη: καλύπτουν ίδιες ανάγκες, σε τι διαφέρουν κλπ.;
Η πίστη είναι ένας τρόπος σχέσης με ανθρώπους και πράγματα και δεν αφορά ένα μόνο πεδίο, π.χ. την θρησκεία.
Θα μπορούσαμε να ορίσουμε την πίστη ως μια έκφραση άκριτης, απόλυτης και αδιαπραγμάτευτης κατάφασης, το ιδιαίτερο της οποίας συνίσταται στο ότι η ισχύς της δεν μπορεί ούτε να αποδειχθεί ούτε να απορριφθεί.
Υπάρχει για παράδειγμα η πίστη στην πρόοδο, στην εξέλιξη, σε κάποια θρησκευτικη, κοινωνική, πολιτική κοσμοθεωρία. Στον χώρο της ψυχολογίας υπάρχει η πίστη στο DNA, στο ασυνείδητο, στα ποικίλλα άλλα αξιώματα στα οποία βασίζονται οι ψυχολογικές και ψυχιατρικές θεωρήσεις. Αισιοδοξία και απαισιοδοξία είναι επίσης μορφές πίστης. Στον χώρο των ανθρώπινων σχέσεων η πίστη υπάρχει ακόμα με τη μορφή της εμπιστοσύνης σε έναν άνθρωπο, σε μια συμπεριφορά. Η δυσπιστία είναι κι αυτή μορφή πίστης, αρνητικής.

Γιατί, συνήθως, πιστεύουμε σε ένα μόνο ανώτερο ον (οι κυρίαρχες θρησκείες στις μέρες μας είναι μονοθεϊστικές);
Στον δυτικό πολιτισμό, για τον οποίο μπορώ περισσότερο να μιλήσω, από την όψιμη αρχαιότητα μέχρι τους νεωτέρους χρόνους κυριάρχησε η αντίληψη ότι μεταξύ των όντων ένα είναι το ανώτερο, το θεμέλιο, η αρχή. Αυτό το ύψιστο ον πήρε κατά καιρούς πολλά ονόματα. Στον χώρο της θρησκείας το όνομά του είναι "θεός".

Ποια ανάγκη μας ωθεί να αποδίδουμε ανθρώπινα χαρακτηριστικά στο Θεό (ή στους Θεούς, σε άλλες θρησκείες);
"Αν τα βόδια και τα άλογα και τα λιοντάρια είχαν χέρια και ζωγράφιζαν κι έκαναν έργα όπως οι άνθρωποι, τότε θα έκαναν τις εικόνες και τα σώματα των θεών παρόμοια με τη μορφή του καθένα τους." (Ξενοφάνης)

Όσον αφορά στη χριστιανική θρησκεία, και με βάση τα θεμελιώδη της διδάγματα, ποιες ανάγκες μας καλύπτει; (Π.χ. Πιστεύοντας σε ένα δόγμα που κηρύσσει την αγάπη καλύπτουμε μια ψυχολογική ανάγκη να δίνουμε και να δεχόμαστε αγάπη;)
Το "αγαπάτε αλλήλους" κρύβει μια μεγάλη αλήθεια. Θα μπορούσε να μιλάει για μια ανοιχτότητα στην οποία έχουν χώρο τα πάντα, στην οποία τα πάντα είναι φίλια μεταξύ τους, φιλόξενα το ένα για το άλλο.
Όμως όταν παίρνει τη μορφή εντολής, ή και προσταγής, παύει να είναι φιλικός λόγος, ασκεί βία, και όταν κανείς τον πάρει στα σοβαρά, θα τον ακούσει και ως απαγόρευση π.χ. να εχθρεύεται, να μισεί, να σκέφτεται "κακά", και τούτο πολλές φορές οδηγεί σε βασανιστικό άγχος και σε ενοχές ψυχοφθόρες.

Τι δείχνει για εμάς (όντα έλλογα, στην εποχή της επιστήμης και της τεχνολογίας) το ότι πιστεύουμε χωρίς να “βλέπουμε”; (Στην ψυχολογία και την ψυχιατρική δεν είναι παρεμφερής η συμπεριφορά ορισμένων ασθενών;)
Το "ελλογο ον" δεν είναι οπωσδήποτε και λιγότερο επιρρεπές στην πίστη. Ενδεχομένως μάλιστα υπερβολικός ορθολογισμός και "μεταφυσική" (όχι οπωσδήποτε χριστιανική) πίστη πηγαίνουν μαζί.
Στην ψυχολογία και στην ψυχιατρική η πίστη μπορεί να εκφράζεται με τη μορφή της εμπιστοσύνης προς τον θεράποντα - κάτι που όχι σπάνια καλλιεργείται από τον ίδιο τον θεράποντα.
Κατά την γνώμη μου στην ψυχοθεραπεία η αυθόρμητη ή προκαλούμενη εμπιστοσύνη περιορίζει την επικοινωνία και παραμυθιάζει με μια βεβαιότητα που δεν αρμόζει στα ανθρώπινα πράγματα. Έχει σημασία να είναι κανείς ελεύθερος και να δυσπιστεί. Έτσι μπορεί κάποτε η διάσταση εμπιστοσύνη / δυσπιστία να πάψει να είναι καν θέμα.
Η πίστη παράγει ανελεύθερους ανθρώπους διότι δεν αφήνει περιθώρια στην επικοινωνία, στον διάλογο. Ο πιστός δεν συνομιλεί, δεν ανέχεται το διαφορετικό, το αντίθετο. Μεροληπτεί. Είναι οπαδός.

Πώς μας “μεταμορφώνει” η πίστη (δηλ. Πώς διαμορφώνει την αντίληψή μας πάνω σε θεμελιώδεις έννοιες όπως “ζωή”, “θάνατος”, “σεξ”, “αγάπη”, “άνθρωπος”...);
Η πίστη προ-καταλαμβάνει κάποιον με γενικές, άκαμπτες και απόλυτες απόψεις. Έτσι σε καθιστά τυφλό απέναντι στη ζωή, στον θάνατο, στο σεξ, στην αγάπη, στον άνθρωπο, όπως αυτά μας αφορούν και μας αγγίζουν στην κάθε συγκεκριμένη κατάσταση, όπως παρουσιάζονται εμπρός στα μάτια μας. Κάποιες φορές η πίστη έχει τον χαρακτήρα του "φυσικού" και του "αυτονόητου", και η προκατάληψή της δεν γίνεται καν αντιληπτή ως προκατάληψη.

