Κώστας Γεμενετζής - ψυχαναλυση

Γεραματα, εκτος και εντος εισαγωγικων, και επι τα αυτα

Γεραματα, εκτος και εντος εισαγωγικων, και επι τα αυτα

Στην παρασταση της Γεωργιας Μαυραγανη αναφερεται το 3ο στασιμο απο την τραγωδια του Σοφοκλη "Οιδιπους επι Κολωνω". Εδω ο χορος μιλα για τα επονειδιστα γηρατεια που μπαινουν τελευταια στη ζωη μας

ανευρα, αφιλα, ασυντροφευτα, οπου του κοσμου τα χειροτερα κακα συγκατοικουν.

Η κατακλειδα μιας ζωης η οποια, λεει ο χορος, οταν περασει η αμυαλια της νιοτης, ειναι γεματη απο μοχθους και πονους,

φθονο και στασεις, μαλωματα και μαχες και φονους

Στην Ιλιαδα ο Τυδεας, πριν φανερωσει στον Διομηδη την καταγωγη του, λεει:

οἵη περ φύλλων γενεὴ τοίη δὲ καὶ ἀνδρῶν.
φύλλα τὰ μέν τ' ἄνεμος χαμάδις χέει, ἄλλα δέ θ' ὕλη
τηλεθόωσα φύει, ἔαρος δ' ἐπιγίγνεται ὥρη·
ὣς ἀνδρῶν γενεὴ ἣ μὲν φύει ἣ δ' ἀπολήγει.

Σαν το γενος των φυλλων ειναι κι αυτο των ανθρωπων. Αλλα φυλλα ο ανεμος τα σκορπαει καταχαμα, αλλα παλι, σαν ερθει η ωρα της ανοιξης, αναφυει το θαλερο δασος. Ετσι και το γενος των ανθρωπων: το ενα φυτρωνει και το αλλο αποληγει.

Οι γεροι ειναι σαν τα γερικα φυλλα, σαν πατσαβουρια, "ανευρα", που λεει κι ο χορος, πανευθραυστα, ετοιμα να τα σαρωσει ο φθινοπωρινος ανεμος. Αχαρη αποληξη μιας ζωης γεματης κοπους και βασανα.

Γῆρας οὐλόμενον

γραφει ο Ησιοδος στην Θεογονια. οὐλόμενος, καταραμενος, απο το ρημα ὄλλυμαι: χανομαι, καταστρεφομαι.

Και στον ομηρικο υμνο Εἲς Ἀφροδίτην, λεει η Αφροδιτη (244-246):

νῦν δέ σε μὲν τάχα γῆρας ὁμοίιον ἀμφικαλύψει

νηλειές, τό τ᾽ ἔπειτα παρίσταται ἀνθρώποισιν,

οὐλόμενον, καματηρόν, ὅτε στυγέουσι θεοί περ.

μα γρηγορα τα γηρατεια, τα κοινα σε ολους, θα σε πλακωσουν, τα ανηλεη, που καποια ωρα θα παρευρευρεθουν στους ανθρωπους, τα ολεθρια, τα κουραστικα, τα μισητα κι απο τους θεους

Για αυτην τη ζωη μιλα ο χορος, και ξεστομιζει εκεινο το ανηκουστο (στ. 1224 κ.ε.):

μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νι- [αντ.]

κᾷ λόγον· τὸ δ᾽, ἐπεὶ φανῇ,

βῆναι κεῖσ᾽ ὁπόθεν περ ἥ-

κει πολὺ δεύτερον ὡς τάχιστα.

να μην εχεις γεννηθει - αυτος ο λογος νικαει ολα τα λογια. Και πολυ δευτερος ειναι τουτος: αν  γεννηθεις, να βαδισεις το γρηγοροτερο κατα κει απ' οπου προερχεσαι

Η ζωη ειναι διαμονη στην "vallis lacrimarum", την "κοιλαδα των δακρυων". Ετσι παραμενει και στον Μεσαιωνα. Ο ανθρωπος, φτερο στον ανεμο, τραγικο ερμαιο της τυχης. "Τυχη, κυβερνητη του κοσμου" - ειναι ενα τραγουδι απο τον 13ο αιωνα:

O Fortuna

velut luna

statu variabilis,

semper crescis

aut decrescis;

vita detestabilis

nunc obdurat

et tunc curat

ludo mentis aciem,

egestatem,

potestatem,

dissolvit ut glaciem.

Ω Τυχη

που σαν το φεγγαρι

αλλαζεις συνεχεια

παντα μεγαλωνεις

και μικραινεις.

Μισητη ζωη

τωρα βασανιζει

και κατοπιν γλυκαινει

εμπαιζοντας τον οξυ νου,

ανεχεια,

δυναμη,

τις λειωνει σαν παγο

Το ακουμε στην μελοποιηση του Carl Orff: Fortuna Imperatrix Mundi.

Καποτε φτανει η ωρα που ο ανθρωπος σηκωνει κεφαλι. Το 1637 ο γαλλος φιλοσοφος René Déscartes εκδιδει μια μελετη με τον τιτλο Discours de la méthode, "Λογος περι μεθοδου". Εκει γραφει τα εξης:

... ειναι δυνατο να φτασουμε σε γνωσεις που ειναι πολυ χρησιμες στη ζωη, και ... μπορουμε να βρουμε μια πρακτικη με την οποια να γνωρισουμε την δυναμη και τα εργα της φωτιας, του νερου, του αερα, των αστρων, των ουρανων κι ολων των αλλων σωματων που μας περιβαλλουν ..., ετσι που να τις εφαρμοσουμε ... σ' ολες τις χρησεις για τις οποιες ειναι καταλληλες, κι ετσι να καταστουμε κυριοι και κατοχοι της φυσης.

Ακολουθει η επελαση της επιστημης, η Γαλλικη, η Βιομηχανικη Επανασταση. Ο γερος παλιοτερα συμμετειχε στη ενεργο ζωη οπως και οσο τον πηγαιναν τα ποδια του. Η υγειονομικη και οικονομικη διασφαλιση των γηρατειων του, που πλεον λιγο-πολυ ξεκινουν με την εξοδο στην συνταξη, με ολα τα καλα της, εχει ενα τιμημα: γινεται αχρηστος, απομονωνεται περισσοτερο, βαριεται, σκοτωνει τον χρονο που του απομενει.

Μες στα παληα τα σωματα των τα φθαρμενα
καθονται των γεροντων η ψυχες.
Τι θλιβερες που ειναι η πτωχες
και πως βαρυουνται την ζωη την αθλια που τραβουνε.
Πως τρεμουν μην την χασουνε και πως την αγαπουνε
η σαστισμενες κι αντιφατικες
ψυχες, που καθονται - κωμικοτραγικες -
μες στα παληα των τα πετσια τ’ αφανισμενα.

Με την μεταλλαξη του τροπου ζωης στην βιομηχανικη εποχη, συχνα τον διακατεχει απογοητευση και οργη για τα χρονια που εζησε, οπως τα εζησε, για ονειρα που εμειναν ονειρα. Viktor Eberhardt, απο το μυθιστορημα του ελβετου λογοτεχνη Gerold Späth Commedia:

Δες τα πως κουρνιαζουν τα γερικα καυλιαρικα ορνια, κι οι αχυροσακκοι κι οι ψωλες τους τρεμουλιαζουν σα σκουριασμενα γλωσσιδια στα προστατοσωβρακα. Καπνιζουν και ρουθουνιζουν και σαχλαμαριζουν για τα παλια, οι κωλογεροι. Τους μισω, μα ελα που ειμαι κι εγω ενας απο δαυτους, 67 χρονων κι απο μερα σε μερα σαπιζω κι αποβλακωνομαι περισσοτερο. Παλια! Και τι δε γινοταν! Δουλευαμε σαν τα βοδια, αντι να τα σπασουμε στο ξυλο τα γουρουνια και να τα ποδοπατησουμε και να τα λιωσουμε, τα βρωμοσκυλα, τους λογαδες κυριους πολυκερδους. Με τις βιλες τους. Μη μου πειτε τιποτα! Την πατησαμε περα για περα. Μας πατησανε. Μας τη στησανε με προοπτικες γι’ αυξηση του μισθου, περισσοτερο ελευθερο χρονο, περισσοτερες κοινωνικες παροχες και τετοια ζεστα γελαδοσκατα. Τωρα τα 'χουμε κι ειμαστε γερικα σακια. Στα 30 μου μπορουσα ν’ αλωνιζω παντου. Και τωρα τι, να παρει ο διαολος; Ν’ ακουω τα ξερατα σας; Ρεμαλια ηρωων της ζωης! Μα δεν ειναι για να κρεμαστεις. Γιατι ο ηλιος λαμπει. Γιατι δε σε υποχρεωνουν. Γιατι αργοτερα, η ισως κι αυριο, θα τα τιναξεις, κι αυτο ειναι παντα πολυ νωρις. Χες τα! Ωραια ειναι μονο που ακομα δεν εχεις ψοφησει, οταν ομως το 'χεις πισω σου κι εχεις αρχισει κιολας να σαπιζεις, δεν φερνεις αντιρρηση. Ετσι κι αλλιως δεν τη γλιτωνεις. Σουρωνω σιγα-σιγα απ’ το μεσημερι ολο τ’ απογεμα μεχρι αργα τη νυχτα. Μολις και φτανει. Μα γιατι κανεις ξερνα τ’ αντερα του δεκαετιες τωρα; Τα τρια παιδια μου φευγατα. Οι δυο μου γυναικες κουραστηκαν. Ζω με τις φαντασιες μου μονο κι οι αλλοι αμολανε σαχλες απ’ το πρωι ως το βραδυ η εκτρεφουν κουνελια η κοπροσκυλα η καταριουνται τ’ αχαριστα παιδια τους η υμνουν τα προκομμενα παιδια τους, ολα τους νεαροι ηρωες, κιολας βηματιζουν σπασικλαδικα και προκομμενα μεσα στα δοκανα. Μπορεις να τους εμπιστευεσαι, τους νεαρους κωλους, το ξερω, και τα βρωμοσκυλα το ξερουν ακομα καλυτερα.

Και σημερα; Στην μεταβιομηχανικη εποχη; Οσον αφορα το θεμα μας, θα περιοριστω σε ενα χαρακτηριστικο αυτης της εποχης: την διαφορετικη εμπειρια του χρονου. Αναφερομαι στον χαμο της διαρκειας. Τα Χριστουγεννα, για παραδειγμα. Πλεον δεν παραπεμπουν στην παμπαλαιη αφηγηση που καθε χρονο ξαναγυρνα. Εχουν μεταλλαχθει σε ενα επεισοδιο του σιριαλ που λεγεται "ζωη". Που θα παμε αυτα τα Χριστουγεννα; Τι θ' αγορασουμε αυτα τα Χριστουγεννα; Τι θα φαμε αυτα τα Χριστουγεννα; Και τελειωνοντας "αυτα τα Χριστουγεννα", οδευουμε προς το επομενο επεισοδιο του σιριαλ. Στην πολιτικη, στην κοινωνικη ζωη, στον αθλητισμο πραγματα και προσωπα, αν οι μορφες τους δεν επανερχονται στην τηλεοραση και στο διαδικτυο, ξεχνιουνται οπως χανονται τα αυλακια που κανει το καραβι στη θαλασσα. Η γνωση, που επισης συνιστα μια αφηγηση με αρχες, εξελιξη, ερωτηματα, προοπτικες, χανεται. Την θεση της παιρνει η πληροφορια, που δηλωνει το προκειμενο ως ενα στιγμα, ενα δεδομενο, τοσο φτωχο και αφασικο οσο οι συντεταγμενες στις οποιες αποξηραινεται ολος ο πλουτος π.χ. απο ενα υπερωκεανειο που, Εμπειρικος, τραγουδα και πλεχει. Ο ερωτας δεν θα σε ριξει στην μαυρη τρυπα του, δεν θ' ανοιξει μια περιπετεια αβυσσαλεα οπως ο σεισμος που ανοιγει ενα χασμα στη γη. Ο ερωτας ονομαζει πλεον ενα παθος που ζητα να ικανοποιηθει με το σωμα του Αλλου οπως η πεινα με το φαγητο.

Μιλαμε για την διαρκεια που χανεται. Και καθως η τεχνη ξερει να αποδιδει μια εποχη ουσιαστικοτερα απο την επιστημη, και καθως η διαρκεια ειναι χρονικο φαινομενο, θα σας δωσω δυο παραδειγματα απο την τεχνη που ειναι κατεξοχην χρονος, την μουσικη. Εδω, στις παλιοτερες εποχες, η διαρκεια, που θα πει, η αφηγηση, αποτυπωνεται ως μελωδια: My Way.

And now, the end is near

And so I face the final curtain

My friend, I'll say it clear

I'll state my case, of which I'm certain

I've lived a life that's full

I've traveled each and every highway

But more, much more than this

I did it my way

Και τωρα το τελος ειναι κοντα

Κι ετσι ειμ' εμπρος στην τελικη αυλαια

Φιλε μου, θα το πω καθαρα

Θα δηλωσω τη θεση μου, κι ειμαι σιγουρος γι' αυτην

Εζησα μια ζωη που ειναι γεματη

Ταξιδεψα σε καθε, μα καθε μεγαλο δρομο

Μα πιο πολυ, και πανω απ’ ολα,

Το εκανα με τον δικο μου τον τροπο

Η αφηγηση μπορει βεβαια να αφορα και το τωρα, και τα επερχομενα. "Τουτη την νυχτα, η ποτε". Γερμανικο τραγουδι απο το 1932. Heute Nacht oder nie:

Heute Nacht oder nie sollst du mir sagen nur das Eine: Ob du mich liebst.

Τουτη τη νυχτα, η ποτε: πες μου αυτο το ενα, αν μ' αγαπας

Heute Nacht oder nie will ich dich fragen, ob du deine Liebe mir gibst.

Τουτη τη νυχτα, η ποτε: θελω να σε ρωτησω αν την αγαπη σου θα μου δωσεις

Heute Nacht oder nie will ich für dich allein nur singen bis morgen früh

Τουτη τη νυχτα, η ποτε: θελω να τραγουδαω για σενα μονο ως το πρωι

Nur die Melodie: Heute Nacht oder nie.

Μονο τη μελωδια: Τουτη τη νυχτα, η ποτε.

Σημερα, στην εποχη της κατακερματισμενης διαρκειας, ακουμε αλλα πραγματα. Για παραδειγμα το συγκροτημα Swans στο τραγουδι Screen Shot Swans, Screen Shot.

Love, child, reach, rise; sight, blind, steal, light

Mind, scar ...

Αγαπη, παιδι, φτανω, υψωνομαι. Θεα, τυφλος, κλεβω, φως

Νους, ουλη ...

Μελωδια ειναι σχεδον ανυπαρκτη. Ανυπαρκτη ειναι και η αφηγηση. Απλα λεξεις πεταμενες εδω κι εκει χωρις νοημα, χωρις να δονουν σ' εμας τιποτα. Μας δονει ο ρυθμος. Ποιος ρυθμος; Στην παλαιοτερη μουσικη ο ρυθμος δινονταν απο το μουσικο μετρο, π.χ. τα ¾ του βαλς, τα ⁶/₈ της βαρκαρολας, τα ⅞ του συρτου καλαματιανου. Το μουσικο μετρο ηταν ο καμβας στον οποιο υφαινονταν η μελωδια, ο κορμος στον οποιο περιτυλιγονταν κι ανεβαινε το τραγουδι οπως ο κισσος στο δεντρο. Σημερα συχνα το μετρο μενει γυμνο, οπως το παιζουν τα μπασα, που δινουν απλα ρυθμο οπως τα τυμπανα στο στρατιωτικο αγημα. Αυτος ο ρυθμος συγγενευει με τον αρχαϊκο εκεινον των χτυπων της καρδιας, η της εισπνοης και της εκπνοης. Γι' αυτο και τα βαρια αυτιστικα, η καθυστερημενα παιδια, εχοντας στη διαθεση τους μονο εκεινο το πρωτο, αρχεγονο δυναμικο του εμβιου οντος,  κινουνται συνεχεια μπρος-πισω σ' εναν τετοιο πρωτογονο, μονοτονο, επαναλαμβανομενο ρυθμο. Και δεν βρισκονται πολυ μακρυα τους οι νεοι και γεροι που σημερα "χορευουν" σε μια μουσικη οπως η τελευταια.

Οταν λεμε "γερος" μιλαμε και για το παιδι, τον νεο και τον ενηλικα που δεν ειναι πια, μιλαμε για τον νεκρο που δεν ειναι ακομα. Η ιδια η λεξη αφηγειται πραγματα, αφηγειται μια ιστορια ζωης και θανατου. Ο ανθρωπος της σημερινης εποχης που ειναι, η θα γινει 70 και 80; Στον βαθμο που δεν ζει στο κλιμα προηγουμενων δεκαετιων και αιωνων, στον βαθμο που ειναι οντως ανθρωπος της σημερινης εποχης, δεν διαρκει, δεν διαγει στον χρονο, κι ετσι η λεξη "γερος" δεν εχει να αφηγηθει τιποτα. Ειναι μια λεξη νεκρη. Η εποχη μας δεν γνωριζει ουτε νεους ουτε γερους. Κινουμαστε σε ενα ισοηλεκτρικο συνεχες  του χρονου οπου οι μικροι ειναι μικρομεγαλοι και οι μεγαλοι μεγαλομικροι.

Ισως η πιο υπουλη καταλυση της διαρκειας ειναι αυτη της διαρκειας διχως τελος. Στην ερημο του φοβου, για τον οποιο θα ακουσουμε απο την Κατερινα Αγγελακη-Ρουκ, στην ερημο του φοβου ο αντικατοπτρισμος προβαλλει εμπρος στα ματια του φοβισμενου μια οαση, ενα φαινομενικα γλυκο παραμυθι που λεγεται "ageless ageing", "αν-ηλικη γηρανση". Στον βωμο του οι Αμερικανοι εναποθετουν καθε χρονο καπου 50 δισεκατομυρια για φαρμακα που υποτιθεται οτι επιμηκυνουν την ζωη. Η ακραια μορφη του παραμυθιου ειναι οι transhumanists, "μετανθρωποι". Ενα μανιφεστο τους λεει:

Προσβλεπουμε στην δυνατοτητα της διευρυνσης του ανθρωπινου δυναμικου υπερνικωντας την γηρανση, τις γνωστικες ανεπαρκειες, τα ακουσια βασανα και τον εγκλεισμο μας στον πλανητη γη.

Οι σημερινες επεμβασεις της πλαστικης χειρουργικης ειναι λοιπον μονο η απαρχη. Ομως ηδη αυτα που τωρα υπαρχουν, μεταμορφωνουν καποιον, το βλεπουμε καθημερινα στις οθονες και στον κυκλο μας, τον παραμορφωνουν, τον "κακοφορμιζουν", οπως λεει η Κατερινα. Η μορφη του πλησιαζει το cyborg. Γινεται, με μια εκφραση του Jean Baudrillard, "υπερπραγματικος" ανθρωπος.

Digital Ageing.PNG

Βεβαια η φθορα, παρολη την τεχνολογια, ερχεται, και "οι Μηδοι επιτελους θα διαβουν". Καποτε ερχεται αργα-αργα, καποτε σκαει ενας καρκινος, καποιο εμφραγμα και παει λεγοντας. Αυτα τα συμβαντα, καθως δεν ακουμπανε στο λικνο μιας ιστοριας ζωης, αιφνιδιαζουν, εκπλησσουν, πανικοβαλλουν. Ερχονται παντα σε λαθος χρονο. "Σαστισμενες κι αντιφατικες ψυχες", λεει ο ποιητης. Η ιδια η φθορα γινεται αντιληπτη περισσοτερο ως αναπηρια. Ποια ειναι η διαφορα; Η αναπηρια μπορει να συμβει σε οποιαδηποτε ηλικια και ειναι μια λεξη στερητικη. Τα γεραματα, οταν μπορουσαμε να μιλαμε για γεραματα, ειναι ενας χρονος και ενας τοπος στον οποιο καποιος, σαν ερθει η ωρα του, εισερχεται και τον κατοικει. Σημερα αυτα τα γεραματα τεινουν να γινουν, εχουν γινει μια ξενη, μια νεκρη γλωσσα. Στο ποιημα της Κατερινας υπαρχουν οι στιχοι

Φοβος για την καταρρευση
της φυσης, του κορμιου, του κοσμου.

Ενδεχομενως σημερα ο φοβος δεν ειναι η κυριαρχη διαθεση απεναντι στα γεραματα που εισβαλλουν. Διοτι φοβασαι μονο κατι που ξερεις, η νομιζεις πως ξερεις. Ομως ο σημερινος ανθρωπος αντικρυζει την καταρρευση οπως θα στεκοταν εμπρος σε μινωικη γραφη: δεν του λεει τιποτα. Ισως ομως και να καταλαμβανεται απο ενα αλλο ειδος φοβου, εναν φοβο που συνανταμε περισσοτερο στα μικρα παιδια - κατι το μυθικο, το απεραντα ζοφερο, που παει να σε ρουφηξει και να σε βυθισει στον σκοταδι του, να σε σκοτεινιασει τον ιδιο, και που ειναι πιο τρομερο κι απο την οποια απωλεια, πιο φοβερο κι απ' τον θανατο. Και οπου δεν υπαρχει πλεον καμια αγκαλια που να μπορεις να πας και να κουρνιασεις στην θαλπωρη της.

Πολυ συχνα, οπως ανεφερα, κανεις δεν φτανει καν στον φοβο. Η ελλειψη της διαρκειας, που θα πει συναμα η αναιθησια για την περατοτητα, κανει καποιον να αναλωνεται σε κατι που ειναι πιο δυνατο απο την φθορα και τον θανατο. Οπως για παραδειγμα, η διαχειριση. Κανεις μανατζαρει την ζωη του και αυτη η απασχοληση μπορει να τον απορροφα μεχρι τελους, μεχρι και την διαχειριση της εκπτωσης, της ασθενειας, της διαθηκης. Υπαρχουν και αλλα πραγματα στα οποια μπορει μια ζωη να εξαντλειται: η αγαπη, ο ερωτας, η ενοχη, το μισος και η εκδικηση, η αυταρεσκεια, η γνωμη των αλλων, αλλα και παθη κι επιθυμιες και ορμες που δεν εννοουν να παρελθουν, ενω εχει παρελθει ο χρονος τους - βλεπε viagra, τεστοστερονη και τα παρομοια.

Η, κατι σαν αυτο που μου συμβαινει τωρα που γραφω τις τελευταιες γραμμες και επιμενω ν' αναζητω ενα ωραιο τελειωμα - λες και η ζωη αποκτα ποτε πληροτητα και ολοκληρωση!

(Τελος του εκφωνηθεντος κειμενου)

Ομως πως οριζονται τα γεραματα; Οι κοινωνιολογοι τα εννοουν ως την μεταβαση απο την αναπτυξη στην συντηρηση και στην διαχειριση των απωλειων. Ομως ποια ειναι η εμπειρια του "γερναω"; Θα μπορουσε να γινει μια διακριση αναμεσα στο αυτοπροσδιοριζομενο και στο ετεροπροσδιοριζομενο γηρας.

Το δευτερο, το ετεροπροσδιοριζομενο γηρας. Η εμπειρια του ερχεται απο την συγκριση με το πριν: Πριν λιγο καιρο βρεθηκα σ' ενα γηπεδο μπασκετ, κατω απο το καλαθι. Εβλεπα το στεφανι και απορουσα: εγω ημουν που μαθητης, δηλαδη πριν απο πενηντα και βαλε χρονια, πηδαγα και το εφτανα; Απιστευτο! Στο μετρο, οταν πλεον καποιες φορες μου προσφερουν την θεση τους να καθησω. Εμενα; Πως το σκεφτηκαν; Οι φωτογραφιες, οταν αρχισαν τα μαλλια μου να πεφτουν. Οταν βλεπω μια μορφη κουρασμενη, ρυτιδιασμενη, σαν το σαπιο φυλλο, με την εκφραση του Ομηρου: Εγω ειμαι αυτος;

Ο αυτοπροσδιορισμος τωρα. Εδω τα πραγματα αλλαζουν. Διοτι ελευθερος απο συγκρισεις, μενοντας στον χρονο μου, το στεφανι ειναι απλα πολυ ψηλα, τα μαλλια κι η φαλακρα μου ειναι οπως ειναι, στο μετρο μπορω να δεχτω την θεση, η να αρνηθω, αναλογα με το ποιος μου την προσφερει, αν ειμαι κουρασμενος, κλπ. Ετσι ειμαι, απλα.

Και η εμπειρια των γηρατειων; Ποτε ονομαζονται με το ονομα τους; Η πρωτη φορα ηρθε πριν καπου δεκα χρονια κατα την συγγραφη μιας ομιλιας. Εκει αναφερομαι σε μια φραση απο το δοκιμιο του Γιωργου Σεφερη "Γλωσσες στον Αρτεμιδωρο", που μου εντυπωθηκε. Στην ομιλια λεω:

Υπηρξαν στη ζωη μου καποιες στιγμες που, οπως λεμε, "εγραψαν" - με συγκινησαν, με σημαδεψαν, πηραν μια μονιμη θεση στον κοσμο, τον στιγματισαν. Αρχικα και για μεγαλο διαστημα παρεμεναν βουβες. Επιμονες και αμετακινητες. Τα τελευταια χρονια λοιπον μου συμβαινει κατι πρωτογνωρο: Τυχαινει καποτε να εχω μια αναλαμπη. (...) Τοτε καποια απ' αυτες τις αλλοτινες στιγμες ανασαλευει. (...) Γινεται οικεια, μπορω και συνομιλω μαζι της. Το ονομα που μου ηρθε γι' αυτες τις εμπειριες, δεν ξερω πως κι απο που, ηταν "γεραματα".

Ποιος ειναι αυτος που γερναει; Το ειδωλο των συγκρισεων; Σ' αυτες εγω ετεροπροσδιοριζομαι, δηλαδη εχω μια εικονα του εαυτου μου μεσα απο την αναφορα σε ενα πριν, σε ενα ειδωλο στον καθρεφτη, στο βλεμμα των αλλων. Φυσικα ειμαι εγω, ομως και δεν ειμαι εγω.

Ποιος ειναι αυτος που γερναει; Στην εμπειρια μου οπου τα γεραματα ονομαζονται; Η λεξη ηρθε. Δεν ειμαι γερος, δεν νοιωθω γερος. Βλεπω γεραματα. Που τα βλεπω; Σε ποιον τα βλεπω; Η λεξη ηρθε. Απροσωπα. Σκεφτομαι και τα λογια της Αφροδιτης που αναφερθηκαν προηγουμενως: Το γηρας παρίσταται ἀνθρώποισιν, παρευρισκεται στους ανθρωπους, τους παρα-στεκεται, ερχεται κοντα τους. Ας το ακουσουμε οπως λεγεται, διχως να το παραφραζουμε στην γλωσσα ενος υποκειμενου, οπου θα ηταν το υποκειμενο, θα ημουν εγω, που γερναω. Το γηρας παρίσταται, ερχεται και με βρισκει. Το γηρας δεν ειμαι εγω. Δεν ειναι ενα υποκειμενο και γι' αυτο δεν εχει προσωπο. Ερχεται, απροσωπα και με συναντα. Με συναντα και με κανει εναν αλλο, με αποπροσωποποιει. Για αυτην την αποπροσωποποιηση εγραψα πριν δυο χρονια:

Ισως πλεον εχει να κανει και με την προχωρημενη μου ηλικια, αυτην που οι παλιοτεροι, που ζουσανε και πεθαινανε συντονοι με τον χρονο, αποκαλουσαν "γεραματα". Ενα χαρακτηριστικο των γηρατειων ειναι λοιπον οτι κανεις, μετα απο τα πολλα "του κυκλου τα γυρισματα", στην γειτονευση πια με τον θανατο, χανει την ντροπη: Σε εναν αγνωστο μου, π.χ. στο μετρο, οταν ζητω να περασω για να κατεβω στην επομενη σταση, θα απευθυνθω με μια οικειοτητα σαν να τον ηξερα απο παντα. Κι αυτο ειναι ενα φαινομενο αποπροσωποποιησης: Τα προσωπα μας, δηλαδη ανθρωποι, αυτος κι εγω, με ολοτελα διαφορετικη ιστορια, αναφορες, προσωπικοτητες, ειναι παντελως αδιαφορα. Η οικειοτητα, με την οποια του, η της, απευθυνομαι, ειναι μια τελειως αλλη, που δεν βασιζεται σε τιποτα που θα μπορουσε να μας ενωνει, η να μας χωριζει.

Πολλοι απο αυτους τους ανθρωπους θα μπορουσαν να ειναι παιδια μου. Τι θα πει αυτο το "θα μπορουσαν"; Δεν τους βλεπω σχεδον σαν παιδια μου; Δεν ειμαι ενας, αποπροσωποποιημενος, πατερας τους;

Η αποπροσωποποιηση του γηρατος συμβαινει επανω σε ενα κεκλιμενο επιπεδο οπου κυλωντας το σωμα φθινει: γινεται ολο και περισσοτερο ανυποστατο. Στην χαμενη τραγωδια του Ευριπιδη "Αιολος" ενας γερος λεει:

γεροντες ουδεν εσμεν αλλο πλην οχλος

και σχημ', ονειρων δ' ερπομεν μιμηματα

εμεις οι γεροι δεν ειμαστε παρα …

σκηνωματα και ερπουμε πανω στη γη, απομιμησεις ονειρων

Αυτο θα πει οτι απεναντι στον Αλλο ο γερος, με την υποσταση του να φθινει, στεκει διχως αντισταση: διχως επιθυμια και φοβο, διχως ανταγωνισμο και συγκρουση, μαλιστα κενος καθε προθετικοτητας. Ακριβως αυτο το στοιχειο του γηρατος ηρεμει τον Αλλο, διοτι τον απαλλασσει απο την πιεση της ανταποκρισης. Τον κανει φιλικο και προσηνη. Για αυτην την κοπωση, οχι απο εξαντληση αλλα απο την καταληψη του σωματος απο το ανυποστατο, ο Peter Handke γραφει:

Μιλω εδω για την κοπωση σε καιρο ειρηνης, στα μεσοδιαστηματα. Και σ' εκεινες τις ωρες υπηρχε ειρηνη (...). Και το εκπληκτικο ειναι πως η κοπωση μου εκει εμοιαζε να συντελει στην προσκαιρη ειρηνη, καθως το βλεμμα της καθε φορα ηρεμουσε, μαλακωνε - αφοπλιζε εκφρασεις της βιας, της εριδας, η και μονο καποιας αγενειας ηδη στο ξεκινημα τους...

Πως λυνονται τα προβληματα: Ενας γερος

Στου καφενειου του βοερου το μεσα μερος
σκυμενος στο τραπεζι καθετ’ ενας γερος·
με μιαν εφημεριδα εμπρος του, χωρις συντροφια.

Και μες των αθλιων γηρατειων την καταφρονια
σκεπτεται ποσο λιγο χαρηκε τα χρονια
που ειχε και δυναμι, και λογο, κ’ εμορφια.

Ξερει που γερασε πολυ· το νοιωθει, το κυτταζει.
Κ’ εν τουτοις ο καιρος που ηταν νεος μοιαζει
σαν χθες. Τι διαστημα μικρο, τι διαστημα μικρο.

Και συλλογιεται η Φρονησις πως τον εγελα·
και πως την εμπιστευονταν παντα — τι τρελλα! —
την ψευτρα που ελεγε· «Aυριο. Εχεις πολυν καιρο.»

Θυμαται ορμες που βασταγε· και ποση
χαρα θυσιαζε. Την αμυαλη του γνωσι
καθ’ ευκαιρια χαμενη τωρα την εμπαιζει.

.... Μα απ’ το πολυ να σκεπτεται και να θυμαται
ο γερος εζαλισθηκε. Κι αποκοιμαται
στου καφενειου ακουμπισμενος το τραπεζι.

Ο γερος δεν ησυχαζει βρισκοντας απαντησεις. Κουραζεται με τα προβληματα, τα ερωτηματα, κι αποκοιμαται. Ειναι σοφος, οχι μετα απο γνωσεις και προσπαθειες αλλα απο το οτι ετσι ειναι: καποτε ζαλιζεται κι αποκοιμαται. Διοτι τα προβληματα της ζωης καπως ετσι λυνονται: οταν κανεις κουραζεται, τα βαριεται και τα αφηνει να πεσουν κατω. Ο Buson, συνθετης χαϊκου:

Έλα, πάμε για ύπνο!

Ο νέος χρόνος είναι μια

υπόθεση του αύριο.

Αυτη η κουραση απροσωποποποιει, κανει μια ζωη, την ζωη σου, να ειναι, χωρις να σε αφορα,  χωρις να αφηνει καποιο εντυπωμα στο Εγω.  Καβαφης, "Μακρυα":

Θαθελα αυτην την μνημη να την πω...
Μα ετσι εσβυσθη πια... σαν τιποτε δεν απομενει -
γιατι μακρυα, στα πρωτα εφηβικα μου χρονια κειται.

Δερμα σαν καμωμενο απο ιασεμι...
Εκεινη του Aυγουστου - Aυγουστος ηταν; - η βραδυα...
Μολις θυμουμαι πια τα ματια· ησαν, θαρρω, μαβια...
A ναι, μαβια· ενα σαπφειρινο μαβι.

Η μνημη. Τα παρελθοντα χρονολογουνται ολο και περισσοτερο στο "μια φορα κι εναν καιρο": Παλια συμβαντα, παλια προσωπα, παλια τραγουδια, ερχονται, οταν ερχονται, στην αισθηση ενος νεκρου, ενος που τα ξαναζει απο μακρια πλεον, σαν μεσα απο εναν ταφο. Γινονται κυριολεκτικα παρελθοντα, γινεται παρελθων και αυτος ο αλλοτινος που τα εζησε. Καβαφης και παλι, ¨Επιθυμιες":

Σαν σωματα ωραια νεκρων που δεν εγερασαν
και τακλεισαν, με δακρυα, σε μαυσωλειο λαμπρο,
με ροδα στο κεφαλι και στα ποδια γιασεμια —
ετσ’ η επιθυμιες μοιαζουν που επερασαν
χωρις να εκπληρωθουν· χωρις ν’ αξιωθει καμια
της ηδονης μια νυχτα, η ενα πρωι της φεγγερο.

Και σε μια μελοποιηση του Νικολα Σπανου.


Η ψυχαναλυση ως εργο τεχνης

Η ψυχαναλυση ως εργο τεχνης

Η παρομοιωση της τεχνης

Μια διαδικασια, π.χ. ενα επιστημονικο πειραμα, η εκδοση ενος πιστοποιητικου, η παραγωγη ενος προϊοντος, το ιατρικο πρωτοκολλο μιας θεραπευτικης αγωγης, μια πληρωμη στο web banking αντλει την εγκυροτητα της απο το οτι μπορει να επαναλαμβανεται. Η διαδικασια δεν ειναι δεσμευμενη σε εναν τοπο και σε εναν χρονο. Ειναι καθολικη και αχρονη. Μια ψυχαναλυτικη συναντηση δεν επαναλαμβανεται. Το εργο της ψυχαναλυσης σημαδευεται απο την μοναδικοτητα, την εκαστοτητα του τοπου του και του χρονου του. Γι' αυτο δεν μπορει να αναπαρασταθει. Θα σας μιλησω λοιπον για την ψυχαναλυση με παρομοιωσεις. Η σημερινη συγκυρια με προσκαλει σε παρομοιωσεις απο τον χωρο της τεχνης. Θα μιλησω λοιπον για την ψυχαναλυση ως εργο τεχνης.

Τι δεν ειναι η ψυχαναλυση

Ας δουμε τον Jeff Koons, τον ισως πιο επιτυχημενο σημερινο καλλιτεχνη.

Παραθετω απο το προσφατο βιβλιο του γερμανοκορεατη φιλοσοφου Byung-Chul Han "Η διασωση του ωραιου":

Ο Jeff Koons λεει πως ο θεατης των εργων του μπορει να βγαλει μονο ενα απλο "Ουαου". Προφανως για την τεχνη του δεν χρειαζεται καμια κριση, καμια ερμηνεια, καμια ερμηνευτικη, κανενας αναστοχασμος, καμια σκεψη. Παραμενει συνειδητα βρεφικη, μπαναλ, ακλονητα χαλαρη, αφοπλιστικη και ανακουφιστικη. Ειναι αδεια απο καθε βαθος, καθε τρισβαθο, καθε βαθυ νοημα. Ετσι το μοττο του λεει: "Να αγκαλιαζεις τον θεατη". Τιποτα δεν πρεπει να τον συγκλονιζει, να τον πληγωνει, η να τον τρομαζει. Η τεχνη, λεει ο Jeff Koons, δεν ειναι παρα "ομορφια", "χαρα" και "επικοινωνια". ...

(Koons:) "Ο Balloon Dog ειναι οντως ενα θαυμαστο αντικειμενο. Θελει να δυναμωσει τον θεατη στην υπαρξη του. Δουλευω συχνα με υλικο που αντανακλα, που καθρεφτιζει, γιατι αυτοματα ενδυναμωνει τον θεατη στην αυτοπεποιθηση του. Φυσικα σε εναν σκοτεινο χωρο δεν κανει τιποτα. Ομως οταν κανεις στεκεται ακριβως απεναντι απο το αντικειμενο, καθρεφτιζεται πανω του και σιγουρευεται για τον εαυτο του." ... Το μηνυμα της τεχνης του ειναι: "Ο πυρηνας ειναι παντα ο ιδιος: Μαθε να εμπιστευεσαι τον εαυτο σου και την ιστορια σου. Αυτο θελω και να μεταδωσω στον θεατη των εργων μου. Πρεπει να νοιωσει την δικη του ορεξη για ζωη." ...

Η τεχνη του Jeff Koons καταδεικνυει μια σωτηριολογικη διασταση. Υποσχεται μια λυτρωση. Ο κοσμος του λειου ειναι ... ενας κοσμος καθαρης θετικοτητας, στον οποιο δεν υπαρχει κανενας πονος, κανενα τραυμα, καμια ενοχη. Το γλυπτο "Balloon Venus" σε σταση τοκετου ειναι η Μαρια του Jeff Koons.

Ομως δεν γενναει κανεναν λυτρωτη, κανεναν homo doloris με αγκαθινο στεφανι γεματον πληγες, αλλα

ενα μπουκαλι σαμπανια, μια Dom Pérignon Rosé Vintage 2003 που βρισκεται στην κοιλια της.

Ο Jeff Koons αυτοπαρασταινεται ως βαπτιστης που υποσχεται λυτρωση. Δεν ειναι τυχαιο οτι η σειρα γλυπτων απο το 1987 λεγεται "Baptism" (Βαπτιση).

Και αιφνης η παρομοιωση της ψυχαναλυσης με την τεχνη, ως παρομοιωση, μοιαζει να καταρρεει: Η ιδια η τεχνη γινεται θεραπεια. Σε "αγκαλιαζει". Σου δινει "αυτοπεποιθηση" και "ορεξη για ζωη". Συντονιζεται κι αυτη με τον σημερινο τροπο ζωης οπου σε καθε δραστηριοτητα κυριαρχη διασταση αποκτα η προληψη και η θεραπεια, η μεριμνα για την σωματικη και την ψυχικη υγεια: διατροφη, γυμναστηριο, βιολογικα προϊοντα και περιβαλλον, shopping therapy, σχεσεις με τους γονεις, τους συντροφους και τα παιδια μας. Το αστρον λαμπρον που οδηγει αυτην την ζωη ευαγγελιζεται, με τα λογια ενος ψυχολογικου σλογκαν, μια κατασταση οπου "I'm OK, you're OK". Εχει εξαλειφθει ακομα και η αρνητικοτητα της ψυχοπαθολογικης διαγνωσης. Πελατες της νεας ψυχολογιας δεν ειναι πλεον μια απομονωμενη ομαδα "νευρωτικων" και "ψυχωτικων" αλλα ολοι μας. Ολοι μας, που χρειαζομαστε απλα εναν life coach που θα μας βοηθησει να ανακαλυψουμε και να απελευθερωσουμε τις δυναμεις που κρυβουμε μεσα μας, να αναπτυξουμε το απεριοριστο, οπως μας λενε, δυναμικο μας και να πετυχουμε τους στοχους μας. Οι ανθρωποι ειναι κατα βαθος ολοι καλοι, η μερα που ξημερωνει ειναι great, Και οι προπονητες μας αστραφτουν απο καλωσυνη και το χαμογελο της επιτυχιας που θα μας μεταδωσουν:

Ενας κοσμος που σε νανουριζει. Στο καταστημα θα μου δωσουν "αποδειξουλα". Η πεντικιουριστρια που πηγαινα πριν απο δυο χρονια για τους μυκητες στο νυχι του μεγαλου δαχτυλου, μου ζητουσε να βαλω εδω κι εκει το "ποδαρακι" μου.

Γιατι το συνθημα του I'm OK, you're OK ειναι απατηλο; Διοτι δεν μπορω να το διασφαλισω. Μπορω να προγραμματισω τις διακοπες μου ετσι που σ' εκεινον τον τοπο μ' εκεινη την παρεα να ειμαι ΟΚ. Ομως το αν αυτο οντως συμβει, αν, οταν ερθει η ωρα και ειμαι εκει, μ' αυτην την παρεα, αν θα ειναι ΟΚ, ειναι τελειως ανοιχτο. Αν στην εκθεση του Jeff Koons οντως νοιωσω να με αγκαλιαζουν τα εργα του και να με γεμιζουν αυτοπεποιθηση, ειναι αγνωστο. Μια εκπροσωπος του life coaching στην Ελλαδα, η Δρ. Νανσυ Μαλλερου,

γραφει στην ιστοσελιδα της: "Κι εσυ; εχεις ονειρα που μενουν απραγματοποιητα;" Οπως με το παραδειγμα των διακοπων και του Jeff Koons, κατα ποσον με το life coaching τα ονειρα μου πραγματοποιηθουν, θα φανει. Τα ονειρα δεν πραγματοποιουνται οπως μια καλλιεργεια απο ντοματες και αγγουρια - που ακομα κι εδω δεν ειναι σιγουρο οτι τελικα θα εχω ντοματες κι αγγουρια. Ομως ακριβως επειδη αυτο το ροζ συννεφακι, αυτη η θρησκεια της θετικοτητας, ειναι θρησκεια, δεν επηρεαζεται απο τα δεδομενα της εμπειριας. Και θα μενει σε ισχυ, το αστρο του θα λαμπει μεχρι να βρεθει το παιδι που θα αναφωνησει οτι ο βασιλιας ειναι γυμνος...

Ασυμμετρα

1906 gertrude stein.jpg

Το 1905 η Gertrude Stein, αμερικανη συγγραφεας και προσωπικοτητα της κουλτουρας, που εζησε στο Παρισι, ποζαρε για τον Pablo Picasso. 90 συνεδριες. Εξαφνα ο Picasso εσβησε ολοκληρο το κεφαλι και ειπε εκνευρισμενος: "Δεν μπορω να σε δω οταν σε κοιταζω". Το τελειωσε τον επομενο χρονο, διχως την φυσικη της παρουσια, μετα απο ενα ταξιδι στην Ισπανια οπου γνωρισε την αφρικανικη, την ρωμαϊκη και την ιβηρικη γλυπτικη. Οταν καποιος σχολιασε οτι η Stein δεν μοιαζει με το πορτραιτο της, ο Picasso απαντησε: "Θα του μοιασει".

"Δεν μπορω να σε δω οταν σε κοιταζω". Σε τουτο συνισταται η ιδιαιτεροτητα της ψυχαναλυτικης επικοινωνιας. Ο ψυχαναλυτης δεν θα δει και δεν θα ακουσει οπως βλεπει η καμερα και οπως καταγραφει το μικροφωνο. Ουτε και ετσι οπως ο συνομιλητης του εννοει τα λογια του. Θα προσλαβει και θα κοινωνησει τις εικονες και τα λογια σε ενα αλλο φως. Μεταξυ τους υπαρχει ενα διαχωριστικο. Στην ζωγραφικη θα μπορουσαμε να το δουμε στον σαφη χωρισμο μοντελου και ζωγραφου σε πολλους πινακες του Picasso:

1963 2.jpg1963 7.jpg1964 21.jpg

Το καβαλετο δεν ειναι απλα αναγκαιο αντικειμενο της καταστασης. Ειναι εμφατικα διαχωριστικο που δεν επιτρεπει μια αμεση συνδεση (γι' αυτο και το "δεν μου μοιαζει"). Επιτρεπει ενα μινιμουμ συσχετισης (ομοιοτητας), με ενα μαξιμουμ συνυπαρξης ("θα του μοιασεις").

Σ' αυτην την διαφορα αναφερεται μια γνωστη ρηση του Picasso: "Δεν ψαχνω, βρισκω." Το ψαξιμο προχωρα αναζητωντας συνδεσεις. Ειναι γνωστικη λειτουργια, οπως π.χ. μια φροϋδικη ερμηνεια. Το "βρισκω" που δεν ειναι αποτελεσμα του "ψαχνω", ειναι κατι αλλο.

Τετοια προδρομικα λογια απο την πλευρα του ψυχαναλυτη καποτε ερχονται αμεσα, καποτε χρειαζονται τον χρονο τους. Στις ευτυχεις περιπτωσεις κανεις θα "μοιασει" σ' αυτα, θα δει τον εαυτο του σ' αυτο το αλλο φως. Τουτο συμβαινει γιατι δια στοματος του ψυχαναλυτη μιλα ο αναλυομενος, ομως ετσι που δεν ειχε μιλησει ποτε, και ακριβως τουτο ειναι το ιαματικο. Μια φρεσκαδα, τα πραγματα ξαναβαπτιζονται, ο κοσμος επανερχεται στην αρχη του.

"Θα του μοιασει". Πως το ξερει αυτο ο καλλιτεχνης; Και, με τον δικο του τροπο, ο ψυχαναλυτης; Κατα την διαρκεια του Β' Παγκοσμιου Πολεμου λεγεται πως στο Παρισι, στο διαμερισμα του Picasso, ενας γερμανος αξιωματικος ειδε μια φωτογραφια της Guernica. "Εσυ το εκανες αυτο;", ρωτησε. Η απαντηση του Picasso ηταν: "Οχι, εσυ το εκανες."

Ο καλλιτεχνης αφηνει τα πραγματα να ζωγραφιζουν τον εαυτο τους. Ο Cezanne, στην γνωστη του συνομιλια με τον Gaske, λεει για τον ζωγραφο:

Ολη η βουληση του πρεπει να σωπασει. Πρεπει να κανει να βουβαθουν ολες οι φωνες της προκαταληψης, να ξεχασει, να ξεχασει, να κανει σιγη, να ειναι ολοτελα ηχω.

Και ο ψυχαναλυτης; Τα λογια του και οι σιωπες του; Δια στοματος του μιλα και σωπαινει ο αναλυομενος. Ο ψυχαναλυτης ειναι ηχω του. Ηχω απο λογια, λογια του, και ομως λογια του που, οπως ειπα, απ' αυτον ποτε δεν ειπωθηκαν. Αλλα θα τους μοιασει. Με τον Martin Heidegger θα μπορουσαμε να μιλησουμε για "προδραμουσα μεριμνα".

Το αιτημα της Stein θα μπορουσε να ειναι ενα πορτραιτο που να της μοιαζει. Ετσι συμβαινει και με το λεγομενο "αιτημα" των ανθρωπων που προσφευγουν στην ψυχοθεραπεια. Εχουν μια εικονα του εαυτου τους, αυτου που ξερουν, η που θελουν να γινουν, απαλλαγμενου απο ο,τι τους ταλανιζει. Στην πορεια τα πραγματα αλλαζουν, συνηθως χωρις καν να το καταλαβεις.

Πρωτη και τελευταια φορα

Ο Θρασυβουλος Γεωργιαδης ηταν ενας ιστορικος της μουσικης, και μουσικος ο ιδιος, που εζησε το μεγαλυτερο μερος της ζωης του στην Γερμανια. Σε ενα βιβλιο που εκδοθηκε μετα τον θανατο του γραφει για την πραξη του μουσικου, την μουσικη εκτελεση:

Επειδη η μουσικη γνωριζει μονον το Τωρα ως σταθερο, ολα … μπορουν να συμβουν μονον ως πραξη. ομως αυτη η πραξη, η κατεξοχην μουσικη, ειναι χρονος. Ο χρονος με εξαναγκαζει, στο τεντωμενο σχοινι του, στο οποιο αναγκαστικα κινουμαι, να ισορροπω στην εκαστοτε ‹θεση› μου, στο Τωρα, οπως ενας σχοινοβατης. Ομως ετσι βρισκομαι στην περιοχη του πρακτικου, της αποφασης, του ηθικου, της ευθυνης: πρεπει, πρεπει να το τολμησεις. Συνεχως αποφασιζω για το επομενο Τωρα, και το μορφοποιω.

Θα μπορουσαν να ειναι και λογια ενος ψυχαναλυτη. Ανηκει στον ρυθμο της συνομιλιας, οπου καθε ανταποκριση στα λεγομενα και τα σιωπουμενα, ο,τι εχει να ειπωθει, χρειαζεται να ειπωθει τωρα. Λιγο πριν, λιγο μετα - και το πουλι πεταξε. Σε τουτο συνισταται η "σχοινοβασια" του Γεωργιαδη. "Πρεπει να το τολμησεις", ακουσαμε. Αυτο το Πρεπει δεν εχει να κανει με καμια επιβολη ενος αλλου, καμια επιταγη μιας αρχης. Εδω το "Πρεπει" ειναι οντως απροσωπος λογος. Θα σημαινε κατι σαν "αρμοζει", μεσα απο μια αρμογη που υπαρχει στα ιδια τα πραγματα, οπως π.χ. το "πρεπει" στην Μαρια Νεφελη του Οδυσσεα Ελυτη:

Η αληθινη γενναιοτητα / πρεπει να βαφτιστει στο πελαγος / και να φερει κατι απ' το μελτεμι / στους ογδοους οροφους των πολυκατοικιων

"Πρεπει να το τολμησεις". Η τολμη εδω δεν συνιστα ηρωικη δραση. Ειναι περισσοτερο η επαφεση στην στιγμη, χωρις διχτυ ασφαλειας. Οπως στην μουσικη εκτελεση, η στην ψυχαναλυση, οπου μια φραση δεν παιρνει αναβολη, δεν επιδεχεται δευτερη σκεψη, οπου ο,τι ειναι να γινει θα γινει τωρα, η ποτε.

Στην ωρα της πραξης ολα τελειωνουν: αναφορες σε παρελθον και μελλον, κρισεις, συγκρισεις, αυτοπαρατηρηση. Η πραξη ειναι το εμπραγματο Τωρα. Στην πραξη οι γεφυρες με το πριν και το μετα εχουν κοπει. Ειναι οπως ενα λουλουδι κομμενο που, πλεον συγκεντρωμενο στο Τωρα, αναλαμπει στην χαρη της παροδικοτητας του. Απο εδω ξεκινα η τεχνη του Ikebana.

Για το Ikebana ο ιαπωνας στοχαστης Keiji Nishitani

εγραψε ενα μικρο κειμενο.

Οταν καποιος χωριζει το λουλουδι απο την ριζα της ζωης του, τροπον τινα το αποκοβει απο την ψυχη του. Ετσι του αφαιρειται η ενστικτωδης ορμη, το appetitus. Στο λουλουδι αυτη η αποκοπη δινει τον θανατο. Το κανει να πεθανει επι τουτου. Αυτος ο θανατος διαφερει απο τον μαρασμο, που για το λουλουδι θα ηταν ενα ειδος απο-βιωσης η φυσικου θανατου. Κανεις δινει στο λουλουδι τον θανατο προτου αυτο ζησει μεχρι τελους. [...]

Το κομμενο λουλουδι, που πλεον δεν ορεγεται τιποτα, διαγει τον εκαστοτε χρονο του. Διαμενει ολοτελα στο εκαστοτε παρον διχως μεριμνα για το πριν και το μετα. Γινεται ολοτελα χρονος διχως αντισταση εναντιον του. Οπου πηγαινει με τον χρονο, συμφιλιωμενο μαζι του, ο χρονος δεν παρερχεται. [...] Ανακυπτει εν μεσω του χρονου μια ιδιαζουσα διαρκεια, μια διαρκεια διχως συνεχεια, που δεν παριστανει καμια αχρονη απεραντοσυνη, κανεναν σταματημενο χρονο. Ειναι μια εκφανση εκεινης της περατοτητας που ησυχαζει στον εαυτο της, φερει η ιδια τον εαυτο της, που δεν αλληθωριζει προς το "απειρο", που κατα εναν τροπο εχει ξεχασει τον εαυτο της. [...] Ikebana θα πει κατα λεξη: "ζωογονηση του λουλουδιου". Προκειται για μια ιδιαζουσα ζωογονηση. Κανεις ζωογονει το λουλουδι, το υποβοηθει προς μια βαθυτερη ζωντανια δινοντας του τον θανατο. Το ikebana κανει το περατο ως αυτο τουτο να λαμπει διχως το φως της απεραντοσυνης. Ωραια εδω ειναι η καταλαγιασμενη, αταραχη περατοτητα, η ησυχασμενη στον εαυτο της, μια περατοτητα που φωτιζεται διχως να κοιτα περα απο τον εαυτο της. [...]

Στο φως του Ikebana η πραξη, για την οποια γινεται λογος εδω, φανερωνει και μιαν αλλη διασταση. Δεν ειναι μια πραξη που αγεται απο την "ενστικτωδη ορμη", το appetitus, δεν ειναι μια πραξη που αγεται απο την επιθυμια, που ορεγεται και ζητα να σιγασει την ορεξη της. Για την ψυχαναλυτικη συναντηση ο Freud διατυπωνει την λεγομενη "αρχη της αποχης": οι συνομιλητες καλουνται να απεχουν απο καθε ικανοποιηση επιθυμιων: η συνομιλια τους αποκοπτεται απο αυτο που ο Αριστοτελης αποκαλει ὄρεξις, το appetitus. Αυτο αρχικα ακουγεται συχνα ως απαγορευση, ομως με τον καιρο γινεται τροπος επικοινωνιας - και, για καποιες ωρες, και τροπος ζωης. Μια συνομιλια διχως προθετικοτητα, δηλαδη διχως νοσταλγια κι επιθυμια. Ετσι αποκτα περισσοτερο τον χαρακτηρα του Ikebana. Γινεται κατοικηση στην παροδικοτητα.

Φυση

Το 1637 ο γαλλος φιλοσοφος René Descartes

εξεδωσε μια μελετη με τον τιτλο Discours de la méthode, "Λογος περι μεθοδου". Εκει γραφει τα εξης:

... ειναι δυνατο να φτασουμε σε γνωσεις που ειναι πολυ χρησιμες στη ζωη, και ... μπορουμε να βρουμε μια πρακτικη με την οποια να γνωρισουμε την δυναμη και τα εργα της φωτιας, του νερου, του αερα, των αστρων, των ουρανων κι ολων των αλλων σωματων που μας περιβαλλουν ..., ετσι που να τις εφαρμοσουμε ... σ' ολες τις χρησεις για τις οποιες ειναι καταλληλες, κι ετσι να καταστουμε κυριοι και κατοχοι της φυσης.

Τα λογια αυτα συνιστουν ενα μανιφεστο της επιστημης. Η επιστημη επιζητα να τιθασσευσει την φυση. Να την θεσει στην υπηρεσια του ανθρωπου. Διοτι η φυση, απο μονη της, δεν νοιαζεται για τον ανθρωπο. Αν π.χ. μπει ενας πνευμονιοκοκκος στους βρογχους μου, ειναι πολυ "φυσικο" να παθω πνευμονια, και ειναι πολυ "φυσικο" αυτη καποτε να περασει, καποτε παλι να οδηγησει σε αναπνευστικη ανεπαρκεια και στον θανατο.

Καθως επεξεργαζομουν την σημερινη ομιλια εσκασε η παρακατω φωτογραφια:

Μια νοσηλευτρια στο Δρομοκαϊτειο την εδειξε σε εναν τροφιμο και ειχαν εναν διαλογο. Σ' αυτον καποια στιγμη ο τροφιμος λεει:

Η γη δεν ανηκει σε κανεναν. Οι ανθρωποι δεν εδωσαν γη σε αυτο το παιδι για να περπατησει αλλα η γη του εδωσε μια γωνια για να πεθανει. Το χωμα δεν κανει διακρισεις. Τους δεχεται ολους. ασπρους μαυρους κιτρινους...ολους

Η επιστημη αναζητα τροπους να εξημερωσει αυτην την "φυσικη" πορεια, π.χ. για την πνευμονια με την χρηση αντιβιοτικων. Η καθημερινοτητα, π.χ. με μια καλυτερη μεταναστευτικη πολιτικη. Η, με συρματοπλεγματα στα συνορα και με κλειδαριες στα σπιτια μας. Δεν θελουμε την φυση να προχωρησει στα εργα της "φυσικα". Θα επιχειρησουμε να την δαμασουμε προς το συμφερον μας.

Η τεχνη εχει μια ολοτελα διαφορετικη σχεση με την φυση. Τουτο διοτι η τεχνη, οπως η ποιηση, η φιλοσοφια, οπως η ψυχαναλυση, ανασαινει μεσα σ' αυτο που οι αρχαιοι φιλοσοφοι ονομαζαν σχολή: μια ελευθερια απο την πιεση βιοτικων, με την στενοτερη και ευρυτερη εννοια, αναγκων (και τουτο διολου δεν ταυτιζεται με τον πλουτο). Η ζωη μας κυριαρχειται απο την α-σχολια, δεν εχει την ανεση της σχολης. Εχει εγνοιες και ερωτηματα και προβληματα. Με καθε φορα αλλο τροπο ζητα να καταλαβει την φυση και να κυριαρχησει επανω της. Η τεχνη ειναι φιλικη προς την φυση. Ο Cézanne λεει:

Η τεχνη εχει μια αρμονια παραλληλη με αυτην της φυσης. Εκεινοι που λενε οτι ο καλλιτεχνης ειναι παντα κατωτερος της φυσης ειναι ανοητοι. Ειναι παραλληλος μ' αυτην. Εκτος βεβαια αν παρεμβαινει εσκεμμενα. Ολη η προθεση του πρεπει να ειναι η σιωπη. Πρεπει να σωπασει ολες τις φωνες της προκαταληψης μεσα του, πρεπει να ξεχασει … Και τοτε ολο το τοπιο θα χαραχτει επανω στην ευαισθητη πλακα του Eιναι του.

"να ξεχασει" θα μπορουσε εδω να σημαινει: να ελευθερωθει απο την α-σχολια, για την σχολη. Για αυτην την αντιπαραβολη σχολης και ασχολιας γραφει ο γερμανος συνθετης Wilhelm Killmayer:

Η γειτονευση, και μαλιστα η συνυπαρξη μορφων της σκεψης που αποκλινουν μεταξυ τους και φαινομενικα αποκλειουν η μια την αλλη, ουτως ειπειν η συνεχως αλυτη αντιφαση ανταποκρινεται μεν στην φυση της ζωης, οχι ομως σ' αυτην της επιδιωξης, και η συμβατικη σκεψη θελει παντα να βρει την μια λυση που αποκλειει ολες τις αλλες, την νικητηρια λυση.

Στην "φυση της ζωης" ανηκουν πραγματα αποκλινοντα μεταξυ τους, πραγματα αντιφατικα, που ομως συνευρισκονται σε μια πλουσια, φιλικη συνυπαρξη. Η σχολη ειναι συντονη με την φυση ως προς το ξεγνοιαστο, την αδιαφορια για την χρηστικοτητα, την ωφελιμοτητα, το συμφερον. Δεν υπαρχει η "επιδιωξη" η οποια, χαριν της "νικητηριας λυσης", αποκλειει ο,τι κρινει "αρνητικο" και κατανταει να λειτουργει σε τοπο κρανιου. Στο εργο τεχνης η "φυση της ζωης" γιορταζει. Στο προγραμμα μιας συναυλιας το 1987 στην Φρανκφουρτη ο Killmayer  γραφει για τα εργα του:

Καθως οι συνειρμοι μου, μου ειναι αγαπητοι, το αισθητικα απεχθες ειναι για μενα ερεθιστικο. Το μελο, το χαριτωμενο, το ακαταστατο, το τετριμμενο, το θρασυ, ευγενικο, κακογουστο, το απροβλεπτο, απο το οποιο ερχεται ο κεραυνος, η το αλητικο.

5 Romanzen, Scherzo lento - trimmed

Οπως ειναι γνωστο, ο βασικος κανονας της ψυχαναλυσης λεγεται και "μεθοδος του ελευθερου συνειρμου". Ο αναλυομενος, γραφει ο Freud,

δεν πρεπει να μας ανακοινωνει μονο αυτα που λεει σκοπιμα και προθυμα [...] αλλα και ο,τι αλλο του παρεχει η αυτοπαρατηρηση του, ο,τι του ερχεται στον νου, ακομη και αν του ειναι δυσαρεστο να το πει, ακομη και αν του φαινεται ασημαντο η ακομα κι ανοητο.

Βεβαια ο Freud μιλαει για "μεθοδο", και αυτη εχει το στοιχειο της "επιδιωξης", π.χ. της αποκαλυψης και της ερμηνειας του ασυνειδητου με στοχο την "νικητηρια λυση". Δεν θα επεκταθω εδω. Θα τονισω μονο οτι, στο κλιμα της σχολης, το καλεσμα για "ελευθερους συνειρμους" μπορει να ειναι καλεσμα σ' αυτην την φιλικοτητα που διακρινει την φυση, στην οποια ολα τα ετεροκλητα που αφορουν καποιον συνυπαρχουν ελευθερα. Και αυτη η φιλια, ελευθερη συνυπαρξη, στον βαθμο που κανεις θα εξοικειωθει, θα εγκλιματιστει σ' αυτην, ειναι και ιαματικο.

Τα ανερμηνευτα

Η τεχνη, τουλαχιστον η τεχνη που με συγκινει, οπως ειπα, δεν επιδιωκει τιποτα. Ετσι για το εργο τεχνης, ως αυτο τουτο, τα Γιατι και Πως, οι ερμηνειες, δεν εχουν νοημα. Ειναι ανευ αντικειμενου. Ο μουσικος John Cage:

… αγαπω του ηχους ακριβως οπως ειναι. Και δεν εχω αναγκη να ειναι τιποτα περισσοτερο απο αυτο που ειναι. Δεν τους θελω να ειναι ψυχολογικοι. Δεν θελω ενας ηχος να ειναι καδος, η να ειναι προεδρος, η να ειναι ερωτευμενος με εναν αλλο ηχο. Τον θελω να ειναι απλα ηχος.

Οταν τα πραγματα ειναι αυτα που ειναι, χανεται η ανησυχια που τα θελει να κρυβουν κατι αλλο, να παραπεμπουν σε κατι αλλο, να κρινονται ως καλα και κακα, χρησιμα και αχρηστα κλπ. Τοτε το καθε πραγμα, ακομα και ενας ηχος, γινεται τοπος κατοικησης.

Η Moki

ειναι γερμανιδα εικαστικος που ζει στο Αμβουργο. Το 2009 ο κυκλος εργων της με τιτλο "How to Disappear"

εκτεθηκε στο San Fransisco. Σε μια συνεντευξη εκει λεει:

Δουλευω με την διαισθηση, γιατι αυτο μου φαινεται πιο ενδιαφερον απο το να απεικονιζω μια ιδεα. Δεν υπαρχει καποιο μηνυμα που να μπορει να εκφραστει με λεξεις, και καμια αναγκη να ερμηνευσεις...