Μήπως η φθορά του χρόνου -και ο εντεινόμενος φόβος του θανάτου- μας κάνουν πιο “εύκολα θύματα” της θρησκείας;'
Ένας σύγχρονος ξένος φιλόσοφος χαρακτηρίζει την θρησκεία "θανατοτεχνική": τεχνική ακύρωσης του θανάτου, καταπάτησής του ("... θάνατον πατήσας ...").
Ήδη φθορά και θάνατος προκαλούν φόβο μόνο εκεί που κανείς είναι προσανατολισμένος στο διαρκές, στο αναλλοίωτο, στο αιώνιο, το οποίο μεταξύ άλλων ευνοεί την αναβολή και την παραμέληση, υποβάλλει το "Αύριο. Έχεις πολύν καιρό." (Καβάφης).
Το ζητούμενο θα ήταν όχι η πάλη ενάντια στη φθορά και στον θάνατο, όχι το χιμαιρικό κυνήγι της αφθαρσίας, αλλά η κατοίκηση στην παροδικότητα, στο φευγαλέο της - χωρίς νοσταλγία, χωρίς ελπίδα και φόβο, χωρίς προσδοκίες. Τότε και η παροδικότητα χάνει κάθε στερητικό χαρακτήρα, γίνεται φιλόξενη.

Γιατί η πίστη μας “ατονεί” κατά περιόδους και “εντείνεται” σε κάποιες άλλες (π.χ. ασθένεια, γιορτές...);
Υποθέτω, στην ασθένεια, όταν θεωρούμε τον θεό έναν καλό προστάτη που θα ασχοληθεί με την υπόθεσή μας και θα μας φροντίσει.
Οι γιορτές, και οι άγιοι που γιορτάζονταν παλιά, ήταν μέρος της ζωής, έδιναν στις ημέρες το νόημά τους, ανήκαν στην αφήγηση της ζωής. Σήμερα οι γιορτές είναι περισσότερο happenings, πυροτεχνήματα διασκέδασης, "δραπέτευσης" από μια γκρίζα καθημερινότητα.

Γιατί δεν μας αρκεί μόνο η πίστη και χρειαζόμαστε και τις θρησκευτικές εκδηλώσεις (π.χ. άναμμα κεριών, τάματα κλπ.); Ποιες ανάγκες μας καλύπτουν αυτές;
Οι θρησκευτικές ιεροτελεστίες ανήκουν σε μια βαθιά παράδοση, παλαιότερη απο τον χριστιανισμό. Ενδεχομένως είναι αυτός τούτος ο τρόπος της συνομιλίας με τον θεό. Σήμερα μοιάζουν περισσότερο με κενό κέλυφος.

Μπορούμε να μην πιστεύουμε; (Ακόμη κι αν δεν ακολουθούμε μια θρησκεία, συνήθως δεν πιστεύουμε σε κάτι ανώτερο από εμάς;)
Μπορούμε να πιστεύουμε; Η ρήση του Nietzsche "Ο θεός είναι νεκρός" λέγεται μέσα από τη διάγνωση μιας εποχης που ξεκινά ήδη στην Αναγέννηση και που αναγορεύει τον άνθρωπο σε αρχή και θεμέλιο. Στον σύγχρονο κόσμο ο θεός έχει παροπλιστεί. Στο "Χειμερινό ταξίδι" του Schubert λέει κάπου: "Εμπρός για τον κόσμο, κεφάτοι, κόντρα σ' αγέρες και σε καιρούς! Αφού κανένας θεός δεν είναι πάνω στη γη, είμαστε μείς οι ίδιοι θεοί!"

Κατά την άποψή σας, η θρησκεία είναι αναπόσπαστο κομμάτι των ανθρώπινων κοινωνιών; Μπορεί να υπάρχει κοινωνία χωρίς δόγμα;
Δεν γνωρίζω αν μπορεί να υπάρχει κοινωνία χωρίς κάποιου είδους δόγμα. Γνωρίζω όμως ότι τα δόγματα, θρησκευτικά και μη, είναι συνυφασμένα με την εχθρότητα, διότι εμμένουν σε μια θέση, σε μια αλήθεια και την υποστηρίζουν αντιμαχόμενα κάθε άλλη μέχρι θανάτου. Θρησκευτικοί, οικονομικοί και άλλοι πόλεμοι που συγκλονίζουν τον κόσμο μας, και που είναι πηγή ανείπωτης βίας και ατέλειωτων βασάνων, τρέφονται και θεριεύουν ακριβώς από τα δόγματα που πρεσβεύουν οι αντιμαχόμενοι.

PDF

Ποιο ειναι το υποκειμενο της ψυχιατρικης-ψυχοθεραπευτικης συνεδριας;

Ελιζαμπεθ Φογκλερ
Ελιζαμπεθ Φογκλερ
Αλμα
Αλμα


Στο εργο του Ingmar Bergman "Persona" μια ηθοποιος, η Ελιζαμπεθ Φογκλερ, στη διαρκεια μιας παραστασης παθαινει αφωνια, που συνεχιζει τους επομενους τρεις μηνες, εισαγεται σε μια ψυχιατρικη κλινικη και η διευθυντρια την αναθετει σε μια νεαρη νοσηλευτρια, την Αλμα, θεωρει πως η Φογκλερ ειναι σωματικα και ψυχικα υγιης, πως κι εδω υποδυεται εναν ρολο, και μετα απο λιγο στελνει και τις δυο στο εξοχικο της. Προς το τελος της διαμονης τους εκει, η Αλμα μιλα στην Φογκλερ. Αναφερεται στην εποχη του νεογεννητου γιου της Φογκλερ. Ειναι η παρακατω σκηνη.

Η Αλμα δεν ερμηνευει. Εξιστορει στην Ελιζαμπεθ Φογκλερ αυτα που εζησε, τα βλεπει με τα ματια της Φογκλερ, δια στοματος της μιλα η Φογκλερ. Και αξαφνα αυτο που κανει η Αλμα, και που ηδη προαναγγελεται σε προηγουμενες σκηνες, παιρνει σαρκα και οστα: Παιρνει τα ματια της και το στομα της και το προσωπο της.

Ειναι νεα και απλη γυναικα, της συμβαινει για πρωτη φορα, τρομαζει: "Οχι. Δεν ειμαι σαν κι εσενα. Δεν νοιωθω το ιδιο μ' εσενα. Εγω ειμαι η αδελφη Αλμα. Ειμ' εδω μονο για να σε βοηθησω. Δεν ειμαι η Ελιζαμπεθ Φογκλερ. Εσυ εισαι η Ελιζαμπεθ Φογκλερ. Εγω θα 'θελα να εχω... Εγω αγαπω..."

Για να το πω κατευθειαν: Εχω την εντυπωση πως ο,τι ειδαμε στο βιντεο δεν ειναι ενα ιδιαιτερο περιστατικο αλλα χαρακτηριζει αυτο τουτο το διανθρωπινο συνειναι. Δεν εχουμε δηλαδη ενα προσωπο, μονοσημαντο. Το προσωπο, αν το προσεξουμε, ειναι περισσοτερο ξενωνας στον οποιο φιλοξενουνται μορφες που κατα διαστηματα ερχονται και φευγουν. Ειναι σαν το νερο, που παιρνει καθε φορα τη μορφη του αερα και του τοπιου. Και ακομη θα ελεγα πως εδω δεν προκειται για μια διαδικασια ταυτισης του υποκειμενου με ενα αλλο, περιστασιακο, δεν προκειται δηλαδη για ψυχικη ενεργεια, για διαδικασια και μηχανισμο, αλλα, το ειδαμε στο βιντεο, για ενα συμβαν το οποιο λαμβανει χωρα κατα εναν τροπο διχως εμας, εν απουσια μας.

Αν ηταν ετσι, τοτε ο χωρισμος ενος εγω απο ενα εσυ, οπως τον ακουσαμε στο "Οχι!" της τρομαγμενης Αλμα, θα αφορουσε περισσοτερο μια υπαρξη συρρικνωμενη σε ενα μικρο εγω το οποιο διαχωριζει τον εαυτο του απο ενα εσυ και τον περιφρουρει απο το αλλο, το ξενο, το ετερο. Στο κλιμα της Αλμα, αν και χωρις παθος, θα ανηκε και η σταση του θεραποντα που θα ελεγε αρρητα π.χ. "Οχι. Δεν ειμαι σαν κι εσενα. Εγω ειμαι ο υγιης. Εσυ εισαι ο ασθενης, εσενα αφορα το DSM, η ψυχοπαθολογια σου, η νευροχημεια σου, οι αμυντικοι σου μηχανισμοι ειναι δικα σου, οχι δικα μου. Δεν ειμαι σαν κι εσενα..."

Μια παλια κινεζικη ιστορια μιλα για μια παρομοια κατασταση. Για να μη σας μπερδεψω με περιεργα ονοματα, θα ονομασω τους συνομιλητες Α και Β:
"Ο Α ρωτησε τον Β: Ποιο ειναι λοιπον τ' ονομα σου; Ο Β ειπε: Α. Ο Α ειπε: Μα εγω ειμαι ο Α! Ο Β ειπε: Τοτε τ' ονομα μου ειναι Β. Ο Α γελασε με την καρδια του: Χαχαχα!" Ο Β αυτοαποκαλειται με το ονομα του αλλου. Μ' αυτον τον τροπον φερεται σ' εναν χωρο οπου δεν υπαρχει καμια διαφορα αναμεσα στο εγω και σε αλλους. Τωρα το δευτερο βημα του διαλογου συνισταται στο οτι ο καθενας απο τους συνομιλητες επιστρεφει στο δικο του ονομα, στον εαυτο του.

Εδω το παιχνιδι της ανταλλαγης προσωπων ειναι ελευθερο, χωρις τρομο και αγωνια και περιφρουρηση του δικου. Τετοια λογια δεν τα ακουμε μονο απο εξωτικους συγγραφεις. Ο γερμανος λογοτεχνης Peter Handke γραφει στο "Δοκιμιο για την κοπωση":
"Την ωρα της υστατης κοπωσης … το αλλο γινεται ταυτοχρονα εγω. Τα δυο παιδια εκει περα, κατω απο το κουρασμενο μου βλεμμα, ειμαι τωρα εγω ο ιδιος. Κι ο τροπος με τον οποιο η μεγαλυτερη αδελφη σερνει τον αδελφο της μεσα απο το μαγαζι εχει πια νοημα κι εχει μια αξια .. και ειναι καλα και ομορφα, κι ετσι πρεπει να ειναι και ειναι, προπαντων, αληθεια. Οπως η αδελφη, εγω, που πιανει απο τη μεση τον αδελφο, εμενα, ειναι αληθεια. Και στο κουρασμενο βλεμμα το σχετικο εμφανιζεται απολυτο, και το μερος σαν ολο..."

Η πρωτη φορα που αντιληφθηκα πως κατι τετοιο συμβαινει, ηταν κατα την αναγνωση του διαλογου του Πλατωνα "Φαιδρος". Ο Φαιδρος ειναι ενας νεος που συναντιεται με τον Σωκρατη και του αναφερει ενθουσιασμενος εναν λογο του ρητορα Λυσια για τον ερωτα. Οπου ο Σωκρατης εκφωνει εναν παρομοιο λογο επανω στο ιδιο θεμα. Εχει ηδη ξεκινησει να φευγει οταν στεκει ακινητος σαν μαρμαρωμενος, κι επιστρεφει στον Φαιδρο. Στον διαλογο που ακολουθει λεει ο Σωκρατης:
ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Τι λοιπον; Δεν θεωρεις τον Ερωτα γιο της Αφροδιτης και θεο;
ΦΑΙΔΡΟΣ: Ετσι λενε.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Ομως ο Λυσιας δεν το λεει, ουτε κι ο λογος σου που ειπωθηκε απο το στομα μου το μαγεμενο απο εσενα.