Οταν τα πραγματα ειναι οπως ειναι, τοτε και τα κενα μενουν οπως ειναι, κενα. Δεν συγκαλυπτονται, δεν γεφυρωνονται, δεν ερμηνευονται. Ο Andro Wekua,

γεωργιανος προσφυγας που ζει στο Βερολινο και στην Νεα Υορκη. Σε μια συνεντευξη απο το 2014, με την ευκαιρια της εκθεσης Dark Matter στο Λονδινο, μιλα για το Sukhumi, την πολη που εγκατελειψε παιδι, και που αναπαριστα σε μια κατασκευη απο τον κυκλο Pink Wave Hunter:

Λεει:

Σημερα στο Sukhumi, λογω ελλειψης πορων, ανακαινιζουν μονο τις προσοψεις απο αυτα τα αδεια, καταρρεοντα κτιρια. Αυτο ηταν βασικα ενα απο τα πρωτα σημεια εκκινησης του εργου. Ενα αλλο σημειο εκκινησης ειναι οτι απο τοτε που αφησα το Sukhumi βλεπω την πολη στα ονειρα μου. Στα ονειρα μου παντα προσπαθω να βρω τροπους να φυγω. Ετσι μια μερα αρχισα να ζωγραφιζω τους δρομους, απλα για να τσεκαρω ποσα θυμομουν. Ο,τι δεν θυμομουν και δεν μπορεσα να βρω σε φωτογραφιες, εμεινε κενο. Το βλεπεις και στα γλυπτα.

Αν λοιπον "σκεφτομαι" θα πει οτι, ορμωμενος απο καποια προθεση, καποια επιδιωξη κρινω, συγκρινω, συνδεω, υπολογιζω, τοτε ο καλλιτεχνης δεν σκεφτεται. Στην συνεντευξη που αναφερθηκε ο δημοσιογραφος ρωταει τον Wekua:

- Το νεο γλυπτο σου ειναι ενα κοριτσι καβαλα σ' εναν λυκο

Πως σου ηρθε αυτη η ιδεα;

Ο Wekua:

Δεν εχω καποιον ξεκαθαρο λογο. Αισθανομαι οτι ειναι καλο να το κανω. Ειναι κατα εναν τροπο κατι ανοιχτο. Αν ηξερα τι κανω, δεν θα το εκανα.

Οταν δεν ξερεις, οταν δεν σκεφτεσαι, οταν δεν ερμηνευεις, οταν τα πραγματα αφηνονται  να ειναι οπως ειναι, τοτε μπορει να προκυψει ενα εργο τεχνης. Ομως τοτε, σε ευτυχεις ωρες, μπορει η ιδια η ψυχαναλυτικη συνομιλια να αποκτησει εναν παρομοιο χαρακτηρα. Θα εμενε αποδοση, περιγραφη αυτου που λεγεται και σωπαινεται, ομως περιγραφη μεσα απο μεγεθυντικο φακο. Και τετοιες ωρες, ανεπαισθητα, μπορουν, με τον χρονο, να κανουν το βλεμμα οξυδερκεστερο, και τουτο παλι μπορει να  αλλαξει μια ζωη.

Τοτε επισης τα πραγματα που αφορουν καποιον μπορουν να ερθουν σε εντελως διαφορετικες συσχετισεις και να προβαλουν σε ενα τελειως αλλο φως. Και εδω η ψυχαναλυση δεν ειναι μονη. Ο ποιητης T. S. Eliot γραφει για την συνθεση ενος ποιητικου εργου:

Ο νους του ποιητη ειναι οντως ενα δοχειο για την αποθηκευση αναριθμητων αισθηματων, φρασεων, εικονων, που παραμενουν εκει εως οτου ολα τα στοιχεια που μπορουν να ενωθουν για να σχηματισουν ενα νεο μιγμα, να ειναι παροντα μαζι.

Ειναι εντυπωσιακη η συγγενεια με το Collage. Ο Wekua λεει σε μια συνεντευξη:

      

… για μενα στο Collage προκειται περισσοτερο για το οτι κανεις σημερα, απο μια μεγαλη χρονικη αποσταση, με τις τοσο πολλες πληροφοριες, μπορει να δημιουργησει κατι πολυ επικαιρο. Μπορει να συγκεντρωσει διαφορετικα πραγματα και να φερει ενα ειδος ταξη. Τα πραγματα λυνονται απο το πλαισιο τους και συντασσονται αλλιως, ωστε να προκυπτει κατι τελειως αλλο.

Στιγμιοτυπο απο μια ψυχαναλυση, παραδειγμα για το πως τα πραγματα "μπορουν να ενωθουν για να σχηματισουν ενα νεο μιγμα" (Eliot), "λυνονται απο το πλαισιο τους και συντασσονται αλλιως, ωστε να προκυπτει κατι τελειως αλλο" (Wekua):

[Ενας αντρας μιλα με συγκρατημενη απελπισια:] - Σχεδον δεν αντεχω. - Και αν ερθει η στιγμη που οντως δεν θα αντεχετε, πως το βλεπετε τοτε; - Θα φουνταρω. - Με ποιον τροπο; Το εχετε σκεφτει καθολου; - Το εχω σκεφτει. Η με τη μηχανη, σε μια στροφη στην Βαρκιζα, που μ' αρεσει, η πηδωντας απο εναν βραχο. - Τι εχουν αυτοι οι τροποι, που απ' ολους τους αλλους σας τραβανε περισσοτερο; - Η επιταχυνση. Ειναι η καλυτερη μου, προπαντων στο αεροπλανο, οταν απογειωνεται. - Και τι εχει η επιταχυνση; - Σε κολλαει στο καθισμα ... δεν μπορεις να κανεις τιποτα. - Αν λοιπον λυνοσασταν απο το παραμυθι, οτι παντου πρεπει και μπορειτε να κανετε κατι, θα ειχατε και εν ζωη τετοιες εμπειριες. - Τον τελευταιο καιρο μια-δυο φορες το εζησα ... Ποσο καλο, που τα πραγματα καποτε ειναι πιο δυνατα!

Πιανοντας πουλια στον αερα

Τα πραγματα να αφηνονται να ειναι οπως ειναι, δεν ειναι τοσο απλο. Δεν αποδιδονται π.χ. με την αισθητηριακη αντιληψη και με την καμερα. Υπαρχει μια οραση που δεν βλεπεις με τα ματια σου και μια ακοη που δεν ακους με τ' αυτια σου. Το ηξερε ηδη ο Πλατωνας.

Πως βλεπει κανεις;

Ο συνθετης Wilhelm Killmayer λεει σε μια ομιλια κατα την υποδοχη των πρωτοετων φοιτητων Μουσικολογιας στο πανεπιστημιο του Μοναχου:

... προσπαθειστε να βρειτε εναν ηχο για το μπλε του ουρανου …

Τους παροτρυνει να δουν ενα χρωμα οχι με την οραση αλλα με την ακοη. Ο Killmayer καποτε μελοποιησε πολλα απο τα οψιμα ποιηματα του Friedrich Hölderlin. Σε δυο απο αυτα ακουμε το μπλε του ουρανου:

Ο χειμωνας

Σε γλυκυτατη κυανοτητα

Πως βλεπει κανεις; Alberto Giacometti:

Ειτε δεν μου βγει, ειτε μου βγει - τελικα δεν εχει σημασια: οπωσδηποτε παω ενα βημα μπροστα. Ειτε προχωρησω αποτυγχανοντας, ειτε προχωρησω επιτυγχανοντας, ουτως η αλλως για μενα προσωπικα ειναι κερδος. Ισως και να μην προκυψει καποιο εργο, κριμα. Ομως, εχοντας μαθει να βλεπω λιγακι καλυτερα: Θα εχω κερδισει και ο κοσμος τριγυρω μου θα ειναι πλουσιοτερος.

Η οραση οχι ως λειτουργια, ως εργαλειο για την περιφορα στον κοσμο, αλλα ως τροπος κατοικησης, διαμονης στα πραγματα. Κατοικω τους ηχους, κατοικω τις εικονες, κατοικω τα ονοματα. Ο Freud χαρακτηρισε τον τροπο με τον οποιο ο ψυχαναλυτης προσλαμβανει "ελευθερα μετεωρη προσοχη". Το εννοει περισσοτερο εξ αποκλεισμου, δηλαδη μιλαει για μια προσοχη που δεν ειναι εστιασμενη, οπως π.χ. αυτην του γιατρου που εχει να κανει την διαγνωση και να προτεινει την αγωγη. Ομως τωρα η "ελευθερα μετεωρη προσοχη" θα μπορουσε να ειναι μια προσοχη στην οποια οι ηχοι και οι εικονες καποτε ανοιγονται, γινονται ακριβως χωροι κατοικησης, χωροι διαμονης στους οποιους μετακομιζουν, ο καλλιτεχνης κι ο ποιητης με τον τροπο τους, ο ψυχαναλυτης με τον τροπο του, αλλα και ο συνομιλητης του με τον τροπο του, και τους περιδιαβαινουν. Ετσι για παραδειγμα η λεξη "μου αρεσει". Ακουσα μια φορα:

- Αυτο που μου αρεσει ... Δεν ξερετε πως αντηχει η λεξη στο σωμα μου ... Πηγαινει μεχρι τα δαχτυλα των ποδιων μου ... Ενιωθα οτι δεν ειχα δικαιωμα ...

Απ-ουσια

Ενας πινακας του Picasso απο το 1969.

Θα ηθελα να επισημανω ενα στοιχειο που βεβαια βρισκεται σε πολλα εργα του: Εχει καταργηθει η διασταση του φας και προφιλ, του εμπρος και πισω. Ολες οι οψεις προβαλλουν στο προσκηνιο. Σ' αυτα τα εργα ο Picasso δεν εχει κανενα αισθητηριο για την απουσια. Η ζωγραφικη του τα δειχνει ολα, ειναι, ας μου επιτραπει η εκφραση, πορνογραφικη - και τουτο δεν αφορα μονο τις πορνες και τα γυμνα του.

Ισως αντιστοιχα ειναι και τα ματια του - εντονα και ορθανοιχτα.

Με καποια δοση υπερβολης θα φανταζομουν οτι δεν εκλειναν ουτε στον υπνο του. Κατα τουτο γειτονευει με την παραδοσιακη ψυχαναλυση η οποια ανακαλυπτει το ασυνειδητο για να το - αποκαλυψει, στην θεωρια, ολοτελα. Η φροϋδικη ερμηνεια, αν κανεις την παει στα ακρα, ειναι οπως ενας πινακας του Picasso - βγαζει τα παντα στη φορα: Δεν αφηνει τιποτα κρυφο.

Το αλλο της πορνογραφικης, πανοπτικης παρουσιας δεν ειναι η αφηρημενη τεχνη, γιατι αυτη μενει παντα σε αναφορα στο νατουραλιστικο, ως αφαιρεση του. Φαινεται καθαρα στα σχεδια του Picasso για εναν ταυρο:

Το αλλο αυτης της πανοπτικης παρουσιας δεν ειναι ομως ουτε η αφηρημενη τεχνη που αποσταζει και απομονωνει τα συναισθηματα. Το 1913 ο Kasimir  Malevich παρουσιασε το γνωστο του Μαυρο Τετραγωνο:

Γραφει σχετικα:

Οταν το 1913, σε μια απελπισμενη προσπαθεια να απαλλαξω την τεχνη απο το βαριδι της αντικειμενικοτητας, κατεφυγα στην μορφη του τετραγωνου … οι κριτικοι … αναστεναξαν. "Ο,τι αγαπουσαμε χαθηκε. Ειμαστε σε μια ερημο", ειπαν. … Ομως η ερημος ειναι γεματη απο μη αντικειμενικο συναισθημα ...

Οταν τωρα κανω λογο για απουσια δεν κινουμαι στο φασμα απο το πανοπτικο ως το αφηρημενο. Ας ακουσουμε την απουσια ως απ-ουσια. Ο Γιωργος Σεφερης γραφει για εναν γλυπτη:

που εβλεπε κοκκινο τον ουρανο

και παλευε με τον αδηφαγο χωρο

που γριτζανιζε το αγαλμα μεσα στα χερια του

μικρο κι ακομη πιο μικρο και πιο λιγνο

ως το τιποτε.

Το "τιποτε" στις μορφες του Alberto Giacometti ειναι το τιποτε της ουσιας. Διοτι η "ουσια", ηδη απο τον Πλατωνα και τον Αριστοτελη, ονομαζει την υποσταση: το μονιμο, το σταθερο, το εμφατικα προσηλωμενο και θεμελιωμενο στον εαυτο του. Αυτο ειναι που εδω λειπει.

Μορφες της απ-ουσιας. Ερχονται οταν ο ιδιος ο καλλιτεχνης, μ' αυτην την εννοια, απ-ουσιαζει. Απ-ουσιαζει οταν δεν εμμενει σε καμια δικη του υποσταση αλλα αναλωνεται στο βλεμμα, αναλωνεται στο εργο. Ο Giacometti, στο κειμενο Η πραγματικοτητα μου απο το 1957, γραφει:

κανω πινακες και γλυπτα ... για να προσπαθησω - με τα μεσα που σημερα μου ανταποκρινονται καλυτερα - να μπορω να βλεπω και να καταλαβαινω καλυτερα αυτα που με περιβαλλουν, να καταλαβαινω τα πραγματα καλυτερα, για να 'μαι οσο γινεται ελευθερος και ορμητικος ωστε να αναλωνομαι, να αναλωνομαι σ' αυτα που κανω οσο πιο δυνατα γινεται,

Θυμιζω τα λογια του Cezanne που ακουσαμε για τον ζωγραφο:

Ολη η βουληση του πρεπει να σωπασει. Πρεπει ... να ειναι ολοτελα ηχω.

Η λεξη "εικονα" ερχεται απο το αρχαιο ρημα εἴκω, που θα πει κανω πισω, υποχωρω, αφηνω. Μονο οταν το βλεμμα υποχωρει, δηλαδη δεν βλεπει σε αναφορα με τον εαυτο του, π.χ. εμπειριες του, ενδιαφεροντα του, συγκρισεις με δικα του, οταν δηλαδη το βλεμμα γυμνωνει απο την ουσια του και απ-ουσιαζεται, τοτε ειναι που τα πραγματα προβαλλουν σε ολη την δικη τους την λαμψη. Cezanne: Νεκρη φυση με μηλα, πετσετα και κανατα για γαλα:

Και ο Andro Wekua:

(2014 Untitled)

Οταν κανω κατι, ειναι σημαντικο για μενα να δουλευω σ' αυτο τοσο, που στο τελος να αισθανομαι ο ιδιος σχεδον σαν θεατης και τελικα να μην εχω πια τιποτα να κανω με το εργο. Αν και - κανεις δεν μπορει αυτα να τα χωρισει απολυτα. Ομως το εργο πρεπει να αυτονομηθει. Τοτε παλι με ενδιαφερει απο μια αλλη πλευρα. Ομως το πως ο θεατης θα προσλαβει το εργο, η τι θα κανει μ' αυτο, δεν ειναι δικη μου υποθεση.

Με αναλογο τροπο απ-ουσιαζει ο ψυχαναλυτης. Ηδη με το οτι, καθημενος πισω απο τον ξαπλωμενο αναλυομενο, ειναι αθεατος. Ομως αθεατος, με ενα νοημα που προχωρα περα απο το αισθητηριακο δεδομενο του, ειναι ο αναλυτης οταν καθισταται ανυποστατος με την εννοια της απ-ουσιας: οταν δεν προβαλλει τον εαυτο του, οταν δεν ακουει σε αναφορα με τον εαυτο του, οταν κι αυτος, οπως οι καλλιτεχνες που μνημονευτηκαν, κανει πισω, υποχωρει, και τοτε τα λεγομενα και οι σιωπες προβαλλουν με την χθονια εναργεια τους. Καποτε παρομοιωσα την απ-ουσια του ψυχαναλυτη με την παρουσια των νεκρων, οπως αυτων στους οποιους πηγαινει ο Οδυσσεας για να τον συμβουλεψουν πως θα γυρισει στην πατριδα του. Τοτε η ωρα και ο αερας της ψυχαναλυσης θυμιζε κατι απο Νεκυια. Και γιατι χρειαζονται οι νεκροι για να συμβουλεψουν τους ζωντανους; Γιατι "Πρεπει να μ' αρμηνεψουν οι πεθαμενοι"; Απαντουν οι ιδιοι με τα λογια του ποιητη:

Εμεις που τιποτα δεν ειχαμε / θα τους διδαξουμε την γαληνη.

Προσωπεια της ενοχης

Προσωπεια της ενοχης

video
Στην γλωσσα του Freud ενοχη, Schuld, θα πει χρεος, οφειλη. Ειμαι ενοχος θα πει οφειλω, ειμαι χρεωμενος. Υπαρχει ελευθερο και ανελευθερο χρεος. Οφειλω π.χ. να ετοιμασω μια ομιλια για την σημερινη μας συναντηση. Οφειλω να συνομιλησω με την ενοχη. Αυτο ειναι το θεμα μου. Μπορει να πετυχει, και τουτο θα με κανει πιο πλουσιο, πιο ησυχο στον τροπο που συναντω την ενοχη, τοσο στην καθημερινοτητα μου οσο και στις ωρες της ψυχοθεραπειας. Η συνομιλια με την ενοχη μπορει και να αποτυχει. Ομως και αυτο μπορει να με κανει πιο πλουσιο. Μπορει να με συμφιλιωσει με το φευγαλεο και την παροδικοτητα μου, με το τυχαιο του χρονου που, καταπως λεει ο Πινδαρος, αλλα τα δινει, και αλλα οχι ακομα. Αυτο θα ηταν παραδειγμα μιας ελευθερης ενοχης.

Στην ανελευθερη ενοχη η προετοιμασια της σημερινης ομλιας θα εμοιαζε με προετοιμασια για εξετασεις, αν οχι για το εκτελεστικο αποσπασμα. Εσεις θα εισασταν οι κριτες μου. Και η καταδικαστικη σας κριση θα κρεμονταν πανω απο το τρεμαμενο κεφαλι μου σαν δαμοκλειος σπαθη. Και γιατι η οφειλη της σημερινης ομιλιας θα ηταν ανελευθερη; Γιατι τωρα δεν θα με ανοιγε, αλλα θα με συρρικνωνε. Η ανελευθερη οφειλη θα με συρρικνωνε γιατι θα σας εκχωρουσα μια υποθεση δικη μου, εν προκειμενω την συνομιλια μου με την ενοχη. Η αρχη και το τελος θα εναποκεινταν στην δικη σας κριση, στην βαθμολογια σας. Εγω θα ειχα χαθει στην δικη σας εικονα για μενα. Θα εβλεπα την εικονα μου στον καθρεφτη των δικων σας ματιων. Ο εαυτος μου θα ηταν σαν πολη κατακτημενη απο εσας, που θα ησασταν δυναμεις κατοχης. Αυτην την παρομοιωση χρησιμοποιει ο Freud οταν κανει λογο για το Υπερεγω. Το λαθος του εγκειται στο οτι το συλλαμβανει ως ενδοψυχικη διασταση. Ομως τωρα που γραφω ειστε εδω, οχι μεσα μου αλλα απεναντι μου, και με κρινετε. Ο Freud δεν μπορει να το παρακολουθησει γιατι δεν γνωριζει μια παρουσια που δεν ειναι αισθητηριακα αντιληπτη στο τωρα, δεν γνωριζει π.χ. την δικη σας νοερη παρουσια τωρα που γραφω. Το νοερο μπορει να το παραστησει μονο ως κατι μεσα μου, ως ψυχικο μορφωμα.

Ομως ας επιστρεψουμε σ' εμενα που σας μιλω, που δινω εξετασεις εμπρος σας, και σ' εσας, τους κριτες μου, που με ακουτε. Το ενδιαφερον ειναι οτι με το τελος της ομιλιας, ακομα κι αν μου εχετε δωσει καλο βαθμο, στα ματια μου τιποτα δεν θα εχει αλλαξει. Μπορει ακομα και να πω οτι σας ξεγελασα, και δεν αντιληφθηκατε την ανεπαρκεια μου. Οπωσδηποτε θα συνεχισω να βλεπω τους ανθρωπους ως κριτες, κι εμενα στο καναβατσο. Προκειται για ενα κλιμα, το κλιμα του τοπου μου, που εχει απο πριν σημαδεψει τροπους αντιληψης και αντιδρασης, τροπους που δεν αλλαζουν απο ενα, δυο, η περισσοτερα περιστατικα. Εδω δεν μαθαινω απο την εμπειρια, π.χ. απο το οτι καποιοι ανθρωποι στεκουν απεναντι μου ως κριτες, ομως αλλοι οχι. Και ακομη, ο απολογητικος, ισως και ικετευτικος, ισως και τσαμπουκαλιδικος τονος μου θα παρασυρει τον Αλλο σε μια θεση κριτη που δεν θα την ειχε οπωσδηποτε απο μονος του. Ειμαι λαθος, ειμαι ανεπαρκης, ειμαι αναξιος εκ των προτερων. Γι' αυτο και η ψυχαναλυση, σε μια τετοια περιπτωση, δεν αναλωνεται σε ασκοπες συμβουλες και σε μια υποστηριξη και ενθαρρυνση που παραμυθιαζει, αλλα προσβλεπει σε ο,τι συνιστουσαν οι παλιοι γιατροι - προσβλεπει σε μια αλλαγη κλιματος. Μονο που αυτη συνηθως δεν γινεται με το να πας "σ' αλλη γη σ' αλλη θαλασσα" διοτι "η πολις θα σε ακολουθει".

Και μια και μιλαμε για ψυχαναλυση, θα επισημανω μια ενοχη, ενα χρεος, μια οφειλη που συχνα επωμιζεται ο θεραπευτης, αυτο που ο Freud αποκαλει "θεραπευτικος ζηλος". Ο θεραπευτικος ζηλος, οσο καλος και να φαινεται εκ πρωτης οψεως, ανηκει στην ανελευθερη ενοχη διοτι οδηγει τον θεραπευτη να αναλαβει την υποθεση του πελατη του, π.χ. οταν θεωρει πως γνωριζει ποιος ειναι και ποιο ειναι το καλο του, οταν τον συμβουλευει, τον καθοδηγει προς τα εκει κλπ.

Ομως συχνα ο θεραπευτικος ζηλος αφορα και την σχεση ενος ανθρωπου με τον ιδιο τον εαυτο του. Γινεται αυτοθεραπευτικος ζηλος. Ηδη αυτη τουτη η εμφανιση της ψυχολογιας γεννα και την αξιωση να παρει κανεις την τυχη του εαυτου του στα χερια του. Ποσες φορες, οταν χαλασει μια σχεση μου, οταν βγουν τα παιδια μου στραβα, οταν αποτυχω στην επαγγελματικη μου ζωη, ακομα και οταν αρρωστησω απο καποια λεγομενη "ψυχοσωματικη" ασθενεια, ακομα και οταν με βρει ο καρκινος, ποσες φορες δεν θα πω: "Τι κανω λαθος; Τι εκανα λαθος;" Ο σημερινος ανθρωπος ειναι μανατζερ του εαυτου του. Διαχειριζεται την ζωη του συμφωνα με το συνθημα του Barack Obama στην πρωτη του προεκλογικη εκστρατεια: Yes, we can! Το "Μπορω!" ειναι ο αμειλικτος πηχυς για την λυση καθε προβληματος. Αν δεν περασεις απο επανω του και τον ριξεις, θα εισαι ο μονος υπευθυνος. Η σημερινη ενοχη δεν αφορα πρωτιστως τον Αλλο, αλλα τον εαυτο μου. Ετσι ο χρονος μου αναλωνεται στην βελτιωση και στην συντηρηση της φυσικης και της ψυχικης μου καταστασης, στην προληψη και την θεραπεια, στα γυμναστηρια, σε συμβουλους σχεσεων και γαμου και παιδιων, σε διατροφολογους, στην αποθεωση της ιατρικης.

Μιλησα προηγουμενως για κλιμα. Αν ενας κλιματικος παραγοντας του τοπου μου ειναι το "Μπορω", τοτε αυτονοητα ο Αλλος ειναι ενας που επισης "μπορει". Περιμενω απο τον Αλλο να "μπορει". Η λεξη που εκφραζει την σημερινη κατηγορια δεν ειναι "εσφαλες" αλλα "απετυχες". Υπαρχει αραγε μητερα που να διαβασε Winnicott και να μην σκεφτηκε με δεος αν ειναι good enough mother;

Ετσι σημερα κανεις οφειλει πρωτιστως στον εαυτο του. Και μια σχεση εχει περισσοτερο τον χαρακτηρα κοινοπραξιας. Teamwork. Ο Sartre δινει ως παραδειγμα του Συνειναι την κωπηλασια. Οπωσδηποτε αυτο δεν ειναι Heidegger. Ομως το παραδειγμα του Sartre ειναι μια εικονα της σημερινης διαπροσωπικης σχεσης: Η βαρκα πηγαινει καλα οταν ο καθενας κανει την δουλεια του με επιτυχια. Ειναι ενδιαφερον οτι εδω κανενας δεν μπορει να αναλαβει την υποθεση του Αλλου. Δεν μπορω συγχρονως να κανω κουπι και γι' αυτον. Δεν μπορω να τον βοηθησω και δεν μπορει να με βοηθησει. Ο καθενας εχει να βοηθησει τον εαυτο του. Και, χαριν της επιδοσης, να λεηλατησει τον εαυτο του, να τον ξεθεωσει. Τα κατοχικα στρατευματα, για να θυμηθουμε την παρομοιωση του Freud, δεν τα στελνει πλεον ο Αλλος. Ειμαι εγω ο ιδιος που εχω καταλαβει τον εαυτο μου, τον αφαιμασσω, τον εξουθενωνω. Ειμαι good enough γιος, μαθητης, εργαζομενος, εραστης, συζυγος, πατερας; "Μπορεις κι αλλο!". Μεχρι τελικης πτωσεως. Η σημερινη καταθλιψη, στην εποχη του "Yes, we can", εχει την μορφη της εξαντλησης, του "δεν μπορω να μπορω".

Ομως πολιτισμικα ζουμε, λιγοτερο η περισσοτερο εμφατικα, σε διαφορες εποχες, π.χ. και σ' εκεινη του Freud, που ηταν μια κοινωνια της πειθαρχιας και της απαγορευσης. Εδω παιζει η Ηθικη, και η Ηθικη μιλα για το πως πρεπει να ζω, και το Πρεπει εκπορευεται απο μια ανωτερη αρχη, π.χ. απο τους γονεις, το σχολειο, την εκκλησια. Ο λογος τους ειναι νομος. Καλουμαι να ειμαι "καλο παιδι", και καθε σημαδι που μου δειχνει οτι ειμαι και κακο παιδι συνοδευεται απο ενοχη. Μια πραξη μου ειναι δικαιολογημενη οταν συμφωνει με τους νομους της κοινωνικης και της οικογενειακης Ηθικης. Οταν δεν εχει εναν τετοιο "αποχρωντα λογο" ειμαι καταδικαστεος, απο τους αλλους και απο τον εαυτο μου. Ειμαι "κακος", και τουτο δεν ξεπλενεται με τιποτα. Η αρχη του αποχρωντος λογου, η αρχη του αιτιου με οριζει ως υπ-αιτιο, οριζει οτι ειμαι η αιτια, οτι απο εμενα εξαρταται αν θα απογοητευσω, η θα στεναχωρησω τους γονεις μου, ακομα ακομα και αν θα τους "πεθανω", απο εμενα εξαρταται αν μια σχεση παει καλα η οχι, αν τα παιδια μου βγουνε "σωστα", "τι θα πει ο κοσμος" κλπ. Στο πολιτισμικο πλαισιο των σχεσων εξουσιας πρεπει να εννοηθουν φαινομενα οπως αυτο της προδοσιας, της συγχωρεσης, της εκδικησης.

Απο αυτην την αποψη οι σχεσεις εξουσιας ειναι παντα και σχεσεις ενοχης, οφειλης, υποχρεωσης. Στον μικροκοσμο της οικογενειας συνηθως υποκρυπτονται κατω απο ο,τι ονομαζουν "αγαπη". Τοτε μιλαμε και για μια "δεμενη" οικογενεια. Οι δεσμοι ειναι δεσμα γιατι ο καθενας εχει εκχωρησει υποθεσεις του, δηλαδη την ελευθερια του, στον αλλο και εχει αντιστοιχα ιδιοποιηθει υποθεσεις, δηλαδη την ελευθερια του αλλου. Ειναι ολοι τους συρρικνωμενοι καθως ο καθενας τρεφεται απο προσδοκιες για τον Αλλο, η εκπληρωση των οποιων θα τους ολοκληρωνε, υποχρεωσεις προς τον Αλλο, η ανταποκριση στις οποιες θα τους ολοκληρωνε. Ειναι συρρικνωμενοι οπως ο δανειστης και ο χρεωμενος, καθως ο δανειστης εχει δωσει ενα μερος των χρηματων του και ο χρεωμενος πρεπει να αποδιδει ενα μερος των χρηματων του, με αποτελεσμα ολοι να ζουν περιορισμενα ως προς τις οικονομικες τους δυνατοτητες - στον οποιο περιορισμο ανηκει και η τοκογλυφια, με στενοτερη και ευρυτερη εννοια.

Καποιες φορες η ελευθερια απο χρεος και οφειλη, η λυτρωση απο την ενοχη τρομαζει. Η ενοχη, το δεσιμο με τον Αλλο μεσα απο το "σου οφειλω" / "μου οφειλεις" ειναι ενα κουτουκι, ενας μικροκοσμος οπου βολευεσαι, εστω και μιζερα, οπου ο κοσμος αρχιζει και τελειωνει στο καμαρακι του.

Οταν μιλω για "λυτρωση απο την ενοχη" δεν εννοω τους λεγομενους "ασυνειδητους", αυτους που παλιοτερα στην ψυχοπαθολογια χαρακτηριζονταν ως "ψυχοπαθητικοι" γιατι, οπως λεγονταν, τους ελειπε το Υπερεγω. Αυτοι οι ανθρωποι, στους οποιους συγκαταλεγονται πολλοι παραβατικοι του ποινικου δικαιου οσο και πολλοι ανθρωποι της πασης φυσεως εξουσιας, οφειλουν, οχι την ελευθερια αλλα το αχαλινωτο τους στο οτι ειναι τοσο κλεισμενοι στον εαυτο τους που ο Αλλος ειναι απλα επικουρικο η οχληρο αντικειμενο. Εδω θα επρεπε να μνημονευσουμε και τους επιλεκτικα ψυχοπαθητικους, που γινονται ετσι οταν διαβουν π.χ. το κατωφλι του σπιτιου τους. Καθως ο Αλλος ως Αλλος λειπει απο το οπτικο τους πεδιο, λειπει και καθε αναφορα σ' αυτον, π.χ. η ενοχη.  Για την δυνατοτητα μιας αληθινης ελευθεριας απο χρεος και οφειλη, μιας λυτρωσης απο την ενοχη που ανοιγει στον κοσμο, θα μιλησω αργοτερα.

Καποτε η ενοχη ξεπερνα το κρισιμο σημειο. Η επαπειλουμενη καταστροφη ειναι εδω.  Εχει συμβει  το  μοιραιο που δεν ειναι πια αναστρεψιμο. Τοτε ερχονται οι τυψεις. Αγρια. Ο ερχομος τους, γραφει ο Μανωλης Αναγνωστακης, συμβαινει με "τὴν ὁρμὴ μιᾶς μπόρας ποὺ πέφτει". Εκανα λαθος. Εκανα κακο. Εκανα εγκλημα. Η φραση λεγεται και σε τυπτει, σε χτυπα κατακουτελα. Υπαρχει μια αγωνια, μια απογνωση, βασανο, και ολα αυτα στα ορια της παραφροσυνης. Συνεβη π.χ. σε εναν ελβετο τραπεζιτη στα 50 του, γιατι σε κατι εξετασεις στο σχολειο ειχε κλεψει. Και σε μια γυναικα απο ενα ελληνικο νησι, που μικρη ειχε θαψει κατι γατακια ζωντανα. Τι ειναι το βασανιστικο εδω; Το οριστικο και το ανεπιστρεπτο. Οτι ο χρονος δεν γυριζει πισω. Το πεσιμο επανω στον τοιχο του οχι πια. Στις τυψεις τυπτει ο χρονος. Καλυτερα, ο χρονος τυπτει εκει που ζητας να τον γυρισεις πισω, και που φυσικα σου το αρνειται. Το Οχι του σε χτυπα ανελεητα. Υπαρχει και η δυνατοτητα της επαναστασης εναντια στον χρονο. Η εφορμηση εναντιον του που αποζητα την αποκατασταση. Για το θυμα ειναι η εκδικηση που ζητα να παρει το αιμα της πισω. Για τον δραστη η νοσταλγια μιας τιμωριας που θα ισοφαρισει αυτο που εκανε. Και τα δυο τρεφονται απο την προσδοκια οτι ετσι θα λυτρωθει κανεις απο το στιγμα του παρελθοντος, οτι η ανοιχτη πληγη επιτελους θα κλεισει. Ομως αυτο δεν γινεται. Η τυψη, που στα γερμανικα σημαινει κυριολεκτικα "δαγκωμα της συνειδησης", ειναι, γραφει ο Nietzsche, "οπως το δαγκωμα του σκυλου σε μια πετρα, μια κουταμαρα." Μια, λεω εγω, τραγικη κουταμαρα.

Στην ενοχη κανεις εχει ανοιχτους λογαριασμους. Καποτε μιλαμε και για ανοιχτες πληγες. Τουτο γιατι, οπως ηδη ανεφερα, δεν προκειται για ενα μεμονωμενο περιστατικο αλλα για το κλιμα του τοπου τον οποιο ο ενοχικος κατοικει. Οπου βρεχει συνεχεια, η μια φορα που θα βγει κανεις με ομπρελα δεν τον απαλλασσει απο την βροχη της επομενης μερας. Εκεινος που την μια ωρα θα παραστησει το "καλο παιδι" εχει να το επιβεβαιωσει και την επομενη ωρα. Αν σας βλεπω ως κριτες, η ως εκτελεστικο αποσπασμα σημερα, αυτο θα επαναλαμβανεται οσο ζω. Αν σημερα λεηλατω τον εαυτο μου στον στιβο του "μπορω", αυτο, και μαζι βεβαια η αμυνα εναντια στον εφιαλτη της αποτυχιας, θα με κεντριζει ισοβια.

Ας δουμε τωρα την αιμορραγια της ενοχης προσεκτικοτερα. Μιλησα για την ανελευθερη ενοχη στην εποχη της κοινωνιας της πειθαρχιας και της απαγορευσης, στην οποια ανηκει και ο Freud, το συνθημα της οποιας ειναι το Πρεπει. Ο τοπος της ειναι το δικαστηριο. Για την σημερινη εποχη, εποχη της επιδοσης, το συνθημα ειναι το Μπορω. Ο τοπος της ειναι ο στιβος. Η καιρια λεξη για την πρωτη περιπτωση ειναι η συγκρουση και η εκβαση της, για την δευτερη περιπτωση ο ανταγωνισμος και η επιδοση. Η αφαιμαξη ειναι το κοινο τους στοιχειο. Το Πρεπει με αφαιμασσει επιζητωντας να με εξαλειψει ολοτελα, να με κανει χαλι και να περνα απο πανω μου ανεμποδιστα. Το Μπορω με αφαιμασσει διοτι ανηκει στην λογικη της επιδοσης να ξεπερνα τον εαυτο της συνεχεια.

Και γιατι η επιταγη του Πρεπει και του Μπορω δεν εχει τελειωμο; Δεν ησυχαζει ποτε; Γιατι ειμαι σαν την θαλασσα, και την θαλασσα, λεει ενας αρχαιος και ενας νεοτερος, ποιος θα μπορεσει να την εξαντλησει; Αν εξαντλουνταν, αν μπορουσα να γινω ολος ενα Πρεπει, να γινω ολος ενα Μπορω, δεν θα υπηρχε πια χρεος και ενοχη. Η ενοχη, η τυψη, η καταθλιψη ειναι το ιχνος του ανεξαντλητου, αυτου που δεν βολευεται ουτε στο Πρεπει ουτε στο Μπορω. Και με μια εικονα του Γιωργου Σεφερη:"Θεοι! πως αγωνιζεται η ζωη για να περασει, θα 'λεγες φουσκωμενο ποταμι απο την τρυπα βελονας." Ακουσα σε μια εποπτεια για μια γυναικα που ειχε περασει τη ζωη της φροντιζοντας του αλλους. Καποια μερα στο τραπεζι χυθηκε η κοκα-κολα. Η γυναικα, για πρωτη φορα, δεν κουνηθηκε απ' την θεση της. Οι γιατροι διεγνωσαν καταθλιψη.

Μιλησα προηγουμενως για κλιμα. Το Πρεπει και το Μπορω ειναι τοποι κατοικησης, δικαστηριο και αθλητικος στιβος, ο καθενας με τον δικο του πνιγηρο αερα που τρεφει την δικη του καθε φορα χαρακτηριστικη ενοχη. Μιλησα ακομα για τους παλιους γιατρους που συνιστουσαν αλλαγη κλιματος. Μια τετοια αλλαγη, η δυνατοτητα μιας τετοιας αλλαγης προσφερεται με την ψυχαναλυση. Στην ψυχαναλυση, με τον βασικο κανονα του λεγομενου "ελευθερου συνειρμου" για τον αναλυομενο και με την λεγομενη "ελευθερα μετεωρη προσοχη" του αναλυτη ειναι εγγεγραμμενη η δυνατοτητα μιας ελευθεριας, εκεινης, εμπρος στην οποια, οπως ειπα προηγουμενως, ο ενοχικος τρομαζει και λουφαζει στο καμαρακι των ενοχικων του δεσμων, στηνει διοδια στην τρυπα της βελονας απ' οπου παλευει να διοχετευσει το φουσκωμενο ποταμι της ζωης. Διοτι στο κλιμα της ψυχαναλυσης τα Πρεπει και τα Μπορω αντιμετωπιζονται με εκεινη την belle indifference, οχι τωρα ως συμπτωμα της υστεριας αλλα ως η καλωσυνατη, η δεκτικη αδιαφορια που δεν αναγνωριζει στα Πρεπει και στα Μπορω κανενα κυρος, καμια προτεταιοτητα, που τα δεχεται σαν ενα κυμα κι αυτα εκεινης της ανεξαντλητης θαλασας. Στον βαθμο που με τον χρονο ο αναλυομενος μετατοπιστει, μετακομισει στον τοπο αυτου του κλιματος και αφησει πισω τον τοπο του δικαστηριου (Πρεπει) και τον τοπο του στιβου και της επιδοσης (Μπορω), στον ιδιο βαθμο θα μεινουν πισω η ενοχη, οι τυψεις, η καταθλιψη.

Ομως εδω που βρισκομαστε τωρα, στο βουνο, κατω απο τον ανοιχτο ουρανο και τον ισκιο των δεντρων, ταιριαζει περισσοτερο να σας μιλησω γι' αυτην την μετατοπιση με πλαγιους τροπους. Με παραμυθια. Θα σας διαβασω ενα αποσπασμα απο το βιβλιο του ελβετου λογοτεχνη Gerold Späth, Commedia. Στο πρωτο μερος μιλα μια πληθωρα ανθρωπων, που ο καθενας τους καλειται να γραψει κατι, ο,τι θελει. Ενας απ' αυτους, ο Wolf Holland, καλει σε μια μετατοπιση:

Ναι, Γκερολντ, πρεπει να σου πω πως η ζωη που την ζεις παντα με τονωνε περισσοτερο απ’ τη ζωη που την καταγραφεις. Αναρωτιεμαι και σε ρωταω κι εσενα πως το αντεχεις μ’ ολους αυτους γυρω σου, εκει οπου κι εγω ζουσα καποτε κι οπου εσυ συνεχιζεις να ζεις κι οπου δεν υπαρχει κανενας σωστος τοπος για μια σωστη ζωη. Στον πολιτισμο ολα γιναν κι απογιναν, παντου στον ιδιο παλιο δισκο το ιδιο παλιο αυλακι, τα παντα επαναληψεις, απονερα φιλτραρισμενα. Πρεπει να γινουμε παλι αγριοι, αλλιως και στην καλυτερη περιπτωση ολα εχουν μονο ενα μελλον προγραμματισμενο, ομως καμια προοπτικη πια και καμια ζωη. Κι ολ’ αυτα δεν ειναι καθολου αρκετα, ακομα και να κανεις κατι εναντιον τους δεν ειναι αρκετο, κοιτα μονο τ’ αποτελεσματα τριγυρω, κι ολα γεματα απογοητευμενους κι εξαντλημενους διχως αγαπη και διχως προοπτικη. Ολος ο λεγομενος μοντερνος κοσμος ειναι γεματος πεθαμενους που ξεπουλανε την υπακοη τους και την ψυχη τους και τη ζωη τους και νομιζουν πως ετσι μπορουνε ν’ αγορασουν τη ζωη. Δεν μπορουν, δεν γινεται. Μια μικρη ξανθη μπυρα ειναι η μεγαλη τους ελευθερια. Εχουν τηλεφωνο κι αυτοκινητο και πλαστικα και κραγιονια και κοκα-κολα και τι-βι κι ολες τις εγχρωμες αηδιες. Δε χρειαζεται. Για μηνες εκοβα ξυλα στην Αλασκα, ημουν δωδεκα ωρες τη μερα ενας εργατης και για την Μαρι-Τερεζ ενας κακος αντρας, οπως καθε αντρας που πρεπει να σακατευεται. Ομως δεν ειναι η δωδεκαωρη δουλεια που σ’ τη σπαει. Αυτο που σ’ τη σπαει ειναι η σκεψη πως καθε ζωντανο δεντρο που ριχνεις, το σκοτωνεις για να 'χουν αυτοι στο Σικαγο και στη Νεα Υορκη καθε μερα αρκετο χαρτι για τις πεντακοσιες σελιδες της εφημεριδας τους, γεματες με τυπωμενα χθεσινα σκατα των Ταιμς του Νεου Κοσμου που δεν ωφελουν τιποτα σε κανεναν. Γι’ αυτο ισοπεδωνεις ζωντανα δαση, κι αυτο σ’ τη σπαει τοσο που για πολλη ωρα μετα νοιωθεις μισος για σενα και για τη γυναικα σου και για τα παντα. Αυτους τους αυτοευνουχισμενους πιθηκους δεν μπορεις καν να τους πεις να πανε να γαμηθουν. Οι πιθανοτητες ειναι τοσο εναντιον σου που πρεπει να σταματησεις. Το κρασι ειναι ξυδι, χυσ’ το. Μη πληθαινεις την πουτανια του λεγομενου πολιτισμου. Αν εισαι αρκετα δυνατος κανε κατι εναντιον του, αλλα κανεις πρεπει να 'ναι τρομερα δυνατος, αλλιως θα χαθεις ανωφελα. Τα παρατησα. Τον χρειαζομαι αυτον τον ελευθερο χωρο και τις αρκουδες, κι ελαφια και αλκες στα δαση, και τα ποταμια γεματα σολωμους, απ’ αυτους βγαζω στην αγορα εξηντα σεντς το μισοκιλο και ζω μ’ αυτα και κανενας δεν χρειαζεται περισσοτερα απο μια θερμη ζωντανη γυναικα και παιδια και φως και αερα.

Ξερεις που θα με βρεις, Γκερολντ. Εδω ολα ειναι τοσο γεματα ζωη που δεν μπορεις καν να πεθανεις. Ακομα κι οι νεκροι εδω συνεχιζουν να ζουν για πολυ, βαθια στο χωμα κι ομως παντα εδω περα, κι ο θανατος εχει τη θεση του και δεν ειναι κατι κακο. Δε χρειαζεται να 'χεις σχεδον καθολου αγχος εδω, αυτο ειναι το υπεροχο.

Μαζεψ’ τα προτου σε λιωσουν κι ελα με τη γυναικα σου και με τα παιδια σου. Χρειαζεται καποιος να καταγραψει τι ειναι η ζωη πραγματικα. Αυτον τον τρελο πειρασμο πρεπει να τον νοιωσεις και να τον αισθανθεις. Οσο τον νοιωθεις δεν σ’ εχουν γραπωσει ακομα ολοτελα και μπορεις ακομα να τους ξεφυγεις. Αμα δεν τον αισθανεσαι, τερμα και μ’ εσενα, η υπεροχη καυτη ζωη ματαια θα σε καλουσε, αφου δεν θ’ ανταποκρινοσουν πια. Θα ‘ταν κριμα, Γκερολντ. Ο Βολφ σου.

Και για τον αλλο τοπο, μεσα απο τον αλλο τοπο, μιλα ενας ψαρας, ο Samuel Corrado Beck:

Δε θα με πιστεψουν, κι οι ψαραδες σιγουρα οχι. Καποτε μια πανεμορφη ιριδοπεστροφα, τριαμισι ολοκληρα κιλα ψαρι, την εριξα παλι στη λιμνη.

Μιαν αλλη φορα εναν ξιφια πρωτης, τουλαχιστον δεκαξι κιλα, και πριν εννια χρονια ακριβως, φθινοπωρο, στις εντεκα του Νοεμβρη, νωρις το πρωι, η λιμνη ακομα μεσα στη χαμηλη γκριζα ομιχλη κι ο κολπος κι η οχθη σαν ανυψωμενα, σα μετεωρα, κι εγω ειδα κι επαθα ν’ ανεβασω στη βαρκα εναν γουλιανο. Εναν τεραστιο γουλιανο και ηδη απο χρονια στη λιμνη σπανιοτατο ειδος. Ενα σιγουρα πανω απο 25 κιλα βαρυ ζωο. Αλλα κι αυτο το ψαρι το ξαναδωσα στη λιμνη.

Παρολαυτα ειμαι ψαρας, αυτη ειναι η δουλεια μου. Πιανω πολλα. Πιανω αρκετα. Τοσα οσα η λιμνη με κανονικο ψαρεμα μπορει να δωσει. Ξερω που εχει ψαρι, ποτε και ποσο βαθια, και τι τσιμπαει και τι αφηνει, τι ποσοτητα δινει. Ομως καθε φορα ενοιωθα πως θα μου φερει δυστυχια να κρατησω το ψαρι. Οπως ο ψαρας στο παραμυθι. Δεν εχω μιλησει γι’ αυτο ποτε μεχρι σημερα. Ομως θα ‘ταν βαρυ αμαρτημα να κλεισεις αυτα τα τρια εξαισια ψαρια στο ψαροκαλαθο. Ειμαι σιγουρος πως καμια φορα κι αλλοι ψαραδες αφηνουν εναν ξιφια η καποιο αλλο ωραιο ψαρι να φυγει παλι. Δεν πρεπει να παιρνεις απ’ τα ψαρια τους βασιλιαδες και τις βασιλισσες, τους πριγκηπες και τις πριγκιπισσες, αλλιως ο βυθος δε θα δωσει πια τιποτα. Κανεις πρεπει να 'χει ενα μετρο και μια αισθηση για τις δινες και για τα ρεματα κατω απ’ την καρινα. Πολλα συμβαινουν εκει. Ιδεα δεν εχουμε. Κανεις πρεπει να ξερει πως η ζωη εδω ειναι πολυ συντομη για να θελουμε να την γαρνιρουμε με πρωτες ψαριες και να την χαλαμε με κοκορεματα.


Υποκειμενο του αρρητου

 

 Video (Παρουσιαση Αθηνων)

Υποκειμενο του αρρητου

Επανω στο βιβλιο του Φωτη Καγγελαρη Το Βλεμμα και το Ειναι στην Ψυχωση


Στις 30 Οκτωβριου του 1965 εγινε μια γιορτη προς τιμη του ψυχιατρου Ludwig Binswanger στο Amriswil, μικρη πολη της βορειας Ελβετιας. Παρευρεθηκε ο Martin Heidegger, ο οποιος εκφωνησε εναν λογο. Οι δυο πρωτες παραγραφοι της ομιλιας του ειναι οι εξης:

Αυτο το εορταστικο βραδυ ακουσαμε οτι ο Ludwig Binswanger, στον δρομο της ιατρικης του δραστηριοτητας και της επιστημονικης του αναζητησης, διετρεξε και τα διαφορα σταδια και τις κατευθυνσεις της φιλοσοφιας του αιωνα μας.

Καθε επιστημη εδραζεται σε θεμελια τα οποια, με τον τροπο που θετει τα ερωτηματα και με τις μεθοδους της ερευνας της, παραμενουν γι' αυτην την ιδια βασικα απροσιτα. Ομως καθε ερευνητης μπορει να στραφει στοχαστικα προς αυτα τα θεμελια, εφοσον το πνευμα του ειναι εναργες και τολμησει μ' αυτο το πνευμα να αφεθει στη συνομιλια με τη φιλοσοφια. Μια τετοια τολμη ανηκει στη ζωη του αντρα, τη θεληση και το εργο του οποιου γιορταζουμε σημερα.

Για ποια τολμη μιλα ο Heidegger; Ψυχιατρικη και Ψυχολογια εχουν ως θεμελιο τους τον ανθρωπο. Ομως, με τον τροπο που θετουν τα ερωτηματα και με τις μεθοδους της ερευνας τους, ο ανθρωπος ως ανθρωπος δεν ειναι ζητημα. Εαν στους ψυχιατρους και στους ψυχολογους ο ανθρωπος ως ανθρωπος γινοταν ερωτημα και ζητουμενο, εαν ο ανθρωπος προεβαλλε, οπως γραφει καπου ο Binswanger, ως ενα "mysterium tremendum", ενα συγκλονιστικο μυστηριο, εαν οι ψυχιατροι και οι ψυχολογοι γινοταν ποτε να θαυμασουν και να απορησουν εμπρος σ' αυτο που λεγεται "ανθρωπος", τοτε μαζι θα γινοταν ερωτημα κι απορια ολο το οικοδομημα της επιστημης τους. Σ' αυτην την τολμη αναφερεται ο Heidegger, και λιγοι την εχουν.

Στην χορεια αυτων των λιγων ανηκει ο Φωτης Καγγελαρης. Το μαρτυρει, μεταξυ αλλων, το βιβλιο που παρουσιαζουμε σημερα. Ο Καγγελαρης συνομιλει με πληθος φιλοσοφων, ψυχιατρων, ανθρωπων του λογου και της τεχνης, οπου διακρινει συγγενειες αναμεσα σε τελειως ετεροκλητα πεδια και θεωρησεις. Δεκαδες φορες συνανταμε την εκφραση "θα ελεγε ο" ... Bakhtin, Lacan, Aulagner, Blondel, Žižek, Agamben, Scheler, Foucault, Sartre, Heidegger και παει λεγοντας. Μιλαμε για ενα ατελειωτο συμποσιο μεταξυ "φιλων", οπως τους προσφωνει σε ενα αλλο κειμενο. Απειρες ειναι και οι παραπομπες που αφηνουν πολλους απο μας με την εντυπωση οτι ειμαστε τραγικα αμορφωτοι, π.χ. "Φαινεται οτι οι πρωτοι στιχοι απο τον «Faust» του Goethe ειναι προτιμοτεροι απο τους γνωστους του Mallarmé για τη σαρκα και τα βιβλια."

Το υφος του συγγραφεα διακατεχεται απο ενα παθος, ισως ισως και απο καποια αγωνια: Δεν εννοει να αφησει να πεσει κατω τιποτα. Εννοει να ξεκινησει, να παραμεινει και να παλεψει με τα πρωτα και υστατα ερωτηματα. Γραφει π.χ.:

Προτείνουμε να ξαναδούμε τη φιλοσοφία της γλώσσας από τις ιστορικές της καταβολές τουλάχιστον στον δυτικό πολιτισμό, από τον Πλάτωνα έως τον Rorty σήμερα – εστιάζοντας στον Wittgenstein, τον Derrida και τον Gadamer–

Το βιβλιο λοιπον θελει να διαβαστει αργα και διχως ωφελιμισμο - θελει μια αναγνωση που να ανταποκρινεται στην γραφη του: μια αφηγηση της σχιζοφρενειας (γεν υποκειμενικη και αντικειμενικη), μια στοχαστικη-ποιητικη περιπλανηση στον, με μια εκφραση του Αλεξανδρου Παπαδιαμαντη, "βυθο των ακαταληπτων πραγματων". Ποιον βυθο; Καθως τους λιγους, στους οποιους αναφερθηκε ο Heidegger, διεπει καποιο κοινο πνευμα, θα μπορουσα να τον υποδηλωσω με λογια ενος αλλου ψυχιατρου, του ελβετου Medard Boss:

Στους ψυχικα ασθενεις εχουν διανοιγει τοιχοι οι οποιοι προστατευουν ευεργετικα τα ματια των 'υγιων' απο τις υπερμετρα εκτυφλωτικες αστραπες που ερχονται απο τις ουρανιες και κολασμενες αβυσσους εκεινης της αβυσσου που μας περιβαλλει και συναμα μας ειναι απροσιτη.

Θα μπορουσαμε να πουμε οτι το βιβλιο ειναι μια αποπειρα, μια αποτολμη αποπειρα συνδιαλλαγης με ο,τι ο συγγραφεας αποκαλει καπου το "καρναβαλικο γελιο" του σχιζοφρενους, γελιο που μοιαζει να αναδυεται απο εκεινες τις αβυσσους. Και που ενδεχομενως δεν ειναι ασχετο με ενα αλλο που ερχεται απο την Απω Ανατολη:

Διηγουνται πως μια νυχτα ο δασκαλος Yüe-shan ανεβηκε σ' ενα βουνο, κοιταξε το φεγγαρι και ξεσπασε σ' ενα βροντερο γελιο. Το γελιο του, λενε, αντιλαλησε τριαντα χιλιομετρα μακρια.

Θυμαμαι τον Erwin, εναν χρονιο σχιζοφρενη σε μια κλινικη της Ζυριχης. Εγραφε ποιηματα, μαλιστα μου ειχε αφιερωσει ενα. Καποια μερα λοιπον, καθως μιλουσαμε, ορθιοι, ο ενας απεναντι στον αλλο, ξαφνικα ξεσπαει σ' αυτο το ασχετο γελιο, μου δινει μια κουτουλια, και τα γυαλια που τοτε φορουσα επεσαν κατω. Ο Helmut Plessner, γερμανος φιλοσοφος και κοινωνιολογος, βλεπει το γελιο ως εκφραση μιας κρισης, οπου τα λογια ειναι ανεπαρκη για να αρθρωσουν μια ανταποκριση. Ομως ενω στους "φυσιολογικους" το γελιο λιγοτερο η περισσοτερο το μοιραζομαστε, εκεινο το αποκοσμο, καρναβαλικο γελιο ακριβως κατεστρεψε καθε μοιρασμα, καθε κοινωνια μεταξυ μας. Κοιταζα τον Erwin σαν χαζος, κι αυτος με κοιταζε με μια αδιορατη εκφραση ψιλοντροπης παιδιου που εκανε αταξια, αλλα και θριαμβου που εμοιαζε να τον απολαμβανει. Ο Καγγελαρης μιλα για

υποκειμενο ρηξης του σημαινοντος, που επιφερει τη ρηξη της ιστορικοτητας του υποκειμενου, τη ρηξη της σημαινουσας αλυσιδας. Υποκειμενο του αρρητου.

Ισως οπως το μικρο παιδι που χτιζει ενα σπιτι με τα κυβακια του και σε καποια ανυποπτη στιγμη τους δινει μια και παρ' το κατω το σπιτι.

Η ρηξη για την οποια μιλαμε, και της οποιας ενας δρομος ειναι το αποκοσμο, "καρναβαλικο" γελιο, φερνει εμπρος στο αρρητο, καταποντιζει στο αρρητο. Στον βυθο του τα πραγματα, τα νοηματα και οι σημασιες του κοσμου αποσυρονται. Αποσυρεται και το ιδιο το υποκειμενο, αυτοπαθως, διανοιγεται η ερημος της αποπροσωποποιησης που αναφερεται στον υποτιτλο του βιβλιου. Στο ευρυτερο πεδιο αυτης της εμπειριας βρισκεται και ο,τι ο Martin Heidegger αποκαλει "αυθεντικο αγχος", το οποιο ανοιγει την υπαρξη για το πρωτο και εσχατο, το "Ειναι", η το "Μηδεν". Ακομα η ρηξη φερνει κοντα σε ο,τι ο Καγγελαρης αποκαλει "το αλεκτο, το 'εκτος του σημαινοντος' ως ο τοπος - και - της τρελας". Ο τρελος τοτε θα ηταν "ενα σκηνωμα στον τοπο του αρρητου." Γι' αυτο ο συγγραφεας μπορει και να λεει: "Η «φυσιολογικοτητα» δεν ειναι η φυση του ανθρωπου.", και μπορει να χαρακτηριζει το ανθρωπινο Ειναι, παραλλασσοντας μια εκφραση του Heidegger, ως "ειναι-προς-τρελα". Η "φυσιολογικοτητα", γραφει o Καγγελαρης, δηλαδη "η ασχολια μας και η σκεψη μας με τα ανθρωπινα", "μας εγκλωβιζει, μας προφυλασσει ταυτοχρονα … απο αυτο."

"... το αλεκτο, το 'εκτος του σημαινοντος' ως ο τοπος - και - της τρελας". Ισως βρισκεται πιο κοντα σ' αυτο που ακουσαμε προηγουμενως απο τον Boss, πιο κοντα δηλαδη στις "ουρανιες και κολασμενες αβυσσους εκεινης της αβυσσου που μας περιβαλλει και συναμα μας ειναι απροσιτη", εστω και αν οι δυο συγγραφεις φτανουν εκει απο διαφορετικους δρομους. Ενδεχομενως παλι, καθως μαλιστα μιλαμε για ψυχοθεραπευτες, το βλεμμα τους εχει ως κοινη καταγωγη εκεινη την τιτανια, ασυγκρατητη και αφρονη, πυρηνικη ψυχικη διασταση που θυμιζει τα τερατα στην εποχη πριν απο τους Ολυμπιους θεους, τις Σειρηνες, τους Κυκλωπες, τους Λαιστρυγονες, τις Αρπυιες. Αυτην την ψυχικη διασταση ο Freud αποκαλει das Es, το Αυτο. Το προσεγγιζει με "μεταφορες":

ενα χαος, ενα καζανι γεματο απο κοχλαζουσες διεγερσεις … που δεν παιρνει υποψη του τιποτα και στην τυφλη του εφεση για ικανοποιηση των επιθυμιων δεν θα απεφευγε την καταστροφη.

Για ενα χαος μιλα και ο Καγγελαρης σε μια προσφατη ομιλια του. Τουτο, λεει, "είναι φτιαγμένο από επιθυμία και φόβο." Κατα τον Καγγελαρη το χαος καλειται, περαν του Freud, με πολλα αλλα ονοματα: "το ‘άρρητον’, το ακατανόητο, το ακατανόμαστο, το ‘πραγματικό’". Και αυτο ειναι, συνεχιζει, που "υπαγορεύει το ίδιο το γεγονός της ζωής." Πως συμβαινει αυτο; Στον ορισμο του Καγγελαρη για τον ανθρωπο ως "υποκειμενο του αρρητου", η γενικη μαλλον πρεπει να ακουστει ως γενικη υποκειμενικη. Υποκειμενο ειναι το αρρητο. Ο ανθρωπος υποκειται στο αρρητο, στην μαυρη τρυπα του αρρητου, στην αβυσσο της αρχεγονης μεγαλοδυναμης επιθυμιας. Η κυριαρχη σταση απεναντι στο αρρητο ειναι ο φοβος. Ο συγγραφεας το υπονοει με μια υπεροχη παρομοιωση:

Ο φόβος του ‘άρρητου’, του ‘πραγματικού’, γίνεται η ταξιθέτρια στην αίθουσα των λέξεων και των εικόνων.

Τοτε τα λογια και οι εικονες των ανθρωπων θα ηταν οχυρωματικα εργα, και αυτο το οχυρο θα ηταν η ιδια η ζωη. Η αμυνα λοιπον απεναντι στο horror vacui, στον τρομο εκεινου του αρχαϊκου κενου, διαμορφωνει, "ταξιθετει", δινει υποσταση στην "φυσιολογικοτητα", αλλα, με αλλον τροπο, και στην σχιζοφρενεια ως, Καγγελαρης,

προσπαθεια της υπαρξης προς την αυτοϋπερβαση της, προσπαθεια υπερβασης του θανατου, παλη εναντια στο Μηδεν.

Βεβαια καποτε, εν μερει στην τρελα, εν μερει στην τεχνη, και οπωσδηποτε με τον θανατο το οχυρο θα καταρρευσει και, οπως λεει ο ποιητης, "οι Μηδοι επιτελους θα διαβουν".

Η διαφορα φυσιολογικοτητας και τρελας τωρα βρισκεται στην σχεση τους με την απουσια. Καγγελαρης:

Το γεγονος της αντιληψης συντελειται οταν το αντικειμενο ειναι απον. Πρεπει να λειπει για να το δουμε. Σαν το «πουλακι» στη φωτογραφια.

Το πουλακι στην φωτογραφια… Σε μια προσφατη ομιλια του ο Καγγελαρης λεει:

Το ‘πουλάκι’ συλλαμβάνεται κι απεικονίζεται στο βλέμμα, ως εικόνα μιας ανύπαρκτης πραγματικότητας, απαραίτητης ωστόσο, για την πραγματική εικόνα της φωτογραφίας.

Την παρομοιωση με το πουλακι ακολουθει μια αλλη παρομοιωση: "Σαν μια σχεση στην αρχη της." Υποθετω πως εδω εννοει μια, ας την πουμε αυρα, που ηδη μας εχει φερει κοντα, μας εχει δεσμευσει, πολυ πριν αυτη η δεσμευση, με οποιον τροπο παντα, γινει αντιληπτη και πραγματωθει. Ο Καγγελαρης συμπληρωνει με τον de Sade: "η αναμονη αποντων αντικειμενων, και οχι η παρουσια τους, δημιουργει ηδονη." Δεν εχω διαβασει de Sade και δεν το παρακολουθω. Παντως η "αναμονη αποντων αντικειμενων" μου δινει την αφορμη για κατι αλλο που ενδεχομενως θα ειχε εδω νοημα: Η απουσια ανηκει στην φυση ενος ερωτηματος ως ερωτηματος, καθως η προθετικοτητα του, δηλαδη η ζητουμενη απαντηση, για μικροτερο, η μεγαλυτερο διαστημα δεν ειναι ακομα εδω, παραμενει παρουσα - δια της απουσιας της. Και η ανθρωπινη υπαρξη, μας θυμιζει ο συγγραφεας τον Gadamer, "δεν εχει τοσο απαντησεις οσο ερωτηματα". Η ανθρωπινη υπαρξη κατοικει χωρους της απουσιας.

Θα μπορουσαμε να πουμε οτι ο σχιζοφρενης σχεδον δεν εχει ερωτηματα. Εχει απαντησεις, και μαλιστα στην μορφη των παραληρητικων πεποιθησεων. Πολλες φορες, σ' ολους μας, τα ερωτηματα φαλτσαρουν - ειτε γιατι ρωταμε για το λαθος πραγμα, ειτε γιατι οι απαντησεις μας συνιστουν φυγη απ' αυτα. Στον σχιζοφρενη τουτο συμβαινει σε βαθμο ακραιο. Το ερωτημα ως ερωτημα, δηλαδη το μετεωρο και το αχαρτογραφητο της απουσιας που το ερωτηματικο διανοιγει, το ερωτημα, ηδη ως ερωτημα, κανει τζιζ! Και αυτο επειδη στον σχιζοφρενη ακριβως λειπει μια φιλικη σχεση με την απουσια.

Ο Καγγελαρης λεει: "Οφειλει να λειπει η εικονα μου για να τη δω το πρωι στον καθρεφτη". Θα ελεγα οτι η εικονα μου λειπει ουτως η αλλως, οπως το ματι που βλεπει τον κοσμο τριγυρω δεν βλεπει τον εαυτο του ποτε. Απεναντι στον καθρεφτη ειναι που βλεπω την εικονα μου, π.χ. το πρωι οταν ριχνω νερο στο προσωπο μου. Απεναντι στον καθρεφτη ειναι που αποκτω καν εικονα. (Καθρεφτης μπορουν να ειναι βεβαια και τα ματια των αλλων). Καθοτι αυτος καθαυτον ανεικονιστος, η απεικονιση μου στον καθρεφτη με εμφανιζει ως εναν Αλλον. Ο σχιζοφρενης, λεει ο Καγγελαρης,  "δεν βλεπει την εικονα του στον καθρεφτη γιατι δεν εχει ελλειψη της εικονας του: Ειναι η εικονα του." Προφανως διοτι ο σχιζοφρενης δεν εχει καθολου υποψη τον Αλλο, δεν εχει κανενα αισθητηριο για τον Αλλο. Αυτον τον Αλλο απεναντι, επανω στον καθρεφτη, που ποτε δεν θα ταυτιστει μ' εσενα, που παραμενει παντα απων. Ο Martin Heidegger, σε ενα σεμιναριο για ψυχιατρους στη Ζυριχη, λεει:

Ο ψευδαισθανομενος μπορει να δει τον κοσμο του μονο με μια αισθητηριακα αντιληπτη, παροντικη παρουσια ολων των δεδομενων, διοτι δεν μπορει να επιτελεσει το Ειναι παροντος και αποντος … Δεν αφηνει την απουσια να ειναι απουσια.

Ο σχιζοφρενης, θα λεγαμε στο πνευμα του Καγγελαρη, εχει δυσανεξια στα ερωτηματα και στην απουσια που αυτα φερνουν μαζι τους. Του λειπει ολοτελα η εμπειρια του ποιητη Paul Celan: "αληθινα μιλαει οποιος μιλαει σκιες". Η, το "Σε κοιταζα με ολο το φως και το σκοταδι που εχω" του Γιωργου Σεφερη.

Ο λογος του σχιζοφρενους δεν ειναι απαντηση, αντ-αποκριση. Ειναι λογια, κυριολεκτικα, του αερα. Γι' αυτο και η συνομιλια ειναι απο εκτρωτικη εως ανυπαρκτη.

Ειμαι τραγουδιστης γιατι, αφου με λενε Πανο και εχω βγει απο μητρα, ειμαι ο Μητροπανος.

Αν αυτο ηταν καλαμπουρι, ο Πανος θα το μοιραζοταν μ' εμας, θα μοιραζομασταν ολοι μας ενα γελιο, οχι "καρναβαλικο" αλλα ως επιφωνημα μιας καθαρτικης κατακρημνισης στις παραδοξολογιες και στα κολπα της γλωσσας, στα ανοιγματα των ατελειωτων παιχνιδιων της. Ο Πανος ομως μιλα μεσα απο μια, γραφει ο Καγγελαρης, "γλωσσικη ακαμψια", μια, ακριβως λογω της απουσιας του αποντος, "αδιαμεσολαβητη επαφη με την πραγματικοτητα". Μητρο- και -Πανος ειναι μπαζα, η συντριμμια μιας Waste Land που κουμπωνουνε μεταξυ τους στο "Μητροπανος", η δυο διαστημοπλοια που συνδεονται συντονιζοντας τις πλανητικες τους τροχιες.

Η φραση του Πανου, αλλα και καθε παραληρημα, ειναι, καθως ελεγε μια παλια μου δασκαλα, salto mortale. Βοα εν τη ερημω. Πηδα στην αντιπερα οχθη χωρις να εχει στηθει γεφυρα. Γι' αυτο ο Καγγελαρης μιλα για "επικινδυνοτητα" τετοιων απελπιδων λογων. Ομως ακριβως γι' αυτο ο Μητροπανος του Πανου, η κουτουλια που εισεπραξα στη Ζυριχη, και ολα τα συναφη, παραληρημα, ψευδαισθηση, κατατονικα φαινομενα ειναι σπαραγματα στα οποια, εμφατικοτερα απο τα λεγομενα, μιλουν, εκρηγνυνται, τα διακενα, οι αβυσσοι του αρρητου.

Καγγελαρης:

Η αποπροσωποποιημενη σχιζοφρενικη υπαρξη προσωποποιει τον λογο της πεπερασμενης και αιωνιας συνειδησης του ανθρωπου ως ενα ατελευτητο οροσημο στην απροσωπη οδυνη του ειναι.

Τι θα ειχε την δυναμη να αποπροσωποποιησει την "σχιζοφρενικη υπαρξη"; Δηλαδη να την καταστησει καν σχιζοφρενικη; Η "οδυνη του ειναι", γραφει ο Καγγελαρης. Και γιατι οδυνη; Διοτι για τον ανθρωπο η αβυσσος του Ειναι, που εδω θα πει συγχρονως: η αβυσσος του Μηδενος, με μια εκφραση του Martin Heidegger ειναι "αναποφευκτη", ομως και συναμα "απροσιτη". Αναποφευκτη οπως ο ηλιος για την ζωη μας και απροσιτη διοτι αν τον πλησιασεις εξαερωνεσαι. Στο πνευμα του Καγγελαρη η οδυνη του παντα αναποφευκτου και παντα  απροσιτου θυμιζει το μαρτυριο του Τανταλου που οταν, πεινωντας, απλωνε το χερι του προς το δεντρο να κοψει καρπους, οι κλαδοι ανερχονταν αμεσως σε μεγαλο υψος, και οταν, διψωντας, εσκυβε να πιει νερο, αυτο απομακρυνονταν απ' τα πόδια του.

Το Ειναι, το Μηδεν, καθοτι το πρωτο, ειναι πιο αρχεγονο απο το προσωπο. Γι' αυτο και η, τανταλεια, οδυνη του ειναι επισης απροσωπη. Ο Τανταλος δεν λεει "ποναω". Λεει "ποναει" (απροσωπα, οπως "βρεχει"). Διαχεεται σ' αυτο το "ποναει". Ετσι οταν η απροσωπη οδυνη του Ειναι πλημμυριζει και καθοριζει μια υπαρξη, την αποπροσωποποιει και την ιδια. Και παλι ποναει η ιδια η συγκεκριμενη καθε φορα υπαρξη προσωπικα. Γινεται περσονα, τραγικο οροσημο του απροσωπου "ποναει". Ακουμε την φραση του Καγγελαρη μια φορα ακομα:

Η αποπροσωποποιημενη σχιζοφρενικη υπαρξη προσωποποιει τον λογο της πεπερασμενης και αιωνιας συνειδησης του ανθρωπου ως ενα ατελευτητο οροσημο στην απροσωπη οδυνη του ειναι.

Το ποιημα που μου αφιερωσε ο Erwin ηταν το εξης:Kameraden.jpg

Συντροφοι

Αυτη 'ναι της ζωης

Η εσωτερικη αντιφαση

Πως μοναχοι συχνα

Και χαμενοι στον κοσμο

Ατενιζουμε τα ερχομενα

Κι αισθηματα αγχους

Μας καταδιωκουνε παντα

Μεσα στο ακαθοριστο.

Ο χαρακτηρας του σχιζοφρενους απαιτει απο τον θεραπευτη επαρκη ανταποκριση. Απαιτει, σε βαθμο πολυ πιο ριζικο απο την ψυχοθεραπεια του νευρωτικου, την αποπειρα της συνομιλιας, που τωρα ειναι ακροβασια στο τεντωμενο σκοινι του αδιαμεσολαβητου, δηλαδη χωρις το διχτυ προστασιας που παρεχει η μεσολαβηση των νοηματων, η αυρα των λεγομενων. Καγγελαρης:

Στην ψυχωση, κατ’ αρχας, δεν ερμηνευουμε, ακουμε. Να ακουσουμε, κατ’ αρχας, την κυριολεξια των λογων του υποκειμενου, την οδυνη, τον πονο, την αγωνια. Η ερμηνεια, αν και οποτε εισαχθει, ας αρχισει απο την κυριολεξια, και οχι τη μεταφορα – τον τροπο, δηλαδη, με τον οποιο εμεις συλλαμβανουμε διαμεσολαβημενη την πραγματικοτητα.

Και, πολυ πιο ριζικα απο την ψυχοθεραπεια του νευρωτικου, η συνομιλια με τον ψυχωτικο ειναι και για τον θεραπευτη μαθητεια. Στον προλογο για την Γ' εκδοση ο Πανος εισαγεται ως ενας με τον οποιο "'μεγαλωσαμε' και 'γερναμε' μαζι". Και λεει στον θεραπευτη του:

Θα σου δινω τα σημαδια να βρισκεις τον δρομο σου. Ειμαι πολυ πλουσιος μεσα μου. Ομως μην τα θελεις ολα μαζι.

Σε δυο σημεια ο συγγραφεας θετει, απο το πουθενα, την ιδια ερωτηση:

Εχουμε σκεφτει γιατι, αραγε, προσπαθουμε να ερμηνευσουμε το χαμογελο της Gioconda, και οχι το βλεμμα της;

Δεν δινει απαντηση. Η δικη μου θα ηταν: Το χαμογελο επιδεχεται ερμηνειας γιατι μιλαει το ιδιο. Ειναι χαιρετισμος, ανταποκριση στο απεναντι, και γι' αυτο ειναι εμφορτο σημασιων. Εγκυμονει ερμηνειες που το αρθρωνουν. (Το χαμογελο του τρελου, αν υφισταται καν τρελο χαμογελο, ειναι κατι αλλο.) Το βλεμμα τωρα, το βλεμμα καθαυτο, δεν ειναι καταρχην ανταποκριση, αλλα - υποδοχη. Δεχεται τα πραγματα του κοσμου, νωπα, πριν τα αποστεγνωσει η φορτιση με μνημη και με επιθυμια. Αυτο το πρωτο βλεμμα, η prima vista, ειναι καθε φορα, θυμιζω εκεινα τα ομορφα λογια του Καγγελαρη, "μια σχεση στην αρχη της". Ετσι δεν εχει βαθυτερα νοηματα, δεν εχει τιποτα να ερμηνευσεις. Ομως γι' αυτο ακριβως μπορει και να σαγηνευει. Στο βλεμμα διανοιγεται, με την εκφραση του Jean Baudrillard, μια "επιφανειακη αβυσσος". Θυμομαστε, τις αβυσσους που αναφερθηκαν...

 

Η περιοχη στην οποια κινουνται οι στοχασμοι του βιβλιου εκτεινεται απο το αβυσσαλεο μεχρι το εγκοσμιο, απο ενα βλεμμα μεχρι ενα χαμογελο.


Φαινομενολογια του οργασμου

 

Φαινομενολογια του οργασμου
[2ο Μεσογειακό Συνέδριο Ανθρώπινης Σεξουαλικότητας / Αναπαραγωγής, Απριλιος 2015, Αθηνα]
[Το κειμενο με υποσημειωσεις εδω]

Το ποιημα του Αρχιλοχου απο τον 7ο αιωνα π.Χ., γνωστο ως "Επωδη της Κολωνιας", ξεκινα με τον ποιητη που μιλα με μια κοπελα και την προκαλει. Τελειωνει ως εξης:

… κι αρπαξα την παρθενα την πλαγιασα στα ανθισμενα λουλουδια

την τυλιξα σε μαλακο μανδυα αγκαλιασα τον λαιμο της

που ειχε ακινητησει σαν απο ελαφακι κυνηγημενο

ψηλαφησα τα στηθη της απαλα

οπου αυτη αποκαλυψε το νεαρο της δερμα και την ηβη της προβαλε

κι εγω σφιγγοντας πανω μου το ωραιο της σωμα

χαϊδευοντας το ξανθο τριχωμα αφησα το λευκο μενος,

λευκ]ὸν ἀφῆκα μένος… Το λευκὸν μένος: το σπερμα. Η λεξη μένος συγγενευει με το ρημα μαινομαι, που θα πει: περιερχομαι εκτος εαυτου. Εκ-σταση. Για ο,τι σημερα εμεις ονομαζουμε "οργασμο" φαινεται πως οι Αρχαιοι δεν ειχαν δικη τους, ιδιαιτερη λεξη. Το ρημα ὀργάω σημαινει ετοιμαζομαι να γεννησω κατι, να φερω κατι στο φως - το δεντρο που παει να ξεπεταξει λουλουδια, η μολυσμενη πληγη που ειναι ετοιμη να πυορροησει. Ομως και τα κολπικα υγρα, και το ανδρικο σπερμα, αναβλυζουν οπως βγαινουν τα λουλουδια απο τα κλαδια και το πυον απο την πληγη. Ειδικοτερα στα ανθρωπινα πραγματα ὀργάω σημαινει ανυπομονω, ετοιμαζομαι, διεγειρομαι. Σαπφω:

Γιατι, αρκει να σε κοιταξω εστω για μια στιγμη, και λεξη δεν ανεβαινει στα χειλη μου, η γλωσσα μου, σπασμενη, βυθιζεται στη σιωπη, αμεσως μια λεπτη φλογα περνα κατω απο το δερμα μου, τα ματια μου παυουν να βλεπουν το παραμικρο και τ᾽ αυτια μου αρχιζουνε να βουιζουν. Ιδρωτας με πλημμυριζει και τρεμουλο με συνεπαιρνει ολοκληρη, γινομαι πιο χλωμη κι απο τη χλοη, και, στο σκοτισμενο μου λογικο, μου φαινεται πως παω να ξεψυχησω.

"...μια λεπτη φλογα περνα κατω απο το δερμα μου…" τραγουδα η Σαπφω. Οπως το σπιτι που πιανει φωτια και σε διωχνει, πρεπει να το αφησεις, ετσι κι εδω καιγεσαι ο ιδιος, πρεπει να φυγεις απο το σπιτι του εαυτου, ειναι το, με μια εκφραση του Πλατωνα, ερωτικον ομμα, η οψη του ερωμενου, που το πυρπολει. Σε αναγκαζει να εγκαταλειψεις το κλεισιμο στον εαυτο και να εκ-στασιαστεις στον Αλλο, που μονος αυτος, αν του δοθεις, αν σου δοθει, μπορει να κατασβεσει τη φλογα.

Ο οργαζων, βγαινοντας απο τον εαυτο του, μεταμορφωνεται. Ο οργασμος συμβαινει ως μεταμορφωση, ως μεταβαση σε μια αλλη μορφη. Γραφει ο γαλλος φιλοσοφος Alexandre Lacroix:

Πριν απο τη συνουσια το προσωπο μεταμορφωνεται
bild3-picasso-29566308.jpg
Οσο μεγαλη και να 'ναι η εμπιστοσυνη, η η ηδονη μεταξυ των συντροφων, τα βλεμματα παντα τα διαπερνα ενας φοβος, η μια βουλιμια, μια νευρικη συσπαση. Αμεσως πριν απο τη διεισδυση κυριαρχει ενταση, συγκεντρωση των ανταγωνιστικων δυναμεων. Αγαπη και αποπλανηση εγγραφουν επανω τους ενα ολοσωμο τατουαζ πολεμου.
Στη συνουσια μετεχουν η ορμη του κυνηγου κι ενα κρυφο ενστικτο αρπακτικου ζωου..

Dream-of-the-Fisherman's-Wife-large.jpg

Το δυναμικο της ανδρικης φυσης εγκειται στη διεισδυση. Ειναι ιδιον του αντρα να ξανοιγεται σε στερια και σε θαλασσα και σε νεα πεδια δρασης, να εξερευνα το αγνωστο, να κατακτα τη γυναικα, να ρισκαρει ακομα και τη ζωη του, να κανει πολεμο. Ψαραντωνης, Εχω μια τιγρη μεσα μου:

Ψαραντώνης - Τίγρη - snapshot.jpg
Όρη, λαγκαδια και γκρεμνα με σπρωχνει να περασω,

για να την αγκαλιασω

στον πιο τρελο χορο,

κι οταν τις κρυες τις βραδιες θυμαται τα κλουβια της,

μου δινει την προβια της

για να τηνε φορω.

Η γυναικεια φυση τωρα μπορει να αποδοθει μεσα απο μια, κρητικη και παλι, μαντιναδα:

Δυναμη πο 'χει η κοπελια

στον αφαλο απο κατω

βανει το φιδι ζωντανο

και βγανει το ψοφατο.

ZmurkoFranciszek_Sinnenrausch.png
Η δυναμη της γυναικας ειναι η ιδιοτητα καθε νεου, καθε "παρθενου" τοπου στον οποιο ο ανδρας διεισδυει, τον οποιο διακορευει, να γινεται οικειος, να γινεται οικος και σπιτικο, ο αντρας να εξημερωνεται μεσα του, να "ψοφαει". Η φυση της γυναικας αποτυπωνεται αρχετυπικα στη φιγουρα των Σειρηνων που σαγηνευουν τον αντρα, τον ελκυουν στον παραδεισενιο τοπο και στην αγκαλια τους, και τον λιωνουν.

Ο Ανδρεας Εμπειρικος βλεπει την ερωτικη συνευρεση, μεταξυ πολλων αλλων, στην εικονα του υπερωκεανιου που διακορευει τη θαλασσα:

Αφρός- Ανδρέας Εμπειρίκος.jpg
Ω υπερωκεανειον τραγουδας και πλεχεις

Στις τροχιες των βαθυπτυχων οργωματων

Που λαμπουν στο κατοπι σου σαν τροχιες θριαμβου

Αυλακες διακορευσεως χναρια ηδονης που ασπαιρουν

Μεσ’ στο λιοπυρι και στο φως η κατω απο τ’ αστερια

Οταν οι στροφαλοι γυρνουν πιο γρηγορα και σπερνεις

Αφρο δεξια κι αφρο ζερβα στο ριγος των υδατων.

Η ανασα. Lacroix και παλι:

13 Προφανεστατα η συνουσια ειναι μια μεγαλη οπερα της ανασας. Η αναπνοη των συντροφων φουντωνει ολο και περισσοτερο, μεχρι να καταλαβει ολον τον ηχοχωρο. Γινεται θρηνος, κραυγη, κλαψουρισμα, αποκριση - επιδειξη των φωνητικων χορδων, εκρηξη των θωρακικων κοιλοτητων, παρελαση των πνευμονων. Αδυνατο να παρασυρεις τον αλλο στην κορυφωση, να βρεις το σωστο τεμπο, αν δεν ακολουθησεις προσεκτικα την αλλαγη της εισπνοης και της εκπνοης του, αν δεν καταφερεις να φωλιασεις στις μετατροπιες του διαφραγματος του.

Στο κλαμα μερικες φορες λεμε οτι κανεις "αναλυθηκε σε δακρυα". Θα πει: εγινε ολος δακρυα. Εκ-σταση, οπου ο εαυτος αποσταζεται στα ματια, που πλεον δεν βλεπουν, αλλα παροχετευουν τον εαυτο, ως δακρυα, προς τα εξω. Ετσι στον οργασμο: τα κορμια κορυφωνονται στα γεννητικα οργανα. Η υπαρξη γινεται πεος, γινεται κολπος.
Πεος1.jpg

Οι σπασμοι. Στον αντρα συνοδευονται κατα κανονα απο την εξωθηση του σπερματος. Θα ελεγες οτι οι παλινδρομικες κινησεις που προηγουνται, και απο τους δυο συντροφους, αυτο προσκαλουν, επικαλουνται, προετοιμαζουν. Τα σωματα οργαζουν, οργαζονται, οι υπαρξεις εξ-ιστανται, αναλυονται, τωρα οχι σε δακρυα αλλα στο χυμα της ερωτικης τους συνευρεσης.

Η αναλυση στο χυμα ειναι η ηδονη. Η γερμανικη λεξη για την ηδονη, Lust, συγγενευει ετυμολογικα με το στερητικο μοριο los, εν μερει αναλογο του δικου μας στερητικου αλφα, η του πρωτου συνδετικου απο-. Η ηδονη ειναι κενωση, αδειασμα, που δεν αφηνει καποιον στην ερημο του μηδενος αλλα ολοκληρωνει την εκ-σταση με μια τελικη μεταμορφωση, αυτην τη φορα μεταμορφωση στο αμορφο: εκκενωνει το σπιτι, την επικρατεια του εαυτου, απαλειφει το αποτυπωμα του και τον απολυει σε ενα ηδυ, γλυκο τιποτα. Ο Freud το συλλαμβανει απο μακρια με την αχαρη, επιστημονικοφανη εκφραση "αποφορτιση των ορμων". Η ερωτικη συναντηση, αν ειναι αποφορτιση, τοτε αποφορτιζει απο τον φορτο του ιδιου του εαυτου. Θυμαμαι μια γυναικα στη Ζυριχη που ελεγε οτι ποτε δεν ενοιωθε τοσο αναλαφρα οσο οταν ειχε εναν αντρα ξαπλωμενο επανω της.

Καποιες φορες η ηδονη αποκτα σχεδον θρησκευτικη διασταση. Leonard Cohen - Light As The Breeze / Αναλαφρη σαν αερακι

Cohen.jpg
Στεκει εμπρος σου γυμνη

μπορεις να το δεις, μπορεις να το γευτεις

κι ερχεται κατα σενα αναλαφρη σαν αερακι

(και αργοτερα)

Ετσι γονατισα στο δελτα,

στο αλφα και στο ωμεγα

στην κοιτη του ποταμου και των θαλασσων

και σαν ευλογια που ερχεται απο τα ουρανια

για κατι σαν ενα δευτερολεπτο

ιαθηκα και η καρδια μου

γαληνεψε.

Το μπαλετο του Béla Bartók με τον τιτλο Ο θαυμαστος μανταρινος απο το 1924 αφηγειται την εξης ιστορια:

Στο διαμερισμα ενος φτωχικου προαστιου τρεις αλητες αναγκαζουν μια κοπελα να προσελκυσει αντρες απο τον δρομο για να τους ληστεψουν. Οι δυο πρωτοι ειναι φτωχοι και τους πεταν εξω. Η γυναικα πηγαινει και παλι στο παραθυρο και ξεκινα τον χορο της. Στον δρομο στεκει τωρα μια αλλοκοτη μορφη, που συντομα ακουνε να ανεβαινει τη σκαλα. Οι αλητες κρυβονται και ενας μανταρινος στεκει στην πορτα ασαλευτος. Οι αλητες βαζουν τη γυναικα να τον παρασυρει κοντα της. Αυτη ξεκινα εναν αλλο ηδυπαθη χορο και το παθος του μανταρινου ολο και μεγαλωνει. Ξαφνικα πεταγεται και την αγκαλιαζει. Παλευουν. Αυτη, κατατρομαγμενη, ξεφευγει. Ο μανταρινος την κυνηγα. Οι αλητες ορμουν επανω του, του αφαιρουν τα τιμαλφη του και προσπαθουν να τον πνιξουν κατω απο μαξιλαρια και κουβερτες. Αυτος παντως συνεχιζει να εχει το βλεμμα του στυλωμενο στη γυναικα. Τρεις φορες τον καρφωνουν μ' ενα σκουριασμενο λεπιδι, σχεδον πεφτει κατω, ομως και παλι ριχνεται στη γυναικα. Οι αλητες τον αρπαζουν και παλι και τον κρεμανε απο τον γαντζο μιας λαμπας. Η λαμπα πεφτει και βυθιζει το δωματιο στο σκοταδι, και το σωμα του μανταρινου αρχιζει να λαμπει με ενα αποκοσμο κυανοπρασινο χρωμα.
Mandarin.jpg
Οι αλητες και η γυναικα κατατρομαζουν. Ξαφνικα η γυναικα ξερει τι πρεπει να κανουν. Λεει στους αλητες να τον λυσουν. Ο μανταρινος ριχνεται στη γυναικα και παλι, κι αυτην την φορα τουτη δεν αντιστεκεται, κι αγκαλιαζονται. Καθως
ο ποθος του μανταρινου ικανοποιειται, οι πληγες του αρχιζουν να αιμορραγουν, και πεθαινει.

Μηπως εδω αιμορραγια και εκσπερματωση ταυτιζονται; Μηπως ο μανταρινος, στις επιθεσεις των αλητων, ειναι ατρωτος γιατι ακριβως, οργαζοντας, βρισκεται εκτος εαυτου; Οπως δειχνει το αποκοσμο κυανοπρασινο χρωμα που αναδυει; Μηπως, στην οργαζουσα εκ-σταση, βρισκεται εξω απο αυτον που οι αλητες χτυπανε; Μηπως ο θανατος του και το γαληνεμα της ηδονης εχουν κοινη προελευση; Μηπως η ηδονη, δηλαδη η αποφορτιση απο τον εαυτο, εχει την αρχετυπικη της εικονα στον θανατο; Μηπως γι' αυτο μια γαλλικη εκφραση για τον οργασμο ειναι petit mort, μικρος θανατος; Μηπως γι' αυτο μονο οποιος ερχεται απο τον θανατο, ειναι και σε θεση να καλεσει, να πεισει εναν Αλλο να βρεθουνε στους λειμωνες της ηδονης; Στον Αδη θα κατεβω...

Ομως προς τι η τεχνη; Ποιητες και ζωγραφοι και μουσικοι; Και οι φιλοσοφοι; Ενδεχομενως γιατι το "ασεξουαλικο" που αναφερεται στον τιτλο του συνεδριου θα μπορουσε να αφορα οχι μονο την αναπαραγωγη αλλα και καθε λεγομενη "σεξουαλικη πραξη" που αρχιζει και τελειωνει στη διαδικασια της, οπου η γυναικα ειναι "μουνι" - υπαρχει και αντιστοιχη, εστω "αδοκιμη", εκφραση για τον αντρα. Οταν τα βηματα οδηγουν κατευθειαν στο πηδημα, αυτο γρηγορα γινεται πληκτικη υποθεση. Το quickie, το πηδημα για το πηδημα,
Quickie.jpg
ειναι πολλες φορες ακριβως αποπειρα διασκεδασης αυτης της πληξης, ομως συχνα απλως την επιτεινει, και ακριβως γι' αυτο μπορει να γινεται και εμμονικο. Καπως ετσι θα ανακαλυφθηκαν βηματα που φερνουν τον εναν κοντα στον αλλο οχι απο την συντομοτερη διαδρομη, δηλαδη το quickie, αλλα μεσα απο μια απλα, μια περιπλανηση, βηματα που δρομολογουν το ερωτικο παιχνιδι, την τελετουργια των βλεμματων και των αγγιγματων, και καποτε καποτε ο σκοπος και ξεχνιεται ακομα.
legs.jpg
Τοτε αυτα τα βηματα θα γινοταν, παραδειγματος χαριν, χορος.
Astor Piazzolla, Oblivion.

Ειπα πριν: καποτε καποτε ο σκοπος και ξεχνιεται ακομα. Γιατι εδω πρεπει να τονιστει κατι. Οπως γενικοτερα στην τεχνη, ο χορος που ειδαμε δεν ειναι, δεν μπορει ποτε να ειναι ερωτικο foreplay, να εξολισθησει στη συνουσια. Θα ηταν αγροικο, θα ηταν κακοποιηση να φανταστουμε οτι τελειωνει με τους χορευτες να καταληγουνε στο κρεβατι. Η εγγυτητα τους, η τοσο παλλομενη και σφριγωσα, δεν αγεται απο την πιεση μιας επιθυμιας που ζηταει ικανοποιηση. Διαγει αρκουμενη στον εαυτο της. Αυτο ειναι που ο γαλλος φιλοσοφος Jean Baudrillard ονομαζει "σαγηνη":

Η σαγηνη των ματιων. Η πιο αμεση, η πιο καθαρη μορφη σαγηνης, μορφη σαγηνης που αντιπαρερχεται τις λεξεις. Οπου μοναχα τα βλεμματα συναντωνται σ' ενα ειδος μονομαχιας, μιας αμεσης διαπλοκης, εν α­γνοια των αλλων και των συναναστροφων τους: διακριτικη γοητεια ενος σιωπηλου και ακινητου οργασμου. Απο την στιγμη που η ερασμια ενταση των βλεμματων παραχωρησει την θεση της σε λογια, η ερωτικες χειρονομιες, η ενταση πεφτει. Απτικοτητα των βλεμματων που συγκεντρωνει ολοκληρο το δυναμικο του σωματος (και αυτο των ποθων του;) σε μια μοναδικη, αερινη στιγμη, οπως σ' ενα ευφυολο­γημα. Μονομαχια που ειναι συναμα αισθησιακη, ακομα και ηδονικη, ομως ασωματη - μια τελεια προγευση του ιλιγγου της σαγηνης, που ομοιο τους δεν θα εχουν οι πιο σαρκικες απολαυσεις που ακολουθουν.

Το οτι αυτα τα ματια συναντωνται, ειναι τυχαιο, ομως ειναι σαν να ειχαν καθηλωθει τα μεν στα δε απο παντα. Απογυμνωμενα απο νοημα, αυτο που ανταλλασσεται δεν ειναι τα βλεμματα. Εδω δεν υπαρχει ποθος, γιατι ο ποθος δεν αιχμαλωτιζει, ενω τα ματια, σαν μια τυχαια παρουσια, απλωνουν μαγια φτιαγμενα απο καθαρα, ανταγωνιστικα σημεια χωρις βαθος και χωρις χρονικοτητα.

Και σε ανυποπτο χρονο, πριν γνωρισω τον Baudrillard, ελεγα σε μια ομιλια:

Εδω ισως υπαρχει ενα αλλο βλεμμα, το οποιο πλεον δεν ανηκει σε ενα εγω και δεν αποτεινεται σε ενα εσυ. Δεν ειμαι αυτος που βλεπει αυτην. Δεν υπαρχει "σχεση". Γι' αυτο λειπει καθε συστολη και καθε τολμη, λειπει καθε επιθυμια και καθε φοβος, λειπει καθε εφεση για καποια πραγματωση. Τουτο το κοιταγμα ειναι ανοιχτος οριζοντας που απλωνεται σ' ανοιχτον οριζοντα.

Αυτα τα λιγα για τον ασωματο οργασμο της σαγηνης.

Στο ποιημα της Σαπφους που ακουσαμε, η τελευταια φραση ηταν:

Ιδρωτας με πλημμυριζει και τρεμουλο με συνεπαιρνει ολοκληρη, γινομαι πιο χλωμη κι απο τη χλοη, και, στο σκοτισμενο μου λογικο, μου φαινεται πως παω να ξεψυχησω.

Το ποιημα δεν τελειωνει εδω. Εχουν σωθει και λιγες λεξεις ακομα:

ἀλλὰ πὰν τόλματον / κι ομως τα παντα θελουν να τα τολμας

Τι ειναι ο ερωτας για να συνιστα τολμημα; Ο ερωτας, γραφει ο Ίβυκος, ποιητης του 6ου αιωνα π.Χ., στη Σαμο, ειναι

... σαν τον Θρακιωτη Βορια που, πυρωμενος απο τις αστραπες, ορμα μανιασμενος απο τα μερη της Αφροδιτης και ξεραινει τα παντα. Ζοφερος, ατρομητος, ξετιναζει την καρδια μου συθεμελα

Το παρατολμο του ερωτα ειναι το συθεμελο ξετιναγμα, η απωλεια του εαυτου, το αυτοπαθες ανοιγμα και το αυτοπαθες χασιμο στον Αλλο. Και τουτο γιατι το ενα φυλο ειναι για το αλλο ασυμβατο και μαζι αναποφευκτο. Η ενωση τους συνιστα αλμα στο κενο, salto mortale. Αυτο το αντιμοιρο ανδρα και γυναικας εκδηλωνεται, εκδηλωνονταν μαλλον, στην πληρη του ενταση στην τρελα και στο δραμα του ερωτα.

Η διαφορα ανδρικης και γυναικειας φυσης παλι ευκολα εξολισθαινει στην αντιθεση και στην αντιπαραθεση, στον φοβο του ενος για τον αλλο, καποτε στο αμοιβαιο μισος, καποτε στο καταφυγιο του ομοιου φυλου. Ισως ο φοβος εμπρος στην αβυσσο του ερωτα ειναι που ωθησε τους ψυχολογους να καταπιαστουν να τον ερμηνευσουν - που θα πει, να τον φερουν στα μετρα μας, να τον εξημερωσουν.

Και ακομα, ισως ο τρομος εμπρος σε τετοιες αβυσσους ειναι που κανει τις λεξεις νεκρες πεταλουδες καρφιτσωμενες στον καμβα ενος ξυλινου λεξιλογιου. Ειπαμε οτι οι Αρχαιοι δεν ειχαν ορισμενη λεξη για ο,τι εμεις ονομαζουμε "οργασμο". Ισως απο την ωρα που το διαπραττουμε, απο την ωρα που θα καρφιτσωσουμε την πεταλουδα στο λεξιλογιο και θα την κανουμε θεμα και ζητημα, μπαινουμε στην εποχη της, για να παραθεσω τον τιτλο ενος βιβλιου, "προθανατιας αγωνιας του ερωτα".

Σημερα, σε μια εποχη οπου κυριαρχει η ναρκισσιστικη καθηλωση στον εαυτο, στην κοινωνια μας της επιδοσης, λεμε "make" love. Ηδη στην Αμερικη του '60, με την λεγομενη "σεξουαλικη απελευθερωση", το θεμα δεν ηταν πια το να κανουν σεξ, αλλα το να κανουν καλο σεξ. Δημιουργηθηκε μια ολοκληρη φιλολογια και παραφιλολογια για τεχνικες της καλης στυσης ως επιδοσης του αντρα, του καλου οργασμου ως ολοκληρωσης της γυναικας. Καθιερωθηκε το χαλαρωτικο σεξ, το οποιο μπορει να ειναι απλα χαλαρωτικο ακριβως επειδη εχει παρει τη μορφη αμοιβαιου αυνανισμου, αλλα και ατομικου εμπρος στην οθονη του υπολογιστη. Και ο οργασμος, στην απονευρωμενη του πλεον μορφη, εχει γινει παραδειγμα της καθε απολαυσης. Μας τον υποσχεται ηδη μια φραπεδια,
nescafe-frappe-mermaid.jpg
η
ενα κεσεδακι γιαουρτι,
milk.jpg
εστω κι αν ανθρωποι της τριτης και τεταρτης ηλικιας το
παρωδουν- οπου δεν ξερεις ποιον να παρεις στα σοβαρα, την νεα, η τους γερους.

Αυτος ο ερωτας κι αυτο το σεξ κι αυτος ο οργασμος, στην σημερινη τους κυριαρχη εκδοχη, μοιαζει να εχουν γινει κατι σαν το εμμονικα ζητουμενο αλατι της ζωης, μιας ζωης δηλαδη που κατα τα αλλα, παρολη την υπερκινητικοτητα της, η ακριβως λογω αυτης, ειναι τραγικα αγευστη, αοσμη, βαρετη. Δουλεια δεν ειχε ο διαβολος, πηδαγε τα παιδια του...
Δουλεια δεν ειχε....jpg

Παθη σκιων και φωτος 1. Προπλατωνικοι χρονοι

 

[Ομιλια στο πλαισιο του Art Introjection: Στον κοινο τοπο τεχνης και ψυχαναλυσης, Θεσσαλονικη, Φεβρουαριος 2015]

Στους Αρχαιους, μεχρι καπου τον Πλατωνα, τα παντα εννοουνται στην διασταση φως και σκοταδι. Σε ενα αποσπασμα του προσωκρατικου φιλοσοφου Παρμενιδη διαβαζουμε:

μα καθως τα παντα ονοµάστηκαν φως και νύχτα, κι αυτα που αντιστοιχουν στις δυνάµεις τους (ονομαστηκαν) συμφωνα με το ενα και τ' αλλο, είναι όλα πληρη απο φως και αφανερωτη νύχτα1

Φως και σκοταδι δεν εξαντλουνται λοιπον στο αισθητηριακο δεδομενο τους. Δεν ονομαζουν αυτο που βλεπουν, η δεν βλεπουν τα ματια μας. Ονομαζουν τα παντα. Ονομαζουν εναν κοσμο. Ενας ελληνιστης το συνοψιζει ως εξης:

Το σκοταδι μπορει να αντιπροσωπευει αγνοια, το κακο και το δυσοιωνο, βια και βαρβαρισμο, και τον αλλο κοσμο. Το φως μπορει να σημαινει οραση, μαντικη ικανοτητα, την ολυμπια ταξη, την λυτρωση της ψυχης και τον κοσμο που κατοικουμε.2

Βλεπουμε ευκολα οτι εδω φως και σκοταδι ειναι χωριστα μεταξυ τους. Δυο διαφορετικοι κοσμοι, μεταξυ τους ασυμβατοι. Στις Χοηφορες του Αισχυλου ο Ορεστης μιλα στον νεκρο του πατερα (315-320):

Πατερα, φτωχε πατερα, λεγοντας η κανοντας τι για σενα θα πετυχαινα να φτάσω εκει, στις κλινες που σε κρατουν; Εσενα που η μοιρα σου το φως ανταλλαξε με σκοταδι;3

Μ' αυτην την εννοια για τους Αρχαιους λιγο φως και λιγο σκοταδι ειναι τοσο αδιανοητα οσο το "λιγο εγκυος", "λιγο ζωντανος", "λιγο νεκρος".

Ζω θα πει: βλεπω το φως του ηλιου.4 Ποια ειναι τωρα η σχεση αυτου του φωτος με την ζωη του ανθρωπου; Στην Αντιγονη του Σοφοκλεους, στην αρχη της τραγωδιας, ο χορος, εκει που προκειται να εξιστορησει την εκστρατεια του Πολυνεικη εναντιον της Θηβας, προσφωνει το φως:5

Ω βλεμμα του ηλιου, καλλιστο εσυ, που

Στην εφταπυλη Θηβα

Λαμπεις απο παλια, καποτε

Εμφανιστηκες, φως,

Ω θωρια της ολοχρυσης μερας,

Περασες πανω απο της Διρκης τα ρεματα

Κι εκεινον με την λευκη την ασπιδα, απο το Αργος,

Τον αντρα, που εφτασε πανοπλος,

Τον ακαθεκτο φυγαδα,

Κινεις με κοφτερο χαλιναρι ...

Το φως, η ἀκτὶς ἀελίου, κινει, κατευθυνει τον αντρα οπως τα χαλιναρια το αλογο! Ο ανθρωπος δεν κινειται αυτοβουλα, οπου το φως θα μπορουσε να ειναι απλα βοηθητικο για την κινηση του - και τελικα ειναι σχεδον αδιαφορο, καθως υπαρχει το τεχνητο, διαθεσιμο παντα. Ουτε εννοειται ως χρηστικο, δηλαδη αποκλειστικα σε αναφορα με τον ανθρωπο, καπου ως πηγη ενεργειας, ως στοιχειο της φωτοσυνθεσης κλπ. Στα λογια του χορικου λεγεται κατι αλλο. Το φως κινει τον ανθρωπο οπως η αυγη κανει τα πουλια να κελαηδουν, η οπως η αγαπη ξυπνα καποιον και τον ζωντανευει. Φως και ζωη ειναι ενα και το αυτο. Ο Γιωργος Σεφερης, που ειχε ενα σπανιο αισθητηριο για την αρχαια παραδοση, γραφει καπου:

Αν το φως του ηλιου και το αιμα του ανθρωπου ηταν το ιδιο πραγμα;6

Και αλλου:

Κατα βαθος ειμαι ζητημα φωτος.7

Και οι νεκροι; Σκιες. Τους βρισκει ο Οδυσσεας οταν μεταβαινει στον Αδη για να τον συμβουλεψει ο Τειρεσιας, πως να επιστρεψει στην πατριδα του. Εκει συναντα την πεθαμενη μητερα του:

Αυτα ειπε κι η καρδια μου φουντωσε απο τον ποθο ν' αγκαλιασω την ψυχη της πεθαμενης μητερας μου. Τρεις φορες ορμησα προς αυτην και τρεις φορες ξεγλιστρησε απ' τα χερια μου σαν σκια η σαν ονειρο.8

Και λιγο αργοτερα βλεπει τον Αχιλλεα, κι αυτος του λεει:

Πως τόλμησες να κατεβείς στον Άδη, όπου μονάχα νεκροί κατοικούν, δίχως νου πια, είδωλα και σκιές θνητων που έχουν πεθάνει;9

Οι νεκροι, φερεται να ειπε ο Παρμενιδης, βλεπουν το σκοταδι.10

Τα ορια της επιπεδης γης οριζονται απο τον, το λεει και η λεξη, Οριζοντα. Τον διατρεχει ενας ποταμος που καλειται Ωκεανος. Αυτος ειναι το οριο του κοσμου που κατοικουμε. Περαν αυτου ειναι το βασιλειο των νεκρων. Ετσι ο Ωκεανος ειναι το τελος ενος κοσμου και η απαρχη ενος αλλου.11

Η αντιθεση φωτος και σκιας σημαδευει την σχεση θεων και ανθρωπων. Ο Friedrich Hölderlin, ο κατεχοχην ποιητης στον οποιο οι Αρχαιοι βρισκουν διαμονη στον σημερινο κοσμο, γραφει στο  Το τραγουδι του Υπεριωνα για την μοιρα:

Ψηλα πλανιεστε στο φως

  Σ' απαλο χωμα επανω μακαρια πνευματα!

     Ανεμοι λαμπυριζοντας των θεων

        Σας αγγιζουν αναλαφρα,

           Οπως τα δαχτυλα της αρτιστας

              Χορδες ιερες.

Ελευθεροι απο μοιρα, σαν το κοιμωμενο

  Βρεφος, ανασαινουν οι επουρανιοι,

     Φυλαγμενο απεριττα,

        Σε ταπεινο μπουμπουκι

           Ανθει αιωνια

              Το πνευμα σ' αυτους,

                 Και τα μακαρια ματια

                    Κοιτανε με σιγαλη

                       Αιωνια καθαροτητα.

Ομως σ' εμας δεν δοθηκε

  Τοπος γαληνης κανενας,

     Χανονται, πεφτουν

       Οι δολιοι οι ανθρωποι

          Τυφλα απο τη μια

              Ωρα στη αλλη,

                 Σαν το νερο που πετιεται

                    Απο βραχο σε βραχο,

                       Χρονια και χρονια στου αβεβαιου τον γκρεμο.12

Πινδαρος:

Εφήμεροι· τί είναι κανείς και τί δεν είναι; Σκια ονείρου

ο άνθρωπος. Μα σαν ερθει αίγλη θεόσταλτη,

φέγγος λαμπρό βρισκει τους ανθρωπους και ζωή γλυκια.13

Αλλα και οταν ενας θεος κατεβαινει να συναντησει καποιον θνητο, τουτος τον αντιλαμβανεται απο την ιδιαιτερη "εναργειαν", την λαμψη της παρουσιας του. "Εναργης", λαμπερος οπως ο αργυρος. Υπάρχει ένα σημείο στον Όμηρο όπου ο Οδυσσέας, έχοντας επιστρέψει στην Ιθάκη, είναι με τον Τηλέμαχο και τον Εύμαιο, που απομακρύνεται. Τότε εμφανίζεται στον Οδυσσέα η Αθηνά με την μορφή μιας ωραίας νεαρής γυναίκας. Ο Τηλέμαχος δεν την αντιλαμβάνεται. Λέει εκεί ο Όμηρος:

ου γαρ πως παντεσσι θεοι φαινονται εναργεις14

 

Η νεαρή γυναίκα είναι εμφανής και στους δύο. Όμως εναργης δεν εμφανίζεται παντεσσι. Ο Οδυσσέας μόνο την βλέπει να λάμπει και αντιλαμβάνεται στην λάμψη της την παρουσία της θεάς.


Επειδη οι θεοι ειναι στο φως, οι ελληνικοι ναοι ειναι χτισμενοι σε σημεια ψηλα και ανοιχτα, οπου το φως τους λουζει ανεμποδιστα. Διαπερατοι. Σχεδον διαφανοι. Ο γερμανος φιλοσοφος Martin Heidegger, σε ενα οδοιπορικο για το ταξιδι του στην Ελλαδα μνημονευει τον ναο του Διος στην Νεμεα:

Nemea.jpg

Η ευρεια κοιλαδα, στην οποια βρισκεται προφυλαγμενο το μοναχικο χωριο Νεμεα, περικλειεται απο παντου με κλιμακωτα υψωματα, στα βοσκοτοπια των οποιων κατοικουν κοπαδια προβατα που κινουνται αργοσυρτα. Η ολη περιοχη φανταζει σαν ενα μεγαλο σταδιο που προσκαλει σε εορταστικους αγωνες. Μονο τρεις εγκαταλειμενοι κιονες προβαλλουν, και μιλουν ακομη για τον αλλοτινο ναο του Διος: στην εκταση του τοπιου σαν τρεις χορδες μιας αορατης λυρας οπου ισως, για τους θνητους μη ακουομενοι, οι ανεμοι παιζουν θρηνωδιες - αποηχους της φυγης των θεων.

Και αργοτερα, μετα απο μια επισκεψη στο Σουνιο:

Sounion.jpg

Νωρις το απογευμα το αυτοκινητο της φιλης μας, η οποια μιλουσε τα νεα ελληνικα, μας πηρε και μας πηγε στον ναο του Ποσειδωνος στο Σουνιο. ... Στους αποτομους βραχους τα λευκα φωτεινα καταλοιπα του ναου εστεκαν μεσα σε εναν δυνατο θαλασσινο ανεμο. Οι λιγοι ορθοι κιονες του ηταν σαν χορδες μιας αορατης λυρας, το τραγουδι της οποιας εκανε να ηχει, απο τον νησιωτικο κοσμο των Κυκλαδων περα, ο τηλοπτης δηλιος θεος.

O γερμανοκορεατης φιλοσοφος Byung-Chul Han, σχολιαζοντας αυτες τις γραμμες, γραφει:

Ο ελληνικος ναος, με τους ανοιχτους διαδρομους και με τις ανοιχτες αιθουσες, παριστανει μια διελευση του θειου, του θεϊκου ανεμου. Ομως τουτη η ανοιχτοτητα ειναι αυτη του εκτεθειμενου.

Εκτεθειμενου λοιπον, δηλαδη ορθανοιχτου  - στο φως και σε ο,τι διαγει, οπως ο ανεμος, στο βασιλειο του.

Εκτεθειμενες παριστανονται και οι μορφες στα αγαλματα. Και οχι μονο γιατι πολλα, ισως στους Αρχαιους για πρωτη φορα, ειναι γυμνα. Τα ιδια τα αγαλματα ειναι ετσι καμωμενα ωστε να υπακουνε στον νομο του φωτος: εκθετουν την μορφη χωρις να κρατουνε καλυμμενο τιποτα, ακομα και οπου υπαρχουν ενδυματα. Το 1928-29 ο Ιαπωνας φιλοσοφος Watsuji Tetsuro ταξιδεψε στην Ευρωπη. Σχετικοι στοχασμοι καταγραφηκαν στο βιβλιο του Fūdo - Wind und Erde [Κλιμα - ανεμος και γη]. Πατραθετω την περιγραφη απο το αγαλμα της κορης της Νιοβης που βρισκεται στο Museo Nazionale Romano, Palazzo Massimo στη Ρωμη.

Το γλυπτο συλλαμβανει ακριβως την στιγμη στην οποια η νεαρη κορη της Νιοβης, χτυπημενη απο το βελος του Amor, στηριζεται με το ενα γονατο στο εδαφος και προσπαθει με τα δυο χερια να τραβηξει το βελος εξω. Το προσωπο της ειναι στραμμενο προς τον ουρανο, το ενδυμα εχει γλιστρησει απο τους ωμους και την φανερωνει σχεδον γυμνη. Αυτο το εργο χρονολογειται απο το μεσον του 5ου αιωνα π.Χ., επομενως ειναι νωριτερο απο τον Παρθενωνα, κι ετσι μας παρουσιαζει την πρωτη γνωστη γυμνη γυναικεια μορφη. Βεβαια αυτη η τολμηρη αποπειρα να παρασταθει μια ασυνηθιστη και βιαιη κινηση δειχνει ακομα ιχνη αρχαϊκης ακαμψιας και ανωριμοτητες και περισσοτερα ελαττωματα στην εκτελεση, προπαντων το αριστερο χερι εχει μια ανατομικα αδυνατη σταση. Και παλι, αν κανεις παραβλεψει αυτα τα ελαττωματα, τοτε αυτο το εργο αναμφιβολα καθιστα εμφανη τη μεγαλοπρεπεια της ελληνικης τεχνης. Πραγματι η ζωντανια αυτου του εργου μιλα στην καρδια. Συνοπτικα θα το περιεγραφα ως "η ολοσχερης αποκαλυψη του εσωτερικου προς τα εξω". Εδω το "μεσα" γινεται 'εξω". Το αντιλαμβανομαστε σε καθε λεπτομερεια. Δεν ειναι οτι η μορφη καλυπτει κατι εσωτερικο και συναμα εχει καποιες επιφανειες που δειχνουν προς τα εξω. Πολυ περισσοτερο αποτελειται απο τρυφερους κυματισμους που αναδυονται απο μεσα. Την γραμμη που οδηγει απο τα στηθη στη μεση,

XIR209289 Dying Niobid, from the Baths of Sallust (marble) by Greek School (5th century BC)
marble
Museo Nazionale Romano, Rome, Italy
Giraudon
Greek, out of copyright

την παρακολουθουμε μονο με κομμενη ανασα. Η ομορφια της ειναι απλα απεριγραπτη. Καθως αυτοι οι τρυφεροι κυματισμοι μεταφερουν το εσωτερικο ολοσχερως προς τα εξω, δεν προκυπτει η εντυπωση ενος αφορισμενου περιγραμματος. Βεβαια αυτοι οι κυματισμοι, οταν κανεις τους κοιταξει απο πλαγια, γινονται γραμμες.

Ομως αυτες οι γραμμες καθαυτες δεν κινουνται προς τα πλαγια, αλλα ειναι προεκτασεις σημειων που αναδυονται απο μεσα. Αυτο που συνδεει καθε σημειο με τα αλλα, ειναι η ζωη που εκπηγαζει απο μεσα. Εαν για δοκιμη φερουμε εναν γυρο στη φιγουρα, στις ατελειωτες παραλλαγες αυτων των κυματισμων θα αντιληφθουμε οχι κινησεις που κυλουν προς τα πλαγια, αλλα μια εναλλαγη των ιδιων των κινησεων των κυματισμων, ως ρυθμο της ζωης που ρεει απο μεσα προς τα εξω. Αυτη η εντυπωση ενισχυεται ακομα απο τα ιχνη του σκαρπελου του γλυπτη.

Η πτυχη του ενδυματος που καλυπτει το αριστερο ποδι μοιαζει - εναντια στο τι θα περιμεναμε φυσιολογικα - να μην ρεει προς τα κατω. Τα σαφη ιχνη του σκαρπελου δειχνουν οτι ο καλλιτεχνης ηθελε να τονισει την ανωμαλια της επιφανειας και επιτρεπει στον εαυτο του να παραμελησει τους ορους (της βαρυτητας κατα την αναπαρασταση του ενδυματος). Το τραχια λαξευμενο βαθος δεν εχει καμια ομαλη συνδεση με το υψος. Προφανως εδω ο καλλιτεχνης ηθελε να δωσει εκφραση σε μια ζωη που ειναι αλλου ειδους απο αυτην του σωματος, η οποια ρεει απο μεσα προς τα εξω. Το ενδυμα που ρεει σε πτυχωσεις, το οποιο περιβαλλει μεν το κορμι, ομως συγχρονως προβαλλει τις καμπυλες του σωματος, φανερωνεται σαν κατι τελειως αλλο απο ενδυμα. Στα αντιγραφα απο την ρωμαϊκη εποχη κατι τετοιο δεν αναγνωριζεται καθολου. Τα ιχνη του σκαρπελου στο δερμα δεν ειναι τοσο σαφη οσο στο ενδυμα, ομως παρολαυτα μπορουμε να τα δουμε ως λεπτες γραμμες, η σημεια. Οσο απαλα κι αν ειναι, ο καλλιτεχνης τα δειχνει ολοφανερα, μαρτυρουν την προθεση του να παραστησει μια ανωμαλη επιφανεια. Κανουν την επιδερμιδα να μην φαινεται ως ομαλη επιφανεια, αλλα σαν κατι που τρυφερα αναδυεται απο μεσα.

Λιγο αργοτερα ο συγγραφεας τονιζει και παλι:

"Η αποκαλυψη του εσωτερικου προς τα εξω" ειναι αυτο που συνιστα την ανωτεροτητα της ελληνικης γλυπτικης. Δεν υπαρχει  περιεχομενο αλλο απο αυτο που προβαλλει ανοιχτα προς τα εξω. Στην εποχη των Ρωμαιων αντιγραφεων [εικονα δεξια] αυτο το χαρακτηριστικο χαθηκε ολοτελα, διοτι για τους μιμητες η επιφανεια, στην οποια αυτη η κυματιστη κινηση [των πτυχωσεων] αναδυεται απο το εσωτερικο, κατεληξε κατευθειαν σε κατι που εχει την λειτουργια να συγκαλυπτει ενα κλειστο περιεχομενο. Το ελληνικο πρωτοτυπο [εικονα αριστερα] δεν συγκαλυπτει τιποτα, δηλαδη η επιφανεια, που κανονικα συγκαλυπτει κατι, στεκει αφεαυτης.

Οι πτυχες:

Στο ρωμαϊκο αντιγραφο, δεξια, πεφτουν ψοφιες, ο χιτωνας ειναι ρουχο, εν-δυμα, που εξαντλειται στην λειτουργικοτητα του να καλυπτει. Γι' αυτο και ειναι βαρυς, οπως ο συγγραφεας τονιζει κατα την περιγραφη του αριστερου ποδιου. Στο ελληνικο αγαλμα οι πτυχες ειναι ζωντανες, αερινες, διαγουν μια δικη τους υπαρξη. Δεν ενδιαφερονται να καλυψουν. Δεν συνδεονται με το σωμα. Η σχεση τους με το σωμα δεν ειναι συντακτικη. Ειναι παρατακτικη.


Αυτο ειναι το ελληνικο φως. Τωρα, πως φερεται το φως απεναντι στο σκοταδι; Ακουσαμε απο τον Παρμενιδη πως είναι όλα πληρη απο φως και αφανερωτη νύχτα. Το αποσπασμα συνεχιζει με τις λεξεις ...ἵσων ἀμφοτέρων… Φως και σκοταδι ειναι ισοδυναμα. Δεν ειναι αντιθετα. Η αντιθεση ειναι θεση του ενος εναντι του αλλου. Τα αντιθετα ειναι εχθροι, οπου το ενα θα κυριαρχησει και το αλλο θα υποχωρησει. Ομως η μοιρα, ακουσαμε στα λογια του Ορεστη, τα ανταλλασσει. Το ἀντίμοιρον σημαινει οτι τον λογο εχει η μοιρα του φωτος και η μοιρα του σκοτους, δηλαδη το μερισμα, το μοιραδι τους, οτι φως και σκοτος ειναι, κυριολεκτικα, μοιρασμενα. Ετσι δινονται τα μετρα. Φως και σκια, ζωη και θανατος συνορευουν με ενα συνορο ανυπερβλητο. Αυτο δεν επιτρεπει σε κανενα να εξαπλωθει εις βαρος του αλλου, να υποχωρησει εις οφελος του αλλου.

Για τους Αρχαιους π.χ. μια ανασταση εκ νεκρων, ενα "θανατω θανατον πατησας", μια νικη του φωτος εναντιον του σκοτους ειναι υβρη. Ο Ασκληπιος, ο πρωτος γιατρος, ανεστησε καποιον, και ο κεραυνος του Δια τον βρηκε καταστηθα. Πινδαρος, 3ος Πυθιονικης:

κι εκεινον [τον Ασκληπιο] τον τραβηξε γενναιος μισθος, χρυσος που λαμπει στην φουχτα, να φερει πισω εναν ανθρωπο, ηδη αρπαγμενο απο τον θανατο. Ο Κρονιδης σήκωσε τοτε κατευθειαν τα χέρια, με μια ριπη εκοψε και στους δυο την πνοη στα στηθη, κι η φλογα του κεραυνου σημανε το τελος.15

Η μοιρα, που ανταλλασσει φως και σκοταδι, δεν ειναι ενα τριτο, ενας μεσολαβητης, διαιτητης, η δικαστης μεταξυ τους. Ενα αποσπασμα του Ηρακλειτου λεει:

Ο ηλιος δεν θα υπερβει τα μετρα, ειδαλλως θα τον ανευρουν οι Ερινυες, επικουροι της δικαιοσυνης.16

Οι Ερινυες ειναι κορες της νυχτας.17 Τοπος τους ειναι ο Κατω Κοσμος.18 Ειναι λοιπον η ιδια η νυχτα που θα επαναφερει τον ηλιο στο μετρο. Τα πραγματα τα ιδια τιμωρουν την αδικια που διαπραττουν το ενα προς το αλλο, και ετσι εκ-δικουνται την αδικια, αποληγουν στην δικαιοσυνη. Ενα αποσπασμα του Αναξιμανδου το λεει:

γιατι αυτα αποδιδουν δικαιοσυνη, δηλαδη αποτιουν τιμη το ενα στο αλλο μετα απο την αδικια που αλληλοπροξενησαν19

Στο Ηρακλειτο καλειται ερις και πολεμος.20 Ειναι υποχρεωτικο να γινεται ετσι: κατα το χρεων, γραφουν τοσο ο Ηρακλειτος οσο και ο Αναξιμανδρος. Και δεν χωρουν ερωτηματα, γιατι και πως:

το φως δεν το εξηγεί κανείς, το βλέπει,

γραφει ο Γιωργος Σεφερης.21

Το φως, το ελληνικο φως, κινει, ακουσαμε. Πως λοιπον θα μεταλλασσονταν η ψυχαναλυση, οπως την ξερουμε, αν την κινουσε το ελληνικο φως; Δεν θα αποζητουσε κρυμμενα νοηματα. Θα κατευθυνονταν απο τα μετρα του χρονου, τα μετρα του τοπου. Και θα αγονταν απο μια εμπιστοσυνη στα πραγματα, οπου δηλαδη καθε τι μονοπλευρο καπως καπου καποτε θα υποχωρησει, οπως ο ηλιος που οι Ερινυες επαναφερουν στα μετρα. Αυτη θα ηταν η δουλεια του θεραπευτη οταν θεραπευει, με την πρωτη σημασια της λεξης, δηλαδη υπηρετει τα πραγματα. Ας το δουμε σε ενα παραδειγμα.

Περιγραφη

Μια γυναικα λεει, ο αντρας της τελευταια τρωει ανεξελεγκτα, εχει παχυνει, κουραζεται, κι αυτη ολο του λεει να μην τρωει, μια αγωνια, αυτος θυμωνει, καταληγουνε να μαλωνουν, δεν ξερει τι να κανει...

Έτσι ξεκινα μια ψυχοθεραπευτικη συνεδρια.

Προσεχω το λαχανιασμενο και το σπασμωδικο της φωνης της, τον τροπο της που, ξαναμμενη, σαν υπνοβατης, λεει στον αντρα της τα ιδια και τα ιδια, πεφτοντας συνεχως πανω στον τοιχο της οργισμενης του αντιδρασης. Όμως στα λογια της δεν βλεπω τοσο τον αντρα, δεν εχω αυτον ζωντανο μπροστα στα ματια μου. Τη σκηνη την καταλαμβανει σχεδον η γυναικα. Τι θα πουν αυτα; Ότι δεν μιλα για μια δικη του υποθεση, οπως διατεινονται τα λογια της, δηλαδη για το παχος του και για την απειλουμενη υγεια του, αλλα για δικη της υποθεση.

Αυτη ηταν μια πρωτη περιγραφη του παραπανω στιγμιοτυπου. Ας δουμε καποια χαρακτηριστικα της.

1. Ακουω τη γυναικα. Όμως το ακουσμα μου δεν ειναι ακουστικο φαινομενο. Εδω "ακουω" θα πει "βλεπω". Η γυναικα με φερνει στο σπιτι της, στον καυγα με τον αντρα της. Με καθιστα αυτοπτη της σκηνης. Βεβαια ακουω και τον τονο και τα ηχοχρωματα της φωνης της, που μιλανε κι αυτα, που λενε κατι, και μαλιστα κατι αλλο απο τις λεξεις της, και ειναι σαν ενας προβολεας να πεφτει επανω της και να την θετει στο επικεντρο της προσοχης. Αυτην τη σκηνη βλεπω και περιγραφω.

2. Η περιγραφη δεν ενδιαφερεται να ταξινομησει και να εξηγησει, που θα πει: να μεταφρασει τα λογια της γυναικας στη γλωσσα ενος διαγνωστικου η ψυχολογικου μοντελου. Η περιγραφη δεν σκεφτεται – δεν συγκρινει, δεν αξιολογει, δεν συνδεει. Ακουει, βλεπει τα ακουομενα, λεγει τα βλεπομενα. Όπου δεν προκειται για χρονικη αλληλουχια μιας διαδικασιας. Άκουσμα, βλεμμα και λογος ειναι το αυτο. Φαινομενο ενιαιο.

3. Αυτο που βλεπω και περιγραφω στη συναντηση μου με τη γυναικα ειναι ενα στιγμιοτυπο. Εντυπωμα μιας στιγμης. Και διαπερναται ολοτελα απο την εκαστοτητα της στιγμης, το φευγαλεο της, την παροδικοτητα της.

Κατοικουμε στιγμες. Και αυτη η κατοικηση εχει τη δικη της ιδιαιτεροτητα. Ίσως θα ετυχε να δειτε καποιο σκουπιδι στον δρομο, ενα φυλλο η μια πλαστικη σακουλα, πως το ανασηκωνει το αυτοκινητο που περνα απο διπλα του, και στροβιλιζεται στον αερα για να ξαναπεσει σε λιγο καπου αλλου. Και αν προσεξετε περισσοτερο, θα δειτε την διολου ακαμπτη σιγουρια, την διολου εμμονη σταθεροτητα, την διολου σπαστικη ακινησια, την διολου χαζοχαρουμενη ελαφροτητα με την οποια διαγραφει την τρελη του τροχια. Αυτο ειναι στα ματια μου και ενα στοιχειο της θεραπευτικης συναντησης, ισως ενα στοιχειο της ιδιας μας της ζωης.

4. Η εμφαση στην περιγραφη που δεν σκεφτεται - δεν συγκρινει, δεν αξιολογει, δεν συνδεει, μιλα για ενα βλεμμα που ειναι εκει εξω, στο σπιτι της γυναικας και του αντρα της. Ειναι ενα βλεμμα χωρις αναστοχασμο, χωρις προθετικοτητα, χωρις αυτοαναφορα, χωρις εσωτερικοτητα, ναι, χωρις ψυχη. Αυτια, ματια και στομα χωρις ψυχη, χωρις μυαλο, χωρις καρδια. Μετεχουν στα γινομενα αμετοχα - οπως ενα ονειρο στη ζωη μας.

...

Η περιγραφη μας δεν εχει τελειωσει. Ήμασταν στο οτι το ζητουμενο στην υποθεση της γυναικας δεν βρισκεται ακομα στον αντρα της και την πολυφαγια του, αλλα στον τροπο με τον οποιο η πολυφαγια του την αφορα. Αυτο ειναι το πρωτο. Και οσο αυτο, δηλαδη η ακομα αγνωστη δικη της υποθεση, την κρατα δεσμια, δεν θα ειναι σε θεση να στραφει στον αντρα της και στο ενδεχομενο προβλημα του πραγματικα.

Και πως μπορουν τα σημαδια, που μου σημαινουν οτι η γυναικα μιλα για δικη της υποθεση, να γινουν θεμα, εκει που τα λογια της εχουν για θεμα τον αντρα της; Απ' οσα ειπε, μου εντυπωνεται η λεξη της "αγωνια". Την ρωταω λοιπον:

- Αυτην την αγωνια, μπορειτε να την περιγραψετε περισσοτερο;

Η γυναικα:

- Έχω την αγωνια οτι θα πεθανει.