Αργοτερα το συναντησα σε εναν στιχο του Σεφερη: "Ειναι παιδια πολλων ανθρωπων τα λογια μας." Ετσι λοιπον σε μια ομιλια μου στη Βιεννη αναφερομαι καπου στον συναδελφο και παλιο μου φιλο Dieter Förster:
"Ο κυριος Förster. Τον βλεπω. Η φραση 'Τον βλεπω' σημαινει συγχρονως 'με βλεπει', ασχετα με το αν το βλεμμα του ειναι στραμμενο προς εμενα η οχι. (Πρβλ. Nietzsche: 'Οταν κοιταζεις για πολλη ωρα μεσα στην αβυσσο, τοτε κι η αβυσσος κοιτα μεσα σου.') Με βλεπει και η οψη του, σαν μαγικο ραβδι, με αγγιζει και κατευθειαν με αδειαζει και με ρυθμοποιει σε Förster. Ειμαι οπως ενα δεντρο που στην κορμοστασια του προβαλλουν οι κυριαρχοι ανεμοι της περιοχης, η οπως, οδηγωντας το αυτοκινητο, γινομαι εξαρτημα του .... Γνωριζω μεν τον κυριο Förster εδω και 35 χρονια και ειμαι οδηγος εδω και σχεδον 50 χρονια, ομως η οικειοτητα δεν σημαινει τιποτα. Το ιδιο ισχυει για τα παντα και τους παντες, οπως για την αγνωστη κυρια που καθεται ακριβως απεναντι μου."

Και τωρα ενα παραδειγμα απο την ψυχοθεραπεια: Μια γυναικα ποτε-ποτε παιρνει εναν αλλον τονο - μιλαει αποτομα, σκληρα, το σωμα της το αισθανομαι τεντωμενο και ακαμπτο. Οταν παρατηρω αυτην τη διαφορα καθαρα, της την λεω και την ρωτω αν κι αυτη το ζει ετσι. Λεει ναι. Τοτε την ρωτω αν αυτος ο τονος, της ειναι γνωστος. Λεει με εκπληξη πως ειναι ο τονος της μητερας της. Αυτη ειναι, που μιλα δια στοματος της! Ειναι η μητερα, που μιλα απο το "μαγεμενο στομα" της! Αν εκεινη την ωρα την ρωτουσα ποιο ειναι το ονομα της, και αυτη ηταν ελευθερη να πει την αληθεια και μονο την αληθεια, δεν θα ανεφερε το δικο της, Α, αλλα το ονομα της μητερας της, Β.

Συντομα μου εγινε φανερο οτι σε τετοιες ωρες θα ηταν λαθος να της αποτεινομαι ως κυρια Α, καθως εδω συνομιλητης μου δεν ηταν η κυρια Α αλλα μια γυναικα που ακουγε στο ονομα Β. Συγχρονως μου λυθηκε η απορια, γιατι παλιοτερα σε παρομοιες καταστασεις δεν μπορουσαμε να συνεννοηθουμε - αποτεινομουν στην κυρια Α, ομως αυτη στην οποια εφθαναν τα λογια μου ηταν η Β.

Ποιο ειναι το υποκειμενο της ψυχιατρικης-ψυχοθεραπευτικης συνεδριας; Ειναι η συλλογη κριτηριων που ενδιαφερει το DSM, το Διαγνωστικο και Στατιστικο Εγχειριδιο Νοητικων Διαταραχων; Ειναι η μορφη που αναδυεται στο ψυχοπαθολογικο βλεμμα; Ειναι το ψυχικο οργανο; Ειναι το μαυρο κουτι μεταξυ ερεθισματος και αντιδρασης; Ειναι η εγκεφαλικη λειτουργια; Ειναι ο ασθενης; Ειναι η υπαρξη;

Ποιο ειναι το υποκειμενο της ψυχιατρικης-ψυχοθεραπευτικης συνεδριας; Συμφωνα με οσα ειπωθηκαν, ενα μοναδικο και σταθερο υποκειμενο δεν υφισταται, και η ερωτηση θα ηταν μια, οπως λεγαμε στο σχολειο, ερωτηση-παγιδα. Βεβαια παγιδες αυτου του ειδους μπορει κανεις, με τις καταλληλες γνωσεις και με μια σχετικη ευστροφια, να τις αποφυγει. Παντως, με τη νοοτροπια και την εκπαιδευση μας, ηδη εχουμε πεσει στην παγιδα. Εχουμε ετοιμη την απαντηση για το υποκειμενο της ψυχιατρικης-ψυχοθεραπευτικης συνεδριας. Κι ακομα την απαντηση μας δεν την θεωρουμε καθολου πεσιμο σε παγιδα, αλλα αντιθετα ανακουφιση απο το ερωτημα, αν οχι και κατι το αυτονοητο για το οποιο ουτε καν να συζηταμε χρειαζεται.

Καμια φορα παλι τα πραγματα ειναι διαφορετικα. Η ερωτηση θα μπορουσε να γινει βασανιστικη, να μην βρισκει απαντηση, να μην βολευεται σε μια απαντηση. Τοτε η παγιδα, για την οποια μιλαμε εδω, θα ηταν απο εκεινες στις οποιες κανεις θα επεφτε. Θα επεφτε σε αμφιβολια, μαλιστα, οπως λενε στην παραδοση του ζεν, σε μια "Μεγαλη Αμφιβολια". Ποιο ειναι αιφνης το υποκειμενο που ακουει; Παραθετω απο ενα λαϊκο κηρυγμα του 18ου αιωνα:
"Πρεπει ν' αφησεις να ερθουν αμφιβολιες για το υποκειμενο μεσα σου, που ακουει ολες τις φωνες. Ολες οι φωνες ακουγονται ακριβως τωρα γιατι σιγουρα μεσα σου υπαρχει ενα υποκειμενο που ακουει. Αν κι ακους τις φωνες με τ' αυτια, τα ακουστικα πτερυγια δεν ειναι παλι το υποκειμενο που ακουει. Αν ηταν, τοτε κι οι νεκροι θα ακουγαν φωνες ... Παλι και παλι πρεπει ν' αμφιβαλλεις βαθυτατα και ν' αναρωτιεσαι ποιο θα μπορουσε να ειναι το υποκειμενο της ακοης. Μη νοιαζεσαι γι' απατηλες σκεψεις και παραστασεις που ισως σου ερχονται. Μονο αμφεβαλλε, ολο και με περισσοτερη θερμη, μ' ολη τη δυναμη ολου του εαυτου σου ... Ομως οσο κι αν συνεχιζεις ν' αμφιβαλλεις, θα σου ειναι αδυνατο να γνωρισεις το υποκειμενο που ακουει ... Και κατοπιν, οταν ... εχεις γινει ο ιδιος περα για περα μια μεγαλη μαζα αμφιβολιας, τοτε αξαφνα ..."
(και εδω αντηχει ενας λογος του γερμανου ποιητη Friedrich Hölderlin: "οπου ομως υπαρχει κινδυνος / εκει βλασταινει και το σωτηριο")
"τοτε αξαφνα θα 'ρθει μια στιγμη ... σαν να ξυπνουσες απο ενα μεγαλο ονειρο η σαν ... να ξαναζωντανευες."