Η απαντηση της λεχθηκε καπου βιαστικα και, αν τα λογια της αποδιδονταν σε γραπτη γλωσσα, η τελεια στο τελος θα ηταν εντονη και παχια, σαν να 'λεγε: "Μεχρι εδω ... Φοβαμαι ... Τρομερα πραγματα ... Δε θελω να το σκεφτομαι ..."

Την ρωταω:

- Ας υποθεσουμε οτι οντως πεθαινει. Πως ειναι τοτε;

Η ερωτηση μου την καλει να φερει την εικονα που φοβαται εμπρος στο βλεμμα της, να σταθει απεναντι της και να την αντικρυσει.

Η απαντηση της:

- Θα φταιω.

Τωρα βλεπουμε καθαροτερα πως η πολυφαγια του αντρα της ειναι δικη της υποθεση. Ειναι υπευθυνη γι' αυτον. Κι εδω διακρινουμε ενα πεμπτο χαρακτηριστικο της περιγραφης:

5. Η περιγραφη δεν ειναι δικη μου, του θεραπευτη, αλλα κοινη μας υποθεση. Βρισκομαστε εμπρος στην εικονα και την παρατηρουμε, συμβαλλοντας ο καθενας με το δικο του. Και ειναι σαν να μιλουμε με ενα στομα και μια φωνη. Δεν ειναι δυο εγω που αλληλοσυμπληρωνονται αλλα ματια που εναλλασσονται και στοματα που διαδεχονται το ενα το αλλο. Και η εικονα γινεται ολο και πιο πολυχρωμη, πολυποικιλη, πολυδιαστατη.

Και συνεχιζουμε. Διοτι η γυναικα θα μπορουσε ποτε να πει "Θα φταιω" αν δεν ηταν κατα καποιον τροπο προκατειλημμενη ωστε να αντιδρα ετσι και οχι αλλιως; Μπορει ποτε τετοια λογια να ειπωθουν απο το πουθενα; Μηπως στο "θα φταιω" βλεπουμε να διαγραφονται αχνα στον αερα μορφες μιας ακομη αγνωστης ιστοριας;

Βλεπει κανεις πως τα πραγματα αναπτυσσουν εναν δικο τους ρυθμο και, αν ξερουμε να του ανταποκριθουμε, καθοδηγουνε τα βηματα μας με μια σιγουρια απειρως ανωτερη απο την πιστη σε μια ερμηνεια και στη θεωρια στην οποια στηριζεται. Ειναι η σιγουρια του σκουπιδιου στην ασφαλτο.

"Θα φταιω", λεει η γυναικα. Αντιλαμβανομαι το προκατειλημμενο των λογων της, την ρωτω:

- Αυτο το "θα φταιω", σας λεει κατι; Που το πρωτογνωρισατε; Ποτε το πρωτακουσατε; Ποτε το πρωτοειπατε; Ξερετε;

Η γυναικα ανακαλει μια σκηνη. Μικρη, στο πατρικο της, πηγαινει στην τουαλετα. Εκει ειναι η μητερα και κρατα στα χερια της μια ματωμενη σερβιετα. Το κοριτσι τρομαζει στη θεα του αιματος και ακουει τη μητερα να της λεει: "Βλεπεις, οταν με στεναχωρεις, τι παθαινω;"

6. Εδω δεν γινεται καποιου ειδους συνειρμικη η ερμηνευτικη συνδεση της παρουσας ιστοριας με μια παρελθουσα. Τα παρελθοντα ειναι παροντα εδω και τωρα. Έτσι δεν χρειαζονται συνδεσεις αλλα απλα η περιγραφη αυτου που ειναι, οπως ειναι. Φτανει να θυμομαστε οτι το παρον δεν περιοριζεται στις αισθητηριακα αντιληπτες παρουσιες. Την ωρα που η γυναικα μαλωνει με τον αντρα της και πλημμυριζεται απο αγωνια γιατι "θα φταιει", δεν βρισκεται μονο στο σπιτι της με τον αντρα της. Ειναι παρουσα και η μητερα της, που ερχεται απο αλλον χρονο και απο αλλον τοπο, την μεταφερει και παλι εκει, στον αλλο χρονο και τοπο, και η γυναικα ακουει με τα αυτια του αλλοτινου κοριτσιου στην πορτα της τουαλετας κι επιφορτιζεται με ενα φταιξιμο εφιαλτικο, καθοτι συγκεχυμενο και ακατανοητο.

Η γυναικα, μαλωνοντας με τον αντρα της, βρισκεται εκτος τοπου και χρονου, πεφτει σ' εκεινη την παλια συγχυση, σαν σε παραληρημα. Όντας σαν σε ναρκη, ξεχνα οτι δεν ειναι πια το μικρο κοριτσι στο πατρικο του.

Το "εκτος τοπου και χρονου" δεν ειναι μια κριση δικη μας. Ειναι παρον φαινομενο. Δειχνεται. Το αντιλαμβανονται τα αυτια που ακουν, τα ματια που βλεπουν, το στομα που περιγραφει. Που δειχνεται; Στο "παραληρητικο" του τροπου της, οπου στον σημερινο καυγα η γυναικα δεν αποτεινεται πραγματικα στον αντρα της, ειναι κυριολεκτικα αλλο-παρμενη. Αν την ρωτουσατε, ισως θα σας ελεγε πως εκεινη την ωρα δεν ειναι απλα στο σπιτι της μαζι του αλλα και σ' ενα δικαστηριο στην πορτα της τουαλετας, πως αποτεινεται σε μια μορφη που εχει μαζι στοιχεια του αντρα και της μητερας της, πως δεν ειναι μονο η γυναικα που νοιαζεται για τον αντρα της αλλα συγχρονως και προπαντων η ανηλικη κατηγορουμενη για ανθρωποκτονια απο αμελεια.

Το παρελθον δεν εχει παρελθει αλλα ειναι παρον. Αυτο ειναι που την χαλαει, την αρρωσταινει, την κανει πασχουσα. Έτσι εκφραζεται η παραβιαση των μετρων του χρονου και του τοπου. Και απο εδω θα μπορουσε να εννοηθει μια Ψυχοπαθολογια, μια διακριση φυσιολογικου και παθολογικου που δεν θεσπιζεται απο την ψυχιατρικη επιστημη αλλα υπαγορευεται απο τα ιδια τα πραγματα.

7. Επειδη η συγχυση της γυναικας καταδειχθηκε μεσα απο την κοινη μας περιγραφη, και βεβαια με τον τροπο της ψυχοθεραπευτικης τεχνης, στον οποιο εδω δεν μπορω να επεκταθω, εγινε αντιληπτη απο τη γυναικα αβιαστα. Τουτο ομως θα πει οτι ειδε την κατασταση πλεον με αλλα ματια - και μαλιστα οχι απο πιστη στην αυθεντια μου αλλα μεσα απο ενα καθαροτερο βλεμμα για το πως εχουν τα πραγματα. Όμως ακριβως σε τουτο εγκειται το θεραπευτικο.

Το θεραπευτικο της περιγραφης, οπως την εννοω, βρισκεται λοιπον σε μια μετατοπιση. Ο τοπος του ανθρωπου που ερχεται στον θεραπευτη στοιχειωνεται απο πολλα και ποικιλα φαντασματα, οπως η μορφη της μητερας στο στιγμιοτυπο που ανεφερα. Η ιδια η περιγραφη, στον βαθμο που θα ευτυχησει, θα μας φερει σε εναν τοπο που δεν ειναι αλλος απο τον εδωδιμο κοσμο, απελευθερωμενο απο μορφες παρεισακτες. Έτσι π.χ. η παρελθουσα κατασταση αναγνωριζεται σαν τετοια και καποτε αφηνεται να παρελθει, να χαθει στο παρελθον στο οποιο ανηκει. Τοτε τα παροντικα πραγματα αποκτουν τη ζωντανια τους και ο ανθρωπος τη γαληνη του, ακομα και μεσα σε θυελλες. Τα προβληματα αποκαλυπτονται ως ψευδοπροβληματα, οπως εκεινο  το "φταις-φταιω" που εχει καθηλωσει στη μεγγενη του μητερα και κορη.

Ας θυμηθουμε τωρα τα επτα χαρακτηριστικα της περιγραφης που αναφερθηκαν: Άκουσμα που βλεπει και λεγει, χωρις σκεψη και κριση και ερμηνεια, διαγοντας στην παροδικοτητα της στιγμης, κενο απο εσωτερικοτητα, με μια συμμετοχη αμετοχη, υποθεση κοινη του θεραπευτη και του πασχοντα, οπου διακρινονται τα ορια τοπου και χρονου, οι ποικιλες παραβιασεις τους και συναμα η ιαματικη αναγνωριση και αποδοχη τους.

 

Η εδω εννοουμενη περιγραφη ειναι κατι σαν τροπος ζωης, εγκλιματισμος στο παρον, στα πραγματα, οπως ειναι. Εξοικειωνει με μια ελευθερια απο την προθετικοτητα, δηλαδη απο στοχους, απο επιθυμια και φοβο, απο βουληση και αμυνα, απο ενεργητικοτητα και παθητικοτητα, οταν αυτα παραβιαζουν τα μετρα και εννοουν να επιβαλουν το δικο τους. Κανεις γνωριζει τον εαυτο του και με μιαν αλλη μορφη, πιο ανιδιοτελη, που θα πει με ενα λιγοτερο εμφατικο, λιγοτερο επιμονο εγω. Όσο αφανεστερο το εγω, δηλαδη οσο περισσοτερο εναρμοσμενο στα ορια τοπου και χρονου, τοσο εναργεστερη η λαμψη του κοσμου στην απλα της στιγμης.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1.   απ. ΙΧ.
αυταρ επειδη πάντα φάος και νύξ ονόµασται / και τα κατα σφετέρας δυνάµεις επί τοισί τε καί τοις, / παν πλέον εστιν οµου φάεος και νυκτός αφάντου
2.   Darkness may stand for ignorance, evil and the ominous, violence and barbarism, and the world beyond; light may denote vision, clairvoyance, the Olympian order, the salvation of the psyche, and the world we inhabit. (Walter Burkert and Nanno Marinatos Light and Darkness in Ancient Greek Myth and Religion, Plymouth 2010, XV)
3.   ὦ πάτερ αἰνόπατερ, τί σοι / φάμενος ἢ τί ῥέξας / τύχοιμ᾽ ἂν ἕκαθεν οὐρίσας, / ἔνθα σ᾽ ἔχουσιν εὐναί, / σκότῳ φάος ἀντίμοιρον;
4.   ζώειν καὶ ὁρᾶν φάος ἠελίοιο (Οδυσσεια 10, 499)
5.   στ. 100 κ.ε.
ἀκτὶς ἀελίου, τὸ κάλλιστον ἑπταπύλῳ φανὲν  / Θήβᾳ τῶν προτέρων φάος,  / ἐφάνθης ποτ᾽, ὦ χρυσέας ἁμέρας βλέφαρον, / Διρκαίων ὑπὲρ ῥεέθρων μολοῦσα, / τὸν λεύκασπιν Ἀργόθεν ἐκβάντα φῶτα πανσαγίᾳ / φυγάδα πρόδρομον ὀξυτέρῳ κινήσασα χαλινῷ...
Η νεοελληνικη αποδοση ακολουθει την γερμανικη του Friedrich Hölderlin:
Blick der Sonne, du schönster, der / Dem siebentorigen Thebe / Seit langem scheint, bist einmal du / Erschienen, o Licht, bist du, / O Augenblick des goldenen Tages, / Gegangen über die dirzäischen Bäche, / Und den Weißschild, ihn von Argos, / Den Mann, gekommen in Waffenrüstung, / Den hinstürzenden Flüchtling / Bewegst du mit der Schärfe des Zaums...
6.   Μια σκηνοθεσια για την "Κιχλη"
7.   Ξεστρατισματα απο τους Ομηρικους Υμνους
8.   11, 204-207. ὣς ἔφατ᾽, αὐτὰρ ἐγω γ᾽ ἔθελον φρεσὶ μερμηριξας / μητρὸς ἐμῆς ψυχὴν ἑλεειν κατατεθνηυιης. / τρὶς μὲν ἐφωρμηθην, ἑλεειν τε με θυμὸς ἀνωγει, /  τρὶς δε μοι ἐκ χειρῶν σκιῇ εἴκελον ἢ καὶ ὀνειρῳ / ἔπτατ᾽.
9.   11, 475. πῶς ἔτλης Ἄϊδόσδε κατελθέμεν, ἔνθα τε νεκροὶ / ἀφραδέες ναίουσι, βροτῶν εἴδωλα καμόντων;
10.               Theoprastus, de sensu 1ff (D.499) … (3) Π. … "ως γαρ εκαστοτε, φησιν, εχει...νοημα" (Β16). το γαρ αισθανεσθαι και το φρονειν ως ταυτο λεγει. διο και την μνημην και την ληθην απο τουτων γιγνεσθαι δια της κρασεως. αν δ' ισαζωσι τη μηξει, ποτερον εσται φρονειν η ου, και τις η διαθεσις, ουδεν ετι διωρικεν. οτι δε και τω εναντιω καθ' αυτο ποιει την αισθησιν, φανερον εν οις φησι τον νεκρον φωτος μεν και θερμου και φωνης ουκ αισθανεσθαι δια την εκλειψιν του πυρος, ψυχρου δε και σιωπης και των εναντιων αισθανεσθαι
11.               We also see that the ocean is at the edges of the inhabited world, according to Hesiod and Homer ( Hes. Th. 242; Hom. Il. 14. 200–1). Along its banks we find not only the dead, but also the blessed dead. This means that the ocean is the end of one world; at the same time, it is the beginning of another.
[Nanno Marinatos (Νανω Μαρινατου), Light and Darkness in Ancient Greek Myth and Religion, Light and Darkness and Archaic Greek Cosmography, ο.π., σ. 195] Νανω Μαρινατου nannom@uic.edu
12.               Hyperions Schiksaalslied
Ihr wandelt droben im Licht / Auf weichem Boden, seelige Genien! / Glänzende Götterlüfte / Rühren euch leicht, / Wie die Finger der Künstlerin / Heilige Saiten.
Schiksaallos, wie der schlafende / Säugling, athmen die Himmlischen; / Keusch bewahrt / In bescheidener Knospe, / Blühet ewig / Ihnen der Geist, / Und die seeligen Augen / Bliken in stiller / Ewiger Klarheit.
Doch uns ist gegeben, / Auf keiner Stätte zu ruhn, / Es schwinden, es fallen / Die leidenden Menschen / Blindlings von einer / Stunde zur andern, / Wie Wasser von Klippe / Zu Klippe geworfen, / Jahr lang ins Ungewisse hinab.
13.               8ος Πυθιονικος, 95-97. ἐπάμεροι· τί δέ τις; τί δ᾽ οὔ τις; σκιᾶς ὄναρ / ἄνθρωπος. ἀλλ᾽ ὅταν αἴγλα διόσδοτος ἔλθῃ, / λαμπρὸν φέγγος ἔπεστιν ἀνδρῶν καὶ μείλιχος αἰών.
14.               Οδ. XVI, 161
ἔτραπεν καὶ κεῖνον ἀγάνορι μισθῷ/ χρυσὸς ἐν χερσὶν φανείς / ἄνδρ᾽ ἐκ θανάτου κομίσαι / ἤδη ἁλωκότα· χερσὶ δ᾽ ἄρα Κρονίων / ῥίψαις δι᾽ ἀμφοῖν ἀμπνοὰν στέρνων κάθελεν / ὠκέως, αἴθων δὲ κεραυνὸς ἐνέσκιμψεν μόρον.
15.               94. ηλιος γαρ ουχ υπερβησεται μετρα ει δε μη ερινυες μιν δικης επικουροι εξευρησουσιν
16.               Ευμενιδες 322
17.               ο.π.,  72
18.               διδοναι γαρ αυτα δικην και τισιν αλληλοις της αδικιας
19.               53. πολεμος παντων μεν πατηρ εστι παντων δε βασιλευς και τους μεν θεους εδειξε τους δε ανθρωπους τους μεν δουλους εποιησε τους δε ελευθερους
20.               80. ειδεναι δε χρη τον πολεμον εοντα ξυνον και δικην εριν και γινομενα παντα κατ εριν και χρεων

21. 21.              ο.π.

  1.  

Προσοχη στο κενο!

Προσοχή στο κενό!

Αύγουστος, αεροδρόμιο Αθηνών. Η γυναίκα μου κι εγώ επιστρέφουμε μετά από μια εβδομάδα διακοπών. Αναμονή στον έλεγχο ταυτοτήτων πριν από την επιβίβαση. Ένας υπάλληλος έρχεται βιαστικά, είναι σε ένταση, μας ρωτά αν ξεχάσαμε μια μαύρη τσάντα. Εμείς, με απόλυτη σιγουριά, λέμε όχι, δεν ξεχάσαμε τίποτα. Περνάμε τον έλεγχο και περιμένουμε στη φυσούνα για να μπούμε στο αεροπλάνο. Παίρνω από την γυναίκα μου τη βαλίτσα μου, που στο ενδιάμεσο κρατούσε αυτή, και η συνηθισμένη αίσθηση αυτής της στάσης, βαλίτσα στο δεξί, σακίδιο στον αριστερό ώμο, μου επιφυλάσσει μια έκπληξη: στον ώμο δεν υπάρχει τίποτα! "Το σακίδιο!", της λέω. Τελικά το είχα όντως αφήσει στο μηχάνημα έλεγχου αποσκευών και δεν το είχα πάρει πίσω ποτέ, και στον υπάλληλο που ήρθε και μας ρώτησε, εμείς πέρα βρέχει...

Στον ώμο μου, ένα κενό. Η αναστάτωση, η απορία: Πως δεν το πήρα είδηση; Που ήμουν;

Τέτοια κενά, τέτοια ρήγματα υπάρχουν πάμπολλα και πολυποίκιλα: Το άδηλο του μέλλοντος. Τα όνειρα τα αλλότρια προς τον ξύπνο. Μια κρίση πανικού, η εμφάνιση μιας φοβίας, το άνοιγμα μιας ψύχωσης. Μια παραδρομή της γλώσσας, και όσα άλλα συνιστούν την "ψυχοπαθολογία της καθημερινής ζωής". Το όριο του θανάτου. Το ξέχασμα του σακιδίου μου. Το κενό μ' αυτήν την έννοια είναι το ψυχολογικό ομόλογο αυτού που ο Hegel αποκαλεί "το Αρνητικό" και η σύγχρονη φιλοσοφία "το Άλλο". Όμως εδώ δεν είναι η ώρα για μια διευκρίνιση και συζήτηση του τρόπου με τον οποίο ψυχολογια και φιλοσοφια θα μπορούσαν εδω να σχετίζονται.

Μιλάμε, στην οπτική που μας αφορά εδώ, για τα κενά ως το κατεξοχήν θέμα της ψυχανάλυσης. Και όχι καν θέμα. Μιλάμε για τα κενά ως αυτόν τούτο τον λόγο ύπαρξης της ψυχανάλυσης. O Sigmund Freud αναφέρεται συχνά σ' αυτό. Έτσι στο κείμενο του "Το ασυνείδητο" γράφει:

[Η υπόθεση του ασυνειδήτου] είναι αναγκαία διότι τα δεδομένα της συνείδησης έχουν σε μεγάλο βαθμό κενά· [...] όλες αυτές οι συνειδητές ενέργειες θα έμεναν ασύνδετες και ακατανόητες αν επιμέναμε στην αξίωση να πρέπει να γνωρίζουμε με την συνείδηση όσες ψυχικές ενέργειες συμβαίνουν μέσα μας. Τις εντάσσουμε σε μια καταδείξιμη συσχέτιση, όταν προβάλλουμε τις ασυνείδητες ενέργειες που αποκαλύφθηκαν. Όμως κέρδος σε νόημα και συσχέτιση είναι ένα ολότελα δικαιολογημένο κίνητρο το οποίο μπορεί να μας οδηγήσει πέραν της άμεσης εμπειρίας.

To σακίδιο μου. Η "άμεση εμπειρία" είναι το απρόσμενο κενό στον ώμο μου. "Ασύνδετο και ακατανόητο". Δεν ανήκει στις κινήσεις κάποιου που ετοιμάζεται να πάρει το αεροπλάνο. Η έκπληξη και η αναστάτωση μου θα μπορούσαν να εκφραστούν κάπου με την φράση "Δεν το πιστεύω! Δεν αναγνωρίζω τον εαυτό μου! Εγώ το έκανα αυτό;"

Ο Freud αποκαθιστά την σύνδεση με ένα πραξικόπημα. Γεφυρώνει το κενό εισάγοντας "πέραν της άμεσης εμπειρίας" μια διαδικασία ασυνείδητη. Θα μπορούσε π.χ. να μου πει: "Ασυνείδητα δεν ήθελες να πετάξεις, δεν ήθελες να τελειώσουν οι διακοπές σου, ήθελες να μείνεις πίσω και, καθώς αυτό δεν το επέτρεπες στον εαυτό σου, άφησες αντί για σένα το σακίδιο." Για να μην βάλω στο παιχνίδι και την εικόνα του σακιδίου καθώς περνά μέσα από το μηχάνημα έλεγχου, και τις για το φροϋδικό μάτι πασιφανείς σεξουαλικές του παραπομπές...

baggage-screening.jpg

Τι επιτυγχάνει η εισαγωγή του ασυνειδήτου; Αποκαθιστά την συνέχεια μου, που στο "Εγώ το έκανα αυτό;" ράγισε. Εγώ είμαι και πάλι εγώ - εμπλουτισμένος κατά μια ασυνείδητη διάσταση.

Όμως τώρα βλέπουμε και κάτι άλλο: Η ανησυχία μου, η αναστάτωση μου δεν αφορούσε το κενό του ξεχάσματος ως ξεχάσματος. Αφορούσε το "Δεν αναγνωρίζω τον εαυτό μου! Εγώ το έκανα αυτό;". Αφορούσε το κενό που άνοιξε ένα ρήγμα στην συνοχή της ιδίας της ταυτότητας μου.

Ο Freud θα μου έλεγε: Όταν συμπεριλάβεις στον λογαριασμό τα ασυνείδητα κίνητρα, θα σε αναγνωρίσεις και πάλι. Βέβαια το τίμημα είναι ένα, όπως γράφει αλλού, "ναρκισσιστικό τραύμα": αναγκάζομαι να δεχτώ ότι δεν έχω πλήρη συνείδηση και έλεγχο του εαυτού μου. Όμως μπορώ πάλι να υπολογίζω σε μια "νοηματική συσχέτιση", τώρα όλα πάλι συνδέονται μεταξύ τους, το ρήγμα αποκαταστάθηκε, έχω και πάλι μια ταυτότητα αρραγή. Όλα ταιριάζουν.

Η Klaudia Schifferle, Ελβετή καλλίτεχνις, εξέδωσε την δεκαετία του '70 μια συλλογή με τίτλο: Um des Reimes willen könnt ich einen killen. ("Για χάρη της ρίμας θα σκότωνα")

Um des Reimes willen....jpg

Ο Freud αποκαθιστά την ρίμα της ύπαρξης. Μήπως αφήνει πίσω του και κάποιο πτώμα; Επανέρχομαι στην "άμεση εμπειρία". Έλεγχος των αποσκευών και ταυτοτήτων. Πως θα με περιέγραφα; Άνθρωπο δίχως σακίδιο. Υπνοβάτη που περιφέρεται στους χώρους του αεροδρομίου. Έναν άλλο από αυτόν που περιμένει στη φυσούνα και αντιλαμβάνεται στον ώμο του ένα κενό. Αυτόν τον άλλο είναι που ο Freud, για χάρη της ρίμας, για χάρη του "παγκόσμιου ντετερμινισμού", όπως λέει, για να συνδέονται όλα με όλα, σκοτώνει.

Στον ώμο μου ένα κενό. Πότε ταράζομαι; Όταν έχω καθηλωθεί σε μια ταυτότητα τόπου και χρόνου, σε μια ταυτότητα του εαυτού μου, π.χ. "επιβάτης", και διαπιστώνω ότι δεν εξαντλούμαι σ' αυτήν. Όταν την υπερασπίζομαι με νύχια και με δόντια, π.χ. καταφεύγοντας στο πραξικόπημα του ασυνειδήτου, τον άνθρωπο δίχως σακίδιο τον προδίδω.

Αν αρχίζαμε να εξοικειωνόμαστε με την ιδέα ότι δεν οριζόμαστε, δεν εξαντλούμαστε σε μια ταυτότητα; Πριν από λίγο καιρό διάβασα στο Facebook το ποίημα μιας γυναίκας που μιλά για την εμπειρία της, της κατάθλιψης. Τελειώνει ως έξης:

Κατάθλιψη κάποιες φορές σημαίνει

Ν' αγνοείς το κάθε τηλέφωνο για έναν ολόκληρο μήνα

Γιατί, ναι, έχουνε τον σωστό αριθμό

Μα συ δεν είσαι το πρόσωπο που ζητιάνε, όχι πια.

Αν προσέξουμε θα δούμε ότι, τουλάχιστον σε καταστάσεις όπου δεν είμαστε αμέτοχοι, ή απλά λειτουργικοί, δεν είμαστε ποτέ οι ίδιοι. Όπως υποδηλώνουν και οι τελευταίοι στίχοι, η κατάθλιψη δεν θα ήταν πάθηση ενός ατόμου, αλλά μια μετάβαση σε ένα άλλο "άτομο", όπως λέει. Αλλά και στην αμφιθυμία, το ναι και το όχι λέγονται από διαφορετικούς εαυτούς, αντιτιθέμενους μεταξύ τους. Όταν π.χ. μια γυναίκα εκφράζει ένα ναι-και-οχι απέναντι στον άντρα της, μπορεί να την καλέσω να μου περιγράψει την γυναίκα που λέει ναι και την γυναίκα που λέει όχι. Πάντα περιγράφει δυο διαφορετικά πρόσωπα!

Θα το δείξω με μια αναφορά σε έναν πίνακα της Frida Kahlo.

Kahlo1.jpg

Η μεξικάνα ζωγράφος, που είχε ένα τροχαίο ατύχημα στην ηλικία των 17, στην διάρκεια της ζωής της υποβλήθηκε σε πολλές επεμβάσεις. Η Χαρά Παπαθεοδώρου, ελληνίδα ζωγράφος, συζητά αυτόν τον πίνακα με τον τίτλο Δέντρο της ελπίδας, κράτα γερά σε μια ομιλία:

Tree of Hope, Keep Firm.jpg

Ο πίνακας έγινε μετά από μια εγχείρηση στην Νέα Υόρκη. Η καλλίτεχνις φιλοτέχνησε αυτό το πορτραίτο για τον πάτρωνα της Eduardo Morillo Safa. Παραθέτω σημεία της επιστολής της σ' αυτόν:

"Σχεδόν τελείωσα τον πρώτο σου πίνακα, που βέβαια δεν είναι παρά το αποτέλεσμα της σιχαμένης εγχείρησης: Κάθομαι - στο χείλος της αβύσσου - κρατώντας στο ένα χέρι τον δερμάτινο κορσέ μου. Από πίσω είμαι ξαπλωμένη σ' ένα νοσοκομειακό φορείο - κοιτάζοντας πέρα στο τοπίο - με ένα μέρος της πλάτης μου ξέσκεπο, έτσι που μπορείς να δεις τις ουλές από τις τομές που μου κατάφεραν αυτά τα κοπρόσκυλα οι χειρούργοι" (Kahlo, p.68, Taschen).

Το γυμνό, κακοποιημένο άρρωστο σώμα στα αριστερά έρχεται σε αντίθεση με την δυνατή ορθή φιγούρα της Kahlo στα δεξιά, που κρατά ένα κόκκινο λάβαρο με το δημοφιλές τραγούδι "Δέντρο της ελπίδας, κράτα γερά, για να δώσει κουράγιο στον εαυτό της.

Το τοπίο από πίσω [...] χωρίζεται στα δυο. Το ακρωτηριασμένο σώμα είναι ορισμένο στον ήλιο, ο οποίος στην μυθολογία των Αζτέκων τρέφεται από αίμα ανθρώπινης θυσίας. Από την άλλη, η δυνατή, αισιόδοξη Frida έχει οριστεί στην σελήνη, το σύμβολο της θηλυκότητας, που εκπροσωπείται από τον θεό Tezcatlipoca, τον μαύρο, και αντίπαλο του λευκού θεού Huitzilopochtli, που είναι ο θεός του ήλιου.

Εφόσον αναγνωρίσουμε ότι ο εγκλωβισμός σε μια ταυτότητα είναι ένας βιασμός της πτητικής φύσης μας, εφόσον ανοίξουμε για μια ζωή και έναν θάνατο όπου το Εγώ δεν θα ήταν σαν μια κρατική επικράτεια καθαρή από μετανάστες, αν ανοίξουμε για μια τέτοια ζωή και για έναν τέτοιο θάνατο, τότε το ζητούμενο του Freud καθίσταται άσχετο. Τότε ο καταναγκασμός της συνέχειας, της συνειδητοποιημένης γνώσης του εαυτού και του κόσμου, μαζί με τα ενοχλητικά κενά, δεν θα ήταν θέμα, και δεν θα χρειάζονταν η κατασκευή ενός ασυνειδήτου, η επίκληση ενός εσωτερικού, ψυχικού κόσμου. Ούτε βέβαια και η ερμηνεία ως σύνδεση και "νοηματική συσχέτιση". Κάνεις μπορεί να ζει, και να ζει καλύτερα δίχως εσωτερικό κόσμο. Δίχως ψυχή!

Όλα αυτά χρειάζονται διευκρίνιση.

Η ψυχή, στη έκφανση της των νεοτέρων χρονών, ήδη από την εποχή των άγγλων συνειρμιστών Locke και Hume, την psychologie nouvelle των Ribot και Charcot, και την φροϋδική της εκδοχή ως ψυχικό όργανο, μας οδηγεί σε μια περιοχή "πέραν της άμεσης εμπειρίας". Στην φιλοσοφία αυτή η περιοχή, η πέραν της εμπειρίας, καλείται "το υπερβατικό". Το πρώτο όνομα για το υπερβατικό είναι "θεός". Η ψυχολογία, καθόσον θεσπίζει μια νέα μορφή του υπερβατικού, είναι θεολογία. Δυο σχετικά χαρακτηριστικά της είναι:

1. Η ταυτότητα: μια υπερβατική εικόνα του εαυτού και των άλλων που καθίσταται κανονιστική και υπαγορεύει την πράξη. Δηλαδή, στην οπτική της συντήρησης, της απειλής, της εδραίωσης, της διασφάλισης της εμπρός σε απειλές, της οριοθέτησης της απέναντι σε άλλους,  τροφοδοτεί ένα "πρέπει", "θέλω", "φοβάμαι", "ελπίζω" κλπ. Γεννά την νοσταλγία, και την αξίωση, ενός άλλου, καλύτερου γονιού, συντρόφου, παιδιού, ζωής, κόσμου, που δεν θα έθετε υπό αμφισβήτηση αυτήν την υπερβατική εικόνα, αλλά θα της έρχονταν γάντι, θα έκανε τον κόσμο κατ' εικόνα και ομοίωση της.

2. Τα "σκέφτομαι", "νοιώθω", "φαντάζομαι", "επιθυμώ" γίνονται αντικείμενο ερμηνείας, η οποία αναπέμπει στον υπερβατικό χώρο του ασυνειδήτου και υποβάλλει την ιδέα ότι "πραγματικά" είμαι άλλο από αυτό που μαρτυρεί η "άμεση εμπειρία". Μου λέει π.χ. στην περίπτωση του σακιδίου μου ότι είμαι ένας αμετανόητος καλοπερασάκιας που θέλει να κάνει μια ζωή διακοπές, και συνάμα ένας κοινωνικά προσαρμοσμένος που δεν επιτρέπει στον εαυτό του τέτοιες αμυαλιές. Τι θα μου έλεγε στην περίπτωση των σεξουαλικών συμβολισμών που υπονοήθηκαν παραπάνω, δεν τολμώ καν να σκεφτώ.

Η ελκτική δύναμη του υπερβατικού μας απορροφά, μας αποσπά από τον τόπο μας, και ο νέος μας τόπος έχει την μορφή του δικαστηρίου. Ενσταλάζει μέσα μας την ενοχή: την οφειλή απέναντι σε μια αρχή ξένη προς το εγγενές της ζωής που σφετερίζεται την ζωή, υπεξαιρεί το κέντρο βάρους της και την καθιστά δορυφόρο του. Σ' αυτό το δικαστήριο δεν είμαστε μόνο εγκαλούμενοι αλλά και κατήγοροι, τόσο απέναντι στον εαυτό μας όσο και απέναντι στους άλλους, οι οποίοι επίσης μας οφείλουν. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο μια ερμηνεία που αποκαλύπτει, υποτίθεται, τις αληθινές προθέσεις, τόσο στην ψυχοθεραπεία από τον ειδικό όσο και στην καθημερινή ζωή από τον οποιονδήποτε, εξολισθαίνει λιγότερο η περισσότερο εμφατικά στην κατηγορία. Το υπερβατικό, εδώ στη μορφή του ψυχικού, της ψυχής, γίνεται, με την αποκάλυψη του μέσω της ερμηνείας, πηγή αμέτρητων ανόητων διλημμάτων, συγκρούσεων, μιζέριας και βασάνων.

Μίλησα πριν για τη νοσταλγία, και την αξίωση, ενός άλλου, καλύτερου γονιού, συντρόφου, παιδιού, ζωής, κόσμου. Έτσι η σχέση που έχω με την γυναίκα μου, πολλές φορές δεν είναι η σχέση που έχω με την "άμεση εμπειρία" της, αλλά με μια γυναίκα που την υπερβαίνει, και στην οποία θέλω η γυναίκα μου να μοιάσει. Μοιραία θα ακολουθήσουν η κριτική της, τα παράπονα και οι κατηγορίες, οι συγκρούσεις, οι πληγές που ο ένας θα προξενήσει στον άλλο. Το ίδιο συμβαίνει στις σχέσεις με τους γονείς, τα παιδιά, με άλλους ανθρώπους, με την ζωή και με τον κόσμο.

Πριν μερικά χρόνια έπεσα σε ένα "θέατρο μουσικής δωματίου" της κορεάτισσας συνθέτη Younghi Pagh-Paan με τον τίτλο Mondschatten [Ίσκιοι του φεγγαριού]. Το λιμπρέτο βασίζεται στην τραγωδία του Σοφοκλή Οιδίπους επί Κολωνώ. Εκεί παρεμβάλλεται ένα ποίημα του φιλοσόφου Byung-Chul Han. Είναι η Αντιγόνη και απευθύνεται στον πατέρα της Οιδίποδα:

[Πατέρα!]

Δίκασε τους θεούς,

Σκότωσε τους.

Αδιάφοροι είναι για τους ανθρώπους,

Αυτοί οι θεοί μας κτυπάνε

πληγή στην πληγή.

Πληγιασμένη απ' τις πορείες

Πληγιασμένη από το κλάμα

Πληγιασμένη από τα όνειρα

Καταπληγιασμένη ειν' η ψυχή σου.

Ανάσανε μες από τις πληγές σου!

Άσε τις πληγές σου ν' ανθίσουν!

Η πληγιασμένη σου κεφαλή ακόμα

Δεν είναι πρόσωπο του κανένα,

Ήλιος και φεγγάρι,

Του φωτός και της σκιάς

Η φιλική αλλαγή

Δεν καθρεφτίζονται πάνω της.

Η ψυχή σου είναι

Πια μόνο φόρτος.

Μέχρι τον θάνατο

Θα την υποφέρεις.

Κόψε την, την ψυχή σου.

Ό,τι λέγεται για τους θεούς ισχύει, όπως αναφέρθηκε, και για μια μοντέρνα έκφανση της υπερβατικότητας, την ψυχολογικοποιημένη ψυχή, και τα βάσανα που φέρνει μαζί της.

Τώρα, προς το μέσον του ποιήματος, έρχεται μια τροπή: Ανάσανε μες από τις πληγές σου! / Άσε τις πληγές σου ν' ανθίσουν! Μοιάζει αντίλαλος μιας σημείωσης του λογοτέχνη Elias Canetti: Μια πληγή που γίνεται πνεύμονας και διαμέσου του ανασαίνεις. Και απόηχος μιας προτροπής του ποιητή Paul Celan: Πήγαινε στα ολόδικα σου στενά - και απελευθερώσου!.

Θα ήταν έκπτωση στο υπερβατικό να παραθέταμε έναν κανόνα, μια μέθοδο για το πώς κάτι τέτοιο συμβαίνει. Ας πούμε μόνο ότι συμβαίνει όπως η ορατότητα που αλλάζει "όταν ο αέρας γυρνά", όπως λέει ένας έλληνας τραγουδιστής: Πόλεις που είδες απ' την σκοπιά / Καραβιού καθώς ο αέρας γυρνά. Ή, όπως η απτή διαφάνεια που αποκτά η ατμόσφαιρα όταν περάσει η καθαρτική καταιγίδα. Μπορεί να συμβαίνει, έστω σαν υπόνοια, στην πορεία μιας ψυχανάλυσης.

Και πώς είναι όταν κανείς "δικάζει" και "σκοτώνει" τους θεούς, δηλαδή το υπερβατικό που εννοεί να ορίζει και να τραυματίζει την ζωή του; Το ακούμε στη συνέχεια του ποιήματος, ως αυτό που ο πατέρας της Αντιγόνης δεν είναι ακόμα:

Η πληγιασμένη σου κεφαλή ακόμα / Δεν είναι πρόσωπο του κανένα, / Ήλιος και φεγγάρι, / Του φωτός και της σκιάς / Η φιλική αλλαγή / Δεν καθρεφτίζονται πάνω της.

Στην κεφαλή αυτού που λύθηκε από την κατοχή του υπερβατικού καθρεφτίζεται η φιλική αλλαγή ήλιου και φεγγαριού, φωτός και σκιάς. Τι θα πει εδώ "φιλική αλλαγή"; Θα πει ότι ήλιος και φεγγάρι, φως και σκιά δεν είναι αντίθετα, δεν καταπολεμούν και δεν ακυρώνουν το ένα το άλλο, κανένα δεν επιμένει στην παρουσία του όταν ο χρόνος του έχει τελειώσει, κανένα δεν αναβάλλει την εμφάνιση του όταν είναι η ώρα του. Όταν όλα αυτά καθρεφτίζονται σε μια κεφαλή, τότε αυτή δεν παρεμβαίνει αυτόβουλα στη ροή των πραγμάτων, δεν αξιώνει να επιβάλει δικά της μέτρα, δεν αφήνει ίχνη, δηλαδή δεν καμαρώνει στις επετείους των γενεθλίων της και δεν πανικοβάλλεται εμπρός στον επερχόμενο θάνατο. Γίνεται πρόσωπο του κανένα.

Ξεχνώ το σακίδιο μου, ακολουθεί η όποια έκβαση και η ζωή συνεχίζεται. Δεν την υφαρπάζει καμιά αρχή του Αυτό, ή του Υπερεγώ που θα με εγκαλούσε εν ονόματι ασυνείδητων επιθυμιών και κοινωνικών επιταγών.

Το εγγενές της ζωής. Υπάρχει μια μακρά παράδοση που το μαρτυρεί.

- Για έναν σοφό της Άπω Ανατολής λέγεται: "Όταν πεινάσει τρώει και όταν νυστάξει κοιμάται." Κι ένας άλλος, στην ερώτηση του νεόφερτου μαθητή για τον σωστό δρόμο, τον ρωτάει αν έφαγε. Στην καταφατική του απάντηση συμπληρώνει, και ο μαθητής φωτίζεται: "Τότε πήγαινε να καθαρίσεις το πιάτο σου."

- Στον προσωκρατικό Παρμενίδη κάθε τι που δεν συμβαίνει στο πεδίο της άμεσης αλληλέχειας νου και όντων δηλώνεται ως η πηγή της πλάνης και της σύγχυσης.

- Ο μυστικός του 17ου αιώνα Angelus Silesius γράφει σε ένα δίστιχο: Το ρόδο είναι δίχως γιατί. Ανθεί διότι ανθεί. / Δεν προσέχει τον εαυτό του, δεν ερωτά μήπως κανείς το θωρεί. Ο γερμανός φιλόσοφος Martin Heidegger, σχολιάζοντας αυτά τα λόγια, λέει:

Βέβαια θα σκεφτόμασταν πολύ μυωπικά εάν νομίζαμε ότι το νόημα της ρήσης του Angelus Silesius εξαντλείται στο να ονομάζει απλώς την διαφορά των τρόπων κατά τους οποίους ρόδο και άνθρωπος είναι ό,τι είναι. Το άρρητο της ρήσης -και απ' αυτό εξαρτώνται τα πάντα- λέει μάλλον ότι ο άνθρωπος, στον πιο μύχιο βυθό της ουσίας του, είναι τότε μόνο αληθινός όταν με τον τρόπο του είναι όπως το ρόδο - δίχως γιατί.

- Ο αυστριακός φιλόσοφος Ludwig Wittgenstein γράφει σε μια σημείωση:

Είναι ουσιαστικό για την έρευνα μας το ότι μ' αυτήν δεν θέλουμε να μάθουμε τίποτα καινούργιο. Θέλουμε να κατανοήσουμε κάτι που ήδη βρίσκεται ανοιχτό εμπρός στα μάτια μας. Γιατί φαίνεται πως αυτό είναι, που κατά έναν τρόπο δεν κατανοούμε.

Και αλλού:

Οι για μας σημαντικότερες απόψεις των πραγμάτων είναι κρυμμένες λόγω της απλότητας και της καθημερινότητας τους.

- Όμως και το έργο τέχνης, κάθε τέχνης, καθώς είναι βασικά έργο των χεριών, είναι έργο τεχνίτη.

- Και όλα αυτά θα μπορούσαν να στεγάζονται κάτω από έναν τίτλο του Jean Baudrillard:  "Επιφανειακές άβυσσοι".

Η "άμεση εμπειρία" του Freud, αν αφήνονταν στην αμεσότητα της, θα απέληγε στους τόπους αυτής της παράδοσης.

Επανερχόμαστε στο ποίημα. Οι τελευταίοι στίχοι λένε:

Η ψυχή σου είναι / Πια μόνο φόρτος. / Μέχρι τον θάνατο / Θα την υποφέρεις. / Κόψε την, την ψυχή σου.

Τότε η ψυχανάλυση θα ήταν ψυχανάλυση, με το ψυχ- διαγραμμένο, με την ψυχή να οδεύει προς την διαγραφή της - μια πορεία ακριβώς προς την διαμονή στο εγγενές της ζωής, στην "άμεση εμπειρία" και τις "επιφανειακές αβύσσους" της.

DSC06950 Mind the Gap.JPG

"Προσοχή στο κενό!". Το κενό ανάμεσα στο βαγόνι του μετρό και την αποβάθρα είναι δεδομένο της άμεσης εμπειρίας. Δεν συμβαίνει το ίδιο με τα κενά που ανησυχούν τον Freud. Ας θυμηθούμε τα λόγια του:

[Η υπόθεση του ασυνειδήτου] είναι αναγκαία διότι τα δεδομένα της συνείδησης έχουν σε μεγάλο βαθμό κενά· [...] όλες αυτές οι συνειδητές ενέργειες θα έμεναν ασύνδετες και ακατανόητες [...]

Τα κενά λοιπόν δεν είναι όπως αυτά στους σταθμούς του μετρό. Εμφανίζονται εκεί όπου κανείς προσλαμβάνει τα πράγματα στον καμβά της σύνδεσης και της κατανόησης. Όπου μάλιστα το "και" μεταξύ σύνδεσης και κατανόησης δεν είναι αθροιστικό, αλλά επεξηγηματικό: κατανοώ θα πει συνδέω. Μόνο όταν σύνδεση και κατανόηση συνιστούν δομικό στοιχείο της ύπαρξης μου, η απουσία του σακιδίου από τον ώμο μου θα εκληφθεί ως κενό. Κενό υπαρξιακό, και ως εκ τούτου απειλητικό, έτοιμο να καταβροχθίσει την ύπαρξη στην άβυσσο του.

Μορφές της απουσίας, π.χ. τα όνειρα που ανακαλούμε στον ξύπνο (από πού έρχονται;), τα παρελθόντα και τα μέλλοντα (πώς έγινε; τι θα γίνει;), το ξέχασμα (πού πήγε;) και η ανάμνηση του ξεχασμένου (πού ήταν;), ο θάνατος (πού πάνε οι νεκροί;), αυτές και άλλες μορφές της απουσίας, στο πλαίσιο σύνδεσης και κατανόησης είναι ιδιαίτερα επιρρεπείς στο να εκληφθούν πάραυτα ως κενά.

Πού πάει ο ήλιος όταν χάνεται στη δύση; Η απάντηση, με παραλλαγές, υπάρχει στον Όμηρο, στον Ησίοδο, στον Μίμνερμο: Το βράδυ ο θεός του ήλιου κρύβεται σ’ ένα μεγάλο χρυσό κύπελλο που στην διάρκεια της νύχτας τον μεταφέρει με τα κύματα του Ωκεανού  (ο ποταμός που κυκλώνει τη γη, Ορίζων) από τη Δύση στην Ανατολή.

800px-Sousse_bath_Oceanus.JPG

Μια στιγμή όμως! Είναι αυτός ο μύθος πράγματι απάντηση; Διότι η ερώτηση, στην οποία υποτίθεται ότι αποκρίνεται, "Πού πάει ο ήλιος όταν χάνεται στη δύση;", δεν ερωτάται πουθενά! Όμως αν δεν υπάρχει το ερώτημα, τότε ο χαμός του ήλιου στη δύση δεν αφήνει κανένα κενό και ο μύθος δεν είναι μια κάποια πρωτόγονη εξήγηση, αλλά αφήγηση, παραμύθι του κόσμου!

Πώς μπορούμε να το παρακολουθήσουμε αυτό; Το τόσο ξένο για την σημερινή μας νοοτροπία; Είναι τόσο ξένο; Αναλογίζομαι μια ατάκα του Pablo Picasso: Je ne cherche pas, je trouve. (Δεν ψάχνω. Βρίσκω.) Τότε το παραμύθι του κόσμου δεν θα ήταν δευτερογενής αντίδραση σε μια σχετική ερώτηση αλλά εμπειρία σε πρώτο χρόνο, θα ήταν κι αυτό "άμεση εμπειρία"! Ο λόγος του θα ήταν μίλημα των "επιφανειακών αβύσσων".

Σε μια τέτοια παράσταση του κόσμου τίποτα δεν επερωτάται, τίποτα δεν χρειάζεται να δώσει λόγο, να δικαιολογήσει την ύπαρξη του. Γι' αυτό και είναι όλα ήσυχα. Αυτό το κλίμα υπάρχει σε πολλές και ποικίλες φάσεις της παράδοσης μας. Ο Johann Sebastian Bach για παράδειγμα δεν είναι ο συνθέτης που δημιουργεί, με έμπνευση και με αγωνία και πόνο. Καλεί το πιάνο να εκπτύξει τις δυνατότητες του, και το πιάνο εκπτύσσει τον εαυτό του. Αυτή η μουσική είναι το παραμύθι του πιάνου! Ο γερμανός λογοτέχνης Peter Handke γράφει στο "Δοκίμιο για την κόπωση":

Ambrosius Bosschaert the Elder.jpg

Εκείνες οι νεκρές φύσεις με τα λουλούδια από τον δέκατο έβδομο αιώνα, κατά κανόνα από τις Κάτω Χώρες, όπου στα άνθη κάθεται, σαν να 'ταν αληθινό, εδώ ένα ζουζούνι, εδώ ένα σαλιγκάρι, εκεί μια μέλισσα, εκεί μια πεταλούδα και, παρόλο που κανένα ίσως δεν έχει ιδέα για την παρουσία του άλλου, προς στιγμή, στη δική μου στιγμή, όλα γειτονεύουν μεταξύ τους.

Μιλάμε για έναν κόσμο αδιάφορο για σύνδεση και κατανόηση, και επομένως δίχως κενά. Υπάρχει μια ησυχία σ' όλον αυτόν τον πλούτο, μια άνεση. Είναι η απουσία των κενών, η απουσία της αγωνίας, των ερωτήσεων, της σκέψης που κρίνει και συνδυάζει και εξηγεί, όπου, το βλέπουμε στην επιστημονική έρευνα, κάθε εξήγηση γεννά πολλαπλάσια ερωτήματα. Ο Franz Kafka τον αποκαλεί "πνευματικό κόσμο": Το γεγονός ότι δεν υπάρχει παρά ένας πνευματικός κόσμος, μας παίρνει την ελπίδα και μας δίνει την βεβαιότητα.

Στην ψυχανάλυση λοιπόν της διαγραμμένης ψυχής δεν θα ανήκε πλέον η προσπάθεια για την ερμηνεία ως σύνδεση κενών και αποκατάσταση νοηματικής συνέχειας, για την κάμψη της αντίστασης του αναλυόμενου, αλλά για το βάπτισμα των πραγμάτων που κουράζουν και βασανίζουν σ' εκείνον τον "πνευματικό κόσμο". Τότε τα Γιατί και τα Διότι θα μπορούσαν να μην εμβάλλουν σε ανησυχία και ταραχή αλλά να αιωρούνται στην αύρα μιας belle indifférence και να γίνονται ακόμα κι ένα νανούρισμα:  why and why .... because .... good night.

Εδώ δεν μιλάμε για το μεμονωμένο σύμπτωμα που πρέπει να ερμηνευτεί, να συνδεθεί, αλλά πρώτα για την εγκατάλειψη αυτού του ονόματος και την διάχυση του στον "πνευματικό κόσμο". Προς τούτο δεν χρειάζεται η σκέψη αλλά μια προσοχή ιδιάζουσα. Ο ποιητής Paul Celan την απέδωσε με έναν λόγο του Malebranche, ως την "φυσική προσευχή της ψυχής". Αυτή η προσοχή είναι άλλη από την επιστημονική ακρίβεια. Η ακρίβεια επιδιώκει την βεβαιότητα. Η βεβαιότητα είναι υπόθεση του επιστήμονα. Αφορά αυτόν. Ικανοποιεί την δική του επιδίωξη, που είναι η μονοσημαντότητα, η υπολογισιμότητα, η προβλεψιμότητα, το ελέγξιμο και το επαληθεύσιμο των προτάσεων του. Η προσοχή δεν είναι υπόθεση του προσέχοντος. Είναι δοσμένη σ’ αυτό το οποίο προσέχει. Η προσοχή είναι ανιδιοτελής. Γι’ αυτό μπορεί, σε αντίθεση με την ακρίβεια, να είναι ευλαβική. Να αναλώνεται στο απέναντι.

Θα μπορούσαμε να την αποδώσουμε παραστατικά με την όψη που παίρνουν τα πράγματα όταν ιδωθούν κάτω από το μικροσκόπιο. Η σκόνη του νοικοκυριού.

dust.jpg

Και τώρα αυτή η ίδια σκόνη σε μεγέθυνση Χ22 εκατομμύρια.

dust X.jpg

Στο καλειδοσκόπιο που πλέον προβάλλει, εκεί που ήταν μια ομοιόμορφη γκρίζα τούφα γίνονται διακριτά ένα σωρό πράγματα: μακρές τρίχες μαλλιών, γούνα γάτας, περιπλεγμένο συνθετικό, μάλλινες ίνες, οδοντωτά λέπια εντόμων, ένας κόκκος γύρης, υπολείμματα φυτών και εντόμων. Προσέξτε την διαφορά ανάμεσα σε μια φωτογραφία του ήλιου

Rising-gold-sun.jpg

και τον ήλιο σε έναν πίνακα του Van Gogh!

 Sun Van Gogh.jpg

Ή, πώς μια καθημερινή λέξη όπως το "σ' αγαπώ", γαλλικά "Je t' aime" μπορεί να ειπωθεί ως έργο τέχνης. Έτσι ανοίγονται οι "επιφανειακές άβυσσοι", που δεν τρομάζουν αλλά χαρίζουν μια ανείπωτη ηρεμία. Στην ψυχανάλυση είναι η ιδιαίτερη επικοινωνία. Η επικοινωνία αυτή είναι εκπαίδευση στο εγγενές της ζωής. Πορεύεται χωρίς μέθοδο, σχεδιασμό και πρόβλεψη, καθοδηγούμενη από εκείνη την αδιάφορη προσοχή. Αναδύεται κάτι σαν ένας "πνευματικός κόσμος", εάν και όταν αυτό συμβεί, κάπου σαν διάττοντες.

Είναι καθαρό πως όσα είπα τελευταία δεν αποδίδουν μια ψυχαναλυτική συνεδρία. Δεν είναι και απαραίτητο. Μια ποιητική μελέτη είναι τελείως διαφορετική υπόθεση από το ποίημα στο οποίο αναφέρεται. Και η ανάλυση ενός αθλητικού αγώνα στην εφημερίδα ποτέ δεν αναπαριστά τον αγώνα. Ποιο είναι τότε το νόημα της θεωρίας; Ποιο είναι το νόημα της σημερινής ομιλίας; Ο συνθέτης Wilhelm Killmayer λέει σε έναν χαιρετισμό του σε νεοεισερχομένους φοιτητές της Μουσικολογίας:

... η θεωρία δεν είναι μόνο απλή δούλη της πράξης, αλλά και ένα αυτόνομο ελεύθερο παιχνίδι που προσεγγίζει τη μουσική με άλλα μέσα, με αυτά της θεώρησης, και δεν χρειάζεται να είναι προσανατολισμένη στην άμεση χρηστικότητα. Θα ήμασταν φτωχοί, εάν κάτι τέτοιο δεν θέλαμε να το προσφέρουμε στον εαυτό μας.

Θα συμπλήρωνα: Μ' αυτό το "ελεύθερο παιχνίδι" της θεωρίας, μερικές φορές άκουσα το ένα ή το άλλο ποίημα, είδα τον ένα ή τον άλλο αγώνα πλουσιότερα. Και στην περίπτωση της ψυχανάλυσης, τα κείμενα που διάβασα και έγραψα και οι ομιλίες που άκουσα και έκανα, ακριβώς όταν πλησίαζαν περισσότερο στο παιχνίδι το ελεύθερο από τον καταναγκασμό της χρηστικότητας, με έκαναν, μέσω Αυστραλίας, καλύτερο θεραπευτή.

Περι ανεκρων και θνητων

[Συνεδριο "Τεχνη και τρελα" (Εταιρεια Μελετης Πολιτισμικης Ετεροτητας), Οκτωβριος 2014, Αθηνα]

PDF

Περιληψη
Θα δοκιμασω να προσεγγισω το θεμα "Τεχνη και τρελα" στην οπτικη ενος φαινομενου που στην ψυχοπαθολογια ειναι γνωστο ως "Διασχιση" (Dissociation) και περιλαμβανει την "αποπροποσωποποιηση" και την "αποπραγματοποιηση": Ο εαυτος η/και τα πραγματα γινονται ξενα, αποκοσμα: η ταυτοτητα τους καταρρεει οπως ενα κτισμα σε σεισμικη δονηση.
Καποτε το κλεισιμο και η αμυνα απεναντι στην "διασχιση" εμφανιζεται σε μια μορφη "τρελας" - σε βουβο, ανειπωτο βασανο, αλλα και στην καταθλιψη, στην σχιζοφρενεια, στις ψυχαναγκαστικες ιδεες και πραξεις.
Πιο σπανια η "διασχιση", το ανοιγμα του σχισματος της, γινεται χωρος φιλοξενιας. Τοτε εαυτος η/και πραγματα χανονται στην ξενωση τους, για να προβαλουν, σε ευτυχεις ωρες, κεκαθαρμενα, εμπλουτισμενα κατα την μηδενικοτητα που τα διαπερασε. Προβαλλουν, μεταξυ πολλων αλλων τροπων, και ως εργα τεχνης. Αλλα και ως "ερμηνεια" σε μια θεραπευτικη συναντηση, η οποια, σ' αυτην την οπτικη, θα μπορουσε να συγγενευει περισσοτερο με την τεχνη παρα με μια επιστημονικη της παρασταση.



Ομιλια
Ο Martin Heidegger γραφει
καπου οτι οι ανθρωποι ειναι οι θνητοι. Και το διευκρινιζει: Αποκαλουνται οι θνητοι διοτι μπορουν να πεθαινουν.
Εκεινο το "μπορουν" ξενιζει. Μπορω π.χ. να διορθωσω μια πριζα. Εχω αυτην την δυνατοτητα. Ομως μπορω και να φωναξω ηλεκτρολογο. Το οτι μπορω να διορθωσω την πριζα δεν σημαινει διολου και καποια αναγκαιοτητα, οτι θα την διορθωσω εγω ουτως η αλλως. Ομως τι θα πει "μπορω να πεθανω"; Ειναι κι αυτο δυνατοτητα μου; Μπορω και να μην πεθανω;
Διαβαζω την τελευταια παραγραφο απο την "Δικη" του Franz Kafka. Ειναι το βασικο προσωπο, ο Κ, και οι δυο κυριοι που τον παρακολουθουν σ' ολη την διαρκεια της ιστοριας:
Ομως τα χερια του ενος κυριου τοποθετηθηκαν στον λαρυγγα του Κ, ενω ο αλλος του εχωσε το μαχαιρι βαθια στην καρδια, κι εκει το εστριψε δυο φορες. Ο Κ, καθως εσβυνε το φως των ματιων του, προφτασε να δει πως οι κυριοι, εμπρος και κοντα στο προσωπο του, τα μαγουλα τους ακουμπωντας το ενα στο αλλο, παρατηρουσαν την εκβαση. "Σαν σκυλι!", ειπε, ηταν λες κι η ντροπη επροκειτο να τον επιζησει.
Και μια αλλη ιστορια που καποιοι ακουσαμε απο τις μητερες μας:
Ενας νεος ανδρας ερωτευεται παραφορα. Η κοπελα δεχεται να τον παρει με εναν ορο: Να σκοτωσει την μανα του και να της φερει την καρδια της. Ο νεος, χωρις δευτερη σκεψη, την σκοτωνει, της ξεριζωνει την καρδια και τρεχει αλαφιασμενος να την παραδωσει στην καλη του. Στην βιασυνη του σκονταφτει στο καλντεριμι και πεφτει. Και η καρδια του λεει: "Χτυπησες αγορι μου;"
Η ντροπη επιζει τον Κ, η μητρικη αγαπη επιζει την μητερα. Ντροπη και μητρικη αγαπη δεν πεθαινουν μαζι τους. Τους επιζουν διοτι, οπως λεει ο Freud για τα πραγματα τπυ ασυνειδητου, δεν εχουν σχεση με τον χρονο. Ντροπη και μητρικη αγαπη ειναι αχρονα (zeitlos). Μοιαζουν με απολιθωματα - που ηταν παλλομενη ζωη, οργανικα αρμοσμενη σε μια ιστορια με αρχη και τελος, και καποτε ξεφυγαν απο τον χρονο, εγιναν πετρα, μετεπεσαν σε μια τελειως αλλη διασταση, εξω απο τον κοσμο, χωρις να επικοινωνουν πια, και πλεον διαγουν αδιαφορα στον αιωνα τον απαντα.
Φερνουμε τετοια απολιθωματα μαζι μας. Οταν π.χ. η λιγοτερο, η περισσοτερο μονιμη ανταποκριση καποιου σε μια κατασταση ειναι το "φταιω / φταις", σε διαφορες παραλλαγες, τοτε αυτη η ανταποκριση εχει πολυ λιγο να κανει με την ιδιαιτεροτητα, με την ενικοτητα της εκαστοτε καταστασης. Πολυ περισσοτερο το "φταιω / φταις" προβαλλει σχεδον μηχανικα, λες και ακολουθει μια δικη του, αποπροσωποποιημενη νομοτελεια. Και τουτο το "φταιω / φταις" θα τον επιζησει. Π.χ. με το να εκλαβει και τον ιδιο του τον θανατο ως τιμωρια, δικη του, η των αλλων.
Οπως ειπα, φερνουμε τετοια σκληραδια μαζι μας. Μιλαμε, θυμιζω, για ακαμπτες επαναληψεις μιας συμπεριφορας λιγοτερο η περισσοτερο αποκομμενης απο την ζωντανη επικοινωνια. Οπως μεσα στον σπιτικο πουρε κομματια πατατας που δεν ελιωσαν. Τετοια σκληραδια μπορουν να ειναι το αγχος, η καταθλιψη, οι φοβιες, η ασφαλεια και η ανασφαλεια, η συμβιβαστικοτητα και η εριστικοτητα, η αδικια και η εκδικηση, αλλα και η ολιγαρκεια και η απληστια, η αγαθοσυνη και η καχυποψια, η εκμεταλλευση και η υπηρετικοτητα κλπ. κλπ.
Παντου εδω κατι απ' αυτα εχει αναπτυξει ενα πεδιο βαρυτητας που κρατα τον φορεα του καθηλωμενο στην τροχια του. Απ' ολα τα πραγματα, αυτο το ενα εχει γινει κυριαρχο και στριμωχνει καθε συμπεριφορα στο καλουπι του. Οπως η κοιτη του ρεματος, που σ' αυτο θα κυλησουν ολα τα νερα απο τις βροχες και τα χιονια που λιωνουν.
Αυτοι οι ανθρωποι, και τετοιοι ειμαστε ολοι μας, πεθαινουν χωρις να μπορουν να πεθανουν. Ο θανατος τους ερχεται παντοτε ακαιρα. Ο Κ και η μητερα και ολοι οι αλλοι δεν ειναι θνητοι. Κατι τους επιζει. Αυτο το κατι, ως απολιθωμα, δεν ειναι ζωντανο και ετσι δεν μπορει και να πεθανει. Ειναι ανεκρο. Μιλαμε για μια παθολογια που εκτεινεται πολυ ευρυτερα απο το οπτικο πεδιο της ψυχιατρικης και της ψυχολογιας. Ισως μιλαμε για μια παραλλαγη αυτου που ο Martin Heidegger αποκαλεσε "εκπτωση στα οντα".
Οσο περισσοτερο "χαρακτηρα" εχει κανεις, δηλαδη οσο βαθυτερα εχουν εγχαραχτει επανω του μονιμα καναλια σκεψης και αισθησης, συμπεριφορας και επικοινωνιας, τοσο λιγοτερο ζωντανος ειναι - και τοσο λιγοτερο μπορει να πεθανει.
Καποιες φορες το ανεκρο αφορα οχι ενα κατι αλλα το ιδιο το προσωπο, την ιδια την υπαρξη καποιου. Κανεις γινεται αυτος καθαυτον απολιθωμα. Ανεκρος.
Ο Erwin Hügin ηταν ενας χρονιος σχιζοφρενης που γνωρισα σε μια κλινικη της Ζυριχης την δεκαετια του '70. Ο φακελλος του περιειχε πληθωρα ποιηματων. Σε ενα απ' αυτα με τιτλο "Χαμενος στους δρομους" γραφει:
τελειως αποσυνδεμενος απο ανθρωπους
περναω δρομους
που ειναι πηγμενοι απο
ανθρωπους
βλεπω στα προσωπα
κοιταζω τα σωματα
κοιταζω τα χερια
καμια σπιθα δεν μεταπηδα -
λοιπον δεν υπαρχει ζωη
στους ανθρωπους
η μηπως δεν ειναι καν ανθρωποι;
ειναι συναρμολογημενες μηχανικες
κουκλες, ναι,
βλεπω πως ετσι πρεπει να ειναι -
τα ιδια εκεινα δευτερολεπτα που
αυτο το αντιλαμβανομαι,
εγω δεν πηγαινω, πηγαινομαι, παρατηρουν
απο μεσα μου δυο γυαλινα ματια, πισω
απο τα οποια η ζωη εχει φυγει, απ' ολο το σωμα εχει φυγει - για που;
Και τωρα οι μηχανισμοι -
βηματιζουν εν-δυο.
Που που που ειναι η ζωη;

Που ειναι η ζωη; Ενα αλλο ποιημα του Hügin αναφερεται στον θεραποντα ιατρο του Schöl:
Βλεπω μια εικονα: πλησιαζω τον κυριο Schöl με
λεξεις, λεω: θα ηθελα να ειμαι κοντα σας, ναι
λαχταραω να βρεθω στην ζεστασια σας, κοντα σας
παω να τον συναντησω, αυτος απλωνει το χερι του,
τουτο γινεται υπερμετρα μεγαλο και δυνατο

Χερι Μολυβι Schöl
με ριχνει προς τα κατω
κατω στο σκοταδι
σε λαγουμι απο πετρα
θανατος

λιγο πριν απ' τον θανατο: δικαστηριο
δικαστης:
δεν επιτρεποταν να νοιωθεις
να πλησιασεις ανθρωπο
σου ηταν απαγορευμενο!
εγω:
ακομα τα φερνω μεσα μου
ζωη αισθηση ηχους ποθο
δικαστης:
γεννηθηκες για να μην αισθανεσαι
θα ζεις κατ' επιφαση μονο κι ακομα,
χωρις να 'ναι αντιληπτο σε κανενα, τον θανατο μεσα σου
θα φερνεις, τον θανατο
ακους, τον θανατο

Η κατ' επιφαση ζωη και ο κατ' επιφαση θανατος. Αυτος ειναι ο ανεκρος. Ο ανεκρος παραειναι νεκρος για να ζει και παραειναι ζωντανος για να πεθανει. Μια ψυχοπαθολογικη μορφη του ειναι αυτη της λεγομενης "Διασχισης" (Dissociation) και περιλαμβανει την "αποπροποσωποποιηση" και την "αποπραγματοποιηση". Τις ειδαμε στα παραδειγματα που αναφερθηκαν. Απανταται μονη της σε κρισεις απο βουβο, ανειπωτο βασανο, αλλα και στο πλαισιο της καταθλιψης, στην σχιζοφρενεια, στις ψυχαναγκαστικες ιδεες και πραξεις.
Γνωρισα την Διασχιση. Φοιτητης ιατρικης, καποια στιγμη εμαθα την επιστημονικη εκδοχη της ορασης: Ενα αντικειμενο Χ εκπεμπει φωτεινη ακτινοβολια, ο αμφιβληστροειδης την προσλαμβανει ως εικονα και μεσω του οπτικου νευρου στελνει αντιστοιχα ηλεκτρικα ερεθισματα στον οπτικο φλοιο οπου η εικονα αποκαθισταται, σε συνεργασια με τα υπολοιπα μερη του εγκεφαλου ταυτοποιειται, εντοπιζεται στον χωρο κλπ. Αυτο λοιπον το εζησα ως εμπειρια: Τα ματια μου ειχαν γινει κατι σαν παραθυρα, τα πραγματα στο δωματιο εμπαιναν απ' αυτα και προβαλλαν πισω απο τα ματια και μεσα στο κεφαλι μου, ηταν εκει οπως σπιτακια και ανθρωπακια μεσα σε μια γυαλινη σφαιρα που οταν την κουνησεις πεφτει χιονι - ομως τωρα το ζουσα σαν εφιαλτη. Εκει εξω ειχε απομεινει κατι σαν σεληνιακο τοπιο, τα αντικειμενα Χ, που σηματοδοτουνται και νοηματοδοτουνται, λεει, πρωτα στη συνειδηση και στον εγκεφαλο. Καμια εμπειρια, στα λιγα λεπτα που διηρκεσε, δεν με ταρακουνησε, δεν με αρρωστησε σε τετοιο βαθμο.
Γνωρισα την Διασχιση και με αλλον τροπο. Καποια φορα που χρειαστηκε να συνταξω ενα βιογραφικο, ξεκινησα με την φραση "Ο Κωστας Γεμενετζης γεννηθηκε το 1944..." και κατευθειαν μου ηρθε να συνεχισω: "...και πεθανε...". Ηδη παιδι μου γεννηθηκε μια απορια με το ονομα μου. Ο κοσμος μου αποτεινονταν και με προσφωνουσε "Κωστα...", "Κωστακη...", "Γεμενετζη...". Καποια στιγμη λοιπον αναρωτηθηκα: Περιεχομαι, περα για περα, στο ονομα μου; Η απαντηση μου ηταν σαφης: Οχι! Αυτοι που μου μιλουν, αποτεινονται σ' εμενα. Και, αν το "Κωστας" δεν καλυπτει το "εμενα", εχει η αντ-ωνυμια "εμενα" ενα ονομα, αντι του οποιου λεγεται; Η απαντηση μου ηταν και παλι σαφης: Οχι! Πολλα χρονια αργοτερα ειδα, με ανακουφιση, πως με την απορια μου δεν εστεκα μονος. Καπου στον Kierkegaard διαβασα: "Κοιταζω μεσα στην υπαρξη - και δεν βλεπω τιποτα." Η απορια ειχε αρχισει να ησυχαζει και να δινει τη θεση της στην αποδοχη ενος αναλαφρου "τιποτα", που με αποδιδει πολυ περισσοτερο απο καθε ονομα. Αποδοχη ενος αναλαφρου "τιποτα" που συνοδευει το ονομα μου, του αφαιρει καθε απολυτοτητα, το επαφηνει στο λικνο της παροδικοτητας του, και σε καθε "γεννηθηκα" υπαγορευει το "πεθανα".
Το ονομα μου δεν ηταν το μονο που με εκ-κενωνε. Καποιες φορες ηταν και ενα ειδος απελπισιας με την ζωη, οπου η μονη διεξοδος ηταν φυγη προς τα εμπρος, προς τα ακρα, χωρις επαναπαυση σε μισολογα, σε ημιμαθειες. Ειναι οπως αυτο που συμβαινει στην Αρετουσα, στον "Ερωτοκριτο" του Βιντσεντζου Κορναρου. Οταν ο βασιλιας των Αθηνων Ηρακλης μαθαινει για τον ερωτα της κορης του Αρετουσας με τον Ερωτοκριτο, την ριχνει στην φυλακη. Εκει λοιπον, ο ποιητης γραφει:
Θωρωντας τοσα βασανα η Aρετη, και παθη, 485
η ταξη εγινη αποκοτια, κ’ η ταπεινοτη εχαθη.
Tης γλωσσας τα µποδισµατα, το δειλιασµα του νου τση
επαψαν, και µ’ αποκοτιαν εµιλειε του Kυρου τση

Ο Ερωτοκριτος εξοριζεται, συμβαινουν ενα σωρο πραγματα, και καποτε γυριζει πισω και θελει να δοκιμασει την Αρετη. Παριστανει εναν φιλο του που θα της πει για την τυχη του Ερωτοκριτου και κανονιζουν μια συναντηση. Την βρισκει
... σαν ξεπεριορισµενη.
Στο παραθυρι εσιµωσε, κ’ η Aρετη αρχινιζει,
αποκοτα να του µιλει, να τον αναντρανιζει.
Δεν εχει πλιο την κρατηξιν, δε ντρεπεται, µα οι πονοι 635
την εντροπην εδιωξασι, τα’χωνε φανερωνει.
Kαι λιγωµαρα τσ’ ηδιδε, το γληγορα να µαθει,
αν ειν’ και ζει ο Pωτοκριτος, γ-η αποθανε, κ’ εχαθη.