Ισως θα ειχε ενα νοημα η ρητη, αλλα και αρρητη παραιτηση απο τον πλανερο προσανατολισμο σε ενα μοναδικο και μονιμο υποκειμενο. Ισως πολλα απο τα βασανα των ανθρωπων να οφειλονται ακριβως στον εγκλεισμο τους στον μικροκοσμο ενος τετοιου εγω. Ισως ο τοπος της ψυχοθεραπειας να τεινει προς αυτον που περιγραφει ο Elias Canetti, δηλαδη προς "μια χωρα οπου καποιος που λεει 'εγω' βυθιζεται κατευθειαν στη γη." Μια τετοια παραιτηση θα μπορουσε να αφησει την επικοινωνια να ανασανει, με μια πρωτογνωρη ελευθερια. Και ακριβως σε τουτο θα συνιστατο το θεραπευτικο.


Persona, script

But the suffering was not over
Μα το βασανο δεν ειχε τελειωσει
The boy was seized by a massive
and unfathomable love for his mother.
Το αγορι κυριευτηκε απο μια κατακλυσμικη
και ανειπωτη αγαπη για τη μητερα του
You resisted desperately
Αντισταθηκες απελπισμενα
because you felt
that you could not return it.
γιατι δεν ενοιωθες
οτι μπορουσε να του την επιστρεψεις
You try and try...
Προσπαθεις ξανα και ξανα ...
... but the meetings with him
are cruel and awkward.
... αλλα οι συναντησεις μαζι του
ειναι σκληρες κι αδεξιες
You can't do it.
Δεν μπορεις.
You're cold and indifferent.
Εισαι ψυχρη και αδιαφορη
And he looks at you.
Κι αυτο σε κοιταει
He loves you, and he's soft,
Σε αγαπα κι ειναι μαλακο
and you want to hit him
κι εσυ θελεις να το χτυπησεις
for not leaving you alone.
που δεν σ' αφηνει σε ησυχια.
You think he's repulsive,
with his thick lips and ugly body
Σκεφτεσαι πως ειναι αποκρουστικο,
με τα παχια χειλη του και το ασχημο σωμα του
and his moist and pleading eyes.
και με τα υγρα και παρακλητικα του ματια.
You think he's repulsive,
and you're afraid.
Σκεφτεσαι πως ειναι αποκρουστικο,
και φοβασαι.
No.
Οχι.
I'm not like you.
I don't feel the same as you.
Οχι. Δεν ειμαι σαν κι εσενα.
Δεν νοιωθω το ιδιο μ' εσενα.
I'm Sister Alma.
I'm only here to help you.
Εγω ειμαι η αδελφη Αλμα.
Ειμ' εδω μονο για να σε βοηθησω.
I'm not Elisabet Vogler.
Δεν ειμαι η Ελιζαμπεθ Φογκλερ.
You're Elisabet Vogler.
Εσυ εισαι η Ελιζαμπεθ Φογκλερ.
I would like to have...
Εγω θα 'θελα να εχω...
I love...
Εγω αγαπω...
I haven't...
Δεν εχω...


Περιληψη

Ποιον εχει εμπρος του ο θεραπων ψυχιατρος; Ποιο ειναι το υποκειμενο της ψυχιατρικης-ψυχοθεραπευτικης συνεδριας;
Ειναι η συλλογη κριτηριων που ενδιαφερει το DSM, το Διαγνωστικο και Στατιστικο Εγχειριδιο Νοητικων Διαταραχων;
Ειναι η μορφη που αναδυεται στο ψυχοπαθολογικο βλεμμα;
Ειναι το ψυχικο οργανο;
Ειναι το μαυρο κουτι μεταξυ ερεθισματος και αντιδρασης;
Ειναι η εγκεφαλικη λειτουργια;
Ειναι ο ασθενης;
Ειναι η υπαρξη;
Ενδεχομενως η απαντηση στο ποιον εχουμε εμπρος μας κατα την ωρα της συνεδριας δεν ειναι τοσο αυτονοητη, οσο φαινεται εκ πρωτης οψεως.
Θα συζητηθει το ερωτημα, και οι δυνητικες απαντησεις του.

[Και εδω]

PDF

Παράνοια. Ο εγκλωβισμός στη γνώση.



Ο Daniel Paul Schreber υπηρξε ενας διακεκριμενος δικαστικος στη Λειψια του 19ου αιωνα. Απο τα 51 του και μετα εζησε τα 13 απο τα 18 χρονια μεχρι τον θανατο του σε ψυχιατρικα ασυλα. Σε ενα απο αυτα το 1903 εγραψε ενα αυτοβιογραφικο βιβλιο με τον τιτλο "Απομνημονευματα ενος νευρασθενους" ["Denkwürdigkeiten eines Nervenkranken"]. Τουτο, χαρη στην καθαροτητα της γραφης, την περιγραφικη ακριβεια και γλαφυροτητα, και την αφοπλιστικη του ειλικρινεια, υπηρξε αντικειμενο πολυαριθμων ψυχιατρικων, ψυχαναλυτικων και αλλων μελετων.

Στο κεφαλαιο "Προσωπικα βιωματα της πρωτης και στην αρχη της δευτερης ψυχασθενειας" ο Schreber αναφερει μια φαντασιωση καθως αργοξυπνουσε: "Ηταν η σκεψη πως βασικα θα ηταν πολυ ωραιο να εισαι γυναικα που υποκειται σε συνουσια." Γρηγορα η σκεψη δεν εμεινε σκεψη. Εξελιχθηκε κατα το 'πες το κι εγινε'. Ο Schreber αρχισε να ζει αυτο που ο ιδιος ονομαζει "Entmannung" - σε κυριολεκτικη μεταφραση "απανδρισμο", τον οποιο επανειλημμενα προσδιοριζει ως "μεταμορφωση σε θηλυ". Γραφει:

"Εδω ανηκουν καθε λογης αλλαγες στα γεννητικα μου οργανα, οι οποιες καποιες φορες (και μαλιστα στο κρεβατι) εμφανιζονταν ως εντονα σημαδια μιας πραγματικης υποστροφης του ανδρικου μοριου, και συχνοτερα (...) ως μαλακυνση του που εφτανε ως το σημειο της πληρους τηξης του (...) τελικα μια αλλαγη του συνολικου σωματικου μεγεθους (σμικρυνση) (...) ειχα την αισθηση οτι το σωμα μου ειχε γινει μικροτερο κατα 6-8 εκατοστα, κι ετσι ειχε προσεγγισει το σωματικο μεγεθος του θηλεος." Η μεταμορφωση γινεται προοδευτικα ολο και συχνοτερη. "Η ψυχικη ηδονη ειχε γινει τοσο δυνατη που πρωτα στους βραχιονες και στα χερια, κατοπιν στα ποδια, στο στηθος, στους γλουτους και σ' ολα τα αλλα μερη του σωματος ειχα την αισθηση ενος γυναικειου σωματος." Αισθανεται κατω απο το δερμα του "οργανα", ιδιαιτερα στο στηθος, "και με ελαφρα πιεση, μαλιστα οταν σκεφτομαι κατι θηλυκο, μπορω να μου δημιουργησω μια αισθηση ηδονης αναλογη με αυτην του θηλεος. Ειρησθω εν παροδω, το κανω αυτο οχι καπου απο φιληδονια, αλλα καποιες φορες ειμαι σχεδον εξαναγκασμενος, οταν θελω να μου προκαλεσω υπνο, η προστασια απο σχεδον αφορητους πονους."

Ποια ειναι τωρα στα ματια του Schreber η εικονα του αντρα; Ποια ειναι η εικονα της γυναικας; Ισως η αποφασιστικοτερη διαφορα των φυλων εγκειται στο οτι η γυναικεια ευτυχια "μοιαζει να συνισταται σε ενα αδιαπτωτο συναισθημα ηδονης", ενω ο αντρας χαρακτηριζεται απο το "λογικο", το οποιο κατα τις καθημερινες καταστασεις "απανδρισμου" "εκμηδενιζεται", "καταστρεφεται", και σε παρενθεση προσθετει: "αποβλακωση". Αλλου μιλαει για "ανδρικο θαρρος" και "γυναικεια αγχωτικοτητα". Το δερμα του θηλεος εχει μια "ιδιαιτερη μαλακοτητα". Ο Schreber ασχολειται πολυ με "ιδεες που αφορουν τη σχεση των δυο φυλων". Θεωρει λοιπον γυναικεια το κρεβατι, το καθρεφτακι και την τσουγκρανα, αντρικα την ψαθινη πολυθρονα και το φτυαρι• απο τα παιχνιδια το σκακι ανδρικο, την νταμα γυναικειο.

Για τον Schreber οι εικονες αντρα και γυναικας ειναι ασυμβατες μεταξυ τους. Γι' αυτο και, μετα την περιγραφη της πρωτης του εμπειριας απανδρισμου, συνεχιζει: "Για τη νοοτροπια μου, αυτη η ιδεα ηταν τοσο ξενη, που αν ημουν σε πληρη εγρηγορση θα την ειχα απορριψει με βδελυγμια ..." Και αλλου: "Θα υπαρχουν λιγοι ανθρωποι που να μεγαλωσαν με τοσο αυστηρες, ηθικες αρχες οπως εγω, και που σ' ολη τους τη ζωη, ιδιως σε θεματα φυλων, να επεβαλαν στον εαυτο τους εναν συγκρατημο αντιστοιχο με αυτες τις αρχες σε τετοιον βαθμο οσον εγω μπορω να ισχυριστω για μενα."

Θυμιζω τα λογια του Schreber απο την πρωτη του εμπειρια απανδρισμου: "Για τη νοοτροπια μου αυτη η ιδεα ηταν τοσο ξενη ..." Για τη "νοοτροπια" του το γυναικειο, που θα πει το φιληδονο, το μαλακο, κλπ. ειναι "τοσο ξενο" - και μαλιστα ενα ξενο που εχει διαρρηξει τον κοσμο του. Η διαρρηξη δεν περιοριζεται στην εισβολη του θηλυκου αλλα αφορα το συναπαντημα καθε ξενου. Στο βιβλιο αναφερει ενα "περιεργο συμβαν": "Πολλες νυχτες, στις οποιες δεν ειχα υπνο, ακουγονταν στην κρεββατοκαμαρα μας στον τοιχο ενα τριξιμο που επανερχονταν σε μικρα η μεγαλυτερα διαστηματα και που, καθε φορα που πηγαινε να με παρει ο υπνος, με ξυπνουσε και παλι. Τοτε φυσικα σκεφτηκαμε ενα ποντικι, αν και θα ηταν οπωσδηποτε εντυπωσιακο να ειχε τρυπωσει ενα ποντικι στον πρωτο οροφο ενος σπιτιου χτισμενου με τελειως συμπαγη υλικα." Και απο την πρωτη του νοσηλεια (6 Απριλιου 1885) διαβαζουμε στον φακελλο του: "Ταραζεται απο τον παραμικρο θορυβο".

Ο Schreber ενδεχομενως ταραζεται με καθε τι που εισβαλλει στο σπιτι του - και σπιτι δεν ειναι μονο η διευθυνση της κατοικιας του αλλα ολα οσα του ειναι οικεια, ολα οσα απαρτιζουν τον οικο του. Σε τουτα ανηκει και η αντρικη του ταυτοτητα. Ο οικος του Schreber δεν ειναι φιλοξενος. Το ξενο ειναι μολυσματικο, και απειλει να τον μολυνει ολοκληρο. Καποτε το εκφραζει παραθετοντας τη γνωστη φραση του Αμλετ: "Κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της Δανιμαρκίας." Υπαρξιακα ο Schreber σαπιζει κυριολεκτικα οντας αναγκασμενος να ζει με το ξενο. Η φραση του Αμλετ θα μπορουσε να ειναι το μοττο της βασανισμενης ζωης του.