Τα βασανα και τα παθη και οι πονοι "ξεπεριοριζουν" την Αρετη. Χανονται ταξη και ταπεινοτητα που εφερναν στην γλωσσα εμποδια και φοβο στην ψυχη της. Οι πονοι διωχνουν την ντροπη. Η Αρετη, η πριγκηποπουλα με τους τροπους που της αρμοζουν, ταξη και ταπεινοτητα και ντροπη, απο-χαρακτηριζεται: χανει την αρετη της. Χανει - το ονομα της. Γινεται ανωνυμη και απροσωπη. Αποπροσωποποιειται. Βασανα, παθη και πονοι την "ξεπεριοριζουν" - την εκ-κενωνουν.
κατω απ' την προσωπιδα ενα κενο.
λεει στον "Βασιλια της Ασινης".
Κι ακομα:
Πισω απο τα μεγαλα ματια τα καμπυλα χειλια τους βοστρυχους
αναγλυφα στο μαλαματενιο σκεπασμα της υπαρξης μας
ενα σημειο σκοτεινο που ταξιδευει σαν το ψαρι
μεσα στην αυγινη γαληνη του πελαγου και το βλεπεις:
ενα κενο παντου μαζι μας

Τι συμβαινει μ' αυτο το κενο;
Leonard Cohen, Anthem
:
There is a crack in everything
That's how the light gets in
Μια ρωγμη υπαρχει στο καθε τι
Ετσι μπαινει μεσα το φως

Τετοια πραγματα εμελλε να σημαδεψουν την εξελιξη μου, μεταξυ αλλων και ως θεραπευτη.
Καπως ετσι εζησα μια αποστροφη του Elias Canetti που γνωρισα πολυ αργοτερα:
... μια πληγη που γινεται σαν πνευμονας και διαμεσου του ανασαινεις
Ισως πλεον εχει να κανει και με την προχωρημενη μου ηλικια, αυτην που οι παλιοτεροι, που ζουσανε και πεθαινανε συντονοι με τον χρονο, αποκαλουσαν "γεραματα". Ενα χαρακτηριστικο των γηρατειων ειναι λοιπον οτι κανεις, μετα απο τα πολλα "του κυκλου τα γυρισματα", στην γειτονευση πια με τον θανατο, χανει την ντροπη: Σε εναν αγνωστο μου, π.χ. στο μετρο, οταν ζητω να περασω για να κατεβω στην επομενη σταση, θα απευθυνθω με μια οικειοτητα σαν να τον ηξερα απο παντα. Κι αυτο ειναι ενα φαινομενο αποπροσωποποιησης: Τα προσωπα μας, δηλαδη ανθρωποι, αυτος κι εγω, με ολοτελα διαφορετικη ιστορια, αναφορες, προσωπικοτητες, ειναι παντελως αδιαφορα. Η οικειοτητα, με την οποια του, η της, απευθυνομαι, ειναι μια τελειως αλλη, που δεν βασιζεται σε τιποτα που να μας ενωνει, η να μας χωριζει. Η οικειοτητα του "ξεπεριορισμου".
Η αποπροσωποποιηση θα μπορουσε λοιπον να μην συνιστα οπωσδηποτε στερητικο φαινομενο, αλλα την επανοδο σ' ενα πρωτο. Η ψυχοπαθολογια δεν το γνωριζει. Ο ορος, υπο τον οποιο ταξινομουνται αποπροσωποποιηση και αποπραγματοποιηση, ειναι, ειπαμε, "Διασχιση", μεταφραση του "Dissociation". Υποβαλλει την πεποιθηση οτι το φυσιολογικο ειναι το "Association", μια συνδεση και συνεχεια που τωρα διακοπτεται, κατι σαν ενα νοητικο καταγμα. Ομως η Διασχιση θα μπορουσε να ειναι οχι επεισοδιο αλλα δομικη ιδιοτητα της υπαρξης. Ο ανεκρος θα μπορουσε να ειναι η μητρα επωασης του θνητου. Εκεινου που ειναι στον χρονο και που οταν λεει "γεννηθηκα", λεει συναμα και "πεθανα".
Αυτο το, ευεργετικο τωρα, σχισμα της διασχισης, ειναι καποτε και ο τοπος που κατοικει η τεχνη. Το εργο της θα μπορουσε να εννοηθει επισης ως απολιθωμα, σαν να ειχε κοιταξει την Μεδουσα καταπροσωπο. Ο ποιητης Paul Celan λεει σε μια ομιλια του κατα την απονομη του βραβειου Büchner:
Ο
Lenz, δηλαδη ο Büchner, εχει [...] πολυ περιφρονητικα λογια για τον "ιδεαλισμο" [...] Και αυτην την πεποιθηση για την τεχνη την λεει τωρα παραστατικα με ενα βιωμα: "Καθως χθες ανηφοριζα διπλα στην κοιλαδα, ειδα δυο κοπελλες να καθονται πανω σ’ εναν βραχο: η μια εδενε τα μαλλια της, η αλλη την βοηθουσε· και τα χρυσαφενια μαλλια επεφταν κατω, κι ενα σοβαρο χλωμο προσωπο, κι ομως τοσο νεανικο, κι η μαυρη στολη, κι η αλλη να νοιαζεται με τοση φροντιδα. Οι ωραιοτερες, οι βαθυτερες εικονες της παλιας γερμανικης σχολης δεν αποδιδουν τιποτε απ’ αυτο. Μερικες φορες κανεις θα ‘θελε να ‘ναι μεδουσοκεφαλη για να μπορεσει ενα τετοιο συμπλεγμα να το μεταμορφωσει σε πετρα και να φωναξει τον κοσμο."
Και ο Celan συνεχιζει:
Κυρίες και Κυριοι, προσεξτε παρακαλω: "Κανεις θα ‘θελε να ‘ναι μεδουσοκεφαλη" για να ... συλλαβει το φυσικο ως το φυσικο μεσω της τεχνης!
Οποιος εχει την τεχνη εμπρος στα ματια και στον νου του, αυτος ειναι – εδω ειμαι στην αφηγηση για τον Lenz –, αυτος ειναι φευγατος. Η τεχνη δημιουργει διασταση απο το Εγω. Η τεχνη απαιτει εδω σε μιαν ορισμενη κατευθυνση μια ορισμενη αποσταση, εναν ορισμενο δρομο.
Κι η ποιηση; Η ποιηση, η οποια και βεβαια εχει να παρει τον δρομο της τεχνης; Τοτε εδω θα ειχε μαλιστα πραγματι δοθει ο δρομος προς μεδουσοκεφαλη και αυτοματα!

Για την διασταση του καλλιτεχνη απο το εγω, την συγγενεια του με την μεδουσοκεφαλη και τα αυτοματα μιλα και ο ποιητης T. S. Eliot σε ενα δοκιμιο με τον τιτλο "Tradition and the Individual Talent" . Ο Eliot χρησιμοποιει την λεξη "αποπροσωποποιηση" για να υποδηλωσει την αναλογια αναμεσα στην καλλιτεχνικη δημιουργια και την επιστημη. Το διευκρινιζει με ενα παραδειγμα απο την χημεια:
Οταν τα δυο αερια που αναφερθηκαν προηγουμενως [οξυγονο και διοξειδιο του θειου] αναμειγνυονται με την παρουσια νηματων πλατινας, σχηματιζουν θειικο οξυ. Αυτος ο συνδυασμος συμβαινει μονο οταν ειναι παρουσα η πλατινα· παρ' ολα αυτα το νεο οξυ που παραχθηκε δεν περιεχει ιχνος πλατινας, και η ιδια η πλατινα ειναι προφανως ανεπαφη· εμεινε αδρανης, ουδετερη, και αναλλοιωτη. Ο νους του ποιητη ειναι το κομματι της πλατινας. Μπορει εν μερει, η αποκλειστικα, να λειτουργει επανω στην πειρα του ιδιου του ανθρωπου· ομως, οσο τελειοτερος ειναι ο καλλιτεχνης, τοσο πιο ξεχωρα μεσα του θα ειναι ο ανθρωπος που υποφερει και ο νους που δημιουργει· τοσο τελειοτερα ο νους θα αφομοιωνει και θα μεταλλασσει τα παθη που ειναι το υλικο του.
[...] Ο νους του ποιητη ειναι οντως ενα δοχειο για την αποθηκευση αναριθμητων αισθηματων, φρασεων, εικονων, που παραμενουν εκει εως οτου ολα τα στοιχεια που μπορουν να ενωθουν για να σχηματισουν ενα νεο μιγμα, να ειναι παροντα μαζι.

Ο καλλιτεχνης περνα απο την "αυτο-θυσια", οπως λεει ο Eliot, της αποπροσωποποιησης, και τοτε τα αποπραγματοποιημενα κομματια, καποτε, ισως, "ενωνονται για να σχηματισουν ενα νεο μειγμα" - οπως η γυμνη παρουσια της πλατινας οδωνει τον σχηματισμο του θειικου οξεος. Τωρα η διασχιση δεν εξοριζει απο τον χρονο, δεν δημιουργει ανεκρους, αλλα ακριβως αρμοζει τον χρονο, παρελθον της παραδοσης και παρον του σημερινου εργου τεχνης, χαριζει θνητοτητα.
"Τι καλλιτεχνης ειστε;", ρωτα ο ψυχαναλυτης Wilfred Bion νεους θεραπευτες σε ενα σεμιναριο. "Και αν δεν ειμαστε καλλιτεχνες;", αντερωτα καποιος. Η απαντηση του Bion: "Τοτε ειστε σε λαθος επαγγελμα."
Ετσι λοιπον η ψυχαναλυση θα μπορουσε να συνιστα μια ιδιαζουσα περιπτωση του θεματος του συνεδριου μας, ενα "και", δηλαδη εναν τοπο οπου "Τεχνη και Τρελα" συναπαντωνται. Σ' αυτο το "και", στις ευτυχεις περιπτωσεις, συμβαινει μια αμοιβαια ανταλλαγη: Η "τεχνη" συνισταται στο οτι ο θεραπευτης γινεται πιο τρελος απο τον πελατη του. Και τουτος, ο "τρελος", μεσα απο το "εργο τεχνης" της συναντησης τους, βρισκει τη λυτρωση του.
Τι θα πει τωρα οτι εγω ως θεραπευτης γινομαι πιο τρελος απο τον πελατη μου; Ας θυμηθουμε το "φευγατο" του Celan και την "αποπροσωποποιηση" του Eliot. Στα ανεκρα πραγματα του πελατη μου, που δεν μπορουν να πεθανουν, αντιτασσω μια δικη μου αποπροσωποποιηση, εναν δικο μου θανατο. Θα πει: τα δεχομαι ολα, τα δεχομαι ακομα σε ενα ευρος και βαθος που ο πελατης μου δεν θα διανοουνταν. Ειναι μια δεκτικοτητα του νεκρου: χωρις προσδοκια, χωρις συμφωνια και διαφωνια, χωρις αντισταση και χωρις αντιρρηση. Πολλες φορες και μ' ενα γελιο, που το μοιραζομαστε, και που, διχως να γελοιοποιει, αφαιρει απο τα πραγματα την σοβαροτητα και την βαρυτητα που εμοιαζε να εχουν.
Σ' αυτο το αποπροσωποποιημενο ματι, η ερμηνεια, αν ειναι να διατηρησουμε αυτην την βεβαρυμενη λεξη, εχει κατι απο την καλλιτεχνικη δημιουργια που ακουσαμε απο τον Eliot: Η ερμηνεια προσλαμβανει τα πραγματα του παρελθοντος και τα συγκεντρωνει σε μια ολοτελα νεα συνθεση. Και τουτο σε ενα κλιμα που θα μπορουσε να αποδοθει με εναν στιχο του Γιωργου Σεφερη:
μα πρεπει να μ' αρμηνεψουν [συμβουλεψουν] οι πεθαμενοι
Και γιατι ιδιαιτερα οι πεθαμενοι μπορουνε να συμβουλευουν; Σε ενα αλλο ποιημα μιλουν οι ιδιοι, οι "αδυναμες ψυχες μεσα στ' ασφοδιλια":
εμεις που τιποτα δεν ειχαμε, θα τους διδαξουμε τη γαληνη.

''Ενας καλος ταξιδιωτης δεν αφηνει πισω του ιχνη''

"Ενας καλος ταξιδιωτης δεν αφηνει πισω του ιχνη"

1. Byung-Chul Han, Περι φαντασματων και αλλων απουσιαζοντων

size500_lineweight_moki_untitled_river_.jpg

Μια ωραια ρηση του Laozi λεει: Ενας καλος ταξιδιωτης δεν αφηνει πισω του ιχνη. Μα πως μπορει κανεις να περπατα και να μην αφηνει πισω του ιχνη; Προτου πατησεις το ενα ποδι στο εδαφος, θα επρεπε να ειχες σηκωσει το αλλο, κι αυτο θα ηταν αδυνατο. Δεν γινεται να περπατας χωρις να αγγιζεις το εδαφος. Επομενως μοιαζει οτι ο Laozi απαιτει το αδυνατο. Η, ζηταει να αιωρουμαστε. Αυτοι που αιωρουνται, αυτοι που τριγυρνουν αιωρουμενοι, οντως δεν αφηνουν πισω τους ιχνη. Τα φαντασματα αιωρουνται επισης. Ειναι γνωστο οτι τα φαντασματα δεν βαδιζουν παρατεταγμενα σε γραμμες με τακτικο βημα.

041.jpg

Το Ο νομος της γης του Carl Schmitt (Nomos der Erde) ξεκινα με εναν υμνο της γης. Προπαντων υμνει την γη για την συσταση της, η οποια επιτρεπει να χαραζονται πανω της σταθερες γραμμες· και, λογω του συμπαγους της, καθισταται δυνατο να καθιερωνονται σαφη ορια, σταθεροι κανονες και θεσεις, συμπαγη πλαισια και διαφοροποιησεις. Το συμπαγες της γης καθιστα δυνατο να χτιζονται πανω της συνορα, τοιχοι, σπιτια και οχυρα: εδω γινονται εμφανη οι κανονες και η θεση της κοινωνικης υπαρξης του ανθρωπου. Οικογενεια, συγγενεις, φυλη και κοινωνικη ταξη, τα ειδη των αποκτηματων και η γειτονια, καθως και οι μορφες της δυναμης και των κανονων ειναι σε κοινη θεα. Περιουσια, αποκτηματα, δυναμη, κανονες, νομοι, ταξη και θεση, ολα οφειλονται στην ιδιαιτερη συσταση της γης. Ο Schmitt αντιπαραβαλλει την σταθερη επιφανεια της γης με την θαλασσα: η θαλασσα δεν γνωριζει καμια τοσο εμφανη οντοτητα [...] ταξης και τοπου. [...] Ουτε επιτρεπει η θαλασσα [...] να χαραχτουν επανω της σταθερες γραμμες. Ειναι ενδιαφερον οτι κατοπιν παρατηρει πως τα πλοια που ταξιδευουν στην θαλασσα δεν αφηνουν ιχνη. Η θαλασσα δεν εχει χαρακτηριστικα με την πρωταρχικη εννοια της λεξης χαρακτηρ, που σημαινει ενσωματωμενο, σκαλιστο, η εγχαραγμενο. Επομενως η θαλασσα, λογω της ελλειψης σταθεροτητας, δεν εχει χαρακτηρα. Και αυτο ειναι που καθιστα τον θαλασσοπορο ικανο να μην αφηνει πισω του ιχνη. Ο Carl Schmitt εχει γενικα μια φοβια για την θαλασσα και το νερο. Επισημαινει μια προφητεια του Βιργιλιου, οπου προεβλεψε οτι στην επερχομενη εποχη της ευτυχιας δεν θα υπαρχουν πλεον θαλασσοπορειες και οτι στην Αποκαλυψη του Ιωαννου αυτος προκηρυξε εναν νεο κοσμο που θα καθαιρονταν απο την αμαρτια και στον οποιο δεν θα υπηρχαν ωκεανοι.

qA7qoafENpcm8jh94CucB76io1_500

Ο Carl Schmitt ειναι ενα ειδικα χερσαιο πλασμα με την εννοια οτι σχεφτεται μονο σε ορους σταθερων διακρισεων, διχοτομικων η δυαδικων αντιθετων, και δεν εχει καμια κατανοηση για το μη αποφασισμενο, η το αδιορατο. Συμφωνα με την θεωρια του η υπαρξη βασιζεται σε καθαρα ορια και σταθερα περιγραμματα, σε ακλονητη ταξη και αρχες. Αυτος ειναι ο λογος που γι' αυτον το νερο ειναι τοσο ενοχλητικο και αποκοσμο. Δεν επιτρεπει καθαρες οριοθετησεις η διαφοροποιησεις και, στο πολιτικο επιπεδο, καθιερωση σταθερων εθνικων η εδαφικων συνοριακων γραμμων.

021 moki_three

Αυτο που ειναι ενδιαφερον στον Carl Schmitt ειναι οτι δεν πιστευει απλοϊκα σε μια σταθερη ταξη, αλλα προσκολλαται σ' αυτην εμπρος στην γενικη παρακμη, και προσπαθει να χτισει ψηλους τοιχους επανω σ' ενα εδαφος που εχει ηδη αρχισει να σειεται. Η σκεψη του Carl Schmitt ερχεται μεσα απο την καρδια μιας φυγοκεντρης δυναμης που διασκορπιζει την σταθερη ταξη και παρεκκλινει απο τον αρχικο δρομο της. Αισθανεται να απειλειται υπαρξιακα απο μια στοιχειωμενη αναποφασιστικοτητα και ελλειψη διακρισης. Στο εργο του 1919 Πολιτικος ρομαντισμος συνοψισε με μια δραματικη γλωσσα την κατασταση στην οποια περιηλθε ο κοσμος: συνεχεις νεες ευκαιριες δημιουργουν εναν συνεχως νεο, ομως βραχυβιο κοσμο, εναν κοσμο χωρις υποσταση [...] χωρις δυναμικη ηγεσια, χωρις συμπερασμα και χωρις ορισμο, χωρις αποφαση, χωρις μια μερα τελικης κρισης, που συνεχιζεται επ' αοριστον, οδηγημενος μονο απο το μαγικο χερι της τυχης [...] Γι' αυτον ενας κοσμος χωρις υποσταση, ενας κοσμος χωρις σταθερη διαφοροποιηση, χωρις καθαρα περιγραμματα, συμπαγεις τοιχους και φραγματα, ειναι ενας κοσμος στοιχειωμενος.

072

Απο την αλλη για τον Laozi η υπαρξη χωρις δυναμικη ηγεσια, οριστικους ορισμους και συμπερασματα, θα ηταν ενας ξεγνοιαστος περιπατος που δεν θα αφηνε πισω του ιχνη. Ο Carl Schmitt απορριπτει με ολη του την δυναμη την σκεψη ενος κοσμου χωρις υποσταση. Με καθε μεσον προσπαθει να αποκρουσει το στοιχειωμενο χερι της τυχης.102 078Ο Carl Schmitt, σε προχωρημενη ηλικια, αισθανοταν καταδιωκομενος απο φωνες και θορυβους, ακομα κι απο φαντασματα. Αισθανομενος οτι ηταν στο ελεος αυτων των αποκοσμων θορυβων, επαναδιατυπωσε την περιφημη φραση του για την ανωτατη δυναμη: Μετα τον Πρωτο Παγκοσμιο Πολεμο ειπα "Κυριαρχος ειναι αυτος που κυβερνα σε κατασταση εκτακτης αναγκης." Μετα τον Δευτερο Παγκοσμιο Πολεμο, καταπροσωπο με τον θανατο, λεγω τωρα "Κυριαρχος ειναι αυτος που κυβερνα τα κυματα στο διαστημα." Επομενως το κυριαρχο ατομο ειναι αυτο που εχει την εξουσια επανω στα φαντασματα. Αυτο παντως ειναι μια απελπιδα επιχειρηση. Αναφερθηκε οτι ο Schmitt σ' ολη του την ζωη φοβοτανε τα κυματα. Αποδιωξε απο το δωματιο του και την τηλεοραση και το ραδιοφωνο, ωστε τιποτα απροσκλητο να μην μπορει να εισβαλει στον χωρο του απο τον αερα. Ο τοιχος, μια αρχαϊκη εγκατασταση που ανηκει στον Νομο της γης, δεν μπορει να συγκρατησει τα κυματα που αιωρουνται στον αερα και διαφευγουν καθε συλληψης, καθε συνορου, καθε προσπαθειας να καθηλωθουν σε μια ορισμενη θεση.

[...]

m8

Και ο Carl Schmitt, κατα την καταρρευση, σκεφτοταν την παλια ταξη. Διανοιγε τον δρομο του μεσα απο ολοκληρους στρατους φαντασματων. Τα φαντασματα εμφανιζονται οταν το σταθερο πλαισιο της παλιας ταξης αρχιζει να αποσυντιθεται. Οσο περισσοτερο σθεναρη ειναι η ταξη, τοσο πιο θορυβωδη γινονται τα φαντασματα. Τα κυματα, απο τα οποια ο Schmitt νοιωθει να καταδιωκεται, ειναι οι δονησεις της παρακμης. Απο την αλλη, τα φαντασματα ειναι επισης αγγελιοφοροι απο το περαν του τοιχου, το οποιο ενδεχομενως θα εφερνε την σωτηρια. Κανεις θα μπορουσε να δανειστει λεξεις απο τον Heidegger η τον Hölderlin και να τις χρησιμοποιησει εκτος των συμφραζομενων και να πει: Οπου υπαρχει κινδυνος, βλασταινει και το σωτηριο.

101

Το φαντασμα, ηδη στην ετυμολογικη του προελευση, εχει επανω του κατι το αντιφατικο, η το αμφιθυμικο. Η λεξη φαντασμα (Gespenst) σχετιζεται με την λεξη της Παλαιας Υψηλης Γερμανικης spanan, που σημαινει βαζω σε πειρασμο, δελεαζω, πειράζω η πειθω. Επομενως το φαντασμα ειναι και δελεαστικο και ανησυχητικο. Θα εικαζαμε οτι ειναι τοσο δελεαστικο γιατι φερνει στον νου οπτασιες πραγματων που καποτε μας αποτραπηκε να δουμε, πραγματα που ειτε επρεπε να κατασταλουν ειτε να αποβληθουν απο την παρουσια μας. Κατα μια εννοια το φαντασμα ειναι ενα revenant, ενα προσωπο που γυρισε απο τους νεκρους, που ξεπερνα τους τοιχους της καταστολης και της προγραφης, τους τοιχους του διαχωρισμου και του αποκλεισμου. Οφειλει την δυναμη του να σαγηνευει σ' αυτην την επιδραση του revenant, στην συγχρονικοτητα παρουσιας και απουσιας. Επιτυγχανει να γινει οπτασια, ομως οπτασια απο κατι που βασικα θα επρεπε να ειναι απον. Στο συντακτικο του φαντασματος υπαρχει μια εμφατικη διακριση αναμεσα σ' αυτο που πρεπει να ειναι και σ' αυτο που δεν επιτρεπεται να ειναι.

[...]

046

Η σκεψη της Απω Ανατολης δεν γνωριζει καμια αναλλοιωτη δομη της ταξης. Καθε τι εννοειται σε ορους αλλαγης και εξελιξης. Δεν υπαρχει τιποτα στο οποιο κανεις θα προσδενονταν γερα. Που σημαινει: ενας καλος ταξιδιωτης δεν αφηνει πισω του ιχνη. Και τα φαντασματα δεν αφηνουν πισω τους ιχνη. Ενα ιχνος ειναι το αποτυπωμα μιας καταναγκαστικης καθηλωσης. Αυτοι που αιωρουνται δεν αφηνουν πισω τους ιχνη. Στην σκεψη της Απω Ανατολης καθε τι ειναι ρευστο. Κι αυτος ειναι ο λογος που η εξυμνηση του νερου ειναι θεμελιακα ενσωματωμενη μεσα της. Το νερο μεταβαλλει συνεχως την μορφη του για να ταιριαξει σε οποιαδηποτε κατασταση συναντησει. Το νερο δεν γνωριζει περιορισμους της ταυτοτητας. Η σκεψη της Απω Ανατολης, λογω της ελλειψης σε περιορισμους της ταυτοτητας, παρεχει στα φαντασματα περισσοτερο χωρο. Καθε τι ειναι περισσοτερο ανεσταλμενο απ' ο,τι στην Δυση. Σε μεγαλυτερη κλιμακα, καθε τι ειναι διχως ουδο και μεταβαση. Σπανια χρησιμοποιουνται συνορα και διαφοροποιησεις. Η φιλοσοφια της Απω Ανατολης δεν κυριαρχειται απο το 'ειτε-ειτε', κυριαρχειται απο το 'οχι μονον αλλα'. Αντιθετα ο Carl Schmitt, ενα χερσαιο πλασμα και πεζοπορος, ηταν ενας υδροφοβικος, φοβουνταν το νερο και την θαλασσα γιατι αυτο το μεσον δεν επιτρεπει καθαρα ορια η διακρισεις, δεν επιτρεπει σκεψη σε διχοτομικες αντιφασεις. Γι' αυτον ο κοσμος που ειναι η Απω Ανατολη θα ηταν ενας κοσμος χωρις υποσταση, ενας κοσμος κατοικουμενος απο φαντασματα. Στο φως ενος τετοιου ρευστου, μετεωρου κοσμου ο Carl Schmitt θα μπορουσε να ειχε πει: "Στην Κινα εχει μονο φαντασματα."

047

Στην Δυση φαντασματα εμφανιζονται σε μια κριση ταυτοτητας. Ο Jacques Derrida τονιζει οτι, σε μιαν αλλη οπτικη, αυτη η κριση μπορει να ειναι απελευθερωτικη. Η αποδομηση της ειναι η επιστημη των φαντασματων, μια μορφη φασματολογιας. Ερευνα εκεινα τα στοιχεια της "αλλοτριοτητας" που σαν φαντασματα πλανιωνται μεσα στην ταυτοτητα και την βγαζουν απο την ισσοροπια.

2907056005_16f4c4351e

Ο Derrida αποδομει το φτιαξιμο μιας ταυτοτητας τονιζοντας τα πραγματα που τρομοκρατουν, που ειναι φοβερα, και τα οποια στην πορεια της διαμορφωσης της ταυτοτητας καταστελλονται για χαρη της φανταστικης της αγνοτητας. Η ταυτοτητα περιτριγυριζεται ουτως ειπειν απο την αυρα των φαντασματων. Ο Derrida διατηρει μια ηρεμια απεναντι στα φαντασματα, η οποια ανακουφιζει την σκεψη απο τους περιορισμους της ταυτοτητας και των νευρωσεων ταυτοτητας. Αντιτασσει την Λογικη του του φαντασματος εναντια ατην λογικη του νου, η οποια συνεχως προσπαθει να αποτιναξει την διαφορα, η την αλλοτριοτητα που βροντα υποκωφα μεσα στην ταυτοτητα του. Το μοττο του αποδομημενου τροπου ζωης ειναι: Μαθε να ζεις 'με' φαντασματα, σε συνομιλια [...] και σε κοινα ταξιδια [...] Να μαθεις να ζεις με φαντασματα θα πει τελικα: να μαθεις να ζεις φιλικα, να δεχεσαι ο,τι τα κανει ανωμαλα και απροβλεπτα, να μην ανεχεσαι παθητικα τις διαφορες τους, αλλα να βοηθας να πληθυνουν. Ισως ειναι δυνατο να ζει κανεις πιο αρμονικα με φαντασματα. [...] Παντως ο κοσμος του Zhuangzhi, η του Laozi ειναι ενας υπεριπταμενος, αιωρουμενος κοσμος χωρις καθαρα περιγραμματα, χωρις οριστικες διακρισεις, χωρις συμπερασματα, αποφασεις η ορισμους· σ' αυτον τον κοσμο ειναι δυνατο να ταξιδευεις στον χωρο ξεγνοιαστα. Ισως στο μελλον, στην αλλη πλευρα της θεολογιας και της τελεολογιας, η αιωρηση θα γινει ο νεος τροπος περπατηματος, αφηνοντας πισω της τα πιο ακαμπτα βηματα του προσκυνηματος, του στρατιωτικου εμβατηριου και της γραμμικης κινησης προς τα μπρος.

2. Φαντασματα...

Kandinsky, Mit und Gegen.jpg

Vasily Kandinsky, Mit und Gegen

Ο ταξιδιωτης αφηνει ιχνη οταν ξεχωριζει και διακρινεται, π.χ. τα παπουτσια του απο το χωμα, η μορφη του απο τις γυρω μορφες, η φωνη του απο τις γυρω φωνες. Δεν αφηνει ιχνη, οχι οταν ειναι ολοτελα ξεχωριστος, π.χ αορατος και αφωνος, αλλα οταν ειναι ολοτελα μετοχος. Που θα πει, οταν δεν υπαρχει αναμεσα σ' αυτον και στο αλλο κανενα οριο - οταν εχει τον τροπο του φαντασματος. Ο τροπος αυτης της ολικης μεθεξης λεγεται στοιχειωμα.

Το φαντασμα, το στοιχειο, στοιχειωνει τον χωρο στο οποιο παρουσιαζεται. "Τον στοιχειωνει" θα πει: οντας ολοτελα ξενο διαπερνα τα ορια του χωρου σαν να μην υπηρχαν, η παρουσια του τον διαποτιζει, κατακρημνιζει την ταυτοτητα του σε μια δινη, σε μια ρουφηχτρα και την εξαφανιζει. Κανει τον χωρο αποκοσμο, αλλοκοτο, μετεωρο, καποτε εφιαλτικο και καποτε παραμυθενιο. Αναλογιστειτε μονο, οσοι το φοβαστε, πως αλλαζει το σπιτι σας οταν ξεπροβαλει ενα ποντικι.

Στην Καταιγιδα του Shakespeare λεει ο Prospero: "Ειμαστε απο υλικο σαν αυτο που 'ναι φτιαγμενα τα ονειρα κι η μικρη μας ζωη κυκλωνεται απο εναν υπνο."


Στοιχειωμενη γλωσσα. Το ιχνος ως η υπογραφη

(Απο το: Byung-Chul Han, Ειδη θανατου)

Τι εννοουσε ο Heidegger ως υπογραφη του; Ποιος υπογραφει, η φερει την ευθυνη για τα γραπτα που εχουν την υπογραφη "Martin Heidegger"; Εννοουσε καν ο Heidegger τον εαυτο του ως συγγραφεα; Ο Heidegger θα ειχε αποφυγει να χρησιμοποιησει την λεξη "Autor", και οχι μονον επειδη ειναι μια ξενικη λεξη. Εκει που οντως εμφανιζεται, πρεπει να παραμεριζει εμπρος στον αυθεντικο υπογραφοντα το εργο. [...]

Στη φανταστικη συνομιλια "Gelassenheit" ["αφεση"...] βασικα δεν συμβαινει καμια ανταλλαγη γνωμων. Κανεις δεν λεει τη δικη του γνωμη. Κανεις δεν μοιαζει να ενδιαφερεται να υπογραψει τα εκφωνουμενα λογια. Μια παραξενη ελλειψη ενδιαφεροντος συν-τονιζει την πορεια της συνομιλιας. Παντως δεν ειναι απαθεια. Προκειται περισσοτερο για μια εγρηγορση χωρις ενδιαφερον, η χωρις προθεση. Οταν καταμεσις στη συνομιλια επεσαν παλι στη λεξη "Gelassenheit", ο διδασκαλος ερωτα: "L Τι ειναι αυτο που ονοματισατε με το ονομα Gelassenheit; F Το ονομα, αν επιτρεπετε, δεν το χρησιμοποιησα εγω αλλα εσεις. L [76] Οπως εσεις, αλλο τοσο κι εγω δεν επετελεσα την ονομασια. G Ποιος ηταν τοτε; Κανεις απο μας; L Μαλλον. Διοτι στην περιοχη που βρισκομαστε ολα ειναι ενταξει μονο εαν δεν ηταν κανενας."

Στη συνομιλια ο καθενας ειναι κατα ορισμενο τροπο εκτος εαυτου. Κανεις δεν υπογραφει την λεξη "Gelassenheit". Κανεις δεν ηταν εκει, οταν επεσε η λεξη. Καθενας παρευρισκονταν μονο σ' αυτο το συμβαν της λεξης. Η συνομιλια δεν λαμβανει χωρα μεταξυ φορεων απο γνωμες αλλα η συνομιλια δινεται, απροσωπα. Κανεις δεν εχει πει την λεξη "Gelassenheit". Κανεις δεν αναλαμβανει η δεν αξιωνει την πατροτητα. Η λεξη εχει πεσει, ετυχε στην συζητηση γιατι Κανενας ηταν εκει. Η συνομιλια προχωρει οταν "κινουμαστε στις λεξεις ελευθερα". Η ελευθερια δεν εγκειται στο οτι κανεις εξουσιαζει τον λογο. Πολυ περισσοτερο να κινεισαι στις λεξεις ελευθερα θα πει να χανεσαι στις λεξεις, και μαλιστα ως Κανεις. Η ελευθερια ειναι μια αδιαφορη εγρηγορση οπου κανεις τις λεξεις που ερχονται τις απολυει, η τις προσδεχεται ως δωρεα. Η ελευθερια ειναι η απο-λυση της λεξης. Η λεξη ως δωρεα ερχεται στον αδιαφορο Κανενα, τον μη ενδιαφερομενο για πνευματικη ιδιοκτησια. Η ευθυνη του θα ενεκειτο μονο σ' αυτην την απολυση της δωρεας. [...]


Στοιχειωμενη φυση. Πως να εξαφανιζεσαι.

Ειπα πριν απο λιγο οτι ο ταξιδιωτης δεν αφηνει ιχνη, οχι οταν ειναι ολοτελα ξεχωριστος, π.χ αορατος και αφωνος, αλλα οταν ειναι ολοτελα μετοχος. Η Οφηλια, η ερωμενη του Hamlet. Δυο πινακες, του Millais και της συγχρονης γερμανιδας ζωγραφου Moki

Ophelia, John Everett Millais.jpg

Στον Millais, ενα πτωμα. Χους ει και εις χουν απελευσει, λεγεται. Και τι ειναι πιο κοντα στο χωμα απο εναν νεκρο; Δεν εχουμε εδω μια ολικη μεθεξη της νεκρης με την φυση; Οχι! Το ιχνος που αφηνει η Οφηλια του Millet ειναι ανεξιτηλο. Διοτι ακριβως ως νεκρη φερνει εμπρος στα ματια μας την εικονα της γυναικας που ζουσε, που πεθανε εναν τραγικο, εναν αδικο θανατο σε εναν καιρο που ηταν, με τα λογια του Hamlet, out of joint. Μια υπαρξη ολοτελα διαφορετικη λοιπον απο αυτην του νερου και τις οχθες και την τριγυρω βλαστηση.

Η Οφηλια τωρα της Moki.

082.jpg

Αυτην δεν την παιρνει το ποταμι. Στεκει ακινητη και το ρεμα προσκρουει επανω της και την παρακαμπτει, οπως κανει σ' εναν βραχο. Τα ορια μεταξυ ανθρωπου και βραχου εχουν καταργηθει. Και η καταργηση τους συμβαινει μεσα σε ενα τοπιο αλλοκοτο. Στοιχειωμενο.


Στοιχειωμενος χωρος. Ασε τα χερια σου να ταξιδεψουν.

Heidegger, Σεμινάρια του Zollikon:

guernica3.jpg

[112] Στο εκαστοτε εδω, που ειμαι, το ζωντανο σωμα συμμετεχει παντα, ομως πως; Καθοριζεται το Εδω, που ειμαι, απο τον ογκο του φυσικου μου σωματος; Συμπιπτουν τα περατα του φυσικου και του ζωντανου μου σωματος; Κανεις μπορει το ζωντανο σωμα να το εκλαβει ως φυσικο σωμα. Καθομαι εδω στο τραπεζι και καταλαμβανω τον χωρο που περιβαλλεται απο την επιδερμιδα μου. Ομως τοτε δεν γινεται λογος για το Εδω, που ειμαι, αλλα μονο για την θεση αυτου του φυσικου σωματος σ’ αυτο το σημειο. [...] Δειχνοντας με το δαχτυλο στο παραθυρο εκει περα, δεν τελειωνω στις ακρες των δακτυλων. Που ειναι λοιπον τα περατα του ζωντανου σωματος; [...] Τα περατα του ζωντανου σωματος ειναι ο οριζοντας [...] στον οποιο διαμενω. Γι’ αυτο και η περατωση του ζωντανου σωματος μεταβαλλεται συνεχως με τη μεταβολη της εμβελειας της διαμονης μου.

(Απο σημειώσεις για το Δρομοι του Σωματος και Ψυχη)

Εδω συναντουμε ενα αλλο χαρακτηριστικο του ζωντανου σωματος: Τα περατα του διαγραφονται απο τον οριζοντα των εκαστοτε αναφορων μου. Μονον μεσα απο μια τετοια εννοηση του ζωντανου σωματος μπορουμε να παρακολουθησουμε πραγματικα εναν ποιητικο λογο, οπως αυτον του Γιωργου Σεφερη απο το ποιημα ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ: "αφησε τα χερια σου αν μπορεις να ταξιδεψουν... / [...] με το καραβι / που αγγιξε τον οριζοντα."

Ετσι εδω δεν πρεπει να φανταστουμε χερια μεταφορικα, καπου σαν ανθρωπακια που κινουνται, ανεβαινουν στο καραβι και ταξιδευουν μεχρι τον οριζοντα. Οι στιχοι καλουν τα χερια του προσφωνουμενου, τα χερια του σωματος, του ζωντανου του σωματος. Τα καλουνε να απλωθουν σ' ενα καθοδον που φτανει εως τα ακρα. Προκειται ουσιαστικα για την ιδια εμπειρια του ζωντανου σωματος που λεγεται και στο δοκιμιο "Μια σκηνοθεσια για την Κιχλη": "Το φως της μερας και το αιμα του ανθρωπου ειναι το ιδιο πραμα." Οταν ανθρωπος και φως ειναι το ιδιο πραμα, τοτε το αιμα δεν αφηνει ιχνη...

3. Ψυχαναλυση


Στοιχειωμενη συναντηση

(Απο το Η πολις των Αρχαιων...)

Ας επιχειρησουμε τωρα ν' αναγνωρισουμε το ετσι εννοουμενο σωμα, εδω και τωρα. Σας μιλω, ομως μιλω στο μικροφωνο. Το σωμα μου εκτεινεται εως το μηχανημα που εχω μπροστα μου. Τωρα αφηνω το μικροφωνο.

... Με τη φωνη μου, που τωρα μονο ακουτε πραγματικα, το σωμα μου εκτεινεται εως εσας, περατωνεται σ’ εσας. Με το ακουσμα σας, που δεχεται τη φωνη μου, το σωμα σας εκτεινεται εως εμενα, περατωνεται σ’ εμενα ...

Ο Ιαπωνας σκηνοθετης του θεατρου Toshiharu Takeuchi ανεπτυξε μια ασκηση γι' αυτο στο οποιο εγκειται καθε συνομιλια, οτι αποτεινεται καποιος σε καποιον. Σ' αυτην την ασκηση στεκονται δυο ανθρωποι αντικριστα. Ο Α αποτεινεται στον Β με μια συντομη φραση, π.χ. "Παμε στην καφετερια;", η: "Σημερα εισαι στις ομορφιες σου." Κατοπιν ο Β του γυριζει την πλατη, και ο Α αποτεινεται στην πλατη του Β. Οταν ο Β νοιωσει πως ο Α πραγματι του αποτεινεται, γυριζει και απαντα. Στην αρχη πολλοι δεν παρατηρουν τιποτα ιδιαιτερο, απλως γυριζουν και απαντουν. Ο δασκαλος, τους προτεινει ν’ ακουσουν τον Α να τους αποτεινεται ακομα μια φορα και να προσεξουν καλα, εαν πραγματι ο Α τους αποτεινεται. Και τοτε σιγα-σιγα οι μαθητευομενοι δειχνουν απορημενοι και δηλωνουν διαφορα, οπως:

- Μοιαζει σαν ο Α να μην αποτεινεται σ' εμενα αλλα σε καποιον διπλα μου. - Ο Α αποταθηκε σε καποιον που βρισκεται δυο-τρια βηματα πισω μου. - Ο Α αποταθηκε σε καποιον πανω και περα απ' το κεφαλι μου. - Η φωνη του Α δεν φτανει μεχρι εμενα. - Μου φανηκε πως ο Α μου αποταθηκε, μα δεν ειμαι τελειως σιγουρος.

Η, ακομα, μεταξυ αλλων: - Η φωνη του Α αγγιξε την πλατη μου. - Αγγιξε το αυτι μου και πεταξε περα. - Γλιστρησε πανω στην πλατη μου. - Τωρα η φωνη του Α με χτυπησε δυνατα.

Κι εκεινοι που συμμετεχουν στην ασκηση ως παρατηρητες, παρατηρουν πως σιγα-σιγα μπορουν να βλεπουν τα ιχνη της φωνης. Αυτα πολλες φορες διαγραφουν μια καμπυλη και πεφτουν κατω. Διασπωνται σε διαφορες κατευθυνσεις. Πετυχαινουν τον στοχο και πετουν περα, προς τα εξω.

(Απο το Δρομοι του σωματος και ψυχη)

Στη διαρκεια της θεραπειας μια γυναικα μιλα για κατι που αναγνωρισε στον εαυτο της. Μιλα καθαρα, με τον ησυχο και δυνατο παλμο που χαρακτηριζει την φωνη της αφυπνισης σε μια ενοραση. Διαπιστωνω πως αυτη η καθαροτητα της φωνης, ο παλμος της, διατρεχουν και το δικο μου σωμα. "Ναι, ετσι ειναι", θα μπορουσα να πω. Δεν υπαρχει καμια δυσκολια, κανενα σταματημα αναμεσα στη φωνη της και στο αυτι μου. Ακομα κι αν αυτα που μου λεει δεν τα ηξερα προηγουμενως, ειναι σαν να ημουν γι αυτα ευκαιρος, σαν τα περιμενα. Ολα ειναι αναλαφρα, η φωνη της και το ακουσμα μου, που θα πει τελικα: τα σωματα μας, συνεχονται αβιαστα. Ειναι μια αισθηση που δεν μου μαρτυρειται απλως απο το περιεχομενο των λεγομενων της αλλα προπαντων απο την εμπειρια του σωματος μου.

[...]

Η πελατισσα μου προσθετει, τωρα με εναν τονο απογοητευσης και απελπισιας στη φωνη της:

- Αλλα βρισκομαι ετη φωτος μακρια απο τον εαυτο μου...

Εδω την χανω απο τ' αυτια μου. Η φωνη της ειναι σαν να μην φτανει μεχρι εμενα. Ακουω μονο λογια. Το σωμα μου μενει αμετοχο. Τι συμβαινει εδω; Οπου η συνεχεια λογου και σωματος χανεται; Αυτα που λεει, δεν τα εννοει. Της αντιτεινω λοιπον:

- Τα λετε αυτα, ομως καπου δεν τα αισθανομαι.

Μου απαντα, με φωνη σιγουρη και ζωντανη:

- Δεν σας πειθουν;

Τωρα μοιαζει να ξαναβρισκουμε ο ενας τον αλλον. Της απαντω:

- Οχι.

Αυτη:

- Και βεβαια. Οχι ετη φωτος, διπλα μου ειναι, ομως φοβαμαι να το παραδεχτω.

Δεν προκειται για καποιο ιδιαιτερο στιγμιοτυπο. Προκειται για τον τροπο με τον οποιο εργαζομαι. Οταν τα σημαδια του σωματος, του δικου μου και του πελατη μου, διακρινονται και ονομαζονται, τοτε, με τη συνομιλια μας, ειμαστε, ο ενας για τον αλλο, στη μοναδικη και ανεπαναληπτη πραγματικοτητα της στιγμης.

[...]

Στο θεραπευτικο μας στιγμιοτυπο, στην αρχη, η φωνη της πελατισσας μου με βρισκει κατευθειαν, με διαπερνα, σαν φαντασμα, με συγκινει, με συν-κινει. Κατοπιν, στην συνεχεια, οταν μιλα για τα δηθεν "ετη φωτος" που την χωριζουν απο τον εαυτο της, παραπλανα τον εαυτο της κι εμενα, και την φωνη της την χανω. Ξαναβρισκομαστε, οταν αυτην την πλανη την αναγνωριζουμε.

Η ασκηση οπου ο ενας αποτεινεται στον αλλο δειχνει οτι κανεις, ηδη με το οτι αποτεινεται σε καποιον, επιδρα πανω του. Ομως αυτο δεν πετυχαινει οταν κανεις "εξωτερικευει" μονον το δικο του "συναισθημα" και την "γνωμη" του ως αναφορα "προς τα εξω" για το τι συμβαινει "μεσα του". Δεν πετυχαινει διοτι εδω το ζωντανο του σωμα ειναι απεναντι στον αλλον κλειστο: Ο ομιλων κανει απλως αναφορα. Τα λογια του δεν ανοιγονται στον αλλο, δεν του αποτεινονται αληθινα.

[...]

Τουτο ειναι και το κυριολεκτικο νοημα της λεξης "απο-τεινομαι": εκτεινομαι εως... Τα ορια του ζωντανου μου σωματος εκτεινονται μεχρι εκει που φτανει η φωνη μου, και, στην ευτυχη περισταση, στον συνομιλητη μου. Ουτε πιο κοντα ουτε πιο μακρια απ' αυτον.

Η αποταση δεν φτανει τον συνομιλητη οταν κανεις π.χ. μιλαει "μεσα στο στομα του", η σιγα, η με κακη αρθρωση. Η αποταση φευγει περα απο τον συνομιλητη οταν κανεις π.χ. μιλαει σαν να βγαζει λογο, η πολυ δυνατα, η οταν το κεφαλι του ειναι γυρισμενο πανω και περα απο τα ματια του συνομιλητη κλπ.

Ο Α αποτεινεται στον Β θα πει, σε κανεναν αλλον παρα ακριβως στον Β. Για τον Β, τουτο θα πει οτι ο Β ακουει την φωνη, βλεπει την φωνη να αποτεινεται ακριβως σ' αυτον. Ομως εδω δεν προκειται για το οτι κανεις απλως διαπιστωνει πως καποιος του αποτεινεται απο το οτι αναφερει το ονομα του, στρεφεται προς αυτον κλπ. Το διαπιστωνει απο το οτι το ζωντανο σωμα του αποτεινομενου αναφερεται στο δικο του, τον αγγιζει, τον διαπερνα, τον διαποτιζει.

Τουτο μας βοηθα ακομα να εννοησουμε επαρκεστερα το φαινομενο το οποιο στην ψυχοθεραπεια καθιερωθηκε να λεγεται "μεταβιβαση". Ο ορος δεν αποδιδει αυτο που συμβαινει. Ο πελατης μας δεν μας μεταβιβαζει τιποτε. Ομως πολλες φορες, οταν μας αποτεινεται, η φωνη του δεν αποτεινεται σ' εμας, η μονο σ' εμας, αλλα και σε καποιον αλλο, διπλα μας, πισω μας, περα μακρια. Ποιον; Η ψυχοθεραπεια καλειται να τον φανερωσει, και να καταδειξει την συγχυση και την πλανη του, εφοσον δεν γνωριζει σε ποιον πραγματικα αποτεινεται.

Κι ακομα εμεις, ως θεραπευτες, χρειαζεται ν' αναρωτιομαστε και να εχουμε αναπτυγμενο το αισθητηριο: οταν μιλουμε στον πελατη μας, αποτεινομαστε πραγματι σ' αυτον, και μονο σ' αυτον; Και μπορουμε ν' αναρωτηθουμε γενικοτερα: Οταν οι ανθρωποι μιλουν μεταξυ τους, μιλουν πραγματι σ' αυτον στον οποιον καθε φορα αποτεινονται;


Ενας καλος ταξιδιωτης δεν αφηνει πισω του ιχνη. Καλοι συνταξιδιωτες ειναι αυτοι που στην συναντηση τους ο ενας δεν εγγραφει το ιχνος του επανω στον αλλο. Εδω η αρμοζουσα σταση του ψυχαναλυτη διατυπωνεται απο τον Freud με τον ορο "ελευθερα μετεωρη προσοχη". Αυτη η προσοχη, καθοτι ελευθερα μετεωρη, δεν αφηνει ιχνη. Και επειδη δεν αφηνει ιχνη, δεν μπορουμε καν να μιλουμε για "σταση". Τι ειδους προσοχη ειναι αυτη; Ποτε ειναι η προσοχη ελευθερα μετεωρη και δεν αφηνει ιχνη; Η προσοχη αφηνει ιχνη οταν τα ακουομενα ακουγονται ως πληροφοριες και υλικο. Οπου ο ψυχαναλυτης τα επεξεργαζεται: συνδεει, συγκρινει, εξηγει, ερμηνευει. Η προσοχη ειναι πραγματι ελευθερα μετεωρη οταν ειναι, οπως ακουσαμε, "μια εγρηγορση χωρις ενδιαφερον, η χωρις προθεση". Και δεν αφηνει ιχνη οταν ο ψυχαναλυτης ακουει διχως να σκεφτεται και μιλα σε πρωτο χρονο, και μαλιστα οταν δεν μιλαει ο ιδιος αλλα δια στοματος του μιλα ο αναλυομενος - ετσι που ο ιδιος δεν ειχε μιλησει ποτε μεχρι τωρα. Τουτο συμβαινει οταν ο ενας αναλυεται στον αλλο, οταν ανταλλασσουν τα ζωντανα τους σωματα.

Ενα τετοιο φαινομενο ειναι ο ερωτικος οργασμος. Το διευκρινιζω καταρχην με ενα θεραπευτικο στιγμιοτυπο που επισημαινει το φαινομενο - απο την ελλειψη του. Μια γυναικα λεει πως ποτε της δεν ειχε οργασμο. Της αποκρινομαι, με καποιον δισταγμο, καθως δεν ειμαι σιγουρος αν θα το ακουσει: "Μπορει να σας φανει τρελο, ομως θα μπορουσαμε να πουμε οτι τα ορια του σωματος σας δεν ξεπερνανε την επιδερμιδα του." Το ακουσε!

Ηδη η γερμανικη λεξη για την ηδονη, Lust, συγγενευει ετυμολογικα με το στερητικο μοριο los, εν μερει αναλογο του δικου μας στερητικου αλφα, η του πρωτου συνδετικου απο-. Η ηδονη ειναι κενωση, αδειασμα, που δεν αφηνει καποιον στην ερημο του μηδενος αλλα εκκενωνει το σπιτι, την επικρατεια του εαυτου, απαλειφει το αποτυπωμα του, και τον (οχι, δεν μπορουμε πια να χρησιμοποιουμε την προσωπικη αντωνυμια), και απολυει τον ενα στον - κανενα. Ο Freud το συλλαμβανει απο μακρια με την μπακαλικη ψυχολογιστικη εκφραση "αποφορτιση των ορμων". Η καθε στοιχειωμενη, δηλαδη ευτυχης συναντηση, αν ειναι αποφορτιση, τοτε αποφορτιζει απο τον φορτο του ιδιου του εαυτου.

Πολλες φορες και η θεραπευτικη συνομιλια εχει μια παρομοια υφη. Και στο τελος μια τετοιας ωρας, οταν αποχαιρετω, εχω την αισθηση πως τελειωσε μια ερωτικη συνευρεση, πως συνταξιδεψαμε σ' ενα ταξιδι - που, μ' ολο τον πλουτο του, δεν αφησε πισω του ιχνη.


Η ρηση του Laozi: Ενας καλος ταξιδιωτης δεν αφηνει πισω του ιχνη, εχει το ομολογο της στην αρχαια ελληνικη επιταγη λαθε βιωσας, ζωντας, λανθανε. Στις αναφορες που προηγηθηκαν, η ρηση σημαινει: λανθανε, ως αυτος καθαυτον, αφησε τον ιδιο τον εαυτο σου λανθανοντα. Υπαρχει και ενα πρωτο επιπεδο, πιο καθημερινο, που καποιες φορες θα ηταν και ενα πρωτο βημα: ζωντας, μενε λανθανων ως προς τους αλλους. Τελειωνοντας θα σας φερω για παραδειγμα ενα τραγουδι απο την Ωραια Μυλωνου του Schubert. Λεγεται "Ζηλεια και περηφανεια". Η Ωραια Μυλωνου ειναι η ιστορια ενος νεου που παει να εργαστει σ' εναν μυλο, ερωτευεται την κορη του μυλωνα, αυτη αρχικα ανταποκρινεται, ομως αργοτερα τον εγκαταλειπει για χαρη ενος κυνηγου.

Τα λογια:

Για που τοσο γρηγορα, τοσο αλαφιασμενα και αγρια, αγαπημενο μου ρεμα; / Μηπως τρεχεις ολο θυμο πισω απ' αυτον τον τυπο, τον μαγκα τον κυνηγο; / Γυρνα πισω, γυρισε πισω και ψαλλε τα πρωτα στη μυλωνου σου / για το επιπολαιο, το χαζο, το μικρο της το μυαλουδακι. / Γυρνα πισω! Γυρνα πισω! Γυρισε πισω!

Δεν την ειδες ψες βραδυ να στεκει στην πορτα / με τεντωμενο λαιμο και να κοιτα προς τον μεγαλο δρομο; / Οταν ο κυνηγος κεφατος απ' το κυνηγι γυριζει στο σπιτι, / κανενα σωστο παιδι δεν βγαζει το κεφαλι απ' το παραθυρο.

Πηγαινε, ρεματακι, και πες της τα. / Μα μην της πεις, ακους, κουβεντα για το θλιμμενο μου προσωπο. / Πες της, ξυνει ενα καλαμι μου και φτιαχνει φλογερα, / και παιζει στα παιδια ομορφους χορους και τραγουδια.

Και τωρα το τραγουδι

 

Πεταλουδες και ονειρα

Πεταλουδες και ονειρα

Το "Ονειρο πεταλουδας" του κινεζου σοφου Zhuangzi. Με απασχολησε ιδιαιτερα στη μελετη απο το 1989 Το ονειρο και στην ομιλια απο το 2007 Αποηχοι απο το "Ονειρο πεταλουδας.

Καποτε ο Zhuangzi ονειρευτηκε πως ειναι πεταλουδα, μια πεταλουδα που πεταριζε, που ενοιωθε καλα κι ευτυχισμενη και δεν γνωριζε τιποτα για τον Zhuangzi. Ξαφνικα ξυπνησε: εκει ηταν παλι, πραγματικα κι αληθινα ο Zhuangzi. Τωρα δεν ξερω αν ο Zhuangzi ονειρευτηκε πως ειναι πεταλουδα η αν η πεταλουδα ονειρευτηκε πως ειναι ο Zhuangzi (...).

Φετος την ανοιξη, στον κηπο ξαναφανηκαν πεταλουδες. Το σπαρταριστο πεταρισμα, η ευθραυστοτητα του, οι ατελειωτες και απροβλεπτες τεθλασμενες του, η αξαφνη ησυχια σαν καθισουν για λιγο επανω σ' ενα λουλουδι, και παλι ξανα…

Αρχες του 19ου αιωνα ο ιαπωνας ζωγραφος Hokusai φιλοτεχνησε ενα αλμπουμ με "εικονες απο τη φυση". Μια απ' αυτες τις εικονες παριστανει παιωνιες και μια πεταλουδα:

C:\Users\K\Google Drive\ΕΡΓΑ\Ατελη\Πεταλουδα\Hokusai, peonies-with-butterfly.jpg

Φυσαει αερας, απο δεξια προς τα αριστερα. Φυλλα και πεταλουδα γερνουν στο φυσημα του, ομοιοφορφα και τελεια συγχρονισμενα, σαν χορευτες κλασσικου μπαλετου. Η χθονια οικειοτητα τους.

Ο εντομολογος E. O. Wilson αποκαλει τις πεταλουδες "ανθους του αερα".

"Η πεταλουδα ειναι ανθος που πεταει, / Το ανθος, πεταλουδα που εδεσε στο χωμα."(Ponce Denis Écouchard Lebrun, γαλλος λυρικος του 18ου αιωνα)

Ειναι η πεταλουδα φυλλο που αποσπαστηκε απο το λουλουδι, η ειναι τα φυλλα του λουλουδιου πεταλουδες που το συνεθεσαν;


Απο τον Hokusai εχει παραδοθει και ο ακολουθος πινακας:

C:\Users\K\Google Drive\ΕΡΓΑ\Ατελη\Πεταλουδα\Hokusai - Philosopher watching a pair of butterflies.jpg

Εχει τον τιτλο "Φιλοσοφος παρατηρωντας ενα ζευγαρι πεταλουδων". Πως παρατηρει ο φιλοσοφος;

Οχι οπως ενας αλλοτινος Μεξικανος, Ινδιανος, Απωασιατης, κατοικος της κεντρικης Ευρωπης και της Ελλαδας, που βλεπει σ' αυτες φιλους κι εχθρους: ψυχες και θεοτητες, καλους και κακους οιωνους, συμβολα της γεννησης και του θανατου και της αιωνιοτητας:

C:\Users\K\Google Drive\ΕΡΓΑ\Ατελη\Πεταλουδα\Psyche & the sleeping Eros, Roman mosaic C3rd A.D., Antakya Museum.jpg    C:\Users\K\Google Drive\ΕΡΓΑ\Ατελη\Πεταλουδα\Symbol.jpg

Οχι οπως ενας βιολογος με το μπλοκακι του, η που τις  εχει καταγραψει σε βιντεο και, καθισμενος εμπρος απο το μονιτορ, μελετα σε slow motion π.χ. τον κωδικα της επικοινωνιας τους.

C:\Users\K\Google Drive\ΕΡΓΑ\Ατελη\Πεταλουδα\daniels_jaret.jpg     C:\Users\K\Google Drive\ΕΡΓΑ\Ατελη\Πεταλουδα\research_center_work.jpg

Οχι οπως ενας συλλεκτης που προχωρει καταπανω τους, ετοιμαζεται να τις πιασει στην αποχη του και τις βλεπει ηδη καρφιτσωμενες στα καδρα του.

C:\Users\K\Google Drive\ΕΡΓΑ\Ατελη\Πεταλουδα\download.jpg      C:\Users\K\Google Drive\ΕΡΓΑ\Ατελη\Πεταλουδα\butterfly_eps.jpg

Οχι οπως ενας αισθηματιας που σκιρτα, που δονειται απο συγκινηση  και αναφωνει: "Υπεροχο!".

C:\Users\K\Google Drive\ΕΡΓΑ\Ατελη\Πεταλουδα\4873.jpg

Ξαναβλεπουμε την εικονα:

C:\Users\K\Google Drive\ΕΡΓΑ\Ατελη\Πεταλουδα\Hokusai - Philosopher watching a pair of butterflies.jpg

Ο φιλοσοφος προφανως βρισκεται στον χωρο του. Δεν εχει αναζητησει τις πεταλουδες, δεν περιμενει τιποτα απ' αυτες. Οι πεταλουδες εχουν μπει στην καμαρη του τυχαια.

Ο φιλοσοφος αφηνει χαμω το φτερο, με το οποιο εγραφε, την βενταλια, με την οποια δροσιζονταν. Το σωμα του. Τεινει ολοκληρο προς τις πεταλουδες:

Το υφος του:

C:\Users\K\Google Drive\ΕΡΓΑ\Ατελη\Πεταλουδα\Νέα εικόνα.png

Κανενα συναισθημα, καμια προθετικοτητα. Μαζι με φτερο και βενταλια, εχει αποποιηθει καθε τι που τον προσδιοριζει ως ανθρωπινο ον.

Τα χερια του. Ακουμπισμενα στο τραπεζακι, διπλα-διπλα, ομως χωρις να σφιγγονται, λες και αντιγραφουν το ζευγαρι των πεταλουδων.

C:\Users\K\Google Drive\ΕΡΓΑ\Ατελη\Πεταλουδα\Hokusai - Philosopher watching a pair of butterflies - Copy (2).jpg                   C:\Users\K\Google Drive\ΕΡΓΑ\Ατελη\Πεταλουδα\Hokusai - Philosopher watching a pair of butterflies - Copy.jpg

Ποιος ειναι αυτος ο φιλοσοφος, τωρα;

Καποτε ο δασκαλος Hui-tang πηγε με τον κοσμικο Huang-schan-gu στα βουνα. Ξαφνου ενας ευωδιαστος αερας φυσηξε καταπανω τους. Ο Hui-tang ρωτησε: "Νιωθεις την ευωδια της ρεσεντας;" Οταν ο Huang-schan απαντησε καταφατικα, ο Hui-tang του ειπε: "Δεν εχω τιποτα να σου κρυψω."

Τι θα πει εδω "Δεν εχω τιποτα να σου κρυψω"; Ο Byung-Chul Han γραφει: "Η ευωδια της ρεσεντας εκ-σωτερικευει τον Hui-tang." Εσωτερικοτητα ειναι ενα ονομα για τον πατριο τοπο τον οποιο θεσπιζουν το Εγω, το υποκειμενο, η ψυχη, το πνευμα, η σκεψη και το συναισθημα, η συνειδηση και το ασυνειδητο, η ταυτοτητα και ο Κανεις και ο Εαυτος. Αυτες οι λεξεις ακριβως και δεν ειναι εννοιες. Ειναι τοποι, σπιτια που κατοικουμε. Η ευωδια της ρεσεντας δεν αφηνει στον Hui-tang τιποτ' απ' αυτα ορθιο. Ο  Hui-tang αναλυεται στην ευωδια της ρεσεντας. Δεν εχει τιποτα το εσωτερικο και γι' αυτο δεν εχει τιποτα να κρυψει. Ο Hui-tang ειναι "εξω στα πραγματα" με μια ακρως ριζικη εννοια. Δεν ειναι κανενα "Ειναι-μεσα-στον-κοσμο" αλλα, οπως γραφει καπου ο Han, απλα ενα "Ειναι-κοσμος".

Ο φιλοσοφος δεν εχει τιποτα να κρυψει. Ειναι ολοτελα πεταλουδα. Αναλυεται στις πεταλουδες. Ποιος ειναι λοιπον ο φιλοσοφος; Ειναι ο φιλοσοφος που αναλυεται στις πεταλουδες, η ειναι οι πεταλουδες που μορφοποιουνται στον φιλοσοφο;

Αυτη η οικειοτητα, αυτη η φιλοτητα αναμεσα στον φιλοσοφο, στον Zhuangzi και στην πεταλουδα, δεν εχει καμια σχεση με καποια ομοιοτητα μεταξυ τους. Το μαρτυρουν δυο αλλοι παλιοι πινακες. Η διαφορα της μορφης τους, των ογκων τους ειναι τονισμενη:

C:\Users\K\Google Drive\ΕΡΓΑ\Ατελη\Πεταλουδα\213277_230914057_2.jpg


C:\Users\K\Google Drive\ΕΡΓΑ\Ατελη\Πεταλουδα\images.jpg

Ομως τουτο ακριβως κανει την "αφανη αρμονια" τους (Ηρακλειτος) ακομα εμφατικοτερη: Τωρα δεν ξερω αν ο Zhuangzi ονειρευτηκε πως ειναι πεταλουδα, η αν η πεταλουδα ονειρευτηκε πως ειναι ο Zhuangzi (...).


Και τωρα: Το "ονειρο πεταλουδας" δεν χρειαζεται μονο να ακουστει ως γενικη αντικειμενικη, οτι δηλαδη η πεταλουδα ειναι το αντικειμενο ενος ονειρου. Ουτε μονο ως γενικη υποκειμενικη: οτι η πεταλουδα ονειρευεται. Γιατι ο Zhuangzi μιλα για "ονειρο πεταλουδας", και οχι π.χ. για ονειρο φιδιου, η ελεφαντα; Ενδεχομενως διοτι ονειρο και πεταλουδα, ως ονειρο και ως πεταλουδα, συνεχονται σε μια "αφανη αρμονια". Ο τιτλος "Ονειρο πεταλουδας" θα μπορουσε να νευει προς μια σχεδον ταυτολογια: Το ονειρο ειναι σαν πεταλουδα. Η πεταλουδα ειναι σαν ονειρο.


... οταν ειν' ολα ανακατα ...

PDF

"... οταν ειν' ολα ανακατα / ατακτα και ξαναγυρνα / παμπαλαιη συγχυση"
Friedrich Hölderlin, Der Rhein

[Παρουσιαση του βιβλιου του George Makari,
Επανασταση στον νου, Αθηνα 2014. Τα μερη της παρουσιασης που για λογους χρονου δεν ειπωθηκαν, εδω.]

Ο αρχικος τρομος, οταν αντικρυσα τις καπου 800 σελιδες του "Επανασταση στον νου", χαθηκε γρηγορα. Το βιβλιο με κερδισε, το διαβασμα ηταν αβιαστο και, πολλες φορες, συναρπαστικο. Παραλληλα βρεθηκα συχνα να παρασερνομαι σε νοερες συζητησεις επανω σε θεματα που συναντουσα. Σημερα θα περιοριστω σε δυο επισημανσεις. Η πρωτη αφορα το μοντελο της αφηγησης. Η δευτερη αφορα το παρελθον και το μελλον της ψυχαναλυσης.

Το μοντελο των ερμηνευτικων κοινοτητων
Ο αναγνωστης του βιβλιου ευκολα θα προσεξει μια ορισμενη κανονικοτητα στην αφηγηση. Οταν ο συγγραφεας μιλα για ενα γεγονος, π.χ. το ταξιδι του Freud στο Παρισι, θα ανοιξει μια εκτεταμενη περιγραφη για το Παρισι της εποχης, που θα καλυπτει τα τοτε επιστημονικα, πολιτικα και πολιτιστικα ρευματα, τους ανθρωπους που συναναστραφηκε ο Freud, την δικη τους ιστορια. Μας τον παρουσιαζει δηλαδη μεσα σε ενα καδρο τοπων, ανθρωπων, ιδεων, μας τον παρουσιαζει ως μελος μιας κοινοτητας, στο περιβαλλον της οποιας, και σε διαδραση με την οποια διαμορφωνεται το εργο του. Μ' αυτον τον τροπο παρουσιαζονται σχεδον ολα τα προσωπα που αμεσα, η εμμεσα μετειχαν στην δημιουργια της ψυχαναλυσης.
Αυτον τον τροπο αφηγησης ο Makari δεν τον χρησιμοποιει τυχαια. Σε μια παρουσιαση του βιβλιου του δηλωνει οτι ακολουθησε ενα μοντελο της φιλολογικης κριτικης που καλειται "interpretative communities", "ερμηνευτικες κοινοτητες". Το μοντελο προταθηκε απο τον αμερικανο φιλολογο Stanley Fish, καθηγητη Αγγλικης Φιλολογιας στο Johns Hopkins, την δεκαετια του '70. Ο ιδιος ο Makari το διευκρινιζει παραπεμποντας στον Fish και το βασικο του σχετικο εργο Interpreting Variorum:
Ο Stanley Fish ελεγε "Εαν διαβασετε Milton , και διαβασετε ενα ολοκληρωμενο σχολιο για τον Milton, το σχολιο εχει πολυ λιγο να κανει με τον Milton. Εχει πολυ να κανει με τον χρονο και τον τοπο που γραφηκε. Υπαρχουν ερμηνευτικες κοινοτητες που συγκεντρωνονται σε εναν χρονο και τοπο. Ολες τους διαβαζουν Milton με τον ιδιο τροπο. Κατοπιν ερχεται μια νεα ομαδα. Διαβαζουν John Milton μεσα σε ενα ολοτελα διαφορετικο ερμηνευτικο πλαισιο· που θα πει, το ερμηνευτικο πλαισιο των αναγνωστων ανασυγκροτει το κειμενο και τις προθεσεις του συγγραφεα.
Το πως εννοει ο Fish μια ερμηνευτικη κοινοτητα, το βλεπουμε πιο παραστατικα στην τελευταια παραγραφο του βιβλιου του που αναφερθηκε, και που κλεινει με τις φρασεις:
Η μονη "αποδειξη" για το οτι κανεις ειναι μελος [μιας ερμηνευτικης κοινοτητας] ειναι η συναδελφικοτητα, το νευμα της αναγνωρισης απο καποιον της ιδιας κοινοτητας, καποιον που σου λεει αυτο που κανεις μας δεν θα μπορουσε ποτε να αποδειξει σ' εναν τριτο: "ξερουμε εμεις". Σας το λεω τωρα γνωριζοντας πληρως οτι θα συμφωνησετε μαζι μου (δηλαδη θα καταλαβετε) μονο αν ηδη συμφωνειτε μαζι μου.
Ο Makari τωρα συνεχιζει:
Υιοθετησα αυτο το μοντελο επειδη ενσωματωνει την πνευματικη και την κοινωνικη ιστορια. Εχει χωρο για την δυναμη των ιδεων. Εχει επισης εναν δυναμικο χωρο για τις κοινωνικες, πολιτικες και πολιτιστικες δυναμεις που συνενωνουν ανθρωπους και που διασπουν ανθρωπους. [...] εχει παρα πολυ να κανει με ανθρωπους σε εναν χρονο και τοπο.
Ενα παραδειγμα για το ιδιαιτερο κλιμα μιας ερμηνευτικης κοινοτητας, και μαλιστα της ψυχαναλυτικης: Δυο ψυχαναλυτες συζητουν επανω στην ερμηνεια ενος ονειρου:
Ψυχαναλυτης Α: Δεν πιστευω οτι προκειται για τριχοπτωση. Στο ονειρο ο ασθενης περιγραφει μονο ενα φαλακρο σημειο με λιγες μεμονωμενες τριχες επανω του, και ακουσαμε τον ασθενη να λεει για το ονειρο του τη λεξη «σκατα». Και ακομα επαναλαμβανει συχνα σε σχεση με το φαλακρο σημειο τη λεξη «πισω». Εξ ου και ο συνειρμος μου σε αυτην την εικονα του ονειρου: «Δεν τα βγαζω περα με τις ομοφυλοφιλικες ορμες μου».
Ψυχαναλυτης Γ: Εγω αντιθετα πιστευω οτι ο ασθενης θελει να πει: «Δεν τα βγαζω περα με την απωλεια του αυτοελεγχου μου, με την οργη μου, και γι’ αυτο πρεπει να καταφυγω σε μια υποτελη θηλυκια ομοφυλοφιλικη σταση, για να μην ξεσπασει κανενας καυγας που θα με κατεστρεφε.

Οι ψυχαναλυτες, εστω κι αν δεν συμφωνουν, καταλαβαινονται μεταξυ τους. Για εναν εξω απο την κοινοτητα τους, μιλανε κινεζικα.
Κατα ποσο το μοντελο των ερμηνευτικων κοινοτητων αρμοζει στην φυση της ψυχαναλυσης; Η διαμορφωση ερμηνευτικων κοινοτητων ειναι ενα γεγονος, ισως αναποφευκτο. Ξεκινα ηδη με τον μικροκοσμο της οικογενειας και αφορα καθε ειδους κοινοτητα - φιλων, επαγγελματικων συναδελφων, πολιτικα ομονοουντων κλπ. Ομως η ιδια η φυση της ερμηνευτικης κοινοτητας οδηγει ευκολα, ισως αναγκαστικα, σε μια παγιδα: Διαμορφωνεται μια ταυτοτητα της κοινοτητας, που θα πει μια οριοθετηση, ενας περιορισμος του μικροκοσμου της απεναντι σε αλλους μικροκοσμους, και απεναντι βεβαια στον μεγαλο κοσμο. Δημιουργειται μια μονιστικη νησιδα.
Απο την στιγμη που η ψυχαναλυση εννοειται ως δημιουργια και εξελιξη μιας ερμηνευτικης κοινοτητας, προβαλλει ως κινημα. Στον μικροκοσμο της αναπτυσσει μια ταυτοτητα, και αυτην πρεπει να την οριοθετησει απεναντι σε εσωτερικους και εξωτερικους εχθρους, να την υπερασπιστει απεναντι σε επιθεσεις. Μια κυριαρχη μορφη σχεσης καθοριζεται απο το δογμα: Οποιος δεν ειναι μαζι μας, ειναι εναντιον μας. Ειναι επομενο λοιπον, το βιβλιο του Makari να παιρνει μορφη θριλερ - μια ιστορια εκστρατειων, κατακτησεων, συγκρουσεων, συμμαχιων και διασπασεων.
Σ' αυτην την οπτικη τα κειμενα των ψυχαναλυτων γραφονται κυριως για να χρησιμοποιηθουν ως οπλα στις συγκρουσεις των μελων με τους αλλους και μεταξυ τους. Στις εσωτερικες τους αντιπαραθεσεις το πιο συνηθισμενο επιχειρημα ειναι η ψυχαναλυτικη ερμηνεια του αντιπαλου που τον καταδεικνυει ως νευρωτικο και τις θεσεις του ως προϊον της ψυχοπαθολογιας του.
Υπαρχουν κοινοτητες που παραμενουν κλειστες, χωρις αυτο να ενοχλει. Για να πεταξω π.χ. με το αεροπλανο δεν χρειαζεται να γνωριζω την γλωσσα με την οποια συνεννοουνται οι πιλοτοι με τον πυργο ελεγχου. Για να κανω ενα εμβολιο δεν χρειαζεται να εχω μυηθει στο λεξιλογιο της μοριακης βιοχημειας. Η ψυχαναλυτικη κοινοτητα αντιθετα, ως κοινοτητα θεραπευτων, εχει ενδομημενη την ουσιαστικη επικοινωνια με τους αναλυομενους, ανθρωπους δηλαδη που δεν ανηκουν σ' αυτην. Η ψυχαναλυτικη κοινοτητα δεν μπορει ποτε να κλειστει πραγματικα στον μικροκοσμο της. Παραμενει ανοιχτη για τον μεγαλο κοσμο που ερχεται με τον αναλυομενο, αλλα και με την καθημερινοτητα του ιδιου του αναλυτη, και οι ιδιες οι ζωες τους καποτε επικυρωνουν τις θεσεις της και καποτε τις διαψευδουν. Αυτο το χαρακτηριστικο της ψυχαναλυσης, η δομικη ανοικτοτητα της, υπερβαινει την παρασταση της ως ερμηνευτικης κοινοτητας.
Ακομα η ψυχαναλυτικη επικοινωνια χαρακτηριζεται απο μια εμφατικη ενικοτητα, απο το μοναδικο και ανεπαναληπτο του αναλυτη, του αναλυομενου, στην καθε θεραπεια, μαλιστα στην καθε θεραπευτικη ωρα. Η ψυχαναλυση δημιουργηθηκε και εξελιχθηκε προπαντων απο τα αδιεξοδα που ανεκυψαν και τους δρομους που διανοιχθηκαν μεσα απο τις περιπετειες αυτων των ενικων θεραπευτικων συναντησεων. Εδω το μοντελο των ερμηνευτικων κοινοτητων ειναι συντηρητικο: ισχυει μονον οπου η ενικοτητα αγνοειται και ο αναλυτης προχωρει με βαση την βιβλιογραφια, τα παραδεδομενα αξιωματα και την ισχυουσα διδαχη. Τοτε ομως δεν ακουει. Γραφει σε μια σημειωση ο Elias Canetti:
Ομως οι αλλαγες και οι διασπασεις της διδαχης συμβαινουν χαρη σε λιγοστες στιγμες στις οποιες κανεις ξεχαστηκε τοσο ωστε ν' ακουσει οντως. [...] Ο ιδιος ο Freud πρεπει να ειχε ακουσει πολυ ακομα, διαφορετικα δεν θα μπορουσε τοσο πολυ να ειχε [...] αλλαξει.

Επανω στο μελλον της ψυχαναλυσης
Στον προλογο ο Makari θετει το ερωτημα που κατα την γνωμη του πυροδοτησε την περιπετεια της δημιουργιας της ψυχαναλυσης ως αποπειρας απαντησης του:
Πως μπορουσε να δημιουργηθει μια αντικειμενικη επιστημη της υποκειμενικοτητας; (σ. 4)
Και με το ιδιο καπου ερωτημα κλεινει την παρουσιαση του βιβλιου του που αναφερθηκε, σχετικα με το μελλον της ψυχαναλυσης:
Εν περιληψει, η ψυχαναλυση ηταν μια δυνατη συνθεση που παρεσχε ενα επιστημονικα αξιοπιστο μοντελο για την υποκειμενικοτητα. [...] Παντως την ιστορια της την διετρεχε ενα βασικο ερωτημα: μπορει κανεις να σταθεροποιησει μια θεωρια της υποκειμενικοτητας; [...] Σημερα το ερωτημα μενει για μας πιεστικο.
Η ψυχαναλυση, ηδη απο τις απαρχες της, εγειρει την αξιωση να εννοησει τον εαυτο της και να καθιερωθει ως επιστημη - που θα πει, να τοποθετηθει στον χωρο της γνωσης. Τουτο δεν αφορα μονο την συγκροτηση της ως θεωριας και την δημιουργια μοντελων. Αφορα και την ιδια την ψυχαναλυτικη ερμηνεια, αν την εννοησουμε ευρυτερα ως απαντηση στα "γιατι;" στα "απο που;", στα "πως;" και στα "προς τι;". Θυμιζω οτι ηδη οροι οπως π.χ. "απωθηση", "μεταβιβαση" δεν ονομαζουν φαινομενα της εμπειριας αλλα διαδικασιες, απο τις οποιες θεωρειται οτι τα φαινομενα προκυπτουν: το ξεχασμα ως αποτελεσμα μιας διαδικασιας απωθησης στο ασυνειδητο, η σχεση του αναλυομενου με τον αναλυτη του ως αποτελεσμα μιας διαδικασιας μεταβιβασης συναισθηματων, π.χ. απο εναν γονεα προς αυτον.
Στην επιστημη τα εμπειρικα δεδομενα δινουν την θεση τους στην επιστημονικη τους παρασταση, οπως π.χ. η εικονα του ηλιου, που διαγραφει την τροχια του πανω απο την ακινητη γη, υποχωρει εμπρος στην παρασταση της αστρονομιας, με την δικη της εικονα του ηλιακου μας συστηματος. Κατι αναλογο, σιγουρα οχι τοσο εδραιωμενο, ομως φιλοδοξωντας να παρασχει μια επιστημονικη θεση, επιχειρει και η ψυχαναλυση. Γραφει ο Freud:
Κατα την αποψη μας τα αντιληπτα φαινομενα πρεπει να υποχωρουν εμπρος στις ορμες, τις οποιες απλως υποθετουμε.
Ποιο ειναι εδω το προβληματικο; Η γνωση αποτελει μια μονο σχεση με τα πραγματα, με τους αλλους, με τον εαυτο. Και οχι καν την πηγαια. Ομως η ιδια η ασκηση της ψυχαναλυσης, η ζωντανη ψυχαναλυτικη συναντηση, δεν στριμωχνεται σε επιστημονικες στενωπους. Καθοριζεται απο τον λεγομενο "βασικο κανονα", δηλαδη την ζητουμενη ελευθερια του αναλυομενου να εκφραζει τα παντα, και την λεγομενη "ελευθερα μετεωρη προσοχη" του αναλυτη, δηλαδη ενα ακουσμα και μια ανταποκριση που δεν ειναι εστιασμενη αλλα μπορει να προσεγγιζει τα ερωτηματα με μια ευρυχωρια, ας το πω ετσι, μεσω Αυστραλιας. Η ψυχαναλυτικη συναντηση ειναι μια συναντηση ανοιχτη για τα παντα. Ειναι πηγαια συναντηση. Η γνωστικη οπτικη μενει πολυ πισω. Δεν φτανει σ' αυτην την πηγη.
Πιο κοντα στην πηγη βρισκονται τα λιγοστα κειμενα του Freud που ειναι γνωστα ως "Κειμενα για την θεραπευτικη τεχνικη". Αυτα ειναι σε μεγαλο βαθμο ελευθερα απο την θεωρια. Μια γερμανικη αποστροφη λεει πως Καθολικοι και Προτεσταντες εχουν διαφορες οσο ειναι εξω απο την εκκλησια. Τα πραγματα ειναι αλλιως οταν βρισκονται μεσα στην εκκλησια και προσευχονται. Και ο Sándor Radó απο την εταιρεια του Βερολινου ελεγε: "Οταν η θεωρια βαραινει περισσοτερο απο τα γεγονοτα, τοτε η επιστημη γινεται ζητημα γνωμης και οι διαφορες μετασχηματιζονται σε μαχη θελησεων."
Ισως απο εδω λοιπον, δηλαδη οχι απο τον τοπο της θεολογιας και της καθηλωσης σε δογματα αλλα απο τον τοπο της προσευχης, οχι απο τον τοπο των επιστημονικων παραστασεων αλλα απο τον τοπο των γεγονοτων θα μπορουσαν να προκυψουν προοπτικες για ενα μελλον της ψυχαναλυσης.
Το θεμα δεν τελειωνει εδω. Το ερωτημα του Makari ηταν: "Πως μπορει κανεις να σταθεροποιησει μια θεωρια της υποκειμενικοτητας;". Ομως πριν απ' αυτο θα μπορουσε κανεις να ρωτησει: Εξαντλειται καν ο ανθρωπος στην υποκειμενικοτητα;
Το φθινοπωρο του 1895 ο Freud εχει μια συναντηση με τον ωτορινολαρυγγολογο Wilhelm Fliess, "confidant" του, οπως τον χαρακτηριζει ο Makari, "φιλο εξ απορρητων". Ηδη στο τραινο της επιστροφης ο Freud, σε εναν πυρετο δημιουργιας, γραφει τα δυο πρωτα κεφαλαια απο ενα κειμενο με τον τιτλο "Σχεδιο μιας ψυχολογιας" . Σε μια παραγραφο του δευτερου κεφαλαιου γραφει: "Ας υποθεσουμε οτι το αντικειμενο, το οποιο παρεχει η αντιληψη, ειναι παρομοιο με το υποκειμενο, ενας δευτερος ανθρωπος." Το, οπως το αποκαλει, "συμπλεγμα του δευτερου ανθρωπου", χωριζεται σε δυο συστατικα μερη. Το ενα ειναι "αυτο που μπορει να κατανοηθει, δηλ. να αναχθει σε μια ειδηση απο το δικο μου σωμα". Αυτο το συστατικο του δευτερου ανθρωπου τον φανερωνει σαν παρομοιο με εμενα, καθως οι χειρονομιες του συνδεονται συνειρμικα με μνημες απο κινησεις του δικου μου σωματος, οι κραυγες του απο δικα μου βιωματα πονου. Αυτο το συστατικο του δευτερου ανθρωπου ειναι κατανοητο. Εχει νοημα. Επιτρεπει μια σχεση μαζι του. Συγκροτει ο,τι ο Makari αποκαλει "υποκειμενικοτητα".
Κι ερχομαστε στο αλλο συστατικο μερος του δευτερου ανθρωπου. Εδω ο Freud αναφερεται στα "χαρακτηριστικα του", π.χ. στην εμφανιση του. Αυτα ειναι "νεα και μη συγκρισιμα", δηλαδη δεν μου παρεχουν κανεναν συνειρμο, καμια "ειδηση", δεν υπαρχει τιποτα το αναλογο τους σ' εμενα, δεν εχουν νοημα, μενουν ακινητα και απροσιτα, "με σταθερη δομη", οπως γραφει. Αυτο το συστατικο μερος του δευτερου ανθρωπου, συνεχιζει ο Freud, "εντυπωσιαζει". Ακολουθει μια ωραια εκφραση για τον δευτερο ανθρωπο που θα μπορουσε να αποδοθει καπως ετσι: "μενει συμπυκνωμενος στον εαυτο του, σαν πραγμα." .
Ο δευτερος ανθρωπος λοιπον δεν εξαντλειται στην υποκειμενικοτητα του, στο κατανοησιμο και ενσυναισθητο μερος του. Προβαλλει και ως πραγμα, απροσιτο και ακατανοητο στην ενικοτητα των χαρακτηριστικων του, τοσο μακρινο και τοσο κοντινο, και ακριβως ως πραγμα ειναι που εντυπωσιαζει, που, με μια εκφραση του Jean Baudrillard, σαγηνευει. Το κατανοητο δεν εντυπωσιαζει.
Ο ανθρωπος ως πραγμα μενει απροσιτος στην γνωση. Καμια επιστημη δεν μπορει να τον συλλαβει. Ισως αυτος ειναι ο λογος που ο επιστημονας Freud, ηδη μετα απο δυο μηνες, βρισκει το "Σχεδιο μιας ψυχολογιας" αδιεξοδο, και γραφει στον Fliess: "Την πνευματικη κατασταση, στην οποια επωασα την Ψυχολογια, δεν την καταλαβαινω πια." Σαν να την ειχε γραψει ενας αλλος, που χαθηκε.
Εδω δεν μπορω να επεκταθω περισσοτερο. Ας αρκεσει το οτι αυτος ο ανθρωπος-πραγμα δεν ειναι τερατογενεση της σκεψης του Freud, οπως κατεληξε να το βλεπει ο ιδιος. Βρισκεται σε αγαστη συνυπαρξη με πολλες αλλες μορφες που εχουν αποβαλλει την υποκειμενικοτητα, στην φιλοσοφια, στην ποιηση και στην τεχνη, ειδωλα μας .
Ο Freud, στην "Αυτοπαρουσιαση" του απο το 1936, γραφει σχετικα με τις "αυθεντιες" που συναναστραφηκε: "Μου ειχαν πει περισσοτερα απ' ο,τι οι ιδιοι γνωριζαν και ηταν προθυμοι να εκπροσωπησουν." Τουτο θα μπορουσε να ισχυει και για πραγματα που ειπε ο ιδιος.

Φιλοσοφια και Ψυχοθεραπεια



[Μια συζητηση με τον Μιλτο Θεοδοσιου στο Εργοταξιο Ιδεων. Αθηνα 2014]

video 1  /  video 2  /  video 3  /  video 4  /  video 5



ΟΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

PDF


Περιεχομενα

Πως το θεραπευτικο αφορα τη ζωη μου;
Φιλοσοφικοι αρμονικοι. Η Αλλη
Γιατι φιλοσοφια;
- Σχολαζω απο σχολειο, δουλεια, δραστηριοτητα. Ελευθερος χρονος.
- Σχολαζω απο την πιεση της βιοτικης αναγκης, του φοβου και της επιθυμιας.
- Η επαναληψη της ζωης στην τεχνη, η επαναληψη ως τεχνη
- Χρονικοτητα της σχολης.
- Θεωρητικος βιος. Vita contemplativa
- Το ακρο της σχολης: σχολαζω απο τον ιδιο τον εαυτο μου.
- Η σχολη, παρουσα με την αρνητικη οψη της
Το αισθητηριο για το Αλλο, τον Αλλο
Επιστημη και καλυψη των κενων
Η αμφισβητηση της προτεραιοτητας της γνωσης
Το θεραπευτικο
Το θεμα της υποκειμενικοτητας
Η παθολογια σημερα
Γενικα θεματα

Πως το θεραπευτικο αφορα τη ζωη μου;
Απο το Το Γραμμα Α, σ. 248
Ποτε δεν μου σταθηκε δυνατο να πω, ολα ειναι καλα, και εφησυχασμενος να ενταχθω στην παραγωγικη διαδικασια προσφεροντας υπηρεσιες η διαχειριζομενος προϊοντα. Χρειαζεται, ενοιωθα, να σταματησουμε (βλ. παρακατω και "σχόλη"!) και να διανοηθουμε που παμε.
Σε μια ταινια του Antognoni αναφερεται η ιστορια μιας ομαδας αρχαιολογων στο Μεξικο, που πηγαινουν στον τοπο των ερευνων τους. Καποια στιγμη οι ιθαγενεις οδηγοι τους σταματουν. Οταν μετα απο μερες αποφασιζουν να συνεχισουν, δινουν και την εξηγηση: οι ψυχες τους ειχαν μεινει πισω, κι επρεπε να τις περιμενουν.
Λεει ο Σωκρατης στην "Απολογια" (38α): ... ο δε ανεξεταστος βιος ου βιωτος ανθρωπω...
Η ψυχαναλυση απεκτησε στα ματια μου τον χαρακτηρα ενος τετοιου σταματημου και μιας τετοιας <εξετασης>. Αυτο που ορισε ο Freud ως "αρχη της αποχης", εννοημενο στα ακρα , κανει την θεραπευτικη συναντηση σταθμο στην δινη της καθημερινης εγνοιας, σταθμο οπου παυουν τα παντα, παυση οπου δεν επιζητειται τιποτα, δεν αναμενεται τιποτα, εκτος απο την ψυχη που εμεινε πισω. Την ψυχη, οχι το "ψυχικο οργανο" της φροϋδικης ψυχαναλυσης αλλα το, Ελυτης, τετραφυλλο δακρυ, το τετραφυλλο τριφυλλι της χαρας και το δακρυ του πονου, που, ως "τετραφυλλο δακρυ" ειναι το αυτο. Τετοιοι σταθμοι ειναι που κανουν τον βιο βιωτο, βιωσιμο.
Φιλοσοφικοι αρμονικοι . Η Αλλη
- Εδω και μερικες μερες εντονη υπνηλια, ατονια...
- Ποτε ξεκινησε;
- Συνεδριαση στην υπηρεσια που δουλευει, οι θεσεις πιασμενες, καθησε μονη της, οι συνδικαλιστες μιλουσαν με καθαρα και σταρατα λογια, τους ζηλεψε... πολυ μικρη μπροστα τους ... Και κατοπιν η ατονια. Γυριζοντας με το αυτοκινητο επρεπε να προσεχει. Και μετα το πεσιμο, η υπνηλια, να πεθανω να τελειωνει... πεσιμο, υπνηλια ... να πεθανω ... να κουκουλωθω και να χαθω απο προσωπου γης ... μηχανικα [Να τελειωνει... Η κριση στην κορυφωση της! Κινδυνος και σωτηριο: Heidegger – Hölderlin]
Λεω:
- Ας υποθεσουμε οτι πεθαινατε. Πως θα ηταν τοτε, μετα θανατον; [Heidegger: Να γινουμε ελληνικοτεροι απο τους Ελληνες. Οχι empathy, ενσυναισθηση.]
- ... Σκοταδι ... μονο σκοταδι ...
- (Η εικονα ολο και σαφεστερη) Ας υποθεσουμε πως σας συνεβαινε μια μετενσαρκωση, μια μετεμψυχωση ... και μαλιστα να ειχατε ακριβως την ιδια μορφη, να ζουσατε στα περιβαλλοντα που ζειτε τωρα, και κανεις να μην καταλαβαινε την διαφορα ... [Wittgenstein: Μια καλη παρομοιωση φρεσκαρει τον νου.]
- Αυτη η αλλη ... καλοντυμενη .... τακουνια ... οχι οπως εγω ... το σπιτι μοντερνο και λιτο ... στα παιδια μου οχι υποχωρητικη ... στη δουλεια ... βρωμικο, αραχνιασμενο μερος ... κλεινω το πομολο και φευγω ... Η Αλλη εχει γνωρισει τον θανατο και δεν φοβαται τιποτα [Hegel: κυριος - δουλος / νεκυια / Byung-Chul Han, Ειδη θανατου / Απο εδω η ελευθερια και η φρεσκαδα της Aλλης (μεγαλος θανατος)] Τα λογια μου αντανακλαση, δεν πηγαινουν στο βαθος, δεν ψαχνουν κρυμμενα νοηματα του ψυχικου κοσμου. Επιφανειακες αβυσσοι (Les abîmes superficiels, Baudrillard)]
- Θα μεινω ετσι; Στον φοβο;
- Ισως ναι, ισως οχι [Δεν ενθαρρυνω. Δεν διαπραττω την υβρη να προκαταλαβω το απροκαταληπτο. Η ανωνυμια της τυχης Το απανθρωπο της. Το ατεγκτο της. Προσωκρατικοι.]

Γιατι φιλοσοφια;
Οχι μονη. Ποιηση, αρχαια μουσικη, τεχνες. Ζητωντας μια υποτροφια απο το Ινστιτουτο Goethe μετα το τελος της Ιατρικης: "Δεν θελω ειδικευση αλλα γενικευση..."

Σε μια εκθεση στο δημοτικο γραφω για την Κερκοπορτα, που στην πολιορκια της Κωνσταντινουπολης ξεχαστηκε ανοιχτη, και γι' αυτο, υποτιθεται καταληφθηκε απο τους Οθωμανους... Ο δασκαλος καλεσε τους γονεις μου, ολοι ταραχτηκαν, σαν να ειχε διαγνωστει λευχαιμια. Καταλαβα οτι ημουν μονος. Ενα ειδος αποπροσωποποιησης, αποπραγματοποιησης, που με τον ενα η με τον αλλο τροπο εκανε τα πραγματα ερωτηματα.

Ενα ειδος απελπισιας με την ζωη, οπου η μονη διεξοδος ηταν φυγη προς τα εμπρος, προς τα ακρα, χωρις επαναπαυση σε μισολογα, σε ημιμαθειες.

Eliot, Το ερωτικο τραγουδι του J. Alfred Prufrock:
Do I dare / Disturb the universe?
Τολμω / Να ταραξω το συμπαν;
Should I, after tea and cakes and ices, / Have the strength to force the moment to its crisis?
Θα ειχα, μετα το τσαϊ και τα κεϊκ και τα παγωτα / Θα ειχα την δυναμη να εξαναγκασω την στιγμη στην κριση της;

Στην φιλοσοφια δεν με ενδιεφεραν συστηματα και γνωσεις, αλλα το."φιλοσοφειν". Τα χαρακτηριστικα του: Το κριτικο ακουσμα της ερωτησης. Η σχολη. Το αισθητηριο για τον Αλλο.
1. Το κριτικο ακουσμα της ερωτησης
Δεν ακολουθω τυφλα το ερωτημα για να βρω την απαντηση, αλλα αναλογιζομαι την ερωτηση: Υπαρχουν οι προϋποθεσεις να απαντηθει; Η κατασταση επιτρεπει την πραξη καν; Ειναι αρκετα ελευθερος να κανει αυτο που ζητα; Μπορω π.χ. να ανταποκριθω στην ερωτηση για το τι να κανει με τα φαναρια του δρομου, να σταματα στο κοκκινο και να ξεκινα στο πρασινο, με μια προϋποθεση: να διακρινει τα χρωματα, να μην εχει αχρωματοψια. Σε μια αλλη περιπτωση να μην διακατεχεται απο αμφιθυμια, απο το και-ναι-και-οχι που θα εκανε καθε δικη μου παραινεση αχρηστη, .
Το κριτικο βλεμμα ως προς τα ερωτηματα. Τι εχει απαντηση και τι οχι.

2. Σχολη. Οι βαθμιδες της.
- Σχολαζω απο σχολειο, δουλεια, δραστηριοτητα. Ελευθερος χρονος.

- Σχολαζω απο την πιεση της βιοτικης αναγκης, του φοβου και της επιθυμιας.
> Ο τροπος που, οπως το βλεπω τωρα, πρωτοανοιξα, εγινα δεκτικος γι' αυτην. Επανεισαγωγη, 12κ.ε.:
Μια μερα, το θυμαμαι λες και ηταν χθες, ηρθε η σκεψη και γεμισαν ολα με φως: πρεπει να γνωρισω τον κοσμο. Οπως το αναλογιζομαι τωρα, εκεινο το "να γνωρισω" σιγουρα δεν εννοουσε καποια συσσωρευση εγκυκλοπαιδικων, η και επιστημονικων γνωσεων. Η γνωση, που τοτε με καλεσε, υποσχονταν προπαντων την δυνατοτητα να μην αναζητω την λυση σε εναν τροπο ζωης, αλλα ακριβως στην αποκτηση μιας αποστασης απο την "ζωη". Υπηρχε ισως μια ζωη η οποια δεν θα αναλωνονταν στον εαυτο της, και για τον εαυτο της, δεν θα τελειωνε στην "ζωη", στις αναγκες, στις υποχρεωσεις και στα βιωματα της, αλλα θα συνιστατο βασικα στην αναζητηση της γνωσης της, που θα μπορουσε να προσφερει καθαροτητα στο βλεμμα και γαληνη στην ψυχη μου. Αυτη η σκεψη δεν ειχε τον χαρακτηρα ενος προγραμματος ζωης. Περισσοτερο συνοδευονταν απο την αισθηση μιας παραξενης και πρωτογνωρης παλιννοστησης, το νεο που με φωτιζε εμοιαζε σαν κατι που ηξερα απο παντα, κατι στο οποιο βρισκομουν απο παντα. Αυτη η αισθηση εμελλε να ειναι ενας αλαθητος οδηγος, καθε φορα που την ακολουθησα.

> Η σχολη των Αρχαιων. Δεν οφειλεται οτι την λαντζα την εκαναν οι δουλοι, οπως καποιοι ισχυριζονται. Το βιοτικο δεν ειναι μονοπωλιο του φτωχου. Αντιθετα. Πουθενα δεν ειδα ανθρωπους τοσο κατειλημμενους απο βιοτικες αναγκες, οσο στο business lounge, οπου πηγαινω ως τακτικος επιβατης.

> Σε απορροφα κατι αλλο, ακομη και εν αγνοια σου, ακομη και εις πεισμα των προθεσεων σου: Ξεχασμα. Δαρειος

> Στην ψυχαναλυση:
- Η αμοιβη απαλλασσει απο βιοτικες αναγκες.
- Η "αρχη της αποχης", στην ακρα εννοηση της, και στην πληρη της αφομοιωση, δεν ειναι μονο απαγορευση εκπληρωσης επιθυμιων κατα την ψυχαναλυτικη συνεδρια, δεν ειναι ασκητισμος. Εφοσον η αποχη αφομοιωθει, πρωτα απο τον ιδιο τον θεραπευτη, χαριζει την ευρυχωρια της σχολης. Η ευρυχωρια αυτη καθαυτην ειναι το θεραπευτικο.

- Η επαναληψη της ζωης στην τεχνη, η επαναληψη ως τεχνη
Η επαναληψη ως χρονικο φαινομενο: Μια εμπειρια δεν εξαντλειται στην στενωπο του γεγονοτος της αλλα επιστρεφει πλουσιοτερο, σε μια αλλη διασταση, "ξαναγινεται" και αυτο το ξαναγινωμα εχει ολον τον χρονο που χρειαζεται για να ολοκληρωθει.

> Paul Celan: Το ποιημα ... επιμνημον των δεδομενων του - επ-ανα-ληψη των δεδομενων του

> Αποστολος Καλδαρας: Το επεισοδιο και το τραγουδι - "Μου σπασανε τον μπαγλαμα..."

> Villa Lobos, Bacchianas Brasileiras, Danca: Ο τραγουδιστης μιλα σε ενα πουλι της στεππας. Σε ενα κομβικο σημειο, του λεει: "canta mais..." ["τραγουδα ξανα ..."]. Αυτο το "ξανα" ειναι το τραγουδι του συνθετη!

> Martin Heidegger, απο επιστολη στον Erhart Kästner, 1.1.1954:
Στη ζωη μου ταξιδεψα λιγο και, οταν τουτο συνεβαινε, ποτε η εμπειρια της στιγμης δεν ηταν το ουσιαστικο. Αυτο σ' εμενα εκπτυσσεται αργοτερα στην μνημη, η οποια ειναι κατι διαφορετικο απο την αναμνηση των περασμενων.

- Χρονικοτητα της σχολης
> Ηδη η επαναληψη δινει στο συμβαν χρονο, το αφηνει να αναπνεει. Το συμβαν δεν εξαντλειται στο γεγονος του.

> Στην σχολη τα πραγματα εχουν εναν αλλο ρυθμο. Πρβλ. τα χορικα στις τραγωδιες.
Αντιγονη. Μια σφοδρη λογομαχια αναμεσα στον Κρεοντα και τον φυλακα (324-332).
Κρεων
λεγε εσυ. μα αν δεν
φανερωστε τους δραστες, τοτε θα το πειτε
πως τα ανιερα κερδη φερνουν ζημια.

Φυλαξ
θα 'τανε καλυτερα να βρισκοταν. μα
ειτε πιαστει ειτε οχι, γιατι αυτο η τυχη θα το κρινει,
εσυ δεν θα με δεις να ξαναρχομαι.
γιατι τωρα, χωρις ουτε να το ελπιζω ουτε να το περιμενω,
σωθηκα, κι οφειλω στους θεους ενα μεγαλο ευχαριστω.

Και κατοπιν ακολουθει ο χορος:
ειναι πολλα τα δεινα, μα κανενα δεν ειναι δεινοτερο απ' τον ανθρωπο...
Το ακουμε, ακουμε τον αλλο ρυθμο και στην μελοποιηση απο τον Carl Orff:
KREON
So mal' die Satzung aus! Wenn aber ihr
Nicht anzeigt, die's getan, so mögt ihr sagen,
Gewaltiges Gewinnen gebe Schaden.

DER BOTE
Dem kann denn doch wohl nachgespüret werden.
Ob's aber treffen auch sich läßt? So etwas
Geht nämlich, wie es zustößt eben; nun scheint's nicht,
Als sähest du mich wieder hieher kommen.
Denn unverhofft und gegen meine Meinung
Erhalten, sag ich jetzt viel Dank den Göttern.

CHOR der thebanischen Alten
Ungeheuer ist viel. Doch nichts
Ungeheuerer als der Mensch.


- Θεωρητικος βιος. Vita contemplativa
> Ραμφος, σε μια πρωινη εκπομπη του Mega, σχετικα με την φιλοσοφια. Τελειως αλλη ατμοσφαιρα απο π.χ. τα δελτια ειδησεων. Ο δημοσιογραφος Ιορδανης Χασαποπουλος, το βραδυ με τεντωμενο προσωπο και μαυρους κυκλους στα ματια, τωρα αλλος ανθρωπος. Φωτεινο προσωπο, αφημενος στον ρυθμο της συζητησης, εχει χρονο να ακουσει, να μιλησει, να ρωτησει.

> Byung-Chul Han, Σχολη

> Heidegger.
- O Heidegger, σε μια παραδοση, αναφερει μια ιστορια σχετικα με τον Θαλη που, «αστρονομουντα [...] και ανω βλεποντα», καθως μελετουσε τ' αστρα κι ειχε το βλεμμα του στραμμενο προς τα πανω, «πεσοντα εις φρεαρ», επεσε σ' ενα πηγαδι, «Θραττα τις εμμελης και χαριεσσα θεραπαινις», και μια ομορφη και χαριτωμενη δουλα θρακιωτισσα «αποσκωψαι λεγεται», λεγεται πως του ειπε περιπαιχτικα, «ως τα μεν εν ουρανω προθυμοιτο ειδεναι», πως τοσο επιθυμει να γνωρισει αυτα που ειναι στον ουρανο, «τα δ' εμπροσθεν αυτου και παρα ποδας λανθανοι αυτον», και χανει αυτα που θα του συμβουν και που ειναι μπροστα στα ποδια του.
- Απο την εμπειρια της νοησης Το αργο.
- Το δεντρο
Heidegger:
Στον κηπο υπαρχει ενα δεντρο. Λεμε γι αυτο: το δεντρο ειναι ομορφο. Ειναι μηλια. Αυτον τον χρονο δεν ειναι πολυ καρπερη. Ειναι τοπος οπου συχνα μαζευονται πουλια. Ο οπωροκαλλιεργητης μπορει να πει γι αυτην και αλλα. Ο επιστημων βοτανολογος, ο οποιος παρασταινει το δεντρο ως φυτο, μπορει να βρει για το δεντρο ενα σωρο πραγματα. Τελος φτανει ενας παραξενος ανθρωπος, και λεει: το δεντρο ειναι, δεν ειναι τιποτε.
//
Wittgenstein:
Καθομαι σε ενα κηπο μ’ ενα φιλοσοφο, ο οποιος μου λεει ξανα και ξανα, δειχνοντας ενα δεντρο κοντα μας: ‘Γνωριζω οτι αυτο ειναι ενα δεντρο.’ Καποια στιγμη ερχεται ενας τριτος και ακουει αυτο το πραγμα. Τοτε εγω του λεω: ‘O φιλος απο δω δεν ειναι τρελος. Απλως φιλοσοφουμε’

- Το ακρο της σχολης: σχολαζω απο τον ιδιο τον εαυτο μου.
> Σχολαζ-ομαι παραδιδομενος στο Αλλο: ερωτας, θανατος. Μικρη, η μεγαλη κατα-στροφη.

> Ρυθμιση στον ρυθμο της φυσης:
- Heidegger, Χωραφοδρομος:
Στο μεταξυ η σκληροτητα και η οσμη του ξυλου αρχισαν να μιλουν ευληπτοτερα για την αργη σταθεροτητα με την οποια το δεντρο μεγαλωνει. Η ιδια η βελανιδια μιλουσε κι ελεγε πως μονο σε μια τετοια βλαστηση θεμελιωνεται οτι διαρκει και καρπιζει: πως βλασταινω θα πει: ανοιγομαι στην εκταση του ουρανου και συναμα ριζωνω στο σκοταδι της γης.
- Περπατημα. Οταν δεν πηγαινεις τα ποδια σου, αλλα σε πηγαινουν αυτα, οπως αυτα "θελουν", τοτε το περπατημα ξεκουραστο και αναλαφρο
- Αφηνεις σε κατι χρονο να ωριμασει
- Ενα με την φυση = Μεγας θανατος
- Η Οφηλια του Millet (φωτο 1), μια νεκρη γυναικα στο ποταμι. Η Οφηλια της Moki (φωτο 2), ιδια με βραχο στην κοιτη του ποταμου.
[Moki, How to disappear]

> Baudrillard:
Καθε τι αποζητα τον θανατο του ... Η, μαλλον, καθε τι απαιτει να ανταλλαγει, να αντιστραφει, και να χαθει μεσα σ' εναν κυκλο.

- Η σχολη, παρουσα με την αρνητικη οψη της
> Το "δεν εχω χρονο". Το ξερουμε απο την αρνητικη του πλευρα ως κριση πανικου, καταθλιψη. Ως πιεστικοτητα της πληξης. Ως κουραση με τον εαυτο: με βαρεθηκα.

> "Τι να κανω;"

Το αισθητηριο για το Αλλο, τον Αλλο
> Η λεξη "σχεση" ειναι παραγωγο του "εχω" (αορ. "εσχον"). Στην σχεση ο ενας εχει τον αλλο: συν-εχεται μ' αυτον, τον κατ-εχει, τον προσ-εχει. Στο πεδιο του "εχω" ο Αλλος ως Αλλος χανεται: Ειναι κατανοητος, συγκρισιμος, προβλεψιμος. Η ψυχολογια δεν γνωριζει τον Αλλο.
- Φανερη αρμονια (Ηρακλειτος)
- "κολαση του ομοιου" (Baudrillard):
Τα πραγματα γινονται διαφανα οταν απεκδυονται καθε αρνητικοτητας, οταν ομαλοποιουνται και ισοπεδωνονται, οταν εναρμοζονται χωρις αντισταση σε ομαλες ροες του κεφαλαιου, της επικοινωνιας και της πληροφοριας. Οι πραξεις γινονται διαφανες οταν γινονται λειτουργικες, [6] οταν υπαγονται στη διαδικασια της υπολογισιμοτητας, της χειρισιμοτητας και ελεγξιμοτητας. Ο χρονος γινεται διαφανος οταν ισοπεδωνεται σε μια ακολουθια διαθεσιμου παροντος. Ετσι και το μελλον θετικοποιειται ως βελτιστοποιημενο παρον. Ο διαφανος χρονος ειναι ενας χρονος χωρις μοιρα και συμβαν. Οι εικονες γινονται διαφανες οταν, ελευθερωμενες απο καθε δραματουργια, χορογραφια και σκηνογραφια, απο καθε ερμηνευτικο βαθος, μαλιστα απο καθε νοημα, γινονται πορνογραφικες. Πορνογραφια ειναι η αμεση επαφη μεταξυ εικονας και ματιου. Τα πραγματα γινονται διαφανα οταν απεκδυονται της ενικοτητας τους και εκφραζονται ολοτελα σε τιμες. Το χρημα, που κανει τα παντα συγκρισιμα με τα παντα, καταλυει καθε ασυμβατοτητα, καθε ενικοτητα των πραγματων. Η κοινωνια της διαφανειας ειναι μια κολαση του ομοιου. [Byung-Chul Han, Κοινωνια της διαφανειας]

- Εδω ανηκει η εικονα του κοσμου που φερνουν σχεδον ολοι οσοι ερχονται στην ψυχαναλυση (και οχι μονον αυτοι!): το κλιμα του, η ατμοσφαιρα του, οι συνθηκες: μεγενθυμενο πατρικο! Η προσκολληση στο οικειο. (Ξενοφανης: αν τα αλογα ... ειχαν χερια και ζωγραφιζαν, ο θεος τους μορφη αλογου.)

> Ο Αλλος ως Αλλος
- αφανης αρμονιη (Ηρακλειτος)
- Martin Heidegger ( Βλ. Ο εαυτος στο ονειρο και αλλου),
- Byung-Chul Han (Κοινωνια της κοπωσης, Η προθανατια αγωνια του ερωτα),
- Jean Baudrillard (Σαγηνη)

> Ομως, ο Αλλος χανεται και εδω:
- Σεφερης:, "Ειναι παιδια πολλων ανθρωπων τα λογια μας."
- Απο το Ο εαυτος στο ονειρο και αλλου:
Μια τετοια Γη Κανενος θα μπορουσε καποτε να ειναι και σημειο συναντησης του Förster και του Γεμενετζη οπου ξενος και ξενοδοχος μεταβαινουν ελευθερα απο τη μια μορφη στην αλλη. Αυτο θα μπορουσε να αποδοθει στη φραση: Ο Förster ειναι ονειρο του Γεμενετζη, ο Γεμενετζης ειναι ονειρο του Förster.
Επιτρεψτε μου για λιγο να το περιγραψω λεπτομερεστερα. Ο κυριος Förster. Τον βλεπω. Η φραση "Τον βλεπω" σημαινει συγχρονως με βλεπει, ασχετα με το αν το βλεμμα του ειναι στραμμενο προς εμενα η οχι. (Πρβλ. Nietzsche, παραθετω απο μνημης: "Οταν κανεις κοιταζει αρκετη ωρα μεσα στην αβυσσο, αρχιζει η αβυσσος να τον κοιταζει αυτη.") Με κοιτα και η οψη του, σαν μαγικο ραβδι, με αγγιζει και κατευθειαν με αδειαζει και με ρυθμοποιει σε Förster. Ειμαι οπως ενα δεντρο που στην κορμοστασια του προβαλλουν οι κυριαρχοι ανεμοι της περιοχης, η οπως, ως οδηγος του αυτοκινητου μου, γινομαι συστατικο της μηχανης, η οπως η ευωδια της ρεσεντας διαποτιζει τον Κινεζο. Δεν εχω τιποτα να κρυψω. Γνωριζω μεν τον κυριο Förster εδω και 35 χρονια και ειμαι οδηγος εδω και σχεδον 50 χρονια, ομως η οικειοτητα δεν σημαινει τιποτα. Το ιδιο ισχυει για τα παντα και τους παντες, οπως για την αγνωστη μου κυρια που καθεται ακριβως απεναντι μου.



Επιστημη και καλυψη των κενων
Freud:
[Η υποθεση του ασυνειδητου] ειναι αναγκαια γιατι τα δεδομενα της συνειδησης εχουν σε μεγαλο βαθμο κενα• συχνα τοσο σε υγιεις οσο και σε ασθενεις συμβαινουν ψυχικες ενεργειες που προϋποθετουν για την εξηγηση τους αλλες ενεργειες, τις οποιες η συνειδηση δεν μαρτυρει. Τετοιες ενεργειες δεν ειναι μονο οι παραπραξεις αι τα ονειρα στους υγιεις, ολα οσα κανεις αποκαλει ψυχικα συμτωματα και καταναγκαστικα φαινομενα στους ασθενεις - η πλεον προσωπικη καθημερινη μας εμπειρια, μας γνωστοποιει ιδεες, την προελευση των οποιων δεν γνωριζουμε, και με συμπερασματα σκεψεων, η διεργασια των οποιων μας εχει μεινει κρυφη. Ολες αυτες οι συνειδητες ενεργειες θα εμεναν ασυνδετες και ακατανοητες αν επιμενουμε στην αξιωση να πρεπει να γνωριζουμε με την συνειδηση οσες ψυχικες ενεργειες συμβαινουν μεσα μας και τις εντασσουμε σε μια καταδειξιμη συσχετιση, οταν προβαλλουμε τις ασυνειδητες ενεργειες που αποκαλυφθηκαν. Ομως κερδος σε νοημα και συσχετιση ειναι ενα ολοτελα δικαιολογημενο κινητρο, το οποιο μπορει να μας οδηγησει περαν της αμεσης εμπειριας.

Η αμφισβητηση της προτεραιοτητας της γνωσης
> Nietzsche
Βλεπω, και εχω δει, χειροτερα και πολλες φορες τοσο απαισια που δεν θελω να μιλω για το καθενα, και για καποια ουτε καν να σωπαινω: ανθρωποι δηλαδη που τους λειπουν τα παντα, εκτος απο ενα που παραεχουν - ανθρωποι που δεν ειναι αλλο απο ενα μεγαλο αυτι, η ενα μεγαλο στομα, η μια μεγαλη κοιλια, η κατι αλλο μεγαλο - αντιστροφους σακατηδες τους αποκαλω τετοιους.
Και οταν βγηκα απο τη μοναξια μου και πρωτη φορα περασα αυτην τη γεφυρα: δεν πιστευα στα ματια μου και κοιταξα, και ξανακοιταξα, και τελικα ειπα: 'αυτο ειν' ενα αυτι! Ενα αυτι μεγαλο οσο ενας ανθρωπος!' Ειδα ακομα καλυτερα: και πραγματι κατω απο το αυτι κατι ακομα κινουνταν, κατι που ηταν μικρο και φτωχικο και καχεκτικο. Και πραγματι, το τεραστιο αυτι στεκοταν επανω σ' εναν μικρο λεπτο μισχο, - ομως ο μισχος ηταν ενας ανθρωπος! Μαλιστα οποιος εβαζε μπρος στο ματι του εναν φακο, μπορουσε ν' αναγνωρισει κι ενα μικρο ζηλοτυπο προσωπακι· επισης μια πρησμενη ψυχουλα που ταλαντευοταν στον μισχο. Ομως ο λαος μου ειπε οτι το μεγαλο αυτι δεν ειναι μονο ενας ανθρωπος, αλλα ενας μεγαλος ανθρωπος, μια ιδιοφυια. Ομως ποτε δεν πιστεψα τον λαο, οταν μιλουσε για μεγαλους ανθρωπους - και διατηρουσα την πιστη μου οτι ειναι ενας αντιστροφος σακατης που εχει πολυ λιγο απ' ολα και παρα πολυ απο ενα.”

Το θεραπευτικο
> Οποιος εχει ανοιξει πολυ νωρις για την εμπειρια του θανατου, δεν μπορει πια να κλεισει απεναντι της, μια πληγη που γινεται σαν πνευμονας και διαμεσου του ανασαινεις. Elias Canetti, Das Geheimherz der Uhr) ...
Κατα τον Heidegger εμπειρωμαι θα πει "προχωρωντας, καθοδον αποκτω κατι, φτανω σ' αυτο βηματιζοντας σ' εναν δρομο". [M. Heidegger, Unterwegs zur Sprache, Pfullingen 1959, σ. 169] Ο δρομος, στον οποιο μια εμπειρια καθισταται δυνατη, δεν ειναι ευθυς η γραμμικος αλλα καμπυλος, κυρτος η λοξος. Ετσι ο προβλητικος υπολογισμος δεν ειναι δυνατος. Στην εμπειρια ανηκει το οτι κανεις εκπλησσεται, συγκλονιζεται και καταλαμβανεται. Ειναι μια διαβαση στο αγνωστο, οπου κανεις θα επρεπε να εκτεθει σ' εναν απολυτο κινδυνο, οπως ο τυφλος σκαντζοχοιρος που περνα εναν αυτοκινητοδρομο: "Αυτος, ο σκαντζοχοιρος, καθιστα τον εαυτο του τυφλο. (...) οταν στον αυτοκινητοδρομο ψιλιαζεται κινδυνο, εκτιθεται στο ατυχημα (...) Κανενα ποιημα διχως ατυχημα, κανενα ποιημα που δεν ανοιγει σαν πληγη, ομως και που δεν πληγωνει συναμα." [J. Derrida, Was ist Dichtung?, Beirln 1990] Η πληγη γινεται πνευμονας δια του οποιου κανεις ανασαινει την φρεσκαδα του νεου, της νεας εμπειριας. Η εμπειρια εξαρταται απο αυτον τον ποιητικο βηματισμο. Το ατυχημα τραυματιζει. Η συμπτωση ως πτωση, ως μη περι-πτωση, ανοιγει πληγες στο λογικο, στο εγγενες της συνειδησης. Η εμπειρια πονα: "Η εμπειρια (...) ειναι στην ουσια της ο πονος, με τον οποιο αποκαλυπτεται η ουσιακη ετεροτητα του οντος απεναντι στο συνηθες." [M. Heidegger, GA 54, σ. 249] Η εμπειρια ανοιγει πληγες, η μονο μεσα απο τις πληγες που πονουν ειναι δυνατη η εμπειρια, και μαλιστα χωρις τη διαλεκτικη θεραπευτικη αγωγη του πονου και της πληγης.
(Byung-Chul Han, Η προθανατια αγωνια του ερωτα)

> Το "απολυτο κλεισιμο" (Byung-Chul Han, Η προθανατια αγωνια του ερωτα)
Ο "ορισμος του απολυτου", λεει ο Hegel, ειναι "οτι ειναι το κλεισιμο". Εδω το κλεισιμο δεν ειναι λογικη σχηματικη κατηγορια. Η ιδια η ζωη, θα ελεγε ο Hegel, ειναι ενα κλεισιμο.Το κλεισιμο θα ηταν μια βια, ενας βιαιος αποκλεισμος του Αλλου, εαν (33) δεν ηταν απολυτο κλεισιμο αλλα περιορισμενο, μαλιστα θα ηταν ενα βραχυκυκλωμα. Το απολυτο κλεισιμο ειναι ενα αργο, αργοσυρτο κλεισιμο, του οποιου προηγειται ενα διαγειν στον Αλλο. Η ιδια η διαλεκτικη ειναι μια κινηση του κλεισιματος, του ανοιγματος και της επανευρεσης. Το πνευμα θα αιμορραγουσε απο πληγες, τις οποιες θα του επεφερε η αρνητικοτητα του Αλλου, εαν δεν ηταν ικανο για κανενα κλεισιμο. Καθε κλεισιμο δεν ειναι βια. Κανεις κλεινει ειρηνη. Κανεις κλεινει μια φιλια. Η φιλια ειναι ενα κλεισιμο. Η αγαπη ειναι ενα απολυτο κλεισιμο. Ειναι απολυτο διοτι προϋποθετει τον θανατο, την εγκαταλειψη του εαυτου.
Η "αληθινη ουσια της αγαπης" συνισταται ακριβως στο "να παραδιδει τη συνειδηση του εαυτου της, να ξεχνιεται μεσα σε εναν αλλο εαυτο". Η συνειδηση του δουλου του Hegel ειναι περιορισμενη, δεν ειναι ικανη για το απολυτο κλεισιμο διοτι δεν ειναι σε θεση να παραδωσει τη συνειδηση του εαυτου του, δηλαδη δεν ειναι σε θεση να πεθανει. Η αγαπη ως απολυτο κλεισιμο περναει μεσα απο τον θανατο. Κανεις πεθαινει μεν μεσα στον Αλλο, ομως αυτον τον θανατο τον ακολουθει μια επανοδος στον εαυτο. Ομως η συμφιλιωμενη επανοδος στον εαυτο απο τον Αλλο ειναι καθε αλλο απο βιαιη ιδιοποιηση του Αλλου, η οποια λανθασμενα αναγορευτηκε sε κυρια φιγουρα της ακεψης του Hegel. Πολυ περισσοτερο ειναι το δωρο του Αλλου, του οποιου προηγειται η παραδοση, η εγκαταλειψη του εαυτου μου.