Απεναντι στο ξενο που εισβαλλει ο Schreber επιστρατευει το οπλο της γνωσης: Επιζητει να απαντησει στο "γιατι" της εισβολης. Στην πρωτη εμπειρια απανδρισμου, η φραση που ξεκινα με τα λογια "Για τη νοοτροπια μου αυτη η ιδεα ηταν τοσο ξενη, που αν ημουν σε πληρη εγρηγορση θα την ειχα απορριψει με βδελυγμια ..." συνεχιζει: "καθως, μετα απο οσα βιωσα στο μεταξυ, δεν μπορω παντως να απορριψω τη δυνατοτητα οτι συμμετειχαν καποιες εξωτερικες επιρροες, που μου εβαλαν αυτην την ιδεα." Η εξηγηση, δηλαδη η μεταθεση της εμπειριας απο τον τοπο του απλου συμβαντος σ' αυτον της γνωσης, εχει παρει τον δρομο της. Αυτες οι "εξωτερικες επιρροες" προοδευτικα γιγαντωνονται και διαφοροποιουνται σε ενα απιθανο συστημα ακτινων που τον διαπερνουν, καλων και κακων θεων και γιατρων που τις κατευθυνουν καταπανω του. Στον θορυβο στον τοιχο της κρεβατοκαμαρας αναγνωριζει "περαν πασης αμφιβολιας ενα θειο θαυμα". Το θαυμα, ως το ανεξηγητο, βρισκεται και αυτο σε αναφορα προς την εξηγηση και την γνωση.

Γνωση ειναι εκεινη η σχεση με τα πραγματα η οποια τα κρινει, τα διακρινει και τα συνδεει μεταξυ τους. Η γνωση ξεκινα με το "πως" και με το "γιατι;". Αποβλεπει στην κατανοηση. Ο Freud εγραψε μια πραγματεια επανω στην περιπτωση του Schreber. Εκει λεει: "Το ενδιαφερον του πρακτικου ψυχιατρου για τετοιες παραληρητικες ιδεες κατα κανονα εξαντλειται οταν διαπιστωσει τη λειτουργια του παραληρηματος και κρινει την επιδραση του στη ζωη του ασθενους• η εκπληξη του, η απορια του δεν ειναι η απαρχη της κατανοησης του." (VIII, 250)

Ισως δεν ειναι τυχαιο οτι ρωταμε "Γιατι;" ακριβως εκει που προκειται για μια συναντηση με το ξενο - το ανοικειο, το απροβλεπτο, το εχθρικο, το απαραδεκτο. Θα ρωτησουμε καποιον "Γιατι το εκανες αυτο;" οταν προκειται για μια πραξη του που δεν μας ειναι αποδεκτη, που δεν μας ειναι οικεια, που δεν εχει θεση στον οικο μας. Ισως η σχεδον καθολικη πλεον κυριαρχια της επιστημης να σημαινει πως σημερα ο κοσμος εχει γινει αποκοσμος - ξενος δηλαδη, και πως τα πραγματα, ετσι οπως ειναι, φανταζουν απειλητικα.

Ο εγκλωβισμενος στην αναγκη της γνωσης ειναι δυσανεκτικος απεναντι σε καθε τι που εχει γνωστικα στερητικο χαρακτηρα: το περιπου, την αμφιβολια, την παλινωδια, το διλημμα, το αδιεξοδο, το λαθος. Μια απαντηση πρεπει να υπαρχει για ολα, παντα και αμεσως. Κατι που δεν εχει εξηγηση, ειναι ενα ξενο που εισβαλλει στο σπιτι του και του ρουφαει το οξυγονο και το αιμα του.

Στην γνωση ο κοσμος παρασταινεται εξαρχης, αυτην τη φορα μεσα απο μοντελα, σεναρια, προσομοιωσεις, ερμηνειες. Ο καθιερωμενος λατινικος ορος για τη διαδικασια της αναπαραστασης του κοσμου σε ορους γνωσης ειναι η "repraesentatio", κατα λεξη ανα-παρουσιαση. Το παραληρημα του Schreber με τις ακτινες, με τα "θηλυκα νευρα" που εχουν πλημμυρισει το σωμα του, με τους θεους και τους ανθρωπους που τα κατευθυνουν, συνιστα μια αναπαρασταση των εμπειριων του μεσα απο τη γνωση. Την αναπαρασταση των εμπειριων μας στον χωρο της γνωσης, την κανουμε ομως παντα, ακομα και εκτος της αυστηρης επιστημης, οταν μιλουμε π.χ. για το "DNA" και για το "ασυνειδητο", για την "αδρεναλινη" που καποτε ανεβαινει, για τη "χημεια" μεταξυ δυο προσωπων, για τη "θετικη / αρνητικη ενεργεια" τοπων και ανθρωπων, και για τοσα αλλα παρομοια. Αυτο συμβαινει και οταν π.χ. ο Freud, αντι για "ονειρο" μιλα για "διεργασια του ονειρου" και με την ερμηνεια αναπαριστα το "λανθανον ονειρο".

Η γνωστικη αναπαρασταση των πραγματων, των ανθρωπων και του εαυτου μας ειναι μια πυρρειος νικη. Ο Wittgenstein σημειωνει πως το μονο που προσφερει μια εξηγηση ειναι να μας ησυχαζει. Θα ελεγα πως με την ζητουμενη εξηγηση προσβλεπουμε στη χιμαιρα μονο μιας ησυχιας. Διοτι η εξηγηση ησυχαζει για λιγο. Γρηγορα θα επιζητησει μια εξηγηση της εξηγησης, και ουτω καθεξης, ολο και πιο επιμονα, ολο και πιο ακαμπτα. Ο γερμανος ποιητης Rainer Maria Rilke γραφει στην 8η Ελεγεια του Duino: "Μας πλημμυριζει. Το κανονιζουμε. Σωριαζεται. Το κανονιζουμε παλι και σωριαζομαστε οι ιδιοι."

Η γνωση ησυχαζει προσφεροντας μια αισθηση εξουσιας επανω στα πραγματα. Καταλαβαινω θα πει και καταλαμβανω. Αυτο που συνηθως ξεχναμε ειναι οτι ο εξουσιαζων, στη δυναμη του, ειναι συναμα αδυναμος. Ειναι υπο συνεχη απειλη απο τον, παραφραζω εναν λογο του Αλεξανδρου Παπαδιαμαντη, "ανω και κατω βυθο των ακαταληπτων πραγματων" και πρεπει να ενισχυει το καστρο της γνωσης του διαρκως. Ομως ενα καστρο ειναι παντα συναμα φυλακη και μπουντρουμι.

Σ' αυτο το διαλεκτικο παιχνιδι, οταν κανεις μενει στη μια πλευρα του, τοτε ειτε θα ειναι ο master of the universe ειτε θα αποδυναμωνεται και θα γινεται ανυποστατος, και τελικα παραδερνει απο το ενα στο αλλο.

Συνηθως βεβαια κραταμε διπλα βιβλια: παραδιπλα στην εικονικη πραγματικοτητα της γνωσης υπαρχει λιγοτερο η περισσοτερο και η συμπορευση με τον δρομο που παιρνουν τα ιδια πραγματα. Οταν π.χ. διαπιστωνω στον ασθενη μου ταχυπνοια, ταχυκαρδια, εφιδρωση, ξηροστομια, θα πω οτι εχει αγχος. Εδω η διαγνωση του αγχους προκυπτει μεσα απο το βιβλιο της γνωσης. Ειναι λεξη επεξηγηματικη. Στο αλλο βιβλιο, το αγχος το βλεπω, επανω στον ανθρωπο. Τωρα το αγχος ειναι λεξη ονομαζουσα. Συνηθως κινουμαστε κρατωντας και τα δυο βιβλια, της γνωσης, και της πραγματικοτητας. Ενα αλλο, εξεπιτηδες τραβηγμενο παραδειγμα: Μπορει να θελω να επαληθευσω το αν ποθω μια γυναικα εξεταζοντας τα επιπεδα της τεστοστερονης μου, και να συμπερανω οτι με ποθει εξεταζοντας τα επιπεδα των οιστρογονων της. Καπου ομως και θα νοιωσω, η και θα της πω το "σε ποθω", και θα δω τον ποθο επανω της.

Οσο περισσοτερο εμμενουμε στο βιβλιο της γνωσης, τοσο περισσοτερο εγκλωβιζομαστε σ' ενα μικρο και αδυναμο και τελικα τρομαγμενο εγω. Ενδεχομενως η γνωση, οταν ειναι γυμνη, ακρατη, δηλαδη αυτιστικη γνωση, καταληγει παρανοϊκο παραληρημα.

Η πραγματικοτητα βεβαια δεν μπορει να χαθει ολοτελα. Δηλωνεται τουλαχιστον ως αισθηση οτι "κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της Δανιμαρκίας". Απο εδω ερχονται τα αφορητα βασανα που υποφερει ο Schreber, οι επανειλημμενες αποπειρες να βαλει τελος στη ζωη του. Απο εδω ερχεται και η αντιληψη που θελει την ειδηση, το νεο, το φλεγον να ειναι το ξενο, το απαραδεκτο, το προβλημα, και που θελει τη ζωη να ειναι αγωνας και πονος και βασανο.

Ο Αριστοτελης γραφει πως ειναι αμορφωσια να μη γνωριζεις για ποια πραγματα χρειαζεται αποδειξη και για ποια οχι. Χρειαζεται μια μορφωση για την παραιτηση απο την εμμονη στο βιβλιο της γνωσης. Χρειαζεται δηλαδη μια μεγαλυτερη ελευθερια στην σχεση μας με την γνωση. Αυτη η ελευθερια ειναι δυνατη μονο μεσα σε εναν κοσμο που ειναι φιλοξενος, που ειναι προθυμος για το ξενο, εναν κοσμο οπου η διαφορα δικου και ξενου δεν ειναι τοσο ατεγκτη, τοσο απολυτη. Τοτε το καστρο της γνωσης θα ηταν ανευ αντικειμενου, καθως το καθε τι θα εβρισκε εμπρος του ανοιχτες πορτες και παραθυρα.

Τοτε ολα θα μπορουσαν να ειναι εδω, φιλια μεταξυ τους, π.χ., οπως λεει ο Διονυσης Σαββοπουλος σ' ενα παλιο τραγουδι, "ο φονιάς με το θύμα αγκαλιά, ο γραμματέας μαζί με τον αλήτη κι η παρθένα με τον σατανά".

Η παλι, ο Οδυσσεας Ελυτης στον Πικασσο: "Ολοενα χτιζουν μαυρες πετρες γυρω μας - αλλα συ γελας / Μαυρα τειχη γυρω μας - αλλα συ μεμιας / Ανοιγεις πανω τους μυριαδες πορτες και παραθυρα / ... / Έτσι που να μη μαχεται πια κανενα το αλλο / Έτσι που να μη μαχεται πια κανεις τον αλλον / Να μην υπαρχει εχτρος / Πλαι-πλαι να βαδιζουνε το αρνι με το λεονταρι"

Η, ενα χαϊκου του Bashô: "Κοιμομασταν ολοι κατω απ' την ιδια σκεπη: / Πορνες κι ανθοι σπαρτων, / το φεγγαρι κι εγω."

Η ψυχοθεραπεια θα μπορουσε να εχει και την αποστολη του εγκλιματισμου σ' αυτον τον φιλικο, φιλοξενο κοσμο.


Περίληψη
έστι γαρ απαιδευσία το μη γιγνώσκειν τίνων δει ζητείν απόδειξιν και τίνων ου δει [...]
Αριστοτέλης

Το φαινόμενο της παράνοιας θα συζητηθεί στην οπτική ενός συνείναι το όποιο έχει συρρικνωθεί και εστιαστεί σχεδόν απόλυτα στο πεδίο της γνώσης.
Ο παρανοϊκός έχει απάντηση για τα πάντα. Υπάρχει δυσανεξία στην άγνοια και το λάθος, στην αμφιβολία, στο περίπου, στο αδιεξοδο.
Η παρανοϊκή σχέση με τον κόσμο γίνεται παραλήρημα εκεί που ο έλεγχος της πραγματικότητας θυσιάζεται για χάρη της απάντησης.
Με άξονα την φράση του Αριστοτέλη θα συζητηθεί τέλος το πως και το πότε η γνώση επιστρατεύεται ως άμυνα απέναντι σε έναν κόσμο που εμφανίζεται ως σαρωτική απειλή.

PDF