(34) Το καταθλιπτικο-ναρκισσιστικο υποκειμενο δεν ειναι ικανο για κανενα κλεισιμο. Ομως χωρις κλεισιμο ολα διαρρεουν και συγχεονται. Ετσι δεν εχει καμια σταθερη εικονα του εαυτου, η οποια επισης ειναι μια μορφη κλεισιματος. Δεν ειναι τυχαιο οτι στη συμπτωματολογια της καταθλιψης ανηκει η αναποφασιστικοτητα, η ανικανοτητα για ενα κλεισιμο. Η καταθλιψη ειναι χαρακτηριστικη για μια εποχη οπου κανεις, στην υπερβολη του ανοιγματος και του αμετρου, εχει χασει την ικανοτητα να κλεινει και να τελειωνει. Κανεις ξεμαθαινει να πεθαινει διοτι δεν μπορει να τελειωνει τη ζωη. Επισης το υποκειμενο της επιδοσης ειναι ανικανο για κλεισιμο, για τελειωμα. Καταρρεει κατω απο τον καταναγκασμο να πρεπει να κανει ολο και περισσοτερες επιδοσεις.

Ο βασικος κανονας στα ακρα
Η θεραπεια ως μη γνωση:
- Μετοικηση σε ενα αλλο κλιμα
- Το ζωντανο παραδειγμα του θεραπευτη

Το θεμα της υποκειμενικοτητας
(Σχεδιασμα και τελικο κειμενο απο το "... οταν ειν' ολα ανακατα / ατακτα και ξαναγυρνα / παμπαλαιη συγχυση")
Ως "υποκειμενικοτητα" ο Makari εννοει την "γνωση η οποια προερχεται απο τον νου που παρατηρει τον εαυτο του". Και ο νους τι ειδους πραγματα παρατηρει στον εαυτο του; "Σκεψη, συναισθημα, επιθυμια" . Ο εαυτος του θα ηταν τοτε ο τοπος της προελευσης μιας τετοιας γνωσης σκεψεων, συναισθηματων, επιθυμιων. Αν ο τοπος προελευσης ενος ονειρου ειναι το λεγομενο "λανθανον" ονειρο, τοτε η υποκειμενικοτητα θα αφορουσε τον λανθανοντα ανθρωπο: ολον εκεινο τον εσωτερικο κοσμο που ειναι ο πηγαιος του εαυτος. Οταν λοιπον μιλω για την υποκειμενικοτητα, μιλω για τον εσωτερικο κοσμο, η αλλιως, για τον ψυχισμο του, Υποκειμενικοτητα θα πει ουσιαστικα εσωτερικοτητα, και εσωτερικοτητα θα πει ψυχικος κοσμος. Ψυχη.
Η πιεστικη ερωτηση του Makari για το μελλον της ψυχαναλυσης ειναι: "Μπορει κανεις να σταθεροποιησει μια θεωρια της υποκειμενικοτητας;"
Το πνευμα της εποχης, που εκφραστηκε απο φιλοσοφους οικειους στον Freud, και καθοριστικους για το εργο του, οπως οι Locke, Hume, Kant, Schopenhauer, Fechner, Brentano, Nietzsche, Hartmann και αλλοι, στους οποιους με αλλοτε αλλον τροπο η υποκειμενικοτητα εδραιωνεται και καθιερωνεται, δεν ειναι η εποχη του Heidegger, του Wittgenstein και των νεοτερων, εποχη στην οποια η διασταση εσωτερικου και εξωτερικου κοσμου, υποκειμενικου και αντικειμενικου παυει να ειναι θεμα. Ο σημερινος ανθρωπος δεν χαρακτηριζεται απο υποκειμενικοτητα.
Σημερα δεν μπορουμε να μιλαμε για εσωτερικο κοσμο. Εδω θα περιοριστω σε λιγες νυξεις: Οταν σημερα εναν αντρας λεει σε μια γυναικα "Σ' αγαπω", δεν εκφραζει καποια εσωτερικα του συναισθηματα. Το "Σ' αγαπω" θα πει σημερα "Θελω να σε πηδηξω." Φυσικα κανεις μπορει ν' ακουσει αυτα τα λογια με τον παλιο τροπο και να τα εννοησει ως εκφραση συναισθηματων, ενδοψυχικης δραστηριοτητας. Υπαρχουν και ανθρωποι που ζουν σημερα σαν να ηταν σε αλλες εποχες. Ομως ο κοσμος μας δεν ειναι αυτος. Το "Like" του Facebook δεν εχει καμια εσωτερικοτητα, δεν ειναι λιβιδινικη επενδυση. Ακομα και η δημοφιλης πλεον παραπομπη θεματων της ψυχαναλυσης στην νευροφυσιολογια προς επιλυση, ανηκει στην σημερινη εποχη. Ο εγκεφαλος δεν ειναι αλλο ονομα για την ψυχη. Ειναι res extensa, εξωτερικοτητα. Το ιδιο συμβαινει με την κυριαρχια της ψυχοφαρμακολογιας, με την υποκατασταση της ψυχικης υγειας απο την λειτουργικοτητα και με την υποκατασταση της ψυχοθεραπειας απο το life coaching.
Για μενα λοιπον το ερωτημα του Makari θα επαιρνε αλλη μορφη: Μπορει να υπαρξει μια ψυχαναλυση απαλλαγμενη απο τον εσωτερικο κοσμο; Απαλλαγμενη απο ψυχη; Μια ψυχαναλυση ολοτελα επιφανειακη, ομως αντιθετα με τα τρεχοντα, αφημενη και προθυμη για το βημα μεσα στις "επιφανειακες αβυσσους" (Baudrillard);

//
Στον προλογο ο Makari θετει το ερωτημα που κατα την γνωμη του πυροδοτησε την περιπετεια της δημιουργιας της ψυχαναλυσης ως αποπειρας απαντησης του:
Πως μπορουσε να δημιουργηθει μια αντικειμενικη επιστημη της υποκειμενικοτητας; (σ. 4)
Και με το ιδιο καπου ερωτημα κλεινει την παρουσιαση του βιβλιου του που αναφερθηκε, σχετικα με το μελλον της ψυχαναλυσης:
Εν περιληψει, η ψυχαναλυση ηταν μια δυνατη συνθεση που παρεσχε ενα επιστημονικα αξιοπιστο μοντελο για την υποκειμενικοτητα. [...] Παντως την ιστορια της την διετρεχε ενα βασικο ερωτημα: μπορει κανεις να σταθεροποιησει μια θεωρια της υποκειμενικοτητας; [...] Σημερα το ερωτημα μενει για μας πιεστικο.
Η ψυχαναλυση, ηδη απο τις απαρχες της, εγειρει την αξιωση να εννοησει τον εαυτο της και να καθιερωθει ως επιστημη - που θα πει, να τοποθετηθει στον χωρο της γνωσης. Τουτο δεν αφορα μονο την συγκροτηση της ως θεωριας και την δημιουργια μοντελων. Αφορα και την ιδια την ψυχαναλυτικη ερμηνεια, αν την εννοησουμε ευρυτερα ως απαντηση στα "γιατι;" στα "απο που;", στα "πως;" και στα "προς τι;". Θυμιζω οτι ηδη οροι οπως π.χ. "απωθηση", "μεταβιβαση" δεν ονομαζουν φαινομενα της εμπειριας αλλα διαδικασιες, απο τις οποιες θεωρειται οτι τα φαινομενα προκυπτουν: το ξεχασμα ως αποτελεσμα μιας διαδικασιας απωθησης στο ασυνειδητο, η σχεση του αναλυομενου με τον αναλυτη του ως αποτελεσμα μιας διαδικασιας μεταβιβασης συναισθηματων, π.χ. απο εναν γονεα προς αυτον.
Στην επιστημη τα εμπειρικα δεδομενα δινουν την θεση τους στην επιστημονικη τους παρασταση, οπως π.χ. η εικονα του ηλιου, που διαγραφει την τροχια του πανω απο την ακινητη γη, υποχωρει εμπρος στην παρασταση της αστρονομιας, με την δικη της εικονα του ηλιακου μας συστηματος. Κατι αναλογο, σιγουρα οχι τοσο εδραιωμενο, ομως φιλοδοξωντας να παρασχει μια επιστημονικη θεση, επιχειρει και η ψυχαναλυση. Γραφει ο Freud:
Κατα την αποψη μας τα αντιληπτα φαινομενα πρεπει να υποχωρουν εμπρος στις ορμες, τις οποιες απλως υποθετουμε.
Ποιο ειναι εδω το προβληματικο; Η γνωση αποτελει μια μονο σχεση με τα πραγματα, με τους αλλους, με τον εαυτο. Και οχι καν την πηγαια. Ομως η ιδια η ασκηση της ψυχαναλυσης, η ζωντανη ψυχαναλυτικη συναντηση, δεν στριμωχνεται σε επιστημονικες στενωπους. Καθοριζεται απο τον λεγομενο "βασικο κανονα", δηλαδη την ζητουμενη ελευθερια του αναλυομενου να εκφραζει τα παντα, και την λεγομενη "ελευθερα μετεωρη προσοχη" του αναλυτη, δηλαδη ενα ακουσμα και μια ανταποκριση που δεν ειναι εστιασμενη αλλα μπορει να προσεγγιζει τα ερωτηματα με μια ευρυχωρια, ας το πω ετσι, μεσω Αυστραλιας. Η ψυχαναλυτικη συναντηση ειναι μια συναντηση ανοιχτη για τα παντα. Ειναι πηγαια συναντηση. Η γνωστικη οπτικη μενει πολυ πισω. Δεν φτανει σ' αυτην την πηγη.
Πιο κοντα στην πηγη βρισκονται τα λιγοστα κειμενα του Freud που ειναι γνωστα ως "Κειμενα για την θεραπευτικη τεχνικη". Αυτα ειναι σε μεγαλο βαθμο ελευθερα απο την θεωρια. Μια γερμανικη αποστροφη λεει πως Καθολικοι και Προτεσταντες εχουν διαφορες οσο ειναι εξω απο την εκκλησια. Τα πραγματα ειναι αλλιως οταν βρισκονται μεσα στην εκκλησια και προσευχονται. Και ο Sándor Radó απο την εταιρεια του Βερολινου ελεγε: "Οταν η θεωρια βαραινει περισσοτερο απο τα γεγονοτα, τοτε η επιστημη γινεται ζητημα γνωμης και οι διαφορες μετασχηματιζονται σε μαχη θελησεων."
Ισως απο εδω λοιπον, δηλαδη οχι απο τον τοπο της θεολογιας και της καθηλωσης σε δογματα αλλα απο τον τοπο της προσευχης, οχι απο τον τοπο των επιστημονικων παραστασεων αλλα απο τον τοπο των γεγονοτων θα μπορουσαν να προκυψουν προοπτικες για ενα μελλον της ψυχαναλυσης.
Το θεμα δεν τελειωνει εδω. Το ερωτημα του Makari ηταν: "Πως μπορει κανεις να σταθεροποιησει μια θεωρια της υποκειμενικοτητας;". Ομως πριν απ' αυτο θα μπορουσε κανεις να ρωτησει: Εξαντλειται καν ο ανθρωπος στην υποκειμενικοτητα;
Το φθινοπωρο του 1895 ο Freud εχει μια συναντηση με τον ωτορινολαρυγγολογο Wilhelm Fliess, "confidant" του, οπως τον χαρακτηριζει ο Makari, "φιλο εξ απορρητων". Ηδη στο τραινο της επιστροφης ο Freud, σε εναν πυρετο δημιουργιας, γραφει τα δυο πρωτα κεφαλαια απο ενα κειμενο με τον τιτλο "Σχεδιο μιας ψυχολογιας" . Σε μια παραγραφο του δευτερου κεφαλαιου γραφει: "Ας υποθεσουμε οτι το αντικειμενο, το οποιο παρεχει η αντιληψη, ειναι παρομοιο με το υποκειμενο, ενας δευτερος ανθρωπος." Το, οπως το αποκαλει, "συμπλεγμα του δευτερου ανθρωπου", χωριζεται σε δυο συστατικα μερη. Το ενα ειναι "αυτο που μπορει να κατανοηθει, δηλ. να αναχθει σε μια ειδηση απο το δικο μου σωμα". Αυτο το συστατικο του δευτερου ανθρωπου τον φανερωνει σαν παρομοιο με εμενα, καθως οι χειρονομιες του συνδεονται συνειρμικα με μνημες απο κινησεις του δικου μου σωματος, οι κραυγες του απο δικα μου βιωματα πονου. Αυτο το συστατικο του δευτερου ανθρωπου ειναι κατανοητο. Εχει νοημα. Επιτρεπει μια σχεση μαζι του. Συγκροτει ο,τι ο Makari αποκαλει "υποκειμενικοτητα".
Κι ερχομαστε στο αλλο συστατικο μερος του δευτερου ανθρωπου. Εδω ο Freud αναφερεται στα "χαρακτηριστικα του", π.χ. στην εμφανιση του. Αυτα ειναι "νεα και μη συγκρισιμα", δηλαδη δεν μου παρεχουν κανεναν συνειρμο, καμια "ειδηση", δεν υπαρχει τιποτα το αναλογο τους σ' εμενα, δεν εχουν νοημα, μενουν ακινητα και απροσιτα, "με σταθερη δομη", οπως γραφει. Αυτο το συστατικο μερος του δευτερου ανθρωπου, συνεχιζει ο Freud, "εντυπωσιαζει". Ακολουθει μια ωραια εκφραση για τον δευτερο ανθρωπο που θα μπορουσε να αποδοθει καπως ετσι: "μενει συμπυκνωμενος στον εαυτο του, σαν πραγμα." .
Ο δευτερος ανθρωπος λοιπον δεν εξαντλειται στην υποκειμενικοτητα του, στο κατανοησιμο και ενσυναισθητο μερος του. Προβαλλει και ως πραγμα, απροσιτο και ακατανοητο στην ενικοτητα των χαρακτηριστικων του, τοσο μακρινο και τοσο κοντινο, και ακριβως ως πραγμα ειναι που εντυπωσιαζει, που, με μια εκφραση του Jean Baudrillard, σαγηνευει. Το κατανοητο δεν εντυπωσιαζει.
Ο ανθρωπος ως πραγμα μενει απροσιτος στην γνωση. Καμια επιστημη δεν μπορει να τον συλλαβει. Ισως αυτος ειναι ο λογος που ο επιστημονας Freud, ηδη μετα απο δυο μηνες, βρισκει το "Σχεδιο μιας ψυχολογιας" αδιεξοδο, και γραφει στον Fliess: "Την πνευματικη κατασταση, στην οποια επωασα την Ψυχολογια, δεν την καταλαβαινω πια." Σαν να την ειχε γραψει ενας αλλος, που χαθηκε.
Εδω δεν μπορω να επεκταθω περισσοτερο. Ας αρκεσει το οτι αυτος ο ανθρωπος-πραγμα δεν ειναι τερατογενεση της σκεψης του Freud, οπως κατεληξε να το βλεπει ο ιδιος. Βρισκεται σε αγαστη συνυπαρξη με πολλες αλλες μορφες που εχουν αποβαλλει την υποκειμενικοτητα, στην φιλοσοφια, στην ποιηση και στην τεχνη, ειδωλα μας .
Ο Freud, στην "Αυτοπαρουσιαση" του απο το 1936, γραφει σχετικα με τις "αυθεντιες" που συναναστραφηκε: "Μου ειχαν πει περισσοτερα απ' ο,τι οι ιδιοι γνωριζαν και ηταν προθυμοι να εκπροσωπησουν." Τουτο θα μπορουσε να ισχυει και για πραγματα που ειπε ο ιδιος.


Βλεπε σχετικα:
Το αλλο φως
Η φυση του ψυχικου πονου
Αποηχοι απο το ονειρο πεταλουδας
"Μα πρεπει να μ' αρμηνεψουν οι πεθαμενοι"
Αποπροσωποποιηση
Λογοτεχνια και ψυχαναλυση
Για τελευταια φορα ψυχολογια

Η παθολογια σημερα
- Οι ανθρωποι δεν ερχονται πλεον οπωσδηποτε κατω απο την πιεση ενος "συμπτωματος". Υπερκινητικοτητα, υπερδραστηριοτητα, "multitasking". Η νοσταλγια του να μην σκεφτεσαι τιποτα - και που εχουν την δυνατοτητα να βρουν στην σχόλη της θεραπευτικης συναντησης.
- Η παγιδα του "κανω" [Θεραπευτικος ζηλος - 'Κανω']
- Η παλια "αγχωδης νευρωση" εχει μετονομαστει σε "κριση πανικου". Ειναι ενδεικτικη η οξυνση, το αιφνιδιο, σε βρισκε ακομα πιο απροετοιμαστο, σε αφηνει ακομα πιο αβοηθητο.
- Η απαλοιφη του Αλλου και ο ενδημικος ναρκισσισμος: δεν ξερουν πως να μιλησουν και να ακουσουν, πως ν' αγαπησουν, πως να πεθανουν.
- Κανεις ξερει μονο να "λειτουργει", και περαν αυτου χαοτικη συγχυση.

Γενικα θεματα
Ψυχοπαθολογια της ευμαρειας και της λιτοτητας / Ο Marx δεν γοητευει πια τις γυναικες ... / Το πενθος της απωλειας και η πτωση της πτωχευσης

Γυναικο-λογια

Σκιες και Faces / Το παιχνιδι των Faces

Γαμος των ομοφυλοφιλων

Στον κηπο του Wittgenstein


[Ομιλια στην παρουσιαση του βιβλιου Ludwig Wittgenstein, Συζητησεις για τον Freud, Αθηνα 2014.]

VIDEO

PDF


Ο εσωτερικος κοσμος, ο ψυχικος κοσμος, το μαυρο κουτι, το "ψυχικο οργανο", το "μεσα μου", τα "σωψυχα μου". Αυτη η πολυωνυμη παρομοιωση υφισταται μια ολεθρια σκληρυνση, αποτιθεται, οπως το αεριο που μετατρεπεται απευθειας σε στερεο, αποτιθεται στο χωνευτηρι της κυριολεξιας. και της υποστασιοποιησης και παρεχει εναν ου-τοπο για την ψυχιατρικη και την ψυχολογια.
Θα σας παρουσιασω μια αναθεωρημενη ομιλια απο το 2003 με τον τιτλο Η φυση του 'ψυχικου πονου' : αποπειρα να μιλησω για τον λεγομενο "ψυχικο πονο" διχως την προσφυγη στις παραπανω επιστημες και στην ατοπια τους. Οδηγο μου ειχα τον Wittgenstein.
"Ειναι παιδια πολλων ανθρωπων τα λογια μας", εγραφε ο Γιωργος Σεφερης . Ενας απο τους ανθρωπους, που καποιες φορες τα λογια μου ειναι παιδια του, καποτε ενδεχομενως και νοθα, ειναι ο Wittgenstein. Δεν θα μιλησω λοιπον για τον Wittgenstein, αλλα θα αφησω αυτον να μιλησει - δια στοματος μου.

Λεμε "ψυχικος" πονος σε αντιδιαστολη προς το "σωματικος" πονος. Τι διαφερει ο πονος στο δοντι απο τον πονο στην ειδηση πως η γυναικα μου με απατα; Και στις δυο περιπτωσεις ειναι η ιδια λεξη: "Ποναω!".
Η διαφορα θα φανει οταν καποιος με ρωτησει "Που πονας;". Στην πρωτη περιπτωση θα πω "Ποναω στο δοντι" και θα μου πει "Πηγαινε στον οδοντιατρο". Στην δευτερη περιπτωση θα πω "Ποναω στην ψυχη" και θα μου πει "Πηγαινε στον ψυχολογο". Κι αν με ρωτησει "Γιατι πονας;", στην πρωτη περιπτωση θα πω κατι σαν "Γιατι η τερηδονα εφτασε στο νευρο", στη δευτερη περιπτωση θα πω κατι σαν "Γιατι αυτο δεν το περιμενα απ' τη γυναικα μου".
Ας προσεξουμε: Οι ερωτησεις του και οι απαντησεις μου δεν αναφερονται στο "Ποναω!". Αναφερονται στο "που" ποναω και στο "γιατι" ποναω. Οι οροι "σωματικος πονος", "ψυχικος πονος" δινουν την εντυπωση πως χαρακτηριζουν δυο ειδη πονου. Ομως χαρακτηριζουν δυο ειδη αφορμης, εντοπισμου και αντιμετωπισης του πονου. Δεν αφορουν το "Ποναω!".
Ο ιδιος ο πονος μενει απροσιτος στις ερωτησεις του ειδους "που;", "πως;", "ποτε;", "γιατι;" κτλ. O ορος "ψυχικος" ειναι μια ορισμενη απαντηση στα "που;", "πως;", "ποτε;", "γιατι;" του πονου, ο ορος "σωματικος" ειναι μια αλλη απαντηση. Η αντιδιαστολη "σωματικου" και "ψυχικου" δεν ειναι αντιδιαστολη πονου και πονου!
Τι ειναι τοτε ο πονος; Δεν θα βιαστουμε ν' αναζητησουμε απαντηση. Θα προσεξουμε την ερωτηση, διοτι αυτη εχει προκαταλαβει την απαντηση. Πως την εχει προκαταλαβει; Εχει προεξοφλησει οτι ο πονος ειναι ενα "τι", ενα κατι, ενα πραγμα. Εχει καταστησει τον πονο αντικειμενο.
Και δεν ειναι ο πονος ενα κατι; Δεν μιλαμε για τον πονο; Π.χ. ο πονοδοντος ειναι αντικειμενο της οδοντιατρικης, ο ψυχικος πονος ειναι αντικειμενο της ψυχολογιας. Ομως αυτες οι επιστημες ασχολουνται με το που, το πως και το γιατι του πονου, οχι με το "Ποναω!". Και οταν μιλουν για "τον πονο", ειναι χρησεις της λεξης επι χαρτου, διοτι εδω ο πονος δεν λεγεται στην κατασταση στην οποια λεω "Ποναω!". Ο πονος εκλαμβανεται ως πραγμα, αποκομμενος απο την κατασταση στην οποια ανηκει. Η λεξη του ειναι πλεον αδειανο κελυφος.
Βεβαια για τον πονο δεν κανει λογο μονο η ιατρικη, αλλα πρωτα ο ανθρωπος που τον ζει. Μπορω, οταν ποναω, να πω "ο πονος ειναι αβασταχτος, σαν σουβλια". Ομως αυτο που λεω ειναι οτι ποναω αβασταχτα, σαν να με σουβλιζουν. Οταν ο πονος εκλαμβανεται ως πραγμα, ανοιγει ο δρομος για την καταχωρηση του ως αισθηση, ως συναισθημα κτλ. Επειδη ο πονος δεν ειναι πραγμα, οι φρασεις "νιωθω πονο", "αισθανομαι πονο", δεν εχουν νοημα διοτι δεν λενε τιποτα περισσοτερο απο το "Ποναω!".
Η ερωτηση "Τι ειναι ο πονος;" δεν ειναι λοιπον σε θεση να μας διαφωτισει για τον πονο διοτι θα εκανε λογο για ενα πραγμα, και ο πονος δεν ειναι πραγμα. Ο πονος δεν ειναι ενα "τι", δεν ειναι ενα κατι, ομως δεν ειναι και τιποτα.
Ερχεται λοιπον καποιος και μας λεει: "Η γυναικα μου με απατα!" Το λεει μεσα σε λυγμους και κραυγες, σε συγχυση, μπορει να κανει πραγματα οπως να μεθυσει, να την δειρει, να φυγει απ' το σπιτι του, η να την διωξει κτλ. Κι ας υποθεσουμε οτι μας λεει ακομα: "Τα 'χω χαμενα! Τι εχω παθει;" Κι εμεις του απανταμε: "Πονας!" Τι συμβαινει σ' αυτην την απαντηση;
Μια ψυχολογικη εξηγηση ειναι: O ανθρωπος απωθησε τον πονο και κατεφυγε σε ενα, οπως λεμε, "acting out", σε μια "εκδραματιση" με λυγμους, κραυγες, απονενοημενες ενεργειες. Οταν του εξηγουμε οτι ποναει, κανουμε τον απωθημενο του πονο συνειδητο.
Εδω η ψυχολογικη εξηγηση εχει διασπασει αυτο που του συμβαινει: Το εχει διαχωρισει αφενος στην εικονα της γυναικας του που τον απατα, "ερεθισμα", και αφετερου στις δικες του εκδηλωσεις, "αντιδραση", και αναμεσα στο ερεθισμα και στην αντιδραση εχει παρεμβαλει εναν "εσωτερικο κοσμο", εναν "ψυχισμο" οπου ο ανθρωπος αισθανθηκε τον πονο, αποφασισε λιγοτερο η περισσοτερο ασυνειδητα να μην τον νιωσει αλλα να τον απωθησει και στη συνεχεια να τον "εκδραματισει". Χωρισμος του φαινομενου σε ερεθισμα και αντιδραση και γεφυρωμα του χασματος με την ενεργοποιηση διεργασιων που συνδεουν τα χωρισμενα, παν χερι χερι.
Ας επιστρεψουμε στον ανθρωπο που ερχεται στο ιατρειο μου και μου περιγραφει την κατασταση. Πως γνωριζω οτι ο ανθρωπος ποναει; Η θεωρια απαντα: με την "ενσυναισθηση", το "empathy": Ταυτιζομαι μαζι του, μπαινω στη θεση του και νιωθω τον πονο που ασυνειδητα νιωθει. Η θεωρια της ενσυναισθησης λεει λοιπον οτι τον πονο του τον συμπεραινω μεσα απο μια ορισμενη διαδικασια. Ειναι σαν να ειχα μεσα μου εναν αισθητηρα, εναν ανιχνευτη πονου, κι αυτος τωρα να εδειχνε "θετικο", κι ετσι να διαπιστωνα οτι ο ανθρωπος ποναει.
Ομως τον πονο του δεν τον συμπεραινω μεσα απο εσωτερικες διεργασιες. Τον βλεπω, σε πρωτο χρονο, με τα ματια μου και με το σωμα μου, ζωγραφισμενο στο προσωπο του. Τον βλεπω σ' αυτα που λεει, με τη φωνη που τα λεει το στομα του και το σωμα του. Βλεπω τον πονο, που θα πει, σε ευτυχεις στιγμες σαν αυτην, πιανω ενα πουλι στον αερα και το απιθωνω στην ανοιχτη του παλαμη, που θα πει: τον ονομαζω: "Πονας!" Και τι κανω οταν του λεω "Πονας!"; Απαντηση: Του μαθαινω μια λεξη!
Ειναι ενα απο τα θαυματα της θεραπευτικης συνομιλιας οτι λεξεις χιλιοειπωμενες μπορουν καποτε να λεγονται σαν να 'ταν η πρωτη φορα, σαν κανεις να τις ελεγε μεχρι τωρα διχως να ξερει τι λεει. Ο ανθρωπος μαθαινει τη λεξη "Ποναω!". Η λεξη αποκτα, οπως θα ελεγε ο Wittgenstein, προσωπο, χαρακτηρα: τον κοιταζει, οπως σε κοιταζει το προσωπο ενος ζωγραφικου πινακα .
Ο Wittgenstein γραφει πως η λεξη "πονος" "αντικαθιστα την κραυγη" [του πονου] . Θα ελεγα: Η λεξη "πονος" δεν αντικαθιστα ακριβως την κραυγη του πονου. Η κραυγη συνηχει παντα στο "Ποναω!", στον τονο της φωνης και στην εκφραση του, και πολλες φορες ηχει τοσο καθαροτερα οσο λιγοτερο κραυγαλεα λεγεται το "Ποναω!". Θα ελεγα, τωρα με τον Wittgenstein, οτι με την εκμαθηση της λεξης "Ποναω!" το γλωσσοπαιγνιο, δηλαδη η "μορφη ζωης" της κραυγης αποκτα μια "νεα κλειδωση" .
"Η γυναικα μου με απατα. Ποναω!" Ειναι αυτο η ολη κατασταση; Oχι, διοτι σ' αυτην ανηκει και η εκπληξη μου: "Δεν το περιμενα απ' αυτην". Αυτο ειναι το καθοριστικο, οτι τωρα εχω μπροστα μου μια αλλη γυναικα απ' αυτην που νομιζα, μια απροσμενη γυναικα που με απατα. Το "Ποναω!" ανηκει σ' αυτην την εικονα της. Αυτη η εικονα αυτης της γυναικας που βρισκεται με τον αλλο, ειναι που ποναει: Η γυναικα μου δεν ειναι γυναικα μου, οπως νομιζα, κι εγω, ο αντρας της, δεν ειμαι αντρας της. Αυτη η εικονα, αν ειχα προσλαβει ντετεκτιβ, αυτες οι φωτογραφιες, αν μου το ειχε ομολογησει η ιδια, αυτα τα λογια της πονανε. Χτυπανε σαν πετριες. O πονος δεν συμβαινει σαν κατι το "ψυχικο" μεσα μου. Αυτες οι εικονες πονανε, αυτα τα λογια, αυτα τα πραγματα. Και αυτα δεν ειναι μεσα μου. Ειναι παρουσιες, εκει απεναντι, παρουσες με αλλον τροπο απο αυτον του αισθητηριακα αντιληπτου.
Ηδη η γλωσσα μας, η λεξη "Ποναω!", μας παγιδευει στην παρασταση ενος πονου που αναφερεται σε ενα πρωτο προσωπο, σε ενα "εγω" που ποναει, σαν ο τοπος του πονου να ηταν αυτο το "εγω", σαν ο πονος να ηταν μεσα μου. Ομως αυτο που ποναει ειναι η εικονα της, η γυναικα μου που αγκαλιαζεται μ' εναν αλλο. Στην λεξη "Ποναω!" να συμπληρωνουμε ρητα η αρρητα ενα "εγω", και να το εκλαμβανουμε σαν τον τοπο στον οποιο συμβαινει ο πονος, δεν εχει κανενα νοημα.
Η ψυχολογια, ορμωμενη απο την παρανοηση οτι ποναω "εγω", "μεσα μου", δεν μιλαει για πονο αλλα για "συναισθημα πονου", οπως βεβαια δεν μιλαει για αγχος αλλα για "συναισθημα αγχους" κτλ. Αντιστοιχα η παραδοσιακη φιλοσοφια της γλωσσας κατατασσει το "ποναω" στις λεγομενες "φι-προτασεις", στις προτασεις που αναφερονται σε εσωτερικες, "συνειδησιακες καταστασεις" . Ομως "Ποναω!" θα πει εξαρχης και μεχρι τελους: "(κατι) ποναει". "Ποναω στο δοντι" θα πει: "ποναει το δοντι μου". Επωδυνα μπορουν να ειναι τα πραγματα που μας αφορουν, και μονο αυτα. "Αλγεινα" τα λεει η Αντιγονη του Σοφοκλη .

Οι φιλοσοφοι ανηκουν σ' εκεινους που πρωτοι διακρινουν σημαδια μιας επερχομενης εποχης, και την εκφραζουν, δηλαδη ανοιγουν δρομους προς τις νεες μορφες. Τον 20ο αιωνα, προπαντων με το εργο των Ludwig Wittgenstein και Martin Heidegger ξεκινα το τελος της εσωτερικοτητας. Στην ψυχοθεραπεια η νεα εποχη εκδηλωνεται με την παραιτηση απο καθε αναζητηση νοηματος και απο καθε ερμηνεια. Η ακραια μορφη αυτης της εξελιξης οδηγει στο life coaching: προπονουμαι για την ζωη οπως προπονουμαι για αγωνα μπασκετ. Αυτη, η χυδαια εκδοχη της εξωτερικοτητας, ειναι πλεον κυριαρχη. Η ψυχαναλυση ακολουθησε την νεα εποχη συντηρητικα, καθως τα περι ασυνειδητου δεν εχουν μεν την παλια βαρυτητα, ωστοσο βασικα συνεχιζει να κινειται σε παρωχημενους ορους εσωτερικοτητας.
Θα ηταν ενα ζητουμενο της ψυχοθεραπειας να λυθει τοσο απο την ψυχη και τα βαθη της και την αναλυση και την ερμηνεια τους, οσο και απο το σημερινο αφασικο πλασμα το ρυθμισμενο σε μακροεντολες για το know-how της ζωης. Ζητουμενο θα ηταν μια ψυχοθεραπεια που θα πετουσε απο πανω της το πρωτο συνθετικο της, ισως και το δευτερο, και θα ανοιγονταν για ενα σερφαρισμα στις, οπως τις ονομαζει ο Jean Baudrillard, "αβυσσους της επιφανειας" . 

Διασχιση: Αποπροσωποποιηση και Αποπραγματοποιηση. Σημειωσεις

Victor Sydorenko, Depersonalization
Victor Sydorenko, Depersonalization
Anthony Gormley, Wirebody
Anthony Gormley, Wirebody
Το βασανο
Ενα παλιο αγγλοσαξωνκο ονομα για τον ψυχιατρο ειναι "alienist" - αυτος που σχετιζεται με το alien: το ξενικο, το αλλοτριο, το αποκοσμο. (Και εδω σκεφτομαι εναν στιχο του αυστριακου ποιητη
Georg Trakl: Η ψυχη ειναι ενα ξενο επι γης…) Αν τετοια φαινομενα αφορουν τον ψυχιατρο, ισως το πλεον ξενικο, αλλοτριο, αποκοσμο, ειναι εμπειριες που υπεισηλθαν στην ψυχοπαθολογια με τους τιτλους "αποπροσωποιηση" και "αποπραγματοποιηση". Συμπεριλαμβανονται στη διαγνωστικη κατηγορια "Διασχιση" - ελευθερη μεταφραση του αγγλικου "Dissociation".
Η λεξη "αποπροσωποποιηση" χρησιμοποιηθηκε πρωτη φορα περι τα μεσα του 19ου αιωνα απο τον ελβετο φιλοσοφο Henri Frederic Amiel. Γραφει στο προσωπικο του ημερολογιο:
… βρισκω τον εαυτο μου να βλεπει την υπαρξη σαν περα απο τον ταφο, απο εναν αλλο κοσμο· τα παντα μου ειναι ξενα· ειμαι σαν εξω απο το ιδιο μου το σωμα και την ατομικοτητα μου· ειμαι αποπροσωποιημενος [depersonalizé], αποκομμενος, φτερο στον ανεμο.
Παρομοιες εμπειριες, συνηθως σε ηπιες μορφες, συμβαινουν στο περιπου 50% των εφηβων και παραμενουν, σε αλλοτε αλλον βαθμο βαρυτητας, στο 1% του ενηλικα πληθυσμου. Καταρχην καποιες περιγραφες :
Νοιωθω σε καποιον βαθμο συνεχως 'εξω απ' αυτο', ομως πλεον καταντησε να ειναι ο τροπος που ειμαι. Εχω ωρες που νοιωθω πολυ εξω απο το σωμα μου. Κοιταζω τον κοσμο, ξερω ποιοι ειναι, αλλα δεν μπορω να τοποθετησω τον εαυτο μου εκει. Θυμαμαι γεγονοτα του παρελθοντος αλλα δεν μπορω παντα να 'με' δω εκει. Ακομα και δικες μου φωτογραφιες φαινονται αλλιως. Δεν μου αρεσει το ατομο που θυμαμαι να ημουν. Να κοιταζομαι στον καθρεφτη γινεται δυσκολο καθως δεν αναγνωριζω παντα το προσωπο που με κοιταζει.
Οταν στη διαρκεια ενος κακου επεισοδιου κοιταζω οικεια πραγματα, αυτα απλα δεν μοιαζουν πραγματικα, δεν φανταζουν τα ιδια και πια δεν φανταζουν οικεια, αν και κατα βαθος ξερω το πως ειναι. Βλεπω τα πραγματα διαφορετικα απ' ο,τι συνηθιζα, σχεδον σαν να βλεπω κατι που ξερω, ομως αυτο πια σαν να μην μοιαζει μ' αυτο που ξερω. Νοιωθω σαν να κοιταζω με τα ματια ενος αλλου. Μιλω και οι λεξεις απλα βγαινουν εξω. Δεν νοιωθω να ελεγχω τι λεω. Σαν να μπηκε ο αυτοματος πιλοτος. Η φωνη μου, οταν βγαινει, δεν ακουγεται σαν 'εγω'. Καποιες φορες απορω, πως μενω μεσα σε συζητησεις, αισθανομαι πως δεν ειμαι καθολου εκει.
Μπορω να καθομαι και να κοιταζω το ποδι μου, το χερι μου και δεν νοιωθω να ειναι δικα μου. Αυτο μπορει να συμβει οταν γραφω, γραφει μονο το χερι μου, αλλα δεν του λεω εγω να το κανει. Ειναι η αισθηση σαν να εχω πεθανει, αλλα κανεις να μην σκεφτηκε να μου το πει. Ετσι μενω να ζω μεσα σ' ενα κελυφος που πια δεν αναγνωριζω.
Μπορει να νοιωθω τα συναισθηματα αποναρκωμενα, σχεδον αδειος μεσα μου. Μισω το οτι δεν μπορω να νοιωθω τα πραγματα οπως συνηθιζα. Ειναι σκληρο στην καθημερινη ζωη, οπου πολλη ωρα παλευω να διακρινω τι ειναι ονειρο και τι πραγματικη ζωη και τι πραγματικα εγινε.
-------------------
Δεν νοιωθω το πως ειναι να εχω σωμα. Οταν κοιταζω κατω, βλεπω τα ποδια μου και το σωμα, αλλα η αισθηση ειναι πως δεν ημουν εκει. Οταν κινουμαι, βλεπω τις κινησεις καθως κινουμαι, αλλα δεν ειμαι εκει μαζι με τις κινησεις. Ανεβαινω τα σκαλοπατια, βλεπω τα ποδια μου, ακουω βηματα και αισθανομαι τους μυες, αλλα η αισθηση ειναι οτι δεν εχω σωμα, δεν ειμαι εκει. Αισθανομαι οτι το προσωπο και το σωμα μου δεν ειναι εκει καθολου - σχεδον ειναι αορατα. Βλεπω τα χερια μου και το σωμα μου να κανουν πραγματα, αλλα δεν μοιαζει να ειμαι εγω και δεν ειμαι καθολου συνδεδεμενος μ' αυτα. Με κανεναν τροπο δεν αισθανομαι ζωντανος. Δεν αισθανομαι ενα πραγμα εκτος απο το αν ειναι κρυο, η ζεστο· ισως πεινα. Ακομα κι αν αγγιξω το προσωπο μου, εχω την αισθηση απο κατι, ομως το προσωπο μου δεν ειναι εκει. Καθως το νοιωθω, εχω την αναγκη να βεβαιωθω και τριβω, αγγιζω και χτυπω τον εαυτο μου για να αισθανθω κατι. Για παραδειγμα αγγιζω τον λαιμο μου με το χερι μου, αλλα η αισθηση δεν ειναι οτι το χερι μου αγγιζει τον λαιμο μου. Δεν μπορω να νοιωσω οτι εγω αγγιζω το δικο μου το σωμα … Οταν κινουμαι και περπατω και μιλαω, δεν αισθανομαι απολυτως τιποτα. Κανω γυμναστικη, αλλα δεν αισθανομαι να κανω κατι, κινουνται οι μυες μου αλλα οχι το σωμα μου, ειναι μια τρελλα να μην νοιωθω τον εαυτο μου να κινειται, να μιλαει…
-------------------
Ειναι σαν να σας μιλαει μια μηχανη. Διολου ενας ανθρωπος, μονο ενα μηχανικο πραγμα, η αντικειμενο. Μπορω να καταλαβω οτι κινουνται τα χερια μου και τα ποδια μου, αλλα ειναι σαν να μην μου ανηκουν, και κινουνται αυτοματα.
-------------------
Διασχισαμε τον δρομο και, αν και τα ποδια μου κινουνταν καθως περπατουσαμε, ειχα την αισθηση οτι ο νους μου ηταν αλλου, και με παρατηρουσε απο εκει … Δεν μπορουσα να ξερω αν ημουν εκει, η αν ημουν το μερος που ειχε φυγει.
-------------------
[Ακουω μουσικη] αλλα μεσα μου δεν υπαρχει αντιδραση. Συνηθως η μουσικη με συγκινει, αλλα τωρα θα μπορουσε να ειναι και καποιος που καθαριζει πατατες … Νοιωθω να τριγυριζω σ' εναν κοσμο που αναγνωριζω, αλλα δεν αισθανομαι. Χθες βραδυ ειδα το Big Ben φωτισμενο, κανονικα ειναι ενα θεαμα που με συγκινει, αλλα ενοιωσα οτι θα μπορουσε να ειναι κι ενα ξυπνητηρι. … Ο αντρας μου κι εγω ημασταν παντα ευτυχισμενοι, αλλα τωρα καθεται εκει και θα μπορουσε να ειναι καποιος τελειως ξενος. Ξερω πως ειναι ο αντρας μου μονο απο την εμφανιση του - απο το τι νοιωθω γι' αυτον, θα μπορουσε να ειναι ενας οποιοσδηποτε.
-------------------
Οταν καποιος υποφερει, η ποναει, δεν μπορω να αισθανθω τιποτα. Πριν μερικους μηνες διαγνωστηκε καρκινος στον καλυτερο μου φιλο. Ολοι του λεγαμε ποσο στεναχωρεθηκαμε, ομως εγω δεν νοιωθω απολυτως τιποτα, και επρεπε να υποκριθω και να πω ολα τα σωστα λογια … Ηταν το ιδιο οπως οταν πεθανε η γιαγια μου …
-------------------
Ειναι σκληρο στην καθημερινη ζωη, οπου πολλη ωρα παλευω να διακρινω τι ειναι ονειρο και τι πραγματικη ζωη και τι πραγματικα εγινε.

-------------------
Ενας αντρας, γυρω στα τριαντα πεντε, στην πρωτη μας συναντηση, μου μιλησε για μια "μεμβρανη" που υπαρχει συνεχως αναμεσα σ' αυτον και τον κοσμο. Η πρωτη κριση συνεβη στα επτα του. Ηταν ενα "αγχος", οπως το ονομαζε, ενα "κενο", οπου για πρωτη φορα διαπιστωσε οτι η μητερα του, η αγκαλια της "δεν μπορουσε να τον παρηγορησει". Στα επομενα χρονια το "κενο" παρεμενε με διαφορες μορφες: "Ποιος ειμαι;" Καποιες φορες κοιτουσε μια καρεκλα απορωντας. Αυτο που εβλεπε ηταν ενα πραγμα, και ελεγε στον εαυτο του: "Αυτο ειναι καρεκλα …" Για μεγαλα διαστηματα ενοιωθε την καθημερινοτητα του στοιχειωμενη απο αυτο το αποκοσμο κενο, ακομα και χωρις να του συμβαινουν συγκεκριμενες εμπειριες αποπροσωποποιησης / αποπραγματοποιησης.

Το κλεισιμο
Τι κανει αυτους τους ανθρωπους ασθενεις; Οχι η ιδια η εμπειρια. Δεν υπαρχουν φυσιολογικες και παθολογικες εμπειριες. Τους αρρωσταινει η σταση που παιρνουν απεναντι σ' αυτην την εμπειρια.
Και τι χαρακτηριζει αυτον τον τροπο; Στις εμπειριες διασχισης τιναζεται κυριολεκτικα στον αερα η ταυτοτητα ανθρωπων, πραγματων, εαυτου. Ο ιδιος, η ενα πραγμα, δεν ειναι ταυτοσημο με τον εαυτο του:
- Αυτο ειναι το Big Ben - και δεν ειναι το Big Ben.
- Αυτος ειναι ο αντρας μου - και δεν ειναι ο αντρας μου.
- Αυτα ειναι τα χερια μου - και δεν ειναι τα χερια μου.
Ομως η ταυτοτητα δεν τιναζεται στον αερα για να αντικατασταθει απο μια αλλη, οπως π.χ. στον τρελλο που λεει πως ειναι ο Μεγας Ναπολεων, η στην παραισθηση, οπου π.χ. στα ματια της κορης η μητερα της εξαφνα παιρνει τη μορφη του διαβολου. Στη διασχιση τιναζεται στον αερα η ιδια η εννοια της ταυτοτητας!
Για ποιον λοιπον ειναι μια τετοια εμπειρια βασανιστικη; Για εκεινον για τον οποιο η αρχη της ταυτοτητας ειναι θεμελιο της υπαρξης του. Γι' αυτον απο-προσωποποιηση και απο-πραγματοποιηση ειναι ο χειροτερος εφιαλτης. Εφιαλτης γιατι το τελειως αλλο, που δεν ειναι καν ενα κατι αλλο, το ριζικα ξενο, που δεν ειναι καν ενα καποιο ξενο, εισβαλλει στην περιοχη του, στον νου και στο σωμα του. Εισβαλλει, διαρρηκτης, γιατι δεν βρισκει φιλοξενια. Μενει το ξενο σωμα που, επειδη δεν αφομοιωθηκε, γινεται αγκαθι. Γι' αυτο η παραμονη του στον τοπο της εισβολης ειναι για τον οικοδεσποτη βασανιστικη.
Τοτε κανεις, ακριβως επειδη παραμενει κλειστος απεναντι στο αλλο, μενει και καθηλωμενος στο βασανο. Το κλεισιμο απεναντι στο ξενο κραταει την πληγη ανοιχτη. Γινεται ασθενης.

Η επανασταση εναντια στο κενο. Déscartes
Το 1641 ο γαλλος φιλοσοφος René Déscartes δημοσιευσε ενα βιβλιο που εμελλε να αποτελεσει σταθμο: "Meditationes de prima philosophia" ["Στοχασμοι επανω στην πρωτη φιλοσοφια"]. Στις πρωτες παραγραφους διαβαζουμε τα εξης:
Εστω λοιπον οτι οχι ο παναγαθος θεος, η πηγη της αληθειας, αλλα ενα καποιο κακο πνευμα, που ειναι παντοδυναμο και συναμα πανουργο, εβαλε ολα τα δυνατα του να μ' εξαπατησει. Θελω να πιστευω πως ο ουρανος, ο αερας, η γη, τα χρωματα, οι μορφες, οι ηχοι και ολα τα εξωτερικα πραγματα δεν ειναι παρα το απατηλο παιχνιδι ονειρων με τα οποια στηνει παγιδες στην ευπιστια μου. Εμενα τον ιδιο θελω να με θεωρω σαν να μην ειχα χερια, ματια, σαρκα, αιμα, σαν να μην ειχα καθολου αισθησεις αλλα σαν να πιστευα λανθασμενα πως ολ' αυτα τα κατειχα. [...]
Και λιγο αργοτερα:
Η χθεσινη θεωρηση μ' εριξε σε τετοιες τεραστιες αμφιβολιες που πια δεν μπορω να τις ξεχασω, και παλι δεν βλεπω το πως μπορουν να λυθουν. Και, οπως σ' ενα ανυποπτο πεσιμο σε μια βαθια δινη, βρισκομαι σε τετοια συγχυση που ουτε μπορω να πατησω γερα στον βυθο ουτε ν' ανεβω κολυμπωντας στην επιφανεια.
Η περιγραφη μιλα εμφανως για μια εμπειρια διασχισης: Αποπραγματοποιηση (...ολα τα εξωτερικα πραγματα δεν ειναι παρα το απατηλο παιχνιδι ονειρων...), αποπροσωποποιηση (...σαν να μην ειχα χερια, ματια, σαρκα, αιμα...). Βεβαια στην βιβλιογραφια αναφερεται ως "μεθοδικη αμφιβολια", δηλαδη ως μεθοδος που εφαρμοζει ο Déscartes για να αποληξει σε μια σταθερη αληθεια, σε ενα αρχιμηδειο σημειο που να μην κλονιζεται ουτε απο τη μεγαλυτερη πλανη. Ομως θα μπορουσε ποτε να ειχε καν διανοηθει μια τετοια κατασταση, αν δεν την ειχε ζησει ο ιδιος;
Η "διασχιστικη" εμπειρια του Déscartes δεν τον καταβαλλει. Δεν τον τρεπει σε υποχωρηση. Ειναι μια ηρωικη φυγη προς τα εμπρος:
Μα θα επιμεινω σ' αυτην την σκεψη πεισματικα και - αν και δεν ειμαι σε θεση να γνωρισω κατι αληθινο - θα ειμαι αποφασισμενος να προσεξω, οσο περνα απ' το χερι μου, να μην συμφωνησω σε τιποτε λανθασμενο, ουτε να παρασυρθω απο εκεινον τον απατεωνα, οσο δυνατος και πανουργος κι αν ειναι.
Η επιμονη του, η παραμονη του στη "βαθια δινη", τον εντασσει στην χορεια εκεινων με τους οποιους δρομολογειται μια επανασταση της σκεψης που κυριαρχησε τον πλανητη και μπορει να αποτυπωθει με τo γνωστο "cogito ergo sum", "σκεφτομαι, αρα ειμαι".

Επιστημη
Σκεφτομαι, αρα ειμαι. Ποσο ξενος πρεπει να του εχει γινει ο κοσμος, ωστε να χρειαζεται μια αποδειξη για το οτι ... ειναι;
Σκεφτομαι, αρα ειμαι. Εδω βρισκεται η αφετηρια της επιστημης των νεοτερων χρονων. Η σημερινη εικονα της εχει μεν αλλαξει ριζικα. Αυτο που δεν εχει αλλαξει ειναι το σημειο εκκινησης - ωστοσο εχει γινει ακομα πιο απροσωπο, ακομα πιο αποκοσμο. Μυριζω ενα τριανταφυλλο. Τι θα πει αυτο στην οπτικη της επιστημης; Θα πει ενα παιχνιδι διαδρασης ηλεκτρομαγνητικων κυματων και φυσικοχημικων διεργασιων αναμεσα σε ενα πραγμα Χ (τριανταφυλλο) και ενα αλλο πραγμα Υ (ο ανθρωπος που μυριζει). Ομως και τα ιδια τα πραγματα Χ και Υ δεν ειναι ο,τι παραδοσιακα θεωρουσαμε: οντα, αλλα ενα παιχνιδι κι αυτα διαδρασης συστηματων της υλης, ανωνυμων δεδομενων, στο οποιο δινουμε εκ των υστερων ονοματα και νοηματα: "τριανταφυλλο", "εγω", "μυριζω", "ωραιο" κλπ.
Εμπρος στην αποπροσωποποιηση και αποπραγματοποιηση που θεμελιωνει τη συγχρονη επιστημη, η εμπειρια του Déscartes ειναι σχεδον γραφικη. Μοιαζει να ειναι η μοιρα της επιστημης, η "ερευνα", δηλαδη ο πολεμος εναντιον του αποκοσμου, να το ξαναγεννα σε μια ακομα πιο τερατωδη μορφη.

Καθοδον προς το απολυτο κλεισιμο
Mια πληγη που γινεται σαν πνευμονας και δια μεσου του ανασαινεις.
Elias Canetti
Η εννοηση του "απολυτου κλεισιματος" αναγεται στον Hegel. Σε αντιθεση με το απλως κλεισιμο, οπου το αρνητικο αποκλειεται και παραμενει παρον βασανιστικα, σαν ξενο σωμα, εδω το αρνητικο φιλοξενειται. Αυτη η φιλοξενια ειναι απολυτη: ο οικοδεσποτης στεγαζει το ξενο τοσο ουσιαστικα, που ξενωνεται ο ιδιος. Ομως σ' αυτην την ξενωση, περνωντας απο αυτην την ξενωση, αργα, ξαναβρισκει τον εαυτο του, αλλιως. "Περνωντας απο αυτην την ξενωση" θα πει: Η επιστροφη στον εαυτο ειναι δωρο του ξενου. Το ξενο, που μεσα του χαθηκα, με ξαναφερνει στον εαυτο μου.
Ενα τετοιο, απολυτο κλεισιμο, θα ηταν και η μορφη του τελους μιας ψυχαναλυσης που ευτυχησε. Διοτι το απλως κλεισιμο που αποκλειει, που εκφραζεται σαν πληγη που αιμορραγει ατελειωτα, εκδηλωνεται ως συμπτωμα και αρρωστια. Το απολυτο κλεισιμο σημαινει την ιαση. Συμβαινει τελειως διαφορετικα απ' ο,τι κανεις περιμενε. Σαν θαυμα. Το απολυτο κλεισιμο διατυπωνεται και με εναν στιχο του Hölderlin: Ομως οπου υπαρχει κινδυνος / Βλασταινει και το σωτηριο.
Το φαινομενο που μας απασχολει εδω, και που στην ψυχοπαθολογια καλειται "διασχιση", δεν μπορει πλεον, εχοντας αποληξει στο απολυτο κλεισιμο, να αποκαλειται ετσι. Θα το διευκρινισω με μερικα παραδειγματα απο τον χωρο της νοησης και την ποιησης. Τα εργα που θα μνημονευτουν ειναι αυτα καθαυτα αποτυπωσεις ενος απολυτου κλεισιματος.

Η φιλοσοφια
Μια σημειωση του Ludwig Wittgenstein:
Καθομαι σε ενα κηπο μ’ ενα φιλοσοφο, ο οποιος μου λεει ξανα και ξανα, δειχνοντας ενα δεντρο κοντα μας: ‘Γνωριζω οτι αυτο ειναι ενα δεντρο.’ Καποια στιγμη ερχεται ενας τριτος και ακουει αυτο το πραγμα. Τοτε εγω του λεω: ‘O φιλος απο δω δεν ειναι τρελος. Απλως φιλοσοφουμε’
Γιατι ο "φιλος απο δω" θα μπορουσε να ειναι τρελος; Καθε φορα που εχουμε να κανουμε με ενα δεντρο, οταν το φυτευουμε, το κλαδευουμε, οταν βγαζει φυλλα και καρπους κλπ., η προταση 'Γνωριζω οτι αυτο ειναι ενα δεντρο" εξυπακουεται. Ο φιλοσοφος ομως την λεει, και μαλιστα ξανα και ξανα. Λες και προσπαθει να το εντυπωσει, οτι αυτο ειναι ενα δεντρο, λες και χρειαζεται κατι ακομα για να τον ησυχασει. Λες και το δεντρο, ως δεντρο, του ειναι ανοικειο, ξενο - αποπραγματοποιημενο.
Ομως ο "φιλος απο δω" δεν ειναι τρελος. Γιατι οχι; Γιατι καθεται στον κηπο με τον συνομλητη του, απεναντι του εχει το δεντρο που του παρουσιαζεται ξενο κι ανοικειο, και μιλα γι' αυτο προφανως ησυχα και χωρις ταραχη. Δεν κλεινεται απεναντι του. Εχει προσδεχτει το ξενο του δεντρου στον εαυτο του, ειναι και ο ιδιος παρα-ξενος. Ειναι καθοδον προς το απολυτο κλεισιμο.
Ομως ηδη η πρωτη ερωτηση της φιλοσοφιας: "Τι το ον;", δεν μαρτυρει μια διασχιση; Το ον, τα πραγματα, δεν πρεπει να εχουν γινει αποκοσμα, για να ρωταει κανεις "Τι ειναι το ον;" Δηλαδη: "Τι ειναι αυτο που ειναι;";

Martin Heidegger
Ενας αλλος φιλοσοφος, ο Martin Heidegger, μιλα για το "αγχος". Κι εδω προκειται για μια εμπειρια διασχισης.
Στο αγχος κανεις "αγριευεται".
Στο αγχος τα πραγματα χανονται, διαρρεουν, και μαζι διαρρεω κι εγω ο ιδιος, διαρρεει αυτο που αναγνωριζω ως τον εαυτο μου. Μενω ενας "κανεις":
[Το αγχος] κανει το ον συνολικα να εξολισθαινει. Σ' αυτο ανηκει οτι κι εμεις οι ιδιοι - αυτοι οι οντες ανθρωποι - που ειμαστε εν μεσω του οντος εξολισθαινουμε μαζι του. Γι' αυτο βασικα δεν αγριευομαι "εγω" κι "αυτος" αλλα "κανεις".
Στην αγριαδα του αγχους εχει χαθει καθε τι το οικειο. Αν ο εαυτος ειναι ενα ειδος σπιτι που κατοικουμε, μια εστια, χανεται ακομη κι αυτο:
"Ομως εδω η αγριαδα εννοει συναμα την αν-εστιοτητα." Δεν υπαρχουν τα λογια να ειπωθει: "Το αγχος μας αφηνει αφωνους." Ειναι ενα Μηδεν που διαποτιζει τα παντα και συντονιζει αυτον που προσεβαλε στον τονο του:
Μια ουσιακη στεγη της αφωνιας ειναι το αγχος με την εννοια του τρομου, στον οποιο η αβυσσος του μηδενος συντονιζει τον ανθρωπο.
Το αγχος: "η αφωνη φωνη η οποια μας συντονιζει στον τρομο της αβυσσου."
Ετσι λοιπον
Δεν μενει κανενα κρατημα. Μενει μονο και μας πλημμυριζει - με την εξολισθηση του οντος - αυτο το "κανενα". Το αγχος αποκαλυπτει το Μηδεν.
Σ' αυτην την αγριαδα και την ανεστιοτητα, στην αφωνια εμπρος στον τρομο της αβυσσου, ο νοητης δεν καθηλωνεται απο το αποκοσμο που τον συνεπαιρνει. Δεν βυθιζεται στο βασανο και δεν ακινητοποιειται απο τον τρομο και δεν τρεπεται σε φυγη. Δεν καταλαμβανεται απο το "'αγχος' για το αγχος". Αντιθετα, μιλαμε για μια "προθυμια για το αγχος". Και τουτο
Διοτι στην εγγυτητα του ουσιακου αγχους ως του τρομου της αβυσσου κατοικει η αιδως.
Αιδως, οχι ως ντροπη αλλα ως ταπεινη δεκτικοτητα. Απεναντι σε τι; Ακριβως στο Μηδεν, το οποιο αποκαλυπτεται στο αγχος. Δεν προκειται πλεον για το μηδενιστικο Μηδεν της αμυνας αλλα για ενα πλουσιο Μηδεν που φανερωνεται ως το ιδιο το Ειναι:
Το καθαρο θαρρος για το ουσιακο αγχος εγγυαται την μυστηριακη δυνατοτητα της εμπειριας του Ειναι. [...] Μονος μεταξυ ολων ο ανθρωπος, καλουμενος απο την φωνη του Ειναι, εμπειραται το θαυμα θαυματων: ο τ ι το ον ε ι ν α ι.
Το απολυτο κλεισιμο: Το Μηδεν, ως αυτο τουτο, περνωντας μεσα απο την εμπειρια του, και ακριβως επειδη γινεται το περασμα μεσα απο την εμπειρια του, γινεται πληγη που διαμεσου της ανασαινεις, γινεται θαυμα θαυματων.


Dschuang Dschou
Λεει ενας ασθενης.
Ειναι σκληρο στην καθημερινη ζωη, οπου πολλη ωρα παλευω να διακρινω τι ειναι ονειρο και τι πραγματικη ζωη και τι πραγματικα εγινε.
Ρωταει ο Jack στο εργο "Fight Club".
Κοιμαμαι; Κοιμομουνα; Ο Tyler ειναι το κακο μου ονειρο, η εγω ειμαι το κακο ονειρο του Tyler;
Καπου την ιδια ερωτηση κανει και ο κινεζος σοφος Dschuang Dschou στην ιστορια του με τον τιτλο "Ονειρο πεταλουδας":
Καποτε ο Dschuang Dschou ονειρευτηκε πως ηταν πεταλουδα - μια χαρωπη πεταλουδα που χαιροτανε τη ζωη της και δεν γνωριζε τιποτα για καποιον Dschou. Αξαφνα, καθως ξυπνησε, ηταν ο Dschou με σαρκα και οστα. Ομως δεν ξερω αν ο Dschou ονειρευτηκε πως ειναι πεταλουδα, η αν η πεταλουδα [τωρα] ονειρευεται πως ειναι ο Dschou.
- Ομως αναμεσα στον Dschou και στην πεταλουδα θα 'πρεπε βεβαια να υπαρχει μια διαφορα!
- Αυτο ειναι που λεμε μεταβολη των πραγματων.

Ποια ειναι η διαφορα; Γιατι ο ασθενης και ο Jack βασανιζονται, ενω ο Dschuang Dschou μιλα τοσο ησυχα και αυτονοητα για τη "μεταβολη των πραγματων"; Γιατι ο εαυτος του, ως Dschuang Dschou, δεν ειναι το σπιτι του, η εδρα και το θεμελιο της υπαρξης του. Στο σπιτι του εαυτου του μπαινοβγαινει ελευθερα. Γι' αυτο δεν χρειαζεται να ερμηνευει τα ονειρα του, να τα εντασσει δηλαδη στην σφαιρα του ξυπνητου του Εγω.

T.S. Eliot
Το 1922 ο ποιητης T. S. Eliot δημοσιευσε μια μεγαλη συνθεση που εμελλε να γινει οροσημο: "Waste Land". (Ο Σεφερης μεταφραζει "Ερημη χωρα").
Στο πρωτο μερος του ποιηματος λεει:
Αποκοσμη πολη, / Μεσα στην καφετια αχλη μιας χαραυγης του χειμωνα, / Ενα πληθος πλημμυριζε τη γεφυρα του Λονδινου, τοσοι πολλοι, / Δεν το 'χα σκεφτει πως ο θανατος ειχε ξεκανει τοσους πολλους.
Στον ποιητη η πολη παρουσιαζεται αποκοσμη [unreal]. Το πληθος επανω στην Γεφυρα του Λονδινου φανταζει πομπη νεκρων. Προβαλλει ενας κοσμος αποπραγματοποιημενος. Αν κανεις
διαβασει το ποιημα, θα βρει αμετρητα παρομοια σημεια.
Γιατι αυτη, και οι συναφεις εμπειριες του Eliot, δεν τον καθιστα ασθενη; Πως γινονται καθοριστικες για ενα εργο τεχνης; Δυο χρονια νωριτερα ο Eliot δημοσιευσε ενα δοκιμιο με τον τιτλο "Tradition and the Individual Talent" . Σε ενα σημειο αναφερεται ακριβως στην αποπροσωποποιηση:
Αυτο που συμβαινει ειναι μια συνεχης υποταγη του εαυτου του [του καλλιτεχνη], καθως εκεινη την στιγμη βρισκεται σε κατι που εχει μεγαλυτερη αξια. Η προοδος ενος καλλιτεχνη ειναι μια συνεχης θυσια, μια συνεχης εξαλειψη της προσωπικοτητας.
Απομενει να ορισουμε αυτην την διαδικασια της αποπροσωποποιησης και την σχεση της με την αισθηση της παραδοσης. Σ' αυτην την αποπροσωποποιηση μπορει να ειπωθει οτι η τεχνη προσεγγιζει την κατασταση της επιστημης. Γι' αυτο θα σας καλεσω να αναλογιστειτε, σαν ενδεικτικη αναλογια, αυτο που συμβαινει οταν ενα κομματι απο λεπτα νηματα πλατινας εισαγεται σε ενα δοχειο που περιεχει οξυγονο και διοξειδιο του θειου
[...] Η αλλη οψη αυτης της απροσωπης θεωριας της ποιησης ειναι η σχεση του ποιηματος με τον συγγραφεα του. Και υπαινιχθηκα, με μια αναλογια, οτι ο νους του ωριμου ποιητη διαφερει απο αυτον του ανωριμου οχι ακριβως ως προς την αξιολογηση της "προσωπικοτητας", οχι επειδη ειναι πιο ενδιαφερων, η επειδη εχει "να πει περισσοτερα", αλλα μαλλον επειδη ειναι ενα πιο εκλεπτυσμενα τελειοποιημενο μεσον στο οποιο ειδικα, η πολυ ποικιλα αισθηματα ειναι ελευθερα να υπεισελθουν σε νεους συνδυασμους.
Η αναλογια ηταν αυτη του καταλυτη. Οταν τα δυο αερια που αναφερθηκαν προηγουμενως αναμειγνυονται με την παρουσια νηματων πλατινας, σχηματιζουν θεϊκο οξυ. Αυτος ο συνδυασμος συμβαινει μονο οταν ειναι παρουσα η πλατινα·· παρ' ολα αυτα το νεο οξυ που παραχθηκε δεν περιεχει ιχνος πλατινας, και η ιδια η πλατινα ειναι προφανως ανεπαφη· εμεινε αδρανης, ουδετερη, και αναλλοιωτη. Ο νους του ποιητη ειναι το κομματι της πλατινας. Μπορει εν μερει, η αποκλειστικα, να λειτουργει επανω στην πειρα του ιδιου του ανθρωπου· ομως, οσο τελειοτερος ειναι ο καλλιτεχνης, τοσο πιο ξεχωρα μεσα του θα ειναι ο ανθρωπος που υποφερει και ο νους που δημιουργει· τοσο τελειοτερα ο νους θα αφομοιωνει και θα μεταλλασσει τα παθη που ειναι το υλικο του.
[...] Ο νους του ποιητη ειναι οντως ενα δοχειο για την αποθηκευση αναριθμητων αισθηματων, φρασεων, εικονων, που παραμενουν εκει εως οτου ολα τα στοιχεια που μπορουν να ενωθουν για να σχηματισουν ενα νεο μιγμα, να ειναι παροντα μαζι.

Η αποπροσωποποιηση, συνοδος της αποπραγματοποιηση της παραδοσης, αφηνει τα δεδομενα της γυμνα, τα αποσυρει απο τα συμφραζομενα της παραδοσης, το κλιμα της. Τετοια δεδομενα παραθετει ο Eliot σε σημειωσεις για την "Ερημη χωρα", 52 τον αριθμο. Ηδη στο τετραστιχο μας, η "αποκοσμη πολη" ειναι αποηχος του Baudelaire: Fourmillante cité, cité pleine de rêves, / Où le spectre en plein jour raccroche le passant. Και το "τοσοι πολλοι, / Δεν το 'χα σκεφτει πως ο θανατος ειχε ξεκανει τοσους πολλους." φερνει τον Dante, Inferno, iii. 55–7: "si lunga tratta / di gente, ch'io non avrei mai creduto / che morte tanta n' avesse disfatta".
Ο καλλιτεχνης περνα απο την "αυτο-θυσια" της αποπροσωποποιησης, και τοτε τα αποπραγματοποιημενα κομματια, καποτε, ισως, "ενωνονται για να σχηματισουν ενα νεο μειγμα" - οπως η γυμνη παρουσια της πλατινας οδωνει τον σχηματισμο του διοξειδιου του θειου.
Εχουμε και παλι το "απολυτο κλεισιμο" του Hegel: Ο καλλιτεχνης περνα απο τον θανατο, αφηνει τον κοσμο, και καποτε ο κοσμος ξαναγυριζει σ' αυτον – στο εργο του.

Keiji Nishitani
Ο Nishitani (1900–1990) ειναι ενας απο τους σημαντικοτερους νοητες της Απω Ανατολης. Στο βιβλιο του με τον τιτλο της αγγλικης μεταφρασης "
Religion and Nothingness" και της γερμανικης "Was ist Religion?" λεει: "Ομως η ζωη ειναι εξαρχης ενα με τον θανατο." Πως εννοει αυτο το "εξαρχης ενα"; Προκειται για την εμπειρια του χρονου: Στην πραγματικοτητα αυτο που θα συμβει σε εκατο χρονια, ειναι ηδη εδω:
Αφου λεγεται πως μια στιγμη ειναι δεκα χιλιαδες χρονια και δεκα χιλιαδες χρονια ειναι μια στιγμη. Σε μια τετοια εκλαμψη, στο φως ενος τετοιου "πνευματικου οφθαλμου", αυτο που θα ειναι επικαιρο σ' εκατο χρονια ειναι επικαιρο ηδη σημερα.
Ο Nishitani μιλα για εναν "διπλο φωτισμο" των πραγματων, η για μια "διπλη θεαση". Ο δευτερος φωτισμος, η δευτερη θεαση βλεπει εναν σημερα ζωντανο ανθρωπο νεκρο, βλεπει εναν σκελετο. Ο Basho, σημειωνει ο Nishitani, προλογιζει ενα χαϊκου ως εξης:
Στο σπιτι του Homma Shume κρεμεται στον τοιχο της θεατρικης του σκηνης-Νο ενας πινακας που δειχνει μια σκηνη-Νο με μια ομαδα σκελετων που παιζουν με φλογερες και τυμπανα. Πειτε μου, γινεται η οψη της ζωης να διαφερει σε τιποτα απ' αυτο το παιξιμο; Ο αρχαιος θρυλος οπου εκεινος που βρισκεται σε υπνο με μια νεκροκεφαλη για μαξιλαρι, ειναι μεχρι τελους ανικανος να διακρινει ονειρο και πραγματικοτητα, επισης απεικονιζει την ζωη μας.
Ο "πνευματικος οφθαλμος" ειναι ενα ματι αποπροσωποιημενο! Το χαϊκου που ακολουθει λεει:
Ριπες κεραυνων - / Στο προσωπο μου / Χορτα της στεππας!
Και το σχολιο του Nishitani:
Καποτε ο ποιητης, σε μια απο τις περιπλανησεις του, επρεπε να περασει μια νυχτα σε μια τεφρα στεππα. Πανω στον ουρανο μαινονταν κεραυνοι, κι αξαφνα ειδε τον εαυτο του να κειτεται στο χορτο, με μια τουφα απο χορτα της στεππας στο προσωπο του. Ο βουδιστικος "διαλογισμος νεκροκεφαλης" και το παραδοσιακο θεμα της τεχνης απαρτιζουν το φοντο αυτου του χαϊκου. Ομως νεο εδω ειναι το οτι ενας ζωντανος ανθρωπος αναγνωριζει τον εαυτο του, ετσι οπως ειναι, στην εικονα της νεκροκεφαλης στο χορτο της στεππας. Σ' αυτο το ποιημα δεν προκειται λοιπον μονο για μια νεκροκεφαλη στο χορτο της στεππας. Μια ρηση του zen λεει: "Στο χωραφι παντου κρανια νεκρα." Αυτο το χωραφι μπορει να ειναι η Kinza [κεντρο του Tokio] η το Broadway. Βεβαια θα 'ρθει καιρος που εκει θα φυτρωσει και παλι το χορταρι της στεππας.
Ετσι διαβαζει και τους στιχους του Eliot που παρατεθηκαν προηγουμενως:
Το ματι γι' αυτην την διπλη θεαση μπορει κανεις να το βρει και σε μερικους μοντερνους δυτικους ποιητες. Στον T.S.Eliot λεει:
Αποκοσμη πολη, / Μεσα στην καφετια αχλη μιας χαραυγης του χειμωνα, / Ενα πληθος πλημμυριζε τη γεφυρα του Λονδινου, τοσοι πολλοι, / Δεν το 'χα σκεφτει πως ο θανατος ειχε ξεκανει τοσους πολλους.
Στην τελευταια γραμμη δειχνει την περιγραφη της κηδειας στην Κολαση του Dante, πως οι ανθρωποι χυνονται πανω στην Γεφυρα του Λονδινου. Η δραστηρια πολη Λονδινο, μια οφθαλμοφανης πραγματικοτητα, εμφανιζεται στον ποιητη ως αυτη τουτη ως "αποκοσμη", που θα πει: ως νεκρη. (Στο τελευταιο μερος της Ερημης Χωρας ονομαζονται "αποκοσμα" οχι μονο το Λονδινο αλλα κι η Ιερουσαλημ, η Αθηνα κι η Αλεξανδρεια, τα κεντρα γεννησης του δυτικου πολιτισμου. Το διπλωπικο ματι στρεφεται και στην ιστορια.)
Ενας τετοιος διπλος φωτισμος αρμοζει στην αληθινη οψη των πραγματων στην πραγματικοτητα τους. Την απαιτουν τα ιδια τα πραγματα.


Σχετικα κειμενα μου
Ο θανατος
[...] έτσι κι η νεκρή μητέρα μου δεν είναι τίποτα. Μόνο που καμιά παράσταση της δεν μπορεί να την αποδώσει όπως είναι σήμερα. Είναι λοιπόν, όμως χωρίς τη μορφή της, χωρίς τη φωνή της, όπως την είδα και την άκουσα άλλοτε. Είναι δίχως μορφή, δίχως φωνή, δίχως πρόσωπο, δίχως καν ν' αναγνωρίζεται ως μητέρα μου, γυναί¬κα του πατέρα μου κτλ. Δεν έχει καν φύλο. Ακόμα και το «την», η προσωπική της αντωνυμία, ηχεί παράταιρα. Όλα τους εξανεμίζο¬νται. Η νεκρή μητέρα μου, ως νεκρή, έχει απο-προσωποιηθεί. Είναι, όμως είναι ένα τίποτα - ο τονισμός τώρα πέφτει στο «είναι»: είναι ένα τίποτα.
Αυτό το τίποτα έχει αφήσει εκείνη τη μορφή που λεγόταν «μητέρα μου» πίσω. Και πάλι τη φέρνει μαζί του, απρόσωπη πια. Αυ¬τό το τίποτα έκτοτε με συντροφεύει. Όταν βλέπω το φως του ήλιου, αυτό το τίποτα βλέπει μαζί μου. Όταν χρησιμοποιώ το τηγάνι και την κατσαρόλα που πήρα από το σπίτι της, αυτό το τίποτα μαγει¬ρεύει μαζί μου. Τις ώρες που συνομιλώ έτσι μ' αυτό το τίποτα, απο-προσωποποιούμαι κι εγώ. Γίνομαι ένα τίποτα.
[...]
«Δεν μου φτάνουν οι ζωντανοί» γράφει ο Γιώργος Σεφέρης. Πρώτα στη συνομιλία με τους νεκρούς, στην οποία, επαναλαμβάνω τα λόγια του Ηράκλειτου, οι νεκροί πεθαίνουν τη ζωή των ζώντων, οι ζώντες ζουν το θάνατο των νεκρών, σ' αυτήν την αποπροσωποποίηση όπου συναντώνται το τίποτα με το τίποτα, γίνονται, είπα πριν, το φως περισσότερο φως, τα πράγματα περισσότερο πράγματα, γίνεται το σκοτάδι περισσότερο σκοτάδι. «Περισσότερο» θα πει εδώ: τώρα τα πάντα «βγάζουν σπίθες», αναφλέγονται, ο κόσμος γίνεται φωτιά «πῦρ άείζωον» τον αποκάλεσε ο Ηράκλειτος. Αυτόν τον κόσμο, λέει ο Εφέσιος στο ίδιο απόσπασμα, δεν τον εποίησε ούτε θεός ούτε άνθρωπος αλλά ήταν, είναι και θα είναι - πῦρ ἀείζωον.
''Μα πρεπει να μ' αρμηνεψουν οι πεθαμενοι...''

Θεραπεια
Η θεραπεια ως εργο τεχνης

Η ξενωση της μνημης. Βλεπε:

ψυχαναλυση_ΚΕΙΜΕΝΑ ΟΜΙΛΙΕΣ 1996-2000
Η εκδικηση
ψυχαναλυση_ΚΕΙΜΕΝΑ ΟΜΙΛΙΕΣ 2011-
Λογοτεχνια και Ψυχαναλυση
ψυχαναλυση_ΚΕΙΜΕΝΑ ΟΜΙΛΙΕΣ 2011-
''Μα πρεπει να μ' αρμηνεψουν οι πεθαμενοι...''
εν παροδω_ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
Επιζωντας τον θανατο
εν παροδω_ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
Ονειρα
μαθηματα_ΣΧΌΛΗ
- Λαθος χρονος
μαθηματα_ΕΠΟΠΤΕΙΕΣ
Οι ομορφες ωρες
ψυχαναλυση_ΚΕΙΜΕΝΑ ΟΜΙΛΙΕΣ 1996-2000
Η ψυχαναλυση στο τελος της Μεταφυσικης και η ελληνικη νοηση
εν παροδω_ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
Ηρακλειτος, απ. 50: ΟΥΚ ΕΜΟΥ ...
μαθηματα_ΕΠΟΠΤΕΙΕΣ
Μια ιστορια του Nietzsche

Σημειωσεις επανω στο ''Το αμαρτημα της μητρος μου'' του Γεωργιου Βιζυηνου

[Ομιλια στα Εκπαιδευτηρια Βασιλειαδη, Θεσσαλονικη, Φεβρουαριος 2014]

Η εποχη
Με εξαιρεση τους διαλογους, το διηγημα ειναι γραμμενο στην καθαρευουσα:
Άλλην αδελφήν δεν είχομεν παρά μόνον την Αννιώ. Ήτον η χαϊδεμμένη της μικράς ημών οικογενείας και την ηγαπώμεν όλοι. Αλλ’ απ’ όλους περισσότερον την ηγάπα η μήτηρ μας. Εις την τράπεζαν την εκάθιζε πάντοτε πλησίον της και από ό,τι είχομεν έδιδε τον καλλίτερον εις εκείνην. Και ενώ ημάς μας ενέδυε χρησιμοποιούσα τα φορέματα του μακαρίτου πατρός μας, διά την Αννιώ ηγόραζε συνήθως νέα.
Η καθαρευουσα ειναι περιεργη γλωσσα. Δεν ειναι μητρικη γλωσσα. Ποτε δεν αποκτησε εκεινη την ζεστη αμεσοτητα, εκεινη την οικειοτητα οπου τα πραγματα φωλιαζουν στις λεξεις τους σαν σε μητρικη αγκαλια. Επινοηθηκε απο του λογιους του 18ου αιωνα και χρησιμοποιηθηκε απ' αυτους και την κρατικη γραφειοκρατια. Γι' αυτο αλλωστε και δεν εφαρμοζεται στους διαλογους του διηγηματος. Και σιγουρα ο συγγραφεας, αν αφηγουνταν σε καποιον τις αναμνησεις του που ακουσαμε, η εαν τις αναλογιζοταν ο ιδιος, θα τις ελεγε στο ιδιωμα του τοπου καταγωγης του, τα θρακιωτικα. Για να τις καταγραψει στο διηγημα, πρεπει να τις μεταφρασει στην καθαρευουσα. Κι εμεις παλι, οταν διαβαζουμε τα λογια του, ασυναισθητα τα μεταφραζουμε πισω στην καθομιλουμενη γλωσσα μας. Το "Ήτον η χαϊδεμμένη της μικράς ημών οικογενείας και την ηγαπώμεν όλοι." το ακουμε: "Ηταν η χαιδεμενη της μικρης μας οικογενειας και την αγαπουσαμε ολοι."
Το αποσπασμα, αμεταφραστο, δεν μας αγγιζει, δεν μας διαπερνα. Ακουστε το οταν γινεται παρασταση.
Άλλην αδελφήν δεν είχομεν παρά μόνον την Αννιώ. Ήτον η χαϊδεμμένη της μικράς ημών οικογενείας και την ηγαπώμεν όλοι. Αλλ’ απ’ όλους περισσότερον την ηγάπα η μήτηρ μας. Εις την τράπεζαν την εκάθιζε πάντοτε πλησίον της και από ό,τι είχομεν έδιδε τον καλλίτερον εις εκείνην. Και ενώ ημάς μας ενέδυε χρησιμοποιούσα τα φορέματα του μακαρίτου πατρός μας, διά την Αννιώ ηγόραζε συνήθως νέα.
Η εμφανης προσπαθεια του ηθοποιου να αποδοσει τον λογο φυσικα, να τον απαγγειλει οπως μιλουμε, φερνει το ακριβως αντιθετο αποτελεσμα. Στολιζει ενα πτωμα.
Η καθαρευουσα δεν ειναι γλωσσα της καθημερινη συνομιλιας. Οταν το πτωμα δεν στολιζεται, οταν δεν υπαρχει η αποπειρα να ειπωθει φυσικα, ακουγεται καπως ετσι:
Η συναίσθησις του αμαρτήματος, η ηθική ανάγκη της εξαγνίσεως και το αδύνατον της εξαγνίσεως αυτού – τι φρικτή και αμείλικτος Κόλασις! Επί εικοσιοκτώ τώρα έτη βασανίζεται η τάλαινα γυνή χωρίς να δυνηθή να κοιμίση τον έλεγχον της συνειδήσεώς της, ούτε εν ταις δυστυχίαις ούτε εν ταις ευτυχίαις της!
Νομιζουμε πως ακουμε πολιτικο, η νομικο αλλων εποχων!
Η μεταγλωττιση παλι στη νεα ελληνικη γλωσσα, μας βοηθα να διακρινουμε ενα αλλο χαρακτηριστικο της καθαρευουσας. Ακουμε ενα αποσπασμα στο πρωτοτυπο:
Δεξιόθεν σκαμνίον σκεπασμένον με μαύρον ύφασμα, επί του οποίου υπήρχε σκεύος πλήρες ύδατος και εκατέρωθεν δύο λαμπάδες αναμμέναι. Η μήτηρ μου γονυπετής εθυμίαζε τ’ αντικείμενα ταύτα προσέχουσα επί της επιφανείας του ύδατος.
Και σε ελευθερη μεταγλωτισση.
Στα νεα ελληνικα η αναγνωση μπορει να υποβαλλει μια ατμοσφαιρα, να ασκει μια ψυχολογικη επιδραση. Απευθυνεται στον εσωτερικο κοσμο. Η καθαρευουσα μας καθηλωνει στην εξωτερικοτητα. Το τεχνητο και εξεζητημενο της, το "δηθεν", ακριβως επειδη δεν επιτρεπει εσωτερικευση και μας κρατα εξω στα πραγματα, εχει μια σκηνικοτητα, μια δυναμη και πλαστικοτητα των εικονων, την οποια το δυναμικο της καθομιλουμενης γλωσσας, με την ταση της να εκφραζει εσωτερικες, ψυχολογικες καταστασεις, δεν διαθετει.
Τι διακρινει τωρα σκηνες οπως αυτες του διηγηματος; Εκεινες οι αναμνησεις, εκεινα τα παλια πραγματα, στη θεατρικη τους επισημοτητα, ειναι οπως οι παλιες φωτογραφιες, τα παλια πορτραιτα, με το ελαφρα κιτρινισμενο χαρτι, τα προσωπα μεσα σε ενα οβαλ πλαισιο, προστατευμενα απο την κορνιζα τριγυρω και το γυαλι απο πανω τους. Αυτες οι εικονες εχουν κατι απο εικονισμα - οπου τωρα οι ουρανιες μορφες στον τοιχο με το καντηλι εδωσαν τη θεση τους στις προγονικες. Εχουν ο,τι ο φιλολογος Walter Benjamin αποκαλει "λατρευτικη αξια". (Σε αντιθεση με τις σημερινες φωτογραφιες, που εχουν "εκθεσιακη αξια".) Ομως το αντικειμενο της λατρειας δεν μπορει να ειναι ψυχολογικο αντικειμενο. Δεν επιδεχεται αναλυση, ερμηνεια, επερωτηση και επεξηγηση.
Ενα αλλο στοιχειο, απαγορευτικο για την ψυχολογικη προσβαση στους ανθρωπους εκεινης της εποχης, ειναι το οτι η ζωη οριζονταν εντονα απο την θρησκεια και τα τελετουργικα της, πολυ πριν αυτα γινουν φολκλορ. Το διηγημα ειναι γεματο απο δαυτα. Το τελετουργικο, με την προδιαγραμμενη του ακολουθια, με τις συνεχομενες επαναληψεις, π.χ. του "Κυριε ελεησον", σε αδειαζει. Εξαλειφει το Εγω. Ισως σ' αυτο το κλιμα, οπου δεν ηταν το Εγω το σημειο αναφορας, ηταν δυνατες και φρασεις οπως:
και επαίζαν τα βιολιά ... κι’ εγύρνα η κανάτα με το κρασί από χέρι σε χέρι.
Ειναι οπως σε κατι καλαντα που κρατουν απο τους βυζαντινους χρονους:
Βαστάει πέννα και χαρτί
χαρτί και καλαμάρι

Ομως:
Το καλαμάρι έγραφε
και το χαρτί ομίλει.

Η ψυχολογικη σκεψη προϋποθετει την εξατομικευση, την εστιαση στο Εγω. Μια ψυχολογικη ερμηνεια των προσωπων του διηγηματος θα τους προσηπτε εναν ψυχισμο ο οποιος δεν υπαρχει σ' αυτα με τον τροπο που εμεις γνωριζουμε. Χρειαζεται λοιπον προσοχη. Οι ηρωες στο "Το αμαρτημα της μητρος μου" δεν ειναι ολοτελα σαν εμας. Δεν θα πρεπει να τους κρινουμε με τα δικα μας μετρα, αλλα να τους προσεξουμε, πως δειχνονται στο διηγημα αυτοι οι ιδιοι.

Ο Γιωργης και ο Αφηγητης
Το διηγημα ειναι αυτοβιογραφικο και, οπως πλεον μαθαινουμε απο τα παιδια μας, εχουμε ομοδιηγητικο αφηγητη και πρωτοπροσωπη αφηγηση: Ο αφηγητης μιλα σε πρωτο προσωπο και ειναι συναμα προσωπο της ιστοριας. Και παλι ο φιλοσοφος και λογοτεχνης Γεωργιος Βιζυηνος των 34 ετων και ο καπου εξαχρονος Γιωργης δεν ταυτιζονται. Θα χρειαστει να τους δουμε ξεχωριστα. Οπου βεβαια στον ενηλικα θα αναγνωρισουμε αποηχους του μικρου αγοριου.

Ο Γιωργης
Η προσκολληση στη μητερα
Ο Γιωργης μαθαινει απο τη μητερα του πως, μετα τον θανατο του βρεφους και τη δικη του γεννηση, η δευτερη κορη, η Αννιω, εχει ολη την προσοχη και φροντιδα της. Αυτον τον "παραμελει". Ο πατερας τον λεει "το αδικημενο του". Ζηλευει:
Και εζούλευες εσύ, και έγεινες του θανατά από τη ζούλια σου.
Ο Γιωργης δεν θυμαται τιποτα απ' αυτα. Ηδη απο την αρχη δηλωνει:
Και όχι μόνον ανειχόμεθα τας προς αυτήν περιποιήσεις αγογγύστως, αλλά και συνετελούμεν προς αύξησιν αυτών, όσον ηδυνάμεθα.
Αυτο που θελει η μητερα, το θελει κι αυτος. Προσπαθει να της ειναι "όσον το δυνατόν αρεστότερος". Στην εκκλησια, οπου την ακουει να τον προσφερει ανταλλαγμα για να σωθει η κορη της, κατατρομαζει. Ομως αργοτερα θα αποτανθει στον νεκρο πατερα του, εστω και με "παραπονο":
Έλα πατέρα – να με πάρης εμένα. Έλα πατέρα – να με πάρης εμένα – για να γιάνη το Αννιώ!
Το 'θελω αυτο που θελεις' μενει μεχρι την ενηλικη ζωη. Οταν τολμα να φερει αντιρρηση στη μητερα του για το Κατερινιω, τη δευτερη θετη κορη της, "προς μεγίστην της μητρός μου έκπληξιν", καθοτι δεν περιμενε αντιλογο απ' αυτον, η μητερα υπερασπιζεται το Κατερινιω με παθος, και αυτος: "δεν ετόλμησα να προφέρω λέξιν." Και οταν του εξομολογειται το αμαρτημα της, συντριβεται:
... σε ζητώ συγχώρησι διά την ασπλαγχνίαν μου. Σε υπόσχομαι ν’ αγαπώ το Κατερινιώ σαν την αδελφή μου, και να μη της είπω τίποτε πλέον, τίποτε δυσάρεστο.
Και:
Αφ’ ης στιγμής έμαθον την θλιβεράν της ιστορίαν, συνεκέντρωσα όλην μου την προσοχήν εις το πώς ν’ ανακουφίσω την καρδίαν της...
Ομως ηδη πριν, οταν μενει στο εξωτερικο, γραφει ενα ποιημα που εχει τιτλο "Η Θλιβερη ιστορια". Μιλα για τη μητερα του, μια "γρηά" που
'μερονυχτῆς, σὰν κλαδεμένο κλῆμα,
σὰν μνημορόπετρα γυρτή, μοιρολογᾷ καὶ κλαίει.

Το ποιημα τελειωνει με τους στιχους:
Τώνα παιδί της ξενητειὰ καί τ' άλλο σκοτωμένο!
Κι' αυτή, που θέλει στήριγμα νά γύρη ν' ακουμβήση,
τώνα δέν τώχει ζωντανό, τ' άλλο 'χει 'ποθαμένο –
Θεός να τήνε λυπηθή, νά τήν παρηγορήση!

Ο Γιωργης περιφερεται στο πεδιο βαρυτητας της μητερας:
... την συνώδευον κατά τας διακοπάς των μαθημάτων, παίζων παρ’ αυτή, ενώ εκείνη έσκαπτεν ή εξεβοτάνιζεν.
Οταν τον παρασερνει το ποταμι και η μητερα του τον σωζει, η σκεψη του διολου δεν πηγαινει στον κινδυνο που διετρεξε ο ιδιος αλλα σ' αυτην:
Πώς δεν έγεινα αιτία να πνιγή και εκείνη μετ’ εμού, είναι θαύμα.
Αυτα τα πραγματα βεβαια πολλες φορες ειναι αμφιδρομα. Η μητερα επισης τον προτιμα απο τους αλλους δυο αδελφους του:
... ηγάπων την αδελφήν μου, και εθεώρουν μεγάλην προτίμησιν να είμαι διαρκώς πλησίον της και πλησίον της μητρός μου,
Και αργοτερα τον εχει ως προστατη της:
Και όμως, οσάκις επρόκειτο περί της θετής αυτής θυγατρός, τα ελησμόνει όλα ταύτα και εφοβέριζε τους αδελφούς μου, ότι ελθών εγώ από τα ξένα θα τους εντροπιάσω διά της γενναιότητός μου, και θα προικίσω και θα υπανδρεύσω την κόρην της εν πομπή και παρατάξει.
...
– Ε; Αμ’ τι θαρρείτε! Εμένα το παιδί μου με το υποσχέθηκε! Ας έχη την ευχή μου!

Τι μπορουμε να πουμε γι' αυτην την προσκολληση; Ο Γιωργης ειναι "το αδικημενο". Και συχνα τοσο ο αδικημενος οσο και ο αδικησας αργοτερα επιζητουν να επανορθωσουν την αδικια. Ενδεχομενως ο Γιωργης αναζητα εκεινη την τρυφεροτητα που του ελειψε, και η μητερα να παρασχει εκεινη την φροντιδα που παραμελησε. Τετοια υπολοιπα πολλες φορες δενουν τους ανθρωπους, τον ενα με τον αλλο, σε εναν φαλτσο, και γι' αυτο ανελευθερο δεσμο. Γιατι φαλτσος και ανελευθερος; Γιατι σ' αυτην τη ζωη ο,τι εγινε, εγινε. Τιποτα δεν επανορθωνεται αληθινα. Η μονη διεξοδος ειναι η παραιτηση απο τετοιες, ανεφικτες πια προσδοκιες. Και η παραιτηση απο αυτο που κανεις δεν ειχε, η που αμελησε, ειναι το δυσκολοτερο.
Ο φοβος
Ο Γιωργης, ειδαμε, αναζητα να κουρνιασει στο κουκουλι της μητρικης ευνοιας. Το καθε κουκουλι εχει και τις παγιδες του. Διοτι χωριζει τον κοσμο στα δυο: στη θαλπωρη μεσα στο καστρο του και στο απεξω του, που παιρνει τη συμπληρωματικη του μορφη, αυτην του κακου, του απειλητικου, του αγριου. Στην αρρωστια της Αννιως, και ιδιαιτερα στα τελευταια της, ο Γιωργης πετιεται εξω απο το κουκουλι των ονειρων του: Η μητερα του θα τον ανταλλασσε με την κορη της. Εξω απο το κουκουλι, εξω απο τον οικειο, ζεστο κοσμο, οντα αλλοκοτα καραδοκουν να εισβαλουν:
Οσάκις το φλογίδιον μιας κανδύλας έτρεμε, μοι εφαίνετο, πως ο Άγιος επί της απέναντι εικόνος ήρχιζε να ζωντανεύη, και εσάλευε, προσπαθών ν’ αποσπαθή από τας σανίδας, και καταβή επί του εδάφους
....
Οσάκις πάλιν ο ψυχρός άνεμος εσύριζε διά των υψηλών παραθύρων, σείων θορυβωδώς τας μικράς αυτών υέλους, ενόμιζον, ότι οι περί την εκκλησίαν νεκροί ανερριχώντο τους τοίχους και προσεπάθουν να εισδύσωσιν εις αυτήν. Και τρέμων εκ φρίκης, έβλεπον ενίοτε αντικρύ μου ένα σκελετόν, όστις ήπλωνε να θερμάνη τας ασάρκους του χείρας επί του μαγκαλίου, το οποίον έκαιε προ ημών.

Σ' αυτα τα οντα ανηκει κι ενας περιπλανωμενος γυφτος που σκαρωσε ενα μοιρολοϊ για την Αννιω:
Εγώ την εκράτουν σφιγκτά από του φορέματος και έκρυπτον το πρόσωπόν μου εις τας πτυχάς αυτού, διότι όσον γλυκείς ήσαν οι ήχοι εκείνοι, τόσον φοβερά μοι εφαίνετο η μορφή του αγρίου των ψάλτου.
Ο τρομος τον ακολουθει σ' ολα τα περιστατικα της νυχτας που πεθανε η Αννιω.
Θα ελεγε κανεις: Φυσικο ειναι, μικρο παιδι να τα ζει αυτα. Ο Γιωργης ειναι το μονο παιδι που εκτιθεται στις σκηνες του θανατου. Και η μητερα του εχει χασει καθε μητρικοτητα απεναντι του. Ακριβως επειδη την βαραινει το "αμαρτημα" της, δεν στεκει ορθη απεναντι σ' αυτον τον δευτερο θανατο, κι ετσι δεν μπορει να ειναι ζωντανο παραδειγμα για τον γιο της. Τον μεταχειριζεται σαν προεκταση της:
– Μη φοβείσαι, παιδάκι μου, με είπε μυστηριωδώς, είναι τα φορέματα του πατρός σου. Έλα, παρακάλεσέ τον και συ να έλθη να γιατρέψη το Αννιώ μας.
Ομως και μεγαλος πια ο Γιωργης, οταν γυριζει απο τα ξενα, και η μητερα ετοιμαζεται να του φανερωσει το μυστικο της, δηλαδη και παλι κατι που δεν γνωριζε γι' αυτην, κατι που θα την εκανε στα ματια του μιαν αλλην απ' αυτην που ηξερε, τα γονατα του "έτρεμον ... εξ αορίστου αλλ’ ισχυρού τινος φόβου."
Ο φοβος του Γιωργη ειναι αλλος απο τον φοβο που με πιανει αν δω π.χ. ενα λιονταρι εμπρος μου, η αν συμβει ενας δυνατος σεισμος. Εχει κατι το αποκοσμο. Δεν ειναι φοβος για ενα πραγμα. Ειναι φοβος απεναντι σε κατι μυθικο, πιο δυνατος, πιο σαρωτικος κι απο τον ιδιο τον θανατο. Ειναι φοβος που απανταται περισσοτερο στα παιδια, που ομως πολλες φορες απλωνει τον ισκιο του, βαζει τις πινελιες του και στους φοβους που στοιχειωνουν τους μεγαλους.
Η μοναξια και το "Φασμα"
Ο Γιωργης ειναι μοναχικος. Δεν υπαρχουν πουθενα σημαδια καποιας συντροφικοτητας με τα αδελφια του. Η προτιμηση της μητερας του, και το καμαρι του γι' αυτο, τον απομονωνει. Ακομη και στα ενηλικα χρονια του μιλα για την "εκ της μονώσεως μελαγχολίαν". Στην επιτυμβια πλακα του εχουν γραφει οι τελευταιοι στιχοι απο το ποιημα του με τον τιτλο "Παρομοιωσις":
Και μονάχ’ αντηχούνε στη μαύρη σιγή,
τα πικρά, τα πικρά μου τραγούδια…

Στη μοναχικοτητα, εκει που ο κοσμος ειναι κλειστος και αχρωμος, συχνα υπαρχει και η προσδοκια να φωτιστει απο μια μορφη που θα ερθει απο αλλου, εξω απο τον τοπο του, απο μια ου-τοπια. Ετσι τρεφεται απο σκηνικα. Ονειρευεται πρωτα μια ιδανικη αδελφη
της οποίας η φαιδρά μορφή κ’ αι συμπαθητικαί φροντίδες να εξορίσουν από της καρδίας μου την εκ της μονώσεως μελαγχολίαν, και να εξαλείψουν από της μνήμης μου τας κακοπαθείας όσας υπέστην εν τη ξένη. Προς ανταλλαγήν εγώ θα επροθυμούμην να τη διηγώμαι τα θαυμάσια των ξένων χωρών, τας περιπλανήσεις και τα κατορθώματά μου, και θα ήμην πρόθυμος να τη αγοράζω ό,τι αγαπά· να την οδηγώ εις τους χορούς και τας πανηγύρεις· να την προικίσω, και τέλος να χορεύσω εις τους γάμους της.
Ηδη η πρωτη ψυχοκορη παιρνει μια τετοια θεση:
μετέβαλε το μονότονον και αυστηρόν του οικογενειακού ημών βίου, και εισήγαγεν εκ νέου αρκετήν ζωηρότητα.
Γραφει ακομα:
Την προς τα κοράσια κλίσιν της [μητερας] την εύρισκον σύμφωνον προς τα αισθήματα και τους πόθους μου.
Ενα κοριτσι "φαιδρο", με "συμπαθητικες φροντιδες", με "ζωηροτητα". Κανει εντυπωση η αντιθεση προς την Αννιω, εκεινο το φιλασθενο, αδυναμο, υποτονικο πλασμα που καθορισε το σκοτεινο και θανατερο κλιμα, τη νεκριλα των παιδικων του χρονων.
Φαινεται πως αυτο το ονειρο τον ακολουθει και στην ενηλικη ζωη του: Το κοριτσι που θα φωτισει επιτελους τη ζωη του. Ισως ακριβως επειδη κυνηγουσε μια χιμαιρα, οι ερωτες του, που φαινεται πως ηταν πολλοι, δεν ευτυχησαν. Και στο Δρομοκαϊτειο πλεον, αναπολωντας μια δεκατετραχρονη κοπελα, θα γραψει:
Καί από τότε πού θρηνώ 
τό ξανθό καί γαλανό
καί ουράνιο φώς μου,
μετεβλήθη εντός μου
καί ο ρυθμός τού κόσμου.


Ο Αφηγητης
Ο αφηγητης δεν ειναι πια ο Γιωργης. Ειναι ο Γεωργιος Βιζυηνος. Το πραγματικο του ονομα ηταν Γεώργιος Μιχαήλ Σύρμας ή Μιχαηλίδης. Η επιλογη του "Βιζυηνος" ως ψευδωνυμου μαρτυρει την προσκολληση στον τοπο καταγωγης του. Στο ποιημα "Η Θλιβερη Ιστορια" αναφερεται στο χωριο του και στη μητερα του. Αρχιζει ετσι:
Ὁ Χρόνος, που κάθε κακό 'μερόνει και κοιμίζει,
ολίγο 'πες 'ξεθύμανε την πίκρα του καϋμου μου.
Μια λύπη μόνον 'μέρωση και ύπνο δεν γνωρίζει,
μια ιστορία θλιβερή δεν 'βγαίν' από τον νου μου.

Και ενα απο τα στοιχεια που επεφεραν αυτην την προσκολληση ειναι ενδεχομενως οσα αναφερονται στο "Το αμαρτημα της μητρος μου".
Ενθυμούμαι τους μαύρους και μεγάλους αυτής οφθαλμούς, και τα καμαρωτά και σμιγμένα της οφρύδια, τα οποία εφαίνοντο τόσω μάλλον μελανότερα, όσω ωχρότερον εγίνετο το πρόσωπόν της.
...
Ενθυμούμαι ακόμη οποίαν εντύπωσιν έκαμεν επί της παιδικής μου φαντασίας η πρώτη εν τη εκκλησία διανυκτέρευσις.
...
Μοι φαίνεται, ότι βλέπω ακόμη την μαύρην και λιγδεράν κόμην, τους μικρούς και φλογερούς οφθαλμούς και τ’ ανοιχτά και τριχωμένα στήθη του.

Κανει εντυπωση ποσο ζωντανες μενουν οι εικονες μετα απο σχεδον 30 χρονια. Η πρωτη νυχτα στην εκκλησια, η τελευταια μερα της Αννιως, ειναι τοσο αναγλυφες, σαν να τις ζει και παλι. Και ειναι ολες τους σκηνες που εζησε με τρομο.
Θα μπορουσαμε να μιλησουμε για αυτο που αποκαλειται "ψυχικο τραυμα". Προκειται για εμπειριες που τον συγκλονισαν, επειδη τον πεταξαν εξω απο ο,τι του ηταν οικειο, που τις εζησε σαν σεισμο της ιδιας του της υπαρξης. Εμπειριες που τον βρηκαν ολοτελα απροετοιμαστο, γιατι ηταν εξω απο τον κοσμο του. Τετοιες τραυματικες εμπειριες ειναι για τους περισσοτερους πασχοντες η διαμονη στα στρατοπεδα συγκεντρωσεως, η βιωση μιας φυσικης καταστροφης, ενος δυστυχηματος, μιας κακοποιητικης συμπεριφορας. Σε αλλοτε αλλη ενταση επανερχονται αργοτερα σαν σκηνες που τις ζει κανεις στα ονειρα και στον ξυπνο του. Οσα εζησε ο μικρος Γιωργης, τον σημαδευουν.
Στο διηγημα ομως υπαρχει και ενας αλλος τονος:
Όλος ο κόσμος το έλεγεν ότι είχεν εξωτικόν. ...
Έπρεπε λοιπόν να μείνη σαράντα ημερονύκτια εντός της εκκλησίας, ... ίνα σωθή από το σατανικόν πάθος, το οποίον εμφωλεύσαν ήλεθε τόσον αμειλίκτως το τρυφερόν της ζωής αυτής δένδρον.
Σαράντα ημερονύκτια. Διότι μέχρι τοσούτου ειμπορεί να αντισταθή η τρομερά ισχυρογνωμοσύνη των δαιμονίων εις τον αόρατον πόλεμον μεταξύ αυτών και της θείας χάριτος. ...
Ευτυχείς αυτοί, εάν έχωσι τότε αρκετάς δυνάμεις ν’ ανθέξωσιν εις τους κλονισμούς του αγώνος. Οι αδύνατοι συντρίβονται υπό το μέγεθος του εν αυτοίς τελουμένου θαύματος. Αλλά δεν μετανοούσι διά τούτο. Διότι αν χάνουν την ζωήν, τουλάχιστον κερδαίνουν το πολυτιμότερον. Σώζουν την ψυχήν των.

Εδω ακουω μια ειρωνεια, λεπτη και συναμα οξυτατη. Θα ηταν η ειρωνεια του μορφωμενου πλεον ενηλικα, που σπουδασε Φιλοσοφια και Ψυχολογια στην Αθηνα και στο εξωτερικο, και που αντιμετωπιζει την πιστη και τις δεισιδαιμονιες του "λαου" με την ανωτεροτητα του επιστημονα:
Πάσα νόσος, άγνωστος εις τον λαόν, διά να θεωρηθή ως φυσικόν πάθος, πρέπει, ή να υποχωρήση εις τας στοιχειώδεις ιατρικάς του τόπου γνώσεις, ή να επιφέρη εντός ολίγου τον θάνατον. Ευθύς ως παραταθή και χρονίση, αποδίδεται εις υπερφυσικάς αιτίας, και χαρακτηρίζεται ως εξωτικόν.
Θα μπορουσαν η ειρωνεια και η υπεροψια του σπουδαγμενου να επιστρατευονται ως αμυνα απεναντι στην "θλιβερη ιστορια" που εζησε ο μικρος Γιωργης και που "δεν βγαινει απο τον νου" του;
Οπως και να 'χει, η αποκαλυψη του "αμαρτηματος", του ανοιγει τα ματια:
Η εκμυστήρευσις αύτη έκαμε βαθυτάτην επ’ εμού εντύπωσιν. Τώρα μου ηνοίγησαν οι οφθαλμοί, και εκατάλαβα πολλές πράξεις της μητρός μου, αι οποίαι πότε μεν εφαίνοντο ως δεισιδαιμονία, πότε δε ως αυτόχρημα μονομανίας αποτελέσματα.
Ειναι η εποχη οπου η γνωση εχει πλεον καταστει κυριαρχος τροπος αναφορας στα πραγματα.
έπρεπε να μάθωμεν όλοι τα γράμματά μας ... Διότι, έλεγεν η μήτηρ μας, άνθρωπος αγράμματος, ξύλον απελέκητον.
"Μου ανοιγουν τα ματια" θα πει τωρα "Καταλαβαινω". Κατι ειναι εγκυρο, γινεται αποδεκτο οταν γνωριζω την αιτια του, τον αποχρωντα, δηλαδη τον επαρκη λογο του, το Γιατι του.
Ο αποχρων λογος γινεται το οχημα που οδηγει στην αθωωση. Στην αφεση των αμαρτιων. Μ' αυτον τον τροπο ο αφηγητης επιζητει να ανακουφισει την καρδια της μητερας:
Αφ’ ης στιγμής έμαθον την θλιβεράν της ιστορίαν, συνεκέντρωσα όλην μου την προσοχήν εις το πώς ν’ ανακουφίσω την καρδίαν της, προσπαθών να παραστήσω εις αυτήν αφ’ ενός μεν το απρομελέτητον και αβούλητον του αμαρτήματος, αφ’ ετέρου δε την άκραν του Θεού ευσπλαγχνίαν, την δικαιοσύνην αυτού, ήτις δεν ανταποδίδει ίσα αντί ίσων, αλλά κρίνει κατά τους διαλογισμούς και τας προθέσεις μας.
Της λεει: Εισαι αθωα γιατι δεν το προμελετησες, δεν το ηθελες, δεν ηταν η προθεση σου. Επιστρατευει και το ιδιο τον θεο, ο οποιος κρινει, υποτιθεται με τον ιδιο τροπο. Ζητα και τη συνεπικουρια του πατριαρχη:
Το ύψιστον αυτού αξίωμα, το εξαίρετον κύρος, μεθ’ ου περιβάλλεται πάσα θρησκευτική του ρήτρα, έμελλεν αναμφιβόλως να εμπνεύση εις την μητέρα μου την πεποίθησιν της αφέσεως του κρίματός της.
Το οτι τα πραγματα δεν παν ετσι, το δειχνει το ακαρπο αυτων των παρεμβασεων. Η μητερα δεν πειθεται. Και ο αφηγητης τοτε:
και εγώ εσιώπησα
Μ' αυτες τις λεξεις τελειωνει το διηγημα. Η σιωπη της αμηχανιας του. Η εξηγηση, η κατανοηση, η συγχωρεση πεφτουν στα ορια τους. Η σιωπη του αδιεξοδου των προσπαθειων του. Που καποιες φορες μπορει να ανοιξει δρομους για μια τελειως αλλη εννοηση των ανθρωπινων πραγματων. Κατα ποσον στον Βιζυηνο ανοιξαν τετοιοι δρομοι, δεν το γνωριζω. Θα χρειαζοταν μια αλλη εξοικειωση με το εργο του, που μου λειπει.

Η μητερα
Στην ορθοδοξια ο ανθρωπος πλασθηκε κατ' εικονα και ομοιωση του θεου. Ειμαστε "κατ' εικονα" του, και ο στοχος, το νοημα της ζωης ειναι να του μοιασουμε. "Αμαρτανω" θα πει: ξαστοχω, χανω τον δρομο, κανω λαθος. Οταν ο θεος δινει ενα παιδι, ο στοχος θα ηταν να φροντισει κανεις αυτο το δωρο καθ' ομοιωσιν, δηλαδη οι γονεις να φερονται ως προεκταση του θεου-δωρητη και εκτελεστες αυτου που τους χαριστηκε και τους ανατεθηκε. Η μητερα του διηγηματος τωρα:
... δεν εστάθηκα άξια να προφυλάξω το παιδί που μ’ έδωκε!
Σε τουτο συνισταται το αμαρτημα της. Ας προσεξουμε ολη την φραση:
Ως τόσον ο καιρός περνούσε, και ο Θεός δεν μας έδιδε τίποτα. Να! έλεγα μέσα μου. Ο Θεός με τιμωρεί, γιατί δεν εστάθηκα άξια να προφυλάξω το παιδί που μ’ έδωκε!
"Ο καιρος περνουσε": ειναι τα τρια χρονια μετα τον θανατο του βρεφους, οπου αλλο παιδι δεν ερχοταν. Η μητερα το ερμηνευει ως σημαδι οτι ο θεος την τιμωρει.
Και οταν μενει εγκυος ξανα, αυτο ειναι αλλο σημαδι:
– Ευχαριστώ σε, Θεέ μου! έλεγα νύχτα και μέρα. Ευχαριστώ σε η αμαρτωλή, που εσήκωσες την εντροπή και εξάλειψες την αμαρτία μου!
Και οταν παλι η Αννιω αρρωσταινει:
Έλεγες πως εμετάνοιωσεν ο Θεός γιατί μας το έδωκε.
Και στην εκκλησια:
Ενθυμήθηκες την αμαρτίαν μου και εβάλθηκες να μου πάρης το παιδί, για να με τιμωρήσης.
Τα καλα και τα κακα που της συντυχαινουν, ειναι σημαδια του θεου, ο οποιος συγχωρει την αμαρτια της, η την τιμωρει.
Μετα τον θανατο της Αννιως συμβαινει στη μητερα ενα αλλοκοτο ανοιγμα: Βλεπει εγκαταλειμμενα κοριτσια σαν δικη της αποστολη να τα φροντισει. Υιοθετει το ενα μετα το αλλο. Ειναι μητερα οχι πια μονον του δικου της, μα ολων των κοριτσιων που παραμεληθηκαν.
Καθώς το λέγ’ ο λόγος, ξένο παιδί ’ναι παίδεψι. Μα για μένα η παίδεψι αυτή είναι παρηγοριά κ’ ελαφροσύνη. Γιατί όσο περισσότερο τυραννηθώ και χολοσκάσω, τόσο λιγώτερο θα με παιδέψη ο Θεός για το παιδί που πλάκωσα.
Στην ερμηνεια της γεννησης και του θανατου ως θεϊκων σημειων, ο αφηγητης αντιτασσει μια αλλη: Τονιζει πως το αμαρτημα της ειναι "απρομελέτητον και αβούλητον". Σ' αυτην την ερμηνεια το σημειο αναφορας δεν ειναι ο θεος αλλα, συμφωνα με το κυριαρχο πνευμα της εποχης στα μερη που σπουδασε, η ανθρωπινη βουληση και ευθυνη. Η ανθρωποκτονια εξ αμελειας βαραινει λιγοτερο απο την ανθρωποκτονια εκ προμελετης. Ομως ουτε αυτη η ερμηνεια μοιαζει να ανακουφιζει πολυ τη μητερα.
Ο αφηγητης επικαλειται τελος τον πατριαρχη που "γνωρίζει όλαις ταις βουλαίς και τα θελήματα του Θεού, και συγχωρνά ταις αμαρτίαις όλου του κόσμου." Ο πατριαρχης, ως εκπροσωπος του θεου, θα μπορουσε εν ονοματι του να της δωσει αφεση, και φαινεται πως το κανει. Ομως ουτε κι αυτο την ησυχαζει:
Δεν έκαμε παιδιά, για να μπορή να γνωρίση, τι πράγμα είναι το να σκοτώση κανείς το ίδιο το παιδί του!
Εδω, στο τελος, συμβαινει μια ριζικη μεταστροφη της μητερας. Τι "πραγμα" ειναι το να σκοτωσει κανεις το παιδι του; Ο πατριαρχης, ο εκπροσωπος του θεου, δεν το γνωριζει. Αυτο το "πραγμα" δεν ειναι πλεον υποθεση του θεου. Δεν κρινεται απο καποιον θεϊκο, η ανθρωπινο νομο. Δεν εχει ερμηνεια, δεν εχει ονομα, δεν καλειται καν "αμαρτημα". "Τι πραγμα ειναι ..." Μενει βουβη συμφορα, γυμνος πονος. Ο αφηγητης, και μαζι του ο κοσμος, ο πατριαρχης, ο θεος, ολοι σωπαινουν εμπρος του.

Και εδω

Λογοτεχνια και Ψυχαναλυση

Λογοτεχνια και Ψυχαναλυση

"Ψυχολογισμος" ειναι εκεινο το δογμα, συμφωνα με το οποιο καθε σχεση του ανθρωπου με τους αλλους και με τα πραγματα: αντιληψη, μνημη, αισθηση, επιθυμια, θεληση, αλλα και η σκεψη και η γνωση, συνιστουν ψυχικες διεργασιες και επομενως ειναι αντικειμενα ψυχολογικης μελετης και ερμηνειας. Ο ψυχολογισμος διαποτιζει βεβαια και την ψυχαναλυση. Ηδη ο Freud παιρνει το δικαιωμα να εφαρμοσει την ερμηνευτικη τεχνικη του οχι μονο σε φαινομενα που ειχαν περιελθει στην αρμοδιοτητα της ψυχιατρικης και καταταχτηκαν στις κατηγοριες των νευρωσεων και των ψυχωσεων, οχι μονο σε καθημερινα πραγματα οπως τα ονειρα, τα αστεια, οι λεγομενες "παραπραξιες" και τα ολισθηματα της γλωσσας, που μαλιστα οι Αγγλοσαξωνες εκτοτε αποκαλουν "freudian slips", αλλα και στα εργα της τεχνης, της λογοτεχνιας και της φιλοσοφιας. Χαρακτηριστικο παραδειγμα το λεγομενο "οιδιποδειο": Η υποθεση μιας αρχαιας τραγωδιας παρασταινεται ως ψυχικο συμπλεγμα.

Ετσι λοιπον, αν κανεις ξεστρατιζε στην ιστοσελιδα μου, στο μενου "βιβλιοθηκη" και στο υπομενου "ΛΟΓΟΣ", θα ειχε εμπρος του μια σειρα απο ελληνες και ξενους λογοτεχνες και, προϊδεασμενος, θα ετεινε να δει αυτα τα ονοματα καπου σαν πεταλουδες καρφιτσωμενες στον καμβα του ψυχαναλυτικου ερμηνευτικου μοντελου:

Αν ομως ανοιγε π.χ. τις μεταφρασεις μου αποσπασματων του Elias Canetti, ισως επεφτε και σ' αυτο:

255 Τα ονειρα τα αντεχω μονον αθικτα και ολοκληρα, σαν μυστηριο. Ειναι τοσο ξενα που κανεις τα συλλαμβανει πολυ αργα μονο. ... Αλοιμονο στον τρελο που τα ερμηνευει κατευθειαν, τα χανει και δεν τα συλλαμβανει ποτε πια, μαραινονται προτου πρασινισουν….

Γιατι ειναι "τρελλος" οποιος ερμηνευει τα ονειρα; Γιατι "τα χανει και δεν τα συλλαμβανει"; Συνεχιζει ο Canetti:

Το μοναδικο καθε ονειρου το υποψιαζονται ελαχιστοι, διαφορετικα πως θα το απογυμνωναν καθιστωντας το κοινοτοπια.

Η ψυχολογικη ερμηνεια ενος φαινομενου καταχωνιαζει το "μοναδικο" του. Οπως το μηλο που πεφτει επανω στο κεφαλι του Νευτωνα χανει τη μοναδικοτητα του οταν εξηγειται με τον νομο της βαρυτητας. Εκεινο το μηλο, που τοτε επεσε σ' εκεινο το κεφαλι, εκεινο το ονειρο που ειδα εκεινη τη νυχτα, οταν καθιστανται αντικειμενο της επιστημης, της φυσικης, της ψυχολογιας, καταντουν "κοινοτοπιες". Canetti και παλι:

221 Η μοντερνα ερμηνεια μας των ονειρων κανει τους ανθρωπους μονο πιο συνηθισμενους. Ξεθωριαζει την εικονα της εσωτερικης τους εντασης αντι να την φωτιζει.

Εδω "μοναδικοτητα" δεν σημαινει την ποιοτητα του ξεχωριστου, του αξιολογου, του πολυτιμου. Δεν συγκρινει το ενα με τα πολλα, για να το ξεχωρισει. Η "μοναδικοτητα" χαρακτηριζει το ενα, το καθεκαστο στον ενικο αριθμο του, στην ενικοτητα του. Για την ψυχαναλυση, οπως την καταλαβαινω, το ζητουμενο ειναι ακριβως μια επικοινωνια που θα ζωντανευε, σ' εκεινον που προσφευγει στον ψυχαναλυτη, την αγνοημενη του ενικοτητα, θα μπορουσε να την "φωτισει". Και αυτο, στον βαθμο που θα ευτυχησει να πραγματοποιηθει, ειναι απο μονο του ιαματικο. Θεραπευτικο. Τουτο βεβαια δεν μπορει να γινει με μια μεθοδο, με ενα μοντελο, με μια θεωρια, καθως ολα αυτα ειναι τυφλοσουρτες και γνωριζουν μονο τον πληθυντικο της γενικοτητας. Στην τυφλη οπτικη τους κανεις "ξεθωριαζει", γινεται "συνηθισμενος" και "κοινοτοπος". Γινεται καθενας και - κανενας. Η σαγηνη που ακτινοβολει καθε ανθρωπος στην ενικοτητα του, χανεται.

Ο αυστριακος φιλοσοφος Ludwig Wittgenstein γραφει σε μια σημειωση:

Μιλουμε για την κατανοηση μιας προτασης με την εννοια με την οποια μπορει ν' αντικατασταθει απο μιαν αλλη που λεει το ιδιο. Αλλα και με την εννοια με την οποια δεν μπορει ν' αντικατασταθει απο καμια αλλη. (...)

Στην πρωτη περιπτωση ειναι η σκεψη μιας προτασης που ειναι κοινη για πολλες προτασεις· στην αλλη κατι που μονο αυτες οι λεξεις, σ' αυτες τις θεσεις, εκφραζουν. (Κατανοηση ενος ποιηματος).

Ετσι για παραδειγμα η ψυχολογια αντικαθιστα την προταση που αφηγειται ενα ονειρο με μιαν αλλη, την ερμηνεια του. Αν ομως ακουσουμε το ονειρο στην ενικοτητα του, δηλαδη ως ονειρο ενος και μονον ανθρωπου, και μαλιστα σ' αυτην τη μια αφηγηση της ωρας εκεινης που μας μιλαει και τον ακουμε, τοτε η κατανοηση του ονειρου πλησιαζει περισσοτερο στον τροπο της κατανοησης ενος λογοτεχνηματος (και εδω βεβαια δεν εννοω ως λογοτεχνημα τα best sellers της αγορας βιβλιου). Διαφαινεται μια μυστικη, και συναρπαστικη, συγγενεια λογοτεχνιας και ψυχαναλυσης, την οποια θα επιχειρησω να διευκρινισω περισσοτερο.

Ηδη οσα ειπωθηκαν υποδηλωνουν οτι η αναδειξη της ενικοτητας ειναι ασυμβατη με την επιστημονικη γλωσσα. Ειναι σαν κανεις να αντικαθιστα ενα χειρογραφο με το κειμενο γραμμενο σε γραμματοσειρα. Δειτε για παραδειγμα καποιες αραδες απο το ποιημα του Κωνσταντινου Καβαφη "Φωνες":

Και με τον ηχο των για μια στιγμη επιστρεφουν

ηχοι απο την πρωτη ποιησι της ζωης μας -

σαν μουσικη, την νυχτα, μακρυνη, που σβυνει.

Και τωρα, το χειρογραφο του Καβαφη:

Οι ιδιες λεξεις, και μαλιστα στην γραμματοσειρα του υπολογιστη περισσοτερο ευαναγνωστες. Ομως το χειρογραφο εχει αυτο που λεμε "χαρακτηρα". Γραφικο χαρακτηρα. Βεβαια κι εδω υπαρχουν "τρελοι", θα ελεγε ο Canetti, οι γραφολογοι, που ερμηνευουν τον γραφικο χαρακτηρα, μαλιστα με βαση αυτον συντασσουν ολοκληρο προφιλ προσωπικοτητας. Αλλα τωρα ας μας αφησουν ησυχους. Το χειρογραφο συγκινει. Βλεπουμε το ιδιο το χερι του ποιητη, την κορυφωση του στην πενα, την πενα να σερνει τον χορο, να σερνει τον κυκλιο χορο των γραμματων, τα οποια ο ιδιος αυτος χορος πλαθει στην προοδο της τροχιας του, το ενα μετα το αλλο.

Οταν ο ψυχαναλυτης προχωρει ετσι, μ' αυτες τις εγνοιες και μ' αυτα τα ζητουμενα, τοτε δεν αντιμετωπιζει ενα λογοτεχνικο εργο οπως ο βρετανος αποικιοκρατης που φωτογραφιζεται με την μποτα επανω στο σκοτωμενο λιονταρι. Τοτε προσεχει τους λογοτεχνες. Συνομιλει μαζι τους. Ο Wilfred Bion, ενας γνωστος ψυχαναλυτης, λεει σ' ενα σεμιναριο στο Παρισι:

Bion: … Υποστηριζω ομως οτι θα αξιζε τον κοπο να το βλεπαμε [το δωματιο της ψυχοθεραπειας] οχι σαν δωματιο ψυχοθεραπειας, αλλα σαν το ατελιε σας. Τι ειδους καλλιτεχνης ειστε; Αγγειοπλαστης; Ζωγραφος; Μουσικος; Συγγραφεας; Με βαση την εμπειρια μου αρκετοι αναλυτες δεν γνωριζουν πραγματικα τι ειδους καλλιτεχνες ειναι.

Ερωτηση: Και αν δεν ειναι καλλιτεχνες;

Bion: Τοτε βρισκονται σε λαθος επαγγελμα.

Λογοτεχνια και ψυχαναλυση, μ' ολες τις διαφορες τους, εχουν μια κοινη αναφορα: την ενικοτητα. Γι' αυτο και ο ποιητης Paul Celan λεει σε μια ομιλια του:

… Ισως το νεο στα ποιηματα που γραφονται σημερα ειναι ακριβως αυτο: πως εδω επιχειρειται περισσοτερο ρητα απο ποτε να μενουν επιμνημονα των δεδομενων τους...

Τα δεδομενα μου … Εκεινη η μερα … Εκεινος ο τοπος … Εκεινο το γεγονος … Και "Το αμαρτημα της μητρος μου", δεν μενει ακριβως επιμνημον των δικων του δεδομενων; Της ενικοτητας του;

Και πως κοινωνειται η ενικοτητα; Οι "Φωνες" του Καβαφη. Στην γραμματοσειρα αντιλαμβανομαστε τα γραφομενα οπτικα - νοητικα. Στο χειρογραφο τα αντιλαμβανομαστε στο μελανι, στην πενα που προχωραει, στο χερι που την συνοδευει, δηλαδη τα αντιλαμβανομαστε απτικα - σωματικα. Η ενικοτητα εκφραζεται, κοινωνειται με τα ιχνη, με τα σημαδια του σωματος. Η ενικοτητα ειναι συμφυτη με το σωμα. Ο Celan γραφει σε μια επιστολη:

Handwerk - das ist Sache der Hände. Und diese Hände gehören wiederum nur einem Menschen, d.h. einem einmaligen, sterblichenSeelenwesen, das mit seiner Stimme und seiner Stummheit einen Weg sucht. Nur wahre Hände schreiben wahre Gedichte. Ich sehe keinen prinzipiellen Unterschied zwischen Händedruck und Gedicht.

Το χειροποιητο εργο - τουτο ειναι υποθεση των χεριων. Κι αυτα τα χερια παλι ανηκουν σ' εναν και μονον ανθρωπο, δηλ. ενα μοναδικο, θνητο εμψυχο ον το οποιο, με τη φωνη και την αφωνια του, αναζητα εναν δρομο. Μονο αληθινα χερια γραφουν αληθινα ποιηματα. Δεν βλεπω καμια βασικη διαφορα μεταξυ χειραψιας και ποιηματος.

Και ο Γιωργος Σεφερης σε μια ημερολογιακη σημειωση:

Κατα βαθος, ο ποιητης εχει ενα θεμα: το ζωντανο σωμα του.

Ο ψυχαναλυτης ειναι κι αυτος ενας τεχνιτης του λογου. Μεσα απο τη δικη μου προθυμια να αναζητησω τον πελατη μου ως "ενα μοναδικο, θνητο εμψυχο ον το οποιο ... αναζητα εναν δρομο", αναπτυχθηκε ο τροπος μου να ακουω και να μιλω. Οπου και το δικο μου θεμα ειναι το ζωντανο μου σωμα, καλυτερα, τα ζωντανα μας σωματα. Και εδω δεν μιλω ουτε για το σωμα που γνωριζει η ανατομια, ουτε για το σωμα που ακολουθει τις αναγκες και τις ορεξεις του, ουτε για το σωμα που εκτιθεται στη βιτρινα των κοινωνικων συναναστροφων. Το σωμα στην "χειραψια" του Celan, το "ζωντανο σωμα" του Σεφερη, ειναι αλλο πραγμα. Peter Handke:

Ich hob die Hand, dem Vogel im Strauch zum Gruß, und spürte die Gestalt des Begrüßten in meiner Handfläche.

Υψωσα το χερι να χαιρετησω το πουλι στον θαμνο, κι ενιωσα τη μορφη του χαιρετουμενου στην παλαμη μου.

Πως ακουω: Τα λεγομενα γινονται εικονες, καλυτερα, γινονται τοπιο που περιδιαβαινω μαζι του, το αφουγκραζομαι, το οσμιζομαι. Καπως σαν τα αλογα του Ελυτη που

… δυο φορες πιο ψηλα απ' το μποϊ τους, προχωρουν αθορυβα, με το κεφαλι τεντωμενο σα να οσμιζονται το ονειρο …

Δεν σκεφτομαι, δηλαδη δεν συγκρινω, δεν συνδεω, δεν κρινω, δεν ερμηνευω. Βλεπω τα λεγομενα. Ομως δεν βλεπω σαν καμερα. Βλεπω π.χ. τη φωνη του. Την τροχια της. Καποιες φορες η φωνη του, δηλαδη το σωμα του, δεν φτανει μεχρι εμενα. Ξεψυχαει στο διαστημα μεταξυ μας, η ακομα μενει στο στομα του. Αλλες φορες η φωνη του με προσπερνα και φευγει. Αποτεινεται οχι σ' εμενα, αλλα σε καποιον αλλο. (Στην ομιλια απο το μικροφωνο, το τηλεφωνο, το Skype, το βιντεο και την τηλεοραση τετοια πραγματα χανονται)

Πως μιλαω; Σε πρωτο χρονο. Ομως οχι αυθορμητα. Καθοριστικο ειναι και παλι το σωμα μου. Τα λογια μου στεκουν, ειναι εγκυρα, οταν δεν φαλτσαρουν, οταν δεν γρατζουνιζουν, οταν με διατρεχουν διχως να προκαλουν παρασιτα και τριβες. Τοτε δεν μιλω ουτε με το κεφαλι, ουτε με την καρδια, αλλα με ολο το σωμα μου. Ενας νεαρος πιανιστας μου ειπε προσφατα για τον τροπο παιξιματος που ανακαλυψε, και που ηταν γι' αυτον μια μικρη κοσμογονια: "Το σωμα τα κανει και εγω τα βλεπω." Και μια γυναικα για τον τροπο που αντιλαμβανεται τα πραγματα: "Η αποτυπωση της στιγμης στο σωμα μου". Ετσι ειναι και για μενα στη δικη μου δουλεια: το σωμα μιλα, και εγω ακουω αυτα που λεω. Ο ποιητης Thomas Stearns Eliot γραφει καπου:

Ο ποιητης ειναι ο πρωτος αναγνωστης του ποιηματος του.

Δεν ειναι ο δημιουργος του ποιηματος, αλλα ο μαρτυρας του συντελουμενου ποιηματος.

Ο,τι λεει για την γραφη ο γερμανο-κορεατης φιλοσοφος Byung-Chul Han, ισχυει και για τις ευτυχεις στιγμες της ψυχαναλυτικης συνομιλιας: